Η θάλασσα δεν ξεχνά. Απλώς διαλύει.
Κάθε μέρα ρίχνουμε μέσα της τα δίχτυα μας, σαν να πιστεύουμε πως κάπου στον βυθό κρύβεται αυτό που μας λείπει. Μαζί με τα ψάρια, τραβάμε στην επιφάνεια κομμάτια από τον εαυτό μας: παλιές επιθυμίες, πρόσωπα που χάθηκαν, λέξεις που δεν ειπώθηκαν, ζωές που δεν προλάβαμε να ζήσουμε.
Το δίχτυ δεν πιάνει μόνο όσα θέλουμε. Πιάνει και όσα προσπαθούμε να ξεχάσουμε.
Κάθε κόμπος του είναι ένας δεσμός. Κάθε μάτι του, ένα άνοιγμα προς το κενό. Κι όσο περισσότερο τραβάμε, τόσο περισσότερο καταλαβαίνουμε πως δεν ψαρεύουμε τη θάλασσα· ψαρεύουμε μέσα μας.
Ίσως γι’ αυτό τα δίχτυα είναι τόσο βαριά όταν επιστρέφουν.
Δεν είναι το νερό που τα βαραίνει.
Είναι όσα κουβαλούν.
Κάποτε τα αφήνουμε να βυθιστούν. Όχι επειδή πάψαμε να ελπίζουμε, αλλά επειδή καταλάβαμε πως η ελπίδα μπορεί να γίνει κι αυτή μια μορφή παγίδας.
Γιατί υπάρχει ένα σημείο στη ζωή όπου πρέπει να αποφασίσεις: θα συνεχίσεις να τραβάς το δίχτυ ή θα αφήσεις τη θάλασσα να πάρει πίσω όσα δεν σου ανήκουν;
Ίσως η ελευθερία να αρχίζει εκεί.
Τη στιγμή που ανοίγεις τα χέρια σου.
Και αφήνεις το δίχτυ να πέσει.
Να βυθιστεί αργά, μέσα στο μαύρο νερό, παίρνοντας μαζί του όσα νόμιζες πως μπορούσες να κρατήσεις.
Κι ύστερα μένεις μόνος στην ακτή.
Χωρίς δίχτυ.
Χωρίς ψάρια.
Χωρίς βεβαιότητες.
Μόνο απέναντι στη θάλασσα.
Και τότε, για πρώτη φορά, ίσως καταλαβαίνεις πως όλη σου τη ζωή δεν προσπαθούσες να πιάσεις κάτι από τη θάλασσα.
Προσπαθούσες να μην πνιγείς μέσα της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου