Υπάρχουν άνθρωποι που κοιτούν τη θάλασσα και βλέπουν απλώς νερό. Κι υπάρχουν εκείνοι που στέκονται απέναντί της σαν να κοιτούν έναν παλιό γνώριμο. Δεν χρειάζεται να της μιλήσουν. Η θάλασσα έχει τον δικό της τρόπο να απαντά: με έναν κυματισμό, με μια σιωπή, με το αδιάκοπο πήγαινε κι έλα που μοιάζει τόσο με την ανθρώπινη ζωή.
Το πρόσωπο απέναντι στη θάλασσα είναι, στην πραγματικότητα, ένα πρόσωπο απέναντι στον εαυτό του.
Μπροστά στο απέραντο, ο άνθρωπος θυμάται το μέγεθός του. Όσα θεωρούσε τεράστια μικραίνουν. Οι καθημερινές αγωνίες χάνουν για λίγο την εξουσία τους. Η θάλασσα δεν λύνει τα προβλήματα· απλώς τα τοποθετεί στη σωστή τους διάσταση. Και ίσως αυτό να είναι μια από τις πιο μεγάλες παρηγοριές της.
Κάθε κύμα έρχεται και φεύγει. Κανένα δεν μένει. Κι όμως, η θάλασσα δεν αδειάζει. Μέσα σε αυτή την απλή κίνηση κρύβεται μια ολόκληρη φιλοσοφία: τίποτα δεν κρατιέται για πάντα, αλλά τίποτα δεν χάνεται ακριβώς όπως νομίζουμε. Αυτό που φεύγει αφήνει χώρο για αυτό που έρχεται.
Ίσως γι’ αυτό στεκόμαστε απέναντί της όταν έχουμε ανάγκη να ξεχάσουμε, να θυμηθούμε ή απλώς να υπάρξουμε χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσουμε τίποτα.
Το πρόσωπο που κοιτάζει τη θάλασσα δεν κοιτάζει μόνο τον ορίζοντα. Κοιτάζει όλα όσα άφησε πίσω του και όλα όσα ακόμη δεν γνωρίζει. Ο ορίζοντας είναι μια γραμμή παράξενη: δείχνει το τέλος του βλέμματος, αλλά ταυτόχρονα υπόσχεται κάτι πέρα από αυτό.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη γοητεία της θάλασσας. Δεν μας λέει πού να πάμε. Δεν μας υπόσχεται ότι απέναντι υπάρχει κάτι καλύτερο. Απλώς αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο.
Έτσι, κάποια στιγμή, το πρόσωπο και η θάλασσα παύουν να είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Το βλέμμα κοιτάζει τη θάλασσα κι η θάλασσα, μέσα από την κίνηση της στιγμής, μοιάζει να κοιτάζει το βλέμμα.
Και τότε καταλαβαίνουμε πως ίσως δεν πήγαμε στη θάλασσα για να κοιτάξουμε μακριά. Πήγαμε για να μπορέσουμε, επιτέλους, να κοιτάξουμε μέσα μας.


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου