6/9/26

Ταξίδι στα μαύρα μεσάνυχτα.

 


Υπάρχουν ταξίδια που αρχίζουν χωρίς να φύγεις από τον τόπο σου. Κι υπάρχουν άλλα που αρχίζουν όταν λύσεις τον κάβο και αφήσεις πίσω σου τη στεριά. Η θάλασσα τότε ανοίγεται μπροστά σου, μαύρη και αδιάφορη, χωρίς δρόμους και χωρίς πινακίδες.

Είναι ένα ταξίδι στα μαύρα μεσάνυχτα.

Το σκάφος προχωρά μέσα στο σκοτάδι και πίσω του η στεριά μικραίνει ώσπου γίνεται μια αχνή γραμμή, κι ύστερα τίποτα. Μένει μόνο η θάλασσα, ο ουρανός και ένας ορίζοντας που δεν ξεχωρίζει πια από το σκοτάδι.

Στη θάλασσα καταλαβαίνεις πόσο λίγα ελέγχεις. Ο άνεμος μπορεί να αλλάξει, το κύμα να σηκωθεί, η πυξίδα να δείχνει έναν δρόμο που δεν βλέπεις. Κι όμως, συνεχίζεις. Όχι επειδή γνωρίζεις τι βρίσκεται μπροστά σου, αλλά επειδή η επιστροφή δεν είναι πάντα πιο εύκολη από την πορεία.

Ίσως γι' αυτό η θάλασσα μοιάζει τόσο με τη ζωή. Δεν σου αποκαλύπτει ποτέ ολόκληρη τη διαδρομή. Σου δίνει μόνο το επόμενο κύμα, την επόμενη στιγμή, λίγα μέτρα ορατότητας μέσα στο σκοτάδι.

Κι όταν τα μεσάνυχτα γίνονται βαθύτερα, αρχίζεις να ακούς πράγματα που την ημέρα δεν πρόσεχες: το νερό πάνω στο κύτος, τον άνεμο στα σχοινιά, τον δικό σου φόβο.

Τότε καταλαβαίνεις πως ίσως δεν ταξιδεύεις για να φτάσεις σε κάποιο λιμάνι. Ταξιδεύεις για να δεις ποιος είσαι όταν δεν υπάρχει στεριά κάτω από τα πόδια σου.

Και κάπου εκεί, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι, η θάλασσα παύει να είναι εμπόδιο. Γίνεται ο ίδιος ο δρόμος.

Δεν ξέρεις πού πηγαίνεις.

Δεν ξέρεις αν πίσω από τον ορίζοντα υπάρχει στεριά.

Ξέρεις μόνο πως το σκάφος συνεχίζει.

Κι ίσως τελικά αυτό να είναι η ζωή: να ταξιδεύεις χωρίς να σου έχει δοθεί ο χάρτης, να κρατάς το τιμόνι μέσα στην αβεβαιότητα και να προχωράς, ακόμη κι όταν ο ορίζοντας έχει χαθεί.

Γιατί υπάρχουν νύχτες που δεν ταξιδεύεις προς ένα λιμάνι.

Ταξιδεύεις απλώς μέσα στο σκοτάδι.

Ένα ταξίδι στα μαύρα μεσάνυχτα, πάνω σε μια θάλασσα που δεν υπόσχεται ξημέρωμα -κι όμως, κάπου βαθιά μέσα σου, συνεχίζεις να πλέεις.




Το τέλος της διαδρομής...


Το φοβόμαστε πριν ακόμη ξεκινήσουμε.

Το τέλος της διαδρομής.

Κι όμως, ξεκινάμε.

Μπαίνουμε στη θάλασσα με την ψευδαίσθηση πως ο ορίζοντας είναι κάπου εκεί έξω, πως υπάρχει μια απέναντι ακτή που μας περιμένει. Κολυμπάμε προς αυτήν, μετρώντας αποστάσεις, κύματα, ανάσες. Σαν να μπορεί η ζωή να μετρηθεί με το πόσο μακριά φτάσαμε.

Στην αρχή δεν σκεφτόμαστε το τέλος.

Ύστερα, κάποια στιγμή, το νιώθουμε.

Το τέλος της διαδρομής.

Δεν έρχεται με θόρυβο. Δεν έχει πάντα μια συγκεκριμένη στιγμή. Μπορεί να είναι ένα πρόσωπο που δεν θα ξαναδούμε, ένα χέρι που αφήσαμε, μια πόρτα που έκλεισε πίσω μας. Μπορεί να είναι εκείνο το ανεπαίσθητο σημείο όπου καταλαβαίνουμε πως κάτι που θεωρούσαμε αιώνιο είχε, από την αρχή, ημερομηνία λήξης.



Και συνεχίζουμε.

Γιατί τι άλλο μπορεί να κάνει κανείς μέσα στη θάλασσα;

Κολυμπάμε μέσα στον χρόνο. Άλλοτε κόντρα στο κύμα, άλλοτε παραδομένοι στο ρεύμα. Κρατάμε ανθρώπους κοντά μας σαν σωσίβια και αποχαιρετάμε άλλους καθώς χάνονται πίσω από τον αφρό.

Κάθε τόσο κοιτάζουμε την ακτή.

Και είναι όλο και πιο μακριά.

Τότε αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε πως η διαδρομή δεν ήταν ποτέ μια ευθεία προς κάποιον προορισμό. Ήταν όλα όσα συνέβησαν ανάμεσα στην πρώτη και στην τελευταία μας ανάσα.

Οι φόβοι.

Οι απώλειες.

Οι έρωτες.

Οι σιωπές.

Όσα είπαμε.

Κι ακόμη περισσότερο, όσα δεν είπαμε ποτέ.

Κι όσο προχωράμε, ο ορίζοντας παραμένει εκεί.

Ακίνητος.

Σαν να μας περιμένει.

Μα ίσως δεν μας περίμενε ποτέ.

Ίσως ο ορίζοντας να ήταν μόνο ένας τρόπος να συνεχίζουμε.



Και κάποτε η θάλασσα ησυχάζει.

Όχι επειδή σταμάτησε ο άνεμος, αλλά επειδή εμείς δεν έχουμε πια δύναμη να τον ακούμε.

Η ακτή έχει χαθεί.

Ο ορίζοντας έχει χαθεί.

Κι εκεί, για πρώτη φορά, δεν υπάρχει τίποτα να φτάσουμε.

Μόνο το νερό γύρω μας.

Μόνο η σιωπή.

Και τότε η φράση που φοβόμασταν από την αρχή δεν ακούγεται πια σαν απειλή.

Ακούγεται σαν ψίθυρος.

Σαν κάτι που ήταν πάντοτε εκεί, κάτω από τον θόρυβο των κυμάτων.

Το τέλος της διαδρομής.

Και η θάλασσα συνεχίζει.




Η ομορφιά της ζωής.

 


Η ομορφιά δεν βρίσκεται μόνο σε αυτό που βλέπουμε. Βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο υπάρχουμε μέσα σε αυτό που βλέπουμε.

Τα όστρακα είναι απλώς εξωσκελετοί. Κι όμως, πάνω στην άμμο μοιάζουν με μικρά έργα τέχνης, σαν η φύση να άφησε πίσω της κάτι που ξεπερνά τη χρησιμότητά του. Το κύμα σπάει στην ακτή χωρίς να ενδιαφέρεται αν κάποιος το κοιτάζει. Ο ήλιος δύει χωρίς να αποχαιρετά κανέναν. Κι όμως, μέσα σε αυτές τις απλές κινήσεις της φύσης, ο άνθρωπος αναγνωρίζει κάτι από τον εαυτό του.

Ίσως η ομορφιά να γεννιέται ακριβώς από την παροδικότητα. Αν όλα ήταν αιώνια, τίποτα δεν θα είχε την ίδια αξία. Είναι επειδή το όστρακο κάποτε φιλοξενούσε ζωή, το κύμα θα χαθεί και το φως θα σβήσει, που η στιγμή αποκτά βάρος.

Η ζωή δεν είναι όμορφη επειδή είναι τέλεια. Είναι όμορφη επειδή είναι εύθραυστη.

Κι εμείς υπάρχουμε ανάμεσα σε δύο άγνωστα: πριν από τη γέννησή μας και μετά τον θάνατό μας. Αυτό το μικρό διάστημα που ονομάζουμε «ζωή» είναι ίσως η μοναδική μας ευκαιρία να κοιτάξουμε, να αισθανθούμε, να αγαπήσουμε, να θαυμάσουμε.

Η ομορφιά, τελικά, δεν είναι κάτι που βρίσκεται εκεί έξω.

Είναι η στιγμή που η ζωή αποκτά για λίγο επίγνωση της ίδιας της ομορφιάς της -μέσα από εμάς.

Η απόλαυση της στιγμής.




Η απόλαυση της στιγμής δεν βρίσκεται στο να την κρατήσεις, αλλά στο να πάψεις για λίγο να σκέφτεσαι την επόμενη.

Να αφήσεις τον χρόνο να κυλήσει χωρίς να τον μετράς. Να ακούσεις τη θάλασσα χωρίς να αναζητάς το επόμενο κύμα. Να αισθανθείς το φως στο πρόσωπό σου χωρίς να σκέφτεσαι πότε θα χαθεί.

Ζούμε συχνά σαν να περιμένουμε τη ζωή να αρχίσει: όταν τελειώσει κάτι, όταν έρθει κάτι άλλο, όταν γίνουν όλα όπως τα θέλουμε. Κι έτσι, μέσα στην αναμονή, προσπερνάμε το μοναδικό πράγμα που πραγματικά έχουμε- αυτή τη μικρή, ανεπανάληπτη στιγμή.

Ίσως η απόλαυση να είναι μια μορφή επίγνωσης. Να ξέρεις πως αυτό που ζεις δεν θα επαναληφθεί ποτέ ακριβώς έτσι. Το ίδιο βλέμμα, το ίδιο άγγιγμα, η ίδια μυρωδιά του αέρα, το ίδιο κύμα που σπάει στην ακτή δεν θα υπάρξουν ξανά.

Και γι’ αυτό έχουν αξία.

Δεν χρειάζεται να νικήσουμε τον χρόνο. Αρκεί, για λίγο, να είμαστε παρόντες μέσα του.

Γιατί στο τέλος δεν θυμόμαστε πόσο γρήγορα πέρασε η ζωή.

Θυμόμαστε εκείνες τις στιγμές που, έστω για λίγο, ξεχάσαμε πως περνά.

Το δίχτυ.

 


Η θάλασσα δεν ξεχνά. Απλώς διαλύει.

Κάθε μέρα ρίχνουμε μέσα της τα δίχτυα μας, σαν να πιστεύουμε πως κάπου στον βυθό κρύβεται αυτό που μας λείπει. Μαζί με τα ψάρια, τραβάμε στην επιφάνεια κομμάτια από τον εαυτό μας: παλιές επιθυμίες, πρόσωπα που χάθηκαν, λέξεις που δεν ειπώθηκαν, ζωές που δεν προλάβαμε να ζήσουμε.

Το δίχτυ δεν πιάνει μόνο όσα θέλουμε. Πιάνει και όσα προσπαθούμε να ξεχάσουμε.

Κάθε κόμπος του είναι ένας δεσμός. Κάθε μάτι του, ένα άνοιγμα προς το κενό. Κι όσο περισσότερο τραβάμε, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε πως δεν ψαρεύουμε τη θάλασσα· ψαρεύουμε μέσα μας.

Ίσως γι’ αυτό τα δίχτυα είναι τόσο βαριά όταν επιστρέφουν.

Δεν είναι το νερό που τα βαραίνει.

Είναι όσα κουβαλούν.

Κάποτε τα αφήνουμε να βυθιστούν. Όχι επειδή πάψαμε να ελπίζουμε, αλλά επειδή καταλάβαμε πως η ελπίδα μπορεί να γίνει κι αυτή μια μορφή παγίδας.

