11/5/09

ΓΕΦΥΡΑ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ.


Η λίμνη Κρεμαστών.


Η λίμνη Κρεμαστών βρίσκεται ανάμεσα στο νομό Αιτωλοακαναρνίας και Ευρυτανίας και είναι η μεγαλύτερη τεχνητή λίμνη της Ελλάδος. Οι δύο νομοί ενώνονται μέσω της Γέφυρας της Επισκοπής. Σε άλλο σημείο υπάρχει και η Γέφυρα της Τατάρνας κοντά στο ομώνυμο μοναστήρι.
Η λίμνη απέχει περίπου 60χλμ από το κέντρο του Αγρινίου και περίπου 57 από το κέντρο του Καρπενησίου. Η πρόσβαση στην λίμνη γίνεται από το οδικό δίκτυο που ενώνει τις δύο πόλεις. Μία διαδρομή μαγευτική που μπροστά στους επισκέπτες αποκαλύπτει την άγρια ομορφιά του τόπου.
Δημιουργήθηκε μετά την κατασκευή του φράγματος των Κρεμαστών το 1969 από την συσσώρευση των υδάτινων όγκων των ποταμών Αχελώου, Αγραφιώτη, Ταυρωπού και Τρικεριώτη. Οι ποταμοί συλλέγουν τα νερά των δυτικών και νότιων περιοχών της κεντρικής ζώνης της οροσειράς της Πίνδου και έτσι σχηματίζεται μία λεκάνη απορροής, με επιφάνεια 3.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Η τεχνητή λίμνη που δημιουργήθηκε έχει επιφάνεια 81 τετραγωνικά μέτρα και μέγιστη χωρητικότητα 4.750.000.000 κυβικά μέτρα.
Όταν έγιναν όλα τα έργα και ολοκληρώθηκε η ανύψωση του φράγματος (1963), δεκάδες χωριά, γεφύρια και εκκλησίες, πολλά σπουδαία μνημνεία μιας μακραίωνης πολιτιστικής κληρονομιάς, διαγράφηκαν από το χάρτη, όταν τα νερά κάλυψαν την προκαθορισμένη περιοχή. Ανάμεσα τους και ο βυζαντινός ναός της Επισκοπής, κτίσμα του 8ου αιώνα, που ήταν αφιερωμένος στην Παναγία. Κάποιες εικόνες και τοιχογραφίες - ότι διασώθηκε απ' αυτόν - ανυπολόγιστης ιστορικής και πολιτιστικής αξίας, φυλάσσονται σήμερα στο Εθνικό Μουσείο Αθηνών.
Λίγα λόγια για τους ποταμούς που συρρέουν στην λίμνη.
Ο Αχελώος ή Ασπροπόταμος είναι ο κυριότερος ποταμός της περιοχής. Έρχεται από την Ήπειρο, ανοίγοντας τη μοναδική πύλη προς τα πεδινά και συμπαρασύροντας τα υπόλοιπα ποτάμια της Ευρυτανίας προς τον κάμπο του Αγρινίου. Σημειώνει τα δυτικά όρια της Ευρυτανίας με την Αιτωλοακαρνανία και πηγάζει από το όρος Λάκμος του Μετσόβου, (σε υψόμετρο 2.000 μ. στην κεντρική Πίνδο). Διανύει μία διαδρομή 200 χλμ χαράζοντας με την κοίτη του το σύνορο του νομού Ευρυτανίας με το νομό Αιτωλίας και Ακαρνανίας και χύνεται στη Θάλασσα, εκεί οπου ο Πατραϊκός κόλπος συναντά το Ιόνιο πέλαγος. Το μήκος του φτάνει τα 225 km, και είναι ο δεύτερος σε μήκος ποταμός της χώρας. Έχει υποστεί ουσιαστικές αλλοιώσεις από την κατασκευή των 4 Υδροηλεκτρικών φραγμάτων για την παραγωγή ενέργειας (Κρεμαστών με 4.700 x 106 m3, Καστρακίου με 1.000 x 106 m3, Ταυρωπού με 400 x 106 m3 και Στράτου με 150 x 106 m3), αλλά και από την άρδευση άλλων περιοχών.
Ο Αγραφιώτης είναι καθαρά ευρυτανικός παραπόταμος του Αχελώου. Έχει μήκος 225 km και διαιρεί την περιοχή στα Ανατολικά και Δυτικά Άγραφα. Προχωρά ανάμεσα από τις απόκρημνες βουνοκορφές του ορεινού αυτού συγκροτήματος. Διασχίζει την περιοχή με μεγάλες κλίσεις, που ομαλοποιούνται από το Κερασοχώρι μέχρι τη λίμνη των Κρεμαστών όπου και καταλήγει.
Ο Ταυρωπός ή Μέγδοβας είναι ο μεγαλύτερος σε μήκος παραπόταμος του Αχελώου, παρά τα φράγματα, Κρεμαστών και Ταυρωπού) που κατασκευάστηκαν αργότερα από τη ΔΕΗ και μειώνουν τη διαδρομή του. Είναι το μοναδικό ποτάμι που αποτολμά μια εγκάρσια τομή στην Πίνδο. Έχει νοτιοδυτική κατεύθυνση και σχηματίζει πολλές καμπυλες, στις οποίες οφείλεται και το αρχαίο του όνομα Κάμπυλος. Χαρακτηριστικό του ποταμιού είναι ότι στα δροσερά νερά του εκτρέφεται ντόπια πέστροφα η οποία φτάνει μέχρι τις πηγές του. Ο Μέγδοβας , προσφέρει δυνατότητες για rafting και δυνατές συγκινήσεις. Η εναλλακτική κάθοδος του ποταμού με πλωτά μέσα αποτελεί μια μοναδική εμπειρία για τα πληρώματα.
Ο Τρικεριώτης σχηματίζεται από τον Κρικελοπόταμο και τον Καρπενησιώτη και διέρχεται από τον Αγαλιανό. Καθώς ο ποταμός οδηγείται στην λίμνη, στις εκβολές του έχει δημιουργηθεί ένα παραμυθένιο τοπίο όπου ο επισκέπτης μπορεί να κολυμπήσει στα νερά του.
Το Φράγμα Κρεμαστών.
Το φράγμα είναι ένα από τα μεγαλύτερα γαιοφράγματα της Ευρώπης και οι εργασίες για την κατασκευή του ξεκίνησαν το 1962 και ολοκληρώθηκαν το 1966 με τη λειτουργία του σταθμού. Την αποπεράτωση του έργου ανέλαβε αμερικάνικη εταιρεία. Το φράγμα είναι κατασκευασμένο από χώμα και χαλίκι, είναι δηλαδή στην ουσία γεώφραγμα και όχι φράγμα από μπετόν. Ο όγκος του είναι 8.130.000 κυβικά μέτρα. Το μέγιστο ύψος του είναι 160 μέτρα και το πλάτος της βάσης ξεκινά από τα 670 μέτρα καταλήγοντας στην κορυφή σε μερικά δεκάδες μέτρα.
Στη βάση τους φράγματος είναι ο Υδροηλεκτρικό Σταθμός Κρεμαστών. Τα νερά της λίμνης οδηγούνται μέσω τεσσάρων αγωγών (με ονομάστική ισχύ 109 MW ο καθένας) στους τέσσερις υδροστροβίλους του σταθμού και παράγεται ηλεκτρική ενέργεια.
Οι αγωγοί βρίσκονται αριστερά του φράγματος στη μεριά της Αιτωλοακαρνανίας. Στην είσοδο των αγωγών υπάρχουν σχάρες για να εμποδίσουν την είσοδο αντικειμένων στους υδροστροβίλους. Η είσοδος των αγωγών με το σταθμό έχουν υψομετρική διαφορά με τον σταθμό να βρίσκεται χαμηλότερα των εισόδων. Αυτή η διαφορά ύψους συναρτήσει και με την τεράστια υδροστατική πίεση προσδίδουν στο νερό δυναμική ενεργεία που μετατρέπεται σε μηχανική στους στροβίλους. Αυτή η ενέργεια λειτουργεί τις γεννήτριες παράγοντας ηλεκτρική ενέργεια. Το ρεύμα της γεννήτριας έχει ονομαστική τάση 15.750 Volts που ανορθώνεται σε 150.000 Volts.
Ο έλεγχος του σταθμού γίνεται από το Εθνικό Κέντρο Ενέργειας στην Αθήνα. Όποτε υπάρχει ανάγκη στο Εθνικό Δίκτυο τότε ο σταθμός παράγει την ενέργεια που απαιτείται. Ο Υδροηλεκτρικός Σταθμός Κρεμαστών λειτούργει ως «υποστηρικτής» και όχι ως βασικός σταθμός συνεχόμενης παραγωγής ηλ. ενέργειας, όπως οι σταθμοί στην Πτολεμαΐδα.
Το φράγμα Κρεμαστών κατασκευάστηκε σε ένα στένωμα της κοίτης του Αχελώου, στο σημείο όπου η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι ο θρυλικός Κατσαντώνης πήδησε από τη μια όχθη στην άλλη, καθώς τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι και γι’ αυτό η θέση λέγεται «ΠΗΔΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΝΤΩΝΗ».
Για την κατασκευή του φράγματος πολλές μελέτες είχαν γίνει. Η πρώτη έρευνα για το φράγμα έγινε μεταξύ του 1918-1921 από τους μηχανικούς Sehn και Dubois, έναν Ελβετό και ένα Γάλλο, για λογαριασμό του Υπουργείου Δημοσίων Έργων.
Το 1938 η αμερικανική εταιρεία Cooper εκπόνησε προκαταρκτική μελέτη παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας για παραγωγή αλουμινίου. Το 1941 Γερμανοί καθηγητές συνέταξαν σχετική έκθεση και 1946 η υπόθεση του φράγματος ήλθε και πάλι στην επιφάνεια, μέσω του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, ενώ ουσιαστική κινητικότητα επήλθε μετά το 1950.
Το 1958 η Δ.Ε.Η. έκανε προκαταρκτική μελέτη και την υπέβαλλε στο Διεθνές Ταμείο Δανειοδότησης και Ανάπτυξης, η οποία ολοκληρώθηκε το 1959 και υποβλήθηκε στο ίδιο ταμείο για δανειοδότηση του έργου.
Η μελέτη κατασκευής, η επίβλεψη και η εποπτεία των κατασκευαστικών δραστηριοτήτων και η μέριμνα αγοράς του κύριου εξοπλισμού ανατέθηκαν με σύμβαση το 1960 στην αμερικάνικη εταιρεία Kaizer.
Για την κατασκευή του έργου εργάστηκαν ως και 3500 άτομα καθημερινώς σε 24ώρη βάση σε τρεις βάρδιες. Δυστυχώς δεν έλειψαν και τα ατυχήματα, 30 θανατηφόρα και εκατοντάδες ελαφρότερα.
Ο ξεριζωμός των κατοίκων.
Πρέπει να γίνει ειδική αναφορά στον ξεριζωμό. Το έργο αδιαμφισβήτητα επέφερε πολλαπλά οφέλη άλλα και αλλαγές στο τοπίο. Το έδαφος της περιοχής, πριν γίνει το φράγμα, ήταν πολύ γόνιμο, με πορτοκαλιές, λιόδεντρα και άλλες καλλιέργειες. Δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις πνίγηκαν που ήταν απαραίτητες και προσοδοφόρες για τους κατοίκους της περιοχής, των οποίων η παραγωγική τους δραστηριότητα ήταν γεωργοκτηνοτροφική.
Οι κάτοικοι έπρεπε να μετακομίσουν σε γειτονικές περιοχές ή σε αστικά κέντρα έναντι αποζημίωσης. Πολλοί έδειξαν απροθυμία να φύγουν από τις οικίες τους και σκηνές τραγικές και τραυματικές διαδραματίστηκαν. Η διοίκηση του έργου έστειλε μπουλντόζες που τράνταζαν τα σπίτια, επιβάλλοντας στους ανθρώπους να φύγουν.
Τέτοιες σκηνές απαθανατίστηκαν από την κάμερα του φωτογράφου Κώστα Μπαλάφα, που είχε διοριστεί από τη διοίκηση ως φωτογράφος του έργου. Το 2002 εκδόθηκε ένα λεύκωμα, «Τα αντίρροπα ρεύματα του Αχελώου», από το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονικής το οποίο περιλαμβάνει φωτογραφίες του Κώστα Μπαλάφα από το έργο. Το λεύκωμα παρουσιάζει υλικό που για πρώτη φορά εμφανίστηκε. Συνολικά 20 χωριά εκ των οποίων ορισμένα κατά 100% στο σύνολο των κτημάτων και των εντός αυτών υφιστάμενων οικισμών και κτισμάτων, όπως ο Άγιος Βασίλης, τα Σίδερα, ο Μαυριάς, η Επισκοπή. Τα μόνα που έμειναν στη θέση τους ήταν οι εκκλησίες και οι γέφυρες. Ο μύθος θέλει να συμβαίνουν «περίεργα» ατυχήματα στις μπουλντόζες στην προσπάθεια τους να γκρεμίσουν τις εκκλησίες, Ερπύστριες να καταστρέφονται, σμήνος μελισσών να κυνηγούνε τους οδηγούς κ.α.
Πνίγηκαν μνημεία της φύσης, τα οποία προσέθεταν ένα μεγαλείο στον τοπικό πολιτισμό, έχοντας απαράμιλλο φυσικό κάλλος και ευρισκόμενα σε απόλυτη αρμονική συνύπαρξη με τα ιστορικά, θρησκευτικά και πολιτισμικά μνημεία που υπήρχαν στην ευρύτερη περιοχή. Η γέφυρα της Μαρδάχας, χτισμένη στη θέση της ομώνυμης πηγής, η Επισκοπή και η παλαιά μονή της Τατάρνας είναι κάποια από αυτά. Η κατασκευή του φράγματος των Κρεμαστών είχε ως συνέπεια τη δημογραφική αλλοίωση της ευρύτερης περιοχής, καθώς παλαιοί οικισμοί έσβησαν οριστικά και σημαντικό μέρος του πληθυσμού μετακινήθηκε σε άλλες περιοχές.
Η σεισμική ακολουθία ξεκίνησε μετά την πλήρωση της τεχνητής λίμνης του φράγματος των Κρεμαστών στον ποταμό Αχελώο. Βρέθηκε ότι ο αριθμός των προσεισμών μπορεί να συσχετισθεί με την πλήρωση της λίμνης. Οι σεισμική δραστηριότητα ήταν τόσο έντονη που έγινε αναφορά του φαινόμενου στη διεθνή βιβλιογραφία.
Χρηστικές πληροφορίες.
Στην Λίμνη Κρεμαστών μπορούμε να πάμε οδικώς ξεκινώντας από το Αγρίνιο ή από το Καρπενήσι. Το οδικό δίκτυο είναι στο μεγαλύτερο μέρος του ασφαλτοστρωμένο και τα περισσότερα πλέον χωριά προσεγγίζονται εύκολα. Όσοι διαθέτουν συμβατικό όχημα δε θα συναντήσουν κανένα πρόβλημα. Το αρνητικό σημείο της διαδρομής Αγρίνιο- Λίμνη κρεμαστών- Καρπενήσι είναι οι πολλές στροφές. Η διαδρομή είναι μαγευτική, αποκαλύπτοντας την άγρια ομορφιά του τόπου.
Από το Αγρίνιο ακολουθούμε τις ταμπέλες για Ποταμούλα. Περνάμε το χωριό και ανηφορίζουμε προς Άγιο Βλάσιο, την πρωτεύουσα του Δήμού Παρακαμπυλίων. Αφήνοντας το Άγιο Βλάσιο, η λίμνη κάνει την εμφάνιση της δειλά-δειλά. Αφού περάσουμε και το χωριό Χούνη, η λίμνη εμφανίζεται μπροστά στον επισκέπτη προκαλώντας δέος για το μέγεθος και την ομορφιά της. Μετά από 5 χλμ μπορούμε να παρεκκλίνουμε λίγο από την πορεία μας και να οδηγηθούμε στο Φράγμα Κρεμαστών, ακολουθώντας τις ταμπέλες. Εκεί ο επισκέπτης μπορεί να ξεναγηθεί στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου παραγωγής ηλ. ενέργειας από το προσωπικό της ΔΕΗ.
Στη συνέχεια, επιστρέφουμε στην αρχική πορεία μας και φτάνουμε στην εντυπωσιακή γέφυρα της Επισκοπής που δημιουργήθηκε μαζί με την λίμνη για να ενώσει του δύο νομούς. Ο επισκέπτης μπορεί να κάνει μία στάση εδώ για να δοκιμάσει φρέσκο ψάρι από τη λίμνη αλλά και άλλες ντόπιες λιχουδιές.
Από το Καρπενήσι ακολουθούμε τις ταμπέλες για Αγρίνιο. Περνάμε την ορεινή διάβαση Μπαγασάκι και κατηφορίζουμε με γρήγορες στροφές για την κοίτη του ποταμού Μέγδοβα. Αφήνουμε πίσω τη γέφυρα και ανηφορίζουμε για Ανατολική και Δυτική Φραγκίστα. Στο δρόμο μας η παλιά πέτρινη εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, κρυμμένη καθώς είναι ανάμεσα στα θεόρατα πλατάνια, μας καλωσορίζει στην Ανατολική Φραγκίστα και ουσιαστικά στην περιοχή της λίμνης Κρεμαστών. 12 χιλιόμετρα νοτιότερα από τη Δυτική Φραγκίστα βρίσκεται η γέφυρα της Επισκοπής.
Από την Επισκοπή ξεκινά μια από τις ομορφότερες διαδρομές, που μπορούν να πραγματοποιηθούν με όχημα προς τον νομό Ευρυτανίας. Από τη γέφυρα κατευθυνόμαστε προς το χωριό Αγαλιανός. Εκεί ρωτήστε για το εκκλησάκι της Αγία Δευτέρα, που στέκει μόνο του σε ένα βράχο, αφού σώθηκε από μία κατολίσθηση που κατέστρεψε το χωριό Ψηλόβραχο. Η πρόσβαση γίνεται με τα πόδια.
Συνεχίζουμε την διαδρομή μας και φτάνουμε εκεί όπου ο ποταμός Τρικεριώτης εκβάλλει στη λίμνη. Από εδώ, αν περάσουμε τη γέφυρα τύπου "Μπέλεϊ" ανηφορίζουμε για το όμορφο χωριό Φιδάκια (το Καρπενήσι απέχει μόλις 25 ασφάλτινα χιλιόμετρα), ενώ αν συνεχίσουμε ευθεία θα καταλήξουμε στο Προυσσό.
Από τη Δυτική Φραγκίστα, ακολουθούμε το δρόμο που οδηγεί στη Μονή Τατάρνα, στη Βόρεια πλευρά τής λίμνης. Κοντά στη σημερινή γέφυρα του ποταμού Αγραφιώτη, στη θέση Κρυονέρι, βρίσκεται το παλιό πέτρινο γεφύρι του Μανόλη (κτίσμα του 1659), που αναλόγως την στάθμη της λίμνης γίνεται ορατό. Συνεχίζοντας πάντα σε ασφάλτινο δρόμο, φτάνουμε μέχρι το χωριό Τριπόταμο, όπου θα επισκεφθούμε το παλιό μοναστήρι της Τατάρνας, με τα αξιόλογα εκκλησιαστικά κειμήλια. Ανάμεσα σ' αυτά που φυλάσσονται εδώ, ξεχωρίζει η ψηφιδωτή εικόνα "Βασιλεύς της Δόξης", που χρονολογείται από το 1350, αλλά και πολλά σπάνια έντυπα, που έχουν εκδοθεί από το 1544 ως το 1578 στη Βιέννη και τη Βενετία. Απέναντι από τη μονή βρίσκεται η γέφυρα της Τατάρνας, το δεύτερο σημείο όπου οι δύο νομοί ενώνονται. Από αυτό το σημείο μπορούμε να ακολουθήσουμε τον δρόμο για τα χωριά Βαλαώρα (πατρίδα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη) και Γρανίτσα, όπου αξίζει να επισκεφθείτε το Λαογραφικό Μουσείο που με μεράκι έστησαν οι κάτοικοί της.
Γράφει ο Νίκος Τσαβαλιάς.

9 Μάη 1945

Σήμερα συμπληρώνονται 64 χρόνια από την 9η Μάη του 1945, όταν ενώπιον του στρατάρχη Γκιόργκι Κονσταντίνοβιτς Ζούκοφ, η Γερμανία υπέγραφε την άνευ όρων συνθηκολόγησή της.
Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος στην ουσία έφτανε στο τέρμα του. Ηδη η Κόκκινη Σημαία κυμάτιζε στο Ράιχσταγκ, συμβολίζοντας τη νίκη του Ανθρώπου εναντίον του φασισμού.
Η Αντιφασιστική Νίκη, με την άνευ όρων συνθηκολόγηση του ναζισμού, ήταν επίτευγμα που κατορθώθηκε με τις ανείπωτες θυσίες της ΕΣΣΔ και του Κόκκινου Στρατού. Η 9η Μάη θα είναι πάντα η μέρα που θα τους στοιχειώνει. Είναι η Παγκόσμια Μέρα που θα θυμίζει ότι η υπογραφή στην Ιστορία γράφεται πάντα με το αίμα των δούλων, των πληβείων, των κολασμένων, των προλετάριων. Είναι η Μέρα που παρελαύνουν οι 200 της Καισαριανής, η Ηλέκτρα και ο Αρης. Που ντύνονται στα γιορτινά τους η Κοκκινιά και η Καλογρέζα. Που η Αλαμάνα στέλνει περήφανο χαιρετισμό στο Γοργοπόταμο, στους μαχητές του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Που ο Μπελογιάννης, ο Πλουμπίδης, ο Ρίτσος, ο Χαρίλαος στήνουν χορό στου Καραϊσκάκη το κονάκι. Το κόκκινο του αίματος, της σημαίας με το σφυροδρέπανο, το κόκκινο αστέρι στον μπερέ του Τσε, το κόκκινο της Μακρονήσου, του Αναπλιού και της Γυάρου, αυτό είναι το χρώμα που ενώνει τα οδοφράγματα της Κομμούνας με τις αγχόνες του Σικάγου, τον τοίχο της Καισαριανής με το Σμόλνι του Οκτώβρη, το Μεγάλο Δεκέμβρη της Αθήνας με το Στάλινγκραντ και με τη σημαία του στρατού της εργατικής τάξης που κυματίζει στο Ράιχσταγκ.Το κόκκινο του μέλλοντος, της αλήθειας και του δίκιου δε θα πάψει να τρομοκρατεί, μέχρι τον οριστικό τους αφανισμό, τους «μελανοχίτωνες» του κεφαλαίου και τους «ασπάλακες» του συστήματος που γέννησε το ναζισμό. Εκείνους που βουτάνε την «πένα» τους στην «κοιλιά» του Γκαίμπελς για να ξαναγράψουν και να ξεγράψουν την Ιστορία. Τους «δεξιούς» και «αριστερούς», τους φιλελεύθερους και σοσιαλδημοκράτες υπηρέτες των Κρουπ και των Ροκφέλερ, που με όχημα την ΕΕ προσπαθούν όχι απλώς να συσχετίσουν αλλά και να εξισώσουν το ναζισμό με τον κομμουνισμό!Σ' ένα μέτωπο, το μήκος του οποίου κυμαινόταν από 3.000 έως 6.200 χιλιόμετρα, ο στρατός της ΕΣΣΔ έδωσε αδιάλειπτα μάχες για 1.418 μερόνυχτα. Κάθε λεπτό του πολέμου η Σοβιετική Ενωση θρηνούσε κατά μέσο όρο 9 νεκρούς, κάθε ώρα 507 και κάθε μέρα 1.400! Σε έναν πόλεμο που η Βρετανία είχε 375.000 νεκρούς και οι ΗΠΑ περίπου 400.000, η ΕΣΣΔ προσέφερε πάνω από 20 εκατομμύρια παιδιά της! Πάνω από 10 εκατομμύρια οι ανάπηροι και οι τραυματίες.
Ο ανθός των κομμουνιστών έφραξε με τα στήθια του το Στάλινγκραντ, το Λένινγκραντ, τη Μόσχα, το Κουρσκ, τη Σεβαστούπολη. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος στοίχισε στην ΕΣΣΔ σε υλικές ζημιές το κολοσσιαίο ποσό των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μεγαλύτερο απ' αυτό που δαπάνησαν ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία μαζί. Πάνω από 1.700 πόλεις, πάνω από 70.000 χωριά, πάνω από 30.000 βιομηχανικές επιχειρήσεις, πάνω από 100.000 συνεταιριστικές μονάδες, αμέτρητες χιλιάδες νοσοκομεία, σχολεία, βιβλιοθήκες έγιναν στάχτη από τους ναζί.Αυτά πρόσφερε η ΕΣΣΔ στον πόλεμο κατά του φασισμού. Αυτή είναι η σχέση του σοσιαλισμού και των κομμουνιστών με το φασισμό: Σχέσεις που τις χωρίζει αίμα! Το περισσότερο αίμα που χύθηκε ποτέ στην ανθρωπότητα! Αυτή είναι η αμείλικτη ιστορική αλήθεια. Οσοι μιλούν για το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο από τη σκοπιά του παραχαράκτη και του πλαστογράφου, είναι καταδικασμένοι να κουβαλάνε το «μπόι» που έχει το ψέμα τους. Η Ιστορία γράφτηκε: Την πιο σκληρή, την πιο ανιδιοτελή, την πιο καθοριστική μάχη για τη νίκη κατά του φασισμού και του ναζισμού την έδωσε στην ανθρωπότητα το πρώτο εργατικό κράτος στην ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Πόσο γελοίοι είναι οι πλαστογράφοι, αν νομίζουν ότι αυτή η εποποιία μπορεί να λασπολογηθεί ή να λησμονηθεί...
Και πόσο περίφημα τα περιγράφει, όλα αυτά τα «τσογλάνια» που ζουν ανάμεσά μας, που αρθρογραφούν ξεσκίζοντας την αλήθεια, που «φτύνουν» το Στάλινγκραντ με όλη τη χυδαιότητα που αρμόζει στη «ενσωματωμένη δημοσιογραφία» του ΝΑΤΟ, ο Βάρναλης:
«...Και συ τσούλα των δημίων επιστήμη,
της αλήθειας εσχάτη τεφροδόχα,
και συ πρόστυχη πένα και μολύβι,
του βούρκου λιβανίζετε την μπόχα...».

