2/4/09

Φεστιβάλ Οργής και Αξιοπρέπειας...



«Εξεγερμένη Ελλάδα, δέξου τον σεβασμό μας…»
2 Γενάρη 2009, Σαν Κριστόμπαλ, Τσιάπας, Μεξικό. Με ένα μήνυμα αλληλεγγύης στην εξεγερμένη Ελλάδα, που το διάβασε στα ελληνικά, ξεκίνησε την ομιλία του ο Subcomadante Marcos, την πρώτη μέρα του Φεστιβάλ της Οργής της Αξιοπρέπειας στο Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας.

«Συντρόφισσα, σύντροφε. Εξεγερμένη Ελλάδα. Εμείς οι ζαπατίστας, οι πιο μικροί, από αυτή την γωνιά του κόσμου σε χαιρετάμε. Δέξου τον σεβασμό μας και τον θαυμασμό μας γι’ αυτό που κάνεις και σκέφτεσαι. Από μακριά μαθαίνουμε από σένα. Σε ευχαριστούμε».
Μέσα σε χειροκροτήματα και συνθήματα «Grecia vive, la lucha sigue» οι μικρές συντρόφισσες ζαπατίστας, Τονίτα και Λουπίτα, παρέδωσαν, εκ μέρους της Κομαντάντσιας του EZLN στους έλληνες και τις ελληνίδες που συμμετείχαν στο Φεστιβάλ της Οργής της Αξιοπρέπειας, έναν πίνακα που συμβολίζει τον αγώνα για την αυτονομία τους ριζωμένο στην γη που ανέκτησαν το 1994, δώρο για την εξεγερμένη νεολαία της Ελλάδας.
Η εξέγερση της οργής στην Ελλάδα, καθ’ όλη την διάρκεια του Φεστιβάλ, ήταν στο κέντρο της συζήτησης και στις καρδιές όλων.
Το Φεστιβάλ άνοιξε με τα λόγια του ανώνυμου Μανιφέστου των Εξεγερμένων νέων της Ελλάδας: «Ως εδώ! Ιστορία Ερχόμαστε! Κοίτα ψηλά στον ουρανό!»

Από το ανακοινωθέν της παράνομης Ιθαγενικής Επαναστατικής Επιτροπής - Γενικής Διοίκησης του Ζαπατιστικού Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού (EZLN):
Εκεί ψηλά, οι από πάνω, κηρύττουν για τους κάτω, την υποταγή, την ήττα κηρύττουν, την παράδοση και την παραίτηση.

Εδώ κάτω μένουμε χωρίς τίποτα. Μόνο οργή. Αξιοπρέπεια μονάχα. Ο κανένας είμαστε.
Μόνοι είμαστε. Μόνοι με την αξιοπρέπεια και την οργή μας.
Οργή και αξιοπρέπεια οι γέφυρές μας, οργή και αξιοπρέπεια τα λόγια μας.
Ας ακούσουμε ο ένας τον άλλον λοιπόν. Ας γνωριστούμε τότε.
Να θεριέψει η οργή μας και ελπίδα να γίνει.
Ρίζα να γίνει ξανά η αξιοπρέπεια και νέο κόσμο να γεννήσει.
Αν ο κόσμος δεν έχει τόπο για μας, τότε άλλο κόσμο να φτιάξουμε.
Δίχως άλλα εργαλεία, μονάχα την οργή μας, δίχως άλλο υλικό απ’ την αξιοπρέπειά μας.
Στα μέλη της Έκτης Διακήρυξης και της Άλλης Καμπάνιας
Στα μέλη της Έκτης Διεθνούς, στο λαό του Μεξικού, στους λαούς του κόσμου
Συντρόφισσες και σύντροφοι, αδελφοί και αδελφές:
Εδώ είναι ξανά ο λόγος μας
Αυτό βλέπουμε, αυτό κοιτάζουμε
Αυτό φτάνει στα αυτιά μας, στη μελαχρινή καρδιά μας φτάνει.
Εκεί ψηλά, οι από πάνω, δοκιμάζουν να επαναλάβουν την ιστορία τους.
Θέλουν πάλι να μας επιβάλουν το δικό τους ημερολόγιο, ημερολόγιο θανάτου, τη δική τους γεωγραφία, γεωγραφία καταστροφής.
Όταν δεν μας ξεριζώνουν από τις ρίζες μας, τις καταστρέφουν.
Τη δουλειά μας κλέβουν, τη δύναμή μας.
Τους κόσμους μας, τη γη, τα νερά και τους θησαυρούς της, χωρίς ανθρώπους, χωρίς ζωή αφήνουν. Οι πόλεις μάς καταδιώκουν και μας εκτοπίζουν. Ο κάμπος πεθαίνει και μας πεθαίνει. Και το ψέμα μετατρέπεται σε κυβερνήσεις και οι στερήσεις όπλο γίνονται για τους στρατούς και τις αστυνομίες τους. Στον κόσμο είμαστε παράνομοι, χωρίς χαρτιά, ανεπιθύμητοι είμαστε. Καταδιωγμένοι.
Γυναίκες, άντρες, παιδιά και γέροι πεθαίνουν στο θάνατο και στη ζωή πεθαίνουν. Εκεί ψηλά, οι από πάνω, κηρύττουν για τους κάτω, την υποταγή, την ήττα κηρύττουν, την παράδοση και την παραίτηση. Εδώ κάτω μένουμε χωρίς τίποτα.
Μόνο οργή. Αξιοπρέπεια μονάχα. Δεν υπάρχει αυτί για τον πόνο μας, πέρα από το αυτί όσων είναι σαν κι εμάς. Ο κανένας είμαστε. Μόνοι είμαστε. Μόνοι με την αξιοπρέπεια και την οργή μας. Οργή και αξιοπρέπεια οι γέφυρές μας, οργή και αξιοπρέπεια τα λόγια μας. Ας ακούσουμε ο ένας τον άλλον λοιπόν. Ας γνωριστούμε τότε. Να θεριέψει η οργή μας και ελπίδα να γίνει. Ρίζα να γίνει ξανά η αξιοπρέπεια και νέο κόσμο να γεννήσει.
Είδαμε και ακούσαμε. Μικρή είναι η φωνή μας για να γίνει ηχώ αυτός ο λόγος, μικρή και η ματιά μας για τόση και τόσο αξιοπρεπή οργή. Να ειδωθούμε, να κοιταχτούμε, να ακουστούμε: Αυτό μας λείπει. Αλλιώτικοι είμαστε, αλλιώτικες. Το άλλο είμαστε. Αν ο κόσμος δεν έχει τόπο για μας, τότε άλλο κόσμο να φτιάξουμε.
Δίχως άλλα εργαλεία, μονάχα την οργή μας, δίχως άλλο υλικό απ’ την αξιοπρέπειά μας.
Να συναντηθούμε μας λείπει, να γνωριστούμε μας λείπει.
Λείπει ό,τι λείπει…
Από τα βουνά του Νοτιοανατολικού Μεξικού.

Για την Παράνομη Επαναστατική Ιθαγενική Επιτροπή - Γενική Διοίκηση του EZLN
Εξεγερμένος Υποδιοικητής Μάρκος

Στα 63 χρόνια από την επίθεση στο Λιτόχωρο...


Η πρώτη ένοπλη απάντηση στην τρομοκρατία.


Κλείνουν φέτος 63 χρόνια από την έναρξη του ένοπλου αγώνα του λαού μας, που διεξήγαγε ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) ενάντια στο αντιδραστικό καθεστώς, το οποίο προσπαθούσε να επιβάλλει η αστική τάξη της Ελλάδας, σε συμμαχία με τους Αγγλους και στη συνέχεια Αμερικανούς ιμπεριαλιστές στη χώρα μας, μετά την απελευθέρωσή της από τη γερμανική κατοχή στα 1944. Η επιβολή της εξουσίας του κεφαλαίου στην Ελλάδα δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Αλλωστε αμέσως μετά την απελευθέρωση δεν υπήρχε συγκροτημένο αστικό κράτος, παρά την ύπαρξη κυβέρνησης, ακόμη και ένοπλων μηχανισμών του καθεστώτος που υπηρέτησε τους Γερμανούς καταχτητές και το τμήμα της άρχουσας τάξης που συνεργάστηκε μαζί τους και που αντικειμενικά ήταν στην υπηρεσία συνολικά της άρχουσας τάξης, όπως και μικρών ενόπλων ομάδων εκείνου του τμήματος της άρχουσας τάξης που στον πόλεμο ήταν με τη μεριά των Αγγλων. Το πιο ουσιαστικό ζήτημα όμως για τις μεταπολεμικές εξελίξεις στην Ελλάδα ήταν το γεγονός ότι η εργατική τάξη με τις άλλες λαϊκές δυνάμεις, που διεξήγαγαν τον απελευθερωτικό αγώνα, συσπειρωμένες στο ΕΑΜ με επικεφαλής το ΚΚΕ, είχαν ένα καλά οργανωμένο και έμπειρο από τον λαϊκοαπελευθερωτικό πόλεμο λαϊκό στρατό, τον ΕΛΑΣ. Και με δεδομένη την εμπειρία από τη λαϊκή οργάνωση (αυτοδιοίκηση, λαϊκά δικαστήρια κλπ) στις απελευθερωμένες περιοχές. Υπήρχαν δηλαδή όλες οι προϋποθέσεις στα 1944 για την εγκαθίδρυση λαϊκής εξουσίας.
Αλλωστε το ζήτημα της εξουσίας απασχολούσε την αστική τάξη της Ελλάδας και τα κόμματά της, και στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, όπως απασχολούσε επίσης και την εργατική τάξη και τους συμμάχους της.
Το γεγονός επίσης ότι στον απελευθερωτικό πόλεμο ηγήθηκε η εργατική τάξη με τους συμμάχους της, έβαζε τη σφραγίδα και στη μεταπελευθερωτική πορεία της Ελλάδας. Επομένως, δεν ήταν εύκολη υπόθεση για την άρχουσα τάξη η επιβολή της δικής της εξουσίας. Η πρώτη ένοπλη απόπειρα να χτυπηθεί το λαϊκό κίνημα, προκειμένου να δημιουργηθούν συνθήκες οργάνωσης της αστικής εξουσίας, ήταν το Δεκέμβρη του 1944, που κατέληξε στη Συμφωνία της Βάρκιζας. Συμφωνία, η οποία ήταν για το λαϊκό κίνημα ένας απαράδεκτος, χωρίς αρχές, από την άποψη της ταξικής πάλης, συμβιβασμός, που δεν απηχούσε το συσχετισμό των δυνάμεων και ουσιαστικά αφόπλιζε το λαό, με πιο χαρακτηριστικό του στοιχείο την παράδοση στο ασταθές ακόμη αστικό καθεστώς των όπλων από τον ΕΛΑΣ.
Ετσι, μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας, αρχίζει ένας αγώνας εξόντωσης του λαϊκοεπαναστατικού κινήματος, με πρώτο και βασικό στόχο το ΚΚΕ, αλλά και το ΕΑΜ. Επιδίωξη του καθεστώτος, προκειμένου να θεμελιωθεί, ήταν το τσάκισμά τους και η αποκοπή κάθε σχέσης της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών δυνάμεων με το ΚΚΕ και το ΕΑΜ. Ο συσχετισμός δυνάμεων βεβαίως είχε αλλάξει, αλλά δεν είχε ανατραπεί ολοκληρωτικά σε βάρος των λαϊκών δυνάμεων. Και εδώ μπήκαν τα μεγάλα μέσα, κρατικά και παρακρατικά, με τους μηχανισμούς καταστολής και τα όπλα, αφού, όπως είπαμε παραπάνω, ένοπλα τμήματα που υπηρετούσαν την άρχουσα τάξη υπήρχαν. Στο συσχετισμό συνέβαλε και η παρουσία των Αγγλων ιμπεριαλιστών με στρατό.
Οι συνθήκες που διαμορφώνονταν για τους κομμουνιστές και τους άλλους αγωνιστές ήταν αφόρητες. Και επειδή ο λαός σε τέτοιες συνθήκες έχει δύο επιλογές όταν τσακίζεται με τα όπλα, ή την υποταγή του ή να πάρει ο ίδιος τα όπλα, στην προκειμένη πήρε ξανά τα όπλα.
Επέτειος ίδρυσης του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας είναι η 28η Οκτώβρη 1946, με τη δημιουργία του Γενικού του Αρχηγείου. Αλλά η ένοπλη πάλη ξεκίνησε τη νύχτα της 30ής προς ξημερώματα της 31ης Μάρτη του 1946 στο Λιτόχωρο, όπου τριάντα τρεις καταδιωκόμενοι αγωνιστές, οπλισμένοι, χτυπούν το σταθμό Χωροφυλακής, δηλαδή τον ένοπλο αστικό μηχανισμό που συνεργαζόταν και με παρακρατικές ένοπλες ομάδες και από κοινού δολοφονούσαν αγωνιστές.
Ο τότε ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, σε άρθρο του στο «Ριζοσπάστη» είχε εξάρει την επίθεση αυτή, είχε υπογραμμίσει τον προειδοποιητικό της χαρακτήρα και είχε τονίσει ότι «θα γεμίσουν τα βουνά Μπαρουτάδες» - αναφερόμενος στον αντάρτη Μπαρούτα, που ήταν επικεφαλής ομάδας καταδιωκόμενων της περιοχής εκείνη την εποχή.
Την επίθεση στο Λιτόχωρο τη θεώρησαν ως έναρξη του ένοπλου αγώνα των δημοκρατικών πολιτών και οι αντιδραστικές δυνάμεις της χώρας. Ετσι, ο αντιστράτηγος Θωμάς Πετζόπουλος χαρακτήρισε την εν λόγω επίθεση «ως την πανηγυρικωτέραν διακήρυξιν του ΚΚΕ, ότι αρχίζει την ένοπλον εξέγερσιν», ενώ ο στρατηγός Θρασύβουλος Τσακαλώτος έγραψε σχετικά:
«Τη νύχτα της 30ής προς την 31ην Μαρτίου του 1946 κάτω από τας σφαίρας των επαναστατών εις το Λιτόχωρον ήρχισεν η μάχη του έθνους».
Μια ιστορική μαρτυρία:
Ο Θανάσης Ανάγνου, μέλος τότε της Επιτροπής Πόλης Κατερίνης του ΚΚΕ και γραμματέας της τοπικής οργάνωσης της ΕΠΟΝ, στο βιβλίο του «Στα κάστρα του αγώνα με το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας», αναφέρει τα εξής:
«Το δολοφονικό όργιο που εξαπόλυσαν μετά τη Βάρκιζα, με προτροπή των Αγγλων καταχτητών, οι εγκάθετες κυβερνήσεις τους, για την εξόντωση του παλλαϊκού απελευθερωτικού κινήματος είχε επεκταθεί, με ιδιαίτερη ένταση και στην περιοχή της Κατερίνης.Ο υποφαινόμενος έχει προσωπικές μαρτυρίες και εμπειρίες από την κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή, ως γραμματέας της ΕΠΟΝ της πόλης της Κατερίνης και μέλος της Επιτροπής Πόλης του ΚΚΕ.Την αρχή του δολοφονικού οργίου αποτέλεσε η δολοφονία στη Θεσσαλονίκη του Λιτοχωρίτη Βάργκα ή Βράγκα, στελέχους της ομάδας μεραρχιών Μακεδονίας του ΕΛΑΣ, λίγες μέρες μετά την είσοδο του τελευταίου στη Θεσσαλονίκη. Λίγους μήνες μετά, το μοναρχοφασιστικό τάγμα της Εθνοφυλακής, που εγκαταστάθηκε στην Κατερίνη έκαψε τη νύχτα της 7 προς 8 Μάρτη 1945 το κενοτάφιο των πεσόντων αγωνιστών της Αντίστασης, που είχε στηθεί στην πλατεία της πόλης. Τις επόμενες μέρες απολύουν τους δωσιλόγους εγκληματίες, συνεργάτες των Γερμανών, που τους είχε συλλάβει και παραδώσει ο ΕΛΑΣ. Τους οπλίζουν και τους οργανώνουν σε τρομοκρατική ομάδα. Σπάζουν και πυρπολούν τα γραφεία του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ, του ΚΚΕ, του Εργατικού Κέντρου. Επιτίθενται με φασιστική κτηνωδία στη Λέσχη της ΕΠΟΝ και διαλύουν την καλλιτεχνική βραδιά, που ήταν αφιερωμένη στους αποστρατευμένους ΕΛΑΣίτες. Χτυπούν με όπλα τους συγκεντρωμένους, σπάνε τα μουσικά όργανα και μετατρέπουν σε ερείπιο τη Λέσχη. Καταλαμβάνουν τα γραφεία της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ, που ήταν στο χτίριο "Αθανασιάδης" και τα μετατρέπουν σε φυλακή και άντρο βασανιστηρίων εκατοντάδων αγωνιστών, που συλλαμβάνανε.Το καλοκαίρι του 1945 δολοφονείται, έξω από την Κατερίνη, στο "Κεραμίδι", ο καπετάνιος του 50ού Συντάγματος του ΕΛΑΣ Πιερρίων, Νικήτας (Συνεφάκης). Ελαφρά τραυματισμένος διαφεύγει τη σύλληψη ο Δήμος Σιδηρόπουλος, διοικητής του εφεδρικού ΕΛΑΣ Κατερίνης, ο δε Χαράλαμπος Μπούσιος, που βρισκόταν μαζί τους, κομματικός υπεύθυνος του Συντάγματος, συλλαμβάνεται και βασανίζεται. Στο ΒΑΤΑΝ, συνοικία της Κατερίνης, γίνεται απόπειρα δολοφονίας του γραμματέα του Επαρχιακού Συμβουλίου της ΕΠΟΝ, Ν. Θεοδωρίδη (Πάρις), τον οποίο τραυματίζουν σοβαρά στο στήθος. Αποτυχαίνει επίσης η απόπειρα δολοφονίας του υποφαινόμενου στη συνοικία του Σταθμού. Συλλαμβάνεται ο Μητρουλιός Γιάννης, μέλος του Νομαρχιακού Συμβουλίου ΕΠΟΝ Βέροιας - Κατερίνης και από τα βασανιστήρια μετατρέπεται σε ζωντανό πτώμα. Τραγικό τέλος βρίσκει ο Γιώργος Δάμπασης, από τα βασανιστήρια που υπέστη στη Μυτιλήνη, ως γραμματέας περιοχής της ΕΠΟΝ. Να σημειωθεί, πως ο Γιώργος ήταν το δεύτερο θύμα της οικογένειας Δάμπαση. Τον αδερφό του, Δημήτρη, τον σκότωσαν οι Γερμανοί στου "Π. Μελά" της Θεσσαλονίκης. Τις διώξεις και τα βασανιστήρια δε γλίτωσε ούτε ο πατέρας τους, Β. Δάμπασης, γιατρός και παλιός κομμουνιστής, που είχε συλληφθεί από τους Γερμανούς και κλειστεί στο βαγόνι των μελλοθανάτων, που το συνδέανε οι Γερμανοί στους στρατιωτικούς συρμούς, για επιτόπου εκτελέσεις σε περίπτωση σαμποτάζ. Δε χαρίστηκαν ούτε στον Λεωνίδα Γιασημακόπουλο, που ήταν στο χιτλερικό στρατόπεδο "Π. Μελά" θεσσαλονίκης.

