29/8/10

Πάλεψαν με τη μοίρα- κέρδισαν τη ζωή!

Η επιχείρηση απεγκλωβισμού των 33 μεταλλωρύχων από τα... έγκατα της γης της Χιλής έχει προκαλέσει παγκόσμια συγκίνηση, ωστόσο δεν είναι η πρώτη φορά που άνθρωποι καλούνται να ξεπεράσουν τη λογική για να επιβιώσουν από ένα σοβαρό ατύχημα!

Από τις ζούγκλες του Αμαζονίου έως τις Ανδεις και από την αγριεμένη θάλασσα έως τα έγκατα της γης, το ένστικτο της επιβίωσης έχει να επιδείξει εκπληκτικές και μερικές φορές ακόμα και ανατριχιαστικές ιστορίες ανθρώπων που κατάφεραν να υπερνικήσουν τις δυσκολίες και να σωθούν, συχνά πέρα από κάθε προσδοκία.
Στο ίδιο θαύμα της ανθρώπινης θέλησης για ζωή ποντάρουν πλέον και τα σωστικά συνεργεία στη Χιλή, που δουλεύουν μέρα και νύχτα προκειμένου να απεγκλωβίσουν τους 33 μεταλλωρύχους που έχουν παγιδευτεί από τις 5 Αυγούστου σε ορυχείο χρυσού στην έρημο Ατακάμα, στο βόρειο τμήμα της χώρας.
Το πρώτο βήμα προς το... θαύμα έγινε ήδη, όταν στις αρχές της περασμένης εβδομάδας κατάφεραν να επικοινωνήσουν με τους παγιδευμένους άνδρες οι οποίοι δήλωσαν πως βρίσκονται σε καλή κατάσταση. Ενημερώθηκαν πως θα χρειαστούν έως και τέσσερις μήνες για τη διάσωσή τους που θα γίνει μέσω ενός φρεατίου. Εξετάζεται ωστόσο και το εναλλακτικό σχέδιο να σκαφτεί μια μικρότερη σήραγγα μέσα από την κύρια στοά του ορυχείου, ώστε οι διασώστες να φτάσουν στους μεταλλωρύχους σε 30 ημέρες. Το σχέδιο αυτό όμως είναι επικίνδυνο, επειδή το πέτρωμα του ορυχείου έχει αποδειχθεί ασταθές. Προς το παρόν, τα σωστικά συνεργεία έχουν δημιουργήσει έναν «ομφάλιο λώρο», έναν αγωγό που συνδέει την επιφάνεια της γης με το καταφύγιο και από τον οποίο σχεδιάζουν να μεταφέρουν γλυκόζη, τζελ ενυδάτωσης και τρόφιμα στους εργάτες, μέχρις ότου καταφέρουν να τους απελευθερώσουν.
Αυτό που ανησυχεί περισσότερο τους διασώστες είναι η ψυχολογική κατάσταση των ανδρών που έχουν βρεθεί παγιδευμένοι σε έναν χώρο που δεν είναι μεγαλύτερος από μια γκαρσονιέρα.
Θα τους στείλουν αντικαταθλιπτικά χάπια, ενώ θα μιλούν μαζί τους ψυχολόγοι. Επίσης, αξιωματούχοι από το υπουργείο Υγείας έχουν έρθει σε επαφή με τη NASA προκειμένου να πάρουν συμβουλές για το πώς οι άνδρες θα τα καταφέρουν να επιβιώσουν σ΄ έναν τόσο μικρό χώρο, καθώς οι συνθήκες διαβίωσης τους μοιάζουν με αυτές των αστροναυτών στον διεθνή διαστημικό σταθμό.
ΗΠΑ, 2003
Ο αυτοακρωτηριασμός του ορειβάτη
Ολα έβαιναν καλώς για τον 28χρονο Αμερικανό ορειβάτη Αρον Ράλστον ώσπου μια κοτρόνα βάρους 360 κιλών ξεκόλλησε και του καταπλάκωσε τον δεξί βραχίονα εγκλωβίζοντάς τον. Για κακή του τύχη, ο Ράλσον βρισκόταν ολομόναχος στη μέση του πουθενά, σε ένα φαράγγι της ανατολικής Γιούτα, και δεν είχε ενημερώσει κανέναν για την πορεία που θα ακολουθούσε. Ως εκ τούτου, κανείς δεν επρόκειτο να τον αναζητήσει. Ο Αμερικανός πέρασε τις επόμενες πέντε ημέρες προσπαθώντας, μάταια, να απεγκλωβιστεί και εξαντλώντας τα αποθέματα νερού που είχε μαζί του. Αφυδατωμένος και αντιμέτωπος πλέον με βέβαιο θάνατο, ο Ράλσον, χωρίς να έχει άλλη επιλογή, έσπασε το καταπλακωμένο χέρι του και το ακρωτηρίασε (χωρίς αναισθητικό) με τον... σουγιά που κουβαλούσε μαζί του. Εν συνεχεία, αφού πρώτα έδεσε το τραύμα, έκανε ραπέλ (κατάβαση με σχοινί) με ένα χέρι σε βράχο ύψους 20 μέτρων και πήρε με τα πόδια τον δρόμο της επιστροφής προς το αυτοκίνητό του. Να σημειωθεί πως ο Ράλστον εξακολουθεί να ορειβατεί με αξιοσημείωτη επιτυχία.
ΑΝΔΕΙΣ, 1972
Εγιναν «κανίβαλοι» και... ταινία
Οταν το αεροπλάνο που μετέφερε την εθνική ομάδα ράγκμπι της Ουρουγουάης στη Χιλή κατέπεσε στις Ανδεις τον Οκτώβριο του 1972, τα συνεργεία διάσωσης θεώρησαν πως όλοι οι επιβάτες είχαν σκοτωθεί, καθώς δεν κατόρθωσαν να εντοπίσουν το αεροσκάφος. Ομως από τους 45 επιβαίνοντες, σκοτώθηκαν επιτόπου οι 12, πέντε την επόμενη ημέρα υποκύπτοντας στα τραύματά τους, ένας την όγδοη ημέρα και οκτώ αργότερα όταν καταπλακώθηκαν από χιονοστιβάδα. Οι 16 που απέμειναν αναγκάστηκαν να τραφούν από τους νεκρούς συνεπιβάτες τους. Οταν πλέον έγινε φανερό πως κανείς δεν θα έρχονταν για να τους σώσει, ο Νάντο Παράντο και ο Ρομπέρτο Κανέσα περιπλανήθηκαν για μέρες στα βουνά και κατάφεραν να βρουν βοήθεια. Η απίστευτη περιπέτεια, που κράτησε 72 ημέρες, αποτέλεσε υλικό για πολλά βιβλία, ντοκιμαντέρ και έγινε ταινία με τίτλο «Οι Επιζήσαντες».
ΚΑΡΑΪΒΙΚΗ, 2008
Τη 15η μέρα πήραν το μεγάλο ρίσκο
Στις 17 Οκτωβρίου, 33 άνθρωποι ξεκίνησαν από τη Δομινικανή Δημοκρατία για το Πουέρτο Ρίκο. Καθώς το ταξίδι τους δεν θα διαρκούσε περισσότερο από μία ημέρα, ο καπετάνιος τούς προέτρεψε να μην πάρουν μαζί τους τρόφιμα. Επειτα όμως από μιάμιση μέρα ταξιδιού, οι 2 μηχανές του πλοιαρίου παρουσίασαν πρόβλημα. Ξεκίνησε καβγάς μεταξύ των επιβατών για το αν έπρεπε να γυρίσουν πίσω και ο καπετάνιος εξαφανίστηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Την 6η μέρα πέθανε ο πρώτος επιβάτης. Αφυδατωμένοι και πεινασμένοι, προσπάθησαν να συντηρηθούν με θαλασσινό και βρόχινο νερό, όμως μέσα σε 15 ημέρες πέθαναν 28 άτομα. Τότε αποφάσισαν να φάνε ανθρώπινο κρέας. «Κόψαμε από το πόδι και το στήθος. Κόψαμε μικρά κομματάκια και τα καταπίναμε σαν χάπια. Η γεύση είναι σαν βοδινό», ήταν η ωμή περιγραφή ενός επιζώντα, του 31χρονου Γκρεγκόριο Μαρία Μαριζάν.
ΒΙΕΤΝΑΜ, 2004
Η «οδύσσεια» είχε αίσιο τέλος
Είναι Ιούνιος και ο 33χρονος Βιετναμέζος Μπούι Ντουκ Φουκ έχει βγει για ψάρεμα καλαμαριών πάνω σε μια μικρή βάρκα από μπαμπού όταν ξαφνικά, προτού καλά καλά προλάβει να το συνειδητοποιήσει, ένα δυνατό ρεύμα τον στέλνει περισσότερα από 62 μίλια (100 χιλιόμετρα) μακριά από τις ακτές της επαρχίας Κουάνγκ Νγκάι. Τις επόμενες 14 ημέρες ο άτυχος ψαράς θα τις περάσει στη θάλασσα, πίνοντας τα? ούρα του (καθώς και το νερό της βροχής) και τρώγοντας... ωμή μια θαλάσσια χελώνα που είχε την τύχη να ψαρέψει. Η «οδύσσεια» του Βιετναμέζου έλαβε αίσιο τέλος με την παρέμβαση ενός άλλου αλιευτικού σκάφους το οποίο, σε ρόλο από μηχανής θεού, τον βρήκε λιπόθυμο πάνω στη βάρκα του και τον περιμάζεψε.
ΠΕΡΟΥ, 1985
Αγγιξε το... κενό και αναδύθηκε
Επεισοδιακή έμελλε να είναι η κατάβαση των Βρετανών ορειβατών Τζο Σίμσον και Σάιμον Γέιτς από την ύψους 6.344 μέτρων κορυφή Σιούλα Γκράντε των περουβιανών Ανδεων. Αρχικά, ο Σίμσον γλίστρησε, έπεσε και έσπασε το πόδι του. Ο Γέιτς έδεσε τον τραυματία πάνω του και άρχισε να τον κατεβάζει σιγά σιγά αλλά ο τελευταίος γλίστρησε και έμεινε να αιωρείται στο κενό, για περίπου μία ώρα. Ο Γέιτς δεδομένου ότι από εκεί που ήταν δεν μπορούσε ούτε να δει ούτε να ακούσει τον Σίμσον, αποφάσισε κάποια στιγμή να κόψει το σκοινί, με αποτέλεσμα ο τραυματίας να πέσει σε μια χαράδρα από ύψος 30 μέτρων και να χάσει τις αισθήσεις του. Παρά τα βαριά του τραύματα, ο Σίμσον, έκανε κατάβαση ως ένα σημείο και από εκεί συνέχισε την πορεία του, χωρίς φαγητό και νερό, μπουσουλώντας προς το καταφύγιο, στο οποίο τελικώς έφτασε τρεις ημέρες μετά.
ΤΑΣΜΑΝΙΑ, 2006
Δεν έχασαν την αισιοδοξία τους
«Είχαμε παγιδευτεί σε έναν μικρό χώρο με λίγο οξυγόνο. Δεν μπορούσαμε να σταθούμε όρθιοι ή να ανασηκωθούμε. Επρεπε να είμαστε γερμένοι στις πλάτες μας, κάτι που το κάναμε εναλλάξ. Τις πρώτες έξι ημέρες δεν είχαμε νερό ή φαγητό, μόνο μια μπάρα δημητριακών που την κόβαμε κομματάκια και τη μοιραζόμαστε. Καθώς δεν είχαμε νερό, ουρούσαμε στα κράνη μας για να έχουμε κάτι να πίνουμε». Με αυτά τα λόγια περιγράφει ο Τοντ Ράσελ τη δοκιμασία που πέρασε μαζί με τον Μπραντ Γουέμπ όταν παγιδεύτηκαν ένα χιλιόμετρο κάτω από την επιφάνεια της γης, σε ορυχείο χρυσού στην Τασμανία, ύστερα από κατολίσθηση βράχων. Εμειναν παγιδευμένοι 15 ημέρες και, καθώς δεν είχαν μεγάλη αισιοδοξία ότι θα κατάφερναν να τους βγάλουν ζωντανούς, προσπαθούσαν να ενθαρρύνουν ο ένας τον άλλο, λέγοντας ιστορίες, αστεία ή τραγουδώντας.
ΝΟΤΙΟΣ ΕΙΡΗΝΙΚΟΣ, 1983
Από τον τυφώνα στην «Ιθάκη»
Δύο έμπειροι ιστιοπλόοι, ο Ρίτσαρντ Σαρπ και η Τάμι Ολντχαμ Ασκράφτ, αναλαμβάνουν να παραδώσουν το πολυτελές σκάφος «Χαζάνα» στους ιδιοκτήτες του στο Σαν Ντιέγκο. Ξεκινούν από την Ταϊτή με καιρό πρίμα για ένα ταξίδι που θα διαρκούσε 31 ημέρες. Εχοντας συμπληρώσει τις 20, τους βρίσκει ο τυφώνας Ρέιμοντ. Ενώ εκείνη κατεβαίνει κάτω για να ελέγξει το ραντάρ, ένα τεράστιο κύμα χτυπάει το σκάφος και το τουμπάρει. Μετά 27 ώρες συνέρχεται, σοβαρά τραυματισμένη. Ο Σαρπ έχει χαθεί, το κατάρτι του πλοίου έχει διαλυθεί και μαζί με αυτό και τα πανιά, η μηχανή έχει σπάσει όπως και τα ηλεκτρονικά συστήματα. Το μόνο που λειτουργεί είναι το τιμόνι. Καταφέρνοντας να ταξιδεύει με δύο κόμβους την ημέρα, έφτασε ύστερα από 40 ημέρες ταλαιπωρημένη, (ζύγιζε μόλις 50 κιλά, 20 κιλά λιγότερο απ’ ό,τι ήταν στο ξεκίνημα του ταξιδιού) στη Χαβάη.
ΑΪΤΗ, 2010
Τον έσωσε το «μαγικό» νερό
Ζωντανός ύστερα από 27 ημέρες μέρες ανασύρθηκε ο 28χρονος Ιβάν Μουνσί , ο οποίος είχε εγκλωβιστεί στα συντρίμμια ενός κτιρίου στο κέντρο της πρωτεύουσας της Αϊτής, Πορτ-ο-Πρενς, μετά τον καταστροφικό σεισμό των 7 Ρίχτερ που έπληξε τη χώρα στις αρχές του χρόνου. Ανασύρθηκε φανερά εξασθενημένος (έχασε 14 κιλά, σύμφωνα με την οικογένειά του) και έδειχνε να μην καταλαβαίνει τι ακριβώς του είχε συμβεί. Οπως είπε στους γιατρούς, κάποιος του έφερνε νερό όσο ήτανε εγκλωβισμένος, ιστορία που δεν είναι αληθινή, αφού κανείς δεν ήξερε πού ήταν. Οι διασώστες πιστεύουν πως υπήρχε κάποια πηγή νερού κοντά του, καθώς δούλευε σε μαγαζί που πουλούσε ρύζι.

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΚΑΤΣΑΡΟΥ, ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΦΙΔΑΣ

***********************


Η χαμένη άνω τελεία...

Όλγα, πού βρίσκεσαι; δε μ’ ακούς; Τι; έκαμε ξαφνιασμένη και γύρισε απότομα προς το μέρος του. Τίποτα, της είπε χαμογελώντας ο Πέτρος, σε ρώτησα μόνο πού βρίσκεσαι, σαν ν’ άδειασε το πρόσωπό σου. Η Όλγα χαμογέλασε: Ξέρεις τι προσπαθώ; να φανταστώ αντικειμενικά, σαν ξένη την ιστορία μου με τον Μάρκο, δεν μπορώ όμως, ταυτίζομαι με πολλή εμπάθεια. Είναι νωρίς ακόμη, της αποκρίθηκε ο Πέτρος, σε λίγους μήνες, είμαι σίγουρος, το πολύ σ’ ένα χρόνο θα μπορείς. Μακάρι, του είπε η Όλγα, κουράστηκε το σώμα μου, θυμάσαι που μου είπες κάποτε, και καλά μυαλό ποτέ σου δε διέθετες, σωματικά όμως ακόμη δεν κουράστηκες; Μου ’χε κάμει εντύπωση, δεν το ’χα σκεφτεί ότι μπορεί να κουραστεί το σώμα μας στον ψυχικό πόνο, να κουραστεί τόσο, που να μην αντέχει παραπέρα, εγώ σωματικά από πολύ νωρίς δεν ήμουν πια ερωτευμένη με τον Μάρκο, τον αγαπούσα μόνο με το κεφάλι μου, κι όσο τον απωθούσε το σώμα μου, τόσο κυριαρχούσε στο κεφάλι μου, κάτι σαν θρησκεία ή σαν μεγάλη ιδέα. Ο Πέτρος γέλασε· από μικρή σε θαύμαζα, της είπε, θαύμαζα την ικανότητά σου να εξαντλείς ακόμη και εις βάρος σου ό,τι σου τυχαίνει, γι’ αυτό μην απελπίζεσαι, άνθρωποι σαν εσένα ποτέ δε θα γνωρίσουν την ξέρα της μοναξιάς.

Στο La Cité ερημιά – κάθισαν έξω, τους πλησίασε ένα καλοχτενισμένο γκαρσόνι, πρόσεξε η Όλγα τα δάχτυλά του χοντρά, κοντά, καθαρά. Ο Πέτρος παράγγειλε σαγανάκι, αυτή την πάστα αμυγδάλου· κελαηδούσαν τα πουλιά, ποτέ της δεν έχει ακούσει αηδόνι ή μπορεί και να ’χει ακούσει χωρίς να το ξέρει. Αισθάνομαι, είπε στον Πέτρο και σαν να φωτίστηκαν τα μάτια της, ότι μόλις επέστρεψα από ένα ταξίδι μακρινό, σ’ άλλη ήπειρο, κι ακόμη συνωστίζονται νωπές στο ζαλισμένο κεφάλι μου οι εντυπώσεις του ταξιδιού, με την αμφιβολία και την αγωνία μήπως δεν εμφανιστούν ποτέ, μήπως δεν αντέξουν στο φως και στον αέρα, και θα ’ναι τότε σαν να μην ταξίδεψα, σαν να σπατάλησα τον καιρό μου. Θα εμφανιστούν, της είπε ο Πέτρος, άφησε όμως τα υγρά να κατασταλάξουν, μην τα ταράζεις, μην επεμβαίνεις στις μυστηριώδεις ενώσεις που συντελούνται μέσα σου. Γέλασαν – μιλούμε λες και μας ακούνε, σχολίασε ο Πέτρος. Η Όλγα θυμήθηκε την Πλωτή Πόλη, έτσι λοιπόν αποβιβάστηκε απ’ το τριανταφυλλί βαπόρι του σπιρτόκουτου, κι απότομα, θαρρείς και φύσηξε μέσα της ο Βόσπορος, αιστάνθηκε την ανάγκη να είναι πολύ αισιόδοξη στη σκέψη ότι αυτή τη στιγμή θα πλέει κάπου αλλού με τα εορταστικά σημαιάκια του το τριανταφυλλί βαπόρι του εφτάχρονου Πιερ και κάποιοι άλλοι θα αποβιβάζονται και κάποιοι άλλοι θα ρεμβάζουν έξω απ’ τα φωτισμένα φινιστρίνια στις ατελείωτες θάλασσες. Έλα κι εσύ, αν θέλεις, στην Αίγινα, είπε στον Πέτρο.

Και τότε η Μαργαρίτα του Ορφέα θα μονολογήσει: Έρωτας είναι ο άντρας σου που τον περιμένεις να γυρίσει απ’ την δουλειά του, ν’ ακουμπήσει την παλάμη του στα παγωμένα σου οπίσθια και να εξοστρακίσει το δαίμονα που σε κυνηγά. Κλείνει το μυθιστόρημα που διαβάζει, την ερεθίζει ευχάριστα η σπανακόπιτα στην κουζίνα, τα παιδιά ακούγονται που παίζουν στο δωμάτιό τους. Η Μαργαρίτα τεντώνεται νωχελικά στην αναπαυτική πολυθρόνα και ψιθυρίζει: Εγώ συνήθως μ’ ένα άρλεκιν ξεχνιέμαι, αλλ’ αυτό ήταν ένα κακό άρλεκιν. Ο Ορφέας στρίβει το κλειδί στην κλειδαριά, ανοίγει την πόρτα κι εμφανίζεται φωτοστεφανωμένος, εισορμά θριαμβευτική η μουσική του Ραβέλ – θέλεις κούρεμα, του λέει η Μαργαρίτα, πολύ φουντώσαν οι μπούκλες σου.

Δεν είπαμε να μην ταράζεις τα υγρά; πάλι ο νους σου εκεί, ε; στις εντυπώσεις από το ταξίδι! Απέφυγε το βλέμμα του γιατί δεν ήθελε να τη δει βουρκωμένη, μα εσύ ξανακύλησες, θα της έλεγε, απορώ μ’ αυτούς τους γιατρούς, τι στο καλό σου έκαναν ένα μήνα; Του πρότεινε να παραγγείλουν καφέ και σκέφτηκε επιγραμματικά ότι ο κύκλος έκλεισε· έπειτα από ένα χρόνο αποθεωτικής προσήλωσης στον Μάρκο που είχε αγαπήσει, ανάσαινε τώρα τ’ αεράκι της Πεντέλης, θα ξάπλωνε το βράδυ αρτιμελής στο κρεβάτι της, θα κοιμόταν βαθιά με δροσερά νερά στον ύπνο της κι όταν ξυπνούσε θα ’χε κάθε δικαίωμα να ελπίζει ότι με τον καιρό και την υπομονή, αθόρυβα με τη δουλειά, θα τον κερδίσει αυτόν τον ένα χρόνο των νωπών ακόμη εντυπώσεων απ’ το υπερπόντιο ταξίδι με την Πλωτή Πόλη για να ζωντανέψει ευχάριστα την Αγγελική και τον Ορφέα. Ενόσω σταθερά κι ανεπαίσθητα θα εμφανίζονται στο φως και στον αέρα φριχτά ερωτήματα ταπεινωτικά – κι αυτή θα τ’ απαντήσει όλα δίχως αγριάδα και προκλητικότητα. Και θα ’ναι τότε μία κωμωδία ημιφωτισμένη από λεπτές κινήσεις αδιόρατες, ευγενικές, φιλήσυχες, πονετικές χειρονομίες, ένα λαχάνιασμα αμυδρό και το ανεξίτηλο χαμόγελο της ευθυμίας του ανθρώπου που διακρίνει παρηγορημένος το διάμεσο ζωής και τέχνης – κι εκεί αναπαύεται.
************************
Μάρω Δούκα
«Η Πλωτή Πόλη»
σελ. 363-366
*************************
Κι άλλο ένα απόσπασμα θα διαβάσετε εδώ:
Με "εξάλλου" κι με "άλλωστε" θα κυλήσει την υπόλοιπη ζωή του...

Να σώσουμε τα Παρθένα δάση της Ναυπακτίας!


Βοηθήστε να σώσουμε την Παρθένα Φύση του Τόπου μας:

28/8/10

Αρκούδα.

Τα Κραβαρίτικα Βουνά, η Σαράνταινα και τα Βαρδούσια θεωρούνται ως το νοτιότερο σημείο εξάπλωσής του μεγάλου αυτού θηλαστικού στην Βαλκανική.
  Ενισχύστε-διαδώστε και προωθήστε την Προσπάθεια για την

Ανύψωση.


Πάνω από τις λίμνες, πάνω απ' τις κοιλάδες
τα βουνά, τα δάση, τα σύννεφα, τις θάλασσες
Πέρα απ' τον ήλιο, πέρα απ' τους αιθέρες
Πέρα απ' τα όρια των έναστρων κόσμων,

Πνεύμα μου που κινείσαι με τόση ευκαμψία
σαν τον επιδέξιο κολυμβητή μέσα στ' ορμητικό κύμα,
που με χαρά διασχίζεις τη βαθειά αιωνιότητα
μ' ατάραχη και ρωμαλέα ευδαιμονία περιβλημένο,
Απομακρύνσου από τα θανατερά μιάσματα
Πήγαινε να εξαγνισθείς στον ανώτερο αιθέρα
Και πιες σα να'ναι αγνό και θείο πιοτό
την καθαρή φωτιά που γεμίζει τα διάφανα στερεώματα.

Πίσω από τις θλίψεις και τις απέραντες λύπες
που βαραίνουν τη θολή ύπαρξη
ευτυχής είναι εκείνος που με ορμή φτερουγίζει
προς τις φωτεινές και αδιατάραχτες εκτάσεις

Eκείνος που οι σκέψεις του σαν τους κορυδαλλούς
απ' τους ουρανούς της αυγής παίρνουν καινούργια δύναμη
που διαβαίνει στη ζωή χωρίς προσπάθεια, κατανοώντας
τη γλώσσα των λουλουδιών κι όλων των άφωνων πραγμάτων!


Charles Baudelaire - Μελαγχολία και Ιδεώδες ΧLIX.

Με "εξάλλου" κι με "άλλωστε" θα κυλήσει την υπόλοιπη ζωή του...

Τι ήθελε τώρα και θυμήθηκε πάλι την Όλγα; Σάμπως κι έκανε τίποτ’ άλλο· κορόιδεψε τον εαυτό του. Τη σκεφτόταν συνεχώς, σε κάθε χειρονομία του κι απασχόληση, μηχανικά, όπως ικανοποιούσε τις σωματικές του ανάγκες, χωρίς ταραχή κι επιθυμία, χωρίς ένταση, όπως σκέφτεται κανείς τ’ αυτονόητα, έστω κι αν από τότε που την αποχαιρέτησε, τον περασμένο Σεπτέμβρη, του φαίνεται σαν να πέρασαν χρόνια. Έκαιε ο ήλιος και κυλούσαν δάκρυα στα μάγουλά της, αυτός είχε περάσει το μπράτσο στην πλάτη της, την έσφιγγε πάνω του· σε παρακαλώ, Όλγα, δίπλα μας είναι το Παρίσι, μόλις μου το ζητήσεις θα ’ρθω. Είχε συγκρατήσει απότομα τη φωνή του, πώς είναι δυνατόν, σκεφτόταν, ό,τι θέλω λέω. Η Όλγα τον άκουγε και δυνάμωναν τ’ αναφιλητά της, ο Μάρκος την παρηγορούσε και της σκούπιζε τα δάκρυα, του ζήτησε να της πει ένα ανέκδοτο, έπειτα να της υποσχεθεί ότι θα της έγραφε δυο γράμματα την εβδομάδα κι ότι θα της τηλεφωνούσε μέρα παρά μέρα. Την κοίταζε σαστισμένος, η ταραχή τον εμπόδιζε να σκεφτεί, αυτό το ξέσπασμά της καταμεσής του δρόμου στην πλατεία Συντάγματος περισσότερο τον είχε αιφνιδιάσει παρά συγκινήσει. Κάπως τον ενόχλησε κιόλας. Δεν το περίμενε κάθε φορά να επαναλαμβάνεται η σκηνή του αποχωρισμού, δεν ανεχόταν πια ούτε υπέφερε τόσο σπαραγμό. Πήρε το πρόσωπό της στις παλάμες του, τη φίλησε και στα δυο μάγουλα, ενώ την ίδια στιγμή φοβόταν μήπως τον βλέπει κανένας γνωστός, ακόμη κι η Σιμόν θα μπορούσε θαυμάσια να τον δει, εφόσον εκείνη ακριβώς την ημέρα είχε κατεβεί στο κέντρο μαζί με τα παιδιά για τα τελευταία τους ψώνια. Η Όλγα επιτέλους ηρέμησε, γελούσε αναρουφώντας τη μύτη της, τον παρακαλούσε να τη συγχωρήσει, προσπάθησε να του αστειευτεί, χωρίς να το θέλει, λέει, την πήραν τα ζουμιά. Πώς το ’πες αυτό; προσποιήθηκε τον κεφάτο, περπατούσαν κρατώντας σφιχτά τις παλάμες τους, κοιτάζονταν σιωπηλοί, ύστερα φιλήθηκαν, σ’ αγαπώ, της είπε, αύριο με την πρώτη ευκαιρία θα σου τηλεφωνήσω.

Τον άφησε και κατηφόριζε την Ερμού, έμεινε αυτός και την κοίταζε· υπάρχουν δυο κατηγορίες γυναικών, σκεφτόταν. Αυτές που αφού σ’ αποχαιρετίσουν γυρίζουν πίσω το κεφάλι να σε δουν για τελευταία φορά καθώς απομακρύνονται, κι αυτές που προχωρούν ρίχνοντας πέτρα πίσω τους. Η Όλγα του φάνηκε για μια στιγμή πως ρίχνει μικρά μικρά πετραδάκια, σαν καλαμάκι είναι, συλλογίστηκε και θόλωσαν τα μάτια του, θα πάρει τώρα και θα περιπλανιέται στους δρόμους. Την ώρα που έστριβε στο πρώτο στενό, ίσως για ν’ αποφύγει το βλέμμα του, σήκωσε ψηλά το χέρι και τον χαιρέτησε, χωρίς να γυρίσει το κεφάλι. Έτρεξε αμέσως να την προλάβει, ένιωθε πως την έχανε οριστικά, την είδε ακουμπισμένη σε μια κολόνα σαν μαρμαρωμένη, φάτσα με τη βιτρίνα απέναντί της. Ανάσανε ανακουφισμένος. Μόλις την άγγιξε, γύρισε και του γέλασε αγγελικά, μ’ ενθουσιασμό μικρού παιδιού. Σ’ ευχαριστώ, του είπε. Βρε, τι πουτάνα που μου είσαι! έκαμε και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Η Όλγα άρχισε πάλι τους λυγμούς, την έσφιγγε πάνω του, ηρέμησε, σε παρακαλώ, αφού το είπαμε, αφού το ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ, βήμα δεν θα κάνω χωρίς τη σκέψη σου. Έμειναν κάμποσο βουβοί, έπειτα επέμενε ο Μάρκος να την πάει στη στάση του τρόλεϊ. Η Όλγα αρνήθηκε, προτιμούσε να περπατήσει καμιά δυο ώρες, ώστε να επιστρέψει στο σπίτι της εξαντλημένη απ’ την κούραση και να κοιμηθεί αμέσως. Μα είναι ανάγκη να πάρεις τους δρόμους; γιατί δεν πας στον εξάδελφο σου, στη μάνα σου, κάπου, σε μια φίλη σου, δεν είναι ανάγκη να κλείνεσαι τόσο πολύ στον εαυτό σου. Δεν αντέχω, απελπίζομαι με τους άλλους, του είπε κοφτά. Ο Μάρκος υποχώρησε. Πάντα τον ξένιζε με την ακατανόητη συμπεριφορά της, την ίδια στιγμή που την ένιωθε να σβήνει ύψωνε ξαφνικά τη φωνή της και ταυτόχρονα πάλι χαλάρωνε, λες και της ένευαν από κάπου μακριά χανόταν πέρα το βλέμμα της, αγνοώντας τον ολοκληρωτικά. Ξαναφιλήθηκαν, χώρισαν.

Ανηφόριζε με σκυμμένο κεφάλι προς τον Κήπο να πάρει το λεωφορείο για το σπίτι της μάνας του. Και την ένιωσε απότομα πίσω του, γυρίζει και τη βλέπει κατακόκκινη, λαχανιασμένη, σ’ έξαλλη κατάσταση. Προτού προλάβει ν’ αντιδράσει, έκρυψε το πρόσωπό της στο λαιμό του και τον αγκάλιασε. Όλγα! μην τρελαθούμε, να χαρείς, σοβαρέψου, Όλγα, μας βλέπουν. Αυτή συνέχιζε να κλαίει γαντζωμένη επάνω του, αυτός μετανιωμένος που της μίλησε αυστηρά, τη χάιδευε στα μαλλιά· μα τι παιδί είσαι εσύ, τι πλάσμα, έλα, κοίταξέ με. Σήκωσε έπειτα από λίγο το κεφάλι η Όλγα και τον φίλησε. Ο Μάρκος ακούμπησε ασυναίσθητα τις παλάμες του στους ώμους της, προσπαθώντας να την κρατήσει σε κάποια απόσταση απ’ το σώμα του. Ξέχασα να σου το πω, με συγχωρείς, του ψιθύρισε, στον τηλεφωνικό θάλαμο, στην είσοδο της πολυκατοικίας, σου έχω φυλαγμένο ένα μεγάλο γράμμα. τσιγαρόχαρτα στη σχισμή, κατάλαβες; Την άκουγε κατάπληκτος, σαν αποσβολωμένος. Αυτή τον άφησε, σπρώχνοντάς τον ελαφρά, κι άρχισε να τρέχει αντίθετα. Έκαμε να τρέξει πίσω της, αλλά πέτρωσε. Και πρώτη φορά αναρωτήθηκε, χωρίς όμως την παραμικρή ανησυχία, ίσως μάλιστα και με κρυφή ανακούφιση, σαν να ξεδιάλυνε επιτέλους το μυστήριο που τον βασάνιζε, μήπως η Όλγα είναι ψυχασθενής, σίγουρα δεν είναι φυσιολογικά τούτα τα καμώματα. Αυτό θα κάνουν τώρα; θα τρέχουν και θα παίζουν κυνηγητό στο Σύνταγμα; Του φάνηκε αποκρουστικά γελοίο· ούτε καν γύρισε να τη δει τι απέγινε. Ανάσαινε με δυσφορία και συγχρόνως λυπόταν τον εαυτό του, σοβαρά, τούτη η κατάσταση δε γίνεται να συνεχιστεί επ’ άπειρον. Όχι, αυτός δεν υπέφερε όσο είχε υποφέρει την πρώτη φορά που αποχαιρετήθηκαν στο Ελληνικό. Αν δεν τον είχε σήμερα παρασύρει θα την αποχαιρετούσε νηφάλιος. Αυτή η γυναίκα θαρρείς και σκηνοθετεί τη σχέση τους, διαρκώς λες και τον υπνωτίζει να της φέρεται πότε έτσι και πότε αλλιώς, ανάλογα με τη φαντασία της. Ένιωσε να τον πνίγει αγανάκτηση· σταμάτησε στο περίπτερο και τηλεφώνησε στην Ουρανία, έχει κανονίσει, του είπε, να πάνε όλοι μαζί απόψε στου Τσιτσάνη. Έκλεισαν ραντεβού. Θα μπορούσε βέβαια να ’ταν κι η Όλγα μαζί του. Για τις εξόδους όμως με τους φίλους είχε τη Σιμόν, το θεωρούσε άπρεπο να την αφήνει στη μητέρα του. Εξάλλου απ’ το πρωί, κι είχε πια σουρουπώσει, με την Όλγα τριγύριζε. Γέλασε πικραμένος μ’ αυτό το εξάλλου. Ακριβώς σαν τους εκφωνητές των ειδήσεων, άψυχο και βολικό, προορισμένο να συνδέει τ’ ασύνδετα. Να δεις που μ’ εξάλλου κι άλλωστε θα κυλήσει την υπόλοιπη ζωή του. Τι άλλο θα μπορούσε να κάμει; Δε μετριέται βέβαια ο πόνος, αλλ’ αυτός όσο ήταν να πονέσει, πόνεσε. Ήρθαν στιγμές που πίστεψε ότι πλησίασε το τέλος του, αρκετά. Ούτε τότε με την Πάολα δεν είχε φτάσει σε τέτοια απελπισία.
*********************
Μάρω Δούκα:
«Η Πλωτή Πόλη»
σελ. 175-178

Το ποντίκι.

Σ’ ένα κουρείο, ένα θέαμα κτηνώδες: Κάποιος «κύριος ανθυπολοχαγός» είχε σε μια φάκα ένα δύστυχο μικρό ποντίκι και το τυραννούσε, χύνοντας στάλα – στάλα, καφτό νερό πάνω του, και ρίχνοντάς του έπειτα χιόνι! Το δόλιο κείνο σπάραζε…
Μ’ έπιασε μια τρεμούλα αλλόκοτη κ’ ένα ρίγος, σαν από πυρετό – από μίσος! Δεν άντεξα:
̶ Ποιανού είν’ η φάκα;
̶ Δικιά μου! απάντησε ο κουρέας.
̶ Το πουλάς το ποντίκι;
̶ Τι το θές;
̶ Το θέλω! Πόσο;
̶ Δίχως τη φάκα;
̶ Δίχως.
̶ Δώσ’ ένα χιλιάρικο!..
(Με την άκρη του ματιού μου κοιτούσα πάντα τον ανθυπολοχαγό, που συνέχιζε εμπαθέστερα τα βασανιστήριά του. Είχε πια υποψιαστεί!)
̶ Πάρε το χιλιάρικό σου!.. Δώς μου  εμένα τη φάκα!..
Είχε σκυλιάσει!
Τι θα το κάνεις; - ρώτησε θυμωμένα.
Μα εγώ είχα πάρει πια τη φάκα και την είχα ανοίξει!.. Το ζωάκι, κατάπληχτο και ζαλισμένο, δεν έβγαινε!..
̶ Τι κάνεις, κτήνος, εκεί!
̶ Δικό μου είναι – ό,τι θέλω!..
Τότε όρμησε κι άδραξε βίαια το χέρι μου ν’ αρπάξει τη φάκα! Το ζωάκι σάλταρε μια – και χάθηκε!..
Βρεθήκαμε σώμα με σώμα!
̶ Κύριε ανθυπολοχαγέ, σου συνιστώ να ηρεμίσεις!..
̶ Γιατί άνοιξες τη φάκα, παλιόσκυλο; Δεν είχες δικαίωμα να τον αμολήσεις!
̶ Μήτε όμως κ’ εσύ να τον βασανίζεις!.. Κύριε ανθυπολοχαγέ, καλύτερα να ηρεμίσεις!..
̶ Τον λυπήθηκες, παλιόσκυλο;
̶ Ναι.
̶ Μήπως λυπάσαι και τους συμμορίτες, κάθαρμα;
̶ Δε θα το καταφέρεις να με στείλεις στρατοδικείο για ένα ποντίκι, κύριε ανθυπολοχαγέ!.. Μην κοπιάζεις μάταια!..
̶ Σε ρωτάω: Λυπάσαι μήπως και τους συμμορίτες;
̶ Κ’ εγώ σε ρωτάω, κύριε ανθυπολοχαγέ, μήπως είσαι τόσο γενναίος κι απέναντί τους, όσο με το ποντίκι – κι αυτό στη φάκα;..
̶ Θα σου δείξω εγώ! – κ’ έφυγε έξαλλος.
Σε τρία λεφτά έν’ αυτοκίνητο της ΕΣΑ σταματούσε απ’ έξω. Μου είπαν να τους ακολουθήσω και με πήγαν στο φρούραρχο.
Ήταν ένας εξηντάρης συνταγματάρχης, λεπτός, ξεραγκιανός και γερασμένος:
̶ Εσύ είσαι που έκανες το επεισόδιο;.. Και πώς μπορείς εσύ να προσβάλλεις έτσι έναν αξιωματικό;
̶ Κύριε συνταγματάρχα, αυτός πρόσβαλε την αξιοπρέπεια του αξιωματικού, τυραννώντας σε δημόσιο χώρο ένα ποντίκι!
Έμεινε απορημένος και με κοίταζε… «- Πέντε μέρες φυλακή!» είπε, τέλος. «Θα ειδοποιήσω τη μονάδα σου. Πήγαινε!»
Δεν ειδοποίησε ποτέ.

*****************

Ρένος Αποστολίδης :
«Πυραμίδα 67 – Το βιβλίο του εμφυλίου».

27/8/10

Ελλάδα: Ίδια τραγωδία, διαφορετικά σενάρια!