Η μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών.
«Οι κάτωθι υπογεγραμμένοι, ενεργώντας εξ ονόματος της Γερμανικής Ανώτατης Διοίκησης, συμφωνούμε με την άνευ όρων παράδοση όλων των ενόπλων δυνάμεών μας κατά ξηράν, θάλασσα και αέρα, καθώς και όλων των δυνάμεων που βρίσκονται τώρα υπό την γερμανική διοίκηση, προς την Ανώτατη Διοίκηση του Κόκκινου Στρατού και ταυτόχρονα προς την Ανώτατη Διοίκηση των συμμαχικών εκστρατευτικών δυνάμεων». Ηταν 9 Μάη 1945, ώρα 00.43' π.μ. Μια ιστορική στιγμή όπου, με τα παραπάνω λόγια από το πρώτο άρθρο της συνθήκης συνθηκολόγησης άνευ όρων της Γερμανίας, επισφραγιζόταν και τυπικά η αντιφασιστική νίκη των λαών. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος στην ουσία έφτανε στο τέρμα του, αν και οι πολεμικές συγκρούσεις, κυρίων στην Ανατολή, δεν είχαν ακόμη τελειώσει. Η Ευρώπη μπορούσε να ανασάνει ελεύθερα και οι λαοί της να μαζέψουν τα συντρίμμια τους, να κοιτάξουν μπροστά και να ελπίσουν -όχι αβάσιμα- ότι το μέλλον τους θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Σε τελευταία ανάλυση κανείς δεν ήθελε να πιστεύει ότι χύθηκε άδικα τόσο πολύ αίμα. Κι ήταν πραγματικά υπερβολικά πολύ.
Πριν όμως δούμε τον απολογισμό, ας σταθούμε στους πρωταγωνιστές εκείνης της βραδιάς, όπου ο πόλεμος στην Ευρώπη γινόταν παρελθόν.
Η αντιφασιστική νίκη, με την άνευ όρων συνθηκολόγηση της Γερμανίας, στην ουσία της ήταν επίτευγμα της ΕΣΣΔ και του Κόκκινου Στρατού. Το γεγονός αυτό, τότε δεν ήταν σε θέση να το αμφισβητήσει κανείς, πράγμα που φαίνεται πεντακάθαρα και από τα συγχαρητήρια μηνύματα που έστειλαν στον Στάλιν οι ηγέτες της Μ. Βρετανίας και των ΗΠΑ. «Σας διαβιβάζω εγκάρδιον χαιρετισμόν με την ευκαιρίαν της λαμπράς νίκης που εσημειώσατε εκδιώξαντες τους επιδρομείς από το έδαφός σας και συντρίψαντες την ναζιστικήν τυραννίαν» έγραφε στο μήνυμά του της 9ης Μάη 1945, προς το Σοβιετικό ηγέτη, ο Βρετανός πρωθυπουργός Ουίνστον Τσόρτσιλ. Στο δικό του αντίστοιχο μήνυμα ο Αμερικανός πρόεδρος, Χ. Τρούμαν, σημείωνε: «Εκτιμώμεν μεγάλως την μεγαλειώδη συμβολήν της πανισχύρου Σοβιετικής Ενώσεως εις την υπόθεσιν του πολιτισμού και της ελευθερίας. Διεδηλώσατε την ικανότητα ενός φιλελευθέρου και εις ύψιστον βαθμόν ανδρείου λαού να συντρίψη τας κακάς δυνάμεις της βαρβαρότητος, οσονδήποτε ισχυραί και αν είναι αύται. Επ' ευκαιρία της κοινής μας νίκης χαιρετίζομεν τον λαόν και τας στρατιάς της Σοβιετικής Ενώσεως και την ανυπέρβλητον ηγεσίαν τους».
Ο φόρος του αίματος.
Στο διάγγελμά του προς το σοβιετικό λαό με την ευκαιρία της αντιφασιστικής νίκης ο Στάλιν έλεγε μεταξύ άλλων πως αν και η Γερμανία του Χίτλερ επιδίωξε να εκμηδενίσει και να διαμελίσει την ΕΣΣΔ, «στην πραγματικότητα έγινε κάτι εντελώς αντίθετο από αυτό που έλεγαν μέσα στο παραλήρημα τους οι χιτλερικοί. Η Γερμανία τσακίστηκε κατακέφαλα. Τα γερμανικά στρατεύματα συνθηκολογούν. Η Σοβιετική Ενωση πανηγυρίζει τη νίκη, αν και δεν ετοιμάζεται ούτε να διαμελίσει, ούτε να εκμηδενίσει τη Γερμανία».
Η δήλωση αυτή, ότι η Σοβιετική Ενωση δεν είχε βλέψεις σε βάρος της Γερμανίας, αποκτά ξεχωριστή σημασία, αν αναλογιστεί κανείς το φόρο αίματος που πλήρωσε ο σοβιετικός λαός για να γίνει πραγματικότητα η αντιφασιστική νίκη.
Σ' ένα μέτωπο, το μήκος του οποίου κυμαινόταν από 3.000 έως 6.200 χιλιόμετρα -και πίσω από τις γραμμές του μετώπου σε περιοχές κατεχόμενες από τον εχθρό, που βρισκόταν στα νώτα του- ο στρατός της ΕΣΣΔ έδωσε σκληρές μάχες, για 1.418 μέρες και νύχτες. Κάθε λεπτό του πολέμου υπήρχαν κατά μέσο όρο 9 νεκροί, κάθε ώρα 507 και κάθε μέρα 1.400. Από αυτά τα νούμερα εύκολα μπορεί κανείς να καταλάβει πώς φτάσαμε στο φοβερό αριθμό των 20.000.000 και πάνω νεκρών, που ήταν το βαρύ τίμημα που πλήρωσε η ΕΣΣΔ σε ανθρώπινο δυναμικό για να έρθει η 9η Μάη 1945. Δύο στους πέντε νεκρούς, στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν Σοβιετικοί πολίτες, ενώ η Αγγλία και οι ΗΠΑ είχαν αντίστοιχα 375.000 και 405.000 νεκρούς.
Εξίσου κολοσσιαίες ήταν οι υλικές ζημιές της ΕΣΣΔ στον πόλεμο, μεγαλύτερες απ' αυτές των υπολοίπων χωρών. Το συνολικό ύψος των υλικών ζημιών από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο σε ό,τι αφορά τις ευρωπαϊκές χώρες ανέρχεται στα 260 δισεκατομμύρια δολάρια εκ των οποίων τα 128 δισεκατομμύρια δολάρια αναλογούν στην ΕΣΣΔ. Αν τώρα σ' αυτό το ποσό προστεθούν και τα 357 δισεκατομμύρια δολάρια που είναι οι σοβιετικές πολεμικές δαπάνες, τότε προκύπτει ότι ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος στοίχισε στην ΕΣΣΔ το κολοσσιαίο ποσό των 485 δισεκατομμυρίων δολαρίων, δηλαδή ένα ποσό αρκετά μεγαλύτερο απ' αυτό που δαπάνησαν ΗΠΑ, Αγγλία και Γαλλία μαζί.
Αυτή είναι η αμείλικτη ιστορική αλήθεια. Οταν μιλάμε για τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και τη νίκη κατά του φασισμού οφείλουμε να θυμόμαστε πως αυτή τη νίκη την έδωσε στην ανθρωπότητα το πρώτο εργατικό κράτος στην ιστορία του ανθρώπινου πολισμού.

9 Μάη 1945
Το σύμβολο της νίκης των λαών απέναντι στο κτήνος του φασισμού, σε μια ημερομηνία, σε μια φωτογραφία - παράσημο της Ανθρωπότητας στον αγώνα ενάντια στην κτηνωδία.
Οταν ο στρατιώτης του Κόκκινου Στρατού κάρφωνε τη σημαία της Επανάστασης στην καρδιά του ναζισμού, στο Ράιχσταγκ, σφράγιζε με τον πιο αντιπροσωπευτικό τρόπο την Ιστορία.
Η Κόκκινη Σημαία, σύμβολο ενός άλλου κόσμου, έμβλημα μιας ιδεολογίας ενάντια σε κάθε εκμετάλλευση, πλημμυρισμένη στο αίμα των δεκάδων εκατομμυρίων κομμουνιστών που έδωσαν τη ζωή τους και έφραξαν με τα κορμιά τους το δρόμο στις μεραρχίες του Χίτλερ, δε λασπώνεται. Οι παραχαράκτες, οι λαθρέμποροι του αντικομμουνισμού, ο συρφετός που προωθεί στην ΕΕ τα «μνημόνια» καταδίκης του κομμουνισμού, αποτολμώντας τη συκοφαντική ταύτιση του κομμουνισμού με το φασισμό, κατάγονται από την ίδια κοιλιά του ίδιου φιδιού που γέννησε τον Χίτλερ.
Οι κομμουνιστές δε συνθηκολόγησαν ποτέ με τα φίδια.
9 Μάη 1945
Το μήνυμα, 64 χρόνια μετά, είναι ίδιο:
Το κόκκινο του μέλλοντος, αυτό είναι το αστείρευτο «μελάνι» της Ιστορίας. Μιας ιστορίας που γράφεται κάθε μέρα. Και που δεν πρόκειται να 'ρθει το «τέλος» της, πριν δικαιωθούν οι δούλοι, οι πληβείοι, οι κολασμένοι, οι προλετάριοι.

Κρητικός αίγαγρος: Λαθροθηρία και εξόντωση...


Διαστάσεις γενοκτονίας του Κρητικού αγριμιού, έχει πάρει η λαθροθηρία στα Λευκά Ορη, σύμφωνα με καταγγελίες πολιτών και οικολογικών οργανώσεων. Οπως αναφέρουν, οι λαθροθήρες δεν διστάζουν να "διαφημίζουν" την πραμάτεια τους η τιμή του οποίου φτάνει στα 50 ευρώ το κιλό, ενώ ταβέρνες τόσο στα Χανιά όσο και στην Αθήνα το σερβίρουν κανονικά σε επιλεγμένους πελάτες! "Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει μια φημολογία σε ότι αφορά τη λαθροθηρία του Κρητικού Αιγάγρου. Καταγγελίες στην υπηρεσία μου από υπαλλήλους μας δεν έχουμε. Εχουμε όμως από πολίτες", τόνισε η προισταμένη της Διεύθυνσης Δασών Χαρά Καργιολάκη επισημαίνοντας ότι το ζήτημα έχει έλθει στη Βουλή με επερωτήσεις.

Σημειώνεται πως για την σωτηρία του αγριμιού ένας μεγάλος αριθμός τους έχει μεταφερθεί εδώ και χρονια στο νησί Θοδωρού στον Κόλπο των Χανίων και στη νήσι Δία έξω από το Ηράκλειο, προκειμένου να πολλαπλασιαστούν και άλλα στη Δια στο Ηράκλειο.

"Εφυγε" ο Ευγένιος Σπαθάρης.


To τελευταίο «αντίο» είπε στους Έλληνες ο κορυφαίος καραγκιοζοπαίχτης, Ευγένιος Σπαθάρης.

Έφυγε το βράδυ του Σαββάτου 9/5/2009 από τη ζωή, στα 85 του χρόνια, ο κορυφαίος καραγκιοζοπαίχτης και δάσκαλος Ευγένιος Σπαθάρης.

Ο Ευγένιος Σπαθάρης του Σωτηρίου, ψυχή του Καραγκιόζη και γενικότερα του θεάτρου Σκιών γεννήθηκε στην Κηφισιά τον Ιανουάριο του 1924.
Μετά τις σπουδές του άρχισε να ασχολείται με τη ζωγραφική και ιδιαίτερα με τους ήρωες του θεάτρου σκιών, από τους πρωτοπόρους του οποίου, ήταν ο πατέρας του. Ξεκίνησε την πορεία του δίνοντας ο ίδιος παραστάσεις αρχικά στη διάρκεια της κατοχής, σε θέατρα της Αθήνας, σε Πρεσβείες, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη κ.α. Τα πρώτα χρόνια, από το 1942 που ξεκίνησε και από το 1945 έως το 1950 ο Ευγένιος Σπαθάρης έπαιζε σε υπαίθρια αυτοσχέδια θέατρα, σε πλατείες, πεζοδρόμια και κινηματογράφους. Ο Διάκος, ο Κολοκοτρώνης, ο Κατσαντώνης έγιναν οι πρωταγωνιστές του στα χρόνια της Κατοχής σε έργα ηρωϊκά, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να οδηγηθεί στην Κομαντατούρ. Είναι χαρακτηριστικό πως για να τον αφήσουν, αναγκάστηκε να δώσει δυο παραστάσεις για τον Φρούραρχο. Τις φιγούρες τις έφτιαχνε μόνος του, από χαρτόνι κούτας και μπακαλόχαρτο. Πίσω από το πανί είχε μαζί του ένα ή δύο βοηθούς που βαστούσαν τις φιγούρες, τον τραγουδιστή που γνώριζε όλα τα τραγούδια της υπαίθρου, τα παραδοσιακά και το "τουρκάκι" , τον τραγουδιστή δηλαδή που γνώριζε τους αμανέδες και τα τούρκικα. Η έντονη δραστηριότητα του απλώνεται γρήγορα στο εξωτερικό, την Αμερική, τον Καναδά, την Κούβα (1953). Από τότε και για τις επόμενες δεκαετίες ταξιδεύει συνεχώς, γυρνώντας δύο φορές ολόκληρο τον κόσμο δίνοντας πληθώρα παραστάσεων, συμμετέχοντας σε διεθνή φεστιβάλ και συνέδρια ειδικά για το θέατρο σκιών. Τη δεύτερη μάλιστα φορά που εμφανίστηκε στο Κρεμλίνο του έφεραν ένα πανί 22(!) μέτρων ζητώντας του να παίξει πίσω από αυτό. Δεν το δέχτηκε. Οι 5.000 ρώσοι απόλαυσαν τον Καραγκιόζη πίσω από το πανί των 2,5 μέτρων. Παρουσίασε πολλά έργα με ήρωα τον Καραγκιόζη, και με ηθοποιούς, στο Κρατικό Θέατρο Β. Ελλάδος, στο «Ελληνικό Χορόδραμα», στο Θέατρο Χατζώκου, (Θεσσαλονίκη), στο Θέατρο Συντεχνίας κ.α. με τις παραστάσεις «Το ταξίδι», «Το καταραμένο φίδι», «Ο δικτάτωρας», «Ο Αλέκος με τα κυδώνια» κ.α. Κυκλοφόρησε περίπου 15 έργα σε δίσκους και το 1980 άρχιζε να παίζει στη τηλεόραση.
Ο Ευγένιος Σπαθάρης ήταν μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος, του Ινστιτούτου Παγκοσμίου Θεάτρου (της ΟΥΝΕΣΚΟ ενώ έκανε περιοδείες σε πολλές χώρες. Αλλά και ως ζωγράφος έλαβε μέρος σε πολλές εκθέσεις ατομικές και ομαδικές στην Αθήνα, Ζυρίχη, Παρίσι και Νέα Υόρκη.
Τιμήθηκε με Βραβείο Ρώμης (1962), με το Α' Μετάλλιο του Πρίγκιπα του Μοντ, Α' Βραβείο Πολωνίας (1978), Α' Μετάλλιο Τοσκανίνι (Ιταλία) το 1978 κ.ά. Τέλος το 2007 τιμήθηκε ιδιαίτερα από το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού για την μεγάλη του προσφορά στο καλλιτεχνικό αυτό είδος για το οποίο του αναγνωρίστηκε ο τίτλος του μεγάλου δασκάλου.
Το 1991 ιδρύθηκε το Σπαθάρειο Μουσείο Θεάτρου Σκιών Δήμου Αμαρουσίου, το οποίο λειτουργεί συστηματικά από το 1996, με στόχο την προβολή του θεάτρου σκιών και του καραγκιόζη. Αξιοσημείωτη είναι η συνεργασία του με το Διονύση Σαββόπουλο.
Ζωγραφικά λαϊκά έργα του παρουσιάστηκαν σε γκαλερί της Αθήνας ενώ ταξίδεψε τον καραγκιόζη στα πέρατα του κόσμου και απέσπασε πολλές διακρίσεις.
Στις 6 Μαΐου του 2009 και ενώ βρισκόταν στο Ινστιτούτο Γκαίτε Αθηνών για να παραστεί σε εκδήλωση προς τιμήν του, έχασε την ισορροπία του και έπεσε από σκάλες, με αποτέλεσμα να υποστεί πολλά κατάγματα και να δημιουργηθεί σοβαρό αιμάτωμα στον εγκέφαλο, με την κατάστασή του να χαρακτηρίζεται κρίσιμη. Τελικά, στις 9 Μαΐου, ύστερα από τρεις μέρες νοσηλείας απεβίωσε, σε ηλικία 85 ετών.
"Θα έπρεπε να φτιάξουν ένα άγαλμα του Καραγκιόζη. Όλη η Ελλάδα θεατρίστηκε μαζί του. Οι άνθρωποι με αυτόν έμαθαν να γελούν και να ονειρεύονται" έλεγε ο Ευγένιος Σπαθάρης.
Δυστυχώς ο Μεγάλος Καραγκιοζοπαίχτης μας άφησε για πάντα... Τι να κάνουμε με τους Καραγκιόζηδες που μας έχουν καθήσει στην πλάτη....

Δήμος Δομνίστας.


Ο Δήμος Δομνίστας καλύπτει το νοτιοανατολικό τμήμα της Ευρυτανίας, δίνοντας διεξόδους προς την Αιτωλοακαρνανία και τη Φθιώτιδα σ' όλο το νομό. Έχει πλούσια παράδοση και ιστορική διαδρομή ως τμήμα της Αιτωλίας. Διαρρέεται από τον Κρικελλοπόταμο, από τα πιο μεγάλα ποτάμια του νομού, που προσθέτει πινελιές στον αισθητικό πίνακα της περιοχής.Έδρα του δήμου είναι ένα από τα ομορφότερα χωριά της Ευρυτανίας, το Κρίκελλο, ιστορική έδρα και του τ. Δήμου Ευρυτάνων.Όλα τα χωριά του δήμου είναι χτισμένα μέσα στα έλατα σε μεγάλο υψόμετρο, σ' ένα τοπίο ιδιαίτερης φυσικής ομορφιάς. Ο δήμος έχει πολύ καλή τουριστική υποδομή, αρκετά μαγαζιά με καλό τοπικό φαγητό και κυρίως πολλά μνημεία, παλιές εκκλησίες και παραδοσιακά όμορφα χωριά που μπορεί να δει ο επισκέπτης. Μην ξεχάσετε να επισκεφτείτε το μνημείο της Αντίστασης και το Μουσείο της Δομνίστας, την Άμπλιανη, τους Στάβλους και τα Κοκκάλια κοντά στη Ράχη Τυμφρηστού.
Η σύσταση του δήμου Δήμου Δομνίστας, έγινε με τον Ν. 2539/ 4-12-1997, περισσότερο γνωστό ως "Καποδίστρια"... Παλιά ο δήμος είχε την ονομασία Δήμος Ευρυτάνων, (από το όνομα του βασιλιά της Οιχαλίας Εύρυτου), αλλά και Καλλιδρομητών, [από το όρος Καλλίδρομο (Σαρώματα)].
Ο παλιός Δήμος Ευρυτάνων, σχηματίστηκε με Β.Δ. στις 18-9-1836, ως δήμος της επαρχίας Καλλιδρόμης, με πληθυσμό 2068 κατοίκους και έδρα την Ευρυτανή (Κρίκελλο). Ο δημότης ονομάστηκε Ευρυτάνιος.
Η αρχική σύσταση περιελάμβανε: Ευρυτανή [Κρίκελλο (844)], Σταύλος (89), Δομνίστα (462), Σέλλος (119), Ανιάδα (173), Συγκρέλον (181). Αργότερα προσαρτήθηκαν: Δήμος Αμπλιανιτών [Άμπλιανη (273)], Δήμος Πετραίων [(Ρωσκά) (141), Σέλιτσα (149), Δολιανά (114), Κοντίβα (34), Κόπραινα (48), Ψιανά (40), Τέρνος (386)] και Καρυά, Αρβανίτσα, Καμπιά, Καρύτσα, Κουμαρίτσα, Κοπρασιά, Μαρίνου, Μπρεζιανή.- Με το Β.Δ. (16-10-1836) (ΦΕΚ 62), οι δήμοι Αμπλιανιτών και Πετραίων συγχωνεύτηκαν στον δήμο Ευρυτάνων. - Με το Β.Δ. της 3- 8-1878, ο δήμος Καλλιδρομιτών, μετονομάσθηκε σε δήμο Ευρυτάνων.
Το σημερινό όνομα του δήμου Δομνίστας, προήλθε από το ομώνυμο ιστορικό χωριό. Από εδώ άρχισε ο ένοπλος αγώνας κατά των Γερμανών κατακτητών από τον Άρη Βελουχιώτη, στις 7- 6 -1942.


Τα δημοτικά διαμερίσματα του δήμου Δομνίστας:
Ο Δήμος Δομνίστας περιλαμβάνει 7 Δημοτικά διαμερίσματα και βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο του Ν. Ευρυτανίας. Έχει έκταση του Δήμου είναι 215.755 στρέμματα, (καλύπτοντας έτσι το 12% του νομού) και συνορεύει: ανατολικά με τον Νομό Φθιώτιδας, νότια με τον Νομό Αιτωλοακαρνανίας. (Επίσης, Δυτικά «συνορεύει» με τον δήμο Προυσού και βόρεια με τους δήμους Ποταμιάς & Καρπενησίου). Είναι μια ιδιαίτερα ορεινή περιοχή με υψόμετρα που κυμαίνονται από τα 600 έως τα 2.101 μέτρα. Στα βουνά της Καλιακούδας (2.101 μ.), της Οξυάς (1.926 μ.), καθώς και στο Δεντρούλι (1.655 μ.) κυλούν πολλά ρέματα, ενώ περισσότερο γνωστό ποτάμι είναι ο Κρικελλοπόταμος που πηγάζει από εδώ. Οι διοικητικές περιφέρειες των διαμερισμάτων (Δομνίστα, Κρίκελλο, Ροσκά, Στάβλοι και Ψιανά) βρίσκονται μέσα στην υψηλή ζώνη της λεκάνης απορροής του Κρικελλοπόταμου, ενώ αυτά της Άμπλιανης και της Μεσοκώμης απορρέουν στον Εύηνο ποταμό. Η χλωρίδα της περιοχής είναι πλούσια ελατοδάση και σε συνδυασμό με τα άφθονα νερά το τοπίο αποκτά ιδιαίτερη φυσική ομορφιά. Οι κλιματολογικές συνθήκες παρουσιάζουν όλα τα χαρακτηριστικά των ορεινών περιοχών με σαφή διάκριση των δύο εποχών, θερινή (ξηρή) και χειμερινή (υγρή) με το ετήσιο ύψος βροχής να ανέρχεται στα 1.460 χιλιοστά.
Η Άμπλιανη, (το Σταυροπήγι).
Βρίσκεται σε υψόμετρο 1.220 μ. και απέχει 31 χλμ. από το Κρίκελλο. Η ίδρυσή της ανάγεται στα βυζαντινά χρόνια. Ως κοινότητα Άμπλιανης αναγνωρίστηκε αρχικά με το Β.Δ. της 22-5-1919, ΦΕΚ. Α΄ 112/19 και μετονομάσθηκε σε Σταυροπήγιο με Δ. της 12-3-1928, ΦΕΚ Α΄ 81/28. Το τοπωνύμιο Σταυροπήγι επιβεβαιώνει την ύπαρξη σταυροπηγιακού μοναστηρίου στην περιοχή. Το όνομα Άμπλιανη το οφείλει στους πολλούς αμπλάδες (μικροπηγές με άφθονα νερά) της περιοχής. Την εποχή της ύστερης Τουρκοκρατίας, ήταν το μεγαλύτερο μετά το Καρπενήσι χωριό της Ευρυτανίας. Στην Κατοχή οι Αμπλιανίτες πήραν ενεργά μέρος στην Εθνική Αντίσταση, ενώ η απελευθέρωση βρήκε το χωριό σε θλιβερό σωρό ερειπίων λόγω της πυρπόλησης από τους τους κατακτητές. Σήμερα, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή του 2001, οι μόνιμοι κάτοικοι του χωριού ανέρχονται στους 257. Το χωριό της Άμπλιανης είναι ιδιαίτερα γνωστό για την ονομαστή παραγωγή του σε υφαντά κλινοσκεπάσματα και την ιδιαίτερη φορεσιά των γυναικών του. Αξιοσημείωτο είναι το παρακάτω γεγονός που συνέβαινε κατά το παρελθόν: λόγω της έντονης απασχόλησης των κατοίκων με την κτηνοτροφία, το πλεόνασμα της παραγωγής του μαλλιού από τα πρόβατα αναλάμβαναν να γνέσουν κυρίως οι άνδρες, οι οποίοι εξαιτίας αυτού, απέκτησαν το παρατσούκλι "ροκάδες". Αξιοσημείωτος είναι ο αμπλιανίτικος χορός "Στέγκος", που χορεύεται στην ομώνυμη τοποθεσία του χωριού την παραμονή του πανηγυριού της Αγίας Παρασκευής (26 Ιουλίου). Πληθώρα εκκλησιών με ιστορικό ενδιαφέρον βρίσκονται μέσα, αλλά και κοντά στο χωριό. Εκτός από την Αγία Παρασκευή (1867) και τον Άγιο Νικόλαο, υπάρχει η Αγία Σωτήρα στο νεκροταφείο, ο Άγιος Ιωάννης, ο προφήτης Ηλίας και στην θέση Αμπέλια τα ερείπια του Αϊ Θανάση, όπου βρίσκονταν παλιότερα το χωριό.

Η Δομνίστα.
Βρίσκεται σε υψόμετρο 1.000 μ. και απέχει 41 χλμ. από το Καρπενήσι. Ιδρύθηκε κατά τα βυζαντινά χρόνια. Η τοπική παράδοση αποδίδει την ονομασία της στην κόρη του βασιλιά Εύρυτου Δόμνα. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής και περιλαμβάνει τους συνοικισμούς Αμπέλια, Μαρίνο, Φαντίνο, Σκοπιά (Τσεκλίστα) και Μπραΐλα και ως κοινότητα αναγνωρίστηκε το 1912. Εδώ βρίσκονται επίσης και τα ερείπια της αρχαίας Φαντίνου, (που πήρε αυτό το όνομα από τη σύζυγο του βασιλιά Εύρυτου, τη Φαντίνα). Κατά την τουρκοκρατία το χωριό υπάγονταν στη δικαιοδοσία των Γιολδασαίων αρματολών της περιοχής, και οι κάτοικοι πήραν ενεργά μέρος στην επανάσταση. Στη Δομνίστα διέμεινε το καλοκαίρι του 1824 ο Καραϊσκάκης, όταν τον καταδίωκαν Έλληνες και Τούρκοι. Από εδώ ξεκίνησε τον ένοπλο αγώνα κατά των Γερμανών, τον Ιούνιο του 1942, ο Άρης Βελουχιώτης. Στη Δομνίστα και στις γύρω περιοχές, πολλές παλιές εκκλησίες με ξυλόγλυπτα τέμπλα και αγιογραφίες Άγιος Αθανάσιος, Αγία Κυριακή, Άγιοι Θεόδωροι, Άγιος Χαράλαμπος, Άγιος Νικόλαος και η μισογκρεμισμένη Κοίμηση της Θεοτόκου. Τα πολλά πλατάνια, οι βρύσες με το άφθονο κελαριστό νερό και το καταπράσινο περιβάλλον που πλαισιώνουν τα μικρά μαγαζάκια, τα καφενεία και τις ταβέρνες με τα φρέσκα και νόστιμα, ντόπια κρέατα στην πλατεία του χωριού συνθέτουν ένα ιδανικό παραθεριστικό κέντρο, που προσελκύει πολλές οικογένειες για διακοπές το καλοκαίρι. Πανέμορφη είναι η τοποθεσία του Προφήτη Ηλία με το μικρό γραφικό εκκλησάκι, λίγο έξω από το χωριό, που προσφέρει πανοραμική θέα. Αξιόλογο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το Μουσείο που εκθέτει είδη χειροτεχνίας, φωτογραφίες, παραδοσιακά αντικείμενα και χειρόγραφα, ενώ διαθέτει την πληρέστερη βιβλιοθήκη ευρυτανικών βιβλίων.
Το Κρίκελλο.
Απέχει 31 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι σε μια πανέμορφη διαδρομή μέσα στα έλατα. Είναι χτισμένο στα 1.120 μ. και αποτελεί έδρα του Δήμου Δομνίστας. Κατά την Επανάσταση του '21 έδωσε τους περισσότερους, από κάθε άλλο χωριό, αγωνιστές. Υπήρξε έδρα του τέως δήμου Ευρυτάνων από το 1833 και αναγνωρίστηκε ως κοινότητα το 1912. Η δημιουργία του χωριού ανάγεται στη Βυζαντινή εποχή και προήλθε από τους οικισμούς: Αγκάθι, Κουμάσια, Διαβολίτσι, Φουξυλιά, Κεραμίδια, Παλιόσπιτα, ίχνη των οποίων διακρίνονται ακόμη στις ομώνυμες τοποθεσίες. Τους οικισμούς αυτούς, που ήταν διαταγμένοι σε σχήμα κύκλου (κρικέλας) γύρω απ' το χωριό, λυμαίνονταν τότε διάφοροι ληστές και οι κάτοικοι δεν είχαν ασφάλεια, ενώ στερούνταν και το νερό. Ως πρώτος οικιστής του Κρικέλλου, φέρεται κάποιος Παπαδήμος, που έκτισε το σπίτι του κοντά στην κεντρική πηγή του χωριού, τα "Σωληνάρια". Το χωριό βρίσκεται σε προνομιακή θέση ανάμεσα σε πυκνά δάση από αιωνόβια έλατα, πυκνά καρποφόρα δέντρα, σπάνια αρωματικά φυτά και σκιερά πλατάνια που φύονται πλάι στα πλούσια νερά του Κρικελοπόταμου. Διατηρεί το χρώμα και την παλιά του αίγλη, με όμορφα παλιά πέτρινα σπίτια, με πέτρινες και κεραμιδένιες στέγες, έχει σπουδαία τουριστική υποδομή και η μεγάλη του πλατεία περιτριγυρίζεται από παραδοσιακά μαγαζάκια. Περίφημοι για την τέχνη τους θεωρούνταν οι Κρικελλιώτες "μαστόροι" (χτίστες). Χαρακτηριστικά ήταν παλιότερα η "κρικελλιώτικη γυναικεία ενδυμασία" και ο "τροβάς" του Κρικέλλου. Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου είναι από τους μεγαλύτερους και ωραιότερους της Ευρυτανίας και τελευταία ανακαινίζεται. Στη διαδρομή για το Κρίκελλο συναντάμε και την ιστορική τοποθεσία Κοκκάλια, όπου λέγεται ότι έγινε μάχη Αιτωλών και Ευρυτάνων κατά των Γαλατών το 279 π.Χ. (Η τοποθεσία κατά μια εκδοχή ονομάστηκει έτσι από τα οστά των νεκρών εκείνης της μάχης).


Η Μεσοκώμη.
Είναι χτισμένη στα 830 μ., έχει έκταση 9.000 στρ., απέχει 60 χλμ. από το Καρπενήσι και την περιβάλλουν πυκνά δάση. Η παλιότερη ονομασία της ήταν "Τέρνος". Με τη σύσταση των πρώτων δήμων (1836), ο οικισμός, με πληθυσμό 386 κατοίκους, υπήχθη στο Δήμο Πετραίων (με έδρα τη Ρωσκά) και μετά την κατάργηση του Δήμου Πετραίων, (τον ίδιο χρόνο), προσαρτήθηκε στον Δήμο Ευρυτάνων (Καλλιδρομιτών, με έδρα το Κρίκελλο). Το 1912 αναγνωρίσθηκε ως "Κοινότητα Τέρνου", η οποία το 1928 μετονομάσθηκε σε "Κοινότητα Μεσοκώμης". Από τους 700 κατοίκους που είχε το χωριό το 1928 και τους 570 το 1940, σήμερα απογράφονται μόνο 100, αν και διαμένουν σ' αυτό ελάχιστοι. Ο οικισμός έχει χαρακτηριστεί "περίπου υπό κατολίσθηση". Στη θέση Ζηρέλη, ανάμεσα στη Ράχη Δομνίστας - Μεσοκώμης, υπάρχουν δυο τοποθεσίες που λέγονται "Νούρκα Σκάλα" και "Καλόγηροι", όπου τον Ιούνιο του 1821 ένα σοβαρό τμήμα Τούρκων με αρχηγό το Νούρκα Σέρβανη, συγκρούστηκε με 40 Έλληνες αγωνιστές υπό τους Γιολδασαίους. Μετά από σφοδρή μάχη, εκτός των απωλειών, αιχμαλωτίστηκε ο Σέρβανης μαζί με το τμήμα του, ενώ τα πλούσια λάφυρα, (πολύτιμα είδη και λίρες), που είχαν αρπάξει οι Τούρκοι από τους πλούσιους Εβραίους του Αγρινίου, μοιράστηκαν οι Έλληνες μεταξύ τους. Σε μικρή απόσταση από τον οικισμό, σε μια πλευρά του βουνού "Καρφοπεταλιάς", υπάρχει σπήλαιο με εντυπωσιακούς σταλακτίτες και σταλαγμίτες, που ανακαλύφθηκε το 1961.
Η Ροσκά.
Απέχει 56 χιλιόμετρα από το Καρπενήσι και έχει τους οικισμούς Στουρνάρα (Δολιανά) και Κοντό (Κοντίβα). Το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 1.010 μέτρων και προσφέρει θαυμάσια θέα. Η παρθένα φύση της περιοχής με τις έντονες εναλλαγές και την ποικιλία του τοπίου προσφέρουν στον επισκέπτη αξέχαστες εικόνες ομορφιάς. Αξιόλογα μνημεία της φύσης είναι το ονομαστό φαράγγι του "Πανταβρέχει", με τους πανύψηλους καταρράκτες που κυλάνε στα απόκρημνα βράχια του, η κρεμαστή γέφυρα της Ροσκάς και ο ίδιος ο Κρικελοπόταμος με τις αμμουδερές παραλίες του και τις ανάγλυφες όχθες του.
Οι Στάβλοι.
Βρίσκεται σε υψόμετρο 1.230 μέτρα και απέχει μόλις 5 χιλιόμετρα από την Δομνίστα. Οι λίγοι ηλικιωμένοι κάτοικοί του ασχολούνται με την κτηνοτροφία και παραχειμάζουν στην Αιτωλοακαρνανία, με αποτέλεσμα το χωριό να αδειάζει τον χειμώνα. Αναφέρεται ότι εδώ υπήρχαν οι στάβλοι των ανακτόρων της Βυζαντινής αυτοκράτειρας Δομινίκης, συζύγου του Ουάλεντος (378 μ.Χ.), (ενώ σύμφωνα με άλλη παράδοση οι στάβλοι ανήκαν στον βασιλιά της περιοχής Εύρυτο).
Τα Ψιανά.
Σε υψόμετρο 900 μέτρων βρίσκεται το χωριό αυτό, που προσεγγίζεται από το Κρίκελλο (περίπου 12 χλμ.), αλλά και από το Μεγάλο Χωριό του Δήμου Ποταμιάς. Στο χωριό σήμερα ζουν ελάχιστοι κάτοικοι που ασχολούνται με τακτήματά τους και την κτηνοτροφία. Οι συνοικισμοί Άγιος Χαράλαμπος και Καστανούλα περιλαμβάνονται στο δημ. διαμέρισμα αυτό. Αξίζει να σημειωθεί ότι το Βύθισμα, που ήταν παλιός οικισμός των Ψιανών βούλιαξε το 1923. Κοντά στα Ψιανά βρίσκεται η τοποθεσία Ζαγορά, όπου βρέθηκαν ποικίλα αντικείμενα οικιακής χρήσης αρχαίων οικισμών, καθώς και πιθάρια, λυχνάρια, τρίμματα από κεραμίδια και διάφορα άλλα αντικείμενα. Επίσης στην τοποθεσία Κτίσμα, υπάρχει αρχαίο τείχος κατασκευασμένο από πελώριες πέτρες που αποτελούν ένδειξη για την ύπαρξη πελασγικού ή ακόμα και προπελασγικού φρουρίου.

Τα "χάνια" της Ευρυτανίας...

Τα χάνια παλιά, όταν οι μετακινήσεις γίνονταν με τα ζώα ή με τα πόδια, αποτελούσαν τους ενδιάμεσους σταθμοί ξεκούρασης, προστασίας και τροφοδοσίας ανθρώπων και ζώων. Σήμερα, απέμειναν λίγα που άλλαξαν μορφή ή και ονομασία. Συναντάμε (ή ακούμε στο δρόμο μας) ακόμα, τα χάνια "του Μπαλτά" (προς τον Προυσό), "της Κωστάντως" (στο Καλεσμένο), του "Πλατανιά" και του "Πανέτσου" (στη Μεσαία Κάψη, από τη μεριά της Λαμίας). Το κείμενο του κ. Παναγιώτη Βλάχου, που ακολουθεί, μας παρουσιάζει τα "Χάνια της Ευρυτανίας" και το ρόλο τους σε μια σημαντική αποτύπωση της καθημερινότητας στην περιοχή μας, πριν από πολλά χρόνια... (Εμείς κάναμε μικρή παρέμβαση στο αρχικό κείμενο, που ήταν γραμμένο στην καθαρεύουσα, ελπίζοντας να μην αλλάξαμε τον πλούτο που μεταφέρει).



Οι μεγάλες αποστάσεις, που ήταν υποχρεωμένοι οι άνθρωποι να διανύουν, με την ανεπάρκεια των συγκοινωνιακών μέσων επέβαλλαν την ίδρυση ενδιαμέσων σταθμών για ανάπαυση, διανυκτέρευση και ανεφοδιασμό. Η ύπαρξη των σταθμών αυτών τεκμηριώνεται ήδη από την απώτατη αρχαιότητα, γενικεύεται δε κατά το Βυζάντιο και την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Πρόκειται για τα Πανδοχεία, τα «Καραβάν σεράγια» ή τα Χάνια. (Η λέξη «χαν» είναι περσική ή τουρκική και σημαίνει ξενώνα, ξενοδοχείο, κοινώς χάνι και μεταφορικά ευρύ, μεγάλο κτίριο. Κατά την αρχαιότητα τα ευρισκόμενα στις οδικές αρτηρίες όχι πολυτελή αυτά κτίσματα για πρόσκαιρη παραμονή των ξένων αποκαλούνταν "πανδοχεία". Η ύπαρξή τους μαρτυρείται και στην Καινή Διαθήκη, στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη, που εμπιστεύθηκε την περιποίηση του "εμπεσόντος εις τους ληστάς" οδοιπόρου σε πανδοχείο. Στο Βυζάντιο λειτούργησαν διαφόρων ειδών "φιλανθρωπικά καταστήματα", μεταξύ των οποίων τα "ξενοδοχεία" ή "ξενώνες". Αυτά απετέλεσαν τα πρότυπα των «μουσαφίρ οντάδων», που υπήρχαν κατά την Τουρκοκρατία. Στα ιδρύματα αυτά του Βυζαντίου ο πτωχός ταξιδιώτης, ο αναξιοπαθών οδοιπόρος εύρισκε κατάλυμα για διανυκτέρευση, θέρμανση και λιτή τροφή).Τα χάνια ήταν απλά οικήματα, που χτίζονταν σ' επίκαιρα και γραφικά σημεία της υπαίθρου κατά μήκος οδικών αρτηριών με δροσερή πηγή ή με τρεχούμενο κοντά κρύο νερό. Χάνια, με μεγαλύτερα οικοδομικά συγκροτήματα, υπήρχαν και μέσα στις πόλεις και χρησίμευαν για ολιγοήμερη πρόχειρη διαμονή ή πολυήμερη στέγαση ατόμων και ομάδων. (Δηλαδή ήταν ξενοδοχεία ή πανδοχεία, ξενώνες του παλιού τύπου). Η Ευρυτανία, περιοχή απομονωμένη στο παρελθόν και δύσβατη, είχε ανάγκη τέτοιων σταθμών για την διευκόλυνση των διακινουμένων κατοίκων της είτε εντός της περιοχής, είτε εκτός αυτής Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η Ευρυτανία με το πενιχρό εισόδημα των κατοίκων της ήταν σημαντική αφετηρία αποδημιών, οι οποίες συνεχίστηκαν μέχρι τις μέρες μας. Τα χάνια της Ευρυτανίας ήταν κοινόχρηστα κτίσματα, απαραίτητα για ταξιδιώτες, οδοιπόρους, ξένους και σε ορισμένες περιπτώσεις κατάλληλα και χρήσιμα για κρατικές ή στρατιωτικές ανάγκες. Στο χτίσιμό τους παρουσιάζουν διάφορους τύπους και ποικιλίες παραλλαγών στην διαρρύθμιση των χώρων και το μέγεθος.Συνήθως ήταν λιθόκτιστα μονώροφα, σπάνια διώροφα, κτίσματα, με απλή αρχιτεκτονική, τετράγωνα ή επιμήκη για την δημιουργία επαρκούς χώρου φιλοξενίας, στεγασμένα με σχιστόλιθους ("πλάκες"). Κατά κανόνα αποτελούνταν από ενιαίο χώρο με διαμορφωμένη σε μια γωνία, συνήθως κοντά στην είσοδο, της υποτυπώδους κουζίνας, του πάγκου για τη συναλλαγή και των προθηκών - ραφιών για την τοποθέτηση των ειδών που θα πωλούνταν . Σε μια πλευρά τους βρίσκονταν η εστία, το τζάκι, όπου κατά τις μακρές νύκτες του χειμώνα καίγονταν φωτιά, τροφοδοτούμενη ασταμάτητα για την θέρμανση του χώρου και την διάχυση θαλπωρής για τους με ελάχιστα κλινοσκεπάσματα και υποτυπώδη στρώματα διανυκτερεύοντες ή το στέγνωμά τους, όταν τα ρούχα τους ήταν βρεγμένα. Συνήθως υπήρχε και δεύτερο παρακείμενο μικρό δωμάτιο, με τζάκι κι αυτό, όπου διανυκτέρευε ο ιδιοκτήτης του χανιού. Κοντά στο κυρίως οίκημα υπήρχε διώροφο κτίσμα ευτελέστερης κατασκευής, στεγασμένο συνήθως με τσίγκο. Το ισόγειό του χρησίμευε για το στάβλισμα των ζώων, με τα οποία κινούνταν οι ταξιδιώτες. Στο ανώγειο ("κεράνη") γίνονταν από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο η αποθήκευση χορταριού κι άλλων ζωοτροφών, που διατίθονταν με πληρωμή. Μεταξύ των δύο κτισμάτων παρεμβάλλονταν ευρύχωρη σχετικά αυλή για τη διακίνηση ανθρώπων και ζώων, τις φορτοεκφορτώσεις ή το δέσιμο των υποζύγιων για ανάπαυση ή πρόχειρο γεύμα των ιδιοκτητών τους. Με την αρχή του καλοκαιριού σε μια πλευρά της αυλής διαμορφώνονταν ειδικός χώρος, στρωμένος με κλαδιά έλατου ή φύλλα φτέρης, που ανανεώνονταν κατά περιόδους, με ανάλογο στέγαστρο, αποκαλούμενο "κρεββάτι" ή "τσαρδάκι". Εκεί εύρισκαν αναψυχή οι πεζοπόροι διαβάτες, κάθονταν στη σκιά να ανακτήσουν δυνάμεις για να συνεχίσουν την κοπιαστική τους πορεία. Όχι σπάνια κοντά στα χάνια και στην παρυφή των δρόμων υπήρχε προσκυνητάρι ("εικόνισμα"), δείγμα της θρησκευτικότητας των κατοίκων. Οι διαβάτες, "κεκοπιακότες" από την επίμονη πολύωρη οδοιπορία αισθάνονταν την ανάγκη ν' απευθύνουν ενδόμυχη προσευχή για την ψυχική τους τόνωση και να επικαλεστούν την θεία αντίληψη για την ευόδωση των επιχειρημάτων τους.Κατά καιρούς, ιδιαιτέρα σε χάνια κοντά στο Καρπενήσι, δίπλα στο χάνι και σε προχειρότερο κτίσμα υπήρχε σιδηρουργείο ("γύφτικο"). Εκεί όσοι πήγαιναν προς το κέντρο για προμήθειες, δικαστικές υποθέσεις ή άλλες συναλλαγές άφηναν τα γεωργικά και κοπτικά εργαλεία τους (τσαπιά, υνιά, τσεκούρια κλπ.) για επισκευή ("χάρκεμα"), και επιστρέφοντας τα έπαιρναν έτοιμα για τη συνέχιση του "αγώνα της επιβίωσης".Τα Ευρυτανικά χάνια βρίσκονταν κυρίως στο δρόμο απ' τ' ʼγραφα μέχρι το Καρπενήσι, κεντρική ημιονική αρτηρία, η οποία έκοβε το σημερινό Ν. Ευρυτανίας και συνέδεε τα περισσότερα χωριά της με το διοικητικό και εμπορικό κέντρο της περιοχής, που ήταν το Καρπενήσι. Η κεντρική αυτή αρτηρία, με εγκάρσιες παρόδους, εξυπηρετούσε τους τέως Δήμους Αγράφων, Αγραίων και Απεραντίων, που ήταν και οι πολυανθρωπότεροι της περιοχής. Λιγότερα χάνια υπήρχαν και σ' άλλους δρόμους, ημιονικούς κι αυτούς, αν λάβουμε υπ' όψιν ότι πριν το 1940 μόνη αμαξιτή οδός ήταν αυτή που συνέδεε το Καρπενήσι με το Γαύρο, κοντά στο Μεγάλο Χωριό, απ’ όπου ανεφοδιάζονταν ο τέως Δήμος Αρακυνθίων. Η περιφέρεια του τ. δήμου Δολόπων, βρίσκονταν σε περισσότερη, εμπορική κυρίως, επικοινωνία με την Θεσσαλία (Καρδίτσα). Χάνια, ως μεγαλύτερο συγκρότημα κτισμάτων, υπήρχαν και στην πόλη του Καρπενησίου. Διέθεταν στάβλο για τα ζώα και εργαστήρια για την εξυπηρέτηση των διακινουμένων, όπως σαγματοποιεία ("σαμαράδικα"), πεταλωτήρια, σιδηρουργεία. Συνήθως ο σιδηρουργός - πεταλωτής ήταν κι εμπειρικός κτηνίατρος, "εξειδικευμένος" ιδιαίτερα στην αντιμετώπιση ασθενειών των αλόγων και των μουλαριών. [Οι εμπειρικοί αυτοί κτηνίατροι, λέγονταν "αλμπάνηδες" (από το τουρκικού nalbant, αλμπάνης = πεταλωτής). Επειδή ορισμένοι αποτύγχαναν στις επεμβάσεις τους στη θεραπεία των ζώων (καυτηριασμοί, μικροεγχειρήσεις, κατάγματα) ή τις έκαναν με αδεξιότητα, το όνομα αποδόθηκε σκωπτικά και σε τυχόν αδέξιους γιατρούς ή άπειρους τεχνίτες). Η οργάνωση των χανίων της Ευρυτανίας ήταν σχεδόν πανομοιότυπη. Ήταν ιδιωτικές επιχειρήσεις χαμηλής απόδοσης και διατηρούσαν μέρος του "φιλανθρωπικού" χαρακτήρα, που είχαν κατά το παρελθόν. Το χάνι διηύθυνε ο ιδιοκτήτης του, άνδρας ή γυναίκα. Πρόσχαρος πάντοτε και ενήμερος, γιατί τα χάνια ήταν και κέντρα διακίνησης πληροφοριών, υποδέχονταν τους ξένους. Για την εξυπηρέτησή τους φρόντιζε ο ίδιος, βοηθούμενος και από τους οικείους του σε περιόδους "αιχμής".Πρόσφερε, σε χαμηλή συνήθως τιμή, τα διάφορα είδη (ποτά, λουκούμι, φαγητά), αν και οι πελάτες τους έφερναν μαζί τους πρόχειρα φαγητά, κι "έτρωγαν απ' τον τροβά τους". Επίσης, διευθετούσε το χώρο για τη διανυκτέρευσή τους, ενώ με τη λάμπα ή το "φανάρι θυέλλης" οδηγούσε την νύχτα τους κατόχους των ζώων στο στάβλο, πουλώντας τους τη χορτονομή, που ζύγιζε με το "καντάρι" ή την "παλάντζα".Όταν έφταναν εκεί πολλοί ταξιδιώτες, δημιουργούνταν συμφόρηση στο χάνι και στο στάβλο. Τότε οι ταξιδιώτες κυριολεκτικά στιβάζονταν πάνω στους σάκους των εμπορευμάτων που μετέφεραν ή διανυκτέρευαν ξαπλωμένοι γύρω απ’ τη φωτιά "κλέβοντας λίγο ύπνο" ανάμεσα σ' ατέρμονες συζητήσεις και... ανεκδοτολογία. Το πρόβλημα γινόταν τότε μεγαλύτερο για τα ζώα τους, όταν δεν επαρκούσε ο στάβλος, ενώ οι καιρικές συνθήκες δεν επέτρεπαν την παραμονή τους στο ύπαιθρο. Οι "χαντζήδες", πρόσωπα έμπιστα και εχέμυθα, διευκόλυναν τους διακινούμενους ακόμα και στη διάθεση των προϊόντων και εμπορευμάτων τους, τα οποία τους εμπιστεύονταν για πώληση, παίρνοντας το αντίτιμο σε νέα επικοινωνία τους.Τακτικοί πελάτες στα χάνια ήταν οι "αγωγιάτες", επάγγελμα που συναντάμε προπολεμικά στα χωριά της Ευρυτανίας και κυρίως στο Καρπενήσι, οι "πρόδρομοι" των αυτοκινητιστών. Πραγματοποιούσαν επί πληρωμή ιδιωτικές μεταφορές εμπορευμάτων, κρασιών (σε ασκιά), διακινούσαν ιδιώτες, γιατρούς για επίσκεψη σε ασθενείς, κρατικούς λειτουργούς για την εκτέλεση υπηρεσίας, κυρίως όμως μετέφεραν δημητριακά (σιτάρι, καλαμπόκι) της Αγροτικής Τράπεζας απ' το Καρπενήσι στα πρατήρια των απομακρυσμένων χωριών για τον ανεφοδιασμό των κατοίκων.Τα χάνια ήταν ακόμη προσφιλή καταφύγια για διανυκτέρευση ή μικρή ανάπαυση των μαθητών, οι οποίοι, διανύοντας πολλές φορές πολύωρη πορεία, πήγαιναν απ' τα χωριά τους στο Καρπενήσι, όπου λειτουργούσε το μοναδικό τότε πλήρες Γυμνάσιο του Ν. Ευρυτανίας. Οι ομάδες τους, μικρά "καραβάνια" πεζοπόρων υπό βροχή, με χιόνι ή ζέστα, με το σακούλι στον ώμο και τα λίγα τρόφιμα, ιδιαιτέρα στην Κατοχή, έδιναν τόνο χαράς στους κουρασμένους διαβάτες με τα τραγούδια και τις ζωηρές τους συζητήσεις. Κατά τη θερινή περίοδο η ζωή στα χάνια γίνονταν πιο ζωηρή και πολύμορφη. Εκτός απ' τους διαβάτες κινούνταν και συναλλάσσονταν μ’ αυτά καλλιεργητές των γύρω αγρών, αγροφύλακες, υδρονομείς ("νεροφόροι"), αλωνιστές, οι οποίοι και τα χρησιμοποιούσαν ως ορμητήρια για να κατανέμουν τα άλογα (τις "θηλειές") και το ανάλογο προσωπικό ώστε να καλύπτουν τις ανάγκες στα διάφορα αλώνια των χωριών για το αλώνισμα των σιτηρών.Η κίνηση γίνονταν στην κυριολεξία έντονη και συνεχής όλο το εικοσιτετράωρο τις μέρες λειτουργίας στο Καρπενήσι ή σ' άλλα κέντρα του νομού (Φραγκίστα, Τατάρνα κλπ.) των εμποροπανηγύρεων ("παζαριών"). Εμπορευόμενοι μετέφεραν τις "πραμάτειες" τους, Αγραφιώτες κτηνοτρόφοι, "τσελιγκάδες" εκμεταλλευόμενοι την δροσιά της νύχτας "κουβαλούσαν" με τα αλογομούλαρα τα εκλεκτά τυροκομικά τους προϊόντα, χωρικοί οδηγούσαν προς πώληση τα αργοκίνητα βόδια τους, Σαρακατσαναίοι ζωέμποροι έφεραν απ' τη Θεσσαλία για πώληση τα μικρά μουλάρια τους, τις "λακνιές", που ακολουθούσαν συνήθως την γέρικη φοράδα - οδηγό τους. Εύθυμο τόνο προσέδιναν στην κίνηση τις μέρες των παζαριών και οι διακινούμενοι "γύφτοι" με τα "εμπόρια" τους και ιδιαίτερα τα "γαϊδουρομούλαρα", γέρικα ως επί το πλείστον και ελαττωματικά, που πουλούσαν ή αντάλλασσαν δίνοντας ή παίρνοντας πιο πολλά χρήματα. (Απ' αυτές τις συναλλαγές παροιμιώδης έμεινε η φράση "τράμπα και πανωτίμι", ανταλλαγή με καταβολή επί πλέον χρημάτων εκ μέρους ενός από τους συναλλασσόμενους).Διαφορετικός ήταν ο κόσμος των διακινουμένων κατά τις μέρες των θρησκευτικών πανηγυριών, ιδιαιτέρα των "περιπύστων προσκυνημάτων" της Ευρυτανίας, των Ιερών Μοναστηριών Προυσού και Τατάρνας. Ομάδες προσκυνητών με σεβασμό και ιερό δέος, με τα αφιερώματα τους όδευαν πεζή, ορισμένοι και ξυπόλυτοι, για την εκπλήρωση "τάματος" προς το Μοναστήρι. Τα χάνια ήταν οι ενδιάμεσοι σταθμοί για ανάπαυση και μικρή αναψυχή. [Εκείνες τις μέρες, των θρησκευτικών πανηγυριών ή των εμποροπανηγύρεων (παζαριών), σε επίκαιρα σημεία των δρόμων και μάλιστα κοντά σε δροσερές πηγές δημιουργούνταν, σε πρόχειρα παραπήγματα, εφήμερα χάνια, όπου προσφέρονταν αναψυκτικά (καφές, λουκούμι, ρακί) και ανακούφιζαν τους οδοιπόρους. Οι παλιότεροι θυμούνται το χάνι στην τοποθεσία "Καραμέτη" ("Βρύση Κατσαντώνη"), που λειτουργούσε ο Στενωματιώτης Βασίλειος Γ. Μαντέκας τις μέρες της εμποροπανήγυρης και ζωοπανήγυρης του "Αη Λια" στο Καρπενήσι, στα τέλη Ιουλίου, οπότε έφταναν εκεί για εμπορικές πράξεις πάρα πολλοί Αγραίοι, Απεράντιοι και Αγραφιώτες]. Περισσότερο γνωστό ήταν το πρόχειρο χάνι στο Δερματόρρεμα, όπου κάτω απ' τη σκιά των πλατανιών, εύρισκαν αναψυχή οι ομάδες των πολυάριθμων προσκυνητών, που διακινούνταν προς το μοναστήρι του Προυσού, το Δεκαπενταύγουστο και μέχρι τη γιορτή του Τίμιου Σταυρού. Από τη συνήθειά τους μάλιστα να σταματάνε εκεί, για να δροσιστούν και να γευθούν τα δροσερά σύκα που διέθεταν οι κάτοικοι του χωριού Δερμάτι, έμεινε το εύθυμο παρακέλευσμα: "Στοπ, Δερματόρρεμα".Τα χάνια ήταν για πάρα πολλά χρόνια ο μοναδικός σταθμός και το κατάλυμα όλων των κοινωνικών τάξεων. Οικονομικά εύποροι, αλλά και πτωχοί, έμποροι, εμπορευόμενοι και "πραματευτάδες" - "γυρολόγοι", περιηγητές, διαβάτες και μεταφορείς, ταχυδρόμοι και προσκυνητές, μαθητές και "συμπεθερικά", που κινούνταν από χωριό σε χωριό, στάθμευαν σ' αυτά. Εκεί κατέλυαν ακόμη και ομάδες εργατών και μαστόρων (κτιστών, χαλκουργών - "καλαντζήδων", "ντενεκεντζήδων" κλπ.), που κινούνταν από χωριό σε χωριό για τη δουλειά τους.Αυτή ήταν η παρουσία και η προσφορά των χανίων μέχρι και το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Κατοχή και οι μεταγενέστερες περιπέτειες της περιοχής συνέβαλαν στην παρακμή και τον αφανισμό τους. Ορισμένα απ’ αυτά πυρπολήθηκαν, άλλα εγκαταλείφθηκαν, γιατί η διάνοιξη αμαξιτών οδών και η σταδιακή επέκταση του οδικού δικτύου στη περιοχή είχε ως επακόλουθο την αχρήστευση των παλιών ημιονικών δρόμων. Σ' όσα ελάχιστα απ’ αυτά απέμειναν η κίνησή τους είναι περιορισμένη. Οι πολύ παλιότεροι βλέποντας τα ερείπιά τους ή και μοναχικούς τους χώρους, όπου βρίσκονταν τα παλιά χάνια, αναπολούν τις εποχές, που τα χωριά της Ευρυτανίας έσφυζαν από ζωή, οι κάτοικοι τους έκαναν σκληρό αγώνα επιβίωσης, ενώ τα χάνια παρουσίαζαν πυκνή κίνηση και έντονη δραστηριότητα.Για την ιστορία του τόπου μας μνημονεύονται τα σημαντικότερα απ' αυτά. Η αδρή νοερή περιήγηση στα χάνια της Ευρυτανίας προκαλεί από πρώτη άποψη εντύπωση. Ο αριθμός τους είναι δυσανάλογα μεγάλος σε σχέση με την έκταση της περιοχής. Σε τούτο, εκτός από την ύπαρξη εύρωστων οικισμών, με ενεργά διακινούμενο πληθυσμό, συνετέλεσε και η γεωγραφική της θέση. Η Ευρυτανία, στο κέντρο της Στερεάς, συνδέει την Ανατολική με την Δυτική Ελλάδα και την Θεσσαλία με την Αιτωλοακαρνανία, με συνέπεια την διακίνηση μεγάλου αριθμού ξένων οδοιπόρων. ʼλλωστε η δυσχέρεια κίνησης λόγω του ορεινού εδάφους της και οι δυσμενείς συνθήκες το χειμώνα επέβαλλαν την ύπαρξη σε πυκνά διαστήματα σταθμών διανυκτέρευσης, ανεφοδιασμού και αναψυχής.

