29/10/09

Ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΣΤΟ ΜΑΡΙΝΟ.

Στην αρχή ήτανε μονάχα ένα δυνατό ένστικτο αυτοσυντήρησης, «αυτοά­μυνας», καθώς λέγαμε, και πληγωμένης φιλοτιμίας. Μας χτύπησαν απροειδοποίητα, μάς πρόσβαλαν την αντρική μας τιμή, μας αδίκησαν βάναυσα, χυδαία, ασύστολα, μας λήστεψαν, μας υποδούλωσαν, μας πάτησαν με τις βαριές τους μπότες. Λυσσιάξαμε από το κακό μας. Γυρνούσαμε αγριεμένοι στους ηλιόλουστους δρόμους, αξύριστοι κι ατημέλητοι, σαν αλήτες. Ποιος σκοτιζότανε για την εμφάνισή του, τις μέρες εκείνες; Κοιταζόμασταν στα μάτια με άγχος, γνωστοί και άγνωστοι, πασχίζαμε να συνεννοηθούμε, να καταλάβει ο καθένας τη σκέψη του άλλου. Τί θα γίνει; ρωτούσαμε με το βλέμμα, θα το φάμε έτσι; δεν θα κάνουμε κάτι, επιτέλους; Κανείς δεν ήξερε.
Ύστερα ήρθαν εκείνοι πού πήραν πρώτοι την πρωτοβουλία, σοβαροί, αποφασισμένοι, σίγουροι. Μας ζύγωσαν έναν-έναν, σιγανά, ψύχραιμα, υπολογισμένα, με λόγια μετρημένα, χωρίς φανερό πάθος. Μας σύναξαν σε μικρές συντροφιές. Αυτοί μιλούσαν, εμείς ακούαμε ανέκφραστα, μαζεύαμε τα λόγια τους και τα δουλεύαμε μέσα μας, αργότερα, στη μοναξιά μας. Ας ενωθούμε σφιχτά, μας έλεγαν, ας δεθούμε όλοι οι έλληνες, οπουδήποτε κι αν ανήκουμε, όποια κι αν είναι τα περασμένα μας. Ας αφήσουμε κατά μέρος τα κόμματα, τις Ιδεολογίες, καθετί που μπορεί να μας χωρίσει. Ας ξεχάσουμε τη Δημοκρατία, και τη Βασιλεία, τη Δεξιά και την Αριστερά, τις πολιτικές μας παρατάξεις και την κοινωνική μας θέση. Αυτά δεν είναι του παρόντος. Σήμερα, είμαστε όλοι σκλάβοι, όλοι το ίδιο χτυπημένοι, το ίδιο πονούμε από την μπότα που μας πατά. Ένας είναι ο σκοπός: η λευτεριά. Τίποτα άλλο δεν επιτρέπεται να συζητούμε κάτω από την μπότα. Ας πιαστούμε γερά απ’ τα χέρια, σαν αδέλφια δυστυχισμένα, σαν μέλη τής ίδιας, μεγάλης, μονοιασμένης, ζεστής οικογένειας που μας καλεί να τη βγάλουμε απ’ το βραχνά. Όταν, με το καλό, λευτερωθούμε, έλεγαν, θα ξαναβρούμε τα εσωτερικά μας, θα τα βάλουμε κάτω και θα δούμε τι θα πρέπει να γίνει στο εξής αυτός ο τόπος. Με το φθινόπωρο, άρχισαν να σώνονται τα αποθέματα των τροφίμων, έλειψε κι η κάποια καλοκαιρινή αφθονία από λαχανικά και φρούτα, κι έξαφνα έπεσε απάνω μας ο λιμός...
Εκείνοι πού πήραν την πρωτοβουλία μάς άφησαν ν’ αγγίσουμε τον πάτο της συμφοράς. Μας παρακολούθησαν από κοντά, με ψυχρό μάτι, σε κάθε μας ενέργεια, μας ξεχώρισαν έναν-έναν, μας ζύγισαν, μας αποτίμησαν. Κι όταν ένιωσαν πώς είμασταν—όσοι είμασταν—καλά προετοιμασμένοι, μας πήραν από το χέρι και μάς έδειξαν, μέσα από τους καπνούς, το κόκκινο άστρο.
Ένα μεσημέρι, προς τα τέλη του Οκτώβρη 1941, είχα ανεβεί μοναχός μου στο Λυκαβηττό, σφίγγοντας μέσα μου τη βουβή μου λύσσα. Ήταν όμορφη μέρα, δροσερή και καταγάλανη, δίχως ίχνος από σύννεφο. Κατεβαίνοντας, καθώς περνούσα από την πλατεία του Λυκαβηττού, άκουσα μια χαρούμενη μουσική και αρκετή φασαρία, σ’ ένα σπίτι με την πόρτα ορθάνοιχτη, και μου κινήθηκε η περιέργεια να δω τι έτρεχε. Πλησιάζοντας, κατάλαβα πως γινότανε γάμος. Ξεχώρισα τους παπάδες, τη νύφη με τ’ άσπρα της, τα κάνιστρα με τα λουλούδια, μες στη συγκέντρωση των καλεσμένων πού μιλούσανε βοερά και γελούσαν. Στο δρόμο —θέαμα σπανιότατο την εποχή εκείνη— περίμεναν δυο παμπάλαια ταξιά, απ’ αυτά που κανένας στρατός δεν θέλησε να τα επιτάξει, φορτωμένα βαλίτσες. Όλα τούτα κάπως μ’ ευχαρίστησαν κι είπα μέσα μου:
«Να η μικρή μας ζωή που συνεχίζει, κούτσα-κούτσα το δρόμο της, σαν να μη μας συνέβαινε τίποτα το εξαιρετικό».
Λίγο όμως πιο πέρα, στην οδό Αναγνωστοπούλου, είδα ένα νέο πού είχε σωριαστεί στο πεζοδρόμιο, σαν μισοπεθαμένος, με τα μάτια ανοιχτά. Είχε δίπλα του ένα δισάκι και, από το παρουσιαστικό του, θα ’λεγες πως ήταν εργάτης. Στάθηκα μπροστά του, έσκυψα και τον ρώτησα τι είχε πάθει. Ψιθυριστά, μου αποκρίθηκε:
— Ζαλίστηκα.
Ύστερα, παρακάλεσε για νερό. Κατάλαβα πώς ήταν η πείνα. Χτύπησα την πόρτα του πιο κοντινού σπιτιού. Άνοιξε μια καλοβαλμένη υπηρέτρια. Της έδειξα τον πεσμένο εργάτη και της ζήτησα να του φέρει ένα ποτήρι νερό. Σταμάτησε και μια γυναίκα μ’ ένα δίχτυ γεμάτο χορταρικά και σταφύλια και ρωτούσε τι συνέβαινε. Της είπα, αν μπορούσε, να προσφέρει τίποτα το φαγώσιμο. Έβγαλε κι έδωσε του νέου ένα τσαμπί. Αυτός το πήρε και τ’ ακούμπησε στο δισάκι του χωρίς να το φάει. Ανασηκώθηκε και βάλθηκε να πιάνει το λάρυγγά του σαν να είχε φαγούρα. Του έφεραν το νερό, το ήπιε. Είχανε μαζευτεί κι άλλοι άνθρωποι τριγύρω κι είπαν της υπηρέτριας να φέρει κονιάκ. Αυτή έτρεξε μέσα και γύρισε σε λίγο μ’ ένα ποτηράκι κονιάκ, μα ο νέος δεν θέλησε να το πιει. Της ζήτησα τότε εγώ να φέρει καμιά στερεή τροφή κι αυτή έφυγε να φροντίσει. Ένας απ’ τους διαβάτες, πού κρατούσε την ημερήσια μερίδα του του ψωμιού, έκοψε τη μισή και την έδωσε του νέου που άρχισε να την τρώει, σιγά-σιγά. Εγώ δεν βαστούσα τίποτα, είχα όμως μερικά χρήματα απάνω μου. Δυο-τρεις φορές, τα ‘πιασα μες στην τσέπη μου κι ετοιμάστηκα να τα δώσω του νέου, μα ντράπηκα και δεν τα ’δωσα. Ντράπηκα που εγώ είχα χρήματα, έστω και λίγα, ενώ αυτός δεν είχε ούτε ένα κομμάτι ψωμί και ξεψυχούσε, στο δρόμο, από την πείνα. Έφυγα με βήμα ταχύ, αμίλητος, αναστατωμένος.
Ποιος έφταιγε; Άραγε, μόνο οι γερμανοί;
— Το ζήτημα, κατά βάθος, είναι απλό, μου είπε μια μέρα ο Μαλέας. Το ζήτημα είναι ότι δεν μπορεί κανείς να ζει σε μια κοινωνία, όπου υπάρχουν άνθρωποι πού πεινούν.
Είχαμε κατέβει με το τραμ στο Παλαιό Φάληρο και καθόμασταν σ’ ένα παραθαλάσσιο βράχο, εκεί πού αρχίζει το Καλαμάκι. Δίπλα μας, έσκαγε το κύμα του Σαρωνικού και, πότε-πότε, δυνάμωνε και μας τριγύριζε, για μια στιγμή, με αφρούς. Ήτανε μεσημέρι χειμωνιάτικο· μέρα καλή. Έτσι μας είχε έρθει η όρεξη ν’ ανασάνουμε λίγο θαλασσινό αέρα, να ξεδώσουμε. Δεν κρυώναμε, η λιακάδα ήταν ευχάριστη κι ο αέρας γλυκός. Μα πώς να ξεχάσουμε την κόλαση πού περίμενε να μας ξαναπάρει μέσα της, σε λίγη ώρα; Η Αθήνα είχε γίνει τόπος φρίκης. Μορφές σκελετωμένες, ορθά πτώματα με πρόσωπο ρουφηγμένο, κιτρινωπό, με τα μάτια μαύρα ολόγυρα, βάδιζαν αργά, σιωπηλά, άσκοπα, στον ήλιο, εμπρός στις άσπρες προσόψεις των οικοδομών, κι έξαφνα σωριάζονταν αναίσθητες στα πιο κεντρικά σημεία της πρωτεύουσας, στην οδό Σταδίου, στο Σύνταγμα. Κάρα με άλογα κουβαλούσαν τους πεθαμένους της πείνας, σωρούς-σωρούς. Αλητόπαιδα κυκλοφορούσαν κοπαδιαστά, αγριεμένα, έτοιμα να χυμήξουν όπου θα ’βρισκαν τρόφιμα σε καμιά προθήκη ή κανένα καροτσάκι. Το αυτοκίνητο της αστυνομίας τα κυνηγούσε και τα μάζευε με τη βία, ενώ αυτά αντιστεκόντανε και τσιρίζανε σαν τρελά. Ζούσαμε σ’ έναν ατέλειωτο εφιάλτη, πνιγμένοι μες σε δρόμους φωτεινούς, με το αττικό τοπίο τριγύρω μας. Ένα βαρύ, ανυπόφορο αίσθημα από αποκαρδίωση και αηδία με κατείχε ακατάπαυστα, θα είχε ίσως παραλύσει μέσα μου κάθε θέληση, αν δεν με τόνωνε η ομαδική μας, παράνομη δράση.
Δυο μέρες πριν, είχα δει μια σκηνή πού μου είχε κόψει τον ύπνο. Το γεγονός είχε συμβεί, σχεδόν μες στα πόδια μου, στη γωνία των οδών Ιπποκράτους και Ακαδημίας, γύρω στο μεσημέρι, σε ώρα συνωστισμού. Πλανόδιοι μικροπωλητές είχανε στήσει εκεί, στην άκρη του πεζοδρομίου, τρία-τέσσερα καροτσάκια και πουλούσαν απίθανα βαθύχρωμα κατασκευάσματα από σουσάμι, μπομποτάλευρο, ύποπτα σιρόπια και ποιος ξέρει τί άλλες ουσίες: τα γλυκίσματα του λιμού. Διαβάτες σταματούσαν μια στιγμή, πλήρω­ναν με μερικά βρώμικα πληθωρικά χαρτονομίσματα, άρπαζαν ένα κομμάτι σε σχήμα πάστα ή πίττας και τραβούσαν το δρόμο τους, τρώγοντας με βουλι­μία. Έξαφνα, από την άλλη άκρη του πεζοδρομίου, όρμησε, μέσα από τον κόσμο, ένας αλήτης ντυμένος μ’ ένα μακρύ, κουρελιασμένο πανωφόρι. Πέ­ρασε από μπροστά μου σαν βολίδα και ρίχτηκε σ’ ένα καροτσάκι. Καραδοκούσε, ως φαίνεται, αρκετή ώρα, κι είχε μελετήσει το στόχο του καλά. Δεν ήταν παιδί· θα είχε περάσει τα είκοσι. Άρπαξε μια πίττα από το καροτσάκι, έπεσε χάμω, μπρούμυτα, εκεί που βρέθηκε, και την έχωσε μονομιάς στο στόμα του, ολόκληρη. Ο μικροπωλητής, άνθρωπος ώριμος και γεροδεμένος, ρίχτηκε απάνω του κι άρχισε να τον χτυπά με τα χέρια και τα πόδια. Ένας συνάδελφός του βάλθηκε να χτυπά κι αυτός, από εμπορική αλληλεγγύη. Ο αλήτης ήξερε πως θα τον έδερναν· το είχε προϋπολογίσει. Ήταν το αν­τίτιμο της πίττας και δεν είχε αντίρρηση να το πληρώσει. Δεν έκαμε καμιά προσπάθεια για να αμυνθεί ή για να ξεφύγει. Ξαπλωμένος, φαρδύς-πλατύς, μες στη σκόνη του πεζοδρομίου, μασούσε την πίττα του, αργά και καρτερικά, ενώ ταυτόχρονα, έτρωγε κλωτσιές στα πισινά.
Ωστόσο, αγωνιζόμασταν. Αθόρυβα, οργανώναμε πυρήνες, κυκλοφορούσαμε τα πρώτα, μικροσκοπικά, αντιστασιακά φύλλα. Συζητούσαμε πολύ, κάναμε σχέδια, κοντινά και μακρινά. Γενικεύαμε καμιά φορά τα θέματα. Ο Μαλέας ποτέ δεν έχανε τον ορθολογισμό του.
— Βέβαια, είπε, αυτά που βλέπουμε να συμβαίνουν σήμερα στην Αθήνα είναι γεγονότα εξαιρετικά. Είναι συνέπειες του πολέμου, τής Κατοχής. Αυτά θα περάσουν. Η πείνα όμως θα μείνει, αν δεν καταργήσουμε τα βαθύτερα αίτια πού τη γεννούν. Η πείνα είναι ύπουλο πράμα, ντροπιασμένο, κρυφό, σαν κακιά αρρώστια, τις περισσότερες φορές αόρατο, αν δεν κινήσεις να ψάξεις για να το ανακαλύψεις. Τώρα ζούμε μια μεγάλη κρίση, το κακό ξεχείλισε από παντού, γέμισε τους δρόμους, μας σκέπασε. Όμως αν δεν φροντίσουμε να του κόψουμε τις ρίζες, θα εξακολουθήσει να υπάρχει κι ας μην το βλέπουμε, ας μην τ’ ακούμε να ξεφωνίζει μες στην πόλη, Από τον πόνο και την απελπισία. Τούτο πρέπει να συλλάβεις, να σου γίνει βίωμα και συνείδηση: πως δεν μπορείς, δεν σου είναι δυνατό να αισθάνεσαι σαν άνθρωπος ακέραιος, περήφανος, με λευτεριά και αξιοπρέπεια, όσο βρίσκονται τριγύρω σου, στον τόπο σου, άλλοι άνθρωποι που πεινούν. Η πείνα τους εξευτελίζει την ανθρωπιά σου, τη λευτεριά σου, την αξιοπρέπεια σου, προσβάλλει την ύπαρξή σου, σε φτύνει κάθε μέρα καταπρόσωπο, έστω κι αν αυτοί το ’χουν πάρει απόφαση και δεν κάνουν τίποτα για να διαμαρτυρηθούν. Η πείνα τους είναι η άρνησή σου. Πρέπει, μια για πάντα, να την ξεπεράσεις, να την καταργήσεις, για να μπορείς, αληθινά, να σέβεσαι τον εαυτό σου.
Μιλούσε ψυχρά, με φωνή καθαρή, αλλά τα μάτια του έκαιαν, σαν αναμ­μένα κάρβουνα, στη μακρόστενη, μελαχρινή μορφή του. Μάντευες μέσα του μια φωτιά, μια ακοίμητη εστία από πάθος και πίστη, πού την είχε υποτάξει η αυστηρή του λογική. Η δύναμή του όμως δεν ήταν η λογική, ήταν η φωτιά. Τώρα πια το είχα καταλάβει· ήξερα τι ήταν εκείνο που με τάραζε όταν βρισκόμασταν έτσι μόνοι, οι δυο μας και κοιταζόμασταν, μιλώντας, ίσια στα μάτια.
— Συμφωνώ κατ’ αρχήν μ’ αυτά που λες, του αποκρίθηκα, κρατώντας κι εγώ τη συζήτηση στο αυστηρό επίπεδο όπου την ήθελε αυτός. Ναι, πράγματι, η πείνα —και ό,τι άλλο η πείνα σέρνει μαζί της— είναι ένα ηθικό σκάνδαλο πού δεν μπορεί να το δεχτεί η συνείδηση του λεύτερου ανθρώπου. Μα η σκληρότητά σου μου σφίγγει την καρδιά. Καλά τώρα, έχουμε πόλεμο· ό,τι κι αν είναι ανάγκη να γίνει, το δέχουμαι. Ύστερα όμως, δεν θα υπάρξει, άραγε, άλλος δρόμος από το δρόμο της σκληρότητας, για να φτάσουμε στον ίδιο σκοπό;
— Όχι, είπε, μη γελιέσαι, δεν θα υπάρξει. Δεν θα σ' αφήσουν εκείνοι που κατέχουν, θα προφασιστούν πως συμφωνούν μαζί σου ως ένα σημείο, θα σου κάμουν μερικές παραχωρήσεις, θα σου τάξουν πολλά και διάφορα, μα, την τελευταία στιγμή, θα σου τη φέρουν, εξόν αν προλάβεις να τους τη φέρεις εσύ, να τους πάρεις τη δύναμη από τα χέρια. Έτσι έγινε πάντα και τίποτα δεν με πείθει πως οι άνθρωποι, από δω και πέρα, θ’ αρχίσουνε να φέρνονται διαφορετικά απ’ ό,τι φέρθηκαν ως τώρα. Δεν έχεις εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, είπα.
— Δεν έχεις εμπιστοσύνη στον άνθρωπο, είπα.
— Του έχω εμπιστοσύνη, αποκρίθηκε, όσο είναι ακτήμονας. Τότε, μόνο τότε, μπορώ να πιστέψω στην καλοσύνη του, στην αλληλεγγύη του, στο αίσθημά του της δικαιοσύνης. Από τη στιγμή όμως που κατέχει, δεν τον εμπιστεύομαι πια. Η συνείδηση της κατοχής ξεραίνει την ψυχή του, τη διαφθείρει, την εκφαυλίζει. Πρέπει να του τα πάρω όλα-όλα!—να τον κάμω να ξαναγίνει ακτήμονας, για να βρει την αληθινή του φύση και την αρετή του. Για να σωθεί.
Και πρόσθεσε μια φράση που δεν την περίμενα και μου έκαμε περίεργη εντύπωση, εκεί στους βράχους του Φαλήρου, τη μέρα εκείνη. Δεν τη σχολίασα, ωστόσο.
— Ακτήμονας, είπε, σαν το Χριστό.

Γιώργος Θεοτοκάς

Πέντε μικρά παιδάκια πνίγηκαν στο Αιγαίο!



Εξήντα μέτρα από την ακτή, μια ανάσα από τον τόπο που φάνταζε στα μάτια τους σαν «Γη της Επαγγελίας», βρήκαν τραγικό θάνατο το πρωί της Τρίτης 27/10 - παραμονή της Εθνικής μας Εορτής - οκτώ λαθρομετανάστες, τρεις γυναίκες και πέντε μικρά παιδιά.
Και κανένας δεν μιλάει, δεν φωνάζει και δεν εξεγείρεται!
Αιδώς Αργείοι!

Πέντε μικρά παιδάκια πνίγηκαν στο Αιγαίο!

Εξήντα μέτρα από ακτή, ανοιχτά από το ακρωτήριο Κόρακα στο βορειοανατολικό τμήμα της Λέσβου, έχασαν το πρωί της Τρίτης τη ζωή τους, πέντε παιδιά και τρεις γυναίκες όταν η πολυεστερική βάρκα στην οποία επέβαιναν μαζί με άλλα εννέα άτομα και τον Τούρκο διακινητή τους, έπεσε σε ξέρα και βυθίστηκε.



Ένας ψαράς που βρισκόταν στην περιοχή είδε το συμβάν και ενημέρωσε αμέσως το Λιμενικό. Στην περιοχή έσπευσαν δύο σκάφη του λιμενικού, ιδιωτικά σκάφη και ελικόπτερο Super Puma, ενώ ταυτόχρονα ενεργοποιήθηκαν και όλα τα παραπλέοντα πλοία. Τα άψυχα κορμιά των πέντε παιδιών και των τριών γυναικών ανεσύρθησαν από τη θάλασσα και μεταφέρθηκαν στο λιμάνι της Σκάλας Συκαμιάς όπου έγινε αναγνώριση από τα συγγενικά τους πρόσωπα. Αρχικά, οι εννιά επιζήσαντες της τραγωδίας δήλωσαν ότι δεν υπήρχαν άλλα άτομα στη βάρκα, το μεσημέρι όμως ενημέρωσαν τις αρχές ότι υπήρχαν επίσης στο σκάφος ένα εξάχρονο αγόρι και ένας 33χρονος άνδρας, με αποτέλεσμα να ξεκινήσουν νέες έρευνες στην περιοχή που συνεχίζονται μέχρι και τώρα. Στα χέρια των λιμενικών βρίσκεται ο 45χρονος Τούρκος διακινητής ο οποίος παρέμενε στη στεριά μαζί με τους άλλους εννιά που διασώθηκαν και κολύμπησαν μέχρι την ακτή. Σύμφωνα με πληροφορίες, πρόκειται για έναν κατάδικο για δολοφονία στην Τουρκία ο οποίος αποφυλακίστηκε πρόσφατα όταν και του δόθηκε χάρη. Όπως ο ίδιος περιγράφει το τραγικό δυστύχημα, ξεκίνησε γύρω στις 4.30 τα ξημερώματα της Τρίτης 27/10 από την ακτή Κιουτσούκουγιου, ακριβώς απέναντι από τη Συκαμιά, με μια πολυεστερική μηχανοκίνητη βάρκα και τους μετανάστες. Το σκάφος που κινούνταν με μεγάλη ταχύτητα στις 6.30 έφθασε κοντά στην ακτή και «καρφώθηκε» πάνω σε ξέρα που δεν πρόλαβε να δει. Ως βασική αιτία της τραγωδίας από το Λιμενικό Σώμα θεωρείται η απειρία του Τούρκου διακινητή. Οι επιζήσαντες, με εντολή του νομάρχη Παύλου Βογιατζή, μεταφέρθηκαν σε ξενοδοχείο της Μυτιλήνης, ενώ ομάδα ψυχολόγων των "Γιατρών χωρίς Σύνορα" ανέλαβε την ψυχολογική υποστήριξή τους. Τη θλίψη τους για τον χαμό των οκτώ μεταναστών εξέφρασαν τα κόμματα της αριστεράς. Το ΚΚΕ σε ανακοίνωσή του αναφέρει ότι πρέπει η χώρα μας να διευκολύνει τη μετάβαση των λαθρομεταναστών στον τόπο που επιθυμούν και να νομιμοποιούνται όσοι θέλουν να παραμείνουν στην Ελλάδα. Ο ΣΥΡΙΖΑ ζητά να χορηγηθεί άσυλο στους πολιτικούς πρόσφυγες και να δοθεί η δυνατότητα εξόδου από τη χώρα σε όσους το επιθυμούν.

ΥΓ) Κι όμως αυτή η είδηση είναι "θαμένη" από τα περισσότερα Τηλεοπτικά και Ραδιοφωνικά Δελτία Ειδήσεων! Και όσο για τις Εφημερίδες ... δεν αφιερώνουν παρά Μονόστηλα.


ΝΤΡΟΠΗ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΝΤΡΟΠΗ!
Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΖΩΗ ΣΕ ΠΛΗΡΗ ΑΠΑΞΙΩΣΗ!

Falco eleonorae.


Κοινό όνομα: Μαυροπετρίτης
Οικογένεια: Falconidae
Είδος: Falco eleonorae
Ο Μαυροπετρίτης είναι ένα σκουρόχρωμο, μεσαίου μεγέθους μεταναστευτικό γεράκι με μακριές φτερούγες το οποίο εμφανίζεται στη Μεσόγειο τον Απρίλιο, επιστρέφοντας από τις περιοχές διαχείμασης του στην Ανατολική Αφρική και ιδιαίτερα τη Μαδαγασκάρη (Cramp & Simmons 1980, Beaman & Madge 1998 και Clark 1999). Τα ενήλικα απαντώνται σε δύο χρωματικές φάσεις: μία σκούρα, σχεδόν ολόμαυρη και μία, πιο συνηθισμένη, ανοιχτή φάση στην οποία το σώμα είναι ανοιχτό καστανοκόκκινο με επιμήκεις ραβδώσεις. Πάντως, σε συνθήκες πεδίου ακόμη και η ανοιχτόχρωμη φάση δείχνει ένα πολύ σκούρο, σχεδόν μαύρο πουλί. Έχει αγελαίες συνήθειες ενώ μεμονωμένα άτομα μπορούν να μπερδευτούν με τον Πετρίτη (Falco peregrinus), που είναι όμως πιο γεροδεμένος και με πιο κοντή ουρά.
Η Ελλάδα θεωρείται ως η πιο σημαντική χώρα για τη διατήρηση και την επιβίωση του Μαυροπετρίτη αφού γνωρίζουμε πλέον ότι φιλοξενεί κατά την περίοδο της αναπαραγωγής πάνω από το 85% του παγκόσμιου πληθυσμού (Dimalexis et al 2007) που εκτιμάται στα 14,700 - 15,400 ζευγάρια. Παλαιότερες εκτιμήσεις έκαναν λόγο για το 70% (Walter 1979) και το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού, το ένα τρίτο του οποίου αναπαράγεται στις νησίδες της Κρήτης (BirdLife International 1999, Ristow 1991).Στην Ελλάδα ο Μαυροπετρίτης εμφανίζεται από τον Απρίλιο με τα μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα να ζευγαρώνουν και να καταλαμβάνουν θέσεις φωλιάσματος σχηματίζοντας χαλαρές αποικίες ήδη από το Μάη. Εξαιτίας όμως της χαμηλής διαθεσιμότητας τροφής στις περιοχές φωλιάσματος, κυνηγά συνήθως σε μεγάλες αποστάσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας και μόνον μερικά άτομα επιστρέφουν στις αποικίες τη νύχτα. Πράγματι, τη συγκεκριμένη περίοδο θεωρείται ότι η έκταση στην οποία δραστηριοποιούνται τα γεράκια μιας αποικίας μπορεί να ξεπερνά τα 1.000 km2. Έτσι, στην αρχή της αναπαραγωγικής περιόδου Μαυροπετρίτες μπορεί να παρατηρηθούν και στην ηπειρωτική Ελλάδα ακόμη και σε ψηλά βουνά μακριά από τις ακτές διότι, τα νησιά που φιλοξενούν αναπαραγωγικές αποικίες δεν μπορούν να στηρίξουν με τροφή τα άτομα. Μάλιστα ώριμα άτομα που περιπλανιούνται στην ηπειρωτική Ελλάδα μπορεί να μπερδευτούν και με άλλα είδη γερακιών. Η δίαιτα του Μαυροπετρίτη μέχρι και τα τέλη Ιουλίου οπότε έχει ολοκληρωθεί η ωοτοκία, αποτελείται κυρίως από μεγάλα έντομα όπως πεταλούδες, ιπτάμενα μυρμήγκια, λιβελλούλες, τζιτζίκια και σκαθάρια τα οποία συλλαμβάνει στον αέρα με τα νύχια του, επάνω από τα νησιά ή τη θάλασσα (Ristow & Wink 1994, Ristow 2001). Κατά τη διάρκεια της επόμενης περιόδου και μέχρι τον Οκτώβριο, τρέφεται αποκλειστικά με μεταναστευτικά πουλιά, μία πηγή τροφής που, θεωρητικά, είναι ανεξάντλητη.Μετά την αναπαραγωγή του, δηλαδή κατά το τέλος Οκτώβρη με αρχές Νοέμβρη, πετά προς Ανατολική Αφρική και ιδιαίτερα Μαδαγασκάρη όπου διαχειμάζει επιστρέφοντας σε μια κατά βάση εντομοφαγική δίαιτα.Αναπαραγωγή: To ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του Μαυροπετρίτη είναι ότι αναπαράγεται πολύ πιο αργά σε σχέση με τα άλλα πουλιά.Συγκεκριμένα η αναπαραγωγική του περίοδος αρχίζει πολύ πιο καθυστερημένα (Ιούλιο) εν συγκρίσει με τα άλλα μεταναστευτικά πουλιά με συνέπεια να μπορεί να συμπεριλάβει στη διατροφή του την πληθώρα των μεταναστευτικών ειδών ορνιθοπανίδας που πετούν πάνω από τη λεκάνη της Μεσογείου κατά τα τέλη του Καλοκαιριού και με κατεύθυνση προς Νότο (Walter 1979, Wink et al. 1991). Για το λόγο αυτό, από τον Αύγουστο μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου δεν παρατηρούνται γενικά μετακινήσεις του Μαυροπετρίτη μεταξύ του νησιού που αναπαράγεται και της ηπειρωτικής χώρας, -με εξαίρεση τις ημέρες με άπνοια (Ristow et al. 1983)- αφού τα ώριμα άτομα και οι νεοσσοί τρέφονται με πουλιά από το φθινοπωρινό μεταναστευτικό κύμα.Το είδος φωλιάζει βασικά σε φυσικές κοιλότητες βράχων που εντοπίζονται σε μικρές νησίδες, σε γκρεμούς νησίδων και μεγαλύτερων νησιών αλλά και σε εσωτερικά βράχια. Μάλιστα θεωρείται ότι παρουσιάζει σταθερή χρήση της θέσης φωλιάσματος και μονογαμικές συνήθειες, αλλά σύμφωνα πάντα με τα υπάρχοντα στοιχεία, παρουσιάζεται το φαινόμενο του διασκορπισμού των νεαρών κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους. Έτσι σύμφωνα με τον Ristow et al. (1979) περίπου το 90% των νεαρών ατόμων που δεν αναπαράγονται κατά τα πρώτα 2 με 3 χρόνια της ζωής τους απουσιάζουν από την αποικία καταγωγής τους κατά την περίοδο από Μάιο-Οκτώβριο αλλά εγκαθίστανται σ' αυτήν τα επόμενα χρόνια.Κάθε ζευγάρι Μαυροπετρίτη γεννά από 1 έως 3 αυγά ενώ οι νεοσσοί εκκολάπτονται τέλη Αυγούστου, οπότε υπάρχει όπως προαναφέρθηκε ένα τεράστιο μεταναστευτικό ρεύμα πουλιών που παρέχουν μία εύκολα προσβάσιμη και άφθονη πηγή τροφής. Οι νεοσσοί πτερώνονται μετά από 35 μέρες και έτσι, από τα μέσα Οκτωβρίου οι πληθυσμοί αρχίζουν να μεταναστεύουν προς την Ανατολική Αφρική και τη Μαδαγασκάρη όπου διαχειμάζουν.
Η Αιγαιοπελαγίτικη ορνιθοπανίδα χαρακτηρίζεται από μία αξιοσημείωτη ποικιλότητα ειδών πτηνών. Αυτή σχετίζεται με την ποικιλία των ενδιαιτημάτων αλλά και των τοπίων που απαντώνται εδώ και που ανάγονται σε σχετικά πρόσφατα γεωλογικά φαινόμενα τα οποία συνετέλεσαν στο να έχει το Αιγαίο τη σημερινή του μορφή με τα χιλιάδες νησιά και μικρονήσια. Επίσης σημαντικό ρόλο στην υψηλή βιοποικιλότητα της ορνιθοπανίδας παίζει και η γεωγραφική θέση της Ελλάδας η οποία ευρισκόμενη στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων αποτελεί το όριο εξάπλωσης πολλών ειδών που δεν απαντώνται στην υπόλοιπη Ευρώπη (Handrinos and Akriotis 1997). Ο Μαυροπετρίτης που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα είδη της Αιγαιοπελαγίτικης ορνιθοπανίδας εκμεταλλεύεται αυτή τη σημαντική ποικιλότητα ενδιαιτημάτων, σχηματίζοντας αποικίες σε βραχώδεις ακτές μεγάλων νησιών αλλά και στα εσωτερικά βράχια τους καθώς επίσης και σε μικρές ακατοίκητες νησίδες του Αιγαίου.Πιο αναλυτικά, οι βραχώδεις ακτές των μεγάλων νησιών στο Αιγαίο είναι σημαντικότατα οικοσυστήματα που προσφέρουν πολύτιμους χώρους ανάπαυσης, διατροφής και φωλιάσματος σε πολλά είδη πουλιών μεταξύ των οποίων και ο Μαυροπετρίτης, ο οποίος επιζητά την απομόνωση και την αίσθηση ασφαλείας για να φωλιάσει και να αναπαραχθεί επιτυχώς. Η δυσκολία πρόσβασης στις απόκρημνες πλαγιές ελαχιστοποιεί την ανθρώπινη παρουσία σε αυτές τις περιοχές, με αποτέλεσμα ο Μαυροπετρίτης που φωλιάζει εδώ, να βρίσκει την αναγκαία ασφάλεια και απομόνωση. Οι φυσικές κοιλότητες και σχισμές των βράχων προσφέρουν στήριξη στις φωλιές και προστασία από τους θηρευτές ενώ και το ύψος των γκρεμών χρησιμεύει στις πρώτες πτήσεις των νεαρών ατόμων.Επιπλέον, οι βραχώδεις ακτές αποτελούν σημαντικούς σταθμούς κατά την περίοδο της μετανάστευσης για διάφορα μικροπούλια, ιδιαίτερα σε περιοχές που δεν υπάρχει άλλο ασφαλές καταφύγιο, όπως σε μικρές νησίδες. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύεται και ο Μαυροπετρίτης στον οποίο εξασφαλίζεται μία πρακτικά ανεξάντλητη τροφική πηγή κατά τη διάρκεια της φθινοπωρινής μεταναστευτικής περιόδου.Βιότοποι αναπαραγωγής αλλά λιγότερο σημαντικοί για τον Μαυροπετρίτη αποτελούν και οι εσωτερικοί βραχώδεις σχηματισμοί των νησιών στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι βραχώδεις επιφάνειες των φαραγγιών και οι ορθοπλαγιές. Οι σχηματισμοί αυτοί, όντας μακριά από το θαλάσσιο μέτωπο αποτελούν εντυπωσιακά συστατικά του νησιωτικού τοπίου, συμβάλλοντας στη μοναδικότητα και ιδιαιτερότητά του. Αυτό όμως που δίνει ιδιαίτερη αξία στα εσωτερικά βράχια, είναι η απομόνωση που προσφέρουν, η οποία είναι απαραίτητη σε ορισμένα είδη ορνιθοπανίδας που ζουν και αναπαράγονται εκεί, βρίσκοντας παράλληλα ιδανικούς χώρους αναζήτησης τροφής (π.χ. στις γειτονικές καλλιεργούμενες εκτάσεις οι οποίες με τη σειρά τους συντελούν στην αύξηση της ετερογένειας του τοπίου με τη δημιουργία νέων βιοτόπων).Η σημαντικότερη συνεισφορά στη στήριξη αποικιών του Μαυροπετρίτη στο Αιγαίο αποδίδεται στην πληθώρα των μικρών ακατοίκητων νησίδων. Η απουσία από τις νησίδες αυτές τόσο του ανθρώπου όσο και χερσαίων θηρευτών είναι στοιχείο ιδιαίτερα σημαντικό για τον Μαυροπετρίτη που μπορεί να φωλιάζει ακόμη και στο έδαφος, με αποτέλεσμα οι φωλιές του να είναι εκτεθειμένες σε χερσαίους θηρευτές. Με τον τρόπο αυτό, οι νησίδες αποτελούν σημαντικά καταφύγια αναπαραγωγής για είδη όπως ο Μαυροπετρίτης.Πράγματι, παρόλο που φαινομενικά οι βραχώδεις ακτές των μεγάλων και κατοικημένων νησιών μοιάζουν με αυτές των ακατοίκητων νησίδων, στην πραγματικότητα διαφέρουν πολύ από αυτές. Οι νησίδες είναι μικρά κομμάτια γης, αποκομμένα από τα μεγαλύτερα νησιά και την ηπειρωτική χώρα εδώ και πολλά χρόνια. Οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικράτησαν σε κάθε νησίδα ξεχωριστά οδήγησαν στη δημιουργία μοναδικών οικοσυστημάτων, που διαφέρουν ακόμα και μεταξύ γειτονικών νησίδων.Αυτή η γεωμορφολογία των νησίδων σε συνδυασμό με στοιχεία της βιογεωγραφίας τους καθορίζουν ποια είδη και οικότοποι απαντώνται εκεί. Η θέση τους σε σχέση με μεγαλύτερα νησιά ή την ηπειρωτική χώρα και η ευκολία προσέγγισης σκαφών και αποβίβασης ανθρώπων, καθορίζουν το βαθμό της απομόνωσής τους. Έτσι, οι απομακρυσμένες και δυσπρόσιτες νησίδες έχουν δεχθεί μικρότερη επιρροή από ανθρώπινες δραστηριότητες. Για το λόγο αυτό, λειτουργούν σαν καταφύγια για σπάνια είδη χλωρίδας και πανίδας (π.χ. Μαυροπετρίτης) και σαν ζωτικοί χώροι ξεκούρασης και διατροφής, ιδιαίτερα για μεταναστευτικά μικροπούλια και παρυδάτια.

Turdus merula.

Κοτσύφι.

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ: Ο ΚΟΣΣΥΦΑΣ.


Πολλοί πιστεύουν πως στους μεγάλους λόγγους είναι τα καλύτερα πουλιά.. Αλλοίμονον, αν έλειπεν από αυτά ο Κόσσυφας. Ο λόγγος θα ήταν ένα πανη­γύρι αρχοντοχωριατών μουγγών. Χρώματα άλλο τί­ποτε. Υπάρχουν μάλιστα μερικά ως λ.χ. η τριγκλιτάρα (δρυκολάπτης), ο τσαλαπετεινός (έποψ) και ο συκοφαγάς που είναι σαν πολύχρωμοι εφημερίδες. Αν όμως πρόκειται να ανοίξουν το στόμα των, να εύχεσθε να μην είσθε εκεί. Ό,τι κωμικόν ημπορούσε να φκιάση εις φωνήν ο Ύψιστος το έδωκεν εις τα λαρύγ­για των.

Εν μέσω αυτών των γελοιογραφιών ζη ο σκέτος Κόσσυφας, αυστηρός, σοβαρός, μαύρος ως έβενος, με το κατακίτρινον ράμφος του, ως να κρατή κεχριμπαρένια πίπα. Η σύντροφος του δεν έχει ούτε τη μαυ­ρίλα των φτερών του, ούτε το χρυσάφι του ράμφους του. Αντιστρόφως από ό,τι έκαμεν, ως επί το πλείστον, για τ’ ανθρώπινα πλάσματα ο Θεός, όσην ευμορφιάν είχε να δώση εις στιλπνότητα, φωνήν και σουλούπι, την εχάρισε μονοπωλιακώς εις τον αρσενικόν Κόσσυφαν.
Ό,τι είναι η μυγδαλιά εις τον φυτικόν κόσμον, είναι αυτός εις τον φτερωτόν. Το λάλημα του θα πρωτοχαιρετίση την Άνοιξιν και τον Έρωτα ένα δυο μήνες ενωρίτερα από τον Κούκον και τ’ Αηδόνι. Πρωτολαλεί, πρωτοζευγαρώνεται, πρωτοφωλιάζει. Το λάλημά του είναι ολόκληρο καφεαμάν. Κανένα πουλί δεν έχει τόσον ανατολικόν μοτίβο. Να τον έχη επηρεάση το αχβαχικόν ελληνικόν τραγούδι;
Όλοι οι νατουραλισταί τον δέχονται ως ανυποφόρως μίμον. Ό,τι τραγούδι ακούση, προσπαθεί να το μάθη, φθάνει δεν φθάνει το λαρύγγι του. Μου συνέβη προπέρυσι να ιδώ ένα Κόσσυφαν συναγωνιζόμενον με ένα υπενωμοτάρχην. «Μια Σμυρνιά στο παραθύρι» ο αστυνομεύων περιπαθής υπενωμοτάρχης. «Μια Σμυρ­νιά στο παραθύρι» και ο Κόσσυφας. «Εγώ είμαι η νέα γυναίκα» εκείνος από το μπαλκόνι της αστυνομίας, «Εγώ είμαι η νέα γυναίκα» και τούτος από το κλουβί του. Ηναγκάσθην να τον απομακρύνω εις τα βάθη του κήπου, εκ φόβου μήπως του ανοίξη η όρεξις να ασχοληθή και με θεατρικάς επιθεωρήσεις.
Πότε αυτό το πουλί, το οποίον δεν παύει το τρα­γούδι, βρίσκει καιρόν να κτίση εκείνο το θαύμα της υπομονής, της τέχνης, της ψιλοδουλειάς, που είναι η φωλιά του; Ποτέ, ποτέ δεν μπορεί να πιστεύση κανείς, ότι ένα ράμφος είναι δυνατόν να λεπτουργήση το καταστρόγγυλο εκείνο πήλινο τάσι, το καλοδεμένο απέξω με πολυτρίχια και ρίζες, το γαρνιρισμένο επά­νω με χαλικάκια, το γαλακτωμένο μέσα από καθαρό χώμα και στρωμένο με φρύγανα, χνούδια, αφρούς σαμαχιών και φτερών.
Τι περίεργον φαινόμενον η τέχνη που έχουν οι φωλιές των περισσοτέρων ωδικών πτηνών! Μερικά αηδόνια υφαίνουν την ιδικήν τους κρεμαστή από ένα κλωνάρι σαν κούνια, η δε ποταμίδα (υπολαΐς) ενώνει ενός κλαδιού δυο κατεβατά φύλλα και τα ράβει κάτω κάτω, κατά τρόπον που θα εζήλευε και χέρι γυμνασμένο στο βελόνι. Φαίνεται ότι συμβαίνει και με τα εκλεκτά πουλιά ό,τι λέγει ο Πλούταρχος διά τους εκλεκτούς ανθρώπους «ουδέν είδος παιδείας ατιμάζουσι». Τραγουδισταί θαυμάσιοι, τεχνίται φίνοι, νυκοκυραίοι τετραγωνικοί, γονείς στοργικότατοι, άκακα, μεγαλόψυχα, πάντοτε καλόκαρδα.
Κάμετε τον κόπον να διαβάσετε αυτήν την αφήγησιν, που κάνει αυτός ο τότε λοχαγός Μανωλίδης εις τον μακαρίτην Μαρουδήν, γράψαντα αρκετά πράγ­ματα για τα πουλιά.
«Ότε διέμενον προ ετών εις Καρπενησίον ένεκα υπηρεσίας, είχον Κόσσυφον εν κλωβίω. Ημέραν τινά παιδίον χωρικού με παρεκάλεσε καθ’ οδόν να αγορά­σω μικρόν τι πτηνόν, το οποίον ακόμη ήτο άνευ πτερών. Ένεκα δε των παρακλήσεων του παιδιού και διότι ελυπήθην το ατυχές αυτό πτηνόν, το ηγόρασα. Άλλ’ επειδή δεν είχον πού να το βάλω, το έθεσα εντός του κλωβίου, εις το οποίον είχον τον Κόσσυφαν. Ενώ δε περιέμενον να ίδω αυτόν ανησυχούντα, ως συνήθως συμβαίνει εις τα πτηνά όταν θέτωσιν εις το κλωβίον αυτών έτερον πτηνόν, παρετήρησα μετ’ εκπλήξεως, ότι ούτος τουναντίον ηυχαριστήθη, επλησίασε το μικρόν, το εθώπευε και δεν ήξευρε τίνι τρόπω να εκδήλωση την χαράν του διά την παρουσίαν αυτού. Επειδή δε επί τη ευκαιρία ταύτη του έθεσα και τροφήν, ήτις, ως γνωστόν, συνίσταται εκ κρέατος, αμέσως έλαβεν εκ τούτων μερικά τεμάχια και έδωκεν εις το μικρόν ορφανόν, το οποίον τα έφα­γε μετ’ ευχαριστήσεως, διότι επείνα. Εξηκολούθησε δε και κατόπιν να το τρέφη μετά στοργής, μέχρις ου το μικρόν πτηνόν ήρχισε να τρώγη μόνον. Αφού δε εμεγάλωσε και επτερώθη, διέκρινα ότι ήτο αηδών, η οποία έζησεν επί πολύν καιρόν μετά του ευεργέτου και θετού πατρός της εν άκρα αγάπη και αρμονία, ήδον δε αμφότερα ως εάν απετέλουν μουσικήν συμφωνίαν».
Αφού τα μικρά του φτερώσουν και τα απογυμνάση στο πέταγμα - λέγουν ότι τα γυμνάζει μια δυο εβδομάδες - αρχίζει νέα βάσανα, τουτέστι μπαίνει στους δεύτε­ρους ερωτάς του, οι οποίοι τελειώνουν Ιούνιον, Ιούλιον. Τότε πλέον γίνεται η πληγή του κήπου και του αμπελιού. Οι ερευνηταί του ακανθώδους ζητήμα­τος, το οποίον λέγεται «ωφέλιμα και επιβλαβή πτηνά» ισχυρίζονται, ότι πρόκειται περί δικαίας αποζημιώσεως. Διότι καθ’ όλον τον χειμώνα παστρεύει την γην από έντομα, τα οποία λόγω της σκληρότητος του ράμφους του μόνον αυτός δύναται να συγυρίση. Αλλ’ οι γεωργοί, οι οποίοι δεν γνωρίζουν πολλά πράγ­ματα από την γεωργικήν εντομολογίαν, δεν βλέπουν κατά τι τους ωφελεί αυτή η συνδρομή, την οποίαν τους δίδει, προστατεύων τα σύκα και τα σταφύλια από τα έντομα για να τα καταπιή ο ίδιος.
Διότι πρέπει να γνωρίζετε, ότι έρχεται χρονιά, που ο περιπαθής αυτός ασκητής μαζί με τον άλλον εκεί­νον σατανάν, ο οποίος λέγεται συκοφαγάς, αφήνει στα αμπέλια και στους κήπους μόνον συκόφλουδες και τσάμπουρα. Αλλά και τότε είναι χαρά Θεού ως θέα­μα. Ενώ εκείνη η αθλία κίσσα και τα άλλα σταφυλοχαρή πουλιά φαίνονται ως να βγήκαν από το πα­τητήρι, αυτός είναι ο ίδιος αξιοπρεπής κύριος, τσελε­πής, μαυρογυαλίζων σαν ατσάλι και με την κεχριμπαρένια πίπα του κατακάθαρη. Όλα κι’ όλα, αλλ’ εννοεί να πάρη το μπάνιο του κάθε μέρα.

Γελαδότοπος?

Κράβαρα.

Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν ότι τα Κράβαρα οφείλουν την ονομασία τους στην σλαβική λέξη "Κράβαρι", που σημαίνει γελαδότοπος. Η φωτογραφία αποδυκνείει ότι η περιοχή των Κραβάρων αντίθετα με ότι πιστευόταν μέχρι πρόσφατα, είναι ιδανική για την κτηνοτροφία αγελάδων. Δεν ξέρουμε αν αυτό αποτελεί και τεκμήριο βεβαιότητας για αυτόν τον ισχυρισμό! Και για αυτό και δεν παίρνουμε θέση!
Να πάντως πως μεταφράζεται η λέξη "αγελάδα" σε διάφορες Σλαβικές γλώσσες:
Krowa στα Πολωνικά.
Крава στα Βουλγαρικά,
Krava στα Κροατικά,
Карова στα Λευκορωσικά,
Karvė στα Λιθουανικά,
Корова στα Ουκρανικά,
Корова στα Ρωσικά,
Kráva στα Τσέχικα,
Крава στα Σλαβομακεδονικά,
Krava στα Σλοβένικα,
Крава στα Σερβικά.
Ενισχυτικό της θεωρίας για την Σλαβική Προέλευση της ονομασίας "Κράβαρα", είναι επίσης και το γεγονός ότι στην περιοχή ευδοκιμούν τα τοπωνύμια "σλαβικής" προέλευσης: π.χ. μην ξεχνάμε ότι χωριό Κλεπά συναντάμε στην Πολωνία, ενώ με το ίδιο όνομα "Κλεπά" υπάρχει και βουνό στην Π.Γ.Δ.Μ.-Σκόπια. Επίσης στην Ρωσία και στην Ουκρανία το όνομα Κλεπά το συναντάμε και ως Ανθρώπινο Επώνυμο.

Λύκος...

Η νέα κοκκινοσκουφίτσα.



Των Λίνας Γιάνναρου και Αλεξάνδρας Μανδράκου.


Είναι ένα από τα πιο θαυμαστά είδη με υψηλή νοημοσύνη, αξιοθαύμαστη κοινωνική οργάνωση - σύμβολο ελευθερίας και δύναμης. Επί αιώνες καταδιώκεται ανελέητα από τον άνθρωπο ως επικίνδυνος, όταν στην πραγματικότητα απλώς διεκδικεί το φυσικό χώρο που εμείς του στερήσαμε. Αποτέλεσμα; Σήμερα ανήκει στα πλέον τρωτά είδη του πλανήτη.
Από παιδιά μαθαίνουμε να τον φοβόμαστε, όμως στην πραγματικότητα αυτός πρέπει να μας φοβάται. Ο λύκος, για αιώνες, κυνηγήθηκε από τον άνθρωπο ανελέητα, αιχμαλωτίστηκε, επικηρύχθηκε, θανατώθηκε. Παρ όλα αυτά θεωρείται πάντα ο «κακός» χάρη σε ένα... μπαράζ αρνητικής διαφήμισης. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αποτέλεί ένα από τα πιο τρωτά είδη στον πλανήτη.
O λύκος υπήρξε το θηλαστικό με τη μεγαλύτερη εξάπλωση στον πλανήτη - σχεδόν σε όλο το Βόρειο Ημισφαίριο και, φυσικά, στη χώρα μας. Οι συστηματικές προσπάθειες εξόντωσής του όμως περιόρισαν δραματικά την έκταση της ιστορικής του επικράτειας.
Σήμερα, τους μεγαλύτερους πληθυσμούς λύκων στην Ευρώπη φιλοξενούν οι ανατολικές χώρες, ενώ σε μικρότερους αριθμούς συναντάται το είδος στην Ελλάδα, την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Ιταλία και τις σκανδιναβικές χώρες. Πρόσφατα επανεμφανίστηκε στη Γαλλία, την Ελβετία και τη Γερμανία. Στην Ελλάδα, κανείς μπορεί να συναντήσει λύκους σε όλη σχεδόν την ηπειρωτική χώρα, βόρεια της Βοιωτίας, αλλά η εξάπλωσή του είναι αραιή. Ο συνολικός πληθυσμός του υπολογίζεται σε 700 άτομα, χωρισμένα σε 90 περίπου αγέλες (σύμφωνα με την τελευταία καταγραφή, το 1999).
Για πολλά χρόνια, όπως λέει ο βιολόγος, με ειδίκευση στη διαχείριση της άγριας ζωής και μέλος της επιστημονικής επιτροπής του Αρκτούρου κ. Γιώργος Γιαννάτος, ο λύκος επιβίωνε στην Ελλάδα αποκλειστικά από τα κτηνοτροφικά ζώα, καθώς η φυσική του τροφή, τα οπληφόρα (ελάφια, ζαρκάδια, αγριογούρουνα), ήταν περιορισμένη. «Στη χώρα μας, για αιώνες ο λύκος ζούσε κοντά στον άνθρωπο, τρώγοντας τα νεκρά ζώα από την κτηνοτροφία ή σκοτώνοντας ο ίδιος. Μεγάλη αλλαγή επήλθε πριν από τριάντα χρόνια, με το τέλος της νομαδικής κτηνοτροφίας. Στην εντατική κτηνοτροφία, τα ζώα δεν ψοφάνε τόσο εύκολα και φυσικά δεν βγαίνουν έξω στην ύπαιθρο. Οι πληθυσμοί του λύκου, λοιπόν, όπως και των υπόλοιπων ζώων που βασίζονταν στα κτηνοτροφικά κοπάδια, μειώθηκαν». Την αρνητική στάση των κτηνοτρόφων συντηρούσε μέχρι πρότινος και μία πολύ βασική παράμετρος: η αποζημίωση του κτηνοτρόφου ήταν δυνατή στην περίπτωση που η ζημία αφορούσε τουλάχιστον μία ζωική μονάδα -δεν καλύπτονταν απώλειες για λιγότερα από 4 αιγοπρόβατα τη φορά...
Επικηρυγμένος έως το 1991.
Παράλληλα, έως το '91(!) βρισκόταν σε ισχύ η επικήρυξη του λύκου που θεωρούνταν επιζήμιο είδος. Εως τότε, όποιος σκότωνε ένα λύκο δικαιούνταν χρηματικής αμοιβής. Υπολογίζεται ότι τη δεκαετία του '70, θανατώνονταν για το λόγο αυτό περίπου 700 λύκοι το χρόνο. «Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, στα μέσα της δεκαετίας του '80, να εξαφανιστούν από πολλές περιοχές, κυρίως της νότιας χώρας. Με την κατάργηση της επικήρυξης, τη δουλειά του Αρκτούρου και τη θέσπιση αποζημίωσης για τους κτηνοτρόφους που έχαναν ζώα από τους λύκους, το είδος άρχισε να επανεμφανίζεται», λέει ο κ. Γιαννάτος. Στην Πελοπόννησο και την Κρήτη, ωστόσο, δεν ξαναεμφανίστηκε ποτέ.
Από το '91 βγήκε από τον κατάλογο των «επιβλαβών ειδών» και το 1993 καταχωρίσθηκε και επισήμως στα «τρωτά» είδη. Αξίζει να σημειωθεί ότι από το 1969 απαγορεύεται η σύλληψη και η κατοχή λύκου από ιδιώτη. Παρ' όλα αυτά, δεκάδες λύκοι συνεχίζουν να φονεύονται κάθε χρόνο, ενώ ιδιώτες εξακολουθούν να αιχμαλωτίζουν λυκάκια για να τα χρησιμοποιούν ως... φύλακες.
Σήμερα, η επέκταση της ανθρώπινης δραστηριότητας ακόμα και σε έως πρότινος δυσπρόσιτες περιοχές, η διάνοιξη δρόμων, η μείωση των δασικών εκτάσεων, έχουν συντείνει στην περιθωριοποίησή του. Η έλλειψη φυσικής λείας του λύκου, ωστόσο, αποτελεί τον υπ' αριθμόν ένα κίνδυνο για το είδος. «Αυτό απαγορεύει στους λύκους να επιβιώσουν χωρίς να επιβαρύνουν τον άνθρωπο. Ετσι, οι λύκοι ακολουθούν τις ανθρώπινες δραστηριότητες, οι οποίες πλέον έχουν φύγει από τις ορεινές περιοχές και έχουν κατέβει χαμηλότερα. Είναι μύθος ότι επειδή βλέπουμε λύκους σε χαμηλά υψόμετρα, είναι πάρα πολλοί. Απλώς εκεί είναι η τροφή τους. Αν θες να δεις λύκο στην Ελλάδα σήμερα, καλύτερα να μην... πάρεις τα βουνά. Οι λύκοι τριγυρίζουν κοντά σε κατοικημένες περιοχές, που βρίσκονται κοντά σε δάση. Γι' αυτό, πολύ συχνά πέφτουν θύματα τροχαίων».
Η δεύτερη μεγαλύτερη απειλή είναι η τοποθέτηση δηλητηριασμένων δολωμάτων (κυρίως με στρυχνίνη) από τους κτηνοτρόφους, πρακτική που παρότι από το 1993 απαγορεύεται διά νόμου, δεν έχει εκλείψει. Σύμφωνα μάλιστα με τον κ. Γιαννάτο, από αυτήν κινδυνεύουν εξίσου, εάν όχι περισσότερο, και πολλά άλλα ζώα.
Ολα αυτά δείχνουν ότι ο φόβος για τον «κακό λύκο» καλά κρατεί στην επαρχία. Μολονότι δεν έχει καταγραφεί ποτέ και σε κανένα μέρος επίθεση λύκου σε άνθρωπο, ο μύθος που τον θέλει εχθρό του ανθρώπου εξακολουθεί να λειτουργεί εις βάρος του. «Κι όμως, ο λύκος είναι ένα ντροπαλό και ήσυχο ζώο που αποφεύγει τον άνθρωπο. Είναι χαρακτηριστικό ότι κινείται νύχτα. Γι' αυτό δεν είναι εύκολο να τον δεις. Αν και τον έχει ανάγκη για να τραφεί, ο λύκος αποφεύγει τον άνθρωπο», καταλήγει ο κ. Γιαννάτος.
Η ζωή στην αγέλη.
Κάθε οικογένεια, μια αγέλη:
Κύριο χαρακτηριστικό των λύκων είναι ο υψηλός βαθμός κοινωνικής οργάνωσης, που βασίζεται στην αυστηρή κοινωνική ιεραρχία. Οι αγέλες που σχηματίζουν οι λύκοι στην Ελλάδα περιλαμβάνουν συνήθως 6 με 7 μέλη (σχεδόν ποτέ δεν υπερβαίνουν τα 13 - 15 άτομα), όσα δηλαδή είναι τα μέλη της οικογένειας.
Ζευγάρι για πάντα: Σε κάθε αγέλη, υπάρχει ένα κυρίαρχο αρσενικό που μαζί με ένα θηλυκό, αποτελούν τον πυρήνα της. Το ζευγάρι μπορεί να παραμείνει ενωμένο για πάντα, εκτός κι αν κάποιο άλλο δυνατότερο αρσενικό νικήσει το κυρίαρχο αρσενικό ή κάποιο από τα ζώα πεθάνει. Ετσι εξασφαλίζεται η αναπαραγωγή δυνατών και υγιών απογόνων, ενώ μειώνονται οι πιθανότητες κληρονομικότητας ασθενών γονιδίων.
Η επικράτεια: Κάθε αγέλη ορίζει τη δική της περιοχή και συνήθως κινείται μέσα στα όριά της. Την επικράτεια οριοθετεί το αρσενικό με ούρα και γδαρσίματα σε δέντρα. Τα καθορισμένα όρια δεν επιτρέπεται να παραβιάσει καμιά άλλη αγέλη. Αν το τολμήσει, μπορεί να ακολουθήσουν μέχρι και θανατηφόρες συγκρούσεις.Το κυνήγι είναι η σημαντικότερη δραστηριότητα της αγέλης. Ενώ γίνεται ομαδικά, συντονίζεται από τον αρχηγό. Παραδόξως, τα θύματα που επιλέγουν οι λύκοι είναι ζώα πιο μεγαλόσωμα από τους ίδιους. Οταν υπάρχει μεγάλη διαθεσιμότητα θηραμάτων, οι λύκοι θανατώνουν περισσότερα ζώα απ' όσα χρειάζονται για να τραφούν. Μπορούν άλλωστε να καταναλώσουν περισσότερα από 7 κιλά κρέας ανά άτομο - μόνο σε ένα γεύμα! Μπορούν όμως και να επιβιώσουν για αρκετές ημέρες χωρίς καθόλου τροφή.
Το παιχνίδι του ζευγαρώματος: Ξεκινά στο τέλος του χειμώνα. Κατά κανόνα, τα αρσενικά δίνουν μάχες για να κερδίσουν το θηλυκό. Παρά τη σφοδρότητα που χαρακτηρίζει αυτούς τους αγώνες, δεν σημειώνονται ποτέ θάνατοι. Οποιος επικρατήσει χρίεται αρχηγός της αγέλης, ενώ ο χαμένος δέχεται την ήττα και ακολουθεί μοναχική πορεία. Οι μοναχικοί λύκοι περιφέρονται στις περιοχές επικράτειας άλλων αγελών, αλλά δεν συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή. Ακολουθούν από απόσταση και αποφεύγουν να ουρλιάζουν.
Νέα μέλη στην οικογένεια: Σε 63 περίπου μέρες μετά το ζευγάρωμα (Απρίλιος - Ιούνιος) θα γεννηθούν τα μικρά. Οι λύκοι γεννούν από 3 έως 7 μικρά, που εντάσσονται στην αγέλη. Την ανατροφή τους θα αναλάβουν από κοινού οι γονείς και τα υπόλοιπα μέλη της αγέλης, παρέχοντάς τους τροφή και προστασία. Η γέννηση των μικρών επηρεάζει τις συνήθειες της αγέλης που σταματά τις πολλές μετακινήσεις. Τις 8 πρώτες εβδομάδες, όσο τα λυκάκια θηλάζουν, η μητέρα δεν τα εγκαταλείπει σχεδόν ποτέ. Θα περάσουν αρκετοί μήνες έως ότου τα μικρά ακολουθήσουν την αγέλη στις μετακινήσεις της. Θα παραμείνουν στην οικογένεια μέχρι να γίνουν ενός έτους οπότε και θα έχουν ολοκληρώσει την εκπαίδευσή τους και θα έχουν μυηθεί στα μυστικά της επιβίωσης.
Ποιος είναι ο... κακός ο λύκος:
• Ο πρώτος πρόγονος του λύκου εμφανίστηκε πριν από 54 εκατομμύρια χρόνια στη Βόρεια Αμερική, ενώ με τη σημερινή του μορφή πριν από 1,5 εκατ. χρόνια.
• Αποτελεί τον μεγαλύτερο σε μέγεθος εκπρόσωπο των κυνοειδών.
• Σήμερα επιβιώνουν δύο είδη λύκων, ο γκρίζος -αυτός με τη μεγαλύτερη εξάπλωση- και ο κόκκινος που ζει μόνο στις νοτιοανατολικές πολιτείες των ΗΠΑ και το Μεξικό.
• Αν και ζώο σαρκοφάγο, τρελαίνεται για τα σταφύλια!
• Εχει υψηλή νοημοσύνη και ανεπτυγμένη κοινωνική οργάνωση.
• Ζει κατά μέσον όρο 8 έως 16 χρόνια.
• Το βάρος του μεσογειακού λύκου κυμαίνεται από 20 έως 40 κιλά και το μήκος του φθάνει το 1 - 1,5 μέτρο, ενώ στο τρίχωμά του κυριαρχεί το καφέ χρώμα με χαρακτηριστική γκρίζα ράχη.
• Το κρανίο του είναι μεγάλο σε σχέση με το σώμα του, με ισχυρές γνάθους για αρπαγή και τεμαχισμό της λείας. Διαθέτει 42 δόντια με κυνόδοντες που φθάνουν έως και τα 7 εκατοστά. Το δάγκωμά του είναι δυο φορές πιο ισχυρό από του σκύλου.
• Το στέρνο του είναι μυώδες και τα πόδια του εξαιρετικά δυνατά και ψηλά ώστε να αναπτύσσει ταχύτητες έως και 40 χλμ./ώρα. Τα πέλματά του είναι στραμμένα προς τα έξω για να επιτρέπουν άνετο βάδισμα στο χιόνι.
• Η ισχυρότερη αίσθησή του είναι η όσφρηση. Μπορεί να εντοπίσει το θήραμά του σε απόσταση 3 χιλιομέτρων μόνο από τη μυρωδιά. Η ρινική του κοιλότητα είναι 14 φορές μεγαλύτερη από του ανθρώπου.
• Η ακοή του είναι επίσης δυνατή. Αντιλαμβάνεται ήχους σε ευρύ φάσμα συχνοτήτων από 250 Hz ώς 30.000 Hz.
• Ενώ τα περισσότερα θηλαστικά έχουν ασπρόμαυρη όραση, ο λύκος μπορεί και ξεχωρίζει το κόκκινο χρώμα που αντιστοιχεί στο αίμα και το κίτρινο χρώμα που αντιστοιχεί στα ούρα.• Οι λύκοι επικοινωνούν μεταξύ τους με χαρακτηριστικές εκφράσεις του προσώπου, στάσεις του σώματος και ποικιλία ήχων.
• Οσα χρόνια κι αν παραμείνει στην αιχμαλωσία, δεν πρόκειται ποτέ να αποκτήσει τη συμπεριφορά σκύλου - δεν θα γίνει ποτέ ένας καλός φύλακας ή ένα υπάκουο κατοικίδιο.