Γιατί υπάρχει ένα σημείο στη ζωή όπου πρέπει να αποφασίσεις: θα συνεχίσεις να τραβάς το δίχτυ ή θα αφήσεις τη θάλασσα να πάρει πίσω όσα δεν σου ανήκουν;

Ίσως η ελευθερία να αρχίζει εκεί.

Τη στιγμή που ανοίγεις τα χέρια σου.

Και αφήνεις το δίχτυ να πέσει.

Να βυθιστεί αργά, μέσα στο μαύρο νερό, παίρνοντας μαζί του όσα νόμιζες πως μπορούσες να κρατήσεις.

Κι ύστερα μένεις μόνος στην ακτή.

Χωρίς δίχτυ.

Χωρίς ψάρια.

Χωρίς βεβαιότητες.

Μόνο απέναντι στη θάλασσα.

Και τότε, για πρώτη φορά, ίσως καταλαβαίνεις πως όλη σου τη ζωή δεν προσπαθούσες να πιάσεις κάτι από τη θάλασσα.

Προσπαθούσες να μην πνιγείς μέσα της.




Η Ψυχή.



Στα αρχαία ελληνικά, η λέξη "ψυχή" δεν σήμαινε μόνο αυτό που σήμερα ονομάζουμε άυλη ουσία του ανθρώπου. Σήμαινε την πνοή, τη ζωή, το πνεύμα -αλλά και την πεταλούδα.

Ίσως δεν είναι τυχαίο.

Οι αρχαίοι έβλεπαν στην πεταλούδα κάτι περισσότερο από ένα μικρό πλάσμα με φτερά. Έβλεπαν τη μεταμόρφωση. Ένα πλάσμα που γεννιέται αλλιώτικο, περνά μέσα από τη σιωπή του κουκουλιού και, κάποια στιγμή, βγαίνει στο φως με φτερά. Δεν είναι πια αυτό που ήταν, χωρίς όμως να έχει πάψει να είναι το ίδιο πλάσμα.

Κάπως έτσι φαντάστηκε ο άνθρωπος την ψυχή.

Κλείνεται μέσα στο σώμα όπως η πεταλούδα μέσα στο κουκούλι. Ζει τη δική της αόρατη μεταμόρφωση μέσα από τον χρόνο, την αγάπη, την απώλεια, τον πόνο και τη μνήμη. Κι όταν αλλάζει, δεν αφήνει πίσω της απλώς μια παλιά μορφή· αφήνει πίσω έναν ολόκληρο εαυτό.

Ίσως γι’ αυτό η πεταλούδα έγινε τόσο παλιό σύμβολο της ψυχής. Επειδή μας θυμίζει πως η ζωή δεν είναι μόνο αυτό που βλέπουμε, αλλά και αυτό που μεταμορφώνεται μέσα μας χωρίς να το βλέπουμε.

Η κάμπια δεν γνωρίζει ακόμη τα φτερά της. Το κουκούλι δεν ξέρει ότι κάποτε θα ανοίξει. Κι όμως, μέσα στη σιωπή του, κάτι ήδη συμβαίνει.

Ίσως το ίδιο συμβαίνει και με εμάς.

Περνάμε χρόνια νομίζοντας πως είμαστε αυτό που βλέπουμε στον καθρέφτη, ενώ μέσα μας αλλάζουν διαρκώς τα κύτταρα, οι συνδέσεις, οι μνήμες, οι επιθυμίες. Αυτό που αποκαλούμε «ψυχή» μπορεί να μην είναι ένας αόρατος κάτοικος του σώματος, αλλά η ίδια η ζωντανή οργάνωση του ανθρώπου: η μνήμη του, η συνείδησή του, οι σχέσεις του, όσα έζησε και όσα άφησε στους άλλους.