Παίρνεται απόφαση:

Σ' αυτές τις αφόρητες και δραματικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή, για ένα χρόνο μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, συγκαλείται στα μέσα Μάρτη 1946 κομματικό αχτίφ της Περιφερειακής Οργάνωσης του ΚΚΕ Κατερίνης, στο οποίο πήρε μέρος και ο υποφαινόμενος. Το θέμα του αχτίφ ήταν η ανάλυση των αποφάσεων της 2ης Ολομέλειας της ΚΕ του ΚΚΕ (Φλεβάρης 1946). Εισηγητής ήταν ο Ευριπίδης (Πάνος), καπετάνιος και μέλος του προεδρείου του Γραφείου Περιοχής Μακεδονίας - Θράκης, που παρακολουθούσε την Οργάνωσή μας.Ο σ. Πάνος, αναλύοντας τις αποφάσεις της Ολομέλειας, στάθηκε αναλυτικά στο μεταβαρκιζιανό όργιο, που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, ενάντια στους αγωνιστές της Αντίστασης και τις οργανώσεις της. Επίσης, στο ρόλο των Αγγλων και των ξενόδουλων κυβερνήσεων. Χαρακτηριστικά ανέφερε: Οι Αγγλοι κατακτητές και οι υπόδουλες σ' αυτούς κυβερνήσεις, με το μονόπλευρο εξοντωτικό πόλεμο, που εξαπόλυσαν ενάντια στο αντιστασιακό κίνημα μετά τη Βάρκιζα, έφραξαν το δρόμο της δημοκρατικής εξέλιξης στο τόπο. Στους κατατρεγμένους αγωνιστές δεν απόμεινε άλλη επιλογή από την ένοπλη αυτοάμυνά τους στο δολοφονικό όργιο των μοναρχοφασιστικών συμμοριών. Ναι σύντροφοι, θα αυτοαμυνθούμε και με τα όπλα, ο ένοπλος αγώνας έγινε αναπόφευκτος. Η ευθύνη γι' αυτή την επιλογή μας βαραίνει αποκλειστικά στους Αγγλους κατακτητές και τις εγκάθετες κυβερνήσεις τους.Οι ομιλίες μας, στηριγμένες στα αδιάσειστα στοιχεία της περιοχής, υιοθέτησαν τις θέσεις της εισήγησης και της 2ης Ολομέλειας. Το αχτίφ ενέκρινε τις αποφάσεις της 2ης Ολομέλειας και υπογράμμισε ότι "πρέπει να αντιδράσουμε αποφασιστικά. Στην ένοπλη τρομοκρατία θα αντιτάξουμε την ένοπλη αυτοάμυνά μας. Υποχωρήσεις και περαιτέρω ανοχές οδηγούν στην εξόντωση του Λαϊκού Αντιστασιακού Κινήματος".Στο αχτίφ μπήκαν επίσης μια σειρά καθήκοντα, για τις οργανώσεις. Να δημιουργήσουμε άμεσα, σε μια βδομάδα, παράνομο μηχανισμό, γιάφκες, πολυγράφους και υλικά. Να επιλέξουμε συνδέσμους, για τις αναγκαίες επαφές των οργανώσεων και εφεδρικά καθοδηγητικά όργανα, που θα εξασφαλίζουν την καθοδήγησή τους, σε περίπτωση που αυτές "χτυπηθούν". Ολες οι οργανώσεις καταπιάστηκαν αμέσως.

Η οργάνωση του χτυπήματος:

Την επόμενη του αχτίφ μέρα, ο Πάνος, συνοδευόμενος από τον Θανάση Ερμείδη, μέλος του Γραφείου της Περιφερειακής Επιτροπής του ΚΚΕ, μεταβαίνουν στο Λιτόχωρο. Εξω από το Λιτόχωρο γίνεται σύσκεψη των καταδιωκομένων αγωνιστών της πόλης. Μεταξύ αυτών ήταν οι: Ανδρεάδης Γ. (Κουκουτάτσιος Γ.), Φωτεινός, Τζαβέλας, Τσουκανάρας Κ., Καστάνης Γ., Κουφοδήμος, Κουφός Λ. και άλλοι. Στη σύσκεψη, μετά την ενημέρωση των σ. από τον Πάνο, καθορίστηκε ένοπλη επίθεση στο Λιτόχωρο, στις 30 - 31 Μάρτη, ενάντια στις εγκληματικές ένοπλες συμμορίες και το άντρο των βασανιστηρίων, το σταθμό της Χωροφυλακής. Την τελευταία βδομάδα του Μάρτη φτάνει παράνομα στο Λιτόχωρο και ο Υψηλάντης (Αλ. Ρόσιος) και αφού συνδέεται με την ομάδα των καταδιωκομένων, σχεδιάζουν μαζί το χτύπημα.Στις 30 Μάρτη, 33 καταδιωκόμενοι αγωνιστές, οπλισμένοι και με επικεφαλής τον Υψηλάντη και τους Ανδρεάδη, Τζαβέλα, Φωτεινό κ.ά., χτυπούν και εξοντώνουν το σταθμό Χωροφυλακής και τους παρακρατικούς τρομοκράτες. Οι απώλειες των δεύτερων ήταν 13 νεκροί, που μεταφέρθηκαν στην Κατερίνη.Ετσι άρχισε ο ένοπλος αγώνας ενάντια στο ματοβαμμένο μεταβαρκιζιανό καθεστώς. Το χτύπημα του Λιτόχωρου ήταν η αρχή της ένοπλης πάλης του ΔΣΕ. Η ομάδα, που χτύπησε το Λιτόχωρο, μαζί και με άλλους καταδιωκομένους αγωνιστές, αποτέλεσαν και το πρώτο ένοπλο συγκρότημα. Το Λιτόχωρο σηματοδότησε σε όλη την Ελλάδα την ένοπλη πάλη.»

ΝΑ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΗΜΗ ΚΡΑΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ:

Την νύκτα της 30-31 Μαρτίου έ.έ. καί ώραν 23.30' περίπου, αί έαμοκομμουνιστικαί συμμορίαι Γεωργίου Ελευθερίου ή καπετάν Φωτεινού έκ Λιτόχωρου, Σταύρου Γκουνου ή καπετάν Χατζάρα έκ Λεπτοκαρυας και Παναγιώτου Παλάσκα ή καπετάν Τζαβέλλα έκ Λιτόχωρου, δυνάμεως τριάκοντα περίπου ανδρών, ένδιαιτώμεναι καί δρώσαι εις την περιοχήν Όλύμπου από μακρού, ένεργοΰσαι προφανώς κατ' εντολή ν του ΚΚΕ και ενισχυθεΐσαι υπό της τοπικής επιτροπής τοΰ ΕΑΜ Λιτόχωρου, διά ύπερεβδομήκοντα περίπου μελών τοΰ ΕΑΜ κομμουνιστών στρατολογηθέντων έκ Λιτόχωρου καί τών πέριξ χωρίων Λεπτοκαρυάς, Παντελεήμονος κλπ. καί έξοπλισθέντων μερίμνη τοΰ ΕΑΜ Λιτόχωρου, επετέθη σαν ταυτοχρόνως καί έξ ολων τών σημείων, εναντίον τών δύο οικημάτων εις τά όποια έστρατω-νίζοντο οί άνδρες τοΰ Σταθμού Χωροφυλακής Λιτόχωρου, τοΰ Μεταβατικού Αποσπάσματος Χωροφυλακής καί τοΰ Αποσπάσματος τοΰ Στρατού, μεταβάντος εις Λιτόχωρον δια τάς έκλογάς. Τα δύο οικήματα άπεΐχον αλλήλων περί τα 200 - 300 μέτρα. Καί εις μέν τό εν έστεγάζετο ό Σταθμός Χωροφυλακής Λιτόχωρου με δύναμιν ενός ανθυπασπιστού καί οκτώ οπλιτών καί τό Απόσπασμα τοΰ Στρατού ύπό άνθυπολοχαγόν καί δέκα όπλίτας, εις δε τό έτερον τό Μεταβατικόν Απόσπασμα Χωροφυλακής δυνάμεως δέκα χωροφυλάκων.Ή έπίθεσις έγένετο ταυτοχρόνως εναντίον καί τών δύο οικημάτων καί ένεκα τής συντριπτικής υπεροχής τών επιτιθεμένων, λόγω αριθμού καί υπέρτερου οπλισμού, καθόσον διέθετον πολυάριθμα αυτόματα όπλα ελαφρά καί βαρέα καθώς καί χειροβομβίδας καί πιθανώς καί όλμους, οί άνδρες καθηλώθησαν εντός τών κτιρίων, άπ' όπου ήμύνθησαν γενναίως έπ' άρκετάς ώρας καί απέρριψαν σθεναρώς επανειλημμένος προσκλήσεις τών ληστοκομμουνιστών, περί παραδόσεως. Εις τό πρώτον οίκημα κατά τήν στιγμήν τής επιθέσεως εύρίσκοντο ό ανθυπολοχαγός, επικεφαλής τοΰ έκλογικοΰ Αποσπάσματος, Σπυρίδων Τσάμης, οί λοχίαι Νικόλαος Γκουνός καί Νικόλαος Τζούκας καί οί στρατιώται Αναστάσιος Μεγκίδης, Ευστάθιος Ίωαννίδης, Γεώργιος Μουταφτσής, Γεώργιος Πλάτας, Χρήστος Σπύρου, Γεώργιος Μουσκεφτάρης, Σταύρος Δαρβίνης, Νικόλαος Βελατάσιος καί οί χωροφύλακες τοΰ Σταθμού Χωροφυλακής Σωτήριος Κασιδιάρης, Ανδρέας Χαϊκάλης, Απόστολος Άποστολόπουλος, έθνοφύλαξ Αλέξανδρος Μαρμαράς καί σκοπός ό Σταύρος Λιλής. Οί υπόλοιποι πέντε όπλϊται τοΰ Σταθμού, ήσαν εις ύπηρεσίαν περιπόλου, εις τάς προς τον "Ολυμπον παρυφάς τοΰ χωρίου. Τό οίκημα έφρουρεΐτο ύπό δύο σκοπών, ενός χωροφύλακος, όστις έφρούρει τήν θύραν τοΰ Καταστήματος καί ενός στρατιώτου, όστις έφρούρει εις τό όπισθεν μέρος τοΰ οικήματος.Ό διοικητής τοΰ Σταθμοΰ ανθυπασπιστής Αμβρόσιος Χαδέλης, δέν εύρίσκετο εις τον Σταθμόν.Ή περίπολος ολίγα λεπτά τής ώρας προ τής εκδηλώσεως τής επιθέσεως, ίδοΰσα άτομον άγνωστον νά κατέρχεται προς τό χωρίον, έκάλεσε τοΰτο νά σταθή καί σήκωση υψηλά τάς χείρας καί εις έρώτη-σιν ποιος ήτο, απήντησε διά τής λέξεως «Λύκος», ήτις προφανώς θά ήτο τό σύνθημα αναγνωρίσεως τών ληστοσυμμοριτών. Καθ' ην δέ στιγμήν, τό άγνωστον άτομον έστάθη καί έσήκωσε τάς χείρας, ό χωροφύλαξ επικεφαλής τής περιπόλου ήναψεν ήλεκτρικόν φανόν καί διέκρινεν δτι έκράτει πιστόλιον καί αμέσως έπυροβόλησε κατ' αυτού, άντιπυ-ροβοληθείς. Συγχρόνως ή περίπολος εδέχθη πυρά δι' αυτομάτων όπλων καί άπαντήσασα εις αυτά ήρχισε συμπτυσσομένη προς τον Σταθμόν Χωροφυλακής, σύμφωνα μέ διαταγήν ην είχε. Δέν έπρόλαβεν όμως νά φθάση εις τον Σταθμόν, διότι εντός πέντε περίπου λεπτών, έξεδηλώθη ή κατά τών οικημάτων τοΰ Σταθμού καί τοΰ Αποσπάσματος έπίθεσις."Αμα τω άκούσματι τών πυροβολισμών τής περιπόλου, ό σκοπός χωροφύλαξ τοΰ Σταθμοΰ, είσήλθεν εις τό οίκημα και έκάλεσε τούς άνδρας εις τά όπλα. Πριν ή δμως οι άνδρες ετοιμασθούν πλήρως, ήρξα-το βαλλόμενον τό οίκημα εξ δλων τών πλευρών και ό επικεφαλής τοΰ Αποσπάσματος έκρινεν δτι ή άμυνα έκ τοΰ εσωτερικού τοΰ οικήματος θα ήτο καλλίτερα και διέταξε καί έλαβον θέσιν οί άνδρες εις τά παράθυρα, έξ ών ήμύνθησαν περί τάς δύο ώρας σθεναρώς, δτε έφάνη πυρκαϊά εις τό κάτω πάτωμα τοΰ οικήματος, δπου εύρίσκετο ό ανθυπολοχαγός καί ήτις κατεσβέσθη διά κλινοσκεπασμάτων. 'Εξηκολούθησεν ή άμυνα έπί ημίσειαν περίπου ώραν, δτε, χωρίς ν' αντιληφθούν οί άνδρες πώς, έπυρπολήθη ολόκληρο ν τό οίκημα καί καθίστατο αδύνατος ή κατάσβεσις τοΰ πυρός καί ή έκ τοΰ οικήματος πλέον άμυνα. Ό ανθυπολοχαγός διέταξεν έξοδον καί κατάληψιν νέων θέσεων. Καί οί μέν μαχόμενοι εις τον πρώτον δροφον μετά τοΰ ανθυπολοχαγού άνδρες έξήλθον καί διεσώθησαν, οί δέ εν τω άνω όρό-φω ύπό τον λοχίαν Νικόλαον Γκουνόν, δέν κατώρθωσαν νά εξέλθουν, διότι ή θύρα έβάλλετο σφοδρώς καί ό λοχίας έτραυματίσθη έπιχειρήσας νά έξέλθη. Μετά τον τραυματισμόν τοΰ λοχίου, οί εναπομείναντες δύο στρατιώται καί ό έθνοφύλαξ Αλέξανδρος Μαρμαράς παρεδόθησαν. Καί τον μέν λοχίαν έξε-τέλεσεν αμέσως ό εξάδελφος του συμμορίτης Σταύρος Γκουνός ή καπετάν Χατζάρας καί τον έρριψεν εντός τοΰ καιομένου οικήματος καί άπετεφρώθη, τούς δέ δύο στρατιώτας καί τον έθνοφρουρόν χωροφύλακα Μαρμαραν μετά τοΰ χωροφύλακος Αποστόλου Κοτοπούλη, παρέλαβον μαζί των καί τούς άφήκαν αυθημερόν ελευθέρους, άφοΰ τούς άπεγύμνωσαν.Οί έν τω δευτέρω οίκήματι δέκα χωροφύλακες τοΰ Αποσπάσματος Χωροφυλακής, καίτοι άνευ βαθμοφόρου, ώχυρώθησαν εντός τοΰ οικήματος καί ήμύνθησαν γενναίως, μέχρι τής 04.30' ώρας, άπορρίψαντες μετ' άγανακτήσεως γενομένας κατ' επανάληψιν προτάσεις παραδόσεως. Οί ληστοκομμουνισταί, βλέποντες δτι δέν ή δύ να ντο νά καταβάλουν άλλως πώς τούς αμυνόμενους γενναίως χωροφύλακας, έπυρπόλησαν καί τό οίκημα τούτο περί ώραν 04.30', δτε οί χωροφύλακες, μή δυνάμενοι πλέον νά μείνουν εντός τοΰ οικήματος, έπεχείρουν έξοδον δι' ενός παραθύρου, διότι ή θύρα έπυρπολεΐτο καί έξήλθον πέσαντες έκ τοΰ παραθύρου έπτά, έξ ών έφονεύθησαν οί έξ, τοΰ εβδόμου προσποιηθέντος τόν νεκρόν καί διασωθέντος ούτως ως έκ θαύματος. Οί υπόλοιποι τρεις άπηνθρακώθησαν εντός τοΰ οικήματος, μή δυνηθέντες νά εξέλθουν, διότι ίσως νά είχον τραυματισθή ή καί φονευθή.Έκ τής ένεργηθείσης ύπό τής Υπηρεσίας ανακρίσεως, συνεχισθείσης παρά τοΰ αφιχθέντος ανακριτού καί εισαγγελέως, διεπιστώθη πλήρως καί άνευ ουδεμιάς αμφιβολίας, δτι τήν έν λόγω κακοΰργον πράξιν ενέπνευσαν, ώργάνωσαν καί έξετέλεσαν οί έν Λιτοχώρω έαμοκομμουνισταί διά τής τοπικής επιτροπής τοΰ ΕΑΜ Λιτόχωρου.Ούτοι έξετέλουν διαταγήν τοΰ ΚΚΕ καί άπεσκόπουν αφ" ενός μέν εις τήν τρομοκράτησιν τοΰ πληθυσμού καί άναβολήν τών εκλογών καί άφ' ετέρου εις τήν δημιουργίαν γενικωτέρας αναταραχής καί δοκιμαστικής κρούσεως.Φονευθέντες χωροφύλακες έκ τών ανδρών τοΰ "Αποσπάσματος Γεώργ. Κλάντζος, Άριστ. Σακκας, Γεωργ. Εύαγγελίδης, Άναστ. Μήτσος, Θεμ. Μαντάς, Νικ. Πουλιανίτης, Γεώργ. Εύαγγελίδης, Ήλ. Λιάγκας, Γεώργ. Ξηντάρης».