«Η ΜΑΓΙΚΗ ΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΑΝΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ»
Aν υπάρχει ένας άνθρωπος στην Ευρώπη που γνωρίζει τον λύκο καλύτερα ίσως από τον καθένα, αυτός είναι ο καθηγητής Βιολογίας και Ζωολογίας του Πανεπιστημίου της Ρώμης, Λουίτζι Μποϊτάνι. Από το 1973 μελετά συστηματικά τον λύκο στην Ιταλία αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Εκείνος εξάλλου συντόνισε και οργάνωσε τις προσπάθειες αύξησης του πληθυσμού του στη γειτονική χώρα κατά τις περασμένες δεκαετίες. Τα τελευταία 30 χρόνια, διετέλεσε σύμβουλος του υπουργείου Γεωργίας της Ιταλίας και του Γαλλικού Υπουργείου Περιβάλλοντος, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του WWF, του Συμβουλίου της Ευρώπης και πλήθους άλλων φορέων και οργανισμών.
Σε ποια κατάσταση βρίσκεται ο πληθυσμός του λύκου σήμερα στην Ευρώπη;
Η γενική εικόνα που παρουσιάζει είναι ιδιαίτερα θετική. Ο πληθυσμός του λύκου άρχισε να αυξάνεται στα τέλη της δεκαετίας του '70, συνεχίστηκε κατά τη δεκαετία του '80 και εξακολουθεί μέχρι σήμερα. Η αύξηση αυτή αφορά τόσο τους απόλυτους αριθμούς όσο και τις περιοχές στις οποίες κατανέμεται ο λύκος. Ασφαλώς υπάρχουν εξαιρέσεις, όπου ο πληθυσμός των λύκων μειώνεται κατά τόπους, όμως πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις.
Υπάρχει περίπτωση η θετική εικόνα να αναστραφεί;
Ελπίζω πως όχι. Αντίθετα, φιλοδοξούμε οι αυξητικές τάσεις που σημειώνει ο πληθυσμός του λύκου στην Ευρώπη να συνεχιστούν και στο μέλλον.
Πώς επιτύχατε την αύξηση του πληθυσμού του λύκου στην Ιταλία, στην οποία μάλιστα διαδραματίσατε πρωταρχικό ρόλο;
Ο καθοριστικός παράγοντας ήταν η εγκατάλειψη των ορεινών περιοχών από τον άνθρωπο, ο οποίος μετακινήθηκε στις πόλεις και τις παραλιακές ζώνες της χώρας. Η εισαγωγή θηραμάτων, όπως το ελάφι, ενίσχυσε επίσης σημαντικά την προσπάθειά μας.
Θεωρείτε δυνατή τη συνύπαρξη του ανθρώπου με την άγρια ζωή στις σύγχρονες κοινωνίες;
Υπάρχουν πολλά και καλά παραδείγματα συνύπαρξης, ειδικά στην Ευρώπη. Λύκους συναντάμε λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Ρώμη ή τη Μαδρίτη. Αρκούδες και λύγκες βρίσκουμε αντίστοιχα στη Σουηδία και την 'Ελβετία και μάλιστα κοντά σε πυκνοκατοικημένες περιοχές.
Η πρόσφατη ιστορία του Μπρούνο, της πρώτης καφέ αρκούδας που περπάτησε ελεύθερη στη Βαυαρία έπειτα από 170 χρόνια και τελικώς θανατώθηκε, απέδειξε για άλλη μια φορά ότι οι άνθρωποι φοβούνται τα άγρια ζώα. Επίσης, οι Γάλλοι δεν δείχνουν να ενθουσιάζονται με την αύξηση του πληθυσμού των λύκων στις Αλπεις. Πώς θα χαρακτηρίζατε τις συγκεκριμένες αντιδράσεις και νοοτροπίες;
Πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται τα μεγάλα σαρκοφάγα ζώα, αλλά αυτοί αποτελούν τη μειοψηφία. Η σιωπηλή πλειοψηφία είναι υπέρ της προστασίας των άγριων ζώων. Εξάλλου, όπως ισχύει γενικότερα σε όλα τα επιμέρους θέματα περί προστασίας της Φύσης, κάθε θετική εξέλιξη πηγάζει από την προσεκτική θεώρηση των διαφορετικών αναγκών και νοοτροπιών που επικρατούν. Ετσι μπορεί να βρεθεί και η συμβιβαστική λύση που θα καταφέρει να αναδείξει τη θέληση της πλειοψηφίας.
Τι ελπίζετε για το μέλλον; Στην ιδανική της εκδοχή, ποια μορφή θα είχε η συνύπαρξη ανθρώπου και άγριας ζωής;
Αν και είμαι αισιόδοξος, έχω βαθιά επίγνωση της αστάθειας που χαρακτηρίζει την ανθρώπινη ψυχολογία. Ανά πάσα στιγμή, δηλαδή, η ευνοϊκή διάθεση που υπάρχει σήμερα απέναντι στον λύκο μπορεί να μεταστραφεί. Η μαγική λέξη για την «ενόχληση» που προκαλούν στον άνθρωπο τα μεγάλα σαρκοφάγα, όπως και τα φυσικά φαινόμενα, είναι η ανεκτικότητα. Εξάλλου, η φιλοσοφία των μεσογειακών λαών, που πηγάζει από τον αρχαιοελληνικό και τον ρωμαϊκό πολιτισμό, βασίζεται στην επίτευξη της ανεκτικότητας. Το γεγονός ότι καταφέραμε να συνυπάρξουμε με την άγρια ζωή εδώ και χιλιετίες αποτελεί και την καλύτερη απόδειξη.
Ανέκαθεν ο «κακός» των παραμυθιών.
Η κακή του φήμη ξεκίνησε όταν κατά το Μεσαίωνα ξέσπασε επιδημία πανώλους και οι λύκοι ως πτωματοφάγοι έτρωγαν τους νεκρούς. Αργότερα, όταν στην Ελλάδα έπληξε τους λύκους επιδημία λύσσας η έντονη επιθετικότητά τους λόγω της ασθένειας μεγάλωσε το φόβο του κόσμου. Αλλά και μέχρι σήμερα η φιλολογία που τον συνοδεύει συνοψίζεται ίσως σε μία και μόνη φράση: είναι το άγριο ζώο που ρημάζει τα κοπάδια των βοσκών και καταστρέφει το βιος τους.
«Οταν ο άνθρωπος ήταν ακόμα κυνηγός, υπήρχε ένας φυσικός ανταγωνισμός με τον λύκο, αφού τα θηράματα και των δύο ειδών ήταν παρόμοια. Από τη στιγμή που άρχισε να εξελίσσεται και, κυρίως, να ανακαλύπτει τη δυνατότητα που ο ίδιος έχει να εκτρέφει ζώα, η αρνητική εικόνα του λύκου απέκτησε ακόμα μεγαλύτερες διαστάσεις για έναν απλό λόγο: ο λύκος δεν μπορούσε και δεν μπορεί να καταλάβει ότι τα ζώα του κοπαδιού αποτελούν περιουσία κάποιου άλλου», εξηγεί ο Λάζαρος Γεωργιάδης, βιολόγος - υπεύθυνος δράσεων του Αρκτούρου. «Ομως, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα δύο είδη έγινε ακόμα πιο έντονος, όταν ο άνθρωπος με το κυνήγι επενέβη στη Φύση σε τέτοιο βαθμό ώστε να πάρει από τον λύκο τη φυσική του λεία. Και αυτό είναι ξεκάθαρο στην περίπτωση της Ελλάδας, π.χ. με το ελάφι που εξοντώθηκε από τον άνθρωπο. Αφού, λοιπόν, ο λύκος δεν έβρισκε τροφή, θα πήγαινε να «κλέψει» την έτοιμη, τα πρόβατα των κτηνοτρόφων».
«Οσο κι αν μας κάνει κακό, δεν υπάρχει πιο θαυμαστό πλάσμα εκεί έξω».
O Γιάννης Τσέβρεχος από το Διάσελο Τρικάλων δεν είναι απλώς ένας ακόμα βοσκός της ελληνικής υπαίθρου. Μέσα από την παράλληλη δραστηριότητά του, αυτή της συγγραφής, και το βιβλίο του «Το Κοπάδι», κατέγραψε πριν από λίγα χρόνια τη ζωή των τσοπάνηδων και του ποιμνίου τους στις πλαγιές των βουνών της Θεσσαλίας. «...Ο βοσκότοπος του χωριού και γενικά τα τριγύρω πάντα κρατούν τους λύκους, και σίγουρα κάθε χρόνο έχουμε λύκαινες που γεννούν. Και κατά κάποιον τρόπο καλά είναι να γεννούν κοντά σε κοπάδι. Δεν πειράζουν ποτέ κοπάδια που βρίσκονται γύρω από τη φωλιά τους», σημειώνει στα τετράδια που κρατάει σχεδόν καθημερινά. Του ζητήσαμε να μας μιλήσει για την ανταγωνιστική σχέση που έχει αναπτύξει ο άνθρωπος με τον λύκο, από τη δική του σκοπιά, του κτηνοτρόφου. «Γι' αυτό το ζώο δεν μπορείς να μιλήσεις με δυο λόγια», παρατηρεί. «Γιατί όσο κι αν μας κάνει κακό, ξέρουμε πως σαν τον λύκο δεν υπάρχει πιο θαυμαστό, πιο απρόβλεπτο, πιο έξυπνο πλάσμα εκεί έξω...».
Πότε ήταν η τελευταία φορά που κάποιος λύκος επιτέθηκε στο κοπάδι σας;
Εδώ και 20 μέρες μας έχουν φάει πάνω από 10 ζώα στο χωριό. Εχασα κι εγώ μια γίδα. Συμβαίνει συχνά αυτό, αλλά δεν είναι κάτι καινούργιο. Το έχουμε συνηθίσει. Και ξέρουμε ότι τουλάχιστον ένα 5% των γιδοπροβάτων δεν θα το γλιτώσουμε, ό,τι και να κάνουμε. Οταν κατεβαίνουν κάτω στον κάμπο, οι λύκοι μπαίνουν ακόμα και στα μαντριά. Παλιότερα δεν το κάνανε. Τώρα όμως δεν βρίσκουν φαΐ έξω. Και με κάποιον τρόπο πρέπει κι αυτοί να ζήσουν».
Αποτελεί πράγματι τον μεγαλύτερο εχθρό του κτηνοτρόφου;
Φυσικά. Αλλά είναι κι ένας καλός τρόπος για να μένουμε σε επαγρύπνηση. Να πηγαίνουμε κοντά στα ζώα, να τα φυλάμε, να μην τα αφήνουμε μόνα τους. Μας κρατάει εκεί έξω. Γι' αυτό έχουμε και τα σκυλιά, που από μικρά τα μαθαίνουμε να τον κυνηγούν. Οσο παράξενο κι αν ακούγεται, χωρίς τον λύκο το σκυλί χάνει την επαφή με το κοπάδι ή το κοπάδι ξεσυνηθίζει το γάβγισμά του. Ετσι, ενώ τα πρόβατα είναι μαθημένα να μη φοβούνται το σκυλί και να γνωρίζουν ότι τα φυλάει κιόλας, η έλλειψη του λύκου τα κάνει να σκιάζονται από τον ίδιο το σκύλο.
Μπορεί ο κτηνοτρόφος να φτάσει και σε ακρότητες;
Παλιά κάναμε αισχρά πράγματα. Αν μια κυρία έχει ένα σκυλάκι και εσύ πας και του ρίξεις κλωτσιά, αυτή δεν θα σε χτυπήσει; Πόσω μάλλον αν βρεις το ζώο σου σκοτωμένο. Αν λοιπόν το βάζαμε σκοπό, είχαμε όπλα, ξέραμε πού περπατάει, τον παραφυλάγαμε και στήναμε παγάνες. Τώρα πια αυτά δεν γίνονται. Οι λύκοι έχουν έτσι κι αλλιώς λιγοστέψει και η ζημιά που κάνουν δεν φαίνεται τόσο.
Είναι προβλέψιμη η συμπεριφορά τους;
Τα σκυλιά είναι τα μόνα πλάσματα που μπορούν να καταλάβουν ότι ο λύκος βρίσκεται κοντά. Τον προδίδει η μυρωδιά του. Γιατί κατά τ' άλλα, είναι πανέξυπνο ζώο. Μελετάει συνέχεια και πολύ κάθε κίνηση. Γι' αυτό τον λέμε και στρατηγό. Μπορεί επί 4 μέρες απλώς να παρακολουθεί το κοπάδι, χωρίς να κάνει τίποτα. Και να περιμένει την κατάλληλη στιγμή, για να χτυπήσει την 5η μέρα.
Σας έχει τύχει παρόμοιο περιστατικό;
Το 1984 μου συνέβη κάτι πολύ παράξενο, και δεν μπορώ να το ονομάσω σύμπτωση. Ετυχε μια μέρα και τραυμάτισα έναν, πρέπει να τον σκότωσα. Μέχρι τότε και για 4 - 5 χρόνια δεν με είχε ενοχλήσει λύκος ποτέ. Από εκείνη τη μέρα, μου έκανε τρομερή ζημιά. Μέσα σε 1 - 1½ χρόνο πρέπει να μου έφαγε ίσαμε και 80 ζώα. Ηταν το θηλυκό, που έπαιρνε την εκδίκησή του.
Ο «κακός λύκος» επιτίθεται στον άνθρωπο;
Σπάνια. Πολύ λίγες φορές ακούσαμε στο χωριό τέτοιο πράγμα. Να ξέρετε πως η φωνή του ανθρώπου νικάει τα πάντα. Ο λύκος μας φοβάται, ακόμα κι αν βρισκόμαστε 1 χλμ. μακριά του...
Υιοθετήστε ένα λύκο.
Ο Αρκτούρος δραστηριοποιείται από το 1998 για τη διατήρηση των πληθυσμών του λύκου στην Ελλάδα, με έμφαση στις περιοχές που αποτελούν βιότοπο του λύκου κα βρίσκονται κάτω από τον 39ο παράλληλο, όπου ο λύκος αποτελεί προστατευόμενο είδος. Στην Αγραπιδιά του νομού Φλώρινας δημιουργήθηκε, στο πλαίσιο των δράσεων του προγράμματος LIFE - ΛΥΚΟΣ (1998 - 2001), το Καταφύγιο του Λύκου: ένα ειδικό περιφραγμένο τμήμα φυσικού δάσους βελανιδιάς, έκτασης 70 στρεμμάτων. Εκεί φιλοξενούνται αιχμάλωτοι λύκοι που προέρχονται είτε από κατασχέσεις είτε από ζωολογικούς κήπους και αδυνατούν να επανενταχθούν και να επιβιώσουν στο φυσικό τους περιβάλλον. Πριν εισαχθούν στο Καταφύγιο, όπου σήμερα φιλοξενούνται δύο αγέλες, του Χορτιάτη με 5 λύκους, και της Λύκαινας με 9, τα ζώα περιθάλπονται και στειρώνονται στον Κτηνιατρικό Σταθμό. Με το ποσό των 200 ευρώ, μπορείτε να γίνετε κηδεμόνας μιας από τις φιλοξενούμενες αγέλες λύκων για ένα χρόνο. Τα χρήματα αυτά καλύπτουν σημαντικό μέρος των εξόδων για τη διατροφή και περίθαλψη των ζώων.
Το Περιβαλλοντικό Κέντρο του Αρκτούρου στον Αετό Φλώρινας είναι ανοιχτό για την ενημέρωση και ευαισθητοποίηση του κοινού καθημερινά εκτός Τετάρτης, από τις 10 το πρωί ώς τις 5 το απόγευμα. Τηλέφωνο: 23860 41500.

Ιστορίες για αρκούδες...

Ο Οσκαρ παίζει στην αυλή
Του DARCY FREY / The New York Times


Στο Ουίσλερ του Καναδά, οι κάτοικοι εδώ και πολλά χρόνια ζουν μαζί με τις αρκούδες. Τι γίνεται όμως όταν τα πράγματα βγαίνουν εκτός ελέγχου; Τότε επιστρατεύονται οι ειδικοί ψυχολόγοι συμπεριφοράς, τα σώματα ασφαλείας, οι ίδιοι οι κάτοικοι. Oχι για να κυνηγήσουν, αλλά για να εκπαιδεύσουν τις αρκούδες να ξαναμάθουν να φοβούνται τον άνθρωπο.

Oι αρκούδες είναι οι τακτικότεροι επισκέπτες του Ουίσλερ, μαζί με τους τουρίστες, που καταφθάνουν κάθε χρόνο στο θέρετρο, 125 χλμ. βόρεια του Βανκούβερ. Oταν τη δεκαετία του '60 κατασκευάστηκε το πρώτο κατάλυμα στην περιοχή, όλα έγιναν σωστά - δεν κατέστρεψαν το περιβάλλον. Κανείς όμως δεν μπορούσε να φανταστεί μία ακόμη συνέπεια - άγριες αρκούδες τόσο συμφιλιωμένες με την ανθρώπινη παρουσία που οι βιολόγοι λένε πως δεν έχουν ξαναδεί. Αρκούδες που ανοίγουν τις πόρτες των φορτηγών και κάθονται αναπαυτικά στη θέση του συνοδηγού. Αλλες που παρελαύνουν μαζί με το πλήθος στην εθνική επέτειο. Αρκούδες στις παμπ, στα ξενοδοχεία, στους αγρούς, στα υπόγεια γκαράζ. Οι κάτοικοι γνωρίζουν ότι μόνο μια φορά προκλήθηκε στην πόλη τους ζημιά από αρκούδα, γι' αυτό ανέχονται τα καπρίτσια τους και μάλιστα είναι και περήφανοι γι' αυτές. Η Τζούνιπερ, ο Μπέρι, ο Οσκαρ και η παρέα τους αποτελούν κομμάτι της μικρής πόλης.
Το Ουίσλερ έχει σήμερα 9.000 μόνιμους κατοίκους. Δύο εκατομμύρια τουρίστες επισκέπτονται το χρόνο τα πολυτελή καταλύματα της περιοχής κυρίως για να κάνουν σκι - η πόλη πρόκειται να φιλοξενήσει αγωνίσματα των χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων του 2010. «Kατοικείται» επίσης και από 100 μαύρες αρκούδες που κινούνται στα γύρω βουνά και την κοιλάδα. Δεκατέσσερις από αυτές έχουν ήδη καταγραφεί και φορούν κολάρο με μικροπομπό. Η βιολόγος και ειδικός στη συμπεριφορά της αρκούδας Λόρι Χόμστολ κάθε πρωί κάνει περιπολίες με το εξοπλισμένο φορτηγάκι της. Μια μέρα ακολουθώντας το σήμα έφθασε σε ένα πάρκο γεμάτο οικογένειες που έκαναν πικ - νικ. Εντόπισε μια αρκούδα 180 κιλών, τον Κομόρ, να κρύβεται πίσω από μία βρύση μόλις 15 μέτρα μακριά. Και ο Κομόρ δεν ήταν ο μόνος. Σε ένα δασάκι 10 μίλια βόρεια από την πόλη βρήκε τον Μπλου, μια γέρικη και σημαδεμένη από τις μάχες αρκούδα που είχε πρόσφατα μεταφερθεί σε μια προσπάθεια να τον κρατήσουν μακριά.
Από το 1999 η κοινότητα του Ουίσλερ προσπαθεί να λύσει τις διαφορές της με τις αρκούδες χωρίς να καταφύγει στη «διαχείριση μέσω ύπνωσης» - στη νάρκωση δηλαδή των θηλαστικών από ειδικευμένους φρουρούς που τα πυροβολούν με ένα βέλος που περιέχει ναρκωτικό. Ο φόβος των ανθρώπων για τις αρκούδες δεν δικαιολογείται από τους αριθμούς. Σε πληθυσμό 900.000 αρκούδων σημειώνεται μόνο ένας σοβαρός τραυματισμός ανθρώπου κατ' έτος. Στη συνάντηση αρκούδας - ανθρώπου αυτός που διατρέχει κίνδυνο είναι συνήθως η αρκούδα.
Μαθήματα εκατέρωθεν.
Η κοινότητα του Ουίσλερ έχει μέχρι σήμερα ξοδέψει εκατομμύρια δολάρια προσπαθώντας να περιφράξει τα σκουπίδια της και να μάθει τους κατοίκους του πώς να συμπεριφέρονται μπροστά στις αρκούδες διδάσκοντάς τους τον κώδικα επικοινωνίας των ζώων (κυριαρχία, στάση του σώματος, κοίταγμα στα μάτια).
Επιπλέον για τρία καλοκαίρια δούλεψε στην πόλη μια ομάδα βιολόγων, οι οποίοι προσπάθησαν να διδάξουν τις αρκούδες αυτά που η συμβίωση με τον άνθρωπο τις έκανε να ξεχάσουν: ότι οι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι και καλά θα κάνουν να το βάζουν στα πόδια όταν τους βλέπουν. Γι' αυτό και χρησιμοποιούν σφεντόνες και βόλους κάθε φορά που εντοπίζουν μια αρκούδα να έχει χώσει τη μουσούδα της στα σκουπίδια. Παρ' όλα αυτά, οι αρκούδες του Ουίσλερ εξακολουθούν να μη φοβούνται τους ανθρώπους. Στα μέσα Νοεμβρίου, σε 90 περιπτώσεις αρκούδες προσπάθησαν να «επισκεφθούν» σπίτια, σε 50 περιπτώσεις το κατάφεραν. Τη χρονιά που διανύουμε οι φρουροί σκότωσαν εννέα αρκούδες, έξι επτά ακόμη χτυπήθηκαν από αυτοκίνητο και πέθαναν.
Γιατί οι αρκούδες διάλεξαν το Ουίσλερ;
Με τον περιορισμό του άναρχου κυνηγιού και την απαγόρευση της χρήσης παγίδων, ο πληθυσμός της μαύρης αρκούδας διπλασιάσθηκε σχεδόν από το 1950 στη Βόρειο Αμερική.
Ο ανθρώπινος πληθυσμός αυξάνεται, παράλληλα, καταλαμβάνοντας όλο και περισσότερο τον βιότοπο της αρκούδας. Οταν οι μπουλντόζες άρχισαν να ξεριζώνουν δέντρα και να δημιουργούν τουριστικά θέρετρα, όχι μόνο κατέλαβαν τα μέρη όπου οι αρκούδες έβρισκαν τροφή, τους δρόμους που ταξίδευαν αλλά και τους τόπους όπου έκαναν τις φωλιές τους.
Με τον τρόπο αυτό, τις ώθησαν προς τις κατοικημένες περιοχές. Αυτό που διαφοροποιεί το Ουίσλερ είναι η σχεδόν δρυϊδική αφοσίωση των κατοίκων στα δένδρα. Σε μια πόλη με πολλά δένδρα οι αρκούδες μπορούν να μπουν κρυφά, ακόμα και λίγα μέτρα από τους πεζόδρομους του χωριού, χωρίς να γίνουν αντιληπτές. Οταν εμφανίζονται, υπάρχει συνήθως δίπλα ή πίσω τους κάποιο δένδρο στο οποίο μπορούν να κρυφτούν σε περίπτωση ανάγκης.
Μόνο σε ανάγκη προτιμούν το ανθρώπινο φαγητό.
Εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε λανθασμένα ότι όταν μια αρκούδα δοκιμάσει ανθρώπινη τροφή την θεωρεί πολύ νόστιμη. Κι όμως, δεν είναι σωστό. Οι αρκούδες προτιμούν τα άγρια φρούτα του δάσους, όταν και όσο τα βρίσκουν. Η βιολόγος Λυν Ρότζερς, η οποία έχει δουλέψει με τις μαύρες αρκούδες της Μινεσότα διευκρινίζει ότι, ακόμα κι αν έχουν εύκολη πρόσβαση σε ανθρώπινη τροφή, τα θηλαστικά αυτά προτιμούν να ψάξουν μυρμήγκια και φύλλα της κάλλας, του φυτού που προτιμούν. Ο Στέφεν Χερέρο, περιβαλλοντολόγος στο Πανεπιστήμιο του Κάλγκαρι και συγγραφέας του εξαιρετικού έργου «Επιθέσεις της Αρκούδας: Οι λόγοι που τις προκαλούν και οι τρόποι αποφυγής τους», αναφέρει μια παρόμοια μελέτη που έγινε στο Εθνικό Πάρκο του Γέλοου Στόουν. Σε αυτήν αποδεικνύεται ότι οι συγκρούσεις αρκούδας και ανθρώπου μειώνονται όταν υπάρχουν άφθονα καρύδια. Αντίθετα, όταν η φυσική τους τροφή σπανίζει είτε λόγω καταστροφών, όπως η παρατεταμένη ξηρασία, είτε λόγω επέκτασης των κατοικημένων περιοχών, οι αρκούδες απελπίζονται και αρχίζουν να ψάχνουν ανθρώπινες τροφές και σκουπίδια.
Τα κυρίαρχα αρσενικά φαίνεται ότι ελέγχουν ό,τι απέμεινε από τον φυσικό τους βιότοπο στην περιοχή του Ουίσλερ. Οι μητέρες με τα μικρά τους ή όσα μόλις απογαλακτίσθηκαν αλλά και όσες αρκούδες είναι ανήμπορες να κυνηγήσουν, κατευθύνονται προς τις πόλεις. «Κουμάντο στις μαύρες αρκούδες κάνει ο φόβος και το φαγητό. Ο φόβος είναι πολύ σημαντικός», λέει η Ρότζερς, «δεν θέλουν τη σύγκρουση. Αλλά θα ξεπεράσουν το φόβο τους για να φάνε».
Δύο φόνοι που δίχασαν την πόλη.
Στους κύκλους των περιβαλλοντολόγων συχνά θεωρείται επιτυχία όταν τα ζώα βρίσκουν τρόπους να ζήσουν και να κινηθούν στο αλλαγμένο, συχνά κατεστραμμένο, από τον άνθρωπο τοπίο. Ομως τα ζώα συχνότερα βρίσκονται σε δύσκολη θέση γιατί αυτό που μοιάζει με τον ιδανικό βιότοπο, κρύβει άπειρους κινδύνους. Με όλους αυτούς τους τενεκέδες και τα σκουπίδια, το Ουίσλερ πρέπει να φάνηκε στα μάτια της 3χρονης Τζούνιπερ και του γιου της Μπέρι (7 μηνών) ως ο ποθούμενος βιότοπος. Οι δύο αρκούδες μπήκαν πέρυσι τον Ιούλιο από το ανοιχτό παράθυρο σε ένα σπίτι, ενώ οι κάτοικοί του βρίσκονταν στον επάνω όροφο. Πριν προλάβει να φθάσει ο φρουρός με έναν αστυνομικό, και οι δύο είχαν βγει από το σπίτι και μάλιστα ο Μπέρι, που ζύγιζε 10 κιλά, είχε σκαρφαλώσει σ' ένα δένδρο. Ομως, η Τζούνιπερ είχε ήδη προκαλέσει ζημιές στην ιδιοκτησία και, σύμφωνα με την άποψη του φρουρού, το αρκουδάκι ήταν πιθανόν από, δω κι εμπρός να συνδέει τους ανθρώπους με την τροφή και να γίνει επιθετικός μεγαλώνοντας. Ακολουθώντας το γράμμα του νόμου για τις αρκούδες που έχουν εισβάλει σε κατοικία ή αυτές που δυνητικά θα μπορούσαν να τραυματίσουν άνθρωπο, ο φρουρός και ο αστυνομικός σκότωσαν και τις δύο αρκούδες.
Ο φόνος της Τζούνιπερ και του Μπέρι άνοιξε τους κρουνούς του θυμού. Οι περισσότεροι στράφηκαν κατά του φρουρού και του αστυνομικού. «Είναι άραγε η θανατική ποινή, χωρίς δίκη και ενόρκους, η κατάλληλη απάντηση σε μια αρκούδα που απλώς προσπαθεί να φάει;», αναρωτιέται η Σύλβια Ντόλσον διευθύντρια της τοπικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας προστασίας της αρκούδας «Εξυπνη Δράση».
Βλέποντας τον φρουρό που πυροβόλησε τις αρκούδες, ένας εξαγριωμένος κάτοικος τού φώναξε: «Ωστε εσύ είσαι ο τύπος που σκότωσε τις αρκούδες». Ο φρουρός ανταπάντησε: «Οχι, εγώ απλώς πάτησα τη σκανδάλη. Εσείς, τα μέλη της κοινότητας που δεν φροντίζετε να φυλάσσετε σωστά τα σκουπίδια σας, εσείς σκοτώσατε τις αρκούδες». Το μήνυμα ελήφθη. Από τότε, όταν οι κάτοικοι έβλεπαν κάποιον που δεν διαχειριζόταν σωστά τους κάδους, τηλεφωνούσαν και τον κατήγγελλαν στην κοινότητα. Ο φρουρός είχε βέβαια και τους υπερασπιστές του, ακόμη και ανάμεσα σε αυτούς που εργάζονται και για τις αρκούδες. «Συνεργάζομαι με τους τύπους αυτούς καθημερινά», είπε η Χόμστολ, «και ξέρω καλά ότι δεν τους αρέσει να σκοτώνουν τα ζώα. Είναι αλήθεια ότι το μόνο χειρότερο από το να σκοτώσεις μια αρκούδα είναι να πρέπει να εξηγήσεις γιατί δεν σκότωσες την αρκούδα που σκότωσε ένα τρίχρονο παιδί».
H δολοφονία της Tζούνιπερ και του Μπέρι οδήγησαν σε μια μεγάλη σύσκεψη των παραγόντων της πόλης, ένα μήνα μετά το συμβάν. Πήραν μέρος μέλη της τοπικής αυτοδιοίκησης, της εταιρείας προστασίας της μαύρης αρκούδας, της εταιρείας που έχει αναλάβει τη διαχείριση των σκουπιδιών, εκπρόσωπος της Ολυμπιακής Επιτροπής, ο αξιωματικός των φρουρών της αρκούδας, η οργάνωση προστασίας της αρκούδας «Εξυπνη Δράση», και η Βασιλική Καναδική Εφιππη Αστυνομία. Η σύσκεψη κράτησε τρεις ώρες, μέσα σε βαριά ατμόσφαιρα λόγω του φόνου των δύο αρκούδων. Ποιο πρέπει να είναι το «πρωτόκολλο θανάτωσης»; Τι συμβαίνει αν μια αρκούδα μπει σε ανθρώπινη ιδιοκτησία χωρίς να προκαλέσει καταστροφές; Μήπως θα έπρεπε οι φρουροί να συμβουλεύονται την Οργάνωση για τις αρκούδες του Ουίσλερ πριν σκοτώσουν κάποια αρκούδα; Αυτό σήμαινε ότι θα καταργηθεί η «διακριτική» ευχέρεια των φρουρών ή ότι απλώς θα γίνεται κάποιος έλεγχος; Η συζήτηση στράφηκε στην προστασία από την αρκούδα. Με ποιους τρόπους θα τις απέτρεπαν από το να εισβάλλουν στο χώρο; Με σωστά προφυλαγμένα σκουπίδια, με ηλεκτροφόρα σύρματα; Με πόρτες, κλειδαριές κ.λπ. «Τα φρούτα του δάσους ωριμάζουν αυτή τη στιγμή στα 1.000 μέτρα», είπε ο Αρθουρ ντε Γιόνγκ, ο περιβαλλοντικός υπεύθυνος του συγκροτήματος του σκι. «Αν έχουμε ήλιο ώς το τέλος Αυγούστου, τα πράγματα μάλλον θα εξελιχθούν θετικά. Τα άφθονα φρούτα σπάνια θα οδηγήσουν τις αρκούδες στις κατοικημένες περιοχές. Αν όμως τα φρούτα καταστραφούν, τότε θα βλέπουμε τις αρκούδες μπροστά μας ώς τον Οκτώβριο». Κι όπως όλοι επεσήμαναν οι «συγκρούσεις» είναι πιο συχνές την άνοιξη, όταν οι αρκούδες χρειάζονται περισσότερη τροφή. Στη ζωή και στο θάνατο οι αρκούδες στοιχειώνουν το Ουίσλερ, βάζοντας σε δοκιμασία την απόφαση της πόλης να τις αντιμετωπίσει χωρίς να καταφύγει στη σφαγή.
Η γλώσσα της αρκούδας.
Λίγο πριν φύγω από το Ουίσλερ, πήγα ένα απόγευμα με τη βιολόγο Λόρι Χόμστολ στο γήπεδο του πέιντ μπολ (που «συχνάζουν» αρκετές αρκούδες) για να παρακολουθήσω τα πειράματά της. Οταν πλησιάσαμε πολύ μια αρκούδα, αυτή ρουθούνισε και έκανε ένα βήμα προς εμάς. «Βλέπεις, έκανε μια επίθεση-μπλόφα», μου εξήγησε η βιολόγος. Οταν συναντήσαμε μια άλλη αρκούδα, εκείνη χτύπησε τα σαγόνια της και ξεφύσησε. «Είναι κλασική αντίδραση. Μας λέει: κάνετε πίσω, ήρθατε πολύ κοντά. Αν συνεχίσετε ή θα το βάλω στα πόδια ή θα σας επιτεθώ».
Αργότερα, περπατούσαμε στο δάσος πάνω από το γήπεδο του πέιντ μπολ όταν παρατηρήσαμε μια αρκούδα που έτρωγε. Μόλις μας είδε, άρχισε να γλείφεται. Η απόσταση που μας χώριζε ήταν μόνο έξι μέτρα, γι' αυτό και η δρ Χόμστολ μου ψιθύρισε να κάνουμε μεταβολή και να απομακρυνθούμε. Ετσι και κάναμε. Οταν έπειτα από λίγο, έριξα μια κλεφτή ματιά, η αρκούδα ήταν 4 μέτρα πίσω μας «παγωμένη». Συνεχίσαμε να υποχωρούμε. Η απόσταση είχε μειωθεί στα τρία μέτρα, ενώ η αρκούδα ήταν σταματημένη έχοντας πάντα οπτική επαφή με εμάς. Με έναν περίεργο τρόπο συνέχισε να μας παρακολουθεί από κοντά, χωρίς όμως ποτέ να καταφέρουμε να την δούμε να κινείται. Τι σημαίνει αυτή η συμπεριφορά, ρώτησα. «Δεν έχω ιδέα», μου απάντησε η δρ Χόμστολ, βαδίζοντας αργά προς το φορτηγό της. «Ούτε όμως θέλω να μείνω για να μάθω».

Κυνηγώντας τον Οσκαρ.
Ο Οσκαρ, ένας αρκούδος 50 κιλών, δυσκολευόταν ιδιαίτερα να βρει την τροφή του καθώς οι μεγαλύτερες τον έδιωχναν. Ετσι «εγκαταστάθηκε» στην πόλη. Η δρ Χόμστολ και οι βοηθοί της έμειναν έκπληκτοι από τη συμπεριφορά του. Οταν προσπάθησαν να μετρήσουν την απόσταση που χρειαζόταν να τον χωρίσει από τους ανθρώπους, πριν το βάλει στα πόδια, τον πλησίασαν στα 3 μέτρα και πάλι δεν έκανε βήμα. «Μας βλέπει σαν φόντο», είπε ο βοηθός της Χόμστολ. Μέρα - νύχτα τον ακολουθούσαν βήμα βήμα προσπαθώντας να του ξαναγεννήσουν τον φυσιολογικό φόβο για τον άνθρωπο. Πετώντας του βόλους επί πέντε 24ωρα κατάφεραν να τον επαναφέρουν. Μετά την 5ήμερη εκπαίδευση, ο Οσκαρ για μια εβδομάδα φερόταν… σαν φυσιολογικός αρκούδος. Επειτα από λίγο όμως, «ξέχασε» την εκπαίδευση και άρχισε να μπαίνει ξανά σε σπίτια. «Ο καημένος ο Οσκαρ!», λέει η δρ Χόμστολ, «αν τον βρίσκαμε όταν ήταν νεότερος…». Η ομάδα άρχισε και πάλι να τον κυνηγάει (και εγώ μαζί τους). Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα πως αν υπάρχει Θεός, θα γελούσε βλέποντας 3 βιολόγους, έναν δημοσιογράφο, έναν σκύλο και μια αρκούδα να τρέχουν γύρω γύρω κυνηγώντας ο ένας τον άλλον χωρίς αποτέλεσμα! Απ' ό,τι έμαθα, οι ειδικευμένοι φρουροί κατάφεραν να τον ναρκώσουν μετά ένα μήνα και να τον μεταφέρουν σε μια περιοχή, 5 μίλια νότια.

Οι δασικοί χάρτες...

