29/8/26

Συνάντηση με το πεπρωμένο.

 



Υπάρχουν συναντήσεις που δεν τις κανονίζουμε.

Έρχονται μόνες τους, την ώρα που πρέπει, με ανθρώπους που ίσως δεν γνωρίζαμε πως περιμέναμε.

Το πεπρωμένο δεν χτυπά πάντα την πόρτα. Μερικές φορές περνά δίπλα μας αθόρυβα και περιμένει να το αναγνωρίσουμε.

Κι εμείς, συχνά, το λέμε σύμπτωση.

Μια γνωριμία. Ένας δρόμος που πήραμε κατά λάθος. Ένα τηλεφώνημα. Μια απόφαση της τελευταίας στιγμής. Ένα «ναι» αντί για ένα «όχι». Μικρές στιγμές που, χωρίς να το ξέρουμε, αλλάζουν την κατεύθυνση ολόκληρης της ζωής.

Ίσως τελικά το πεπρωμένο να μην είναι αυτό που μας περιμένει κάπου μπροστά.

Ίσως να είναι εκείνο που συναντάμε κάθε φορά που τολμάμε να βαδίσουμε έξω από τον δρόμο που είχαμε χαράξει.

Και κάποιες φορές, η πιο σημαντική συνάντηση δεν είναι με έναν άνθρωπο.

Είναι με τον ίδιο μας τον εαυτό -εκείνον που θα μπορούσαμε να γίνουμε, αν είχαμε το θάρρος να ακολουθήσουμε τη ζωή όταν μας καλεί.

Η αντίθεση.

 



Η ζωή σπάνια αποκαλύπτεται μέσα από τα ίδια τα πράγματα. Την καταλαβαίνουμε κυρίως μέσα από τις αντιθέσεις τους.

Το φως αποκτά νόημα επειδή υπάρχει το σκοτάδι. Η σιωπή γίνεται αισθητή επειδή κάποτε υπήρξε θόρυβος. Η χαρά βαθαίνει όταν έχουμε γνωρίσει τη λύπη, και η παρουσία αποκτά την πραγματική της αξία όταν έχουμε βιώσει την απουσία.

Η αντίθεση δεν είναι απαραίτητα σύγκρουση. Είναι ένας τρόπος να βλέπουμε καθαρότερα. Όπως ένας πίνακας χρειάζεται τις σκιές του για να αναδείξει το φως, έτσι και η ζωή χρειάζεται τις σκοτεινές της πλευρές για να μας αποκαλύψει τις φωτεινές.

Ίσως γι’ αυτό οι πιο σημαντικές αλήθειες δεν βρίσκονται ποτέ στη μία πλευρά. Βρίσκονται ανάμεσα στις δύο.

Εκεί όπου το φως συναντά τη σκιά.

Εκεί όπου η απώλεια συναντά τη μνήμη.

Εκεί όπου το τέλος αφήνει χώρο για μια αρχή.

Γιατί πολλές φορές δεν είναι η αντίθεση που χωρίζει τα πράγματα.

Είναι αυτή που τα κάνει ορατά.

Το Σκιάδι της Κιμώλου.

 

Στην Κίμωλο υπάρχει ένα σημείο όπου η φύση μοιάζει να ξέχασε για λίγο τη γεωμετρία της. Εκεί, πάνω στο γυμνό κυκλαδίτικο τοπίο, στέκει το Σκιάδι· ένας βράχος αλλόκοτος και ταυτόχρονα απόλυτα φυσικός, σαν πέτρινο μανιτάρι που φύτρωσε μέσα από τη γη.

Το κοιτάζεις και στην αρχή αναρωτιέσαι ποιος το έφτιαξε. Έπειτα καταλαβαίνεις πως ο δημιουργός του δεν είχε χέρια, ούτε εργαλεία, ούτε σχέδιο. Ήταν ο άνεμος, η βροχή, ο ήλιος και ο χρόνος. Η αργή, επίμονη εργασία της φύσης.

Το Σκιάδι είναι ένα μάθημα για τη δύναμη του χρόνου. Δεν χρειάζεται ο χρόνος να γκρεμίζει για να δημιουργεί. Μπορεί να αφαιρεί, να φθείρει, να λειαίνει, να μεταμορφώνει. Και μέσα από αυτή την αφαίρεση να γεννά κάτι μοναδικό.

