13/11/09

Γκιώνα:Αλπικό Φθινόπωρο.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, η Σελήνη πήγαινε να συναντήσει στις πλαγιές της Γκιώνας τον Ενδυμίωνα, γιο της Πύρρας και του Δευκαλίωνα, αφήνοντας τον κόσμο χωρίς φεγγάρι. Ετσι πήρε το όνομά του το Ασέληνον Ορος το ψηλότερο βουνό της Ρούμελης, που ανακαλύπτουμε πεζοπορώντας!
ΚΕΙΜΕΝΟ : ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΖΙΜΕΑΣ

Ανάμεσα στον Παρνασσό, τα Βαρδούσια και την Οίτη, η Γκιώνα, το υψηλότερο βουνό της Στερεάς Ελλάδας (2.510 μέτρα), έχει να δείξει τον δικό της ξεχωριστό χαρακτήρα. Λόγω των καθαρά αλπικών χαρακτηριστικών της, αποτελεί καταφύγιο για χρυσαετούς, γαλαζοκοτσύφια, ζαρκάδια, αγριογούρουνα, γυπαετούς και άλλα άγρια ζώα, ενώ στην κατάφυτη πλαγιά της προς το Λιδορίκι συναντάει κανείς αγριολούλουδα, έλατα, κέδρους και αγριοτριανταφυλλιές.
Είναι το λιγότερο τουριστικά ανεπτυγμένο βουνό συγκριτικά με τους «γείτονές» του και είναι ιδιαίτερα αραιοκατοικημένο. Αυτό ίσως κάνει την εξερεύνησή του ελάχιστα πιο απαιτητική, αλλά σίγουρα ενδιαφέρουσα. Σε αυτή την εξόρμηση θα χρειαστείτε βεβαίως έναν καλό οδικό χάρτη, ακόμα και αν διαθέτετε ηλεκτρονικό σύστημα πλοήγησης (GPS), καθώς και έναν τυπικό πεζοπορικό εξοπλισμό, για να εξερευνήσετε από κοντά τις όμορφες εκπλήξεις του Ασέληνου Ορους.
ΣΤΑΣΗ ΠΡΩΤΗ: ΚΑΛΟΣΚΟΠΗ.
Φτάνοντας στην πλατεία του γραφικού χωριού του νομού Φωκίδας, μπορεί κανείς να αντιληφθεί αμέσως το λόγο που τον έφερε ώς εδώ. Φρέσκος δροσερός αέρας, με την ανεπαίσθητη μυρωδιά του καυσόξυλου να σου γαργαλάει τα ρουθούνια, ενώ μια πανδαισία χρωμάτων φανερώνεται όπου και να κοιτάξεις. Πολύς κόσμος προτιμά το βουνό αποκλειστικά το χειμώνα, αλλά το φθινόπωρο είναι κάτι το τελείως ξεχωριστό. Τα πλατύφυλλα δέντρα κρατούν για τελευταίες εβδομάδες τα φύλλα τους πριν από τον ερχομό του χειμώνα και μια απέραντη παλέτα αποχρώσεων του καφέ και του πράσινου πλημμυρίζει το τοπίο. Μια τυπική καθημερινή ημέρα στο κέντρο αυτού του μικρού χωριού είναι συνήθως ήσυχη, αλλά κάνοντας μια βόλτα γύρω από την πλατεία του, μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι η Καλοσκοπή έχει έντονες μνήμες από την πολυτάραχη ιστορία της σύγχρονη Ελλάδας.
Ενα μνημείο του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, μια προτομή του Αρη Βελουχιώτη και ακριβώς δίπλα το Λαογραφικό Μουσείο, χτισμένο από τον βασιλιά Παύλο. Το 1944 το χωριό καταστράφηκε δύο φορές από τους Γερμανούς. Η έντονη ιστορική «δραστηριότητα» της περιοχής είχε ως αποτέλεσμα τη σχεδόν καθολική μετανάστευση των κατοίκων της προς την Αθήνα ή το εξωτερικό (κυρίως Αμερική και Αυστραλία) κάπου στη δεκαετία του '50. Τώρα, το χειμώνα παραμένουν λιγοστοί κάτοικοι (το δημοτικό σχολείο έκλεισε λόγω έλλειψης μαθητών το 1987), ενώ το καλοκαίρι, και κυρίως τον Αύγουστο, κατακλύζεται ξανά από κόσμο. Το Λαογραφικό Μουσείο δεσπόζει στο κέντρο του χωριού και μια σύντομη περιήγηση μπορεί εύκολα να σας μεταφέρει εικόνες από την εποχή που η Καλοσκοπή έσφυζε από δραστηριότητα. Τους καλοκαιρινούς μήνες είναι ανοικτό καθημερινά, αλλά τον υπόλοιπο χρόνο πρέπει να κάνετε ένα τηλέφωνο (κ. Γιούλα Κυριαζή, τηλ. 22650-61.251) για να έρθουν να σας ανοίξουν.
Στην Καλοσκοπή μπορείτε επίσης να ενημερωθείτε και για την «Κίνηση για τη Σωτηρία της Γκιώνας», μια συλλογική δράση κατοίκων (και όχι μόνο) των γύρω χωριών που αντιτίθενται στην επικείμενη επέκταση των λατομείων βωξίτη στην περιοχή. Ηδη από τη διαδρομή μέχρι το χωριό είναι εύκολο να διαπιστώσετε πως κάποια μέρη του βουνού... λείπουν κυριολεκτικά! Σε όλη την περιοχή υπάρχει μια ένταση γύρω από το θέμα, το οποίο έχει πάρει το δρόμο των δικαστηρίων και αναμένονται εξελίξεις σύντομα, καθώς η Κίνηση έχει κάνει αίτηση ακύρωσης της απόφασης της επέκτασης στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Η Καλοσκοπή λόγω θέσης αποτελεί το καταλληλότερο σημείο για ποικίλες πεζοπορίες και αναβάσεις όλων των επιπέδων, από απλούς περιπάτους μέχρι απαιτητικές αναβάσεις:
- Από Κακοτράχη μέχρι Κεφαλόβρυσο: Υπέροχη διαδρομή περίπου 2 χιλιομέτρων μέσα σε πυκνή βλάστηση.
- Από Τσιρωναίικα μέχρι Αη Νικόλα: Η διαδρομή ξεκινάει από το τέλος του χωριού στη γειτονιά Καλοθανασαίικα. Συνεχίζει περνώντας από το πέτρινο γεφύρι και μετά μια ομαλή πορεία 40 λεπτών φτάνει στον Αη Νικόλα. Σε αυτή την τοποθεσία βρίσκονταν οι αμπελώνες των Καλοσκοπιτών, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, κάθε χρόνο την ημέρα των Φώτων έθαβε κάθε οικογένεια στο αμπέλι της ένα μπουκάλι με αγιασμό για καλή σοδειά.
- Από το Στρογγυλό ώς το Μέγα Ρέμα και το χάνι Ζαγκανά: Μια όμορφη και ομαλή διαδρομή περίπου μισής ώρας μέχρι το παλιό πέτρινο γεφύρι στο Μέγα Ρέμα. Από εκεί ξεκινάει το μονοπάτι για το χάνι του Ζαγκανά. Το δεύτερο αυτό κομμάτι της διαδρομής είναι γύρω στα 45 λεπτά και θέλει λίγη προσοχή παραπάνω, καθώς σε κάποια σημεία το μονοπάτι χάνεται.
- Από Καλοσκοπή μέχρι την κορυφή Πυραμίδα (2.510 μ.): Η Καλοσκοπή αποτελεί το κλασικότερο σημείο ανάβασης της Γκιώνας. Είναι μια μεγάλη σε μήκος διαδρομή, που μπορεί να γίνει ανάλογα με τις αντοχές σε μία ή και δύο μέρες.
Η διαδρομή είναι σχετικά ομαλή -μέτριας δυσκολίας- και δεν απαιτείται κάποιος ιδιαίτερος εξοπλισμός (σχοινιά, πιολέ, μποντριέ κ.λπ.), εκτός από ένα καλό ζευγάρι ορειβατικά παπούτσια. Ωστόσο, χρειάζεται κάποια σχετική εμπειρία στην ανάγνωση χάρτη, γιατί το πυκνό δίκτυο χωματόδρομων (έχουν φτιαχτεί για να εξυπηρετήσουν τα λατομεία βωξίτη) μπορεί πολύ εύκολα να σας μπερδέψει και να καταλήξετε χαμένοι κάπου μεταξύ Οίτης και Παρνασσού! Το πρώτο κομμάτι της διαδρομής ώς την τοποθεσία Μνήματα μπορεί να επιταχυνθεί, καθώς είναι όλο πάνω στον δασικό δρόμο και μπορείτε να το κάνετε με το αυτοκίνητο. Εναλλακτικά, θα σας πάρει περίπου μιάμιση ώρα για να φτάσετε ώς εκεί με τα πόδια. Στη συνέχεια ακολουθείτε το καλά χαραγμένο μονοπάτι μέχρι το οροπέδιο της Βαθιάς Λάκκας στη βάση της κορυφής.
Αυτό το κομμάτι ξεκινάει με ένα απότομο ανέβασμα της πλαγιάς της Πλατυβούνας και συνεχίζει ανηφορίζοντας τη ράχη μέχρι τη Βαθιά Λάκκα. Η διαδρομή είναι μία - μιάμιση ώρα και πολλές φορές το μονοπάτι διασχίζεται από τους χωματόδρομους των λατομείων. Θέλει ιδιαίτερη προσοχή για να ξαναβρίσκετε τη συνέχειά του. Στο οροπέδιο υπάρχει νερό και μπορεί να αποτελέσει κατάλληλο σημείο για κατασκήνωση. Από εκεί για να φτάσετε ώς την κορυφή ακολουθείτε το μονοπάτι που βγάζει ώς το διάσελο Πλατυβούνας - Πυραμίδας και σε περίπου 50΄ έχετε μπροστά σας το ανέβασμα της ράχης της Πυραμίδας. Είναι ένα ομαλό, αλλά μεγάλο σε μήκος ανέβασμα που θα σας πάρει μία με μιάμιση ώρα. Στο τέλος, όμως, θα σας ανταμείψει με μια μοναδική θέα από την υψηλότερη κορυφή της Ρούμελης!
ΣΤΑΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ: ΣΥΚΙΑ.
Η Συκιά είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό σημείο προσέγγισης της Γκιώνας. Περπατώντας στα δρομάκια του χωριού, μπορεί κανείς να απολαύσει την παραδοσιακή αρχιτεκτονική του και να αφεθεί στην πανέμορφη θέα του. Γεωγραφικά, βρίσκεται απέναντι από την Καλοσκοπή και η διαδρομή μέχρι εκεί είναι πανέμορφη και γεμάτη ευχάριστες εκπλήξεις που δημιουργούν τα τρεχούμενα νερά. Φτάνοντας στο χωριό, μας καταλαμβάνει δέος από τη θέα της Πλάκας της Συκιάς. Λίγο πιο πάνω από τα όρια του χωριού ξεκινάει ένας απότομος κοφτός ορεινός όγκος συνολικής υψομετρικής διαφοράς ούτε λίγο ούτε πολύ 1.000 μέτρων! Είναι η πιο μεγάλη συνεχόμενη αναρριχητική ορθοπλαγιά των Βαλκανίων και πόλος έλξης για πλήθος επίδοξων αναρριχητών.
Υπάρχουν αρκετές αναρριχητικές διαδρομές όλων των επιπέδων και η πλήρης ανάβασή της απαιτεί, λόγω του μήκους της, μία διανυκτέρευση στα μισά της διαδρομής. Για να καλυφθούν οι ανάγκες των αναρριχητών και των ορειβατών, στη θέση Λάκκα Καρβούνη έχει χτιστεί κέντρο υποδοχής χωρητικότητας 20 κλινών και λειτουργεί υπό την ευθύνη του Πεζοπορικού Ομίλου Αθηνών, ενώ στη Συκιά λειτουργεί αναρριχητικό κέντρο. Αν η ιδέα της Πλάκας σάς τρομάζει, μπορείτε να κάνετε εναλλακτικά μικρές πεζοπορικές διαδρομές γύρω από το χωριό ή και ανάβαση ώς την κορυφή της Γκιώνας.
- Από Συκιά μέχρι Ζωοδόχο Πηγή: Ο όγκος της Πλάκας είναι γεμάτος σπηλιές και μερικές από αυτές έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το εξωκλήσι της Ζωοδόχου Πηγής έχει κτιστεί σε μία από αυτές. Για να φτάσετε ώς εκεί, στην έξοδο του χωριού κάνετε μια παράκαμψη δεξιά στο δρόμο που έρχεται από Λιδορίκι. Μετά από μια σύντομη διαδρομή περίπου δύο χιλιομέτρων σε χωματόδρομο, θα βρεθείτε μπροστά σε ένα πανέμορφο σπήλαιο στο εσωτερικό του οποίου έχει κτιστεί το εξωκλήσι. Πίσω από το ιερό του θα βρείτε μια λίμνη μικρού βάθους όπου λέγεται πως είχε βρεθεί η εικόνα της Παναγίας.
- Από Συκιά μέχρι Βαθιά Λάκκα - Πυραμίδα: Μια δεύτερη λιγότερο δημοφιλής διαδρομή για την Πυραμίδα, την κορυφή της Γκιώνας, ξεκινάει από τη Συκιά. Είναι αρκετά πιο απαιτητική από τη διαδρομή της Καλοσκοπής και προϋποθέτει σχετική οικειότητα με την ορειβασία. Ξεκινώντας από το πάρκινγκ του χωριού, το μονοπάτι μπαίνει στη χαράδρα που κατεβαίνει από τα βορειοανατολικά και κρατάει σταθερή πορεία στην αριστερή πλευρά της, έχοντας απέναντι την Πλάκα. Μετά από περίπου δυόμισι ώρες μάλλον επίπονης ανάβασης φτάνετε στο οροπέδιο του Λάζου. Εδώ υπάρχει νερό και δυνατότητα κατασκήνωσης, αν βλέπετε πως δεν έχετε άλλες αντοχές για την επόμενη ανάβαση. Στην άκρη του οροπεδίου συνεχίζει το μονοπάτι με κατεύθυνση βορειοανατολική μέσα στην κοίτη του ρέματος. Είναι ένα όχι και τόσο ομαλό μονοπάτι, που στο τέλος βγάζει στο διάσελο Μπότσικας - Πύργου βόρεια της Βαθιάς Λάκκας. Από εκεί μπορείτε να ακολουθήσετε τη διαδρομή για την Πυραμίδα όπως ακριβώς περιγράφεται στη διαδρομή Καλοσκοπή - Πυραμίδα. Αν θελήσετε να κάνετε όλη την ανάβαση σε μία ημέρα, τότε ξεκινήστε πολύ νωρίς το πρωί για να προλάβετε, καθώς η ανάβαση στην Πυραμίδα από Συκιά διαρκεί το λιγότερο πέντε με έξι ώρες.
Να σημειωθεί ότι το φθινόπωρο ο καιρός είναι ευμετάβλητος και, πριν ξεκινήσετε οποιαδήποτε διαδρομή, πρέπει να είστε κατάλληλα εξοπλισμένοι για κάθε απρόοπτο. Ο περίπατος στο βουνό, ακόμα και ο φαινομενικά πιο εύκολος, μπορεί να κρύβει μεγάλους κινδύνους. Επίσης, αποφύγετε να πραγματοποιήσετε διαδρομές που είναι πέρα από τις δυνατότητές σας. Ενας οδηγός βουνού ή έστω ένας πεπειραμένος ορειβάτης μπορεί να σας βοηθήσει να χαρείτε την περιπλάνησή σας πολύ περισσότερο.
ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΤΕ:
Στην Γκιώνα θα ήταν καλύτερο να μεταβείτε με το δικό σας όχημα, καθώς τα δρομολόγια των τοπικών συγκοινωνιών είναι ιδιαίτερα αραιά.
Συγκεκριμένα:
Με αυτοκίνητο: Στο 200ό χιλιόμετρο της Νέας Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας, μετά τις Θερμοπύλες, ακολουθήστε τον οδικό άξονα προς Αμφισσα και στο 51ο χιλιόμετρο, περνώντας από Γραβιά, ακολουθήστε το δρόμο που υπάρχει δεξιά. Σε 15 χιλιόμετρα είστε στην είσοδο της Καλοσκοπής. Σε αρκετά σημεία υπάρχει και η αντίστοιχη σήμανση.
Με τρένο: Ο πλησιέστερος σταθμός είναι του Μπράλου. Από εκεί πρέπει να πάρετε ταξί για μια διαδρομή περίπου 30 λεπτών.
Με ΚΤΕΛ: Για να πάτε ώς την Καλοσκοπή ή τη Συκιά, πρέπει να φτάσετε πρώτα ώς τη Λαμία ή την Αμφισσα. Από εκεί μπορείτε να αλλάξετε λεωφορείο, αλλά πρώτα ελέγξτε τα δρομολόγια τηλεφωνικά για να μη βρεθείτε προ εκπλήξεων (ΚΤΕΛ Αμφισσας τηλ. 22650-28.226, ΚΤΕΛ Λαμίας τηλ. 22650-63.276)

12/11/09

Ορεινή Φθιώτιδα:Παύλιανη!