Tης Τάνιας Γεωργιοπούλου
Περισσότερα από 1.900 αιτήματα πράξεων χαρακτηρισμού εκτάσεων των οποίων ο χαρακτήρας αμφισβητείται, πρέπει να διαχειριστούν ετησίως τα δασαρχεία της Αττικής. Ετησίως παρέχουν 2.500 βεβαιώσεις για τη μορφή εκτάσεων. Οκτακόσιες υποθέσεις αγωγών για την κυριότητα εκτάσεων εκδικάζονται κάθε χρόνο. Οι δασικοί υπάλληλοι σε αυτές τις δίκες καλούνται να παραστούν ως μάρτυρες και να υπερασπιστούν την περιουσία του Δημοσίου, δεδομένου ότι κάθε δασική έκταση θεωρείται δημόσια εκτός αν υπάρχουν τίτλοι που να αποδεικνύουν το αντίθετο – αντιδικώντας με τους πολίτες. Ακόμα, 300 υποθέσεις για την επίλυση δασικών προβλημάτων περίπου εκκρεμούν στο ΣτΕ. Οι δικογραφίες ανά έτος που αφορούν διεκδικήσεις πολιτών για την ιδιοκτησία ή τον αποχαρακτηρισμό δασών και δασικών εκτάσεων φτάνουν τις 2.500 σύμφωνα με στοιχεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Μπορεί να χρειαστούν περισσότερα από πέντε χρόνια, προκειμένου ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης να θεωρηθεί τελεσίδικος.
Είναι φανερό ότι ένας μεγάλος αριθμός πολιτών και μια ολόκληρη υπηρεσία ξοδεύουν χρόνο, ενέργεια και ασφαλώς δημόσιο χρήμα σε δικαστικές διαμάχες. Οι πρώτοι, προσπαθώντας να άρουν τον δασικό χαρακτήρα μιας έκτασης και να την αξιοποιήσουν ως οικόπεδο, δηλαδή να χτίσουν, οι δεύτεροι, προσπαθώντας να προστατεύσουν τα δάση. Θεωρητικά. Γιατί, βέβαια, πρακτικά δεν έχουν καθόλου χρόνο να ασχοληθούν με το «αντικείμενο» της επιστήμης τους. Γύρω από αυτούς και άλλες «ομάδες» κερδίζουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όπως δικηγόροι, συμβολαιογράφοι, μεσίτες και εργολάβοι. Και βέβαια, όπως συμβαίνει πάντα όταν μία κατάσταση είναι ρευστή, ανθούν η ασυδοσία και η διαφθορά.
Από το «δασικό πρόβλημα» όλοι έχουν να κερδίσουν κάτι. Η Δασική Υπηρεσία διαθέτει δύναμη καθώς από την κρίση ενός υπαλλήλου εξαρτάται αν ένας πολίτης θα κατέχει κάποια στρέμματα - οικόπεδα στην Εκάλη, αξίας εκατομμυρίων ευρώ, ή απλώς μια δασική έκταση για την οποία μάλιστα πρέπει να ξοδεύει και χρήματα για να την καθαρίσει.
Οι πολιτικοί, υποσχόμενοι εντάξεις σε σχέδια πόλης και αποχαρακτηρισμούς, καταφέρνουν να κρατούν σε ομηρία την εκλογική τους πελατεία. Και όλοι οι υπόλοιποι βρίσκουν δουλειά. Τα θύματα βέβαια σε όλη αυτή τη διαδικασία είναι κυρίως τα δάση, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι πολίτες, αυτοί που δεν είχαν την τύχη –ή την ατυχία– να διαθέτουν αμφισβητούμενες εκτάσεις.
Η σύνταξη των δασικών χαρτών, η καταγραφή δηλαδή των δασών και δασικών εκτάσεων, θα έλυνε το πρόβλημα. Ομως, τα πολλαπλά συμφέροντα που το έχουν οικοδομήσει και ζουν από αυτό δεν επιθυμούν τη λύση του.
Αν το νεοσύστατο υπουργείο Περιβάλλοντος και η υπουργός κ. Τίνα Μπιρμπίλη καταφέρουν, ξεπερνώντας όλους τους σκοπέλους, να αποκτήσει η χώρα επιτέλους δασικούς χάρτες (η υποχρέωση του κράτους να συντάξει δασικούς χάρτες υπάρχει στο νόμο 998 του 1978) θα είναι πραγματικά μια μεγάλη επιτυχία.

28/10/09

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΑΧΕΛΩΟΥ!


Η Πανελλαδική Κίνηση Ενάντια στην Εκτροπή του Αχελώου έχει συνέλευση για την οργάνωση των επόμενων δράσεων και κινήσεων την Τρίτη 3/11/2009 στις 21:00 στο Nosotros, θεμιστοκλέους 66, Εξάρχεια.

Ελλη Παππά.

Η Έλλη Παππά ήταν δημοσιογράφος και συγγραφέας, κόρη του Ευάγγελου Παππά και της Μαριάνθης Παπαδοπούλου.
Γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1920 (η μικρότερη από πέντε παιδιά: Ηρώ, Δέσποινα, Διδώ, Έλλη και Γιώργος). Αδελφή της ήταν η συγγραφέας Διδώ Σωτηρίου. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή η οικογένεια εγκαταστάθηκε στον Πειραιά.
«Γεννήθηκα στην Σμύρνη, παραμονή της καταστροφής, πέμπτο παιδί, αθέλητο και παραπεταμένο», γράφει αυτοβιογραφούμενη. «Η μάνα μου αρνήθηκε να με θρέψει».
«Δεν ήμουν παιδί, ήμουν άλλο πράμα και με πέταξε. Επέζησα χάρη στη μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας μου. Η καταστροφή έφερε την οικογένεια στον Πειραιά. Την υγεία μου την ανέλαβε η θάλασσα του Πειραιά και την αγωγή μου τα αλητάκια του Πειραιά. Όλα έδειχναν ότι η προλεταριακή μου συνείδηση ήταν εξασφαλισμένη. Τότε μπήκαν στη ζωή μου τα μεγαλύτερα παιδιά της οικογένειας, ο Γιώργος, που έγινε ασυρματιστής, και ο "άγγελος της ζωής μου", η Διδώ (Σωτηρίου), που ζούσε με την πλούσια αντιδραστική θεία, αδελφή του πατέρα μας. Από τη σκληρή δουλειά του ο Γιώργος, από μια έμφυτη συνείδηση η Διδώ, από κοντά κι η μάνα μας, είχαν γίνει και οι τρεις κομμουνιστές».
Φοίτησε αρχικά στη φιλοσοφική και στη νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, χωρίς όμως να ολοκληρώσει τις σπουδές της, λόγω της Κατοχής, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως δημοσιογράφος. Εργάστηκε στην παράνομη έκδοση του Ριζοσπάστη μέχρι το 1949, οπότε άρχισε η συνεργασία της με τον Νίκο Πλουμπίδη και από τον Ιούνιο του 1950 με τον Νίκο Μπελογιάννη που έγινε σύντροφός της.
Η Έλλη Παππά και ο Νίκος Μπελογιάννης συνελήφθησαν (Δεκέμβριος 1950) και παρέμειναν σε απομόνωση έως την πρώτη δίκη τους (Νοέμβριος 1951). Στη φυλακή γεννήθηκε ο γιος τους, Νίκος (Αύγουστος 1951). Ακολούθησε δεύτερη δίκη (Φεβρουάριος 1952). Καταδικάστηκαν σε θάνατο, ο Μπελογιάννης εκτελέστηκε, αλλά η Έλλη όχι, λόγω του βρέφους, και τελικά αποφυλακίστηκε την πρωτοχρονιά του 1964. Εργάστηκε στην ΕΔΑ και από το 1965 ήταν αρθρογράφος και μέλος της συντακτικής επιτροπής της εφημερίδας Δημοκρατική Αλλαγή. Με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 συνελήφθη και εξορίστηκε στη Γυάρο (αποφυλακίστηκε τον Ιούλιο του 1968, λόγω σοβαρής ασθένειας).
Ως δημοσιογράφος, εργάστηκε στην Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, στην εφημερίδα Μακεδονία, στο περιοδικό Γυναίκα, στην εφημερίδα Εξπρές και στην εφημερίδα Έθνος. Δραστηριοποιήθηκε στην μεταπολιτευτική ΕΔΑ και στο ΚΚΕ. Λόγω των πολιτικών διώξεων της Έλλης Παππά κατά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου, μεγάλο μέρος του αρχείου της έχει χαθεί. Από την περίοδο της φυλάκισής της σώζεται αλληλογραφία, κείμενα και ενθυμήματα, πολλά από τα οποία φυλάχθηκαν από το γιο της και την αδελφή της Διδώ Σωτηρίου. Σε δεκατρία χρόνια φυλακής, δεν έπαψε να δημιουργεί –κατάλληλα για την εκάστοτε ηλικία του– βιβλία για το παιδί που μεγάλωνε με τη φροντίδα της αδελφής της, Διδώς. Γραμμένα ή διασκευασμένα από την ίδια, ζωγραφισμένα και βιβλιοδετημένα στο χέρι με λεπτομέρεια, τα βιβλία που φιλοτέχνησε για το γιο της η Έλλη Παππά αποτελούν ακραία μορφή αντίστασης στη βαρβαρότητα της φυλάκισης για πολιτικούς λόγους.
Το 2002, η Έλλη Παππά εμπιστεύθηκε στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο το σύνολο του αρχείου της, που, ταξινομημένο πλέον, προστίθεται στις διαθέσιμες πηγές της μεταπολεμικής ιστορίας.
Η Έλλη Παππά συνέδεσε τη ζωή της με τους αγώνες της Αριστεράς και υπέφερε διώξεις και εξορίες μέχρι την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια, μετά την απόσυρσή της από τη δημοσιογραφία, είχε αφιερωθεί στο συγγραφικό της έργο που περιλαμβάνει δοκίμια φιλοσοφίας και πολιτικής σκέψης.
Πραγματοποίησε μελέτες για την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, όπως «Ο Πλάτωνας στην εποχή μας» και η «Σπουδή στο θέμα της Ελευθερίας - Η έννοια της ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό», και μελέτες για τον μαρξισμό και τον λενινισμό, όπως ο «Μύθος και ιδεολογία στη ρωσική επανάσταση -οδοιπορικό από το ρωσικό αγροτικό λαϊκισμό στο λαϊκισμό του Στάλιν» και «Ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου».
Οι μαρτυρίες της σε χειρόγραφα από τη φυλακή, διηγήματα και θεατρικά που, επίσης, έγραψε έγκλειστη στις φυλακές Αβέρωφ, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα άρθρα της στον παράνομο Τύπο του ΚΚΕ, στις εφημερίδες και στα περιοδικά της μεταπολίτευσης όπου εργάστηκε, αναδεικνύουν το ανήσυχο πνεύμα της.
Η Ελλη Παππά ήταν ήδη από τα γυμνασιακά της χρόνια οργανωμένη σε αντιδικτατορική ομάδα και μετά, στην Κατοχή, προσχώρησε στο ΕΑΜ και στο ΚΚΕ. Έως τη σύλληψή της, το 1950, δούλεψε για τα παράνομα έντυπα, συνεργάστηκε με τον Νίκο Πλουμπίδη και στη συνέχεια με τον Νίκο Μπελογιάννη.
Στη δίκη Μπελογιάννη καταδικάστηκε κι εκείνη σε θάνατο, αλλά η ποινή της δεν εκτελέστηκε, γιατί ο γιος που απέκτησε από τον Νίκο Μπελογιάννη, και που είχε στο μεταξύ γεννηθεί στη φυλακή, ήταν μόλις επτά μηνών. Αποφυλακίστηκε από τις φυλακές Αβέρωφ το 1963 και δούλεψε στη σύνταξη της εφημερίδας «Δημοκρατική Αλλαγή». Το 1967 η απριλιανή χούντα την εξόρισε στη Γυάρο. Αποφυλακίστηκε σε ενάμιση χρόνο, γιατί είχε αρρωστήσει σοβαρά. Η Σοβιετική Ένωση την προσκαλεί να τη φιλοξενήσει με τον γιο της, αλλά η ίδια αρνείται γιατί είχε διαφωνήσει με την εισβολή των τανκς στην, τότε, Τσεχοσλοβακία.
Μέχρι την πτώση της δικτατορίας δεν εργάστηκε σε εφημερίδες της εποχής, αλλά σε εγκυκλοπαίδειες και περιοδικά και αργότερα στην εφημερίδα «Μακεδονία», με ψευδώνυμο.
Στη μεταπολίτευση, η Έλλη Παππά συνοψίζει την επανασύνδεσή της με το ΚΚΕ, ως εξής: «Η επανένωση της Αριστεράς ξεκίνησε με καλούς οιωνούς και είχε οικτρό τέλος. Απεχώρησα από το ΚΚΕ, πράγμα που και η ηγεσία του επιθυμούσε».Δούλεψε στις εφημερίδες «Έθνος», «Μακεδονία» και στο περιοδικό «Γυναίκα» έως το 1990, οπότε και αφιερώθηκε αποκλειστικά στο συγγραφικό της έργο. Τα τελευταία πολιτικά βιβλία της είναι «Αποχαιρετισμός στον αιώνα μου» (εκδόσεις Κέδρος) και «Μακιαβέλι ή Μαρξ» (εκδόσεις Αγρα), κυκλοφόρησαν το 2006. Πέθανε στις 27 Οκτωβρίου του 2009 και σύμφωνα με την επιθυμία της τάφηκε δίπλα στον Ν. Μπελογιάννη.
Το έργο της.
Το έργο της Έλλης Παππά "ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΙΕΣ – Βιβλία από τη Φυλακή" (Εκδόσεις Καλειδοσκόπιο - Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο) παρουσιάστηκε την 1η Δεκεμβρίου 2006 στο Μουσείο Μπενάκη στην Αθήνα, με ομιλητές την Έλλη Παππά, τη συγγραφέα Άλκη Ζέη και τον δημοσιογράφο Στέλιο Κούλογλου.
Μελέτες
Ο Πλάτωνας στην Εποχή μας (1981, 1998)
Οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς στο Κεφάλαιο του Μαρξ (1983, 1984)
Σπουδή στο θέμα της Ελευθερίας - Η έννοια της ελευθερίας στον προσωκρατικό υλισμό (1985)
Μύθος και ιδεολογία στη Ρωσική Επανάσταση - Οδοιπορικό από το ρωσικό αγροτικό λαϊκισμό στο λαϊκισμό του Στάλιν (1990)
Ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου (1991)
Κομμούνα του 1871: Επανάσταση του 21ου αιώνα; (1992)
Λογοτεχνικά έργα
Το ημερολόγιο ενός φυλακισμένου (Μυθιστόρημα, Βουκουρέστι 1961)
Δουλειά της φυλακής (Διηγήματα και ποιήματα, 1979)
Άλλα έργα
Βίος και έργα της γάτας της Σοφής (1984)
Σελίδες από τον τύπο της Αντίστασης (1985)
Νίκος Κιτσίκης - Ο επιστήμονας, ο άνθρωπος, ο πολιτικός (1986)

27/10/09

Δημήτρης Λουκόπουλος.