Ίσως γι’ αυτό το Σκιάδι να μοιάζει τόσο ανθρώπινο.

Κι εμείς αλλάζουμε με τον ίδιο τρόπο. Οι άνθρωποι που συναντήσαμε, οι απώλειες, οι χαρές, οι απογοητεύσεις, οι δρόμοι που πήραμε και εκείνοι που αφήσαμε πίσω, λειτουργούν πάνω μας όπως ο άνεμος πάνω στην πέτρα. Μας αφαιρούν κομμάτια. Μερικές φορές μας κάνουν να αισθανόμαστε μικρότεροι, πιο ευάλωτοι, λιγότερο συμπαγείς.

Κι όμως, μπορεί ακριβώς αυτή η φθορά να είναι που μας δίνει τη μορφή μας.

Το Σκιάδι δεν είναι όμορφο επειδή έμεινε ανέγγιχτο. Είναι όμορφο επειδή μεταμορφώθηκε.

Στέκει εκεί, πάνω από την Κίμωλο, χωρίς να αντιστέκεται στον άνεμο. Δεν πολεμά τον χρόνο. Τον αφήνει να κάνει τη δουλειά του. Και ίσως αυτή να είναι μια από τις πιο δύσκολες μορφές σοφίας: να γνωρίζεις πότε πρέπει να κρατηθείς και πότε πρέπει να αφήσεις κάτι να φύγει.

Κάτω από το μεγάλο πέτρινο καπέλο του, η σκιά είναι μικρή. Μα η σκέψη που γεννά είναι μεγάλη.

Γιατί το Σκιάδι μας θυμίζει πως δεν μας διαμορφώνουν μόνο όσα προσθέσαμε στη ζωή μας, αλλά και όσα ο χρόνος αφαίρεσε από πάνω μας.

Και ίσως, τελικά, να είμαστε όλοι λίγο σαν εκείνο.

Πέτρες που ταξιδεύουν μέσα στον χρόνο, ώσπου κάποτε να αποκτήσουν τη δική τους μορφή.

28/8/26

Η τελευταία πανσέληνος του καλοκαιριού.


Η τελευταία πανσέληνος του καλοκαιριού έχει έναν τρόπο να κάνει τη νύχτα πιο αργή. Ίσως επειδή έρχεται όταν το καλοκαίρι αρχίζει σιγά σιγά να απομακρύνεται. Οι νύχτες μεγαλώνουν, η θάλασσα ησυχάζει και το φως της ημέρας μοιάζει να κρατά λίγο λιγότερο. Κι εκείνη, ολόγιομη, στέκεται στον ουρανό σαν να θέλει να καθυστερήσει την αναχώρηση.

Το φως της απλώνεται πάνω στις στέγες, στους δρόμους, στη θάλασσα και στα πρόσωπα, αφήνοντας τα πάντα λίγο πιο εκτεθειμένα και ταυτόχρονα πιο μυστηριακά. Δεν υπάρχει πια το απόλυτο σκοτάδι· υπάρχει μόνο μια απαλή σκιά γύρω από όσα η πανσέληνος επιλέγει να φωτίσει.

Ίσως γι’ αυτό οι νύχτες της πανσελήνου μοιάζουν πιο ερωτικές. Όχι επειδή υπόσχονται κάτι, αλλά επειδή δημιουργούν χώρο για την επιθυμία. Για ένα βλέμμα που διαρκεί λίγο περισσότερο, για μια σιωπή που δεν χρειάζεται εξήγηση, για την αίσθηση ότι δύο άνθρωποι μπορούν να βρεθούν κοντά χωρίς να χρειάζεται να πουν πολλά.

Το φεγγάρι δεν αγγίζει τίποτα. Κι όμως, όλα μοιάζουν να το αισθάνονται.

Η θάλασσα το σκορπά σε χιλιάδες ασημένιες αντανακλάσεις. Ένα αρμυρίκι τις κρατά για λίγο στα κλαδιά του, σαν να υφαίνει φως. Μια αιώρα κρέμεται ανάμεσα στον ουρανό και στο νερό, λες και αιωρείται πάνω στις ίδιες αυτές αντανακλάσεις. Τρεις γυναίκες κολυμπούν στο ασημένιο νερό και για λίγο μοιάζουν να ανήκουν περισσότερο στη νύχτα παρά στη γη. Τα σώματα, τα κύματα και το φως μπερδεύονται μεταξύ τους, ώσπου όλα γίνονται μια αντανάκλαση της ίδιας στιγμής.

Μια στιγμή που δεν ζητά να κρατηθεί. Μόνο να κοιταχτεί.

Και κάπου μέσα σε αυτή τη σιωπηλή λάμψη, ο έρωτας παύει να είναι υπόσχεση και γίνεται απλώς παρουσία.

Μια ματιά.

Μια ανάσα.

Μια απόσταση που μικραίνει.

Μικραίνει σε απόσταση αναπνοής κι όμως γενά την αίσθηση του αποχαιρετισμού.

Γιατί αυτή δεν είναι απλώς μια πανσέληνος. Είναι η τελευταία πανσέληνος του καλοκαιριού. Ένα ολόγιομο φεγγάρι που μοιάζει να ξέρει πως οι μεγάλες νύχτες, τα ξενύχτια, η θάλασσα, το αλάτι στο δέρμα και οι στιγμές που δεν μετρήθηκαν σε ώρες, αλλά σε αισθήσεις, αρχίζουν να γίνονται παρελθόν.

Κι όμως, δεν υπάρχει θλίψη.

Το φως της απλώνεται στη θάλασσα, μπλέκεται στα αρμυρίκια, περνά μέσα από τα φύλλα και φτάνει μέχρι την αιώρα που λικνίζεται αργά. Σαν να θέλει να κρατήσει λίγο ακόμη όλα εκείνα που σε λίγες μέρες θα αρχίσουν να μας λείπουν.

Η τελευταία πανσέληνος του καλοκαιριού δεν λέει αντίο.

Δεν χρειάζεται.

Απλώς αφήνει λίγο περισσότερο φως πάνω στα πράγματα που θα μας λείψουν.

Στη θάλασσα.

Στη ζεστασιά.

Στις νύχτες που δεν τελείωναν εύκολα.

Στα βλέμματα που κράτησαν λίγο περισσότερο.

Στις σιωπές που είπαν περισσότερα από τις λέξεις.

Η πανσέληνος δεν δημιουργεί τον έρωτα.

Απλώς αντανακλά, για μια τελευταία καλοκαιρινή νύχτα, αυτό που ήδη κρυβόταν στο σκοτάδι.

Και όταν το φεγγάρι αρχίσει πάλι να μικραίνει, το καλοκαίρι θα έχει σχεδόν φύγει.

Όμως ό,τι φωτίστηκε αυτή τη νύχτα θα μείνει λίγο ακόμη μέσα μας.

Γιατί η τελευταία πανσέληνος του καλοκαιριού δεν είναι το τέλος του καλοκαιριού.

Είναι η ανάμνησή του, πριν ακόμη γίνει ανάμνηση.



27/8/26

Παράθυρο...

 

Το παράθυρο δεν είναι απλώς ένα άνοιγμα στον τοίχο. Είναι ένα όριο ανάμεσα σε δύο κόσμους: σε εκείνον που κατοικούμε και σε εκείνον που κοιτάζουμε.

Από το ίδιο παράθυρο, δύο άνθρωποι μπορεί να δουν διαφορετικά πράγματα. Ο ένας το παρελθόν, ο άλλος το μέλλον. Ο ένας το τέλος μιας ημέρας, ο άλλος την αρχή μιας καινούργιας.

Υπάρχουν παράθυρα που βλέπουν σε δρόμους, σε θάλασσες, σε βουνά, σε μνημεία. Υπάρχουν όμως και εκείνα που ανοίγουν προς τα μέσα. Αυτά είναι τα δυσκολότερα. Γιατί πίσω από το τζάμι τους δεν υπάρχει τοπίο, αλλά ο ίδιος μας ο εαυτός.

Ίσως γι’ αυτό στεκόμαστε συχνά μπροστά σε ένα παράθυρο χωρίς να κοιτάζουμε πραγματικά έξω. Αναζητούμε μέσα στην απόσταση κάτι που μας λείπει. Μια άλλη ζωή, μια ανάμνηση, έναν άνθρωπο, μια πιθανότητα.

Και τότε καταλαβαίνουμε πως το παράθυρο δεν μας δείχνει μόνο τον κόσμο. Μας δείχνει και τον τρόπο με τον οποίο τον βλέπουμε.

Το Φεγγάρι.

 

Το φεγγάρι είναι ίσως το πιο παράξενο πράγμα που κοιτάζει ο άνθρωπος χωρίς να θέλει να το αποκτήσει. Βρίσκεται εκεί, μακριά, σιωπηλό, και κάθε βράδυ μοιάζει να μας θυμίζει πως δεν είναι όλα στη ζωή φτιαγμένα για να τα αγγίζουμε.

Από τότε που υπάρχει άνθρωπος, το φεγγάρι έγινε σύντροφος της μοναξιάς, μάρτυρας των ερωτευμένων, οδηγός των ταξιδιωτών και καταφύγιο των ονειροπόλων. Το ίδιο φεγγάρι που κάποτε έβλεπε έναν αρχαίο άνθρωπο να φοβάται το σκοτάδι, σήμερα φωτίζει τις ίδιες περίπου σιωπές μας.

Κι όμως, το φεγγάρι δεν αλλάζει. Εμείς αλλάζουμε απέναντί του.

Άλλο φεγγάρι βλέπει ο ερωτευμένος, άλλο ο μοναχικός, άλλο εκείνος που αποχαιρετά και άλλο εκείνος που περιμένει. Δεν βρίσκεται η διαφορά στον ουρανό, αλλά μέσα μας. Το φως του γίνεται καθρέφτης της δικής μας διάθεσης.

Ίσως γι’ αυτό το φεγγάρι έχει κάτι που δεν έχουν τα φώτα της πόλης. Δεν προσπαθεί να νικήσει το σκοτάδι. Απλώς υπάρχει μέσα του.

Και μας θυμίζει μια απλή αλήθεια: δεν χρειάζεται να φωτίζουμε τα πάντα για να μη χαθούμε. Αρκεί μερικές φορές ένα μικρό φως, ψηλά, μακριά μας, για να συνεχίσουμε τον δρόμο.

Αναμονή.


Η αναμονή είναι ένας παράξενος τόπος.

Δεν είναι ούτε εδώ, ούτε εκεί. Είναι το διάστημα ανάμεσα σε αυτό που τελείωσε και σε αυτό που ακόμη δεν ήρθε.

Περιμένουμε ένα μήνυμα, έναν άνθρωπο, μια απάντηση, μια αλλαγή. Κι όσο περιμένουμε, ο χρόνος μοιάζει να βαραίνει περισσότερο.

Ίσως όμως η αναμονή να μην είναι χαμένος χρόνος. Ίσως να είναι ο τρόπος της ζωής να μας μάθει πως δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα τη στιγμή που τα θέλουμε.

Γιατί κάποια πράγματα χρειάζονται χρόνο για να έρθουν.

Και κάποια άλλα χρειάζονται χρόνο για να καταλάβουμε ότι δεν αξίζει να τα περιμένουμε.

Κι όμως, αυτά που αξίζουν θέλουν αναμονή.

Δεν έρχονται πάντα όταν τα ζητάς, ούτε όταν τα χρειάζεσαι περισσότερο. Έρχονται όταν ωριμάσουν οι συνθήκες, όταν συναντηθούν οι δρόμοι, όταν η ζωή αποφασίσει πως ήρθε η στιγμή.

Τα εύκολα έρχονται γρήγορα.

Τα σημαντικά αργούν.

Ίσως γιατί ό,τι αξίζει πραγματικά δεν φτιάχνεται σε μια στιγμή. Χτίζεται αργά, μέσα στην υπομονή, στην επιμονή και στην πίστη πως πίσω από τη σιωπή κάτι ετοιμάζεται.

Γι’ αυτό μην φοβάσαι την αναμονή.

Κάποια από τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή δεν άργησαν.

Απλώς περίμεναν να έρθουν στην ώρα τους.

Όραμα.

 

Το όραμα αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η συνήθεια. Είναι η ικανότητα του ανθρώπου να κοιτάζει πέρα από αυτό που υπάρχει και να διακρίνει αυτό που θα μπορούσε να υπάρξει.

Ζούμε μέσα σε μια πραγματικότητα που συχνά μας επιβάλλει τα όριά της. Η καθημερινότητα, οι ανάγκες, οι φόβοι και οι απογοητεύσεις μάς μαθαίνουν να σκεφτόμαστε με βάση το εφικτό. Κι όμως, οι μεγαλύτερες αλλαγές στην ιστορία ξεκίνησαν από ανθρώπους που πρώτα τόλμησαν να φανταστούν κάτι διαφορετικό. Πριν γίνει πράξη, κάθε μεγάλη ιδέα υπήρξε κάποτε μια εικόνα στο μυαλό κάποιου ανθρώπου.

Το όραμα δεν είναι απλώς ένα όνειρο. Το όνειρο μπορεί να παραμένει στην περιοχή της επιθυμίας. Το όραμα, αντίθετα, ζητά κατεύθυνση. Μετατρέπει την επιθυμία σε σκοπό και τον σκοπό σε προσπάθεια. Δεν υπόσχεται ότι ο δρόμος θα είναι εύκολος· προσφέρει όμως έναν λόγο για να τον διανύσεις.

Ίσως γι’ αυτό οι άνθρωποι χωρίς όραμα φοβούνται περισσότερο το άγνωστο. Βλέπουν μέσα του μόνο κίνδυνο. Εκείνος που έχει όραμα βλέπει και πιθανότητες. Δεν γνωρίζει απαραίτητα πού ακριβώς θα φτάσει, αλλά γνωρίζει προς τα πού θέλει να κινηθεί.

Και το όραμα δεν αφορά μόνο τις μεγάλες κοινωνικές ή ιστορικές αλλαγές. Υπάρχει και στην προσωπική ζωή. Είναι η απόφαση να μη δεχτούμε ως τελικό αυτό που σήμερα μας περιορίζει. Να πιστέψουμε ότι μπορούμε να γίνουμε διαφορετικοί, να δημιουργήσουμε κάτι νέο, να αφήσουμε πίσω μας έναν κόσμο λίγο καλύτερο από εκείνον που παραλάβαμε.

Κάθε εποχή έχει ανάγκη από ανθρώπους που δεν κοιτούν μόνο τι χάθηκε, αλλά και τι μπορεί να δημιουργηθεί. Γιατί η πρόοδος δεν γεννιέται από την προσκόλληση στο παρόν, αλλά από την τόλμη να σχεδιάσουμε το μέλλον.

Το όραμα είναι, τελικά, ένα βλέμμα στραμμένο προς το αύριο. Και ίσως η μεγαλύτερη δύναμή του βρίσκεται ακριβώς εκεί: στο ότι μας πείθει να αρχίσουμε να χτίζουμε σήμερα κάτι που ακόμη δεν μπορούμε να δούμε.

Δρόμοι τέχνης και επικοινωνίας.

 

Ο άνθρωπος επικοινωνεί από τότε που απέκτησε την ανάγκη να μοιραστεί με κάποιον άλλον αυτό που αισθάνεται, σκέφτεται ή ονειρεύεται. Πριν ακόμη υπάρξουν οι λέξεις, υπήρχαν οι χειρονομίες, τα βλέμματα, οι ήχοι, τα σημάδια στους βράχους. Κάπου εκεί γεννήθηκε και η τέχνη. Ίσως, στην πιο βαθιά της ουσία, η τέχνη να ήταν από την αρχή μια μορφή επικοινωνίας.

Ένας ζωγραφικός πίνακας, μια μουσική σύνθεση, ένα ποίημα ή ένα γλυπτό δεν μεταφέρουν απλώς ένα μήνυμα. Δημιουργούν έναν χώρο συνάντησης. Ο δημιουργός αφήνει μέσα στο έργο ένα κομμάτι από τον εσωτερικό του κόσμο και ο θεατής, ο ακροατής ή ο αναγνώστης το συναντά μέσα από τη δική του εμπειρία. Γι’ αυτό και το ίδιο έργο μπορεί να σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους. Η τέχνη δεν επιβάλλει πάντοτε μια απάντηση· ανοίγει ένα ερώτημα.

