17/8/26

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς.

 














Το Μπλόκο της Κοκκινιάς: Η μέρα που μια γειτονιά έγινε τόπος μαρτυρίου.

Υπάρχουν ημερομηνίες που δεν ανήκουν μόνο στο ημερολόγιο. Ανήκουν στη μνήμη. Μία από αυτές είναι η 17η Αυγούστου 1944, η ημέρα του Μπλόκου της Κοκκινιάς. Μια ημέρα κατά την οποία μια ολόκληρη προσφυγική συνοικία περικυκλώθηκε από τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις και τους Έλληνες συνεργάτες τους και μετατράπηκε σε τόπο συλλήψεων, εκτελέσεων, βασανισμών και τρόμου.

Η Κοκκινιά δεν ήταν τυχαία επιλογή. Ήταν ένας από τους μεγαλύτερους προσφυγικούς συνοικισμούς της Αττικής και ταυτόχρονα περιοχή με έντονη αντιστασιακή δράση. Η εργατική της σύνθεση, οι προσφυγικές οικογένειες και η ισχυρή παρουσία του ΕΑΜ και της Αντίστασης είχαν καταστήσει την περιοχή έναν από τους σημαντικούς πυρήνες αντίστασης στην Κατοχή.

Ήδη από τον Μάρτιο του 1944 η Κοκκινιά είχε γνωρίσει τη σκληρότητα της κατοχικής καταστολής. Η Μάχη της Κοκκινιάς, τον ίδιο μήνα, αποτέλεσε μια σημαντική σύγκρουση ανάμεσα στις αντιστασιακές δυνάμεις και τους Γερμανούς κατακτητές και τους συνεργάτες τους. Οι κατοχικές δυνάμεις δεν κατάφεραν τότε να επιβάλουν τον έλεγχό τους στην περιοχή. Πέντε μήνες αργότερα επέστρεψαν με διαφορετικό σχέδιο: όχι μόνο με στρατιωτική δύναμη, αλλά με μια οργανωμένη επιχείρηση μαζικής τρομοκράτησης του πληθυσμού.

Τα ξημερώματα της 17ης Αυγούστου, η Κοκκινιά περικυκλώθηκε. Γερμανικές δυνάμεις, μαζί με άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας και κουκουλοφόρους καταδότες, απέκλεισαν την περιοχή. Με ντουντούκες διατάχθηκε ο ανδρικός πληθυσμός να συγκεντρωθεί στην πλατεία της Οσίας Ξένης. Η διαταγή αφορούσε άνδρες ηλικίας περίπου από 14 έως 60 ετών.

Η εικόνα εκείνης της πλατείας πρέπει να ήταν από τις πιο εφιαλτικές που γνώρισε η κατεχόμενη Αθήνα. Χιλιάδες άνθρωποι συγκεντρωμένοι, οικογένειες χωρισμένες, γυναίκες και παιδιά να παρακολουθούν ανήμποροι, ενώ ανάμεσα στο πλήθος κινούνταν άνθρωποι που γνώριζαν πρόσωπα και ονόματα και υπέδειχναν στους κατακτητές ποιοι θεωρούνταν μέλη ή υποστηρικτές της Αντίστασης. 

Οι καταδότες, με καλυμμένα τα πρόσωπά τους, λειτουργούσαν ως μηχανισμός επιλογής των θυμάτων. Άνθρωποι ξεχωρίζονταν από το πλήθος. Κάποιοι οδηγούνταν προς τη σύλληψη, άλλοι προς τα στρατόπεδα και άλλοι προς τον θάνατο. Η συνεργασία των Ταγμάτων Ασφαλείας με τις γερμανικές κατοχικές αρχές αποτελεί ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της Κατοχής, γιατί δείχνει πως η καταπίεση δεν στηριζόταν μόνο στη δύναμη του ξένου κατακτητή, αλλά μπορούσε να βρει και ελληνικά χέρια πρόθυμα να την υπηρετήσουν.

Από την πλατεία της Οσίας Ξένης, πολλοί οδηγήθηκαν στη Μάντρα του υφαντουργείου Παγιασλή. Εκεί γράφτηκε η πιο αιματηρή σελίδα του Μπλόκου. Οι κατοχικές δυνάμεις εκτέλεσαν δεκάδες ανθρώπους, ανάμεσά τους αγωνιστές και αγωνίστριες της Αντίστασης. Το Αρχείο της ΕΡΤ καταγράφει 75 εκτελεσμένους στο πλαίσιο του Μπλόκου, ενώ οι πηγές και οι καταγραφές που αφορούν τον χώρο της Μάντρας παρουσιάζουν διαφορετικές επιμέρους καταμετρήσεις.

Η Μάντρα δεν ήταν απλώς ένας τόπος εκτέλεσης. Έγινε τόπος μνήμης.

Οι τοίχοι της κουβαλούν την ιστορία ανθρώπων που μέχρι λίγες ώρες πριν είχαν οικογένειες, δουλειές, σπίτια, όνειρα. Δεν ήταν απρόσωποι αριθμοί. Ήταν γιοι, πατέρες, αδέλφια, σύζυγοι, νέοι άνθρωποι. Ανάμεσα στα θύματα υπήρχαν και πολύ νέες ηλικίες· χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Στέλιου Αντωνόπουλου, ο οποίος εκτελέστηκε μόλις στα 16 του χρόνια.

Όμως το Μπλόκο δεν περιορίστηκε στις εκτελέσεις. Συνοδεύτηκε από συλλήψεις, λεηλασίες και καταστροφές. Κάποιοι από τους συλληφθέντες οδηγήθηκαν στο Χαϊδάρι και από εκεί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας. Οι γυναίκες της Κοκκινιάς προσπάθησαν μέσα στον πανικό να βοηθήσουν τους εγκλωβισμένους και τους αιχμαλώτους. Η κατοχή δεν ήταν μια αφηρημένη ιστορική έννοια· ήταν η καθημερινότητα μιας κοινωνίας που έβλεπε μπροστά στα μάτια της ανθρώπους να χάνονται.

Κι όμως, μέσα σε αυτή την κόλαση, υπάρχει και κάτι που δεν κατάφεραν να εξοντώσουν οι κατακτητές: η συλλογική αξιοπρέπεια.

Το Μπλόκο της Κοκκινιάς είχε ως στόχο να χτυπήσει την Αντίσταση, να αποδυναμώσει τους οργανωμένους πυρήνες της και να τρομοκρατήσει τον πληθυσμό. Τα μπλόκα αποτελούσαν ευρύτερη μέθοδο καταστολής και εκφοβισμού, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου η Αντίσταση είχε ισχυρή κοινωνική βάση.

Η Κοκκινιά, όμως, δεν έγινε σύμβολο επειδή νίκησε στρατιωτικά εκείνη την ημέρα. Έγινε σύμβολο επειδή άντεξε στη μνήμη.

Κάθε κατοχή προσπαθεί να επιβληθεί δύο φορές: πρώτα πάνω στους ανθρώπους και ύστερα πάνω στη μνήμη τους. Η πρώτη επιβολή γίνεται με τα όπλα. Η δεύτερη με τη λήθη. Γι' αυτό και η διατήρηση της ιστορικής μνήμης δεν είναι μια τυπική τελετουργία. Είναι πράξη αντίστασης απέναντι στη λήθη.

Σήμερα η Μάντρα του Μπλόκου παραμένει ένας χώρος όπου τα ονόματα και οι φωτογραφίες των θυμάτων θυμίζουν ότι πίσω από τις μεγάλες λέξεις της Ιστορίας -«Κατοχή», «Αντίσταση», «εκτέλεση», «αντίποινα»- υπήρχαν άνθρωποι.

Και ίσως αυτό να είναι το βαθύτερο μήνυμα της 17ης Αυγούστου.

Ότι η Ιστορία δεν γράφεται μόνο από τους στρατηγούς και τις κυβερνήσεις. Γράφεται και στις πλατείες των συνοικιών, στα σπίτια των φτωχών, στα εργοστάσια, στις προσφυγικές γειτονιές. Γράφεται από ανθρώπους που κάποτε βρέθηκαν μπροστά στην επιλογή ανάμεσα στον φόβο και την αξιοπρέπεια.

Η Κοκκινιά πλήρωσε βαρύ τίμημα. Αλλά δεν ξεχάστηκε.

Και όσο τα ονόματα των νεκρών παραμένουν ζωντανά, όσο η Μάντρα στέκει ως τόπος μνήμης και όσο η 17η Αυγούστου εξακολουθεί να θυμίζει τι σημαίνει κατοχή, προδοσία, αντίσταση και θυσία, το Μπλόκο της Κοκκινιάς δεν ανήκει μόνο στο 1944.

Ανήκει σε κάθε γενιά που καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει όταν η Ιστορία ξαναφέρει μπροστά της τον φόβο.

Γιατί οι νεκροί του Μπλόκου δεν ζητούν εκδίκηση. Ζητούν να μην ξεχαστούν. Και η μνήμη είναι ο τρόπος των ζωντανών να τους κρατούν ακόμη ανάμεσά τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: