21/3/09

Manu Chao - Me gustas tu.







«Η μπάντα δεν σταματά ποτέ, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο παίζουμε μουσική. Μπορεί το επίσημο πρόγραμμα να διαρκεί δύο-δυόμισι ώρες, στη συνέχεια όμως παίζουμε στους δρόμους. Εμένα μου φτάνει μία ώρα ξεκούρασης για να συνεχίσω, ενώ ο ακορντεονίστας μας συνεχίζει ακάθεκτος έξω από κάθε συναυλιακό χώρο για την υπόλοιπη νύχτα ή σε κάποιο μπαρ. Εκεί είναι όπου συναντάμε πραγματικά το κοινό μας σε κάθε χώρα αλλά και τους μουσικούς της κάθε πόλης» λέει ο Μανού Τσάο, ο μουσικός ο οποίος έχει συνδέσει το όνομά του όσο λίγοι με το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης. Ο τραγουδιστής τού «Me gustas tu», ο οποίος ενάντια σε κάθε μόδα και μουσικό κίνημα και με όπλα τους ειλικρινείς, σχεδόν παιδικούς, στίχους του έχει καταφέρει να κερδίσει μια μεγάλη μερίδα του κοινού με τα λάτιν-ποπ διαμάντια του.






Γεννημένος στη Γαλλία αλλά Βάσκος στην καταγωγή, o Μάνου Τσάο τραγουδά στα γαλλικά, τα Ισπανικά, τα Αραβικά και τα Αγγλικά, πολλές φορές μέσα στο ίδιο κομμάτι. Είχε την ευκαιρία να βιώσει ο ίδιος τη ζωή του μετανάστη (Clandestino), καθώς ενώ γεννήθηκε στην Ισπανία, η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει στο Παρίσι εξαιτίας της δικτατορίας του Φράνκο, καθώς ο πατέρας του, ο Ραμόν, εκτός από συγγραφέας - δημοσιογράφος, ήταν και αριστερός, ενώ είχε καταδικαστεί σε θάνατο από τον δικτάτορα. Λίγο μετά τη γέννηση του, η οικογένεια μετακόμισε στα προάστια του Παρισιού όπου ο Μάνου μεγάλωσε και εμπνεύστηκε από διάφορους αριστερούς καλλιτέχνες και διανοούμενους, φίλους του πατέρα του. Στο Παρίσι, το πρώτο του συγκρότημα ήταν οι Le Hot Pants, με γνήσιους πανκ προσανατολισμούς και απήχηση μόνο στην underground σκηνή της πόλης. Το 1987, ο Μανουέλ Τσάο, μαζί με τον ξαδερφό του Σαντιάγο Κασιαριέγο και τον αδερφό του Αντόνιο Τσάο συγκρότησαν τους θρυλικούς Mano Negra, τη μπάντα που τους οδήγησε στην επιτυχία. Η μουσική των Negra είναι βαθύτατα επηρεασμένη από το βρετανικό πανκ κίνημα, και κυρίως τους Clash και Dr Feelgood, σε μια επιδέξια ανάμειξη με ένα κράμα γαλλικής, ισπανικής και μαροκινής κουλτούρας. Ξεκινούν συνεργασία με μια μικρή ανεξάρτητη εταιρία αλλά η τεράστια επιτυχία του πρώτου τους κομματιού, του Mala Vida τους οδηγεί με συνοπτικές διαδικασίες στην υπογραφή συμβολαίου με τον κολοσσό Virgin. Ο πρώτος τους δίσκος με την πολυεθνική κυκλοφορεί το 1988 με την ονομασία Patchanka, όπως είχαν ονομάσει οι ίδιοι το ιδιότυπο στυλ μουσικής που έπαιζαν. Το 1989 κυκλοφορεί ο δεύτερος δίσκος, με την ονομασία Puta's Fever. To 1991 ηχογραφούν το King of the Bongo, ενώ από τουρνέ στην Ιαπωνία προκύπτει το live CD Hell of Pachanka. Το Casa Babylon είναι και ο τελευταίος δίσκος του συγκροτήματος, ηχογραφήθηκε το 1994 και έχει έντονο latin στοιχείο. To 1995 μετακομίζουν στη Μαδρίτη και το διαλύουν οριστικά. Το νέο project του Manu λέγεται Radio Bemba και ο πρώτος σόλο δίσκος έρχεται το 1998, Cladestino και ο δεύτερος Proxima estazion: Esperanza. Ο Manu είναι πλέον κάτοικος Βαρκελώνης, αν μπορεί κανείς τον πει κάτοικο μιας μόνο πόλης. Με τους Mano Negra, ο Τσάο περιόδευσε ανά τον κόσμο, όπου εκτός από τις συναυλίες, επικεντρώθηκε στην καταγραφή των κατά τόπους έθνικ στοιχείων, ιδίως στη μουσική. Μετά από διαμάχη με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, ο Μάνου επιστρέφει στη Μαδρίτη, όπου και δημιούργησε τους Radio Bemba Sound System. Στόχος του αυτή τη φορά ήταν να αναπαράγει τους ήχους της μουσικής του δρόμου από διάφορες κουλτούρες.

ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΗΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ...

Η χειμωνιάτικη λιακάδα μάς ζέσταινε την ψυχή καθώς φτάναμε στο Θέρμο, αφήνοντας πίσω τις στροφές πάνω από τη Ναύπακτο και την κοιλάδα του Εύηνου ποταμού. Το Θέρμο είναι μια ωραία ημιορεινή κωμόπολη με θαμπά τα στολίδια από τα χρόνια της ακμής: κάμποσα ωραία πέτρινα σπίτια, όλα φτιαγμένα από την ασπρορόδινη πέτρα της περιοχής. Kάτω από την πλατεία ακόμη κυλούν γάργαρα πολλά νερά.
«Το Θέρμο λεγόταν αρχικά Κεφαλόβρυσο, και φτιάχτηκε μετά το 1843», μου λέει ο αντιδήμαρχος Θέρμου Νίκος Κωστακόπουλος. «Ηταν από την αρχή εμπορικό και διοικητικό κέντρο χτισμένο εκεί που συναντιούνται οι δρόμοι ανάμεσα σε ορεινή Ναυπακτία, Ευρυτανία και ορεινή Αιτωλία. Γι' αυτό άκμασε και μεγάλωσε πολύ. Κάποτε λέγανε πως, εκείνα τα χρόνια, με ψηλά καπέλα κυκλοφορούσαν στο Κολωνάκι και στο Θέρμο». «Εκείνα τα χρόνια» ήταν οι δεκαετίες του Mεσοπολέμου. Στην κατοχή οι Γερμανοί έκαψαν το Θέρμο, δυστυχώς…
Γιατί το παλιό Κεφαλόβρυσο έγινε Θέρμο; Από πού πήρε αυτό το... ζεστό όνομα; Μα από τον αρχαίο Θέρμο. Οδηγούμε το ενάμισι χιλιόμετρο που μας χωρίζει από τον τόπο όπου βρισκόταν ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κέντρα της αρχαίας Ελλάδας. Ο Θέρμος ήταν η έδρα της πανίσχυρης Αιτωλικής Συμπολιτείας (ή Κοινό των Αιτωλών), η οποία εμφανίζεται τον 4ο π.Χ. αιώνα και είναι μια ομοσπονδία με ισότιμα μέλη όλες τις αιτωλικές κοινότητες. Ο Θέρμος δυο φορές -το 218 και το 206 π.Χ.- ισοπεδώθηκε από τους Μακεδόνες.
Περπατάμε ανάμεσα στα πυρωμένα από τον ήλιο μάρμαρα στο ναό του Θερμίου Απόλλωνα (ο Θέρμος ήταν επίσης το θρησκευτικό κέντρο των Αιτωλών), φωτογραφίζουμε την κρήνη με το κρυστάλλινο ακίνητο νερό, τις στοές της αγοράς, τους μικρότερους ναούς. Εχει μεγάλη συμβολική αξία για τη σύγχρονη δημοκρατική Ευρώπη αυτό το κέντρο των αρχαίων Ηνωμένων Πολιτειών Αιτωλίας. Ευτυχώς σύντομα το νέο μουσείο που χτίζεται εδώ κοντά θα στεγάσει τα πολύτιμα, πάμπολλα ευρήματα των ανασκαφών, τα οποία σήμερα στοιβαγμένα αραχνιάζουν στο παλαιό - κατ' ευφημισμόν- Μουσείο που λειτουργεί στον χώρο.
Μεσημεριάζει στα δρομάκια του Θέρμου. Ο κυρ Γιώργος Τσερπελής γανώνει ακόμη μπακιρένια ταψιά στο μικρό του μαγαζί της οδού Αναστασίου Ακρίδα. «Είναι πιο νόστιμο το φαΐ που μαγειρεύεται εδώ», μου λέει χαμογελώντας μες στις μουτζούρες. Πιο κάτω ο ψαράς Γιώργος Καλιακμάνης κουνάει απογοητευμένος ένα τελάρο με σαρδέλα. «Δυο μέρες και δεν το πούλησα. Ο κόσμος έχει φύγει από τα χωριά. Αδειάζουν…». Το Θέρμο επηρεάστηκε πολύ από τη διάλυση των ορεινών χωριών μετά τον Eμφύλιο και στη συνέχεια με το κύμα της μετανάστευσης.
«Με την ερήμωση του ορεινού όγκου ήρθε και η οικονομική συρρίκνωση», μου λέει ο δήμαρχος Θέρμου, Θεόδωρος Πορφύρης. «Παραμένει βεβαίως εμπορικό και διοικητικό κέντρο, αλλά οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι τείνουν να εκλείψουν. Προσπαθούμε να αναπτύξουμε και τη λίμνη, όμως κάθε παρέμβαση είναι δύσκολη για να μη θιγεί το περιβάλλον». Σήμερα η ελάχιστη τουριστική ανάπτυξη σε ολόκληρη την περιοχή της Τριχωνίδας υπάρχει μόνο στον Δήμο Θέρμου. «Κάποιοι απλά έβλεπαν πιο μακριά...», σημειώνει ο δήμαρχος.
Κοιτάζω το χάρτη μου και βλέπω κάμποσα μοναστηράκια διάσπαρτα στους καταπράσινους λόφους στην βορειοανατολική αυτή μεριά της Αιτωλίας. «Μμμμ, σεβαστικός τόπος…», σκέφτομαι. Τα πλήθη που συρρέουν στον περίβολο της Μονής Μυρτιάς το αποδεικνύουν περίτρανα. Ο γλυκύτατος ηγούμενος πάτερ Αυγουστίνος Ανδριτσόπουλος τριγυρίζει ανάμεσά τους, χαρίζει εικονίτσες, μιλάει για τη Μονή, για την εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε μέσα σε μυρτιά, μας δείχνει τις μαυρισμένες τοιχογραφίες που «…εγένοντο διά χειρός εμού Ξένου του Διγενή εκ Μορέως…», μας δείχνει την κρύπτη, μας λέει ιστορίες. «Η Αιτωλοακαρνανία είναι παπαδομάνα και καλογερομάνα», με βεβαιώνει φεύγοντας τυλιγμένος σε μια παρηγορητική μυρωδιά από λιβάνι, κερί, υγρασία και παραβρασμένο βαρύ γλυκό καφέ.
Ωστε παπαδομάνα η Αιτωλία. Μα τι λέγω ο αμνήμων. Εδώ δεν είναι η πατρίδα του Κοσμά του Αιτωλού; Ναι, βέβαια, στο Μέγα Δένδρο γεννήθηκε (το Μέγα Δένδρο και ο Ταξιάρχης ήταν οι παλιοί συνοικισμοί από τους οποίους πρωτοδημιουργήθηκε το Θέρμο). Ο Κοσμάς ο Αιτωλός ήταν διάσημος δάσκαλος του καταπιεσμένου από τους Τούρκους Ελληνισμού τον 18ο αιώνα. Αργότερα θα δούμε την κρύπτη του παλαιού μοναστηριού της Αγίας Σοφίας (το οποίο κάηκε το 1825 από τους Τούρκους) όπου πιθανότατα ήταν κρυφό σχολειό στο οποίο δίδαξε ο Πατροκοσμάς. Υπάρχει και μια αναπαράσταση του σχολειού με κέρινα ομοιώματα. «Να δείχνει τις ρίζες μας», μου λέει ο δάσκαλος Θανάσης Ζέρης, εκ των πρωτεργατών της αναστήλωσης του μοναστηριού και της κρύπτης. «Οι άνθρωποι θα μείνουν πτωχοί, γιατί δεν θα 'χουν αγάπη στα δέντρα», γράφει ο Κοσμάς ο Αιτωλός σε μια από τις διδαχές του. Ωραία οικολογική προφητεία έκανε αυτός ο ευγενικός άνθρωπος. Την κρατάω σαν φυλαχτό και βάζω πρώτη στο αυτοκίνητο. Κατηφορίζουμε ώς το Πετροχώρι την ώρα που βασιλεύει ο ήλιος πάνω από τη θάλασσα του γλυκού νερού.Αύριο είναι καιρός να γνωρίσουμε τη Τριχωνίδα από κοντά…
Η λίμνη και οι Ανθρωποι...
«Το πέλαγος της Αιτωλίας»… Τι ποιητικό όνομα για την Τριχωνίδα! Από την Τουρκοκρατία έρχεται. Στα τότε συμβόλαια, οι ιδιοκτησίες που γειτόνευαν με το νερό της λίμνης ονομάζονταν «παρά το πέλαγος της Αιτωλίας». Μόλις χαράζει έξω από το μπαλκόνι μας και ο δριμύς πρωινός αέρας του «πελάγους» μας ξυπνάει για τα καλά. Στο βάθος αχνογάλανες ξεφυτρώνουν μέσα από την πρωινή ομίχλη οι κορφές του Αράκυνθου, τα βουνά του Ξηρόμερου, το Παναιτωλικό με τη χιονισμένη κορφή της Κυρά Βγένας.
Ο ασφαλτόδρομος φιδοσέρνεται ανάμεσα σε νυσταγμένα χωριά, την Αγία Σοφία, την Πουρνάρα, τη Μυρτιά: κάποτε όλοι στην περιοχή ήθελαν να έχουν ένα περιβόλι στη Μυρτιά, ήταν η μόδα μιας εποχής ώς το 1970 περίπου. Ο δρόμος κατηφορίζει μέσα σε ελαιώνες και μεγάλα περιβόλια γεμάτα εσπεριδοειδή ώς την παραλία της Κάτω Μυρτιάς, την παλιά Γουρίτσα. Στο καρνάγιο των Θανασόπουλων ο «Καπετάν Γιώργης», το καΐκι της οικογένειας, μας περιμένει να βγούμε για ψάρεμα. «Αθερίνα ψαρεύουμε κυρίως. Αλλά και δρομίτσες και τσερούκλες και κάνα γριβάδι και χέλια με παραγάδι», μου λέει ο Γιάννης Θανασόπουλος, ανάβοντας τσιγάρο δίπλα στο τιμόνι, καθώς ο αδελφός του ο Λάμπρος ετοιμάζει τα δίχτυα.
Η Τριχωνίδα έχει ακόμη επαγγελματίες ψαράδες. «Δύσκολη η ζωή όμως», ομολογεί ο 25χρονος Γιάννης. Θυμάμαι χτες που μίλαγα πίνοντας πετροχωρίτικο κρασί με τον Παντελή Φλωρόπουλο, εκδότη της αγρινιώτικης εφημερίδας «Αναγγελία», που μου έλεγε πως «…στην Kατοχή όλα τα χωριά και οι αντάρτες έτρωγαν από τη λίμνη. Tριακόσια νοικοκυριά ψαράδων ζούσαν από εδώ». Σήμερα μόλις τέσσερα με πέντε.
Η Τριχωνίδα μπορεί να είναι πολύ πιο πλούσια σε ψάρια, αλλά μια πόρτα που έχει τοποθετηθεί στο κανάλι -από τον καιρό της χούντας για να φεύγουν τα νερά της Τριχωνίδας προς άρδευση του μεσολογγίτικου κάμπου- το οποίο τη συνδέει με τη λίμνη Λυσιμαχία εμποδίζει τον εμπλουτισμό της με ψάρια (στη ρηχή Λυσιμαχία γεννούν μυριάδες ψάρια και μετά πάνε στα βαθιά πλούσια σε τροφή νερά της Τριχωνίδας). Οι παλιοί ψαράδες του τόπου έλεγαν «Η Λυσιμαχία γεννά, η Τριχωνίδα θρέφει». Η μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας, με 97 τετρ. χλμ. έκταση, μέγιστο βάθος 58 μέτρα και περίμετρο 51 χλμ., είναι ακόμα όμως πλούσια. «Η Τριχωνίδα είναι ένα φυσικό εργοστάσιο που θα έδινε πολλές θέσεις εργασίας» έλεγε ο Παντελής.
Ο «Καπετάν Γιώργης» σκίζει απαλά το ακίνητο νερό, οι καλαμιές χρυσαφίζουν στον ήλιο, τα κιτρινοκόκκινα σιρίτια της κουπαστής λαμπυρίζουν μουσκεμένα. Σαν μια μικρή κουκκίδα καρφωμένη στο ακύμαντο νερό βλέπουμε τη βάρκα του Πάνου Ζαρκάδα. Σηκώνει δίχτυα και παραγάδια: μεγάλα κιτρινοπράσινα χέλια σπαρταράνε, σταχτόχρυσες δρομίτσες και κυπρίνια γεμίζουν τα μικρά τελάρα του. Στην Τριχωνίδα ζουν 25 είδη ψαριών από τα οποία 16 είναι βρώσιμα και 11 ενδημικά στην Ελλάδα, ενώ εδώ -και πουθενά αλλού στον κόσμο!- ζει ο νανογωβιός, ένα από τα μικρότερα σπονδυλωτά ζώα της Γης (ενήλικα θηλυκά έχουν 2 cm μήκος). Ομως, το πιο γνωστό, δημοφιλές και νόστιμο ψάρι της Τριχωνίδας είναι η αθερίνα.
Ναι, η γνωστή σας θαλασσινή. Η οποία προσαρμόστηκε και ζει σε μόνο μια ελληνική λίμνη: εδώ! Ο Γιάννης ρίχνει τα δίχτυα του για αθερίνα. Oλοι αθερίνα ζητούν στα ταβερνάκια. «Πουλιέται ώς και στην Αθήνα», μου ομολογεί.
Η Κάτω Μυρτιά είναι το μοναδικό παραλίμνιο κομμάτι της Τριχωνίδας που έχει μια υποτυπώδη ανάπτυξη: δυο - τρία ταβερνάκια, ένα ξενοδοχείο. Eχει και τα Λουτρά, μια θαυμάσια παραλίμνια ιαματική πηγή, οι άθλιες τριτοκοσμικές καμπίνες της οποίας χάσκουν άδειες με σκουριασμένες μπανιέρες ακριβώς δίπλα στην όμορφη ακτή. Η Κάτω Μυρτιά είναι γεμάτη απέραντους πορτοκαλεώνες.
«Είναι σαγκουίνια», μου λέει γελαστή η χρυσή μας η κυρά Μαρία Καπέ. Ο κυρ Βελισάριος, ο άντρας της, μας μαζεύει πορτοκάλια, λεμόνια και μανταρίνια. «Πριν από λίγα χρόνια τα στέλναμε στη λαϊκή. Τώρα ο συνεταιρισμός τα μαζεύει για χυμούς. Τζάμπα τα παίρνουνε. 14 λεπτά το κιλό…». Σαν αίμα στάζει το φρέσκο φρούτο στα χέρια μου. Τα σαγκουίνια της Μυρτιάς είναι μια μοναδική ποικιλία στην Ελλάδα. «Κρίμα τον κόπο τους», σκέφτομαι αποχαιρετώντας το ζευγάρι. Ακόμα χαμογελάνε …
Ο κεντρικός δρόμος μετά την Κάτω Μυρτιά περνάει μικρούς οικισμούς - τη Ντουγρή, τη Βαρειά, την Παντάνασσα: παντού ελαιώνες και εσπεριδοειδή. Πιο κάτω τα χωριά μεγαλώνουν αισθητά. Απέναντι από την Παραβόλα θα δούμε τη θέα στη λίμνη από την κορφή του πευκοφυτεμένου κάστρου στο αρχαίο Βουκάτιο: οι πύργοι είναι βυζαντινοί ενώ τα τείχη είναι κλασικά, του 4ου π.Χ. αιώνα. Καπνοί υψώνονται δίπλα στα μεγάλα κυπαρίσσια που λογχίζουν τον απέραντο ελαιώνα. Το Καινούργιο είναι ένα μεγάλο, μάλλον άχαρο χωριό.
Στη γειτονιά του, στα Αμπάρια, κοντά στις όχθες της Τριχωνίδας, σε ένα ανακαινισμένο παλαιό αντλιοστάσιο βρίσκεται το Κέντρο Περιβάλλοντος Τριχωνίδας. «Η Τριχωνίδα και η Λυσιμαχία ανήκουν στο δίκτυο Natura 2000», μου λέει η υπεύθυνη του κέντρου Κωνσταντία Τραμπάζαλη. «Το σημαντικότερο κομμάτι της Τριχωνίδας είναι οι ασβεστούχοι βάλτοι, ένας οικότοπος που δείχνει με την ύπαρξή του ότι το υδάτινο ισοζύγιο είναι σταθερό». Οι ασβεστούχοι βάλτοι σήμερα εντοπίζονται στο νότιο κομμάτι της λίμνης. Eίναι καθαρή όμως; «Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με τα ελαιοτριβεία.
Tριάντα πέντε βρίσκονται γύρω από τη λίμνη και χρειάζεται να γίνει μια σοβαρή επεξεργασία των λυμάτων τους». Παρ' όλα αυτά η Τριχωνίδα είναι αρκετά καθαρή, γιατί έχει πολλά υπόγεια νερά, ενώ πάμπολλα ρέματα και ρυάκια από τα γύρω βουνά χύνονται εδώ. Τα πλεονάζοντα ύδατα πάνε στη Λυσιμαχία, ενώ η επιβάρυνση από τα φυτοφάρμακα είναι σαφώς μικρότερη μετά την κατάρρευση της καπνοπαραγωγής (μετά τη δεκαετία του '80). «Η Τριχωνίδα αυτοκαθαρίζεται. Οι Δήμοι Αρακύνθου και Μακρυνείας υδρεύονται κανονικά από το νερό της», λέει η Κωνσταντίνα.
«Το μεγαλύτερο πρόβλημά της είναι η ανυπαρξία Ειδικής Περιβαλλοντικής Μελέτης για να καθοριστεί τι απαγορεύεται και τι επιτρέπεται στην παραλίμνια περιοχή». Χαζεύουμε λίγα ψαράκια στο ενυδρείο του κέντρου και χαιρετάμε τον χημικό και τα δειγματοληπτικά του μπουκαλάκια.Στην Τριχωνίδα σήμερα έχουν δικαιοδοσία έξι δήμοι. Eνας από αυτούς είναι ο Δήμος Θεστιέων.
«Είναι ο μόνος δήμος που έχει οριοθετήσει τον αιγιαλό και την παρόχθια ζώνη. Η οριοθέτηση ξεκαθαρίζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς και το τι έργο επιτρέπεται», μου λέει ο δήμαρχος Θεστιέων Δημήτρης Τραπεζιώτης. Είναι νομικός και με βομβαρδίζει με ένα σωρό κανονισμούς και νομολογίες. «Χρειάζεται ένας φορέας διαχείρισης του οικοσυστήματος της λίμνης.
Eχουν συσταθεί 27 τέτοιοι σε όλη την Ελλάδα, αλλά όχι στην μεγαλύτερη λίμνη της. Η λίμνη είναι το κεφάλαιό μας. Αν το υπονομεύσουμε θα υπονομεύσουμε το αναπτυξιακό μέλλον της περιοχής μας», τονίζει. Σκέφτομαι φεύγοντας ότι θα πρέπει έξι δήμαρχοι να συναποφασίσουν για το μέλλον ενός εξαιρετικά ευαίσθητου οικοσυστήματος και μιας παρθένας περιοχής με τεράστιες αναπτυξιακές δυνατότητες. «Μμμ... δύσκολο στο ρωμαίικο», νομίζω. Και θυμάμαι τον δήμαρχο Θέρμου που μου έλεγε ότι «…πρέπει να γίνει ένας δήμος για όλη τη λίμνη».
Σουρουπώνει και πριν γυρίσουμε στο Θέρμο κατεβαίνουμε να βρούμε την Παλαιοχώρα, το παλιό -έρημο πλέον- χωριό απ' όπου έφυγαν οι άνθρωποι και έφτιαξαν το Καινούργιο. Ανάμεσα στους ελαιώνες κοντά στις όχθες της λίμνης ανακαλύπτουμε τα πέτρινα μνημεία της τοπικής αρχιτεκτονικής, όλα με καλοπελεκημένη ασπρορόδινη πέτρα και θαυμάσιες εξωτερικές σκάλες χτισμένες πάνω από μικρά θολωτά υπόστεγα, όλα σφιχταγκαλιασμένα από αγκαθωτές κληματσίδες, απροσπέλαστα βάτα και αγκαθωτούς θάμνους. «Το ΕΜΠ με τον καθηγητή Αρχιτεκτονικής Μ. Γκανιάτσα κάνει καταγραφή και μελέτη των σπιτιών μήπως και σωθούν», μου έλεγε πριν ο δήμαρχος Θεστιέων. Πιο κάτω από τα έρημα σπίτια τα νερά ροδίζουν και ο ορίζοντας πίσω από την κορυφή του Αράκυνθου φλέγεται από τα χρώματα.
Ολόγυρα στη λίμνη...
Ο γύρος της λίμνης είναι μια κάπως αλλόκοτη περιπέτεια. Αλλού ο δρόμος είναι σχεδόν δίπλα στο νερό, στο μεγαλύτερο κομμάτι του όμως περνάει μακριά από τη λίμνη και μέσα από όχι και τόσο όμορφα χωριά, όπου μόνο κάποιες μεμονωμένες γειτονιές ή κάνα ωραίο πέτρινο σπίτι αξίζουν μια παραπανίσια ματιά. Προσπερνάμε το Παναιτώλιο, το οποίο γνωρίζουμε ως πατρίδα του διάσημου γλύπτη Χρήστου Καπράλου, μόνο που εκτός από ένα γλυπτό του στην κεντρική πλατεία, για τα υπόλοιπα θα πρέπει να πάμε ώς τη γλυπτοθήκη του Δήμου Αγρινίου για να τα δούμε. Συνεχίζουμε νότια στον κεντρικό δρόμο και στρίβουμε ανατολικά προς τα χωριά της νότιας Τριχωνίδας.
Oλα βρίσκονται στους πρόποδες του Αράκυνθου, ενός μάλλον άγνωστου βουνού που είναι σκεπασμένο με θαυμάσια δάση με βελανιδιές και καστανιές (τα κάστανα Αράκυνθου είναι διάσημα στην Αιτωλοακαρνανία). Ζευγαράκι, Παπαδάτες, Ματαράγκα, Γραμματικό. Χωριά το ένα δίπλα στο άλλο, σε ευθεία γραμμή, τριγυρισμένα από ελαιώνες και μεγάλα πράσινα χωράφια. Aδεια χωράφια είναι τα πιο πολλά. Hταν κάποτε καπνοχώραφα, τα χρόνια που όλη η περιοχή ζούσε καλλιεργώντας τα διάσημα Τσεμπέλια και Βιρτζίνια Αγρινίου. Η καλλιέργεια κατέρρευσε σταδιακά από τη δεκαετία του '90. «Σήμερα οι περισσότεροι ζουν με την επιδότηση. Η οποία σταδιακά μειώνεται και το 2013 θα καταργηθεί», μου λέει ο Αντώνης Δημητρέλλης, αντιδήμαρχος του Δήμου Μακρυνείας. Αγροτικός δήμος και αυτός, όπως και ο γειτονικοί στη νότια ακτή. Υποφέρουν πολύ από την έλλειψη νερού. «Μα δίπλα στη λίμνη;» απορώ.
«Το αρδευτικό δίκτυο είναι διαλυμένο. Πέρυσι δεν είχαμε καθόλου νερό. Ο κόσμος δεν έκανε σοδειά. Επαθε και πολλές ζημιές το δίκτυο από το σεισμό της 10/4/2007. Ο δήμος μας χτυπήθηκε περισσότερο από όλους». Κουβεντιάζουμε περπατώντας στα δρομάκια της Γαβαλούς. Είναι το πιο μεγάλο κεφαλοχώρι εδώ, με 1.500 κατοίκους. Κάτω από ένα στέγαστρο βρίσκονται οι μνήμες των αρχαίων ενοίκων του τόπου. Είναι ένας ναός του Ασκληπιού. Η αρχαία πόλη που υπήρχε ήταν το Τριχώνιο, πατρίδα σπουδαίων στρατηγών της Αιτωλικής Συμπολιτείας, όπως ο Σκόπας, ο Δωρίμαχος και ο Θόας.
Κατηφορίζουμε προς το Τριχώνιο, την Καψορράχη και το Δαφνιά, να δούμε τους περίφημους ασβεστούχους βάλτους.
Δημιουργήθηκαν από συσσώρευση νεκρού φυτικού υλικού σε αβαθείς και παράκτιες περιοχές της λίμνης. Χαρακτηριστικό τους είναι το φυτό κλάδιο (cladium mariscus) και ακόμη σπαθόχορτα, ψαθιά και αγριοκάλαμα. Εξω από τον Δαφνιά συναντάμε την κυρά Μαρία και τον Χρήστο Ζαπατιώτη να βόσκουν τα λιγοστά τους αρνιά. «Παλιά το λέγαν Κάτ' Μπουτίν'. Τώρα Δαφνιάς. Πάει το Κάτ' Μπουτίν'!». «Αμάν ρώσικα μιλάει…», σκέφτομαι. Μετά καταλαβαίνω, ο άσχετος. Κι εδώ αρέσκονται να καταβροχθίζουν τα φωνήεντα. Κάτω Μπουτίνι ήταν κάποτε ο Δαφνιάς…
Περνάμε τα Σιταράλωνα και τις αρχαίες τους ελιές -κατά παράδοση δίνουν το νοστιμότερο λάδι όλης της περιοχής- και ανηφορίζουμε προς το Πετροχώρι. Είναι το τελευταίο μας απόγευμα και ρουφάμε τη θέα άπληστα από το μπαλκόνι του ξενώνα Αλθαία. Δειλινό από τα λίγα. ε; Μωβ οροσειρές ολόγυρα, κόκκινος ουρανός, μελανό το «πέλαγο της Αιτωλίας» και άσπρη μαλαγουζιά του Παπαθανασόπουλου στα ποτήρια μας. Μαλαγουζιά είναι η αρχαία ποικιλία του Πετροχωρίου που ξανακαλλιεργείται. Σκέφτομαι όλους αυτούς τους άξιους ανθρώπους της Τριχωνίδας που νιώθουν τα χρόνια που αλλάζουν και ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον. Δήμαρχοι που οραματίζονται οικοτουρισμό, παλιοί ταβερνιάρηδες που κάνουν θαυμάσια εστιατόρια, νέοι οινοπαραγωγοί που ανασταίνουν τους αμπελώνες τους, καλόγεροι που συντηρούν αρχαίες τοιχογραφίες και τις δείχνουν στα παιδιά, δάσκαλοι που διδάσκουν ευαισθησία στους μαθητές τους ψάχνοντας τις ρυπογόνες εστίες της Τριχωνίδας.
Το πέλαγος τρέμει μακριά στο φύσημα ενός μαλακού μαΐστρου. Μια βάρκα άναψε το φως της έξω από τα Λουτρά. «Λοιπόν Μάκη πες μας για την Αλθαία», ρωτάω τον οικοδεσπότη μας.
«Ηταν γυναίκα του Οινέα, κόρη του Θέστιου και μητέρα του Μελέαγρου».
Ωχ, θυμάμαι. Ο Μελέαγρος σε ένα κυνήγι σκότωσε το θείο του, αδελφό της μητέρας του κι εκείνη τον σκότωσε, τον γιο της. Και μετά η φόνισσα μαμά κρεμάστηκε.Φτου, πολύ λυπηρή ιστορία. Τουλάχιστον ο Οινέας ξαναπαντρεύτηκε.«Βάλε ρε Μάκη λίγη μαλαγουζιά ακόμη να λατρέψουμε τον Οινέα», φωνάζω. Δεν θέλουμε άλλες λυπητερές ιστορίες απόψε.«Εχουμε και κάτι χέλια στην κουζίνα που ψήνονται, ε;»
ΜΕΤΑΒΑΣΗ.
Ακολουθώντας τον κεντρικό δρόμο προς το Αγρίνιο θα στρίψετε αριστερά για Παναιτώλιο και θα φθάσετε στη λίμνη. Ωστόσο, αν επιλέξετε αυτή τη διαδρομή, θα κάνετε ένα μεγάλο κύκλο και ο δρόμος Αντίρριο - Αγρίνιο, παρότι κεντρικός, είναι επικίνδυνος και έχει αρκετή κίνηση. Καλύτερα λοιπόν να πάτε από Ναύπακτο και να ανηφορίσετε τα βουνά.Ο δρόμος έχει στροφές αλλά είναι ήσυχος, σύντομος και στη διαδρομή θα δείτε ωραία τοπία. Ενδεικτικές αποστάσεις: Αντίρριο - Θέρμο (μέσω Αγρινίου) 94 χλμ., Αντίρριο - Θέρμο (μέσω Ναυπάκτου) 60 χλμ.
ΔΡΑΣΕΙΣ.
Θαλάσσια ποδήλατα: Ωραία, καινούργια θαλάσσια ποδήλατα νοικιάζει η ταβέρνα Ξύλινο. Ράφτινγκ: Για ράφτινγκ και άλλα παρόμοια σπορ, απευθυνθείτε στο Χάνι Μπανιά στον Εύηνο (διάσημο κέντρο των αθλητικών δραστηριοτήτων του ποταμού, γαρ). Παραπέντε: Απολαύστε πτήσεις με αλεξίπτωτο πλαγιάς πάνω από τη λίμνη Τριχωνίδα και τα γύρω βουνά -πτήση με οδηγό σε περίπτωση που δεν είσαστε έμπειροι!- με εκπαιδευτές από το Αγρίνιο. Επίσης, στη Δογρή, στο ναυταθλητικό κέντρο της Ματαράγκας και στην όχθη μετά την Καψορράχη θα βρείτε γλίστρες για να ρίξετε το σκάφος σας στη λίμνη.
ΑΓΟΡΕΣ.
Ελιές, λάδι, λιμνίσια ψάρια (αθερίνα και δρομίτσες), κρασί Παπαθανασόπουλου «Πέτρινο Χωριό» και άλλα τοπικά προϊόντα μπορείτε να προμηθευθείτε από αρκετά μαγαζιά στο Θέρμο και από το κατάστημα Παπαρίζου στο Καινούργιο.
ΟΠΩΣΔHΠΟΤΕ.
Αρχαίο Θέρμο:
Είναι ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας, με εντυπωσιακές στοές, ναούς, βάθρα ανδριάντων, δρόμους, κρήνες, σκορπισμένα σε ένα πελώριο χωράφι. Στο μουσείο (δεν είναι μουσείο αλλά αποθήκη!) θα δείτε τις ομορφότερες πήλινες υδρορροές αρχαίου κτιρίου στην Ελλάδα!
Δειλινό στο Βλοχό: Είναι μια απότομη βουνοκορφή κοντά στο Καινούργιο, όπου βρίσκεται η ακρόπολη των αρχαίων Θεστιαίων και ένα μοναστήρι του 18ου αιώνα της Παναγίας του Βλοχού.Το δειλινό, 700 μέτρα πάνω από τη λίμνη, σας χαρίζει εικόνες αξέχαστες!
Μονή Μυρτιάς: Επισκεφθείτε την για το θαυμάσιο καθολικό με τις τοιχογραφίες του Ξένου Διγενή (1491) και του Φράγκου Κατελάνου (μάλλον) του 1539.Α, και για να γνωρίσετε τον γελαστό πάτερ Αυγουστίνο, βέβαια.
Διαδρομή Λουτρά - Σιταράλωνα: Η καλύτερη μακράν παραλίμνια διαδρομή της Τριχωνίδας! Είναι μέτριος χωματόδρομος (σκεφτείτε καλά πριν πάρετε το χαμηλό σας Ι.Χ.), αλλά περνάει από τα ομορφότερα κομμάτια της λίμνης, από μεγάλες αμμουδιές με ψιλό βότσαλο και από ένα περίφημο αναστηλωμένο βυζαντινό μοναστήρι, τη Μονή Φωτμού (κλειδωμένη όμως).
Αθερίνα τηγανητή:Το γαστρονομικό «πρέπει» της επίσκεψής σας στη λίμνη. Ξεροψημένη στο τηγάνι με ντόπιο λάδι, είναι σαφώς νοστιμότερη από τη θαλασσινή αδελφή της (έχει λιγότερα λέπια και καθόλου πίκρα στο κεφάλι). Θεϊκός μεζές, ιδανικός για ηλιόλουστα μεσημέρια δίπλα στο νερό…

AΠΟ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ.

22 Μαρτίου -Παγκόσμια Ημέρα Νερού...

Νέες δηλώσεις για την εκτροπή του Αχελώου έκανε από το βήμα της Βουλής ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ κ. Γιώργος Σουφλιάς, εκφράζοντας την πεποίθησή του ότι το έργο θα προχωρήσει ανεμπόδιστα και θα ολοκληρωθεί. Ο κ. Σουφλιάς τόνισε πως τα έργα συνεχίζονται και εξέφρασε την πίστη του ότι ένα τέτοιο στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα έργο θα προχωρήσει πλέον ανεμπόδιστα και θα τελειώσει. Συμπλήρωσε ότι μέχρι στιγμής έχουν ξοδευτεί 580 εκατ. ευρώ στα έργα μεταφοράς νερού, ενώ παρατήρησε ότι από τα τέσσερα δισ. κυβικά της ετήσιας απορροής του Αχελώου στη Θεσσαλία θα μεταφερθούν 600 εκατ. κυβικά το χρόνο και «άρα, δεν πρόκειται περί εκτροπής του Αχελώου». Τόνισε παράλληλα ότι δεν υπάρχει κοινοτική οδηγία που να μην επιτρέπει τις μεταφορές νερού από ένα υδατικό διαμέρισμα σε ένα άλλο. Υποστήριξε ακόμη ότι με την αφαίρεση νερού από τον Αχελώο «δεν παθαίνει τίποτα η Αιτωλοακαρνανία. Καλύπτονται απολύτως οι υδρευτικές της ανάγκες, οι αρδευτικές ανάγκες των οικοσυστημάτων, τα πάντα» και πως αυτό βεβαιώθηκε από ομάδα εμπειρογνωμόνων της ΕΕ. Οι δηλώσεις του υπουργού ήρθαν μετά από ερώτηση του βουλευτή του ΛΑΟΣ κ. Αστέριου Ροντούλη, σχετικά με το θέμα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής Περιβάλλοντος Κυρ. Μητσοτάκης «διακήρυξε ευθέως την αντίθεση του στην ολοκλήρωση του έργου» είπε ότι ορισμένοι, με τις δηλώσεις που κάνουν, αδικούν την κυβέρνηση. Δήλωσε πάντως πεπεισμένος ότι «το αποτύπωμα Σουφλιά στην πολιτική ζωή της χώρας δεν θα είναι ούτε η ολοκλήρωση της Εγνατίας, ούτε οποιοδήποτε άλλο έργο. Θα είναι η ολοκλήρωση της μεταφοράς υδάτων από τον Αχελώο στη Θεσσαλία, γιατί είναι ένα έργο εθνικής σημασίας, εθνικής εμβέλειας, κατ' εξοχήν περιβαλλοντικό έργο». Με αφορμή, δε, τις δηλώσεις Σουφλιά περί δημιουργίας ξεχωριστού Υπουργείου Περιβάλλοντος, πρότεινε «να δημιουργηθεί Υπουργείο Περιβάλλοντος και Τροφίμων: Ο ΕΦΕΤ να φύγει από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και να πάει σε αυτό το νέο Υπουργείο, διότι αυτά τα δυο πηγαίνουν μαζί. Δεν μπορούμε να έχουμε ασφάλεια προϊόντων, όταν δεν θα έχουμε ένα σωστό περιβάλλον" είπε ο κ. Ροντούλης. Ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ είπε ακόμη ότι συζήτησε με τον πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Περιβάλλοντος Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος του δήλωσε ότι «δεν ετάχθη εναντίον της μεταφοράς νερού από τον Αχελώο, απλώς εξέφρασε ορισμένους προβληματισμούς» σε ερωτήσεις που τού έγιναν από το νομαρχιακό συμβούλιο Αιτωλοακαρνανίας.
«Στραβισμός» και Πηνειός...
Παράλληλα ο κ. Σουφλιάς εξαπέλυσε επίθεση σε όσους αντιδρούν στην εκτροπή, κατηγορώντας τους για οικολογικό στραβισμό, ενώ αντιστάθμισε τα όποια περιβαλλοντικά προβλήματα δημιουργηθούν από την εκτροπή, με τα οφέλη στο οικοσύστημα του Πηνειού και την αξιοποίηση του Θεσσαλικού κάμπου. Μάλιστα σε όσους αντιδρούν εξέφρασε το ερώτημα, πως τους επιτρέπει η περιβαλλοντική ευαισθησία να βλέπουν κάθε καλοκαίρι φωτογραφίες με τον Πηνειό, με την καταστροφή του οικοσυστήματος, πώς τους επιτρέπει η οικολογική τους συνείδηση να βλέπουν αυτές τις καθιζήσεις, την υφαλμύριση του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα, την έλλειψη καθαρού πόσιμου νερού για πάρα πολλούς οικισμούς στη Θεσσαλία; "Και σε τελευταία ανάλυση, έχουμε την μεγαλύτερη πεδιάδα, η οποία ποτίζεται αμιγώς από ελληνικά νερά. Τι θα την κάνουμε αυτήν την πεδιάδα; Θα την αφήσουμε αναξιοποίητη; Δεν το καταλαβαίνω αυτό το πράγμα, όταν πραγματικά όλες οι χώρες -και πολύ περισσότερο εμείς-θέλουμε να προστατεύσουμε τη γη υψηλής παραγωγικότητας και όχι μόνο να την προστατεύσουμε, αλλά να μπορέσουμε και να την αξιοποιήσουμε".
Θέλουν να εκτρέψουν και την Τριχωνίδα...
Το ΥΠΕΧΩΔΕ επανέφερε στο προσκήνιο την πρόταση των αρχών της δεκαετίας του 1990 να γίνει μεταφορά νερού από την Τριχωνίδα για την ενίσχυση των αποθεμάτων των ταμιευτήρων Μόρνου και Ευήνου.Σε ημερίδα που διοργανώθηκε από την ΕΥΔΑΠ στο Ζάππειο Μέγαρο, με αφορμή τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Νερού, ο υφυπουργός ΠΕΧΩΔΕ, κ. Θ. Ξανθόπουλος, είπε ότι τα επόμενα χρόνια υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες το λεκανοπέδιο της Αθήνας να δοκιμαστεί από προβλήματα λειψυδρίας και ξηρασίας, φαινόμενα τα οποία, λόγω των κλιματικών αλλαγών, θα εντείνονται διαρκώς. Ετσι, ο υφυπουργός Δημοσίων Εργων «έριξε» ως δική του πρόταση την ιδέα να δρομολογηθούν έργα μεταφοράς νερού από την Τριχωνίδα, με δημόσιους πόρους. Πρόκειται για μεγαλεπήβολο έργο, το οποίο απαιτεί τη διάνοιξη υπόγειου τούνελ μέσα από τα βουνά, συνολικού μήκους άνω των 50 χιλιομέτρων.Το έργο αυτό είχε εγκαταλειφθεί την περίοδο 1994-95, λόγω του υψηλού κόστους αλλά και των μεγάλων ενεργειακών αναγκών που απαιτούσε η μεταφορά νερού, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται με υψηλές χρεώσεις οι καταναλωτές της ΕΥΔΑΠ. Εξάλλου, από τα στοιχεία που παρουσίασε ο πρόεδρος της ΕΥΔΑΠ, κ. Κ. Κωστούλας, στην ημερίδα προκύπτει ότι απομακρύνεται η άμεση απειλή της λειψυδρίας από το Λεκανοπέδιο Αττικής, καθώς τα υπάρχοντα αποθέματα στους ταμιευτήρες Ευήνου, Μόρνου, Υλίκης και Μαραθώνα ανέρχονται συνολικά περί τα 780 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού και επαρκούν για την υδροδότηση της Αττικής για τα επόμενα δύο χρόνια, μαζί με τις νέες εισροές που αναμένονται μέχρι το τέλος της άνοιξης. Πάντως, τα αποθέματα της ΕΥΔΑΠ κινούνται στα όρια ασφαλείας. Εδώ και ένα χρόνο, που οι εισροές νερού στους ταμιευτήρες είναι μειωμένες, η ΕΥΔΑΠ αντλεί τις κύριες ποσότητες νερού, για την υδροδότηση της Αττικής, από την Υλίκη, με μεγάλο ενεργειακό κόστος μεταφοράς, πετυχαίνοντας όμως να κρατά τη στάθμη της λίμνης χαμηλά.
Αντίδραση στις δηλώσεις...
...στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα...για αυτό πάρε την πόρτα και φύγε!
Την ώρα που στην Κωνσταντινούπολη στα πλαίσια του «Παγκόσμιου Forum για το Νερό», η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα συζητά με τα οικολογικά και κοινωνικά κινήματα, το πρόβλημα του Νερού, και δύο μέρες πριν από την Παγκόσμια μέρα Νερού, ο έλληνας υπουργός και (!) περιβάλλοντος επαναφέρει στην δημόσια συζήτηση την παρωχημένη λύση της «εκτροπής Αχελώου».
Του θυμίζουμε για ακόμη μια φορά:
1. Ευθύνη για την λειψυδρία της Θεσσαλίας και την περιβαλλοντική της υποβάθμιση έχουν αποκλειστικά όλοι εκείνοι που διαχρονικά εφαρμόζουν λανθασμένες πολιτικές διαχείρισης των υδατικών πόρων και αποθεμάτων.
2. Η άποψη «θυσιάζουμε τον Αχελώο για να σώσουμε τον Πηνειό», είναι λογικά, και περιβαλλοντικά ατελής. Δεν «λύνεις» ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα, δημιουργώντας ένα άλλο. Στην φύση καμία μάνα δεν θυσιάζει το ένα της παιδί για να σώσει το άλλο. Τα φροντίζει και τα δύο.
3. Σύσσωμη η επιστημονική κοινότητα και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, μαζί και το ΣτΕ, είναι κατά της εκτροπής του Αχελώου. Τελευταία και κορυφαία στελέχη της ΝΔ – Κυρ. Μητσοτάκης, Στ. Δήμας κι άλλοι.
4. Εκκρεμεί ακόμη στο ΣτΕ και στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η απόφαση απόρριψης του «νόμου Σουφλιά» του 2006 για την εκτροπή.
Η λύση στο πρόβλημα άρδευσης αλλά και ύδρευσης της Θεσσαλίας βρίσκεται στην σωστή και ορθολογική διαχείριση των υδατικών της πόρων και αποθεμάτων. Στην δημιουργία μικρών φραγμάτων και ταμιευτήρων, συμβατών περιβαλλοντικά, που θα διοχετεύουν στον κάμπο, το περίσσευμα των νερών του χειμώνα, στις εποχές που θα του είναι απαραίτητο. Η λύση βρίσκεται στην εμπέδωση της αντίληψης ότι το νερό, σε παγκόσμιο επίπεδο είναι πόρος σε ανεπάρκεια, και οφείλουμε όλοι μας να τον διαχειριστούμε με την ανάλογη προσοχή.
Πως όμως όλα τα παραπάνω να τα ακούσει ένας υπουργός που ηγείται του υπουργείου Δημοσίων έργων που λέει ότι είναι και περιβάλλοντος.
Αυτή την παγκόσμια πρωτοτυπία ο κύριος Σουφλιάς την αιτιολογεί με την επίσης παγκοσμίως πρωτότυπη άποψη του ότι οι «περιβαλλοντικά ευαίσθητοι πολίτες της χώρας πάσχουν από στραβισμό».
Οι μεγάλες περιβαλλοντικές προκλήσεις της εποχής μας απαιτούν λύσεις που να εδράζουν σε σχέδιο με ευαισθησίες, όραμα, τόλμη και αλλαγή πλεύσης. Οτιδήποτε άλλο, μόνο τα κάθε λογής εργολαβικά συμφέροντα μπορεί να εξυπηρετήσει, πάντα σε βάρος της ποιότητας ζωής των πολιτών, σε βάρος της φύσης και εν τέλει σε βάρος της ίδια της κοινωνίας.
Οι ενεργοί πολίτες να δράσουμε περισσότερο – και τοπικά – και να αναγάγουμε την Παγκόσμια ημέρα Νερού την Κυριακή, σε ημέρα προστασίας και υπεράσπισης του Αχελώου.
Ο κ. Σουφλιάς και η κυβέρνησή του είναι υπεύθυνη για την περιβαλλοντική καταστροφή και τη λειψυδρία στη Θεσσαλία, επειδή τόσα χρόνια δεν έκαναν τίποτα για να την αντιμετωπίσουν. Το περιβαλλοντικό έγκλημα της εκτροπής του Αχελώου δεν θα αφήσουμε να ολοκληρωθεί. Και ούτε σκέψη να μην κάνουν για την Τριχωνίδα.
«Το νερό δεν είναι εμπορικό προϊόν όπως τα άλλα, αλλά αποτελεί κληρονομιά που οφείλουμε να προστατεύσουμε και να διαχειριζόμαστε συνετά»

ΒΕΛΑΝΙΔΟΔΑΣΟΣ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ.


Ο Σύλλογος Φίλων της Βελανιδιάς θεωρεί ότι είναι πλέον επιτακτική ανάγκη η πολιτεία να προχωρήσει αφενός στην κήρυξη του Βελανιδιδάσους ως προστατευόμενη περιοχή και αφετέρου στην αποτελεσματική διαχείρισή του. Η προστασία του μοναδικού φυσικού πλούτου αυτής της περιοχής, μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό μοχλό ανάπτυξης για τις τοπικές μας κοινωνίες. Εμείς τα μέλη του συλλόγου βελανιδιάς, αγωνιζόμαστε για την προστασία του δάσους της βελανιδιάς που αποτελεί δημόσιο-κοινωνικό αγαθό, για να κερδίσουμε την υγεία, τη ζωή, το αύριο και το μέλλον του τόπου και των παιδιών μας. Καλούμε όλους τους αρμόδιους φορείς να συμβάλλουν στην προσπάθεια αυτή και να εντάξουν το δάσος σε πρόγραμμα προστασίας, ως Ευκαιρία για την Διαφύλαξη της Φυσικής μας Κληρονομιάς. Έχουν τη δύναμη να αποτρέψουν την καταστροφή του και τους ζητάμε να το πράξουν.Η λαθροϋλοτομία με σκοπό την εμπορική εκμετάλλευση του ξύλου της βελανιδιάς, σε συνδυασμό και με άλλους ανθρωπογενείς παράγοντες συρρίκνωσαν δραματικά το μοναδικό σε μέγεθος και ποιότητα οικοσύστημα της ήμερης βελανιδιάς. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να κινηθούν άμεσα οι διαδικασίες με πρωτοβουλία είτε της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος είτε του ΥΠΕΧΩΔΕ (που είναι και οι αρμόδιοι φορείς), ώστε να εκπονηθεί Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ) στο πλαίσιο του Ν. 1650/1986 για την ένταξη του δάσους σε καθεστώς προστασίας είτε ως Εθνικό Πάρκο, είτε ως Περιοχή Οικοανάπτυξης.

ΒΡΑΧΩΡΙ

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ



Πόσες μας θρέψανε στιγμές, και πως τις λησμονούμε!
Του Ζαλοκώστα το τραγούδι ακόμα το θυμούμαι,
ψάλτης του καθώς το ‘λεγα στων χρόνων μου των νέων
το λυρικό, το ακράταγο μεθύσι:
«Τριίππουρος πασάς κινεί από Βραχώρι πνέων
άγρια μίση ….».

Χαρά, τρισύλλαβο όνομα λαμπρόηχο, το Βραχώρι!
κ΄ εσύ λαμπρή, της Ρούμελης χαρά, δουλεύτρα κόρη,
κι’ αν άλλο πήρες, όνομα θαμμένο στα βιβλία,
μ΄ αρέσει τ’ αρματωλικό όνομά σου
με τούτο, και ολοζώντανη, τη βλέπει η φαντασία
τη ζωγραφιά σου.

Ηύρα μεσ’ στα λαγκάδια σου παρθένα κατατόπια.
Και από τους βράχους της Κλεισούρας, κάστρα σαν κυκλώπεια
πέρασα στα νερόχαρα του Αλάμπεη τα γιοφύρια
παιδί για να ‘ρθω ασήμαντο σ’ εσένα.
Κήποι, νερά, σπίτια πουλιά, γαστρούλες, παραθύρια
σ΄ Εσέ ήταν ένα.

Θυμούμαι: Κάποιας λίμνης σου φανταχτερής μια μέρα
θωριά, σα να με φτέρωσε σ΄ άλλου πλανήτη αέρα,
και τα΄ Ασπροπόταμου άκουσα κι από μακριά το ρέμα
να μου βουίζη, ορμή ενός πλάστη κόσμου.
Δειλός, οκνός, μα ορθώνονταν με ξαναμμένο το αίμα
τα νιάτα εμπρός μου.

Της Μούσας υποτακτικός, δικούς μου ανοίγω δρόμους
και δένω τις αγάπες μου στης αρμονίας τους νόμους.
-Πρόκοβε, γή, πληθαίνοντας το γνώριμο βοτάνι,
την ώρα, ηδονικά σαν το ροφούμε,
μεσ΄ στους αχνούς του γαλανούς πιο γαληνή μας κάνει
να τη χαρούμε.

Πρόκοβε, χώρα ευλογητή, καθάρια, καρποφόρα.
Μέρες και Μοίρες τάχα ποιες μας καρτερούνε, χώρα;
Και ο καταλύτης πόλεμος κι΄ η πλουτοδότρα ειρήνη
θυσίας βωμοί, πάντα να ζεί η Πατρίδα.
Για όσα περνούν ή μέλλονται βοηθός Θεός ας δίνη
θύμηση, ελπίδα.



Το ποίημα του Κωστή Παλαμά με τον τίτλο "Βραχώρι" πρωτοδημοσιεύτηκε στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο του 1927 της εβδομαδιαίας Αγρινιώτικης εφημερίδας «Θάρρος» του Μιλτιάδη Τζάνη. Κατ άλλους στο φύλλο της 31-12-1929 της εφημερίδας «Το Φως» του ίδιου δημοσιογράφου, στο οποίον το έστειλε ανταποκρινόμενος σε αίτημά του. Η αλήθεια είναι ότι το ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτα στην εφημερίδα "Θάρρος", στο φύλλο της 1-1-1927, όπως προκύπτει από το φωτοαντίγραφο του φύλλου που βρίσκεται στο αρχείο μας. Το ποίημα γράφτηκε στην Αθήνα την 14-12-1926. (κατωτέρω παραθέτουμε φωτοτυπία της σελίδας που έχει καταχωρηθεί). Από το ποίημα προκύπτει ότι ο Παλαμάς είχε επισκεφθεί πολύ νέος το Αγρίνιο.

«Το Βραχώρι εκάη»

Ιωάννης Γ. Νεραντζής
Η Επανάσταση στο Βραχώρι (Αγρίνιο) το 1821, άργησε να εκδηλωθεί και τούτο οφείλεται στο ότι το Βραχώρι ήταν η έδρα ισχυρών Τουρκικών στρατευμάτων και το Τούρκικο Στρατιωτικό Κέντρο της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Ακόμη στο Βραχώρι (Αγρίνιο) ήσαν συγκεντρωμένοι πολλοί αξιωματούχοι Τούρκοι, επειδή ήταν και το διοικητικό κέντρο της περιοχής και επειδή είχε οικονομική εξάρτηση απευθείας από την εκάστοτε Βαλιδέ Σουλτάνα.
Το Βραχώρι (Αγρίνιο) λοιπόν, ήταν για την Δυτική Ελλάδα, ό,τι η Τριπολιτσά για την Πελοπόννησο. Τόσον ο Διονύσιος Κόκκινος,όσον και η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, αντλώντας από τον Ιωάννη Φιλήμωνα, γράφουν ότι στο Βραχώρι, κάθε διώροφη ή τριώροφη Τουρκική οικοδομή, ήταν τριγυρισμένη με διπλό και τριπλό καμμιά φορά τείχισμα και αυλόθυρες σε πολλές μεριές-μοναδικό φαινόμενο σε όλη την Ελλάδα – πράγμα που δηλώνει την άγρια τυραννία των Τούρκων και την τραγική θέση των Χριστιανικών οικογενειών, που ήσαν υπερδιπλάσιες των Τουρκικών. Η τυραννία έγινε αβάσταχτη ιδίως τις παραμονές της Επανάστασης, όταν στρατιωτικός διοικητής του Βραχωρίου ήταν ο Τουρκαλβανός Νούρκας Σέρβανης και πολιτικός διοικητής Αλάμπεης.
Όμως, μετά τα πρώτα επαναστατικά κρούσματα στην Αιτωλοακαρνανία, οι Τούρκοι άρχισαν ν’ ανησυχούν και ο φόβος τους μεγάλωσε, όταν στην πόλη άρχισαν να μαζεύονται και οι ομόθρησκοί τους της υπαίθρου. Και οι φόβοι τους βγήκαν αληθινοί: Στις 26 με 27 Μαϊου, (ή κατά τον Θ.Α.Χαβέλα στις 19 Μαϊου, ημέρα της Πεντηκοστής του Πάσχα), οι Επαναστατικές δυνάμεις της Αιτ/νίας καταλάβανε θέσεις γύρω από το Βραχώρι για να το εκπολιορκήσουν. Το βράδυ της 28ης Μαϊου 1821 ο κλοιός γύρω από το Βραχώρι είχε ολοκληρωθεί και τα χαράματα της ίδιας νύχτας (28-5-1821) άρχισε γενική επίθεση απ’ όλες τις μεριές, πρώτα προς τις απόκεντρες συνοικίες της πόλης. Η έφοδος αιφνιδίασε τους τούρκους, που πιστεύανε ότι οι Αιτωλοακαρνάνες δεν θα αποτολμούσαν επίθεση εναντίον του πανίσχυρου φρουρίου του Βραχωρίου.
Γιορτάζανε το «Ραμαζάνι» τους εκείνη την ημέρα και μόλις ακούσανε τους πυροβολισμούς των Ελλήνων, έντρομοι, σπεύσανε στα «ενδότερα» της πόλης. Οι πρώτοι ένοπλοι Έλληνες, που πατήσανε στην πόλη, βάλανε φωτιά στα πρώτα σπίτια. Και οι εντός της πόλης Βραχωρίτες όμως περιμένανε την επίθεση. Γιαυτό, μόλις άρχισε, βάλανε μόνοι τους φωτιά στα σπίτια τους, για να επιτείνουν τον πανικό στους Τούρκους. Οι επιθέσεις των πολιορκητών μεγάλωσαν, γιατί συνέχεια έφθαναν καινούργιες ενισχύσεις, που ανέβασαν τον αριθμό των Ελλήνων στις 4.000, όταν στις 5 Ιουνίου 1821 έφτασε στο Βραχώρι και ο Γιώργης Βαρβνακιώτης με πολλούς Ξηρομερίτες. Απεναντίας οι πολιορκούμενοι βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, γιατί εν τω μεταξύ άρχισαν και οι διχόνοιες τους με τον Τουρκαλβανό Νούρκα Σέρβανη, που τους εγκατέλειψε κρυφά, παίρνοντας μαζί του όλους τους Τούρκικους θησαυρούς, αλλά συνελήφθηκε αργότερα από τους Έλληνες πολιορκητές, με τους οποίους ήλθε σε συμφωνία. Οπότε μετά, και οι έγκλειστοι στο Βραχώρι Τούρκοι, με τον Δερβέν αγά Ταχήρ Παπούλία, που δεν ήταν Αλβανός, υπογράψανε συμφωνία με τον Γ.Βαρνακιώτη, που υποχρέωνε τους Τούρκους να παραδώσουν τα όπλα και να πάνε όπου θέλουν.
Έτσι, στις 11 Ιουνίου 1821, έπεσε το Βραχώρι (Αγρίνιο), που ήταν το προπύργιο των Τούρκων στη Δυτική Ελλάδα. «Και ούτως εκυριεύθη το περίφημο Βραχώρι, η πρωτεύουσα της ηγεμονίας της υπό των Οθωμανών ονομαζομένης Κάρλελη», γράφει ο αγωνιστής Λάμπρος Κουτσονίκας στα απομνημονεύματά του.
Η λαϊκή μούσα αποθανάτισε την πολιορκία του Βραχωρίου με το εξής δημοτικό τραγούδι, που το έχει καταχωρημένο ο Πετρώφ στη συλλογή του.
Σ’ όλον τον κόσμο ξαστεριά,
σ’ όλον τον κόσμο ήλιος,
και στο Ζαπαντοβράχωρο
όλο καπνός κι αντάρα.
Καπιταναίοι τόκαψαν
καπιταναίοι το καίναι.
Μετά την επιτυχή – στην πρώτη της φάση – έκβαση της Επανάστασης στην Αιτωλ/νία και την εκδίωξη των Τούρκων, προέκυψε θέμα διοικητικής οργάνωσης της ελεύθερης πια περιοχής και εκλογής τοπικής Αρχής.
Όμως το θέμα, που αφορά στον Οργανισμό της διοίκησης Δυτικής Ελλάδας, οι ιστορικοί σκόπιμα το αφήνουν αδιευκρίνιστο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ότι πρώτος αντιλήφθηκε την ανάγκη του ο Μαυροκορδάτος.
Αυτό είναι λάθος. Γιατί ο στρατηγός Γεώργιος Βαρνακιώτης, αμέσως μετά την κατάληψη του Βραχωρίου, «συνεκάλεσε τους προκριτοτέρους άνδρας της Δυτικής Ελλάδος εν Αγρινίω και συνεκρότησε εκεί μυστικήν σύνοδον προς αποκατάστασιν προσωρινής τοπικής διοικήσεως, ήτις και ωνομάσθη Ιερουσία της Δυτικής Ελλάδος».
Το γεγονός αναφέρεται και σε έγγραφο του Αγώνα, που δημοσιεύεται από τον Ν. Φυσεντζίδη, και γράφει ότι «αμέσως ο καπετάν Ηεωργάκης εσύστησε γερουσία από τους παλιούς προεστώτας των επαρχιών και επάρχους εις τας επαρχίας».
Έδρα της Γερουσίας ορίσθηκε Βραχώρι.
Ο Μαυροκορδάτος όμως, που είχε φθάσει στο Μεσολόγγι στις 21 Ιουλίου 1821, κατάλαβε ότι για να προγματοποιήση τα πολιτικά του σχέδια και να αναλάβει την απόλυτη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, έπρεπε να υπερσκελίσει την ιδρυθείσα υπό του Γ.Βαρνακιώτη Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος, και να φαίνεται ότι η πολιτική της οργάνωση ανήκει σ’ αυτόν ευθύς εξαρχής. Και φυσικά ο μόνος τρόπος που μπορούσε να το πετύχει ήταν να συγκαλέσει Συνέλευση με πρόσωπα κατάλληλα και έμπιστά του, αφού ήδη προηγουμένως «παρέλυσε το καλώς υπό του Βαρνακιώτου διοργανισθέν Ελληνικόν σύστημα».
Η εντολή όμως έπρεπε να δοθεί «άνωθεν», δηλαδή από τον Δημήτριο Υψηλάντη. Εξέθεσε στον Υψηλάντη τις σκέψεις του για την (δήθεν) ανάγκη της διοικητικής οργανώσεως των επαρχιών της Δυτικής Ελλάδος υπό ενιαίαν αρχήν με έδρα το Μεσολόγγι. Ο δε Υψηλάντης ανέθεσε στον Αλ Μαυροκορδάτο την πολιτική οργάνωση ολοκλήρου της Στερεάς με τον τίτλον του πληρεξουσίου του.
Ο Μαυροκορδάτος άρχισε, από του δευτέρου δεκαημέρου του Σεπτεμβρίου, τις ενέργειές του στο Μεσολόγγι και το Βραχώρι και, ύστερα από αλλεπάλληλες επαφές, έστειλε στους προκρίτους επιστολές, όπου και καθοριζόταν η επίσημη έναρξη της Συνέλευσης της Δυτικής Ελλάδος την 1η Οκτωβρίου 1821 στο Βραχώρι, την επί Τουρκοκρατίας πρωτεύουσα του νομού.
Η συνέλευση όμως αυτή δεν έγινε, γιατί δεν εξασφαλίστηκε η συμμετοχή του στρατηγού Γ.Βαρνακιώτη, που ήταν απαραίτητη.
Ο Μαυροκορδάτος όμως, μετά από αλλεπάλληλες ενέργειες, πέτυχε να γίνει συνάντησή του με το Γ. Βαρνακιώτη και συμφώνησαν να γίνει η Συνέλευση στο Μεσολόγγι, στις 4 Νοεμβρίου 1821, που της δόθηκε η ονομασία «Συνέλευσις της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» και κράτησε εξ (6) μέρες.
Η Συνέλευση εξέλεξε πρόεδρο τον Αλ. Μαυροκορδάτο, ίδρυσε δεκαμελή τοπική Διοίκηση, που πήρε την ονομασία «Γερουσία» και ψήφισε το «πρώτο Ελληνικό Πολίτευμα», αν μπορεί να το αποκαλέσει έτσι κανένας. Στο τέλος Νοεμβρίου 1821, έδρα της «Γερουσίας» ξανάγινε το Βραχώρι, επειδή κρίθηκε η θέση καταλληλότερη για το συντονισμό των ενεργειών της.
«Εδώ πλέον ο ομφαλός του Ρωμέϊκου, ήτοι της Δυτικής Στερεάς, έβλεπες κάποιον ίσκιον πολιτικής αρχής», γράφει ο Κασομούλης, που είχε έρθει στο Βραχώρι το καλοκαίρι του 1822.
Στο Βραχώρι, ο Αρχιγραμματέας της «Γερουσίας» εξέδιδε χειρόγραφη εφημερίδα με τίτλο ΑΧΕΛΩΟΣ. Σώζεται το φύλλο της 24/2/1822.
Το Σύνταγμα που ψήφισε η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου την 1ην Ιανουαρίου 1822, διατήρησε τη «Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας». Το Βραχώρι εξακολούθησε να είναι έδρα της «Γερουσίας» μέχρι τής κατά τα τέλη Αυγούστου 182, ή το πιθανότερον κατά το δεύτερον δεκαπενθήμερον του Σεπτεμβρίου, πυρπολήσεως της πόλης του Βραχωριού, την οποίαν έκαψαν οι ΄Ελληνες κάτοικοι αυτής για να μη βρουν τίποτε οι κατερχόμενοι στο Μεσολόγγι Ομέρ Βρυώνης και Κιουταχής, . οπότε μετά η έδρα της ‘Γερουσίας’ μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι.
Η δεύτερη Εθνοσυνέλευση του Άστρους, με ψηφίσματά της στις 30 Μαρτίου 1823 κατάργησε τη Γερουσία της δυτικής Χέρσου Ελλάδος.
Ότι το Αγρίνιο παρέμεινε η όρα της Γερουσίας, μέχρι το κάψιμό του, προκύπτει από πολλές πηγές. Κατ’ αρχήν από το φύλλο που σώζεται, της εφημερίδας «Αχελώος» της 24/2/1822. Επίσης αναφέρεται από τον Σπηλιάδη στα απομνημονεύματά του (τόμος Α’ σ. 356) που αναφέρει εγκύκλιο της Γερουσίας από το Βραχώρι της 23ης/2/1822. Και ο Κάρπος Παπαδόπουλος («Απομνημονεύματα αγωνιστών του 21 «έκδοση Τσουκαλά», τόμος 13ος, σ. 168-169), αναφέρει τα από 22 και 27 Μαρτίου 1822 ψηφίσματα της Γερουσίας στο Βραχώρι. Τέλος και ο Ιωάννης Φιλήμων στην Ιστορία του της Ελληνικής Επαναστάσεως (τόμος Δ’ σ.σ. 507-508) αναφέρει ψήφισμα της Γερουσίας στο Βραχώρι της 12ης/3/22.

Ας δούμε όμως και τη στάση την οποίαν επέδειξαν οι Βραχωρίτες και στις αποφράδες ημέρες του Αγώνα, κατά το 1822, που η Επανάσταση κινδύνεψε σοβαρά από την εκστρατεία του Ομέρ Βρυώνη και του Κιουταχή στη Δυτική Ελλάδα, αφού όμως κάνουμε πρώτα μια μικρή αναφορά στη γεωγραφική και στη στρατηγική θέση του Βραχωρίου (Αγρινίου), πράγμα που θα μας βοηθήση και στην καλύτερη κατανόηση των όσων ακολουθούν.
Το Βραχώρι (Αγρίνιο) δεσπόζει του ενός από τους δύο δρόμους εισβολής των εχθρών στη Νότια Ελλάδα. Αυτός ο δρόμος, με βάση ανεφοδιασμού και αρχικό ορμητήριο τα Ιωάννινα, με δεύτερο σημαντικό σταθμό την Άρτα, περνούσε μέσα από τα περίφημα στενά του Μακρυνόρους, φυσικά οχυρά για τον αγωνιζόμενο και προχωρούσε προς το Βραχώρι, Μεσολόγγι και Ναύπακτο.
Αυτόν ακριβώς το δρόμο διάλεξαν οι Τούρκοι στρατηγοί Ομέρ Βρυώνης και κιουταχής, για να προελάσουν από την Άρτα προς την Νότια Ελλάδα και να καταπνίξουν την επανάσταση, μετά την Τουρκική νίκη στο Πέτα (4-7-1822).
Όμως ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής δεν επωφελήθηκαν από την καταστροφή στο Πέτα, και από τον πανικό των Ελληνικών στρατευμάτων και πληθυσμών, ώστε να προελάσουν αμέσως προς το εσωτερικό και μόνο στις αρχές Αυγούστου του 1822 κινήθηκαν αργά.
Δεν επωφελήθηκαν όμως και οι Έλληνες της Αιτωλ/νίας από την Τουρκική αργοπορία, ώστε να οργανωθούν και να τους αποκρούσουν στα φυσικά οχυρά του Μακρυνόρους. Οι οπλαρχηγοί της Αιτωλ/νίας, αντί να ενωθούν και να αντιμετωπίσουν ενωμένοι την επερχόμενη λαίλαπα των Τούρκων, μάχονταν αναμέταξύ τους για τα αρματωλίκια και τη μοιρασιά των εθνικών προσόδων. «Όλη εκείνη η περιφέρεια είχε παραδοθεί στη λεηλασία. Την λεηλατούσαν οι Αρβανίτες, οι Τούρκοι και οι Έλληνες. Ο λαός της Ακαρνανίας, κουρασμένος και αηδιασμένος, έκαιγε κι αυτός ό,τι έμενε και τράβαγε για τον Κάλαμο». Αλλά και στην Αιτωλία, «όσοι κάτοικοι είχαν απομείνει στα χωριά τους τα έκαιαν και έφευγαν. Ο λαός, λοιπόν, της Αιτωλ/νίας στο σύνολό του, εκτός από τις προδοτικές εξαιρέσεις, έμεινε πιστός στην υπόθεση της δίκαιης επανάστασής του και «ο Τουρκικός στρατός επροχώρησε προς τα κάτω διαβαίνων και με κενάς τας αποθήκας».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στάσης αυτής ολοκλήρου του λαού ήταν και το κάψιμο του Βραχωρίου (Αγρίνιο), για να μην πέσει όρθια στα χέρια του εχθρού, από τους ίδιους τους Βραχωρίτες αυθόρμιτα και ομόφωνα «ότε η απόφασις εγένετο περί αποτεφρώσεως της πόλεως» της Γερουσίας, που «υποπτευθείσα την εις Αγρίνιον εισβολήν των Τούρκων, καλέσασα τους προκριτοτέρους του τόπου συνήλθεν εν κοινώ συμβουλίω και άπαντες οι πρόκριτοι από νοινού έγνωσαν να πυρπολήσωσι την πόλην».
Ο Δ. Κόκκινος, που υπερτονίζει τη δραστηριότητα και το ρόλο του Μαυροκορδάτου στα σχετικά γεγονότα, γράφει ότι ο Μαυροκορδάτος επραγματοποίησε κατά την κρίσιμη εκείνη ώρα το αρχικό του σχέδιο περί της δηώσεως και της ερημώσεως της εγκαταλειπομένης χώρας, ώστε να καταστεί δύσκολος ο δρόμος του εχθρού, σχέδιο που ήδη το είχε εκθέσει με επιστολή του, στις 13 Αυγούστου 1822, στον Γ.Βαρνακιώτη, λέγοντάς του «περί του τρόπου της αμύνης και της επιθέσεως κατά του εχθρού, κατά την κάθοδόν του δια μέσου της χώρας. Επρότεινε να πυρπολυθούν τα πεδινά μέρη, όλα τα κέντρα, από τα οποία θα διήρχετο ο εχθρικός στρατός, και αυτό ακόμη το Βραχώρι».
Μετά την πυρπόληση της πόλης, ο Μαυροκορδάτος γράφει, την 1ην Οκτωβρίου 1822, προς τον Αντιπρόεδρον του Εκτελεστικού: «Το Βραχώρι εκάη, ομοίως και όλα τα χωρία και μαγαζιά τα ευρισκόμενα εις τον κάμπον κατά παραγγελίαν μου.
Πρέπει δε να είχε προηγηθεί και συζήτηση περί του στρατηγήματος «της καμμένης γης» μεταξύ Μαυροκορδάτου και Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας και πρώην Άρτης Ιγνατίου, όπως φαίνεται από επιστολή του τελευταίου προς τους Γ. Βαρνακιώτη και Ανδρέα Καρίσκο, την 30ην Οκτωβρίου 1822, από Πίζα Ιταλίας, μη γνωρίζοντας βέβαια ότι η πυρπόληση του Βραχωρίου είχε ήδη συντελεστεί: «Το πρόβλημα (=πρόταση) μου δια να γενή σκορποχώρι εις την ανάγκην, όσον δύσκολον και αν είναι, σας βεβαιώνω ότι είναι το μόνον σωτήριον… Οι Ρώσοι εσώθηκαν, διότι έκαυσαν την Μόσχαν…».
Η απόφαση όμως πάρθηκε συλλογικά από τη Γερουσία και υλοποιήθηκε από τους ίδιους τους Βραχωρίτες, που χωρίς διαμαρτυρία δέχθηκαν την απόφαση να κάψουν τα σπίτια τους και τα έκαψαν μόνοι τους.
Έτσι, τον Αύγουστο του 1822, στο τρίτο δεκαήμερο, κι αφού πια οι Τουρκικές δυνάμεις του κιουταχή είχαν φθάσει στην Αμφιλοχία, οι Βραχωρίτες «αυθόρμητοι κατέκαυσαν τας οικίας και περιουσίας των και «θέτοντας πυρ ο εις εις την οικίαν του άλλου επυρπόλησαν πάσαν την πόλιν». Ο άμαχος πληθυσμός κουβαλώντας μαζί του ό,τι μπορούσε απ’ το νοικοκυριό του, απομακρύνονταν απ’ την πόλη, βλέποντας τις βλόγες να υψώνονται στους ουρανούς.
Έτσι ο Κιουταχής, όταν πέρασε τον Αχελώο, «εισήλθεν εις το καιόμενον Βραχώρι», από τους ίδιους τους κατοίκους του, «την αυγήν της αυτής, καθ’ ην εισήλθεν εις αυτό».
Το κάψιμο όμως του Αγρινίου το γνωρίζουμε και από άλλες πηγές: Ο Δήμος Σκαλτσάς σε επιστολή του προς τον Κολοκοτρώνη, στις 3 Οκτωβρίου 1822, από το Λιδωρίκι, γράφει: «Όθεν ιδόντες οι καπεταναίοι μας τοιούτον κίνδυνον, έστειλαν και έκαυσαν όλα τα χωρία του κάμπου και το Βραχώρι, και δεν άφησαν ούτε καλύβι».
Επίσης ο αγωνιστής Αναγνώστης Κοντάκης, αυτόπτης μάρτυρας και αυτουργός της πυρπόλησης του Αγρινίου, γράφει στα απομνημονεύματά του: «Τα νερά του ποταμού ήταν πολύ χαμηλά, ώστε να σκεφθούμε να κρατήσουμε άμυνα. Αφού κάψαμε το Βραχώρι, όλα τα χωριά και τους μύλους του Βλοχού, περάσαμε τη λίμνη Σούδι».
Τέλος, σ’ ένα έγγραφο των εφόρων Μαλανδρίου πιθανότατα, προς τον Ανδρέα Ζαϊμη, γραμμένο στις 5 Οκτωβρίου 1822, διαβάζουμε: Έπειτα εμψυχώνονται οι Έλληνες δυνατά, βλέπουν και οι εχθροί ότι δεν τρέφονται εύκολα, ούτε στέκονται, επειδή και έκαυσαν όλα τα χωρία και επαρχίας εκείθεν οι καπιταναίοι, όπου δεν άφησαν σχεδόν ούτε καλύβι».
Και θα κλείσουμε το μικρό αυτό μελέτημα παραθέτοντας, σαν κατακλείδα ένα απόσπασμα από την ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Σπυρίδωνα Τρικούπη, που καταδεικνύει πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε και η πυρπόληση του Αγρινίου στην λύση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου από τους Τούρκους και στον Ιερό Αγώνα γενικότερα. Γράφει λοιπόν: «Έκαυσαν και το Βραχώρι την αυγήν της αυτής ημέρας, καθ’ ην εισήλθεν εις αυτό περί το εσπέρας ο Κιουταχής. Έτσι οι Τούρκοι επροχώρησαν μεν πάντη ανηπερέαστοι εντός της Αιτωλίας, αλλ’ ουδεμού απήντων ψυχήν γεννητήν και πέριξ αυτών δεν έβλεπον ει μη καπνούς, φλόγας και παντελή ερημίαν».
Έτσι, όπως γνωρίζουμε άλλωστε και από ιστορικά εγχειρίδια, ο καμμένος κάμπος του Βραχωρίου έγινε και ο τάφος των πολιορκητών του Μεσολογγίου.

Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους

Ελευθερία ή θάνατος. Από στόμα σε στόμα. Κρυφά. Οι Φιλικοί δούλευαν ακούραστα. Και ήρθε η ώρα. Οι καπεταναίοι απ' τα διάσελα, τις βουνοκορφές, στεντόρεια εκφέρανε το σύνθημα: Ελευθερία ή θάνατος. Οι ραγιάδες ρίγησαν. Ορθώθηκαν. Αφουγκράστηκαν. Ακουσαν καλά. Ελευθερία ή θάνατος. Η ώρα ήρθε. Αντάρτεψαν οι ραγιάδες. Η οθωμανική αυτοκρατορία μακάρια στην αυταπάτη της. Η Ιερά Συμμαχία, όμως, ανησύχησε. Λίγο πριν είχε νικήσει. Στο Βατερλό οι καπνοί και ο αχός της μάχης ήταν ακόμα εκεί.
Ανάθεμα τους Γραικούς. Δεν αφήνουν ν' απολαύσουν την παλινόρθωσή τους. Φεουδάρχες, βασιλείς, πρίγκιπες με τα καλά τους γιόρταζαν μεθυστικά. Οι Επαναστάσεις τέλος, όπως λένε σήμερα η ιστορία τέλος. Και νάτη η κραυγή που τους τρόμαξε. Ετσι άρχισε κείνη η λαμπρή Επανάσταση των Ελλήνων ραγιάδων. Ή θα νικήσουν ή θα χαθούν. Εσπασε, λέει ο Μακρυγιάννης, το πουλί το τσόφλι του αυγού. Πίσω να γυρίσει, δεν μπορεί. Ή θα πετάξει ή θα χαθεί. Κόντεψε να χαθεί η Επανάσταση. Δεν αστειευόταν ο Ιμπραήμ. Οι κοτσαμπάσηδες λούφαξαν. Η ραγιάδικη συνείδηση τους οδηγούσε στο προσκύνημα. Τότε ορθώθηκε ο Κολοκοτρώνης κι άφησε να βγει ο φοβερός λόγος. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους. Το 'πε και το 'κανε. Η Επανάσταση σώθηκε.
Θα μου πείτε, τι τα θέλω αυτά τα άγρια, τώρα που κι απ' τα σχολικά βιβλία διαγράφτηκαν. Τα θέλω. Οχι γιατί είμαι αιμοδιψής. Αλλά να, εκείνη η κραυγή, Ελευθερία ή θάνατος, δεν είναι απλός λόγος. Είναι η αρχή μιας ιστορίας, που ολοκληρώθηκε με κείνον το φοβερό και συνάμα άγιο λόγο: Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους. Θα μου πείτε πάλι, αυτά τότε, στην οθωμανική εποχή. Τώρα είναι αλλιώς. Η παγκοσμιοποίηση, η κυριαρχία και η φθορά των συνειδήσεων.
Αμ δε, απαντώ. Σιγά την Ιερά Συμμαχία της παγκοσμιοποίησης. Ας ακουστούν και οι δυο λόγοι και τότε πού να κρυφτούν δε θα 'χουν. Διαβάζω την ιστορία, όχι απ' τα σχολικά βιβλία. Το Μακρυγιάννη διαβάζω, τον Φωτάκο, τον Κασομούλη, τον Περεβό, τ' απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη. Διαβάζω, και θαυμάζω, και γρικώ πως ο λαός είναι ανίκητος, όσοι αιώνες σκλαβιάς κι αν περάσουν. Σίγουρα θα ορθωθεί και θα βαδίσει. Κι άντε να τον σταματήσουν.
Βάλθηκα να καταλάβω, γιατί ξαναγράφουν την ιστορία. Γιατί στο όνομα του ανθρωπισμού αποσιωπάται πως η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Αν ο Κολοκοτρώνης δεν ανέμιζε το μαστίγιό του, δεν έβαζε φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους, θα 'χε πραγματωθεί η Ελευθερία; Οχι. Αν ήταν να 'ρθει από μόνη της, δε θα περίμενε χρόνους τετρακόσιους. Ηρθε ακριβώς μόλις οι σκυφτοί ραγιάδες ορθώθηκαν και είπαν τη μεγάλη πρόταση: Ελευθερία ή θάνατος. Ναι, υπήρξαν σκοτωμοί. Δε γινόταν αλλιώς. Οι Οθωμανοί δεν είπαν «χοσκελντί», καλώς ήρθατε. Δική σας η Τριπολιτσά. Δικά σας και τα κάστρα. Μουσαφίρηδες είμαστε, φεύγουμε. Γεια χαρά, αδέλφια.
Αυτά τα λέω εγώ, που συλλαβίζω την ιστορία. Καταλαβαίνω το άτεγκτο της Επανάστασης. Καταλαβαίνω πως την αντίσταση με αντίσταση πολλαπλάσια νικάς. Γράφει ο Φωτάκος. Στην αρχή της Επανάστασης οι ραγιάδες σκιάζονταν το θάνατο. Τρόμαξαν που είδαν τους πετσοκομμένους απ' τους Τούρκους ανθρώπους, μετά από μια μάχη. Σκιάζονταν και κοιτούσαν παγωμένοι. Δεν πλησίαζαν. Και τότε ο Κολοκοτρώνης ξεπέζεψε απ' τη φοράδα του. Βαριά περπατώντας, προχώρησε. Εφτασε στο πεδίο με τους διαμελισμένους Ελληνες. Εσκυφτε. Επαιρνε το κομμένο χέρι και το φιλούσε, παινεύοντάς το. Σήκωνε το κομμένο κεφάλι και το ασπαζόταν, θαυμάζοντας την ομορφιά του. Κι όλο έλεγε. Είναι οι δικοί μας άγιοι, οι δικοί μας οδηγοί. Κι έτσι ξεθάρρεψαν οι ζωντανοί και πλησίασαν. Κι όλοι μαζί έπλυναν, στόλισαν τα μέλη των νεκρών, τα έθαψαν, άναψαν τα καριοφίλια τους και χαιρέτισαν σε στάση προσοχής με μιαν άγρια κραυγή, καταλυτική. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Αυτό είναι το '21, ό,τι κι αν όψιμα λένε τόσοι και τόσοι.
Ιορδάνης Α. ΠΡΟΥΣΑΝΙΔΗΣ

ΜΑΡΙΑ Η ΠΕΝΤΑΓΙΩΤΙΣΣΑ

Στα Σάλωνα σφάζουν τραγιά και στο Χρισσό κριάρια
Και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλληκάρια!

Δεν υπάρχει σε όλη την Ελλάδα χωριό που να μην ακούγoνται συχνά οι στίχοι αυτοί. Τους τραγουδούν στους γάμους, στα πανηγύρια, στα γλέντια, σαν ύμνο στην αιωνία ομορφιά, σα δοξολόγημα στην περίφημη Μαρία την Πενταγιώτισσα, την ιστορική και μοιραία γυναίκα. Γιατί η Μαρία υπήρξε ένας από τους γυναικείους εκείνους χαρακτήρες, τους οποίους η φύσις προορίζει για τη συμπάθεια και το θαυμασμό των ανθρώπων, οπωσδήποτε και αν φερθούν στην κοινωνία. Οι Πενταγιοί, το μικρό χωριό της, έγινε για κάμποσο καιρό τόπος τρομερών γεγονότων, που θα τα έλεγε κανείς μυθιστορηματικά, αν δεν τα εβεβαίωναν αξιόπιστοι μαρτυρίαι. Στο χωριό αυτό, κατά τους πρώτους μετά την Ελλ. Επανάσταση χρόνους, ζούσε ο Δασκαλόπουλος, νοικοκύρης τίμιος και σεβαστός, αρκετά πλούσιος. Ο Δασκαλόπουλος είχε ένα γυιo, το Θανάση, και δυο κόρες, την Ελένη και τη Μαρία. Η Μαρία από μικρή άρχισε να δείχνει σημεία ζωηρής και ανυπόταχτης καλλονής. Σ’ όλο το χωριό είχε γίνει ονομαστή για τα μάτια της, τα «μεγάλα κρασογάλανα μάτια» που ετόξευαν στον ατενίζοντα αυτά κάποιο ρεύμα που θάμπωνε και μάγευε σαν τα μάτια της Γοργόνας. Με τον καιρό η Μαρία εμέστωσε σε αδρή κοπέλλα με θαυμασία κορμοστασιά, με εύγραμμα στήθη, ενώ το θείο πρόσωπό της έλαμπε σαν ήλιος. Και τα παλληκάρια του χωριού άρχισαν να δαιμονίζονται γι’ αυτή. Ο δρόμος από τον οποίον θα περνούσε η Μαρία για να φτάσει στη βρύση θα ήταν πάντα πιασμένος από τους νέους ερωτευμένους που περίμεναν το πέρασμά της. Τη νύχτα γύρω από το σπίτι της αντηχούσαν περιπαθή τραγούδια και τις Κυριακές, στο χοροστάσι, τα παλληκάρια εμάλωναν ποιο να πρωτοπιάσει στο συρτό το παχουλό και άσπρο χέρι της Μαρίας. Στην περιορισμένη εκείνη κοινωνία, ανάμεσα στις αυστηρές εκείνες ψυχές, όπου και απλώς να καλοκυττάξη κανείς τη γυναίκα ή την αδελφή του άλλου εθεωρείτο αμάρτημα ασυγχώρητο, τώρα εκυριαρχούσε μια αυθάδεια κι’ ένας ασυγκράτητος οργασμός. Θα έλεγε κανείς ότι η ομορφιά της λυγερής εκείνης ήρθε να καταπατήσει τις άγιες παραδόσεις, τη σεμνότητα και την αρετή του Ελληνικού χωριού.
Τώρα η μητέρα της Μαρίας πέθανε. Μετά έξη μήνες πέθανε και ο πατέρας της. Τα δυο κορίτσια μείνανε ορφανά. Ο Θανάσης, ο αδελφός τους, ερχότανε σπίτι από νύχτα σε νύχτα, γιατί όλη την ημέρα την περνούσε στα χωράφια και στ’ αμπέλια, φροντίζοντας για την πατρική περιουσία. Η Ελένη, αν και μεγαλύτερη, δε μπορούσε να επιβληθεί στη Μαρία, γιατί είχε αδύνατο χαρακτήρα. Έπειτα και αυτή σε λίγον καιρό παντρεύτηκε σ’ ένα χωριό της Ναυπάκτου και ακολούθησε τον άντρα της. Έτσι η Μαρία έμεινε μόνη, αφέντισσα του σπιτιού, της ομορφιάς της και της καρδιάς της.
Και τα παλληκάρια άρχισαν άφοβα πια τις ερωτικές τους επιθέσεις, τα λόγια, τα χαμόγελα, τα περιπαθή βλέμματα και τα τραγούδια. Και η λυγερή, της οποίας η φύση, δυνατή και ορμητική όσο και η καλλονή της, εφλόγιζε το ανθισμένο εκείνο κορμί μέσα σε τόσα νειάτα που την ετριγύριζαν, ελεύθερη πια από κάθε επίβλεψη παραδόθηκε ελαφρή, τρελλή, στο διαλεχτό της καρδιάς της, στον Τουρκάκη.
******
Ο Τουρκάκης ήταν παλληκάρι με αρκετή περιουσία, ένας από τους καλύτερους υποψηφίους γαμπρούς του χωριού. Πολλές λυγερές τον εκαμάρωναν για άντρα τους, περισσότερο όμως η Τασούλα, εξαδέλφη της Μαρίας. Και όταν η Μαρία παρασυρομένη από το πάθος της εξεμυστηρεύθη στην εξαδέλφη της τις σχέσεις της με τον Τουρκάκη και το σχεδιαζόμενο γάμο τους, η Τασούλα εμάνιασε και ορκίστηκε να εμποδίσει με όλα τα μέσα την ένωσή τους. Και επειδή άλλον τρόπο καταλληλότερο δεν είχε, ανεκοίνωσε στο Θανάση, τον αδελφό της Μαρίας, τους κρυφούς έρωτές της.
Ο Θανάσης ήτο πολύ φρόνιμο παλληκάρι και καθόλου δεν ήθελε παραδεχθεί ότι ο Τουρκάκης, στενός του φίλος, μπορούσε να επιβουλευθεί την τιμή του. Η Τασούλα όμως επέμενε καταγγέλλουσα πολλά και ωρισμένα σφάλματα της Μαρίας και του Τουρκάκη. Ο Θανάσης επείσθη να παραμονεύσει μόνος του και να βεβαιωθεί.
Μια μέρα, λοιπόν, προφασίστηκε ότι έφευγε για ταξείδι σε μακρυνό χωριό, εγύρισε κρυφά και κρύφτηκε στο πατάρι του σπιτιού, εκεί που οι χωρικοί αποθηκεύουν σιτάρι και άλλα χρήσιμα.
Ο Θανάσης δεν περίμενε και πολύ εκεί κρυμμένος. Η Μαρία, ανύποπτη, εκάλεσε ευθύς τον Τουρκάκη στο σπίτι της. Ο Θανάσης από το πατάρι έλαβε τρανή απόδειξη της ελαφρότητος της αδελφής του και της προδοσίας του φίλου του. Έξω φρενών από το θυμό του, επήδησε κάτου και όρμησε κατά του Τουρκάκη. Η Μαρία στην αρχή έμεινε ασάλευτη, σαστισμένη από το ξαφνικό φανέρωμα του αδελφού της® μα γρήγορα συνήλθε και βλέποντας τον ερωμένο της να κινδυνεύει έτρεξε να τον προστατεύσει. Ο Θανάσης εμάνιασε τότε πιο πολύ για την πράξη της αυτή. Έχοντας τώρα να παλαίψει με δυο, άρπαξε ένα τσεκούρι που βρέθηκε εκεί κοντά και χύμηξε κατά της Μαρίας, χτυπώντας την τυφλά. Η Μαρία έμπηξε τις φωνές: «-Βοήθεια! Βοήθεια! Με σκοτώνουν!». Έτρεξαν οι γείτονες και την εγλύτωσαν καταματωμένη.
******
Από τα χτυπήματα του Θανάση η Μαρία έμεινε αρκετές μέρες στο κρεββάτι. Άμα όμως σηκώθηκε και ξαναείδε τον εραστή της, τα πρώτα της λόγια ήταν η καταδίκη του αδελφού της.
-Θέλω να πιω αίμα απ’ το Θανάση! του είπε με έξαψη.
Ο Τουρκάκης στην αρχή θέλησε ν’ αντισταθεί στη φοβερή αυτή απαίτηση της ερωμένης του. Αλλ’ η Μαρία είχε την πειστική εκείνη ευγλωττία των ματιών, τη διαβολική εκείνη ευγλωττία, και ο Τουρκάκης δε μπόρεσε πια να πει όχι. Αποφασίστηκε, λοιπόν, μεταξύ τους να σκοτωθεί, να βγει από τη μέση ο Θανάσης. Να εξαφανισθεί μυστικά, ξαφνικά, ώστε ποτέ να μη μάθει ο κόσμος τι απέγινε. Και τη στιγμή εκείνη τα μάτια της Μαρίας της Πενταγιώτισσας έλαμπαν, όπως τα μάτια της αρχαίας Μήδειας, όταν απεφάσιζε το θάνατο του αδελφού της του Αψύρτου.
Ο Τουρκάκης εμπιστεύθηκε ο μυστικό του τούτο σε δυο συγγενείς του και εζήτησε τη συνδρομή τους. Και επειδή επλησίαζε η γιορτή της Αναλήψεως, -οπότε συνηθίζεται στα μέρη της Δωρίδος, εκείνοι που έχουν πρόβατα να προσκαλούν στις στάνες τους άλλους που δεν έχουν και να γλεντούν-, απεφασίσθη όπως οι δύο αυτοί καλέσουν το Θανάση στη δική τους στάνη, στο Ξεροβούνι.
Ο Θανάσης δέχτηκε την πρόταση και την ημέρα της Αναλήψεως οι τρεις νέοι έφαγαν και ήπιαν και τραγούδησαν στο Ξεροβούνι από το πρωΐ ως το βράδυ. Αλλ’ όταν ο Θανάσης επρότεινε να πάνε στο χωριό, ο ένας από τους φίλους τού είπεν εύθυμα, κρατώντας τον από τη φουστανέλλα:
-Κάτσε τώρα… Εδώ φάγαμε, εδώ και θα κοιμηθούμε!
Ο Θανάσης ήταν ζαλισμένος και από το κρασί. Δέχτηκε, λοιπόν, να μείνει. Και κοιμηθήκανε στο βουνό κατά σειρά, και οι τρεις κοντά στην άκρη ενός φοβερού και βαθυτάτου βαράθρου.
Ο Τουρκάκης παραμόνευε εκεί κοντά. Και όταν ένοιωσε ότι ο Θανάσης αποκοιμήθηκε, πήγε από πάνου του και τον εχτύπησε στο κεφάλι μ’ ένα τσεκούρι. Τότε ξύπνησαν και οι άλλοι δυο και τον αποτελείωσαν με τα μαχαίρια τους. Έπειτα του βγάλανε τα τσαπράζια, του πήρανε όσα χρήματα είχε επάνω του, τα ρούχα του, τον τυλίξανε στη φλοκάτα του και τον πετάξανε μέσα στον Κάρκαρο. Ο Κάρκαρος αυτός είναι βάραθρο κατασκότεινο και με γκρεμούς. Στο βάθος του υπάρχει πάντοτε νερό και ανακράζει γοερά μόλις ρίξεις μέσα το παραμικρό λιθαράκι.
Οι τρεις δολοφόνοι εγύρισαν ήσυχοι στο χωριό τους και ο Τουρκάκης πήγε στο σπίτι της Μαρίας και χτύπησε την πόρτα της. Εκείνη τον περίμενε με αγωνία. Ο Τουρκάκης έδωσε στην ερωμένη του τα τσαπράζια του αδελφού της, τα ματωμένα του ρούχα και το τσεκούρι - το όργανο του εγκλήματος. Η Μαρία ευχαριστήθηκε. Το ανθρώπινο αυτό ζώο, στο οποίον η Φύση είχε δώσει ωραία μορφή αγγελική, αλλά καρδιά τίγρεως, έπλυνε το αίμα από το τσεκούρι, εδίπλωσε τα ρούχα και τα τσαπράζια και τα ’κρυψε στο βάθος της κασέλλας της.
Ύστερ’ από λίγες μέρες παρατηρήθηκε στους Πενταγιούς η έλλειψις του Θανάση και οι συγγενείς και οι φίλοι του άρχισαν να συχνορωτούν γι’αυτόν τη Μαρία.
-Ξέρω που πάει να κλέψει, απαντούσε στενοχωρημένη και κακότροπη η λυγερή, τον σκότωσαν, ζωντανός είναι, δεν ξέρω…
Κατά σύμπτωσιν, τις ημέρες εκείνες ήρθε από τη Βοϊτσά και η αδελφή της Ελένη να επισκεφθεί τους συγγενείς της και μην ξέροντας τίποτε για το κακούργημα.
Μόλις όμως μπήκε στο πατρικό σπίτι, η εξαδέλφη της Τασούλα έτρεξε να της ανακοινώσει την εξαφάνιση του Θανάση, τα προηγούμενα όλα και την υποψία ότι ο Θανάσης έπεσε θύμα της Μαρίας και του εραστού της.
-Άκου μένα που σου λέω: Αυτούνοι τόνε ξεμπεδέψανε, Ελένη μου!
Η Ελένη έτρεξε ευθύς και κατήγγειλε τούτο στο Δήμαρχο, ο οποίος το ανέφερε στον Έπαρχο και τον υπομοίραρχο Δωρίδος. Οι δυο τελευταίοι ήρθαν στους Πενταγιούς και άρχισαν ανακρίσεις.
Τις ενέργειες των αρχών εβοηθούσε και η Ελένη με τις ατομικές της αποκαλύψεις. Και αι ανακρίσεις επροχωρούσαν γρήγορα, επιβαρυντικές για τη Μαρία και τους συνενόχους της. Στο τέλος ο ανακριτής εζήτησε να πάνε όλοι στον Κάρκαρο, στα χείλη του οποίου διάκριναν ακόμη διατηρούμενες μερικές στάλες αίμα. Η Ελένη, έχοντας την υποψία ότι εκεί μέσα είχαν πετάξει τον αδελφό της, επρότεινε σε πολλούς συγχωρικούς της να κατέβουν εκεί και να ψάξουν, με την υπόσχεση να τους καλοπληρώσει. Αλλά κανείς δεν τολμούσε να το κάμει. Όλοι έτρεμαν τα σκοτεινά βάθη του γκρεμού και ήσαν επηρεασμένοι από τις απαίσιες παραδόσεις που λέγονται για τον Κάρκαρο στα μέρη εκείνα. Η Ελένη όμως επέμενε. Επρόσφερε αμοιβή δυο χωράφια και έτσι δυο χωρικοί επείσθησαν να κατεβούν και με πολύν κόπο μπόρεσαν ν’ ανακαλύψουν ανάμεσα στις πέτρες το σώμα του Θανάση και να το τραβήξουν επάνω με σχοινιά. Σχεδόν ήτο αγνώριστος.
Τότε το έγκλημα έγινε ολοφάνερο με όλη του τη φρίκη. Εναντίον των δολοφόνων και της Μαρίας εβγήκε ένταλμα, συνελήφθησαν και εκλείσθησαν όλοι στις φυλακές Λαμίας.
******
Αλλά και στη Λαμία η εμορφιά της Μαρίας ήταν γραφτό να φέρει άλλα δυστυχήματα. Όμοια με τα ξωτικά εκείνα λουλούδια των αγρίων δασών, που λένε πως η μυρωδιά τους θανατώνει εκείνον που τα πλησιάζει, η Πενταγιώτισσα ήταν από τη φύση προορισμένη να φέρνει την καταστροφή στα σπίτια.
Δεν πέρασαν πολλές ημέρες από το κλείσιμο της Μαρίας στις φυλακές Λαμίας, και ο δεσμοφύλακας, άνθρωπος σαραντάρης πια, ερωτοχτυπήθηκε μαζί της. Η πανούργα γυναίκα κατάλαβε αμέσως ότι τον είχε στη διάθεσή της. Χωρίς πολλά λόγια τού είπε ότι θα συγκατένευε να τον παντρευτεί, αν αυτός εφρόντιζε να την απαλλάξει από την κατηγορία. Ο ερωτοχτυπημένος δεσμοφύλακας δέχθηκε με χαρά μεγάλη την πρόταση. Σύμφωνα με την απαίτηση της Μαρίας, άφησε να δραπετεύσει δήθεν από τη φυλακή ο Τουρκάκης. Έπειτα ο δεσμοφύλακας έφτασε και στο έγκλημα: Για να διευκολύνει το γάμο του με την ωραία φυλακισμένη, σε στιγμή μεγάλης εξάψεως του πάθους του εφαρμάκωσε ο άθλιος τη γυναίκα του και το παιδί του, για να μην τους έχει εμπόδιο στους σκοπούς του! Και όλα αυτά τα έκανε τόσο μαστόρικα, ώστε να μη διαγείρει υποψίες…
Σε λίγον καιρό έγινε και η δίκη της Μαρίας και των συνενόχων της στο Μεσολόγγι. Και διότι οι ένορκοι δεν ευρήκαν, φαίνεται, «επαρκείς αποδείξεις», τους εκήρυξαν όλους αθώους.
Ο δεσμοφύλακας -που είχε ακολουθήσει τη Μαρία εκεί και εκόπη για την απαλλαγή της- άρχισε τώρα να της θυμίζει τις υποσχέσεις της και τις θυσίες που είχε κάνει για χάρη της. Η Μαρία ούτε ναι έλεγε, ούτε όχι. Φαινότανε πως ακούει με ευμένεια τα λόγια του, ώσπου έφθασαν στη Βιτρινίτσα, το επίνειον της Δωρίδος, από το οποίον θα επήγαιναν στους Πενταγιούς. Εκεί η παμπόνηρη Μαρία έβαλε τους συμπατριώτες της, όσοι είχαν έρθει για τη δίκη, και τον τσάκισαν στο ξύλο και τον έδιωξαν κακήν κακώς.
******
Έτσι η Μαρία εγύρισε με τους συντρόφους της στο χωριό της, πάντοτε δροσερή, πάντοτε εύσαρκη, αλλά και πάντοτε τρελλή. Οι χωρικοί και προ πάντων αι γυναίκες την περιφρονούσαν για τον τρόπο που ζούσε, αλλά και η Μαρία από πείσμα, ποδοπατώντας τα έθιμα, άρχισε να ζει πιο ελεύθερα τώρα. Ο Τουρκάκης, φυγόδικος πια, δεν τολμούσε να φανεί στους Πενταγιούς. Η Μαρία έπιασε άλλον εραστή, και έπειτα άλλον και -το χειρότερο- τους εδιάλεγε μεταξύ των συγγενών της. Παραδινόταν στον ένα εξάδελφό της και έπειτα τον άλλαζε με άλλον συγγενή. Συζούσε για κάμποσο καιρό με τον έναν εραστή και έξαφνα από ιδιοτροπία του ’κλεινε την πόρτα.
Στο μεταξύ έβριζε τους συγχωριανούς της και τις γυναίκες τους και όταν την κατηγορούσαν έλεγε πρόστυχες βρισιές. Όταν οι γέροι συγγενείς της έκαναν να τη συμβουλέψουν, εκείνη γελούσε περιφρονητικά. Και στην αδελφή της, από καιρό σε καιρό, με πεισματάρικη αναίδεια παρήγγελνε τα αίσχη της!.
Οι συμπατριώτες της, για να τη στιγματίσουν και για να παραδώσουν στο αιώνιο ανάθεμα τα κακουργήματά της, έκαμαν ευθύς το τραγούδι της. Το δημοσιεύουμε ολόκληρο, γιατί μόνο λίγοι το ξέρουν:
Στα Σάλωνα σφάζουν τραγιά και στο Χρισσό κριάρια
Και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλληκάρια.
Κλείσε τα παραθύρια σου και σκέπασ’ τη φωτιά σου
Να μη φανεί ο ασίκης σου, όπ’ έχεις στην ποδιά σου.
Τι ’ ν’ το κακό οπώ’ καμες στο δόλιο το Θανάση;
Τον αδελφό σου σκότωσες, τον Τούρκο για να πάρεις.
Στον Κάρκαρο τον έριξες, στον Κάρκαρο τον ρίχνεις.
Κανείς δεν κάνει απόφαση να μπει για να τον βγάλει.
Ο Γιάννης κάνει απόφαση να μπει για να τον βγάλει.
Παίρνει πεντάδιπλα σχοινιά με δεκοχτώ φανάρια.
Σαν μπήκε και τον έβγαλε στο αίμα βουτημένον
Και η Μαρία λιγοψυχά και πέφτει να πεθάνει.
-Τίνος τα λες αυτά Μαριά και Τουρκοπιστωμένη;
Εσύ ’σουν που τον σκότωσες και τώρα θα τον κλάψεις;
Το πρώτο δίστιχο είναι ο μεγαλύτερος στη γυναικεία ομορφιά ύμνος. Οι λοιποί στίχοι είναι καταγγελία του σφάλματος της Μαρίας. Αλλ’ όπως πάντοτε συμβαίνει σύμφωνα με τους νόμους της φύσεως, αντιστέκεται στη δύναμη του χρόνου μόνον ό,τι είναι μέγα και έξοχο. Το σφάλμα της λυγερής σχεδόν λησμονήθηκε τώρα. Μόλις και μετά βίας θα μπορέσει ο περίεργος διαβάτης ν’ ακούσει μεταξύ των τόσων συμπατριωτών της την ιστορία της Μαρίας από το στόμα κανενός γέρου. Και μόνο η ομορφιά της θα ζει αθάνατη με το δημοτικό τραγούδι στους γάμους, στους χορούς, στα πανηγύρια του Ελληνικού λαού, γιατί και η μουσική του είναι μια από τις πιο μελωδικές και τις πιο λεβέντικες.
Γιάννης Χαλάτσης

Μεσολόγγι: οι τελευταίες μέρες της πολιορκίας...

"Aπό τα μέσα Φεβρουαρίου (1826), άρχισαν πολλαίς φαμελλιαίς να υστερούνται το ψωμί. Mία Mεσολογγίτισσα, Bαρβάρηνα ωνομάζητο, ήτις περίθαλπεν ασθενήν (και) τον αυτάδελφόν μου Mήτρον, ετελείωσεν την θροφήν της, και μυστικά, (μαζί) με άλλαις δύο φαμελλιαίς Mεσολογγίτικες, έσφαξαν ένα γαϊδουράκι, πωλάρι, και το έφαγαν. Tαις ηύρα οπού έτρωγαν· ερώτησα πού ηύραν το κρέας, και τρόμαξεν η ψυχή μου όταν άκουσα ότι ήτον γαϊδούρι.Mία συνδροφιά στρατιωτών Κραβαριτών είχεν έναν σκύλον και, κρυφά και αυτοί, τον έσφαξαν και τον μαγείρευσαν. Eμαθητεύθη και τούτο.Hμέραν παρ' ημέραν αυξάνουσα η πείνα, έπεσεν και η πρόληψις και όλα του να τρώγουν ακάθαρτα, και άρχισαν αναφανδόν πλέον να σφάζουν άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια, και ακόμη να τα πωλούν μία λίρα την οκά οι ιδιοκτήται (των) -και πού να προφθάσουν; Tρεις ημέραις απέρασαν, και ετελείωσαν και αυτά τα ζώα. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου, οι στρατιώται άλλοι είχαν από 2-3 οκ. αλεύρι (έκαστος), και άλλοι καθόλου. Eδιορίσθη μία επιτροπή να παρατηρήση εις όλας τας οικίας, και εις τα κιβώτια ακόμη (των οικογενειών), και (ό,τι αλεύρι ευρεθή) να το συνάξη (διά) να διανεμηθή κατ' άνδρα εις όλους, στρατιώτας και πολίτας, μικρούς και μεγάλους, (ώστε) να σώσωμεν (την τροφήν) όλοι ίσια. Eξετάσασα κατά σειράν όλας τας οικίας, μόλις ηύρεν 600 οκάδες· και έως 600 (άλλες οκ.) οπού είχαν αι (ευρεθείσαι) σάκκιναις, 1200. Tούτο (το αλεύρι) εμοιράσθη με εν φλιτζιάνι (ως μέτρον). Εμοίρασαν και από εν φλιτζιάνι κουκκιά. Άρχισαν λοιπόν να σμίγουν ετούτο το ολίγον κουκκί και αλεύρι, εις την τέντζερην και να βάνουν (μέσα και) καβούρους στουμπίζοντές τους. O συνεργάτης του Kου Γ. Μεσθενέα τυπογράφου, καθήμενος εις την οικίαν μας, έσφαξεν και έφαγεν μίαν γάταν, και έβαλεν τον ψυχογυιόν του Στορνάρη και εσκότωσαν άλλην μίαν. Τούτος υπέμνησεν (εις) τους άλλους (να πράξουν το ίδιον), και εις ολίγας ημέραις γάτα δεν έμεινεν. O Αγιομαυρίτης ιατρός (Π. Στεφανίτσης) εμαγείρευσεν τον σκύλον του με λάδι, από το οποίον είχαμεν αρκετόν, και επαινούσεν το φαγί του ότι ήτον το πλέον νοστιμώτερον. Oι στρατιώται πλέον αυθαδίασαν, και άρπαζαν οποιονδήποτε σκύλον ή γάταν εύρισκαν εις τον δρόμον. [...] Aρχίσαμεν, περί τας 15 Mαρτίου, ταις πικραλήθραις, χορτάρι της θαλάσσης· το εβράζαμεν πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα, και το ετρώγαμεν με ξείδι και λάδι ωσάν σαλάτα, (αλλά) και με ζουμί από καβούρους ανακατωμένον και τούτο. Eδόθησαν και εις τους ποντικούς, πλην ήτον ευτυχής όστις εδύνατο να πιάση έναν. Bατράχους δεν είχαμεν, κατά δυστυχίαν. Aπό την έλλειψην της θροφής αύξαναν αι ασθένειαι, πονόστομος και αρθρίτις. Eις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκόμασθον όταν μας έφθασεν γράμμα των απεσταλμένων (μας εις Nαύπλιον συσταίνον) να βαστάξωμεν 12 ημέραις, και να φάγωμεν (εν ανάγκη) ένας τον άλλον. [...] Εκείνην την ημέραν ένας Kραβαρίτης έκοψεν κρέας από το μηρί ενός φονευμένου και το έφαγεν".

N. Kασομούλης,
"Eνθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Eλλήνων. Aπό τα 1821 μέχρι των 1833",
τ. B', επιμ. Γ. Bλαχογιάννης, Aθήνα, 1940, σ. 241-242, 242-243 και 256 αντίστοιχα.

ΒΕΛΟΥΧΙ - ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΑΛΕΖΑΣ.

20/3/09

ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ.

ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ - ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ - ΠΑΠΑΡΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΑΥΡΟΣ

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ


Ένας από τους σημαντικότερους αγωνιστές του 1821 ήταν και ο γιος του Ανδρέα, του περίφημου κλεφταρματολού Ανδρούτσου Βερούση (Ανδρέας-Ανδρίτσος-Αντρούτσος, ο αντρειωμένος εκείνος καπετάνιος που πολέμησε τους Τούρκους στη Ρούμελη, στη θάλασσα με τον Λάμπρο Κατσώνη και στη συνέχεια διέσχισε την Πελοπόννησο πολεμώντας 6.000 Τούρκους) και της Ακριβής Τσαρλαμπά από τη Πρέβεζα. Ο Καπετάν Ανδρούτσος θέλοντας να πάει στη Ρωσία, πέρασε από τη Βενετία. Οι Βενετσιάνοι, όμως, τον έπιασαν καταπατώντας τον λόγο τους. Τον παρέδωσαν στους Τούρκους που τον μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη και τον θανάτωσαν με φριχτά βασανιστήρια αφήνοντας ορφανό τον Οδυσσέα. Ο Οδυσσέας γεννήθηκε το το 1788 ή το 1789 ή το 1790 στην Ιθάκη, στο σπίτι του παπά Γιάννη Καραβία όπου φιλοξενούνταν η μάνα του. Τον βάφτισαν η χήρα του Λάμπρου Κατσώνη, η περίφημη για την ομορφιά της Μαρουδιά (Μαρία), κόρη του Σοφιανού από την Τζιά, και ο Ιθακήσιος Γιάννης Ζαβός, δίνοντάς του το όνομα του ομηρικού ήρωα Οδυσσέα. Μεγάλωσε στην Πρέβεζα. Αργότερα ο Αλή Πασάς, μαθαίνοντας ότι ο παλιός του μπράτιμος (αδελφοποιτός), το λιοντάρι της Ρούμελης, ο Ανδρούτσος, είχε αφήσει ορφανό ένα γιο που του έμοιαζε, ζήτησε και τον πήρε στα Γιάννενα. Εκεί ο Οδυσσέας έδειξε τις φυσικές ικανότητές του. Μορφώθηκε αρκετά για την εποχή του. Έμαθε άπταιστα τα αρβανίτικα και τα ιταλικά - τα οποία φαίνεται είχε αρχίσει να τα μαθαίνει από την Ιθάκη. Με τα ιταλικά θα συνεννοείτο αργότερα με τους διαφόρους φιλέλληνες. Ήταν 16 περίπου ετών, όταν έγινε σωματοφύλακας του Αλή πασά. Αργότερα πήρε το αρματολίκι της Ανατολικής Στερεάς.
Ο Αλής, εκτιμώντας τις ικανότητές του, του ανέθεσε το αρματολίκι της Λιβαδειάς. Πριν φύγει, ο Οδυσσέας αρραβωνιάστηκε την εξαιρετικής ομορφιάς Ελένη Καρέλη, πλούσια κόρη του Χρήστου Καρέλη από τους Καλαρρύτες που ήταν θαλαμηπόλος της κυρά Βασιλικής, την οποία και παντρεύεται το 1815. Η Ελένη Καρέλη (είχε γεννηθεί το 1786 μεγάλωσε στην αυλή του Αλή Πασά) τον ακολούθησε σε όλες τις περιπέτειες της ζωής του . Το 1824 ο Οδυσσέας και η γυναίκα του απέκτησαν στις Λιβανάτες Φθιώτιδας ένα γιο, που του έδωσαν το όνομα Λεωνίδας , ανάμνηση της νίκης της Γραβιάς Τον Λεωνίδα παρέλαβε ο βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος στο Μόναχο για να σπουδάσει αλλά αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία 12 ετών το 1837.
O Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν ο αντιπροσωπευτικός τύπος του αντρειωμένου παλικαριού. Μάλλον ψηλός, με πλατιά στήθια και μεγάλο μέτωπο. Τα πλούσια μαλλιά του ήταν ξανθά, όπως και το μουστάκι του. Η όψη του, όταν οργιζόταν, γινόταν φοβερή. Οι φυσικές του δυνάμεις, όπως τις περιγράφει η παράδοση, ήταν εκπληκτικές. Μπορούσε να κρατάει με τα δυο του χέρια δυο τραγιά, από ένα στο καθένα, ενώ άλλοι τα έγδερναν. Η ταχυποδία του παροιμιώδης. Λένε ότι καυχήθηκε στον Αλή πως μπορούσε να συναγωνιστεί σε ανήφορο, στη γρηγοράδα το πιο καλό του άλογο. Το αγώνισμα έγινε και νικητής βγήκε ο Οδυσσέας. Τότε ο Αλής του χάρισε τρεις πολύτιμους «ιμαμέδες» (επιστόμια τσιμπουκιού από κεχριμπάρι). Η ευθυβολία του επίσης ξακουστή και στο κοντάρι-τζιρίτι-αξεπέραστος. Στο πάλεμα κανένας δεν γλίτωνε. Κανένας απ'; τους αγωνιστές της Επανάστασης δεν βρέθηκε τόσο ευνοημένος απ'; τη φύση, και την καταγωγή, ώστε να αναγνωριστεί από όλους ως ο φυσικός αρχηγός της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος. Ο Αλής, εκτιμώντας τις ικανότητές του, του ανέθεσε το αρματολίκι της Λιβαδειάς. Ο λαός αγάπησε τον Οδυσσέα αμέσως, ιδιαίτερα λόγω της έχθρας του προς τους άρχοντες, τους κοτζαμπάσηδες, που απομυζούσαν τη φτωχολογιά. Πρώτη του ενέργεια ήταν, όπως γράφει ο Κασομούλης: «Τους έκοψε τα χουλιάρια από τις επαρχίες». Άλλη του ενέργεια ήταν να απαλλάξει τον τόπο από τους κλέφτες που βασάνιζαν την περιοχή. Διέλυσε τις κλέφτικες ομάδες και ανάγκασε τους πιο πολλούς να μείνουν κοντά του. Με το σκόρπισμα των κλεφτών κυριαρχούσε απόλυτη ασφάλεια στην περιοχή του. Μετά έπρεπε να εκτελέσει και την εντολή του Αλή, την πιο δύσκολη. Ο Αλής είχε βάλει στο μάτι τη Θήβα και την Αθήνα που ανήκαν σε ξεχωριστή διοίκηση (σαντζάκι), στην Εύβοια. Έπρεπε να δημιουργηθούν ταραχές ώστε ο πασάς της περιοχής να θεωρηθεί ανίκανος. Έστειλε τον Μανίκα με 60 παλικάρια στην Εύβοια που λεηλάτησαν την περιοχή της Λίμνης και γύρισαν πίσω. Στη συνέχεια μαθαίνει ότι σε λίγο ο νεοδιορισμένος βοεβόδας θα περνούσε από κει, πηγαίνοντας για τον Μοριά. Στέλνει τότε τον Μανίκα με τον Γκούρα στην Πέτρα να παραφυλάξουν. Ώσπου να πάει όμως ο Μανίκας, ο βοεβόδας είχε περάσει. Βλέποντας όμως μια συνοδεία από Τούρκους και νομίζοντας ότι είναι ο βοεβόδας, τους σκότωσαν όλους. Αυτούς που σκότωσαν ήταν ο Τατάρ αγάς (αρχιταχυδρόμος) με τη συνοδεία του.
Όταν άρχισε η διαμάχη του Αλή με το σουλτάνο (1820), έφυγε για τους Παξούς. Το 1816 ο Ανδρούτσος έγινε αρματολός και το 1818 φιλικός .
Το 1821 οργάνωσε δικό του σώμα, πήγε στην Ανατολική Στερεά και έγινε ήρωας με την επιτυχία του στη μάχη της Γραβιάς στις 8 Μαΐου 1821 . Από τότε το άστρο του ανεβαίνει συνέχεια. Οι καπεταναίοι της Στερεάς, εκτιμώντας την αναμφισβήτητη στρατηγική του ικανότητα, τον προτείνουν στην εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1822) για αρχιστράτηγο. Η πρόταση έγινε δεκτή παρά τη λυσσώδη αντίδραση των προκρίτων, που τον έβλεπαν ως επικίνδυνο πολιτικό αντίπαλο, λόγω της μεγάλης του επιρροής στο λαό. Επακολούθησαν όμως μερικές παρεξηγήσεις, που οδήγησαν στην καθαίρεση του Ανδρούτσου. Εκείνος όμως εξακολούθησε και έτσι να αγωνίζεται για την πατρίδα.
Μετά την καταστροφή του Δράμαλη, στην οποία συνέβαλε σημαντικά με τη διακοπή των εφοδιοπομπών του Τούρκου στρατηγού, το γόητρο των στρατιωτικών, που είχε υποσκάψει ο Ι. Κωλέττης, αναστηλώθηκε και από το 1822 ο Ανδρούτσος έγινε αρχηγός των Αθηνών. Το 1823 βοήθησε στην καταστροφή των λειψάνων του Δράμαλη κατά τη μετάβασή του στο Αργος για τη Β΄ Εθνική Συνέλευση. Εκεί όμως οι σύνεδροι διασπάστηκαν σε στρατιωτικούς και πολιτικούς και ο Ανδρούτσος έφυγε για την Εύβοια, από όπου έδιωξε τις τουρκικές δυνάμεις, που είχαν πάει να βοηθήσουν τον Ομέρ πασά. Οι πολιτικοί όμως εξακολουθούσαν να τον συκοφαντούν, γιατί καταλάβαιναν ότι, εφόσον εξακολουθούσε να λάμπει το αστέρι του στο ελληνικό στερέωμα, αυτοί θα έμεναν στη σκιά.
Η αδικαιολόγητη καταφορά και η μειωτική πολλές φορές μεταχείριση έφερε τα αποτελέσματά της. Αγανακτισμένος ο Οδυσσέας άρχισε να συνεννοείται με τους εχθρούς και συγκεκριμένα με τον Ομέρ πασά της Εύβοιας. Έτσι ζήτησε από τον Ιμέρ ενισχύσεις από 600 Αλβανούς πεζούς και ιππείς με τους οποίους βάδισε προς τις Λιβανάτες. Ο Γκούρας με τον Κατσικογιάννη, Ρούκη και Κριεζώτη, με πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις, πρόλαβαν και έπιασαν τα υψηλότερα και οχυρώτερα σημεία της περιοχής Λιβανατών Στις 31 Μαρτίου και 1 Απριλίου του 1825 έγινε μάχη μεταξύ των δύο παρατάξεων. Ο αδελφός του Οδυσσέα Γιαννάκης που ήταν κυκλωμένος στο μοναστήρι της Βιλιβούς με 70 άντρες παραδόθηκε μαζί με τον 14χρονο αδελφό του Πάνο και προσχώρησε στις δυνάμεις του Γκούρα στις οποίες είχε προσωρήσει και ο άλλος αδελφός του Βαγγέλης .
Ο Ανδρούτσος, που δεν ήθελε να χυθεί αδερφικό αίμα, απέφυγε τις συμπλοκές, όσο μπορούσε. Ο Γκούρας τότε ανέλαβε εκ μέρους της κυβέρνησης Κωλέττη να τον πείσει να παραδοθεί με την υπόσχεση ότι τίποτε δεν είχε να φοβηθεί. Εκείνος δέχτηκε. Και στην αρχή έμεινε πραγματικά ελεύθερος. Αργότερα όμως τον περιόρισαν στο μοναστήρι του Δομοκού, πάνω στον Ελικώνα, απ' όπου σε λίγο τον πήραν δέσμιο, τον μετέφεραν στην Αθήνα και τον φυλάκισαν στον ενετικό πύργο της Ακρόπολης.
Εκεί οι δεσμοφύλακές του τον βασάνισαν πολλές ημέρες, για να τους αποκαλύψει πού είχε κρυμμένους τους θησαυρούς του. Όταν όμως είδαν ότι δεν κατόρθωσαν τίποτε, αποφάσισαν να απαλλαγούν τελείως από την παρουσία του. Ο Γκούρας, που ήταν παλαιότερα πρωτοπαλίκαρό του, έδωσε την έγκρισή του και οι εχθροί του αρχιστράτηγου Μήτσος της Τριανταφυλλίνας, Ι. Μαμούρης και Παπακώστας τον στραγγάλισαν και τον έριξαν έπειτα από την Ακρόπολη. Στο μικρό παραθύρι του πύργου έδεσαν ένα σκοινί και παρέστησαν έτσι τη δολοφονία ως ατύχημα απόδρασης. Στο μητρώο των αξιωματικών του Αγώνα αναγράφεται ότι σκοτώθηκε στην Ακρόπολη από άγνωστους. Πολυτάραχη η ζωή και αμφιλεγόμενη η δράση του πολέμαρχου Οδυσσέα. Η Πολιτεία τον κατέταξε στην εξαίρετο τάξη των επίλεκτων αγωνιστών του΄21 μαζί με τον Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Μπότσαρη κ.ά. Αναίρεσε την κατηγορία της προδοσίας και παραδέχτηκε ότι δεν πρόδωσε αλλά συνθηκολόγησε με τον εχθρό. Το 1865 πήραν τα οστά του που ήταν σε μια γωνιά στην ακρόπολη και τα εναπόθεσαν στο Α΄ νεκροταφείο...

Ο Λόγος στην Πνύκα

του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.




Παιδιά μου!
Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.
Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.
Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.
Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.
Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα...
Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.
Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!

19/3/09

ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΕΡΟΥ ΤΟΥ ΜΩΡΙΑ.

Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836.Υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836.Υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης bagsta Κολοκοτρώνης, Θεόδωρος Κ.,1770-1843.Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836 /Υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης.Αθήνησιν :Τύποις Χ. Νικολαϊδου Φιλαδελφέως,1846.

ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ.

Μακρυγιάννης - Απομνημονεύματα Μακρυγιάννης - Απομνημονεύματα bagsta Ο στρατηγός Μακρυγιάννης (1797-1864) είναι ένας από τους πρωταγωνιστές του απελευθερωτικού αγώνα. Αλλά και μετά την απελευθέρωση εξακολούθησε να αγωνίζεται εναντίον της απολυταρχίας και είναι ο κύριος εμπνευστής και ο αρχηγός του κινήματος της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσει η Ελλάδα το πρώτο της σύνταγμα (1843). Σε ηλικία 33 ετών μαθαίνει γράμματα, για να γράψει "το βίο του", όπως λέει ο ίδιος. Τα χειρόγραφά του τα ανακάλυψε, τα αποκατέστησε με πολύ κόπο, τα σχολίασε και τα εξέδωσε (1907) ο λογοτέχνης Γιάννης Βλαχογιάννης. Αργότερα αυτό το έργο τράβηξε την προσοχή των πνευματικών ανθρώπων του τόπου μας όχι μόνο για τις ιστορικές πληροφορίες που περιέχει και για το αγνό πατριωτισμό που το διαπνέει, αλλά και γιατί φανερώνει ένα πηγαίο και δυνατό πεζογραφικό ταλέντο με πολλές αφηγηματικές αρετές. Το απλό και ανεπιτήδευτο ύφος του θεωρήθηκε υποδειγματικό και πολλοί από τους αξιόλογους λογοτέχνες μας, με πρώτο το Σεφέρη, αναγνωρίζούν το Μακρυγιάννη για δάσκαλό τους. Και είναι πραγματικά, γιατί ο Μακρυγιάννης αποτελεί την καθαρότερη έκφραση του λαού.

Ο ΘΟΥΡΙΟΣ ΤΟΥ ΡΗΓΑ.

Βελεστινλής Ρήγας-Ο ΘΟΥΡΙΟΣ Βελεστινλής Ρήγας-Ο ΘΟΥΡΙΟΣ diagoras