Ο Δημήτρης Λουκόπουλος γεννήθηκε στη Αρτοτίνα Δωρίδας , στις 30 Αυγούστου 1874 , εκεί έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια κι' έμαθε και τα πρώτα γράμματα . Ήταν το πρώτο , απ' τα εφτά παιδιά , του Αρτοτινού εμποροκτηματία Νικολάκη Λουκόπουλου και της Φροσύνης , το γένος Κότταρη , απ' το Δάφνο , την παλιά Βοστινίτσα . Αφού συμπλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στα Σάλωνα ( Άμφισσα ) , γράφτηκε το 1889 , σε ηλικία δέκα πέντε χρονών στο Διδασκαλείο της Αθήνας . Στα 1892 βγήκε δάσκαλος και διορίστηκε στη Σαλαμίνα , την ίδια δε χρονιά , πήρε μετάθεση γιά το Θέρμο ( Κεφαλόβρυσο ) Τριχωνίδας όπου και υπηρέτησε γιά 33 χρόνια μέχρι το 1925 , με μιά ενδιάμεση διακοπή ενός χρόνου που υπηρέτησε στα Γρεβενά σαν Επιθεωρητής Δημοτικών Σχολείων . Η μακρά διαμονή του στο Θέρμο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το πλούσιο λαογραφικό του έργο το έγραψε στο Θέρμο στην ευρύτερη περιοχή του οποίου πραγματοποίησε τις μελέτες και έρευνές του, τον πολιτογραφούν Αιτωλό. Στο Θέρμο έγραψε τα έργα του: "Στα βουνά του Κατσαντώνη", "Στ Αγραφα", "Γεωργικά της Ρούμελης", "Ποιμενικά της Ρούμελης", "Πως υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί" κλπ
Παντρεύτηκε τη Μαρία Βασιλοπούλου κι' απόκτησαν τέσσερα παιδιά . Το 1925 αποσπάσθηκε στο Ιστορικό Λεξικό και πήγε στην Αθήνα , ένα χρόνο αργότερα τοποθετήθηκε στο Λαογραφικό Αρχείο και στα 1930 στο Μουσικό Λαογραφικό Αρχείο , μέχρι το θάνατό του , ήταν Γραμματέας της Λαογραφικής Εταιρίας .
Το Μάη του 1943 αρρώστησε ξαφνικά και στις 30 Ιουνίου 1943 πέθανε σε ηλικία 69 χρονών , πικραμένος γιά τη σκλαβιά της Πατρίδας του .
Οι Αρτοτινοί , άντρες και γυναίκες , θυμούνται με αγάπη και συγκίνηση τον "Λουκοδάσκαλο" , τον καταδεκτικό , ευγενικό , απλό , καλοσυνάτο χωριανό τους , τον ακαταπόνητο στρατοκόπο και φυσιολάτρη , ΄χωμένο μέσα στα βιβλία και τα χαρτιά του η να κουβεντιάζει και ν' ακούει τις ιστορίες και τα παλιά τραγουδια των ηλικιωμένων χωριανών , κι΄όπου γάμος , πανηγύρι κι' " αρρεβωνιάσματα ", " προζύμια " , " γικώματα " κι' όπου "μετζί " και " ζυγιαφέτι ¨να ξεψαχνίζει τους γεροντότερους γιά παλιά έθιμα , γιά παραδόσεις , προλήψεις , γνωμικά , παροιμίες και γιά όλες τις εκδηλώσεις της " τσοπάνικης " και " γεωργικής " ζωής . Ξεσήκωνε τα μοιρολόγια , απ' τις χαροκαμένες μανάδες , γυναίκες κι' αδερφές , κι' όπου πετύχαινε οργανοπαίχτη καλό και τραγουδιστή , καθόταν κι' έγραφε τους " νηχούς " και τα "λόγια " απ' τ' αθάνατα δημοτικά μας τραγούδια . Έτσι τον θυμούνται οι Αρτοτινοί , κι' αν κανείς τους ρωτούσε τι κάνει ο Δάσκαλος , αυτοί απαντούσαν : " ...γράφ' γιά τα ..τόπια ".
ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ .
1) . " Ακολουθία και βίος του Οσιομάρτυρος Ιακώβου του νέου " . 1894 .
2) . " Σύμμεικτα λαογραφικά Μακεδονίας ". 1917 .
3) . " Σύμμεικτα Αιτωλικά λαογραφικά " . 1921 .
4) . " Αιτωλικαί οικήσεις , σκεύη και τροφαί " . 1925 .
5) . " Φως από τους μύθους μας Α' " . 1926 .
6) . " Φως από τους μύθους μας Β' " . 1926 .
7) . " Ποιά παιχνίδια παίζουν τα Ελληνόπουλα ". 1926 .
8) . " Πως υφαίνουν και ντύνονται οι Αιτωλοί ". 1927 .
9) . " Ποιμενικά της Ρούμελης " . 1930 .
10) . " Στ' Άγραφα ". 1930 .
11) . " Ο Ρουμελιώτης καπετάνιος του 1821 Ανδρίτσος Σαφάκας και το αρχείο το ". 1931 .
12) . " Στα βουνά του Κατσαντώνη " . 1934 .
13) . " Σύμμεικτα λαογραφικά Αιτωλίας " . 1937 .
14) . " Γεωργικά της Ρούμελης ". 1938 .
15) . " Νεοελληνική μυθολογία ". 1940 .
Πέρα απ' τα έργα του που εκδόθηκαν υπάρχουν και πολλά ανέκδοτα , που δεν είδαν το φως της δημοσιότητας , αλλά και εκτός απ' τα βιβλία , έγραψε πάμπολλα έρθρα και μελέτες που δημοσιεύτηκαν , κατά καιρούς , σε εφημερίδες και περιοδικά .

Ποταμός Εύηνος.


Σπήλαιο Κωνωπίνας.

Ένα πανέμορφο σπήλαιο, ανεξερεύνητο και άγνωστο στους πολλούς, βρίσκεται εντός του χωριού Κωνωπίνα Δήμου Μεδεώνος της επαρχίας Ξηρομέρου του Νομού Αιτωλοακαρνανίας. Οι σπηλαιολόγοι που το επισκέφτηκαν μίλησαν για έναν καταπληκτικό διάκοσμο απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς από σπηλαιοαποθέσεις σταλακτιτών και σταλαγμιτών πολλών ειδών τονίζοντας ότι: “Έχουμε υποχρέωση όλοι να το προστατέψουμε όχι μόνο για την εξαιρετική του ομορφιά αλλά και για την επιστημονική του αξία.”

Λουτρά Πόζαρ : Η Λουτρόπολη της Αλμωπίας.


Τα Λουτρά Πόζαρ (Λουτρακίου) βρίσκοντα στην Επαρχία Αλμωπίας, 13χμ. βορειοδυτικά της Αριδαίας, στο νομό Πέλλας. Απλώνονται στους πρόποδες του όρους Καϊμάκτσαλαν, λίγα χλμ. από τα Ελληνοσκοπιανά σύνορα. Η περιοχή είναι χτισμένη στις όχθες του θερμοπόταμου που διασχίζει την περιοχή. Τα ιαματικά, θερμά νερά, με σταθερή θερμοκρασία 37οC, αναβλύζουν εδώ και χιλιάδες χρόνια από τα βουνό, όπου δημιουργούν ένα εντυπωσιακό τοπίο βουνού και δάσους. Επισκέπτες καταφθάνουν στα Λουτρά από κάθε γωνιά της Ελλάδας είτε για να δεχθούν τις ευεργετικές ιδιότητες των ιαματικών νερών (θεραπευτικών - χαλαρωτικών), είτε για να αποδράσουν στα πανέμορφα βουνά με τις σπηλιές, είτε και τα δύο. Οι εγκαταστάσεις του όλου συγκροτήματος είναι οργανωμένες σε μια μικρή λουτρόπολη με ξενοδοχεία, πισίνες, αποδυτήρια, εστιατόρια, μπαρ, προσφέροντας κάθε δυνατή εξυπηρέτηση στον λουόμενο. Σήμερα, βρίσκονται σε εξέλιξη έργα τα οποία αξιοποιούν την ιδιαίτερη φυσική ομορφιά και τα αξιοθέατα της περιοχής όπως:
-Το φαράγγι των Λουτρών και τη γύρω ορεινή περιοχή, που προσφέρεται για περιπάτους, ορειβασία ή εκδρομές.
-Το σπηλαιολογικό πάρκο των Λουτρών.
-Τα τοπικά προϊόντα και τα υφαντά.
Ιαματικές πηγές
Οι ιαματικές πηγές Λουτρών Λουτρακίου ή Λουτρών Πόζαρ, αναβλύζουν σε υψόμετρο 360 -390 μ.Δημιουργούνται από το νερό της βροχής που εισχωρεί στο έδαφος και φτάνει σε μεγάλο βάθος, όπου θερμαίνετε, ανεβαίνει ψηλότερα και στην πορεία του εμπλουτίζετε με μέταλλα και άλλα συστατικά.Οι θεραπευτικές ιδιότητες του νερού συνιστώνται για παθήσεις του κυκλοφοριακού και του αναπνευστικού συστήματος, ρευματοπάθειες, γυναικολογικές και δερματικές παθήσεις. Επίσης, ενδείκνυται η ποσιθεραπεία για παθήσεις ήπατος, νεφρών, χολής, πεπτικού και ουροποιητικού συστήματος.
Το φαράγγι
Το φαράγγι εκτείνετε απο τα Ελληνικά σύνορα μέχρι τα Λουτρά, βρίσκετε το ρέμα Νικολάου. Σε μιας μοναδικού κάλλους περιοχή, με πλούσια άγρια και παρθένα βλάστηση και καταρράκτες. Πλακόστρωτα μονοπάτια, πεζούλια αλλά και δρομάκια, εκτείνονται παράλληλα με τον θερμοπόταμο με ζεστό νερό, αλλά και με το ποτάμι με το παγωμένο, γάργαρο νερό. Ειδικά διαμορφωμένες ξύλινες γέφυρες βοηθούν τον επισκέπτη να ακολουθήσει τα ορειβατικά μονοπάτια αλλά και να φτάσει στα σπήλαια.

Casa de Santana.


Αζόρες

Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940.


Το γένος βουλιαγμένο μες στον αιώνα
να λυτρωθεί μονάχο του μπορεί
μα να ξυπνήσει πρέπει η πλέρια Μνήμη
βαθειά του, αδάμαστη και τρομερή.
Κανείς δε θα ξεφύγει τη γενιά του!
το βάρος της θα σπάσει ως τη στιγμή,
που βγαίνοντας από τη λησμονιά του
στο φως που πια δεν στέκουν δισταγμοί.
Της ζωής θε να ντυθεί την πανοπλία,
και μ’ ακέριο τον άγιο σκελετό
των περασμένων, θα στηθεί στη γη του
με το κεφάλι αλύγιστο κι ορτό!
Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε: Ακόμα ένα εικοσιένα! Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, οπού αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, στον υπέρτατο τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό!
Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων! Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου! Και μαζί, ω γιγάντια, πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία, ..Ν ι κ η τ έ ς, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, πρωτοπόροι της πνευματικής ανάπλασης ολόκληρης της γης!
Ω Μέρα-Μάννα, που μας έσπασες ακέρια κι ως το ύστατο, όλα τα κρυφά εσωτερικά δεσμά μας! Ω κοσμοϊστορική Ελευθερία, τόσο βαθειά λαχταρισμένη! Να Σε! Σε κατέχουμε! Σε νιώθουμε! Σε θέλουμε!
Και θε να Σε κρατήσουμε όλοι, στο τεράστιο ύψος που μας φανερώθηκες απ’ τα χαράματα των Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940, κι ως με τη συντέλεια των αιώνων, είτε ζήσουμε, είτε, αύριο που θα φέγγεις πάνω απ’ όλο τον πλανήτη το γιγάντιο φως Σου, θα βρισκόμαστε στα σπλάχνα Σου, ω Μητέρα, αθάνατοι νεκροί!

Άγγελος Σικελιανός
15 Νοεμβρίου 1940
Νέα Εστία

ΤΑ ΑΓΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΓΟΥ: Η ΠΕΣΤΡΟΦΑ.

Η Πέστροφα είναι το ευμορφότερο και αφθονώτερο ψάρι των Ευρυτανικών ποταμιών. Το όνομά της το χρεωστεί εις το κυριώτερον χάρισμα που έχει. Είναι το μόνο ψάρι που ανηφορίζει τα ποτάμια (επιστρέ­φει, πέστρο­­φα).
Το πράγμα δεν είναι ολίγον παράξενον. Τα Ευρυτανικά ποτάμια, ιδίως τα των Αγράφων, δεν έχουν μόνον τας αποτομωτέρας κλίσεις, αλλά και συχνούς καταρράκτας μεγάλου ύψους. Πώς λοιπόν τους αναβαίνει η Πέστροφα; Ιδού η τέχνη της: Άμα φθάση εις τον πούντον (το κάτω μέρος του καταρράκτου), δαγκώνει την ουράν της, κουλουριάζεται και εκσφεν­δονίζεται προς τα επάνω, διατρυπώσα ως βέλος την σούδαν των νερών.
Το ψάρευμα της Πέστροφας είναι το προσφιλέστε­ρο Ευρυτανικό κυνήγι. Ο Ασπροπόταμος και τα παραπόταμά του είναι γεμάτα από το ψάρι αυτό, το νοστιμώτερον, όχι μόνον των ψαριών των γλυκών νερών, αλλά και των θαλασσινών. Το κυνήγι της είναι πολύτροπον. Ιδίως την κυνηγούν με δυναμίτιδα και ξυλοφωτιές. Ανάβουν την νύκτα ένα δέμα ξηρές βέρ­γες και με αυτές στο χέρι κατεβαίνουν εις τις όχθες των ποταμών. Οι Πέστροφες ζαλίζονται εις το πολύ φως και χοροπηδούν. Τότε βουτούν οι κυνηγοί με τα χαντζάρια στα χέρια και τις σκοτώνουν. Είναι πούν­τοι, από τους οποίους ημπορούν ν’ αποσύρουν δέκα και είκοσι οκάδες πέστροφες.
Αλλά υπάρχει και άλλος τρόπος ψαρέμματος της Πέστροφας, καταστρεπτικώτερος και της δυναμίτιδος ακόμη, δυστυχώς δε δυσκολοκαταδίωκτος, ώστε να μη ημπορώ να συστήσω κανέν μέτρον ως αποτελεσματικόν εις τον κ. Μιχαλακόπουλον. Είναι το σπλόισμα. Έστι δε το σπλόισμα πέταγμα εις τα ποτάμια αποστάγματος χλωρών καρυδοφλοιών ή χυμού γαλατσίδας (ενός κιτρίνου δηλητηριώδους λουλουδιού), το οποίον ιδιαιτέρως ονομάζεται και σπλόιμος. Και είναι τόσον δηλητηριώδη και τα δύο αυτά, ώστε αμέσως μετά το ρίψιμον να γεμίζη η επιφάνεια των ποτα­μιών από νεκρές Πέστροφες. Το σπλόισμα είναι εις μεγάλην χρήσιν εις όλα τα Αγραφιοτοχώρια και ασφαλώς εις αυτό οφείλεται η ελάττωσις της Πέστρο­φας κατά τα τελευταία έτη. Μέγα μέρος της πεστροφοκαταστροφής οφείλεται και εις την υλοτομίαν, η οποία τα «σουδιάζει», όπως λέγουν οι χωρικοί, προς την θάλασσαν. Η ξυλεία, η οποία ρίπτεται εις τα ποτάμια διά να μεταφερθή εις το Αιτωλικόν, παρά το οποίον εκβάλλει ο Ασπροπόταμος, της προγκά κατά κοπάδια προς τας εκβολάς του ποταμού, όπου την θανατώνουν τα αλμυρά νερά.
Μεγάλην επίσης καταστροφήν κάνει εις την Πέστροφαν η πλημμύρα, η οποία εσχάτως εις τα βορεινά μέρη της Ευρυτανίας έγινεν ενδημική, ένεκα της μεγάλης υλοτομίας. Την σκοτώνει, την πνίγει, την θάβει υπό την άμμον και τον χαλικιάν. Όση γλυτώνει σύρεται από την θολούραν εις τας όχθας διά να βοσκήση και εκεί, όπως είναι ζαλισμένη, την αναμένει ο διά χαντζάρας θάνατος. Διότι, επαναλαμβάνω, ότι το κυνήγι της Πέστροφας είναι μία τελεία επιστήμη εδώ.
Προχθές εκυνηγούσαμε Πέστροφες εις ένα παραπόταμον του Αχελώου. Ένας τζοπάνος, ο οποίος μας εβοηθούσε μας επληροφόρησεν ότι στη σπηλιά της γέφυρας είναι μία που περνά τις τρεις οκάδες. Επήγαμεν εκεί, όπου ο ειδικός πεστροφοκυνηγός, αφού εξηρεύνησε το έδαφος, εισήλθε διευθυνθείς προς το μέ­ρος, εις το οποίον εκρύβετο η Πέστροφα. Μετ’ ολίγας ερεύνας την ευρήκε και την ερρίζωσεν εις την σχισμάδα ενός βράχου.
Απλώνει προς τα εκεί, αλλ’ εκείνη επλατάγιζε τα νερά και εσκεπάζετο, ώστε να χάνη την ακριβή θέσιν της ο κυνηγός, ο οποίος προσεπάθει να βουτήξη τα δάκτυλά του εις τ’ αυτιά της, το μόνον μέρος από το οποίον ειμπορή να την κρατήση, διότι το άλλο σώμα της γλυστρά ωσάν χέλι. Επί τέλους εις μίαν βουτιάν των χεριών του κατώρθωσε να βυθίση τα δάκτυλά του εις τ’ αυτιά της και την ανέσυρεν επάνω σπαρταρίζουσαν, τραντάζουσαν τον νικητήν της, ώστε να νομίζωμεν ότι θα τον αναποδογυρίση. Αλλ’ εκείνος, κινδυνεύων να πέση, την εξεσφενδόνισε προς τον γιαλόν, όπου εσηκοβροντιώνταν επί ώραν, ταράσσουσα τον χαλικιάν ως αλογοποδοβολητό.
Ή αγριάνθρωποι είναι οι πεστροφοκυνηγοί, ή τους έχει κυριεύσει τόσον το πάθος - το οποίον άλλως τε απαντάται εις σχετικόν βαθμόν εις όλους τους κυνη­γούς - ώστε να μη διστάζουν προ καμμιάς αγριότητος!
Η ατυχής Πέστροφα, διά να διεκπαιραιώση τους έ­ρωτάς της, αποσύρεται κατά τον Μάρτιον από την ορμητικήν κοίτην των ποταμών εις τα ρηχά και στά­σιμα παρακλάδια, πρώτον, διότι εκεί δεν κινδυνεύουν να παρασυρθούν και πνιγούν τα ωάριά της και δεύτε­ρον, διότι είναι ζεστασιά, ευνοϊκή διά τα γόνημά της. Οι πεστροφοκυνηγοί λοιπόν δεν της χαρίζουν την ησυχίαν, ούτε εις την ηδονικήν αυτήν ώραν της ζωής της.
Επέρχονται με τα χαντζάρια και τις σκοτώνουν κατά ζεύγη, επάνω εις τις ερωτικές συνεντεύξεις των, αι οποίαι είναι και πολύωροι δυστυχώς.
Φαίνεται ότι έχουν το ατύχημα να είναι πολύ ρωμαντικαί, ίσως λόγω των πολλών ευμορφιών των Ευρυτανικών ακροποταμιών.