25/1/09

Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΘΩΜΑΝΟΥΣ.

Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και τους Βενετούς, το 1204, στη Δυτική Ελλάδα δημιουργήθηκε από το Μιχαήλ Κομνηνό το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Το κράτος αυτό γνώρισε μεγάλη ακμή τα επόμενα χρόνια με ηγεμόνες τον Θεόδωρο Α΄ και τον Μιχαήλ Β΄ και επέκτεινε τα όριά του βόρεια μέχρι το Δυρράχιο, νότια μέχρι τις ακτές της Πελοποννήσου και έφτασε με επι ηγεμονίας Θεόδωρου Α΄, να αποσπάσει από τους Λομβάρδους ακόμη και τη Θεσσαλονίκη. Σε λίγο ο στρατός του Δεσποτάτου έφτασε να απειλεί τους Φράγκους της Κωνσταντινούπολης. Όμως, ηττήθηκε από τους Βούλγαρους και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Η περιοχή της Δυτικής Ελλάδας, από την εποχή που αποτελούσε τμήμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, είχε αμιγές χριστιανικό ελληνικό πληθυσμό. Την εποχή αυτή είχε αρχίσει μια αθρόα κάθοδος από το βορρά, αλβανικών φυλών. Οι Αλβανοί ήταν νομάδες και ήταν οργανωμένοι σε φάρες. Πρώτα εισχώρησαν στην περιοχή της Θεσσαλίας. Βοηθούμενοι από τους Σέρβους, εισχώρησαν στην Αιτωλοακαρνανία το 13ο και το 14ο αιώνα. Συγκεκριμένα, μετά τη μάχη του Αχελώου το 1358, ο αρχηγός των Αλβανών, Κάρολος Θώπια, νίκησε στην Αιτωλία τον Νικηφόρο Β΄ (1) . Επακόλουθο αυτής της νίκης υπήρξε η ίδρυση δύο μικρών αλβανικών πριγκιπάτων, το ένα στην Άρτα, από τον Πέτρο Λιόσα και το άλλο στο Αγγελόκαστρο από τον Γκιν Μπούα Σπάτα.
Ο Γκίνης Μπούας Σπάτας αναγνωρίστηκε από το Σέρβο Δεσπότη των Ιωαννίνων, Συμεών Ουρόσι, δεσπότης του Αγγελοκάστρου, των περιοχών του Κάτω Αχελώου και των κάστρων της ευρύτερης περιοχής της Ακαρνανίας. Το 1360 ο Γκίνης Μπούας καταλαμβάνει το Κάστρο της Ναυπάκτου. Το 1374 ο Πέτρος Λιόσας, δεσπότης της Άρτας, των Ρώγων και της Αμφιλοχίας, πέθανε και ο Γκίνης Μπούας Σπάτας εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και άρπαξε την εξουσία και στην Άρτα. Στην Αιτωλοακαρνανία άφησε ηγεμόνα τον αδερφό του, Σγουρό. Ο Σγουρός στη συνέχεια κατέλαβε το κάστρο του Δραγαμέστου, το οποίο αργότερα παραχώρησε ως προίκα στην κόρη του Στερίνα που παντρεύτηκε το Βενετό Φραγκίσκο Φοσκάρη. Οι Αλβανοί κράτησαν για περίπου πενήντα χρόνια την περιοχή της Αικτωλοακαρνανίας και τα κάστρα της.
Στην ταραγμένη περίοδο του 15ου αιώνα η αλλαγή των κυριάρχων δεν έγινε για όλες τις περιοχές της Ελλάδας την ίδια χρονολογία. Η βαθμιαία ή απότομη μεταλλαγή εξαρτήθηκε από τη διαφορετική κατά τόπους ιστορική πραγματικότητα, τις περιβάλλουσες το χώρο δυνάμεις, τις συγκρούσεις των ισχυρών αλλά και τη γεωγραφική θέση της περιοχής. Οι Τούρκοι επικράτησαν στη Θεσσαλία και στην περιοχή της Ευρυτανίας, πριν από την πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (γύρω στα 1393). Στην Αιτωλοακαρνανία η μοιραία «μάχη του Αχελώου» στα 1358 σηματοδότησε την παρουσία των Αλβανών στο χώρο και την κατάληψη όλων των φρουρίων και θέσεων που ανήκαν στο βυζαντινό κράτος της Ηπείρου. Η δράση των αλβανικών γενών επεκτείνεται σε όλο το χώρο της δυτικής Στερεάς Ελλάδας και συμπίπτει με την περίοδο της έσχατης παρακμής του υστεροβυζαντινού Ελληνισμού.
Με την κατάληψη των Κάστρων της Δυτικής Ελλάδας οι Αλβανοί δεσπότες, καταπίεζαν τους ντόπιους και έκαναν επιδρομές στην περιοχή της Λευκάδος, που τότε άνηκε στο Βασίλειο της Νεαπόλεως και είχε ηγεμόνα τον Κάρολο Α΄ Τόκκο (2) .Το αποτέλεσμα ήταν να προκαλέσουν την εισβολή του Καρόλου Τόκου στην Αιτωλοακαρνανία. Tο 1405 το Βραχώρι, το Αγγελόκαστρο και άλλοι οικισμοί προσαρτήθηκαν στις κτίσεις του Κάρολου Α΄ Τόκκου και από τότε ονομάστηκε Κάρλελι.
Ο Κάρολος Α', κληρονόμος των τίτλων του κόμη της Κεφαλληνίας και του δούκα της Λευκάδας, προικισμένος με μεγάλες ικανότητες, φιλόδοξος αλλά και με στρατηγικές ικανότητες, θέλησε να εκδιώξει τους Αλβανούς από την περιοχή και να επεκτείνει την κυριαρχία του από τα νησιά στα ηπειρωτικά εδάφη και σε όλη την πρώην επικράτεια του κράτους της Ηπείρου. Πρωταρχικός στόχος ήταν η κατάληψη του Αγγελόκαστρου, που συνέχιζε να είναι σημαντικότατο πόλισμα, διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο όλης της περιοχής του Αχελώου. Με δύναμη μισθοφόρων και με τους πληθυσμούς που ήλπιζαν σε ηπιότερη και ειρηνική διαβίωση με το μέρος του, ο Κάρολος επιτίθεται στο οχυρό. Νικήθηκε κατ' αρχάς από τις αλβανικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν καλέσει σε βοήθεια τον Γιουσούφ Μπέη από την ήδη τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία. Οι Τούρκοι όμως απέτυχαν να εδραιώσουν την νίκη τους και να κρατήσουν την περιοχή. Έτσι ο Κάρολος Α' κατάφερε να επικρατήσει τελικά (1405), αλλά ως φόρου υποτελής στον Σουλτάνο και με υποχρέωση να διατηρεί καλές σχέσεις με τους Οθωμανούς. Η μετριοπαθής και ειρηνική πολιτική του κράτησε ως το θάνατο του (1430). Η αντίστροφη μέτρηση όμως για την πλήρη επικράτηση των Τούρκων στην Ελλάδα, είχε προ πολού αρχίσει. Επί διαδόχου και ανιψιού του, Καρόλου Β', ο Σινάν Πασάς, κύριος στα Γιάννενα, ολοκλήρωσε σταδιακά την κατάληψη όλων των οχυρών θέσεων (Αγγελόκαστρο 1460, Βόνιτσα 1479, Ναύπακτος 1499) και εδραίωσε τη νέα μακρόχρονη κυριαρχία των Τούρκων στην περιοχή.
Το 1407, η Ναύπακτος κυριεύεται από τους Ενετούς και παραμένει στην κατοχή τους για 92 χρόνια. Οι μυστικές διαπραγματεύσεις του Αλβανού Σπάτα με τους Τούρκους, ανησύχησαν τους Βενετούς μήπως και η Ναύπακτος πέσει στα χέρια τους και γίνει ορμητήριο Τουρκοπειρατών στον Κορινθιακό και ιδιαίτερα μήπως κινδυνεύσει η Κέρκυρα. Γι’ αυτό αποφάσισαν να καταλάβουν τη Ναύπακτο. Έτσι το 1407 η πόλη κυριεύτηκε από τους Ενετούς. Διατυπώθηκαν δύο εκδοχές για τον τρόπο κατάληψης. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Αλβανός κυρίαρχος Παύλος Μπούα Σπάτα, πούλησε τη Ναύπακτο στους Ενετούς για 1500 δουκάτα. Κατά τη δεύτερη εκδοχή, η ενετική μοίρα με ναύαρχο τον Fentino Michiel έπλευσε στη Ναύπακτο και αποβίβασε ομάδα πεζοναυτών με επικεφαλής τον Bertuccio Diedo. Οι καταδρομείς όμως, αφού έκαψαν ένα πύργο, αναγκάστηκαν από τους αμυνόμενους να συμπτυχθούν με πολλούς τραυματίες. Μετά από αυτή την αποτυχία, ο ναύαρχος Michiel, δελέασε τον Σπάτα και τον κατάφερε να έρθει στο βενετικό στρατόπεδο για διαπραγματεύσεις. Εκεί τον εκβίασε και με την απειλή ότι θα του πάρει το κεφάλι αν δεν του παραδώσει τη Ναύπακτο, τον ανάγκασε να υποκύψει και να του πουλήσει το φρούριο για 1500 χρυσά δουκάτα.
Έτσι η Ναύπακτος παραχωρήθηκε στους Ενετούς. Το χρονικό αυτό διάστημα, στην πόλη κατασκευάζονται νέα κτίρια, εμπορικοί σταθμοί, αποθήκες, ενώ το κάστρο συντηρείται, ενισχύεται, και αποκτά την σημερινή του μορφή. Είναι το μοναδικό κάστρο στην Ευρώπη με πέντε αμυντικά διαζώματα, πέντε αμυντικές ζώνες, δηλαδή. Ο Κάρολος Τόκκος το 1418 επειδή θεωρούσα τη Ναύπακτο σφήνα μέσα στην επικράτειά του, ζήτησε από τους Βενετούς να την αγοράσει. Υπερήφανη ήταν η απάντηση της Βενετικής πολιτείας: «Ουδέποτε συνηθίζετε να πουλάει τα φρούρια αυτής και ευπορεί ικανώς και εν περιπτώσει καθ’ ήν ταύτα δεν είναι κερδαλέα να υφίσταται τας δαπάνας αυτών». Επανειλημμένα οι Τούρκοι, με άγρια φιλοδοξία, προσπάθησαν να καταλάβουν τη Ναύπακτο, που τη θεωρούσαν και αυτοί, σπουδαία στρατηγική θέση στην περιοχή. Τον Νοέμβριο του 1463, ο Ομάρ Πασάς, αξιωματικός με πολλές ικανότητες, επικεφαλής 30000 εμπειροπόλεμων οπλιτών, άρχισε τη στενή πολιορκία του κάστρου της Ναυπάκτου που διήρκησε οκτώ ολόκληρους μήνες. Αλλά η ηρωική αντίσταση των υπερασπιστών και ο ανέλπιστος αντιπερισπασμός του Ενετού ναυάρχου Λωρεδάνου, ανάγκασαν τον Ομάρ να απομακρυνθεί, ανταλλάσσοντας τους αιχμαλώτους με τους δικούς του. Η αποτυχία του Ομάρ ανησύχησε τους Τούρκους, μα δεν τους αποθάρρυνε. Το μεγάλο Σουλτανικό Συμβούλιο αποφάσισε νέα εκστρατεία εναντίον της Ναυπάκτου, γιατί πίστευαν ότι η κατοχή της είναι απαραίτητη για την κατοχύρωση της κυριαρχίας τους στη Νότια Ελλάδα. Στρατιωτικές δυνάμεις 30000 οπλιτών με αρχηγό τον Σουλεϊμάν Πασά, κύκλωσαν τη Ναύπακτο το 1477 και την πολιορκούσαν στενά τρεις μήνες. Η πρώτη έφοδος των Τούρκων, στο μεγάλο άνοιγμα του τείχους, που έκαναν οι οβίδες τους, αποκρούστηκε με επιτυχία από το γενναίο υπερασπιστή της πόλης Ζώρις και τους στρατιώτες του. Αλλά και η δεύτερη έφοδος με όλες τις δυνάμεις και αρχηγό τον ίδιο τον Σουλεϊμάν Πασά, αναχαιτίστηκε από τους υπερασπιστές του κάστρου και το στόλο του Ενετού ναυάρχου Λωρεδάνου, που έσπευσε να ενισχύσει την άμυνα της πόλης. Ο Σουλεϊμάν αγανακτισμένος με την αποτυχία του, έλυσε τη πολιορκία, αφού γκρέμισε το εξωτερικό τείχος του κάστρου και κατέστρεψε τα εγκαταλειμμένα προάστια της πόλης. Το 1499, η πόλη περιέρχεται στα χέρια των Οθωμανών (3) . Ο Σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄, θέλοντας να εξασφαλίσει την είσοδο του Κορινθιακού από ενδεχόμενη δυτική επίθεση, έχτισε τα δύο κάστρα του Ρίου και του Αντιρρίου, τα «Μικρά Δαρδανέλλια». Το οθωμανικό κράτος, κράτος με στρατιωτική διοργάνωση, στήριζε όλη του τη δύναμη στους σπαχήδες. Οι έφιπποι αυτοί θωρακοφόροι συμμετείχαν στις εκστρατείες με στρατό που συντηρούσαν με το εισόδημα που τους εξασφάλιζε η κάρπωση των φόρων από τη γη που τους είχε παραχωρηθεί, τα τιμάρια, χωρίς όμως να έχουν δικαιώματα πλήρους κυριότητας σε αυτά. Οι χριστιανοί δουλοπάροικοι που ζούσαν στα τιμάρια ήταν δεμένοι με τη γη που καλλιεργούσαν. Στο Κάρλελι, εκτός από τα τιμάρια υπήρχαν και πλούσιες γαίες, των οποίων οι πρόσοδοι ανήκαν στο δημόσιο θησαυροφυλάκιο ή παραχωρήθηκαν στη βασιλομήτορα του Σουλτάνου. Αυτές οι πλουτοφόρες πηγές ήταν τα διβάρια των λιμνοθαλασσών, ο μεγάλος βελανιδιώνας του Ξηρόμερου, οι λίμνες και οι αλυκές της περιοχής. Σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση του οθωμανικού κράτους (4) η περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας περιελάμβανε το βοεβοδαλίκι Αντολικού και Μεσολογγίου και τους Καζάδες Αγγελόκαστρου ή Ζυγού, Βόνιτσας, Ξηρόμερου, Βάλτου (χωρίς την Αμφιλοχία), Βραχωρίου, Ναυπάκτου ή Βενετικού, Κραβάρων και Απόκουρου.
Το 16ο αιώνα η γνωστή ναυμαχία της Ναυπάκτου (5) , μία από τις περιφημότερες συγκρούσεις της παγκόσμιας πολεμικής ναυτικής ιστορίας, αποτέλεσε το γεγονός που κατέρριψε την πεποίθηση των Χριστιανών για το αήττητο των Τούρκων στη θάλασσα. Στις 7 Οκτωβρίου 1571, στην είσοδο του Πατραϊκού κόλπου, γνωστού τότε ως κόλπου της Ναυπάκτου, συγκρούσθηκαν ο οθωμανικός στόλος με το συμμαχικό στόλο των ευρωπαϊκών δυνάμεων, της Αγίας Έδρας και με πλήθος ελληνικών πλοίων που εξοπλίσθηκαν και διοικούνταν από Έλληνες. Οι Οθωμανοί ηττήθηκαν ολοσχερώς, αλλά οι χριστιανικές δυνάμεις δεν αξιοποίησαν ουσιαστικά και στρατηγικά τη νίκη τους. Λίγο καιρό μετά διχογνώμησαν, διαλύθηκαν και η Βενετία υπέγραψε ειρήνη με τους Τούρκους.
Ο αντίκτυπος όμως της θριαμβευτικής νίκης ήταν τόσο ισχυρός που στις τουρκοκρατούμενες περιοχές εκδηλώθηκαν έντονες συνωμοτικές κινήσεις και εξεγέρσεις (6) . Έτσι, ζωηρός επαναστατικός αναβρασμός παρατηρήθηκε στην Αιτωλοακαρνανία. Το 1585 ο αρματολός Θόδωρος Μπούας Γρίβας (7) μέσα σε μία νύχτα σκότωσε τους φρουρούς της Βόνιτσας και του Ξηρόμερου. Προχώρησε προς τον Αετό, αλλά οι Τούρκοι με τον Πασά της Ναυπάκτου του επιτέθηκαν. Η σύγκρουση έγινε στον Αχελώο, ο Μπούας τραυματίστηκε θανάσιμα και οι Τούρκοι εκδικήθηκαν ερημώνοντας την περιοχή και αντικαθιστώντας τους οπλαρχηγούς στα αρματολίκια.
Οι Τούρκοι επί Μουράτ Β' μη μπορώντας να καταλάβουν τους ατίθασους κατοίκους των ορεινών Αγράφων και ενδιαφερόμενοι για την είσπραξη από αυτούς κάποιας φορολογίας, αναγκάστηκαν να ανανεώσουν τα προϋπάρχοντα από τους Βυζαντινούς προνόμια αυτονομίας και αυτοδιοίκησης από το τέλος του 15ου αιώνα και στη συνέχεια από την αρχή του 16ου, να υπογράψουν με τους Αγραφιώτες τη γνωστή «συνθήκη του Ταμασίου» (8) . Το πρώτο αρματολίκι αναγνωρίστηκε στα Άγραφα για την τήρηση της τάξης και την ασφάλεια των διαβάσεων και την υποχρέωση των προεστών για τη μεταφορά της φορολογίας, που καθορίστηκε κατά κοινότητα, στην έδρα της Τουρκικής αυτοκρατορίας, την Πόλη. Κατά τα μέσα του 16ου αιώνα δημιουργούνται τα αρματολίκια Βάλτου και Ξηρομέρου και στα τέλη περίπου του 18ου αιώνα αντίστοιχα του Βλοχού, του Απόκουρου, του Ζυγού και των Κραβάρων. Αλλά προτού καν αναγνωριστούν τα αρματολίκια και πολύ περισσότερο ύστερα από την αναγνώρισή τους, τα ορεινά της Δυτικής Ελλάδας υπήρξαν φυσικό καταφύγιο των διωκομένων από τις γύρω περιοχές και το ορμητήριο της κλεφτουριάς, και των αρματολών. Η πρώτη σοβαρή επαναστατική πράξη μνημονεύεται το 1585 με την εξέγερση του Θεόδωρου Γρίβα. Αξίζει επίσης να αναφέρουμε το κίνημα που οργανώθηκε το 1601 στο μοναστήρι της Τατάρνας από το γενναίο φιλόσοφο και φιλελεύθερο Μητροπολίτη "Τρίκκης και Λαρίσης" Διονύσιο το Β΄ τον Σκυλόσοφο (9) και που δυστυχώς απέτυχε με αποτέλεσμα τη σφαγή και τις λεηλασίες των αγραφιώτικων πληθυσμών και μερικών κληρικών. Τότε απαγχονίστηκε και ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ, που θεωρήθηκε ως συνεργός και αναγνωρίστηκε ύστερα από το ορθόδοξο Πατριαρχείο της Πόλης ως θαυματουργός Άγιος.
Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο πως ο τόπος αυτός με τόσες αντιξοότητες φυσικές και ανθρώπινες κατόρθωσε στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς και διαφύλαξε με όλες του της δυνάμεις τις ιερές παρακαταθήκες των προγόνων μας. Η ιδέα της ελευθερίας, η γλώσσα μας, η θρησκεία μας, τα ήθη και έθιμά μας, σ' αυτά τα δυσκολοπάτητα βουνά και στα τραχιά κατσάβραχά μας, κατορθώθηκε και διατηρήθηκαν αλώβητα. Στην τετρακοσιόχρονη σκλαβιά τα καλυβόσπιτα της Ευρυτανίας, και τα μοναστήρια της είχαν μεταβληθεί σε λημέρια κλεφταρματολών. Από τα απόμερα αγροτόσπιτα των κατοίκων της Ευρυτανίας, τα σκαρφαλωμένα στις άγονες βουνοπλαγιές της, βγήκαν όχι λίγα και ηρωικά παλικάρια, που πήραν μέρος στον ιερό αγώνα του '21. Από αυτά τέλος τα ταπεινά αγροτόσπιτα βγήκαν οι έξοχοι πολεμιστές, που πολλοί έδωσαν και τη ζωή τους για την επιτυχία των εθνικών μας αγώνων. Εκτός του κινήματος του Διονυσίου, που αναφέραμε, θα πρέπει να σημειωθεί και η δράση του περίφημου μικρού Χορμόπουλου, αρματολού των Αγράφων και του Λιβίνη, αρματολού του Καρπενησίου, οι οποίοι ηγήθηκαν σε επανάσταση κατά των Τούρκων (1684 - 1690). Αλλά και γενικότερα, τόσο στην περίοδο της δουλείας λόγο των κινημάτων και των διαφόρων επιδρομών, άλλοτε μεν από τον Λυμπεράκη Γερακάρη (1688 - 1697), άλλοτε από τους Βενετούς και τέλος από τη ρωσική επέμβαση με τα Ορλωφικά (1770), όσο και κατά τα χρόνια της επανάστασης, η προσφορά των Αιτωλών και των Ευρυτάνων υπήρξε αποδεδειγμένα αξιόλογη.


(1) Ο Νικηφόρος Β' Ορσίνι ή Νικηφόρος Β' Δούκας, ήταν Δεσπότης της Ηπείρου από το 1335 ως το 1338 και από το 1356 ως το 1359. Το Δεσποτάτο την εποχή του γνώρισε αλλεπάλληλες εισβολές, υπήρξε ο τελευταίος Δεσπότης της δυναστείας Ορσίνι. Ήταν γιος του Ιωάννη Ορσίνι και της Άννας Παλαιολογίνας. Όταν η μητέρα του δηλητηρίασε τον πατέρα του το 1335, ο επτάχρονος μόλις Νικηφόρος έγινε Δεσπότης. Η μητέρα του είχε αναλάβει ουσιαστικά τις τύχες του Δεσποτάτου, όμως απέτυχε να αποτρέψει τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ' Παλαιολόγο, από την επικείμενη εισβολή. Τα βυζαντινά στρατεύματα κατέλαβαν της κτήσεις του Δεσποτάτου στην Θεσσαλία και προήλασαν ως τα Ιωάννινα. Εν τω μεταξύ αλβανικά φύλα βρήκαν την ευκαιρία να εξεγερθούν στα βόρεια εδάφη του Δεσποτάτου, όμως οι όποιες εξεγέρσεις απέτυχαν μετά την εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας σε αυτή την περιοχή, το 1337. Ο Ανδρόνικος κάλεσε την Άννα σε διαπραγματεύσεις το 1337, όμως αρνήθηκε να αναγνωρίσει την τυπική βυζαντινή επικυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επί του Δεσποτάτου. Κρατώντας την Άννα αιχμάλωτη, πάντρεψε τον Νικηφόρο με την Μαρία Καντακουζηνή, κόρη του έμπιστού του Ιωάννη Καντακουζηνού. Οι αντιβυζαντινοί κύκλοι όμως του Δεσποτάτου φυγάδευσαν τον Νικηφόρο εκτός Δεσποτάτου και τον έστειλαν στους Ιταλούς συγγενείς του στον Τάραντα, ελπίζοντας σε παλινόρθωσή του με ιταλική παρέμβαση. Το 1339 ξέσπασε αντιβυζαντινή εξέγερση στην Άρτα και ο Νικηφόρος εστάλη μυστικά στην περιοχή να την στηρίξει. Όμως ο Ανδρόνικος Γ' και ο Ιωάννης Καντακουζηνός την κατέπνιξαν γρήγορα και ο Νικηφόρος βρέθηκε πολιορκημένος στο Θωμόκαστρο (παραλιακή τοποθεσία της Ηπείρου). Βρισκόμενος σε δύσκολη κατάσταση, συμβιβάστηκε και παντρεύτηκε την Μαρία Καντακουζηνή, του δόθηκε ο βυζαντινός τίτλος του Πανυπερσέβαστου και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την διάρκεια του βυζαντινού εμφυλίου (1341-1347), παρέμεινε με το μέρος του πεθερού του Ιωάννη Καντακουζηνού. Όταν ο πεθερός του πέτυχε και έγινε αυτοκράτορας (Ιωάννης ΣΤ'), ο Νικηφόρος προήχθη στον τίτλο του Δεσπότη. Το 1351 διορίστηκε κυβερνήτης του Αίνου της Θράκης και άλλων παραπλήσιων πόλεων του Ελλησπόντου.Το 1355, όταν αναζωπυρώθηκε ο βυζαντινός εμφύλιος, και μετά τον θάνατο του Στέφανου Δ' Δουσάν βασιλιά (τσάρου) της Σερβίας, ο οποίος κατέλαβε την Ήπειρο την δεκαετία του 1340, ο Νικηφόρος έσπευσε στην Ήπειρο να στηρίξει τον ηπειρώτικο αγώνα. Εκμεταλλευόμενος την αναρχία από τον θάνατο του Σέρβου ηγεμόνα της Θεσσαλίας, ο Νικηφόρος κατέλαβε την περιοχή την άνοιξη του 1356 και προέλασε προς την Ήπειρο. Κυνήγησε τον αδελφό του Σέρβου βασιλιά (ο οποίος είχε παντρευτεί την αδελφή του Θωμαΐδα) και ανακατέλαβε την Άρτα και άλλες κύριες πόλεις τις Ηπείρου. Πολλές περιοχές τις, όμως, υπαίθρου λεηλατούνταν από αλβανικά φύλλα το οποία ήταν δύσκολο να ελεγχθούν. Για να ενισχύσει τη θέση του και να αποτρέψει σερβική αντεπίθεση, ο Νικηφόρος σκέφτηκε σοβαρά να διαζευχθεί την Μαρία Καντακουζηνή και να παντρευτεί κάποια Σέρβα πριγκίπισσα. Όμως η ηπειρώτικη αριστοκρατία διαμαρτυρήθηκε έντονα και απέτρεψε αυτή την κίνηση, καθώς η Μαρία ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στην Ήπειρο. Ο Νικηφόρος επίσης προσέγγισε τον Συμεών Ούρεση Παλαιολόγο. Το 1358 ο Νικηφόρος σκοτώθηκε κοντά στον Αχελώο ποταμό σε συμπλοκή με αλβανικά φύλλα.

(2) Ο Κάρολος Α’ Τόκκος ήταν Κόμης παλατινός Κεφαλληνίας Ζακύνθου (περίπου 1376 - 1429), Δούκας Λευκάδας και Δεσπότης Ηπείρου 1411 - 1429. Ο Κάρολος γεννήθηκε περίπου το 1372. Διαδέχθηκε τον πατέρα του Λεονάρδο Α’ Τόκκο μετά τον θάνατό του. Άνδρας φιλόδοξος, επέκτεινε την κυριαρχία του στις ηγεμονίες Άρτας, Ακαρνανίας, Ιωαννίνων, νότιας Αλβανίας και διαφόρων τμημάτων της Ηλείας στην Πελοπόννησο. Παντρεύτηκε την Φραγκίσκα, θυγατέρα του Δούκα των Αθηνών Νέριου Α’ Ατζιαϊόλι που είχε τον τίτλο της Βασίλισσας των Ρωμαίων. Μετά τον θάνατο του πεθερού του έστειλε τον αδελφό του Λεονάρδο Β’ και κατέλαβε με την βία την Κόρινθο και τα Μέγαρα το 1395, που ανήκαν στο Δουκάτο των Αθηνών. Κυβερνούσε τις κτήσεις του με Αρμοστές και έγινε ένας από τους ισχυρότερους Φράγκους δυνάστες στην Ελλάδα, πετυχαίνοντας από τον Βασιλιά της Νάπολης, στον οποίο ήταν υποτελής, την κατάργηση, ύστερα από 170 χρόνια, των φεουδαλικών δεσμών της Κομητείας του με το Πριγκιπάτο της Αχαΐας. Στην διαμάχη του με τους Παλαιολόγους για τις κτήσεις του στην Πελοπόννησο, λύση έδωσε η μεσολάβηση του ιστορικού Φραντζή και σαν επισφράγισμα της συμφωνίας ο Κάρολος έδωσε την ανηψιά του Μαγδαληνή Τόκκο, θυγατέρα του αδελφού του Λεονάρδου Β’, σαν σύζυγο στο δεσπότη του Μορέα και μετέπειτα τελευταίο Βυζαντινό Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Το 1399 ανέθεσε την διακυβέρνηση της Ζακύνθου σαν κληρονομική κτήση στον αδελφό του Λεονάρδο Β’, ο οποίος το 1407 καταλαμβάνει και λεηλατεί με τον στρατό του το κάστρο Χλεμούτσι στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου. Το 1411 προσκλήθηκε στα Ιωάννινα ως διάδοχος του αποθανόντα θείου του Ησαϋ Μπουοντελμόντι παρά την αντίδραση του Μαυρίκιου Μπούα Ηγεμόνα της Άρτας. Σε μάχη που έγινε το 1414 ο Μαυρίκιος σκοτώθηκε και ο Κάρολος πολιόρκησε την Άρτα και την κατέλαβε. Έτσι σύμφωνα με το χρονικό των Τόκκων η Ήπειρος μαζί με ορισμένα από τα Ιόνια νησιά αποτέλεσαν και πάλι ενιαία πολιτική οντότητα. Ο Κάρολος αυτοαναγορεύτηκε Δεσπότης της Άρτας και των Ιωαννίνων. Υπερηφανευόταν ο ίδιος, σύμφωνα με τoυς χρονικογράφους, που υιοθέτησε αυτό τον τίτλο και επιδείκνυε την ελληνικότητά του, υπογράφοντας τις αποφάσεις και τα έγγραφά του σε ελληνική γλώσσα με κόκκινο μελάνι, με το οποίο υπέγραφαν οι βυζαντινοί δεσπότες. Επειδή δεν είχε δικά του νόμιμα παιδιά στη ζωή, υιοθέτησε τα παιδιά του αδελφού του Λεονάρδου Β’ την ίδια χρονιά. Το 1415 ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μανουήλ Β' Παλαιολόγος απονέμει στον Κάρολο τον τίτλο του Δεσπότη καθώς οι Τόκκοι εξουσίαζαν πλέον τις μεγαλύτερες πόλεις της Ηπείρου. Πέθανε στα Ιωάννινα στις 4 Ιουλίου 1429 και τον διαδέχθηκε ο ανεψιός του Κάρολος Β’ Τόκκος.

(3) Ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β', μετά από αρκετά χρόνια εμφύλιας διαμάχης και αφού τελικά κατατρόπωσε τον αδελφό του καί σφετεριστή του θρόνου Τζέμ, αναθεώρησε τήν ως τότε εφεκτική του στάση έναντι των Βενετών. Τόν Ιούλιο του 1499 ισχυρός τουρκικός στόλος, υπό τή διοίκηση του καπουδάν Δαούδ πασά, εμφανίσθηκε στά δυτικά της Πελοποννήσου. Ο ίδιος ο σουλτάνος μετέφερε στή Στερεά τίς στρατιές καί τό πυροβολικό του. Ο βενετός αρχιναύαρχος Γριμάνης (Grimani) πού περιπολούσε στό Ιόνιο, ενισχύθηκε μέ πλοία των οποίων τή διοίκηση τήν είχε ο Λορεδάνος. Η ναυμαχία των δύο πανίσχυρων στόλων έλαβε μέρος ανοικτά του κάβο-Πάπα (ακρωτήριο Αράξου) καί ενώ ο Λορεδάνος συνεπλάκη μέ τή ναυαρχίδα του, μέ τόν περίφημο κουρσάρο Μπαράκ, ο Γριμάνης απέφυγε νά τόν βοηθήσει. Στά δύο πλοία των προαναφερομένων εκδηλώθηκε πυρκαγιά, καί χάθηκαν οι δύο γενναίοι ναυτικοί μέ τό σύνολο των πληρωμάτων τους. Ο κακεντρεχής Grimani οπισθοχώρησε, αφήνοντας αφύλακτη τήν είσοδο γιά τόν Κορινθιακό κόλπο καί επιτρέποντας τόν οθωμανικό στόλο νά εισέλθει καί νά αποκλείσει τό σημαντικότατο λιμάνι της Ναυπάκτου (Lepanto). Είχε ήδη καταφθάσει καί ο στρατός του Βαγιαζήτ καί έντρομοι οι πρόκριτοι της Ναυπάκτου Ιωάννης Μούσκος, Λοΐζος Δρακόπουλος καί Δημήτριος Μονάζης έπεισαν τόν βενετό διοικητή Moro νά παραδώση τήν πόλη. Οι Βενετοί έχασαν τό σημαντικό τους εμπορικό κέντρο (fiore de Levante) καί εκτέλεσαν τόν υπαίτιο Moro μέ δημόσιο απαγχονισμό. Ο Βαγιαζήτ στό μεταξύ έκτισε δύο κάστρα στήν είσοδο του Κορινθιακού κόλπου (Ρίο καί Αντίρριο), τά οποία ονόμασε "Μικρά Δαρδανέλλια", πρίν φύγει γιά νά διαχειμάσει στήν Αδριανούπολη.

(4) Μετά 1453, το οθωμανικόν κράτος διαιρέθηκε σε ευρείες διοικητικές περιφέρειες τα μπεηλερμπεηλίκια ή εγιαλέτια, όπως ονομάσθηκαν μετά το 1591 επί Μουράτ Γ’ (1574-1595). (Αντιστοιχούσαν προς τις γενικές διοικήσεις Πελοποννήσου, Μακεδονίας κ.λ.π., στις οποίες ήταν διαιρεμένη παλαιότερα η Ελλάδα, αν και το εγιαλέτιον ήταν συνήθως περιφέρεια κατά πολύ ευρύτερη αυτών). Αυτή η μέγιστη διοικητική περιφέρεια του οθωμανικού κράτους ήταν διαιρεμένη, κατά περίπτωση, σε μεγάλο ή μικρό αριθμό σαντζακίων (νομών).
Κάθε σαντζάκιον (νομός) διαιρούνταν σε μικρότερες διοικητικές περιφέρειες, τους καζάδες (επαρχίες).
Κάθε καζάς (επαρχία) ήταν διαιρεμένος στους ναχιγιέδες. (Ο ναχιγές αντιστοιχούσε προς τους παλαιότερους ελληνικούς δήμους, οι οποίοι συναποτελούνταν από πολλά χωριά, με μια κύρια πόλη τουλάχιστον ως πρωτεύουσα).
Η Στερεά Ελλάδα ήταν διαιρεμένη σε τρία σαντζάκια (νομούς):
-το σαντζάκιον του Κάρλελι,
-το σαντζάκιον της Ναυπάκτου, και
-το σαντζάκιον του Ευρίπου.
(Για ένα χρονικό διάστημα το ανατολικό και κεντρικό τμήμα της Στερεάς υπάγονταν στο σαντζάκιον Τρικάλων, ενώ ο καζάς Αγράφων ανήκε μονίμως στο Σαντζάκιον των Τρικάλων, το οποίο όμως δεν συντρέχει λόγος να θεωρηθεί ως τέταρτο σαντζάκιον της Στερεάς).

(5) Μετά τη κατάληψη της Κύπρου από τον Σουλτάνο Σελήμ Β΄ τον Αύγουστο του 1570, μία σειρά στρατιωτικών επιτυχιών, κατέστησε τους Οθωμανούς κυρίαρχους στη λεκάνη της Μεσογείου. Ο κίνδυνος, πλέον, για την Ευρώπη γινόταν όλο και πιο ορατός. Οι Οθωμανοί δεν αποτελούσαν μόνον θρησκευτική, αλλά και εδαφική και εμπορική απειλή. Τα περισσότερα από τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης ήταν μεγάλες εμπορικές δυνάμεις. Ως εκ τούτου, μία επέκταση των Οθωμανών στα δικά τους όρια, θα περιόριζε -αν δεν εξαφάνιζε κιόλας- το δικό τους εμπόριο. Επιπλέον, οι τουρκικές θηριωδίες εξαγρίωσαν όχι μόνον τους ηγέτες, αλλά και τους λαούς της Ευρώπης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, και με πρωτοβουλία του Πάπα Πίου Ε', στίς 20 Μαΐου 1571 συγκροτήθηκε στρατιωτική συμμαχία μεταξύ χριστιανικών κρατών: ο Ιερός Συνασπισμός (Sacra Liga Antiturca). Στη συμμαχία αυτή συμμετείχαν η Ισπανία, η Βενετία, η Ρώμη, η Σαβοΐα, το τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών, η Γένουα.
Η ανάθεση της αρχιστρατηγίας των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, δόθηκε στόν Δόν Χουάν (Don Juan) τόν Αυστριακό, ο οποίος είχε ήδη δεχθεί ελληνικές αντιπροσωπείες, πού τόν καλούσαν νά αναλάβει επιχειρήσεις στήν κατεχόμενη ελληνική χερσόνησο. Πράγματι στίς 16 Σεπτεμβρίου 1571, ο ενωμένος χριστιανικός στόλος απέπλευσε από τή Μεσσήνη της Σικελίας. Ο βασιλιάς της Ισπανίας είχε προσφέρει 81 γαλέρες καί 30 φρεγάτες μέ 7000 Ισπανούς, 6000 Γερμανούς καί 5000 Ιταλούς στρατιώτες, η Βενετία συμμετείχε μέ 108 γαλέρες, 6 γαλεάσσες καί 5000 πεζούς, ο πάπας προσέφερε 12 γαλέρες πλήρως εξοπλισμένες, οι ιππότες της Μάλτας τέσσερις καί η Γένουα διέθεσε 11 γαλέρες μέ διοικητή τόν Τζιαναντρέα Ντόρια, ανηψιό του περίφημου Γενουάτη ναυάρχου. Στήν βενετική δύναμη περιλαμβάνονταν καί πλοία πού είχαν εξοπλίσει οι Ρωμηοί υπήκοοι της Γαληνοτάτης, κυρίως από τήν Κρήτη. Σημαντική συμβολή στόν εξοπλισμό των πλοίων καί στή χρηματοδότηση της αποστολής είχαν οι: Πέτρος Αυγουστίνης, Ιωάννης Δαπιράς, Ανδρέας Καλλέργης, Γεώργιος Καλλέργης, Δράκος Μακρής, Ανδρέας Στρατηγός, Γεώργιος Γαβράς, Αντώνιος Ευδαιμονογιάννης, Μανούσος Θεοτοκόπουλος (αδελφός του περίφημου ζωγράφου), Χριστόφορος Κοντοκάλης, Πέτρος Μπούας, Γεώργιος Κοκκίνης, Δημήτριος Κομούτος κ.ά. Ο τουρκικός στόλος πού είχε ήδη αποπλέυσει από τό ναύσταθμο της Κωνσταντινούπολης, περιελάμβανε 230 γαλέρες καί άλλα μικρότερα σκάφη. Γενικός αρχηγός ήταν ο καπουδάν Μουεζιν-ζάντε Αλή πασάς, ενώ διοικητής του πεζικού, πού επέβαινε στά πλοία, ήταν ο Πετράου πασάς. Μαζί τους βρίσκονταν οι γνωστοί κουρσάροι Ουλούτζ Αλή (αρνησίθρησκος Ιταλός) καί Καρακόζα μέ αλγερινά πληρώματα. Tήν αυγή της 7ης Οκτωβρίου οι δύο στόλοι συναντήθηκαν στίς Εχινάδες, βραχονησίδες πού βρίσκονται στίς εκβολές του Αχελώου καί άρχισαν νά πλησιάζουν ο ένας τόν άλλο μέ βραδύτητα, ενώ τά πληρώματα ετοιμάζονταν γιά τήν σύγκρουση πού θά ακολουθούσε. Νά σημειώσουμε ότι οι κωπηλάτες των τουρκικών πλοίων στήν πλειοψηφία τους ήταν Ελληνες σκλάβοι, οι οποίοι κινήθηκαν όσο αδέξια μπορούσαν, γιά νά δυσχεράνουν τήν πλοήγηση των σκαφών, καί ήταν αυτοί πού αργότερα θά είχαν τίς περισσότερες απώλειες, αφού όντας αλυσοδεμένοι θά βυθίζονταν αργότερα μαζί μέ τό πλοία του οθωμανικού στόλου. Οι οθωμανοί υστερούσαν σέ ισχύ πυροβόλων ενώ υπερτερούσαν σέ μάχιμους άνδρες οι οποίοι ήταν εξοπλισμένοι κυρίως μέ τόξα καί γιαταγάνια. Οι Ευρωπαίοι στρατιώτες ήταν εξοπλισμένοι κυρίως μέ αρκεβούζια, τά πρωτόγονα όπλα της εποχής εκείνης. Τήν αριστερή καί βόρεια πτέρυγα, κοντά στό ακρωτήριο Σκρόφα, τήν διοικούσε ο γηραιός Ενετός Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο μαζί μέ τούς Αντόνιο ντά Κανάλε καί Μάρκο Κουερίνι. Απέναντί τους τέθηκε η δεξιά πτέρυγα των Τούρκων μέ διοικητές τόν Μεχμέτ Σουλίκ Σιρόκο, κυβερνήτη της Αλεξάνδρειας καί τόν Μεχμέτ Μπέγκ, σαντζάκμπεη της Χαλκίδος. Στό κέντρο της χριστιανικής παράταξης τοποθετήθηκε η "la Reale", γαλέρα του δον Χουάν, ο οποίος πλαισιωνόταν από τόν Βενιέρ καί τόν Μαρκαντόνιο Κολόνα, αρχηγό των παπικών δυνάμεων. Απέναντι βρισκόνταν ο διοικητής του μωαμεθανικού στόλου, Αλή καπουδάν πασάς μαζί μέ τόν Πετράου πασά. Τέλος στή δεξιά πλευρά των χριστιανών, τά πλοία τά διοικούσε ο Γενουάτης Τζιαναντρέα Ντόρια καί απέναντί του είχε τόν περίφημο κουρσάρο Ουλούτζ Αλή. Πρίν αρχίσει η ναυμαχία ο δον Χουάν επιβιβάσθηκε σέ ένα ελαφρύ σκάφος καί πέρασε μπροστά από τά πλοία του στόλου γιά νά εμψυχώσει τούς άνδρες του, οι οποίοι απάντησαν μέ ζητωκραυγές. Ταυτόχρονα ιερείς μετέφεραν τόν Εσταυρωμένο από τήν πλώρη στήν πρύμνη καλώντας τά πληρώματα νά πολεμήσουν υπέρ της χριστιανικής πίστης. Γύρω στίς 09:00 ο δον Χουάν έριξε τήν πρώτη βολή από τή ναυαρχίδα του, καλώντας τόν αντίπαλο ναύαρχο νά έρθει νά τόν αντιμετωπίσει. Τό ελαφρύ δυτικό αεράκι πού άρχισε νά πνέει θά ευνοούσε τά χριστιανικά πλοία, αφού ο καπνός των κανονιών θά πήγαινε στήν πλευρά των μουσουλμάνων. Οι πρώτοι οι οποίοι επιτέθηκαν μέ φανατισμό ήταν από τήν αριστερή πτέρυγα, οι Βενετοί Αμπρότζιο καί Αντώνιο Μπραγκαντίν, συγγενείς του ομώνυμου υπερασπιστή της Αμμοχώστου, οι οποίοι μόλις είχαν πληροφορηθεί τό μαρτυρικό του τέλος. Μέ τρείς εύστοχες βολές βύθισαν τήν πρώτη εχθρική γαλέρα πρός μεγάλη θλίψη του Αλή καπουδάν πασά, ο οποίος άρχισε νά τραβά τά γένια του, διαισθάνοντας τήν εξέλιξη. Καί ενώ οι βενετικές γαλέρες στό βόρεια τμήμα προξενούσαν αναστάτωση στίς αντίστοιχες τουρκικές, ο Μεχμέτ Σιρόκο, μέ μία παράτολμη κυκλωτική κίνηση, απείλησε τή ναυαρχίδα του Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο, ο οποίος τραυματίστηκε από βέλος στό μάτι, όταν σπαχήδες πήδησαν στό πλοίο του. Σέ βοήθεια ήρθαν η γαλέρα του ανηψιού του Μαρίνο Κονταρίνι, καί αυτή του Μάρκο Κουερίνι. Καί ενώ η μάχη γινόταν σώμα μέ σώμα καί τά πληρώματα πολεμούσαν λυσσασμένα, οι χριστιανοί κωπηλάτες της ναυαρχίδας του Σιρόκο έσπασαν τά δεσμά τους καί κατέλαβαν τό σκάφος. Τά τουρκικά πλοία πλέον της βορειας πλευράς, βούλιαζαν τό ένα μετά τό άλλο, καί οι Τούρκοι σκοτώνονταν σωρηδόν. Οσοι είχαν τή δύναμη νά κολυμπήσουν στήν στεριά καί πρός τή λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, κατασφάζονταν από τούς Ελληνες πού παρακολουθούσαν από εκεί τήν εξέλιξη της μάχης. Στό κέντρο της παράταξης, τά χριστιανικά πλοία υπό τήν ηγεσία του δον Χουάν, έπλευσαν εναντίον του εχθρού, καλυπτόμενα από τή δύναμη του πυρός πού τούς παρείχαν οι γαλεάσσες. Μία από τίς βολές έσπασε τό πίσω κατάρτι της ναυαρχίδας του Αλή, ενώ οι απώλειες στά υπόλοιπα τουρκικά σκάφη ήταν εξίσου σημαντικές. Πρός τό μεσημέρι οι δύο αντίπαλες ναυαρχίδες είχαν ενωθεί μεταξύ τους, ενώ είχαν συγκεντρωθεί γύρω τους 30 ακόμα σκάφη. Οι γενίτσαροι από τό σκάφος του Αλή κατέλαβαν τήν πλώρη της γαλέρας του δον Χουάν καί δέχονταν τά πυρά των 400 αρκεβουζιοφόρων. Πρός βοήθειά του δον Χουάν, έσπευσε ο Βενετός ναύαρχος Βενιέρ, ο Ιταλός μισθοφόρος Μαρκαντόνιο Κολόνα καί ο Τζιοβάνι Μπατίστα Κονταρίνι. Οταν ο Πετράου πασάς τραυματίστηκε από εμπρηστικό βλήμα καί εγκατέλειψε τή γαλέρα του, επικράτησε σύγχυση στά τουρκικά πληρώματα καί επωφελήθηκε ο Κολόνα ο οποίος έπεσε μέ δύναμη στή ναυαρχίδα του Αλή καί έδινε διαταγή στούς στρατιώτες του νά τήν καταλάβουν. Ο καπουδάν πασάς σκοτώθηκε καί τότε οι Ευρωπαίοι άρχισαν νά σκοτώνουν αδιακρίτως τούς πανικόβλητους Οθωμανούς, τά σώματα των οποίων έπεφταν στήν κοκκινισμένη από τό αίμα τους θάλασσα. Τά τουρκικά πλοία βυθίζονταν μαζί μέ τούς αλυσοδεμένους χριστιανούς κωπηλάτους, οι κραυγές των οποίων δονούσαν τόν αέρα.Στό νότιο τομέα, η ναυμαχία εξελίχθηκε κοντά στό ακρωτήριο πάπα (Αραξος) καί ούτε ο Γενουάτης Ντόρια, ούτε ο κουρσάρος Ουλούτζ Αλή πολέμησαν μέ πάθος γιά τή νίκη, καθώς τά συμφέροντα καί των δύο δέν διακυβεύονταν άμεσα. Ο τελευταίος μάλιστα συνέλαβε τή ναυαρχίδα των Ιωαννιτών ιπποτών της Μάλτας καί κατόρθωσε νά διαφύγει αργά τό απόγευμα, τήν ώρα πού στά υπόλοιπα χριστιανικά πλοία ακούγονταν οι πανηγυρισμοί της νίκης. Η καταστροφή του Οθωμανικού στόλου ήταν ολοσχερής, 30000 περίπου άνδρες σκοτώθηκαν συμπεριλαμβανομένου καί του ναυάρχου Αλή καί 120 άλλων κυβερνητών. Η χριστιανική νίκη πανηγυρίσθηκε σέ όλη τήν Ευρώπη όπου τελέσθηκαν δοξολογίες σέ όλες τίς μητροπόλεις. Ο δον Χούαν έγινε θρύλος, ενώ στή νίκη συμμετείχε, ως απλός στρατιώτης, καί ο μεγάλος Ισπανός συγγραφέας του "Δόν Κιχώτη", Θερβάντες. Δυστυχώς όμως η νίκη έμεινε ανεκμετάλευτη τελείως από τίς Ευρωπαϊκές δυνάμεις οι οποίες θά μορούσαν νά εισέλθουν ανενόχλητες ακόμα καί στήν Προποντίδα. Ο σουλτάνος αργότερα πολύ ορθά θά έλεγε. "Οι χριστιανοί μού έκοψαν τά γένια στή Ναύπακτο αλλά εγώ τούς έκοψα τό χέρι στήν Κύπρο. Τά γένια θά ξαναβγούν, τό χέρι όμως δέν θά ξαναγίνει." Πράγματι τόν επόμενο χρόνο θά κατασκεύαζε αξιόμαχο στόλο καί πάλι μέ αρχιναύαρχο τόν Ουλούτζ Αλή, οι Βενετοί όμως θά έχαναν τήν Κύπρο γιά πάντα.

(6) Καί τό Χρονικόν του Γαλαξειδίου μας βεβαιώνει ότι μετά τήν καταστροφή της τουρκικής αρμάδας οι Ελληνες αναθάρρησαν καί επαναστάτησαν σέ πολλές περιοχές. Στό Γαλαξείδι, στό Λοιδορίκι καί στή Βιτρινίτζα (Ερατεινή) σηκώθηκαν οι κάτοικοι, πήραν τά όπλα καί κτύπησαν τά στρατεύματα πού έρχονταν από τά Σάλονα (Αμφισσα). Οταν όμως ο χριστιανικός στόλος δέν έδωσε συνέχεια στήν επιτυχία του, οι Ρωμηοί δείλιασαν καί διαλύθηκαν. Ο μπέης τότε κάλεσε στά Σάλωνα τούς πρόκριτους από τίς τρείς επαναστατημένες πόλεις γιά νά συμφιλιωθούνε καί νά μιλήσουνε γιά ειρήνη, δίνοντας όρκο ότι δέν θά τούς πείραζε. Πράγματι οι άρχοντες έφτασαν στό σεράϊ του μπέη καί παραθέτω τήν συνέχεια από τήν αφήγηση του μοναχού, στό Χρονικόν του Γαλαξειδίου:
"Εξεκινήσασι γούν εικοσιτρείς οι πρώτοι νοικοκυραίοι Γαλαξειδιώτες μαζή μέ τούς Βιτρινιτζιώταις καί Λοιδορικιώταις καί επήγασι στό Σάλονα, καί ο μπέης τούς εδέχτηκε μέ τιμαίς καί χαρά ψεύτικη καί αφηγώντας τό πώς εγελασθήκασι από τούς Φράγκους καί εσηκώσαν άρματα, ο μπέης τούς εσυχώρησε καί εσυβούλεψε νά ήνε πάντα φρόνιμοι καί νά τηράγουν τή δουλιά τους, καί τό πουρνό σύνταχτα νά μισέψουσι.
Τό βράδυ εδιάταξε καί τούς επιάσασι ένα ένα, καί τούς εδέσασι μέ σίδερα, καί τούς εβάλλασι σέ ένα σκοτεινό μπουτρούμι καί εκεί μέ τά σπαθιά τούς εσφάξασι όλους, ογδόηντα χωρίς νά λείπει κανένας, καί ένας μονάχα από χωριό Βουνοχώρα, πού τόν ελέγασι Δημήτρη Λυκοθανάση, έστωντας ανδρειωμένος άνθρωπος, έσπασε τά σίδερα, καί αρπάζοντας τό σπαθί ενού τζελάτη έσφαξε δυό Τούρκους καί τόν πορτιέρη, καί τρέχωντας ωσάν ελάφι έγλυσε από τό μακελειό.... εσκοτωθήκασι γουν μέ χίλια βασανιστήρια οι άλλοι ογδόηντα, οι πρώτοι κεφαλάδες καί τά ανδρειότερα παλληκάρια, μέ απιστιά μεγάλη, όλοι γιά τήν πατρίδα καί τήν θρησκεία."

(7) Ο Θεόδωρος Γρίβας-Μπούας ήταν αρματολός της Ακαρνανίας, απόγονος του Αλβανού δεσπότη και δυνάστη της Αιτωλίας Μπούα (14ο αι.). Όταν κατέλαβαν οι Τούρκοι την Ακαρνανία οι Γριβαίοι πέρασαν στα Επτάνησα. Κατόπιν εγκαταστάθηκαν στην Περατιά. Ο πρώτος που αναφέρεται στην Περατιά είναι ο Θεόδωρος Γρίβας-Μπούας, ο οποίος ήταν που ξεσηκώθηκε εναντίον των Τούρκων το 1585 μαζί με τον Μάλαμο και τον Πούλιο Δράκο. Οι οπλαρχηγοί κατάλαβαν τη Βόνιτσα τον Αετό και την Άρτα, όμως σε μία μάχη κοντά στον Αχελώο ο Γρίβας τραυματίστηκε και έφυγε για την Ιθάκη όπου και πέθανε από το τραύμα του. Ο Δράκος και ο Μάλαμος κατέφυγαν στα απόκρημνα βουνά του Σουλίου. Στην Περατιά σκοτώθηκε σε μάχη ο αδερφός του Γρίβα. Η περιοχή από τότε λέγεται «του Μπούα τ’ Αυλάκι».

(8) ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΤΑΜΑΣΙΟΥ:
Απαντα τα χωρία των Αγράφων αποτελούσιν αυτονομίαν, η οποία διοικείται υπό συμβουλίου, έχοντος έδραν την παρά το οροπέδιον Νεβροπόλεως ονομαστήν κωμόπολιν (Κασαμπά) Νεοχώριον. Ουδεμία τουρκική οικογένεια επιτρέπεται νακατοικήση εις τα χωρία των Αγράφων, εκτός του Φαναρίου. Οι κάτοικοι των πεδινών και ορεινών μερών επικοινωνούν ελευθέρως. Εκάστη κοινότης των Αγράφων υποχρεούται να πληρώνη εις την Υψηλήν Πύλην ετησίως πεντήκοντα χιλιάδας γρόσια. Το ποσόν δε τούτο θ’ αποστέλλεται παρά του ειρημένου συμβουλίου δι εμπίστου προσώπου εις την έδραν της ευδαιμονίας (ΚΠολιν). Εγένετω εν Ταμασίω τη 10η Μαίου 1525.
Βέιλερ Βέης Αρχιστράτηγος Θεσσαλίας.
Οι προύχοντες των Αγράφων.

(9) Από τίς πιό αξιόλογες επαναστατικές κινήσεις στίς αρχές του 17ου αι. είναι οι δύο εξεγέρσεις (Θεσσαλία καί Ήπειρο) πού οργάνωσε ένας άλλος ιερωμένος, ο μητροπολίτης Λαρίσης - Τρίκκης Διονύσιος Β', ο επονομαζόμενος "Φιλόσοφος" ή "Σκυλόσοφος". Ο Διονύσιος καταγόταν από σχετικά εύπορη οικογένεια καί σέ νεαρή ηλικία έγινε μοναχός στή μονή Αγίου Δημητρίου του Διχούνη, κοντά στό Κεράσοβο Θεσπρωτίας. Αργότερα σπούδασε στήν Ιταλία φιλολογία, φιλοσοφία καί ιατρική καί στήν πολύπλευρη μόρφωσή του οφείλεται η επωνυμία του "Φιλόσοφος". Επί της πατριαρχίας του Ιερεμία Β' του Τρανού, ο Διονύσιος αναφέρεται ως μέγας αρχιδιάκονος, έπειτα ως πρωτοσύγκελλος στόν Γαλατά καί τέλος ως έξαρχος μέ αποστολή στίς εκκλησίες της Θεσσαλίας, Ηπείρου καί Πελοποννήσου. Ο Διονύσιος τό 1600 ήταν μητροπολίτης στά Τρίκαλα καί βρισκόταν σέ επαφή μέ κλεφταρματολούς της Πίνδου, ενώ διατηρούσε καί αλληλογραφία μέ τόν αυτοκράτορα της Αυστρίας Ροδόλφο Β'. Το 1601 ο ηρωϊκός Μητροπολίτης Διονύσιος ο Φιλόσοφος ξεκίνησε την επανάστασή του απ' το Μοναστήρι της Τατάρνας. Η επανάσταση του Διονυσίου στή Θεσσαλία, γρήγορα απέτυχε καί ακολούθησαν σκληρά αντίποινα των Τούρκων. Το Μοναστήρι της Τατάρνας «πατήθηκε», κατεστράφη από ορδές Τουρκαλβανών Ανάμεσα στά θύματα ήταν καί ο Σεραφείμ αρχιεπίσκοπος Νεοχωρίου καί Φαναρίου που ανακυρήχθηκε από τήν εκκλησία νεομάρτυρας. (Τό μαρτύριο του Σεραφείμ περιγράφεται μέ λεπτομέρειες από Ηπειρώτη χρονογράφο καί σύμφωνα μέ αυτόν ζητήθηκε από τό νεομάρτυρα νά γίνει μουσουλμάνος γιά να σωθεί. Οταν αυτός αρνήθηκε, βασανίσθηκε γιά πολλές ημέρες από τόν Χαμουζά μπέη, καί στό τέλος παλουκώθηκε). Ο Διονύσιος μετά τήν αποτυχία του κινήματος κατέφυγε στήν Ιταλία ενά καθαιρέθηκε από τό Οικουμενικό Πατριαρχείο στίς 15 Μαΐου 1601 ως "τολμηρώς καί αλογίστως αποστασίαν μελετήσας κατά της βασιλείας του πολυχρονίου Μεχμέτ".
Στή Δύση, ο Διονύσιος συνέχισε νά αγωνίζεται γιά νά εξασφαλίσει βοήθεια γιά τήν απελευθέρωση των συμπατριωτών του, ενώ φέρεται νά προέβη σέ πλαστογραφία εγγράφων γιά νά γίνει πιστευτός. Τό 1602 απηύθυνε έκκληση πρός τόν αυτοκράτορα της Γερμανίας καί τό καλοκαίρι του 1603 έφθασε στήν Ισπανία, μαζί μέ τούς Σταύρο Αψαρά, Εμμανουήλ Ηγούμενο καί Σκαρλάτο Μάτσα, γιά νά συναντήσει τόν βασιλιά Φίλιππο Γ'. Αποτέλεσμα αυτής της επίσκεψης ήταν η δραστηριοποίηση στήν σκλαβωμένη Ελλάδα, πολλών Ισπανών πρακτόρων, οι οποίοι κατέφθαναν κυρίως από τό Ισπανικό βασίλειο της Νεαπόλεως. Ο Διονύσιος επέστρεψε κρυφά στό μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου του Δηχούνη στά 1609, συνεχίζοντας αν καί ηλικιωμένος (65 ετών) νά μεταδίδει τόν πόθο γιά τήν φλόγα της ελευθερίας στούς απλούς χωρικούς. Ομως βρήκε ισχυρή αντίδραση από τουρκόφιλη μερίδα, κυρίως κληρικών, οι οποίοι μέ επικεφαλής τόν μοναχό Μάξιμο τόν Πελοποννήσιο, τόν κατηγορούσαν καί τόν χλεύαζαν ώστε νά τόν υποτιμήσουν στά μάτια του απλού λαού. Ο επαναστατικός αναβρασμός όμως εξαπλώθηκε στήν Ήπειρο στούς κατοίκους χωριών καί κωμοπόλεων ενώ ξεχώρισαν γιά τήν δράση τους ο γραμματικός του Οσμάν πασά των Ιωαννίνων Λάμπρος, ο Ντελή Γιώργος καί ο Ζώτος Τσίριπος από τήν Παραμυθιά. Τόν Σεπτέμβριο του 1611, χίλιοι γεωργοί καί βοσκοί μέ ακόντια καί τόξα όρμησαν στά τουρκοχώρια Ζαραβούσα καί Τουρκογρανίτσα καί κατέσφαξαν τούς κατοίκους τους. Επειτα κινήθηκαν στά Ιωάννινα καί τή νύκτα της 11ης Σεπτεμβρίου ξεχύθηκαν στην πόλη ψάλλοντας "Κύριε ελέησον" καί φωνάζοντας "χαράτζι χαρατζόπουλον", ειρωνευόμενοι τούς τουρκικούς φόρους ενώ πυρπόλησαν τό διοικητήριο του Οσμάν πασά, ο οποίος όμως κατόρθωσε νά διαφύγη.
Τήν επόμενη μέρα ο πασάς επανήλθε καί μέ λίγους ιππείς, χριστιανούς σπαχήδες καί μέ τούς τουρκόφιλους κληρικούς, οπαδούς του Μαξίμου, διέλυσε εύκολα τούς επαναστάτες. Ο Διονύσιος κρύφτηκε στή σπηλιά της εκκλησίας του Ιωάννου του Προδρόμου, όπου τόν ανακάλυψε καί τόν κατέδωσε κάποιος Εβραίος. Ο Διονύσιος γδάρθηκε ζωντανός, τό δέρμα του τό γέμισαν μέ άχυρα καί αφού τό περιέφεραν από πόλη σέ πόλη τό έστειλαν μαζί μέ 85 κεφάλια στόν σουλτάνο. Τούς συνεργάτες του Διονύσιου τούς συνέλαβαν καί αυτούς, τούς σούβλισαν καί τούς έψησαν ζωντανούς. Οι σφαγές καί η τρομοκρατία απλώθηκαν σέ ολόκληρη τήν Ήπειρο, τό μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου κατασκάφτηκε καί οι χριστιανοί πού ζούσαν στό κάστρο των Ιωαννίνων εκδιώχθησαν.

23/1/09

ΟΙ ΓΙΟΛΔΑΣΑΙΟΙ...

Φάρα κλεφταρματολών και αγωνιστών, με αντικρουόμενες απόψεις για τη δράση τους κατά την επανάσταση του 1821. Κατάγονταν από το συνοικισμό Καστανούλα (Σέλιτσα) του χωριού Ψιανά, του δήμου Δομνίστας (τ. δήμου Ευρυτάνων). Το όνομα Γιολδάσης, είναι παρμένο από το τούρκικο Yoldas, που κυρίως θα πει συνταξιδιώτης, αλλά και σύντροφος ή φίλος.



Ας δούμε όμως ποιοι ήταν οι Γιολδασαίοι :


Ο Γιαννάκης Γιολδάσης, που ήταν επικεφαλής Ευρυτάνων αγωνιστών και ανδραγάθησε σε μάχες της Ρούμελης, που πήρε μέρος, και το 1825 έλαβε το βαθμό του στρατηγού του επαναστατικού στρατού. Ο ίδιος, στα 1832 βγήκε πληρεξούσιος του Καρπενησιού, μαζί με το Γιώργο Λέλη.


Ο Ζαχαρίας Γιολδάσης, αδερφός του Γιαννάκη. Πολέμησε με τους Ράγκο, Καραϊσκάκη και Τζαβέλα και πήρε το βαθμό του χιλίαρχου.


Ο Κώστας ή Σερέτης Γιολδάσης, είχε την πιο μεγάλη δράση. Χωρίς να περιμένει τον ξεσηκωμό στη Δυτική Στερεά, πήγε το Μάρτιο του 1821, με σώμα Ευρυτάνων, στην Πελοπόννησο και πολέμησε στο χωριό Λάλα της Ηλείας. Γυρνώντας στη Ρούμελη, διακρίθηκε στο Καρπενήσι, στο Σοβολάκο, στο Μεσολόγγι και στην Καλιακούδα. (Στην Καλιακούδα αφέθηκαν υπονοούμενα για εγκατάλειψη του μονοπατιού που φύλαγε με το Σιαδήμα, ώστε να περάσουν από κει νύχτα οι Τούρκοι και να διαλύσουν τους Έλληνες). Στα 1824 ονομάστηκε στρατηγός και μετά την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου, ακολούθησε τον Καραϊσκάκη και διακρίθηκε στις μάχες της Αττικοβοιωτίας.


Ο Μητρο-Κώστας Γιολδάσης, ξάδερφος του Σερέτη. Τραυματίστηκε αρκετές φορές στις πολλές μάχες που πολέμησε ηρωικά. Στα 1824 του δόθηκε ο βαθμός του αντιστράτηγου του επαναστατικού στρατού.


Ο Νίκος Γιολδάσης, αδερφός του Μητρο-Κώστα. Διακρίθηκε σε μάχες τόσο στη Ρούμελη, όσο και στην Πελοπόννησο, κοντά στο Νότη Μπότσαρη και τον Καραϊσκάκη.


Ο Πάνος Γιολδάσης, ξάδερφος του Νίκου. Επί αρχιστρατηγίας του Τζώρτζ, διορίστηκε φροντιστής και επιθεωρητής του στρατού.


Ο Χαράλαμπος Γιολδάσης, ως ο νεότερος όλων πήρε μέρος μόνο στις τελευταίες μάχες του αγώνα και διακρίθηκε στη Βόνιτσα, στο Μεσολόγγι, στη Θήβα και στην Πέτρα.

Πελαργός (Ciconia ciconia)


Οι Ιππότες του Ουρανού...

Οι Πελαργοί (Ciconia ciconia), είναι από τα πιο όμορφα πουλιά της ευρωπαϊκής Ορνιθοπανίδας. Ανήκουν στην τάξη των Πελαργιδών (Ciconiidae), που περιλαμβάνει πουλιά με πολύ μεγάλες διαστάσεις. Έχουν ύψος ένα μέτρο περίπου και το άνοιγμα των φτερούγων τους είναι πάνω από δύο μέτρα. Ζυγίζουν 2,7 - 4,5 κιλά. Το αρσενικό είναι πάντα πιο μεγάλο από το θηλυκό. Έχουν μεγάλο ράμφος και μακρύ λαιμό. Τα πόδια τους είναι μεγάλα και το φτέρωμά τους είναι λευκό, εκτός από ένας μέρος των φτερούγων και της ουράς τους που είναι μαύρο. Το ράμφος τους και τα πόδια τους έχουν χρώμα κόκκινο-πορτοκαλί.
Οι Πελαργοί, αφού περάσουν το χειμώνα στην Αφρική, σε χώρες όπως η Σενεγάλη, η Ουγκάντα και η Ζάμπια, αρχίζουν την άνοιξη το ταξίδι της επιστροφής για τις περιοχές καταγωγής τους στην Ευρώπη. Οι πρώτοι Πελαργοί φθάνουν στον τόπο μας στις αρχές Μαρτίου και φεύγουν συνήθως το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου. Ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, μπορεί να φύγουν νωρίτερα ή και αργότερα.
Οι Πελαργοί είναι δείκτες της υγείας των υγροτοπικών και αγροτικών οικοσυστημάτων. Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, αυτά τα οικοσυστήματα έχουν υποστεί μεγάλες καταστροφές και αλλοιώσεις, με αποτέλεσμα οι Πελαργοί, πολιά στενά δεμένοι με αυτά τα οικοσυστήματα, να τείνουν προς εξαφάνιση. Σε κάποιες χώρες της Ευρώπης -όπως η Ιταλία- τα πουλιά αυτά έχουν εξαφανισθεί εντελώς, ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ολλανδία και η Δανία, έχουν απομείνει μόνο λίγες δεκάδες.
Στη χώρα μας, στη δεκαετία του 1950 υπήρχαν 10.000 ζευγάρια. Στο τέλος της δεκαετίας του 1960, με υπολογισμούς των ορνιθολόγων Schuz και Szijj, είχαν απομείνει 2.500 ζευγάρια. (Η αλήθεια είναι, όμως, ότι ποτέ δεν έγινε μία ολοκληρωμένη επιστημονική καταγραφή του πληθυσμού των Πελαργών σε όλη την Ελλάδα). Κατά την περίοδο του 1821, οι Πελαργοί φώλιαζαν ακόμα και μέσα στην Αθήνα. Σήμερα έχουν εξαφανισθεί από την Αττική και το νοτιότερο σημείο εξάπλωσής τους στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, είναι η Αιτωλοακαρνανία και ειδικά η περιοχή της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, που φιλοξενεί λιγότερα από 10 ζευγάρια (φθάνει να σκεφθεί κανείς ότι στη δεκαετία του 1950-60, η περιοχή φιλοξενούσε εκατοντάδες ζευγάρια). Τον προηγούμενο αιώνα, οι Πελαργοί φώλιαζαν και στην Πελοπόννησο, σήμερα όμως, δυστυχώς, έχουν εξαφανισθεί.
Οι περιοχές που καταλαμβάνουν οι Πελαργοί στη χώρα μας, είναι η Δυτική Στερεά, η Κεντρική Στερεά (περιοχή Κωπαΐδας), η Ήπειρος, η Μακεδονία και η Θράκη. Παλαιότερα, οι Πελαργοί φώλιαζαν και στη Σαμοθράκη, νησί του Βορείου Αιγαίου, ενώ σήμερα στο Αιγαίο φωλιάζουν μόνο στο νησί της Λέσβου, κοντά στους υγροτόπους, στον κόλπο της Καλλονής και της Γέρας.
Οι Πελαργοί είναι πουλιά με πολύ ανεπτυγμένη την ανθρωποφιλία κι αισθάνονται μεγάλη ασφάλεια όταν οι φωλιές τους βρίσκονται κοντά στον άνθρωπο (μέσα σε πόλεις και χωριά) και δεν κινδυνεύουν οι νεοσσοί τους να θηρευτούν από διάφορα αρπακτικά πουλιά ή άλλα ζώα.
Η Φιλιππιάδα, ένα όμορφο χωριό στο νομό Πρεβέζης, δικαιούται να ονομάζεται "η Πρωτεύουσα των Πελαργών", όλης της Ευρώπης. Κάθε χρόνο, πάνω από 200 ζευγάρια από τα μεγάλα άσπρα πουλιά φθάνουν εδώ και κτίζουν τις φωλιές τους σε οποιοδήποτε σημείο. Σε καμπαναριά και τρούλους εκκλησιών, ταράτσες μαγαζιών, στέγες σπιτιών, πάνω σε αποθήκες, σε κολόνες της Δ.Ε.Η. ή του Ο.Τ.Ε., πάνω σε δέντρα κεντρικών δρόμων της πόλης. Οι κάτοικοι της Φιλιππιάδας προστατεύουν τους Πελαργούς καθιστώντας ακίνδυνες τις καλωδιακές γραμμές της Δ.Ε.Η.
Στον Αμβρακικό Κόλπο, στο αγροτικό χωριό της Ανέζας, που βρίσκεται κοντά στην Άρτα, έχουμε και εδώ κάθε χρόνο μεγάλη συγκέντρωση Πελαργών.
Όπως είπαμε, οι Πελαργοί κτίζουν τις φωλιές τους μέσα σε πόλεις ή χωριά. Παρ` όλα αυτά, υπάρχουν και παραδείγματα στη χώρα μας, που οι Πελαργοί απομακρύνονται από τον άνθρωπο.
Στο δάσος της Απολλωνίας, στη Λίμνη Βόλβη, οι Πελαργοί προτιμούν να κτίζουν τις φωλιές τους μακριά από τους ανθρώπους. Είναι το τελευταίο παραλίμνιο δάσος της Βαλκανικής, όπου έχουν απομείνει μόνο 250 στρέμματα από μία έκταση 2.500 στρεμμάτων που έχουν καταπατηθεί. Σ` αυτό το γεμάτο βλάστηση και νερά δάσος, φωλιάζουν 70 ζευγάρια Πελαργών. Επίσης, λίγο έξω από τη Λαμία, πάνω σ` έναν μικρό πευκώνα, μακριά απ` τα χωριά, εδώ και πολλά χρόνια φτιάχνουν δέκα περίπου φωλιές, γιατί μόλις λίγο πιο πέρα βρίσκεται το Δέλτα του Σπερχειού.
Ο Πελαργός ήταν γνωστός από την αρχαιότητα. Ο άνθρωπος του έδειχνε πάντα σεβασμό και αγάπη. Τον θεωρούσε ωφέλιμο πουλί για τη γεωργία, γιατί εξολόθρευε τα επιβλαβή έντομα, τις σαύρες, τα ποντίκια των αγρών και τα φίδια.
Ο Αριστοτέλης, στο βιβλίο του Ιστορία των Ζώων, αναφέρει ότι τα φίδια στη Θεσσαλία πολλαπλασιάστηκαν κάποτε πάρα πολύ, ώστε υπήρχε κίνδυνος οι άνθρωποι να αναγκασθούν να φύγουν από εκεί, αν δεν ερχόταν ένας μεγάλος αριθμός Πελαργών, οι οποίοι μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα κατόρθωσαν να ξεκαθαρίσουν τον τόπο από τα ερπετά. Οι Θεσσαλοί, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στους Πελαργούς, ψήφισαν ειδικό προστατευτικό νόμο για τα πουλιά αυτά, σύμφωνα με τον οποίο ετιμωρείτο με θάνατο όποιος τολμούσε να τα σκοτώσει.
Πολλοί ήταν οι μύθοι και οι θρύλοι γύρω από τους Πελαργούς. Ένας από αυτούς έλεγε πως "όταν οι γέροι Πελαργοί χάσουν τη δύναμη και τα φτερά τους, τότε τους ζεσταίνουν οι νεαροί Πελαργοί, φροντίζουν για την τροφή τους και μαδούν τα δικά τους φτερά για να τους σκεπάσουν". Η πίστη σ` αυτή τη συγκινητική αυτοθυσία ήταν τόσο διαδεδομένη στις παραδόσεις όλων των λαών, ώστε ο νόμος που στην αρχαιότητα υποχρέωνε τα παιδιά να γηροκομούν τους γονείς τους, ήταν γνωστός με το όνομα "Πελαργικός Νόμος" και η ανταπόδοση των τροφείων από τα φιλόστοργα παιδιά στους γονείς, ονομάστηκε "αντιπελαργία" ή "αντιπελάργησις".
Πρώτο έρχεται την άνοιξη το αρσενικό και ακολουθεί το θηλυκό. Για πολλά χρόνια χρησιμοποιούν την ίδια φωλιά. Σαν υλικά κατασκευής χρησιμοποιούν ξύλα και φρύγανα. Στο εσωτερικό, τη στρώνουν με άχυρα, ξερά χορτάρια, φτερά και χαρτιά.
Μετά τις ερωτικές τελετές και τις γαμήλιες επιδείξεις, η θηλυκιά γεννάει 3-5 αυγά που έχουν χρώμα λευκό. Κλωσάει τ` αυγά και μετά από 25-32 ημέρες οι νεοσσοί αρχίζουν να βγαίνουν. Οι δύο γονείς αρχίζουν να τους τρέφουν με μικρά αμφίβια και έντομα.
Οι νεοσσοί, όταν γεννιούνται, είναι γυμνοί και με τα μάτια κλειστά. Παραμένουν στη φωλιά για δύο μήνες και οι γονείς δεν προλαβαίνουν να φέρνουν τροφή, που αποτελείται από βατράχια, σκουλήκια, σαλιγκάρια, μικρά ψάρια, έντομα, ακρίδες, κολεόπτερα, πολλές φορές μικρά πουλιά, μικρά θηλαστικά, σαύρες και μικρά φίδια. Παρ` όλες τις φροντίδες όμως των γονιών, δεν καταφέρνουν να επιζήσουν όλα τα νεαρά πουλιά, λόγω της μεγάλης θνησιμότητας που υπάρχει. Περίπου μετά από 3 μήνες, τα μικρά γίνονται ανεξάρτητα και σεξουαλικά ωριμάζουν μετά απ` το πέρασμα 3 χρόνων. Όταν κάνει ζέστη και τα μικρά βρίσκονται στη φωλιά, οι γονείς κάθονται μπροστά στον ήλιο για να τα προφυλάξουν και κάθε τόσο τα ποτίζουν ή ρίχνουν νερό στο σώμα τους. Ύστερα από δύο μήνες περίπου, οι μικροί Πελαργοί μπορούν και πετούν καλά. Ακολουθούν τους γονείς τους στην αναζήτηση τροφής, ενώ ταυτόχρονα γυμνάζονται για το μεγάλο ταξίδι που τους περιμένει.
Οι αποδημίες των Πελαργών είναι καλά μελετημένες χάρη στις έρευνες των ορνιθολόγων. Κάθε φορά που έρχονται ή φεύγουν οι Πελαργοί, αρχίζει μία καινούρια εποχή για τους ανθρώπους.
Στην Ελλάδα, οι Πελαργοί, όπως είπαμε, φθάνουν το Μάρτιο και φεύγουν για το μεγάλο τους ταξίδι μετά τις 20 Αυγούστου. Καμιά φορά μπορεί να δούμε ξεμοναχιασμένο κάποιο Πελαργό κατά τη διάρκεια του χειμώνα, μέσα σε κάποιο υγρότοπο. Σϊγουρα αυτός θα είναι ηλικιωμένος ή άρρωστος και δεν μπορεί να κάνει το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής για τα χειμωνιάτικα λημέρια του.
Οι κίνδυνοι που απειλούν τους Πελαργούς στη χώρα μας είναι πολλοί: πάνω απ` όλα, η καταστροφή των βιοτόπων τους από τις αποξηράνσεις των υγρών εκτάσεων, την έλλειψη τροφής, τα φυτοφάρμακα, τα ηλεκτροφόρα καλώδια που πολλές φορές τους προκαλούν ηλεκτροπληξίες.

«Οι τελευταίοι πελαργοί»


Του Γιώργου ΤΣΑΛΙΚΗ


Δέσποζε πάνω από την αγορά, αντίκρυ από τη ρωμέικη γειτονιά, το αρχοντικό του Κιαμήλ Μπέη. Ενα χτίσμα με χαρακτηριστικά μεσαιωνικού ρυθμού και αναγέννησης, μα και με έντονη επίδραση της Αιολικής αρχιτεκτονικής.
Σωστό παλάτι, γι' αυτό το μικρό χωριό της Μικράς Ασίας, ξεχώριζε με τον όγκο του και την επιβλητικότητά του. Πλούσιες αυλές και παρτέρια με λουλούδια και δέντρα της Ανατολής. Μαγιάτικα τριαντάφυλλα, λεβάντες, βασιλικά, χρυσάνθεμα και κατιφέδες, με υποστατικά για τους ανθρώπους και τα ζώα, που δούλευαν στα χτήματα του αφεντικού.
Ξέχωρη θέση είχε ο φούρνος, που άναβε κάθε Παρασκευή και μοσχομύριζε όλο το χωριό, με τα ζυμωτά ψωμιά από κεχριμπαρένιο στάρι, δικής του παραγωγής, τα κριθαρένια παξιμάδια και τα γεμιστά αρνιά, γαλοπούλες και κατσίκια, κατά προτίμηση σερνικά, μια και ο Κιαμήλ Μπέης βρισκόταν πια, πέρα από τη μέση ηλικία.
Οι κότες, οι πάπιες, οι φασιανοί και οι χήνες γύριζαν ανέμελα μέσα στα δικά τους παρτέρια. Πιο λαίμαργα απ' όλα τα πετούμενα, οι χήνες, έτρωγαν με βουλιμία ό,τι άχρηστο πετούσε από τα σφάγια ο μπάρμπα - Περικλής, ο Ρωμιός κολίγας τους.
Πάνω σ' αυτό το σπίτι, είχαν χτίσει πολλά χρόνια τώρα, με φορτία ολόκληρα από ξερόκλαδα, φρύγανα, χαρτιά, πανιά και πούπουλα, τη φωλιά τους, δυο πελαργοί. Κάθε χρόνο αυτά τα πουλιά έφερναν, κατά το τέλος του Απρίλη, την Ανοιξη σ' αυτό το χωριό κι ας είχε ακόμα πολλά χιόνια, ψηλά στις κορφές και το Καζ-νταγκ.
Πόσο, στ' αλήθεια, χαίρονταν Ρωμιοί και Τούρκοι τους πελαργούς, έτσι καθώς στέκονταν περήφανοι πάνω σα κεραμίδια του Κιαμήλ Μπέη, στο σπίτι του μαστρο-Αλκιβιάδη, στου Γιαβάζ Κωνσταντή, στο τούρκικο τελωνείο, στο καμπαναριό της εκκλησίας, στου μαστρο - Αντώνη του Πάγου.
Μα πιο πολύ από όλους αγαπούσαν τους πελαργούς του Κιαμήλ Μπέη. Η πελαργίνα χιμούσε στην αυλή του να προφτάσει κι αυτή κανένα έντερο από τα σφάγια, στρίγκλιζε ο χήνος και την κυνηγούσε, αγρίευε από πάνω ο πελαργός και κροτάλιζε το ράμφος του, μαλώνοντας την πελαργίνα του για τα πάρε - δώσε που είχε με το χήνο.
Αναγάλλιαζε η ψυχή των ανθρώπων του χωριού σαν έβλεπαν το πρωί, μαζί τους να φεύγουν για τον κάμπο σε μακρούς σχηματισμούς οι πελαργοί, την εποχή που ξεπετούσαν τα μικρά τους και τα μάθαιναν να κυνηγούν ποντίκια και φίδια και ακρίδες, καθαρίζοντας από όλα τα βλαβερά ζουλούμια, τα σπαρτά τους.
Στο λιμάνι του χωριού, ήταν ένας ατζέντης ο Ζαν Φρανσέ. Πρακτόρευε τα βαπόρια που φόρτωναν μεταλλεύματα από τα πλούσια μεταλλεία της Μπάλια. Ανθρωποι του σχοινιού και του παλουκιού. Πολλοί ναυτικοί τον γνώριζαν από τη Μασσαλία. Είχε ένα ύποπτο κέντρο με γυναίκες. Από τις πολλές φασαρίες που δημιουργούσε το μαγαζί του, το έκλεισε η αστυνομία. Αλλά από τις γνωριμίες που είχε με τους ανθρώπους της ρεμούλας, κατόρθωσε να τον στείλουν ατζέντη, εδώ στην Ανατολή.
Μα και εδώ δεν άφηνε άνθρωπο απείραχτο. Το είχε στο αίμα του να διασκεδάζει με τη δυστυχία των άλλων. Επινε καθημερινά και γελούσε με ένα αποκρουστικό γέλιο, που στο άκουσμά του έχανες κάθε διάθεση. Την αγάπη που είχαν οι άνθρωποι στους πελαργούς, χριστιανοί και μουσουλμάνοι σ' αυτό το χωριό, ο Ζαν Φρανσέ την έβλεπε με μίσος. Μέσα στο διαστραμμένο μυαλό του κατάστρωσε ένα τρομερό, ένα απαίσιο παιχνίδι σε βάρος των πελαργών του Κιαμήλ Μπέη.
***
Είχε δυο μέρες που η πελαργίνα είχε καθίσει στη φωλιά της και κλωσούσε τ' αυγά της. Τριάντα ολάκερες μέρες ο πελαργός θα της έφερνε τροφή, ώσπου να γεννηθούν τα μικρά τους. Ενα ασπρογάλανο φως άρχισε να ξεχύνεται κατά την Ανατολή, το σκοτάδι να σκορπίζει, μια καινούρια μέρα γεννιόταν. Ο Ζαν Φρανσέ με μια ανεμόσκαλα στο χέρι, κρυμμένος στο πίσω μέρος του σπιτιού του Κιαμήλ Μπέη, περίμενε να φύγει ο πελαργός.
Η Θανασώ, μια κοπελούδα από το αντικρινό σπίτι, τον είδε και πάγωσε από το φόβο της. Τι γύρευε, αναρωτιόταν, αυτός ο σατανάς πρωί - πρωί στη γειτονιά της.
Καθώς πέταξε ο πελαργός κατά τον κάμπο, ο Ζαν Φρανσέ ανέβηκε στη στέγη. Η πελαργίνα πετάχτηκε αλαφιασμένη κι έκανε γύρους πάνω από το σπίτι. Τρία μεγάλα αυγά με κίτρινες και πράσινες ανταύγιες ήταν μέσα στη φωλιά. Με γρηγοράδα πήρε το ένα αυγό και στη θέση του έβαλε ένα χηνίσιο, που ήταν σχεδόν ίδιο στο χρώμα και το μέγεθος.
Πέρασαν είκοσι - οχτώ μέρες. Ο Μάης βρισκόταν στο τέλος του και ο Ζαν Φρανσέ καθισμένος πρωί - πρωί στο καφενείο του Μπαρμπουνά, παρέα με ένα μπουκάλι κονιάκ, μπεκρούλιαζε, χαμογελούσε και η ματιά του καρφωμένη στη φωλιά των πελαργών του Κιαμήλ Μπέη.
Ξαφνικά μεγάλη αναταραχή στη φωλιά. Οι δυο πελαργοί μάλωναν. Ο αρσενικός χτυπούσε με το ράμφος του την πελαργίνα. Απορούσαν όλοι στον καφενέ γι' αυτή τη φασαρία. Εφυγε ο αρσενικός και σε λίγο άρχισαν να φθάνουν από τα γύρω χωριά πολλοί πελαργοί. Τι ήταν εκείνη η σύναξη; Ηταν δικαστήριο: Ο πελαργός κατηγόρησε την πελαργίνα για μοιχεία. Η απόδειξη ήταν ολοφάνερη. Ενα μπάσταρδο γεννήθηκε στη φωλιά τους. Από τα τρία μικρά που ξεπετάχτηκαν το ίδιο πρωί, το ένα ήταν χηνάκι. Ο άθλιος Γάλλος είχε καλά μελετήσει το έγκλημά του, γιατί οι χήνες κλωσούν είκοσι οχτώ μέρες.
Πάνω από εκατό πελαργοί είχαν συναχθεί στη στέγη του Κιαμήλ Μπέη. Πολλές ώρες κροτάλιζαν τα ράμφη τους. Πότε μιλούσε ο ένας, πότε όλοι μαζί επιδοκίμαζαν. Η απόφαση πάρθηκε ομόφωνη: Η πελαργίνα είχε πέσει στο αμάρτημα της μοιχείας! Επρεπε να πληρώσει. Μάνα και μπάσταρδο καταδικάστηκαν από τη σύναξη σε θάνατο. Πήραν το μπάσταρδο με το ράμφος τους, το πέταξαν στην αυλή του Κιαμήλ Μπέη και όλοι μαζί άρχισαν να χτυπούν την πελαργίνα. Σε λίγο ήταν νεκρή κοντά στη φωλιά της.
Εκαναν δυο - τρεις αργούς γύρους στο χωριό οι δικαστές και σίγουροι πως απέδωσαν το «δίκαιο» ξεμάκρυναν για τις δικές τους φωλιές. Κανείς δεν ήξερε πώς συνέβησαν όλα τούτα. Μονάχα ο διαστραμμένος κείνος Γάλλος άδειαζε το δεύτερο μπουκάλι, ικανοποιημένος για το μακάβριο έργο του.
Ξαφνικά αριβάρισε η Θανασώ μπροστά στον καφενέ και με φωνές και κατάρες είπε ποιος ήταν ο ηθικός αυτουργός αυτής της τραγωδίας. Ισα που πρόλαβε, τρέχοντας, ο Γάλλος να σωθεί, πάνω σ' ένα βελγικό βαπόρι που φόρτωνε μετάλλευμα.
Ο πελαργός πάσχιζε να αναθρέψει μονάχος του τα δυο μικρά του. Ο Αύγουστος δεν είχε ακόμα τελειώσει και μια τρομερή καταιγίδα ξέσπασε στο Καζ-ντακ. Τα πουλιά αλαφιασμένα ξεκίνησαν νωρίτερα για το ετήσιο ταξίδι τους στο Νότο. Στο ταξίδι αυτό ήταν μοιραίο να χαθούν μέσα στην καταιγίδα οι πελαργοί αυτού του χωριού. Ερημιά στις στέγες των σπιτιών, οι φωλιές χάλασαν, εκτός από τη φωλιά του Κιαμήλ Μπέη, που έστεκε έρημη και άδεια, μαρτυρώντας την αδικία αυτού του κόσμου.
Η Θανασώ μεγάλωσε, παντρεύτηκε, έφτιαξε το σπιτικό της, βλέπει από το παραθύρι του σπιτιού της τα ξερόκλαδα της φωλιάς του Κιαμήλ Μπέη και θυμάται με συμπόνια τους όμορφους κάτασπρους πελαργούς, με τα τριανταφυλλένια λαιμά και τα όμορφα πετάγματά τους, που έδιναν στο χωριό τους.
***
Μια άλλη μεγάλη καταιγίδα του Εθνους μας, η Μικρασιατική καταστροφή, πέταξε τη Θανασώ με την οικογένειά της, απέναντι, στο Μόλυβο της Λέσβου. Είναι τώρα πάνω από ογδόντα χρόνων, με παιδιά και εγγόνια. Διηγείται σε κείνα την ιστορία των τελευταίων πελαργών, την αδικία των πελαργών του Κιαμήλ Μπέη, για τις μαγικές ομορφιές της Ανατολής, για το περήφανο Καζ-ντακ με τα άγρια θηρία και τους αντρίκιους νόμους των ανθρώπων του, για τα πλούσια χώματα και τα μυρωδάτα λουλούδια της χαμένης πατρίδας της. Και όταν εκείνα απορημένα τη ρωτούν: γιατί γιαγιά Θανασώ φύγατε από τα χώματά σας; Ποιος ήταν η αιτία; Τότε εκείνη απαντά με σιγουριά. Οι Γάλλοι, παιδιά μου, οι «σύμμαχοί» μας. Λέτε μαθές να έχει δίκιο η Θανασώ;

H εξαφάνιση των πελαργών από τη Nότια Eλλάδα.

O πελαργός είναι αναμφίβολα ένα ιδιαίτερα αγαπητό από τους ανθρώπους πουλί. Αλλωστε ζει ανάμεσά μας ενώ ένα πλήθος θετικών παραδόσεων τον περιβάλλει: Σύμβολο μητρότητας λόγω της παραμοιώδους στοργής για τα μικρά του (ποιος δεν θυμάται την πρώτη ερμηνεία που άκουσε για το πώς έρχονται τα παιδιά στον κόσμο;) αλλά και σύμβολο ευτυχίας, καλότυχος ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που εκεί θα κατασκευάσει τη φωλιά του.Ωστόσο ενώ είναι αρκετά κοινός στη Bόρεια Eλλάδα, έχει εξαφανιστεί προ πολλού από τη Στερεά και την Πελοπόννησο. Όμως μέχρι την απελευθέρωση και τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού κράτους πολυάριθμες μαρτυρίες περιηγητών αναφέρουν τη συχνή ύπαρξη πελαργών στη Nότια Eλλάδα. "....επί τουρκοκρατίας ήρχοντο και κατεσκεύαζον τας φωλεάς αυτών εν Aθήναις, εν Θήβαις, εις Xαλκίδα και εις άλλα μέρη" έγραφε το 1880 ο Kωνσταντίνος Mαρούδης στο βιβλίο του "περί της χρησιμότητος των πτηνών" (Πιστή ανατύπωση της έκδοσης του 1880, Eλληνική Oρνιθολογική Eταιρία και Ευώνυμος Oικολογική Bιβλιοθήκη, Aθήνα 1995), και συνεχίζει: "σήμερον όμως ολίγα ζεύγη δυστυχώς φωλεοποιούσιν εν Θήβαις, εν Λειβαδειά και εν Λαμία. Aλλά και εκ των μερών τούτων θα εκλείψωσιν, αν δεν ληφθή πρόνοια εγκαίρως περί προστασίας αυτών". H Eλλάδα βέβαια της εποχής σταματούσε στην Kαλαμπάκα, ωστόσο η πρόβλεψη του συγγραφέα ευτυχώς δεν πραγματοποιήθηκε καθώς και σήμερα το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης του πελαργού φτάνει μέχρι το χωριό Mουρίκι, στις όχθες της Παραλίμνης, 12 χλμ. νοτίως των Θηβών.Ποιος ήταν όμως ο λόγος της εξαφάνισης των πελαργών από τη Nότια Eλλάδα; Θα τον διερευνήσουμε αντλώντας πληροφορίες από το μνημειώδες έργο του Kυριάκου Σιμόπουλου "Ξένοι ταξιδιώτες στην Eλλάδα" (τέσσερις τόμοι - 2.750 σελίδες).
Tα τουρκοπούλια...
"Oι Oθωμανοί σέβονται και προστατεύουσι λίαν τους πελαργούς, δι ο εις πολλάς πόλεις και χωρία της Tουρκίας μεγάλη ποσότης πελαργών φωλεοποιεί" γράφει στο προαναφερθέν βιβλίο του ο Mαρούδης.Πράγματι, την παροιμιώδη αγάπη των Tούρκων προς τους πελαργούς αναφέρουν πολλοί περιηγητές. Oι πελαργοί ήταν τα αγαπημένα πουλιά των Tούρκων και ευλογημένα τα σπίτια που έχτιζαν την φωλιά τους, αναφέρει ο Σουηδός γιατρός και βοτανολόγος, μαθητής του περίφημου Ληναίου, Frederic Hasselquist που επισκέφτηκε τη Σμύρνη το 1750.Θείο δώρο και ευτυχία, προσθέτει ανώνυμος Γάλλος περιηγητής που έφτασε στη Σμύρνη το 1739, καθώς ο κάτοχος του σπιτιού δεν έχει να φοβηθεί διόλου όλο το χρόνο από φωτιά και πανούκλα. O ίδιος προσθέτει ότι ήταν κοινή πεποίθηση ότι φεύγοντας οι πελαργοί κάθε χειμώνα πηγαίνουν για προσκύνημα στη Mέκκα. Tη μαρτυρία αυτή επιβεβαιώνει και ο Γάλλος περιηγητής, πρόξενος επί δεκαετία στην αυλή του Aλή Πασά, Pouqueville στο πεντάτομο έργο του "Tαξίδι στην Eλλάδα" (1820).Για τον λόγο αυτό μάλιστα τα αποκαλούσαν χατζηλελέκια, δίνοντάς τους το προσωνύμιο που παίρνει κάθε επισκέπτης της Mέκκας, και τα θεωρούσαν ως τα ιερά πουλιά του Iσλάμ. H αγάπη τους μάλιστα εκδηλωνόταν και έμπρακτα καθώς κάθε χρόνο, ύστερα από την αποδημία των πελαργών, ο καδής (των Iωαννίνων) έδινε εντολή να πιάσουν όσους πελαργούς δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν στο ταξίδι και να τους προσφέρουν τροφή και προστασία ως την άνοιξη.Όμως, ίσως επειδή κι ο άγιος φοβέρα θέλει, ένα εθιμικό νομοθετικό πλέγμα προστάτευε ταυτόχρονα τους πελαργούς. Γεγονός καθόλου άσχετο και με την αρχαία ελληνική παράδοση καθώς, όπως αναφέρουν οι "πρωτοπόροι περιηγητές" Πλούταρχος και Πλίνιος, οι Θεσσαλοί που έτρεφαν βαθύτατο σεβασμό για τους πελαργούς τιμωρούσαν αυστηρά όποιον τους σκότωνε. Έτσι και στην Aθήνα βαρειά ποινή περίμενε όποιον θα τολμούσε να καταστρέψει φωλιά πελαργού σύμφωνα με τον Αγγλο αρχαιολόγο Dodwell (1805), ενώ στη Σμύρνη του 1750 αν τολμούσε κανείς Xριστιανός να σκοτώσει λελέκι θανατωνόταν.
...και η εξόντωση.
Ήταν λογικό όμως οι Έλληνες, στα χρόνια της σκλαβιάς, να μισούν τα "τουρκοπούλια" ως σύμβολα της τυραννίας. Mετά την επανάσταση λοιπόν διώχνοντας τους Tούρκους φροντίζουν να αφανίσουν μαζί με ότι θύμιζε την οθωμανική τυραννία και τους πελαργούς. Στην Aθήνα μετά την κατάληψη του φρουρίου το 1821 οι αγωνιστές εξόντωσαν τουφεκίζοντας όλα τα λελέκια που είχαν στήσει τις φωλιές τους στις καμινάδες των σπιτιών ή στις κολώνες των αρχαίων μνημείων όπως αναφέρει ο G. Waddington.Ένας άλλος περιηγητής ο J. Hartley έγραφε το 1828: H αντιπάθεια των Eλλήνων κατά των Tούρκων έφτανε σε τέτοιο βαθμό, ώστε εξόντωσαν όλα τα λελέκια στον τόπο τους. Όταν τους ρώτησα γιατί, μου είπαν "το λελέκι είναι τούρκικο πουλί. Ποτέ δεν έχτιζε τη φωλιά του σε σπίτι ελληνικό αλλά πάντα σε τούρκικο".Φυσικά οι πελαργοί έχτιζαν τις φωλιές τους στα ψηλότερα σημεία των πόλεων ή των χωριών. Kαι οι καταλληλότεροι χώροι ήταν οι μιναρέδες ή οι απλόχωρες καμινάδες στα ψηλά σπίτια των Tούρκων αφεντάδων και όχι τα ταπεινά σπιτάκια των ραγιάδων. Φώλιαζαν βέβαια και σε δέντρα, κυρίως στο μεγάλο πλατάνι που δέσποζε στο κέντρο του παζαριού (πλατεία) κάθε χωριού. Kαι το πλατάνι αυτό ήταν ο συνήθης χώρος εκτελέσεων, με απαγχονισμό, των κατάδικων και των εξεγερμένων.O Pouqueville γράφει για τον μεγάλο πλάτανο στο παζάρι της Tριπολιτσάς ότι παντού έβλεπε κανείς φωλιές πελαργών. H τύχη του πλατανιού αναφέρεται στα άπαντα Tερτσέτη: Διηγόταν ο Kολοκοτρώνης ύστερα από την απελευθέρωση της πόλης: "Όταν εβγήκα εις την Tριπολιτσά, μου έδειξαν εις το παζάρι τον πλάτανο όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας και είπα: - Αιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθησαν εκεί, και διέταξα και τον έκοψαν".Eνδεικτική της απαξίας που έτρεφαν οι Έλληνες για τους πελαργούς είναι, επίσης, η δοξασία που μεταφέρει ο Αγγλος λοχαγός Leake που περιηγήθηκε την Eλλάδα επί μία ολόκληρη πενταετία (1804-1810). Σύμφωνα με αυτήν στην Tριπολιτσά, όπως και σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, πίστευαν ότι τα χελιδόνια έρχονται την άνοιξη από την Aφρική κουρνιασμένα στη ράχη των γερανών.Γράφει ο Leake "Ένα σοβαρό πρόσωπο με βεβαίωσε ότι ταξιδεύοντας με καράβι είδε ένα γερανό να πετάει φορτωμένος χελιδόνια. Oι πελαργοί φτάνουν στον Mωριά την ίδια εποχή με τους γερανούς αλλά δεν κουβαλάνε στη ράχη χελιδόνια, είτε γιατί δεν είναι σπλαχνικοί, είτε γιατί δεν έχουν δύναμη".




του Σταύρου Υφαντή,
αναδημοσίευση από το περιοδικό ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ, τεύχος 14, Μάιος-Ιούνιος 1999

Mt. Kilimanjaro


Οι αρραβώνες στην ορεινή Ναυπακτία...


1. Γαμήλια δώρα στους πασσάδες.

Για να λάβουμε και μια ιδέα των δοσιμάτων έκτακτης και τακτικής φορολογίας του υπόδουλου Ελληνισμού στον ξενικό ζυγό αναφέρω σχετικά το τί προσέφεραν οι ραγιάδες με την ευκαιρία των γάμων του Πετούς γιου του Αλή Πασά Σαλήχ.

Οι ραγιάδες έχουν δεν έχουν προστάζονται και προσφέρουν γαμήλια δώρα. Πόλεις και χωριά και συντεχνίες προσέφεραν δώρα. Γέμισαν από βόδια, άλογα, μουλάρια, γίδια, πρόβατα, κόττες. Οι χωριάτισσες πήγαιναν φορτωμένες ξύλα και μέλι, ξυπόλυτες και μισόγυμνες με τους άντρες τους τραγουδώντας, δήθεν από χαρά, γιατί συνοδεύονταν από στρατιώτες, με ραβδιά, που τους ανάγκαζαν να βαδίζουν και να τραγουδούν. Η Κράβαρη προσέφερε 200 κριάρια, το Απόκουρο 150. Ο καπετάν Στουρνάρης 20 κριάρια και ένα ελάφι. Ο Γιωργάκης Κανναβός 2 πρόβατα αρσενικά και ένα τουφέκι. Όλα τα πεσκέσια από όλο το πασαλίκι στους γάμους του παιδιού του Αλή έφτασαν τις 24.422 κριάρια, 759 μουλάρια, 31 άτια, 117 άλογα. Ένα εκατομμύριο αξία και πλέον, γι'αυτό τα πεσκέσια ήταν από τα καλύτερα και επαναλαμβανόμενα με την ευκαιρία κάθε χαράς του Εφέντη (γενέθλια, γάμους, γιορτές κ.λπ.). Όποιος αρνιόταν να προσφέρει πεσκέσια, το πλήρωνε με τη ζωή του. Οι φόροι στο Πασαλίκι έφταναν 10—12 εκατομμύρια, τότε που η οκά το ψωμί στοίχιζε 15 λεπτά και το κρέας 8 δεκάρες.
2. Αρραβώνες.
Όταν ακόμα είναι μικρά τα παιδιά, βάνουν με το νού τους οι μεγάλοι πως να ταιργιάσουν. Κρατούν φιλίες και δανείζονται και βοηθιούνται και σεμπρεύουν και στανεύουνε αντάμα τα γιδοπρόβατά τους. Σκέψεις και τρόποι είναι τέτοιοι που οδηγούν, ώστε να γίνουν ξανά δικοί όσοι ξεσυγγένεψαν. Αποφεύγουν την κουμπαριά κι'απαντούν σε πρόταση σχετική: «Δεν πειράζει εμείς έχουμε παιδιά και δεν ξέρουμε πως είναι το τυχηρό ας μην κουμπαρέψουμε». Έτσι τα παιδιά παίρνουν αβίαστα και ανεπίγνωστα το δρόμο που διορίζουν οι γονείς κι αναπτύσσουν συμπάθεια μεταξύ τους— καμμιά φορά παράκαιρα πάνε και πιό πέρα από τη θέληση των γονέων. Κι οι φρόνιμοι τα βολεύουν χωρίς τη δυσαρέσκεια στη μέση. Είναι και μερικοί γονείς ψευτοφιλότιμοι. Φέρνουν έντονες αντιρρήσεις σε κάτι που κατά βάθος οι ίδιοι θέλησαν και καλλιέργησαν («ώρμωσαν»). Και το αίτιο ήταν ότι τα παιδιά δεν τους ενημέρωναν λεπτομερειακά γιά όλες τις ολότελα προσωπικές υποθέσεις της ιδιωτικής τους ζωής. Νιάτα... αλλά και όρια και συνέπεια απαραίτητα. Αφού με τον καιρό, ευοδωθούν τα κουβεντολόγια για προίκες και προικιά των παιδιών, ιδίως των εξαρτημένων στενώτερα από τη θέληση των τρανών, τότε ένα Σαββατόβραδο, ακούονται τα τουφέκια. Σαν αστραπή από στόμα, σε στόμα, μαζί με τα καλορίζικα μεταδίδεται η είδηση για τα τελειώματα του τάδε με το κορίτσι του δείνα. Δε λείπουν όμως και τα ζόρικα παιδιά που κάνουν πέρα τις προίκες και τα προικιά. Τα παίρνουν βέβαια σαν τύχει και βρεθούν. Δεν βάζουν όμως την καρδιά τους στο καλούπι των γονιών τους. Πιό πάνω βάζουν την αγάπη τους. Την κάνουν στεφάνι και δαχτυλίδι. Φλάμπουρο στη ζωή τους. Πάει ο γαμπρός με τους συγγενείς και το νουνό του το Σαββατόβραδο στο σπίτι της καλής με μικροδώρα. Τους έχουν έτοιμο τραπέζι. Έχουν κουβεντιαστεί από πριν πόσοι και ποιοί θα πάνε. Το βράδυ αυτό δίνουν επίσημο χαρακτήρα στις σχέσεις των οι νέοι. Ο γαμπρός πάει τα δαχτυλίδια. Ο πρωτόγερος, ο νουνός ή ένας από τους γονείς των παιδιών σταυρώνει σ' ένα δοχείο, πιάτο ή δίσκο τα δαχτυλίδια και τα περνάει στα δάχτυλα των παιδιών κατά το συνήθειο , ώστε να μάθει όλος ο κόσμος το ανεπάντεχο μυστικό ή να πιστέψει ό,τι σιγοψυθιρίζεται, να αποτραβηχτεί ο τυχόν αντίζηλος, να πάει αλλού, γιατί εδώ δεν πέρασε η μπούγια του. Χώρεσε σε πιό πλατιά καρδιά η κοπέλλα, που έκανε την καρδιά του αντίζηλου να χτυπάει. Γλέντι χαρά τραγούδι καμμιά φορά ως την αυγή. Γι' αυτό αφήνουν να συμπίπτει η αυγή εκείνη με το ξημέρωμα της Κυριακής. Με τα «ζωσίματα» τα δώρα δηλαδή που η νύφη πρόσφερε στον αρραβωνιαστικό και στη συντροφιά του, γονείς κλπ., κρεμασμένα στον ώμο ή στη μέση τους, ζωσμένα, όταν ετούτος είναι συντοπίτης, οι φίλοι και συγγενείς του γυρίζουν στο σπίτι του σιγοτραγουδώντας, κατά κανόνα, τούτο το τραγούδι:
1) «Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια,
τώρα οι πέρδικες, σνχνολαλούν και λένε:
Ξύπνα αφέντη μου, ξύπνα καλό μου ταίρι».
κ.λπ. κ.λπ.
2) «Για ιδέστε το Μαργιόλικο, και το μαργιολεμένο
πως σέρνει το φεσάκι του, σαν νάναι μεθυσμένο!
Αυτό δεν είναι μέθυσμα μούδε κρασί πιωμένο
η αγάπη το βαλάντωσε κι' είναι βαλαντωμένο!
Σαράντα κίτρινα φλουριά σε μια κλωστή δεμένα
για πάρτα κι' έλα μια βραδυά κι' ένα Σαββάτο βράδυ.»
3) «Μια κοντή, κοντούλα, εδώ στη γειτονιά,
που έχει μαύρα μάτια και σγουρά μαλλιά,
η μάνα της τη δέρνει και την τυραννεί,
για να μαρτυρήσει, ποιος τη φίλησε.
Μη με δέρνεις μάνα, μη με τυραννείς
κι' εγώ θα μαρτυρήσω ποιος με φίλησε.
Μ' ούδε ξένος ήταν μ' ούδε αλαργινός,
κοντογείτονάς μας ήταν και γραμματικός.
Μια φορά στ' αμπέλι δυό στον αργαλειό
κι' άλλη μια στο σίτι πού είμασταν τα δυό!»


Κείμενο: Γιώργος Αθ. Μποσινάκος

Ο Γεώργιος Μποσινάκος είναι Δάσκαλος-Λογοτέχνης από την Αράχοβα Ναυπακτίας.

ULURU AUSTRALIA


ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΚΟ...

...της Αιτωλίας η σκέπη.

Αγέλαος



Το 217 π.Χ. πρωτοστάτησε στη σύναψη ειρήνης στη Ναύπακτο, μεταξύ των Αιτωλών και των Αχαιών. Εκείνη την περίοδο ο Φίλιππος Γ' της Μακεδονίας έκρινε πρόσφορη για να επιτεθεί εναντίον της Ιλλυρίας κα Ιταλίας. Γι' αυτό προσπάθησε να επιβάλει την ειρήνη μεταξύ των εμπόλεμων Αιτωλών και Αχαιών. απελευθέρωσε αμέσως τον Ναυπάκτιο Κλεόνικο, άνδρα με πολλές ικανότητες, τον οποίο κρατούσαν αιχμάλωτο οι Αχαιοί και τον έστειλε να μεταφέρει προτάσεις ειρήνης στους Αιτωλούς. Οι Αιτωλοί δέχτηκαν να γίνει διάσκεψη των αντιπάλων στη Ναύπακτο. Η συνάντηση έγινε στη θέση "Κοίλα της Ναυπάκτου", βορειοδυτικά της πόλης και σε απόσταση από αυτήν είκοσι σταδίων. Στη διάσκεψη ακούστηκαν πολλές ομιλίες από όλες τις πλευρές, τις οποίες ο ιστορικός Πολύβιος παραλείπει ως μη άξιες λόγου. Αναφέρει μόνο ως σπουδαία τη δημηγορία του στρατηγού Αγέλαου για τις πατριωτικές της παραινέσεις για αλληλεγγύη, ενότητα και ομόνοια, μπροστά στον επερχόμενο ρωμαϊκό κίνδυνο. «Το καλύτερο που θα μπορούσαν να κάνουν οι Έλληνες» είπε «θα ήταν να μην πολεμούν μεταξύ τους, αλλά να χρωστούν μεγάλη χάρη στους Θεούς, και αν δίνοντας τα χέρια, όπως γίνεται συνήθως, όταν πολλοί μαζί θέλουν να περάσουν το ίδιο ποτάμι, ενώνονταν μεταξύ τους και έσωζαν έτσι από τις επιθέσεις των βαρβάρων τους εαυτούς τους και τις πόλεις. Αλλά αν αυτό δεν μπορεί να γίνει, θα έπρεπε, τουλάχιστον στις σημερινές περιστάσεις, να συμφωνήσουν μεταξύ τους, στρέφοντας την προσοχή τους στα γεγονότα που συμβαίνουν τώρα στη Δύση (Ιταλία) γιατί δεν χρειάζεται να έχει ασχοληθεί κανείς πολύ με την πολιτική, για να καταλάβει ότι είτε οι Καρχηδόνιοι νικήσουν τους Ρωμαίους, είτε οι Ρωμαίοι νικήσουν τους Καρχηδόνιους, οι νικητές δεν θα περιοριστούν μόνο στην Ιταλία και στη Σικελία, αλλά θα έλθουν εδώ και θα επεκτείνουν την κυριαρχία τους πέρα του πρέποντος. Γι’ αυτό λοιπόν, πρέπει όλοι να καιροφυλακτούν και ιδιαίτερα ο Φίλιππος. Αυτό σημαίνει, ότι πρέπει να σταματήσει να φθείρει τις δυνάμεις των άλλων Ελλήνων πολεμώντας εναντίον τους και κάνοντάς τους εύκολη λεία των επιτιθέμενων, αλλά αντίθετα να φροντίζει εξίσου για όλους, σαν να ανήκει όλη η Ελλάδα στον ίδιο. Γιατί μόνο έτσι θα έχει την εύνοια και ακόμα την υποστήριξή τους σε κάθε ξένη επιβουλή. Έπειτα εκείνος που θα θελήσει να επιτεθεί εναντίον του θα διστάσει να το πράξει, αν γνωρίζει ότι οι άλλοι Έλληνες είναι με το μέρος του…». Στο βασιλιά της Μακεδονίας συνέστησε επίσης να στρέψει τη δραστηριότητά του στη Δύση, γιατί δεν θα ήταν καθόλου απίθανο στην κατάλληλη περίσταση να επεκτείνει την κυριαρχία του και εκεί. Η παρούσα περίσταση, είπε, είναι κατάλληλη για την πραγματοποίηση αυτής της ελπίδας. Τον συμβούλεψε ακόμα, τυχόν διαφορές του με τους άλλους Έλληνες, να αναβάλει για αργότερα, όταν δηλαδή δεν θα υπήρχε εξωτερικός κίνδυνος. «Γιατί αν ποτέ» είπε «τα νέφη της Δύσης έρθουν στην Ελλάδα, πολύ φοβούμαι ότι, χωρίς να το θέλουμε, θα σταματήσουμε να φιλονικούμε μεταξύ μας, ή να συμβιβαζόμαστε όπως τώρα. Τότε θα παρακαλούμε τους Θεούς να μας δώσουν και πάλι την ελευθερία να ρυθμίζουμε τις διαφορές μας μόνοι μας, όποτε θέλουμε-αλλά θα είναι πολύ αργά» Η διάσκεψη της Ναυπάκτου ήταν το τελευταίο πανελλήνιο συνέδριο που έγινε στην ελεύθερη Ελλάδα. Η εμπνευσμένη ομιλία του Αγέλαου προκάλεσε βαθιά απήχηση, ώστε ο κάθε σύνεδρος φεύγοντας από τη Ναύπακτο μετέφερε στη πατρίδα του το πολύτιμο δώρο της ειρήνης. Οι Αθηναίοι τίμησαν τον Αγέλαο για την σπουδαία συμβολή του στην εδραίωση της ειρήνης και τον ανακήρυξαν στρατηγό τους. Αργότερα όμως, καθώς γίνεται με όλους τους μεγάλους άνδρες στο τέλος, τον κατηγόρησαν, πως δήθεν τους στέρησε όλες τις εξωτερικές ωφέλειες και ελπίδες για το μέλλον, εφ’ όσον είχε συνάψει ειρήνη, όχι με μερικούς, αλλά με όλους τους Έλληνες. Ο βαρυσήμαντος λόγος του Αγέλαου και οι προτροπές του για ειρήνη είναι μία μεγάλη στιγμή του Ελληνισμού της αρχαιότητας. Η πολιτεία θέλοντας να τιμήσει την συμβολή του Αγέλαου στην ιστορία, έδωσε το όνομά του σε κεντρική οδό της πόλης της Ναυπάκτου. Η οδός Αγελάου αρχίζει από το Διοικητήριο της πόλης και τέμνοντας κάθετα τις λεωφόρους Κ. Τζαβέλα και Ν. Μπότσαρη καταλήγει στην παραλία.

22/1/09

ΟΙ ΚΟΥΡΗΤΕΣ



Αρχαιότατος λαός της δυτικής Ελλάδας και συγκεκριμένα της Αιτωλοακαρνανίας που συγγένευε με τους Καλυδωνίους.
Αναφέρονται από τον Όμηρο ως διεκδικητές της Καλυδωνίας από τους Αιτωλούς. Το όνομά τους ετυμολογείται κατά τους μεν από το Κούριο όρος της Αιτωλίας, κατά τους δε από το γεγονός ότι «έκειραν» (κούρευαν) το μπροστινό μέρος της κώμης τους σε αντίθεση με τους Ακαρνάνες γείτονές τους που τη διατηρούσαν άθικτη.
Πάντως κατά τον Στράβωνα οι Κουρήτες ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Αιτωλίας και προέρχονταν ή από την Εύβοια ή από την Κρήτη.


ΙΛΙΑΔΟΣ - ΡΑΨΩΔΙΑ I΄
(στίχοι : 434-606)

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ]




Ο γέρο - Φοίνικας, διδάχος του Αχιλλέα, μιλάει με παραβολές:

Όσο που ο Φοίνιξ άρχισε, δακρύζοντας ως είδε
καταστροφή να κρέμεται στων Αχαιών τα πλοία:
«Αν στην πατρίδα σου εννοείς, λαμπρότατε Αχιλλέα,
να επανέλθεις και ο δεινός θυμός σου δεν σ’ αφήνει
παντάπασι τα πλοία μας να σώσης απ’ τες φλόγες,
πως, ω παιδί μου αγαπητό, μακράν σου δω να μείνω
μόνος; Και δια σε μ’ έστελνεν ο γέρος σου πατέρας,
όταν στον Αγαμέμνονα εσ’ έστελνε απ’ την Φθίαν
νέον, ακόμη αμάθητον του φοβερού πολέμου
και των λαμπρών ομιλιών, όπου διακρίνοντ’ άνδρες
δια τούτο εμέν’ απόστειλε, σ’ αυτά να σε διδάξω
ώστε να γίνεις έξοχος στον λόγον και στην πράξιν.
Ώστε από σε να χωρισθώ δεν ήθελα, παιδί μου,
κι εάν θεός μου υπόσχονταν το γήρας ν’ αποξύση
και να με κάνει ακρόνεον, ως ήμουν ότε πρώτα
την καλλιγύναικ’ άφησα Ελλάδα, δια να φύγω
τον Ορμενίδη Αμύτορα πατέρα μου που ωργίσθη
σ’ εμέ δι’ ωραίαν παλλακήν, που αγάπα κι επροτίμα
απ’ την μητέρα μου, και αυτή θερμά μ’ επαρεκάλει
συχνά τόσο, που μ’ έπεισε να πέσω με την νέαν
πρώτος, ώστε τον γέροντα ν’ αποστραφή κατόπιν.
Το νόησε ο πατέρας μου κι επρόφερε κατάραν,
στην κεφαλήν μου τες φρικτές καλώντς Ερινύες,
στα γόνατά του, σπέρμα μου ποτέ να ην καθίση.
Κι ενέργησαν οι αθάνατοι την πατρικήν κατάραν,
ο χθόνιος Ζευς κι η άσπονδη στον Αδη Περσεφόνη.
Και στον θυμόν μου εσκέφθηκανα κόψω τον πατέρα.
Αλλά μ’ επράυνε ο θεός, αμ’ έβαλε στον νουν μου
πόσους θ’ ακούσ’ ονειδισμούς απ’ την φωνήν του κόσμου,
αν πατροφόνον οι Αχαιοί κατόπιν μ’ ονομάσουν.
Τότε να περιφέρωμαι στο σπίτι του πατρός μου
του θυμωμένου, αποστροφήν αισθάνετο η ψυχή μου.
Και ολόγυρά μου συγγενείς, εξάδελφοι και φίλοι
παρακαλούσαν με θερμώς να μην αναχωρήσω.
Κι έσφαζαν αρνιά πάμπολλα, μόσχους πολλούς, κι εβάζαν
χοίρους πολλούς, όπ’ έλαμπαν στο πάχος μες στην φλόγα
του Ηφαίστου να καψαλισθούν. Και το κρασί επίναν
άφθον’ από του γέροντος τα πήλινα πιθάρια.
Κι εννέα νύκτες έμειναν κοντά μου και αλλαζόνταν
στην φύλαξιν και την φωτιάν ακοίμητην κρατούσαν,
άλλην στης καλοτείχιστης αυλής μέσα στον γύρον
και άλλην στον πρόδρομον, εμπρός στην θύραν του θαλάμου.
Και της νυκτός ότ’ έφθασε το σκότος της δεκάτης,
τότ’ έσπασ’, αν και στερεήν, την θύραν του θαλάμου
και της αυλής επήδησα το τείχος και ούτε οι άνδρες
μ’ εννόησαν που φύλαγαν, ούτε οι γυναίκες δούλες.
Μακράν να φύγω εδιάβηκα ’πό την πλατιάν Ελλάδα
κι έφθασα στην καλόσβωλον, την αρνοθρόφον Φθίαν.
Και ο βασιλέας ο Πηλεύς μ’ εδέχθηκε εγκαρδίως,
και μ’ είχε, ως μονάκριβον υιόν έχει ο πατέρας,
που στα πολλά του υπάρχοντα θ’ αφήση κληρονόμον.
Πολύν μου έδωκε λαόν και πλούτη και στης Φθίας
την άκρην άρχον μ’ έστησε του γένους των Δολόπων.
Και ως είσ’ εγώ σ’ ανάστησα, θεόμορφε Αχιλλέα,
με πολύν πόθον, επειδή δεν ήθελες ποτέ σου
εις δείπνον έξω ή σπίτι σου χωρίς εμέ να τρώγης.
Στα γόνατά μου σ’ έπαιρνα και σου’διδα προσφάγι
κομμένο από τα χέρια μου, και το κρασί στο χείλος,
πολλές φορές μου έβρεξες στα στήθη τον χιτώνα
από κρασί, που, αδύναμο παιδάκι, εξεχειλούσες.
Εβασανίστηκα για σε, διότ’ είχα στον νουν μου,
ότι μου αρνούντ’ οι αθάνατοι παιδί της γενεάς μου,
και σε παιδί μου σ’ έκαμα, ισόθεε Πηλείδη,
ώστε από θάνατον κακόν, αν τύχη να με σώσης.
Αλλ’ ας λυγίση η αδάμαστη ψυχή σου, Αχιλλέα.
Μην είσαι ανήλεος. Κι οι θεοί συγκλίνουν, αν κι εκείνων
ανώτερ’ είναι η αρετή και η δύναμις και η δόξα.
Και όμως την γνώμην των θεών οι άνθρωποι γυρίζουν
με κνίσσαν, με θυμίαμα, με προσευχές γλυκείες
αν εις αυτούς ασέβησαν κι επράξαν ανομίαν.
Ότ’ οι Ικεσίες του Διός του υψίστου θυγατέρες,
είναι χωλές, αλλήθωρες, στην όψιν ζαρωμένες
και φροντισμένες σέρνονται οπίσω από την Άτην.
Κι η Άτη στερεόποδη, γερή πολύ, προτρέχει
σ’ όλην την γην και τους θνητούς προφθάνει ν’ αδικήση.
Και αυτές έρχονται πίσω της τ’ αδίκημα να σιάσουν.
Και όποιος με ευλάβειαν δέχεται τες κόρες του Κρονίδη,
τον βοηθούν και ακρόασιν στες προσευχές του δίδουν.
Και αν τες αρνείται αμάλακτος, παρακαλούν τον Δία
να στείλει ευθύς κατόπι του την Άτην, δια να πάθη
όμοια και αυτός και ολόκληρον το κρίμα να πλερώσει.
Και συ στες κόρες του Διός να δώσεις, ω Αχιλλέα,
το σέβας που και άλλων καλών πραϋνει την καρδίαν.
Ότι αν δώρα δεν έφερνεν και δεν εκήρυττ΄ άλλα
ο Ατρείδης, αλλά πάντοτε βαστούσε την οργήν του,
τότε δεν θα σου έλεγα ν’ αφήσεις τον θυμόν σου,
να’λθεις βοηθός των Αχαιών, όσην και αν είχαν χρείαν.
Πλην τώρα δίδει σου πολλά και υπόσχετ’ άλλα οπίσω,
και σου’στειλ’ άνδρες ταπεινά σ’ εσένα να προσπέσουν
τους εκλεκτούς των Αχαιών και οπού’ναι αγαπητοί σου.
Τους λόγους και τον δρόμον των συ μη καταφρονέσης.
Και ως τώρ’ αν εχολεύεσο κατάκρισην δεν είχες.
Και των ηρώων παλαιών αυτά μας λέγ’ η φήμη,
κι εάν βαρύς εκάθιζε θυμός εις την ψυχήν τους,
αμάλακτοι δεν έμεναν στον λόγον και στα δώρα.
Τούτο ενθυμούμαι το συμβάν εγώ καιρών αρχαίων
ως έγινε. Θα σας το ειπώ, σεις όλοι αγαπητοί μου.
Με τους ανδρείους Αιτωλούς εμάχοντο οι Κουρήτες
της Καλυδώνος έμπροσθεν κι εσφάζοντο με λύσσαν,
οι Αιτωλοί την πάντερπνην να σώσουν Καλυδώνα,
και να την πάρουν στην ορμήν της λόγχης οι Κουρήτες.
Ότ, η χρυσόθρονη Άρτεμις πληγήν τους είχε στείλει,
ότι απαρχές του θερισμού δεν πρόσφερεν εκείνης
ο Οινεύς κι εχαίροντο οι θεοί την εκατόμβην όλοι,
αλλ’ όχι η κόρη του Διός. Την είχε λησμονήσει
αυτός ή δεν το’χε σκεφθή. Κι ασέβησε μεγάλως.
Θύμωσε η θεογέννητη παρθένα τοξοφόρα
και του’στειλε δασόθρεπτον λευκόδοντ’ άγριον χοίρον,
που στου Οινέως κάθισε το κάρπιμο χωράφι
και αφάνιζ’ όλα ρίχνοντας μεγάλα δέντρα κάτω
όλα βγαλμένα σύρριζα με τ’ άνθη των καρπών τους.
Ο Οινείδης ο Μελέαγρος τον φόνευσε με πλήθος
σκύλων και ανδρών που εσύναξε τριγύρω από τες χώρες.
Ολίγοι το θεόρατο θεριό δεν θα νικούσαν,
που άνδρες ανέβασε πολλούς εις την πυράν του τάφου.
Κι επάνω του άναψε η θεά πολλήν βοήν και αγώνα,
των ανδρειωμένων Αιτωλών και των Κουρήτων μάχην
του χοίρου δια την κεφαλήν και το δασύ του δέρμα.
Και όσ’ ο δεινό Μελέαγρος τον πόλεμον βαστούσε,
πάντοτ’ ενίκων οι Αιτωλοί κι εβιάζαν τους Κουρήτες
να μείνουν, αν κι ήταν πολλοί, στα τείχη τους κλεισμένοι.
Αλλ’ όταν τον Μελέαγρον πήρε ο θυμός, που και άλλων
ανδρών των πλέον συνετών συχνά τα σπλάχνα καίει,
αφού με την μητέρα του χολώθη την Αλθαίαν,
με την Κλεοπάτραν έμενεν, ωραίαν νυμφευτήν του
που’χε γεννήσ’ η Μάρπησσα καλόφτερνη Ευηνίνη,
και ο Ίδης, ο ανδρειότερος των τότε ανδρών ηρώων,
ώστε το τόξον έπιασε τον Φοίβον να κτυπήση
γι’ αγάπην της νεόνυμφης καλόφτερνης Μαρπήσσης.
Εκείνης βγάλαν οι γονείς παράνομ’ Αλκυόνην,
ότι πικρόν παράπονον ωσάν της Αλκυόνος
θρηνολογούσε η μάνα της θλιμμένη, απ’ ότε ο Φοίβος
Απόλλων απ’ τον κόλπον της την πήρε ο μακροβόλος.
Σιμά της έτρεφεν αυτός την πίκραν της χολής του
απ’ τες κατάρες της μητρός, που έκλαιε τον φόνον
του αδελφού της κι έκραζε και τους επουρανίους
θεούς, και με τα χέρια της την θρέπτραν γην κτυπώντας
στα γόνατά της καθιστή, στα δάκρυα πνιγμένη,
τον Άδην και την φοβερήν καλούσε Περσεφόνην
να της φονεύσουν τον υιόν και στ’ άπονά της σπλάχνα
η Εριννύς στο Έρεβος εδέχθη την κατάραν.
Αλλ’ ότε ακούσθη οχλοβοή και κτύπος εις τες πύλες
των πύργων που επροσβάλλοντο, των Αιτωλών οι γέροι
τον ικετεύαν κι έστειλαν ιερείς, όσ’ ήσαν πρώτοι,
να’λθη βοηθός και υπόσχονταν μέγα να δώσουν δώρον.
Να εκλέξει από τον πρόσχαρον αγρό της Καλυδώνος
το μέρος το παχύτερο, πεντήκοντα στρεμμάτων,
εξαίσιον κτήμα, το μισό χωράφι αμπελωμένο,
τ’ άλλο μισό αφύτευτο και οργώσιμο χωράφι.
Επρόσπεσε και ο γέροντας Οινεύς εις τον υιόν του
και ανέβηκεν εις του υψηλού θαλάμου το κατώφλι
ωσάν ικέτης κι έσειε τες κολλητές σανίδες.
Του πρόσπεσαν κι οι αδελφοί και η σεβαστή μητέρα
και αυτός αρνείτο πάντοτε. Του πρόσπεσαν οι φίλοι,
απ’ όσους είχε, σεβαστοί σ’ αυτόν και αγαπημένοι,
αλλ’ ουδ’ αυτοί δεν έπεισαν, ωσπού’φθασεν ο κτύπος
στον θάλαμον και ανέβαιναν τους πύργους οι Κουρήτες
και την μεγάλην άρχιζαν να κάψουν Καλυδώνα.
Και τότε στον Μελέαγρον επρόσπεσεν η ωραία
ομίκλινή του κλαίοντας και του’δειξε όσα πάθη
στην πόλην που πατήσει εχθρός οι άνθρωποι παθαίνουν.
Σφάζουν τους άνδρες, η φωτιά την πόλιν ερημάζει,
και δούλους παίρνουν τα παιδιά και τες γυναίκες ξένοι.
Στα τόσα που άκουσε κακά κλονίσθη στην καρδίαν
κι εζώσθη τα λαμπρ’ άρματα να πεταχθή εις την μάχην.
Κι έτσι από ιδίαν θέλησιν τους έσωσεν εκείνος.
Πλην δεν του εδώσαν οι Αιτωλοί τα εξαίσια δώρα πλέον
και χάρισμ’ απ’ τον όλεθρον τους έσωσε στο τέλος.
Όμοια μη σκέπτεσαι κι εσύ παιδί μου. Μη σε σύρει
κακός θεός και είν’ άσχημο βοηθός να δράμης μόνον
όταν τα πλοία καίωνται. Πρόλαβε, αφού με δώρα
σε προσκαλούν οι Αχαιοί, που ωσάν θεόν θα σ’ έχουν.
Και αν κατεβής αδώρητος στην ανδροφθόρον μάχην
ομοίαν απ’ την νίκην σου τιμήν δεν θ’ απολαύσης.».

ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Μετά 1453, το οθωμανικόν κράτος διαιρέθηκε σε ευρείες διοικητικές περιφέρειες τα μπεηλερμπεηλίκια ή εγιαλέτια, όπως ονομάσθηκαν μετά το 1591 επί Μουράτ Γ’ (1574-1595). (Αντιστοιχούσαν προς τις γενικές διοικήσεις Πελοποννήσου, Μακεδονίας κ.λ.π., στις οποίες ήταν διαιρεμένη παλαιότερα η Ελλάδα, αν και το εγιαλέτιον ήταν συνήθως περιφέρεια κατά πολύ ευρύτερη αυτών). Αυτή η μέγιστη διοικητική περιφέρεια του οθωμανικού κράτους ήταν διαιρεμένη, κατά περίπτωση, σε μεγάλο ή μικρό αριθμό σαντζακίων (νομών).
Κάθε σαντζάκιον (νομός) διαιρούνταν σε μικρότερες διοικητικές περιφέρειες, τους καζάδες (επαρχίες).
Κάθε καζάς (επαρχία) ήταν διαιρεμένος στους ναχιγιέδες. (Ο ναχιγές αντιστοιχούσε προς τους παλαιότερους ελληνικούς δήμους, οι οποίοι συναποτελούνταν από πολλά χωριά, με μια κύρια πόλη τουλάχιστον ως πρωτεύουσα).
Η Στερεά Ελλάδα ήταν διαιρεμένη σε τρία σαντζάκια (νομούς):
-το σαντζάκιον του Κάρλελι,
-το σαντζάκιον της Ναυπάκτου, και
-το σαντζάκιον του Ευρίπου.
(Για ένα χρονικό διάστημα το ανατολικό και κεντρικό τμήμα της Στερεάς υπάγονταν στο σαντζάκιον Τρικάλων, ενώ ο καζάς Αγράφων ανήκε μονίμως στο Σαντζάκιον των Τρικάλων, το οποίο όμως δεν συντρέχει λόγος να θεωρηθεί ως τέταρτο σαντζάκιον της Στερεάς).



Σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση του οθωμανικού κράτους η περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας περιελάμβανε το βοεβοδαλίκι Αντολικού και Μεσολογγίου και τους Καζάδες Αγγελόκαστρου ή Ζυγού, Βόνιτσας, Ξηρόμερου, Βάλτου (χωρίς την Αμφιλοχία), Βραχωρίου, Ναυπάκτου ή Βενετικού, Κραβάρων και Απόκουρου.


Οι Τούρκοι επί Μουράτ Β' μη μπορώντας να καταλάβουν τους ατίθασους κατοίκους των ορεινών Αγράφων και ενδιαφερόμενοι για την είσπραξη από αυτούς κάποιας φορολογίας, αναγκάστηκαν να ανανεώσουν τα προϋπάρχοντα από τους Βυζαντινούς προνόμια αυτονομίας και αυτοδιοίκησης από το τέλος του 15ου αιώνα και στη συνέχεια από την αρχή του 16ου, να υπογράψουν με τους Αγραφιώτες τη γνωστή «συνθήκη του Ταμασίου». Το πρώτο αρματολίκι αναγνωρίστηκε στα Άγραφα για την τήρηση της τάξης και την ασφάλεια των διαβάσεων και την υποχρέωση των προεστών για τη μεταφορά της φορολογίας, που καθορίστηκε κατά κοινότητα, στην έδρα της Τουρκικής αυτοκρατορίας, την Πόλη. Κατά τα μέσα του 16ου αιώνα δημιουργούνται τα αρματολίκια Βάλτου και Ξηρομέρου και στα τέλη περίπου του 18ου αιώνα αντίστοιχα του Βλοχού, του Απόκουρου, του Ζυγού και των Κραβάρων.

21/1/09

Μάνα Γη...

Πριν απο κάθε τι, πριν απο τη Γη και τον Ανθρωπο, πριν απο τη Χαρά και τη Λύπη ήταν το Χάος. Υστερα, η πνοή της Αγάπης, φτερουγίζοντας μέσα στο Χάος, πλάθει και ζωντανεύει τα πάντα. Και γεννιέται η αιώνια θεότητα Γη, η μητέρα όλων. Κι η Μάνα των όλων γέννησε πρώτα πρώτα τον Ουρανό, τα Βουνά και την απέραντη Θάλασσα.
Μάνα Γη
(Apurimac)
Πείτε του Ήλιου να φανεί και να χαμογελάσει
να τραγουδήσουν τα πουλιά στα πράσινα λιβάδια
πείτε του Ήλιου να φανεί και να μας αγκαλιάσει
όπως μας αγκαλιάζουνε του αργαλειού τα δώρα
Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε
Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε
Το άσπρο φως του πρωινού, ας είναι το στημόνι
το κόκκινο του δειλινού, ας είναι το υφάδι
και οι σταγόνες της βροχής, τα ασημένια κρόσσια
και ύστερα όλα τα χρώματα, απ’ το ουράνιο τόξο
Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε
Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε…




Η υψηλότερη και πιο σεβαστή θεότητα που λατρεύθηκε από τους πρωϊμότερους πολιτισμούς ήταν η Μάνα Γη. Η μητέρα Θεά. ή απλώς «Η Μητέρα». Τα αρχαιότερα αγάλματα Θεάς που έχουν βρεθεί, έχουν ηλικία 35.000 ετών. Από την στιγμή που είναι το θηλυκό που έχει την ικανότητα να κουβαλάει τη ζωή, να την φανερώνει και να την μεγαλώνει, και επιπλέον με ένα μηνιαίο κύκλο όπως της ιερής σελήνης κάτι που την συνδέει με την ισχυρή δύναμη της, δεν είναι περίεργο πως η ίδια η Φύση θεωρείτο θηλυκή. Η μήτρα από όπου όλοι προήλθαμε θα είναι επίσης και ο τάφος μας.. Οι γυναίκες στις εποχές εκείνες με σεβασμό θεωρούντο ως οι δωρητές αλλά και οι καταστροφείς της ζωής. Επίσης θεωρείτο πως οι γυναίκες ήσαν ευλογημένες με το δώρο της διαίσθησης και πως μπορούσαν να εισέλθουν στον «κάτω κόσμο», την «άλλη πλευρά», το υποσυνείδητο, εκεί όπου θα μπορούσε -η γυναίκα- να επικοινωνήσει με τα πνεύματα και έτσι η τέχνη του σαμανισμού πολλές φορές εξασκείτο από τις γυναίκες. Πολλές παγανιστικές κουλτούρες θεωρούσαν μάλλον φυσικό, το να καταλαβαίνουν οι γυναίκες καλύτερα τα μυστικά του Σύμπαντος. Συχνά, ήσαν οι γυναίκες εκείνες που λειτουργούσαν ως μάγισσες (σοφές), ιέρειες, μάντισσες, θεραπεύτριες, μαίες, και σύμβουλοι στα οικογενειακά ή στα περί της τεκνοποίησης. Οι γυναίκες αναγνωρίζονταν επίσης ως φιλόσοφοι, επιστήμονες ή αθλήτριες και συμμετείχαν στην πολιτική. Είχαν επίσης περιουσία δική τους και κερδίζανε τον σεβασμό της κοινωνίας με την γενναιότητα, την αποφασιστικότητα, την δυνατή θέληση, την χάρη και τις δεξιοτεχνίες τους. Σε αυτές τις φυσικές κουλτούρες η ανάγκη για μια ισορροπία μεταξύ των αντιθέτων ήταν μία αρχή, ευρέως κατανοητή. Το να παραμελήσεις το ένα μέρος θα δημιουργούσε ανισορροπία και έτσι οι άντρες και οι γυναίκες εναρμονίζονταν με σκοπό να σχηματίσουν ένα όλον. Το αιώνιο τραγούδι της Θεάς που οι γυναίκες τραγουδούσαν από την αυγή της ανθρώπινης συνείδησης, βιαίως σώπασε από την ανατέλλουσα πατριαρχική παράδοση. Οδηγημένοι από την απληστία , την πικρία, τον φθόνο και τον φόβο, οι πατριαρχικοί «πατέρες» σκόπευαν στο να καταπιέσουν τις γυναίκες και τις δυνάμεις τους. Έχοντας και την θρησκεία που αυτοί δημιούργησαν με όλα της τα αντίφυσικά δόγματα από πίσω τους, οι γυναίκες έμαθαν να είναι υπάκουες έτσι ώστε να είναι «καλές». Βασικά αυτοί οι άντρες διαστρέβλωσαν τα πάντα και δαιμονοποίησαν όλα τα αρχαία γονιμικά σύμβολα τα οποία οι παγανιστές είχαν ως ιερά, όπως το φίδι, το δέντρο, το μήλο και φυσικά την γυμνή γυναίκα, την «ξεμυαλίστρα» (η οποία αναγνωρίζεται την μυθιστορία του κήπου της Εδέμ). Η Εύα είναι η πρώτη αμαρτωλή. Μια ξεμυαλίστρα είναι υπεύθυνη για τις αμαρτίες του ανθρώπου. Για να μην ξεχνάμε και την Εβραϊκή ιστορία της Λίλιθ, της πρώτης «κακής γυναίκας» που θεωρείται «κακή» από τους πατριαρχικούς πατέρες γιατί ήθελε να είναι ανεξάρτητη και δεν δέχθηκε να υποτάσσεται στον άνδρα της Αδάμ. Ή την Μαρία την Μαγδαληνή, την καημένη «παραστρατημένη γυναίκα» που ακολούθησε τον ραβίνο Jesua, η οποία στην πραγματικότητα ήταν μια ιέρεια. Μια σεξουαλικά ενεργή ιέρεια, όπως ήσαν οι περισσότερες ιέρειες στις ημέρες των παγανιστικών κοινωνιών. Οι γυναίκες σε αυτή την νέα πατριαρχική, μονοθεϊστική θρησκεία, θεωρούντο ως πολίτες δευτέρας διαλογής, στους οποίους δεν ήταν επιτρεπτό να διαβάζουν, να δημιουργούν ή να τους ανήκει περιουσία. Ούτε τους επιτρεπόταν να είναι ιέρειες ή θεραπεύτριες. Η νέα τους μοίρα ήταν να υπηρετούν τους άνδρες τους και να είναι μηχανές αναπαραγωγής. Το ισχυρότερο τους εργαλείο, η ικανότητα να μαγεύουν με την ομορφιά τους και να εκκινούν την σεξουαλική συνεύρεση, ήταν τώρα ένα θανάσιμο αμάρτημα. Η φυσική συνεύρεση και σεξουαλική ένωση του άνδρα και της γυναίκας, η οποία υμνήθηκε τόσο πολύ στην πρότερη μητριαρχική παράδοση, τώρα έγινε ντροπή, καταστρέφοντας έτσι την αρμονική σχέση που είχαν οι άντρες και οι γυναίκες. Είμαστε ακόμη και τώρα μάρτυρες της σκληρής καταπίεσης των γυναικών στις χώρες που οι δογματικές πατριαρχικές θρησκείες επικρατούν. Γυναίκες που ποτέ δεν θα έχουν την ευκαιρία να αποκαλύψουν τους εαυτούς τους και να αναπτύξουν τις δυνατότητες τους. Κατά τον Μεσαίωνα, ελάμβαναν χώρα τρομακτικές επιθέσεις κατά των γυναικών και δεν εκτελούντο με τους πιο φρικτούς τρόπους που μπορεί η φαντασία να συλλάβει μόνο οι παγανίστριες σοφές γυναίκες, αλλά και γυναίκες που ήσαν απλώς άνω του «μέτρου» επιθυμητές, έξυπνες, και περήφανες, ή γυναίκες που απλώς αντιμιλούσαν στις αρχές. Η ίδια η γυναικεία φύση δαιμονοποιήθηκε και η Εκκλησία κατέστησε πίστη πως οι γυναίκες ήσαν στην πραγματικότητα μια.. δημιουργία του διαβόλου (μαζί με τις γάτες και τους λύκους, ζώα δηλαδή που συμβολίζουν το ελεύθερο ανθρώπινο πνεύμα), τον οποίο θα.. υπηρετούσαν στην πρώτη του διαταγή. Μόνο στους άντρες επιτρεπόταν να ασκούν το ιατρικό επάγγελμα. Εάν μια γυναίκα χειριζόταν φάρμακα ή δοκίμαζε να γιατρέψει κάποιον, αυτό ήταν.. μαγεία, και η άτυχη γυναίκα έπρεπε να τιμωρηθεί.. Η περιγραφή της μεσαιωνικής μάγισσας, των εργαλείων της, των μεθόδων της κ.τ.λ. είναι ολόϊδια με αυτή της παγανίστριας σοφής και των τελετουργιών της, αλλά σε μια γελοία, δαιμονοποιηθείσα έκδοση. Η ανθρώπινη φύση καταπιέσθηκε, αλλά ποτέ δεν καταστράφηκε. Και έτσι η φύση της Θεάς επέζησε, και οι γυναίκες τα τελευταία χρόνια είχαν ξανά την ευκαιρία να δείξουν τις ικανότητες τους. Ακόμη και αν, δεδομένης της περίστασης, υπάρχουν πολλές γυναίκες που δεν θα αδράξουν ποτέ αυτήν την ευκαιρία. Φυσικά δεν ενδιαφέρονται όλες οι γυναίκες και ακόμη δεν είναι όλες προικισμένες ώστε να ασχοληθούν με την δημιουργική τέχνη ή την φιλοσοφία, ή ακόμη και την ιερατική τέχνη. Αλλά υπάρχουν και αυτές που πραγματικά είναι, αλλά παρ' όλα αυτά είναι πολύ ανασφαλείς για να φανερωθούν και να αποδείξουν τον εαυτό τους, επειδή μεγάλωσαν με το δίδαγμα πως «τα κορίτσια θα πρέπει να μένουν παθητικά στην αφάνεια». Πρέπει να στραφούμε στους αρχαίους μύθους. Να μάθουμε από την παλαιά παγανιστική σοφία, εκεί όπου η αρμονία μεταξύ αντιθέτων δυνάμεων, όπως η αρσενική και θηλυκή, η μέρα και η νύχτα, το φως και το σκοτάδι, η δημιουργία και η καταστροφή, η λογική και το συναίσθημα λαμβάνονταν πάντοτε και σεβαστικά υπόψη. Να μάθουμε τις αρχαίες ιστορίες που μας διδάσκουν ότι είμαστε μέρος της Φύσης και των μυστηρίων της. Και γι' αυτό πρέπει να σεβασθούμε τόσο αυτή, όσο και την ζωή των πλασμάτων της. Μέσα από την μυθολογία μπορούμε να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας και να συνειδητοποιήσουμε τις διάφορες ποιότητες που έχουμε μέσα μας. Γυναίκα, χρησιμοποίησε την διαίσθηση σου, την φαντασία σου, τα αισθήματα σου και την σεξουαλικότητα σου ! Χρησιμοποίησε την εσωτερική σου δύναμη και νοιώσε ελεύθερη να εκφραστείς. Με όποιον τρόπο θέλεις!
Andrea M. Haugen (Hagalaz' Runedance)


Νέα Ζηλανδία.