ΣΤΗΝ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΗΣ ΟΙΤΗΣ!
Ζεστοί και φιλόξενοι άνθρωποι που αγκαλιάζουν τον επισκέπτη και ένα τοπίο πνιγμένο στα έλατα, σε ένα ορεινό χωριό δύο ώρες μονάχα μακριά από την Αθήνα, επάνω στη βατή και εξίσου φιλόξενη Οίτη. Μοιάζει κελεπούρι - και είναι.
Αν αναρωτιέστε για ποιο προορισμό ακριβώς μιλάμε, δεν έχετε παρά να βγείτε στην Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας και στον κόμβο των Θερμοπυλών, εκεί που η ταμπέλα δείχνει προς Πάτρα, Αμφισσα κ.τ.λ., να στρίψετε αριστερά. Αν και έχει στροφές, η ανάβαση στην Οίτη είναι ομαλή, ενώ όσο πιο ψηλά ανεβαίνουμε η θέα προς τον κόλπο του Μαλιακού είναι εξαιρετική. Κι εκεί που η Φθιώτιδα συναντά τη Φωκίδα, εκεί ακριβώς -μέσα στα όρια της πρώτης- συναντήσαμε κι εμείς την Παύλιανη, ένα πανέμορφο ορεινό χωριό, σε 1.030 υψόμετρο περίπου.
Πρόκειται για έναν τόπο που έχει κερδίσει ντόπιους και επισκέπτες, με τους πρώτους να γίνονται ολοένα και περισσότεροι (μια και δειλά δειλά κάποιες οικογένειες ή και μεμονωμένα άτομα ξαναγυρίζουν μόνιμα στον τόπο καταγωγής τους) και τους δεύτερους να κατακλύζουν το χωριό, με την πρώτη ευκαιρία. Χτισμένη στην είσοδο του Εθνικού Δρυμού της Οίτης, ενός από τα πλέον βατά βουνά της χώρας, όπως έσπευσαν να μας ενημερώσουν οι περισσότεροι ντόπιοι με τους οποίους μιλήσαμε («ολόκληρο το βουνό, απ' άκρη σ' άκρη, περπατιέται», μας είπαν τόσο ο κύριος Παναγιώτης όσο και ο κύριος Νίκος, δεινοί πεζοπόροι και οι δύο), η Παύλιανη είναι από τους τόπους που όποιος έρθει μια φορά, σίγουρα θα ξαναγυρίσει… Εδώ, άλλωστε, «ο άνθρωπος καλοσυνεύει», όπως μας είπε με αγάπη για το μέρος όπου μεγάλωσε η κυρία Λένα.
Στα χνάρια του μύθου και της Ιστορίας.
Η Παύλιανη λέγεται ότι πήρε το όνομά της από τους πρώτους της κατοίκους, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι που πίστεψαν στα διδάγματα του Αποστόλου Παύλου. Το δε χωριό αρχικά ήταν χτισμένο σε μια τοποθεσία πιο κάτω, εκεί περίπου που τώρα βρίσκεται το χωριό Οίτη.
Η Παύλιανη, ωστόσο, ως τοποθεσία, είναι γνωστή από την αρχαιότητα. Κοντά στο σημερινό χωριό και σε 1.800 υψόμετρο υπάρχουν τα ερείπια από τον αρχαίο ναό που ήταν αφιερωμένος στο μυθικό ήρωα Ηρακλή. Πρόκειται για τον τόπο όπου λυτρώθηκε ο Ηρακλής από τον τυραννικό χιτώνα της Δηιάνειρας πάνω στην πυρά και έγινε ημίθεος με την επέμβαση του Δία.
Σήμερα, στην Πυρά του Ηρακλέους διατηρούνται σπόνδυλοι κιόνων, τμήματα του θριγκού και τριγλύφων, οι οποίοι ανήκουν σε πρόστυλο δωρικό ναό του 3ου αιώνα π.Χ. Νοτίως του ναού υπάρχει ο βωμός, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε συνεχώς από την αρχαϊκή εποχή μέχρι την περίοδο της Ρωμαιοκρατίας, οπότε και έγινε επέκταση του αρχικού περιγράμματος και οριοθέτησή του με λιθόπλιθους. Κατά τα έτη 1919 - 20 πραγματοποιήθηκε ανασκαφική έρευνα από τον αρχαιολόγο Ν. Παπαδάκη. Τότε, καθαρίστηκε το εμφανές τμήμα του ναού και ανασκάφθηκε η Πυρά, ενώ το 1988 επαναλήφθηκε η ανασκαφή στο χώρο για περαιτέρω διερεύνηση.
Αξίζει να δείτε.
Στην είσοδο της Παύλιανης, η οποία να σημειώσουμε ότι χωρίζεται σε Ανω και Κάτω, θα συναντήσετε το μνημείο των πεσόντων στη μάχη που έγινε στο χωριό τον Ιούνιο του 1943. Προχωρώντας, κι ενώ βρίσκεστε ακόμα στην Κάτω Παύλιανη, μπορείτε να σταθείτε για καφέ ή και γίδα βραστή στο καφενείο που θα συναντήσετε στο άνοιγμα που κάνει ο δρόμος ή για αγορά τοπικών προϊόντων από την υπαίθρια αγορά που θα ξεπροβάλει μπροστά σας πάνω στη στροφή. Εκεί, πιθανότατα, θα έχουν σταματήσει και κάποιοι «εντουράδες», μια και το μέρος όχι μόνο ενδείκνυται, αλλά και προτιμάται από τους φίλους του μηχανοκίνητου αυτού σπορ…
Επιβιβαστείτε ξανά στο αυτοκίνητο και τραβήξτε προς την Ανω Παύλιανη. Στο δρόμο μην ξαφνιαστείτε αν δείτε άλογα να ξαποσταίνουν και παραδίπλα πεσμένους κορμούς δέντρων. Αν δεν έχει πιάσει ακόμα το χιόνι, τα άλογα με την καθοδήγηση των αφεντικών τους έχουν έρθει από το βουνό και κουβαλούν κορμούς δέντρων που αργότερα θα κοπούν και θα γίνουν ξύλα για το τζάκι. Σε τέτοιο υψόμετρο, άλλωστε, το τζάκι στα σπίτια καίει τον περισσότερο καιρό…
Στην Ανω Παύλιανη είναι ολοφάνερη η ανοικοδόμηση των τελευταίων χρόνων και, απ' ό,τι μάθαμε, οφείλεται στο πιλοτικό πρόγραμμα Habitat Agenda, στο οποίο είναι ενταγμένη, και αφορά τη βιώσιμη ανάπτυξη των χωριών και την εκτέλεση πρότυπων έργων ανάπλασης για την αναβάθμισή τους. Επισκεφθείτε την εκκλησία του Aγίου Aθανασίου στην πλατεία, η οποία είναι του 19ου αιώνα και έχει αξιόλογες παλαιές εικόνες, και το πέτρινο Δημοτικό Σχολείο. Xαρακτηριστικό, άλλωστε, της κοινότητας είναι η κυριαρχία στην οικιστική της ανάπτυξη της πέτρας και του ξύλου. Λίγο πιο πάνω οι καρυδιές και οι καστανιές εναλλάσσονται με τα έλατα, ενώ προχωρώντας θα ακούσετε νερό να κυλάει, χωρίς να μπορείτε να εντοπίσετε πού. Ψάξτε λίγο καλύτερα. Κάτι όμορφο θα βρείτε (δυστυχώς, ανάμεσα σε αρκετά σκουπίδια, τα οποία ελπίζουμε τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές να έχουν γίνει παρελθόν). Από εκεί και πάνω, αν δεν έχετε πεινάσει για να γυρίσετε πίσω σε κάποια από τις παραδοσιακές ρουμελιώτικες ταβέρνες του χωριού, μπορείτε να ξεκινήσετε για πεζοπορία στο βουνό.
Αν είστε αποφασισμένοι και έχετε συμβουλευθεί τους σωστούς χάρτες, ντόπιους ή φίλους σας που γνωρίζουν το μέρος και το βουνό, μπορείτε να ξεκινήσετε για μικρές ή μεγάλες εξορμήσεις:
• Στον Eθνικό Δρυμό της Oίτης μέχρι το καταφύγιο.
• Στις περίφημες Kαταβόθρες (όπου τα γάργαρα νερά χάνονται κάτω από τον βράχο για να βγουν αργότερα στην απόκρημνη χαράδρα του Γοργοποτάμου με τους καταρράκτες) και στην κορυφή Γρεβενό.
• Στην Πυρά του Hρακλέους και στον Kούβελλο.
• Και μόλις επιστρέψετε στο χωριό ή καλύτερα μόλις ξεκουραστείτε, μην παραλείψετε να επισκεφθείτε το καμάρι των ντόπιων, το φυσικό πάρκο στις πηγές του Aσωπού! Εδώ, τα λόγια είναι περιττά. Εμείς παραλίγο να μην προλάβουμε να το επισκεφθούμε, και χωρίς υπερβολή, θα είχαμε χάσει τη μισή μαγεία του μέρους… Αριστερά το δάσος, δεξιά το ποτάμι, δέντρα αιωνόβια, ίχνη από αγριογούρουνο που πέρασε από το ίδιο σημείο λίγο νωρίτερα(!), όπως διέκρινε ο κύριος Δημήτρης, έμπειρος κυνηγός, ένα μονοπάτι μαγευτικό που καταλήγει στην καρδιά του φυσικού πάρκου. Με σεβασμό και αγάπη για το φυσικό τους στολίδι, οι Παυλιανίτες κάνουν χιούμορ σχολιάζοντας με κίτρινη μπογιά ή σε ξύλινες ταμπέλες διάφορα μπλεξίματα των δέντρων και της Φύσης… (δεν σας τα αποκαλύπτουμε, να πάτε να τα δείτε), ενώ για τους ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς μήνες στην καρδιά του πάρκου έχουν φτιάξει υποδομές για river volley και άλλες αθλοπαιδιές στο ποτάμι. Σύντομα, στο σημείο ακριβώς που ξεκινά το μονοπάτι θα είναι έτοιμο και ένα πάρκο υδροκίνησης, όπου θα μπορούμε να δούμε πώς γινόταν παλιά το πλύσιμο των ρούχων και όχι μόνο…
Η Οίτη.
Η Οίτη απλώνεται από ανατολικά προς τα δυτικά σε μήκος 20 χλμ. και από βορρά προς νότο σε μήκος 18 χλμ. περίπου. Στη βορινή πλευρά της απλώνεται ο κάμπος της Λαμίας, που τον διατρέχει ο Σπερχειός. Στη δυτική πλευρά της, ο ποταμός Ιναχος τη χωρίζει από ένα μικρό βουνό, το Γουλινά. Στα νότια, ένα διάσελο τη χωρίζει από την Γκιώνα και στ' ανατολικά ο ποταμός Ασωπός τη χωρίζει από το Καλλίδρομο.
Η Οίτη, με την πρώτη ματιά, φαντάζει απόκρημνη και απρόσιτη. Βαθιές χαράδρες και άγριο ανάγλυφο δίνουν την αίσθηση ενός απροσπέλαστου βουνού. Οταν όμως φθάσει κανείς πάνω από τα 1.800 μ., ξαφνικά όλα ημερεύουν! Οροπέδια, λιβάδια και στρογγυλεμένες κορυφές εκτείνονται σε όλο το κεντρικό συγκρότημα του βουνού, διαφοροποιώντας το από τους γείτονές της, τα Βαρδούσια και την Γκιώνα, που με την αλπική τους διαμόρφωση εντυπωσιάζουν περισσότερο τους ορειβάτες.
Η Οίτη λόγω των πετρωμάτων της (φλύσχης) είναι βουνό πλούσιο σε νερά. Από τα οροπέδιά της πηγάζουν τρία ποτάμια. Στα ανατολικά, ο Ασωπός και ο Γοργοπόταμος καταλήγουν στον Σπερχειό, αφού διαβούν απόκρημνα φαράγγια. Ο Ιναχος (Βίστριτσα), στα δυτικά, κυλάει σε πιο ήρεμο τοπίο και καταλήγει, όπως και τα υπόλοιπα ποτάμια, στον Σπερχειό. Στα νότια, η Οίτη βοηθάει κι αυτή για να ξεδιψάει η Αθήνα, μια που με διάφορα ρέματα συμβάλλει στο σχηματισμό του Μόρνου, κι αυτός με τη σειρά του στο σχηματισμό της ομώνυμης λίμνης. Πέρα από τα ποτάμια, σε όλο το βουνό υπάρχουν πολλές πηγές κι έτσι ο πεζοπόρος απολαμβάνει δροσερό νερό.
Σ' ένα βουνό με τόσα νερά δεν θα μπορούσαν να λείπουν μικρές λίμνες, όπως αυτές στο οροπέδιο Λειβαδιές κάτω από την κορυφή Γρεβενό και καταρράκτες, με πιο εντυπωσιακό (στα 1.300 μ. ύψος) τον καταρράκτη πάνω από το χωριό Κομποτάδες, στο Στενοβούνι, που στερεύει κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.
Από την Οίτη απολαμβάνει κανείς, νότια, πολύ ωραία θέα προς τα Βαρδούσια και την Γκιώνα, και βόρεια προς τον κάμπο του Σπερχειού, ειδικά το σούρουπο, την ώρα που πέφτει η νύχτα και τρεμοσβήνουν τα φώτα των χωριών που βρίσκονται στον κάμπο και στις νοτιοδυτικές απολήξεις της Οθρυος, απέναντι.
Ο Εθνικός Δρυμός της Οίτης.
Ο Εθνικός Δρυμός της Οίτης ιδρύθηκε το 1966, έχει έκταση 70 τ. χλμ. Τα όρια του Δρυμού που ξεκινούν από 600 υψόμετρο, στη βόρεια πλευρά της Οίτης, πάνω από την κοιλάδα του Σπερχειού και τα χωριά Μεξιάτες, Λουτρά Υπάτης και Αργυροχώρι, περιλαμβάνουν τις ψηλές κορφές του βουνού Γρεβενό (2.116 μ.), Αλύκαινα (2.051 μ.) και Σέμπη (2.091 μ.).
Με το διαχειριστικό σχέδιο που εκπονήθηκε το 1996 από το Εθνικό Ιδρυμα Αγροτικών Γεωργικών Ερευνών (ΕΘΙΑΓΕ), προτείνεται γενναία επέκταση των ορίων της περιφερειακής ζώνης, ώστε να ισχύσει ειδικό καθεστώς προστασίας, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση του βουνού.
Το βουνό αντιμετωπίζει διάφορες απειλές, αφού και η νομοθεσία που διέπει το καθεστώς των Εθνικών Δρυμών δύσκολα τηρείται. Παράνομα μεταλλεία, λαθροθηρία, παράνομη βόσκηση, ενώ μεγάλη πληγή αποτελεί στο σώμα της Οίτης ένα πυκνό δίκτυο άχρηστων δασικών και κτηνοτροφικών χωματόδρομων, άναρχα και απερίσκεπτα διανοιγμένο, το οποίο επιτάθηκε και από τη διάνοιξη δρόμων για λατομικούς σκοπούς, παλιότερα.
ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΤΕ:
Η Παύλιανη βρίσκεται 240 χλμ. μακριά από την Αθήνα, δύο με δυόμισι ώρες διαδρομής δηλαδή, μέσω της Εθνικής Οδού Αθηνών - Λαμίας. Πριν φτάσετε στη Λαμία, στον κόμβο των Θερμοπυλών, θα στρίψετε αριστερά προς Πάτρα, Αμφισσα κ.τ.λ. Ακολουθήστε τις ταμπέλες και δεν πρόκειται να χαθείτε… Από τη Θεσσαλονίκη, η διάρκεια της διαδρομής είναι μεγαλύτερη, μια και η χιλιομετρική απόσταση αυξάνεται κατά το 1/3 περίπου, και αγγίζει τα 340 χλμ., ενώ η πρόσβαση από Πάτρα γίνεται μέσω Ναυπάκτου - Ερατεινής - Ιτέας - Αμφισσας - Μπράλου και είναι περίπου 160 χλμ.
ΤΙ ΝΑ ΨΩΝΙΣΕΤΕ:
Φεύγοντας από το χωριό, κάντε μια στάση στην υπαίθρια αγορά που βρίσκεται στην Κάτω Παύλιανη και αγοράστε φασόλια, μήλα, βανίλιες, ρίγανη και φυσικά τσάι από την Οίτη. Επίσης αξίζει να προμηθευτείτε Λικέρ από καρύδι ή κράνο (ένα μάλλον ξινό αλλά μυρωδάτο φρούτο του δάσους) και χειροποίητα γλυκά του κουταλιού
Κική Βασσάλου.

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ :Η ΑΡΚΟΥΔΑ.


Ιδού και ένα δημιούργημα της πεθεράς.
Η Αρκούδα.
Μία φορά κι έναν καιρό ήταν μια πεθερά που βα­σάνιζε τη νύφη της. Ο ελληνικός λαός δεν παραδέ­χεται καθόλου πως υπάρχει πεθερά κακή για τον γαμ­βρό της. «Ίσια ίσια γι’ αυτόν γεννάει κι ο κόκορας της πεθεράς αυγό».
Αν ιδής μάλιστα εις ένα σπίτι πεθερά, λέγει ο λαός, κοίταξε πως είναι σκουπισμένη η σκάλα, για να καταλάβης αν είναι πεθερά του ανδρός ή της γυναικός του. Αν είναι πεθερά του γαμβρού, τουτέστι μητέρα της νύφης, η σκάλα είναι κακοσαρωμένη. Από φόβο μήπως χαλάση τον πρωινόν ύπνο του γαμβρού και της κόρης της, ίσια, που εγγίζει τη σκούπα στα σανίδια. Αν είναι όμως μητέρα του γαμβρού, τότε χτυπάει τόσο δυνατά για να ξυπνήση τη νύφη της, ώστε κάνει τη σκάλα καθρέφτη.
Η λαϊκή κακογλωσσιά δεν δέχεται γεράματα της γυναικείας φιλαρεσκείας. Θα έχετε ακούσει, βέβαια, πως ρώτησαν μια φορά κάποια πεθερά αν θέλη μέλι ή γαμβρό και εκείνη απήντησε:
- Που έχω ’γω, παιδιά μου, δόντια για μέλι...
Η πεθερά λοιπόν, που εβασάνιζε τη νύφη της, έδωκε σ’ αυτήν ένα πρωί μαύρα μαλλιά για να πάη στη βρύση να τα πλύνη όσο το δυνατό να γίνουν άσπρα.
- Μπορεί, μάνα, τα μαύρα μαλλιά να γίνουν ά­σπρα;…
-Μπορεί και παραμπορεί… Η άξια γυναίκα ό,τι δε θέλει δεν μπορεί.....
Η νύφη πήρε τα μαύρα μαλλιά και πήγε στη βρύση. Έπλυνε, ξέβγανε αλλά τα μαλλιά έβγαιναν πάντα μαύρα. Έφτασε το βράδυ κι η νύφη απόκαμε:
-Τώρα, είπε, τι να κάμω;.... Όπου κι αν είναι θα κουβαληθή ο Ιούδας εδώ και θα με γέψη... Λυπήσου με, Παναγιά μου, κάνε με έν’ αγρίμι να την πνίξω άμα έρθη να με βασανίση....
Η Παναγία την εψυχοπόνεσε και την έκαμε αρ­κούδα.
-Τώρα, Παναγιά μου, είπε και σου την σιγυρίζω...
Παραμέρισε σε μια κουφάλα και περίμενε την πε­θερά της. Εκείνη ήρθε και καθώς δεν είδε τη νύφη της δίπλα στα κανάλια, πήρε ένα ξύλο κι άρχισε να ψάχνη δεξιά και αριστερά στα πλατάνια. Την ώρα όμως που η Αρκούδα ήταν έτοιμη να της ριχθή και να την σχίση, εκείνη επρόλαβε και φώναξε:
-Αχ ετούτο τ’ αγρίμι έφαγε τη νυφούλα μου. ..
Κι έβαλε τέτοια κλάματα, ώστε η Αρκούδα είδε ή θάρρεψε πως την επονούσε στ’ αλήθεια. Και έτσι δεν την επήραξε, αλλά έφυγε στα βουνά».
Η παράδοσις είναι Ηπειρωτική. Θαύμα αβρότητος προς την πεθεράν εις τους μύθους του, εις τας παροιμίας του, εις τα τραγούδια του ο λαός αυτός. Ηπειρω­τικοί είναι και αυτοί οι στίχοι:
Κι η σκύλα πεθερά σου
θέλει μαχαίρωμα
μες το ξημέρωμα!...
Έως τώρα την Αρκούδα την εγνωρίζαμε από τους πρώην συμμάχους μας και από τα δημοτικά τραγούδια:
Κι όπ’ εύρης λάφια σκότωσ’ τα
κι αρκούδια ημέρωσέ τα
κι όπ’ εύρης και τον άνδρα μου
ρίξε και σκότωσέ τον,
μη τον βαρέσης σε πλευρό
κι αργήση να πεθάνη.
Ποιος είδε τον Αμάραντο
σε τι γκρεμνό φυτρώνει,
Τον τρων τα ’λάφια και ψοφούν
τ’ αρκούδια κι ημερεύουν.
Συντρόφοι μη μ’ αφήσετε
σε τούτον έρμο τόπο,
εδώ ’ν’ αγρίμια να με φαν
κι αρκούδια να με σχίσουν,
εδώ ’ναι φίδια με φτερά
με δεκοχτώ κεφάλια.

