16/11/09

Κούνεβα και Πολυτεχνείο...

Η συγκάλυψη της συγκλονιστικής υπόθεσης δεν θα τιμούσε τα ιδανικά του...
Του Γρηγόρη Καλφέλη.
Κάποτε ο Ανατόλ Φρανς έλεγε ότι η ουτοπία αποτελεί την αρχή για ένα καλύτερο μέλλον.
Αν λοιπόν το Πολυτεχνείο ήταν η ουτοπία για μια δικαιότερη κοινωνία, τότε η βδελυρή συγκάλυψη της απόπειρας δολοφονίας της Κωνσταντίνας Κούνεβα θα ήταν ένα όνειδος για τα ιδανικά αυτών των παιδιών που το 1973 αντιστάθηκαν σε μια άλλη στρατιωτική βαρβαρότητα! Σε αυτό το κείμενο, που είναι αφιερωμένο στους ανώνυμους ήρωες της μεγάλης εξέγερσης κατά της χούντας, θα ανιχνεύσω επιλεκτικά κάποια κομμάτια από την προαναφερόμενη σκοτεινή ιστορία, η οποία θυμίζει Λαμπράκη και παρακρατικές οργανώσεις τύπου «καρφίτσα» και όχι ένα σύγχρονο κράτος δικαίου. Και θα αρχίσω κάπως αντίστροφα από χρονική άποψη.
Πριν από μερικές ημέρες η Κωνσταντίνα Κούνεβα δίνει μια συγκλονιστική συνέντευξη από το νοσοκομείο. Είναι σχεδόν σακατεμένη από το βιτριόλι που της έριξαν (δεν βλέπει καλά, μιλάει με τραχειοτομή και καταπίνει στοιχειωδώς γιατί ο οισοφάγος της έχει καεί)! Και όμως, αυτή η γυναίκα βγάζει το μεγαλειώδες αίσθημα του λιθοβολημένου που δεν ζητάει εκδίκηση και λέει ότι δεν νιώθει μίσος ούτε για τον άνθρωπο του υποκόσμου που την έφερε σε αυτά τα χάλια. Ταυτόχρονα, αντί για το βιτριόλι της εκδίκησης, στέλνει το «οξύ της αγάπης» σε όλο τον κόσμο και με τη στάση της θυμίζει ουσιαστικά την περίφημη φράση του Κάρολου Μαρξ, ότι η αγάπη ανταλλάσσεται μόνο με αγάπη! Και ίσως με όλα αυτά θα έλεγε κανείς ότι θα άξιζε πράγματι να είναι μια Ελληνίδα, αν λάβουμε υπόψη αυτό που έλεγε παλαιότερα ο Ισοκράτης, δηλαδή ότι Έλληνες είναι «οι της ημετέρας παιδεύσεως μετέχοντες» (και όχι απλώς αυτοί που γεννήθηκαν στην Ελλάδα, όπως θέλει η σύγχρονη συντηρητική εκδοχή).
Ας εξετάσουμε όμως αυτή την περίεργη ιστορία από την αρχή.
Τα πραγματικά γεγονότα είναι γνωστά, αλλά κάθε φορά που τα διηγείται κανείς ανατριχιάζει με την αγριότητά τους. Στις 23 Δεκεμβρίου 2008 η Κωνσταντίνα Κούνεβα καθώς γύριζε από τη δουλειά στο σπίτι δέχεται από αγνώστους δολοφονική επίθεση με βιτριόλι που της προκαλεί ανεπανόρθωτες ζημιές σε πολλά ζωτικά όργανα του σώματός της! Γιατί έγινε αυτό; Γιατί η Κούνεβα ως συνδικαλίστρια στρεφόταν κατά του επαίσχυντου καθεστώτος των εργολαβιών. Όσοι εργάζονται σε δημόσιους οργανισμούς ή σε πανεπιστήμια γνωρίζουν καλά πώς λειτουργεί αυτή η μεσαιωνική φάμπρικα: ο εργολάβος δίνει όλο το πακέτο φθηνότερα στους ενδιαφερόμενους για να πάρει τη δουλειά και από εκεί και πέρα κάνει ό,τι θέλει, δηλαδή δίνει μικρότερους μισθούς στους εργαζόμενους σε σχέση με αυτά που υποσχέθηκε με τη σύμβαση, δεν πληρώνει υπερωρίες, απολύει ή μεταθέτει ανεξέλεγκτα κ.λπ.
Και αντί η αστυνομική και δικαστική έρευνα να στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση για να βρει τους αυτουργούς, επί έναν χρόνο (αφελώς;) μετά τη δολοφονική απόπειρα δεν έγινε τίποτα γιατί οι αναζητήσεις επικεντρώνονταν είτε στο (ερωτικό!) παρελθόν της Κωνσταντίνας είτε στις (ανύπαρκτες) σχέσεις της με τη βουλγαρική μαφία!
Σε αυτό το κλίμα, η Διεθνής Αμνηστία ζητάει μια σοβαρή νομική διερεύνηση (Greece: Ιnvestigate the attack of Τrade Union Leader) και οι συνήγοροι του θύματος καταγγέλλουν αυτή την απραξία των αρμόδιων αρχών (16-6-2009)! Και είναι προς τιμήν της ελληνικής Δικαιοσύνης ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών μόλις προχθές έλυσε τη διαφωνία ανακριτή και εισαγγελέα- κατά το άρθρο 307 του ΚΠΔ- και αποφάσισε τη συνέχιση των ερευνών, γιατί θα ήταν ντροπή για τη δημοκρατία μας να κλείνουμε αδιάφορα τα μάτια μας απέναντι σε μια άγρια απόπειρα δολοφονίας!
Τέλος, με αυτή τη συνέντευξη η Κούνεβα στέλνει και ένα αποστομωτικό («καντιανό») μήνυμα ειρήνης κατά της αισχρής βίας των κουκουλοφόρων που δήθεν την υπερασπίζονται: ό,τι δεν μπορείς να φτιάξεις σε αυτό τον κόσμο- λέει- δεν πρέπει να το καταστρέφεις! Απέναντι στη βία πρέπει να αντιπαραθέτουμε τον λόγο! Ποιο είναι το συμπέρασμα; Η συγκάλυψη της απόπειρας δολοφονίας της Κωνσταντίνας Κούνεβα θα ήταν εξωφρενικά αντίθετη με τα ιδανικά και τις αξίες των παιδιών του Πολυτεχνείου, που πάλεψαν για μια καλύτερη Ελλάδα!
*Ο Γρηγόρης Καλφέλης είναι καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ

Το Πολυτεχνείο αντέχει στην λαϊκή μνήμη.



Η ΛΑΜΨΗ ΤΗΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΟΤΙΝΗ!
ΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΣΥΝΕΧΙΖΕΙ ΝΑ ΦΩΤΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ!

Λιμνοθάλασσα αυθαιρεσιών στο Μεσολόγγι ...

Τα μυστικά της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου έφερε στο φως έκθεση του Σώματος Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης, δηλαδή το όργιο καταπατήσεων και αυθαιρέτων κτισμάτων με τη συνέργεια και την ανοχή κρατικών υπαλλήλων, δήμων και... φυσιολατρικών συλλόγων. Η συντριπτική πλειονότητα των αυθαιρέτων σε προστατευόμενες περιοχές είχαν δηλωθεί ως «πελάδες» -παραδοσιακοί οικίσκοι ψαράδων- αλλά στην πραγματικότητα αποτελούν παραθεριστικές κατοικίες δημοσίων υπαλλήλων.

Η έκθεση του Σώματος Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης αποκαλύπτει ένα γαϊτανάκι ευθυνών για τις πολεοδομικές αυθαιρεσίες στη λιμνοθάλασσα, στο οποίο εμπλέκονται εκτός από την τοπική Κτηματική Υπηρεσία, οι Δήμοι Μεσολογγίου και Οινιαδών, η ΔΕΗ Αγρινίου, η Δημοτική Επιχείρηση Υδρευσης - Αποχέτευσης Μεσολογγίου, η πολεοδομία της Νομαρχίας Αιτωλοακαρνανίας και η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος.
Η συστηματική καταπάτηση τμημάτων των προστατευόμενων περιοχών Λούρου, Διονίου Ρεμπακίων Αιτωλικού και της νήσου Τουρλίδας για την ανέγερση κατοικιών ξεκίνησε ήδη από τις δεκαετίες του ’70 και του ’80. Η τοπική ιδιαιτερότητα της αυθαιρεσίας είναι ότι τα παράνομα κτίσματα ακολουθούν ορισμένα αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά των «πελάδων», δηλαδή των παραδοσιακών πασαλόπηκτων κατοικιών που κάποτε χρησιμοποιούσαν οι αλιείς της περιοχής. Με τον τρόπο αυτό, οι καταπατητές προσπαθούν να καλύψουν την παρανομία, μόνο που, όπως αποδείχθηκε, οι περισσότεροι καταπατητές δεν είναι αλιείς, αλλά... δημόσιοι υπάλληλοι σε υπηρεσίες του νομού!
Ανοχή στην παρανομία.
Η πολιτεία δεν είναι άμοιρη ευθυνών, καθώς όχι μόνο ανεχόταν, αλλά για ένα μεγάλο διάστημα αναγνώριζε την παρανομία. Τις ευθύνες της, όπως και όλων των εμπλεκομένων φορέων, αποκαλύπτει και η τελευταία έκθεση του Σώματος Επιθεωρητών Δημόσιας Διοίκησης (αρ. 541/Α/2009, που ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο) και παρουσιάζει η εφημερίδα «Καθημερινή».
Σύμφωνα με την έκθεση, η Κτηματική Υπηρεσία Δημοσίου –ως αρμόδια για τα δημόσια κτήματα– μέχρι το 1990 εκμίσθωνε σε ντόπιους τα αυθαίρετα που είχαν ανεγερθεί σε δημόσιες εκτάσεις στην Τουρλίδα και στη νήσο Τουρλίδας. Τα ιδιωτικά συμφωνητικά χρησιμοποιήθηκαν στη συνέχεια, προκειμένου να στοιχειοθετηθούν... δικαιώματα των αυθαιρετούντων στις εκτάσεις. Κατόπιν η Κτηματική Υπηρεσία μεσολαβούσε στη ΔΕΗ Μεσολογγίου και στη Δημοτική Επιχείρηση Υδρευσης - Αποχέτευσης Μεσολογγίου για την ηλεκτροδότηση και την υδροδότηση αντίστοιχα των αυθαιρέτων.
Η ανοχή και η συνεργασία της πολιτείας με τους καταπατητές, όπως ήταν επόμενο, «άνοιξε την όρεξη» σε ακόμη περισσότερους. Σχετική παλαιότερη μελέτη καταγράφει 46 αυθαίρετα στην Τουρλίδα, 118 στο νησί Τουρλίδας, 190 στο Λούρο και 143 στο Διόνι. Ο πραγματικός αριθμός, όμως, σημειώνει η έκθεση, είναι πολλαπλάσιος.
«Η συντριπτική πλειοψηφία των αυθαιρέτων κτισμάτων που βρίσκονται στις προστατευόμενες περιοχές σε Τουρλίδα, νησί Τουρλίδας και Λούρο είναι παραθεριστικές κατοικίες ιδιωτών και όχι παραδοσιακοί ξύλινοι οικίσκοι «πελάδων», που χρησιμοποιούνται από αλιείς», σημειώνουν οι επιθεωρητές. «Στις εν λόγω περιοχές λειτουργούν δύο φυσιολατρικοί σύλλογοι, μέλη των οποίων έχουν καταπατήσει δημόσια γη και είναι κάτοχοι αυθαιρέτων. Από στοιχεία που συνέλεξε η Κτηματική Υπηρεσία, που αφορούν 64 κατόχους αυθαιρέτων κτισμάτων, προκύπτει ότι οι 42 εξ αυτών είναι εν ενεργεία υπάλληλοι δημοσίων υπηρεσιών του νομού».
Αμέλεια;
Τα τελευταία χρόνια, η Κτηματική Υπηρεσία επικαλείται διάφορες δυσκολίες στην αποτύπωση των αυθαιρεσιών, όπως την περίφραξη των καταπατημένων εκτάσεων και τη... φύλαξή τους από σκύλους. Την ίδια στιγμή, όπως προκύπτει από την έκθεση των επιθεωρητών, η Υπηρεσία επεδείκνυε ιδιαίτερη καθυστέρηση ή αμέλεια στην άσκηση των καθηκόντων της. Φωτεινή εξαίρεση, σύμφωνα με την έκθεση, ήταν ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας (Κ. Υ.) Αιτωλοακαρνανίας τα έτη 2006-2007 (κ. Δημ. Ντάουλας), που ζήτησε την ποινική δίωξη 528 καταπατητών δημοσίων εκτάσεων. Το 2008 η δράση του κ. Ντάουλα του κόστισε τη μετακίνησή του από το υπουργείο Οικονομικών στη ΔΟΥ Αγρινίου (όπως και η αντίστοιχη δράση της οικονομικής επιθεωρήτριας κ. Μαρίας Γεωργακοπούλου οδήγησε στο να της αφαιρεθεί η αρμοδιότητα της περιοχής)...
Καταπέλτης για τον πρόεδρο!
Σύμφωνα με την έκθεση του Σώματος Επιθεωρητών, ο κ. Γιώργος Δάλλας, πρόεδρος της Κτηματικής Υπηρεσίας Αιτωλοακαρνανίας, δεν επέδειξε τον ίδιο ζήλο με τον προκάτοχό του στα φαινόμενα καταπατήσεων και χρήσης αυθαιρέτων. «Κατά το έτος 2008, η Κ. Υ. δεν συνέχισε με τον ίδιο ρυθμό τη λήψη κατασταλτικών μέτρων. Το 2008 εκδόθηκε μόνο ένα πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής», αναφέρεται χαρακτηριστικά.
«Ο νέος προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας (...) είχε λάβει απροσχημάτιστα το μέρος των καταπατητών της περιοχής. Ο γενικός επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης ζήτησε από τον υπουργό Οικονομίας την αντικατάσταση του εν λόγω προϊσταμένου και παράλληλα την πειθαρχική του δίωξη για παράβαση καθήκοντος και παρέπεμψε την υπόθεση στον αρμόδιο εισαγγελέα Πλημμελειοδικών», αναφέρεται στην προηγούμενη ετήσια έκθεση για το ίδιο θέμα.
Ο προϊστάμενος της Κ. Υ. κ. Γ. Δάλλας, μετά την άσκηση πειθαρχικών και ποινικών διώξεων εις βάρος του κατέθεσε μήνυση εναντίον του Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης κ. Ρακιντζή, του προέδρου του Συλλόγου Προστασίας Περιβάλλοντος Νεοχωρίου κ. Ναπολέοντα Παπαδάτου, που έχει αναδείξει τις αυθαιρεσίες με πλήθος καταγγελιών και της οικονομικής επιθεωρήτριας Δυτικής Ελλάδας κ. Μαρίας Γεωργακοπούλου.