1. Χάνι Μαγούλας, δίπλα στην ονομαστή πηγή του Αχελώου "Μαρδάχα", κοντά στην παλιά γέφυρα της Τατάρνας. Αυτό κατά την εποχή της ακμής του αποτελούνταν από ολόκληρο κτιριακό συγκρότημα, που συγκροτούσαν τρία κυρίως κτίρια. Το πρώτο ήταν διώροφο, το ανώγειο που είχε κατάλληλη διαρρύθμιση σε αίθουσα εστιατορίου - καφενείου και μαγειρείου και δύο υπνοδωμάτια, ενώ το κατώι χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση τροφίμων και ζωοτροφών. Το δεύτερο, πίσω από το πρώτο, ισόγειο χρησίμευε για τον σταβλισμό των ζώων και το τρίτο, προς τη δυτική πλευρά, στέγαζε το σιδηρουργείο και το πεταλωτήριο. Όλα τα κτίρια σε οικόπεδο 400 περίπου τετρ. μέτρων ανήκαν κατά κυριότητα στην Ιερά Μονή Τατάρνας ("βακούφι"), η οποία, κατόπιν πλειοδοτικής δημοπρασίας, τα μίσθωνε σε διάφορους κατά καιρούς εκμισθωτές ("χαντζήδες"). [Από τους τελευταίους "χαντζήδες" μνημονεύονται ο κατά το πρώτο τέταρτο του περασμένου αιώνα Κωνσταντίνος Κόπανος, (πατέρας του Καρπενησιώτη δικηγόρου Διονυσίου Κ. Κόπανου), και ο επίσης Ταταρνιώτης Χαρίδημος Νάκκας, πρακτικός "οδοντίατρος", από τους τύπους εκείνους, οι οποίοι στα χωριά μας, χωρίς νάρκωση ή άλλη προφύλαξη, έβγαζαν δόντια, προσφέροντας στους πονεμένους ασθενείς, μετά την άκρως επώδυνη επέμβαση, αλατόνερο ή τσίπουρο για απολύμανση. Την σειρά κλείνει ο καταγόμενος από την Παλαιοκατούνα χαντζής Ευάγγελος Γαλάνης]. Το χάνι αυτό κατακλύσθηκε από τα νερά της τεχνητής λίμνης των Κρεμαστών.

2. Χάνι Μανόλη, κοντά στην παλιά ομώνυμη γέφυρα του Αγραφιώτη ποταμού. Αποτελούνταν από μικρό κτήριο εστιατορίου - καφενείου, ενώ δίπλα, σε απόσταση 30 μέτρων, υπήρχε υδρόμυλος και σπιτοκάλυβο για την διαμονή του ιδιοκτήτη Μανόλη Μυζάλη και των διερχομένων από εκεί. Ανήκε στη διοικητική περιφέρεια Κερασοχωρίου. Κατακλύσθηκε κι' αυτό από τα νερά της λίμνης των Κρεμαστών.

3. Χάνι Γούλα, νεώτερο, σε απόσταση ενός χιλιομέτρου νοτιώτερα από εκείνο του Μανόλη, επίσης στον ποταμό Αγραφιώτη, στην περιοχή Δυτικής Φραγκίστας. Διέθετε δύο κτίσματα, εστιατόριο - καφενείο και ενδιαίτημα για τους διερχόμενους. Μετά την κάλυψή του από την λίμνη των Κρεμαστών ο ιδιοκτήτης του Δημήτριος Αθ. Γούλας μετέφερε την επιχείρησή του στη θέση "Φτερόλακκα", όπου τη διατήρησε καφενείο μέχρι το θάνατό του (1967). Το κτίριο αυτό σώζεται ακόμα.

4. Χάνια Βαρβαριάδας. Σε απόσταση 10 - 12 χιλιομέτρων βόρεια από το Χάνι Μανόλη επί της ανατολικής όχθης του Αγραφιώτη, με κατεύθυνση προς τις πηγές του και στο δρόμο για τα Άγραφα υπήρχαν τρία στη σειρά χάνια σε ιδιωτικές οικοπεδικές εκτάσεις. Ήταν: α) το Χάνι Κοντογούνη, β) το Χάνι Χόντου και γ) το Χάνι Τσιγαρίδα.

5. Χάνι της Κωνσταντίνας. Υπήρχε στην απέναντι όχθη του Αγραφιώτη ποταμού και σε απόσταση 3 - 4 χιλιομέτρων βόρεια των προηγούμενων, σε περιφέρεια που ανήκε στην παλιά Κοινότητα του Μοναστηρακίου.

6. Χάνι της Κωτσίστας ή Κοτσίστας. Βρισκόταν σε απόσταση 3 χιλιόμετρα βορειότερα από το προηγούμενο και στην ίδια όχθη του ποταμού στην περιφέρεια Μοναστηρακίου.

7. Χάνι του Ντάλλα, στην Κρέντη, του "Πλιού", όπως ονομάζονταν το χωριό, με τη γνωστή εκεί κοντά ιστορική του τοποθεσία "Του Πουλιού η βρύση".

8. Χάνι Καροπλεσίτη, στη θέση "Λειβάδια" της Βίνιανης, όπου μεταπολεμικά χτίσθηκε το νέο χωριό της Βίνιανης. Ήταν αξιόλογο κτίσμα με ιδιαίτερα δωμάτια και δυνατότητες ανέσεων, τις οποίες δεν διέθεταν τότε άλλα χάνια. Ο ιδιοκτήτης του Γεώργιος Καροπλεσίτης, ο πρόσχαρος "μπάρμπα Γιώργος", διέθεσε τις οικονομίες του από την εργασία του στην Αμερική και τόχτισε με "τουριστικές", θάλεγε κανείς, για την εποχή του προδιαγραφές, αναμένοντας, όπως επαναλάμβανε συχνά, τη "ρόδα". Και η "ρόδα" ήρθε, ο αμαξιτός δρόμος έγινε, τ' αυτοκίνητα περνάνε, αλλά ο προοδευτικός και οραματιστής εκείνος χαντζής δεν πρόλαβε να ιδεί πραγματοποιούμενο το όνειρό του.

9. Χάνι Θεοχάρη. Βρίσκονταν στη θέση "Λιβανή" στην περιφέρεια της Βίνιανης.

10. Χάνι Καραγκούνη, στην περιφέρεια του χωριού Καλεσμένο, δίπλα στη γέφυρα της Μέγδοβας. Εξακολουθεί να λειτουργεί με άλλη διεύθυνση. Εδώ σταματούν αρκετά αυτοκίνητα, γιατί το τοπίο του ποταμού είναι ειδυλλιακό και προσφέρεται για σύντομη αναψυχή.

11. Χάνι Κωνσταντίνου Βλάχου, στη θέση "Ζουλούμη" της περιφερείας Στενώματος. Εγκαταλείφθηκε νωρίς, γιατί ο δρόμος προς το Καρπενήσι άλλαξε χάραξη.

12. Χάνι Κοσκινά, στη θέση "Εικόνισμα" της περιφερείας Στενώματος. Η λειτουργία του διεκόπηκε νωρίς.

13. Χάνι Κωτσοκάλη, στην ιδία τοποθεσία, διάδοχο του προηγούμενου. Αποτέλεσε σημαντικό σταθμό των διακινουμένων προς το Καρπενήσι Αγραφιωτών, Απεραντίων και Αγραίων. Την διεύθυνσή του, αναπληρώνοντας τα ασχολούμενα και με αγροτικές εργασίες και αγώγια παιδιά της Κωνσταντίνο και Σεραφείμ, είχε η μητέρα τους, η δυναμική Κωτσικαλομήτραινα.

14. Χάνι Σερπάνου. Βρίσκονταν κοντά στο προηγούμενο με ανάλογη δραστηριότητα. Ήταν περισσότερο γνωστό ως "Χάνι της Ρήνως", γιατί ο ιδιοκτήτης του Βασίλειος Σερπάνος, ασχολούμενος και μ' άλλες εργασίες, αναπληρώνονταν από την δραστήρια μητέρα του.

15. Βλαχαίικο Χάνι, στην θέση "Καρανάση" της περιφερείας Στενώματος, σε ελατόφυτη περιοχή με ωραία θέα, ευρύ ορίζοντα και δροσερή πηγή. ʼρχισε την λειτουργία του σε παράπηγμα το 1906, λιθόκτιστο οικοδόμημα με σταβλαχυρώνα κι άλλα υποστατικά έγινε το 1912. Οι ιδιοκτήτες του αδελφοί Χαράλαμπος και Δημήτριος Βλάχος κι ο γιος του δεύτερου Γιώργος, διακρίθηκαν ως συστηματικοί "χαντζήδες", ευγενικοί, περιποιητικοί, αφιλοχρήματοι. Διέθεταν φίλους σ' όλα τα "πέρα χωριά", οι οποίοι στις μετακινήσεις τους προς το Καρπενήσι συνδύαζαν να καταλύουν στο χάνι τους.

16. Μπαλταίικα Χάνια, στο δρόμο Καρπενησίου - Προυσού και σε μικρή το ένα από το άλλο απόσταση. Πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στους διακινούμενους από και προς τα χωριά του τ. δήμου Αρακυνθίων και νοτιότερα, ιδιαίτερα δε προς τους πολυάριθμους προσκυνητές απ' όλη την Ευρυτανία, τη Στερεά κι άλλα μέρη της Ελλάδας, οι οποίοι, κυρίως το καλοκαίρι, πήγαιναν μαζικά να προσκυνήσουν στην Παναγία την Προυσιώτισσα. Αργότερα το "κάτω χάνι" σταμάτησε να λειτουργεί, και η όλη δε δραστηριότητα περιορίστηκε στο "επάνω", όπου ο γνωστός "μπάρμπα Θανάσης" Μπαλτάς, πρόσχαρος και ανεκδοτολόγος, καθώς και ο συμπαθής και πρόθυμος γιος του Γιάννης, ο οποίος το διατηρεί μέχρι σήμερα, πρόσφεραν στους διαβάτες και προσκυνητές τις υπηρεσίες τους. Το Χάνι Μπαλτά, παρ' ότι η παραλλαγή του αμαξιτού δρόμου προς τον Προυσό το παρακάμπτει ήδη, εξακολουθεί να λειτουργεί, ενώ αξίζει να διατηρηθεί, έστω με κάποια προσαρμογή στα σύγχρονα δεδομένα και τις απαιτήσεις, ως επιβίωση μιας εποχής, σκληρής ίσως, με ανθρώπους "πεζοπορούντες, κοπιώντας και πεφορτισμένους", που βρίσκονταν όμως συναισθηματικά ο ένας κοντά στον άλλον και συναλλάσσονταν με εγκαρδιότητα και γνησιότητα στις διαπροσωπικές τους σχέσεις.

17. Χάνι Δερματά. Υπήρχε προπολεμικά στο Καρπενήσι. Διέθετε κυρίως στάβλους και ζωοτροφές για τα πολλά ζώα, με τα οποία έρχονταν στην πόλη για εμπορικές συναλλαγές, τακτοποίηση διοικητικών και δικαστικών υποθέσεων ή την επίσκεψη πολλών Ευρυτάνων, που είχαν παιδιά τα οποία φοιτούσαν ως μαθητές τότε στο Γυμνάσιο Καρπενησίου, αλλά και τον ανεφοδιασμό με τρόφιμα, από τα χωριά τους που βρίσκονταν εκείνη την εποχή σε ακμή. Γύρω από το προαύλιό του υπήρχαν σαγματοποιεία και πεταλωτήρια. Ο ιδιοκτήτης του Κωνσταντίνος Δερματάς, διακρίνονταν και για τις εμπειρικές κτηνιατρικές του γνώσεις.
Η αλλαγή των συνθηκών ζωής και οι δυνατότητες ευχερούς πλέον επικοινωνίας κατέστησαν περιττή την ύπαρξη των χανίων. Τα αντικατέστησαν γενικά τα Motel των δημόσιων δρόμων με τα πρατήρια βενζίνης, για τον ανεφοδιασμό των αυτοκινήτων και τα Self - Service, για την εξυπηρέτηση των ανθρώπων. Σχέσεις απρόσωποι, χωρίς θέρμη ψυχής και πνευματική επικοινωνία. Στα ερείπια των χανίων κυκλοφορούν σαύρες και άλλα ερπετά, στα δένδρα που απέμειναν στις άδειες σήμερα (άλλοτε πολυθόρυβες) αυλές, τους κουρνιάζουν μοναχικά πουλιά, που με τους μονότονες κραυγές τους θρηνούν για έναν κόσμο, που πέρασε χωρίς επιστροφή. Ισχύει κι εδώ η ρήση του σκοτεινού εξ Ιωνίας φιλοσόφου: "Πάντα ρει, πάντα χωρεί και ουδέν μένει".

ΣΥΝΤΟΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ ΤΗΣ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ...


Στην Ακαρνανία σήμερα υπάρχουν έξι βλαχοχώρια. Απ’ αυτά το μεγαλύτερο είναι η Παλιομάνινα, με χίλιους κατοίκους περίπου. Βρίσκεται στη δεξιά όχθη του Αχελώου ποταμού και απέχει 35 χιλιόμετρα από το Αγρίνιο και άλλα τόσα από το Μεσσολόγγι. Έχει χτιστεί στη θέση μιας απέραντης, αλλά άγνωστης ακόμα αρχαίας, πόλης που εκτείνονταν στις όχθες του Αχελώου. Εκεί υπάρχει μέχρι σήμερα η διεθνώς πια γνωστή Μεγάλη Πύλη ή Αυλόπορτα ή Πόρτα όπως λένε οι ντόπιοι.Τα πρώτα σπίτια άρχισαν να χτίζονται στα μέσα του 19ου αι. από ελληνόβλαχους κτηνοτρόφους, οι οποίοι κατέβαιναν από τα ηπειρώτικα βουνά μόνο για χειμαδιό. Έτσι σιγά-σιγά χτίστηκαν τα έξι βλαχοχώρια, που αρχικά πήραν το όνομά τους από το όνομα του ισχυρότερου κτηνοτρόφου αρχιτσέλιγκα.Έτσι το πρώτο όνομα της Παλαιομάνινας ήταν Κουτσομπίνα (ο Κουτσομπίνας ήταν άρχοντας της περιοχής). Με τον ίδιο τρόπο το όνομα της Γουργιώτισσας είναι Κατσαρού, του Αγράμπελου Νταγιάντα ή Μπούστα, των Οχθίων Παγγέικα, το Στρογγυλοβούνι Ρακέικα και το σημερινό Στράτο Σοροβίγλι. Υπήρχε και έβδομο βλαχοχώρι στην περιοχή, τα Νουσέικα, αλλά αυτό εγκαταλείφτηκε νωρίς.Η λατινογλωσσία των κατοίκων αυτών της Ακαρνανίας εξηγείται από την εποχική παραμονή των ποιμένων αυτών στις ηπειρωτικές περιοχές που ήταν η πηγή του βλαχισμού. Οι κάτοικοι των έξι βλαχοχωρίων της Ακαρνανίας, φέρουν ακόμα έντονα την επιρροή ηπειρωτικών παραδόσεων(χοροί, τραγούδια κλπ). Σίγουρο είναι λοιπόν ότι οι Ελληνόβλαχοι της Ακαρνανίας έκαναν επί αιώνες νομαδική ζωή μεταξύ Ηπείρου (ξεκαλοκαιριό) και Ακαρνανίας(χειμαδιό).Γι αυτό θεωρούν και τις συγκεκριμένες περιοχές αποκλειστικά «δικές τους». Πρέπει να σημειώσουμε ότι κατά την Βυζαντινή εποχή η Ακαρνανία ήταν γνωστή ως Μικρή Βλαχία σε αντίθεση με τη Θεσσαλία που ήταν γνωστή σαν Μεγάλη Βλαχία. Η άποψη ότι οι ελληνόβλαχοι της Ακαρνανίας εγκαταστάθηκαν μόνιμα πια στην Ακαρνανία μετά το 1840, επιβεβαιώνεται και από σχετικό έγγραφο των ιδίων προς την Κυβέρνηση Ιωάννη Καποδίστρια με το οποίο οι βλαχοποιμένες αυτοί ζητούν από τον Κυβερνήτη την άδεια να εγκατασταθούν μόνιμα στην περιοχή αυτή. Το έγγραφο αυτό έχει ημερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 1827, εστάλλει από τη Ναύπακτο και υπογράφεται από τον Αθαν. Δημ. Κραψίτη. Όσον αφορά δε τη μόνιμη εγκατάστασή τους μέχρι σήμερα σώζεται η εξής ιστορία:«Ήταν τέλος της άνοιξης και οι τσοπαναραίοι (που βρίσκονταν στην Ακαρνανία για χειμαδιό), άρχισαν τις ετοιμασίες για να πάνε στα βουνά. Οι ετοιμασίες ήταν πολλές. Οι άντρες μπάλωσαν τα σαμάρια, πετάλωσαν τ’ αλογομούλαρα. Οι γυναίκες σάκιασαν, ξεσάκιασαν, ετοίμασαν τα απαραίτητα για το άρμεγμα καζάνια, τσαντίλες, πιτιά και γενικότερα όλα τα αναγκαία για το ξεκαλοκαιριό στα βουνά. Όλα αυτά έπρεπε να τα φορτώσουν στ’ αλογομούλαρα. Ο γέρο τσέλιγκας τακτοποίησε τους λογαριασμούς με τους ιδιοκτήτες των βοσκοτόπων και άλλες υποχρεώσεις. Ο τσέλιγκας ήταν ο μόνος υπεύθυνος για όλα, όχι μόνο για την χειμερινή περίοδο αλλά και για την άλλη που θα ερχόταν. Επιβεβαιώνεται δηλαδή η διαπίστωση ότι η διοικητική οργάνωση των Βλάχων ήταν μυκηναϊκή και ομηρική. «Τις κείρανος έστω» δηλαδή ένας να είναι ο αρχηγός όπως έλεγε ο Όμηρος. Την παραμονή της ημέρας που θα έφευγαν μαζεύονταν κατά στάνες κι έκαναν ένα είδος γιορτής. Άναβαν φωτιές, έψηναν αρνιά, έτρωγαν και έπιναν. Ήξεραν ότι το ταξίδι τους θα ήταν κουραστικό. Ταξίδευαν με τα πόδια - τ’ αλογομούλαρα ήταν φορτωμένα με τα πράγματα- και στο τέλος του καλοκαιριού έπρεπε να το επαναλάβουν και να περάσουν ξανά τις ίδιες δυσκολίες. Τη συγκεκριμένη χρονιά, αφού έφαγαν - οι πρόγονοι των σημερινών Βλάχων της Ακαρνανίας- μαζεύτηκαν στο κονάκι του γέρο-τσέλιγκα. Ο τσέλιγκας ανέβηκε σε μια πέτρα, έτοιμος να εκφωνήσει το λόγο του. Συμβουλές για το ταξίδι και οδηγίες. Αντί να πει όμως τα αναμενόμενα είπε: «Ω! παιδιά μου ορφανά μου! Ως πότε θα αφήνουμε γεια στα παλιοκούνακα, στα βοσκοτόπια και στις βελανιδιές!!»Είναι προφανές ότι οι συνεχείς μετακινήσεις τον είχαν κουράσει. Έγινε σύσκεψη κι αποφασίστηκε ομόφωνα η οριστική ματαίωση του βλαχοξεκινήματος. Από τότε οι Βλάχοι δεν ξανάφυγαν από την Ακαρνανία. Μεγάλη ήταν η συμμετοχή των Βλάχων της Ακαρνανίας στους εθνικούς αγώνες και κυρίως στην επανάσταση του 1821. Από τις πρώτες κιόλας μέρες μετά την άλωση της Πόλης, οι Βλάχοι πύκνωσαν τις τάξεις των κλεφτών και αρματωλών. Γνωστά ονόματα πολεμιστών είναι των: Νούσια, Μήλα, Φέρρα Χολέβα, Σπανού, Κάμπου, Μπομπόλη, Μπίκα, και Αποστόλου. Ιστοριοδίφες αναφέρουν ότι οι Βλάχοι της Ακαρνανίας πήραν μέρος σε πολλές μάχες. Η μάχη της 8ης Ιουνίου 1821 στο Αγρίνιο, της 10ης Αυγούστου 1822 στην Πλάκα, η πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου το 1822, το Σεπτέμβριο του 1823 η μάχη του Αιτωλικού, η έξοδο του Μεσολογγίου ήταν μερικές από αυτές.

10/5/09

Άνοιξη στην Ζωή μας...






Ο Μάης της καρδιάς μας: H Άνοιξη στην Πολιτική ...






Άνοιξη...






Άνοιξη στα Όρη...






Άνοιξη και στον κάμπο...






Άνοιξη: Πανδαισία χρωμάτων.






Βουνίσια Άνοιξη.






Από το Χάνι Μπανιά στο Πάμφιο...

Στην Ορεινή Ναυπακτία ταξιδέψαμε αυτή τη φορά για να σας παρουσιάσουμε μια διαδρομή που μπορείτε να ακολουθήσετε οποιαδήποτε στιγμή, χωρίς να αντιμετωπίσετε κανένα απολύτως πρόβλημα, μιας και είναι πολύ βατή. Το τοπίο είναι μαγευτικό, ειδικά αυτή την εποχή.



Νομός: Αιτωλοακαρνανίας
Εκκίνηση: Χάνι Μπανιά
Τερματισμός: Πάμφιο
Αυτοκίνητο: 4x4
Βαθμός δυσκολίας: 2/10
Συνολική απόσταση: 14,74 χλμ.
Χώμα: 4,27 χλμ.
Άσφαλτος: 9,47 χλμ.
Δεκαέξι χιλιόμετρα από τη Ναύπακτο και δίπλα στον Εύηνο ποταμό βρίσκεται το Χάνι Μπανιά. Πρόκειται για ένα μικρό οικισμό, χτισμένο μέσα σε μία χαράδρα. Στις όχθες του ποταμού υπάρχει ένα πάρκο υπαίθριων εναλλακτικών δραστηριοτήτων, ιδανικός προορισμός για τους λάτρεις του εναλλακτικού τουρισμού. Σε αυτό ο επισκέπτης μπορεί να πάρει μέρος σε μια σειρά αθλητικών δραστηριοτήτων, όπως rafting, kayak, rappel, trekking, κατάδυση, αναρρίχηση, τοξοβολία, ιππασία, ορεινή ποδηλασία, αλλά και να παρατηρήσει τη φύση ή απλά να απολαύσει το φαγητό ή το ποτό του δίπλα στο ποτάμι. Για να φτάσουμε εκεί βγαίνουμε από τον περιφερειακό της Ναυπάκτου στο σημείο που τελειώνει και ακολουθούμε τις πινακίδες προς Θέρμο. Πέντε με έξι χιλιόμετρα μετά στρίβουμε αριστερά ακολουθώντας τις πινακίδες της Trekking, η οποία έχει εγκαταστάσεις μέσα στον οικισμό. Η διαδρομή ξεκινά στην έξοδο του οικισμού Χάνι Μπανιά, δίπλα στο πάρκο, και συγκεκριμένα στη μεταλλική στρατιωτική γέφυρα του Ευήνου. Στα δεξιά της γέφυρας υπάρχει και το ολυμπιακό προπονητήριο του canoe/kayak της εθνικής μας ομάδας. Από εκεί κινούμαστε βορειοδυτικά για 7,2 χλμ. προς Δουνέικα, από όπου και αλλάζουμε κατεύθυνση, πηγαίνοντας βορειοανατολικά. Σε περίπου 2,5 χλμ. βγαίνουμε από το δρόμο στα αριστερά για να μπούμε στο χώμα και ακολουθούμε το στενό φιδίσιο χωματόδρομο, με την εκπληκτική θέα της λίμνης Τριχωνίδας στο φόντο. Η διαδρομή περνά μέσα από μικρά ανοιχτά οροπέδια (προσοχή: τις διάφορες “πόρτες” που θα συναντήσετε τις αφήνετε όπως τις βρήκατε, ανοιχτές ή κλειστές. Επίσης, το χορτάρι χρησιμεύει για τη βοσκή των ζώων της περιοχής και είναι σημαντικό να μην καταστρέφεται). Φτάνοντας πλέον στο Πάμφιο κινούμαστε προς τα χωριά που βρίσκονται περιφερειακά της λίμνης για να απολαύσουμε τον καφέ ή το φαγητό μας κοντά στην ακτή. Σπεσιαλιτέ της περιοχής είναι το ψητό, γλυκό μήλο, το οποίο δοκιμάσαμε και συστήνουμε ανεπιφύλακτα.
Ο Εύηνος ή Φίδαρης, γνωστός από τη μυθολογία ως πέρασμα του Ηρακλή και της Δηιάνειρας, πήρε το όνομά του από το βασιλιά Εύηνο. Ο ποταμός πηγάζει από τα Βαρδούσια και εκβάλλει στον Πατραϊκό κόλπο. Έχει έντονη παραποτάμια βλάστηση, αλλά όχι τόσο μεγάλη παροχή νερού, η οποία μάλιστα το καλοκαίρι μειώνεται ή διακόπτεται τελείως. Το φράγμα του Αγ. Δημητρίου που ολοκληρώθηκε εκεί το 1995, έπαιξε ρόλο στο να χαμηλώσει ακόμα περισσότερο η στάθμη του ποταμού, αλλά και στο να εκτραπεί το νερό με σήραγγα στο Μόρνο, γλιτώνοντας την Αθήνα από τον κίνδυνο λειψυδρίας. Το τοπίο γύρω από τη γέφυρα είναι μαγευτικό. Ο συνδυασμός νερού, πράσινου και βουνού αφοπλίζει όποιον βρεθεί εκεί, με την περιπέτεια να μην απέχει πολύ. Για τους πιο δραστήριους τύπους προτείνεται το rafting και το kayak. Η κατάβαση του ποταμού γίνεται με φουσκωτά και τα μαθήματα αναλαμβάνουν έμπειροι οδηγοί-εκπαιδευτές που παρέχουν τον απαραίτητο εξοπλισμό. Εναλλακτικά, ο επισκέπτης μπορεί να επιδοθεί στην πιο παραδοσιακή πεζοπορία, την ιππασία, το ποδήλατο βουνού, την ορειβασία, καθώς και στο rappel, την αναρρίχηση δηλαδή στις πλαγιές του βουνού.
Η Τριχωνίδα είναι η μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας. Βρίσκεται στον νομό Αιτωλοακαρνανίας, μεταξύ των επαρχιών Μεσολογγίου και Τριχωνίδας, νότια του Παναιτωλικού όρους και βόρεια του Αρακύνθου, εκτεινόμενη από ανατολάς προς δυσμάς και συνδεόμενη με την δυτικά αυτής κείμενη Λυσιμαχία. Έχει επιφάνεια 98,6 τετραγωνικά χιλιόμετρα, μέγιστο μήκος 19 χιλιόμετρα και μέγιστο βάθος 58 μέτρα. Στις όχθες της υπάρχουν πανέμορφα δάση από πλατάνια, λεύκες, ιτιές και πικροδάφνες. Πέρα από τη φυσική της ομορφιά, η περιοχή διαθέτει και μεγάλη βιοποικιλία, καθώς έχουν παρατηρηθεί περισσότερα από 200 είδη πουλιών, εκ των οποίων τα 50 θεωρούνται σπάνια. Ένα είδος ψαριού που απαντάται μόνο στη λίμνη Τριχωνίδα είναι και ο Νανογωβιός. Πρόκειται για ένα μικρό ψάρι, το οποίο έχει μήκος κοντά στα πέντε εκατοστά και ζει στα νερά της παραλίας. Γύρω από τη λίμνη υπάρχουν μικροί παραλίμνιοι οικισμοί, όπως το χωριό Μυρτιά, διάσημο για τα λουτρά και τους πορτοκαλεώνες του. Άλλα χωριά της περιοχής είναι το Παναιτώλιο και το Καινούριο, τα οποία μαζί με την Νέα Αβώρανη αποτελούν πλέον το Δήμο Θεστιέων.