Και όταν το σώμα πάψει να λειτουργεί, δεν χρειάζεται να φανταστούμε μια ψυχή που πετά προς έναν άλλο κόσμο για να μιλήσουμε για συνέχεια. Η ύλη συνεχίζει τον κύκλο της. Τα μόρια επιστρέφουν στη φύση, ενώ οι πράξεις, οι λέξεις και οι μνήμες μας εξακολουθούν για λίγο να υπάρχουν μέσα στους άλλους.

Ίσως, λοιπόν, η πεταλούδα να μην συμβολίζει την ψυχή που εγκαταλείπει το σώμα. Ίσως συμβολίζει κάτι πιο γήινο και πιο παράξενο: την ίδια τη ζωή, που αλλάζει μορφή χωρίς ποτέ να παύει να είναι ύλη. 

Και τότε η αρχαία σύνδεση ανάμεσα στην ψυχή και την πεταλούδα αποκτά ένα διαφορετικό νόημα.

Η πεταλούδα δεν μας δείχνει μια ψυχή που απελευθερώνεται από την ύλη.

Μας δείχνει τι μπορεί να κάνει η ίδια η ύλη όταν οργανώνεται ως ζωή: να αλλάζει μορφή, να δημιουργεί πολυπλοκότητα και, για ένα μικρό διάστημα, να αποκτά την ικανότητα να αισθάνεται τον κόσμο.

Ίσως, τελικά, η «ψυχή» να μην είναι κάτι που έχουμε μέσα μας.

Ίσως να είναι κάτι που συμβαίνει μέσα μας.

Η ψυχή.

 


Τι είναι άραγε η ψυχή; Ένα μέρος του ανθρώπου ή η ίδια η ιδέα που έχει ο άνθρωπος για τον εαυτό του;

Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, η ψυχή βρίσκεται στο όριο ανάμεσα σε αυτό που μπορούμε να γνωρίσουμε και σε αυτό που μόνο μπορούμε να υποθέσουμε. Δεν την αγγίζουμε, δεν τη ζυγίζουμε, δεν μπορούμε να δείξουμε πού ακριβώς κατοικεί. Κι όμως, πάνω της στηρίζουμε μερικές από τις βαθύτερες έννοιες της ύπαρξής μας: την ελευθερία, την αγάπη, τη μνήμη, την ενοχή, την ελπίδα, αλλά και τον φόβο του θανάτου.

Ίσως, όμως, η ψυχή να μην είναι μια κρυμμένη ουσία μέσα μας. Ίσως να είναι η αδιάκοπη προσπάθειά μας να δώσουμε νόημα στην ύπαρξή μας. Ο εσωτερικός εκείνος κόσμος που δημιουργείται από τις αναμνήσεις, τις επιθυμίες, τις επιλογές και τα νοήματα που προσδίδουμε στη ζωή. Εκεί ίσως βρίσκεται η πραγματική της κατοικία.

Αλλά υπάρχει και μια πιο σκοτεινή εκδοχή.

Ίσως ο άνθρωπος να επινόησε την ψυχή επειδή δεν μπόρεσε ποτέ να συμφιλιωθεί με το τέλος.

Η ιδέα ότι κάποτε θα πάψουμε να υπάρχουμε είναι σχεδόν αβάσταχτη για τη συνείδηση. Γι' αυτό ο άνθρωπος αναζήτησε έναν τρόπο να ξεπεράσει το όριο του σώματος. Η ψυχή έγινε η υπόσχεση μιας συνέχειας, η δυνατότητα να μην είναι ο θάνατος η οριστική τελευταία λέξη.

Γιατί είναι δύσκολο να αποδεχτούμε ότι αυτό που αγαπήσαμε, αυτό που σκεφτήκαμε, αυτό που φοβηθήκαμε, αυτό που υπήρξαμε, μπορεί κάποτε απλώς να μην είναι.

Έτσι, η ψυχή έγινε αιώνια.

Όχι απαραίτητα επειδή γνωρίζουμε ότι είναι, αλλά επειδή χρειαζόμαστε να είναι.

