20/1/09

Η Γαλατική εκστρατεία του 279 π.Χ.

Παυσανία: Φωκικά, Λοκρών Οζόλων.

Για την εκστρατεία των Γαλατών στην Ελλάδα έχω κάνει κάποια μνεία και στην περιγραφή του Αθηναϊκού Βουλευτηρίου. Θέλησα όμως να διασαφήσω περισσότερο τα σχετικά με αυτούς στην περιγραφή των Δελφών, διότι το μεγαλύτερο έργο για τους Έλληνες ενάντια στους βαρβάρους συνέβη εκεί. Οι Κέλτες έκαναν την πρώτη τους εκτός συνόρων εκστρατεία υπό την ηγεμονία του Καμβαύλη. Φτάνοντας μέχρι τη Θράκη, δεν τόλμησαν να συνεχίσουν την πορεία τους, αντιλαμβανόμενοι ότι ήταν πολύ λίγοι σε αριθμό ώστε να αντιμετωπίσουν τους Έλληνες.

Όταν αποφάσισαν λοιπόν να εισβάλλουν σε ξένη περιοχή για δεύτερη φορά, - ήταν τόση η επιρροή των βετεράνων του Καμβαύλη, οι οποίοι είχαν ήδη γευτεί τις ληστείες και τις αρπαγές και ανέπτυξαν τόσο πάθος για τα κέρδη - μαζεύτηκε μια μεγάλη δύναμη πεζών και ένας όχι μικρός αριθμός ιππικού. Έτσι οι ηγηέτες μοίρασαν τον στρατό σε τρία τμήματα, σε καθένα από τα οποιά ανατέθηκε η εισβολή σε ξεχωριστή χώρα.

Ενάντια στους Θράκες και το έθνος των Τριβαλλών, επρόκειτο να ηγηθεί ο Κερέθριος. Στους εισβολείς της Παιονίας αρχηγοί ορίστηκαν ο Βρέννος και ο Ακιχώριος. Ο Βόλγιος επιτέθηκε στους Μεκεδόνες και τους Ιλλυριούς και ενεπλάκη σε μάχη με τον Πτολεμαίο, ο οποιός τότε ήταν βασιλιάς των Μακεδόνων. Αυτός λοιπόν ο Πτολεμαίος ήταν εκείνος που, αν και είχε βρει καταφύγιο ως ικέτης στον Σέλευκο του Αντιόχου, τον δολοφόνησε και πήρε το όνομα Κεραυνός διότι ήταν πάρα πολύ τολμηρός. Ο Πτολεμαίος ο ίδιος σκοτώθηκε στη μάχη και οι Μακεδονικές απώλειες ήταν βαριές. Αλλά ούτε και τότε τόλμησαν οι Κέλτες να συνεχίσουν την εισβολή στην Ελλάδα. Με τον τρόπο αυτό και η δεύτερη εκστρατία επέτστεψε στην πατρίδα.

Εκεί ακριβώς ο Βρέννος, τόσο σε δημόσιες συναντήσεις όσο και σε προσωπικές συζητήσεις με καθέναν από τους Γαλάτες αξιωματικούς, υποστήριζε ισχυρά μια εκστρατεία κατά των Ελλήνων, τονίζονταν την αδυναμία των Ελλήνων εκείνη την εποχή, τον πλούτο των ελληνικών πολιτειών και τον ακόμη μεγαλύτερο πλούτο των ιερών, στα οποία συμπεριλαμβανόταν διάφορα αναθήματα, καθώς ασήμι και χρυσάφι σε νομίσματα.. Έπεισε λοιπόν τους Γαλάτες να εκστρατεύσουν στην Ελλάδα, και ανάμεσα στους αξιωματικούς που επέλεξε ως συνάρχοντές του ήταν και ο Ακιχώριος.

Μαζεύτηκαν λοιπόν εκατόν πενήντα δύο χλιάδες (152.000) πεζοί με εικοσιδύο χιλιάδες τετρακόσιους (22.400) ιπείς. Αυτός ήταν ο αριθμός των ιππέων που ήταν ανά πάσα στιγμή ενεργοί, ενώ ο πραγματικός αριθμός τους ήταν εξήντα μία χιλιάδες διακόσιοι. (61.200). Κι αυτό γιατί σε κάθε αναβάτη αντιστοιχούσαν δύο υπηρέτες, οι οποίοι ήταν και αυτοί ικανοί ιππείς και όπως οι αφέντες τους είχαν άλογα.

Όταν οι Γαλάτες ιππείς εμπλέκονται στη μάχη, οι υπηρέτες παραμένουν πίσω από τις τάξεις και χρησιμεύουν ως ακολούθως: Αν ένας ιππέας ή το άλογό του πέσει, ο σκλάβος του φέρνει ένα άλογο για να ανεβεί· αν ο ιππέας σκοτωθεί, ο σκλάβος ανεβαίνει στο άλογο στη θέση του κυρίου του· αν σκοτωθούν και το άλογο και ο ιππέας, τότε υπάρχει ένας καβαλλάρης έτοιμος. Αν κάποιος τραυματιστεί, ένας σκλαβος φέρνει τον τραυματία στο στρατόπεδο, ενώ ο άλλος παίρνει τη θέση του στις τάξεις.

Πιστεύω ότι οι Γαλάτες υιοθέτησαν αυτές τις μεθόδους μιμούμενοι τους Πέρσες με το τάγμα των Δέκα Χιλιάδων, το οποίο αποκαλούνταν Αθάνατοι. Υπήρχε όμως και αυτή η διαφορά: Οι Πέρσες περίμεναν μέχρι να τελειώσει η μάχη πριν αντικαταστήσουν τις απώλειες, ενώ οι Γαλάτες συνεχώς επανενίσχυαν τους ιππείς στον πλήρη τους αριθμό κατά τη διάρκεια της ακμής της μάχης. Αυτή η διοργάνωση ονομαζόταν στη γλώσσα τους "τριμαρκισία", γιατί πρέπει να ξέρετε ότι το κελτικό όνομα του αλόγου είναι "μάρκα".

Αυτό ήταν το μέγεθος του στρατού και τέτοια ήταν η πρόθεση του Βρέννου όταν επιτέθηκε στην Ελλάδα. Το ηθικό των Ελλήνων ήταν εντελώς καταβεβλημένο, αλλά ο μεγάλος τους φόβος τους έκανε να υπερασπίσουν την Ελλάδα. Θεωρούσαν ότι αυτός ο πόλεμος δεν θα ήταν για την Ελευθερία, όπως όταν μάχονταν κάποτε εναντίον των Περσών ούτε και με το να δώσουν "γην και ύδωρ" θα τους έφερνε σωτηρία. Θυμούνταν ακόμη την μοίρα της Μακεδονίας της Θράκης και της Παιονίας κατά τη διάρκεια της προηγούμενης εισβολής των Γαλατών, ενώ και οι αναφορές που ερχόνταν μιλούσαν για ακρότητες την ίδια ακριβώς στιγμή στους Θεσσαλλούς. Έτσι κάθε άνθρωπος όπως και κάθε πόλη είχαν πειστεί ότι έπρεπει είτε να νικήσουν είτε να χαθούν.

Μπορεί τώρα όποιος θέλει να συγκρίνει τους αριθμούς των συναθροισθέντων στις Θεμποπύλες για να αντιμετωπίσουν τον βασιλιά Ξέρξη με εκείνους που μαζεύτηκαν τώρα για αντιταχθούν στους Γαλάτες. Προς συνάντηση των Περσών είχαν έρθει από τους Έλληνες οι παρακάτω δυνάμεις: Λακεδαιμόνιοι με τον Λεωνίδα όχι περισσότεραι από τριακόσιοι· πεντακόσιοι Τεγεάτες και ίδιος αριθμός από την Μαντίνεια· από τον Ορχομενό της Αρκαδίας εκατόν είδιοσι, από άλλες πόλεις της Αρκαδίας χίλιοι, από τις Μυκήνες ογδόντα, από την Φλιούντα διακόσιοι, και από την Κόρινθο διπλάσιοι· επίσης ήταν εφτακόσιοι Βοιωτοί από τις Θεσπειές και τετρακόσιοι από τη Θήβα.. Χίλιοι Φωκιείς φύλαγαν το πέρασμα προς την Οίτη και ο αριθμός αυτός θα πρέπει να προστεθεί στο ελληνικό σύνολο.

Ο Ηρόδοτος δεν έδωσε τον αριθμό των Λοκρών που ζουν κάτω από το όρος Κνήμιδα, αλλά λέει ότι ήρθαν από κάθε πόλη τους. Είναι όμως δυνατόν να κάνουμε μια υπόθεση για τον αριθμό τους που θα πλησιάζει πολύ κοντά στην αλήθεια. Γιατί στον Μαραθώνα οι Αθηναίοι, ακόμα κι αν συμπεριλάβουμε τους ηλικιωμένους και τους δούλους, δεν ξεπερνούσαν τις εννιά χιλιάδες. Έτσι ο αριθμός των αξιόμαχων Λοκρών που ήλθαν στις Θερμοπύλες δεν θα ξεπερνούσε τις έξι χιλιάδες. Έτσι το σύνολο του στρατού θα έφτανε τους έντεκα χιλιάδες διακόσιους. Αλλά είναι πολύ γνωστό ότι ούτε αυτοί δεν έμεναν όλο το χρόνο να φυλάνε το πέρασμα. Εξαιρουμένων των Λακεδαιμονίων, των Θεσπιέων και των Μεσσηνίων, οι υπόλοιποι έφυγαν πριν το πέρας της μάχης.

Προς συνάντηση των βαρβάρων που έρχονταν από τον Ωκεανό, στις Θερμοπύλες μαζεύτηκαν οι παρακάτω Ελληνικές δυνάμεις: Δέκα χιλιάτες Βοιωτοί οπλίτες και πεντακόσιοι ιππείς. Την εποχή εκείνη αρχηγοί των Βοιωτών ήταν ο Κηφισόδοτος, ο Θεαρίδας, ο Διογένης και ο Λύσανδρος. Επίσης πεντακόσιοι Φωκιείς ιππείς και τρεις χιλιάδες πεζοί. Αρχηγοί των Φωκέων ήταν ο Κριτόβουλος και ο Αντίοχος.

Ο Μειδίας οδηγούσε τους Λοκρούς που τέθηκαν στη νήσο Αταλάντη και ο αριθμός τους ήταν επτακόσιοι ενώ δεν είχαν ιππικό. Από τους Μεγαρείς ήρθαν τετρακόσιοι οπλίτες διοικούμενοι από τον Ιππόνικο τον Μεγαρέα. Οι Αιτωλοί έστειλαν ένα μεγάλο στράτευμα με κάθε είδους πολεμιστές. Ο αριθμός του ιππικού τους δεν αναφέρεται ενώ υπήρχαν επτακόσιοι ενενήντα ελαφρά οπλισμένοι ενώ πάνω από εφτά χιλιάδες ήταν οι οπλίτες. Τους Αιτωλούς οδηγούσαν ο Πολύαρχος, ο Πολύφρων και ο Λακράτης.