Οι ευθύνες των τραπεζών για την κρίση.
Οι τράπεζες στρέφουν τη συζήτηση στη δημοσιονομική πειθαρχία επιδιώκοντας έτσι να αποφύγουν τις ευθύνες τους τόσο για το ξέσπασμα της κρίσης όσο και για την τρέχουσα υποτροπή της. Το ίδιο το μνημόνιο άλλωστε που υπέγραψε η ελληνική κυβέρνηση με την τρόικα ως βασικό ζητούμενο είχε τη διάσωση των γαλλικών και γερμανικών κυρίως τραπεζών που είχαν εκτεθεί στην ελληνική αγορά ομολόγων.
Οι καφετέριες είναι γεμάτες στην Αθήνα, και πλήθη τουριστών εξακολουθούν να επισκέπτονται τον Παρθενώνα και τα νησάκια του μυθικού Αιγαίου. Όμως, κάτω από την καλοκαιρινή επιφάνεια υπάρχει σύγχυση, θυμός και απελπισία καθώς αυτή η χώρα βυθίζεται στη χειρότερη οικονομική κρίση των τελευταίων δεκαετιών.
Τα ΜΜΕ σε παγκόσμιο επίπεδο έχουν παρουσιάσει την Ελλάδα, τη μικρή Ελλάδα, ως το επίκεντρο της δεύτερης φάσης της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, όπως παρουσίαζαν τη Γουόλ Στριτ ως το σημείο μηδέν της πρώτης φάσης. Ωστόσο, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα διαφορά στις αφηγήσεις γύρω από αυτά τα δύο περιστατικά. Οι άναρχες δραστηριότητες των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, τα οποία δημιούργησαν ακόμα πιο περίπλοκες διαδικασίες για το «μαγικό» πολλαπλασιασμό των χρημάτων, οδήγησε στο κραχ της Γουόλ Στριτ που μορφοποιήθηκε τελικά στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.
Με την Ελλάδα, ωστόσο, η αφήγηση συνεχίζει ως εξής: Η χώρα αυτή έχει συσσωρεύσει ένα ασυγκράτητο χρέος στην προσπάθειά της να οικοδομήσει ένα κράτος πρόνοιας που δεν άντεχε, και τώρα πρέπει να σφίξει τη ζώνη.
Οι Βρυξέλλες, το Βερολίνο, και οι τράπεζες είναι οι «πουριτανοί» που τώρα απαιτούν κυρώσεις από τους «ηδονιστές» της Μεσογείου – οι οποίοι τόλμησαν να ζουν πάνω από τις δυνατότητές τους και διέπραξαν το αμάρτημα της υπερηφάνειας φιλοξενώντας τους δαπανηρούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Αυτές οι κυρώσεις έχουν τη μορφή του μνημονίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σύμφωνα με το οποίο αυξήθηκε ο ΦΠΑ της χώρας στο 23%, η ηλικία συνταξιοδότησης στα 65 για τους άνδρες και τις γυναίκες, έγιναν σοβαρές περικοπές των συντάξεων και των μισθών στο δημόσιο τομέα και θα καταργηθούν τα μέτρα διασφάλισης της εργασίας.
Ο σκοπός είναι να αδυνατίσει ριζικά το κράτος πρόνοιας και να συμμορφωθούν οι κακομαθημένοι Έλληνες ώστε να μάθουν να ζουν μέσα στις δυνατότητές τους.
Αν και η αφήγηση για το κράτος πρόνοιας περιέχει κάποια ψήγματα αλήθειας, είναι ουσιαστικά εσφαλμένη. Η ελληνική κρίση οφείλεται κατά κύριο λόγο στην ίδια τη φρενήρη κίνηση του χρηματιστικού κεφαλαίου να εξάγει κέρδη από τη μαζική αδιάκριτη επέκταση της πίστωσης που οδήγησε στην κατάρρευση της Γουόλ Στριτ. Η ελληνική κρίση ακολουθεί το μοντέλο που αναφέρουν οι Carmen Reinhart και Rogoff Kenneth στο βιβλίο τους This time is different: eight centuries of financial folly.
Περίοδοι φρενήρους κερδοσκοπικού δανεισμού ακολουθούνται από τη χρεοκοπία του κράτους ή τα τεράστια ελλείμματα. Όπως και η κρίση του χρέους του Τρίτου Κόσμου στις αρχές της δεκαετίας του 1980 και η οικονομική κρίση της Ασίας στα τέλη της δεκαετίας του 1990, το αποκαλούμενο πρόβλημα του δημόσιου χρέους σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία είναι κυρίως ένα πρόβλημα που οφείλεται στην κρίση λόγω πλεονάσματος και όχι λόγω ζήτησης.
Στην προσπάθειά τους να αυξήσουν όλο και περισσότερα τα κέρδη από τον δανεισμό, οι τράπεζες της Ευρώπης «έριξαν» περίπου 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια στις χώρες της Ευρώπης που σήμερα έχουν τις πιο προβληματικές οικονομίες: την Ιρλανδία, την Ελλάδα, το Βέλγιο, την Πορτογαλία και την Ισπανία. Οι γερμανικές και γαλλικές τράπεζες κατέχουν το 70% των 300 δισεκατομμυρίων δολαρίων χρέους στην Ελλάδα. Οι γερμανικές τράπεζες ήταν βασικοί αγοραστές των τοξικών δανείων υψηλού κινδύνου από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα των ΗΠΑ, και εφάρμοσαν την ίδια έλλειψη διακρίσεων στην αγορά ομολόγων του ελληνικού Δημοσίου. Από την πλευρά τους οι γαλλικές τράπεζες, σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, αύξησαν το δανεισμό τους στην Ελλάδα κατά 23%, στην Ισπανία κατά 11%, και στην Πορτογαλία κατά 26%
Στη φρενήρη ελληνική σκηνή εμφανίζονται παράγοντες του χρηματοπιστωτικού τομέα και εκτός Ευρώπης. Ο κολοσσός της Γουόλ Στριτ, Γκόλντμαν Σακς, έδειξε στο οικονομικό επιτελείο της Ελλάδας πώς τα χρηματοπιστωτικά εργαλεία που είναι γνωστά ως παράγωγα, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ώστε να «εξαφανιστούν» μεγάλα ποσά του ελληνικού χρέους, καθιστώντας τους εθνικούς λογαριασμούς ελκυστικούς ώστε οι τραπεζίτες να ανυπομονούν να δανείσουν περισσότερα. Στη συνέχεια, η ίδια εταιρεία έκανε στροφή 180 μοιρών και, σε μια διαδικασία συναλλαγών παραγώγων με ασφάλιστρα πιστωτικού κινδύνου (credit default swaps CDS), που είναι το ασφάλιστρο έναντι του ρίσκου χρεοκοπίας που αναλαμβάνει ο επενδυτής όταν αγοράζει ομόλογα π.χ. του ελληνικού Δημοσίου, στοιχημάτισε στην πιθανότητα ότι η Ελλάδα θα αδυνατούσε να πληρώσει, έτσι θα αυξανόταν το κόστος δανεισμού της από τις τράπεζες, βγάζοντας ξεκάθαρο κέρδος για τον εαυτό της.
Αν ποτέ υπήρξε μια κρίση που δημιουργήθηκε από την παγκόσμια οικονομία, είναι η κρίση που ζει η Ελλάδα τώρα. Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι για τους οποίους η ελληνική περίπτωση έχει γίνει γνωστή ως ένα χρονικό προειδοποίησης των λαών που ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους και όχι ως μια υπόθεση της οικονομικής ανευθυνότητας από την πλευρά των τραπεζιτών και των επενδυτών.
Πρώτα απ 'όλα, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εκμεταλλεύτηκαν επιτυχώς την αφήγηση της κρίσης για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς. Οι μεγάλες τράπεζες είναι τώρα πραγματικά ανήσυχες για τη φρικτή κατάσταση των ισολογισμών τους, ζημιωμένες καθώς είναι από τα τοξικά στοιχεία των ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου που ανέλαβαν και συνειδητοποιούν ότι υπερεπέκτειναν τις δανειοδοτικές λειτουργίες τους. Ο κύριος τρόπος με τον οποίο προσπαθούν να ανοικοδομήσουν τους ισολογισμούς τους είναι η δημιουργία νέων κεφαλαίων χρησιμοποιώντας τους οφειλέτες τους ως πιόνια. Ως κεντρικό άξονα της στρατηγικής αυτής, οι τράπεζες επιδιώκουν να πείσουν τις δημόσιες αρχές για τη διάσωσή τους για μια ακόμη φορά, όπως έκαναν στην πρώτη φάση της κρίσης, με τη μορφή των κεφαλαίων διάσωσης και ένα χαμηλό βασικό επιτόκιο δανεισμού.
Οι τράπεζες ήταν βέβαιες ότι οι κυρίαρχες κυβερνήσεις της ευρωζώνης δεν θα άφηναν την Ελλάδα, όπως και καμία άλλη υπερχρεωμένη χώρα της Ευρώπης, να χρεοκοπήσει, καθώς αυτό θα οδηγούσε στην κατάρρευση του ευρώ.
Έχοντας τις αγορές να στοιχηματίζουν ενάντια στην Ελλάδα και αυξάνοντας το κόστος δανεισμού της, οι τράπεζες γνώριζαν ότι οι κυβερνήσεις της ευρωζώνης θα δημιουργούσαν ένα πακέτο διάσωσης, με το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων να χρησιμοποιηθεί για τη διευθέτηση του χρέους της Ελλάδας σε αυτές.
Το πακέτο των 110 δισ. ευρώ που διαφημίστηκε ως το πακέτο που διαμόρφωσαν για τη διάσωση της Ελλάδας από κοινού οι ισχυρές χώρες της ευρωζώνης και το ΔΝΤ, θα χρησιμοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό για τη διάσωση των τραπεζών από την ανεύθυνη, ανεξέλεγκτη φρενίτιδα του δανεισμού τους.
Οι τράπεζες και τα διεθνή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα έπαιξαν αυτό το γνωστό, παλιό παιχνίδι της εμπιστοσύνης στις αναπτυσσόμενες χώρες - οφειλέτες κατά τη διάρκεια της κρίσης του χρέους της δεκαετίας του ’80 στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, όπως και στην Ταϊλάνδη και την Ινδονησία κατά την ασιατική οικονομική κρίση στη δεκαετία του 1990.
Τα ίδια μέτρα λιτότητας –τότε γνωστά ως διαρθρωτική προσαρμογή– ακολούθησαν τα όργια δανεισμού των τραπεζών από τις βόρειες χώρες και των κερδοσκόπων.
Και το σενάριο ήταν ακριβώς το ίδιο: Κατηγορούν ως υπαίτιους τα θύματα, γιατί ζουν πέρα από τις δυνατότητές τους, καλούν τις δημόσιες υπηρεσίες να σώσουν την κατάσταση με παροχή υπερβολικών χρημάτων και χρεώνουν ως καθήκον στο λαό να αναλάβει την αποπληρωμή του δανείου, προβαίνοντας σε σημαντικές περικοπές του τωρινού και μελλοντικού του εισοδήματος, καθώς μέρος αυτών θα χρησιμοποιηθούν ως πληρωμή στους δανειστές. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αρχές ετοιμάζουν παρόμοια πακέτα διάσωσης των τραπεζών, πολλών εκατομμυρίων ευρώ σε Ισπανία, Πορτογαλία και Ιρλανδία.
Ο δεύτερος λόγος για την προώθηση του παραμυθιού των Ελλήνων που «ζουν πέραν των δυνατοτήτων τους» τόσο για την περίπτωση της Ελλάδας όσο και για τις άλλες υπερχρεωμένες χώρες, είναι να καμφθούν οι πιέσεις για αυστηρότερους δημοσιονομικούς κανονισμούς, που ζητούν οι πολίτες και οι κυβερνήσεις από την αρχή της παγκόσμιας κρίσης. Οι τράπεζες θέλουν και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Αφού εξασφάλισαν τα απαιτούμενα κεφάλαια από τις κυβερνήσεις κατά την πρώτη φάση της κρίσης, δεν θέλουν να τηρήσουν τη συμφωνία που έκαναν μαζί τους για να πάρουν τα χρήματα αυτά, που αφορούσε στη σοβαρή ενίσχυση των δημοσιονομικών κανονισμών.
Οι κυβερνήσεις, από τις ΗΠΑ και την Κίνα ως την Ελλάδα, κατά την πρώτη φάση της κρίσης είχαν καταφύγει σε διάφορα προγράμματα ως κίνητρα για να αποφύγουν την κατάρρευση της πραγματικής οικονομίας. Προωθώντας μια αφήγηση που στρέφει τα φώτα της δημοσιότητας από την έλλειψη δημοσιονομικής σταθερότητας στις τεράστιες δημόσιες δαπάνες καθιστώντας τις ως το βασικό πρόβλημα της παγκόσμιας οικονομίας, οι τράπεζες προσπαθούν να αποφύγουν την επιβολή ενός σκληρού ρυθμιστικού καθεστώτος.
Ένας Τρίτος Κόσμος μέσα στην Ελλάδα.
Με βάση τα παραπάνω (τράπεζες και κυβερνήσεις) παίζουν με τη φωτιά. Ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν και άλλοι έχουν προειδοποιήσει ότι αν αυτό το παραμύθι περάσει, η έλλειψη νέων προγραμμάτων κινήτρων και οι σκληρές τραπεζικές ρυθμίσεις θα οδηγήσουν σε μια διπλή ύφεση αν όχι πλήρη κατάρρευση. Δυστυχώς, όπως η πρόσφατη συνάντηση των G-20 στο Τορόντο προτείνει, οι κυβερνήσεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ ενδίδουν στις κοντόφθαλμες ατζέντες των τραπεζών, οι οποίες έχουν την υποστήριξη των προσκολλημένων στο παρελθόν νεοφιλελεύθερων ιδεολόγων, που συνεχίζουν να θεωρούν το ενεργό παρεμβατικό κράτος ως το βασικό πρόβλημα.
Αυτοί οι ιδεολόγοι πιστεύουν ότι μια βαθιά ύφεση ή και μια κρίση είναι η φυσική διαδικασία κατά την οποία η ίδια η οικονομία σταθεροποιείται και ότι οι κεϋνσιανές δαπάνες για να αποτραπεί η κατάρρευση μόνο θα καθυστερήσουν το αναπόφευκτο.
Οι Έλληνες δεν αποδέχονται την κατάσταση άπραγοι. Η επικύρωση του πακέτου ΕΕ - ΔΝΤ από την ελληνική Βουλή έγινε μέσω μαζικών διαμαρτυριών στις 8 Ιούλη. Σε μια προηγούμενη και μαζικότερη διαμαρτυρία στις 5 Μάη, περίπου 400.000 κόσμος βγήκε στους δρόμους της Αθήνας καθιστώντας τη διαδήλωση αυτή τη μεγαλύτερη διαδήλωση μετά την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974.
Ωστόσο, οι διαδηλώσεις στους δρόμους φαίνεται να μην μπορούν να αποτρέψουν την κοινωνική καταστροφή που έρχεται λόγω των μέτρων ΕΕ - ΔΝΤ. Η οικονομία προβλέπεται να συρρικνωθεί κατά 4% το 2010. Το ποσοστό ανεργίας θα αυξηθεί από 15% σε 20% σε δύο χρόνια, με το ποσοστό των νέων να φτάνει το 30%.
Όσο για τη φτώχεια, σε μια πρόσφατη κοινή έρευνα της Kappa Research και του London School of Economics, αναφέρεται ότι ακόμη και πριν από την τρέχουσα κρίση, σχεδόν το ένα τρίτο των 11 εκατ. κατοίκων στην Ελλάδα ζούσαν κοντά στο όριο της φτώχειας. Αυτή η διαδικασία δημιουργίας ενός «Τρίτου Κόσμου» μέσα στην Ελλάδα θα επιταχυνθεί από το πρόγραμμα των Βρυξελλών - ΔΝΤ.
Κατά ειρωνικό τρόπο, το μνημόνιο υλοποιείται από μια σοσιαλιστική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Γιώργο Παπανδρέου, ο οποίος εκλέχτηκε τον περασμένο Οκτώβρη για να αντιστραφεί η διαφθορά της προηγούμενης συντηρητικής κυβέρνησης και οι αρνητικές συνέπειες των οικονομικών πολιτικών της. Υπάρχει αντίσταση και μέσα στο ΠΑΣΟΚ, το κόμμα του Παπανδρέου για το σχέδιο ΕΕ -ΔΝΤ.
Αλλά η συντριπτική αίσθηση ακόμη και στους αιρετικούς του κόμματος είναι ηŸ ΤΙΝΑ (There Is No Alternative), η διάσημη φράση της Μάργκαρετ Θάτσερ: «Δεν υπάρχει εναλλακτική λύση».
Το παράδειγμα της Αργεντινής.
Αντιμέτωποι με τις συνέπειες του μνημονίου, αρκετοί Έλληνες μιλούν για την υιοθέτηση μιας στρατηγικής απειλής αθέτησης ή μιας ριζικής μονομερούς μείωσης του χρέους. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να γίνει συντονισμένα μαζί και με άλλες χρεωμένες χώρες της Ευρώπης, όπως η Πορτογαλία και η Ισπανία. Εδώ η Αργεντινή μπορεί να προτείνει ένα μοντέλο: Το 2003 προέβη σε ένα αξέχαστο πετσόκομμα του χρέους της προς τους πιστωτές της, καταβάλλοντας 25 σεντ για κάθε δολάριο που όφειλε. Αυτό, όχι μόνο έγινε αποδεκτό αλλά επίσης, πόροι που σε διαφορετική περίπτωση θα είχαν εγκαταλείψει τη χώρα, διοχετεύτηκαν στην εγχώρια οικονομία, προκαλώντας ένα μέσο ετήσιο ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης του 10% μεταξύ 2003 και 2008.
H «Λύση της Αργεντινής» σίγουρα εμπεριέχει πολλούς κινδύνους. Αλλά οι συνέπειες της παραίτησης είναι οδυνηρά σαφείς, αν εξετάσουμε τα πεπραγμένα των χωρών που υπεβλήθησαν στις ρυθμίσεις του ΔΝΤ. Πληρώνοντας πάνω από 25-30% του κυβερνητικού προϋπολογισμού ετησίως σε ξένους πιστωτές, οι Φιλιππίνες στα μέσα της δεκαετίας του 1980 μπήκαν σε μια δεκαετία στασιμότητας από την οποία ποτέ δεν ανέκαμψαν και η οποία καταδίκασε τη χώρα σε ένα ποσοστό μόνιμης φτώχειας πάνω από 30%. Υπό το βάρος δρακόντειων μέτρων προσαρμογής, το Μεξικό έχει βυθιστεί σε δύο δεκαετίες συνεχιζόμενης οικονομικής κρίσης, με συνέπειες όπως η διαδεδομένη κυκλοφορία ναρκωτικών, που το έφερε στο χείλος της αποτυχίας ως κράτος.
Η τρέχουσα κατάσταση του πραγματικού ταξικού πολέμου στην Ταϊλάνδη μπορεί να αποδοθεί εν μέρει στα πολιτικά κατάλοιπα των οικονομικών δεινών του προγράμματος λιτότητας του ΔΝΤ που επιβλήθηκε στη χώρα πριν από μια δεκαετία.
Το μνημόνιο των Βρυξελλών - ΔΝΤ στην Ελλάδα δείχνει ότι η χρηματοδότηση του καπιταλισμού για να σωθεί από την κρίση δεν σέβεται πλέον τον άξονα Βορρά - Νότου. Οι κυνικοί θα πουν, «Καλώς ήλθατε στον Τρίτο Κόσμο, την Ελλάδα».
Αλλά δεν είναι ώρα για κυνισμό. Μάλλον, είναι μια σημαντική στιγμή για την παγκόσμια αλληλεγγύη. Είμαστε όλοι μαζί σε αυτό.

ΓΟΥΩΛΝΤΕΝ ΜΠΕΛΟ

Απόδοση: Αγγελική Βάσιλα
Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010
Πηγή: Foreign Policy in Focus (FPIF)
**************************

Άνθρωπος για λιγόλεπτη χρήση ...

Της Λένας Δουκίδου.
Ομολογώ ότι συγκλονίστηκα. Τόσο που δυσκολεύομαι να εκφράσω αυτό που αισθάνθηκα. Βίασε το μικρό παιδί, το κορίτσι, το πέταξε ζωντανό στον θάνατο στο πηγάδι και το κάλυψε. Ίσως μάλισα το οδήγησε εκεί όπου βρισκόταν βολικό το πηγάδι. Να το σκεφτώ κι αυτό;
Ούτε πάλη, ούτε βία, ούτε βρασμός ψυχής. Πού χωράει η πράξη του; Σε ποιες αναφορές; Ποια πρότυπα;
Να πούμε για τη γυναίκα αντικείμενο; Δεν αρκεί. Θα μπορούσε να συμβεί και σε παιδί άλλου φύλου, σ' ένα μικρό αγόρι. Σ' ένα ζώο ίσως; Αλλά το ζώο δε θα το πέταγε. Δε θα χρειαζόταν καν να το καλύψει. Θα το κάλυπτε η συνενοχή όλων μας απέναντι στα ζώα.
«Κανονικός», είπαν οι γύρω. «Ένας σαν κι εμάς», είπαν. «Εργαζόμενος. Οικογενειάρχης». Που όμως, κάποια στιγμή, πήρε στην κατοχή του έναν άλλο άνθρωπο, ένα παιδί, ένα κορίτσι, το χρησιμοποίησε και το πέταξε. Του άλλαξε, δηλαδή, τον προσδιορισμό του: Το μετέτρεψε σε άνθρωπο για λιγόλεπτη χρήση.
«Ένας σαν κι εμάς». Δυσκολεύομαι, βέβαια, να φανταστώ μια γυναίκα να συμπεριφέρεται έτσι. Κι άθελα ο νους μου πάει στην Αμερικανίδα ανθρωπολόγο Έβλυν Ρηντ, σοσιαλίστρια και φεμινίστρια, και στο έργο της «Εξέλιξη της Γυναίκας». Εκεί υποστήριζε, το 1974. ότι, τα ταμπού στην ανθρωποφαγία και στην αιμομιξία, που βάλαν τα θεμέλια στην ανθρώπινη κοινωνία, τα θέσπισαν οι γυναίκες στη μακρινή προϊστορική εποχή, προστατεύοντας τα μικρά παιδιά τους από τους άντρες όταν γύριζαν αγριεμένοι απ' το κυνήγι και τις συγκρούσεις με γειτονικές φυλές.
Ήταν στις δεκαετίες του '60 και του '70, τότε που το γυναικείο κίνημα τολμούσε να ονειρευτεί έναν διαφορετικό κόσμο. Τότε που φαντασιώναμε ότι άντρες και γυναίκες θα μοιράζονταν τη φροντίδα των παιδιών, των άρρωστων, των γέρων και την επιβίωση της οικογένειας, λειτουργίες που κάνουν τους ανθρώπους ηπιότερους, ώστε να έχουμε και ηπιότερη, μικτή - με άντρες και γυναίκες - διακυβέρνηση. Με ελευθερία και ευτυχία, με αυτοδιαχείριση και με οικολογική συνείδηση. Χωρίς υπερκατανάλωση και υπερεκμετάλλευση του πλανήτη. Χωρίς πολέμους, αφού η επιθετικότητα δεν ήταν βασικό ένστικτο του ανθρώπου (Άγκνες Χέλερ, «Ένστικτο και Επιθετικότητα», Οδυσσέας, 1981).
Τι πραγματοποιήθηκε απ' όλ' αυτά; Ίσως ένα κάποιο μοίρασμα των ρόλων στις νεότερες γενιές, αλλά τίποτα περισσότερο. Μία ιδεολογία μας έχει επιβληθεί παγκόσμια, η ιδεολογία του ατόμου-καταναλωτή. Κι εμείς σήμερα να πανηγυρίζουμε, μαζί με το περιοδικό «Νιουζγουηκ», για την ανάδειξη της γυναίκας σ' ευέλικτο υπερεργαζόμενο μέσα σ' έναν κόσμο γενικευόμενης ανεργίας. Το όραμα μιας υπερσκλάβας, δηλαδή, που όχι απλά θα υποχρεώνεται να φροντίζει, αλλά και θα κατορθώνει, όταν οι συνθήκες το επιτρέπουν, να συντηρεί την οικογένεια.
Το δημιούργημα άτομο καταναλωτής δεν παύει να κυριαρχεί και να κυριαρχείται, ακόμα και τώρα που το υποχρεώνουν να εισέρχεται σ' εποχή καταναγκαστικής λιτότητας. Και που, όπως δείχνουν περιστατικά σαν το πρόσφατο έγκλημα, διδάχτηκε, με ακραία ηλεκτρονική αφαίρεση, να καταναλώνει ώς και τον συνάνθρωπό του.

********************
Αναδημοσίευση από εδώ: Άνθρωπος για λιγόλεπτη χρήση.

26/8/10

Ταξιδεύοντας με τον Αστεροειδή μου...