Η «επίσημη» λίστα με τους νεκρούς της εξέγερσης του Νοέμβρη του ’74:

1. Σπυρίδων Κοντομάρης του Αναστασίου, 57 ετών, δικηγόρος (πρώην βουλευτής Κερκύρας της Ενωσης Κέντρου), στις 16.11.1973, στη διασταύρωση των οδών Γεωργίου Σταύρου & Σταδίου.
2. Διομήδης Κομνηνός του Ιωάννη, 17 ετών, μαθητής, κάτοικος Λευκάδος 7, Αθήνα. Στις 16.11.1973, στη διασταύρωση των οδών Αβέρωφ & Μάρνη.
3. Σωκράτης Μιχαήλ, 57 ετών, εμπειρογνώμων ασφαλιστικής εταιρείας, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Στις 16.11.1973, μεταξύ των οδών Μπουμπουλίνας και Σόλωνος.
4. Toril Margrethe Engeland του Per Reidar, 22 ετών, φοιτήτρια από το Mόλντε της Νορβηγίας. Στις 16.11.1973.
5. Βασίλειος Φάμελλος του Παναγιώτη, 26 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από τον Πύργο Ηλείας, κάτοικος Κάσου 1, Κυψέλη, Αθήνα. Στις 16.11.1973.
6. Γεώργιος Σαμούρης του Ανδρέα, 22 ετών, φοιτητής Παντείου, από την Πάτρα, κάτοικος πλατείας Κουντουριώτου 7, Κουκάκι. Στις 16.11.1973 Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων.
7. Δημήτριος Κυριακόπουλος του Αντωνίου, 35 ετών, οικοδόμος, κάτοικος Περιστερίου Αττικής. Στις 16.11.1973 στην περιοχή του Πολυτεχνείου.
8. Σπύρος Μαρίνος του Διονυσίου, επονομαζόμενος Γεωργαράς, 31 ετών, ιδιωτικός υπάλληλος, από την Εξωχώρα Ζακύνθου. Στις 16.11.1973, στην περιοχή του Πολυτεχνείου.
9. Νικόλαος Μαρκούλης του Πέτρου, 24 ετών, εργάτης, από το Παρθένι Θεσσαλονίκης, κάτοικος Χρηστομάνου 67, Σεπόλια στις 17.11.1973, ενώ βάδιζε στην πλατεία Βάθης.
10. Αικατερίνη Αργυροπούλου 76 ετών, κάτοικος Κέννεντυ και Καλύμνου, Αγιοι Ανάργυροι Αττικής. Στις 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού της.
11. Στυλιανός Καραγεώργης του Αγαμέμνονος, 19 ετών, οικοδόμος, κάτοικος Μιαούλη 38, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 17.11.1973, στην οδό Πατησίων.
12. Μάρκος Καραμανής του Δημητρίου, 23 ετών, ηλεκτρολόγος, από τον Πειραιά, κάτοικος Αιγάλεω. Στις 17.11.1973, ενώ βρισκόταν σε ταράτσα επί της πλατείας Αιγύπτου 1.
13. Αλέξανδρος Σπαρτίδης του Ευστρατίου, 16 ετών, μαθητής, από τον Πειραιά, κάτοικος Αγίας Λαύρας 80, Αθήνα. Στις 17.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση Πατησίων και Κότσικα.
14. Δημήτριος Παπαϊωάννου, 60 ετών, διευθυντής ταμείου αλευροβιομηχάνων, κάτοικος Αριστομένους 105, Αθήνα. Στις 17.11.1973,στην πλατεία Ομονοίας.
15. Γεώργιος Γεριτσίδης του Αλεξάνδρου, 47 ετών, εφοριακός υπάλληλος, κάτοικος Ελπίδος 29, Νέο Ηράκλειο Αττικής. Στις 17.11.1973, μέσα στο αυτοκίνητό του στα Νέα Λιόσια.
16. Βασιλική Μπεκιάρη του Φωτίου, 17 ετών, εργαζόμενη μαθήτρια, κάτοικος Μεταγένους 8, Νέος Κόσμος. Στις 17.11.1973, ενώ βρισκόταν στην ταράτσα του σπιτιού της.
17. Δημήτρης Θεοδωράς του Θεοφάνους, 5½ ετών, κάτοικος Ανακρέοντος 2, Ζωγράφου. Στις 17.11.1973, ενώ διέσχιζε με τη μητέρα του τη διασταύρωση της οδού Ορεινής Ταξιαρχίας με τη λεωφόρο Παπάγου στου Ζωγράφου.
18. Αλέξανδρος Βασίλειος (Μπασρί) Καράκας, 43 ετών, Αφγανός τουρκικής υπηκοότητας, ταχυδακτυλουργός, κάτοικος Μύρωνος 10, Αγιος Παντελεήμονας, Αθήνα. Στις 17.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Χέυδεν και Αχαρνών.
19. Αλέξανδρος Παπαθανασίου του Σπυρίδωνος, 59 ετών, συνταξιούχος εφοριακός, κάτοικος Νάξου 116, Αθήνα. Στις 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση Δροσοπούλου και Κύθνου.
20. Ανδρέας Κούμπος του Στεργίου 63 ετών, βιοτέχνης, κάτοικος Αμαλιάδος 12, Κολωνός. Στις 18.11.1973, στη διασταύρωση των οδών Γ΄ Σεπτεμβρίου και Καποδιστρίου.
21. Μιχαήλ Μυρογιάννης του Δημητρίου, 20 ετών, ηλεκτρολόγος, κάτοικος Ασημάκη Φωτήλα 8, Αθήνα. Στις 18.11.1973, ενώ βάδιζε στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Στουρνάρη.
22. Κυριάκος Παντελεάκης του Δημητρίου, 44 ετών, δικηγόρος, κάτοικος Φερών 5, Αθήνα. Στις 18.11.1973, στη διασταύρωση των οδών Πατησίων και Γλάδστωνος.
23. Ευστάθιος Κολινιάτης, 47 ετών, κάτοικος Νικοπόλεως 4, Καματερό Αττικής. Κτυπήθηκε στις 18.11.1973.
24. Ιωάννης Μικρώνης του Αγγέλου, 22 ετών, φοιτητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Πατρών, από την Ανω Αλισσό Αχαΐας. Συμμετείχε στην κατάληψη του Πανεπιστημίου Πατρών.

Στο ευρω-εδώλιο η Ελλάδα για τα ποτάμια της...


Έως το τέλος του έτους θα πρέπει να έχουμε καταθέσει «σχέδιο δράσης», όμως δεν έχουμε ακόμη ξεκινήσει τη συγκέντρωση στοιχείων!
Της Τάνιας Γεωργιοπούλου.

Η οδηγία για τα νερά «κλείνει» σχεδόν μία δεκαετία εφαρμογής. Στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Γιατί στην Ελλάδα ακόμη συζητάμε «τι είναι ποτάμι και τι όχι», ποια στοιχεία πρέπει να αποστείλουμε στην Ευρωπαϊκή Ενωση... και ποιος θα τα καταγράφει. Εως το τέλος του έτους επιβάλλεται να έχουμε καταθέσει «σχέδιο δράσης» για όλα τα ποτάμια και τις λίμνες της χώρας, όμως δεν έχουμε ακόμα ξεκινήσει τη συγκέντρωση στοιχείων (επιβάλλεται τριετής παρακολούθηση). Με αυτά τα δεδομένα, μία ακόμη παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για μη σωστή εφαρμογή της οδηγίας 2000/60 μοιάζει κάτι περισσότερο από πιθανή, ενώ παράλληλα κινδυνεύουμε να χάσουμε τα κοινοτικά κονδύλια που έχουν προβλεφθεί για την αποκατάσταση των ποταμών.
Σύμφωνα με τους ερευνητές του ΕΛΚΕΘΕ (Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών), για το 25% των ποταμών στην Ελλάδα δεν υπάρχουν στοιχεία όσον αφορά στην οικολογική τους κατάσταση. Από τα υπόλοιπα, μόνον τα μισά βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Οπως δείχνουν οι μετρήσεις του Κέντρου -και σύμφωνα πάντα με τις απαιτήσεις της οδηγίας- το 39% των ποταμών βρίσκονται σε «μέτρια» κατάσταση, για το 13% η κατάσταση χαρακτηρίζεται «ελλιπής» και για το 1% «κακή». Αντίθετα, για το 7% των ποταμών η οικολογική κατάσταση είναι «υψηλή» και για το 40% «αρίστη». Τα «καλύτερα» ποτάμια βρίσκονται στην Πίνδο, στη Ροδόπη και στη Δυτική Ελλάδα, κυρίως επειδή στην περιοχή δεν υπάρχει μεγάλη ανάπτυξη, αλλά και επειδή σημειώνονται περισσότερες βροχοπτώσεις.
Οπως εξηγεί ο ερευνητής του ΕΛΚΕΘΕ κ. Γιώργος Χατζηνικολάου, όταν αναφερόμαστε σε «ένα ποσοστό των ποταμών» μπορεί να εννοούμε τμήματα πολλών ποταμών και όχι ολόκληρο το ποτάμι. Για παράδειγμα, επισημαίνει, στο 1% των ποταμών που βρίσκονται σε κακή κατάσταση εντάσσονται ο Ασωπός, ο Κηφισός και ο Μεσάπιος στο μεγαλύτερο τμήμα τους, αλλά και τμήμα του Σπερχειού, του Πηνειού και του Γρεβενίτη (παραπόταμος που χύνεται στον Αλιάκμονα). Αντίθετα, «καλή» και «άριστη» είναι η κατάσταση των ποταμών κυρίως στους ορεινούς όγκους, όπου τα νερά δεν υφίστανται μεγάλες πιέσεις από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
«Ακόμη και η κατάσταση του Ασωπού στα ορεινά είναι καλύτερη, όχι όμως και του Κηφισού», συμπληρώνει ο ίδιος.
«Το γεγονός ότι η κατάσταση περίπου στα μισά ποτάμια της χώρας χαρακτηρίζεται από μέτρια και κάτω σημαίνει, σύμφωνα με την οδηγία, ότι πρέπει να κάνουμε κάτι για να τα επαναφέρουμε σε καλή οικολογική κατάσταση», τονίζει ο κ. Χατζηνικολάου. Εως το τέλος του 2009 πρέπει να έχουμε θέσει συγκεκριμένους «περιβαλλοντικούς στόχους» και να εξηγήσουμε πώς θα τους επιτύχουμε. Πριν από αυτό, όμως, χρειάζεται να συλλεγούν τα απαραίτητα στοιχεία μέσω της παρακολούθησης των υδάτων και να επιλυθούν κάποια «διαδικαστικά» προβλήματα.
Οπως διευκρινίζει ο κ. Χατζηνικολάου, έχουν καταγραφεί στον χάρτη με τα στοιχεία που στέλνουμε στην Ε.Ε. κυρίως τα μεγάλα φυσικά ποτάμια, ενώ πολλά τεχνητά ποτάμια, αλλά και οι πηγές, δεν εμφανίζονται, με αποτέλεσμα να μην εντάσσονται στο δίκτυο των μετρήσεων, «έτσι όμως δεν φαίνονται ούτε τα πολύ άσχημα ούτε τα πολύ καλά, γιατί οι πηγές, για παράδειγμα, είναι σε καλή κατάσταση οι περισσότερες».
Από τον χάρτη, για παράδειγμα, έχει εξαφανιστεί η Τάφρος 66, ένα κανάλι που βρίσκεται μεταξύ του Λουδία και του Αλιάκμονα στην περιοχή όπου αναφέρεται το βιβλίο «Τα μυστικά του βάλτου» της Π. Σ. Δέλτα. «Σήμερα στην περιοχή δεν υπάρχει πια βάλτος, έχει αποξηρανθεί, αλλά υπάρχουν κανάλια των οποίων η κατάσταση είναι πολύ κακή», εξηγεί ο κ. Χατζηνικολάου.
Η «καλή οικολογική κατάσταση» εξαρτάται από τρεις παράγοντες:
-Την ποσότητα του νερού, πόσο νερό έχει ένα ποτάμι ώστε να συνεχίσουμε να το θεωρούμε ποτάμι,
-την ποιότητα αυτού του νερού, πόσες δηλαδή ξένες ουσίες περιέχει,
-αλλά και πώς έχει αλλάξει με τον καιρό η μορφολογία του, κυρίως λόγω των ανθρώπινων παρεμβάσεων - οι άνθρωποι παρεμβαίνουν κατά βούληση, όπως τους βολεύει. «Αυτός ο τελευταίος παράγοντας στη χώρα μας δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη, ενώ είναι πολύ σημαντικός. Οταν έχει αλλάξει η φυσιογνωμία ενός ποταμού, ακόμη κι αν τα υπόλοιπα στοιχεία ήταν καλά, δεν θα μπορούσε να φιλοξενήσει την ίδια πανίδα». Οπως προσθέτει, στην Ελλάδα φτιάχνουμε φράγματα χωρίς να εξετάζουμε καθόλου πόσο επηρεάζουν ένα ποτάμι.
Η εκτροπή του Αχελώου.
Μια δραματική αλλαγή διαμόρφωσης ενός ποταμού προετοιμάζεται δεκαετίες τώρα. Πρόκειται για την εκτροπή του Αχελώου, τη χρησιμότητα της οποίας για το οικοσύστημα (έχει επανειλημμένως προβληθεί ως περιβαλλοντικό έργο) αμφισβητεί ευθέως ο κ. Γιώργος Χατζηνικολάου, ερευνητής του ΕΛΚΕΘΕ (Ελληνικό Κέντρο Θαλασσίων Ερευνών) στο τμήμα των Εξωτερικών Υδάτων.
«Το Δέλτα του Πηνειού, που είναι περιοχή Natura, που προβάλλεται ως λόγος για την εκτροπή, δεν έχει ιδιαίτερο πρόβλημα καθώς υποστηρίζεται από τις πηγές του κάτω Ολύμπου που βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση. Εκεί που το σύστημα χρειάζεται νερό το έχει. Μπορεί να μην έχει νερό εκεί που ο άνθρωπος το χρειάζεται», λέει χαρακτηριστικά ο κ. Χατζηνικολάου.
«Ενα από τα προβλήματα του Πηνειού είναι τα φράγματα που υπάρχουν σε πολλά σημεία του, προκειμένου να συγκεντρώνεται νερό και να ποτίζουν οι αγρότες. Αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει με την εκτροπή, απλώς θα υπάρχει περισσότερο νερό που θα σπαταλάται με τον ίδιο τρόπο», προσθέτει.
Μια τέτοια απόφαση θα έπρεπε στο πλαίσιο της Οδηγίας για τα νερά να είναι αποτέλεσμα διαβούλευσης όλων των εμπλεκομένων στην περιοχή για το πόσο νερό υπάρχει και πώς αυτό είναι χρησιμότερο να χρησιμοποιηθεί.
Οι εννέα ανοιχτές υδάτινες πληγές!
Περισσότερα από τα μισά ποτάμια της Ελλάδας βρίσκονται σε άσχημη οικολογική κατάσταση σύμφωνα με τις μετρήσεις των επιστημόνων.
Eνδεικτικά:
Κηφισός
Στο μεγαλύτερο τμήμα του έχει κακή ποιότητα υδάτων και παρουσιάζει μορφολογικές αλλοιώσεις καθώς π.χ. ένα τμήμα του έχει εγκιβωτιστεί. Αρα ακόμα και αν βελτιωθεί η ποιότητα των νερών του είναι απίθανο να επανέλθουν η πανίδα και η χλωρίδα που υπήρχαν πριν γίνουν οι ανθρώπινες παρεμβάσεις.
Πηνειός (Θεσσαλιας)
Και όμως ο συγκεκριμένος ποταμός έχει κυρίως ποιοτικό και λιγότερο ποσοτικό πρόβλημα. Ο ποταμός δέχεται τις αποπλύσεις από γεωργικά φάρμακα και λιπάσματα επειδή ο κάμπος της Θεσσαλίας καλλιεργείται εντατικά. Επίσης στον Πηνειό «πέφτουν» τα λύματα από τις βιομηχανίες της περιοχής όπως και από τα σφαγεία που παρά τη νομοθεσία δεν επεξεργάζονται τα απόβλητά τους.
Ασωπός
Παρουσιάζει προβλήματα όσον αφορά τόσο την ποσότητα όσο και την ποιότητα του νερού κυρίως λόγω των επικίνδυνων αποβλήτων από τις βιομηχανίες που χύνονται χωρίς επεξεργασία στον ποταμό.
Στρυμόνας
Ποιοτικά κυρίως προβλήματα καθώς δέχεται πολλά ανεπεξέργαστα αστικά λύματα και τις αποπλύσεις από τις εντατικές καλλιέργειες με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται πολλά θρεπτικά συστατικά που ευνοούν την «παραγωγή» μικροοργανισμών.
Ευρώτας
Το κυριότερο πρόβλημα είναι η ποσότητα των υδάτων. Συχνά η ροή είναι πολύ μικρή. Χαρακτηριστικά, το 2007 το 80% του ποταμού είχε εξαφανιστεί λόγω της ξηρασίας. Επίσης προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες άρδευσης, οι αγρότες με άδεια της νομαρχίας κάθε καλοκαίρι «στήνουν» χωμάτινα φράγματα σε πολλά σημεία του ποταμού προκειμένου να συγκρατηθεί το ελάχιστο νερό και να μπορούν να ποτίσουν. «Η τακτική αυτή εκτός του ότι είναι παράνομη, ουσιαστικά επιβαρύνει την κατάσταση του ποταμού» τονίζει ο κ. Χατζηνικολάου.
Αξιός
Ο ποταμός έχει κυρίως ποιοτικά προβλήματα.
Αλιάκμονας
Διακόπτεται συνέχεια από φράγματα που σχηματίζουν τεχνητές λίμνες κάτι που δεν επιτρέπει στη φυσική χλωρίδα και πανίδα του ποταμού να αναπτυχθεί φυσιολογικά.
Πάμισος
Μορφολογικά και ποιοτικά προβλήματα.
Σπερχειός
Τα νερά του ποταμού έχουν κακή ποιότητα. Στο κατώτερο τμήμα του εκτελούνται έργα (ΠΑΘΕ, Σιδηρόδρομος) που έχουν αλλάξει τη μορφολογία του.

15/11/09

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ :Η ΠΕΡΔΙΚΑ.


Πολλούς ανθρώπους και ζώα εξιδανίκευσεν η δημο­τική ποίησις. Αλλά διά την άτυχη Πέρδικα εφάνη τόσον βάναυσος, ώστε να λυπούμαι άμα την βλέπω, ή άμα ακούω τα τραγούδια της. Τα μάτια της και τα φρύδια της, αριστουργήματα συνθέσεως φωτός και χρωμάτων, τα εχάρισεν ο δημοτικός στίχος εις χιλιάδας γυναικών. Δεν ετραγούδησε κανείς χωριάτης η βλάχος, ποιητής ή σκιτζής, την ερωμένην του, δίχως να βεβαίωση ότι είναι «περδικομάτα». Επίσης όλοι οι ερασταί ανεκάλυψαν ότι τα στήθη «εκείνης» είναι όπως της πέρδικας. Δι’ ο και η «περδικόστηθη» δίνει και παίρνει εις την Δημοτικήν Ποίησιν, όπως και η «περδικομάτα» και η «περδικοπερπατούσα». Εάν ιδήτε Πέρδικα να περπατή, θα ομολογήσετε ότι πλέον αρμονικόν, ρυθμικόν, ευφρόσυνον περπάτημα είναι αδύ­νατον να έχουν και οι άγγελοι.
Οι κυνηγοί, άμα την βλέπουν να περπατή, της σφυρίζουν όπως τα σκυλιά. Αυτή, έχουσα ίσως πεποίθησιν εις την τέχνην της να γυρίζη ανάποδα, ώστε να μη φαίνεται, στέκει ή λουφάζει ή αναποδογυρίζε­ται και ο κυνηγός σφυρίζων την πλησιάζει έως εκεί που θα του έλθη βολικά να την τουφεκίση· εάν εν­νοείται, δεν τον γελάση και χαθή από τα μάτια του, έστω και αν είναι εντελώς κατεμπρός του. Ιδίως τα περδικόπουλα έχουν τόσην επιτηδειότητα να γίνωνται ένα με το χώμα, διότι τα βοηθεί και το χρώμα των, ώστε και να τα έχετε εμπρός στα μάτια σας είναι αδύ­νατον να μη τα χάσετε. Δι’ αυτούς τους λόγους το κυνήγι της Πέρδικας είναι δύσκολον δι’ όλους τους κυνηγούς.
Ημείς έχομεν ένα χωριανόν μας μανιώδη περδικοκυνηγόν, ο οποίος όμως σπανίως επιτυγχάνει εις το προσφιλές του αυτό κυνήγι. Και τον υποδέχονται πάν­τοτε οι συνάδελφοί του με το σχετικόν τραγούδι:
Της Θανάσαινας ο γυιος
ο περδικοκυνηγός
όλη μέρα στο κυνήγι
και το βράδυ τρώει κρεμμύδι.

Η Πέρδικα κάνει τη φωλιά της εις χαμηλά ριζοσπήλια. Το τραγούδι μόλα ταύτα λέγει:
Απάνω στη τριανταφυλλιά
φκιάνει η πέρδικα φωλιά,
με σύρματα και με φλωριά
και με σαράντα πέντε αυγά·
κι ανατραντάχθη η πέρδικα
και πέσαν τα τριαντάφυλλα·
το μάθαν οι αρχόντισσες
και παν να τα μαζέψουν,
να φκιάσουν άνθινο νερό
να λούσουν νύμφη και γαμπρό.

Κλώθει συνήθως δώδεκα αυγά, μολονότι η λαϊκή ζωολογία λέγει ότι φθάνει έως τα τεσσαράκοντα πέντε. Τα αυγά της όχι μόνον τρώγονται, αλλά και τα βάζουν εις τις φωλιές της κότας, η οποία τα κλώθει όπως και τα εδικά της. Τα κοτοπερδικόπουλα όμως φεύγουν εις την ερημίαν άμα μεγαλώσουν, διά τούτο δε και φροντίζουν ενωρίς να τα κλείσουν στα κλουβιά. Αλλά και εκεί, όταν είναι, μόλις ακούσουν περδικολάλημα κτυπούν τα σύρματα μέχρις αιματώ­ματος. Οι κυνηγοί μεταχειρίζονται τα κοτοπερδικόπουλα ακριβώς δι’ αυτόν τον σκοπόν. Αφού μεγα­λώσουν ολίγον τα παίρνουν με τα κλουβιά των και τα τοποθετούν εις μέρη περδικοσύχναστα. Εκεί βά­ζουν επάνω στα κλουβιά ένα πανί κόκκινο, το οποίον, άγνωστον διά ποίον λόγον, ερεθίζει την Πέρδικα εις λάλημα αδιάκοπον. Κατ’ αυτόν τον τρόπον «μαυλίζονται» οι άλλες πέρδικες και πλησιάζουν τα κλου­βιά, όπου οι κυνηγοί τας αναμένουν, κρυμμένοι πίσω από βράχους ή κλαδιά.
Το πέταγμα της Πέρδικας είναι τόσον βροντερόν, ώστε «έσκιαξε και τον Κατσαντώνην», όπως λέγουν οι Σαρακατσάνοι. Περιττόν να σημειώσω, ότι ο Κα­τσαντώνης γεμίζει όλα τα βουνά μας με το όνομά του: «Πήδημα Κατσαντώνη», «Σπηλιά Κατσαντώνη», «Βρύση Κατσαντώνη» κ.λ,π. Είναι ένα είδος Διγενή Ακρίτα διά τα Άγραφα. Ετρόμαξε λοιπόν και τον Κατσαντώνην το πέταγμα της Πέρδικας, εις το άκου­σμα του οποίου νομίζετε ότι επελαύνει ιππικόν.
Τι τρώγει η Πέρδικα; Σχεδόν όλα τα χορταρικά. Αλλά απαραίτητος τροφή της είναι το χαλίκι, το οποίον κατά μεν την πραγματικήν λαϊκήν ζωολογίαν το τρώγει διά να διευκολύνη την χώνευσίν της, κατά δε την ποιητικήν παράδοσιν διά να λαγαρίζη η φωνή της.
Άμα το πρωί ακούω την φωνήν της, την καταλάγαρην και γλήγορην ως αστραποβόλημα, δέχομαι την παράδοσιν ότι τροχίζει τον λαιμόν της με στουρνάρια και ασπρολίθαρα. Αλλ’ ελησμόνησα να σημειώσω ότι η Πέρδικα έχει αδυναμίαν και προς τα σταφύλια. Ένα από τα άπειρα τραγούδια της λέγει:
- Πού ήσουν πέρδικα γραμμένη
κι ήλθες το πρωί βρεμένη:
- Ήμουνα πέρα στα πλάγια
στις δροσιές και στα χορτάρια
- Τ’ έτρωγες πέρα στα πλάγια
στις δροσιές και στα χορτάρια;
- Έτρωγα το Μάη τριφύλλι
και τον Αύγουστο σταφύλι.
Τα περισσότερα τραγούδια του γάμου και των αρ­ραβώνων δανείζονται εικόνες, ευμορφιές και δροσιές από την Πέρδικα. Είναι το ποιητικώτερον σύμβολον της Ευμορφιάς, της Εορτής, της Χαράς, της Δροσιάς, της Γυναίκας. Ο αετός εις κάποιους στίχους παρα­καλεί τα νύχια του:
Νύχια μου και νυχάκια μου,
και νυχοποδαράκια μου,
την πέρδικα που πιάσατε
να μην τηνε χαλάσετε.
Η Πενταγιώτισσα πάλιν παρουσιάζεται εις ένα από τα τραγούδια της ως πέρδικα, που την ήρπασε στα νύχια του ένας από τους εραστάς της, από τους πολ­λούς, που έσφάζοντο στην ποδιά της όπως τα κριάρια:
Ανέβηκα και κοίταξα
της Αϊ-Θυμιάς τον κάμπο
Είδα (ν) αετό που κράταγε
μια πέρδικα στα νύχια.
Κι αετός αποκοιμήθηκε
κι η πέρδικα του φεύγει.
Μέτρα σε πέτρα περπατεί
λιθάρι σε λιθάρι.
Μόνον άμα «σταυρώση» τον δρόμον του στρατοκό­που, τουτέστιν άμα περάση εμπρός του σταυρωτά προς την διεύθυνσίν του, είναι κακός οιωνός. Τότε «κόβει τον καλό δρόμο».


13/11/09

Ίταμος -Taxus baccata


Ο ίταμος (taxus baccata) είναι ένας αειθαλές δέντρο ύψους 10 - μέτρων, ιθαγενές της Ευρώπης και της Ασίας. Συναντάται αυτοφυές στη χώρα μας, σε μεγάλο υψόμετρο, συνήθως σε δάσος έλατου ή οξυάς. Είναι δέντρο που μεγαλώνει αργά και ζει πάρα πολλά χρόνια. Ξεχωρίζει από τα φύλλα του που είναι σκουροπράσινες βελόνες και τα σπέρματά του που περιβάλλονται από κυπελλοειδές, σαρκώδες περίβλημα με ζωηρό κόκκινο χρώμα σχηματίζοντας ένα είδος ψευδοκαρπού που μοιάζει με ρόγα. Αυτή περιέχει την τοξική ουσία ταξίνη που μπορεί να προκαλέσει το θάνατο στον άνθρωπο και σε κάποια ζώα όπως βοοειδή ή άλογα, αλλά και να χρησιμοποιηθεί σαν συστατικό φαρμάκων. Το ξύλο του είναι καστανοκόκκινο, σκληρό και ανθεκτικό, κατάλληλο για την επιπλοποιία.
Αυτό το περίεργο και σπάνιο δέντρο κέντρισε την προσοχή των ανθρώπων με τις ιδιότητές του και τους ανάγκασε να ονομάσουν πολλές από τις κορυφές ή τις περιοχές όπου εμφανίζεται με το όνομά του.
To φυτό Ίταμος βρίσκεται σε εύκρατες περιοχές του βορείου ημισφαιρίου. Η ταξινόμηση των ειδών του είναι δύσκολη λόγω της μεγάλης ποικιλίας και των μικρών διαφορών τους. Στην Ευρώπη απαντά το είδος Taxus baccata.
Στην Ελλάδα ο ίταμος υπάρχει στην Μακεδονία, τη Θράκη, τη Θεσσαλία, τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τη Σαμοθράκη. Το φυτό αυτό είναι γνωστό ως ήμερο έλατο, καρκαριά.
Το γνωρίζουμε και μέσα από τις αναφορές του Θεόφραστου και του Διοσκουρίδη.
Ακόμα ο ίταμος ονομάζεται και δένδρο του θανάτου. Σύμφωνα με τον Διοσκουρίδη το φυτό αναδίδει δηλητηριώδης ατμούς, κι όποιος κοιμηθεί η καθίσει να φάει κάτω από αυτό μπορεί και να πεθάνει. Το ξύλο του δένδρου είναι ιδιαίτερα σκληρό και πολύ χρησιμοποιείτο από τους αρχαίους Έλληνες για την κατασκευή όπλων, μουσικών οργάνων και ξύλινων αγαλμάτων. Στα τωρινά χρόνια ο ίταμος είναι μάλλον σπάνιο για την χώρα μας.
Ο ίταμος αναπτύσσεται πολύ αργά και τα φύλλα του είναι το πιο δηλητηριώδες από όλα τα μέρη του φυτού. Έχει κόμη πλατιά και κωνική και έχει φλοιό ερυθροκάστανο με κηλίδες. Τα φύλλα του μοιάζουν πολύ με τις βελόνες του έλατου και είναι οξυκόρυφα, γυαλιστερά και σκουροπράσινα. Οι καρποί του όμως είναι εντελώς διαφορετικοί. Είναι μικρές κόκκινες δρύπες με διάμετρο έως 1cm.είναι δίοικο δέντρο. Παρουσιάζει φύλλωμα ενός μόνο γένους. Άλλα δέντρα είναι θηλυκά και άλλα αρσενικά. Αναπαράγεται από τα έντομα που μεταφέρουν την γύρη από τα αρσενικά προς τα θηλυκά .Γίνεται η αναπαραγωγή και δημιουργούνται οι απόγονοι. Οι τελευταίοι όταν ωριμάσουν τα θηλυκά άνθη, μεταφέρονται από τον αέρα και το νερό μακριά από το μητρικό είδος και παράγουν ένα νέο δέντρο. Ο ίταμος επίσης για την ανάπτυξή του χρειάζεται ψυχρό κλίμα και υγρασία. Με δεδομένο λοιπόν αυτά τα χαρακτηριστικά του και την κλιματική αλλαγή που συντελείται τα τελευταία χρόνια και επηρεάζει και την χώρα μας το είδος αυτό έχει περιέλθει σε κατάσταση εκφυλισμού και πολύ πιθανόν σε λίγα χρόνια το σπάνιο αυτό είδος ίσως εκλείψει οριστικά από τα βουνά μας.

Άγιος Δημήτριος Ναυπακτίας.


Το πανέμορφο μεικτό δάσος του Αγίου Δημητρίου, με θέα την Ευηνόλιμνη...

Το Νεραϊδοβούνι...

Το μαγικό Νεραϊδοβούνι!

Βουνό της Ν.Α. Ευρυτανίας, με υψόμετρο 1.400 μ. Η κορυφή του είναι μια στενόμακρη, ομαλότατη λάκα, που ξεπερνά σε μήκος τα 700 μέτρα. Όλες οι πλαγιές του βουνού είναι σχετικά ομαλές και στολισμένες από γραφικότατα δάση. Προς τα βορειοανατολικά, όπου είναι το χωριό Άγιος Νικόλαος ("Λάσπη"), οι πλαγιές του είναι σκεπασμένες από ήμερες και άγριες αιωνόβιες καστανιές. Προς τα βορειοδυτικά, κατά το Καρπενήσι, ολόκληρη επίσης η πλαγιά του βουνού είναι σκεπασμένη από ελατοδάσος, τον περίφημο "Κελανιά". Αλλά και προς την ανατολικομεσημβρινή πλευρά του, προς το γειτονικό βουνό "Κοκκάλια", προς το Κρίκελλο, καθώς και προς τη νοτιοδυτική πλευρά του, προς τη Μυρίκη, οι πλαγιές του, με ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι γεμάτες από αιωνόβια ελατοδαση. Πάνω ακριβώς από τη θέση "Κατή λιβάδι" είναι γαντζωμένος στην πλαγιά, προς τη μεριά της Μυρίκης, ένας ξεμοναχιασμένος βράχος. Πριν από χρόνια πολλά βρέθηκε εκεί σκοτωμένος από ληστές ένας κάτοικος της Μυρίκης, ο Ανδρέας Καρράς, κι από τότε ο βράχος πήρε την ονομασία "Κοτρώνι τ' Αντρέα". Σ' αυτόν το βράχο, που ξεπροβάλλει στην κορυφογραμμή του βουνού, όταν σταθεί κανένας κατάκορφα, εκεί κατά τα χαράματα που δεν έχει συνήθως καταχνιά κι αγναντέψει κατά την ανατολή, βλέπει όλο τον κάμπο της Λαμίας. Από τα ριζά του "Κελανιά" και κείθε, προς τα Β.Δ., κατά το Καρπενήσι, απλώνεται η όμορφη καταπράσινη κοιλάδα, τα "Μεγάλα Λιβάδια", τα "Χατζογιαννέικα", απ' όπου περνάει η εθνική οδός Λαμίας - Καρπενησίου. Προς τα Ν.Δ. απλώνεται η μεγάλη και κατάφυτη κοιλάδα της Ποταμιάς, τα "Τέμπη αυτά της Ευρυτανίας". Όποιος ανεβεί στο Νεραϊδοβούνι μένει εκστατικός από την ομορφιά της φύσης. Παμπάλαιοι οι θρύλοι θέλουν το βουνό νεραϊδοπατημένο, από εδώ και η ονομασία του "Νεραϊδοβούνι". Κι οι θρύλοι περνούσαν από στόμα σε στόμα και από γενιά σε γενιά, έτσι που να γίνουν βίωμα των τσοπάνηδων και των αγροτών της περιοχής. Γι' αυτούς πια ο θρύλος είχε ταυτιστεί με την πραγματικότητα. Τόσο, που να βεβαιώνουν πως τάχα είχαν ιδεί με τα ίδια τους τα μάτια τις νεράιδες να χορεύουν, ή τις είχαν ακούσει με τα ίδια τους τ' αυτιά να τραγουδούν. Μα σαν τις αντίκριζαν, δεν έπρεπε να βγάλουν μιλιά από το στόμα τους. Γιατί τότε, λέει, θάχαναν τη λαλιά τους, θα "κομποδένονταν"!
Δυστυχώς εκεί που οι πρόγονοί μας πίστευαν πως ζουν Νεράιδες, οι σύγχρονοι "καιροσκόποι" οραματίζονται Ανεμογεννήτριες! Το Νεραϊδοβούνι απειλείται και αυτό με την σειρά του από την αδηφαγία των Μεγαλοεργολάβων, που θέλουν την Νότιο Ευρυτανία, την Δυτική Φθιώτιδα και την Ορεινή Ναυπακτία ένα απέραντο "αιολικό πάρκο". Μόνο λίγοι ρομαντικοί επιδιώκουν τον χαρακτηρισμό της ευρύτερης περιοχής ως Φυσικό Εθνικό Πάρκο, ώστε μαζί με τα "αγρίμια" στα πανέμορφα δάση της να συνεχίσουν να επιβιώνουν και οι μύθοι για νεράιδες!

ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ.


— Έλα συχάστε, διαβολάκια!
— Γιαννάκη Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι…
Εις μεγάλην στενοχωρίαν ευρίσκετο ο Γιαννάκης, ο γιος του κυρ-Νικόλα του μυλωνά. Όπου εγύριζε τα μάτια του, όπου άπλωνε τα χέρια του δεν έπιανε άλλο από Καλικαντζάρους. Ήταν τόσοι δα κοντοί, σαν ένα καρύδι και είχαν τα γένια μακριά και τα πόδια τους τράγινα και ένα μυτερό ψηλό σκούφο εις το κεφάλι τους. Εσκέπαζαν όλο το πάτωμα του μύλου· βελόνι να έριχνες δεν θα έπεφτε χάμω.
Ο γιος του μυλωνά έψηνε εις την σούβλα χοιρινό και ξίγκι καθώς έσταζε εις τα κάρβουνα έβγαζε καπνό και πεντοβολούσε, που ήταν να λιγώνεται κανείς. Τα διαβολάκια φυσικά λιχούδικα δεν ημπορούσαν να κρατηθούν και τα μικρά σαν καρδαμόσπορος μάτια τους, άναβαν όπως τα κάρβουνα της θράκας. Εκείνα τουλάχιστον ερουφούσαν το λίπος· μα οι Καλικάντζαροι;
— Γιαννάκη Γιαννακάκη — κομάτι κρεατάκι! εζητιάνευαν αδιάκοπα, κολλώντας απάνου εις τον Γιαννάκη σαν τσιμπούρια.
— Έλα, συχάστε διαβολάκια· τους έλεγε καλοπιαστά εκείνος.
Και κάθε τόσο για να τα ξεφορτώνεται, έβγαζε από τη σούβλα μισοψημένο κομμάτι κρέας και το έριχνε στο σωρό! Εκείνοι χιμούσαν, πατείς με πατώ σε απάνω εις το κομμάτι, ούρλιαζαν, εχτυπιόνταν, δαγκώνονταν συναμεταξύ τους, ώσπου το κομμάτι εχώνευε εις την αχόρταγη κοιλιά μερικών. Οι άλλοι δυσαρεστημένοι ερίχνονταν πάλι εις τον Γιαννάκη τον τσίμπαγαν, τον έκρυβαν ολόκορμον. Και εκείνος επέταε άλλο κομμάτι και ύστερα άλλο ώσπου η σούβλα εκόντευε να μείνει δίχως κρέας και ο γιος του μυλωνά θεονήστικος.
Ο πατέρας του αρρώστησε ξαφνικά και έφυγε από το μύλο την αυγή. Ο Γιαννάκης έμεινε στο πόδι του να τελειώσει τ’ αλέσματα. Κάθε στιγμή φόρτωμα ξεφόρτωμα. Από τις πλάτες του γαϊδάρου έσερνε το σιτάρι στη σκάφη του μύλου και αποκεί πάλι, ζεστό το αλεύρι το έριχνε στο σακί και το εφόρτωνε ξανά εις τις πλάτες του ζώου. Όλη την ημέρα δεν ήβρε μια στιγμή να ησυχάσει το παιδί. Ούτε να φάει καλά καλά δεν μπόρεσε ώσπου νύχτωσε. Και τώρα που επίστευε πως ετελείωσαν πια τα βάσανά του, πλάκωσαν οι Καλικάντζαροι και ήθελαν παιχνίδια.
Μπρε όρεξη που την είχαν! Μα και γιατί να μην έχουν; Μήπως δούλεψαν ποτέ τους; Εκόπιασαν στη ζωή τους για το καρβέλι; Κάθονται όλη την ημέρα ξαπλωμένοι στις σπηλιές, χορταίνουν με τις σαύρες και τα φίδια που τους στέλνει η τύχη και βγαίνουν τη νύχτα να παιγνιδίζουν και να πειράζουν τους ανθρώπους. Καλό κι αυτό!
Και ο Γιαννάκης εβασάνιζε το μυαλό του με τι τρόπο θα πείσει τα διαβολάκια να τον αφήσουν να φάει.
— Να σας πω, ρε παιδιά· τους είπε μαλακά
— Να μας πει ο άγουρος ο κολοκυθομάγουλος!... Να μας πει ο άγουρος ο κολοκυθομάγουλος! εβάβιζαν αμέσως ομόφωνα οι Καλικάντζαροι.
Και συνάχτηκαν γύρω του, ανέβηκαν εις τα γόνατά του, εσκάλωσαν εις τους ώμους του· άλλοι κρεμάστηκαν από τα μουστάκια και το κοντό γουνάκι του, και για μια στιγμή τον σκέπασαν όλον σαν ήμερο γατάκι οι ποντικοί. Χαχάνιζαν μεταξύ τους σαν χήνες· τον τσιμπούσαν στα γυμνά τάχα για να τον χαϊδέψουν· τον δάγκωναν τάχα για να τον φιλήσουν και τριτς πριτς! τριτς πριτς! τριτς πριτς! έτριζαν και πορδοκοπούσαν ξαδιάντροπα, που έκαμαν το μύλο να βρομάει σκορδίλας.
Και παπάς θα γένεις Κώστα — έτσι το φερε η κατάρα· εσκέφτηκε ο Γιαννάκης. Έτσι που βρέ­θηκε ολομόναχος μέσα στο μύλο, όλα έπρεπε να τα υποφέρει. Τίποτε δεν μπορούσε να κάμει. Έπειτα ήξερε καλά πως οι Καλικάντζαροι, μόνον τα Δω­δεκαήμερα γυρίζουν εις τη γη και θέλουν να πει­ράζουν τους ανθρώπους. Όλον τον άλλο χρόνο βρίσκονται κάτω εις τα βαθειά και τ’ άπατα και πριονίζουν το Δέντρο της Ζωής που βαστάει τον κόσμο, με την κακή πρόθεση να καταστρέψουν τον κόσμο. Πριονίζουν πριονίζουν ως τα Δωδεκαή­μερα και δεν απομένει παρά μια φλούδα. Τότε όμως το αφήνουν και βγαίνουν εις τη γη για να χαρούν την ελευθερία που έχουν από τον Παντο­δύναμο να πειράξουν τους ανθρώπους. Το ξέρουν πως άμα γυρίσουν πάλι, θα εύρουν το Δέντρο θρε­μμένο και φτου κι από της αρχής.
Μα το αφήνουν· γιατί η χαρά τους να πειράζουν τους ανθρώπους είναι πολύ μεγάλη. Μα πόσο θα είναι η βασιλεία τους ακόμη; συλλογίζεται ο Γιαν­νάκης. Αύριο θ’ αγιάσουν τα νερά και με το χά­ραμα τα δαιμόνια θα φύγουν φοβισμένα για να κρυφτούν πάλι εις τις σπηλιές τους. Ώρες έχουν ακόμα. Και αυτές τις ώρες πρέπει να κάμει τρόπο να τις περάσει όσο μπορέσει καλύτερα μαζί τους.
— Μα συχάστε λοιπόν να σας πω! λέει με χα­μόγελο, πιάνοντας μερικούς απαλά για να τους ξεκολλήσει από πάνω του.
— Έλα, λέγε...
— Καθίστε πρώτα χάμου.
Ακούστηκε ένα δυνατό φαπ! σα να έσκασε κα­μιά φούσκα γεμάτη αέρα και όλοι οι Καλικάντζα­ροι βρέθηκαν κατάχαμα. Και εκεί που περίμεναν περίεργοι να τον ακούσουν, ο γιος του μυλωνά σοβαρός έβγαζε από τη σούβλα το κρέας κι έχαφτε ζεστά καυτά τα κομμάτια.
— Έλα, θα μας πεις; είπαν πολλοί ανυπόμονα.
— Μωρέ θα μας πεις! είπε θυμωμένα και ο Μπάκακας.
Αυτός ο Μπάκακας είναι ένα γεροντάκι με άσπρη γενειάδα, μακριά όσο δυο οργιές και από κάθε τρίχα της κρέμεται και ένα καλικαντζαρόπουλο, όπως εις τα ψιλά κλωνιά οι κουρμάδες. Όταν περιπατεί και σέρνεται η άσπρη γενειάδα του εις το χώμα, καθώς πηδούν τα Καλικαντζαρόπουλα απάνω, θαρρείς πως πηδούν τα ψάρια στην απόχη. Κρατούσε εις το χέρι του ένα λιανό ραβδί — το σκήπτρο του — και μ’ εκείνο εγινόταν σεβαστός εις τους συντρόφους του. Ο Γιαννάκης εκατάλαβε πως δεν μπορούσε να παίξει για πολύ με τον παμπό­νηρο Μπάκακα και ηθέλησε να μιλήσει. Μα δεν μπόρεσε γιατ’ ήταν μπουκωμένος και βιαζότανε να καταπιεί το κρέας που του ζεμάτισε το στόμα. Και όσο εβιαζόταν τόσο εκιντύνευε να πνιγεί και άνοιξε τα μάτια του σαν τάλαρα.
Το γεροντάκι κατάλαβε κι έγνεψε με θυμό εις τη συντροφιά. Εκείνοι χύθηκαν σαν μανιασμένοι απάνω στη σούβλα, άρπαξαν τα κρέατα, τα σκόρ­πισαν κατάχαμα και άρχισαν να τα κλωτσοπατούν με πείσμα.
— Τρίτσι πριτς... τρίτσι πριτς … έκαναν κοι­τάζοντας με γέλια και χάχανα το Γιαννάκη.
Ωστόσο ο μυλωνάς κάτι έφαγε και αν δεν εχόρτασε κάπως εκράτησε την πείνα του. Για τούτο δεν τον έμελλε και πολύ. Θύμωσε όμως περισσότερο για τα βρομερά παιγνίδια τους και απάνω εις το θυμό του, άρπαξε ένα δαυλί αναμμένο και το έριξε απάνω στα διαβολάκια.
Τρίτσι πριτς!... τρίτσι πρίτς!… τρίτσι πριτς!
Εσκόρπισαν όλοι εδώ κι εκεί σαν κοπάδι πρόβατα που βλέπουν το λύκο. Οι Καλικάντζαροι φοβούνται τη φωτιά. Δεν ξέχασαν ακόμα το τι τους έκαμε η πονηρή γριά, λίγο παραμπρός σε με­ρικούς απ’ αυτούς. Τους ξεγέλασε, τους έκλεισε εις ένα μικρό βουτσί και τους έκαψε ολοζώντανους. Και γιατί αυτό; Γιατί τ’ αναθεματισμένα πήγαν και ντρόπιασαν την κόρη της στον ύπνο. Την γκά­στρωσαν κι από τότε είναι τα καλικαντζαρόπουλα στον κόσμο…
Ωστόσο ο Γιαννάκης άρχισε να σκέπτεται εις τα σοβαρά πώς να γλυτώσει από δαύτους. Η νύχτα πήρε δρόμο· σε λίγο θα ξημέρωνε παραμονή των Φώτων και έπρεπε να πάει το άλεσμα σπίτι του, για να ζυμώσουν τα ψωμιά. Μα πώς να κάμει να ξεφύγει τα δαιμόνια;
— Παιδιά, χορεύουμε; ρώτησε ξαφνικά πηδώντας ορθός.
— Ναι, χορεύουμε! είπαν όλοι πρόθυμα.
Και άρχισαν να κινούν τα αραχνένια πόδια τους, άλλοι να σηκώνουν ψηλά τα χέρια, να φωνάζουν βραχνά, να σφυρίζουν κι ένας μικρός άρπαξε από κάπου ένα κουρέλι και το κουνούσε για μαντίλι τάχα.
— Όχι μέσα· είπε ο Γιαννάκης. Έξω, στο φεγγαράκι.
— Ναι έξω! εσυμφώνησαν όλοι.
Και κοπαδιαστά εχύθηκαν έξω και γέμισαν την αυλή του μύλου. Το φεγγάρι ήταν εις το μεσουράνημα· τα άστρα της αυγής ένα με το άλλο φαίνονταν λαμπρά εις τον ορίζοντα. Ο αγέρας που όλη τη νύχτα φυσούσε άγριος και κουνούσε τα δέντρα, εσάρωσε κάθε σύγνεφο από τον ουρανό. Μακριά φαίνονταν τα βουνά που έκλειαν ολόγυρα τον πλατύ κάμπο. Τα φύλλα των δέντρων λου­σμένα γυάλιζαν με την αυγινή δροσιά.
Οι Καλικάντζαροι με το γιο του μυλωνά χό­ρευαν και χόρευαν. Οι στριγκές φωνές τους γίνον­ται ένα με τα νυχτοπούλια και τα τριζόνια.
— Μωρέ παιδιά· τ’ άλογο φρουμάζει· είπεν ο Γιαννάκης ξαφνικά. Να ιδώ μια ματιά κι έφτασα.
Εμπήκε βιαστικά εις το μύλο, εφόρτωσε δύο σακιά αλεύρι στο άλογο, μπήκε σ’ άλλο σακί κι έπεσε απανογώμι εις το σαμάρι. Ντι! το ζώο και βγήκε από την άλλη πόρτα, παίρνοντας το δρόμο του χωριού.
Ωστόσο οι Καλικάτζαροι είχαν τόση όρεξη για χορό, που δεν επρόσεξαν καθόλου πως έλειπε ο μυλωνάς. Ένας με τον άλλον έμπαιναν μπροστά και χόρευαν διαβολεμένα κι ετραγουδούσαν δυνατά:
— Χορεύ’ η λάσπη κι η σβουνιά
κι η γιδοκακαρέτζα·
χορεύει το παλιόσκουτο
με την παλιανδρομίδα!...
— Μωρ' ο μυλωνάς τι έγινε; έξαφνα ο Μπάκακας.
— Ναι, ο μυλωνάς! πού είν' ο μυλωνάς! ερώ­τησαν και οι άλλοι μεταξύ τους.
Μερικοί έτρεξαν αμέσως εις το μύλο, έφεραν γύρα όλα τα σακιά, έψαξαν εις τη σκάφη, κοίτα­ξαν το βαρδάρι, χώθηκαν και κάτω από τη μυλό­πετρα· μα πουθενά Γιαννάκης.
— Έφυγε! είπαν κοιτάζοντας ένας τον άλλο με απορία και οργή.
— Τι να κάνουμε;
— Να τον φτάσουμε· επρόσταξε θυμωμένος ο Μπάκακας.
Εις την στιγμήν εχάθηκαν όλοι σαν ανεμοστρό­βιλος εμπρός, πατώντες τη λάσπη με φωνές και θόρυβο, σαν κοπάδι τσακάλια που βαβίζουν. Σε λίγο πρόφτασαν το άλογο του Γιαννάκη που πήγαινε εις το χωριό με το κανονικό βήμα του. Τριγύρισαν όλοι τ’ άλογο και κοίταξαν ν’ ανακα­λύψουν το μυλωνά.
— Να το ’να πλευρό, να και τ’ άλλο, να και τ’ απονογώμι· μα ο μυλωνάς πού είναι; ερωτούσαν μεταξύ τους αγαναχτισμένοι.
— Πίσω θα ’μεινε· είπε ο Μπάκακας. Αμέσως το ’βαλαν όλοι πίσω με σουρητά, τριποδίζοντας σαν άγρια πουλάρια. Έψαξαν όλο το δρόμο ως το μύλο, τους τράφους και τα βάτα, σήκωσαν και τα λιθάρια ακόμη· μα δεν απάντη­σαν πουθενά το Γιαννάκη. Εγύρισαν τότε πάλι κοντά εις το άλογο, που επήγαινε ήσυχα το δρόμο του και άρχισαν με περισσότερο πείσμα το ψάξιμο.
— Να το ’να πλευρό, να και τ’ άλλο, να και τ’ απονωγόμι· μα ο κερατάς ο μυλωνάς πού ’ναι; έλεγαν συναμεταξύ τους.
— Μπροστά πάει· φώναξε πάλι θυμωμένος ο Μπάκακας.
Τώρα έτρεξαν όλοι μπροστά, έψαξαν όλο το δρόμο ως τα πρώτα σπίτια του χωριού.
Ωστόσο ο Γιαννάκης χωμένος εις το σακί και μ’ όλο του το φόβο, δεν μπορούσε να κρατήσει τα γέλια, όσο έβλεπε τα τρεχάματα των Καλι­κατζάρων. Κάποτε σήκωνε φοβιχτά το κεφάλι και κοίταζε ανυπόμονα εμπρός να ιδεί το χωριό του. Τέλος κάτω από το πρώτο γλυκοχάραμα το είδε αριστερά, με τις πολλές μουριές του και τα άσπρα σπιτάκια του.
— Ξύλα κούτσουρα δαυλιά καυμένα! εφώναξε αμέσως με όλη του τη δύναμη.
Οι Καλικάτζαροι εγύρισαν και είδαν κι εκείνοι το χωριό. Κρύος φόβος τους κυρίεψε αμέσως και στάθηκαν για κάμποση ώρα άφωνοι, άλαλοι όπου βρισκόταν καθένας, σαν καρφωμένοι. Την ίδια στιγμή ακούστηκε από το χωριό το πρώτο λάλημα του πετεινού — Κουκούκου!...
— Πάμετε! είπε πικραμένος ο Μπάκακας, όταν είδε το Γιαννάκη καθισμένον απάνω εις το άλο­νό του να τους περιγελά. Δεν είναι πια δουλειά στον κόσμο. Οι άνθρωποι μας πέρασαν.
Και σηκώνοντας το ραβδί του ψηλά σα σημαία μπήκε μπροστά και οι άλλοι τον ακολουθούσαν φωνάζοντας:
Φεύγετε να φεύγουμε
γιατ' έφτασ' ο τουρλόπαπας
με την αγιαστήρα του
και με την πλαστήρα του.
Μας έβρεξε, μας άγιασε
και μας καψοκώλιασε!...
Τριτς πριτς! τριτς πριτς! τριτς πριτς!


ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΚΑΒΙΤΣΑΣ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΤΟΥ ΓΥΛΙΟΥ

Γκιώνα:Αλπικό Φθινόπωρο.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Σελήνη πήγαινε να συναντήσει στις πλαγιές της Γκιώνας τον Ενδυμίωνα, γιο της Πύρρας και του Δευκαλίωνα, αφήνοντας τον κόσμο χωρίς φεγγάρι. Ετσι πήρε το όνομά του το Ασέληνον Ορος το ψηλότερο βουνό της Ρούμελης, που ανακαλύπτουμε πεζοπορώντας!
ΚΕΙΜΕΝΟ : ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΜΕΑΣ

Ανάμεσα στον Παρνασσό, τα Βαρδούσια και την Οίτη, η Γκιώνα, το υψηλότερο βουνό της Στερεάς Ελλάδας (2.510 μέτρα), έχει να δείξει τον δικό της ξεχωριστό χαρακτήρα. Λόγω των καθαρά αλπικών χαρακτηριστικών της, αποτελεί καταφύγιο για χρυσαετούς, γαλαζοκοτσύφια, ζαρκάδια, αγριογούρουνα, γυπαετούς και άλλα άγρια ζώα, ενώ στην κατάφυτη πλαγιά της προς το Λιδορίκι συναντάει κανείς αγριολούλουδα, έλατα, κέδρους και αγριοτριανταφυλλιές.
Είναι το λιγότερο τουριστικά ανεπτυγμένο βουνό συγκριτικά με τους «γείτονές» του και είναι ιδιαίτερα αραιοκατοικημένο. Αυτό ίσως κάνει την εξερεύνησή του ελάχιστα πιο απαιτητική, αλλά σίγουρα ενδιαφέρουσα. Σε αυτή την εξόρμηση θα χρειαστείτε βεβαίως έναν καλό οδικό χάρτη, ακόμα και αν διαθέτετε ηλεκτρονικό σύστημα πλοήγησης (GPS), καθώς και έναν τυπικό πεζοπορικό εξοπλισμό, για να εξερευνήσετε από κοντά τις όμορφες εκπλήξεις του Ασέληνου Ορους.
ΣΤΑΣΗ ΠΡΩΤΗ: ΚΑΛΟΣΚΟΠΗ.
Φτάνοντας στην πλατεία του γραφικού χωριού του νομού Φωκίδας, μπορεί κανείς να αντιληφθεί αμέσως το λόγο που τον έφερε ώς εδώ. Φρέσκος δροσερός αέρας, με την ανεπαίσθητη μυρωδιά του καυσόξυλου να σου γαργαλάει τα ρουθούνια, ενώ μια πανδαισία χρωμάτων φανερώνεται όπου και να κοιτάξεις. Πολύς κόσμος προτιμά το βουνό αποκλειστικά το χειμώνα, αλλά το φθινόπωρο είναι κάτι το τελείως ξεχωριστό. Τα πλατύφυλλα δέντρα κρατούν για τελευταίες εβδομάδες τα φύλλα τους πριν από τον ερχομό του χειμώνα και μια απέραντη παλέτα αποχρώσεων του καφέ και του πράσινου πλημμυρίζει το τοπίο. Μια τυπική καθημερινή ημέρα στο κέντρο αυτού του μικρού χωριού είναι συνήθως ήσυχη, αλλά κάνοντας μια βόλτα γύρω από την πλατεία του, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι η Καλοσκοπή έχει έντονες μνήμες από την πολυτάραχη ιστορία της σύγχρονη Ελλάδας.
Ενα μνημείο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, μια προτομή του Αρη Βελουχιώτη και ακριβώς δίπλα το Λαογραφικό Μουσείο, χτισμένο από τον βασιλιά Παύλο. Το 1944 το χωριό καταστράφηκε δύο φορές από τους Γερμανούς. Η έντονη ιστορική «δραστηριότητα» της περιοχής είχε ως αποτέλεσμα τη σχεδόν καθολική μετανάστευση των κατοίκων της προς την Αθήνα ή το εξωτερικό (κυρίως Αμερική και Αυστραλία) κάπου στη δεκαετία του '50. Τώρα, το χειμώνα παραμένουν λιγοστοί κάτοικοι (το δημοτικό σχολείο έκλεισε λόγω έλλειψης μαθητών το 1987), ενώ το καλοκαίρι, και κυρίως τον Αύγουστο, κατακλύζεται ξανά από κόσμο. Το Λαογραφικό Μουσείο δεσπόζει στο κέντρο του χωριού και μια σύντομη περιήγηση μπορεί εύκολα να σας μεταφέρει εικόνες από την εποχή που η Καλοσκοπή έσφυζε από δραστηριότητα. Τους καλοκαιρινούς μήνες είναι ανοικτό καθημερινά, αλλά τον υπόλοιπο χρόνο πρέπει να κάνετε ένα τηλέφωνο (κ. Γιούλα Κυριαζή, τηλ. 22650-61.251) για να έρθουν να σας ανοίξουν.
Στην Καλοσκοπή μπορείτε επίσης να ενημερωθείτε και για την «Κίνηση για τη Σωτηρία της Γκιώνας», μια συλλογική δράση κατοίκων (και όχι μόνο) των γύρω χωριών που αντιτίθενται στην επικείμενη επέκταση των λατομείων βωξίτη στην περιοχή. Ηδη από τη διαδρομή μέχρι το χωριό είναι εύκολο να διαπιστώσετε πως κάποια μέρη του βουνού... λείπουν κυριολεκτικά! Σε όλη την περιοχή υπάρχει μια ένταση γύρω από το θέμα, το οποίο έχει πάρει το δρόμο των δικαστηρίων και αναμένονται εξελίξεις σύντομα, καθώς η Κίνηση έχει κάνει αίτηση ακύρωσης της απόφασης της επέκτασης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η Καλοσκοπή λόγω θέσης αποτελεί το καταλληλότερο σημείο για ποικίλες πεζοπορίες και αναβάσεις όλων των επιπέδων, από απλούς περιπάτους μέχρι απαιτητικές αναβάσεις:
- Από Κακοτράχη μέχρι Κεφαλόβρυσο: Υπέροχη διαδρομή περίπου 2 χιλιομέτρων μέσα σε πυκνή βλάστηση.
- Από Τσιρωναίικα μέχρι Αη Νικόλα: Η διαδρομή ξεκινάει από το τέλος του χωριού στη γειτονιά Καλοθανασαίικα. Συνεχίζει περνώντας από το πέτρινο γεφύρι και μετά μια ομαλή πορεία 40 λεπτών φτάνει στον Αη Νικόλα. Σε αυτή την τοποθεσία βρίσκονταν οι αμπελώνες των Καλοσκοπιτών, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, κάθε χρόνο την ημέρα των Φώτων έθαβε κάθε οικογένεια στο αμπέλι της ένα μπουκάλι με αγιασμό για καλή σοδειά.
- Από το Στρογγυλό ώς το Μέγα Ρέμα και το χάνι Ζαγκανά: Μια όμορφη και ομαλή διαδρομή περίπου μισής ώρας μέχρι το παλιό πέτρινο γεφύρι στο Μέγα Ρέμα. Από εκεί ξεκινάει το μονοπάτι για το χάνι του Ζαγκανά. Το δεύτερο αυτό κομμάτι της διαδρομής είναι γύρω στα 45 λεπτά και θέλει λίγη προσοχή παραπάνω, καθώς σε κάποια σημεία το μονοπάτι χάνεται.
- Από Καλοσκοπή μέχρι την κορυφή Πυραμίδα (2.510 μ.): Η Καλοσκοπή αποτελεί το κλασικότερο σημείο ανάβασης της Γκιώνας. Είναι μια μεγάλη σε μήκος διαδρομή, που μπορεί να γίνει ανάλογα με τις αντοχές σε μία ή και δύο μέρες.
Η διαδρομή είναι σχετικά ομαλή -μέτριας δυσκολίας- και δεν απαιτείται κάποιος ιδιαίτερος εξοπλισμός (σχοινιά, πιολέ, μποντριέ κ.λπ.), εκτός από ένα καλό ζευγάρι ορειβατικά παπούτσια. Ωστόσο, χρειάζεται κάποια σχετική εμπειρία στην ανάγνωση χάρτη, γιατί το πυκνό δίκτυο χωματόδρομων (έχουν φτιαχτεί για να εξυπηρετήσουν τα λατομεία βωξίτη) μπορεί πολύ εύκολα να σας μπερδέψει και να καταλήξετε χαμένοι κάπου μεταξύ Οίτης και Παρνασσού! Το πρώτο κομμάτι της διαδρομής ώς την τοποθεσία Μνήματα μπορεί να επιταχυνθεί, καθώς είναι όλο πάνω στον δασικό δρόμο και μπορείτε να το κάνετε με το αυτοκίνητο. Εναλλακτικά, θα σας πάρει περίπου μιάμιση ώρα για να φτάσετε ώς εκεί με τα πόδια. Στη συνέχεια ακολουθείτε το καλά χαραγμένο μονοπάτι μέχρι το οροπέδιο της Βαθιάς Λάκκας στη βάση της κορυφής.
Αυτό το κομμάτι ξεκινάει με ένα απότομο ανέβασμα της πλαγιάς της Πλατυβούνας και συνεχίζει ανηφορίζοντας τη ράχη μέχρι τη Βαθιά Λάκκα. Η διαδρομή είναι μία - μιάμιση ώρα και πολλές φορές το μονοπάτι διασχίζεται από τους χωματόδρομους των λατομείων. Θέλει ιδιαίτερη προσοχή για να ξαναβρίσκετε τη συνέχειά του. Στο οροπέδιο υπάρχει νερό και μπορεί να αποτελέσει κατάλληλο σημείο για κατασκήνωση. Από εκεί για να φτάσετε ώς την κορυφή ακολουθείτε το μονοπάτι που βγάζει ώς το διάσελο Πλατυβούνας - Πυραμίδας και σε περίπου 50΄ έχετε μπροστά σας το ανέβασμα της ράχης της Πυραμίδας. Είναι ένα ομαλό, αλλά μεγάλο σε μήκος ανέβασμα που θα σας πάρει μία με μιάμιση ώρα. Στο τέλος, όμως, θα σας ανταμείψει με μια μοναδική θέα από την υψηλότερη κορυφή της Ρούμελης!
ΣΤΑΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΣΥΚΙΑ.
Η Συκιά είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό σημείο προσέγγισης της Γκιώνας. Περπατώντας στα δρομάκια του χωριού, μπορεί κανείς να απολαύσει την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του και να αφεθεί στην πανέμορφη θέα του. Γεωγραφικά, βρίσκεται απέναντι από την Καλοσκοπή και η διαδρομή μέχρι εκεί είναι πανέμορφη και γεμάτη ευχάριστες εκπλήξεις που δημιουργούν τα τρεχούμενα νερά. Φτάνοντας στο χωριό, μας καταλαμβάνει δέος από τη θέα της Πλάκας της Συκιάς. Λίγο πιο πάνω από τα όρια του χωριού ξεκινάει ένας απότομος κοφτός ορεινός όγκος συνολικής υψομετρικής διαφοράς ούτε λίγο ούτε πολύ 1.000 μέτρων! Είναι η πιο μεγάλη συνεχόμενη αναρριχητική ορθοπλαγιά των Βαλκανίων και πόλος έλξης για πλήθος επίδοξων αναρριχητών.
Υπάρχουν αρκετές αναρριχητικές διαδρομές όλων των επιπέδων και η πλήρης ανάβασή της απαιτεί, λόγω του μήκους της, μία διανυκτέρευση στα μισά της διαδρομής. Για να καλυφθούν οι ανάγκες των αναρριχητών και των ορειβατών, στη θέση Λάκκα Καρβούνη έχει χτιστεί κέντρο υποδοχής χωρητικότητας 20 κλινών και λειτουργεί υπό την ευθύνη του Πεζοπορικού Ομίλου Αθηνών, ενώ στη Συκιά λειτουργεί αναρριχητικό κέντρο. Αν η ιδέα της Πλάκας σάς τρομάζει, μπορείτε να κάνετε εναλλακτικά μικρές πεζοπορικές διαδρομές γύρω από το χωριό ή και ανάβαση ώς την κορυφή της Γκιώνας.
- Από Συκιά μέχρι Ζωοδόχο Πηγή: Ο όγκος της Πλάκας είναι γεμάτος σπηλιές και μερικές από αυτές έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το εξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής έχει κτιστεί σε μία από αυτές. Για να φτάσετε ώς εκεί, στην έξοδο του χωριού κάνετε μια παράκαμψη δεξιά στο δρόμο που έρχεται από Λιδορίκι. Μετά από μια σύντομη διαδρομή περίπου δύο χιλιομέτρων σε χωματόδρομο, θα βρεθείτε μπροστά σε ένα πανέμορφο σπήλαιο στο εσωτερικό του οποίου έχει κτιστεί το εξωκλήσι. Πίσω από το ιερό του θα βρείτε μια λίμνη μικρού βάθους όπου λέγεται πως είχε βρεθεί η εικόνα της Παναγίας.
- Από Συκιά μέχρι Βαθιά Λάκκα - Πυραμίδα: Μια δεύτερη λιγότερο δημοφιλής διαδρομή για την Πυραμίδα, την κορυφή της Γκιώνας, ξεκινάει από τη Συκιά. Είναι αρκετά πιο απαιτητική από τη διαδρομή της Καλοσκοπής και προϋποθέτει σχετική οικειότητα με την ορειβασία. Ξεκινώντας από το πάρκινγκ του χωριού, το μονοπάτι μπαίνει στη χαράδρα που κατεβαίνει από τα βορειοανατολικά και κρατάει σταθερή πορεία στην αριστερή πλευρά της, έχοντας απέναντι την Πλάκα. Μετά από περίπου δυόμισι ώρες μάλλον επίπονης ανάβασης φτάνετε στο οροπέδιο του Λάζου. Εδώ υπάρχει νερό και δυνατότητα κατασκήνωσης, αν βλέπετε πως δεν έχετε άλλες αντοχές για την επόμενη ανάβαση. Στην άκρη του οροπεδίου συνεχίζει το μονοπάτι με κατεύθυνση βορειοανατολική μέσα στην κοίτη του ρέματος. Είναι ένα όχι και τόσο ομαλό μονοπάτι, που στο τέλος βγάζει στο διάσελο Μπότσικας - Πύργου βόρεια της Βαθιάς Λάκκας. Από εκεί μπορείτε να ακολουθήσετε τη διαδρομή για την Πυραμίδα όπως ακριβώς περιγράφεται στη διαδρομή Καλοσκοπή - Πυραμίδα. Αν θελήσετε να κάνετε όλη την ανάβαση σε μία ημέρα, τότε ξεκινήστε πολύ νωρίς το πρωί για να προλάβετε, καθώς η ανάβαση στην Πυραμίδα από Συκιά διαρκεί το λιγότερο πέντε με έξι ώρες.
Να σημειωθεί ότι το φθινόπωρο ο καιρός είναι ευμετάβλητος και, πριν ξεκινήσετε οποιαδήποτε διαδρομή, πρέπει να είστε κατάλληλα εξοπλισμένοι για κάθε απρόοπτο. Ο περίπατος στο βουνό, ακόμα και ο φαινομενικά πιο εύκολος, μπορεί να κρύβει μεγάλους κινδύνους. Επίσης, αποφύγετε να πραγματοποιήσετε διαδρομές που είναι πέρα από τις δυνατότητές σας. Ενας οδηγός βουνού ή έστω ένας πεπειραμένος ορειβάτης μπορεί να σας βοηθήσει να χαρείτε την περιπλάνησή σας πολύ περισσότερο.
ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΤΕ:
Στην Γκιώνα θα ήταν καλύτερο να μεταβείτε με το δικό σας όχημα, καθώς τα δρομολόγια των τοπικών συγκοινωνιών είναι ιδιαίτερα αραιά.
Συγκεκριμένα:
Με αυτοκίνητο: Στο 200ό χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας, μετά τις Θερμοπύλες, ακολουθήστε τον οδικό άξονα προς Αμφισσα και στο 51ο χιλιόμετρο, περνώντας από Γραβιά, ακολουθήστε το δρόμο που υπάρχει δεξιά. Σε 15 χιλιόμετρα είστε στην είσοδο της Καλοσκοπής. Σε αρκετά σημεία υπάρχει και η αντίστοιχη σήμανση.
Με τρένο: Ο πλησιέστερος σταθμός είναι του Μπράλου. Από εκεί πρέπει να πάρετε ταξί για μια διαδρομή περίπου 30 λεπτών.
Με ΚΤΕΛ: Για να πάτε ώς την Καλοσκοπή ή τη Συκιά, πρέπει να φτάσετε πρώτα ώς τη Λαμία ή την Αμφισσα. Από εκεί μπορείτε να αλλάξετε λεωφορείο, αλλά πρώτα ελέγξτε τα δρομολόγια τηλεφωνικά για να μη βρεθείτε προ εκπλήξεων (ΚΤΕΛ Αμφισσας τηλ. 22650-28.226, ΚΤΕΛ Λαμίας τηλ. 22650-63.276)

12/11/09

Ορεινή Φθιώτιδα:Παύλιανη!

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΙΤΗΣ!
Ζεστοί και φιλόξενοι άνθρωποι που αγκαλιάζουν τον επισκέπτη και ένα τοπίο πνιγμένο στα έλατα, σε ένα ορεινό χωριό δύο ώρες μονάχα μακριά από την Αθήνα, επάνω στη βατή και εξίσου φιλόξενη Οίτη. Μοιάζει κελεπούρι - και είναι.
Αν αναρωτιέστε για ποιο προορισμό ακριβώς μιλάμε, δεν έχετε παρά να βγείτε στην Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας και στον κόμβο των Θερμοπυλών, εκεί που η ταμπέλα δείχνει προς Πάτρα, Αμφισσα κ.τ.λ., να στρίψετε αριστερά. Αν και έχει στροφές, η ανάβαση στην Οίτη είναι ομαλή, ενώ όσο πιο ψηλά ανεβαίνουμε η θέα προς τον κόλπο του Μαλιακού είναι εξαιρετική. Κι εκεί που η Φθιώτιδα συναντά τη Φωκίδα, εκεί ακριβώς -μέσα στα όρια της πρώτης- συναντήσαμε κι εμείς την Παύλιανη, ένα πανέμορφο ορεινό χωριό, σε 1.030 υψόμετρο περίπου.
Πρόκειται για έναν τόπο που έχει κερδίσει ντόπιους και επισκέπτες, με τους πρώτους να γίνονται ολοένα και περισσότεροι (μια και δειλά δειλά κάποιες οικογένειες ή και μεμονωμένα άτομα ξαναγυρίζουν μόνιμα στον τόπο καταγωγής τους) και τους δεύτερους να κατακλύζουν το χωριό, με την πρώτη ευκαιρία. Χτισμένη στην είσοδο του Εθνικού Δρυμού της Οίτης, ενός από τα πλέον βατά βουνά της χώρας, όπως έσπευσαν να μας ενημερώσουν οι περισσότεροι ντόπιοι με τους οποίους μιλήσαμε («ολόκληρο το βουνό, απ' άκρη σ' άκρη, περπατιέται», μας είπαν τόσο ο κύριος Παναγιώτης όσο και ο κύριος Νίκος, δεινοί πεζοπόροι και οι δύο), η Παύλιανη είναι από τους τόπους που όποιος έρθει μια φορά, σίγουρα θα ξαναγυρίσει… Εδώ, άλλωστε, «ο άνθρωπος καλοσυνεύει», όπως μας είπε με αγάπη για το μέρος όπου μεγάλωσε η κυρία Λένα.
Στα χνάρια του μύθου και της Ιστορίας.
Η Παύλιανη λέγεται ότι πήρε το όνομά της από τους πρώτους της κατοίκους, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι που πίστεψαν στα διδάγματα του Αποστόλου Παύλου. Το δε χωριό αρχικά ήταν χτισμένο σε μια τοποθεσία πιο κάτω, εκεί περίπου που τώρα βρίσκεται το χωριό Οίτη.
Η Παύλιανη, ωστόσο, ως τοποθεσία, είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Κοντά στο σημερινό χωριό και σε 1.800 υψόμετρο υπάρχουν τα ερείπια από τον αρχαίο ναό που ήταν αφιερωμένος στο μυθικό ήρωα Ηρακλή. Πρόκειται για τον τόπο όπου λυτρώθηκε ο Ηρακλής από τον τυραννικό χιτώνα της Δηιάνειρας πάνω στην πυρά και έγινε ημίθεος με την επέμβαση του Δία.
Σήμερα, στην Πυρά του Ηρακλέους διατηρούνται σπόνδυλοι κιόνων, τμήματα του θριγκού και τριγλύφων, οι οποίοι ανήκουν σε πρόστυλο δωρικό ναό του 3ου αιώνα π.Χ. Νοτίως του ναού υπάρχει ο βωμός, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε συνεχώς από την αρχαϊκή εποχή μέχρι την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας, οπότε και έγινε επέκταση του αρχικού περιγράμματος και οριοθέτησή του με λιθόπλιθους. Κατά τα έτη 1919 - 20 πραγματοποιήθηκε ανασκαφική έρευνα από τον αρχαιολόγο Ν. Παπαδάκη. Τότε, καθαρίστηκε το εμφανές τμήμα του ναού και ανασκάφθηκε η Πυρά, ενώ το 1988 επαναλήφθηκε η ανασκαφή στο χώρο για περαιτέρω διερεύνηση.
Αξίζει να δείτε.
Στην είσοδο της Παύλιανης, η οποία να σημειώσουμε ότι χωρίζεται σε Ανω και Κάτω, θα συναντήσετε το μνημείο των πεσόντων στη μάχη που έγινε στο χωριό τον Ιούνιο του 1943. Προχωρώντας, κι ενώ βρίσκεστε ακόμα στην Κάτω Παύλιανη, μπορείτε να σταθείτε για καφέ ή και γίδα βραστή στο καφενείο που θα συναντήσετε στο άνοιγμα που κάνει ο δρόμος ή για αγορά τοπικών προϊόντων από την υπαίθρια αγορά που θα ξεπροβάλει μπροστά σας πάνω στη στροφή. Εκεί, πιθανότατα, θα έχουν σταματήσει και κάποιοι «εντουράδες», μια και το μέρος όχι μόνο ενδείκνυται, αλλά και προτιμάται από τους φίλους του μηχανοκίνητου αυτού σπορ…
Επιβιβαστείτε ξανά στο αυτοκίνητο και τραβήξτε προς την Ανω Παύλιανη. Στο δρόμο μην ξαφνιαστείτε αν δείτε άλογα να ξαποσταίνουν και παραδίπλα πεσμένους κορμούς δέντρων. Αν δεν έχει πιάσει ακόμα το χιόνι, τα άλογα με την καθοδήγηση των αφεντικών τους έχουν έρθει από το βουνό και κουβαλούν κορμούς δέντρων που αργότερα θα κοπούν και θα γίνουν ξύλα για το τζάκι. Σε τέτοιο υψόμετρο, άλλωστε, το τζάκι στα σπίτια καίει τον περισσότερο καιρό…
Στην Ανω Παύλιανη είναι ολοφάνερη η ανοικοδόμηση των τελευταίων χρόνων και, απ' ό,τι μάθαμε, οφείλεται στο πιλοτικό πρόγραμμα Habitat Agenda, στο οποίο είναι ενταγμένη, και αφορά τη βιώσιμη ανάπτυξη των χωριών και την εκτέλεση πρότυπων έργων ανάπλασης για την αναβάθμισή τους. Επισκεφθείτε την εκκλησία του Aγίου Aθανασίου στην πλατεία, η οποία είναι του 19ου αιώνα και έχει αξιόλογες παλαιές εικόνες, και το πέτρινο Δημοτικό Σχολείο. Xαρακτηριστικό, άλλωστε, της κοινότητας είναι η κυριαρχία στην οικιστική της ανάπτυξη της πέτρας και του ξύλου. Λίγο πιο πάνω οι καρυδιές και οι καστανιές εναλλάσσονται με τα έλατα, ενώ προχωρώντας θα ακούσετε νερό να κυλάει, χωρίς να μπορείτε να εντοπίσετε πού. Ψάξτε λίγο καλύτερα. Κάτι όμορφο θα βρείτε (δυστυχώς, ανάμεσα σε αρκετά σκουπίδια, τα οποία ελπίζουμε τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές να έχουν γίνει παρελθόν). Από εκεί και πάνω, αν δεν έχετε πεινάσει για να γυρίσετε πίσω σε κάποια από τις παραδοσιακές ρουμελιώτικες ταβέρνες του χωριού, μπορείτε να ξεκινήσετε για πεζοπορία στο βουνό.
Αν είστε αποφασισμένοι και έχετε συμβουλευθεί τους σωστούς χάρτες, ντόπιους ή φίλους σας που γνωρίζουν το μέρος και το βουνό, μπορείτε να ξεκινήσετε για μικρές ή μεγάλες εξορμήσεις:
• Στον Eθνικό Δρυμό της Oίτης μέχρι το καταφύγιο.
• Στις περίφημες Kαταβόθρες (όπου τα γάργαρα νερά χάνονται κάτω από τον βράχο για να βγουν αργότερα στην απόκρημνη χαράδρα του Γοργοποτάμου με τους καταρράκτες) και στην κορυφή Γρεβενό.
• Στην Πυρά του Hρακλέους και στον Kούβελλο.
• Και μόλις επιστρέψετε στο χωριό ή καλύτερα μόλις ξεκουραστείτε, μην παραλείψετε να επισκεφθείτε το καμάρι των ντόπιων, το φυσικό πάρκο στις πηγές του Aσωπού! Εδώ, τα λόγια είναι περιττά. Εμείς παραλίγο να μην προλάβουμε να το επισκεφθούμε, και χωρίς υπερβολή, θα είχαμε χάσει τη μισή μαγεία του μέρους… Αριστερά το δάσος, δεξιά το ποτάμι, δέντρα αιωνόβια, ίχνη από αγριογούρουνο που πέρασε από το ίδιο σημείο λίγο νωρίτερα(!), όπως διέκρινε ο κύριος Δημήτρης, έμπειρος κυνηγός, ένα μονοπάτι μαγευτικό που καταλήγει στην καρδιά του φυσικού πάρκου. Με σεβασμό και αγάπη για το φυσικό τους στολίδι, οι Παυλιανίτες κάνουν χιούμορ σχολιάζοντας με κίτρινη μπογιά ή σε ξύλινες ταμπέλες διάφορα μπλεξίματα των δέντρων και της Φύσης… (δεν σας τα αποκαλύπτουμε, να πάτε να τα δείτε), ενώ για τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες στην καρδιά του πάρκου έχουν φτιάξει υποδομές για river volley και άλλες αθλοπαιδιές στο ποτάμι. Σύντομα, στο σημείο ακριβώς που ξεκινά το μονοπάτι θα είναι έτοιμο και ένα πάρκο υδροκίνησης, όπου θα μπορούμε να δούμε πώς γινόταν παλιά το πλύσιμο των ρούχων και όχι μόνο…
Η Οίτη.
Η Οίτη απλώνεται από ανατολικά προς τα δυτικά σε μήκος 20 χλμ. και από βορρά προς νότο σε μήκος 18 χλμ. περίπου. Στη βορινή πλευρά της απλώνεται ο κάμπος της Λαμίας, που τον διατρέχει ο Σπερχειός. Στη δυτική πλευρά της, ο ποταμός Ιναχος τη χωρίζει από ένα μικρό βουνό, το Γουλινά. Στα νότια, ένα διάσελο τη χωρίζει από την Γκιώνα και στ' ανατολικά ο ποταμός Ασωπός τη χωρίζει από το Καλλίδρομο.
Η Οίτη, με την πρώτη ματιά, φαντάζει απόκρημνη και απρόσιτη. Βαθιές χαράδρες και άγριο ανάγλυφο δίνουν την αίσθηση ενός απροσπέλαστου βουνού. Οταν όμως φθάσει κανείς πάνω από τα 1.800 μ., ξαφνικά όλα ημερεύουν! Οροπέδια, λιβάδια και στρογγυλεμένες κορυφές εκτείνονται σε όλο το κεντρικό συγκρότημα του βουνού, διαφοροποιώντας το από τους γείτονές της, τα Βαρδούσια και την Γκιώνα, που με την αλπική τους διαμόρφωση εντυπωσιάζουν περισσότερο τους ορειβάτες.
Η Οίτη λόγω των πετρωμάτων της (φλύσχης) είναι βουνό πλούσιο σε νερά. Από τα οροπέδιά της πηγάζουν τρία ποτάμια. Στα ανατολικά, ο Ασωπός και ο Γοργοπόταμος καταλήγουν στον Σπερχειό, αφού διαβούν απόκρημνα φαράγγια. Ο Ιναχος (Βίστριτσα), στα δυτικά, κυλάει σε πιο ήρεμο τοπίο και καταλήγει, όπως και τα υπόλοιπα ποτάμια, στον Σπερχειό. Στα νότια, η Οίτη βοηθάει κι αυτή για να ξεδιψάει η Αθήνα, μια που με διάφορα ρέματα συμβάλλει στο σχηματισμό του Μόρνου, κι αυτός με τη σειρά του στο σχηματισμό της ομώνυμης λίμνης. Πέρα από τα ποτάμια, σε όλο το βουνό υπάρχουν πολλές πηγές κι έτσι ο πεζοπόρος απολαμβάνει δροσερό νερό.
Σ' ένα βουνό με τόσα νερά δεν θα μπορούσαν να λείπουν μικρές λίμνες, όπως αυτές στο οροπέδιο Λειβαδιές κάτω από την κορυφή Γρεβενό και καταρράκτες, με πιο εντυπωσιακό (στα 1.300 μ. ύψος) τον καταρράκτη πάνω από το χωριό Κομποτάδες, στο Στενοβούνι, που στερεύει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Από την Οίτη απολαμβάνει κανείς, νότια, πολύ ωραία θέα προς τα Βαρδούσια και την Γκιώνα, και βόρεια προς τον κάμπο του Σπερχειού, ειδικά το σούρουπο, την ώρα που πέφτει η νύχτα και τρεμοσβήνουν τα φώτα των χωριών που βρίσκονται στον κάμπο και στις νοτιοδυτικές απολήξεις της Οθρυος, απέναντι.
Ο Εθνικός Δρυμός της Οίτης.
Ο Εθνικός Δρυμός της Οίτης ιδρύθηκε το 1966, έχει έκταση 70 τ. χλμ. Τα όρια του Δρυμού που ξεκινούν από 600 υψόμετρο, στη βόρεια πλευρά της Οίτης, πάνω από την κοιλάδα του Σπερχειού και τα χωριά Μεξιάτες, Λουτρά Υπάτης και Αργυροχώρι, περιλαμβάνουν τις ψηλές κορφές του βουνού Γρεβενό (2.116 μ.), Αλύκαινα (2.051 μ.) και Σέμπη (2.091 μ.).
Με το διαχειριστικό σχέδιο που εκπονήθηκε το 1996 από το Εθνικό Ιδρυμα Αγροτικών Γεωργικών Ερευνών (ΕΘΙΑΓΕ), προτείνεται γενναία επέκταση των ορίων της περιφερειακής ζώνης, ώστε να ισχύσει ειδικό καθεστώς προστασίας, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση του βουνού.
Το βουνό αντιμετωπίζει διάφορες απειλές, αφού και η νομοθεσία που διέπει το καθεστώς των Εθνικών Δρυμών δύσκολα τηρείται. Παράνομα μεταλλεία, λαθροθηρία, παράνομη βόσκηση, ενώ μεγάλη πληγή αποτελεί στο σώμα της Οίτης ένα πυκνό δίκτυο άχρηστων δασικών και κτηνοτροφικών χωματόδρομων, άναρχα και απερίσκεπτα διανοιγμένο, το οποίο επιτάθηκε και από τη διάνοιξη δρόμων για λατομικούς σκοπούς, παλιότερα.
ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΤΕ:
Η Παύλιανη βρίσκεται 240 χλμ. μακριά από την Αθήνα, δύο με δυόμισι ώρες διαδρομής δηλαδή, μέσω της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας. Πριν φτάσετε στη Λαμία, στον κόμβο των Θερμοπυλών, θα στρίψετε αριστερά προς Πάτρα, Αμφισσα κ.τ.λ. Ακολουθήστε τις ταμπέλες και δεν πρόκειται να χαθείτε… Από τη Θεσσαλονίκη, η διάρκεια της διαδρομής είναι μεγαλύτερη, μια και η χιλιομετρική απόσταση αυξάνεται κατά το 1/3 περίπου, και αγγίζει τα 340 χλμ., ενώ η πρόσβαση από Πάτρα γίνεται μέσω Ναυπάκτου - Ερατεινής - Ιτέας - Αμφισσας - Μπράλου και είναι περίπου 160 χλμ.
ΤΙ ΝΑ ΨΩΝΙΣΕΤΕ:
Φεύγοντας από το χωριό, κάντε μια στάση στην υπαίθρια αγορά που βρίσκεται στην Κάτω Παύλιανη και αγοράστε φασόλια, μήλα, βανίλιες, ρίγανη και φυσικά τσάι από την Οίτη. Επίσης αξίζει να προμηθευτείτε Λικέρ από καρύδι ή κράνο (ένα μάλλον ξινό αλλά μυρωδάτο φρούτο του δάσους) και χειροποίητα γλυκά του κουταλιού
Κική Βασσάλου.

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ :Η ΑΡΚΟΥΔΑ.


Ιδού και ένα δημιούργημα της πεθεράς.
Η Αρκούδα.
Μία φορά κι έναν καιρό ήταν μια πεθερά που βα­σάνιζε τη νύφη της. Ο ελληνικός λαός δεν παραδέ­χεται καθόλου πως υπάρχει πεθερά κακή για τον γαμ­βρό της. «Ίσια ίσια γι’ αυτόν γεννάει κι ο κόκορας της πεθεράς αυγό».
Αν ιδής μάλιστα εις ένα σπίτι πεθερά, λέγει ο λαός, κοίταξε πως είναι σκουπισμένη η σκάλα, για να καταλάβης αν είναι πεθερά του ανδρός ή της γυναικός του. Αν είναι πεθερά του γαμβρού, τουτέστι μητέρα της νύφης, η σκάλα είναι κακοσαρωμένη. Από φόβο μήπως χαλάση τον πρωινόν ύπνο του γαμβρού και της κόρης της, ίσια, που εγγίζει τη σκούπα στα σανίδια. Αν είναι όμως μητέρα του γαμβρού, τότε χτυπάει τόσο δυνατά για να ξυπνήση τη νύφη της, ώστε κάνει τη σκάλα καθρέφτη.
Η λαϊκή κακογλωσσιά δεν δέχεται γεράματα της γυναικείας φιλαρεσκείας. Θα έχετε ακούσει, βέβαια, πως ρώτησαν μια φορά κάποια πεθερά αν θέλη μέλι ή γαμβρό και εκείνη απήντησε:
- Που έχω ’γω, παιδιά μου, δόντια για μέλι...
Η πεθερά λοιπόν, που εβασάνιζε τη νύφη της, έδωκε σ’ αυτήν ένα πρωί μαύρα μαλλιά για να πάη στη βρύση να τα πλύνη όσο το δυνατό να γίνουν άσπρα.
- Μπορεί, μάνα, τα μαύρα μαλλιά να γίνουν ά­σπρα;…
-Μπορεί και παραμπορεί… Η άξια γυναίκα ό,τι δε θέλει δεν μπορεί.....
Η νύφη πήρε τα μαύρα μαλλιά και πήγε στη βρύση. Έπλυνε, ξέβγανε αλλά τα μαλλιά έβγαιναν πάντα μαύρα. Έφτασε το βράδυ κι η νύφη απόκαμε:
-Τώρα, είπε, τι να κάμω;.... Όπου κι αν είναι θα κουβαληθή ο Ιούδας εδώ και θα με γέψη... Λυπήσου με, Παναγιά μου, κάνε με έν’ αγρίμι να την πνίξω άμα έρθη να με βασανίση....
Η Παναγία την εψυχοπόνεσε και την έκαμε αρ­κούδα.
-Τώρα, Παναγιά μου, είπε και σου την σιγυρίζω...
Παραμέρισε σε μια κουφάλα και περίμενε την πε­θερά της. Εκείνη ήρθε και καθώς δεν είδε τη νύφη της δίπλα στα κανάλια, πήρε ένα ξύλο κι άρχισε να ψάχνη δεξιά και αριστερά στα πλατάνια. Την ώρα όμως που η Αρκούδα ήταν έτοιμη να της ριχθή και να την σχίση, εκείνη επρόλαβε και φώναξε:
-Αχ ετούτο τ’ αγρίμι έφαγε τη νυφούλα μου. ..
Κι έβαλε τέτοια κλάματα, ώστε η Αρκούδα είδε ή θάρρεψε πως την επονούσε στ’ αλήθεια. Και έτσι δεν την επήραξε, αλλά έφυγε στα βουνά».
Η παράδοσις είναι Ηπειρωτική. Θαύμα αβρότητος προς την πεθεράν εις τους μύθους του, εις τας παροιμίας του, εις τα τραγούδια του ο λαός αυτός. Ηπειρω­τικοί είναι και αυτοί οι στίχοι:
Κι η σκύλα πεθερά σου
θέλει μαχαίρωμα
μες το ξημέρωμα!...
Έως τώρα την Αρκούδα την εγνωρίζαμε από τους πρώην συμμάχους μας και από τα δημοτικά τραγούδια:
Κι όπ’ εύρης λάφια σκότωσ’ τα
κι αρκούδια ημέρωσέ τα
κι όπ’ εύρης και τον άνδρα μου
ρίξε και σκότωσέ τον,
μη τον βαρέσης σε πλευρό
κι αργήση να πεθάνη.
Ποιος είδε τον Αμάραντο
σε τι γκρεμνό φυτρώνει,
Τον τρων τα ’λάφια και ψοφούν
τ’ αρκούδια κι ημερεύουν.
Συντρόφοι μη μ’ αφήσετε
σε τούτον έρμο τόπο,
εδώ ’ν’ αγρίμια να με φαν
κι αρκούδια να με σχίσουν,
εδώ ’ναι φίδια με φτερά
με δεκοχτώ κεφάλια.

Με τας νέας όμως επαρχίας εγίναμε πλούσιοι αρκουδοπαραγωγοί. Τα Ηπειρωτικά όπως και τα Μακεδονικά ορεινά δάση κρύβουν αρκετόν πλήθος. Εν­νοείται, ότι καμμίαν αξίαν δεν προσθέτουν εις την γουνοπαραγωγήν μας, διότι η άσπρη αρκούδα, της οποίας έχει αξίαν το δέρμα, είναι σπάνιον φαινόμενον εις την Βαλκανικήν. Πού και πότε να ξεκόψη καμμία από την Ρωσσίαν.
Έχομεν λοιπόν μόνον το βάσανόν των, βάσανον της βλαστήσεως, εν μέρει της στάνης, αλλά μέγα βάσανον για τα μελισσομάντρια, διότι το μέλι είναι η μεγάλη αδυναμία της και το μελισσοτρύγισμα το κύριον ταλάν της. Ως και η Αλεπού ακόμη της ανεγνώρισε αυτήν την ειδικότητά της.
Μια φορά είχαν κάμει συντροφιά για να χαλούν μελίσσια. Η Αλεπού είχε τη βάρδια κι η Αρκούδα το χάλασμα της κυψέλης. Έτρωγεν όσο ήθελε και όταν έφευγε, έπαιρνε μαζί της ένα κομμάτι για κείνην αλλά μετ’ ολίγον η Αλεπού επίστεψεν, ότι μπορεί να χαλάση και μόνη της μελίσσια.
Επήρε λοιπόν τα Αλεπόπουλα, τα έβαλε στα κα­ραούλια (σκοπούς) και διηυθύνθη μόνη της στο μελισσομάντρι. Αλλά συνηθισμένη από τα κοτέτσια, ήρχισε ν’ αναποδογυρίζη ένα ένα τα μελίσσια· πετάχτηκαν σύννεφα οι μέλισσες, της έζωσαν το κορμί της ως την ουρά και δεν είδε από ποια πόρτα έφυγε. Άμα έφθασε στα παιδιά της είπε:
- Πάμε, παιδιά μου, δεν είμαστε για μεγάλες δου­λειές εμείς σαν την Αρκούδα. Είμαστε μόνον για καραούλια καλοί....
Για ποια μεγάλη δουλειά δεν είναι άξια η Αρ­κούδα; Δαμάζει θηρία, σκαρφαλώνει στα πλέον υψηλά δένδρα για να φάη καρπούς, πετροβολά με θαυμασίαν δεξιότητα και μόνον μίαν αδυναμίαν της ευρήκαν οι βοσκοί του Ζαγορίου, όπως μου έλεγαν: Τη φωτιά.
Άμα ιδή δαυλί, φεύγει σαν η Αλεπού τα μελίσσια. Αν οι βοσκοί δεν έχουν αναμμένη φωτιά τσακμακίζουν τα στουρνάρια τους και την προγγούν με τις σπίθες! Πώς αυτό το παντοδύναμο και άτρομο ζώο επήρε με τόσο φόβο τη φωτιά; Να της θυμίζη το σπίτι της, τουτέστι την πεθερά της;


ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ : Η ΜΠΕΚΑΤΣΑ.


Προσοχή, διότι έχετε απέναντι σας μίαν αγγλοπρεπεστάτην κυρίαν του ελληνικού Λόγγου. Πάντα τα κατ’ αυτήν είναι μέθοδος, ρυθμός, τάξις, πρωτόκολλον. Θα βγη από τα χαμόκλαρα, άμα φανή το πρώτο αστέρι κατά τους νατουραλιστάς. Το δρομολόγιόν της είναι τόσον τυπικόν, ώστε παλαιοί πρακτικοί κυνηγοί βεβαιούν, ότι το έκλεψαν μέχρι τελευταίας γραμμής και το παραθέτουν στα βιβλία των ως δελτίον τελετής. Την τάδε ώρα βγαίνει από τα χαμολόγια, την δείνα θα περάση από κει, τώρα είναι στο λόφο, ύστερα θα είναι στο ρέμα. Αν είναι υγρασία ιδέτε τα ανατολικά· αν είναι ξέρα, κατεβήτε στα όχτια, κτυπήστε εκείνη την τούφα κλπ.

Με ένα πουλί τόσον αυστηράς εθυμοτυπίας φυσικόν είναι να νταραβερίζεται κατά προτίμησιν ο κ. Σκουλούδης. Τι συνθετοποίησις, αλήθεια, ενός ανθρώπου είναι η κυνηγετική του ειδικότης! Ο κ. Ξ. λόγου χάριν, τολμηρός σιτέμπορος του Πειραιώς, είναι σπεσιαλίστ περιστεροκυνηγός. Άνθρωπος ζων μέσα εις τον ίλιγγον ενός κυματώδους εμπορίου, πως είναι δυνατόν να μην έχη ιδιαιτέραν αδυναμίαν για το πουλί, που το φτερό του είναι μια τρικυμία και το κυνήγι του ένα άθροισμα διανοητικής και ψυχικής σβελτωσύνης, τόλμης και ορμής, ό,τι τέλος πάντων πρέπει να έχουν οι άνθρωποι που ο Λυσίας, εις τον αναβαλλό­μενον που τους έψαλε (κατά Σιτοπωλών), είπε γι’ αυτούς το «ενίοτ’ ειρήνης ούσης υπό τούτων πολιορκούμεθα;»
Αφού λοιπόν το πουλί αυτό έχει τόσην τάξιν στη ζωή του, αφού το πρόγγραμμά του κατώρθωσαν να το κλέψουν οι κυνηγοί, αφού επί πλέον έχει το νοστι­μότερο κρέας από όσα τρέφει ο Λόγγος, πώς ζη ακόμα, πώς, μολονότι αυξάνονται και πληθύνονται οι ερασταί του, αυτό μόλα ταύτα έρχεται κάθε χρόνον αφθονώτερο με τα πρώτα δροσόπαγα του Οκτωβρίου;
Βεβαιωμένον λοιπόν πράγμα κατά τους νατουραλιστάς, ότι ο Θεός δεν έπλασε κανένα πλάσμα του με τόσην στοργικήν πρόνοιαν. Πρώτα πρώτα είναι διφυής ύπαρξις. Χωριστή ζωή η μύτη της, χωριστή η μπεκάτσα. Η μύτη της αναμοχλεύει την Γην για σκου­λήκια και τα μάτια της, ξένα απ’ αυτήν την ενασχόλησιν, είναι σαν δραγάταις απάνω στην φυλάχτρα τους, ανιχνεύοντα σκιάς, θορύβους, ανέμους, φύλλα, κάθε ανάσα του λόγγου. Αν αντιληφθή τον κίνδυνον μακρινόν, σπεύδει να πετάξη, κατ’ αρχάς τρικλίζουσα στον αέρα, σαν να είναι στουπί στο μεθύσι, και κα­τόπιν ευθυγραμμίζουσα το πέταγμά της σαν βέλος. Οι πολύπειροι κυνηγοί συνιστούν αναμονήν μέχρις ότου «στρώση», τουτέστι μέχρις ότου πάρη το γραμμικόν πέταγμα.
Άμα όμως ο κίνδυνος είναι πολύ κοντά της, ώστε να μην έχη καιρό να πετάξη, τότε στρώνεται απάνω στο χώμα και γίνεται ένα μ’ εκείνο. Αν τυχόν ο χρω­ματισμός της είναι ολίγον αταίριαστος, το πιθανώτερον είναι να την πάρετε για ένα λιθάρι, ή για μια τούφα ξηρών φύλλων ή για μια ριζαμιά, παρά να νομίσετε ότι εκείνο που βλέπετε είναι ζωντανό πράγμα. Κανείς δεν της ηρνήθη σοφίαν διά τον τρόπον με τον οποίον εκλέγει τα βοσκοτόπια της. Δεν πρέπει μόνον να έχουν σκουλήκια και έντομα, αλλά να μην κάνουν και καμμίαν παραφωνίαν με την τουαλέτταν της.
Ένα μόνον λησμονεί κάποτε: ότι η γη σφίγγει τη νύχτα από το γυαλοπάγι και το πρωί την βρίσκουν οι χωρικοί σαν σπαθί φρυμένην, με την μύτην της στο χώμα.
Τι της είχεν όμως γράψει η Μοίρα της! Να την ντύση ο θεός με τόσην πρόνοιαν, να της χαρίση τόσην νοημοσύνην, ώστε να χρησιμοποιή τα εις χρώματα, εις μύτη και εις μάτια δώρα της, και να της βγη από μεριά εχθρός ο Έδισσων. Αυτό το πουλί στερείται του τηλεγραφικού αισθητηρίου, όπως θα έλεγεν ο κ. Πρωθυπουργός. Αν είναι εμπρός του τηλεγραφικόν σύρμα, θα πέση απάνω του και θα σκοτωθή. Πριν ανακαλυφθή ο τηλέγραφος, εχθρούς μεγάλους είχε μόνον τους φάρους. Οι νατουραλισταί, απελπισθέντες ν’ ανακαλύψουν από πού έρχεται και πού πηγαίνει, εζήτησαν με μελετάς επί των φάρων ν’ ανακαλύψουν την προέλευσίν του και την διεύθυνσίν του. Αλλ’ επί τέλους αφού εχύθη μελάνη, όση διά την εξέλιξιν ενός πλανήτου, κατέληξαν εις την βεβαίωσιν, ότι έρχεται από παντού και πηγαίνει παντού.
Ο ελληνικός λαός πιστεύει, ότι στα σπλάγχνα του κρύβεται μαργαριτάρι. Οι κυνηγοί λέγουν, ότι είναι τα ίδια τα σπλάγχνα του μαργαριταρένια και συνιστούν να μην αφαιρούνται, κατά το μαγείρευμα, δίχως μάλιστα καθόλου να καθαρίζωνται, διότι η Μπεκάτσα άμα σηκωθή να πετάξη είναι στα ενδότερα της η ίδια όπως όταν πρωτοκάθησε να βοσκήση.
Τέλος ο σύζυγος της Μπεκάτσας, κατά τον κ. Μαυρουδήν, συλλέξαντα αρκετάς παραδόσεις περί μερικών πουλιών, είναι τρομερά ζηλότυπος, και μάλιστα όταν η σύζυγος του κλώθη τ’ αυγά της αυτός κάθεται πλα­γιασμένος δίπλα στη φωλιά.

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ: Ο ΕΣΒΟΣ.


Η Ζωολογία νομίζω τον ονομάζει Ασβόν. Εάν ο Ζωολογικός Κήπος δεν έχη Ασβόν του χαρίζω ένα τον οποίον τρέφω από μηνός με κίνδυνον να μη πάρω πλέον ψήφον από τους χωρικούς μου. Διότι πρώτον το τετράποδον αυτό, το οποίον είναι ένα εύμορφον μίγμα αγριόχοιρου και αλεπούς, είναι κυριολεκτικώς «χαμός» διά τα σπαρτά.
- Καλύτερα να πέσουν στα χωράφια μας δυο βόδια παρά ένας Έσβος! μου έλεγαν προ ήμερων οι γειτόνοι μου γεωργοί.
Τα δίκαια αυτά παράπονά των κατά της περιθάλ­ψεως ενός καταστροφέως των σπαρτών, μου ενθυμί­ζουν ένα από τα συγκινητικότερα δώδεκα επαναστα­τικά αιτήματα των Γερμανών χωρικών του 15ου αιώ­νος κατά των τσιφλικούχων. Παραπονούμενοι διότι τοις απηγορεύετο η καταδίωξις των αγριμιών, τα οποία ανήκον εις την κυνηγετικήν κυριότητα των χωροδεσποτών, έλεγαν: «Υποφέρομεν βλέποντες τα σπαρτά μας, τα οποία ο Θεός μεγαλώνει διά το κα­λόν των ανθρώπων, να τα τρώγουν ανωφελώς αγρίμια δίχως κανένα λόγον και ημείς να είμεθα σιωπηλοί θεαταί τούτου, πράγμα το οποίον είναι εναντίον του Θεού και του πλησίον.»
Δυστυχώς εις την Ελλάδα η κυνηγετική νομοθε­σία είναι ακόμη φεουδαλιστική. Εκ των έως τώρα σημειωμάτων μου περί του αετού, της κίσσας, του μελισ­σοφάγου, του συκοφαγά, λαμβάνει κανείς οπωσδήποτε μίαν ιδέαν της διαρκούς μάχης του χωρικού απέναντι των αγριμιών, τα οποία είναι ολόκληρον πλήθος, όπως θα ιδήτε εις την σειράν αυτήν του «Λόγγου και του Βουνού» και το οποίον πλήθος ενώ σακατεύει την γεωργίαν, μόλα ταύτα ο χωρικός το μάχεται μόνον με τα πρωτογενή δόκανα, του προνομίου του κυνηγίου ανήκοντος μόνον εις τους ευπόρους.
Μετά τα σημειώματα αυτά, θα ομιλήσωμεν διά μα­κρών περί των νέων τάσεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας απέναντι του μεγάλου αυτού ζητήματος, το οποίον απασχολεί σήμερον μεγάλους αγροτικούς συγ­γραφείς βλέποντας εις την σύγχρονον κυνηγετικήν νομοθεσίαν τον ζωντανώτερον φεουδαλισμόν, αφού συμ­βαίνει το μοναδικόν αυτό, να τρέφωμεν ημείς το κυ­νήγι με τα σιτάρια μας, με τα σταφύλια μας, με τα μελίσσια μας, με τους κήπους μας, με τον ιδρώτα μας και να το τρώγουν οι πλούσιοι, δίχως ημείς να έχωμεν το ανθρώπινον δικαίωμα της αμύνης κατά των κατα­στροφέων μας αυτών.
Επιστρέφω εις τον Έσβον, ο οποίος μου έδωκεν αφορμήν εις την αρθρογραφίαν αυτήν. Ο ιδικός μου Έσβος διατρέχει και ένα άλλον κίνδυνον, ο οποίος δεν οφείλεται εις το μίσος των χωρικών κατά των αγριμιών, αλλά εις μίαν ισχυράν λαϊκήν πρόληψιν. Το δέρμα του είναι πολύτιμον ως προφυλακτικόν κατά της βα­σκανίας. Γνωρίζετε εξ άλλων λαογραφικών μελετών ότι η βασκανία, «το κακό μάτι», είναι ο φόβος και ο τρόμος των χωρικών της Ελλάδος. Τρέμουν τους ανθρώπους εις τους οποίους διάφοροι συμπτώσεις απέδωκαν την φήμην του «κακού ματιού». Προχθές μου έλεγε κάποιος γεωργός, ότι τα σπαρτά του ήταν περί­φημα έως την ώρα που επέρασε απ’ εκεί το «κακό μάτι» ενός χωριανού του. Του έρριψε χολέραν εις τα σπαρτά του, τα κλήματά του, εις τις ροδακινιές του και δεν κατώρθωσε να την σταματήση ούτε με αγιασμούς, ούτε με εξορκισμούς.
Προφυλακτικήν δύναμιν κατά της βασκανίας έχουν το δόντι του αγριόχοιρου, το κεχριμπάρι, το σκόρδο, αι τρίχες του λύκου και της αρκούδας και το δέρμα του Έσβου. Διά τούτο όταν προ μηνός έφεραν εις το καφενείον τον Έσβον, η πρώτη σκέψις των χωρικών ήτο να διαμελίσουν το δέρμα του. Ενώ λοιπόν ηπειλείτο ο πτωχός από ένα τοιούτον άγριον θάνατον, τον εζήτησα με την πρόφασιν ότι έχομεν χρέος να τον χαρίσωμεν εις τον Ζωολογικόν Κήπον και έκτοτε τον δια­τρέφω εγκάθειρκτον εις ένα πρώην δημαρχικόν γραφείον, δίχως καμμίαν πρόθεσιν να συμβολίσω την ανάλογον πολυφαγικήν δύναμιν των αγροτικών δημάρχων.
Το βέβαιον είναι ότι έχει ευμορφιάν. Η κεφαλή του, επιμήκης ως του χοίρου, είναι ασπρόμαυρη, με κάτι μικρά εξυπνότατα μάτια. Το δέρμα του τριχωτόν, ως το της αλεπούς, με την οποίαν ομοιάζει και εις τα πόδια. Δεν είναι ακόμη ενός έτους και έχει ανάστημα μεγάλου λαγού. Τρώγει ψωμί όλων των ειδών και προτιμά το σιταρίσιο. Παίρνει εύκολα θάρρος - έφαγε μόλις τον έφεραν εις το καφενείον - και κοιμάται πολύ, τόσον πολύ, ώστε πολλάκις τον εξυπνώ να του δώσω τροφήν.
Εάν ο Ζωολογικός Κήπος δεν τον χρειάζεται, ευ­χαρίστως τον δωρώ εις όποιον τον ζητήση, κατά προτίμησιν πάντοτε εις την νεοσύστατον Εταιρείαν των Ζωοφίλων. Μέχρις Αγρινίου, το οποίον απέχει εντεύθεν 22 ώρας, τον στέλλω ελεύθερον παντός τέλους, όχι όμως και ασφαλισμένον εκ των εν τω μεταξύ χω­ρικών, οι οποίοι, όπως είπα, θεωρούν το δέρμα του πολύτιμον κατά της βασκανίας, το δε κρέας του φάρμακον κατά διαφόρων ζωικών ασθενειών. Μήπως τον χρειάζεται κανείς συνάδελφος διά να μη τον πιάνη κακό μάτι;

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ: ΤΟ ΛΕΛΕΚΙ.


Στ’ «Ανοιχτά Μυστικά», του ο Φωτιάδης έχει λαμπρούς στίχους για την βραδινή στράτα του χωριού:
Με το χαμηλοπέταμα
του λέλεκα το βράδυ
την ώρα π’ αργοκίνητο
γυρίζει το κοπάδι...
Ποιος όμως θα ζωγραφίση την πρωινή στράτα του χωραφιού; Εμπρός ο ζευγίτης, πίσω τα βόδια, παραπίσω η γυναίκα με τα τσαπιά, τη χύτρα, τα πανέ­ρια κι’ απ’ επάνω τους τα Λελέκια, άσπρο σύννεφο στη γαλάζια καταχνιά της αυγής. Άμα φθάσουν στο χωράφι, η γυναίκα θα στήση το προσωρινό νοικοκυριό σ’ ένα δένδρο από κάτω, ο γεωργός θα ζέψη τα βόδια του κι άμα εκείνα ξεκινήσουν και τ’ αλέτρι αρχίση να ξεκλειδώνη την Γην, κοπάδι τα Λελέκια θα έρχωνται από πίσω, μαζεύοντα κάμπιες, σκουλήκια, σκαραμπαίους, σκορπιούς, ό,τι τέλος βλαβερόν ερπετόν ή έντομον ανασύρεται με το υνί, από τους κόλπους της αρούρης. Όταν τελείωση η σπορά, ο γεωργός ίσως θα λείπη πότε πότε, αλλά το Λελέκι θα είναι πάντα εκεί από το πρωί, καταδιώκον φίδια, ακρίδες, σαύρες βατράχια, κάθε πληγή της βλαστήσεως. Θαρρεί κανείς ότι τα νύχια του και το ράμφος του εβάφησαν άλικα μέσα εις τας καθημερινάς μάχας, που δίνει με τους εχθρούς της χλωρίδος. Αλλά φαίνεται, ότι κάποιες σταλιές αιμάτων οφείλονται και εις δράματα ερώτων. Μεγάλη ποιητική αφέλεια, ότι τα πουλιά έχουν μόνον τα βάσανα που τους αποδίδει το λαϊκό δίστιχο:
Και τα πουλιά που ’ναι πουλιά
κι αυτείνα έχουνε πάθια,
Παν να βοσκήσουν τον καρπό
και τα τσιμπούν τ’ αγκάθια.
Το πουλί τουλάχιστον αυτό που ζη όλην την ημέραν εντός της φυτικής ζωής, όπου οι γάμοι των υπέ­ρων και των στημόνων γίνονται δίχως όρκους και υπο­σχέσεις αιωνίας πίστεως, είτε διότι κουρνιάζει επά­νω στις καμινάδες των σπιτιών και πιστεύει αληθινά όλα όσα λέγουν οι άνθρωποι, είτε διότι από τα κα­μπαναριά, εις τα οποία αναπαύεται κάποτε, ακούει την χριστιανικήν επιταγήν «και ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω», έχει τας αυτάς με ημάς ιδέας περί συζυγικής ζωής. Λέγουν μάλιστα, ότι η γυναίκα του τρομοκρατείται από την ζήλειαν του, ότι παραμονεύει την διαγωγήν της και ότι δεν της συγ­χωρεί κανένα παρατράγουδο. Αλλά φαίνεται, ότι η μοναδική δύναμις την οποίαν έχει να δαμάζη τα φίδια» δεν είναι όση χρειάζεται για να κυβερνήση μίαν γυ­ναίκα, άμα την εγγίση ο πειρασμός. Και γι’ αυτό πολλάκις, μ’ όλην την αυστηρότητα με την οποίαν την παρακολουθεί, μ’ όλην του ακόμη την αντίληψιν, που του δίδουν οι γεωργοί, κατά τους οποίους μαντεύει το μέρος όπου κρύβεται το σκουλήκι, δεν κατορθώνει να προλαμβάνη πάντοτε την σωτηρίαν της συζυγικής του τιμής. Εις όλας τας πόλεις που ζη το πουλί αυτό, έχουν να σας διηγηθούν ερωτικά μακελέματα λελε­κιών κοπιαρισμένα επάνω στα περίφημα ελληνικά δράματα τιμής, προσθέτουν μόνον τούτο το ιδιαίτερον μερικοί: Ότι προηγουμένως γίνεται συμβούλιον το οποίον εξετάζει, ακούει τα καθέκαστα και μετά ταύτα εκδίδει την απόφασίν του εν πλήρει συνειδήσει. Η διαφορά δηλαδή μεταξύ ανθρώπων και λελεκιών έγ­κειται, εις το ότι εις εκείνα μεν το συμβούλιον προηγείται, εις ημάς δε έπεται, συγκροτούμενον εις το Κακουργιοδικείον, με πρόεδρον τον προϊστάμενον των ενόρκων. Φαίνεται όμως, ότι ο θεσμός των συμβουλίων τα οποία ημείς έχομεν εισαγάγει εσχάτως, είναι το κυριώτερον στοιχείον του πολιτεύματος των λελεκιών. Άμα, λόγου χάριν, φθάση η 6η Αυγούστου, ημέρα της αναχωρήσεώς των, πάλιν εις συμβούλιον ανατί­θεται η εξαίρεσις από το ταξίδι των γέρων και ανα­πήρων λελεκιών, τα οποία και σκοτώνονται από την Συνέλευσιν. Ορθόν όμως είναι να πληροφορηθούν οι συνάδελφοι βουλευταί, όσοι συλλέγουν στοιχεία κατά του θεσμού των συμβουλίων, ότι και εις το Κράτος των Λελεκιών, όπου λειτουργεί εκ γενετής των το αποκεντρωτικόν αυτό σύστημα, η επιτυχία του είναι υπό μεγάλην αμφισβήτησιν. Λέγουν, επί παραδείγματι, ότι στη Λαμία, εις παλαιάν εποχήν, κάποιος χασομέρης έβαλεν από περιέργειαν στη φωλιά Λελεκιών ένα αυγό χηναριού. Η Λελεκίνα το έκλωσε μαζί με τα δικά της και άμα το εξεκόλαψε και το Λελέκι είδε το μικρό χηνάρι την κατήγγελεν επί κλεψιγα­μία. Συνεκροτήθη το αρμόδιον συμβούλιον, ηρεύνησε την υπόθεσιν και εξέδωκεν απόφασιν θανάτου, η οποία και εξετελέσθη υπό τα όμματα πολλών ανθρώπων. - Ο Θεός και η ψυχή τους. - Οι άνθρωποι, βλέπετε, δεν νομίζουν αρκετά τα ερωτικά δράματα που γράφουν αυτοί και άμα τα μαχαίρια τα εδικά των έχουν κεσάτια, βάζουν τα ράμφη των Λελεκιών να δώσουν παρομοίας παραστάσεις.
Αλλ’ ενώ τόσα κοινά σημεία έχομεν με τα Λελέκια, είναι ζήτημα αν άλλος λαός τα κατεδίωξε σκληρότερα. Άμα η Παλαιά Ελλάς ηλευθερώθη, τα άφθονα Λε­λέκια της απετραβήχθησαν στην Ηπειροθεσσαλίαν. Άμα προσηρτήθη και εκείνη τα πολλά έφυγαν μαζί με τους Τούρκους. Λέγουν ότι είναι φιλότουρκα πουλιά. Αυτό είναι ακριβές. Όχι μόνον τας τουρκικάς πόλεις αγαπούν και προτιμούν, αλλά και τας συνοικίας, ακό­μη και τα Τουρκικά σπίτια, αν είναι μικτή η συνοι­κία. Έχουν τεραστίαν μνήμην και θυμούνται εις ποιο σπίτι βρήκαν ευσπλαγχνίαν και πού θηριωδίαν. Μίαν ή δυο εβδομάδας αφού έπεσαν τα Γιάννενα, η πρώτη επιτροπή των Τούρκων που έγινε και το πρώτο πα­ράπονο που έκαμε ήτο για τους πυροβολισμούς κατά των Λελεκιών. Όταν τα βράδυα ο Χότζας εκαλούσε τους πιστούς εις δέησιν από το ύψος του τζαμιού και τα Λελέκια τον συνώδευαν από τις στέγες με τα πένθιμα εκείνα κτυπήματα του ράμφους των, εφαίνοντο σαν να έκαναν ένα παράπονο στον Αλλάχ!.
- Έφυγες, Αλλάχ, από το Μεσολόγγι, πήγαμε στην Άρτα, ήρθαμε στα Γιάννενα... Από εδώ όμως, Αλλάχ, πολύ μακρυά μας έφυγες... Πού να σε φτάσουμε!