Ο Αθηναίος Στρατηγός ήταν ο Κάλλιπος του Μοιροκλέους, όπως είπα και προηγουμένως, ενώ η δύναμή τους αποτελούνταν από όλες τις πλώιμες τριήρεις τους, πεντακόσια άλογα και χίλιους πεζούς. Εξαιτίας της αρχαίας τους φήμης ήχαν και την επιτελική διοίκηση. Ο βασιλιάς της Μακεδονίας έστειλε πεντακόσιους μισθοφόρους και ο βασιλιάς της Ασίας έναν παρόμοιο αριθμό. Αργηχός αυτών που έστειλε ο Αντίγονος ήταν ο Αριστόδημος ο Μεκεδόνας, ενώ αυτών που έστειλε ο Αντίοχος αρχηγός ήταν ο Τελέσαρχος από τους Σύριους της Ορόντης.

Μόλις οι Έλληνες μαζεύτηκαν στις Θερμοπύλες και έμαθαν ότι ο στρατός των Γαλατών ήταν ήδη στην περιοχή της Φθιώτιδας και της Μαγνησίας, θεώρησαν καλό να ξεχωρίσουν το ιππικό καθώς και χιλίους ελαφρά οπλισμένους και να τους στείλουν στον Σπερχειό, έτσι ώστε ακόμη και η διάβαση του ποταμού να μην είναι εφικτή για τους βαρβάρους χωρίς μάχη και κίνδυνο. Μόλις αυτοί έφτασαν κατέστρεψαν τις γέφυρες και στρατοπέδευσαν δίπλα στην όχθη. Αλλά ο Βρέννος δεν ήταν εντελώς χαζός, ούτε άπειρος - για βάρβαρος - στο να εξευρίσκει σοφίσματα στρατηγικής.

Έτσι, αμέσως την επόμενη νύκτα, κι όχι στη μεριά που ήταν οι παλιές γέφυρες του ποταμού, αλλά χαμηλότερα, για να μην τους καταλάβουν οι Έλληνες την ώρα που θα περνούσαν, και μάλιστα σε σημείο όπου ο Σπερχειός απλωνόταν στην πεδιάδα κι σχημάτιζε έλος και λίμνη αντί βίαιου και στενού ρεύματος, εκεί λοιπόν ακριβώς ο Βρέννος έστειλε σχεδόν δέκα χιλιάδες Γαλάτες, διαλέγοντας όσους ήξεραν να κολυμπούν και τους ψηλότερους. Έτσι κι αλλιώς οι Κέλτες είναι πολύ ψηλότεροι από τους άλλους ανθρώπους.

Αυτοί λοιπόν, κολυμπώντας, περνάνε τη νύχτα στο σημείο που το ποτάμι γίνεται λίμνη με αυτόν τον τρόπο. Τις εθνικές τους ασπίδες έκανε ο καθένας τους σχεδία, ενώ οι ψηλότεροι από αυτούς μπόρεσαν και πέρασαν το ποτάμι βαδίζοντας. Οι έλληνες στο Σπερχειό - αφού έμαθε ότι πέρασε το έλος ένα τμήμα των βαρβάρων - αμέσως αναχώρησαν να ενωθούν με το κυρίως στράτευμα. Ο Βρέννος διέταξε τους κατοίκους γύρω από τον Μαλιακό Κόλπο να φτιάξουν τις γέφυρες κι αυτοί δούλευαν με μεγάλη σπουδή, τόσο γιατί τον φοβόντουσαν όσο και γιατί ήθελαν να φύγουν από τη χώρα τους οι βάρβαροι αντί να μένουν και να τους βασανίζουν περισσότερο.

Ο Βρέννος πέρασε τη στρατιά του από τις γέφυρες και προχώρησε προς την Ηράκλεια. Εκεί λεηλάτησαν τα περίχωρα και σκότωσαν όσους έπιασαν στα χωράφια, όμως δεν κατέλαβαν την πόλη. Κι αυτό γιατί ένα χρόνο πριν, οι Αιτωλοί ανάγκασαν τους Ηρακλειώτες να ενωθούν με την Αιτωλική Συμπολιτεία. Έτσι τώρα υπεράσπιζαν μια πόλη την οποιαία θεωρούσαν ότι τους ανήκει το ίδιο με τους Ηρακλειώτες. Ο Βρέννος είχε μικρή φροντίδα για τους Ηρακλειώτες, διότι αγνωνίζονταν να διώξει από τα στενά τους εχθρούς τους και περάσει στην νοτίως των Θερμοπυλών Ελλάδα.

Φεύγοντας από την Ηράκλεια, έμαθε από κάποιους αυτομόλους τον αριθμό των μαζεμένων στις Θερμοπύλες από κάθε πόλη. Υποεκτίμησε τη δύναμη του Ελληνικού στρατού και άρχισε τη μάχη την επομένη μέρα, μόλις ανέτειλε ο ήλιος, χωρίς να έχει Έλληνα μάντη, ούτε να χρησιμοποιήσει τις δικές του θυσίες, αν βέβαια υπάρχει Κελτική μαντεία. Εδώ οι έλληνες επετέθηκαν με σιγή και τάξη. Μόλις έφτασαν σε κλειστή μάχη, το πεζικό δεν έτρεξε εκτός των γραμμών ώστε να διαταραχτεί η φάλλαγα και οι ελαφρά οπλισμένοι, κρατώντας τη θέση τους, έριχναν τα ακόντια και τα βλήματα των τόξων και των σφεντόνων.

Το ιππικό και των δύο πλευρών αποδείχθηκε άχρηστο καθώς το έδαφος στις Θερμοπύλες δεν είναι μόνο στενό αλλά και λείο από τον φυσικό βράχο, ενώ το περισσότερο είναι και ολισθηρό εξ αιτίας των συνεχών ρυακιών. Οι Γαλάτες ήταν χειρότερα οπλισμένοι, αφού δεν είχαν τίποτα άλλο για να σκεπάσουν το σώμα τους από τις εθνικές τους ασπίδες, ενώ ακόμη ήταν υποδεέστεροι σε πολεμική εμπειρία.

Προχωρούσαν με οργή εναντίον των εχθρών τους, και με παράλογο θυμό, όπως ακριβώς τα θηρία. Ακόμα κι όταν τους χτυπούσαν με πελέκεις ή μαχαίρια, η μανία δεν τους άφηνε όσο ανέπνεαν ακόμα, ούτε κι όσοι τρυπιόνταν από βέλη η ακόντια άφηναν το πάθος τους, μέχρι να τους βγει η ψυχή. Μερικοί βγάζοντας από τις πληγές τους τα δόρατα με τα οποία είχαν βληθεί, τα χρησιμοποιούσαν εναντίον των Ελλήνων στις μάχες σώμα με σώμα.

Εν τω μεταξύ, οι Αθηναίοι στις τριήρεις, με δυσκολία και με δκίνδυνο, παρ' όλα αυτά παραπλέοντας τη λάσπη που βγαίνει αρκετά μακριά στη θάλασσα, και φέρνοντας τα καράβια όσο το δυνατόν πλησιέστερα στους βαρβάρους, τους χτυπούσαν με κάθε είδους βέλος και τόξευμα από τα πλάγια. Οι Κέλτες ήταν σε ανομολόγητη δυσκολία και καθώς βρισκόταν σε στενό χώρο προξενούσαν μικρές απώλειες, ενώ πάθαιναν διπλάσιες και τετραπλάσιες. Για το λόγο αυτό οι αρχηγοί τους έδωσαν το σήμα για απόσυρση στο στρατόπεδό τους. Αποσυρόμενοι σε σύγχιση και χωρίς καμία τάξη πολλοί καταπατήθηκαν από τους άλλους, ενώ πολλοί άλλοι πέφτοντας στο τέλμα, αφανίστηκαν από τη λάσπη. Η απώλειά τους κατά την αναχώριση δεν ήταν καθόλου μικρότερη από αυτή που συνέβη στην αποκορύφωση της μάχης.

Τους Έλληνες ξεπέρασε σε αρετή εκείνη την ημέρα το Αττικό σύνταγμα. Κι από τους Αθηναίους τους ίδιους, γενναιότερος αποδείχτηκε ο Κυδίας, που ήταν ένας νεαρός που για πρώτη φορά μετείχε σε μάχη. Μετά το σκοτωμό του από τους Γαλάτες, οι συγγενείς του ανέθεσαν την ασπίδα του στον Ελευθέριο Δία, με το παρακάτω επίγραμμα:
"Κρέμομαι εδώ, ποθώντας του Κυδία τη νιότη
η ασπίδα ένδοξου ανδρός, στο Δία προσφερμένη
Σε μένα πρώτα έτεινε τ' αριστερό του χέρι
με τους Γαλάτες άγριος σαν άστραψε ο Άρης"

Αυτό το επίγραμμα παρέμεινε μέχρι που ο Σύλλας και ο στρατός του πήραν, μαζί με άλλους Αθηναϊκούς θησαυρούς και τις ασπίδες από τη στοά του Ελευθερίου Διός. Μετά τη μάχη στις Θερμοπύλες, οι Έλληνες έθαψαν τους νεκρούς τους και λαφυραγώγησαν τους βαρβάρους, ενώ οι Γαλάτες δεν έστειλαν κήρηκες για να ζητήσουν την ανακομιδή των νεκρών. Ήταν αδιάφοροι αν θα τους δεχόταν η γη ή αν θα τους έτρωγαν τα θηρία ή τα όρνια.

Το ότι δεν έδωσαν προσοχή στην ταφή των νεκρών, νομίζω ότι οφείλεται σε δύο λόγους: Και ήθελαν να σπείρουν τρόμο στους εχθρούς από τη μιά, ενώ από την άλλη δεν υπάρχη σ' αυτούς εθμικός οίκτος για τους νεκρούς. Στην μάχη πέθαναν σαράντα Έλληνες, ενώ από τους βαρβάρους δεν ήταν δυνατό να εξευρθεί ο αριθμός, διότι αφανίστηκαν και πολλοί από αυτούς κάτω από τη λάσπη.

Την έβδομη μέρα μετά τη μάχη, ένας λόχος Γαλατών, προσπάθησε να ανεβεί στην Οίτη μέσω της Ηράκλειας. Κι εδώ επίσης ένα στενό μονοπάτι οδηγεί, ακριβώς δίπλα από τα ερείπια της Τραχίνας. Υπήρχε τότε και ένα ιερό της Αθηνάς, πάνω από την Τραχίνα και μέσα σ' αυτό κάποια αναθήματα. Έτσι έλπισαν να ανβούν στην Οίτη από αυτό το μονοπάτικαι ταυτόχρονα να ιδιοποιηθούν -ως πάρεργο- τα αναθήματα του ιερού.Νίκησαν τους βαρβάρους κατά τη μάχη αλλά ο Τηλέσαρχος ο ίδιος έπεσε, άντρας περισσότερο από κάθε άλλον αφοσιωμένος στον Ελληνική ιδέα.

Όλοι οι άλλοι ηγέτες των βαρβάρων τρομοκρατήθηκαν από τους Έλληνες, και αγωνιούσαν για το μέλλον, βλέποντας ότι η παρούσα κατάσταση δν έδειχνε σημάδια βελτίωσης. Ο Βρέννος όμωος σκέφτηκε ότι αν μπορούσε να οδηγήσει τους Αιτωλούς να επιστρέψουν σπίτι προς την Αιτωλία, θα διεξήγαγε τον πόλεμο ενάντια στην ελάδα ευκολότερα. Έτσι απέσπασε από το στράτευμά του σαράντα χιλιάδες πεζούς και γύρω στους οκτακόσιους ιππείς. Σ' αυτούς έβαλε αρχηγούς τον Ορεστόριο και τον Κόμβουτη οι οποίοι γυρνώντας πίσω από τις γέφυρες του Σπερχειού και προχωρώντας πάλι προς Θεσσαλία, εισέβαλαν στην Αιτωλία.

Αυτά που έκαναν στους Καλλιείς ο Κόμβουτις και ο Ορεστόριος ήταν τα χειρότερα απ' όσα έχουμε ακούσει και δεν έχουν ομοιότητα με άλλα ανθρώπινα εγκλήματα. Έσφαξαν κάθε αρσενικό και σκότωναν το ίδιο τους γέροντες και τα νήπια που ήταν στα στήθη των μητέρων τους. Από αυτά τα μωρά, όσα ήταν πιο τρυφερά, οι Γαλάτες αφού τα σκότωναν τους έπιναν το αίμα και έτρωγαν τις σάρκες τους.

Οι γυναίκες και οι ενήλικες παρθένες, αν είχαν καθόλου γνώση, σκοτώθηκαν μόλις καταλήφθηκε η πόλη. Αυτές που επέζησαν υπέφεραν ανομολόγητης βίας κάθε είδους εξευτελισμό στα χέρια ανθρώπων που είχαν εξίσου αποκλεισμένο και το έλεος και τον έρωτα. Κάθε γυναίκα που τύχαινε να βρει ένα Γαλατικό μαχαίρι αυτοκτονούσε. Για τις άλλες προορίζονταν το αναπόφευτκο από πείνα και αϋπνία, μιας και οι άστεγοι βάρβαροι τις κακοποιούσαν με τη σειρά, ικανοποιώντας τα πάθη τους πότε σε ψυχομαχούσες γυναίκες αλλά και όταν ήταν ήδη νεκρές.

Οι Αιτωλοί μαθαίνοντας από αγγελιοφόρους ποιες συμφορές τους βρήκαν, αμέσως και με όλη την ταχύτητα πήραν επειγόντως τη δύναμή τους από τις Θερμοπύλες και κατευθύνθηκαν προς την Αιτωλία, ευρισκόμενοι σε μεγάλη οργή με τα παθήματα των Καλλιέων και ακόμη περισσότερο φλεγόμενοι από επιθυμία να διασώσουν τις πόλεις που δεν είχαν αλωθεί ακόμη. Απ' όλες τις πόλεις στην πατρίδα κινητοποιήθηκαν όλοι οι ενήλικες άντρες ακόμα και αυτοί που ήταν ηλικιωμένοι σπρωγμένοι από την ανάγκη και το φρόνημα. Μαζί μ' αυτούς συστρατεύονταν εθελοντικά και οι γυναίκες οι οποίες ήταν ακόμη περισσότερο εξαγριωμένες με τους Γαλάτες, απ' ότι οι άνδρες.

Όταν οι βάρβαροι σύλησαν τα σπίτια και τα ιερά και έβαλαν φωτιά στο Κάλλιο, πήραν τον ίδιο δρόμο της επιστροφής όπου και συνάντησαν τους κατοίκους της Πάτρας οι οποίοι μόνοι από τους Αχαιούς βοηθούσαν τους Αιτωλούς. Έχοντας εκπαιδευτεί όμως ως οπλίτες έκαναν κατά μέτωπον επίθεση στους βαρβάρους αλλά έπαθαν μεγάλη ζημιά εξαιτίας του μεγάλου αριθμού και της απόγνωσης των Γαλατών. Αλλά οι Αιτωλοί, άνδρες και γυναίκες παρατεταγμένοι καθ' όλο το μήκος της διαδρομής έριχνα συνέχεια βέλη στους βαρβάρους και λίγες βολές απέτυχαν να βρουν στόχο ανάμεσα στους εχθρούς οι οποίοι δεν είχαν τίπτα άλλο από τις εθνικές τους ασπίδες. Διωκόμενοι από τους Γαλάτες, ξέφευγαν εύκολα, ανανεώνοντας τις επιθέσεις τους με ορμή όταν οι εχθροί επέστρεφαν από την καταδίωξη.

Αν και οι Καλλιείς υπέφεραν τόσο τρομερά που ακόμα και η περιγραφή του Ομήρου για τους Λαιστρυγόνες και τον Κύκλωμα να μη φαίνεται αναληθείς, εν τούτοις τους αποδόθηκε δίκαια και ολοκληρωμένη δίκη. Διότι από τους σαράντα χιλιάδες οχτακόσιους βαρβάρους, ξέφυγαν στο στρατόπεδο των Θερμοπυλών λιγότεροι από τους μισού.

Εν τω μεταξύ στις Θερμοπύλες οι Έλληνες έκαναν τα εξής: Υπάρχουν δύο μονοπάτια κατά μήκους του όρους Οίτη: το ένα πάνω από την Τραχίνα, είναι πολύ απότομο και για το μεγαλύτερο μέρος του εντελώς κάθετο. Το άλλο μέσα από την από την περιοχή των Αινιάνων είναι ευκολότερο να διασχισθεί από στρατό. Αυτό ήταν που παλιότερα ο Πέρσης Υδάρνης ακολούθησε για να επιτεθεί από πίσω στους Έλληνες του Λεωνίδα.

Από αυτό το μονοπάτι υποσχέθηκαν οι Αινιάνες και οι Ηρακλειώτες να οδηγήσουν τον Βρένο, όχι διότι αντιτίθονταν στην Ελληνική Ιδέα, αλλά διότι έδιναν μεγάλη σημασία στο να φύγουν οι Κέλτες από τη χώρα τους και να μην εγκατασταθούν εκεί εξολοθρέυοντάς τους. Νομίζω ότι ο Πίνδαρος είπε και πάλι την αλήθεια όταν έλεγε ότι ο καθένας συνθλίβεται από τις δικές του συμφορές, αλλά για τα ξένα παθήματα νομίζει ότι είναι ασήμαντα.

Τότε η υπόσχεση των Αινιάνων και των Ηρακλειωτών ενθάρυνε τον Βρέννο. Αφήνοντας τον Ακιχώριο πίσω υπεύθυνο του κυρίως σώματος, με οδηγίες να επιτεθεί μόνο όταν η κυκλωτική κίνηση θα ολοκληρωνόταν. Ο Βρέννος ο ίδιος με ένα απόσπασμα σαράντα χιλιάδων, άρχισε την πορεία του κατά μήκος του περάσματος.

Και συνέβη κάπως εκείνη τη μέρα να έχει σκορπιστεί πολλή ομίχλη στο βουνό σκοτεινιάζοντας τον ήλιο, έτσι ώστε οι Φωκείς οι οποίοι φρουρούσαν το πέρασμα βρήκαν τους βαρβάρους επιτιθέμενος πριν συνειδητοποιήσουν την προσέγγισή τους. Ακριβώς τότε οι Γαλάτες επιτέθηκαν. Οι Φωκείς αντιστάθηκαν γενναία αλλά στο τέλος πιέστηκαν να υποχωρήσουν από το μονοπάτι. Όμως, κατάφεραν τρέχοντας προς τους συμμάχους να αναφέρουν τί συνέβη πριν ολοκληρωθεί η πλήρης και ολόπλευρη κύκλωση του Ελληνικού στρατού.

Στο σημείο αυτό, οι Αθηναίοι με τις τριήρεις τους έφθασαν και πήραν το Ελληνικό στράτευμα από τις Θερμοπύλες, το οποίο διασκορπίστηκε και επέστρεψε στα σπίτια του ο καθένας. Ο Βρέννος χωρίς να καθυστερήσει καθόλου, άρχισε την πορεία του ενάντια στους Δελφούς χωρίς να περιμένει τον στρατό του Ακιχώριου να συνενωθεί. Έντρομοι οι κάτοικοι των Δελφών ζήτησαν καταφύγιο στο μαντείο. Ο θεός τους ανήγγειλε ότι δεν πρέπει να φοβούνται και υποσχέθηκε ότι θα φυλάξει αυτός ο ίδιος την ιδιοκτησία του.

Αυτοί που ήρθαν για να βοηθήσουν το θεό, από τους Έλληνες ήταν οι εξής: Οι Φωκιείς από όλες τις πόλεις, από την ʼμφισσα τετρακόσιοι οπλίτες, από τους Αιτωλούς ήθραν λίγοι αμέσως μόλις άκουσαν την προώθηση των βαρβάρων και αργότερα ο Φιλόμηλος έφερε χίλιους διακόσιους. Το άνθος των Αιτωλών στράφηκε ενάντια στη στρατιά του Ακιχώριου και χωρίς να συνάψουν μάχη επιτίθονταν συνεχώς στα μετώπισθεν της γραμμής προείας, αρπάζοντας τα εφόδια και σκοτώνοντας τους μεταφορείς. Αυτός κυρίως ήταν ο λόγος που η πορεία τους γίνονταν αργά. Ακόμη περισσότερο, στην Ηράκλεια, ο Ακιχώριος άφησε ένα τμήμα του στρατού του οι οποίοι επρόκειτο να φυλάξουν τα εφόδια του στρατοπέδου.

Ο Βρέννος και ο στρατός του αντιμετώπιζαν τώρα τους Έλληνες που μαζεύτηκαν στους Δελφούς και σύντομα κακοσημαδιές στάλθηκαν από το θεό, οι πιο φανερές απ' όσες έχουν καταγραφεί. Ολόκληρο το έδαφος δηλαδή, όσο κατείχε το Γαλατικό στράτευμα, σείονταν βίαια την περισσότερη μέρα, ενώ ακούγονταν συνεχώς βροντές και κεραυνοί.

Οι βροντές τρομοκρατούσαν τους Κέλτες και εμπόδιζαν να φτάσουν στ' αυτιά τους οι διαταγές, ενώ οι κεραυνοί από τον ουρανό έβαζαν φωτιά όχι μόνο σε εκείνους τους οποίους χτυπούσαν αλλά και στους διπλανούς τους, καίγοντας τόσο τους ίδιους όσο και τις πανοπλίες τους. Έπειτα τους εμφανίστηκαν φαντάσματα ηρώων όπως ο Υπέροχος, ο Λαόδοκος και ο Πύρρος. σύμφωνα με κάπους άλλος εμφανίστηκε και ένας τέταρτος ο Φύλακος, ένας τοπικός ήρωας των Δελφών.

Ανάμεσα στους πολλούς Φωκιείς που σκοτώθηκαν στη δράση ήταν και ο Αλεξίμαχος, ο οποίος σε αυτή τη μάχη ξεπενρούσε όλους τους άλλους Έλληνες, σε νεανική αφοσίωση, σε φυσική δύναμη και πάθος καρδιάς για την εξολόθρευση των βαρβάρων. Οι Φωκιείς έκαναν ένα άγαλμα του Αλεξίμαχου και το έστειλαν στους Δελφούς ως προσφορά στον Απόλλωνα.

Όλη τη μέρα οι βάρβαροι βασανίζονταν με παρόμοιες καταστροφές και τρόμους. Αλλά η νύχτα επρόκειτο να τους φέρει εμπειρίες που θα πονούσαν πολύ περισσότερο. Γιατί έπεσε πολύ δυνατό ψύχος και χιόνι μαζί, ενώ μεγάλοι βράχοι γλιστρούσαν από τον Παρνασσό και άνοιγαν μεγάλα χαντάκια που στόχευαν τους βαρβάρους. Αυτά τα χαντάκια έφερναν την καταστροφή όχι σε έναν ή δύο κάθε φορά αλλά σε τριάντα και περισσότερους, ακθώς τύχαιναν να είναι μαζεμένοι σε ομάδες, φρουρώντας ή αναπαυόμενοι.

Με το ξημέρωμα οι Έλληνες βγήκαν από τους Δελφούς κάνοντας μετωπική επίθεση εκτός από τους Φωκιείς οι οποίοι έχοντας μεγαλύτερη εμπειρία της περιοχής, κατέβηκαν μέσα στο χιόνι τις απότομες πλαγιές του Παρνασού και εξέπληξαν τους Κέλτες από πίσω, ρίχνοντάς τους βέλη και ακόντια χωρίς κανένα φόβο από τους βαρβάρους.

Στην αρχή της μάχης, οι Γαλάτες προέβαλλαν ισχυρή αντίσταση, ιδιαίτερα η ομάδα που ήταν γύρω από τον Βρέννο, η οποία αποτελούνταν από τους ψηλότερους και γενναιότερους Γαλάτες, παρ' όλο που εβάλλοντο απ' όλες τις πλευρές και υπέφεραν από το κρύο, ιδιαίτερα οι πληγωμένοι Αλλά όταν πληγώθηκε ο ίδιος ο Βρέννος και μεταφέρθηκε λιπόθυμος εκτός μάχης, οι βάρβαροι προσβαλλόμενοι απ' όλες τις πλευρές από τους Έλληνες, άρχισαν να υποχωρούν απρόθυμα σκοτώνοντας όσους δεν μπορούσαν να τους ακολουθήσουν λόγω τραυμάτων ή αδυναμίας.

Στρατοπέδευσαν εκεί που τους βρήκε η νύχτα φεύγοντας. Κατά τη διάρκεια της νύχτας ενέσκυψε σ' αυτούς Πανικός φόβος. Από τον θεό αυτόν (τον Πάνα) λένε ότι προέρχεται ο αναίτιος φόβος. Ήταν αργά το απόγευμα όταν έπεσε η ταραχή και στην αρχή ήταν λίγοι αυτοί που τους σάλευαν τα λογικά. Αυτοί φαντάζονταν ότι άκουγαν καλπασμό επελαύνοντος ιππικού και έφοδο των εχθρών. Αλλά μετά από λίγη ώρα, η ψευδαίσθηση επεκτάθηκε σε όλους.

Τρέχοντας λοιπόν στα όπλα, χωρίστηκαν στα δύο και σκότωνε ο ένας τον άλλο, χωρίς να καταλαβαίνουν τη μητρική τους γλώσσα, ούτε να γνωρίζουν ο ένας τη μορφή του άλλου ή το σχήμα των ασπίδων. Και τα δύο μέρη υπό το την παρούσα ψευδαίσθηση νόμιζαν ότι οι αντίπαλοί τους είναι Έλληνες, άνδρες και όπλα μαζί, και ότι η γλώσσα που μιλούσαν ήταν Ελληνικά, έτσι ώστε η μανία που έστειλε ο θεός προξένησε ανάμεσα στους Γαλάτες μεγάλη καταστροφή.

Από δε τους Φωκιείς όσοι είχαν μείνει πίσω στα χωράφια να φυλάνε τα κοπάδια, ήταν οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν και ανέφεραν στους Έλληνες αυτό που έπιασε τη νύχτα τους βαρβάρους. Αναθαρρώντας οι Φωκιείς, σκότωναν τους Κέλτες ακόμα πιο πρόθυμα, φυλάγοντας καλύτερα τις εγκαταστάσεις τους και μην αφήνοντάς τους να παίρνουν από την εξοχή τα απαραίτητα για τη ζωή, χωρίς μάχη, έτσι ώστε ολόκληρος ο Γαλατικός στρατός υπέφερε με μιας από έντονη έλλειψη δημητριακών και άλλων τροφίμων.

Η απώλειές τους στη Φωκίδα ήταν αυτές: Στις μάχες σκοτώθηκαν κοντά στους έξι χιλιάδες. Αυτοί που χάθηκαν στη χειμωνιάτικη κατιγίδα τη νύχτα και κατόπιν στον Πανικό φόβο συναθροίζονται σε πάνω από δέκα χιλιάδες, καθώς επίσης άλλοι τόσοι από την πείνα.

Μερικοί Αθηναίοι στρατιώτες ήλθαν στους Δελφούς για να συγκεντρώσουν πληροφορίες, και κατόπιν επέστρεψαν και ανέφεραν τι είχε συμβεί στους βαρβάρους και όλα όσα ο θεός είχε επιρρίψει πάνω τους. Τότε και οι Αθηναίοι εκστράτευσαν και καθώς προχωρούσαν μέσω της Βοιωτίας συνενώθηκαν με τους Βοιωτούς. Έτσι οι συνενωμένοι στρατοί ακολούθησαν τους βαρβάρους κρατώντας στάση αναμονής και σκοτώνοντας συνεχώς αυτούς που έμεναν τελευταίοι.

Αυτοί που είχαν φύγει μαζί με τον Βρέννο ενώθηκαν με τον στρατό του Ακιχώριου μόνο την προηγούμενη νύχτα. Κι αυτό γιατί οι Αιτωλοί καθυστερούσαν την πορεία τους, εξακοντίζοντας εναντίον τους μια ανηλεή βροχή από ακόντια και οτιδήποτε άλλο μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν, έτσι ώστε μόνο ένα μικρό τμήμα τους διέφυγε προς το στρατόπεδο της Ηράκλειας. Υπήργχε ακόμη ελπίδα να σωθεί η ζωή του Βρέννου σε ότι αφορά τα τραύματά του. Όπως όμως λένε φοβούμενος τους συμπατριώτες του και ακόμη περισσότερο από τη ντροπή του για τις καταστροφές που έφερε στην Ελλάδα, άφησε μοναχός του την ψυχή, πίνοντας σκέτο κρασί.

Μετά από αυτά οι βάρβαροι προχώρησαν με δυσκολία μέχρι τον Σπερχειό, πιεζόμενοι σκληρά από τους Αιτωλούς. Μόλις όμως έφτασαν στον Σπερχειό, οι Θεσσαλοί και οι Μαλιείς που τους περίμεναν κρυφά εκεί, του επιτέθηκαν κατά τέτοιο τρόπο που κανείς δεν σώθηκε για να γυρίσει σπίτι.

Η εκστρατεία των Κελτών ενάντια στην Ελλάδα και η καταστροφή τους, έγινε όταν ήταν άρχοντας στην Αθήνα ο Αναξικράτης, τον δεύτερο χρόνο της εκατοστής εικοστής πέμπτης Ολυμπιάδας, όταν ο Λαδάς από το Αίγιο νίκησε στο στάδιο.(279 π.Χ.) Το επόμενο έτος, όταν άρχοντας στην Αθήνα ήταν ο Δημοκλής, οι Κέλτες πέρασαν πάλι στην Ασία.

Βουτιές στον Κρικελλοπόταμο!


Δυστυχώς η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων περνάει τις διακοπές της κοντά στη θάλασσα και αγνοεί ότι τώρα το καλοκαίρι τα ελληνικά βουνά προσφέρουν απαράμιλλες δυνατότητες δροσιάς, ξεκούρασης και αναψυχής, που δύσκολα θα μπορούσαν να ανταγωνισθούν ακόμη και τα πιο τουριστικά νησιά μας! Γιατί όταν κάνει 40 βαθμούς τον Αύγουστο μήνα στη Σαντορίνη, στο Περιβόλι Γρεβενών το βράδυ θέλεις πουλόβερ για να κυκλοφορήσεις και κουβέρτα για να κοιμηθείς! Και φυσικά είναι λάθος να νομίσει κανείς ότι μπάνιο μπορείς να κάνεις μόνο στη θάλασσα. Ο Αώος, ο Βενέτικος, ο Ασπροπόταμος, ο Αγραφιώτης και τόσα άλλα ελληνικά ποτάμια μπορούν να προσφέρουν απλόχερα και τη χαρά του μπάνιου. Το ίδιο και ο Κρικελλοπόταμος, ένα από τα ωραιότερα και καθαρότερα ελληνικά ποτάμια.
Πώς θα πάτε:Αθήνα ή Θεσσαλονίκη - Λαμία και από εκεί προς Καρπενήσι. Περνάμε τις Ράχες Τυμφρηστού και στα αριστερά μας (νότια) συναντάμε τη διασταύρωση που οδηγεί προς το Κρίκελλο, σε 18 χλμ.
Πού θα φάτε:Στην πλατεία του Κρίκελλου με τα βαθύσκιωτα πλατάνια της υπάρχουν πολλές ταβέρνες. Δοκιμάστε απαραιτήτως ντόπιο τραχανά, φασολάδα και τσάι του βουνού που μαζεύουν οι ντόπιοι από την Τσιούκα.
Πώς θα μετακινηθείτε:
Για πολλοστή φορά επαναλαμβάνουμε ότι ένα από τα βασικά προβλήματα για την ανάπτυξη του ορεινού τουρισμού στην Ελλάδα είναι η έλλειψη οργάνωσης των μεταφορών. Αρα το αυτοκίνητο επιβάλλεται.
Περιγραφή διαδρομής:
Η ίδια η διαδρομή προσέγγισης προς το ιστορικό Κρίκελλο είναι κάτι το μοναδικό. Μετά τις Ράχες αποκτούμε μια πρώτη εικόνα του Βελουχιού (2.109 μ.) στα Β. και κατηφορίζοντας προς το Κρίκελλο στα ΝΔ ξεπροβάλλει ο επιβλητικός όγκος της Καλλιακούδας (2.101 μ.) και στα ΝΑ η δασωμένη Σαράνταινα ή Γραμμένη Οξυά (1.924 μ.). Ο ορεινός δρόμος περνάει κοντά από τα Κοκκάλια, όπου έγινε το 279 μ.Χ. η μάχη των Αιτωλών και των Ευρυτάνων κατά των Γαλατών (και ονομάστηκε έτσι από το πλήθος των ανθρώπινων οστών που βρέθηκαν στην περιοχή), και προσεγγίζει το κεφαλοχώρι που βρίσκεται κτισμένο στα 1.120 μ. (μόλις 31 χλμ. από το Καρπενήσι) σε μια μαγευτική τοποθεσία περιτριγυρισμένη από έλατα.
Δέκα χιλιόμετρα από το Κρίκελλο και αφού περάσουμε τον Κρικελλοπόταμο συναντάμε την επίσης ιστορική Δομνίστα, κέντρο αντίστασης στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, και σε 2 χλμ., με ΝΔ κατεύθυνση, εγκαταλείπουμε τον κεντρικό δρόμο και από χωματόδρομο κατευθυνόμαστε προς τα χωριά Σκοπιά, Καστανούλα και Ροσκά, όπου και τελειώνει ο δρόμος, ο οποίος απαιτεί μεγάλη προσοχή στην οδήγηση και είναι κατά τη γνώμη μας ένας από τους ωραιότερους ορεινούς δρόμους της χώρας μας. Το αλπικό τοπίο είναι εκπληκτικό. Στα Β. οι νότιες υπώρειες της Καλλιακούδας πέφτουν απότομα προς τον Κρικελλοπόταμο. Στα Ν. οι αντίστοιχες απότομες βόρειες υπώρειες του ασβεστολιθικού Παναιτωλικού επιτρέπουν έξω από κάθε λογική, στα ελάχιστα πλατώματα που δημιουργούνται, την επιβίωση μερικώς οικισμών πραγματικών αετοφωλιών.
Η Ροσκά, που βρίσκεται στα 1.010 μ. υψόμετρο και είναι ζήτημα αν έχει δέκα κατοίκους τον χειμώνα, είναι κτισμένη σε μια εκπληκτική τοποθεσία και αποτελεί την πύλη κατάβασης, όχι στον Αδη!, αλλά στον άγριο Κρικελλοπόταμο και τον Πανταβρέχη του.
Μία ώρα κατηφορική πορεία από ημικατεστραμμένο χωματόδρομο, διασχίζοντας εγκαταλειμμένα χωράφια με πεζούλες και πετρόκτιστα κτίσματα, και φθάνουμε στην κοίτη του ποταμού.
Εχουμε φροντίσει να έχουμε μαζί μας ένα δεύτερο ζευγάρι αθλητικά παπούτσια (για να περπατήσουμε μέσα στην κοίτη!), νερό και φυσικά όλα τα απαραίτητα ενός καλοκαιρινού κολυμβητή (αντιηλιακό, γυαλιά ηλίου κ.ά. ­ το μαγιό δεν είναι απαραίτητο!) και...
... και μπαίνουμε, φίλες και φίλοι, μέσα στο νερό. Με 30' εύκολο περπάτημα (η στάθμη το καλοκαίρι δεν ξεπερνάει τους 50-60 πόντους) μπαίνουμε στο στενό φαράγγι του Πανταβρέχη και απολαμβάνουμε το μπάνιο μας στις οβίρες που σχηματίζονται και έχουν βάθος 1-1,5 μέτρο.
Για τους πιο τολμηρούς προτείνουμε ή να διασχίσουν μέσα από την κοίτη το φαράγγι (προσοχή! σε 2-3 σημεία) και να «βγουν» στον εντελώς απομονωμένο οικισμό της Κόπραινας ή να επιστρέψουν στη Ροσκά και να ακολουθήσουν το παλιό καλντερίμι, που σε τέσσερις ώρες οδηγεί επίσης στην Κόπραινα.
Προσοχή! Το μονοπάτι αυτό είναι ένα από τα πιο απόκρημνα (και πιο όμορφα) που υπάρχουν στα ελληνικά βουνά, με γκρεμούς βάθους πολλών εκατοντάδων μέτρων να χάσκουν γύρω του.


ΚΩΣΤΑΣ. ΣΤΕΦ. ΤΣΙΠΗΡΑΣ (αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Βήμα")

Δασική οξυά - Fagus sylvatica


Η Οξυά (Fagus) είναι ένα γένος δέκα ειδών φυλλοβόλων δέντρων που συναντώνται στην Ευρώπη, Ασία και Βόρειο Αμερική. Είναι δέντρο μεγάλο, μέχρι 35 μέτρα ύψος, φυλλοβόλο με κορμό ευθύ και κόμη σε νεαρή ηλικία κωνική ενώ όταν το δέντρο γεράσει μετατρέπεται σε πλατιά θολωτή. Φυτρώνει σε υψόμετρο από 500 μ. μέχρι 1800 μ. Τα φύλλα της είναι κατ'εναλλαγή δίσειρα, επιμήκη ελλειψοειδή ως αντίστροφα ωοειδή, μήκους 5-15 εκ. και πλάτους 2,5-8 εκ. πολύ ή λίγο οξύκορφα. Οι καρποί της είναι κάρυα ανά 2-3 μέσα σε ξυλώδες κύπελλο, που σκεπάζεται από βράκτια.
Τα είδη της οξυάς είναι τα εξής:
Fagus crenata - Ιαπωνική οξυά
Fagus engleriana - Κινεζική οξυά
Fagus grandifolia - Αμερικάνικη οξυά
Fagus hayatae - Οξυά της Ταϊβάν
Fagus japonica - Ιαπωνική γαλάζια οξυά
Fagus longipetiolata - Νότια κινεζική οξυά
Fagus lucida - Οξυά λάμπουσα
Fagus mexicana - Μεξικανική οξυά
Fagus orientalis - Οξυά ανατολική
Fagus sylvatica - Δασική οξυά
Στην Ελλάδα συναντώνται η Δασική οξυά και η Οξυά ανατολική, απο το όρος Οξυά (Σαράνταινα ) και Βορειότερα.
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο νοτιότερο δάσος οξυάς στην Ευρώπη. Το δάσος βρίσκεται στα βόρεια του χωριού Γραμμένη Οξυά και φαίνεται σαν να προσπαθεί να καταλάβει τα μεγάλα λιβάδια έως την κορυφή του βουνού της Σαράνταινας. Σύμφωνα με την παράδοση, εδώ σταμάτησε το δρόμο της η οξυά κουρασμένη και δεν ακολούθησε το ξάδερφό της, τον έλατο, στο ταξίδι τους προς τον νότο. Ο έλατος συνέχισε και σκέπασε τα Κραβαρίτικα Βουνά, ενώ η Οξυά άραξε στην Σαράνταινα και έφτιαξε έτσι το πιο πυκνό δάσος, το τελευταίο στη νότια Ευρώπη και το πιο όμορφο.

Yosemite Valley


Αργυρό Πηγάδι...


Ο Αθηναίος στρατηγός Δημοσθένης επιτίθεται κατά των Αιτωλών ...


Θουκυδίδου Ιστορίαι-Βιβλίον Γ'
(Μετάφραση Ελ. Βενιζέλου)
ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Έτος 6ον: 426-425πΧ.

Κατά την διάρκειαν του ιδίου θέρους, και περί την ιδίαν εποχήν που οι Αθηναίοι έχαναν τον καιρόν των εις την Μήλον, οι στρατιώται που επέβαιναν επί της μοίρας των τριάντα Αθηναϊκών πλοίων, ενώ επεριπόλουν περί την Πελοπόννησον, έστησαν κατ' αρχάς ενέδραν εις τον Ελλομενόν της χώρας των Λευκαδίων και εφόνευσαν μερικούς από την φρουράν. Ακολούθως εξεστράτευσαν εναντίον της πόλεως της Λευκάδος με μεγαλυτέραν στρατιωτικήν δύναμιν, δηλαδή με όλους τους Ακαρνάνας, οι οποίοι εξαιρουμένων των Οινιαδών, ηκολούθησαν με όλας τας στρατιωτικάς δυνάμεις των, μερικούς Ζακυνθίους και Κεφαλλήνας και δέκα πέντε Κερκυραϊκά πλοία. Και οι μεν Λευκάδιοι, μολονότι έβλεπαν λεηλατουμένην την χώραν των και την έξω του ισθμού και την εντός αυτού, όπου κείται και η πόλις και ο ναός του Απόλλωνος, έμεναν αδρανείς, αναγκαζόμενοι εις τούτο από την αριθμητικήν υπεροχήν των εχθρών. Οι Ακαρνάνες, εξ άλλου, απήτουν από τον στρατηγόν των Αθηναίων Δημοσθένη να τους αποκλείσει δια της οικοδομής τείχους, διότι επίστευαν ότι ευκόλως θα τους ηνάγκαζαν να παραδοθούν και θ' απηλλάσσοντο κατ' αυτόν τον τρόπον από μίαν ανέκαθεν εχθρικήν προς αυτούς πόλιν.

Αλλά κατά τον ίδιον ακριβώς καιρόν, ο Δημοσθένης επείσθη από τους Μεσσηνίους της Ναυπάκτου ότι ήτο λαμπρά δι' αυτόν ευκαιρία, αφού είχεν άπαξ συγκεντρώσει τόσον στρατόν, να επιτεθή εναντίον των Αιτωλών, και διότι ήσαν εχθροί της Ναυπάκτου, και διότι, εάν τους νικήση, θα υποτάξη ευκόλως εις τους Αθηναίους και τα παρακείμενα μέρη της Στερεάς. Καθόσον υπεστήριζαν ότι ο Αιτωλικός λαός είναι αληθώς πολυάριθμος και πολεμικός, αλλ' επειδή κατοικεί εις κώμας ατειχίστους, αι οποίαι μάλιστα κείνται εις μεγάλην απόστασιν η μία από την άλλην, και είναι ελαφρώς ωπλισμένοι, δεν είναι δύσκολον να νικηθούν πριν συγκεντρωθούν προς κοινήν άμυναν. Συνίστων δε να επιτεθή πρώτον εναντίον των Αποδοτών, έπειτα εναντίον των Οφιονέων και τελευταία εναντίον των Ευρυτάνων, οι οποίοι αποτελούν το μεγαλύτερον μέρος των Αιτωλών, ομιλούν γλώσσαν πολύ δυσνόητον και τρώγουν, καθώς λέγουν, άψητον κρέας. Μετά την υποταγήν τωόντι αυτών, και οι λοιποί θα προσχωρήσουν ευκόλως.

Ο Δημοσθένης επείσθη όχι μόνον δια να υποχρεώση τους Μεσσηνίους, αλλά κυρίως διότι επίστευεν ότι χωρίς ενισχύσεις από τας Αθήνας ημπορεί, αφού οι Αιτωλοί ενωθούν μαζί του, να βαδίση με τους Στερεολλαδίτας συμμάχους δια ξηράς εναντίον της Βοιωτίας. Προς τούτο, θα διήρχετο από το έδαφος των Οζολών Λοκρών, δια να φθάση εις το Κυτίνιον της Δωρίδος, έχων δεξιά τον Παρνασσόν, έως ότου κατέλθη εις το έδαφος των Φωκέων, οι οποίοι εθεωρούντο ότι θα ελάμβαναν προθύμως μέρος εις την εκστρατείαν, λόγω της κατά παράδοσιν φιλίας των με τους Αθηναίους, ή άλλως θα ημπορούσαν να εξαναγκασθούν εις τούτο. Και όταν έφθανεν εις την Φωκίδα ήτο πλέον εις τα όρια της Βοιωτίας. Εξέπλευσε λοιπόν από την Λευκάδα, εναντίον της γνώμης των Ακαρνάνων, με όλας του τας δυνάμεις, και ήλθε πλέων πλησίον της ακτής, εις το Σόλλιον, όπου τους ανεκοίνωσε το σχέδιόν του. Αλλ' επειδή οι Ακαρνάνες δεν το ενέκριναν, λόγω της αρνήσεώς του ν' αποκλείση την Λευκάδα, αυτός με τον υπόλοιπον στρατόν, αποτελούμενον από Κεφαλλήνας, Μεσσηνίους, Ζακυνθίους, και τριακοσίους Αθηναίους πεζοναύτας, οι οποίοι επέβαιναν επί των Αθηναϊκών πλοίων (διότι τα δέκα πέντε Κερκυραϊκά είχαν αναχωρήσει), εξεστράτευσεν εναντίον των Αιτωλών, εκκινήσας από τον Οινεώνα της Λοκρίδος. Οι Οζόλαι αυτοί Λοκροί ήσαν σύμμαχοι των Αθηναίων, και επρόκειτο να έλθουν με όλας των τας δυνάμεις εις συνάντησίν των εις το εσωτερικόν της χώρας, καθόσον, ως γείτονες των Αιτωλών και φέροντες τον ίδιον οπλισμόν, εθεωρούντο ότι θα ήσαν χρησιμώτατον να λάβουν μέρος εις την εκστρατείαν, διότι και τον τρόπον του πολέμου των Αιτωλών εγνώριζαν και την χώραν.

Αφού δε διενυκτέρευσε με τον στρατόν εις τον περίβολον του ναού του Νεμείου Διός, εντός του οποίου ως λέγεται, εφονεύθη υπό των κατοίκων ο ποιητής Ησίοδος, εις τον οποίον χρησμός είχε προείπει ότι θ' αποθάνη εις την Νεμέαν, εξεκίνησε κατά τα εξημερώματα, διευθυνόμενος εις την Αιτωλίαν. Την πρώτην ημέραν εκυρίευσε την Ποτιδανίαν, την δευτέραν το Κρωκύλειον και την τρίτην το Τείχιον, όπου και έμεινεν, αποστείλας τα λάφυρα εις το Ευπάλιον της Λοκρίδος, διότι εσκόπευε να υποτάξη τα άλλα μέρη προηγουμένως, να επιστρέψη έπειτα εις την Ναύπακτον, και τότε μόνον να εκστρατεύση εναντίον των Οφιονέων, εάν ηρνούντο να προσχωρήσουν. Αλλ' η στρατιωτική αυτή ετοιμασία δεν διέφυγε την προσοχήν των Αιτωλών, ούτε όταν το πρώτον εσχεδιάσθη, και μόλις εισέβαλεν ο στρατός εις το έδαφός των, όλοι έτρεξαν εις απόκρουσίν του με μεγάλας δυνάμεις εις τρόπον ώστε προσήλθαν και οι πλέον απομακρυσμένοι από τους Οφιονείς, οι Βωμιείς δηλαδή και οι Καλλιείς, οι οποίοι κατοικούν προς την διεύθυνσιν του Μαλιακού κόλπου.

Οι Μεσσήνιοι εξηκολούθουν να δίδουν εις τον Δημοσθένη τας ιδίας συμβουλάς που του έδιδαν εξ αρχής. Του εξήγουν ότι η καθυπόταξις των Αιτωλών ήτο εύκολος και συνίστων να επιτεθή το ταχύτερον εναντίον των διαφόρων κωμοπόλεων, προσπαθών να καταλάβη κάθε φοράν εκείνας που είναι εις τον δρόμον του, χωρίς να περιμένη έως ότου συγκεντρωθούν όλοι εναντίον του. Ο Δημοσθένης επείσθη εις τους λόγους των, και τας ελπίδας του εστήριξεν εις την καλήν του τύχην, διότι όλα επήγαιναν κατ' ευχήν. Χωρίς δε να περιμένη τους Λοκρούς, οι οποίοι επρόκειτο να έλθουν εις βοήθειάν του και τους οποίους εχρειάζετο (διότι του έλειπαν προ πάντων ελαφροί ακοντισταί), επετέθη εναντίον του Αιγιτίου και το κατέλαβε με την πρώτην έφοδον και χωρίς αντίστασιν. Διότι οι κάτοικοι το είχαν εκκενώσει κρυφίως και είχαν καταλάβει τους υπερκείμενους της πόλεως λόφους. Η πόλις, τωόντι, ήτο κτισμένη πλησίον εις υψώματα και απείχεν από την θάλασσαν ογδοήντα περίπου στάδια [16]. Αλλ' οι Αιτωλοί, οι οποίοι είχαν ήδη σπεύσει προς βοήθειαν του Αιγιτίου, επετίθεντο εναντίον των Αθηναίων και των συμμάχων των, κατερχόμενοι άλλοι δρομαίως και ένα λόφον και άλλοι από άλλον και βάλλοντες εναντίον των με ακόντια. Και οσάκις μεν ο στρατός των Αθηναίων προήλαυνεν, αυτοί υπεχώρουν, οσάκις δε εκείνος υπεχώρει, αυτοί επετίθεντο. Το είδος τούτο της μάχης, το οποίον συνίστατο εις αλλεπαλλήλους καταδιώξεις και υποχωρήσεις, διήρκεσεν επί πολύ, και οι Αθηναίοι ήσαν υποδεέστεροι και εις τας δύο.

Εφόσον οι τοξόται των είχαν βέλη και την δύναμιν να τα μεταχειρίζονται, οι Αθηναίοι αντείχαν, διότι οι Αιτωλοί, οι οποίοι έφεραν ελαφρόν οπλισμόν, εφόσον ετοξεύοντο, ανεχαιτίζοντο. Αλλ' όταν οι τοξόται, μετά τον θάνατον του αρχηγού των, διεσκορπίσθησαν, καί το κύριον σώμα του στρατού ήτο κατάκοπον, λόγω της πολύ μακράς και μονοτόνου πάλης, και οι Αιτωλοί τους επίεζαν εκ του πλησίον, ακοντίζοντες αυτούς, τότε πλέον ετράπησαν εις φυγήν, και επειδή ο οδηγός των Χρόμων, ο Μεσσήνιος, είχε φονευθή, έπιπταν μέσα εις αδιεξόδους χαράδρας και εις μέρη που δεν εγνώριζαν και εκεί εύρισκαν τον θάνατον. Οι Αιτωλοί, εξ άλλου, που ήσαν ωκύποδες και ελαφρώς οπλισμένοι, τους κατεδίωκαν κατά πόδας, τους ηκόντιζαν, και συλλαμβάνοντες πολλούς την ώραν ακριβώς που έφευγαν, τους υφόνευαν. Τους περισσοτέρους όμως, οι οποίοι έχασαν τον δρόμον και έπεσαν μέσα εις το δάσος, από το οποίον δεν υπήρχε διέξοδος, έφεραν φωτιά, με την οποίαν ήναψαν το δάσος από όλα τα μέρη, και τους έκαυσαν. Ο στρατός των Αθηναίων εδοκίμασε κάθε είδος φυγής και εδοκιμάσθη από κάθε είδος ολέθρου, και όσοι περιεσώθησαν με πολλήν δυσκολίαν κατόρθωσαν να καταφύγουν εις τον παραθαλάσσιον Οινεώνα της Λοκρίδος, από όπου ακριβώς είχαν εκκινήσει. Εφονεύθησαν δε και από τους συμμάχους πολλοί και από τους ιδίους τους Αθηναίους εκατόν είκοσι οπλίται. Τόσοι πολλοί και εις το άνθος της ηλικίας των εφονεύθησαν εκεί, οι καλλίτεροι αληθώς στρατιώται, τους οποίους η πόλις των Αθηνών έχασε κατά την διάρκειαν του πολέμου αυτού. Εφονεύθη δε και ο Προκλής, εις από τους δύο στρατηγούς. Και αφού εζήτησαν από τους Αιτωλούς βραχείαν ανακωχήν προς συλλογήν των νεκρών των, επέστρεψαν εις Ναύπακτον, από όπου μετεφέρθησαν ακολούθως εις Αθήνας δια του στόλου. Αλλ' ο Δημοσθένης παρέμεινεν εις την Ναύπακτον και τα πέριξ, διότι ένεκα των γενομένων εφοβείτο τους Αθηναίους.

Την ιδίαν περίπου εποχήν και ο Αθηναϊκός στρατός που ήτο εις την Σικελίαν έπλευσεν εις την Λοκρίδα, όπου ενήργησεν απόβασιν κατά την οποίαν ενίκησαν τους προσδραμόντας εναντίον των Λοκρούς, και κατέλαβαν έρυμα κείμενον πλησίον του ποταμού Άληκος.

Κατά το ίδιον θέρος, οι Αιτωλοί, οι οποίοι είχαν στείλει από πριν εις την Κόρινθον και την Λακεδαίμονα πρέσβεις, τον Οφιονέα Τόλοφον, τον Ευρυτάνα Βοριάδην, και τον Αποδωτόν Τείσανδρον, τους παρεκίνουν να τους στείλουν στρατόν, δια να τιμωρήσουν την Ναύπακτον, διότι επροκάλεσε την Αθηναϊκήν εισβολήν. Οι Λακεδαιμόνιοι έστειλαν τωόντι περί το φθινόπωρον τρεις χιλιάδας οπλίτας από τους συμμάχους, εκ των οποίων οι πεντακόσιοι ήσαν από την πόλιν Ηράκλειαν, η οποία είχε κτισθή νεωστί εις την Τραχίνα. Αρχηγός της εκστρατείας ήτο ο Σπαρτιάτης Ευρύλοχος, έχων βοηθούς τους συμπολίτας του Μακάριον και Μενεδάϊον.

Όταν ο στρατός συνεκεντρώθη εις τους Δελφούς, ο Ευρύλοχος έστειλε κήρυκα προς τους Οζόλας Λοκρούς, και διότι ο δρόμος προς την Ναύπακτον διέρχεται δια του εδάφους των, και διότι ήθελε να τους αποσπάση από την συμμαχίαν των Αθηναίων. Από τους Λοκρούς, οι κάτοικοι της Αμφίσσης ιδίως συνέπραξαν μαζύ του, ένεκα του φόβου, τον οποίον τους ενέπνεεν η έχθρα των Φωκέων. Αυτοί πρώτοι, δώσαντες ομήρους, έπεισαν και άλλους, οι οποίοι εφοβούντο τον επερχόμενον στρατόν, να κάμουν το ίδιον, πρώτον τους γείτονάς των Μυονείς (διότι δια του εδάφους των η είσοδος εις την Λοκρίδα είναι δυσχερεστάτη), και έπειτα τους Ιπνείς, τους Μεσσαπίους, τους Τριταιείς, τους Χαλαίους, τους Τολοφωνίους, τους Ησσίους και τους Οιανθείς. Όλοι αυτοί έλαβαν μέρος εις την εκστρατείαν. Οι Ολπαίοι έδωσαν μεν ομήρους, αλλά δεν ηκολούθησαν τους άλλους, ενώ οι Υαίοι δεν έδωσαν ομήρους, παρά αφού εκυριεύθη η κωμόπολίς των η οποία ονομάζεται Πόλις.

Όταν τα πάντα ήσαν έτοιμα, και ετοποθέτησε τους ομήρους εις το Κυτίνιον της Δωρίδος προς φύλαξιν, ο Ευρύλοχος προήλασε με τον στρατόν εναντίον της Ναυπάκτου δια του εδάφους των Λοκρών, κατά την πορείαν δε κατέλαβε τας Λοκρικάς πόλεις Οινεώνα και Ευπάλιον, αι οποίαι ηρνήθησαν να προσχωρήσουν. Άμα δ' έφθασαν εις την Ναυπακτίαν και συγχρόνως οι Αιτωλοί είχαν ήδη έλθει προς βοήθειαν, ήρχισαν να ερημώνουν την χώραν και κατέλαβαν τα προάστεια, τα οποία ήσαν ατείχιστα. Ακολούθως ήλθαν εις το Μολύκρειον, που ήτο αποικία των Κορινθίων αλλ' υποτελές εις τας Αθήνας, και το εκυρίευσαν. Ο Αθηναίος εν τούτοις Δημοσθένης (όστις μετά την αποτυχίαν που είχε πάθει εις την Αιτωλίαν, ευρίσκετο ακόμη εις τα πέριξ της Ναυπάκτου) επληροφορήθη εγκαίρως τα της εκστρατείας, και επειδή ανησύχησε δια την ασφάλειαν της πόλεως, ήλθε προς τους Ακαρνάνας και τους έπεισε, μολονότι με πολλήν δυσκολίαν, λόγω της αναχωρήσεώς του από την Λευκάδα, να έλθουν εις βοήθειαν της Ναυπάκτου. Οι Ακαρνάνες έστειλαν υπό τας διαταγάς του χιλίους οπλίτας, οι οποίοι μετεφέρθησαν δια του στόλου και εισελθόντες εις την πόλιν, την έσωσαν. Διότι υπήρχε φόβος μήπως, ένεκα του μεγέθους του τείχους και της ανεπαρκείας των υπερασπιστών του δεν θα αντείχε. Ο Ευρύλοχος, εξ άλλου, με τον στρατόν του, άμα έμαθαν την είσοδον της δυνάμεως αυτής και το αδύνατον επομένως του να κυριεύσουν την πόλιν εξ εφόδου ανεχώρησαν όχι εις την Πελοπόννησον, αλλ' εις την χώραν, η οποία ονομάζεται σήμερον Αιολίς, εις την Καλυδώνα δηλαδή, την Πλευρώνα και τα γειτονικά μέρη, και εις το Πρόσχιον της Αιτωλίας. Διότι οι Αμπρακιώται ήλθαν και τους παρεκίνουν να επιτεθούν από κοινού με αυτούς εναντίον του Αμφιλοχικού Άργους και της λοιπής Αμφιλοχίας και συγχρόνως εναντίον της Ακαρνανίας, υπεστηρίζοντες ότι αν γίνουν κύριοι των μερών αυτών, όλοι οι κάτοικοι της Στερεάς θα γίνουν σύμμαχοι των Λακεδαιμονίων. Ο Ευρύλοχος επείσθη, και αφού απέλυσε τους Αιτωλούς, παρέμεινεν ησυχάζων εις τα μέρη αυτά με τον στρατόν του περιμένων έως ότου επιστρατευθούν οι Αμπρακιώται και έλθη τοιουτοτρόπως η κατάλληλος ώρα, δια να σπεύση εις βοήθειάν των εναντίον του Άργους. Και τοιουτοτρόπως έληξε το θέρος.

KILIMANJARO


ΑΓΡΙΑ ΑΦΡΙΚΗ


ΚΑΤΑΡΑΚΤΗΣ


ΑΛΠΙΚΟ ΛΙΒΑΔΙ...


19/1/09

Παπαρούνες.


Βίδρα (Lutra lutra)


Η βίδρα είναι ένα μικρόσωμο ζώο που ζει στις όχθες των ορεινών ποταμών και των λιμνών και μόνο όπου τα νερά είναι πολύ καθαρά. Η βίδρα έχει εξαφανιστεί από τους περισσότερους βιοτόπους της. Καθώς το είδος αποτελεί σημαντικό δείκτη υγείας των ορεινών υδάτων, προστατεύεται αυστηρά σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι για την επιβίωση της βίδρας προέρχονται από τον άνθρωπο και είναι η ρύπανση των ποταμών και των λιμνών, η αποξήρανση των υγροτόπων και τα υδροηλεκτρικά φράγματα.
Χαρακτηριστικά:
Βασίλειο: Animalia
Φύλο: Chordata
Κλάση: Mammalia
Τάξη: Carnivora
Οικογένεια: Mustelidae
Γένος: Lutra
Μέγεθος: 55 – 110 εκατοστά
Βάρος : 5 - 12 κιλά
Καθεστώς: Η βίδρα θεωρείται προστατεύομενο είδος στην Ελλάδα (Π.Δ. 67/81)
Περιγραφή: Η ευρασιατική βίδρα (Lutra lutra) είναι ένα από τα 13 είδη βίδρας (υποοικογένεια Lutrinae) που υπάρχουν στον κόσμο. Από αυτά πέντε είδη, μεταξύ των οποίων και η ευρασιατική, απειλούνται. Για τη βίδρα έχουν περιγραφεί 10 διαφορετικά υποείδη. Η ευρασιατική βίδρα θεωρείται από τα σπανιότερα και πιο απειλούμενα θηλαστικά της ηπείρου.
Εξάπλωση: Στην Ελλάδα, σύμφωνα με παλιότερες καταγραφές για το είδος, θεωρείται ότι υπάρχει ένας από τους πυκνότερους και με μεγάλη εξάπλωση πληθυσμούς βίδρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Διάσπαση των πληθυσμών εμφανίζεται στην κεντρική Ελλάδα, ενώ μερικοί και απομονωμένοι πληθυσμοί βρίσκονται στα νησιά Κέρκυρα και Εύβοια. Έτσι, παρά την παρουσία της στους περισσότερους κατάλληλους βιότοπους, περιλαμβάνεται στον κατάλογο των απειλούμενων ειδών της Ελλάδα στην κατηγορία τρωτό.
Βιότοπος: Σε διαφορετικές περιοχές απαντά σε μια μεγάλη ποικιλία υδάτινων ενδιαιτημάτων, σε γλυκά νερά, σε ποταμούς, λίμνες, έλη με αναπτυγμένη παρόχθια βλάστηση καθώς και σε βραχώδεις ακτές στις θάλασσες της Βόρειας Ευρώπης.
Βιολογία: Οι βίδρες ζουν μεμονωμένες και οριοθετούν με σαφήνεια τον ζωτικό τους χώρο, η έκταση του οποίου κυμαίνεται ανάλογα με την διαθέσιμη τροφή. Στους ποταμούς, όπου ο ζωτικός τους χώρος είναι γραμμικός, κυμαίνεται μεταξύ 5 και 40 χλμ. Στις λίμνες και τα έλη έχει πολυγωνική δομή. Σε ακτές με πλούσιες τροφικές πηγές ζωής ο ζωτικός τους χώρος μπορεί να φτάσει στο 1,1 χλμ. Είναι ένας από τους ανώτερους θηρευτές στα υδάτινα οικοσυστήματα. Τρέφεται με ψάρια σε ποσοστό μεγαλύτερο του 80% αλλά και αμφίβια, ερπετά(νερόφιδα), ασπόνδυλα (κυρίως καβούρια), πουλιά και μικρά θηλαστικά. Γεννούν, συνήθως την άνοιξη, 2-3 μικρά το έτος, τα οποία τον πρώτο χρόνο εξαρτώνται από την μητέρα τους. Χρησιμοποιεί πολλά καταφύγια για ανάπαυση και αναπαραγωγή τα οποία είναι είτε ανοικτά, σε ήσυχες τοποθεσίες ανάμεσα σε βράχια με πυκνή παρυδάτια δενδρώδη και θαμνώδη βλάστηση ή καλαμιώνες, είτε σε κοιλότητες που σκάβει κάτω από το έδαφος.
Απειλές: Η βίδρα έχει εξαφανιστεί από τους περισσότερους βιότοπους της. Καθώς το είδος αποτελεί σημαντικό δείκτη υγείας των ορεινών υδάτων, προστατεύεται αυστηρά σε όλες τις χώρες της Ε.Ε. Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι για την επιβίωση της βίδρας προέρχονται από τον άνθρωπο και είναι η ρύπανση των ποταμών και των λιμνών, η αποξήρανση των υγροτόπων και τα υδροηλεκτρικά φράγματα. Η καταστροφή της παρόχθιας βλάστησης σε λίμνες και ποτάμια λόγω της επέκτασης των αγρών, της κατασκευής δρόμων, της ευθυγράμμισης της κοίτης στα ποτάμια και η οικιστική ανάπτυξη. Η κατάκλιση των βιοτόπων από τεχνητούς ταμιευτήρες στα ποτάμια. (Οι τεχνητοί ταμιευτήρες, συνήθως, δεν δημιουργούν κατάλληλους βιότοπους για το είδος λόγω έντονης αυξομείωσης της στάθμης και την απουσία παρόχθιας βλάστησης).
Δράσεις: Για τη διατήρηση του είδους πρέπει να εξασφαλισθούν η επικοινωνία μεταξύ γειτονικών υπο-πληθυσμών, η προστασία της φυσικής βλάστησης στις όχθες, η ποιότητα και η ποσότητα(στάθμη)του νερού, η διατήρηση των πληθυσμών των ψαριών και να αντιμετωπιστούν οι περιπτώσεις της άμεσης θανάτωσης και των τυχαίων ατυχημάτων.

MACHU PICCHU


ARLINGTON UNITED KINGDOM


PUERTO COLOMBIA VENEZUELA


ΜΑΧΗ ΣΤΗΝ ΠΕΝΤΑΓΙΟΥ.


Μετά τη πτώση του Μεσολογγιού, στις 10-4-1826, μιά ομάδα πολεμιστών απ' αυτούς που γλύτωσαν , υπό τον Νικ.Κασομούλη, κατέφυγαν στη Λομποτινά όπου είχε βρεί καταφύγιο ο άρρωστος Καραισκάκης  .
Ο ίδιος ο Κασομούλης γράφει σχετικά :
" Στη Λομποτινά καμίαν περιποίησιν δεν είδαμε. Στις 19 Απριλίου ξεκινήσαμε από τη Λομποτινά και το εσπέρας εφτάσαμε εις Πενταγιούς Λιδωρικίου. Μ' όλον οπού και ετούτοι , ( οι χωρικοί ) , τα πράγματά των τα είχαν σηκωμένα από τας οικίας των ήλθαν όλοι οι οικοδεσπόται με ταις φαμελιές των και μας έφεραν από ό,τι είχεν ο καθείς , ψωμί , τυρί , φαγί , κρασί και όλην την νύκτα συνελλυπούμεθα στην κατάστασίν μας και τα δεινά μας. Ο Δήμος Σκαλτσάς ευρισκόμενος εις το χωρίον Γρανίτσα , επάνω από του Σκορδά το χάνι είχε σφαχτά μαζεμένα από εισφοράν και ανθρώπους διορισμένους να μας χορηγούν ό,τι ζητήσωμε. Μας έστειλαν και 4 αρνιά ψημένα , τυρί και ψωμί . Το εσπέρας 20 εκοιμήθημεν εις το Λιδωρίκι . Εκείνο όμως ήτο όλως κενόν από χρόνων ".
Ο Κιουταχής όμως , μετά τη νίκη του στο Μεσολόγγι θέλησε να ξεμπερδεύει μιά και καλή και με τη Δωρίδα και αποφασίζει να χτυπήσει τα ορεινά, από Πενταγιού και πάνω. Επικεφαλής 2.οοο Τούρκων φεύγει από Λομποτινά και φτάνει στην Πενταγιού. Μαζί του πολέμαγε τους Έλληνες και ο...Σαφάκας (!) που είχε προσκυνήσει.
Επικεφαλής των Ελλήνων ήταν οι Ράγκος και Τζόγας . Έγινε μάχη φοβερή όπου οι Τούρκοι αποδιώχτηκαν προς το ποτάμι Κόκκινος και σταμάτησαν στου Σκορδά το χάνι , το γνωστό στις μέρες μας Χάνι Καραπιστόλη. Εκεί όμως τους χτυπάει ο Σκαλτσάς και γέμισε το ποτάμι κουφάρια και λαβωμένους. Στην Πενταγιού οι Τούρκοι είχαν 46 σκοτωμένους και 8 αιχμαλώτους , έχασαν και πολλά άλογα φορτωμένα.
Η μάχη έγινε στις 30 Ιουλίου 1826 .

Απριλιάτικο βράδυ ...


( Στέφανος Γρανίτσας.)

Απόψε λες και γιόμισαν την κάθε βρύση μάγια
κι ήπιαν οι ράθυμοι βοσκοί κι αγάλιασαν τα πλάγια
χορός στο κάθε ανάραχο, αχός στο κάθε ρέμα
χίλιες μορφές υφαίνονται σε μεταξένιο γνέμα
πάνω στους λόγγους τους γλαρούς και στων γκρεμών τ' απόσκια
και τα 'λιοβασιλέματα στερνοφιλούν τα μόσκια.
'Ως και τα κυπροκούδουνα κ' οι γκιώνηδες κ' οι γρύλλοι
εμέθυσαν απ' τη χαρά τ' αποψινού τ' Απρίλη
κ' εσώπασαν το κλάμα τους το πικρολάλημά τους,
να τραγουδήσουν οι καλοί τις νιες στο πέρασμά τους
απ' τα ψηλά τα διάσελα στ' ανάρια μονοπάτια,
με το γοργό περπάτημα, τα χαμηλά τα μάτια.

DOBEL GERMANY


18/1/09

ΑΝΔΕΙΣ...


Η συμφωνία των βουνών...

"Κρίκελλο Ευρυτανίας"



Η διαδρομή που αρχίζει από τον Τυμφρηστό και καταλήγει στο Κρίκελλο είναι από τις ομορφότερες στην Ελλάδα. Τα χρώματα του βουνού Τυμφρηστός, ειδικά έπειτα από βροχή, αποκτούν νέα διάσταση και οι μυρωδιές του βρεγμένου χώματος και του ελάτου σε υποχρεώνουν σε βαθιές εισπνοές Αγνοώντας τη διασταύρωση προς τη σήραγγα που συντομεύει τον δρόμο για το Καρπενήσι, θα φθάσεις στο διάσελο της θέσης Βράχος. Από εδώ αρχίζει η στενή ασφάλτινη διαδρομή προς το Κρίκελλο που ελίσσεται μέσα σε πυκνό δάσος από έλατα, το οποίο απλώνεται σε όλες τις πλαγιές και προς όλες τις κατευθύνσεις επιβάλλοντας το πράσινο μέχρι εκεί όπου φθάνει το βλέμμα. Ύστερα από λίγα χιλιόμετρα, μία πινακίδα δείχνει αριστερά προς το μνημείο της περιοχής, τα Κοκκάλια. Ένας βατός χωματόδρομος οδηγεί ψηλά, σε ένα ξέφωτο του δάσους με εκπληκτική θέα ολόγυρα, όπου βρίσκεται η επιβλητική ψηλή στήλη του ιστορικού γεγονότος. Το 279 μ.Χ. σε αυτό τον τόπο οι Ευρυτάνες και οι Αιτωλοί συνέτριψαν τις ορδές των Γαλατών (!) διακόπτοντας οριστικά την καταστροφική κάθοδό τους. Η περιοχή ονομάσθηκε Κοκκάλια από τα οστά των χιλιάδων νεκρών στρατιωτών και ζώων που κάλυψαν το οροπέδιο και τα γύρω υψώματα. Συνεχίζοντας προς Κρίκελλο, η άγρια ομορφιά της διαδρομής σε κατακλύζει, καθώς στα ανοίγματα του δάσους όπου και να στρέψεις το βλέμμα κάποιο βουνό ή κάποια επιβλητική κορυφή θα γεμίζει τον ορίζοντα. Ακολουθώντας τη γεμάτη στροφές διαδρομή, διακρίνονται αριστερά στο βάθος τα Βαρδούσια (2.495 μ.) και κοντύτερα η Παθούλα και η Σαράνταινα. Λίγο πριν από το Κρίκελλο, δεξιά του δρόμου, βρίσκεται το μνημείο του Άρη Βελουχιώτη. Εδώ είναι ο τόπος όπου ο ΕΛΑΣ έδωσε την πρώτη μάχη εναντίον των Γερμανών. Σύντομα εμφανίζονται οι κόκκινες κεραμοσκεπές των πετρόχτιστων σπιτιών με τα πλατάνια συχνά να απλώνουν τα κλαριά τους μέχρι τα μπαλκόνια. Το χωριό βρίσκεται σε υψόμετρο 1.120, 31 χλμ. νοτιοανατολικά από το Καρπενήσι. Μπαίνοντας στο Κρίκελλο, στα δεξιά του στενού δρόμου, σε υποδέχονται οι πέντε βρύσες, «τα σωληνάρια», που παγωμένο νερό τρέχει αδιάκοπα από τις πέτρινες κούπες τους. Εντύπωση προκαλεί το πέτρινο, πανέμορφο, κτίριο του δημοτικού σχολείου, το οποίο όμως παραμένει κλειστό αφού - όπως λένε οι ντόπιοι- «οι μόνιμοι κάτοικοι είμαστε περίπου 100 και τα παιδιά αν χρειαστεί πηγαίνουν στο Καρπενήσι, μισή ώρα δρόμο». Στη λιθόστρωτη, πλατανοσκέπαστη πλατεία δεσπόζει ο Άγιος Νικόλαος, μία από τις ωραιότερες καθεδρικές εκκλησίες της Ευρυτανίας, η οποία καταλαμβάνει έκταση 600 τ.μ. Κτίστηκε το 1903 πέτρα- πέτρα από 200 ντόπιους εργάτες, μαζί με 40 Ηπειρώτες χτιστάδες και 300 ζώα που μετέφεραν τα οικοδομικά υλικά από το ποτάμι. Ήταν το καμάρι των τότε 3.000 κατοίκων του. Στις ημέρες μας όμως, χρειάστηκε να γίνουν τσιμεντοενέσεις και να τοποθετηθούν σιδερένια δοκάρια στα θεμέλια, για να αποτραπεί η καταστροφή του από τα υπόγεια τρεχούμενα νερά που παρέσερναν τα θεμέλιά του. Περπατώντας μέσα και γύρω από το χωριό σε μαγεύουν η ηρεμία, το κατάφυτο τοπίο, τα τρεχούμενα νερά και τα βουνά που διασχίζονται από παλιά μονοπάτια της κλεφτουριάς και των καπεταναίων. Καθώς αφουγκράζεσαι τους ήχους που φέρνει ο δροσερός αέρας, γίνεται απόλυτα κατανοητός ο Ευρυτάνας πεζογράφος και ποιητής Ζαχαρίας Παπαντωνίου για το πώς εμπνεύσθηκε και έγραψε τη «Συμφωνία των βουνών».


ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΙΓΙΑΝΝΗΣ (απο "ΤΑ ΝΕΑ")