Ο Iμπραΐμης και ο Kιουταχής.

O Iμπραΐμης κίνησε να πάει στο Mισολόγγι,
έστησε τα τσαντήρια του αγνάντια από το κάστρο,
τον Kιουταχή εκάλεσε δια να συνομιλήσουν·
"Kακά σε λένε, Kιουταχή, πως είσαι πολεμάρχης,
τόσος καιρός εδιάβηκε που 'σαι στο Mισολόγγι,
και ακόμη δεν επάτησες τα κάστρα των ραγιάδων.
Σκόνη και στάχτη έπρεπε να 'ναι το Mισολόγγι
και λύκοι να φωλιάζουνε στον έρημο τον τόπον,
αν ήμουν με τσ' Aράπηδες τόσον καιρό φερμένος.
Ξεζώσου αυτήνα τ' άρματα που ζώνουν το κορμί σου,
στ' αρέμια σου να πολεμάς με εύμορφα κοράσια,
για αυτό σε κρίνω δυνατόν, περίσσια παλληκάρι".
O Kιουταχής εθύμωσε στα λόγια του Iμπραΐμη.
"Δεν λόγιαζα την Aραπιά ένας ντελής να ορίζει,
έλα μ' εμέ και ακλούθα με στην διάβα που πηγαίνω".
Kαι επήγαν ξέμακρα από εκεί σε εξορία μεγάλη·
ήτονε ράχες και βουνά, και βράχοι και λαγκάδια,
Kαι ήταν μνήματ' άπειρα στες ράχες, στο λαγκάδι.
"Eδώ τα παλληκάρια μου τα θάψαν οι συντρόφοι,
τα 'λυωσε των Eλλήνωνε το βροντερό τουφέκι,
και τώρα αν ξεσκέπαζαν του τάφου τους την πλάκα,
και εζώνουνταν τα έρημα σπαθιά τα ξακουσμένα,
εσένα και την Aραπιά δια μια στιγμή αφανίζαν.
Oύτε αυτά τα φράγκικα τύμπανα και οι φλογέρες
μπορούν να προξενήσουνε φόβο στους πολεμάρχους.
M' αίμα, άκουσ' με, δεν παίρνεται ποτέ το Mισολόγγι,
αν τούτοι οπού κείτουνται στο μνήμα πλαγιασμένοι
εφέτος δεν το πήρανε στη φοβερή εκστρατεία.
Σ' αυτά τα τείχη που θωρείς τα πολυρημασμένα,
ευρίσκεται της Pούμελης ο διαλεκτός αθέρας.
Mακρής, Tζαβέλας, Bέικος, Mπότσαρης και Στουρνάρης,
εδώ 'ταν ο Nικηταράς το φοβερό λεοντάρι,
που τόση εθέρισε Tουρκιά στης Kλένιας την πεδιάδα.
Mερόνυχτο να πολεμούν, χαίρονται, πεθυμούνε,
βόλια και τόπια και σπαθιά παιγνίδι τα λογιάζουν,
γύρνα γοργά στον τόπο σου, μην εύρεις το χαμόν σου,
Φράγκοι και Aράπηδες εδώ ποσώς δεν ωφελούνε".
Στο λειδινό Aρβανιτιά εσίμωσε στα κάστρα,
μπέσα για μπέσα εφώναξαν και επλήσιασαν τα τείχη·
"Δέτε, μην ατιμήσετε το Aλβανό τουφέκι".
Eκείνοι αποκρίθηκαν ψηλά από τα τείχη.
"Eμείς δεν εδειλιάσαμεν με σας να πολεμούμε
και θέλτε οι Φραγκαράπηδες τώρα να μας φοβίσουν;
Tάχια το Aρβανίτικο τουφέκι θα βροντήσει
και θέλει μαυροφορεθούν στην Aραπιά οι μαννάδες,
κι οι πουτάνες της Φραγκιάς, θα κλάψουν τες πορνιές τους".

Τερτσέτης Γεώργιος

O μυλωνάς και ο καλικάντζαρος...

Mια φορά ένας μυλωνάς είχε ωραία φωτιά με κάρβουνα στο μύλο του και έψηνε μια σούβλα κρέας. Eκεί που γύριζε τη σούβλα του, βλέπει στην άλλη μεριά έναν καλικάντζαρο και γύριζε μια σούβλα με βατράχους! Δεν του μίλησε διόλου. Ύστερα από λίγο τον ρωτά ο καλικάντζαρος πώς τον λένε.
― Eαυτό με λένε, του λέει ο μυλωνάς.
Eκεί που γύριζε τη σούβλα και το κρέας ήταν ροδοκόκκινο και μοσχομύριζε, ο καλικάντζαρος βάζει τη δική του σούβλα με τους βατράχους πάνω στο κρέας.
Πατ! Δεν αργεί ο μυλωνάς και του φέρνει μια με ένα αναμμένο δαυλί και, καθώς ο καλικάντζαρος ήταν γυμνός, τον κατάκαψε!
Φωνές και κακό ο καλικάντζαρος!
― Bοηθάτε, αδέρφια, γιατί μ’ έκαψαν!
― Bρε, ποιος σ’ έκαψε; του λέγουν οι άλλοι καλικάντζαροι απ’ έξω.
― O Eαυτός μ’ έκαψε, τους λέει εκείνος από μέσα.
― Aμ σαν κάηκες από τον εαυτό σου, τι σκούζεις έτσι; Kαι έτσι την έπαθε ο καλός σου καλικάντζαρος, γιατί ο μυλωνάς φάνηκε εξυπνότερός του.

O στύλος της γης...

Kάτω από τη γη υπάρχει ένα μεγάλο δέντρο σαν στύλος πελώριος και γερός, και βαστάει τη γη. έτσι έλεγαν οι παλαιότεροι. Eκεί κάτω βρίσκονται όλο το χρόνο οι καλικάντζαροι και δουλεύουν νύχτα και μέρα. Προσπαθούν να κόψουν το στύλο, που βαστάει τη γη, γιατί θέλουν να τη δουν να γκρεμίζεται και να γελούν. Xτυπούν λοιπόν με μικρά τσεκουράκια και πριονίζουν με πριονάκια. Kάθε χρόνο μόλις ζυγώνουν να το κόψουν, νάσου και έρχονται τα Xριστούγεννα.
― Άιντε, πάμε τώρα να γλεντήσουμε λίγο πάνω στη γη, πειράζοντας τους ανθρώπους, γιορτές ημέρες που ήρθαν. Πάμε και στο γυρισμό μας το αποκόβουμε.
Έρχονται λοιπόν κοντά μας. Στο γυρισμό τους όμως βρίσκουν το δέντρο να έχει θρέψει. Kαι τότε αρχίζουν πάλι από την αρχή.
Eυτυχώς που είναι κουτούτσικοι οι καλικάντζαροι, για τούτο κάθε χρόνο πάντα τα ίδια κάνουν και πάντα τα ίδια παθαίνουν με τούτο το θεόρατο δέντρο, που κρατάει τη γη ολόκληρη με τα χωριά της και με τις πολιτείες της.

1/4/09

Το Διάταγμα της 3ης Απριλίου 1833

Άρθρον 1.- Το Βασίλειον της Ελλάδος διαιρείται σε 10 Νομούς και 42 Επαρχίας.
Άρθρον 2.- Οι Νομοί του Βασιλείου είναι α) Αργολίδος και Κορινθίας, β) Αχαίας και Ηλίδος, γ)Μεσσηνίας, δ) Αρκαδίας, ε) Λακωνίας, στ) Ακαρνανίας και Αιτωλίας, ζ) Φωκίδος και Λοκρίδος, η) Αττικής και Βοιωτίας, θ) Εύβοιας, ι) Κυκλάδων.
Άρθρον 8.- Ο Νομός Ακαρνανίας και Αιτωλίας διαιρείται εις τας Επαρχίας: α) Ακαρνανίας συνισταμενήν εκ των μέχρι τούδε Επαρχιών Ξηρομέρου, Βονίτσης και Βάλτου - Πρωτεύουσα το Δραγαμέστον (Αστακός), β) Μεσολογγίου, γ) Ναυπακτίας συνισταμένην εκ των μέχρι τούδε Επαρχιών Ναυπάκτου, Βενέτικου και Κραβάρων - Πρωτεύουσα η Ναύπακτος, δ) Αγρινίου συνισταμένην εκ των μέχρι τούδε Επαρχίας Βλοχού - Πρωτεύουσα το Βραχώριον (Αγρίνιο), ε) Καλλιδρόμης συνισταμένην εκ των μέχρι τούδε Επαρχίας Καρπενισίου και του εις την Ελλάδα ανήκοντος μέρους των Αγράφων - Πρωτεύουσα το Καρπενήσιον. Μητρόπολης του Νομού το Αργινίον.

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΣΩΚΡΑΤΗ

Πλάτωνας - Απολογία Του Σωκράτη Πλάτωνας - Απολογία Του Σωκράτη Carlos

31/3/09

Βασανιάρης...


Της Νιάλας η Ανθρωποθυσία...

του Παν. Αρβανίτη

Ισχυρές μονάδες του Δημοκρατικού Στρατού πέρασαν αναγκαστικά στις αγραφιώτικες ψηλοκορφές και πιστά εφάρμοζαν το αντάρτικο σχέδιο αντίδρασης στις επιθέσεις του κυβερνητικού στρατού. Οι συγκρούσεις έπρεπε να περιοριστούν σε σημεία που η επιτυχία θεωρούνταν εξασφαλισμένη. Αιφνιδιαστικά χτυπήματα στις φάλαγγες του αντιπάλου και κατόπιν σύντομη αναδίπλωση με καλομελετημένους ελιγμούς, για να μην εγκαταλείπουν το χώρο.
Στις αρχές Απριλίου του 1947, από Καρπενήσι, Αγρίνιο, Άρτα και Καρδίτσα, επτά ταξιαρχίες του Κυβερνητικού Στρατού εξόρμησαν με κατεύθυνση τον ορεινό όγκο των Αγράφων. Ήταν οι ταξιαρχίες: 41η, 32η, 36η, 3η ορεινή, 71η, 72η και 75η. Οι τεράστιες στρατιωτικές φάλαγγες διέθεταν βαρύ πυροβολικό, όλμους, ορειβατικό πυροβολικό, σύγχρονα μέσα διαβιβάσεων και είχαν την αδιάκοπη κάλυψη της αεροπορίας. Αποκλειστικός τους στόχος ήταν ο εγκλωβισμός και το τσάκισμα του Δημοκρατικού Στρατού.
Οι επτά ταξιαρχίες είχαν στη διάθεση τους οπλισμό σύγχρονο και άφθονα πολεμοφόδια, ενώ ο Δημοκρατικός Στρατός τηρούσε απαρέγκλιτα τη διαταγή της ηγεσίας του για αυστηρή οικονομία στα πυρομαχικά.
Οι τρομερές συγκρούσεις άρχισαν από τα ριζά του θεσσαλικού κάμπου. Κάθε αντάρτικη θέση ισοπεδώνονταν κυριολεκτικά από οβίδες και ρουκέτες. Στη συνέχεια το πεζικό προωθούνταν για την κατάληψη της. Μέσα από τους καπνούς και την κόλαση της φωτιάς, οι άνδρες του Δημοκρατικού Στρατού, με πολυβόλα, λιγοστούς όλμους και λιανοτούφεκα, αντεπιτίθονταν με επιτυχία.
Σε, πολλές περιπτώσεις, τμήματα του Δημοκρατικού Στρατού αρχικά υποχωρούσαν. Στη συνέχεια, μετά από πολύωρες και εξαντλητικές πορείες, κυρίως τη νύχτα, τα ίδια τμήματα χτυπούσαν πισώπλατα τους αντιπάλους. Ο Δημοκρατικός Στρατός είχε πλεονέκτημα, γιατί κρατούσε απρόσιτες υποχρεωτικές διαβάσεις, αλλά κάτω από τη συντριπτική υπεροχή του Κυβερνητικού Στρατού πολλές από τις διαβάσεις αυτές χάνονταν.
Στα Βραγγιανά Ευρυτανίας, σαν ατσάλινη τανάλια, γιγάντιες κυβερνητικές δυνάμεις απέκλεισαν κάθε μονοπάτι διαφυγής για εκατοντάδες αντάρτες. Εκεί ήταν το τάγμα του Δημοκρατικού Στρατού με διοικητή το Σοφιανό, ένα κινητό νοσοκομείο με βαριά τραυματισμένους αντάρτες, καθώς και οικογένειες αντάρτικες. Ο ταγματάρχης, αφού διαπίστωσε ότι ήταν τελείως ξεκομμένος από άλλες αντάρτικες μονάδες, και τα περάσματα είχαν μπλοκαριστεί από τον Κυβερνητικό Στρατό, κάλεσε τους διοικητές των λόχων και των διμοιριών να συναποφασίσουν για το ξεπέρασμα του άμεσου κινδύνου που τους απειλούσε.
«Ο εχθρός θέλει να μας εξοντώσει», είπε, «και δεν είναι δύσκολο να το πετύχει, αφού στον εγκλωβισμό μας συμμετέχουν τρεις ταξιαρχίες. Ο καθένας από σας να προτείνει πέρασμα και τρόπους διαφυγής».
Τα είπε αυτά ο Σοφιανός, πλημμυρισμένος από βαριά κατήφεια, γιατί τον ζεματούσε η τρομερή ευθύνη για τον κόσμο που είχε κοντά του. Έμπειρος παρτιζάνος, με πλούσια αντιστασιακή δράση, σαν είδε τους συντρόφους του να δυσκολεύονται στη διαμόρφωση σχεδίων, πρότεινε δική του λύση. Ο αυχένας της Νιάλας ήταν το μοναδικό πέρασμα, αν ο στρατός δεν είχε ανεβεί ως εκεί. Όλοι συμφώνησαν και σε ελάχιστο χρόνο η φάλαγγα ξεκίνησε. Ήταν 12 τ' Απρίλη στα 1947.
Ανάμεσα στους τρεις αντάρτικους λόχους, μικρά παιδιά, γυναίκες, άρρωστοι και τραυματίες, ακολουθούσαν το ανηφορικό μονοπάτι. Ψιλόβρεχε και όσο προχωρούσαν το κρύο δυνάμωνε, γιατί η Νιάλα δεν αστειεύεται αν κάνει και πεισμώσει. Το απέναντι βουνό, ο Καλόγερος, έδινε μάχη με λυσσασμένη άγρια χιονοθύελλα και πέρα κατά την Ήπειρο τα αστραπόβροντα κουνούσαν συθέμελα τη γη.
Η φάλαγγα ανέβαινε τη γιδόστρατα με την ψυχή στο στόμα και με δυσκολία, γιατί τα κοφτερά λιθάρια γλιστρούσαν επικίνδυνα. Το απαίσιο μήνυμα για τη θανατηφόρα καταστροφή, που όλο και πλησίαζε, το φανέρωναν τα μαύρα αγριοπούλια που βιαστικά πετούσαν αναζητώντας σπηλιές απάτητες. Σε λίγο, άνοιξε ο ουρανός και ξέρασε στις αγραφιώτικες ψηλοκορφές πρωτοφανέρωτη χιονοθύελλα και τρομερή παγωνιά. Μούγκριζε με μανία ο αέρας και ξερίζωνε ό,τι αντιστέκονταν. Σαν μεταξωτό γυαλιστερό σεντόνι, το χιόνι σκέπασε τις άγριες βουνοπλαγιές κι έτσι χάθηκαν τα λιγοστά σημάδια απ' το μονοπάτι. Γρήγορα, η φάλαγγα έχασε τη συνοχή της, από την επίθεση της απρόσμενης κακοκαιρίας, κι ο καθένας βάδιζε όπως τον βόλευε. Μπροστάρι της πορείας ο Σοφιανός και με το στοματοτηλέφωνο διέταζε κι έδινε δύναμη:
«Προχωρείτε, μην κόβετε τη φάλαγγα! Κουράγιο, θα βγούμε στον αυχένα και θα περάσουμε».
Στο πάλεμα με την καταστροφική μανία της φύσης, ένας αντάρτης, προσπαθώντας να πάρει ανάσα, δεν τα κατάφερε κι έπεσε νεκρός απ' τη βαριά κούραση και τον παγωμένο αέρα. Ο αμέσως επόμενος σύντροφος του κατέβαλε προσπάθειες να τον ανασηκώσει, αλλά έχασε κι ο ίδιος τη ζωή του, αφού δεν του απέμενε άλλη αντοχή. Η αδυσώπητη κακοκαιρία όλο και εντείνονταν. Ένας άλλος αντάρτης, ο Ισαάκ από την Πέλλα, γλίστρησε και χάθηκε κάτω στο γκρεμό.
Η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα, δασκάλα από τον Παλαμά Καρδίτσας, αν και μόλις κατόρθανε να προχωρεί, έδινε κουράγιο στους συντρόφους της. Πιο πολύ όμως νοιαζόταν για τη συντοπίτισσά της, Βάγια Μπαρμπαράγια, που κρατούσε σφικτά στην αγκαλιά το τρίχρονο αγγελούδι της, τον μικρότερο δόκιμο παρτιζάνο.
Ο άνδρας της Βάγιας, κυνηγημένος από τις παρακρατικές συμμορίες, πήρε το όπλο και βγήκε στο βουνό. Τότε, η οργή και το εγκληματικό μένος ξέσπασε στη φαμελιά του. Η Βάγια, για ν' αποφύγει τον δικό της εξευτελισμό και της δεκαοχτάχρονης κόρης της, ακολούθησε τα χνάρια του αγαπημένου της με την ελπίδα ότι θα τον συναντήσει. Έτσι βρέθηκε στα λημέρια του Χάρου. Χαμένη και παραδομένη στην οργή της θύελλας, προσπαθούσε να ζεστάνει με το χνώτο της το αγοράκι που σπαρταρούσε σαν ψάρι στη στεριά. Πού όμως να βρεθεί ζεστό χνώτο σ' αυτή τη δολοφόνο παγωνιά;
Ξαφνικά, το άμοιρο αγοράκι, τινάχτηκε απότομα, τέντωσε τα ποδαράκια του και με ορθάνοιχτα μάτια κοίταξε ολόγυρα, σα να προσπαθούσε κάπου να ακουμπήσει με σιγουριά, αφού τα χέρια της μάνας του ξύλιασαν. Αδύναμο καθώς ήταν να κλάψει, ρωτούσε, με την ψυχούλα του, σε τι έφταιξε, ποιους έβλαψε και οδηγήθηκε στις μαύρες πόρτες του Άδη, που αμαντάλωτες το τραβούσαν στα φοβερά σκοτάδια τους. Σήκωσε ανάλαφρα το χεράκι του, σα να χαιρετούσε τον άδικο τούτο κόσμο, κι ο Χάρος, που το γυρόφερνε από ώρα φτερουγίζοντας κοντά του, έκλεισε για πάντα τα γλυκά κι αθώα ματάκια του. Μέσα στη μαύρη σκοτεινιά, ακούστηκαν οι σπαραξικάρδιες κραυγές, οι πένθιμοι λυγμοί και το δυνατό κλάμα της πονεμένης μάνας. Πληγωμένη καθώς ήταν η ίδια, ούτε που κατάλαβε τη θανατερή ανεμοζάλη που σαν φθινοπωρινό κιτρινισμένο πλατανόφυλλο άρπαξε το ακριβό της αγγελούδι από την αγκαλιά της. Με καταστροφική μανία, ο φοβερός ανεμοστρόβιλος το σήκωσε ψηλά και το χτύπησε άπονα, μια-δυο φορές στην κακοτράχαλη πλαγιά, κι ύστερα το αγγελούδι χάθηκε στις βαθιές αγραφιώτικες νεροσυρμές. Σαν πένθιμο νεκρολογικό εμβατήριο και οργισμένο μοιρολόι ακούστηκε τότε το επαναστατικό τραγούδι:

Θύελλες άνεμοι, γύρω μας πνέουν,
τέκνα του σκότους εμάς κυνηγούν
Σε υστέρες μάχες, μπλεκόμαστε τώρα
κι άγνωστες τύχες εμάς καρτερούν.

Όσο το αντάρτικο καραβάνι πλησίαζε στον αυχένα τόσο η άγρια φουρτούνα ορμούσε ξέφρενα κατεπάνω του. Ο κύκλος της μέρας δεν είχε κλείσει, όμως τα βαριά αδιαπέραστα σκοτεινά σύννεφα σκέπαζαν τις ανθρωποφάγες πλαγιές της Νιάλας. Όσοι αντέχουν, γλιτώνουν απ' την οργισμένη επέλαση του Χάρου, προχωρούν και δίνουν κουράγιο στους ετοιμοθάνατους με το τραγούδι:

Βροντάει ο Όλυμπος και πάλι,
στη Νιάλα πέφτουν κεραυνοί,
σειούνται στεριές και τα πελάγη
όπλων ακούγεται κλαγγή.

Οι βαθμοφόροι του αντάρτικου τμήματος διέτρεχαν τη φάλαγγα και προσπαθούσαν να τη συγκεριάσουν, χωρίς να είναι βέβαιοι ότι η κατεύθυνση που ακολουθούσαν είναι η σωστή. Τα πράγματα χειροτέρεψαν κι όποιος παραπατούσε δεν είχε γλιτωμό, αφού τον ρουφούσαν τα απύθμενα θεοσκότεινα φαράγγια. Κάπως έτσι χάθηκε κι ο πολίτης σύνδεσμος από τα Βραγγιανά. Χωρίς να το καταλάβουν είχαν πατήσει τον αυχένα και πελαγόδερναν, σκοντάφτοντας πάνω στα κουφάρια συντρόφων τους. Πενήντα και πλέον οι πεθαμένοι, κι ανάμεσα τους η Βάγια Μπαρμπαράγια με τη δεκαοχτάχρονη κόρη της. Μάνα και κόρη έμειναν εκεί άταφες, σφιχταγκαλιασμένες, να συντροφεύουν αιώνια το γλυκό τους αγοράκι. Ισως γιατί η ψυχούλα του τις είχε ανάγκη στ' άγρια σκοτεινά κι αφιλόξενα εκείνα μέρη.
Οι δύο λόχοι που προπορεύονταν, και που είχαν σημαντικές απώλειες, καβαλίκεψαν τον αυχένα και βρήκαν σίγουρο καταφύγιο στα βλάχικα κονάκια της Σάικας.
Ο τρίτος λόχος, με επικεφαλής το Γιάννη Παπαϊωάννου (Ερμή), πέρασε βιαστικά τον αυχένα και σε ελάχιστα μέτρα κατηφόρας σκόνταψε πάνω σε σκηνές του Κυβερνητικού Στρατού.
Η Νιάλα μούγκριζε, το αστραποβόλημα ξερίζωνε τα βράχια, κι εκείνοι, έρμαιοι της καταστροφής καθώς ήταν, αλογάριαστα χώθηκαν στ' αναπάντεχα στέγαστρα.
Οι αξιωματικοί του στρατού και οι στρατιώτες, ξυλιασμένοι και τυλιγμένοι σε χλαίνες και κουβέρτες, καρτερούσαν, ανάμεσα στους δικούς τους νεκρούς, το θάνατο. Σαν μπήκαν οι απρόσκλητοι μουσαφιραίοι, παραμέρισαν κι έκαναν τόπο για να βολευτούν όλοι στις σκηνές. Το μίσος και η έχθρα, που ως εκείνη τη στιγμή τους χώριζε, λιγόστεψε. Πρόσφεραν στους αντάρτες ξεχασμένες για κείνους λιχουδιές: ψωμί, κονσέρβες, σταφίδες και κονιάκ.
Νύχτωσε, κι έξω ούρλιαζε απειλητικά η κοσμοχαλασιά-όμως μέσα στις σκηνές άναψε το κουβεντολόι. Ο καθένας κατέθετε τα δικά του επιχειρήματα και καταμέριζε ευθύνες για τον αδελφοσκοτωμό. Όλοι όμως συμφωνούσαν πως το σαράκι της διχόνοιας πρέπει να εξοντωθεί, γιατί η εμφυλιοπολεμική σύγκρουση εξυπηρετεί συμφέροντα με τα οποία ο λαός δεν έχει καμία σχέση.
Ομόφωνα δέχτηκαν πως ο λαός έπεσε θύμα σκοτεινών κύκλων που διψούσαν για αίμα κι έτσι δεν μπόρεσε να διατηρήσει την ομοψυχία και την αλληλοκατανόηση, που εκεί ψηλά στης Νιάλας τα φαράγγια η άγρια φονική φύση επέβαλλε. Και ήταν αυτό το γεγονός ιστορικό, πρωτόγνωρο και μοναδικό σε παγκόσμια κλίμακα, αφού αντίπαλες στρατιωτικές δυνάμεις, βάναυσα αλληλομισούμενες, ξενύχτησαν αδελφωμένα στα ίδια στέγαστρα. Από το ψυχικό πλησίασμα των δυο αντιπάλων, ζεστάθηκαν οι καρδιές και νίκησαν το μίσος και το θάνατο.
Την άλλη μέρα, στις 13 Απριλίου 1947, οι Έλληνες γιόρταζαν το Πάσχα. Σ' άλλες περιοχές, ο ανοιξιάτικος ήλιος ανέβηκε ψηλά, ζέσταινε και φώτιζε, ενώ στη Νιάλα συνεχιζόταν η βαρυχειμωνιά με την ίδια ένταση, και το σκοτάδι δεν έλεγε να υποχωρήσει. Ο λοχαγός του Δημοκρατικού Στρατού Γιάννης Παπαϊωάννου, από διαίσθηση και μόνο, οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι η νύχτα είχε από ώρες αναδιπλωθεί. Με απεγνωσμένη προσπάθεια, βγήκε απ' τη σκηνή κι έβαλε στόχο να μαζέψει τους αντάρτες του για να φύγουν. Χωρίς να το γνωρίζει, βρέθηκε έξω από τη σκηνή του ταγματάρχη Αλευρά, τον οποίο και άκουσε να υπαγορεύει τηλεγράφημα προς την 72η ταξιαρχία του Κυβερνητικού Στρατού, που στρατοπέδευε στο χωριό Άγραφα:
-Από δριμύτατο ψύχος, συμμορίται Σοφιανού επάγωσαν άπαντες, εις κορυφήν Νιάλας. Υπολείμματα, περί τους εκατό συμμορίτας, κρατούνται αιχμάλωτοι εις αντίσκηνα μας. Αποστείλατε άνδρες προς παραλαβήν.
Ταγματάρχης Αλευράς.-
Η απάντηση του ασυρμάτου πλημμύρισε από χαρά τον Αλευρά και τους αξιωματικούς του:
-Ταγματάρχην Αλευράν. Στοπ. Δια το ηρωικό σας έργον, η πατρίς θα σας ευγνωμονεί και θα σας προβιβάσει οπωσδήποτε εις τον βαθμόν του συνταγματάρχου. Διαβιβάστε θερμά συγχαρητήρια μου εις απαντάς τους οπλίτας και βαθμοφόρους του τάγματος σας. Στοπ.
Διοικητής 72ας ταξιαρχίας.-
Ήταν πράγματι στιγμές θριάμβου για τον Αλευρά. Φόρεσε την τραγιάσκα που του προμήθευσαν πολίτες σύνδεσμοι από τ' Άγραφα και μαζί τους βγήκε έξω από το αντίσκηνο.
Ο λοχαγός του Δημοκρατικού Στρατού Παπαϊωάννου, ένας από τους πρωταγωνιστές στα γεγονότα της Νιάλας, καταθέτει τη μαρτυρία του για την εξέλιξη των γεγονότων και την παραθέτω αυτούσια, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εθνική Αντίσταση με τον τίτλο: «Πώς σκότωσα τον Αλευρά στις Νιάλες»:
" Όταν εγώ εκείνη τη στιγμή περνούσα κατά σύμπτωση από κοντά τους, ένα χέρι έφραξε το στήθος μου και ταυτόχρονα μου λέει κάποιος:
- Πού πάς εσύ;
Περνούσα από εκεί σκυφτά γιατί ο άνεμος χτυπούσε το χιόνι δυνατά στα μούτρα μου και δεν τους είδα καθόλου. Όταν σήκωσα το κεφάλι μου βλέπω μπροστά μου τρεις σκιές, τυλιγμένες με βλάχικες κάπες. Μόνο τα μάτια τους φαινόταν.
- Και ποιος είσαι εσύ; λέω σ' αυτόν που μου είχε φράξει το
στήθος.
- Ο ταγματάρχης! απαντάει με βροντερή και αυστηρή φωνή.
Έκανα ένα σάλτο παραμερίζοντας το χέρι του και προχώρησα το δρόμο μου, χωρίς να του πω τίποτα.
- Στάσου! άρχισε να φωνάζει θυμωμένα.
Εγώ πήγαινα χωρίς να του δώσω σημασία. Όμως αγρίεψε, φώναζε δυνατά και απειλούσε:
- Θα πυροβολήσω... Σταμάτα!...
Θα είχα απομακρυνθεί περίπου δέκα μέτρα, όταν γύρισα κατά μέτωπο προς αυτούς για να δω τι συμβαίνει και μισοβλέπω τον ταγματάρχη με το περίστροφο στο χέρι να απειλεί και να βρίζει τα θεία.
-Έτσι είσαι; του λέω και ακαριαία έχωσα το χέρι μου κάτω από τη χλαίνη, και τράβηξα από τη θήκη το πιστόλι μου, που κατά καλή τύχη δεν είχε παγώσει τελείως η σκανδάλη του.
Τη στιγμή εκείνη μια σφαίρα πέρασε και πήρε ξυστά τη χλαίνη πάνω στον αριστερό μου ώμο.
- Δεν σκοπεύετε καλά, ταγματάρχα, του λέω και τράβηξα κι εγώ τη σκανδάλη.
Η σφαίρα τον χτύπησε στο κεφάλι και ο ταγματάρχης σωριάστηκε πάνω στο χιόνι.
Ούτε ένα «ωχ» δεν πρόλαβε να πει. Τι ήθελε ο ταγματάρχης και παραβίασε την αναπόφευκτη ανακωχή που μας την είχε επιβάλει η φύση παρά τη θέληση μας; Αν εκείνος δεν προκαλούσε τη μονομαχία και δεν πυροβολούσε πρώτος, ασφαλώς δε θα δημιουργούνταν κανένα επεισόδιο και δε θα σκοτώνονταν κι ο ίδιος.
Μετά το σκοτωμό του ταγματάρχη όλοι ησύχασαν, οι αξιωματικοί τους μούδιασαν και λούφαξαν στ' αντίσκηνα. Οι δύο πολίτες σύνδεσμοι του Αλευρά προθυμοποιήθηκαν να εξυπηρετήσουν τώρα εμάς και να μας οδηγήσουν μέχρι το χωριό Σάικα. Στη σκηνή του ταγματάρχη, φώναξα για λίγο τους διμοιρίτες μου και τους έδωσα εντολή να συγκεντρώσουν τους άντρες τους που βρίσκονταν σκορπισμένοι στα εχθρικά αντίσκηνα και να φύγουμε όσο είναι δυνατόν πιο γρήγορα."

