Στο Παρίσι, οι πριγκίπισσες δεν κατεβαίνουν από άμαξες· κατεβαίνουν από προτάσεις που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ.
Μια γυναίκα περπατά στη Rue de l'Abreuvoir χωρίς να είναι βέβαιο αν έχει ξεκινήσει από κάπου ή αν απλώς συνεχίζει μια φράση που είχε μείνει ανοιχτή σε άλλο αιώνα. Την λένε πριγκίπισσα όχι γιατί της ανήκει η πόλη, αλλά γιατί η πόλη την αναγνωρίζει σαν εξαίρεση στους δικούς της κανόνες.
Ο Σηκουάνας δεν την αντανακλά σωστά· τη θυμάται με μικρές αποκλίσεις, σαν να μην μπορεί να συμφωνήσει με το πρόσωπό της. Κάθε γέφυρα που διασχίζει αλλάζει λίγο τη βαρύτητά της, σαν το Παρίσι να την ξαναγράφει διαρκώς σε διαφορετική γραμματική.
Και ο Πύργος του Άιφελ, εκείνος ο σιδερένιος ειρωνικός δείκτης, δεν δείχνει τον ουρανό· δείχνει εκείνη, κάθε φορά που περνά, σαν να είναι η μόνη σταθερή ασάφεια της πόλης.
Στο τέλος της μέρας, δεν ξέρεις αν είναι γυναίκα που περπάτησε στο Παρίσι ή το Παρίσι που την χρησιμοποίησε για να ονειρευτεί λίγο διαφορετικά τον εαυτό του.






















































































































