24/12/08

ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ...

...και μακάρι το 2009 αντί να φυλάμε με ΜΑΤ τα πλαστικά δένδρα, να φυλάξουμε καλύτερα τα αληθινά δάση μας...

Η μάχη στο Κεφαλόβρυσο.

Ο Μάρκος Μπότσαρης υπήρξε ηγετική μορφή της Επανάστασης. Γεννήθηκε στο Σούλι το 1790 και ήταν γιος του Κίτσου Μπότσαρη. Ύστερα από την πτώση του Σουλίου, πήγε στην Κέρκυρα μαζί με άλλους Σουλιώτες όπου κατατάχτηκε ως υπαξιωματικός στο ηπειρωτικό σώμα που συγκρότησαν οι Γάλλοι. Το 1814 έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας. Αρχικά ο Μάρκος Μπότσαρης, μαζί με τον θείο του Νότη, αγωνιζόταν στο πλευρό των σουλτανικών δυνάμεων εναντίον του τυράννου της Ηπείρου, του Αλή Πασά, επειδή είχαν πάρει την υπόσχεση ότι θα ξαναγυρνούσαν στην πατρίδα τους. Βλέποντας ότι οι Τούρκοι αθετούσαν την υπόσχεση τους, όταν ο Αλή Πασάς πολιορκήθηκε από τα σουλτανικά στρατεύματα στα τέλη του 1820, ο Μπότσαρης ήρθε σε συνεννόηση μαζί του και ζήτησε τον επαναπατρισμό των Σουλιωτών, με αντάλλαγμα να βοηθήσουν τον Αλή στον αγώνα εναντίον των στρατευμάτων του Σουλτάνου, πράγμα που έγινε. Πρώτη του επιτυχία ήταν η νίκη στους Καμψάδες και στα Πέντε Πηγάδια και η κατάληψη των φρουρίων της Ρηγιάσας και της Ρινιάσσας. Ακολούθησαν οι νικηφόρες μάχες στο Κομπότι της Άρτας (3 Ιουλίου 1821) και στην Πλάκα, που του έδωσαν τον τίτλο του αρχιστράτηγου της Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Μάλιστα το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντιζηλία των άλλων οπλαρχηγών κάτι το οποίο εξόργισε τον Μπότσαρη, ο οποίος μπροστά τους έσκισε το χαρτί του διορισμού του λέγοντας: "Όποιος είναι άξιος παίρνει το δίπλωμα αύριο μπροστά στον Εχθρό". Αυτή η μεγαλοπρεπής πράξη του αποδεικνύει την ανιδιοτέλειά του και την αγάπη του για την πατρίδα. Επίσης έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα που κατέληξε σε καταστροφή, ενώ βρέθηκε μεταξύ των υπερασπιστών του Μεσολογγίου στην πρώτη του πολιορκία στα τέλη του 1822, όπου παρασύροντας τους Τούρκους σε πλαστές συνομιλίες έδωσε χρόνο στους πολιορκημένους να ενισχύσουν τις οχυρώσεις.

**********
Στα μέσα του 1823, οι φήμες για νέα μεγάλη τουρκική εισβολή, στα πλαίσια μιας καινούργιας προσπάθειας συντριβής της επανάστασης, γίνονταν πραγματικότητα. Οι αψιμαχίες μεταξύ των καπεταναίων για τίτλους και στρατιωτικούς βαθμούς ήταν, ό,τι χειρότερο μπορούσε να συμβεί στη πιο κρίσιμη καμπή της εξέγερσης.
Ο Μάρκος Μπότσαρης, που η διοίκηση τον είχε ορίσει στρατηγό της Δυτικής Ελλάδας, βρίσκεται στο Κεράσοβο της Ακαρνανίας. Με επιστολή του, στις 19 Ιανουαρίου του 1823, γράφει στους καπεταναίους, ότι προσφέρεται να παραιτηθεί από το αξίωμά του, αν αυτό θα συντελούσε στο καλό της πατρίδας.
Ο αναπληρωτής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, έπαρχου στην περιοχή της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, Κ. Μεταξάς, σε μια προσπάθεια συμφιλίωσης των καπεταναίων για την αντιμετώπιση της νέας απειλής, μοιράζει αφειδώς βαθμούς στρατηγίας. Αρχές Ιουλίου τους συγκαλεί σε μια συμφιλιωτική σύσκεψη στα Κερασοβίτικα Καλύβια, όπου και τους όρισε και τις θέσεις τους. Τους Μάρκο Μπότσαρη, Γεώργιο Καραϊσκάκη, Κίτσο Τζαβέλα και Γιαννάκη Γιολδάση, με δύναμη 4.000 πολεμιστές, τους τοποθετεί στο Καρπενήσι.
Από την πλευρά των Τούρκων, δύο ασκέρια υπό τους Μουσταή Πασά της Σκόνδρας με 12.000 Αλβανούς και 3.000 Μιρντίτες (Αλβανοί ορεσίβιοι ρωμαιοκαθολικοί χριστιανοί) και Ομέρ Βρυώνη πασά των Ιωαννίνων με 4.000 αλβανούς, χωρισμένοι σε τρία τμήματα, ξεκινούν σε παράλληλη κάθοδο προς το Μεσολόγγι.
Ο Μουσταή Πασάς της Σκόνδρας, ζητά από τους αρματολούς να προσκυνήσουν και να ενταχτούν στη δύναμή του. Κάποιοι προσκύνησαν και εντάχθηκαν, όπως ο δολοφόνος του Κώστα Λεπενιώτη, Νίκος Θέος από τη Φουρνά. Η επέλαση του βεζίρη Μουσταή, μόνο τρόμο και καταστροφή έφερνε. Σαν έφτασε στ' Άγραφα έγραψε στον Καραϊσκάκη να προσκυνήσει. Ο άρρωστος από φυματίωση Καραϊσκάκης, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει το τμήμα του που τον εγκατέλειπε, απαντά πως φοβάται να προσκυνήσει και θα μείνει πιστός στο ντοβλέτι, αλλά δεν τα κατάφερε. Απογοητευμένος από τη διχόνοια των καπεταναίων και τους συντρόφους του να τον εγκαταλείπουν, αποσύρεται στο μοναστήρι του Προυσού. Από το τμήμα του, μόνο ο ατρόμητος Θανάσης Τσιάκας από το Μοναστηράκι των Αγράφων με 30 πολεμιστές παρενοχλεί τα φουσάτα του Μουσταή.
Ο Μουσταής, εισέρχεται στην Ευρυτανία από τα "Παλούκια" της Τατάρνας (του σημερινού Ραπτόπουλου), όμως, εκεί τον καρτερεί ο καπετάν Τσιάκας και του προξενεί μεγάλη ζημιά. Παρ' όλα αυτά, συνεχίζει την καταστρεπτική πορεία του και μπαίνοντας στα χωριά της Πρασιάς, πυρπολεί το Μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο Κυπαρίσσι, καίει το Μοναστήρι της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στα Φουσιανά και καταστρέφει ολοσχερώς το Μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου στον συνοικισμό του Προδρόμου. Έπειτα, φτάνοντας στα Λεπιανά, πυρπολεί τη Μονή του Αγίου Δημητρίου, στη Γρανίτσα τη Μονή Εισοδίων της Θεοτόκου, στο Βίρνικο (Βέρνικο) τη Μονή του Αγίου Ιωάννη και στην Τατάρνα πυρπολεί την ιστορική Μονή Τατάρνας. Από εκεί, μέσω Βούλπης, φτάνει στη Βίνιανη, όπου πυρπολεί άλλη μια Μονή (δεν έχει διασωθεί ούτε το όνομά της) και περνώντας τον Μέγδοβα ποταμό, φτάνει, μέσω Στενώματος και Αγίου Αθανασίου, στο Καρπενήσι. Λίγο αργότερα καταφθάνει και ο θείος του, ο Τζελαλεντίν Μπέης από την Φθιώτιδα με 5.000 τουρκαρβανίτες.
Το τρίτο σώμα, υπό τον Άγο Βασιάρη, αποτελούμενο από 9.000 τουρκαλβανούς καταφθάνει κι αυτό από τη Ρεντίνα, μέσω Ζαχαράκη, Αι -Λια Νεοχωρίου, Πάτωμα και Καγκέλια Βελουχιού.
Με τον ερχομό τόσων τούρκικων στρατευμάτων, το Καρπενήσι, έγινε ένα απέραντο στρατόπεδο τουρκαλβανών, τα οποία ανασυγκροτούνται για την επόμενη καταστροφική πορεία τους, μια πορεία που είχε κατεύθυνση προς το Μεσολόγγι. Από τα σπίτια του Καρπενησίου μέχρι τη Μεσοχώρα και το Κεφαλόβρυσο, τα φουσσάτα του Μουσταή ξεπλένονται από τις σφαγές και ετοιμάζονται για νέες.
Ο Μουσταή Πασάς, κάλεσε τον αρματολό του Καρπενησίου Γιαννάκη Γιολδάση να έρθει να τον προσκυνήσει. Ο Γιολδάσης του απάντησε πονηρά, ότι δεν έχει αξία το δικό του το προσκύνημα, αν δεν πείσει και τους άλλους καπεταναίους να πράξουν το ίδιο και του ζητά δεκαπέντε μέρες προθεσμία, προκειμένου να το πράξει. Ο Μουσταής, δέχτηκε τη προθεσμία υπό τον όρο να του στείλει δύο ομήρους για εγγύηση. Κανείς όμως δεν δέχονταν να γίνει όμηρος του πασά, αφού, με τη λήξη της προθεσμίας, ήταν βέβαιος ο θάνατός του. Στο κίνδυνο να αγριέψει ο Πασάς και ν' αρχίσει τις σφαγές και τις καταστροφές, δέχτηκαν εθελοντικά να γίνουν όμηροι δύο γενναίοι πατριώτες. Ο Γιάννης Ράμος, πολεμιστής του Γιολδάση και ο εφημέριος της Λάσπης (Αγίου Νικολάου) παπα -Γιώργης.
Παράλληλα, από την Ακαρνανία όπου βρίσκεται, ο Μάρκος Μπότσαρης, στέλνει μήνυμα στους καπεταναίους, που, ανήμποροι και τρομοκρατημένοι να αντισταθούν στις χιλιάδες των τουρκαλβανών, λουφάζουν στα βουνά του Καρπενησίου. Από εκεί, μέσω Μεσολογγίου, αναχωρεί κρυφά και συναντιέται με τους καπεταναίους που διαφωνούσαν με τον βαθμό του.
Στη συνάντηση αυτή, ο Μάρκος, τόνισε την ανάγκη για ομόνοια και συμφιλίωση και δίνοντας πρώτος το παράδειγμα, σκίζει το δίπλωμα του στρατηγού λέγοντας: "Όποιος είναι άξιος, παίρνει του στρατηγού το δίπλωμα από το Σκόντρα Πασά". Έπειτα, εφοδιάζεται με πυρομαχικά και έχοντας μαζί του 1.250 πολεμιστές, εκ των οποίων οι 400 ήταν Σουλιώτες, φτάνει στο Μικρό Χωριό.
Ήταν προφανές, ότι ο Μάρκος ως σκοπό του είχε να χτυπήσει το στρατό του Μουσταή στο Καρπενήσι. Δεν έβρισκε, όμως, ανταπόκριση από τους Στερεοελλαδίτες καπεταναίους, λόγω της έχθρας που χώριζε αυτούς και τους Σουλιώτες. Ο Καραϊσκάκης, τους Σουλιώτες τους μισούσε από παλιά επεισόδια που είχαν μεταξύ τους στ' Άγραφα. Εκτός από τους Τζαβελαίους με τους οποίους συμφιλιώθηκε, το μίσος του για τους Μποτσαραίους δεν έσβηνε. Μόνο το Μάρκο αναγνώριζε ως ίσο, γενναίο πολεμιστή και άνθρωπο.
Στις 7 Αυγούστου, από το Μικρό Χωριό, ο Μάρκος στέλνει τρεις έμπιστούς του μέσα στο ασκέρι των Αλβανών για αναγνώριση. Έστειλε τον εξάδερφό του Θανάση Τούσια Μπότσαρη, το Θανάση Κουτσονίκα και το Γιάννη Μπαϊρακτάρη. Εισχωρούν πρωί μέσα στο στρατόπεδο και συλλέγοντας πολύτιμες πληροφορίες επέστρεψαν στο Μικρό Χωριό. Συγκαλεί σε συνάντηση τους ντόπιους καπεταναίους που στρατοπεδεύουν στα Λακώματα της Καλιακούδας, κοντά στο χωριό Κλαψί. Στην πρόσκλησή του γράφει: "Αδελφοί Καπεταναίοι. Εγώ ήρθα εδώ και σκοπόν έχω να προσβάλω τον πασά. Αν θέλετε κατεβάτε κάτω στον Άγιον Νικόλαον του χωριού Κλαψίου να κουβεντιάσουμε και να τον κτυπήσουμε μαζί και αν δεν θέλετε μην έρχεσθε".
Ο Ζυγούρης Τζαβέλας, οι Γιολδασαίοι, ο Φωτομάρας, ο Ζέρβας, ο Σιαδήμας και οι Κοντογιανναίοι από την Φθιώτιδα, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκλησή του, βρέθηκαν στο Κλαψί, για να ακούσουν το σχέδιο του Μάρκου. Εκεί, ο Μάρκος, τους εξήγησε το σχέδιο της επίθεσης. Αυτός με τους πολεμιστές του, από την μεριά της ποταμιάς, θα προσεγγίσουν το κυρίως σώμα του εχθρού που βρίσκονταν στο Κεφαλόβρυσο και οι υπόλοιποι, θα το χτυπήσουν από τη μεριά της Μπιάρας. Λόγω της μικρής δύναμης πολεμιστών, μπροστά στον πολυάριθμο εχθρό, αυτός με τους δικούς του, θα εισβάλει νύχτα μέσα στο κέντρο του στρατοπέδου, ώστε να πετύχουν αιφνιδιασμό και σύγχυση στον εχθρό. Οι υπόλοιποι περί τους 2.000 θα τους χτυπούν πλαγιομετωπικά και παράλληλα θα αποτρέπουν κίνηση των άλλων δύο στρατοπέδων προς το Κεφαλόβρυσο. Ο Γιάννης Γιολδάσης, ακούγοντας το παράτολμο σχέδιο, φέρνει αντιρρήσεις. Προτείνει την από το νότο κατά μέτωπο επίθεση, σε μια προσπάθεια εξαναγκασμού του εχθρού να υποχωρήσει προς τη Θεσσαλία. Ανησυχεί, όμως, και για την τύχη των δυο ομήρων που άφησε ως εγγύηση στον πασά. Ο Μάρκος του απάντησε: "Ας παν κι αυτοί κορμπάνι για το γένος" κι έκλεισε με το αρχικό του σχέδιο.
Οι Σουλιώτες καπεταναίοι κάνουν διεισδύσεις από τον Άγιο Αντρέα και την Μπιάρα με στόχο τους τον έλεγχο της πρόσβασης προς τα ανατολικά του εχθρικού στρατοπέδου. Ασφαλίζουν τη μεγάλη και αφύλακτη στρατηγική διασέλα, βόρεια του Κώνισκου και την πρόσβαση από την Άγιο Ανδρέα - Μπιάρα και μέχρι τον Καρπενησιώτη ποταμό. Με την εκδήλωση της επίθεσης του Μάρκου στο στρατόπεδο του Κεφαλόβρυσου, το τμήμα αυτό θα χτυπούσε από τα ανατολικά. Παράλληλα βόρεια προς το μέρος του Καρπενησιού και δυτικά προς τη μεριά της Μεσοχώρας όπου βρίσκονταν οι 3.000 Μιρντίτες, ώστε να καθηλώσουν τα άλλα δύο αυτά εχθρικά στρατόπεδα στις θέσεις τους.
Αν και όλη η προεργασία της επίθεσης γίνονταν μυστικά, δεν έλειψαν οι προδότες που φρόντισαν να ενημερώσουν τον Μουσταή Πασά για τις προθέσεις του Μάρκου. Αυτός, υπεροπτικά, καθησύχαζε τους αξιωματικούς του, λέγοντάς τους, πως όλον τον καιρό αναζητεί να χτυπηθεί με κλέφτες, οι οποίοι έχουν χαθεί από το φόβο τους, αλλά υποψιάζονταν, ότι δε θα τολμήσουν να αναμετρηθούν με τον ασύγκριτα πολυάριθμο στρατό του. Ο Τζελαλεντίν Μπέης, επέμενε, ότι γνωρίζει το Μάρκο και ξέρει, ότι αψηφά τους κινδύνους και θα χτυπήσει. Ο Μουσταής, απαντά για το Μάρκο ειρωνικά. Μόνο ο Τότι Πρέγκα, ο αρχηγός των Μιρντιτών, λαμβάνει σοβαρά τα μηνύματα και χτίζει προχώματα.
Τα μεσάνυχτα 8 προς 9 Αυγούστου του 1823, πέντε ώρες μετά το βασίλεμα του ήλιου, ο Μάρκο(ς) Μπότσαρης με 350 μπαρουτοκαπνισμένους "Σουλιώτες", εκ των οποίων οι 20 Ευρυτάνες, χωρισμένοι σε μικρές ομάδες, εισβάλουν στο στρατόπεδο του Κεφαλόβρυσου από τη ποταμιά.
Ως γνωστόν, η ενδυμασία των τουρκαλβανών είναι πανομοιότυπη με τη φουστανέλα των Ελλήνων, επίσης ίδια είναι και η γλώσσα τους, η αρβανίτικη και αυτό το εκμεταλλεύεται ο Μάρκος με τους πολεμιστές του. Όμως, για να γνωρίζονται μεταξύ τους, φοράνε μαντίλια στο κεφάλι και ανασκουμπώνουν τα μανίκια τους. Οι Σουλιώτες, για την αναμεταξύ τους αναγνώριση (για την αποφυγή σύγχυσης), χρησιμοποιούν το σύνθημα "τσίλι γιε τι;" (ποιος είσαι συ;) και ως παρασύνθημα το "χέκουρ" (σίδερο). Με αυτόν τον τρόπο εισέβαλαν στο κέντρο του στρατοπέδου, χωρίς να τους πάρουν είδηση. Οι περισσότεροι τουρκαλβανοί κοιμόντουσαν και οι υπόλοιποι, αμέριμνοι από την ήσυχη νύχτα του Αυγούστου, δεν υποψιάζονται το κακό που τους περιμένει. Οι Σουλιώτες, σαν τα ξωτικά της νύχτας, διαβαίνουν ανάμεσά τους και μέσα απ' τις φορεσιές τους, σιγά -σιγά, φανερώνονται τα αστραφτερά γιαταγάνια τους.
Ξάφνου, τη γαλήνη της νυχτιάς την αναστατώνει η σάλπιγγα της επίθεσης. Τα σουλιώτικα γιαταγάνια δε γυαλίζουν πια από το φεγγαρόφωτο της νύχτας, αλλά από το αίμα των τρομοκρατημένων τουρκαλβανών, που προσπαθούν να κρυφτούν ακόμη και από την ίδια τους τη σκιά. Το Κεφαλόβρυσο, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, μετατρέπεται σε ένα απέραντο σφαγείο ανθρώπων. Οι Σουλιώτες, αλαλάζοντας σαν τρελοί, δεν ανασαίνουν ούτε στιγμή. Ήταν ένας αγώνας δρόμου, για να μην προλάβουν οι τουρκαλβανοί να συνέρθουν και ο κάθε Σουλιώτης έσφαζε τους εχθρούς του τον έναν πίσω από τον άλλον. Βλέποντας τους "αήττητους" του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας πανικοβλημένους και πνιγμένους στο αίμα, ορμούν με ακόμα περισσότερη μανία και ατέλειωτο πάθος. Μεγάλος είναι ο πανικός και η σύγχυση που επικρατεί στους τουρκαλβανούς. Δεν ξέρουν από ποιον να φυλαχτούν και σφάζονται μεταξύ τους.
Ο Μάρκος, που δεν χορταίνει τον πανικό που έσπειρε, ψάχνει για αξιωματούχους προς σφαγή. Με το βλέμμα του αετού που αναζητεί το θήραμά του και με το αιματοβαμμένο σπαθί στο χέρι του, τραυματίζεται κοντά στα σκέλια του από βόλι, αλλά αδιαφορεί και απτόητος συνεχίζει. Σώνει και καλά, ψάχνει να βρει το θύμα του. Ξάφνου βρίσκεται στο "κουλούρι του Καραγιάννη" που πίστεψε, ότι υπήρχαν αξιωματικοί και γεμάτος πάθος ορμά στον μαντρότοιχο. Δεν τα κατάφερε όμως. Ένα βόλι τον βρίσκει πάνω από το δεξί του μάτι και έγειρε, γονάτισε, έπεσε καταγής. Το λιοντάρι της Ηπείρου κείτεται πια νεκρό. Ο Θανάσης Τούσιας Μπότσαρης, ο ξάδερφος του Μάρκου, βλέποντάς τον πεσμένο στο χώμα, τον αρπάζει στις πλάτες του και με γρήγορες κινήσεις εγκαταλείπει το διαλυμένο πλέον στρατόπεδο. Σε λίγο ξημερώνει και το σύνθημα της αποχώρησης σηματοδοτεί το τέλος της μάχης.
Καθώς οι πρώτες αχτίδες του ήλιου διαπερνούν τον αχνό της πρωινής υγρασίας, ανακατεμένον μ' εκείνον του καμένου μπαρουτιού και του αίματος που αχνίζει, οι Σουλιώτες αποχωρούν χωρίς τον κίνδυνο να τους ακολουθήσει κανείς. Εξάλλου, οι τουρκαλβανοί, δεν συνειδητοποίησαν ακόμη τι τους συνέβη και συνεχίζουν να σφάζονται μεταξύ τους. Λουσμένοι πατόκορφα απ' το εχθρικό αίμα γελούν με το κατόρθωμά τους. Μαζί τους, εκτός τα πολλά λάφυρα, σέρνουν αιχμάλωτο και τον διοικητή του στρατοπέδου, τον Άγο Βασιάρη. Όταν απομακρύνονται αρκετά από το διαλυμένο στρατόπεδο και χάνονται οι κραυγές του πόνου και της απελπισίας, φτάνουν σε ένα αναπάντεχο θέαμα. Σε ένα πλάτωμα του Κώνισκου, βλέπουν τον αρχηγό τους, το Μάρκο, νεκρό. Δίπλα του, οι συνοδοί του σκυφτοί και αμίλητοι. Η χαρά της νίκης μετατρέπεται σε οδύνη και το μίσος της εκδίκησης τρελαίνει το μυαλό τους. Με μιας γονατίζουν τον αιχμάλωτο Άγο Βασιάρη μπρος στο σώμα του αρχηγού τους, όπως ορίζουν τα αρχαία πολεμικά έθιμα, και τον σφάζουν. Μια συνοδεία από 100 συντρόφους του, παιρνουν την σωρό του Μαρκου και την μετέφεραν στο Μεσολόγγι, πάνω στο άλογό του, στηριγμένο σαν να είχε καβαλικέψει. Τα λάφυρα των επαναστατών ήταν: 4 σημαίες, 1600 τουφέκια, 1800 πιστόλες, 300 σπαθιά, 1200 άλογα κι άλλα, κι άλλα. Οι Τούρκοι είχαν κοντά 2000 νεκρούς, ενώ οι Έλληνες 60 νεκρούς και 42 τραυματίες.
Περνώντας από τον Προυσό κάθισαν λίγο να ξαποστάσουν. Πήρε είδηση ο Καραϊσκάκης, και άρρωστος καθώς ήταν, κατέβηκε από το καλύβι του στο δρόμο τρεκλίζοντας, γονάτισε μπροστά στο κουφάρι του Μάρκου και μονολόγησε προφητικά για τον εαυτό του:
«Άμποτες ήρωα Μάρκο, από τέτοιο βόλι να πήγαινα κι εγώ».
Σε λίγο η πομπή ξεκίνησε για το Μεσολόγγι. Εκεί η υποδοχή του νεκρού ήταν αντάξια του μεγαλείου του. Η κηδεία στάθηκε γεγονός τόσο μεγαλοπρεπές που από μόνη της εμψύχωνε τα πλήθη και τα πότιζε πόθο για λευτεριά. Πάμπολλα ήταν τα τραγούδια που ύμνησαν την λεβεντιά του ήρωα και τον τραγικό χαμό του. Και τα τραγούδια αυτά έμεινα και έφτασαν ως εμάς για να θυμίζουν τις δύσκολες εκείνες μέρες που το έθνος μέσα από συμπληγάδες αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του.
«…Μεγάλος θρήνος έγινε μέσα στο Μεσολόγγι.
Το Μάρκο παν’ στην εκκλησιά, το Μάρκο παν’ στον τάφο.
Εξήντα παπάδες παν’ μπροστά και δέκα δεσποτάδες.
Κι από κοντά Σουλιώτισσες πάνε μοιρολογώντας.
Σηκώσου απάνω, Μάρκο μου, και μη βαριά κοιμάσαι.
Πώς να σηκωθώ, μωρέ παιδιά, και πως να αναβλέψω;
Έχω μολύβι στην καρδιά, και βόλια στο κορμί μου.
Κι ανάμεσα στο στήθος μου είμαι μαχαιρωμένος…»
Η είδηση του χαμού του Μάρκου Μπότσαρη ακούγεται σαν στρίγγλα και σχίζει βουνά και λαγκάδες σέρνοντας μοιρολόγια σε όλη την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Μάρκο(ς) Μπότσαρης, εκεί, στο Κεφαλόβρυσο, διάβηκε την πύλη της αιωνιότητας. Μαζί και 60 σύντροφοί του.
Το μίσος του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας, έπειτα από το χαλασμό που του προξένησαν οι Σουλιώτες, δεν περιγράφεται. Περί τους χίλιους οι νεκροί αντάμα με τους τραυματίες, χώρια αυτοί που σκόρπισαν και δεν επέστρεψαν από τον πρωτόγνωρο τρόμο που έζησαν. Μα πάνω απ' όλα καταρρακώθηκε το ηθικό του στρατού του. Από τους δυο ομήρους του πασά, ο μεν Γιάννης Ράμος απαγχονίστηκε αμέσως, ο δε παπα-Γιώργης, τη νύχτα του χαλασμού, κατάφερε να δραπετεύσει.
Η μάχη του Κεφαλόβρυσου στο Καρπενήσι ήταν επιτυχής. Το αποτέλεσμά της, όμως, θα ήταν καλύτερο, αν δεν υπήρχε η αδικαιολόγητη καθυστέρηση συμμετοχής στη μάχη του τμήματος από την ανατολική πλευρά. Μόνο ο Κίτσος Τζαβέλλας με τους πολεμιστές του ενήργησε έγκαιρα, πράγμα που αποδείχτηκε σωτήριο για την έκβασή της. Η σύγχυση μεταδόθηκε και στα υπόλοιπα εχθρικά στρατόπεδα, τα οποία, μη γνωρίζοντας τι συμβαίνει, καθηλώθηκαν στις θέσεις τους. Μια ιστορική παράμετρος της μάχης, ήταν ο τρόπος κρούσης αυτής. Ήταν η πρώτη μάχη στη παγκόσμια πολεμική ιστορία με τα χαρακτηριστικά των σύγχρονων καταδρομών!

**********
Την εποχή της Τουρκοκρατίας, οι καλόγεροι και γενικά όσοι είχαν πρόσβαση στα εκκλησιαστικά βιβλία, κάθε φορά που σημειώνονταν κάποιο ιστορικό γεγονός, είτε επρόκειτο για σεισμό είτε για μάχη, σημείωναν σε λευκές σελίδες των βιβλίων αυτών, ή και στο περιθώριό τους μια μικρή αναμνηστική καταγραφή. Το παρακάτω κείμενο είναι μια τέτοια θύμιση από την Ακολουθία του Αγ. Βησσαρίωνος, της Ιεράς μονής Τατάρνας, με χρονολογία 1823.
ΘΥΜΗΣΗ : «Όντας ήρθε ο Σκόντρας Πασάς από τον τόπο του με δώδεκα χιλιάδες. Και ήρθε στα Τρίκαλα και έμασε και άλλους ντόπιους και έγιναν δέκα πέντε χιλιάδες Και έστειλε να προσκυνήσουν οι Καπεταναίοι όλοι. Και οι Καπεταναραίοι δεν το εδεχθήκανε κανένας να πάνε να προσκυνήσει. Και επήγαν και εχάλασαν του Στουρνάρα. Και έπειτα έστειλε να πάγη ο Καπετάν Καραϊσκάκης να τον προσκυνήσει που ήταν Καπετάνιος στα Άγραφα. Ούτε και αυτός επήγε. Και εκίνησαν οι Τούρκοι και επήραν τα Άγραφα σβάρνα καίγοντας και ήλθανε στα Απινιανά.
Και όθεν απεργούσαν δεν άφηναν τίποτε ούτε καλύβια και μοναστήρια και εκκλησίες, όλα τα έβαλαν φωτιά και έπειτα επήγαν μέσα στο Καρπενήσι και εστάθηκαν ένα μήνα και αμαζώχτηκαν οι Καπεταναρέοι και ήλθε και ο Μάρκος από το Μεσολόγγι με χίλιους Σουλιώτες. Μαζώχτηκαν στη Ράχη στη Χελιδόνα και έγιναν οι ρωμαίοι χιλιάδες τέσσερις. Και εσηκώθη ο Καπετάν Μάρκος με τ' ασκέρι του και επήγανε στην φωτιάν και οι άλλοι ήταν απέξω, όπου φύλαγαν τις (στράτες) και ο Μάρκος ερίχτηκε μέσα με το σπαθί και εκόπηκαν Τούρκοι οχτακόσιοι πενήντα πάνω Ρωμαίγοι ουδέ έξι και λαβωμένοι είκοσι πέντε. Και εκείνην την ημέρα την (που) επολέμησαν εσκοτώθη και ο Καπετάν Μάρκος. Το ασκέρι το Ρωμέικο εκρύωσε πολύ, ως τόσο ήταν φοβερός ο Καπετάνιος.»
**********
Ένα πουλί θαλασσινό,
καημένε Μάρκο Μπότσαρη.
Λέει σ’ ένα βουνίσιο,
Μάρκο Μπότσαρη, Σουλιώτη.
Εσκότωσαν το Μάρκο μας,
καημένε Μάρκο Μπότσαρη.
Ωχ, στην άκρη στο ποτάμι,
Μάρκο Μπότσαρη, Σουλιώτη.
Κι η μάνα του τον έκλαιγε,
καημένε Μάρκο Μπότσαρη.
Μάρκο μου πού το ’χεις το σπαθί,
καημένε Μάρκο Μπότσαρη.
που το ’χεις το ντουφέκι,
Μάρκο Μπότσαρη, Σουλιώτη.
Το πήραν τα συντρόφια μου
καημένε Μάρκο Μπότσαρη,
το πήραν τα παιδιά μου,
Μάρκο Μπότσαρη, Σουλιώτη.
Και με τους Τούρκους πολεμούν,
καημένε Μάρκο Μπότσαρη.
Και με του γκοντζαμπασήδες,
Μάρκο Μπότσαρη, Σουλιώτη.

12/12/08

BERTOLT BRECHT




ΠΟΛΥ ΑΣΧΗΜΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ:

Αντί στο δάσος
με τα συνομήλικά του τα παιδιά να παίζει
ο μικρότερός μου γιός,
πάνω απ’ τα βιβλία είναι συνεχώς σκυμμένος,
μιας και πιο πολύ του αρέσει να διαβάζει
για των λεφτάδων τις απάτες
και για τα μακελλειά των στρατηγών.
Όταν διαβάζει τη φράση πως οι νόμοι μας
σε πλούσιους και φτωχούς εξ ίσου απαγορεύουν
κάτω απ’ τα γεφύρια να κοιμούνται,
τον ακούω να γελάει ευτυχισμένος.
Κι όταν ανακαλύπτει
ότι κάποιου βιβλίου ο συγγραφέας τά ’χει πιάσει
για να γράψει ό,τι έγραψε,
το νεανικό μουτράκι του φωτίζεται και λάμπει.
Εγώ, απ’ τη μεριά μου, επιδοκιμάζω την επιλογή του
μολονότι –το λέω– πολύ θα ήθελα
νά ’μουν σε θέση να του χαρίσω μιαν εποχή καλή,
όπου ο γιόκας μου
στο δάσος θα πήγαινε να παίξει
παρέα με τους συνομηλίκους του.


ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗ ΦΡΑΣΗ «ΤΗ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ Η ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑ ΤΗ ΦΕΡΝΕΙ», ΠΟΥ ΤΟΣΟ ΣΥΧΝΑ ΤΗΝ ΑΚΟΥΜΕ :

Όταν βλέπουν το ζευγά το βόδι να κεντρίζει,
γιατί το ξύλινο πανάρχαιο αλέτρι του
στα πετρολίθαρα τού χέρσου χωραφιού εκόλλησε,
φωνάζουν «Οποία ωμότης!» καθόσον αντιλαμβάνονται
πως με τη βουκέντρα το υνί δεν ξεκολλάει –
και νομίζουν όλοι τότε πως σχέδιο δεν υπάρχει,
ενώ στην πραγματικότητα
το σχέδιο ναι μεν υπάρχει,
πλην όμως είναι πήχτρα στα λάθη.

Εξ άλλου πώς να γίνει, αλήθεια,
η καλοσύνη να μπορέσει μόνη της
αυτό το τερατώδες στίψιμο των ανθρώπων
και αυτόν τον τεράστιο τροχό που τους κάνει κοπριά
να τον κρατήσει καθαρό και εν λειτουργία;
Να ελπίζουμε τάχα
πως δεν θα ξανακλαπεί
το γάλα απ’ των παιδιών το στόμα,
άμα διδαχθεί ο κλέφτης ν’ αγαπά τον πλησίον του;

Αν η βαρβαρότητα τη βαρβαρότητα φέρνει,
τότε και την καλοσύνη η καλοσύνη γεννά, και είναι ανίκητη,
οπότε και η ομορφιά είναι όμορφη, ακόμα και όταν
είναι μέσα στην κοπριά ώς το σαγώνι της χωμένη.




ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΟΠΟΙΟΣ ΜΕΝΕΙ, ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΖΕΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ :

Σπίτι του όποιος μένει, όταν αρχίζει ο αγώνας
κι αφήνει άλλους για την υπόθεσή του να παλέψουν,
πρέπει να ξέρει (για νά ’ναι προετοιμασμένος) ότι
όποιος δεν επήρε μέρος στον αγώνα
την ήττα αναγκαστικά θα μοιραστεί στο τέλος.
Και κάτι άλλο: ουδέποτε εν τέλει
αποφεύγει τον αγώνα
όποιος θέλει τον αγώνα ν’ αποφύγει –
καθώς
για του εχθρού του την υπόθεση θά ’χει παλέψει
όποιος για τη δική του δεν επάλεψε υπόθεση.



ΑΝ ΜΕΙΝΟΥΝΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ:

Αν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι
είσαστε χαμένοι.
Η μεταβολή, ναι, είναι εσάς ο φίλος σας,
και η διαφωνία ο σύμμαχός σας στον αγώνα.
Από το τίποτα
κάτι πρέπει εσείς να φτιάξετε,
οι δε του κόσμου οι παντοδύναμοι
να γίνουν πρέπει τίποτα.
Αυτό που ήδη κατέχετε αφήστε το·
πιάστε πάρτε αυτό που σας αρνιούνται.


ΠΟΛΛΟΙ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΤΑΞΕΩΣ:

Πολλοί είναι υπέρ της τάξεως. Στρώνουν για να φαν
τραπεζομάντηλο (αν έχουν), ή με την παλάμη
σπρώχνουνε τα ψίχουλα στο πιάτο, αρκεί το χέρι τους
να μην είναι κουρασμένο· το τραπέζι τους ωστόσο
έχει στηθεί, όπως και το σπίτι τους, σ’ έναν κόσμο
μονίμως βουλιαγμένον στο βούρκο.
Αχ, τα ερμάριά τους – αυτά να είναι καθαρά κυρίως!
Στο έβγα της πόλης έχει μια φάμπρικα
που όλο αλέθει κόκκαλα – είναι η ματωμένη μάκινα
της υπεραξίας! Αχ, τί ωφελεί στ’ αλήθεια
νά ’σαι ώς το σαγώνι βουτηγμένος μες στις λάσπες
και να πασχίζεις μπας και κρατήσεις
των δαχτύλων σου τα νύχια
καθαρά;



ΟΠΟΙΟΣ ΑΜΥΝΕΤΑΙ:

Όποιος αμύνεται, όταν του κόβει την ανάσα
αυτός που του σφίγγει το λαιμό, προστατεύεται
από ρητή διάταξη του νόμου –
γι’ αυτό και κραυγάζει
πως ευρέθη σε νόμιμη άμυνα. Όμως
αυτός ο ίδιος νόμος το πρόσωπό του αποστρέφει
–και αν τυχόν ιδεί, αντιπαρέρχεται–,
όποτε αμύνεσθε, γιατί σας κόβουν το ψωμί.
Και βέβαια όποιος δεν τρώει πεθαίνει,
το ίδιο παθαίνει δε και όποιος τρώει ελάχιστα,
μόνο που αυτός αργεί λιγάκι να πεθάνει.
Και όσο πεθαίνει –μέρες και μήνες–
του απαγορεύεται η άμυνα.


ΣΤΟΥΣ ΑΠΟΓΟΝΟΥΣ ΜΑΣ:
Ι
Όντως ζω σε χρόνους ζοφερούς!
Η αθώα λέξη είναι κουταμάρα. Μέτωπο αζάρωτο
μόνο σε αναισθησία παραπέμπει. Κι όποιος γελάει
δεν έχει απλώς ακόμα μάθει
το φριχτό που τού 'χει ρθει μαντάτο.

Τί χρόνοι είναι τούτοι, οπού
και μια κουβέντα να πεις για τα δέντρα, περίπου έγκλημα είναι,
αφού περικλείει σιωπή για μύρια όσα αδικήματα!
Αυτόν που ήσυχος τραβάει το δρόμο του
γιατί κανείς πια φίλος του δεν τον προφταίνει,
άμα τυχόν βρεθείς σε αγάγκη μεγάλη;

Ναι, είναι αλήθεια: το ψωμί μου ακόμα το βγάζω·
αλλά πιστέψτε με: εντελώς από τύχη συμβαίνει. Τίποτα
απ’ όσα κάνω δεν δικαιολογεί τ’ ότ’ είμαι χορτάτος.
Και πάλι εντελώς από τύχη την έχω σκαπουλάρει. (Έτσι
και μου τελειώσει η τύχη, πάει,
πήγα καλλιά μου.)

Μου λένε: Τρώγε-πίνε! Και χαίρου που ’χεις!
Μα πώς να φάω και να πιώ, όταν
απ’ τον πεινασμένο το φαΐ μου αρπάζω, και όταν
το ποτήρι μου με το νερό του διψασμένου λείπει;
Κι όμως: και τρώω και πίνω.

Με χαρά μεγάλη μου θα γινόμουν ακόμα και σοφός.
Υπάρχουνε παλιά βιβλία να σου το μάθουν σοφός τί σημαίνει:
απ’ τους αγώνες του κόσμου ν’ απέχεις και τον σύντομο βίο σου
δίχως φόβους να περνάς και τρομάρες·
να τα βγάζεις δε πέρα χωρίς σε πράξεις βίας να προσφεύγεις,
και το κακό με το καλό εσύ ν’ ανταποδίδεις.
Αν δεν ικανοποιείς τις επιθυμίες σου
και εάν, μάλιστα, τις ξεχνάς κιόλας, αι, ναι!...
τότε θεωρείσαι πως είσαι σοφός.
Με ξεπερνούν όλα τούτα· δεν τα μπορώ.
Σε χρόνους –όντως– ζω ζοφερούς.

ΙΙ
Στις πόλεις έφτασα στης αταξίας τα χρόνια και του χάους,
τότε οπού βασίλευε παντού η πείνα.
Με τους ανθρώπους βρέθηκα στα χρόνια της εξέγερσης·
μαζί τους ξεσηκώθηκα και λόγου μου.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια
που μου δόθηκαν να ζήσω στη γη.

Μεταξύ μαχών και σφαγών έτρωγα το φαΐ μου
και πλάι στους μακελλευτάδες κοιμόμουνα.
Ασύνετα τον έρωτα υπηρέτησα
και με τη φύση υπομονή ποτέ μου καμμία δεν έδειξα.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια
που μου δόθηκαν να ζήσω στη γη.

Στα χρόνια τα δικά μου οι δρόμοι σε βγάζαν
σε λασπόβουρκους μόνο, σε βαλτοτόπια.
Η γλώσσα μου η ίδια –προδότρα– με παράδινε
στων σφαγέων τα χέρια.
Και πάρα πολλά δεν κατάφερα. Οι καταπιεστές, ωστόσο,
ασφαλέστεροι, νομίζω, θα νιώθανε δίχως εμένα.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια
που μου δόθηκαν να ζήσω στη γη.

Οι δυνάμεις μου μικρές· ο δε στόχος
μακριά, πολύ μακριά.
Πλην όμως είταν ορατός, αν και για εμέ προσωπικά
σχεδόν απροσπέλαστος.
Έτσι πέρασαν τα χρόνια
που μου δόθηκαν να ζήσω στη γη.

ΙΙΙ
Εσείς, που δεν γνωρίσατε τον κατακλυσμό
που έπνιξε εμάς,
να θυμάστε να λογαριάζετε,
όταν θα μιλάτε για τις δικές μας αδυναμίες,
τους χρόνους του ζόφου
που εμείς περάσαμε
και εσείς γλυτώσατε.
Κι απ’ τα παπούτσια μας πιο συχνά τις χώρες αλλάζαμε,
όπου καταφεύγαμε πάντα όσο κρατούσε
της πάλης των τάξεων – απελπισμένοι:
να βλέπουμε το άδικο, και να μη γίνεται τίποτα.

Κι όμως, το ξέρουμε και το παραξέρουμε:
και το μίσος για την ταπεινοσύνη
μάς χαλάει τη φάτσα
και η οργή απ' την αδικία
τη φωνή μάς βραχνιάζει. Αχ, εμείς,
που θέλαμε να προετοιμάσουμε για τη φιλία το έδαφος,
ε μ ε ί ς
ουδέποτε μπορέσαμε να είμαστε φιλικοί οι ίδιοι.

Εσείς, όμως,
όταν θα ξημερώσει η μέρα η καλή,
οπού ο άνθρωπος πια βοηθός του ανθρώπου θα είναι,
ε σ ε ί ς
να μας θυμηθείτε και να μας λογαριάσετε
με κάθε επιείκεια.

Μάνος Χατζηδάκης...23 χρόνια πριν!

Με αφορμή τα επεισόδια για την δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου...

...ας θυμηθούμε τι έγραφε, 23 χρόνια πριν ο Μάνος Χατζηδάκης για τα επεισόδια που ακολούθησαν την δολοφονία του Μιχάλη Καλτεζά:
«…Μια μωβ σκιά Μαΐου ξάπλωσε στον τόπο. Οσα συνέβησαν στα Εξάρχεια και στη Νομική Σχολή. Και στην οδό Σκουφά και Σόλωνος, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους ενόχλησαν τους Ελληνες πολίτες και αγανάκτησαν τον Τύπο ολόκληρο. Γιατί δεν τους εξολοθρεύουν και δεν τους σπάνε το κεφάλι. Γιατί δεν ρίχνουν δακρυγόνα. Και η Σύγκλητος και οι φοιτητές όλων των παρατάξεων, όλοι αγανακτισμένοι με τα τριάντα-εκατό παιδιά που δεν το βάζουν κάτω, δεν εννοούνε να παραδεχτούν πως η όποια ελευθερία ανήκει μόνο στους αστυνομικούς και τους ηλικιωμένους. Που δεν μπορούν να αντιληφθούν γιατί καταδιώκονται αδιάκοπα, προπηλακίζονται ατελείωτα και συνεχώς υποχρεούνται να δέχονται εξευτελισμούς. Κι ο προπηλακισμός αρχίζει από τον δάσκαλο, τον επιστάτη του σχολείου, από τον οδηγό και τον εισπράκτορα του λεωφορείου, απ’ τον καθηγητή και τον δημόσιο λειτουργό ώς τον δημόσιο υπάλληλο, από τους αξιωματικούς κι εκπαιδευτές στο κέντρο κατατάξεως ώς τον τυχαίο μοτοσικλετιστή της τροχαίας που θα του ζητήσει άδειες, ταυτότητες και πιστοποιητικά. Ως τον γιατρό του νοσοκομείου που θα τον πάνε σηκωτό, ύστερα από τη γροθιά του οργάνου της τάξεως. Και το γνωρίζουμε πολύ καλά.
Εξύβριση αρχής - έτσι ονομάζεται η απαίτηση εξηγήσεων. Χειροδικία κατά της αρχής - έτσι είθισται να αποκαλείται η ενστικτώδης κίνηση του αμυνόμενου νέου. Και η ιστορία δεν έχει τέλος. Η ανωνυμία και η εισαγγελική αρχή θα του προσφέρει ή μια τραυματική αγανάκτηση ισόβια ή τον επιζητούμενο από την πολιτεία ευνουχισμό του. Αυτή είναι μια καθημερινή πραγματικότητα και, δυστυχώς, γνησίως ελληνική τα πρόσφατα και τελευταία σαράντα χρόνια - όσα είχα δηλαδή την ευτυχία να ζήσω σαν επώνυμος πολίτης εις τούτον τον ένδοξον κατά τα άλλα τόπον μας.
Μια μωβ σκιά Μαΐου σκέπασε την Αθήνα. Κι όμως δεν βρέθηκε ένας δημοσιογράφος, μια εφημερίδα ν’ αγανακτήσει και να διαμαρτυρηθεί, να καταγγείλει την αλήθεια για αυτό το τρίγωνο του αίσχους. Σκουφά, Μαυρομιχάλη και Ιπποκράτους. Κι άρχισε μια σκόπιμη, ύποπτη κι έντεχνη σύγχυση τριών ασχέτων μεταξύ των περιπτώσεων. Οι νεαροί των Εξαρχείων να παρουσιάζονται ίδιοι με τους αλήτες των γηπέδων, τους επονομαζόμενους χούλιγκανς, και επιπλέον να καλλιεργείται η εντύπωση στην κοινή γνώμη, με στήλες ολόκληρες των θλιβερών εφημερίδων μας, ότι οι νέοι αυτοί, οι αναρχικοί, είναι οι βομβιστές και ίσως οι πιθανοί δράστες των δολοφονιών ή εμπρησμών. Και φυσικά, όταν με το καλό τελειώσει η δίωξη των εκατό, σαράντα ή είκοσι παιδιών και η όλη επιχείρηση στεφθεί με «επιτυχία», να πάρει τις διαστάσεις ενός πραγματικού θριάμβου… κατά του εγκλήματος. Την ίδια ώρα που δολοφονούνται εκδότες και οι δολοφόνοι δεν ανευρίσκονται. Δολοφονούνται πολίτες και οι δολοφόνοι δεν αποκαλύπτονται. Πεθαίνουν νέοι από ξυλοδαρμούς και οι δράστες κυκλοφορούν ανενόχλητοι και, τέλος, δεν… ανακαλύπτονται.
Την ίδια ώρα η πολιτεία αγανακτεί διότι υπάρχουν μερικά ζωντανά της κύτταρα που αντιδρούν άτεχνα, ανοργάνωτα, ίσως μ’ αφέλεια, σ’ όλην αυτή την οργανωμένη κρατική ασχήμια, αντί να βλογάμε τον Θεό που βρίσκονται ακόμη μερικοί που δεν συνήθισαν στην «παρουσία του τέρατος». (…) Κορίτσια κι αγόρια με γυαλιά, έτσι καθώς κοιτάτε με απορία κι αγανάκτηση για ό,τι συμβαίνει γύρω σας, είμαι μαζί σας. Και σας αγαπώ».

Άρθρο του Μάνου Χατζιδάκι για τα επεισόδια που έγιναν τον Μάιο του 1986.
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Το Τέταρτο".

Bertolt Brecht...



Για το φτωχό Bertolt Brecht...

Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ
είμαι από τα μαύρα δάση,
η μάνα μου στις πολιτείες
με κουβάλησε,
σαν ήμουνα ακόμα στην κοιλιά της,
και των δασών η παγωνιά
μέσα μου θα 'ναι ως το θάνατό μου

Έχω, έχω το σπίτι μου
στην πολιτεία της ασφάλτου,
φορτωμένος από την αρχή
με όλα τα μυστήρια του θανάτου
με εφημερίδες, με καπνό και με ρακή,
καχύποπτος και τεμπέλης
κι ευχαριστημένος στα στερνά

Φέρομαι φιλικά στους ανθρώπους
φορώ καθώς το συνηθίζουν
ένα σκληρό καπέλο,
λέω, είναι ζώα που μυρίζουν τελείως ιδιότροπα
και λέω πάλι,
δε βαριέσαι έχω κι εγώ την ίδια μυρουδιά

Το πρωί στο γκρίζο χάραμα
τα έλατα κατουράνε,
και τα ζωύφιά τους τα πουλιά
αρχίζουν να φωνάζουν
Κείνη την ώρα αδειάζω το ποτήρι μου στην πόλη
πετάω τ' αποτσίγαρό μου και ανήσυχος κοιμάμαι

Απ' αυτές τις πολιτείες
θα απομείνει εκείνος που διάβηκε από μέσα τους
ο άνεμος, δίνει χαρά το σπίτι σ'αυτόν που τρώει,
τ' αδειάζει

Ξέρουμε ότι είμαστε περαστικοί
κι ότι ύστερα από μας
τίποτα τ' αξιόλογο δε θα ρθει.
Ελπίζω στους σεισμούς
που μέλλονται για να 'ρθουν,
να μην αφήσω τη Βιρτζίνιά μου
απ' την πίκρα να μου σβήσει

Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ
από τα μαύρα δάση,
ξερασμένος στις πολιτείες της ασφάλτου
μέσα στη μάνα μου σε πρώιμη εποχή


Εμβατήριο για τ'ανήσυχα παιδιά...

Γιατί φόρεσα της λεηλασίας τη στολή ;
Γιατί φόρεσα το πουκάμισο του εμπρηστή;
Όχι, δεν το έκανα από πείνα
Όχι, δεν το έκανα από μάνητα σφαγής
Μόνο και μόνο επειδή ‘μουν δούλος
Και με διέταξαν
ξεκίνησα για να σκοτώσω και να κάψω
Και τώρα πρέπει να με κυνηγήσουνε
Και τώρα πρέπει να με σφάξουνε
……
Και θα κείτουμαι κάτω απ’ τη γη που έχω ρημάξει
χαλαστής που κανείς δεν πονά για το χαμό του
Στεναγμός ανακούφισης θ’αναδεύει πάνω από τον τάφο μου.


Γερμανικό εγχειρίδιο πολέμου...

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά
Θεωρούνε ταπεινό
Να μιλάς για το φαΐ
Ο λόγος; Έχουνε κι όλας φάει

Οι ταπεινοί αφήνουνε τον κόσμο
Χωρίς να’χουνε δοκιμάσει κρέας της προκοπής

Πώς ν’αναρωτηθούν πού’θε έρχονται
Και πού πηγαίνουν
Είναι τα όμορφα δειλινά τόσο αποκαμωμένοι
Το βουνό και την πλατειά τη θάλασσα
Δεν τά’χουν ακόμα δει
Όταν σημαίνει η ώρα τους

Αν δεν νοιαστούν οι ταπεινοί
Γι’αυτό που είναι ταπεινό
Ποτέ δεν θα υψωθούν

Το ημερολόγιο
Δεν δείχνει ακόμα την ημέρα
Όλοι οι μήνες, όλες οι ημέρες
Είναι ανοιχτές
Κάποια απ’ αυτές θα σφραγιστεί
Μ’ έναν σταυρό

Οι εργάτες φωνάζουν για ψωμί
Οι έμποροι φωνάζουν γι’αγορές
Οι άνεργοι πεινούσαν
Τώρα πεινάνε κι όσοι εργάζονται

Αυτοί που αρπάνε το φαΐ απ’ το τραπέζι
Κηρύχνουν τη λιτότητα
Αυτοί που παίρνουν όλα τα δοσήματα
Ζητάνε θυσίες
Οι χορτάτοι μιλάνε στους πεινασμένους
Για τις μεγάλες εποχές που θα’ρθουν
Αυτοί που τη χώρα σέρνουνε στην άβυσσο
Λες πως είναι τέχνη να κυβερνάς το λαό
Είναι πολύ δύσκολη για τους ανθρώπους του λαού

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε
Πόλεμος και ειρήνη
Είναι δυο πράγματα ολότελα διαφορετικά
Όμως η ειρήνη τους και ο πόλεμός τους
Μοιάζουν όπως ο άνεμος κι η θύελλα
Ο πόλεμος γεννιέται απ’ την ειρήνη τους
καθώς ο γιος από την μάνα
έχει τα δικά της απαίσια χαρακτηριστικά
ο πόλεμός τους σκοτώνει
ό,τι άφησε όρθιο η ειρήνη τους

Όταν αυτοί που είναι ψηλά
Μιλάνε για ειρήνη
Ο απλός λαός ξέρει
Πως έρχεται ο πόλεμος
Όταν αυτοί που είναι ψηλά
Καταριούνται τον πόλεμο
Διαταγές για επιστράτευση
Έχουν υπογραφεί

Στον τοίχο με κιμωλία γραμμένο
Θέλουνε πόλεμο
Αυτός που το΄χε γράψει
Έπεσε κι όλας

Αυτοί που βρίσκονται ψηλά λένε
Να ο δρόμος για τη δόξα
Αυτοί που είναι χαμηλά
Να ο δρόμος για το μνήμα

Τούτος ο πόλεμος που έρχεται
Δεν είναι ο πρώτος
Πριν απ’ αυτόν γίνανε κι άλλοι πόλεμοι
Όταν ετέλειωσε ο τελευταίος
Υπήρχαν νικητές και νικημένοι
Στους νικημένους ο φτωχός λαός
Πέθαινε απ’ την πείνα
Τους νικητές ο φτωχός λαός
Πέθαινε το ίδιο

Σαν θα’ρθει η ώρα της πορείας
Πολλοί δεν ξέρουν
Πως επικεφαλής βαδίζει ο εχθρός τους
Η φωνή που διαταγές τους δίνει
Είναι του εχθρού τους η φωνή
Εκείνος που για τον εχθρό μιλάει
Είναι ο ίδιος τους ο εχθρός

Νύχτα
Τ’ανδρόγυνα ξαπλώνουν στο κρεβάτι τους
Οι νέες γυναίκες θα γεννήσουν ορφανά

Στρατηγέ το τανκς σου
Είναι δυνατό μηχάνημα
Θερίζει δάση ολόκληρα
Κι εκατοντάδες άνδρες αφανίζει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-χρειάζεται οδηγό

Στρατηγέ το βομβαρδιστικό
Είναι πολυδύναμο
Πετάει πιο γρήγορα απ’ τον άνεμο
Κι απ’ τον ελέφαντα σηκώνει βάρος πιο πολύ
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-χρειάζεται πιλότο

Στρατηγέ ο άνθρωπος είναι χρήσιμος πολύ
Ξέρει να πετάει
Ξέρει και να σκοτώνει
Μόνο που έχει ένα ελάττωμα
-ξέρει να σκέφτεται.



Τρόμος και αθλιότητα του Γ' Ράιχ ...

Να και οι προδότες έχουν σκάψει
Μα ο δρόμος δεν θα τους ξεχάσει
Τον λάκκο του αδερφού και του γειτόνου
Ξέρουν πως οι άλλοι τους γνωρίζουν
Τον ύπνο τους δεν τον ορίζουν
Δεν ήρθε ακόμα το πλήρωμα του χρόνου

Να κι οι δεσμοφύλακες
Χαφιέδες χωροφύλακες
Υπηρέτες του λαού της Γερμανίας
Καταπιέζουν, μαστιγώνουν,
Βασανίζουν, παλουκώνουν
Όλα σε τιμή ευκαιρίας

Να οι κύριοι δικαστές
Τους λέμε οι καταπιεστές
Πως δίκαίο είναι τον λαό τι συμφέρει
Μα αυτοί δεν ξέρουν
Ποιο είναι αυτό
Κι έτσι δικάζουν στο σωρό
Μέχρι να βάλουν τον λαό ολόκληρο
Στο χέρι

Έρχονται οι άλλοι
Με τα τσίγκινα φέρετρα
Που μέσα τους βάζουν
Τ’ανθρώπινα σκέλεθρα
Που φέρουν αυτοί σε τέτοιο χάλι
Ήταν αυτοί που δεν υποταχτήκανε
Και στην πάλη απάνω σκοτωθήκανε
Στην μεγάλη των τάξεων πάλη

ΠΑΥΛΟΣ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ...


Ξέσπασμα...

Μια μέρα στην Αθήνα
μπούχτισα απ' τη ρουτίνα,
φιλάω τη γριά μου
κι απλώνω τα φτερά μου,
κι όπου γουστάρω πάω
και τρέχει ο άνεμος μπροστά,
τον ήλιο ακολουθάω
κι ο μήνας έχει εννιά.

Κι οργώνοντας τους δρόμους
ακούω χιλιάδες νόμους,
μα εγώ όμως προχωράω
και πίσω δεν κοιτάω,
κι όπου γουστάρω πάω
και τρέχει ο άνεμος μπροστά,
τον ήλιο ακολουθάω
κι ο μήνας έχει εννιά.

Κι όπου γουστάρω πάω
και τρέχει ο άνεμος μπροστά,
τον ήλιο ακολουθάω
κι ο μήνας έχει εννιά.


Το βιβλίο των ηρώων...

Στο βιβλίο των ηρώων του τρόμου
βρήκα τις φάτσες που ζητούσες χθες
ζαρωμένος στη γωνιά του δρόμου
περνάς τις μέρες σου με προσευχές

Ένοχος για κάποια αιτία
που δεν την έμαθες ποτέ
πες μας ρε φίλε ποιος θεός σ' ορίζει;
ποιος σε γεμίζει μ' ενοχές;

Μεσ' απ' τ' αντερά σου σκούζει τ' όρνιο
που σου τρώει τα σωθικά
του Χριστού φοράει το χιτώνιο
και έχει το πρόσωπο του Μαρξ
έχει φροϋδικές ρυτίδες
και τα νύχια του γαμψά
τα χίλια πρόσωπα που σου 'χει δώσει
είναι της Μέδουσας χτικιά



Της Εθνικής Συμφιλίωσης...

Δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας
και σας πέρα βρέχει
με το γνωστό τροπάριο
του λόγος δεν πέφτει
κι ο μήνας εννιά
να 'στε καλά
κι ας πάει να φάει τα μούτρα της
κι ετούτη η γενιά

Βρασίδα Λούλη και Τέλη
αρκεί να τρώτε απ' το μέλι
της μόδας ρεμπέτ-ασκέρι
αρκεί να τρώτε καλά

Δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας
φωτιά στο χημείο
κι αυτοί που ξεχαστήκανε
στο Πολυτεχνείο
φαντάσματα πια, αντιστασιακά
πλανιώνται στην πλατεία
πρώην Ε.Α.Τ.-Ε.Σ.Α.

Βρασίδα Λούλη και Τέλη
μπορεί να τρώτε απ' το μέλι
μα που και που να σας μέλλει
αν κάτι πάει στραβά

Δώδεκα μέτρα από την πόρτα σας
κι ο νους ταξιδεύει
μπουχτίσατε απ' αντίσταση
και δε σας περισσεύει

Επληροφορήθην
ότι ομάς αναρχικών
ενεκλείσθη εις το Πολυτεχνείον
με σκοπό τη δημιουργία
ψευδών εντυπώσεων
όσον αφορά την τάξιν
ασφάλειαν και ήπιον κλίμα
των πολιτών.

Χρόνια πολλά, στο σπίτι καλά
και στου κουφού την πόρτα βρόντα ξανά μανά

Βρασίδα Λούλη και Τέλη
αφού η μαμά σας το θέλει
να φάμε απ' το ίδιο καρβέλι
με τη γενιά του ΕΑΜ
να φάμε απ' το ίδιο καρβέλι
με τη γενιά του ΕΔΕΣ ... κάτι πράγματα.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ...

Αυτά τα κόκκινα σημάδια ...

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να 'ναι κι από αίμα.
Όλο το κόκκινο στις μέρες μας είναι αίμα,
μπορεί να 'ναι κι απ' το λιόγερμα, που χτυπάει στον απέναντι τοίχο.

Κάθε δείλι τα πράγματα κοκκινίζουν πριν σβήσουν
και ο θάνατος είναι πιο κοντά. Έξω απ' τα κάγκελα,
είναι οι φωνές των παιδιών, και το σφύριγμα του τρένου.

Τότε τα κελιά γίνονται πιο στενά
και πρέπει να σκεφτείς το φως σ' έναν κάμπο με στάχυα,
και το ψωμί στο τραπέζι των φτωχών
και τις μητέρες να χαμογελάνε στα παράθυρα,
για να βρεις λίγο χώρο να απλώσεις τα πόδια σου.

Κείνες τις ώρες, σφίγγεις το χέρι του συντρόφου σου,
γίνεται μια σιωπή γεμάτη δέντρα,
το τσιγάρο κομμένο στη μέση, γυρίζει από στόμα σε στόμα,
όπως ένα φανάρι που ψάχνει το δάσος, βρίσκουμε τη φλέβα
που φτάνει στην καρδιά της άνοιξης, χαμογελάμε.


Τούτες τις μέρες ...

Τούτες τις μέρες ο άνεμος μας κυνηγάει, μας κυνηγάει
Γύρω σε κάθε βλέμμα το συρματόπλεγμα
γύρω στην καρδιά μας το συρματόπλεγμα
γύρω στην ελπίδα το συρματόπλεγμα
Πολύ κρύο, πολύ κρύο, πολύ κρύο εφέτος

Πιο κοντά, πιο κοντά
μουσκεμένα χιλιόμετρα μαζεύονται γύρω τους

Μέσα στις τσέπες του παλιού πανωφοριού τους
έχουν μικρά τζάκια να ζεσταίνουν τα παιδιά
Κάθονται στον πάγκο κι αχνίζουν
απ' τη βροχή και την από στάση
Η ανάσα τους είν' ο καπνός ενός τραίνου
που πάει μακριά, πολύ μακριά
Κουβεντιάζουν
και τότε η ξεβαμμένη πόρτα της κάμαρας
γίνεται σαν μητέρα που σταυρώνει τα χέρια της
κι ακούει

Πιο κοντά, πιο κοντά
Τούτες τις μέρες...
Πιο κοντά, πιο κοντά

ΒΟΛΦ ΜΠΙΡΜΑΝ...

Αυτούς τους έχω βαρεθεί ...

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους γερμανούς τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δεν γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας γδαρτάδες,
κόβουν στα μέτρα τους τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω σιχαθεί.
Σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω σιχαθεί.


Μπαλάντα για τους ασφαλίτες ...

Αισθήματα έχω αδερφικά
για της ασφάλειας τα φτωχά λαγωνικά
που με χιόνια και βροχές
να με φυλάνε έχουν διαταγές.

Μικρόφωνα βάζουν για ν’ ακούν
όσα από το στόμα μου περνούν
τραγούδια και βρισιές κι αστεία
στον καμπινέ και στην τραπεζαρία.

Αδέρφια μου ασφαλίτες, εσείς μόνο
τον δικό μου ξέρετε τον πόνο.

Εσείς ξέρετε πως
η σκέψη μου είναι διαρκώς
τρυφερή και παθιασμένη
στον αγώνα αφιερωμένη.

Λόγια που αλλιώς θα ‘χαν χαθεί
στα μαγνητόφωνά σας έχουνε γραφτεί.
Και για ύπνο όταν πάτε
τα τραγούδια μου ξέρω τραγουδάτε.

Ευχαριστώ γι αυτό πολύ
συνεργάτες μου πιστοί.

5/12/08

ΤΟ ΕΛΑΤΟ…


Κάπου δεκατέσσερα χρόνια πριν, αγόρασα για τα Χριστούγεννα ένα μικρό αληθινό έλατο σε γλάστρα και όταν πέρασαν οι γιορτές, με τη βοήθεια του κηπουρού που υπήρχε τότε, το βγάλαμε προσεκτικά από τη γλάστρα ώστε να μην κοπούν οι ρίζες και να μπορέσουμε να το φυτέψουμε.
- Τζάμπα ο κόπος μας, είπε ο κηπουρός μόλις το βγάλαμε από τη γλάστρα.
- Γιατί; τον ρωτάω.
- Δεν βλέπεις που δεν έχει καθόλου ρίζες, δεν πρόκειται να πιάσει.
- Όχι, θα το φυτέψουμε, επέμενα εγώ. Θα του μιλάω κάθε μέρα και θα πιάσει.
- Χα, χα, χα… γέλασε ο κηπουρός ειρωνικά. Έλα ρε «Παραμυθά», αυτά να τα λες στις ιστορίες που λες στα παιδιά, αλλά όχι και ν’ αρχίσεις να τα πιστεύεις κι ο ίδιος.
- Δεν μου λες; τον ρωτάω. Εσύ που ‘σαι και κηπουρός, έχεις διαβάσει ένα βιβλίο που λέγεται: «Η μυστική ζωή των φυτών»;
- Έλα τώρα… Χρειάζεται να διαβάσω αυτά τα «ούφο» που διαβάζεις εσύ για να ξέρω ότι ένα δεντράκι από γλάστρα χωρίς ρίζες, δεν πρόκειται να πιάσει;
Αδιαφόρησα για την άποψή του και τον έβαλα να το φυτέψει.
- Σε καμιά δεκαριά μέρες θα έχει μαραθεί, μου είπε με αυτοπεποίθηση και το φύτεψε.
Από κείνη την ημέρα άρχισα κάθε μέρα να ποτίζω ο ίδιος το ελατάκι και να του… μιλάω. Του έλεγα ότι είμαστε φίλοι κι ότι αν πεθάνει θα στενοχωρηθώ πολύ. Κάποιες φορές του χάιδευα την κορφή του, ενώ άλλοτε το αγκάλιαζα. Ναι, τι γελάτε; Μου έφτανε τότε μέχρι τη μέση μου και χωρούσε όλο στην αγκαλιά μου.
Στις δέκα μέρες δεν είχε μαραθεί, όπως είχε προφητέψει ο κηπουρός. Και όχι μόνο στις δέκα μέρες, αλλά ούτε στις δέκα εβδομάδες, ούτε στους δέκα μήνες. Τώρα πια δεν του μιλούσα κάθε μέρα - αυτό το είχα κάνει τον πρώτο μήνα μόνο - αλλά το είχα στο νου μου συνέχεια και που και που πήγαινα και του χάιδευα κάποιο κλαρί.
- Να το σκίσεις το δίπλωμα του γεωπόνου σαχλαμάρα, πείραζα τον κηπουρό που ήταν και σπουδαγμένος όχι μόνο εμπειρικός κηπουρός.
- Τι να σου πω βρε παιδάκι μου, έλεγε με απορημένο βλέμμα, πρώτη φορά πέφτω έξω. Αλλά δεν έχει να κάνει με το που του μιλάς…
- Ναι, μωρέ - απαντούσα εγώ ειρωνικά - είναι επειδή το χώμα είναι πολύ καλό…
Να, όμως, που στο χρόνο πάνω ο κηπουρός βρήκε την ευκαιρία να θριαμβεύσει: η κορφή του έλατου μαράθηκε!
- Ε, τώρα πάει, μου είπε χαιρέκακα ο κηπουρός δεν υπάρχει περίπτωση έλατο που μαραίνεται η κορφή του να ζήσει.
Πήγα να σκάσω από τη στενοχώρια μου. Σαν να αρρώστησε το παιδί μου. Κάθε πρωί πριν φύγω το πότιζα και το χάιδευα και τα απογεύματα του μιλούσα: «Γιατί βρε μωρό μου; Τι σ’ έπιασε τώρα και θέλεις να μαραθείς;»
- Να το ξεριζώσω, να βάλω αυτή τη λεύκα που έφερα, με ρώτησε μετά από καμιά εβδομάδα ο κηπουρός, καθώς είχε το έλατο αρχίσει να μαραίνεται όλο και πιο κάτω.
- Τη λεύκα να τη βάλεις εκεί που ξέρεις, του είπα. Κι άρχισα να μιλάω πιο πολύ στο ελατάκι και να το χαϊδεύω. Ύστερα από καμιά εβδομάδα, πρόσεξα ότι είχε σταματήσει να κατεβαίνει η αρρώστια της κορφής προς τα κάτω. Και κοιτάζοντας προσεκτικά τις επόμενες μέρες, πρόσεξα ότι άρχισαν να βγαίνουν μικρές τρυφερές πράσινες βελόνες στον κορμό. Σε μία εβδομάδα οι ανοιχτοπράσινες βελόνες είχαν γίνει ένα τρυφερό κλαράκι. Το έλατο, λες και έκανε μόνο του «μπάι πας», έφτιαξε μια άλλη κορφή. Και ακόμα και σήμερα, δεκατέσσερα χρόνια μετά, όταν προσέξεις από μια ορισμένη πλευρά τον κορμό του, θα δεις ότι από ένα σημείο και μετά είναι σαν να στραβώνει και μετά συνεχίζει προς τα πάνω, λίγα χιλιοστά πιο ‘κει. Ο κηπουρός ακόμα δεν μπορεί να το χωνέψει και δεν θέλει να παραδεχτεί ότι έπαιξαν ρόλο τα χάδια μου, οι κουβέντες και οι αγκαλιές που έκανα στο δέντρο, για να φτιάξει μια καινούργια κορφή και να ζήσει.
Καθώς προχθές παρακολουθούσα την Πάρνηθα που καιγόταν, γύρισα και κοίταξα το έλατο δίπλα μου που πια το ύψος του έχει ξεπεράσει κατά πολύ το σπίτι μας. Ένοιωσα πως αν έχεις μια αληθινή σχέση με ένα δέντρο, τότε έχεις σχέση με όλη την ανθρωπότητα, τότε είσαι υπεύθυνος γι’ αυτό το δέντρο και για όλα τα δέντρα της γης. Ένα δέντρο είναι κάτι ζωντανό κι αν δεν έχεις σχέση με καθετί ζωντανό πάνω σ’ αυτή τη γη, μπορεί να χάσεις κάθε σχέση που έχεις με τα ανθρώπινα πλάσματα. Ποτέ δεν κοιτάμε βαθιά τις ιδιότητες ενός δέντρου· ποτέ δεν το αγγίζουμε πραγματικά, δεν νιώθουμε τη γεμάτη αξιοπρέπεια μοναχικότητά του, την άγρια φλούδα του, και δεν ακούμε τους ήχους που είναι μέρος του δέντρου. Όχι τον ήχο του ανέμου ανάμεσα στα φύλλα που τα κάνει να τρεμουλιάζουν, αλλά το δικό του ήχο, τον ήχο του κορμού και το σιωπηλό ήχο της ρίζας. Αυτός ο ήχος δεν είναι ο ήχος του κόσμου ούτε ο ήχος της φλυαρίας του νου ούτε η βαρβαρότητα των ανθρώπινων καβγάδων και των ανθρώπινων συγκρούσεων, αλλά ένας ήχος που είναι μέρος του σύμπαντος. Ζώντας εδώ στην εξοχή κατάλαβα ότι έχουμε πολύ λίγη σχέση με τη φύση, με τα έντομα, με το βάτραχο που πηδάει και την κουκουβάγια που φωνάζει ανάμεσα στους λόφους το ταίρι της. Ποτέ δεν δείχνουμε να έχουμε αισθήματα για όλα τα ζωντανά της γης. Αν, όμως, μπορούσαμε να εδραιώσουμε μια βαθιά, μόνιμη σχέση με τη φύση, δεν θα σκοτώναμε ποτέ ζώα για διασκέδαση - ίσως ούτε για να χορτάσουμε την πείνα μας - και δεν θα βλάπταμε ποτέ, κάνοντας πειράματα για δικό μας όφελος, κάποιο πίθηκο, ένα σκύλο ή ένα ποντίκι. Θα βρίσκαμε άλλους τρόπους για να θεραπεύουμε τις αρρώστιες μας, τα σώματά μας. Αλλά κάτι τέτοιο προϋποθέτει θεραπεία του νου και η θεραπεία του νου είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Αυτή η θεραπεία γίνεται σιγά σιγά όταν συμπορεύεσαι με τη φύση, με εκείνο το νεράτζι πάνω στο δέντρο του δρόμου, και το φύλλο της χλόης που ξεπροβάλλει στο τσιμέντο κάποιου τοίχου ή πεισματάρικα ξετρυπώνει ανάμεσα από τις πλάκες του πεζοδρόμιου. Όλα αυτά δεν είναι κάποια συναισθηματική ή ρομαντική φαντασίωση, αλλά η πραγματικότητα μιας σχέσης που θα μπορούσαμε να έχουμε με καθετί που ζει και κινείται πάνω στη γη. Ο άνθρωπος έχει σκοτώσει εκατομμύρια φάλαινες κι ακόμα τις σκοτώνει. Όσα παίρνουμε σφάζοντάς τες, θα μπορούσαμε να τα έχουμε με άλλους τρόπους. Αλλά προφανώς ο άνθρωπος λατρεύει να σκοτώνει: το γρήγορο ελάφι, τα μωρά της φώκιας και το γιγάντιο ελέφαντα, όπως λατρεύουμε να σκοτώνουμε ο ένας τον άλλο. Ο σκοτωμός ανθρώπινων πλασμάτων δεν έχει σταματήσει ποτέ σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της ανθρωπότητας πάνω στη γη. Αν μπορούσαμε να εδραιώσουμε μια βαθιά, παντοτινή, μόνιμη σχέση με τη φύση, τα δέντρα, τους θάμνους, τα λουλούδια, τη χλόη, τα ζώα και τα σύννεφα που τρέχουν, τότε δεν θα σκοτώναμε ποτέ ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα για κανένα λόγο. Ο πόλεμος είναι νομιμοποιημένη οργανωμένη δολοφονία και παρόλο που μπορεί να διαδηλώνουμε ενάντια σε κάποιο συγκεκριμένο πόλεμο -τον ατομικό πόλεμο ή οποιοδήποτε άλλο είδος πολέμου- δεν έχουμε ποτέ διαδηλώσει εναντίον του πολέμου για οποιοδήποτε λόγο. Δεν έχουμε πει ποτέ ότι το να σκοτώνεις ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα είναι η μεγαλύτερη αμαρτία πάνω στη γη. Αμαρτία, όχι από θρησκευτική άποψη, αφού όπως ξέρετε οι περισσότεροι πόλεμοι έχουν γίνει και γίνονται εν ονόματι θρησκειών, αλλά αμαρτία απέναντι στη ζωή, απέναντι σε ό,τι τη δημιούργησε, που Αυτό είναι - ό,τι κι αν είναι - κάτι πραγματικά Ιερό, κάτι που δεν μπορεί να έχει όνομα, μορφή, αρχή και τέλος ή να ασχολείται με το ποιον θα τιμωρήσει και ποιον θα ανταμείψει!

Ο παραμυθάς…

Στα χρόνια της υπομονής

Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής
Πρώτη εκτέλεση: Άννα Βίσση & Γιώργος Νταλάρας ( Ντουέτο )
Άλλες ερμηνείες: Μαρινέλλα & Γιώργος Νταλάρας ( Ντουέτο )

Αν είναι κόσμος όμορφος
είναι και κόσμος ψεύτης
που μοιάζει σκοτεινό γυαλί
και σαν παλιός καθρέφτης

Στα χρόνια της υπομονής
δε μας θυμήθηκε κανείς
δε μας θυμήθηκε κανείς
στα χρόνια της υπομονής

Τα γράμματα μου γύρισες
χωρίς να τα διαβάσεις
μα πες μου γιατί βιάστηκες
να με καταδικάσεις

Στα χρόνια της υπομονής
δε μας θυμήθηκε κανείς
δε μας θυμήθηκε κανείς
στα χρόνια της υπομονής

Through the years of patient waiting

Though it's a beautiful world,
it is also a world of lies,
which is like a dark glass
and like an old mirror.

Through the years of patient waiting
nobody remembered us
nobody remembered us
through the years of patient waiting.

My letters, you sent them back,
without reading them.
But tell me, why did you hurry
to condemn me?

Through the years of patient waiting
nobody remembered us....

Τ' αστέρι του βοριά

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Ριζιώτης
Άλλες ερμηνείες: Μαρινέλλα & Γιώργος Νταλάρας ( Ντουέτο )

Τ' αστέρι του βοριά
θα φέρει η ξαστεριά
μα πριν φανεί μέσα από το πέλαγο πανί
θα γίνω κύμα και φωτιά
να σ' αγκαλιάσω ξενιτιά

Κι εσύ χαμένη μου Πατρίδα μακρινή
θα γίνεις χάδι και πληγή
σαν ξημερώσει σ' άλλη γη

Τώρα πετώ για της ζωής το πανηγύρι,
Τώρα πετώ για της χαράς μου τη γιορτή

Φεγγάρια μου παλιά
καινούρια μου πουλιά
διώχτε τον ήλιο και τη μέρα απ' το βουνό
για να με δείτε να περνώ
σαν αστραπή στον ουρανό.

The Star of Northern Light

The Star of Northern Light
will bring the clear sky
before the sail appears in the wide sea
I'll be a wave and a fire
to hug and hold you alien land

And you my dearly missed and distant fatherland
you'll be a caress and a wound
once day breaks in other land

Now I am flying for the the festivities of life
Now I am flying to celebrate my joy

My dear moons of old
New birds of my new life
banish away from the mountain sun and day
so you can see me walk right by
like a lighting through the sky

Το σχολείο

Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο
ούτε έχω μάθει γράμματα πολλά
ξέρω όμως ένα κι ένα κάνουν δύο
και πως τα φωνήεντα είναι εφτά

Τόσο καιρό μαζί μου και δεν έχεις μάθει
τα δικά μου χούγια και τα φυσικά
η προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται
όταν η λήγουσα είναι μακρά

Εσύ που κάνεις όλα πως τα ξέρεις
κι όλο εξυπνάδες έχεις στο μυαλό
πες μου για να μάθω ποιο έχει γίνει
πρώτα η κότα ή το αυγό

Τόσο καιρό μαζί μου και δεν έχεις μάθει
τα δικά μου χούγια και τα φυσικά
η προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται
όταν η λήγουσα είναι μακρά

Εγώ δεν έχω βγάλει το σχολείο
ούτε έχω μάθει γράμματα πολλά
ξέρω όμως ένα κι ένα κάνουν δύο
και πως τα φωνήεντα είναι εφτά

Τόσο καιρό μαζί μου και δεν έχεις μάθει
τα δικά μου χούγια και τα φυσικά
η προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται
όταν η λήγουσα είναι μακρά.

Μ' αρέσει να μη λέω πολλά

Στίχοι: Υπόγεια Ρεύματα
Μουσική: Υπόγεια Ρεύματα
Πρώτη εκτέλεση: Υπόγεια Ρεύματα

Μ' αρέσει να μη λέω πολλά
μη λέω πολλά
μ' αρέσει να κοιτάω ψηλά
κοιτάω ψηλά στ' ατέλειωτα τραγούδια
με τη σκιά μου να πετώ, να πετώ
να πιάνω αστέρια στο βυθό
στο βυθό, βυθό της μουσικής σου

Κι όταν θα πέφτει η παγωνιά, η παγωνιά
να κάνω κύκλους σαν ολόγιομο
φεγγάρι στη σκηνή σου

Να 'ταν τα φώτα τα θαμπά, τα θαμπά
να 'ταν αστέρια φωτεινά, φωτεινά
στα χέρια να στ' αφήσω

Μάτια μου ψάξε να με βρεις, να με βρεις
ψάξε στους δρόμους της σιωπής
μοναχός θα σβήνω τη μορφή μου.

Μπαγάσας

Στίχοι: Νικόλας Άσιμος
Μουσική: Νικόλας Άσιμος
Πρώτη εκτέλεση: Νικόλας Άσιμος

Aφήνω πίσω τις αγορές και τα παζάρια
θέλω να τρέξω στις καλαμιές και τα λιβάδια
να ξαναγίνω καβαλάρης και ξαναέλα να με πάρεις ουρανέ
για δεν υπήρξα κατεργάρης και τη χρειάζομαι τη χάρη σου μωρέ

Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω
μιαν ανάσα γυρεύω για να γιάνω
δεν το πιστεύω να με χλευάζεις
σαν σε χαζεύω δεν χαμπαριάζεις
πρότεινέ μου κάποια λύση
δεν θα σου παρακοστήσει

και θα σου φτιάχνω τραγουδάκια
με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν
για το χαμένο μου αγώνα
που τ' αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαίν'

Aφήνω πίσω το σαματά και τους ανθρώπους
έχω χορτάσει κατραπακιές και ψάχνω τρόπους
πως να ξεφύγω από τη μοίρα
κι έχω μέσα μου πλημμύρα ουρανέ
για δεν υπήρξα κατεργάρης
και θα το θες να με φλερτάρεις γαλανέ

Ρε μπαγάσα! Περνάς καλά εκεί πάνω
κάνε πάσα καμιά ματιά και χάμω
'κει που κοιμάσαι και αρμενίζεις
ξάφνου αστράφτεις και μπουμπουνίζεις
κι ότι σου 'ρθει κατεβάζεις
μην θαρρείς πως με ταράζεις

γιατί σου φτιάχνω τραγουδάκια
με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν
για το χαμένο μου αγώνα
που τ' αστεράκια μείναν μόνα να τον κλαίν'.

ΓΙΑ ΤΗ ΣΧΕΣΗ ΜΑΡΞΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑΣ.

Ο πλανήτης μας πεθαίνει ενώ βαδίζουμε τα πρώτα χρόνια της νέας χιλιετηρίδας, ενώ βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τον άμεσο κίνδυνο του αφανισμού του ανθρώπινου γένους. Το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η καταστροφή τεράστιων δασικών εκτάσεων, η μείωση του στρώματος του όζοντος στην ατμόσφαιρα, οι όξινες βροχές, τα βιομηχανικά λύματα, τα πυρηνικά ατυχήματα και η απάνθρωπη ζωή στις σύγχρονες γιγαντουπόλεις αποτελούν πλευρές της τεράστιας οικολογικής καταστροφής που συντελείται σήμερα. Είναι τυχαίο το γεγονός ότι η καταστροφή αυτή φτάνει στην πιο ακραία μορφή σήμερα, στο τελευταίο στάδιο του παγκόσμιου καπιταλισμού - τον ιμπεριαλισμό, στην εποχή της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, της πλήρους διεθνοποίησης της οικονομικής και πολιτικής ζωής, της κυριαρχίας μιας χούφτας μονοπωλίων σε βάρος ολόκληρης της ανθρωπότητας;
Πολλά άρθρα έχουν γραφτεί για το οικολογικό ζήτημα πιάνοντας διάφορες πλευρές του προβλήματος. Στόχος δικός μας είναι να θέσουμε ορισμένες βασικές σκέψεις προσπαθώντας έτσι να κάνουμε μια προσέγγιση από τη σκοπιά τη δική μας, από τη σκοπιά του μαρξισμού. Του μαρξισμού που και σ΄ αυτό το ζήτημα έχει υποστεί τεράστια δυσφήμιση από πολλούς, παρ΄ όλο που πρώτος ο Μαρξ έθεσε το ζήτημα αυτό από τον 18ο κιόλας αιώνα.
ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΦΥΣΗ.
Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος θέτει το πρόβλημα επαναπροσδιορισμού της σχέσης ανθρώπου και φύσης. Να πώς βλέπει ο Μαρξ το θέμα αυτό: "Με την υλική έννοια ο άνθρωπος ζει μόνο από τα φυσικά προϊόντα, μ΄ όποια μορφή κι αν εμφανίζεται, τροφή, θέρμανση, ενδυμασία, κατοικία κτλ. Η καθολικότητα του ανθρώπου εκδηλώνεται στην πράξη στην καθολικότητα που καθιστά ολόκληρη τη φύση ανόργανο σώμα του 1) σαν άμεσο μέσο ζωής και 2) σαν ύλη, το αντικείμενο και το εργαλείο της ζωτικής του δραστηριότητας. Η φύση είναι το ανόργανο σώμα του ανθρώπου, δηλαδή η φύση στο βαθμό που δεν είναι ανθρώπινο σώμα. Ο άνθρωπος ζει από τη φύση, δηλαδή η φύση είναι το σώμα του, και πρέπει να διατηρήσει ένα συνεχή διάλογο μαζί της αν θέλει να μην πεθάνει. Λέγοντας ότι η φυσική και πνευματική ζωή του ανθρώπου συνδέεται εννοούμε ότι η φύση συνδέεται με τον εαυτό της, γιατί ο άνθρωπος είναι μέρος της Φύσης", (Κ. Μαρξ "Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα" σελ. 97 εκδόσεις "Γλάρος").
Η φύση λοιπόν είναι το αντικείμενο της δραστηριότητας, ο χώρος μέσα στον οποίο με την εργασία του αναπαράγει τους υλικούς όρους της ζωής του, ικανοποιεί ανάγκες και δημιουργεί καινούργιες. Για τον Μαρξ η βαθύτερη ενότητα της ουσίας του ανθρώπου (που είναι η εργασία) με τη φύση εκφράζεται στην κοινωνία. Είναι στην κοινωνία που αναπτύσσονται οι παραγωγικές δυνάμεις, δηλαδή το σύνολο των θεωρητικών και πρακτικών ικανοτήτων και μέσων του κοινωνικού ανθρώπου με τα οποία σχετίζεται με τη φύση, μέσα από συγκεκριμένες κοινωνικές μορφές που καθορίζονται από το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων.
Η εμφάνιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αποτελεί μια εκδήλωση της ιστορικής αναγκαιότητας για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και είναι οργανικά δεμένη με την ιδιοποίηση από το κεφάλαιο του προϊόντος της εργασίας μιας νέας τάξης - της εργατικής τάξης. Στον καπιταλισμό έχουμε τον πλήρη αποχωρισμό της εργασίας, δηλαδή της ουσίας του ανθρώπου, από τον ίδιο τον άνθρωπο. Το γεγονός αυτό αποτελεί κορυφαία στιγμή στη διαδικασία της ρήξης του ανθρώπου με τη φύση.
Η ΑΠΟΞΕΝΩΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ.
Στην αποξενωμένη εργασία, το αντικείμενο που παράγει η εργασία αντιστρατεύεται την εργασία σαν κάτι το ανεξάρτητο, το ξένο και εχθρικό προς τον παραγωγό. Ολόκληρη η διαδικασία της παραγωγής είναι έξω από τον έλεγχο του εργάτη. Έτσι λοιπόν "όσο περισσότερο ο εργάτης ιδιοποιείται τον εξωτερικό κόσμο, την αισθητή φύση, μέσα από την εργασία του, τόσο περισσότερο αποστερεί τον εαυτό του από τα μέσα της ζωής, από δύο απόψεις πρώτα, ο αισθητός εξωτερικός κόσμος γίνεται όλο και λιγότερο αντικείμενο που ανήκει στην εργασία του, ένα μέσο ζωής της εργασίας του, και δεύτερο, γίνεται όλο και λιγότερο μέσο ζωής με την άμεση έννοια, ένα μέσο για τη φυσική επιβίωση του εργάτη" (Κ. Μαρξ "Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα" σελ. 93).
Η εργασία παύει να εκφράζει τον εργάτη, μετατρέπεται σε καταναγκασμό και από σκοπό σε μέσο. Ο κόσμος των φυσικών αντικειμένων υψώνεται μπροστά του σα μια απόλυτα εχθρική δύναμη. Για τον καπιταλιστή, που θεωρεί σαν υπέρτατο και αιώνιο αγαθό την ιδιοκτησία του, η φύση αποτελεί ένα εμπόδιο στη διαδικασία συσσώρευσης κεφαλαίου το οποίο πρέπει να καταστραφεί.
Αναγκαίος όρος λοιπόν για την άρση της αποξένωσης του ανθρώπου από τη φύση είναι η άρση της αποξένωσης του ανθρώπου από την εργασία του. Και αυτό μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και την εγκαθίδρυση της πανανθρώπινης, αταξικής, κομμουνιστικής κοινωνίας. Ο κομμουνισμός είναι μια παγκόσμια διαδικασία που μπορεί να ξεκίνησε το 1917 με την Οκτωβριανή Επανάσταση αλλά παραμένει ανολοκλήρωτη.
ΤΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ.
Τις τελευταίες τρεις δεκαετίες εμφανίστηκαν (κυρίως στη Δυτική Ευρώπη) πολλές οικολογικές οργανώσεις μερικές από τις οποίες έχουν να επιδείξουν αξιόλογη δράση. Το γεγονός αυτό δείχνει και τη διεθνή διάσταση του προβλήματος που δεν μπορεί να περιοριστεί από τα εθνικά σύνορα. Αποδεικνύει όμως και κάτι άλλο. Τη χρεοκοπία των παραδοσιακών ηγεσιών του διεθνούς εργατικού κινήματος, των σοσιαλδημοκρατικών και σταλινικών κομμάτων που όλα αυτά τα χρόνια "πάλευαν" για αιτήματα καθαρά οικονομίστικου χαρακτήρα και πάντα μέσα στα πλαίσια του καπιταλιστικού συστήματος αδιαφορώντας για τις τεράστιες οικολογικές καταστροφές που προκάλεσε και προκαλεί το βιομηχανικό κεφάλαιο.
Εδώ δε θα πρέπει να παραλείψουμε τη μεγάλη δυσφήμηση που υπέστη το μαρξιστικό κίνημα, και στο θέμα αυτό, από τα σταλινικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης. Προβάλλοντας σαν ιδεολογική προμετωπίδα την αντιμαρξιστική θέση "της δυνατότητας ολοκληρωμένης οικοδόμησης του σοσιαλισμού σε μια χώρα" και μάλιστα οικονομικά καθυστερημένη προσπάθησαν (ανεπιτυχώς) να φτάσουν το επίπεδο των παραγωγικών δυνάμεων στην καπιταλιστική Δύση "με κάθε τίμημα". Το αποτέλεσμα ήταν να προκληθούν τεράστιες περιβαλλοντικές καταστροφές (με κορυφαίο έγκλημα το πυρηνικό ατύχημα του Τσέρνομπιλ).
Το κενό αυτό προσπάθησαν να το καλύψουν διάφορες οικολογικές οργανώσεις και κινήματα με μεγάλη πολιτική και ταξική ετερογένεια και με θέσεις που σε καμιά περίπτωση δε θίγουν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Το οικολογικό πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί από ένα κίνημα ανεξάρτητο από το κίνημα για την επαναστατική χειραφέτηση της παγκόσμιας εργατικής τάξης, της μόνης τάξης που μπορεί να καταργήσει την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και να εγκαθιδρύσει την κοινωνία των αυτοδιευθυνόμενων παραγωγών. Για μια νέα ανώτερη σχέση του κοινωνικού ανθρώπου με το "ανόργανο σώμα του", τη φύση. Σήμερα, η προστασία του περιβάλλοντος πρέπει να αποτελέσει ένα από τα κύρια ζητήματα πάλης του εργατικού κινήματος, σε άμεση όμως σύνδεση με την επαναστατική σοσιαλιστική προοπτική.