Ίσως πολλές από τις μεταφυσικές μας βεβαιότητες να ξεκινούν από αυτή την ανθρώπινη ανάγκη. Δεν αντέχουμε εύκολα την ιδέα ότι το τέλος είναι πραγματικά τέλος. Και επειδή δεν μπορούμε να νικήσουμε τον θάνατο, δημιουργούμε μέσα μας έναν τόπο όπου ο θάνατος δεν έχει την τελευταία εξουσία.

Κι όμως, υπάρχει μια παράδοξη ομορφιά στην περατότητα.

Αν τίποτα δεν τελείωνε, ίσως τίποτα να μην ήταν και πραγματικά επείγον. Η αξία της στιγμής βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι δεν επιστρέφει. Η αγάπη αποκτά βάρος επειδή μπορεί να χαθεί. Η ζωή αποκτά ένταση επειδή έχει όριο.

Ίσως, λοιπόν, η ψυχή να μην είναι η απόδειξη ότι ο άνθρωπος είναι αιώνιος.

Ίσως να είναι η κραυγή ενός πεπερασμένου όντος που δεν αντέχει να είναι πεπερασμένο.

Και τότε το βαθύτερο ερώτημα δεν είναι αν η ψυχή θα συνεχίσει να υπάρχει μετά τον θάνατο.

Είναι αν μπορούμε να αγαπήσουμε τη ζωή τόσο βαθιά, ώστε να μη χρειάζεται να της υποσχεθούμε την αιωνιότητα...

Πρόσωπο με τη θάλασσα...

 


Υπάρχουν άνθρωποι που κοιτούν τη θάλασσα και βλέπουν απλώς νερό. Κι υπάρχουν εκείνοι που στέκονται απέναντί της σαν να κοιτούν έναν παλιό γνώριμο. Δεν χρειάζεται να της μιλήσουν. Η θάλασσα έχει τον δικό της τρόπο να απαντά: με έναν κυματισμό, με μια σιωπή, με το αδιάκοπο πήγαινε κι έλα που μοιάζει τόσο με την ανθρώπινη ζωή.

Το πρόσωπο απέναντι στη θάλασσα είναι, στην πραγματικότητα, ένα πρόσωπο απέναντι στον εαυτό του.

Μπροστά στο απέραντο, ο άνθρωπος θυμάται το μέγεθός του. Όσα θεωρούσε τεράστια μικραίνουν. Οι καθημερινές αγωνίες χάνουν για λίγο την εξουσία τους. Η θάλασσα δεν λύνει τα προβλήματα· απλώς τα τοποθετεί στη σωστή τους διάσταση. Και ίσως αυτό να είναι μια από τις πιο μεγάλες παρηγοριές της.

Κάθε κύμα έρχεται και φεύγει. Κανένα δεν μένει. Κι όμως, η θάλασσα δεν αδειάζει. Μέσα σε αυτή την απλή κίνηση κρύβεται μια ολόκληρη φιλοσοφία: τίποτα δεν κρατιέται για πάντα, αλλά τίποτα δεν χάνεται ακριβώς όπως νομίζουμε. Αυτό που φεύγει αφήνει χώρο για αυτό που έρχεται.




Ίσως γι’ αυτό στεκόμαστε απέναντί της όταν έχουμε ανάγκη να ξεχάσουμε, να θυμηθούμε ή απλώς να υπάρξουμε χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσουμε τίποτα.

Το πρόσωπο που κοιτάζει τη θάλασσα δεν κοιτάζει μόνο τον ορίζοντα. Κοιτάζει όλα όσα άφησε πίσω του και όλα όσα ακόμη δεν γνωρίζει. Ο ορίζοντας είναι μια γραμμή παράξενη: δείχνει το τέλος του βλέμματος, αλλά ταυτόχρονα υπόσχεται κάτι πέρα από αυτό.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη γοητεία της θάλασσας. Δεν μας λέει πού να πάμε. Δεν μας υπόσχεται ότι απέναντι υπάρχει κάτι καλύτερο. Απλώς αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο.



Έτσι, κάποια στιγμή, το πρόσωπο και η θάλασσα παύουν να είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το βλέμμα κοιτάζει τη θάλασσα κι η θάλασσα, μέσα από την κίνηση της στιγμής, μοιάζει να κοιτάζει το βλέμμα.

Και τότε καταλαβαίνουμε πως ίσως δεν πήγαμε στη θάλασσα για να κοιτάξουμε μακριά. Πήγαμε για να μπορέσουμε, επιτέλους, να κοιτάξουμε μέσα μας.

Τα δεσμά που δεν φαίνονται...



Υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο στο δεμένο άλογο.

Στέκεται εκεί, με τη δύναμή του ολόκληρη μέσα στο σώμα του και με την ελευθερία του λίγα μέτρα μακριά. Δεν του λείπει η δύναμη να τρέξει· του λείπει ο χώρος να το κάνει. Ένα σκοινί, λεπτό μπροστά στη μυϊκή του δύναμη, αρκεί για να μετατρέψει την ελευθερία σε δυνατότητα που δεν πραγματοποιείται.

Ίσως έτσι να είναι και ο άνθρωπος.

Δεν είναι πάντοτε οι μεγάλες αλυσίδες που μας κρατούν. Μερικές φορές είναι ένας φόβος, μια συνήθεια, μια ανάμνηση, μια βεβαιότητα που κάποτε μας προστάτεψε και ύστερα έγινε δεσμός. Κι ύστερα συνηθίζουμε τόσο πολύ το σκοινί, ώστε ξεχνάμε πως υπάρχει.

Το παράδοξο είναι πως το δεμένο άλογο εξακολουθεί να είναι άλογο. Μέσα του υπάρχει ακόμη ο δρόμος, ο καλπασμός, ο άνεμος. Η ακινησία του δεν είναι η φύση του· είναι η συνθήκη του.

Κι ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο πράγμα να καταλάβουμε για τον εαυτό μας: ότι η ζωή μας δεν ταυτίζεται πάντοτε με τα όρια μέσα στα οποία ζούμε.

Μπορεί να στεκόμαστε ακίνητοι χωρίς να έχουμε πάψει να είμαστε ελεύθεροι. Αρκεί κάποτε να κοιτάξουμε το σκοινί και να αναρωτηθούμε ποιος το έδεσε  -και, κυρίως, αν χρειάζεται ακόμη να παραμένει δεμένο.

Αρχαία Καρθαία.

 































Φάρος Τάμελος, Κέα.

 


Στην ακτή η στιγμή που φεύγει...



Στην ακτή μαθαίνεις πως κάθε κύμα έχει τη δική του στιγμή. Έρχεται, αγγίζει τη γη και επιστρέφει στο άγνωστο.

Κι εμείς, ανάμεσα στη στεριά και τον ορίζοντα, στεκόμαστε για λίγο και κοιτάζουμε τη ζωή να περνά, σαν νερό που δεν μπορείς να κρατήσεις στις παλάμες σου.

Ίσως γι’ αυτό κάποιος σηκώνει το κινητό του και τραβά μια φωτογραφία ακριβώς τη στιγμή που το κύμα σπάει στην ακτή. Όχι για να κρατήσει τη θάλασσα, αλλά για να κρατήσει αυτό που, σε μια ανάσα, θα έχει ήδη χαθεί.

Κι εκεί, μέσα στην μνήμη του κινητού, μια στιγμή που δεν υπάρχει πια συνεχίζει να υπάρχει. Παράξενο παιχνίδι του χρόνου: αυτό που δεν μπορέσαμε να σταματήσουμε, το σώσαμε σε μια εικόνα.

Ίσως τελικά δεν είναι το ταξίδι που μας αλλάζει, αλλά αυτό που αφήνουμε πίσω μας όταν συνεχίζουμε. Κάποιες φορές μια ανάμνηση, κάποιες φορές ένας άνθρωπος, κι άλλοτε απλώς μια εικόνα που αποδεικνύει πως κάποτε σταθήκαμε εκεί.

Γιατί η ζωή δεν μας ζητά να κρατήσουμε τις στιγμές.

Μόνο να είμαστε εκεί όταν περνούν.

Κορησσία, Τζιά.