Με τας νέας όμως επαρχίας εγίναμε πλούσιοι αρκουδοπαραγωγοί. Τα Ηπειρωτικά όπως και τα Μακεδονικά ορεινά δάση κρύβουν αρκετόν πλήθος. Εν­νοείται, ότι καμμίαν αξίαν δεν προσθέτουν εις την γουνοπαραγωγήν μας, διότι η άσπρη αρκούδα, της οποίας έχει αξίαν το δέρμα, είναι σπάνιον φαινόμενον εις την Βαλκανικήν. Πού και πότε να ξεκόψη καμμία από την Ρωσσίαν.
Έχομεν λοιπόν μόνον το βάσανόν των, βάσανον της βλαστήσεως, εν μέρει της στάνης, αλλά μέγα βάσανον για τα μελισσομάντρια, διότι το μέλι είναι η μεγάλη αδυναμία της και το μελισσοτρύγισμα το κύριον ταλάν της. Ως και η Αλεπού ακόμη της ανεγνώρισε αυτήν την ειδικότητά της.
Μια φορά είχαν κάμει συντροφιά για να χαλούν μελίσσια. Η Αλεπού είχε τη βάρδια κι η Αρκούδα το χάλασμα της κυψέλης. Έτρωγεν όσο ήθελε και όταν έφευγε, έπαιρνε μαζί της ένα κομμάτι για κείνην αλλά μετ’ ολίγον η Αλεπού επίστεψεν, ότι μπορεί να χαλάση και μόνη της μελίσσια.
Επήρε λοιπόν τα Αλεπόπουλα, τα έβαλε στα κα­ραούλια (σκοπούς) και διηυθύνθη μόνη της στο μελισσομάντρι. Αλλά συνηθισμένη από τα κοτέτσια, ήρχισε ν’ αναποδογυρίζη ένα ένα τα μελίσσια· πετάχτηκαν σύννεφα οι μέλισσες, της έζωσαν το κορμί της ως την ουρά και δεν είδε από ποια πόρτα έφυγε. Άμα έφθασε στα παιδιά της είπε:
- Πάμε, παιδιά μου, δεν είμαστε για μεγάλες δου­λειές εμείς σαν την Αρκούδα. Είμαστε μόνον για καραούλια καλοί....
Για ποια μεγάλη δουλειά δεν είναι άξια η Αρ­κούδα; Δαμάζει θηρία, σκαρφαλώνει στα πλέον υψηλά δένδρα για να φάη καρπούς, πετροβολά με θαυμασίαν δεξιότητα και μόνον μίαν αδυναμίαν της ευρήκαν οι βοσκοί του Ζαγορίου, όπως μου έλεγαν: Τη φωτιά.
Άμα ιδή δαυλί, φεύγει σαν η Αλεπού τα μελίσσια. Αν οι βοσκοί δεν έχουν αναμμένη φωτιά τσακμακίζουν τα στουρνάρια τους και την προγγούν με τις σπίθες! Πώς αυτό το παντοδύναμο και άτρομο ζώο επήρε με τόσο φόβο τη φωτιά; Να της θυμίζη το σπίτι της, τουτέστι την πεθερά της;


ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ : Η ΜΠΕΚΑΤΣΑ.


Προσοχή, διότι έχετε απέναντι σας μίαν αγγλοπρεπεστάτην κυρίαν του ελληνικού Λόγγου. Πάντα τα κατ’ αυτήν είναι μέθοδος, ρυθμός, τάξις, πρωτόκολλον. Θα βγη από τα χαμόκλαρα, άμα φανή το πρώτο αστέρι κατά τους νατουραλιστάς. Το δρομολόγιόν της είναι τόσον τυπικόν, ώστε παλαιοί πρακτικοί κυνηγοί βεβαιούν, ότι το έκλεψαν μέχρι τελευταίας γραμμής και το παραθέτουν στα βιβλία των ως δελτίον τελετής. Την τάδε ώρα βγαίνει από τα χαμολόγια, την δείνα θα περάση από κει, τώρα είναι στο λόφο, ύστερα θα είναι στο ρέμα. Αν είναι υγρασία ιδέτε τα ανατολικά· αν είναι ξέρα, κατεβήτε στα όχτια, κτυπήστε εκείνη την τούφα κλπ.

Με ένα πουλί τόσον αυστηράς εθυμοτυπίας φυσικόν είναι να νταραβερίζεται κατά προτίμησιν ο κ. Σκουλούδης. Τι συνθετοποίησις, αλήθεια, ενός ανθρώπου είναι η κυνηγετική του ειδικότης! Ο κ. Ξ. λόγου χάριν, τολμηρός σιτέμπορος του Πειραιώς, είναι σπεσιαλίστ περιστεροκυνηγός. Άνθρωπος ζων μέσα εις τον ίλιγγον ενός κυματώδους εμπορίου, πως είναι δυνατόν να μην έχη ιδιαιτέραν αδυναμίαν για το πουλί, που το φτερό του είναι μια τρικυμία και το κυνήγι του ένα άθροισμα διανοητικής και ψυχικής σβελτωσύνης, τόλμης και ορμής, ό,τι τέλος πάντων πρέπει να έχουν οι άνθρωποι που ο Λυσίας, εις τον αναβαλλό­μενον που τους έψαλε (κατά Σιτοπωλών), είπε γι’ αυτούς το «ενίοτ’ ειρήνης ούσης υπό τούτων πολιορκούμεθα;»
Αφού λοιπόν το πουλί αυτό έχει τόσην τάξιν στη ζωή του, αφού το πρόγγραμμά του κατώρθωσαν να το κλέψουν οι κυνηγοί, αφού επί πλέον έχει το νοστι­μότερο κρέας από όσα τρέφει ο Λόγγος, πώς ζη ακόμα, πώς, μολονότι αυξάνονται και πληθύνονται οι ερασταί του, αυτό μόλα ταύτα έρχεται κάθε χρόνον αφθονώτερο με τα πρώτα δροσόπαγα του Οκτωβρίου;
Βεβαιωμένον λοιπόν πράγμα κατά τους νατουραλιστάς, ότι ο Θεός δεν έπλασε κανένα πλάσμα του με τόσην στοργικήν πρόνοιαν. Πρώτα πρώτα είναι διφυής ύπαρξις. Χωριστή ζωή η μύτη της, χωριστή η μπεκάτσα. Η μύτη της αναμοχλεύει την Γην για σκου­λήκια και τα μάτια της, ξένα απ’ αυτήν την ενασχόλησιν, είναι σαν δραγάταις απάνω στην φυλάχτρα τους, ανιχνεύοντα σκιάς, θορύβους, ανέμους, φύλλα, κάθε ανάσα του λόγγου. Αν αντιληφθή τον κίνδυνον μακρινόν, σπεύδει να πετάξη, κατ’ αρχάς τρικλίζουσα στον αέρα, σαν να είναι στουπί στο μεθύσι, και κα­τόπιν ευθυγραμμίζουσα το πέταγμά της σαν βέλος. Οι πολύπειροι κυνηγοί συνιστούν αναμονήν μέχρις ότου «στρώση», τουτέστι μέχρις ότου πάρη το γραμμικόν πέταγμα.
Άμα όμως ο κίνδυνος είναι πολύ κοντά της, ώστε να μην έχη καιρό να πετάξη, τότε στρώνεται απάνω στο χώμα και γίνεται ένα μ’ εκείνο. Αν τυχόν ο χρω­ματισμός της είναι ολίγον αταίριαστος, το πιθανώτερον είναι να την πάρετε για ένα λιθάρι, ή για μια τούφα ξηρών φύλλων ή για μια ριζαμιά, παρά να νομίσετε ότι εκείνο που βλέπετε είναι ζωντανό πράγμα. Κανείς δεν της ηρνήθη σοφίαν διά τον τρόπον με τον οποίον εκλέγει τα βοσκοτόπια της. Δεν πρέπει μόνον να έχουν σκουλήκια και έντομα, αλλά να μην κάνουν και καμμίαν παραφωνίαν με την τουαλέτταν της.
Ένα μόνον λησμονεί κάποτε: ότι η γη σφίγγει τη νύχτα από το γυαλοπάγι και το πρωί την βρίσκουν οι χωρικοί σαν σπαθί φρυμένην, με την μύτην της στο χώμα.
Τι της είχεν όμως γράψει η Μοίρα της! Να την ντύση ο θεός με τόσην πρόνοιαν, να της χαρίση τόσην νοημοσύνην, ώστε να χρησιμοποιή τα εις χρώματα, εις μύτη και εις μάτια δώρα της, και να της βγη από μεριά εχθρός ο Έδισσων. Αυτό το πουλί στερείται του τηλεγραφικού αισθητηρίου, όπως θα έλεγεν ο κ. Πρωθυπουργός. Αν είναι εμπρός του τηλεγραφικόν σύρμα, θα πέση απάνω του και θα σκοτωθή. Πριν ανακαλυφθή ο τηλέγραφος, εχθρούς μεγάλους είχε μόνον τους φάρους. Οι νατουραλισταί, απελπισθέντες ν’ ανακαλύψουν από πού έρχεται και πού πηγαίνει, εζήτησαν με μελετάς επί των φάρων ν’ ανακαλύψουν την προέλευσίν του και την διεύθυνσίν του. Αλλ’ επί τέλους αφού εχύθη μελάνη, όση διά την εξέλιξιν ενός πλανήτου, κατέληξαν εις την βεβαίωσιν, ότι έρχεται από παντού και πηγαίνει παντού.
Ο ελληνικός λαός πιστεύει, ότι στα σπλάγχνα του κρύβεται μαργαριτάρι. Οι κυνηγοί λέγουν, ότι είναι τα ίδια τα σπλάγχνα του μαργαριταρένια και συνιστούν να μην αφαιρούνται, κατά το μαγείρευμα, δίχως μάλιστα καθόλου να καθαρίζωνται, διότι η Μπεκάτσα άμα σηκωθή να πετάξη είναι στα ενδότερα της η ίδια όπως όταν πρωτοκάθησε να βοσκήση.
Τέλος ο σύζυγος της Μπεκάτσας, κατά τον κ. Μαυρουδήν, συλλέξαντα αρκετάς παραδόσεις περί μερικών πουλιών, είναι τρομερά ζηλότυπος, και μάλιστα όταν η σύζυγος του κλώθη τ’ αυγά της αυτός κάθεται πλα­γιασμένος δίπλα στη φωλιά.

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ: Ο ΕΣΒΟΣ.


Η Ζωολογία νομίζω τον ονομάζει Ασβόν. Εάν ο Ζωολογικός Κήπος δεν έχη Ασβόν του χαρίζω ένα τον οποίον τρέφω από μηνός με κίνδυνον να μη πάρω πλέον ψήφον από τους χωρικούς μου. Διότι πρώτον το τετράποδον αυτό, το οποίον είναι ένα εύμορφον μίγμα αγριόχοιρου και αλεπούς, είναι κυριολεκτικώς «χαμός» διά τα σπαρτά.
- Καλύτερα να πέσουν στα χωράφια μας δυο βόδια παρά ένας Έσβος! μου έλεγαν προ ήμερων οι γειτόνοι μου γεωργοί.
Τα δίκαια αυτά παράπονά των κατά της περιθάλ­ψεως ενός καταστροφέως των σπαρτών, μου ενθυμί­ζουν ένα από τα συγκινητικότερα δώδεκα επαναστα­τικά αιτήματα των Γερμανών χωρικών του 15ου αιώ­νος κατά των τσιφλικούχων. Παραπονούμενοι διότι τοις απηγορεύετο η καταδίωξις των αγριμιών, τα οποία ανήκον εις την κυνηγετικήν κυριότητα των χωροδεσποτών, έλεγαν: «Υποφέρομεν βλέποντες τα σπαρτά μας, τα οποία ο Θεός μεγαλώνει διά το κα­λόν των ανθρώπων, να τα τρώγουν ανωφελώς αγρίμια δίχως κανένα λόγον και ημείς να είμεθα σιωπηλοί θεαταί τούτου, πράγμα το οποίον είναι εναντίον του Θεού και του πλησίον.»
Δυστυχώς εις την Ελλάδα η κυνηγετική νομοθε­σία είναι ακόμη φεουδαλιστική. Εκ των έως τώρα σημειωμάτων μου περί του αετού, της κίσσας, του μελισ­σοφάγου, του συκοφαγά, λαμβάνει κανείς οπωσδήποτε μίαν ιδέαν της διαρκούς μάχης του χωρικού απέναντι των αγριμιών, τα οποία είναι ολόκληρον πλήθος, όπως θα ιδήτε εις την σειράν αυτήν του «Λόγγου και του Βουνού» και το οποίον πλήθος ενώ σακατεύει την γεωργίαν, μόλα ταύτα ο χωρικός το μάχεται μόνον με τα πρωτογενή δόκανα, του προνομίου του κυνηγίου ανήκοντος μόνον εις τους ευπόρους.
Μετά τα σημειώματα αυτά, θα ομιλήσωμεν διά μα­κρών περί των νέων τάσεων της ευρωπαϊκής νομοθεσίας απέναντι του μεγάλου αυτού ζητήματος, το οποίον απασχολεί σήμερον μεγάλους αγροτικούς συγ­γραφείς βλέποντας εις την σύγχρονον κυνηγετικήν νομοθεσίαν τον ζωντανώτερον φεουδαλισμόν, αφού συμ­βαίνει το μοναδικόν αυτό, να τρέφωμεν ημείς το κυ­νήγι με τα σιτάρια μας, με τα σταφύλια μας, με τα μελίσσια μας, με τους κήπους μας, με τον ιδρώτα μας και να το τρώγουν οι πλούσιοι, δίχως ημείς να έχωμεν το ανθρώπινον δικαίωμα της αμύνης κατά των κατα­στροφέων μας αυτών.
Επιστρέφω εις τον Έσβον, ο οποίος μου έδωκεν αφορμήν εις την αρθρογραφίαν αυτήν. Ο ιδικός μου Έσβος διατρέχει και ένα άλλον κίνδυνον, ο οποίος δεν οφείλεται εις το μίσος των χωρικών κατά των αγριμιών, αλλά εις μίαν ισχυράν λαϊκήν πρόληψιν. Το δέρμα του είναι πολύτιμον ως προφυλακτικόν κατά της βα­σκανίας. Γνωρίζετε εξ άλλων λαογραφικών μελετών ότι η βασκανία, «το κακό μάτι», είναι ο φόβος και ο τρόμος των χωρικών της Ελλάδος. Τρέμουν τους ανθρώπους εις τους οποίους διάφοροι συμπτώσεις απέδωκαν την φήμην του «κακού ματιού». Προχθές μου έλεγε κάποιος γεωργός, ότι τα σπαρτά του ήταν περί­φημα έως την ώρα που επέρασε απ’ εκεί το «κακό μάτι» ενός χωριανού του. Του έρριψε χολέραν εις τα σπαρτά του, τα κλήματά του, εις τις ροδακινιές του και δεν κατώρθωσε να την σταματήση ούτε με αγιασμούς, ούτε με εξορκισμούς.
Προφυλακτικήν δύναμιν κατά της βασκανίας έχουν το δόντι του αγριόχοιρου, το κεχριμπάρι, το σκόρδο, αι τρίχες του λύκου και της αρκούδας και το δέρμα του Έσβου. Διά τούτο όταν προ μηνός έφεραν εις το καφενείον τον Έσβον, η πρώτη σκέψις των χωρικών ήτο να διαμελίσουν το δέρμα του. Ενώ λοιπόν ηπειλείτο ο πτωχός από ένα τοιούτον άγριον θάνατον, τον εζήτησα με την πρόφασιν ότι έχομεν χρέος να τον χαρίσωμεν εις τον Ζωολογικόν Κήπον και έκτοτε τον δια­τρέφω εγκάθειρκτον εις ένα πρώην δημαρχικόν γραφείον, δίχως καμμίαν πρόθεσιν να συμβολίσω την ανάλογον πολυφαγικήν δύναμιν των αγροτικών δημάρχων.
Το βέβαιον είναι ότι έχει ευμορφιάν. Η κεφαλή του, επιμήκης ως του χοίρου, είναι ασπρόμαυρη, με κάτι μικρά εξυπνότατα μάτια. Το δέρμα του τριχωτόν, ως το της αλεπούς, με την οποίαν ομοιάζει και εις τα πόδια. Δεν είναι ακόμη ενός έτους και έχει ανάστημα μεγάλου λαγού. Τρώγει ψωμί όλων των ειδών και προτιμά το σιταρίσιο. Παίρνει εύκολα θάρρος - έφαγε μόλις τον έφεραν εις το καφενείον - και κοιμάται πολύ, τόσον πολύ, ώστε πολλάκις τον εξυπνώ να του δώσω τροφήν.
Εάν ο Ζωολογικός Κήπος δεν τον χρειάζεται, ευ­χαρίστως τον δωρώ εις όποιον τον ζητήση, κατά προτίμησιν πάντοτε εις την νεοσύστατον Εταιρείαν των Ζωοφίλων. Μέχρις Αγρινίου, το οποίον απέχει εντεύθεν 22 ώρας, τον στέλλω ελεύθερον παντός τέλους, όχι όμως και ασφαλισμένον εκ των εν τω μεταξύ χω­ρικών, οι οποίοι, όπως είπα, θεωρούν το δέρμα του πολύτιμον κατά της βασκανίας, το δε κρέας του φάρμακον κατά διαφόρων ζωικών ασθενειών. Μήπως τον χρειάζεται κανείς συνάδελφος διά να μη τον πιάνη κακό μάτι;

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ: ΤΟ ΛΕΛΕΚΙ.


Στ’ «Ανοιχτά Μυστικά», του ο Φωτιάδης έχει λαμπρούς στίχους για την βραδινή στράτα του χωριού:
Με το χαμηλοπέταμα
του λέλεκα το βράδυ
την ώρα π’ αργοκίνητο
γυρίζει το κοπάδι...
Ποιος όμως θα ζωγραφίση την πρωινή στράτα του χωραφιού; Εμπρός ο ζευγίτης, πίσω τα βόδια, παραπίσω η γυναίκα με τα τσαπιά, τη χύτρα, τα πανέ­ρια κι’ απ’ επάνω τους τα Λελέκια, άσπρο σύννεφο στη γαλάζια καταχνιά της αυγής. Άμα φθάσουν στο χωράφι, η γυναίκα θα στήση το προσωρινό νοικοκυριό σ’ ένα δένδρο από κάτω, ο γεωργός θα ζέψη τα βόδια του κι άμα εκείνα ξεκινήσουν και τ’ αλέτρι αρχίση να ξεκλειδώνη την Γην, κοπάδι τα Λελέκια θα έρχωνται από πίσω, μαζεύοντα κάμπιες, σκουλήκια, σκαραμπαίους, σκορπιούς, ό,τι τέλος βλαβερόν ερπετόν ή έντομον ανασύρεται με το υνί, από τους κόλπους της αρούρης. Όταν τελείωση η σπορά, ο γεωργός ίσως θα λείπη πότε πότε, αλλά το Λελέκι θα είναι πάντα εκεί από το πρωί, καταδιώκον φίδια, ακρίδες, σαύρες βατράχια, κάθε πληγή της βλαστήσεως. Θαρρεί κανείς ότι τα νύχια του και το ράμφος του εβάφησαν άλικα μέσα εις τας καθημερινάς μάχας, που δίνει με τους εχθρούς της χλωρίδος. Αλλά φαίνεται, ότι κάποιες σταλιές αιμάτων οφείλονται και εις δράματα ερώτων. Μεγάλη ποιητική αφέλεια, ότι τα πουλιά έχουν μόνον τα βάσανα που τους αποδίδει το λαϊκό δίστιχο:
Και τα πουλιά που ’ναι πουλιά
κι αυτείνα έχουνε πάθια,
Παν να βοσκήσουν τον καρπό
και τα τσιμπούν τ’ αγκάθια.
Το πουλί τουλάχιστον αυτό που ζη όλην την ημέραν εντός της φυτικής ζωής, όπου οι γάμοι των υπέ­ρων και των στημόνων γίνονται δίχως όρκους και υπο­σχέσεις αιωνίας πίστεως, είτε διότι κουρνιάζει επά­νω στις καμινάδες των σπιτιών και πιστεύει αληθινά όλα όσα λέγουν οι άνθρωποι, είτε διότι από τα κα­μπαναριά, εις τα οποία αναπαύεται κάποτε, ακούει την χριστιανικήν επιταγήν «και ους ο Θεός συνέζευξεν, άνθρωπος μη χωριζέτω», έχει τας αυτάς με ημάς ιδέας περί συζυγικής ζωής. Λέγουν μάλιστα, ότι η γυναίκα του τρομοκρατείται από την ζήλειαν του, ότι παραμονεύει την διαγωγήν της και ότι δεν της συγ­χωρεί κανένα παρατράγουδο. Αλλά φαίνεται, ότι η μοναδική δύναμις την οποίαν έχει να δαμάζη τα φίδια» δεν είναι όση χρειάζεται για να κυβερνήση μίαν γυ­ναίκα, άμα την εγγίση ο πειρασμός. Και γι’ αυτό πολλάκις, μ’ όλην την αυστηρότητα με την οποίαν την παρακολουθεί, μ’ όλην του ακόμη την αντίληψιν, που του δίδουν οι γεωργοί, κατά τους οποίους μαντεύει το μέρος όπου κρύβεται το σκουλήκι, δεν κατορθώνει να προλαμβάνη πάντοτε την σωτηρίαν της συζυγικής του τιμής. Εις όλας τας πόλεις που ζη το πουλί αυτό, έχουν να σας διηγηθούν ερωτικά μακελέματα λελε­κιών κοπιαρισμένα επάνω στα περίφημα ελληνικά δράματα τιμής, προσθέτουν μόνον τούτο το ιδιαίτερον μερικοί: Ότι προηγουμένως γίνεται συμβούλιον το οποίον εξετάζει, ακούει τα καθέκαστα και μετά ταύτα εκδίδει την απόφασίν του εν πλήρει συνειδήσει. Η διαφορά δηλαδή μεταξύ ανθρώπων και λελεκιών έγ­κειται, εις το ότι εις εκείνα μεν το συμβούλιον προηγείται, εις ημάς δε έπεται, συγκροτούμενον εις το Κακουργιοδικείον, με πρόεδρον τον προϊστάμενον των ενόρκων. Φαίνεται όμως, ότι ο θεσμός των συμβουλίων τα οποία ημείς έχομεν εισαγάγει εσχάτως, είναι το κυριώτερον στοιχείον του πολιτεύματος των λελεκιών. Άμα, λόγου χάριν, φθάση η 6η Αυγούστου, ημέρα της αναχωρήσεώς των, πάλιν εις συμβούλιον ανατί­θεται η εξαίρεσις από το ταξίδι των γέρων και ανα­πήρων λελεκιών, τα οποία και σκοτώνονται από την Συνέλευσιν. Ορθόν όμως είναι να πληροφορηθούν οι συνάδελφοι βουλευταί, όσοι συλλέγουν στοιχεία κατά του θεσμού των συμβουλίων, ότι και εις το Κράτος των Λελεκιών, όπου λειτουργεί εκ γενετής των το αποκεντρωτικόν αυτό σύστημα, η επιτυχία του είναι υπό μεγάλην αμφισβήτησιν. Λέγουν, επί παραδείγματι, ότι στη Λαμία, εις παλαιάν εποχήν, κάποιος χασομέρης έβαλεν από περιέργειαν στη φωλιά Λελεκιών ένα αυγό χηναριού. Η Λελεκίνα το έκλωσε μαζί με τα δικά της και άμα το εξεκόλαψε και το Λελέκι είδε το μικρό χηνάρι την κατήγγελεν επί κλεψιγα­μία. Συνεκροτήθη το αρμόδιον συμβούλιον, ηρεύνησε την υπόθεσιν και εξέδωκεν απόφασιν θανάτου, η οποία και εξετελέσθη υπό τα όμματα πολλών ανθρώπων. - Ο Θεός και η ψυχή τους. - Οι άνθρωποι, βλέπετε, δεν νομίζουν αρκετά τα ερωτικά δράματα που γράφουν αυτοί και άμα τα μαχαίρια τα εδικά των έχουν κεσάτια, βάζουν τα ράμφη των Λελεκιών να δώσουν παρομοίας παραστάσεις.
Αλλ’ ενώ τόσα κοινά σημεία έχομεν με τα Λελέκια, είναι ζήτημα αν άλλος λαός τα κατεδίωξε σκληρότερα. Άμα η Παλαιά Ελλάς ηλευθερώθη, τα άφθονα Λε­λέκια της απετραβήχθησαν στην Ηπειροθεσσαλίαν. Άμα προσηρτήθη και εκείνη τα πολλά έφυγαν μαζί με τους Τούρκους. Λέγουν ότι είναι φιλότουρκα πουλιά. Αυτό είναι ακριβές. Όχι μόνον τας τουρκικάς πόλεις αγαπούν και προτιμούν, αλλά και τας συνοικίας, ακό­μη και τα Τουρκικά σπίτια, αν είναι μικτή η συνοι­κία. Έχουν τεραστίαν μνήμην και θυμούνται εις ποιο σπίτι βρήκαν ευσπλαγχνίαν και πού θηριωδίαν. Μίαν ή δυο εβδομάδας αφού έπεσαν τα Γιάννενα, η πρώτη επιτροπή των Τούρκων που έγινε και το πρώτο πα­ράπονο που έκαμε ήτο για τους πυροβολισμούς κατά των Λελεκιών. Όταν τα βράδυα ο Χότζας εκαλούσε τους πιστούς εις δέησιν από το ύψος του τζαμιού και τα Λελέκια τον συνώδευαν από τις στέγες με τα πένθιμα εκείνα κτυπήματα του ράμφους των, εφαίνοντο σαν να έκαναν ένα παράπονο στον Αλλάχ!.
- Έφυγες, Αλλάχ, από το Μεσολόγγι, πήγαμε στην Άρτα, ήρθαμε στα Γιάννενα... Από εδώ όμως, Αλλάχ, πολύ μακρυά μας έφυγες... Πού να σε φτάσουμε!



«Πίνω καφέ παρέα με τον Δία»!

Ο πρώην ναυτικός Τάκης Ζορμπάς ζει στον Όλυμπο σε ύψος 2.760 μέτρων!
του Κώστα Κουκουμάκα.

«Για να ζήσεις εκεί όπου το οξυγόνο πέφτει κατά 20%, πρέπει να το αγαπάς και να το επιλέξεις. Όταν χαλάει ο καιρός το φθινόπωρο και το καταφύγιο κλείνει, δεν θέλω να κατέβω στο Λιτόχωρο. Ακούω κόρνες και τρομάζω. Μακάρι να μπορούσα να ζήσω δίπλα στην κορυφή ολόκληρο τον χρόνο. Δεν θα άλλαζα με τίποτα ένα φλιτζάνι καφέ με θέα τη μισή Ελλάδα».
O 49χρονος Τάκης Ζορμπάς ζει στη «στέγη της Ελλάδας», στο υψηλότερο σημείο που κατοικεί άνθρωπος. Είναι ο φύλακας στο πιο απομακρυσμένο ορειβατικό καταφύγιο του Ολύμπου, το «Γιόσος Αποστολίδης». Από ΄κει έχει θέα τη Χαλκιδική, τη Θάσο και τις Σποράδες. Κι όταν δεν μαγειρεύει βραστά και όσπρια για τους χιλιάδες επισκέπτες ορειβάτες, απολαμβάνει τον καφέ του παρέα... με τον Δία.
Το καταφύγιο «Γιόσος Αποστολίδης» βρίσκεται στα 2.760 μέτρα, μόλις 157 χαμηλότερα από την κορυφή του Μύτικα. Στο διάσελο μεταξύ των κορυφών Προφήτης Ηλίας και Τούμπα, το χιόνι στρώνεται στις αρχές Οκτωβρίου, ωστόσο από τον Ιούνιο διανυκτερεύουν κάθε χρόνο περίπου 2.500 επισκέπτες. «Δεν έχω συνειδητοποιήσει ότι για τέσσερις μήνες τον χρόνο μαγειρεύω, καθαρίζω, κοιμάμαι στο ψηλότερο σημείο της Ελλάδας αλλά και των Βαλκανίων που διαβιοί άνθρωπος. Πρώτη φορά ανέβηκα στον Όλυμπο σε ηλικία 11 ετών. Αργότερα δούλεψα για κάποια χρόνια ως φύλακας στο καταφύγιο κι έπειτα από ένα διάλειμμα επτά ετών, κατά το οποίο γνώρισα τον κόσμο ταξιδεύοντας στα καράβια, επέστρεψα το 1997 στο βουνό: μπορεί τώρα να ζω στο ψηλότερο σημείο του Ολύμπου, αλλά ήμουν ναυτικός», λέει ο φύλακας του Ολύμπου, αναπολώντας χιλιάδες βουνίσιες στιγμές και ιστορίες: όπως τα χρώματα της ανατολής που βγαίνουν από τη θάλασσα, τον ήχο του αέρα που τσακίζει το πρόσωπο στα 2.760 μέτρα, τις ξαφνικές χιονοθύελλες του Ολύμπου, τα γλέντια στο καταφύγιο δίπλα στο τζάκι, αλλά και τα συχνά ορειβατικά ατυχήματα.
Στην υπηρεσία των ορειβατών.
«Την περασμένη Πρωτομαγιά χτύπησε το τηλέφωνο στις 9 το βράδυ, ενώ τρώγαμε με φίλους. “Δεν είναι καλό τηλεφώνημα”, είπα στη γυναίκα μου και πράγματι ήταν ορειβάτες, μέλη του συλλόγου που με καλούσαν για βοήθεια. Ένας γιατρός είχε σπάσει το πόδι του κι έπρεπε να μεταφερθεί με ασφάλεια. Ανέβηκα στο μουλάρι και έκανα το καθήκον μου. Δεν ήταν η πρώτη φορά, έχω μεταφέρει και νεκρούς ορειβάτες», θυμάται ο «αγωγιάτης του Ολύμπου», όπως αλλιώς τον γνωρίζουν οι ορειβάτες. Λίγες μέρες τώρα που κατέβηκε από το καταφύγιο λόγω κακοκαιρίας, φροντίζει μαζί με τον γιο του, τον Παναγιώτη, τα μουλάρια σε μία ανοιχτωσιά έξω από το Λιτόχωρο.
Τον χειμώνα, όταν το καταφύγιο κλείνει, ο κ. Ζορμπάς ταξιδεύει στα Βαλκάνια ως οδηγός φορτηγών. «Το μονοπάτι για το καταφύγιο ξεκινά από τη θέση Γκορτσιά, περίπου 14 χιλιόμετρα έξω από το Λιτόχωρο. Πάνω στο μουλάρι χρειάζονται τρεισήμισι ώρες, ενώ με τα πόδια πέντε ή όσο αντέχεις. Από το καταφύγιο ώς τον Μύτικα, την κορυφή του Ολύμπου, η διαδρομή είναι 45 λεπτά με τα πόδια. Στο καταφύγιο βέβαια δεν είμαι μόνος μου. Με τα χρόνια έχω κάνει φίλους, ενώ τον Αύγουστο ανεβαίνουν για βοήθεια η γυναίκα μου και τα παιδιά μου», λέει ο κ. Ζορμπάς. Οι εισπράξεις από το κόστος διαμονής (12 ευρώ τη βραδιά) πηγαίνουν στον Σύλλογο Ελλήνων Ορειβατών (ΣΕΟ) Θεσσαλονίκης, στον οποίο ανήκει το καταφύγιο, ενώ ο κ. Ζορμπάς κρατά γι΄ αυτόν τα χρήματα από την κουζίνα. Μαγειρεύει για τους επισκέπτες βραστή γίδα, μακαρονάδα με κιμά, φασολάδα και ρεβίθια. «Ζω στο ψηλότερο σημείο της Ελλάδας, αλλά δεν νιώθω μοναξιά. Φέτος, άλλωστε, το καταφύγιο απέκτησε και ασύρματη τηλεφωνική σύνδεση».
Το καταφύγιο στη Στέγη της Ελλάδας.
Στην περιοχή του Ολύμπου υπάρχουν 5 καταφύγια που παρέχουν στέγαση και σίτιση για όσους επιθυμούν να επισκεφτούν απλά ή και να διανυκτερεύσουν στο βουνό.
Το "Σπήλιος Αγαπητός" βρίσκεται στη θέση Μπαλκόνι. Κατασκευάστηκε το 1931 και πήρε το όνομά του από τον Αρχιτέκτονα Μηχανικό Σπήλιο Αγαπητό ο οποίος το σχεδίασε.
Το "Βρυσοπούλες" το οποίο απέχει 42 χλμ. από Ελασσόνα βρίσκεται μέσα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Για την είσοδο των επισκεπτών απαιτείται άδεια από τον Διοικητή της μονάδας (απαραίτητη η αστυνομική ταυτότητα). Για τους αλλοδαπούς απαιτείται ειδική άδεια από το ΓΕΣ/Διεύθυνση Ειδικών Δυνάμεων. Στην ίδια τοποθεσία λειτουργεί το ομώνυμο χιονοδρομικό κέντρο, στο διάστημα Δεκεμβρίου - Μαρτίου, με συρόμενο αναβατήρα για την χρήση του οποίου είναι απαραίτητη μια υπεύθυνη δήλωση ότι σε περίπτωση ατυχήματος δεν ευθύνεται ο Ελληνικός Στρατός. Το ανώτερο υψόμετρο της πίστας είναι 2450 μ. και το κατώτερο 1900 μ. Η είσοδος και η διανυκτέρευση στο καταφύγιο είναι δωρεάν, όπως και η χρήση της χιονοδρομικής πίστας.
Το "Χρήστος Κάκαλος" βρίσκεται στο οροπέδιο των Μουσών. Κατασκευάστηκε το 1961 και το 1964 ονομάστηκε Βασ. Παύλος. Το 1984 μετονομάστηκε σε Χρήστος Κάκαλος προς τιμήν του πρώτου κατακτητή της κορυφής του Μύτικα.
Το "Σταυρός" κατασκευάστηκε το 1969 και βρίσκεται κοντά στο Λιτόχωρο, στη θέση Σταυρός, από όπου πήρε το όνομά του. Είναι γνωστό και ως καταφύγιο Τάκης Μπουντόλας, προς τιμήν του ορειβάτη που χάθηκε σε ανάβαση στα Ιμαλάια το 1985.
Το καταφύγιο «Γιόσος Αποστολίδης» βρίσκεται σε υψόμετρο 2.760 στον Όλυμπο, στο διάσελο μεταξύ των κορυφών Προφήτης Ηλίας και Τούμπα, σε ένα πετρώδες και άγριο σημείο. Πήρε το όνομά του από τον Πόντιο ορειβάτη Γ. Αποστολίδη, ο οποίος επισκέφθηκε το βουνό των θεών το 1959 και το αγάπησε. Στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα το καταφύγιο έχτισε μια ορειβατική καλύβα χωρητικότητας 10 ατόμων, για να προφυλάσσονται και να ξεκουράζονται οι κατακτητές της κορυφής. Οι Αρχές της εποχής... ανατίναξαν την καλύβα και το 1961 η έκταση παραχωρήθηκε από τον τσιφλικά Χρυσαβελόνη στον ΣΕΟ Θεσσαλονίκης, που διαχειρίζεται ώς σήμερα το καταφύγιο. Τα επόμενα χρόνια χτίστηκε με λεφτά του συλλόγου ο πρώτος όροφος και σήμερα το διώροφο πετρόκτιστο καταφύγιο μπορεί να φιλοξενήσει έως 100 επισκέπτες τη βραδιά. Δωμάτια του καταφυγίου μάλιστα φέρουν ονόματα ορειβατών που βοήθησαν στο χτίσιμό του. Είναι το υψηλότερο ορειβατικό καταφύγιο των Βαλκανίων, φιλοξενεί κάθε χρόνο 2.500 ορειβάτες και δέχεται περισσότερους από 3.500 επισκέπτες τους τέσσερις μήνες που λειτουργεί. Οι περισσότεροι είναι Έλληνες, αλλά συχνοί είναι και οι επισκέπτες από τη Γερμανία, την Ιταλία, την Τσεχία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Σλοβακία. Λίγο πιο κάτω, σε υψόμετρο 2.600 βρίσκεται το καταφύγιο «Χρήστος Κάκκαλος» και στα 2.100 το καταφύγιο «Σπήλιος Αγαπητός», τα οποία ανήκουν στην Πανελλήνια Ορειβατική Ομοσπονδία.
Εκτός από τα παραπάνω οργανωμένα καταφύγια, υπάρχουν σε διάφορες τοποθεσίες (Άγιος Αντώνιος, Μεγάλη Γούρνα, Λιβαδάκι, Σαλατούρα, κ.α.) μικρά κτίσματα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν το χειμώνα σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Τα περισσότερα προσφέρουν απλώς στέγη, ενώ σε μερικά υπάρχουν και κρεβάτια.

ΓΑΥΡΟΛΙΜΝΗ.


Οι πρώτες καλύβες, που απετέλεσαν με την πάροδο του χρόνου το χωριό Γαυρολίμνη, κατοικήθηκαν από 10 περίπου οικογένειες το 1844. Οι κάτοικοι αυτοί ήταν νομάδες από διάφορα χωρια, όπως της Μακρυνείας, της ορεινής Ναυπακτίας, του Ξηρομέρου και της Πελοποννήσου, που δεν είχαν μόνιμη κατοικία, εξ αιτίας της διώξεως των Τούρκων. Από το 1831, που έφυγαν οι Τούρκοι, μέχρι του 1844 που ήρθαν στο μέρος αυτό και εγκαταστάθησαν μόνιμα, αυτοί ήταν εγκατεστημένοι ανατολικά του σημερινού χωριού, σε απόσταση περίπου 3 χιλιόμετρα, σε τοποθεσία που ονομάζεται Ταούτ Αγά (τουρκική ονομασία).
Αναφέρουμε μερικούς από τους κατοίκους που πρωτοκατοίκησαν στο χωριό αυτό: Γεώργιος Π. Φουσέκης, από την Μπουρλέσα Μακρυνείας, Χρήστος Ιωάν. Γιαννακόπουλος, από το Ξηρόμερο, Παπαγρηγόρης Λαλιώτης, από το χωριό Λάλα της Πελοποννήσου, Κωνσταντίνος Καρναχωρίτης, από την Μακρυνού.
Στο μέρος που κτίσθηκε με την πάροδο του χρόνου το χωριό, δεν υπήρχαν ούτε υπάρχουν ενδείξεις κατοικήσιμου μέρους. Υπήρχε μόνον ένας πύργος τουρκικός. Αυτός εκατοικείτο από Τούρκους και χρησίμευε ίσως για φυλάκιο.
Την ονομασία Γαυρολίμνη την πήρε το χωριό από την ονομασία ολοκληρης της περιοχής. Η περιοχή αυτή κατά τον Ελευθερουδάκη ονομάζεται Γαυρολίμνη ή Καβρολίμνη, δηλαδή λίμνη γεμάτη ψάρια με την ονομασία γαύρος ή λίμνη που περιέχει καβούρια. Κατά τη γνώμη δε ενός Γερμανού αρχαιολόγου ονομάζεται καπρολίμνη, δηλαδή βαλτώδης περιοχή που έχει πολλά αγριογούρουνα.
Το χωριό είναι κτισμένο στην πλαγιά ενός λόφου, που είναι κατάφυτος από πεύκα. Ο λόφος αυτός έχει υψόμετρο περίπου 250 μέτρα και ονομάζεται “Καλιακούδα” από το όνομα του Λουκά Καλιακούδα, οπλαρχηγού της Ελληνικής Επαναστάσεως από την Ιθάκη, που σκοτώθηκε εκεί. Στην κορυφή του λόφου υπάρχουν ερείπια από τα πρόχειρα ταμπούρια των Ελλήνων επαναστατών του ’21. Όπως αναφέρει ο Ελευθερουδάκης: «εις περιοχήν Γαυρολίμνης και ιδίως εις τον λόφον αυτόν έγινε τόση μεγάλη μάχη με τους Τούρκους, ώστε από το αίμα που εχύθη εσχηματίσθη λίμνη. Λόγω δε της μεγάλης επιτυχίας που είχε η μάχη αυτή υπέρ των Ελλήνων, είθισται να λέγεται εις ολόκληρον την Ελλάδα και μάλιστα εις επιτυχημένα γλέντια “Γαυρολίμνη να γίνη”».
Ο λόφος αυτός με την ονομασία “Καλιακούδα”, στην επάνω πλαγια του οποίου είναι κτισμένο το χωριό, επεκτείνεται ως είδος οροσειράς περίπου πέντε χιλιόμετρα από τη δημοσια οδό Ναυπάκτου-Μεσολογγίου μέχρι τον ποταμο Εύηνο, σχηματίζοντας έτσι δύο στενές διαβάσεις, μία προς νότον με το βουνό Βαράσοβα και μία προς βορράν με τον ποταμό Εύηνο. Επάνω σ’ αυτόν υπάρχουν διάφορες λοφοκορυφές με την ονομασία Τάπια. Η πρώτη κορυφή που αρχίζει από τον κάμπο είναι ένα φυσικό οχυρό και στη συνέχεια οι άλλες κορυφές όπως τα Ταμπούρια, Ρόγγα, Ξερόλογγα και του Γιώργη το Λημέρι.
Ολόκληρη αυτή η οροσειρά χρησίμευσε για τους Έλληνες αρματωλούς ως οχύρωμα και ορμητήριο για την παρεμπόδιση επικοινωνίας των Τούρκων του Καρνελιού Μεσολογγίου και Ναυπάκτου. Στις δύο στενές διαβάσεις, που προανέφερα, έχουν γίνει πολλές μάχες. Μία έγινε με τον Μούρτο Γιώργο, όπως τον ονόμαζαν οι Τούρκοι, ενώ το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Αλεξόπουλος, από την Λομποτινά, μαζί με τον Δημήτριο Βλαχάκη από τον Μπερίκο, με 200 άνδρες στο στενό μεταξύ Βαράσοβας και Καλιακούδας, όπου διέλυσαν τους Τούρκους, που μετέφεραν χρήματα στην Ναύπακτο. Λέγεται μάλιστα ότι ο Μούρτο Γιώργος κάθησε και τα μοίρασε με το φέσι του σε όλους τους συντρόφους του, χωρίς να κρατήση ο ίδιος τίποτε, παρά μόνο την ικανοποίηση ότι εξολόθρευσαν τους Τούρκους.
Στο βόρειο δε στένωμα, που σχηματίζεται μεταξύ της λοφοσειράς Ρόγγα, Ξερόλογγα και ποταμού Ευήνου έγινε άλλη μεγάλη μάχη με τους Τούρκους, το 1585, με τον αρματωλό της Αιτωλίας Θεόδωρο Μπονά Γρίβα, όπου 9000 Τούρκοι κατατροπώθηκαν. Τέτοια υπήρξε η πανωλεθρία των Τούρκων, που η Ελληνική εποποιΐα την αποτυπωσε στο δημοτικό τραγούδι “Γιατί βουΐζουν τα βουνά”.
Στους πρόποδες του λόφου “Καλιακούδα” υπήρχαν τρεις πύργοι. Ο ένας ήταν στο κέντρο του σημερινού χωριού Γαυρολίμνη, ο άλλος σε απόσταση 500 μέτρων και ο τρίτος σε απόσταση 1000 μέτρων, όπου υπάρχει και σήμερα ο Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Βυζαντινού ρυθμού, χρονολογούμενος κατά τον Βυζαντινό αρχαιολόγο Ορλάνδο περίπου στα 950μ.Χ.
Πάντως δεν υπάρχουν αποδείξεις ούτε ενδείξεις ότι υπήρχε χωριό στην περιφέρεια Γαυρολίμνης κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ίσως προγενέστερα να υπήρχε, διότι και ο Ναός, που προανέφερα, δείχνει ότι υπήρχαν κάτοικοι εκεί κοντά που εκκλησιάζονταν. Άλλη απόδειξη είναι ότι οι περισσότεροι λοφίσκοι και τα περισσότερα χωράφια είναι γεμάτα από τάφους χριστιανικούς.
Ήθη και έθιμα έχουμε τα συνηθισμένα του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, δημοτικά τραγούδια της Ελληνικής Επαναστάσεως και της εξυμνήσεως του βουνού και της υπαίθρου, καθώς και δύο που αφορούν τον αρματωλό Λουκά Καλιακούδα, που σκοτώθηκε στην Γαυρολίμνη και άλλο που αφορά την πανωλεθρία των Τούρκων από τον Θεόδωρο Μπονά Γρίβα και τους Έλληνες πολεμιστές.
Στο λόφο που στολίζει το χωριό έγινε μια άλλη μεγάλη μάχη με τους Τούρκους το 1823, όπου έλαβε μέρος και πολέμησε γενναία με τους Κραββαρίτες ο Γεώργιος Ροντήρης και η μάχη αυτή πήρε την ονομασία του λόφου “Μάχη της Καλιακούδας”..
Πανηγύρια έχουμε κατά τον εορτασμό της μνήμης των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ, πολιούχων του χωριού μας, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και την Δευτέρα του Πάσχα, που γινόταν άλλοτε πολύ μεγάλο πανηγύρι στον Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου έπαιρναν μέρος και τα πέντε χωριά της περιφέρειας Γαυρολίμνης, Τρίκορφο, Καλαβρούζα, Κάτω και Άνω Βασιλική και παρέμεναν όλη την ημέρα στην ύπαιθρο κάτω από τον ελαιώνα της Εκκλησίας.
Ο δρόμος που συνέδεε άλλοτε το Μεσολόγγι με την Ναύπακτο, περνούσε από τους πρόποδες του λόφου Καλιακούδα, κοντά στο χωριό. Εκεί ήταν ένα χάνι, που χρησίμευε για στάθμευση των διερχομένων. Το χάνι αυτό, του οποίου τα θεμέλια υπάρχουν, ανήκε σε κάποιον Σκορδά. Όταν ξεκινούσαν οι ορεινοί Ναυπάκτιοι, για να πάνε στο Μεσολόγγι και στον κάμπο, όριζαν ως μέρος συνάντησης το χάνι αυτό, στο οποίο σπανίως συναντιόνταν. Γι’ αυτό και σήμερα ακόμη λέγεται, χάριν αστειότητος, η φράση “Καλή αντάμωση στού Σκορδά το χάνι”.

του π. Ιωάννου Γιαννακόπουλου

Το κάστρο του Επάχτου...

Κυλούν αιώνες και καιροί, σωρό γενιές περνούνε,
τ’ άστρα που λάμπουν σβήνουνε, καινούρια το φωτούνε.
Μά η θωριά του αγέραστη δεν γίνεται ρημάδια
μες της αβύσσου τ’ άφεγγα και τ’ άναυγα σκοτάδια...

Με πολεμίστρες άπαρτες και τάπιες δοξασμένες,
παληά ασκέρια καρτερούν, στην δόξα βουτυγμένες.
Κάποτε Μπρίκια αρμένιζαν και Δόγκικες Μπαρτσέρες,
μά σήμερα στον Άη-Λιά αχολογούν φλογέρες...
...
Κάστρο τ’ Επάχτου άπαρτο, μπαρουτοκαπνισμένο,
αραξοβόλι πειρατών, προίκα τρανή δοσμένο...
Χρυσή ρομφαία μπήχτηκε μές του θυμού το στήθος
κι έγινε ο θρύλος ξάκουσμα κι η Ιστορία μύθος....

Κάστρο τ’ Επάχτου, Κάστρο μας, αγέραστο θα μείνης,
πευκοντημένη θύμηση, καημούς για ν’ ανασταίνης
Τα χρόνια πάντα θα κυλούν, γενιές στο πέρασμά σου,
κι εμείς παληοί προσκυνητές στην πέτρινη αγκαλιά σου!...

Γιάννης Γαϊτάνης

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ...

(επιστήμονες, έμποροι, βιοτέχνες).


του Γιάννη Βαρδακουλά.




Γιά τούς Επαχτίτες το Λιμάνι με την αισθητική και τή γραφικότητά του είναι η πεμπτουσία της όλης εικόνας της πόλης. Οι μόνιμοι κάτοικοι εκεί καταφεύγουν, για ν’ απολαύσουν την θέα του, να ξεχάσουν στενόχωρες έγνοιες και να χαρούν οι ξενιτεμένοι σ’ αυτό γυρίζουν με τή φαντασία τους, για ν’ απαλύνουν τον πόνο της ξενιτιάς και οι περαστικοί και οι επισκέπτες εκεί στέκονται για λίγο, για να ξεκουραστούν και να κρατήσουν στή μνήμη τους την ωραία εικόνα από την πόλη μας. Τριάντα πέντε χρόνια ξενιτεμένος για τις σπουδές και την επιβίωσή μου, δεν παρέλειπα με τούς φίλους μου να ερχόμαστε για το ιερό προσκύνημά μας, για την ανανέωση του ψυχικού μας κόσμου.
Τό Λιμάνι μας δεν είναι έργο της φύσης αλλά του ανθρώπου. Είναι φανερή η προέλευσή του. Έγιναν οι δύο λιμενοβραχίονες, ο ανατολικός και ο δυτικός, με φραγμένη την είσοδό του, που άνοιξε μετά την εκσκαφή και την εκτέλεση των επιμέρους έργων του. Ο πυθμένας του είναι πλακοστρωμένος, μού είπε ο συμπολίτης πολιτικος μηχανικός και φίλος κ. Θ. Καρκαντζός, όπως επιβεβαιώνεται σε κάθε εκβάθυνσή του με τις πλάκες που ανασύρονται. Τί προϋπήρχε δεν είναι γνωστό. Πολύ πρίν φθάσουν οι Ενετοί και οι Οθωμανοί, ασφαλώς υπήρχε κάποιο αγκυροβόλιο, που εξυπηρετούσε τις θαλάσσιες μεταφορές, πράγμα που το επιμαρτυρεί και η αρχική ονομασία της πόλης μας, από την διαπεραίωση των Δωριέων στην Πελοπόννησο. Άς μή μάς διαφεύγει ακόμη το γεγονός ότι κατά μήκος της δυτικής πλευράς του Μόρνου υπήρχαν «αλυκές» για το αλάτι και εκτροφεία ψαριών, καθώς η περιοχή αυτή προσφέρεται και για τις δύο αυτές δραστηριότητες από την περίοδο ακόμη του Δεσποτάτου της Ηπείρου με υπολογίσιμα κέρδη, όπως αναφέρει σε εισήγησή της η Ελισ. Ζαχαριάδου (Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Άρτας σ. 87-93), που σημαίνει ότι προϋπήρχαν αναπτυγμένες θαλάσσιες μεταφορές. Μεταγενέστερα, κατά την δεύτερη περίοδο της Οθωμανοκρατίας (1699-1829) το Λιμάνι είχε αποκλεισθή από κάθε σοβαρή εμπορική κίνηση, κατά τα δημοσιευμένα δηλωτικά του εμπορίου, όπου δεν αναφέρεται η Ναύπακτος ως λιμάνι εισαγωγής-εξαγωγής.
Από την ξυλογραφία του R. Von Waldheim, που βρίσκεται στην Έκθεση Τέχνης της Βιέννης (βλ. Ludwig Salvator «eine Spazierfahrtim Golf con Korinth», που υπάρχει στην Βιβλιοθήκη μας) προκύπτει ότι ο ανατολικός και ο δυτικός πύργος της εισόδου ήταν όμοιοι, καθένας με τή σκοπιά του, ενώ η βορεινή πλευρά του Λιμανιού δεν ήταν διαμορφωμένη το μουράγιο της είναι μεταγενέστερο.
Ο περιηγητής Spήn, που πέρασε από την πόλη μας γύρω στα 1675, άναφέρει ότι η είσοδος του Λιμανιού κλεινόταν με αλυσίδα. Προφανώς κάθε ελλιμενισμένο πλεούμενο έπρεπε να καταβάλλη πρό του απόπλου του κάποιο χρηματικό ποσό για τον ελλιμενισμό του έτσι ελεγχόταν η αναχώρησή του, μετά την καταβολή του σχετικού τέλους.
Από τή θάλασσα εισχωρούσαν δύο τάφροι, που αγκάλιαζαν το Λιμάνι, όπως αυτό προκύπτει από τον πίνακα του Οθωμανού ζωγράφου Nasuh Matrakci, του 16ου αιώνα, που έφθαναν μέχρι τα δύο χαμηλότερα διαζώματα. Οι παλαιότεροι θυμόμαστε ότι και προς τα δυτικά του λιμανιού η θάλασσα έφτανε μέχρι την τάπια του Κολοκύθα-Παλαιογιάννη, πρίν γίνουν οι μεταγενέστερες προσχώσεις Από το δυτικό μουράγιο του Λιμανιού ρίχνονταν πρωϊ-πρωϊ κάθε 25η Μαρτίου τα «μάσπουλα», κροτίδες εκκωφαντικές, που ανήγγειλλαν τον εορτασμό της Εθνικής μας Εορτής.
Στό πρώτο ήμισυ του αιώνα που πέρασε, η εμπορική κίνηση του Λιμανιού μας αφορούσε την εξαγόμενη εγχώρια παραγωγή μας και τα εισαγόμενα αγαθά. Βιομηχανική παραγωγή δεν υπήρχε. Λειτουργούσε μόνο η Ηλεκτρική Εταιρεία, που εκάλυπτε μόνο την πόλη, δύο-τρείς μικροί αλευρόμυλοι, του Κοσσαντιανού, του Νόβα και του Μούσγου (ο πρώτος με ηλεκτροκίνηση και οι άλλοι με υδατοκίνηση) και δύο Ελαιουργεία, της Ηλεκτρικής και του Νόβα, παλαιότερα ιπποκίνητο. Η αγροτική παραγωγή περιοριζόταν στο τριφύλλι, που το περισσότερο εξαγόταν, στή μαύρη σταφίδα, σιτάρι και καλαμπόκι, σε πολύ περιορισμένη κλίμακα και στα άλλα είδη γεωργικής παραγωγής για τις ανάγκες της πόλης. Στή γύρω ημιορεινή περιοχή υπήρχαν κοπάδια αρνιών και κατσικιών, από τα οποία πολλά εξάγονταν Όλα τα άλλα αγαθά εισάγονταν, εκτός από αυτά που η ντόπια βιοτεχνία παρήγε.
Η απασχόληση στην περιοχή μας ήταν περισσότερο εποχιακή, τα εισοδήματα από ελάχιστα έως μικρά εμβάσματα από τούς ξενιτεμένους, οι μισθοί των υπαλλήλων και οι συντάξεις. Γι’ αυτό έφευγαν πολλοί, ιδίως από τα γύρω χωριά και εργάζονταν απέναντι στο Μοριά, στα χωράφια και τα σταφιδοεργοστάσια του Αιγίου και γύριζαν όταν τελείωναν οι δουλειές, με την αιματηρή οικονομία τους για το χειμώνα. Κατέβαιναν σε συντροφιές από τα γύρω κοντινά χωριά μερικοί ίσως έβλεπαν για πρώτη φορά τή θάλασσα και όταν ήταν κυματούσα τούς φόβιζε. Γιά μάς που από παιδιά το είχαμε συνηθίσει, το θέαμα της εισόδου τους στα καϊκια ήταν το λιγότερο παράξενο, καθώς τούς τραβούσαν οι ναυτικοί......
Σ’ αυτή τή μικρή αγορά προστίθονταν οι κάτοικοι των γύρω χωριών της ορεινής Ναυπακτίας και των κοντινών της Δωρίδας. Αυτός ο όγκος των διακινούμενων αγαθών, της εισαγωγής και της εξαγωγής, προσδιόριζε κατά βάσιν την εμπορική κίνηση του Λιμανιού. Κατά περιόδους γινόταν διακίνηση εμπορευμάτων που προορίζονταν για τα ανατολικά χωριά της Μακρυνείας, γιατί ο ελλιμενισμός στο Κρυονέρι ήταν πολύ δύσκολος τούς χειμερινούς μήνες και τα χωριά αυτά εξυπηρετούνταν πιό καλά μέσω της Ναυπάκτου.
...Υπήρχε, λοιπόν, μιά σχετική κίνηση ανθρώπων και αγαθών, που πραγματοποιείτο με τή θαλάσσια επικοινωνία, δεδομένου άλλωστε ότι η οδική επικοινωνία ήταν υποτυπώδης. Μόλις το 1932 άρχισε η κατασκευή της εθνικής οδού που συνδέει τή Ναύπακτο ανατολικά με το Λιδωρίκι και την Άμφισσα και δυτικά με το Μεσολόγγι και τις προεκτάσεις των αξόνων αυτών.
Η κύρια επικοινωνία ήταν με τον απέναντι Μοριά. Μικρά πλεούμενα με πανιά εκτελούσαν τή συγκοινωνία με τον Ψαθόπυργο, όταν ο άνεμος το επέτρεπε διαφορετικά οι ναυτικοί μας ρίχνονταν στή μάχη με τα κουπιά, σε μιάν απόσταση πέντε περίπου μιλίων. Ήταν βέβαια τα σκάφη αυτά μικρά, που μόλις μπορούσαν να διαπεραιώσουν τριάντα-σαράντα άτομα. Ήταν παλαιότερα η «Παντόφλα» του Κοντόγιωργα, η «Τσίλια» του Μπαρμπ-Αναστάση, τα μικρά πλεούμενα του Νικόλαου Τουρνάρα και του Τσαρούχη, που έκαναν το «Πέραμα» προς Αη-Βασίλη και Θεοφίλου παλαιότερα. Η «Πύλαρος» του Σπύρου Αθανασίου-Πατάκα και η «Θοδωρούλα» αργότερα του Τουρνάρα, ναυτικού από το Μοναστηράκι της Δωρίδας, που αντικαταστάθηκε από τή γαΐτα του Νικ. Παπαπαναγιώτου και μιά μικρότερη του Γιάννη Σαϊτάνη, πάντα στή γραμμή Ναύπακτος-Ψαθόπυργος.
Αργότερα στή γραμμή αυτή έκαναν τα δρομολόγια νεότερα σκάφη με μηχανή, η γαΐτα του Δημ. Τσαγκαράκη και το κανό «Δαμασκηνί» των Κ. Παξινού, Κ. Τόλια και Δ. Τσαγκαράκη..
Εκτελούνταν δύο δρομολόγια την ημέρα: ένα το πρωϊ στις 6 με επιστροφή στις 9 και το δεύτερο στις 11 με επιστροφή στις 3 παρά τέταρτο. Τά δρομολόγια είχαν ρυθμιστή έτσι, ώστε το πρωϊνό να προλαβαίνη το τραίνο Πάτρα-Αθήνα, στο οποίο επιβιβάζονταν οι επιβάτες για την Πρωτεύουσα, παραδιδόταν ο σάκος του Ταχυδρομείου και παραλαμβανόταν ο πρωϊνός Τύπος της Πάτρας και του Ταχυδρομείου από το μεσημβρινό Αθήνα-Πάτρα κατέβαιναν οι επιβάτες από Αθήνα, για να επιβιβαστούν στην γαΐτα που περίμενε στο λιμανάκι ήταν αρκετός ο δρόμος, ανηφορικός-κατηφορικός, κουραστικός, όταν έπρεπε να μεταφέρης και τις αποσκευές σου. Γιά τούς επιβάτες οι συνθήκες του ταξιδιού ήταν πρωτόγονες, καθώς ήταν εκτεθειμένοι στον αέρα και τα κύματα. Πέρασαν πολλά χρόνια, ώσπου να διασκευασθή ο χώρος για τούς επιβάτες. Ακόμη και το 1940, όπως προκύπτει από δημοσίευμα της «ΦΩΝΗΣ», «τα συγκοινωνιακά μέσα στις γραμμές Ναυπάκτου-Πατρών ή Ναυπάκτου-Ψαθόπυργου πρέπει να εκπληρούν όλους τούς όρους και τις προβλεπόμενες διατάξεις και να εξασφαλίζουν απαραιτήτως την άνεσιν και την ασφάλειαν των ταξιδευόντων». Γιά τον καπετάνιο και το πλήρωμα δεν γίνεται λόγος αυτοί ανεμοδαρμένοι και μουσκεμένοι από τα κύματα μέχρι το κόκκαλο.
Τό πρωϊνό ξεκίνημα, για το οποίο μάς αφήκε μιά περιγραφή ο Γιάννης Βλαχογιάννης στο διήγημά του «Μισεμός», είχε τή δική του ιεροτελεστία και γραφικότητα. Από τις πέντε, νύχτα ακόμη, ακουγόταν ο «κόρνος», που είχε και την ονομασία «Μπουρού» την τελευταία έχει διαφυλάξει ο φίλος ναυτικός κ. Γιάννης Αθανασίου-Πατάκας με τον ιδιότυπο ήχο της στα χέρια των Κοκόγια και Κ Γρίβα. Άρχιζε σιγά-σιγά η συγκέντρωση των ναυτικών, των ταξιδιωτών και άλλων, που συνήθιζαν να είναι παρόντες κατά την αναχώρηση του «Περάματος» άλλωστε τα καφενεία ήταν ανοιχτά δύο ώρες πρίν για τον καθιερωμένο καφέ και το κονιάκ τούς χειμερινούς μήνες.
Κατά την αναχώρησή μας για την Πρωτεύουσα και την επιστροφή μας, ποιός από τούς παλαιότερους δεν θυμάται τον Μπαρμπα-Σύρο τον Πατάκα παραγκόνι αυτό των Αθανασίου που μάς κατευόδωνε και μάς καλωσόριζε στην πόρτα του τραίνου με αγάπη και ενδιαφέρον για τις σπουδές μας. Γνώριζε τον καθένα μας με κάθε λεπτομέρεια.
Η μεγαλύτερη εμπορευματική κίνηση εξυπηρετείτο παλαιότερα από τα καΐκια «Πανωραία» του Σπύρου Βουτσινά, «Άγιος Γεώργιος» του Πάνου Ασημακόπουλου, του Πανούτσου, «Ατρόμητος» του Δημητράκη Τραγούδα, «Άρης» του Πάνου Ρήγα-Σκοπελίτη, «Άγιος Νικόλαος» του Περικλή Οικονόμου, «Πάσσαρα» του Κώστα Βουτσινά, με τούς ατρόμητους καπεταναίους τους στα πανιά, που έπλεαν στον Κορινθιακό και Πατραϊκό και προς τα νησιά του Ιονίου «Καλή Τύχη» των αδελφών Κουλούρη και του Λευτέρη Θεοδωρόπουλου και αργότερα ο «Άρης» και «Άγιος Νικόλαος» πετρελαιοκίνητα, και τα νεότερα : «Ναυπακτία» πετρελαιοκίνητο, «Έλλη» ατμοκίνητο, που βούλιαξε στο Λιμάνι, «Σουλτάνα» και «Θάσος» του Γιώργου Τραγούδα, «Αλκυών» του Κ. Βουτσινά, «Άγιος Μηνάς» του Γιάννη Κουλούρη, «Δωρίς» των αδελφών Αθανασίου, «Βαλκυρία» των αδελφών Ανδρέα και Οδυσσέα Τραγούδα, «Ατρόμητος» στή συνέχεια.... με θερμαστές τούς Ανδρέα Γιαννιώτη και Μπάμπη Φαφατά και στή μηχανή τον αξέχαστο Χάρη, που τον απαθανάτισε στούς στίχους του ο Θανάσης Δράκος.
Μέ τή μηχανοκίνηση των σκαφών καθιερώθηκε και δεύτερο δρομολόγιο για την Πάτρα. Έφευγαν το πρωϊ, γύρω στις 7:00 και επέστρεφαν το απόγευμα στις 4:00. Στά σκάφη διακινούνταν και οι «παραγγελιοδόχοι», που εκτελούσαν, έναντι αμοιβής, τις παραγγελίες, ενώ στην προκυμαία έδρευαν οι «φορατζήδες», γατί ορισμένα είδη, εισαγόμενα και εξαγόμενα, έπρεπε να καταβάλλουν κάποιο δασμό, κατάλοιπο παλαιότερων εποχών και συνηθειών. Στήν τοπική εφημερίδα «ΦΩΝΗ» της 1ης Φεβρουαρίου 1931, υπάρχει δημοσίευμα κατά το οποίο τα Συμβούλια του Εμπορικού και Επαγγελματικού κόσμου διαμαρτύρονταν για το διπλασιασμό του κοινοτικού φόρου των εισαγόμενων ωνίων και εμπορευμάτων. Καί πάλι, κατά την άφιξη, ένας κόσμος περίμενε, οι περισσότεροι από συνήθεια ή από τάση αλλαγής στην κίνηση του Λιμανιού, από τή μονοτονία της επαρχιώτικης τότε ζωής ή για την εφημερίδα και τον πάγο, που ερχόταν σε κολόνες από την Πάτρα, σκεπασμένος με λινάτσα και ήταν απαραίτητος για τή μπύρα το ποτήρι, το παγωτό και μερικές φορές για κάποιον ασθενή, όταν ο γιατρός διέτασσε επιθέματά του.
Τά διακινούμενα εμπορεύματα για την πόλη διοχετεύονταν μέσω των μεγάλων τότε καταστημάτων, του Ρεπόπουλου και του Χρυσαΐτη, που μέσω της Πάτρας, ιδιαίτερα ο δεύτερος έφθανε μέχρι την Τεργέστη, ενώ τα προοριζόμενα για τα γύρω χωριά και την ορεινή Ναυπακτία εμπορεύματα ακολουθούσαν τή διακίνηση μέσω των μαγαζιών-χανιών, όπου περίμεναν γυναίκες για τή μεταφορά τους, τα δέ προοριζόμενα για τα χωριά της κοντινής Μακρυνείας έφθαναν στον προορισμό τους με το φορτηγό αυτοκίνητο του Κομπιοσόρα. Ζαλωμένες νέες κοπέλλες, σάν το κρύο νερό, ξεκινούσαν το χάραμα το χειμώνα και σούρουπο το καλοκαίρι για την κοπιαστική τους ανάβαση στα χωριά, μιά πορεία 8-10 ωρών.
Η εμπορική κίνηση για την ορεινή Ναυπακτία παρουσίαζε έξαρση σε περιόδους εκλογών. Τότε κατέφθαναν στον προλιμένα της πόλης μας μεγάλα φορτηγά πλοία, έμφορτα με καλαμπόκι και μεγάλα ζώα από τή Ρουμανία συνήθως, γιατί έπρεπε οι εκλογές να είναι «αδιάβλητες»... Τά καΐκια, που έχουν προαναφερθή, πλεύριζαν στα μεγάλα πλοία για τή φόρτωση και από εκεί στο Λιμάνι για την εκφόρτωσή τους τα ζώα, αγελάδες και μοσχάρια, κρέμονταν με ιμάντα στην κοιλιά από το βίντζι του καραβιού, αφήνονταν σιγά-σιγά στή θάλασσα κι από εκεί πλέοντας έφθαναν μόνα τους στην παραλία, όπου τα περίμεναν.
Υπήρχε και μιάν άλλη γραμμή επικοινωνίας, αυτή της ακτοπλοΐας, με τα ατμοκίνητα «Ναυσικά», «Αθηνά», και «Αμφιτρίτη», που συνέδεαν τον Πειραιά με τα λιμάνια του Κορινθιακού Κόρινθο, Ιτέα, Γαλαξίδι, Αίγιο, Ναύπακτο με την Πάτρα και το Μεσολόγγι, για εμπορεύματα και επιβάτες, οι οποίοι αποβιβάζονταν και επιβιβάζονταν με μικρές βάρκες, που δεινοπαθούσαν τούς χειμωνιάτικους μήνες από τα κύματα και τή βροχή.
Ένας κόσμος ναυτικών με τις πολυμελείς τότε οικογένειές τους αποζούσε από το Λιμάνι και έκανε προκοπή. Δέν ήταν όμως οι μόνοι. Οι φορτώσεις και εκφορτώσεις γίνονταν από τούς Λιμενεργάτες, άντρες με αντοχή στα βάρη, που έσφιγγαν τή μέση τους με πλουμιστά ζωνάρια, για να ενισχύσουν την αντοχή τους και φορούσαν μάλλινες φανέλλες. Φορτωμένοι ισορροπούσαν πάνω στον «πόντε» -μιά τάβλα που συνέδεε το καϊκι με την αποβάθρα.. Από το πρωΐ μέχρι το βράδυ δουλειά-δουλειά χωρίς αναπαμό. Κι όταν έπαιρνε το σούρουπο, με κάποιο πρόχειρο μεζέ στα κρασοπουλιά του Στενοπάζαρου προσπαθούσαν να ξεχάσουν την κούραση και τον καημό τους στο κατοστάρι οι λιμενεργάτες, ο Δήμος Ρούμπας, οι αδελφοί Κορομπίλη, ο Κ. Κουγιούφας, οι αδελφοί Δασκαλόπουλοι-Τίγγερη, ο Σταματόπουλος-Μητσάρας, ο Θεοφάνης Μπερεβέσκος, ο Τάκης Ρίζος και ο Πρόεδρός τους Νίδας Μελιγκιώτης.Στό Λιμάνι ζούσε και ανέπνεε και κινείτο κι ένας άλλος κόσμος ναυτικών, οι Ψαράδες.
Οι παλαιότεροι του επαγγέλματος είχαν ως απασχόλησή τους τις τράτες για τή λειτουργία των οποίων πέρα από τον πλοιοκτήτη-καπετάνιο, απασχολούνταν πολλοί μεροκαματιάρηδες μερικοί από τούς οποίους, χωρίς οικογένεια, είχαν για κατοικία τή βάρκα, ιδιαίτερα τούς θερινούς μήνες. Θυμάμαι τρείς τράτες: του Μήτσου Αρτινόπουλου, του αδελφού του Γιώργου και του Ανδρέα Σφαέλου, που πνίγηκε στό στενό Ρίου-Αντιρρίου.
Οι τρατάρηδες δεν έπαιρναν ημερομίσθια. Η αμοιβή τους, ημερήσια, γινόταν με τή συμμετοχή τους στα έσοδα, σύμφωνα με μιά κλίμακα που είχε προαποφασισθή και η οποία διέφερε από περιοχή σε περιοχή. Σέ μάς εδώ ξεχώριζαν τα μερίδια του επιχειρηματία ως ιδιοκτήτη, καπετάνιου και εργαζόμενου, το δέ υπόλοιπο των εσόδων κατανέμετο σε ίσα μερίδια για τον καθένα σε περίπτωση που δεν είχαν «ψάρια», ο επιχειρηματίας έδινε στον καθένα μιά φραντζόλα ψωμί και κάποτε και τσιγάρα. Ο τρόπος αμοιβής δεν πρέπει να κάνη εντύπωση, γιατί μορφές συμμετοχής των εργαζομένων στις επιχειρήσεις είχαν καθιερωθή στον τόπο μας πολύ πρίν το 1770, όπως είναι γνωστό με τή «Συντροφιά» στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας. Στήν Παπαχαραλάμπειο Βιβλιοθήκη μας υπάρχουν σχετικές εργασίες για τις επιχειρήσεις στή στεριά και τή θάλασσα, για όποιον θέλει να ενημερωθή.
Άλλοι χρησιμοποιούσαν το «Μπραγάνι», μικρή τράτα, χωρίς όμως πλεούμενο, την οποία άπλωναν στή θάλασσα «πελαγώνοντας» και τούς χειμερινούς ακόμη μήνες.
Μετά τή Μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη και εγκατάσταση στην πόλη μας των Προσφύγων, οι μέθοδοι αλιείας εμπλουτίστηκαν από τούς νεοφερμένους Θανάση Μεσσηνέζη και Κοσμά Μαλλίδη. Προστέθηκαν το «γρί-γρί», η «καλαμωτή», και το «παραγάδι».
Στό «γρί-γρί» χρησιμοποιούνται δύο σκάφη, που ρίχνουν τα δίχτυα τους σε κύκλο στο πάνω μέρος επιπλέουν οι φελλοί και στή θάλασσα βυθίζονται τα μολύβια, που σιγά-σιγά σουρώνουν με τή «στίγκα» και τα ψάρια συγκεντρώνονται στο δίχτυ το πλήρωμα δουλεύει και στα δύο σκάφη, συντομεύοντας έτσι το χρόνο. Στήν «καλαμωτή» το δίχτυ περιβάλλεται γύρω-γύρω από καλαμωτή με δίχτυ, που παρεμποδίζει να διαφύγουν τα έγκλειστα στο δίχτυ ψάρια. Τό ένα καλάμι απέχει από το άλλο περίπου μισή οργιά. Η τεχνική του «παραγαδιού» στηρίζεται σε μεγάλο αριθμό δολωμένων αγκιστριών, που εκτείνονται κατά μήκος της θάλασσας. Τό ψάρεμα με το «γρί-γρί» κυρίως γινόταν μέσα στον Κορινθιακό, στον Πατραϊκό στην περιοχή της Αγιάς και στην ανοιχτή θάλασσα μέχρι και τις Οξιές και τον Αστακό. Τό αλίευμα πωλείτο από τούς ίδιους τούς ψαράδες ή με τή βοήθεια των μικροεμπόρων Γιώργου Καραβασίλη, Σάββα και Πέτρου Μιχαλόπουλου, γνωστού ως Πέτρου της Βαλτινιάς.
Παλιότερα τα δίχτυα ήταν βαμβακερά και έπρεπε κάθε τόσο να βαφούν στο καζάνι, όπου έβραζαν φλούδες από πεύκο. Πρίν μερικά χρόνια
με την είσοδο του ναϊλον έγιναν κι αυτά από το υλικό αυτό.
Πού και που τή νυχτιά ή την αυγινή σιγαλιά διέκοπταν οι εκρήξεις του δυναμίτη, τον οποίο χρησιμοποιούσαν, παράνομα φυσικά, δυό-τρείς συμπολίτες ψαράδες, που τούς έχει σκεπάσει ήδη η πλάκα του τάφου....
Στήν εποχή μας την τράτα χρησιμοποιεί ο Νίκος Τσάτσος, ενώ οι άλλοι, Λάκης και Αντώνης Μαλλίδης, Τάκης Βώσος-Παυλάκιας, Σπύρος και Νίκος Κουγιούφας, Μιχάλης Χειμαριός και ο γιός του Γιάννης, Γιώργος Γρηγορίου, Ηλίας Πελέκης, Κώστας Ζωργιός και τώρα τελευταία ο Χρήστος Κονταξής, Πρόεδρος του οικείου Σωματείου, κατά κανόνα ψαρεύουν με τή μέθοδο της «Αποστασίας»-ρίχνουν από βραδίς τα δίχτυα και τα σηκώνουν την επομένη το πρωϊ με ό,τι τούς τύχει ως αλίευμα.
Τό επάγγελμα του θαλασσινού, ναυτικού ή ψαρά, ήταν σκληρό τα παλαιότερα χρόνια, με κρύο, χιόνι ή βροχή, καθώς έλειπαν τα σημερινά τεχνικά μέσα. Ανεμοδαρμένοι, ηλιοκαμένοι, βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο, αγωνίζονταν για το καθημερινό, με τον ελλοχεύοντα πάντα στή θάλασσα κίνδυνο, που μετράει και στην περιοχή μας τα θύματά του.. Στή «ΦΩΝΗ» και πάλι της 12ης Απριλίου 1931, κατά δημοσίευμά της αναφέρεται «κατά την προχθεσινήν θαλασσοταραχήν ανετράπη το αλιευτικόν πλοιάριον του Χαραλ. Σμυρνιού η «Γεωργία» και επνίγη ο αδελφός του ιδιοκτήτου Γ. Σμυρνιού των ετέρων δύο διασωθέντων»
Οι Ναυτικοί μας διακρίνονται για την πίστη και το σεβασμό στή θρησκεία μας και ιδιαίτερα στον Προστάτη Άγιό τους, τον Άγιο Νικόλαο.
Από τούς Ναυτικούς μας όλους είχε ιδρυθή , με πρωτοβουλία του Διευθυντή του Δημοτικού Σχολείου της πόλης μας, του αείμνηστου Γιάννη Κοτίνη, ο Σύλλογος των Ναυτικών ,που εόρταζε στή μνήμη και εορτή του Αγίου Νικολάου, στις 6 Δεκεμβρίου. Κάθε φορά η οικογένεια Ναυπάκτιου Ναυτικού ετοίμαζε το Δίσκο με το σιτάρι και ο Σύλλογος την αρτοκλασία του. Από βραδίς μιά παλιά βαρκα καιγόταν στή μνήμη του Αγίου Νικολάου, ενώ την επομένη οι Ναυτικοί μας με τις οικογένειές τους,φορώντας ό,τι καλύτερο είχαν, προσέρχονταν στην Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, όπου με τή συμμετοχή του Μητροπολίτη λάμβανε χώρα η ιεροτελεστία. Ήταν για τούς Ναυτικούς μας εορταστική, χρονιάρα η μέρα της εορτής. Κάθε Αγίου Νικολάου ξεκινούσαν τα καϊκια, που μετέφεραν δωρεάν τούς προσκυνητές στο Αντίρριο, που είχε την τοπική του εορτή στή μνήμη του προστάτη των Ναυτικών.
Αργότερα αποφασίστηκε η ανέγερση Ναού στή μνήμη του Αγίου, του Προστάτη τους, στην περιοχή της Ψανής, όπου και υπάρχει σήμερα θυμίζοντας τα «ναυτικά κλέη» των ανθρώπων του Λιμανιού μας..Εκκλησία του Αγίου Νικολάου υπήρχε και παλαιότερα στή Ναύπακτο, όπου σήμερα η Πλατεία Δημητρίου Παπαχαραλάμπους. Μαθητής πρόλαβα τα ερείπιά της....
Τελειώνοντας το Ιστορικό αυτό για το Λιμάνι μας και τούς ανθρώπους του, ευχαριστώ θερμά όλους όσοι με βοήθησαν να θυμηθώ και να προσθέσω στή μνήμη μου σχετικά στοιχεία, ιδιαίτερα τούς αγαπητούς φίλους μου Γ. Αθανασίου-Πατάκα, Λάκη Μαλλίδη και Μιχάλη Χειμαριό, και να αποτίσω τον οφειλόμενο φόρο σεβασμού και τιμής σ όλους τούς ανθρώπους του Λιμανιού μας. Είναι όλοι τους αξιοσέβαστοι, γιατί ό,τι δημιουργούν είναι από τον προσωπικό τους μόχθο. Άνθρωποι απλοί, άντρες αληθινοί. Είμαι ευτυχής που με θεωρούν φίλο τους, που μού μιλούν με φιλική διάθεση και οικειότητα και πιό ευτυχής, όταν πίνουμε συντροφιά τον καφέ μας. Αυτές οι ώρες είναι από τις ωραιότερες της ζωής μου. Τό εννοώ, το αισθάνομαι αυτό και δεν τούς «κανακίζω» με τα πηγαία αυτά λόγια μου.

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα «Εκλησιαστική Παρέμβαση.»

11/11/09

Αγριόγατα στα Βαρδούσια.

"Μια βόλτα στα Βαρδούσια ήταν η αιτία μιας συνάντησης αλλιώτικης από τις άλλες. Στον δρόμο ανάμεσα από τα έλατα μια φιγούρα γνώριμη μόνο μέσα από ντοκυμαντέρ και φωτογραφίες ήρθε για να με κάνει να έχω και εγώ το προνόμιο της συνάντησης μαζί του. Τελικά λίγο πριν χαθεί πρόλαβα και εκείνη μου έκανε το χατήρι (επιστρατεύοντας όσο και εάν φαίνεται απίστευτο το γνωστό από την ξαδέρφη της "ψιψιψιψι") αν και όχι τόσο εύκολα να την φωτογραφίσω..."
Aναδημοσιεύεται απο το :
Εμείς - και με αφορμή αυτή την "δημοσίευση" που επιβεβαιώνει την μοναδική βιοποικιλότητα που φιλοξενούν τα Βαρδούσια- δεν μπορούμε παρά να ξανατονίσουμε την αναγκαιότητα της άμεσης προστασίας του οικοσυστήματος των Βαρδουσίων, μέσω της κύρηξής τους σε Εθνικό Πάρκο!

9/11/09

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΡΙΚΕΛΟΠΟΤΑΜΟΥ!

Να σωθεί το Πανταβρέχει!
ΟΧΙ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΔΑΠ!
ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΡΙΚΕΛΟΠΟΤΑΜΟΥ!
ΑΜΕΣΗ ΙΔΡΥΣΗ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΑΡΚΟΥ " ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ-ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ-ΚΡΑΒΑΡΙΤΙΚΩΝ ΒΟΥΝΩΝ"!

Σχεδιάζουν εκτροπή και του Αώου στην οροσειρά της Πίνδου!

Σοβαρές αντιδράσεις προκαλούν τα σχέδια για τη μεταφορά εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού από το Εθνικό Πάρκο της Β. Πίνδου στη λίμνη των Ιωαννίνων!
Σχέδια για τον εμπλουτισμό της λίμνης Παμβώτιδας στα Ιωάννινα αλλά και τη δημιουργία δύο μικρών υδροηλεκτρικών σταθμών με τη μεταφορά νερού από τον ποταμό Αώο εξετάζονται από τον Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου.
Πέντε περιβαλλοντικές οργανώσεις καταδικάζουν τα προτεινόμενα έργα, χαρακτηρίζοντάς τα αναχρονιστικά. «Οι εκτροπές ποταμών έγιναν μόδα και απειλούν την Πίνδο», υποστηρίζουν.




Τις σοβαρές αντιδράσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων εγείρουν η σχεδιαζόμενη εκτροπή του ποταμού Αώου και η μεταφορά εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού από το Εθνικό Πάρκο της Βόρειας Πίνδου στη λίμνη των Ιωαννίνων.
Η άντληση νερού από την περιοχή της Βάλια Κάλντα, η οποία είναι γνωστή για τη σπάνια γεωμορφολογική της σύνθεση, συνιστά -σύμφωνα με τις οργανώσεις WWF, «Καλλιστώ», Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, Πίνδος Περιβαλλοντική και «Αρκτούρος»- ανατροπή των κανόνων της φύσης και της λογικής.
Πρόκειται, όπως υποστηρίζουν, για μια τεράστια οικολογική καταστροφή στο υδάτινο σύστημα του Αώου και αποτελεί παράνομη ενέργεια, αφού στο Εθνικό Πάρκο, το οποίο ορίζεται ως ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών, απαγορεύονται η κατασκευή αγωγού για τη μεταφορά του νερού και η διάνοιξη οδού.
Οπως επισημαίνει η WWF, η άντληση 70 εκατομμυρίων κ.μ. νερού κατ’ έτος από την κοίτη του ποταμού, η επαναφορά του στη λίμνη Πηγών Αώου και η εν συνεχεία διοχέτευσή του στη Λίμνη Παμβώτιδα αντιβαίνουν στη λογική της αειφόρου ανάπτυξης και στην υποχρέωση της χώρας για ορθολογική διαχείριση των υδάτων. Τα σχέδια για το συγκεκριμένο έργο (που έχει προταθεί από την ΔΕΗ και από την εταιρία «Τέρνα Ενεργειακή» ) γνωστοποιήθηκαν σε συνεδρίαση του φορέα διαχείρισης, ο οποίος κλήθηκε να γνωμοδοτήσει επί της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης του έργου που σχεδιάζεται εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου.
«Μια θετική γνωμοδότηση σημαίνει ότι ο Φορέας Διαχείρισης, σκοπός του οποίου είναι η προστασία των πολύτιμων χαρακτηριστικών του Εθνικού Πάρκου, θα ανοίξει τον δρόμο για την υλοποίηση ενός καταστροφικού για την περιοχή έργου», δήλωσε ο Κώστας Τζιόβας, εκπρόσωπος των περιβαλλοντικών οργανώσεων στο Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου. «Μια αρνητική γνωμοδότηση θα μπορούσε να δώσει ένα οριστικό τέλος σε μια ιστορία που με διάφορες μορφές έρχεται και επανέρχεται τα τελευταία τριάντα χρόνια».
Στα σχέδια προβλέπεται η μεταφορά 70 εκατ. κυβικών μέτρων νερού από την περιοχή της Βοβούσας που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.020. Οι ποσότητες θα οδηγούνται μέσω αγωγού με άντληση προς τον ταμιευτήρα της ΔΕΗ, τη Λίμνη Πηγών Αώου, στα 1.350 μέτρα, και από εκεί θα αποδίδονται σταθερά προς την πόλη των Ιωαννίνων. Κατά τη διαδρομή τους προς την πρωτεύουσα του Νομού τα νερά θα συναντούν δύο υδροηλεκτρικούς σταθμούς, συνολικής ισχύος 8,8 ΜW ενώ υπό εξέταση είναι και η μελλοντική ανάπτυξη έργων στον ποταμό Καλαμά. Το κύριο πρόβλημα της Παμβώτιδας εντοπίζεται στην οικολογική υποβάθμιση που έχει υποστεί από την απορροή αστικών και βιοτεχνικών λυμάτων από τη συσσώρευση υπολειμμάτων από τις κτηνοτροφικές και άλλες μονάδες και τις γεωργικές δραστηριότητες της περιοχής κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.
Το κύριο πρόβλημα της Παμβώτιδας εντοπίζεται στην οικολογική υποβάθμιση που έχει υποστεί από την απορροή αστικών και βιοτεχνικών λυμάτων από τη συσσώρευση υπολειμμάτων από τις κτηνοτροφικές και άλλες μονάδες και τις γεωργικές δραστηριότητες της περιοχής κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Όπως υποστηρίζουν οι WWF Ελλάς, Καλλιστώ, Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, Πίνδος Περιβαλλοντική και Αρκτούρος, η περιοχή όπου προβλέπεται να γίνει η κατασκευή του αγωγού για τη μεταφορά του νερού αλλά και η διάνοιξη οδού για την πραγματοποίηση των έργων αποτελεί «ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών, στην οποία απαγορεύονται τέτοιου είδους δραστηριότητες».
«Η μεταφορά νερού από τον Αώο δεν θα ξεπλύνει το έγκλημα που έχει συντελεστεί. Χρειάζεται ορθολογική και συστηματική διαχείριση της περιοχής και του οικοσυστήματος της λίμνης. Αυτή θα είναι η λύση για το μέλλον της», επισημαίνει η κ. Ιόλη Χριστοπούλου από το WWF Ελλάς. Ακόμη, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις αναφέρουν ότι «η άντληση νερού από την κοίτη του ποταμού, η επαναφορά του στη Λίμνη Πηγών Αώου και εν συνεχεία η διοχέτευσή του στην Παμβώτιδα, αντιβαίνουν στη λογική της αειφόρου ανάπτυξης και στην υποχρέωση της χώρας για ορθολογική διαχείριση των υδάτων».
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις χαρακτηρίζουν τον σχεδιασμό ως μια «παλιά υπόθεση, με νέες παραλλαγές», καθώς αναφέρουν ότι οι απόπειρες καταλήστευσης του υδάτινου δυναμικού του Αώου κρατούν από το 1981 με διακύβευμα την αλόγιστη εκμετάλλευση νερού και την υποβάθμιση της οικολογικής ισορροπίας της περιοχής.
Ο Αώος πηγάζει από το όρος Μαυροβούνι Μετσόβου στη θέση Πολιτσές και από την περιοχή της Βάλια Κάλντα. Έχει μήκος 260 χιλιόμετρα, από τα οποία τα 70 βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος και τα υπόλοιπα σε αλβανικό. Ολόκληρη η λεκάνη απορροής του Αώου εντός της Ελλάδας, από τις πηγές του έως το σημείο συνάντησής του με τον Βοϊδομάτη στον κάμπο Κόνιτσας, αποτελεί τόπο ανυπολόγιστης οικολογικής αξίας, όπου συναντώνται σπάνια ενδημικά φυτά και αρκετά είδη ζώων όπως η αρκούδα, ο λύγκας και η βίδρα.
Το Εθνικό Πάρκο της Β. Πίνδου με λίγα λόγια:
Τον χαρακτήρα του Εθνικού Πάρκου, μεταξύ άλλων, συνθέτουν:
*1.700 είδη χλωρίδας και υποχλωρίδας, μεταξύ των οποίων 9 τοπικά ενδημικά, 35 ελληνικά ενδημικά και 121 βαλκανικά ενδημικά είδη.
*Πλούσια πανίδα με καφέ αρκούδες, ζαρκάδια, αγριόγιδα και πολλά είδη πουλιών.
*Το φαράγγι του Βίκου. Θεωρείται από τα μεγαλύτερα και εντυπωσιακότερα ασβεστολιθικά φαράγγια της Ευρώπης.
*Η Βάλια Κάλντα. Με πυκνά δάση υπεραιωνόβιας μαύρης πεύκης, χαράδρες, κοιλάδες και ορμητικούς χειμάρρους.
*Οι λίμνες της Φλέγκας. Θεωρούνται ξεχωριστό μνημείο της φύσης.
*Η Δρακόλιμνη της Τύμφης, υπόλειμμα της παγετωνικής περιόδου.


ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΑΩΟΥ!ΑΦΕΙΣΤΕ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ ΝΑ ΚΥΛΑΝΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ!



Σημειώσεις/Σχόλια :

1. Τα σχέδια για το συγκεκριμένο έργο γνωστοποιήθηκαν σε πρόσφατη συνεδρίαση του Φορέα Διαχείρισης, ο οποίος κλήθηκε να γνωμοδοτήσει επί της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης του έργου που σχεδιάζεται εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου. Προς το παρόν, λόγω της αντίδρασης των περιβαλλοντικών οργανώσεων και άλλων φορέων, η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου έχει αναβληθεί για επόμενη συνεδρίαση.

2. Βάσει της ΚΥΑ χαρακτηρισμού του Εθνικού Πάρκου (ΚΥΑ 23069/2005, ΦΕΚ Δ’639/14.6.2005), οι δραστηριότητες που επιτρέπονται στη ζώνη ΙΙ του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου αφορούν κυρίως την επιστημονική έρευνα, εργασίες διαχείρισης της δασικής βλάστησης, των σημαντικών οικοτόπων και των προστατευόμενων ειδών χλωρίδας και πανίδας, τη συντήρηση των υποδομών με σκοπό τη διαχείριση και τη φύλαξη της περιοχής, τη συντήρηση και βελτίωση των μονοπατιών, τη συντήρηση και χρήση υφιστάμενων οδών και άλλες παρόμοιες ήπιες δραστηριότητες. Ιδιαίτερα σε όλη την έκταση του Εθνικού Πάρκου (συμπεριλαμβανομένων των Ζωνών Ι και ΙΙ) και της Περιφερειακής Ζώνης, απαγορεύεται η κατασκευή έργων και η εγκατάσταση δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στην πρώτη (Α) κατηγορία του άρθρου 3 του ν. 1650/86, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3010/2002 και εφαρμόζεται από την ΚΥΑ 15393/2332/5.8.2002, στην οποία κατηγορία ανήκει και το προτεινόμενο έργο.

3. Βάσει της ευρωπαϊκής οδηγίας -πλαίσιο για τα ύδατα- 2000/60/ΕΚ, η διαχείριση του νερού πρέπει να γίνεται σε επίπεδο λεκάνης απορροής ποταμού, αναγνωρίζοντας την ανάγκη προστασίας των υδάτινων και χερσαίων οικοσυστημάτων που βρίσκονται σε αυτήν. Θεσμοθετείται επίσης η υποχρέωση λεπτομερούς προγραμματισμού της χρήσης των υδάτινων πόρων, μέσω της κατάρτισης Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής (ΣΔΛΑ), ώστε να αποφεύγονται οι λύσεις που δεν συνάδουν με τις αρχές της αειφορίας και να αποτρέπονται οι μη αναστρέψιμες βλάβες του περιβάλλοντος. Από το 2009 και μετά, κάθε σχέδιο ή πρόγραμμα που ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στους υδάτινους πόρους ή στην ποιότητα των υδάτων, θα πρέπει να συντονίζεται με τις διατάξεις των ΣΔΛΑ, ώστε να επιτυγχάνονται οι περιβαλλοντικοί στόχοι της οδηγίας-πλαίσιο για τα ύδατα.

4. Η εταιρία «Τέρνα Ενεργειακή» είναι η εταιρία που έχει αναλάβει σχεδόν «εργολαβικά/μονοπωλιακά» την πλειοψηφία των αδειών για εγκατάσταση Αιολικών Πάρκων στην Ορεινή Ναυπακτία! Η λογική που την διακατέχει φαίνεται ξεκάθαρα από την πραχτική που ακολουθεί! Τα πάντα θυσία στον βωμό του κέρδους: εδώ δεν σέβεται ένα θεσμοθετημένο Εθνικό Πάρκο όπως αυτό της Βόρειας Πίνδου , θα νοιαστεί για τα βουνά των Κραβάρων;

ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΚΑ: α) Η Τέρνα- Ενεργειακή ανήκει στις 300 πιο επικερδείς εταιρίες που θα πληρώσουν έκτακτη εισφορά φέτος! (Η Λίστα αυτή όμως, των πιο επικερδών επιχειρήσεων στην χωρά μας, αποκαλύπτει και κάτι άλλο πιο τρομαχτικό: πρώτος σε κέρδη είναι ο ΟΠΑΠ, και ακολουθούν οι Τράπεζες, τα Καζίνο, και Μεγαλοκατασκευαστικές Εταιρείες! Η οικονομία της χώρας μας δηλαδή, στηρίζεται στον Τζόγο, στην Τοκογλυφία, και στους Εργολάβους!!! ). β) Η νέα γενική γραμματέας Χωροταξίας και Αστικής Ανάπλασης Μαρία Καλτσά μέχρι πρότινος μετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο της κατασκευαστικής εταιρείας ΓΕΚ - Τέρνα, μητρικής εταιρίας της Τέρνα - Ενεργειακής. Η «Πράσινη Ανάπτυξη» που ευαγγελίζεται η Κυβέρνηση αποκαλύπτει τον πραγματικό της χαρακτήρα, τουλάχιστον σημειολογικά! γ) Την πρώτη φορά που οι Εργολάβοι ανέλαβαν να «αναπτύξουν» την χώρα μας, μας προέκυψε η Σύγχρονη Αθήνα με το ωραίο Ρυμοτομικό της σχέδιο, το Πράσινο και τις σύγχρονες συγκοινωνίες... Αργότερα οι εργολάβοι ανέλαβαν να «βοηθήσουν» στην Τουριστική Ανάπτυξη της Χώρας και τα αποτελέσματα τα βλέπουμε και τα θαυμάζουμε όλοι, στα νησιά και τις Παραλίες μας... Τώρα οι Εργολάβοι - και αφού στην χώρα μας πλεον δεν υπάρχει αλλού ελεύθερος χώρος- πήραν τα βουνά και τα λαγγάδια και επιδιώκουν να τα αναπτύξουν και αυτά...

8/11/09

Η απληστία ως πολιτικό παρεπόμενο...

Tου Χρήστου Γιανναρά.

Σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη βαλκανική κοινωνία, η σημερινή ελλαδική απολαμβάνει την υψηλότερη κατά κεφαλήν ευζωία, τη μακρότερη σε διάρκεια: πενήντα χρόνια τώρα, μισόν αιώνα. Υπάρχει αναξιοκρατική κατανομή πλούτου, όμως η μέγιστη πλειονότητα του πληθυσμού έχει πρόσβαση στα βασικά καταναλωτικά αγαθά. Οι οικιακές ηλεκτρικές συσκευές, το ιδιωτικό αυτοκίνητο, ίσως και η εξοχική κατοικία είναι αυτονόητα κεκτημένα σχεδόν κάθε ελλαδικής οικογένειας. Καμία σύγκριση με την αλβανική κοινωνία, τη βουλγαρική, τη σερβική, τη ρουμανική.

Παρ’ όλα αυτά, οι δικές μας συμπεριφορές έχουν έκτυπα τα γνωρίσματα κοινωνιών που μόλις βγαίνουν από πείνα, στέρηση, βασανιστική ανασφάλεια. Και είναι μάλλον φανερό ότι οι βουλιμικές συμπεριφορές χαρακτηρίζουν τις ευκατάστατες κοινωνικές ομάδες, όχι τα χαμηλά εισοδήματα. Ισως επειδή τα χαμηλά εισοδήματα οικοδομούν αργά και οργανικά την αστικοποίησή τους, δεν έχουν και οικονομικά περιθώρια να επιδείξουν με νεοπλουτίστικα (κιτς) ψιμυθιώματα την ακόμα ακατέργαστη κτηνώδη ορμή αυτοσυντήρησης.

Βλέπει κανείς τη βουλιμική απληστία να εκφράζεται με αναιτιολόγητη αδηφαγία, λαιμαργία λιμασμένων ανθρώπων και αυτό σε «επίσημες» δεξιώσεις επιστημονικών σωματείων, κρατικών αξιωματούχων, πετυχημένων επιχειρηματιών. Η ίδια αρπαχτικότητα πεινασμένων ανθρώπων και στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία, όχι μόνο μικρεμπόρων το καλοκαίρι που μας καταληστεύουν στα νησιά, αλλά και πανελληνίως –στις υπεραγορές όλο τον χρόνο– σε σημείο που να είναι ασύγκριτα φθηνότερη η διαβίωση στο Βερολίνο και στη Νέα Υόρκη παρά στην Ελλάδα. Λιμασμένη συμπεριφορά πειναλέων ανθρώπων προδίδει και η ακόρεστη αισχροκέρδεια μεγαλεργοληπτών του Δημοσίου, προμηθευτών που λυμαίνονται, ναι, νοσοκομεία και κοινωνικά ιδρύματα οι ασυνείδητοι, ή τις Ενοπλες Δυνάμεις, την άμυνα και αξιοπρέπεια της κοινής πατρίδας. Γνωρίσαμε αυτή τη βουλιμική, τυφλή ιδιοτέλεια και στα πολυποίκιλα σκάνδαλα τιμημένων στον δημόσιο βίο ανθρώπων: υπουργών, αρχόντων σε κρατικούς θώκους επιφανείς, όπως και παρ’ αξίαν ευνοημένων της κομματικής καμαρίλας.

Το φαινόμενο κατά περιόδους συζητείται έντονα, γίνεται πρώτο θέμα στα ΜΜΕ και κατ’ επέκταση στις ιδιωτικές συζητήσεις. Αλλά το κυρίαρχο «κλίμα» είναι μάλλον να προσεγγίζεται με κριτήρια ηθικολογικά, δηλαδή νομικισμού, γι’ αυτό και με προδιαγεγραμμένη την αναποτελεσματικότητα. Οπωσδήποτε μια κοινωνία έχει μόνο τους θεσμούς για να οργανώσει την αντίστασή της στη ζούγκλα της ιδιοτέλειας, στην κτηνώδη απληστία. Αλλά η θεσμική αυτοάμυνα της οργανωμένης συλλογικότητας δεν εξαντλείται στους ρόλους των εισαγγελέων, των δικαστών, των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, ούτε, βέβαια, στους μύδρους των ηθικολόγων. Οι βουλιμικές συμπεριφορές τυφλού ενστικτώδους εγωκεντρισμού είναι σύμπτωμα κοινωνικής παθολογίας, έχει άμεση σχέση με την κοινωνική ψυχολογία, άρα με κεντρικούς παράγοντες λειτουργίας του κοινωνικού γεγονότος. Γι’ αυτό και είναι πρόβλημα πολιτικό, η θεσμική αντιμετώπισή του απαιτεί σοβαρό επιτελικό σχεδιασμό, έκτακτη ευφυΐα και κριτική ωριμότητα από την πλευρά των διαχειριστών της εξουσίας.

Τα υπανάπτυκτης κοινωνικής ευαισθησίας άτομα με βουλιμικές συμπεριφορές δεν έχουν συνήθως αντιρρήσεις για στόχους «ποιότητας της ζωής». Προφανώς λογαριάζουν την «ποιότητα» σαν επιπλέον κομφόρ για εγωκεντρική απόλαυση, υιοθετούν το νόημα που της αποδίδουν οι κορυφαίοι της κοινωνικής υπανάπτυξης: θιασώτες του Ιστορικού Υλισμού (απλοϊκοί παλαιοημερολογίτες του Περισσού ή καριερίστες «φωταδιστές» της «προόδου») που μετράνε τη ζωή μόνο με τη μεζούρα της οικονομίας. Με ανύπαρκτη κάθε πολιτική αντιπρόταση στον ιστορικο-υλιστικό μονόδρομο των «προοδευτικών» δυνάμεων, η ελλαδική κοινωνία μοιάζει να αξιολογεί την «ποιότητα της ζωής» με αποκλειστικό κριτήριο τον κυβισμό του ιδιωτικού αυτοκινήτου, τα τετραγωνικά μέτρα της κύριας κατοικίας, τη «σινιέ» ένδυση και υπόδηση.

Δίχως ρομαντικές εξιδανικεύσεις ή πλασματικές αισιοδοξίες, μια ρεαλιστική πολιτική οπτική θα μπορούσε να δεχθεί, έστω ως υπόθεση εργασίας και αφορμή δημιουργικού πειραματισμού, ότι ο αυτεξευτελισμός μέσω βουλιμικών συμπεριφορών δεν ανήκει στον χαρακτήρα του Ελληνα, δεν τον εκφράζει. Σε όχι μακρινές εποχές που υπήρχε πολλή φτώχεια στην Ελλάδα (ίσως μέχρι και σήμερα) ο Ελληνας προσπαθούσε να κρύβει τη φτώχεια του, να καμουφλάρει τη στέρησή του, την ανάγκη του. Δανειζόταν για να δεξιωθεί τους φίλους του ή να φιλοξενήσει τον άγνωστο ξένο, ήθελε τη χαρά των σχέσεων κοινωνίας να μη τη σκιάζει η παραμικρή έγνοια ανέχειας βιοποριστικής. Αυτόν τον άρχοντα, μέσα σε μια γενιά, τον μεταμόρφωσε η ψευδώνυμη Αριστερά της «προόδου» σε ευτελισμένον ζήτουλα που σέρνεται πίσω από μια ντουντούκα αναμηρυκάζοντας σαν διατεταγμένος λακές κονσερβοποιημένα συνθήματα.

Στον χαρακτήρα του Ελληνα είναι η δίψα για ανάδειξη, επιτυχία, αναγνώριση. Θέλει «τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών, τα δίκαια και ανεκτίμητα εύγε». Να σπουδάσει, να μορφωθεί, να καλλιεργηθεί, ο ίδιος ή το παιδί του, να διακριθεί, να διαπρέψει. Να διπλασιάσει τα πατρογονικά κτήματα, να εμπορευθεί καινούργιες καλλιέργειες, να επενδύσει τολμηρά, με ρίσκο, ξέρει ότι οι αγρότες πρόγονοί του κοίταζαν αφ’ υψηλού τη σιγουρεμένη καχεξία της δημοσιοϋπαλληλίας, η αριστοκρατία στην Ελλάδα βρισκόταν στα χωριά, όχι στις αφύσικα τεχνητές πόλεις.

Αν έχουν κάποιον ρεαλισμό αυτές οι πιστοποιήσεις, τότε η πιο εγκληματική πολιτική που ασκήθηκε ποτέ στην Ελλάδα (πολιτική αντικοινωνική, αντιπαραγωγική, αντιαναπτυξιακή, ασύμβατη με τον χαρακτήρα του Ελληνα) ήταν η κατάργηση της αξιοκρατικής διαβάθμισης σε κάθε τομέα του δημόσιου βίου, κατάργηση θεσμική των κινήτρων και προϋποθέσεων της άμιλλας, της έμπρακτης βράβευσης των αρίστων. Αυτή η πολιτική έχει την αδιαμφισβήτητη σφραγίδα του ΠΑΣΟΚ, ήταν η ηροστράτεια έμπνευση του Ανδρέα Παπανδρέου και ασκήθηκε απαραχάρακτη από τους συνεπέστατους πασοκικούς Κ. Μητσοτάκη, Κ. Σημίτη, Κ. Καραμανλή τον βραχύ.

Και όπως φαίνεται, θα συνεχίσει να ασκείται για πολλά ακόμα χρόνια.

Η αξιωματική αντιπολίτευση καθημερινά βεβαιώνει την τελεσίδικη πια πολιτική της ανυπαρξία: Υστερα από πέντε χρόνια κυβερνητικής ντροπής, τα όσα τώρα φλυαρούν οι υποψήφιοι αρχηγοί της αφορούν μόνο την εσωκομματική τους καμαρίλα, όχι την ελληνική κοινωνία. Σύμβολο πολιτικής ανυπαρξίας η κ. Θεοδώρα Μητσοτάκη επισείει ως μοναδικό της προσόν το πόσο πιστή υπήρξε στην «παράταξη» – δεν έχει τίποτε άλλο να πει, ούτε μια φράση πολιτικού προβληματισμού δεν είναι ικανή να αρθρώσει. Και ανταγωνίζεται την ευπρεπέστερη μεν, αλλά επίσης ασπόνδυλη πολιτικά, άτολμη ρητορεία του καταπτοημένου Σαμαρά. Et tertium non datur.

4/11/09

Να σώσουμε την Παρθένα Φύση της Χώρας μας!


Να προστατέψουμε την Άγρια Ζωή του τόπου μας!
ΑΜΕΣΗ ΙΔΡΥΣΗ ΕΘΝΙΚΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΑΡΚΟΥ "ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ-ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ-ΚΡΑΒΑΡΩΝ"!

Μαύρη Κοιλάδα - Πυρηναία.


Πανταβρέχει...


Ωδή σύντομη στον Γ. Καραϊσκάκη.

Σαν πρασινίζει ο γαύρος στον Ασπροπόταμο,
τις νύχτες του Μάη με τις φωνές των αστεριών,
ξαναπαίρνεις, κάθε χρόνο, τα παλληκάρια σου
κι ανεβαίνεις άρρωστος και πετροβολημένος
προς το μεγαλείο των Αγράφων.

Και τότε συγχωρείς όλους εμάς
και μας καταλαβαίνεις,
που ένας εδώ, ένας εκεί,
πολεμάμε με χίλιους δαιμόνους
και μόλις προφταίνουμε, τελευταία στιγμή,
κι ακολουθούμε τη μεγάλη πορεία
πίσω από το ξυλοκρέββατο,
ενώ έρχονται κοντά σου,
πίσω από το λεκιασμένο σκούφο σου,
χωρίς φωνή, με μαύρα μάτια,
σύντροφοι του αγώνα, ο Λόρκας, ο Λουμούμπα, ο Μπολιβάρ,
ο Μαγιακόφσκης, ο Διέγο Ριβέρα κι άλλοι πολλοί,
που κρύβονται από την αστυνομία του Μαυροκορδάτου.

Σε παρακαλώ, καπετάνιε Στρατηγέ μου,
άφησέ με να γινώ σωματοφύλακάς σου,
να σε φρουρήσω σ’ όλη σου τη σύντομη ζωή·
ξέρω από παγίδες, ξέρω από παράσημα,
από εγγλέζους, από μυστικές συσκέψεις,
ξέρω από θάνατο, από υποψίες, μάθαμε.
Ξέρω τι αξίζει ένας λαϊκός στρατηγός,
τι αξίζεις.
Θανάσης Φωτιάδης