Η επικοινωνία, όμως, δεν είναι πάντοτε εύκολη. Οι λέξεις μπορούν να γεφυρώσουν αποστάσεις, μπορούν όμως και να δημιουργήσουν καινούργιες. Μπορούμε να μιλάμε πολύ και να μη λέμε τίποτα ουσιαστικό. Μπορούμε να ακούμε μια φωνή και να μην ακούμε τον άνθρωπο που βρίσκεται πίσω από αυτήν. Στον σύγχρονο κόσμο, όπου η επικοινωνία έγινε γρηγορότερη από ποτέ, δεν είναι βέβαιο ότι έγινε και βαθύτερη.

Ίσως γι’ αυτό επιστρέφουμε στην τέχνη. Επειδή γνωρίζει να μιλά χωρίς να φωνάζει. Μια μελωδία μπορεί να μεταφέρει μια νοσταλγία που δεν χωρά σε μια πρόταση. Μια φωτογραφία μπορεί να αποκαλύψει μια ολόκληρη εποχή. Ένα ποίημα μπορεί να δώσει μορφή σε ένα συναίσθημα που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν ακαθόριστο.

Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμη πιο σημαντικό: η τέχνη δεν επικοινωνεί μόνο από τον δημιουργό προς τον αποδέκτη. Δημιουργεί διάλογο. Κάθε άνθρωπος που κοιτάζει ένα έργο το συμπληρώνει με τη δική του μνήμη, τις δικές του απώλειες, τις δικές του χαρές και προσδοκίες. Έτσι, το έργο αποκτά μια δεύτερη ζωή μέσα στον άνθρωπο που το συναντά.

Οι δρόμοι της τέχνης είναι επομένως δρόμοι επικοινωνίας, αλλά όχι ευθείες λεωφόροι. Είναι δρόμοι γεμάτοι στροφές, σιωπές και διαφορετικές διαδρομές. Άλλοτε οδηγούν προς τους άλλους και άλλοτε προς τον εαυτό μας.

Και ίσως εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη δύναμή τους. Γιατί πραγματική επικοινωνία δεν είναι απλώς να μεταφέρεις κάτι που σκέφτεσαι. Είναι να καταφέρεις να αγγίξεις κάτι μέσα στον άλλον. Η τέχνη το γνωρίζει αυτό εδώ και χιλιάδες χρόνια. Γι’ αυτό επιμένει να μιλά, ακόμη κι όταν εμείς έχουμε ξεχάσει να ακούμε.

Μουσείο Τηλεπικοινωνιών, Νέα Κηφισιά.




















 




















 

Οι παλιές διαφημίσεις.

Οι παλιές διαφημίσεις στις εφημερίδες ήταν μικρές ιστορίες μιας άλλης ζωής.

Όταν οι δραχμές είχαν ακόμη αντίκρισμα, μια τιμή μπορούσε να μοιάζει με υπόσχεση.

Και κάπως έτσι, μια κιτρινισμένη σελίδα γίνεται σήμερα παράθυρο στα χρόνια που έφυγαν.

Διαπλάθοντας.

 

Η διάπλαση είναι περίεργη υπόθεση.

Νομίζουμε ότι διαπλάθουμε τα παιδιά με συμβουλές.

Εκείνα, όμως, μας κοιτούν και κρατούν σημειώσεις.

Χωρίς τετράδιο.

Χωρίς να ρωτήσουν.

Και κάποια στιγμή μεγαλώνουν…

και μας επιστρέφουν, με τόκο, ό,τι τους μάθαμε χωρίς να το καταλάβουμε.

Η μιμητική τέχνη των παιδιών...



Τα παιδιά βλέπουν τα πάντα.
Και καταγράφουν τα πάντα.

Τον τρόπο που αγαπάς, που αγγίζεις, που φλερτάρεις, που σέβεσαι ή δεν σέβεσαι τα όρια.

Δεν χρειάζεται να τους εξηγήσεις πολλά.

Σε αντιγράφουν.

Και μετά μεγαλώνουν.

Κάποτε θα καταλάβεις ότι δεν τους έδωσες μόνο συμβουλές για τις σχέσεις.

Τους έδειξες το παράδειγμά σου.

Τα παιδιά έχουν μια «κάμερα» που δεν σβήνει ποτέ.

Και ό,τι καταγράφεται,  εύκολα αντιγράφεται.