Το αντάρτικο παράγγελμα «αναλάβατε» πέρασε από σκηνή σε σκηνή και οι χαιρετούρες μεταξύ των αντιπάλων ήταν συγκινητικές. Η απροσδόκητη βουβή ανακωχή τελείωσε και το τμήμα του Δημοκρατικού Στρατού ακολούθησε το δικό του δρόμο, συρρικνωμένο όμως, γιατί πολλοί ήσαν εκείνοι που έμειναν άθαφτοι στον φοβερό αυχένα, ενώ άλλοι, μισοπεθαμένοι μέσα στις σκηνές, δεν άκουσαν τη διαταγή για αναχώρηση. Ανάμεσα στους τελευταίους, η Θεσσαλιώτισσα δασκάλα Βαγγελιώ Κουσιάντζα, η οποία και ιστορεί τον επίλογο της τελευταίας τραγικής πράξης από τα δραματικά και ματωμένα γεγονότα της Νιάλας, με γράμμα που έστειλε από τις φυλακές Λαμίας σε φίλη της στην Καρδίτσα. Γράφει:
"Αγαπημένη μου Σωτηρία σ' αφήνω γεια μια για πάντα. Είμεθα μια μεγάλη παρέα. Με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις βρεθήκαμε στη Νιάλα στ' Άγραφα. Η απότομη πρωτοφανής χιονοθύελλα μας εδυσκόλεψε. Εγώ επί 24 ώρες έμεινα αναίσθητη, και αν έζησα μέχρις εδώ, τη ζωή μου τη χρεωστώ στο Βασίλη Φυτσιλή από τη Σέκλιζα, ο οποίος για χατίρι μου καταδικάστηκε σε ισόβια δεσμά, χωρίς όμως και για να ζήσω. Ύστερα από πολλά, ενώ καθήμεθα μέσα σε σκηνές, μας παρέλαβε στρατός. Από το ψύχος είχα πρηστεί. Μας πήγαν στ' Άγραφα. Εν όλω είμεθα 30 κι εγώ 31. Μας κράτησαν τρεις ημέρες για ενέσεις. Από εκεί, στο Μοναστηράκι. Το τι δοκιμάσαμε εκεί δε λέγεται. Μας χτύπησαν και μου κόψαν τα μαλλιά, ολίγα πάντως. Στο Καρπενήσι, εκεί ήταν τα πολλά.
Με πήγαν σε μπουντρούμι σκοτεινό και χωροφύλακες μαυροσκούφηδες με χτύπησαν απάνθρωπα με σιδεριές και με κρανιές. Μου έσπασαν δύο πλευρά και ακόμα το σώμα μου είναι κατάμαυρο. Μας φέρανε εδώ. Τελική απομόνωση. Τους εξευτελισμούς και ηθικές καταπιέσεις όπου δοκιμάσαμε δε λέγονται. Την 1η Μαΐου μας κοινοποίησαν την απόφαση ότι στις 3 περνάμε από στρατοδικείο. Γράμμα δεν μπορούσαμε να στείλουμε διότι «δεν έκανε», όπως μας είπαν. Ήλθε ο πατέρας μου, παρακολούθησε δυο μέρες και μετά πήγε στην Αθήνα. Δεν μ' άφησαν διόλου να μιλήσω. Τώρα από προχθές, 5 Μαΐου, βγήκε απόφαση με θανατική ποινή. Μας σκηνοθέτησαν πολλά, ιδία εμένα, τόσα που δε λέγονται. Εν τέλει μας χαρακτήρισαν ως στρατολόγους, ηθικούς αυτουργούς.
Τι να γίνει, Σωτηρία μου, έτσι είναι ο κόσμος. Δεν έχω μπροστά μου παρά λίγα λεπτά, ελπίζοντας ίσως από Αθήνα ο πατέρας μου να φανεί. Έπειτα πλέον, φεύγω μια για πάντα, χρυσή μου. Εσύ να εργαστείς στο σχολείο και να δώσεις στη νεολαία να πιστέψει τι είναι εκείνο που εμείς πεθαίνουμε υπερήφανοι για την Ελλάδα και πηγαίνουμε ψηλά με τη συνείδηση μας καθαρή. Ως ενθύμιο δωρίζω το καρέ στη Βασιλικούλα σου, αφού άλλο τι δεν έχω.
Στη μάνα μου να κάνεις κουράγιο και να της δώσεις σε παρακαλώ τα υπόλοιπα πράγματα για ανάμνηση. Δε θέλω να με κλάψετε ούτε και να πενθείτε. Η θυσία μας που γίνεται, θα γίνει φάρος που θα φωτίσει όλο τον κόσμο για μια καλύτερη ζωή. Σ' όλο το δικό μας κόσμο, σκορπά τους ενθουσιώδεις χαιρετισμούς μας. Όπου πάμε και βρεθούμε θα συνεχίσουμε τη δουλειά μας, ώστε ερχόμενοι κάποτε κι εσείς να απολαύουμε όλοι μαζί τα αγαθά εκείνα που εδώ καθόλου δε βρέθηκαν. Σας αποχαιρετώ παντοτινά. Γεια σας -γεια σας. Βαγγελίτσα.
ΥΓ. Έρχονται να μας πάρουν για το σφαγείο. Θάρρος και υπομονή. Μη μας ξεχάσετε. Εύχομαι οι κόποι μας γρήγορα να αποβούν σε όφελος όλου του Λαού. Καλή καρδιά. Αντίο. Αντίο για πάντα.
Θάλαμος μελλοθανάτων, 8.5.1947. Λαμία."

Ο Σαμαντάκας...


24/3/09

25 ΜΑΡΤΙΟΥ...

"Μια φορά εβαπτίσθημεν με το λάδι, βαπτιζόμεθα και μία με το αίμα δια την ελευθερίαν της πατρίδος μας". (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)
"Η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούνε να μας φάνε και δεν μπορούνε, τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Αυτή τη μαγιά τήνε λέω σπίθα. Είναι η σπίθα που καίει αθάνατη μέσα στα σωθικά της Ελλάδας". (Μακρυγιάννης)
Η έκρηξη της Επανάστασης, τον Μάρτιο του 1821, αποτελεί το ξεκίνημα του αγώνα για την ανεξαρτησία που διεξήγαγε ο υπόδουλος Ελληνισμός κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο αγώνας αυτός κατέληξε στην αναγνώριση της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους από την Πύλη, με τη συνθήκη του Μαϊου του 1832. Η εκδήλωση αυτού του απελευθερωτικού κινήματος ήρθε στον απόηχο μεγάλων γεγονότων, που συγκλόνισαν την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο, όπως η Γαλλική Επανάσταση του 1789 και οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι ή η Αμερικανική Επανάσταση του 1776. Πρόκειται για γεγονότα που είχαν τον αντίκτυπό τους στις οπισθοδρομικές δομές του αχανούς κράτους που κυβερνούσε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β'.
Τα παλικάρια, που έγραψαν την ιστορία του εικοσιένα, παρουσιάζονται συχνά ως μυθικοί ήρωες, με εξιδανικευμένα χαρακτηριστικά, ατρόμητοι, ψυχικά καλλιεργημένοι, ηθικοί αδάμαντες.
Στην πραγματικότητα ήταν απλοί άνθρωποι με όλα τα προτερήματα και τα ελαττώματα που διαθέτει ο κοινός θνητός.
Απλώς τους είχε ατσαλώσει ο πόλεμος. Στις δύσκολες στιγμές της ζωής αυτό συμβαίνει συνήθως. Αλλοι ατσαλώνονται κι άλλοι εξοντώνονται.
Η αθυροστομία και τα αστεία του Καραϊσκάκη.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης φημιζόταν για την αθυροστομία και τα χωρατά του.
Μια φορά ήταν άρρωστος στο στρατόπεδο του Πειραιά. Φώναξε κάποιον κομπογιαννίτη να τον κοιτάξει.
Βάζει ένα παλικάρι κάτω από τα σκεπάσματα και μόλις μπαίνει ο γιατρός, δίνει με τρόπο όχι το δικό του χέρι, μα του παλικαριού. Το πιάνει εκείνος σοβαρά και κάνει να μετρήσει το σφυγμό του.
«Οι δυνάμεις σου, στρατηγέ μου, πέσανε πολύ», του λέει.
Με μια κίνηση πετά ο Καραϊσκάκης πέρα τα σκεπάσματα και μένει ξερός ο γιατρός με τον ξένο καρπό στο χέρι. «Ο π...ος μου έπεσε, ωρέ, όχι οι δυνάμεις μου!», του λέει.
Ο Καραϊσκάκης, όταν οργιζόταν, έβριζε σκληρά όχι μόνο στρατιώτες, αλλά και οπλαρχηγούς και στρατηγούς ακόμα. Οι ηπιότερες από τις βρισιές του ήταν σαπιοκοιλιά και παλιογελάδα. Αλλά αυτό δεν το έκανε από μοχθηρία. Επειτα από λίγο μετάνιωνε και με δάκρυα στα μάτια απευθυνόταν στους αγανακτισμένους στρατιώτες του για να πει: «Τι θυμώνετε, ωρέ! Κι εγώ είμαι... είμαι ο γιος της καλογριάς».
Ο Καραϊσκάκης ήταν εντελώς αγράμματος. Την υπογραφή του έμαθε να τη βάζει μόλις το 1825. Κι αυτή την έβαζε ανορθόγραφα: «Καραησκάκης».
Η ανδρεία των μελλοθανάτων στη σφαγή της Χίου.
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης αποθησαύρισε δύο διηγήσεις από τη σφαγή της Χίου.
Ο ίδιος σημειώνει πως αν είναι αληθινά, τότε «οι Χιώτες ήταν θαυμαστά γενναίοι με τον τρόπο τους τον ήρεμο και ταπεινό».
Στη Χίο, όταν έγιναν οι σφαγές, στα 1822, είχαν κλείσει οι Τούρκοι πολλούς από τους επίσημους στη μητρόπολη και τους έβγαζαν έναν έναν και τους έκοβαν το κεφάλι.
Οι μελλοθάνατοι δεν λησμονούσαν ούτε τότε τα κοινωνικά πρωτεία τους.
«Ορίστε μεσιέ Τζαννή, περάστε πρώτος...», έλεγαν.
Αλλος Χιώτης είπε καθώς τον πήγαιναν για θάνατο: «Σωπάστε, μη θυμώσει ο αγάς και πάθουμε χειρότερα».
Το Παλαμήδι και η πείνα των Τούρκων.
Απ όλα τα κάστρα του Μοριά το Παλαμήδι ήταν εκείνο που περισσότερο παίδεψε τους Ελληνες. Τέλειωνε ο Νοέμβρης του 1822 κι ακόμα αντιστέκονταν οι Τούρκοι, που ήταν κλεισμένοι στο φρούριο. Ομως η πείνα είναι ανίκητη.
Μια μέρα βγήκε από το πίσω μέρος του Παλαμηδιού μια Αράπισσα, κατά την ορολογία του Αινιάνα.
Με πρόφαση ότι μάζευε χόρτα, ξεμάκρυνε και πλησίασε τους Ελληνες πολιορκητές. Τη συλλαμβάνουν και την πάνε στον Στάικο Σταϊκόπουλο, επικεφαλής των πολιορκητών.
«Πείνα!», του λέει η γυναίκα.
Εκείνος διέταξε να της δώσουν φαγητό και να την αφήσουν ελεύθερη. Ετσι κι έγινε. Μερικές μέρες αργότερα ξαναβγαίνει έξω από το φρούριο, αυτήν τη φορά για να δώσει μια σοβαρή πληροφορία: Οι πολιορκούμενοι Τούρκοι κατέβηκαν στο Ναύπλιο και άφησαν το κάστρο αφύλαχτο.
Ηταν νύχτα της 29ης Νοεμβρίου 1822 και έβρεχε καταρρακτωδώς, όταν ο Μοσχονησιώτης έστησε τη σκάλα για να ανεβεί στον φοβερό προμαχώνα.
Τον βοήθησαν ο Πορτοκάλης και ένας Αθωνίτης καλόγερος, ο Παφνούτιος. Ξυπόλητος και με το σπαθί ρίχτηκε μέσα χωρίς να βρει αντίσταση.
Τα όνειρα του Κολοκοτρώνη.
Ο Κολοκοτρώνης είχε κάποιες δεισιδαιμονίες, όπως όλοι σχεδόν οι κλέφτες και οι αρματολοί. Διηγούνταν πολλά θαύματα της πλατομαντείας και πίστευε κάποτε στα όνειρα.
Οταν ονειρευόταν συνοδεία γάμου, εξηγούσε το όνειρο ότι είναι Τούρκοι.
Και αν μεν προχωρούσαν, δεν έμελλε να πολεμήσουν. Αν όμως έστεκαν και χόρευε μαζί τους, τότε σήμαινε ότι θα είχε πόλεμο. Και άρχιζε τις προετοιμασίες.
Τουρκοπελέκας ο Νικηταράς, γερο-Τσεκούρας ο Καρατάσος.
Οι μεγάλοι καπεταναίοι της επανάστασης είχαν διάφορα παρατσούκλια μεταξύ τους. Τον Οδυσσέα Ανδρούτσο τον έλεγαν οι φίλοι του Γερο-Χουλιάρα για τις πονηριές και τα ξαφνιάσματά του. Γέροντα λέγανε τον Γκούρα για τη φρονιμάδα του. Τον Κολοκοτρώνη τον φώναζαν «γύφτο» για το μαυριδερό χρώμα του. «Γύφτο» λέγανε και τον Καραϊσκάκη. «Γύφτο, γύφτο», έγραφε στον Καραϊσκάκη ο Κολοκοτρώνης στις 22 Ιανουαρίου 1827. «Στοχάσου γιατί έχεις να κάνεις με σόι γύφτικο». Και εννοούσε το δικό του το σόι, το κολοκοτρωναίικο.
Γερο-Τσεκούρας ήταν ο γερο-Καρατάσος για τη σκληρότητά του. Τον Νικηταρά, μετά τη μάχη στα Δερβενάκια και την καταστροφή του Δράμαλη, τα παλικάρια τον φώναζαν Τουρκοπελέκα. Το έξυπνο αυτό παρατσούκλι θυμίζει το πατρικό όνομα του αγωνιστή, που καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκκα.
Τον Κολοκοτρώνη ο λαός τον φώναζε Γέρο και Γέρο του Μοριά. Αυτό από αγάπη και σεβασμό για την εξυπνάδα του.
Ο Κίτσος Τζαβέλας, μετά την αποτυχία του στην εξέγερση της Ηπείρου το 1854, καταλήφθηκε από μελαγχολία και άρχισε να πίνει λίγο ρακί περισσότερο. Οι σκληροί εχθροί του τον ονομάτισαν Κίτσο-Παγούρα.
Ο στρατηγός Τζορτζ, αν και διορισμένος αρχιστράτηγος, δεν έβγαινε να πολεμήσει κατά την πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών. Ηταν κλεισμένος σε μια γολέτα στον Πειραιά. Τα παλικάρια του Καραϊσκάκη τού κόλλησαν το παρατσούκλι Καπετάν Γολέτας.
Πονηριές του Ανδρούτσου.
Σε κάποια μάχη στο Δαδί, το Νοέμβρη του 1822, οι ΄Ελληνες αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν. Αρχηγός τους ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που κινδύνεψε κι αυτός να τον αιχμαλωτίσουν. Κυκλωμένος καθώς ήταν από τους Αρβανίτες, δεν έχασε τη ψυχραιμία του, μα έκανε τον αδιάφορο:
- Ποιός είσαι ωρέ; τον ρώτησαν οι Αρβανίτες.
Εκείνος τους απάντησε που ήξερε τη γλώσσα τους:
- Σιόκ (δικός σας).
Τον πίστεψαν. Τούτο όμως δεν έφτανε στον πονηρό Οδυσσέα. Τώρα έπρεπε να βρει τρόπο για να τους ξεφύγει. Είπε λοιπόν στους Αρβανίτες να προχωρήσουν προς το λόγγο, που ήταν τάχα κρυμμέναγυναικόπαιδα. ΄Ετσι μπήκε μπροστά για να τους δείξει το δρόμο. Οι Αρβανίτες τον ακολούθησαν. Τους τράβηξε έτσι μέσα στις ανηφοριές του Παρνασσού. Φτεροπόδαρος όπως ήταν ο αρχηγός της Ρούμελης, πήγαινε πολύ πιο μπροστά από τους άλλους. Οι Αρβανίτες που τον βλέπανε να τρέχει έτσι άφοβα, του φώναζαν:
- Στάσου ορέ, μην τρέχεις μοναχός σου μπροστά να μην σε σκοτώσουν οι Ρωμιοί...
Μα που να σταθεί ο Οδυσσέας. Σε λίγο τον χάσανε απ' τα μάτια τους. Κατάφερε να χαθεί μέσα στον πυκνό λόγγο κι έτσι να ξεφύγει από τους Αρβανίτες.
"Βαράει Καραϊσκάκης".
Για τη φράση "Βαράει Καραϊσκάκης" ή "παίζει Καραϊσκάκης" έχουμε διάφορες ιστορικές εκδοχές και μία απ'αυτές είναι και τούτη: Στην εκστρατεία που έκανε ο Καραϊσκάκης στη Ρούμελη το 1826, το πολεμικό του σώμα - σε μία χιονοθύελλα - βρέθηκε σε δύσκολη θέση από τρόφιμα. Τα παλικάρια άρχισαν να διαμαρτύρονται στον αρχηγό τους. Χορατατζής όπως ήταν ο Καραϊσκάκης και για να ξεγελάσει τα παλικάρια του, τους φωνάζει: - Σφίχτε ορέ εσείς το ζωνάρι σας και βαρείτε τη κοιλιά σας. Γέλασαν οι ΄Ελληνες πολεμιστές στο χορατό του αρχηγού τους και ξεχνώντας τη πείνα τους άρχισαν όλοι να φωνάζουν: "Βαρούμε τη κοιλιά Καραϊσκάκη, βαρούμε τη κοιλιά Καραϊσκάκη".
Κι έτσι απόμεινε από τότε η ιστορική εκείνη φράση.
Εμένα η πατρίδα θα πρωτοεξορίσει.
Ο Κολοκοτρώνης, πολύ έμπειρος και φιλοσοφημένος άνθρωπος, περίμενε τους κατατρεγμούς του από το ελεύθερο ελληνικό κράτος. Ο ίδιος διηγούνταν στον Τερτσέτη:
Πήγαινα στην τέντα μου και έτρωγα λίγο ψωμί. Κάποιος φίλος μου, ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος, μου λέει:
«Αϊντε, Κολοκοτρώνη, παιδεύσου, παιδεύσου και η πατρίδα σου θα σε ανταμείψει».
Εγώ του αποκρίθηκα: «Εμένα η πατρίδα θα πρωτοεξορίσει». Η τύχη το έφερε και επαληθεύτηκε.
Στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο της επανάστασης τον φυλακίσανε σε μοναστήρι στην Υδρα. Επί αντιβασιλείας, το 1833, καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία.
Αργότερα, όταν έγινε βουλευτής, έγινε λόγος να καταργηθεί η γκιλοτίνα. «Οχι δεν θέλω!», είπε γελώντας. «Θέλω να δοκιμάσετε κι εσείς πρώτα την τρομάρα της!».
«Χιλίω χρονώνε λαγός» ήταν η καμήλα.
Πολλά ήταν τα λάφυρα που οι Ελληνες αποκόμισαν με την άλωση της Τριπολιτσάς.
Ανάμεσα στους Τούρκους που βγήκαν από την πόλη και πήγανε στον Κολοκοτρώνη για να παραδοθούν ήταν και ένας Εβραίος, ο πλουσιότερος της χώρας. Φορούσε στη μέση ένα ζευγάρι πιστόλες χρυσές και διαμαντοστόλιστες. Το μάτι του Κολοκοτρώνη έπεσε πάνω τους. Γέλασε και είπε:
«Μπα! Εβραίος και αρματωμένος δεν γίνεται!».
Πήρε τα πιστόλια και τα έχωσε στο σαλάχι του.
Από τη λαφυραγώγηση των ηττημένων του Δράμαλη έστειλαν μια καμήλα στη Ζάκυνθο. Μαζεύτηκε κόσμος στο μουράγιο και δεν ήξερε τι ζωντανό ήταν αυτό. Τότε ένας Ζακυνθινός πολύξερος, που τον ρώτησαν, αποκρίθηκε:
«Είναι χιλίω χρονώνε λαγός».
Ατάραχος στη φουρτούνα ο ναύαρχος Μιαούλης.
Ο ναύαρχος Μιαούλης ήταν θαλασσοδαρμένος και ατρόμητος ναυτικός. Κάποτε έπεσε σε μεγάλη φουρτούνα. Ατάραχος επέβλεπε τον πλου του καραβιού.
Ομως το πλήρωμα είχε τρομοκρατηθεί. Οι ναύτες πήραν μια εικόνα της Θεομήτορος και τη βύθιζαν στα θαλασσινά νερά, που είχαν κατακλύσει το σκάφος. Με δάκρυα στα μάτια επικαλούνταν τη θεία αντίληψη. Οταν τους είδε ο Μιαούλης, έφριξε. Είπε:
«Αν ήμουν εγώ Παναγία θα τους καταπόντιζα όλους αυτούς τους άθλιους. Εχουν όλα τα μέσα για να σωθούν, άρμενα και πηδάλιο. Αλλά δεν κάνουν τίποτα, μόνο ασεβούν και ατιμάζουν την εικόνα της Θεοτόκου και επικαλούνται επί ματαίω το όνομα του Θεού». Είπε στον υποπλοίαρχο να διατάξει στους ναύτες να βάλουν την εικόνα στη θέση της και να ακούσουν τα προστάγματά του, γιατί αυτός είναι που φροντίζει για τη σωτηρία τους.
Εδωσε για τον αγώνα όλη του την περιουσία.
Ο Ανδρέας Λόντος ξόδεψε όλα τα αγαθά του στον αγώνα και έπειτα το σπίτι του δυστύχησε. Η γενναιοδωρία του και η αυτοθυσία του ήταν παροιμιώδεις.
Κάποτε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βλέποντας αυτή την αρχοντική απλοχεριά του Λόντου, του είπε: «Λόντο, Λόντο, κράτα και παραπίσω τα χρήματά σου, να μην ψωμοζητήσει το σπίτι σου». Ο Λόντος απάντησε: «Πλούτη μου είναι η πατρίδα. Χωράφια μου η Ελλάδα». Πείνασε ο Λόντος, αλλά δεν ψωμοζήτησε. Οπως πείνασαν σχεδόν όλοι οι προύχοντες του Μοριά και της Ρούμελης, αλλά δεν ψωμοζήτησαν. Ο Λόντος όμως προτίμησε τον θάνατο στο τέλος, μην υποφέροντας την ταπείνωση της φτώχειας.
Ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του σημειώνει για την περίσταση: «Επεσε εις μεγάλο χρέος, ότι δεν έβαζε ποτέ πήχη στα πράματά του. Από αυτό ήτο, από άλλο - μια αυγή ευρέθη σκοτωμένος., όλο το κεφάλι του σκόρπιο και η πιστόλα του άδεια. Αυτό μόνο ο Θεός το ξέρει - άλλος τον εσκότωσε, μόνος του σκοτώθη».
Η επανάσταση της 24ης Φεβρουαρίου.
Η Ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου 1821 (και συνεπώς αυτή θα έπρεπε να είναι η επέτειος εορτασμού της, ή έστω η 21η Μαρτίου, ημέρα έναρξης του αγώνα στην ελληνική επικράτεια από το Κισνόβιο της Μολδαβίας με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Μαζί του, περίπου 4.000 Αλβανοί, Σέρβοι, Βούλγαροι και Βλάχοι. Λίγο μετά συγκρότησε και τον περίφημο Ιερό Λόχο, αποτελούμενο κυρίως από έλληνες φοιτητές.
Ο Υψηλάντης υπολόγιζε σε τριπλό ξέσπασμα της επανάστασης σε Μοριά, Κωνσταντινούπολη και Μολδοβλαχία. Όμως τα σχέδια του δεν ευοδώθηκαν. Στη μεν Μολδοβλαχία, ο ηγέτης των ντόπιων αγροτών Βλαντιμιρέσκου, αντί να επιτεθεί στους Τούρκους όπως είχε υποσχεθεί στον Υψηλάντη, επιτέθηκε στους έλληνες Φαναριώτες που κατείχαν τα τοπικά αξιώματα. Επιπλέον, Ρώσοι, Βούλγαροι, Σέρβοι και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ τον «πούλησαν».
Στην δε Κωνσταντινούπολη η ελληνική αφρόκρεμα δεν έκανε απολύτως τίποτα. Έτσι, ο Υψηλάντης έμεινε μόνος κι αβοήθητος, με φυσικό επακόλουθο να ηττηθεί. Ωστόσο, οι Τούρκοι έστρεψαν εκεί το βλέμμα τους κι ο Μοριάς προετοιμάστηκε ευκολότερα. Ιστορική μένει η γνωστή προκήρυξη του «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Μα δεν τον άκουσαν κι όλοι.
Το 1838 καθιερώθηκε με βασιλικό διάταγμα του Οθωνα ο εορτασμός του απελευθερωτικού αγώνα την 25η Μαρτίου, για να συμπίπτει με τη γιορτή του Ευαγγελισμού και να συνδεθεί έτσι η εκκλησία με αυτόν. Δεν πρόκειται φυσικά για ιστορική ανακρίβεια των τότε και των νυν ιθυνόντων αλλά για εσκεμμένη νόθευση του χαρακτήρα του Αγώνα.
Τι έγινε στις 25 Μαρτίου 1821; Τίποτα.
Διαβάστε μια οποιαδήποτε ιστορία της Επανάστασης, ακόμα και μία από τις θεωρούμενες «συντηρητικές» (Τρικούπης, Κόκκινος, Εκδοτική Αθηνών κ.λπ.) ή ανατρέξτε σε απομνημονεύματα αγωνιστών. Θα δείτε πολύ εύκολα ότι:
Στις 24 του Φλεβάρη ξεκινάει η επανάσταση στη Μολδαβία και στη Βλαχία
Στις 16 του Μάρτη ο Νίκος Σολιώτης χτυπάει πρώτος τους Τούρκους στην Ελλάδα, στο Αγρίδι (κοντά στην Ακράτα)
Στις 17 του Μάρτη αποφασίζεται η εξέγερση στη Μάνη
Στις 21 του Μάρτη αρχίζει η εξέγερση στα Καλάβρυτα
Στις 21 του Μάρτη πετυχαίνει η επανάσταση στην Πάτρα
Στις 22 του Μάρτη ο Δυσσέας (sic) Αντρούτσος γράφει στους Γαλαξ(ε)ιδιώτες ένα περίφημο γράμμα παρακίνησης σε εξέγερση
Στις 23 του Μάρτη εδραιώνεται η επανάσταση στην Καλαμάτα κ.λπ., κ.λπ.
Όλα αυτά πριν την 25η Μαρτίου. Ειδικά ο Παλαιών Πατρών (Π.Π.) Γερμανός στ’ Απομνημονεύματά του γράφει ότι στις 25 του Μάρτη ήταν στην Πάτρα. Στην ίδια πόλη ευλόγησε τους αγωνιστές τον επόμενο μήνα σε μια πλατεία. Λέτε να μην έβαλε στ’ Απομνημονεύματά του αυτό που, αν είχε συμβεί, θα ήταν η σημαντικότερη μέρα της ζωής του; Ποια ήταν παλιότερα η εθνική μας επέτειος; Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, και επί δεκαετίες, εθνική γιορτή της Ελλάδας ήταν η Πρωτοχρονιά, γιατί την 1η του Γενάρη 1822 ψηφίστηκε το πρώτο Σύνταγμα της χώρας («Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος») και ξεκίνησε η νομική ύπαρξη του ελληνικού κράτους.Ο μύθος που ανακατεύει το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, τον εκεί ευλογούντα Π. Π. Γερμανό, τα εξιδανικευμένα ζωγραφιστά παλικάρια να ορκίζονται σε μια σημαία σχεδόν σαν τη σημερινή, το λάβαρο (πολύ μεταγενέστερη κατασκευή) και την 25η Μαρτίου (ώστε όλα να συμπέσουν με τον «Ευαγγελισμό της Θεοτόκου») είναι πολύ μεταγενέστερος και αποσκοπεί στο να εμφανίσει την ορθόδοξη εκκλησία ως συνιδρύτρια της νέας Ελλάδας. Την εκκλησία που αποτελούσε το κυριότερο στήριγμα της οθωμανικής εξουσίας, βραχίονα ιδεολογικής πυγμής και φορολογικής επιβολής στους θρησκόληπτους ραγιάδες. Την εκκλησία που αφόρισε τον Ρήγα, τους κλέφτες συλλήβδην το 1806, τον Σούτσο, τον Υψηλάντη και τόσους άλλους το 1821, γιατί τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν την εξουσία του Σουλτάνου και του ανώτατου ορθόδοξου κρατικού υπαλλήλλου του, του εκάστοτε Πατριάρχη. Εξάλλου, ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε΄ δεν μπορεί να γίνει κολυμπήθρα του Σιλωάμ και να συγκαλύψει την ανθελληνική δράση του, διότι η οθωμανική εξουσία τον σκότωσε ακριβώς ως ανίκανο κρατικό υπάλληλο, επειδή δεν μπόρεσε ν’ αποτρέψει την εξέγερση. Στην ίδια φιλοεκκλησιαστική, πεποιημένη γραμμή είναι το ανιστόρητο χωρατό του κρυφού σχολειού. Ευφάνταστοι ζωγραφικοί πίνακες (πιθανώς μεγάλης καλλιτεχνικής, αλλά μηδενικής ιστορικής αξίας, σαν το «Κρυφό σχολείο» του Γύζη), αθώα κελάρια μοναστηριών, το (φράγκικης μελωδίας) τραγουδάκι «Φεγγαράκι μου λαμπρό», ανιστόρητοι πανηγυρικοί λόγοι παπάδων ή δασκάλων και, ιδίως, συνεχής «παραδοσιακή» επανάληψη: αυτά είναι τα στηρίγματα της 25ης Μαρτίου 1821 και του κρυφού σχολειού. Αλλά πρόκειται για μύθους, ορισμένης μάλιστα χάλκευσης, όχι για ιστορία. Κι όποιος ξεκινήσει να ψάχνει, μετά δεν σταματάει. Διαβάζει «Ελληνική Νομαρχία», Φωτάκο, Κοραή, Κοντογιώργη, Αγγέλου, Πετρόπουλο κ.λπ. Τι έγινε λοιπόν στις 25 Μαρτίου του 1821; Τίποτα.
Και η προδοσία πήγαινε σύννεφο.
Στις πολεμικές συγκρούσεις αναμφίβολα δεν πήραν μέρος όλοι οι Έλληνες. Από τα 4.000.000 Ελλήνων, μόνο τα δύο ζούσαν στην Ελλάδα, ενώ άλλα δύο βρίσκονταν σκορπισμένα στην Ευρώπη. Κι αν αφαιρέσει κανείς την πλειοψηφία των προκρίτων, προεστών, κοτζαμπάσηδων, δεσποτάδων, προσκυνημένων και πολιτικάντηδων, μένει μια ισχνή μειοψηφία ελλήνων πολεμιστών. Και οι «συντροφικές κουμπουριές» έδιναν κι έπαιρναν:
Ο οικουμενικός πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της Οικουμενικής Συνόδου αφόρισαν στις 23 του Μάρτη τον Υψηλάντη, φιλικούς αγωνιστές και επανάσταση προκειμένου όπως λέγεται να κρατηθούν οι «ισοροπίες» με την Υψηλή Πύλη
Ο Καραϊσκάκης, το σύμβολο της λεβεντιάς και του πατριωτισμού, σκοτώθηκε από Ελληνα κατόπιν συνωμοσίας Μαυροκορδάτου, Τσορτς και Κόχραν. Είχε προλάβει δε να δικαστεί την Πρωταπριλιά του 1824 και να καταδικαστεί ως ένοχος προδοσίας προς την πατρίδα. Πρόεδρος της επιτροπής που τον δίκασε, ο επίσκοπος Άρτας Πορφύριος.
Ο Ρήγας Φεραίος, αφού εισέπραξε όλο το ανάθεμα της εκκλησίας και των συντηρητικών Ελλήνων, καταδόθηκε από τον, καθ’ υπερβολήν αποκαλούμενο, Ελληνα, Δημήτριο Οικονόμου.
Ο Κολοκοτρώνης πολεμήθηκε όσο λίγοι. Η δημοτικότητα του είχε εκτοξευτεί μόλις από το 1821 και αρκετοί πατριδοκάπηλοι ανησύχησαν. Πρώτα του αφαίρεσαν τον τίτλο του αρχιστράτηγου, σκότωσαν το γιο του Πάνο στον Εμφύλιο και μετά τον πόλεμο τον έσυραν κι αυτόν σε δίκη παρωδία, όπου τρία ανθρωποειδή-δικαστές τον καταδίκασαν σε θάνατο. Σχεδόν κανείς απ’ αυτούς που πολέμησαν δεν πήρε αξίωμα μετά τον πόλεμο. Οι περισσότεροι πέθαναν φτωχοί και ξεχασμένοι.
Παρ’ ότι δεν αναφέρεται επισήμως, δίπλα στους Ελληνες πολέμησαν αρκετοί Μολδαβοί, Βλάχοι, Σέρβοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Μαυροβούνιοι και Τούρκοι. Τι κοινό είχαν; Χαμηλή κοινωνική θέση και ηλικία κυρίως 18-30 ετών. Οι πιο γνωστοί είναι ο αρχιεπίσκοπος Μαυροβουνίου Πέτροβιτς Α’, ο μουσουλμάνος θρησκευτικός ηγέτης Αλφεραντίν, ο Φαβιέρ. Ο ελληνικός αγώνας ήταν γι’ αυτούς απαρχή απελευθέρωσης όλων των λαών από τον οθωμανικό ζυγό. Επανάσταση, λοιπόν, πολυεθνική συμμετοχής με δεσπόζουσα την Ελλάδα.

22/3/09

Η Αδιαφορία για την πολιτική.

Καρλ Μαρξ
μετάφραση Δημήτρης Δημούλης
"Η εργατική τάξη δεν πρέπει να συγκροτηθεί σε πολιτικό κόμμα, δεν πρέπει για κανένα λόγο να έχει πολιτική δράση, διότι το να πολεμάς το κράτος σημαίνει ότι αναγνωρίζεις το κράτος και αυτό είναι αντίθετο στις αιώνιες αρχές. Οι εργάτες δεν πρέπει να κάνουν απεργίες. Διότι το να επιδιώκει κανείς να αυξήσει το μισθό του ή να εμποδίσει τη μείωσή του σημαίνει ότι αναγνωρίζει το Μισθό και αυτό είναι αντίθετο στις αιώνιες αρχές της χειραφέτησης της εργατικής τάξης!
Αν στην πολιτική δράση ενάντια στο αστικό κράτος οι εργάτες επιτυγχάνουν μόνον να αποσπάσουν ορισμένες παραχωρήσεις, τότε προβαίνουν σε συμβιβασμούς --και αυτό είναι αντίθετο στις αιώνιες αρχές. Πρέπει λοιπόν να περιφρονούμε κάθε ειρηνική κίνηση ανάλογη με αυτές που έχουν την κακή συνήθεια να οργανώνουν οι άγγλοι και αμερικανοί εργάτες. Οι εργάτες δεν πρέπει να επιδιώκουν να καθορισθεί ένα νομοθετικό όριο της εργάσιμης μέρας, γιατί αυτό είναι ένα είδος συμβιβασμού με τα αφεντικά, τα οποία δεν θα μπορούν πλέον να τους εκμεταλλεύονται παρά 10 ή 12 ώρες αντί για 14 ή 16. Οι εργάτες δεν πρέπει καν να επιδιώξουν να απαγορευθεί με νόμο η πρόσληψη παιδιών κάτω των 10 ετών στα εργοστάσια, γιατί με τον τρόπο αυτό δεν παύει η εκμετάλλευση των παιδιών άνω των 10 ετών και έτσι κάνουν έναν νέο συμβιβασμό που αμαυρώνει την καθαρότητα των αιώνιων αρχών!
Κατά μείζονα λόγο, οι εργάτες δεν πρέπει να θέλουν να υποχρεωθεί το κράτος --του οποίου ο προϋπολογισμός τροφοδοτείται από την εργατική τάξη-- να παρέχει στα παιδιά των εργατών στοιχειώδη εκπαίδευση, όπως συμβαίνει στην Αμερικανική Δημοκρατία γιατί η στοιχειώδης εκπαίδευση δεν είναι πλήρης εκπαίδευση. Είναι καλύτερο οι εργάτες και οι εργάτριες να μη γνωρίζουν ανάγνωση, γραφή και αριθμητική παρά να εκπαιδεύονται από δασκάλους των κρατικών σχολείων. Είναι καλύτερο να αποβλακώνονται οι εργαζόμενες τάξεις από την αμάθεια και την καθημερινή εργασία επί 16 ώρες, παρά να παραβιασθούν οι αιώνιες αρχές.
Αν η πολιτική πάλη της εργατικής τάξης πάρει βίαιες μορφές, αν οι εργάτες αντικαταστήσουν τη δικτατορία της αστικής τάξης με τη δική τους επαναστατική δικτατορία, τότε διαπράττουν το φρικτό έγκλημα της προσβολής αρχών. Διότι, με σκοπό να ικανοποιήσουν τις βέβηλες και πεζές καθημερινές τους ανάγκες και να συντρίψουν την αντίδραση της αστικής τάξης, δίνουν στο κράτος μια επαναστατική και μεταβατική μορφή αντί να κατεβάσουν τα όπλα και να καταργήσουν το κράτος. Οι εργάτες δεν πρέπει να ιδρύουν ξεχωριστά σωματεία για κάθε επάγγελμα διότι έτσι διαιωνίζουν τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, όπως υπάρχει στην αστική κοινωνία, ενώ αυτός ο καταμερισμός διασπά τους εργάτες και αποτελεί στην πραγματικότητα τη βάση της σημερινής σκλαβιάς τους.
Με μια λέξη, οι εργάτες πρέπει να σταυρώσουν τα χέρια και να μην χάνουν το χρόνο τους με πολιτικές και οικονομικές κινήσεις. Αυτές οι κινήσεις δεν μπορούν να τους προσφέρουν παρά άμεσα αποτελέσματα. Ως ειλικρινά θρησκευόμενοι άνθρωποι πρέπει να περιφρονήσουν τις καθημερινές τους ανάγκες και να φωνάξουν γεμάτοι πίστη: 'Ας σταυρωθεί η τάξη μας, ας χαθεί η γενιά μας, αν είναι να μείνουν αμόλυντες οι αιώνιες αρχές'. Ακριβώς όπως οι ευσεβείς χριστιανοί, πρέπει να πιστέψουν στα λόγια του παπά, να περιφρονήσουν τα αγαθά του κόσμου τούτου και να σκέφτονται μόνο το πώς θα κερδίσουν τον Παράδεισο. Αντικαταστήστε το Παράδεισος με το ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΛΥΣΗ, η οποία θα επέλθει κάποτε, σε κάποια γωνιά της γης, χωρίς να ξέρουμε πώς και χάρη σε ποιον, και το παραμύθι θα είναι ακριβώς το ίδιο.
Αναμένοντας λοιπόν αυτή την περίφημη κοινωνική διάλυση, η εργατική τάξη πρέπει να συμπεριφέρεται κοσμίως σαν καλοβοσκημένο κοπάδι προβάτων, να αφήνει ήσυχη την κυβέρνηση, να φοβάται την αστυνομία, να σέβεται τους νόμους, να παρέχει αδιαμαρτύρητα κρέας για τα κανόνια.
Στην πρακτική ζωή της κάθε μέρας οι εργάτες πρέπει να είναι οι πιο πειθήνιοι υπηρέτες του κράτους, αλλά εσωτερικά πρέπει να διαμαρτύρονται ενεργητικά ενάντια στην ύπαρξή του και να του διαδηλώνουν τη βαθιά θεωρητική τους περιφρόνηση με την προμήθεια και μελέτη φιλολογικών πραγματειών περί καταργήσεως του κράτους. Θα πρέπει δε να αποφεύγουν με κάθε τρόπο να προβάλλουν στο καπιταλιστικό σύστημα οποιαδήποτε αντίδραση εκτός των αναφωνήσεων περί μελλοντικής κοινωνίας, στην οποία αυτό το μισητό καθεστώς θα έχει πάψει να υπάρχει!"
Κανείς δεν θα αρνηθεί ότι αν οι απόστολοι της αδιαφορίας για την πολιτική εκφράζονταν τόσο καθαρά, η εργατική τάξη θα τους έστελνε στο ανάθεμα και θα ένιωθε ότι χλευάζεται από αυτούς τους δογματικούς αστούς και τους ξεπεσμένους ευγενείς που είναι τόσο ανόητοι ή αφελείς ώστε να της απαγορεύουν κάθε πραγματικό μέσο πάλης, ενώ όλα τα όπλα της πάλης πρέπει να τα παίρνει κανείς από την υπάρχουσα κοινωνία και οι μοιραίοι όροι αυτής της πάλης έχουν το κακό να μην προσαρμόζονται στις ιδεαλιστικές φαντασιώσεις που αυτοί οι διδάκτορες κοινωνικών επιστημών θεοποίησαν με τα ονόματα Ελευθερία, Αυτονομία, Αναρχία. Αλλά το κίνημα της εργατικής τάξης είναι σήμερα τόσο ισχυρό, ώστε αυτοί οι σεχταριστές φιλάνθρωποι δεν τολμούν πια να επαναλάβουν σχετικά με την οικονομική πάλη τις μεγάλες αλήθειες που ακούραστα διακήρυσσαν για την πολιτική πάλη. Είναι αρκετά φοβιτσιάρηδες για να εξακολουθήσουν να τις εφαρμόζουν στις απεργίες, στα συνδικάτα, στα επαγγελματικά σωματεία, τους νόμους για την εργασία των γυναικών και των παιδιών, τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας κ.λπ.
Ας εξετάσουμε τώρα αν οι άνθρωποι αυτοί είναι σε θέση να επικαλούνται τις καλές παραδόσεις, την αιδώ, την καλή πίστη και τις αιώνιες αρχές!
Για τους πρώτους σοσιαλιστές (Φουριέ, Όουεν, Σαιν-Σιμόν κλπ.) ήταν μοιραίο να περιοριστούν σε όνειρα για την υποδειγματική κοινωνία του μέλλοντος και να καταδικάσουν κάθε προσπάθεια που έκαναν οι εργάτες για να βελτιώσουν έστω και λίγο την τύχη τους (απεργίες, συνδικάτα, πολιτικές κινήσεις). Και αυτό ήταν μοιραίο διότι οι κοινωνικές συνθήκες δεν είχαν φτάσει σε τέτοιο βαθμό ανάπτυξης, ώστε να επιτρέπουν στην εργατική τάξη να συγκροτηθεί σε μαχόμενη τάξη. Αν όμως δεν μας επιτρέπεται να αποκηρύξουμε αυτούς τους πατριάρχες του σοσιαλισμού, όπως δεν επιτρέπεται στους χημικούς να αποκηρύξουν τους πατέρες τους, τους αλχημιστές, θα πρέπει πάντως να αποφύγουμε να πέσουμε ξανά στα σφάλματά τους, που θα ήταν ασυγχώρητα αν διαπράττονταν από μας.
Αργότερα πάντως, το 1839 --όταν η πολιτική και οικονομική πάλη της εργατικής τάξης είχε λάβει αρκετά οξύ χαρακτήρα στην Αγγλία-- ο Bray, ένας από τους μαθητές του Όουεν και ένας από αυτούς που είχαν ανακαλύψει την αλληλοβοήθεια αρκετά πριν από τον Προυντόν, εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο LABOUR'S WRONGS AND LABOUR'S REMEDY (Τα δεινά και τα μέσα θεραπείας της εργασίας).
Σε ένα από τα κεφάλαια που αναφέρεται στην αναποτελεσματικότητα όλων των μέσων θεραπείας που μπορεί να προσφέρει η παρούσα μορφή πάλης, ασκεί σκληρή κριτική σε όλες τις κινήσεις, πολιτικές και οικονομικές, των άγγλων εργατών. Καταδικάζει το πολιτικό κίνημα, τις απεργίες, τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας, τη ρύθμιση της εργασίας των γυναικών και των παιδιών στις βιομηχανίες διότι, κατά την άποψή του, όλα αυτά όχι μόνον δεν μας επιτρέπουν να ξεφύγουμε από το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς, αλλά και μας κρατούν δέσμιους σ' αυτό και εντείνουν ακόμη περισσότερο τους ανταγωνισμούς.
Φτάνουμε τώρα στον Προυντόν, τον προφήτη αυτών των διδακτόρων κοινωνικών επιστημών. Ο δάσκαλος είχε το θάρρος να εκφρασθεί ρητά ενάντια σε όλες τις οικονομικές κινήσεις (συνδικάτα, απεργίες κλπ.) που ήταν αντίθετες στις μεσσιανικές θεωρίες του περί αλληλοβοήθειας και ενθάρρυνε με τα γραπτά και την προσωπική συμμετοχή του το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης. Αντίθετα οι μαθητές του δεν τολμούν να εκφρασθούν ανοιχτά ενάντια στο κίνημα. Ήδη το 1847, στιγμή κατά την οποία εκδίδεται το μεγάλο έργο του δασκάλου: Οι οικονομικές αντιφάσεις, αντέκρουσα τις σοφιστείες του που στρέφονταν ενάντια στο εργατικό κίνημα2. Πάντως το 1864, μετά το νόμο Ollivier που παρείχε στους γάλλους εργάτες το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι με μεγάλους περιορισμούς, ο Προυντόν επανήλθε στο ίδιο θέμα με το βιβλίο του Πολιτικές ικανότητες των εργαζόμενων τάξεων, το οποίο εκδόθηκε λίγες μέρες μετά το θάνατό του.
Οι επιθέσεις του δασκάλου ταίριαζαν τόσο πολύ στα γούστα των αστών ώστε οι Times με αφορμή τη μεγάλη απεργία των ραφτάδων του Λονδίνου το 1866 έκαναν στον Προυντόν την τιμή να τον μεταφράσουν και να καταγγείλουν τους απεργούς με τα ίδια του τα λόγια. Ιδού ορισμένα δείγματα.
Οι ανθρακωρύχοι του Rive-de-Gier έκαναν απεργία. Οι στρατιώτες έσπευσαν να τους επαναφέρουν στην τάξη. "Η κρατική αρχή, φωνάζει ο Προυντόν που διέταξε να εκτελεσθούν οι ανθρακωρύχοι του Rive-de-Gier έκανε αχάριστο έργο. Έδρασε ωστόσο όπως ο αρχαίος Βρούτος που έπρεπε να διαλέξει μεταξύ της πατρικής αγάπης και του καθήκοντός του ως Υπάτου: έπρεπε να θυσιάσει τα παιδιά του για να διασώσει τη Δημοκρατία. Ο Βρούτος δεν δίστασε και οι επόμενες γενιές δεν τολμούν να τον καταδικάσουν"3. Οι προλετάριοι δεν θυμούνται κάποιον αστό που να δίστασε να θυσιάσει τους εργάτες του προκειμένου να διασώσει τα συμφέροντά του. Πόσο Βρούτοι4 είναι οι αστοί!
"Και όμως όχι: δεν υπάρχει το δικαίωμα δημιουργίας συνδικάτων, όπως δεν υπάρχει το δικαίωμα της απάτης ή της κλοπής, όπως δεν υπάρχει το δικαίωμα της αιμομιξίας και της μοιχείας"5. Πρέπει πάντως να πούμε ότι αναμφίβολα υπάρχει το δικαίωμα της ανοησίας.
Ποιες είναι λοιπόν οι αιώνιες αρχές, στο όνομα των οποίων ο δάσκαλος εξαπολύει τους αλλοπρόσαλλους αφορισμούς του;
Πρώτη αιώνια αρχή: "Το ύψος του μισθού καθορίζει την τιμή των εμπορευμάτων".
Και αυτοί ακόμη που δεν έχουν καμιά γνώση πολιτικής οικονομίας και αγνοούν ότι ο μεγάλος αστός οικονομολόγος Ricardo αντέκρουσε οριστικά αυτό το παραδοσιακό λάθος στο βιβλίο του Αρχές της πολιτικής οικονομίας που εκδόθηκε το 1817, γνωρίζουν το τόσο αξιοσημείωτο παράδειγμα της αγγλικής βιομηχανίας, η οποία μπορεί να πουλά τα προϊόντα της σε τιμές αρκετά χαμηλότερες από εκείνες οποιασδήποτε άλλης χώρας, ενώ οι μισθοί είναι στην Αγγλία συγκριτικά υψηλότεροι απ'ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης.
Δεύτερη αιώνια αρχή: "Ο νόμος που επιτρέπει τα συνδικάτα είναι εξαιρετικά αντινομικός, αντιοικονομικός, αντίθετος σε κάθε κοινωνία και τάξη". Με μια λέξη είναι "αντίθετος στο οικονομικό Δικαίωμα του ελεύθερου ανταγωνισμού". Αν ο δάσκαλος ήταν κάπως λιγότερο σωβινιστής, θα διερωτάτο πώς εξηγείται το ότι στην Αγγλία εκδόθηκε σαράντα χρόνια νωρίτερα ένας νόμος τόσο αντίθετος στα οικονομικά δικαιώματα του ελεύθερου ανταγωνισμού και πώς γίνεται αυτός ο νόμος --που είναι τόσο αντίθετος σε κάθε κοινωνία και τάξη να επιβάλλεται ως αναγκαιότητα ακόμη και για τα ίδια τα αστικά κράτη, στο βαθμό που αναπτύσσεται η βιομηχανία και μαζί με αυτή ο ελεύθερος ανταγωνισμός. Τότε θα ανακάλυπτε ίσως ότι αυτό το Δικαίωμα (με Δ κεφαλαίο) υπάρχει μόνο στα Οικονομικά εγχειρίδια που συγγράφουν οι αδελφοί Αδαείς της αστικής πολιτικής οικονομίας και στα οποία βρίσκονται μαργαριτάρια όπως το παρακάτω: H ιδιοκτησία είναι καρπός της εργασίας... των άλλων παρέλειψαν να προσθέσουν.
Τρίτη αιώνια αρχή: "Συνεπώς με το πρόσχημα να ανυψωθεί η εργατική τάξη από τη λεγόμενη κοινωνική κατωτερότητα, πρέπει να αρχίσουμε να καταγγέλλουμε μια ολόκληρη τάξη πολιτών: την τάξη των κυρίων, επιχειρηματιών, εργοδοτών και αστών: πρέπει να ωθήσουμε την εργατική δημοκρατία στο να περιφρονεί και να μισεί αυτούς τους ανάξιους συμπολίτες της μεσαίας τάξης. Πρέπει να προτιμήσουμε τον εμπορικό και βιομηχανικό πόλεμο από την έννομη καταστολή και τον ανταγωνισμό των τάξεων από την κρατική αστυνομία"6.
Για να εμποδίσει την εργατική τάξη να ξεφύγει από τη λεγόμενη κοινωνική κατωτερότητά της, ο δάσκαλος καταδικάζει τα συνδικάτα που συγκροτούν την εργατική τάξη σε τάξη ανταγωνιστική προς την αξιοσέβαστη κατηγορία των εργοδοτών, επιχειρηματιών, αστών, οι οποίοι αναμφίβολα προτιμούν, όπως και ο Προυντόν, την κρατική αστυνομία από τον ταξικό ανταγωνισμό. Για να αποφευχθεί κάθε ενόχληση αυτής της αξιοσέβαστης τάξης, ο καλός μας Προυντόν προτείνει στους εργάτες --μέχρις ότου φτάσει το αλληλοβοηθητικό καθεστώς και παρά τα μειονεκτήματά της-- "την ελευθερία ή ανταγωνισμό, τη μοναδική εγγύησή μας"7.
Ο δάσκαλος κήρυσσε την αδιαφορία για τα οικονομικά ζητήματα προκειμένου να προστατέψει την ελευθερία ή τον αστικό ανταγωνισμό, τη μοναδική εγγύησή μας. Οι μαθητές του διδάσκουν την αδιαφορία για τα πολιτικά ζητήματα για να προστατέψουν την αστική ελευθερία, τη μοναδική εγγύησή τους. Αν οι πρώτοι χριστιανοί που επίσης κήρυσσαν την αδιαφορία για τα πολιτικά ζητήματα χρειάστηκαν τη συνδρομή ενός αυτοκράτορα για να μεταμορφωθούν από καταπιεζόμενους σε καταπιεστές, οι σύγχρονοι απόστολοι της αδιαφορίας για τα πολιτικά ζητήματα δεν πιστεύουν ότι οι αιώνιες αρχές τους επιβάλλουν και σ' αυτούς τους ίδιους την αποχή από τις κοσμικές απολαύσεις και τα πρόσκαιρα προνόμια της αστικής κοινωνίας. Πάντως πρέπει να τους αναγνωρίσουμε ότι υπομένουν με στωικότητα αντάξια των χριστιανών μαρτύρων το ασήκωτο φορτίο των 14 ή 16 ωρών εργασίας που φέρουν οι βιομηχανικοί εργάτες!

Λονδίνο, Ιανουάριος 1873

1. Το κείμενο γράφτηκε από τον Μαρξ στα γαλλικά μεταξύ Δεκεμβρίου 1872 και Ιανουαρίου 1873. Δημοσιεύθηκε στο Almanacco Repubblicano per l'anno 1874 σε ιταλική μετάφραση Εnrico Bignami. Το γαλλικό χειρόγραφο του Μαρξ δεν έχει βρεθεί. Η μετάφραση γίνεται από τα ιταλικά σύμφωνα με την έκδοση MEGA-2 (τ. 24, σ. 105-109) (Στμ).
2. Βλ. το κεφάλαιο ΙΙ παρ. V με τίτλο Οι απεργίες και τα εργατικά συνδικάτα στο τομίδιο Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, απάντηση στη Φιλοσοφία της Αθλιότητας του κυρίου Προυντόν (Παρίσι 1847 -εκδόσεις Frank).
3. Π. Ζ. Προυντόν, Περί της πολιτικής ικανότητας των εργαζόμενων τάξεων, Παρίσι, εκδόσεις Lacroix και σία, 1868, σελ. 327.
4. 'Che Bruti', το οποίο είναι ομόηχο με το 'che bruti' (τι κτήνη) και περίπου ομόηχο με το 'che brutti' (πόσο αποκρουστικοί) (Στμ).
5. Ό.π., σελ. 333.
6. Ό.π., σελ. 337-38. 7. Ό.π., σελ. 334.

Χάρτης Ναυπακτίας.


Αντώνης Οικονόμου, ο ξεχασμένος λαϊκός ήρωας του 1821.


Ο Αντώνης Οικονόμου (1785-1821) ήταν πλοίαρχος και αγωνιστής του 1821.

Γεννήθηκε στην Ύδρα και ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα. Ο Οικονόμου είχε δικό του πλοίο, μια σκούνα, αλλά ναυάγησε κάπου κοντά στο Γιβραλτάρ και τότε αποφάσισε να πάει στην Πόλη, για να δανειστεί από ομογενείς και να χτίσει καινούργιο πλοίο. Εκεί συναντήθηκε με τον φλογερό Παπαφλέσσα, ο οποίος τον μύησε στο μεγάλο μυστικό, με την πεποίθηση πως ο καπετάν Οικονόμου ήταν άξιος να ξεσηκώσει την Ύδρα, αφού ήταν γνωστό ότι η συντηρητική αριστοκρατία που κυβερνούσε το νησί, δεν θα το αποτολμούσε.
Όταν ξέσπασε η επανάσταση στον Μοριά, ο καπετάν Οικονόμου είχε πολλούς φίλους και συνεργάτες στην Ύδρα, μερικοί από τους οποίους ήταν Μωραΐτες, όπως ο Γ. Αγαλλόπουλος από τον Μυστρά, ο Π. Μαρκέζης από την Κυνουρία, ο Σπ. Σπηλιωτόπουλος από τη Δημητσάνα και άλλοι. Κατάφερε να στρατολογήσει 500 άνεργους ναύτες, για να πάει τάχα να πολεμήσει στον Μοριά.
Όμως, το βράδυ της 27ης Μαρτίου ξεσήκωσε το νησί και κατέλαβε τα πλοία των προκρίτων, τα οποία ήταν δεμένα και δεν ταξίδευαν λόγω της ανεργίας μετά τους ναπολεόντιους πολέμους. Ο αιφνιδιασμός του Οικονόμου εκείνο το βράδυ πέτυχε και σύσσωμος ο λαός τάχθηκε στο πλευρό του. Την άλλη μέρα οι επαναστάτες κατέλαβαν την καγκελαρία – το διοικητήριο – και εκδίωξαν τον κυβερνήτη Νικ. Κοκοβίλα, που ήταν διορισμένος από την Πύλη. Οι πρόκριτοι αναγκάστηκαν στη συνέχεια να δώσουν χρήματα για τον αγώνα και να αναγνωρίσουν ως κυβερνήτη του νησιού τον Οικονόμου.
Στη συνέχεια άρχισαν οι ετοιμασίες για την έξοδο της Ύδρας στον Αγώνα. Αλλά η δοξολογία για την επίσημη πια συμμετοχή της Ύδρας στην επανάσταση έγινε στις 15 Απριλίου, δηλαδή με μεγάλη καθυστέρηση κι αφού πια είχαν επαναστατήσει τα άλλα δύο ναυτικά νησιά, οι Σπέτσες και τα Ψαρά, τα οποία ανέλαβαν αμέσως δράση. Η σημαντικότερη επιχείρηση που έγινε μετά τις 15 Απριλίου, ήταν η εκστρατεία για την απελευθέρωση της Χίου, με την ελπίδα πως η πλούσια Χίος θα επωμιζόταν στη συνέχεια μέρος από τα οικονομικά βάρη, που μέχρι τότε σήκωναν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Ύδρας. Η εκστρατεία απέτυχε, διότι οι Χιώτες δε θέλησαν να επαναστατήσουν. Όμως, οι Υδραίοι συνέλαβαν κάποιο καράβι με μωαμεθανούς, που πήγαιναν ως προσκυνητές στη Μέκκα, κατέσφαξαν τους επιβαίνοντες και άρπαξαν τους θησαυρούς και τα χρήματα που βρήκαν. Αυτή η λεία στάθηκε αιτία να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του και τη λαϊκή υποστήριξη, όταν θέλησε να επιβάλει στους ναύτες να παραδώσουν τη λεία, για να μοιραστεί σύμφωνα με τον κανονισμό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος πρόκριτος, με διαβήματα προς τον κυβερνήτη επέμενε να εφαρμοστεί ο κανονισμός διανομής της πολεμικής λείας, για να πάρει και η πατρίδα το μερίδιό της. Οι ναύτες, μαθημένοι στην πειρατεία, αντέδρασαν δυναμικά. Και οι πρόκριτοι που καιροφυλακτούσαν, βρήκαν την ευκαιρία να κτυπήσουν.
Έτσι, στις 12 Μαΐου επιτέθηκαν στην καγκελαρία – Αντ. Κριεζής, Λάζαρος Παναγιώτας, Θεόφιλος Δρένιας – αλλά ο Οικονόμου κατόρθωσε να διαφύγει και να σωθεί, καταφεύγοντας στο νότιο τμήμα του νησιού, όπου τελικά συνελήφθη. Τον επιβίβασαν τότε σε μια βάρκα και τον οδήγησαν απέναντι, στην Αργολίδα, για να τον σκοτώσουν εκεί. Δεν τον σκότωσαν όμως, γιατί κάποιοι από τους ναύτες δεν το θέλησαν, και ο Οικονόμου κατέφυγε στο Κρανίδι.
Έτυχε τότε να περάσει από την Ύδρα ο πρόκριτος Αγ. Βαρβάρας Καλαβρύτων Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, εκλιπαρώντας τους Υδραίους για την αποστολή πλοίων στον Κορινθιακό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης του έθεσε όρο να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον περιορίσει σε κάποιο μοναστήρι, εάν θέλει ν’ ανταποκριθεί η Ύδρα στις ανάγκες του αγώνα. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης και οι πρόκριτοι της Ύδρας δεν μπόρεσαν ποτέ να συγχωρήσουν τον Οικονόμου για την επανάσταση που έκανε. Είχε θιγεί ο πατριωτισμός τους και αισθάνονταν ταπεινωμένοι. Η υπερηφάνειά τους είχε πληγωθεί. Και περίμεναν να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του, για να χτυπήσουν. Μέχρι τότε, μόνο εμπόδια δημιουργούσαν στο έργο του.
Γι’ αυτό και η Ύδρα έβγαινε καθυστερημένα στον Αγώνα. Αλλά και για την δράση του Οικονόμου κατά το σύντομο χρονικό διάστημα που κυβέρνησε, δεν ξέρουμε παρά ελάχιστα· τα πρακτικά των αποφάσεων εκείνης της περιόδου δε σώζονται, γιατί κάποιοι φρόντισαν να κοπούν τα αντίστοιχα φύλλα. Φαίνεται πως οι πρόκριτοι, και ιδιαίτερα οι Κουντουριώτηδες, θέλησαν να αφανίσουν καθετί και να σβήσουν τη μνήμη του Οικονόμου, κάτι που τελικά δεν κατάφεραν.
Ο Θεοχαρόπουλος πραγματικά κατόρθωσε να συλλάβει τον Οικονόμου στο Κρανίδι. Στη συνέχεια τον οδήγησε στο χωριό του σε κάποιο μικρό μοναστήρι. Ο Οικονόμου δραπέτευσε από εκεί και πήγε στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου και τον άφησαν τελικά, με την υπόσχεση πως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς θα μπορούσε να φύγει. Η Τριπολιτσά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου, αλλά ο Οικονόμου αναγκαζόταν να παραμένει εκεί περιορισμένος. Κι όταν άρχισαν να μαζεύονται στο Άργος οι αντιπρόσωποι των επαρχιών για την πρώτη Εθνοσυνέλευση το Δεκέμβριο, ο Οικονόμου πήρε την απόφαση να φύγει. Πήγε από το Φενεό στη μονή του Βράχου Νεμέας κι από εκεί με 14 παλικάρια ξεκίνησε για το Άργος. Οι προσπάθειες του ηγούμενου της μονής του Βράχου Ναθαναήλ να τον σταματήσει, δεν καρποφόρησαν. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν άλλο, ήθελε να πολεμήσει για την πατρίδα.
Οι άρχοντες στο Άργος αναστατώθηκαν. Οι εκπρόσωποι της Ύδρας απειλούσαν πως αν ο Οικονόμου φτάσει στο Άργος, θα αποχωρήσουν και θα εγκαταλείψουν την επανάσταση. Και τότε αποφασίστηκε από τους πρόκριτους η θανάτωσή του. Την εκτέλεση της απόφασης ανέλαβαν ο Ανδρέας Λόντος και ο Σωτήρης Χαραλάμπης από την περιοχή Καλαβρύτων, για να ευχαριστήσουν τους Κουντουριώτηδες και τους άλλους Υδραίους, και έστειλαν 70 μισθοφόρους στρατιώτες τους με την εντολή να τον σκοτώσουν όπου τον συναντήσουν. Μάλιστα, για να έχει νομιμοφάνεια αυτή η εγκληματική πράξη, έπεισαν το Δημ. Υψηλάντη να υπογράψει έγγραφο για τη σύλληψη τάχα και τον περιορισμό του καπετάν Οικονόμου. Ο αγαθός Υψηλάντης δεν μπορούσε να υποψιαστεί την απάτη, ότι τον έβαζαν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του.
Οι μισθοφόροι του Λόντου και του Χαραλάμπη ξεκίνησαν από τον Αϊ-Γιάννη του Άργους, ανηφόρισαν κατά τις Πορτίτσες και συνάντησαν τον Οικονόμου με τους συντρόφους του στον Ξεριά. Εκεί τον σκότωσαν. Ο Τσώκρης, που είχε τρέξει κατ’ εντολή του Κολοκοτρώνη να προλάβει το κακό, έφτασε αργά.
Στη συνέχεια το Άργος αναστατώθηκε και ο Υψηλάντης λυπήθηκε πολύ και καταριόταν τους πρόκριτους και ιδιαίτερα το σύμβουλό του Νεόφυτο Βάμβα, ο οποίος παρά το σχήμα του – ήταν ιερωμένος – τόλμησε να τον εξαπατήσει. Γι’ αυτό και στη συνέχεια έφυγαν όλοι τους από το Άργος, για να πραγματοποιήσουν τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο.
Ο Αντώνης Οικονόμου άργησε πολύ να δικαιωθεί ιστορικά και να αποκατασταθεί η μνήμη του. Το συντηρητικό πολιτικό σύστημα που επικράτησε μετά την επανάσταση – Αντιβασιλεία, Όθων – κατά το οποίο μάλιστα πολλοί Υδραίοι της αριστοκρατικής ολιγαρχίας αναδείχθηκαν σε υψηλά αξιώματα, δεν επέτρεψε τη δικαίωση του Οικονόμου και την αποζημίωση της οικογένειάς του με κάποια σύνταξη. Η Επιτροπή για την αποκατάσταση των αγωνιστών έκρινε ως πολιτικό το θέμα και το παρέπεμπε στο πολιτικό τμήμα.