Ας μιλήσουμε για βόες, παρθένα δάση και αστέρια!
Όταν ακόμη ήμουν έξη χρονών, είδα μια υπέροχη ζωγραφιά σ' ένα βιβλίο για το Άγριο Δάσος, που είχε τον τίτλο «Αληθινές Ιστορίες». Έδειχνε ένα τεράστιο φίδι, το βόα, που καταβρόχθιζε κάποιο αγρίμι. Να ένα αντίγραφο κείνης της ζωγραφιάς.
Στο βιβλίο έγραφε: «Οι βόες καταπίνουν τη λεία τους ολόκληρη, χωρίς να τη μασήσουν. Ύστερα, καθώς δεν μπορούν μήτε να σαλέψουν, βυθίζονται σε ύπνο για έξη μήνες μέχρι να χωνέψουν».
Στοχάστηκα τότε πολύ πάνω στις περιπέτειες στη ζούγκλα και, με τη σειρά μου, πέτυχα να σκαρώσω την πρώτη μου ζωγραφιά μ' ένα χρωματιστό μολύβι. Τη ζωγραφιά νούμερο 1.
Έδειξα το αριστούργημά μου σε μερικούς μεγάλους και τους ρώτησα αν τους φόβιζε.
Εκείνοι μου απάντησαν: Γιατί να μας φοβίσει ένα καπέλο; Το σχέδιό μου δεν έδειχνε ένα καπέλο. Έδειχνε ένα βόα που χώνευε ένα ελέφαντα. Τότε κι εγώ ζωγράφισα την εσωτερική μεριά του βόα, για να μπορέσουν οι μεγάλοι να καταλάβουν. Πάντα τους χρειάζονται εξηγήσεις για να καταλάβουν. Οι μεγάλοι με συμβούλευσαν να παρατήσω τις ζωγραφιές με τους βόες ανοιχτούς ή κλειστούς και ν' ασχοληθώ καλύτερα με τη γεωγραφία, την ιστορία, την αριθμητική και τη γραμματική.
Έτσι, στα έξη μου χρόνια, εγκατέλειψα μια λαμπρή καριέρα ζωγράφου. Είχα απογοητευθεί από την αποτυχία της ζωγραφιάς μου νούμερο 1 και της ζωγραφιάς μου νούμερο 2. Από μόνοι τους οι μεγάλοι δεν καταλαβαίνουν ποτέ τίποτε κι είναι πολύ κουραστικό για τα παιδιά να τους δίνουν κάθε φορά εξηγήσεις.
Αναγκάστηκα, λοιπόν, να διαλέξω ένα άλλο επάγγελμα κι έτσι έμαθα να οδηγώ αεροπλάνο. Λίγο πολύ πέταξα παντού σ' όλο τον κόσμο. Και η γεωγραφία, αυτό είναι αλήθεια, πολύ μου χρησίμεψε. Μπορούσα ν' αναγνωρίσω με τη πρώτη ματιά την Κίνα από την Αριζόνα.
Αυτό είναι κάτι πολύ χρήσιμο, ιδιαίτερα μάλιστα σαν τυχαίνει να 'χεις χάσει το δρόμο σου τη νύχτα.
Έτσι, στη ζωή μου, γνωρίστηκα με χίλιους δυο ανθρώπους σοβαρούς. Πέρασα χρόνια και χρόνια με μεγάλους και, μάλιστα, τους έζησα από πολύ κοντά. Ωστόσο, αυτό δεν καλυτέρεψε και πολύ τη γνώμη μου για την αφεντιά τους.
Όταν κάποτε τύχαινε να συναντήσω κάποιον που μου φαινόταν ότι του έκοβε κάπως περισσότερο, πειραματιζόμουν πάνω του με τη ζωγραφιά νούμερο 1 που την είχα πάντα μαζί μου. Ήθελα να ξέρω αν πραγματικά έβλεπε πέρα από τη μύτη του. Μα κείνος πάντα μου απαντούσε: «Είναι ένα καπέλο». Κι εγώ τότε δεν του μιλούσα ούτε για βόες, ούτε για παρθένα δάση, ούτε γι' αστέρια. Πήγαινα με τα νερά του, γινόμουν σαν κι αυτόν. Του μιλούσα για γέφυρες, για γκολφ, για πολιτική και για γραβάτες. Κι ο μεγάλος έδειχνε πολύ ευχαριστημένος που είχε γνωρίσει ένα το ίδιο σαν κι αυτόν λογικό άνθρωπο.
Έτσι έζησα μόνος, χωρίς κανένα που μαζί του να μπορώ να μιλήσω πραγματικά, μέχρι που έξη μήνες πριν, είχα ένα ατύχημα πάνω από την έρημο της Σαχάρας. Κάτι είχε σπάσει στον κινητήρα του αεροπλάνου μου και, καθώς δεν είχα μαζί μου ούτε μηχανικό, ούτε ταξιδιώτες, ετοιμαζόμουν να κάνω ολομόναχος, μια δύσκολη επισκευή.
Το πρώτο βράδυ λοιπόν κοιμήθηκα πάνω στην άμμο, χίλια μίλια μακριά από κάθε κατοικημένη περιοχή. Ήμουν πολύ πιο απομονωμένος απ' όσο ένας ναυαγισμένος πάνω σε σχεδία καταμεσής στον απέραντο ωκεανό. Έτσι, δεν είναι καθόλου δύσκολο να φανταστείτε την έκπληξή μου όταν τα χαράματα, με ξύπνησε μια παράξενη σιγανή φωνούλα που έλεγε:
- Αν έχετε την καλοσύνη ... παρακαλώ ζωγραφίστε μου ένα αρνάκι!
- Ε!
- Ζωγραφίστε μου ένα αρνάκι ...
Τινάχτηκα όρθιος σαν να με είχε χτυπήσει κεραυνός. Έτριψα και ξανά 'τριψα τα μάτια μου. Κοίταξα και ξανακοίταξα μ' επιμονή. Κι είδα ένα πολύ παράξενο μικροσκοπικό ανθρωπάκι που με παρατηρούσε προσεχτικά.
Να το καλύτερο πορτρέτο του που, αργότερα, κατάφερα να κάνω. Όμως, το σχέδιο μου, σίγουρα, είναι πολύ λιγότερο γοητευτικό από το μοντέλο. Αυτό δεν είναι φταίξιμο δικό μου. Πολύ είχα απογοητευθεί από τότε που, στα έξη μου χρόνια, οι μεγάλοι μ' έκαναν να χάσω το θάρρος μου όταν θέλησα ν' ακολουθήσω το επάγγελμα του ζωγράφου, με αποτέλεσμα να μη μάθω να ζωγραφίζω τίποτε άλλο εκτός από βόες κλεισμένους και βόες ανοιχτούς.
Κοίταζα κείνη την οπτασία με μάτια γουρλωμένα από την κατάπληξη. Μην ξεχνάτε πως βρισκόμουν χίλια μίλια μακριά από κάθε κατοικημένη περιοχή. Ωστόσο, το μικρούλικό μου ανθρωπάκι δεν μου φαινόταν να 'χει χάσει το δρόμο του, ούτε να 'χει πεθάνει από την κούραση, ούτε από την πείνα ή τη δίψα, μήτε από το φόβο. Σε καμιά περίπτωση δεν έδειχνε ένα παιδί χαμένο καταμεσής στην απέραντη έρημο, χίλια μίλια μακριά από κάθε κατοικημένη περιοχή.
Όταν καμιά φορά τα κατάφερα επιτέλους να μιλήσω, του είπα:
- Μα τι κάνεις 'δω πέρα;
Και τότε μου ξανά 'πε ολότελα απλά και ήρεμα, σαν να 'ταν κάτι πολύ σοβαρό:
- Παρακαλώ σας ... ζωγραφίστε μου ένα αρνί ... Όταν το μυστήριο είναι καταπιεστικά εντυπωσιακό, δεν τολμά κανείς να μην υπακούσει. Όσο παράλογο κι αν μου φαινόταν να συμβαίνουν όλ' αυτά χίλια μίλια μακριά από όλες τις κατοικημένες περιοχές, κι ενώ παράλληλα κινδύνευα να χάσω τη ζωή μου, έβγαλα απ' την τσέπη μου ένα φύλλο χαρτιού και το στυλό μου. Όμως τότε θυμήθηκα ότι εκείνο που προπάντων είχα σπουδάσει ήταν η γεωγραφία, η ιστορία, η αριθμητική και η γραμματική και (μ' ένα κάπως μελαγχολικό τόνο), είπα στο μικρό ανθρωπάκι πως δεν ήξερα να ζωγραφίζω.
- Αυτό δεν έχει καμιά σημασία. Ζωγράφισέ μου ένα αρνάκι.
Καθώς δεν είχα ζωγραφίσει ποτέ μου αρνάκι, έφτιαξα για χάρη του μια από τις δυο όλες κι όλες ζωγραφιές που ήξερα να κάνω. Ένα βόα κλειστό.
Κι απέμεινα αποσβολωμένος ακούγοντας το μικρό ανθρωπάκι να μου απαντά:
- Όχι! Όχι! Δεν θέλω ένα ελέφαντα μέσα σ' ένα βόα. Ένας βόας είναι πολύ επικίνδυνος κι ένας ελέφαντας είναι πολύ άβολος. Στο σπίτι μου όλα είναι μικρά. Εκείνο που μου χρειάζεται είναι ένα αρνάκι. Ζωγράφισέ μου ένα αρνάκι.
Τότε το ζωγράφισα. Το κοίταξε προσεκτικά κι ύστερα είπε:
- Όχι! Αυτό είναι κιόλας πολύ άρρωστο. Φτιάξε μου ένα άλλο.
Ζωγράφισα πάλι: Ο φίλος μου χαμογέλασε ευγενικά, αποφεύγοντας μ' επιείκεια να μου κάνει κριτική:
- Το βλέπεις πολύ καλά ... αυτό δεν είναι αρνάκι, είναι ένα κριάρι. Έχει κέρατα ...
Έφτιαξα ξανά τη ζωγραφιά μου.
Όμως κι αυτή την αρνήθηκε, το ίδιο όπως και τις δυο προηγούμενες:
- Αυτό είναι πολύ γέρικο. Θέλω ένα αρνάκι που να ζει για πολύ καιρό.
Χάνοντας τότε την υπομονή μου και, καθώς βιαζόμουν να ξεμοντάρω τον κινητήρα μου, σκάρωσα στα γρήγορα τούτο το σχέδιο και το 'σπρωξα προς το μέρος του.
- Αυτή είναι η κάσα. Το αρνάκι που θέλεις είναι μέσα.
Ωστόσο, πολύ ξαφνιάστηκα, βλέποντας να φωτίζεται το πρόσωπο του μικρού μου κριτή:
- Είναι ακριβώς όπως το ήθελα! Νομίζεις πως θα χρειάζεται πολύ χορτάρι αυτό το αρνάκι;
- Γιατί;
- Το σπίτι μου είναι πολύ μικρό ...
- Σίγουρα δεν θα 'χεις πρόβλημα. Σου έδωσα ένα πολύ μικρούτσικο αρνάκι.
Έσκυψε το κεφάλι του πάνω απ' τις ζωγραφιές:
- Δεν είναι και τόσο μικρό... Μπα...
αποκοιμήθηκε...
Έτσι έκανα τη γνωριμία με το μικρό πρίγκιπα.
...

**********************
(απόσπασμα απο τον "Μικρό Πρίγκιπα" του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ)

700 μέτρα κάτω από το έδαφος!!!

Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ.
Δύο κουταλιές τόνου κονσέρβας. Mισή γαλέτα. Mισό ποτήρι γάλα. Mικρές μπουκίτσες ροδάκινο κομπόστα. Aυτό ήταν όλο κι όλο το μενού. Oχι κάθε μέρα όμως. Kάθε δεύτερη μέρα. Oι προμήθειες του καταφυγίου ήταν για να διαρκέσουν δύο - τρεις μέρες. Oι 33 εγκλωβισμένοι μεταλλωρύχοι όμως τρέφονταν ήδη 17 ολόκληρες μέρες με αυτά τα τρόφιμα μέχρι την Kυριακή, οπότε και αποκαταστάθηκε η επαφή με τον επάνω κόσμο. Γιατί οι 33 μεταλλωρύχοι βρίσκονται πολύ βαθιά κάτω από τον κόσμο που ζούμε εμείς. Περίπου 700 ολόκληρα μέτρα!
Θερμοκρασία 32 έως 35 βαθμοί Kελσίου. Yγρασία 98%. Aιωρούμενη σκόνη παντού. Συνέπεια της κατακρήμνισης που προκάλεσε στις στοές η έκρηξη λόγω πιέσεων κολοσσιαίας βραχώδους μάζας 700.000 τόνων.
Πανζουρλισμός ενθουσιασμού στη Xιλή την Kυριακή, όταν ένα τρυπάνι διαμέτρου 8 εκατοστών έφτασε στο καταφύγιο και βγήκε με ένα σημείωμα γραμμένο με μολύβι. Eπτά λέξεις που τρελαίνουν από χαρά εκατομμύρια ανθρώπους: «Eίμαστε καλά στο καταφύγιο και οι 33»!
H επικοινωνία αποκαθίσταται. Oι «επάνω» μαθαίνουν νέα από τους «κάτω». Kαι τότε όλοι οι ειδικοί υποκλίνονται μπροστά στο ανυπέρβλητο ψυχικό μεγαλείο των 32 Xιλιανών και του ενός Bολιβιανού μεταλλωρύχων, που εκεί κάτω, κοντά στην πύλη του Aδη, αναδεικνύουν με την κοινωνική συμπεριφορά τους στις πιο εφιαλτικές συνθήκες την πιο λαμπρή πλευρά του ανθρώπου: υπέρτατη αλληλεγγύη, σιδερένια πειθαρχία, εκπληκτική οργάνωση.
Παρά την πείνα, ούτε ένας δεν ζητάει μεγαλύτερη μερίδα. Kανενός το ηθικό δεν σπάει γιατί όλοι στηρίζουν όλους. Oργανώνουν την κοινωνία τους στα έγκατα της γης - καθορίζουν χώρο όπου τρώνε, χώρο όπου περπατούν, χώρο για τις φυσικές τους ανάγκες. Oρίζονται βάρδιες που επαγρυπνούν ανά πάσα στιγμή για το ενδεχόμενο νέων κατολισθήσεων. Xρησιμοποιούν τις μπαταρίες εγκλωβισμένων βαγονέτων για να φορτίζουν τους φακούς που έχουν στα κράνη τους...
Eίναι αποφασισμένοι. H υπόγεια κοινωνία τους θα σωθεί ολόκληρη ή θα χαθεί ολόκληρη. Oι εγκλωβισμένοι μεταλλωρύχοι -στη μεγάλη πλειοψηφία τους είναι νέοι που δεν έχουν καν κλείσει τα 30 τους χρόνια- με τη συμπεριφορά τους γράφουν ένα εργασιακό και ανθρώπινο έπος, που μπροστά του ωχριούν τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της εργατικής λογοτεχνίας του περασμένου αιώνα. Eκεί, 700 μέτρα κάτω από την έρημο Aτακάμα, κάπου 800 χιλιόμετρα μακριά από το Σαντιάγο, την πρωτεύουσα της Xιλής.
Tρόφιμα, νερό, οροί, φάρμακα προωθούνται πλέον συνεχώς προς τους εγκλωβισμένους. Aποκαταστάθηκε ήδη τηλεφωνική επαφή, όπως και οπτική μέσω κάμερας. O αγώνας όμως ανάμεσα στους ανθρώπους και στον Xάροντα ως προς το ποιος θα πάρει τελικά τους μεταλλωρύχους, δεν έχει ακόμη κριθεί. Oσο απίστευτα σκληρό και άδικο και αν φαίνεται, θα διαρκέσει ακόμη μήνες ολόκληρους. Ως τα Xριστούγεννα, αν όλα πάνε καλά. Eκατό μέρες, λένε. Tόσο θα χρειαστεί ένα άλλο τρυπάνι, τεράστιο αυτή τη φορά, βάρους 30 τόνων, το οποίο μεταφέρεται στο καταραμένο ορυχείο, για να ανοίξει τρύπα διαμέτρου 66 εκατοστών, από την οποία θα ανασυρθούν στην επιφάνεια οι μεταλλωρύχοι. Mε τον κίνδυνο νέων κατολισθήσεων να ελλοχεύει διαρκώς.
Δεν ξέρει κανείς αν τελικά οι Xιλιανοί θα φιλήσουν ή θα κλάψουν τους τραγικούς ήρωες του έθνους. Eυχόμαστε ολόψυχα να τους σφίξουν όλους ολοζώντανους στην αγκαλιά τους. Ξέρουμε όμως παράλληλα ότι μέσα στην αγωνία, τη χαρά και την προσδοκία σωτηρίας, το χιλιανό έθνος το πνίγει και η οργή εναντίον των εγκληματιών ιδιοκτητών αυτού του άκρως επικίνδυνου ορυχείου ηλικίας ενός και πλέον αιώνα, με ογδόντα τουλάχιστον ατυχήματα με κατολισθήσεις και νεκρούς.
Tο έκλεισαν οι αρχές το 2007, μετά τον θάνατο εκεί ενός μεταλλωρύχου. Ξανάνοιξε το 2008, καθώς οι ιδιοκτήτες του εξαγόρασαν τους αρμόδιους υπαλλήλους. Aσυνείδητοι, δεν κατασκεύασαν καν τα σιδερένια σκαλοπάτια στον αεραγωγό, όπως επέβαλε η άδεια επαναλειτουργίας. Aν το είχαν κάνει, οι μεταλλωρύχοι θα είχαν βγει σώοι αμέσως, καθώς ο αεραγωγός έμεινε ανοιχτός 48 ώρες μετά την κατολίσθηση που τους παγίδευσε. Πήγαν να βγουν από εκεί, αλλά διαπίστωσαν πως δεν υπήρχαν σκαλοπάτια εξόδου! Πώς να ένιωσαν άραγε;
ΣΩTHPIA:
Tιτάνια προσπάθεια.
Σπάνια είναι -ιδίως στην εποχή μας- η ηθική ικανοποίηση που αισθάνεται κανείς όταν βλέπει όλα τα σχετικά τεχνολογικά επιτεύγματα της ανθρωπότητας να τίθενται στην υπηρεσία μιας επιχείρησης σωτηρίας συνανθρώπων μας και δη «κολασμένων της γης». Στη Xιλή όντως εξελίσσεται αυτή τη στιγμή η μεγαλύτερη προσπάθεια διάσωσης μεταλλωρύχων στην ιστορία. Tα πιο προηγμένα μηχανήματα, οι γνώσεις ακόμη και της NASA για τα προβλήματα ανθρώπων που ζουν μήνες σε ελάχιστο χώρο, οι καλύτεροι σχετικοί μηχανικοί, τεχνίτες, γιατροί, ψυχολόγοι κ.λπ. παίρνουν μέρος στην προσπάθεια σωτηρίας, κάνοντας εκατομμύρια ατόμων να αισθάνονται υπερήφανα για τον άνθρωπο!

***********************
Αναδημοσίευση από εδώ : 700 μέτρα κάτω από το έδαφος.

Σπασμένο καράβι.


Σπασμένο καράβι, να 'μαι πέρα βαθειά,
έτσι να 'μαι,
με δίχως κατάρτια, με δίχως πανιά,
να κοιμάμαι.
Να 'ναι αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική,
γύρω γύρω,
με κουφάρι γυρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω.
Σπασμένο καράβι, να 'μαι πέρα βαθειά,
έτσι να 'μαι,
με δίχως κατάρτια, με δίχως πανιά,
να κοιμάμαι.
Να 'ναι η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά,
έτσι να 'ναι,
και τα βράχια κατάπληκτα και τ' αστέρια μακριά
να κοιτάνε.
Δίχως χτύπο οι ώρες, και οι μέρες θλιβές,
δίχως χάρη.
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο, μες σε νύχτες βουβές,
το φεγγάρι.
Έτσι να 'μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό,
έτσι να 'μαι.
σ' αμμουδιά πεθαμένη και σε κούφιο νερό
να κοιμάμαι.
Να κοιμάμαι!

Γιάννης Σκαρίμπας.

25/8/10

Ταξιδεύοντας με τον Αστεροειδή μου...

Αν αγαπάς ένα λουλούδι που βρίσκεται σε κάποιο αστέρι, είναι γλυκό τη νύχτα να κοιτάζεις τον ουρανό. Όλα τ' αστέρια τότε είναι ανθισμένα.
...
Όμως ο μικρός πρίγκιπας μου είπε:
- Αυτή τη νύχτα συμπληρώνεται ένας χρόνος. Το αστέρι μου θα βρίσκεται ακριβώς πάνω από το μέρος όπου είχα πέσει την περασμένη χρονιά ...
- Μικρέ, καλέ μου άνθρωπε, αυτή η ιστορία με το φίδι και το ραντεβού και τ' αστέρι, δεν είναι παρά ένα κακό όνειρο ...
Μα δεν απάντησε στην ερώτησή μου. Μου είπε:
- Αυτό που είναι σημαντικό, δεν το βλέπουμε ...
- Σίγουρα ...
- Είναι όπως και με το λουλούδι. Αν αγαπάς ένα λουλούδι που βρίσκεται σε κάποιο αστέρι, είναι γλυκό τη νύχτα να κοιτάζεις τον ουρανό. Όλα τ' αστέρια τότε είναι ανθισμένα.
- Σίγουρα ...
- Είναι όπως με το νερό. Ότι μου είχες δώσει να πιω ήταν όπως μια μουσική, εξαιτίας του ήχου που έκανε το μαγκάνι και το σχοινί ... θυμάσαι ... ήταν πολύ ωραίο.
- Και βέβαια ...
- Θα κοιτάζεις τη νύχτα τ' αστέρια. Το δικό μου είναι πολύ μικρό για να σου δείξω που βρίσκεται. Έτσι είναι καλύτερα. Το αστέρι μου θα είναι για σένα ένα από τ' αστέρια. Τότε, θα σ' αρέσει να κοιτάζεις όλα τα αστέρια... Όλα θα είναι φίλοι σου. Κι ύστερα, θα 'θελα να σου κάνω ένα δώρο ...
Γέλασε πάλι.
-Α! μικρό μου ανθρωπάκι, μικρό μου ανθρωπάκι, μου αρέσει να σ' ακούω να γελάς!
- Ακριβώς αυτό θα 'ναι το δώρο μου... αυτό θα 'ναι όπως με το νερό ...
- Τι θέλεις να πεις;
- Οι άνθρωποι έχουν αστέρια που δεν είναι τα ίδια. Για κείνους που ταξιδεύουν, τ' αστέρια είναι οδηγοί. Για άλλους δεν είναι παρά μικρά φώτα. Για άλλους, τους σοφούς, είναι προβλήματα. Για τον μπίζνεσμαν μου, ήταν από χρυσάφι. Μα όλα τούτα τ' αστέρια σωπαίνουν. Εσύ, θα έχεις αστέρια που κανείς άλλος δεν τα έχει ...
- Τι θέλεις να πεις;
- Αφού εγώ θα 'μαι σ' ένα απ' αυτά, κι αφού θα γελάω σ' ένα απ' αυτά, τότε για σένα θα είναι σαν να γελούν όλα τ' αστέρια. Θα έχεις εσύ αστέρια που ξέρουν να γελάνε!
Και γέλασε πάλι.
- Κι όταν θα 'χεις παρηγορηθεί (πάντα παρηγοριέται κανείς ), θα είσαι ευχαριστημένος που μ' έχεις γνωρίσει.
Θα είσαι πάντα φίλος μου. Πάντα θα θέλεις να γελάς με μένα. Και θ' ανοίγεις καμιά φορά το παράθυρο, έτσι, για την ευχαρίστηση... Και οι φίλοι σου θα σε κοιτάζουν κατάπληκτοι να γελάς, κοιτάζοντας τον ουρανό. Τότε, εσύ θα τους λες: «Ναι, τ' αστέρια με κάνουν πάντα να γελάω!» και θα σε περνάνε για τρελό. Σου σκάρωσα ένα πολύ πονηρό παιχνίδι ... Και γέλασε ξανά.
....


**********************
(απόσπασμα απο τον "Μικρό Πρίγκιπα" του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ)

Να σώσουμε την Παρθένα Φύση που μας έχει απομείνει!

Γέφυρα Επισκοπής.

Θέλουμε ελεύθερους ορίζοντες και όχι ανεμογεννήτριες!