Λουκάς Χρέλιας: Όλη η Ελλάδα είναι ένα πατάρι...

Σαν πρόλογος…
Όσο κι αν υπήρχε αβεβαιότητα για τη συνέχιση της ζωής, εξαιτίας του κομήτη του Χάλεϋ, δεν άφηναν στο έλεος του Θεού τις δουλειές τους. Ήταν εποχή που φύτευαν τον καπνό. Απ’ αυτόν ζούσαν.
Άνοιξη! Πάνω στη φούρια της δουλειάς. Τα φιντάνια μεγάλωσαν κι έπρεπε να φυτευτούν. Η οικογένεια του Κώστα Χρέλια δεν έχει το απαιτούμενο προσωπικό. Η γυναίκα του είναι έγκυος στον ένατο μήνα. Κοντά στις μέρες της. Η γριά Αφροδίτη τι να πρωτοκάνει μόνη της. Το καπνοχώραφο κάτω στο αμπέλι που είναι στη Φτέρη είναι έτοιμο και περιμένει το φύτεμα, και το φιντάνι αν δε φυτευτεί στην ώρα του, καταστροφή. Ο Κώστας Χρέλιας φυσάει και ξεφυσάει, πίνοντας τον καφέ του δίπλα στο καφενείο του Ντούλα.
«Τι κάνεις, Κώτσο; Τον φύτεψες τον καπνό;»
«Με τι χέρια, Ντούλα;»
«Εμ, βέβαια, εσύ μόνο παιδιά φυτεύεις στο χωράφι της Γοργώς... Δεν κάνεις και νισάφι».
«Βάρα με με τη σκούφια σου, ρε Ντούλα! Κι εσύ δεν πας πίσω... Δώσ’ μου μια βαρνάτσα... Εσύ έχεις το καφενείο και βρέξει χιονίσει τα κονομάς».
«Μη στενοχωριέσαι και θα τα βολέψουμε... Έλα, πιες...»
«Βίβα!»
«Βίβα...»

H γέννηση του Λουκά…
Η Άνοιξη ανοίγει την αγκαλιά της. Ξημερώνει Πρωτομαγιά. Ένα τσούρμο γυναίκες και κοριτσόπουλα μαζεύτηκαν πρωί πρωί στην αυλή. Βγάλανε το φιντάνι, φορτώνονται τις κανίστρες στο κεφάλι και τραβάνε για το χωράφι. Εκεί γίνεται καταμερισμός δουλειάς. Ένας θα κουβαλάει νερό από το Σκατλάρ ―ένα ρυάκι που κατεβαίνει από το Μετόχι κι έχει νερό ώς την άνοιξη το καλοκαίρι στερεύει―, άλλος ανοίγει αυλάκια στα κατεβατά, άλλος τρύπες που τις γεμίζει νερό για να φυτέψουν τα φιντάνια και οι γυναίκες θα φυτεύουν.
Η δουλειά άρχισε κι όλα πάνε καλά ώς την ώρα. Το ίδιο και στο σπίτι. Η κυρα-Γοργώ, με μια κοιλιά φουσκωμένη και με δυο κουτσούβελα, την Αμαλία και την Κούλα, τελειώνει το μαγείρεμα και ξεκινάει για το χωράφι με το κανίστρι στο κεφάλι. Κρατώντας με το ’να χέρι την Κούλα και με τ’ άλλο το κανίστρι και η Αμαλία πιασμένη από τη φούστα της μάνας της, κοντοζυγώνουν στο χωράφι. Από μακριά την είδε η Αγλαΐα, η μεγαλύτερη κόρη, κι έτρεξε να την ξαλαφρώσει. Σαν φτάσανε στο χωράφι και κάνει ν’ απιθώσει το κανίστρι με το φαγητό κάτω από την ελιά, βγάζει μια φωνή «αα!» και πιάνεται απ’ τον κορμό της ελιάς. Ακουμπάει την πλάτη της στον κορμό και σιγά σιγά γλιστράει και ξαπλώνει ακουμπιστά στη ρίζα της ελιάς... Η μικρή Αγλαΐα βάζει τα κλάματα και μπήζει τις φωνές. Οι γυναίκες αφήνουν το φύτεμα και τρέχουν να ιδούν τι συμβαίνει.
Οι αχτίνες του ανοιξιάτικου ήλιου διαπερνούσαν το πυκνό ανθισμένο φύλλωμα της ελιάς και ράντιζαν με ηλιοφώς το χλομό και λουσμένο με κρύο ιδρώτα πρόσωπο, φώτιζαν τη θεία μορφή της Γοργώς. Της αγίας Γοργώς, όπως την αποκαλούν ακόμα και τώρα όσοι τη γνώρισαν και την έζησαν ώς τα εκατόν δύο της χρόνια.
Άρχισαν οι πόνοι, σπάσανε τα νερά κι ο Κώστας ο άντρας της καβαλάει τ’ άλογο και τρέχει να φέρει τη μαμή, την κυρα-Φλώρινα, που ξεγεννούσε τις γυναίκες των γύρω χωριών. Τότε δεν υπήρχαν πολυτέλειες. Δεν υπήρχαν επιστήμονες ξεγεννήτρες, ούτε νοσοκομεία και κλινικές. Μόνο πρακτικές, και πολλές φορές λείπαν κι αυτές και ξεγεννιόντουσαν μόνες τους κι αβοήθητες οι γυναίκες.
Δεν άργησε ο Κώστας να ’ρθει με τη μαμή την κυρα-Φλώρινα. Η Γοργώ όμως είχε γεννήσει. Το παιδί είδε το φως κι άρχισε τα ουά-ουά...
«Πιδί, πιδί!» φώναξαν όλοι. «Να σας ζήσει!»
Και της γριάς της βάβας βούρκωσαν τα μάτια της κι έκανε το σταυρό της:
«Σ’ ευχαριστώ, Θειούλη μ’... Μου ’φιρις του Λούκα μ’».
Ένας πόνος κατέτρωγε τα σωθικά της βάβας Αφροδίτης κι ήταν ο πόνος της μεγάλος για το σκοτωμό του γιου της Λουκά.
Σε ξέσκεπο σπίτι γεννήθηκα, κάτω απ’ τον ίσκιο μιας ελιάς. Ήμουν η πέμπτη γέννα της μάνας μου. Προηγούντο ο Χαράλαμπος, η Αγλαΐα, η Αμαλία, η Κούλα και πέμπτος εγώ. Ακολούθησαν η Ρωμαλαία και το στερνοπαίδι ο Γιώργος.
Τα κορίτσια πέθαναν και μόνο η Αμαλία ξεγέλασε το Χάρο κι έζησε μέχρι τα εβδομήντα τέσσερά της χρόνια. Ως εκ θαύματος σώθηκε και το στερνοπαίδι, ο Γιώργος, και τούτο χάρη στην επιμονή του γιατρού Ζαχαρία Λέλου. Ταλαιπωρήθηκε όμως τα τελευταία του χρόνια με εξορίες στην Ικαρία και τη Μακρόνησο. Όσο για τον γιατρό Ζαχαρία Λέλο, που ήταν γεμάτος ανθρωπιά και καλοσύνη, ήθελα να σταθώ λίγο σ’ αυτό τον μεγάλο ανθρωπιστή, αλλά φοβάμαι μήπως δεν μπορέσω να αποδώσω αυτό που πραγματικά ήταν κι έμεινε ώς το τέλος της ζωής του, μια ψυχή γεμάτη καθαρότητα μεγαλοσύνης. Εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ δύσκολα. Ούτε συγκοινωνία ούτε τηλέφωνο. Το μόνο μέσον επικοινωνίας με τη χώρα (Βραχώρι-Αγρίνιο) ήταν η σούστα. Κάθε πρωί έφευγε για το Αγρίνιο. Είκοσι χιλιόμετρα και το βράδυ έπρεπε να γυρίσει και πάλι στο χωριό. Συνολικά σαράντα χιλιόμετρα την ημέρα, ώσπου να φτάσεις έφευγες και δεν προλάβαινες να τελειώσεις τις δουλειές σου. Τη διαδρομή την έκανε με τη σούστα του ο θείος μου ο Λουκάς Χρέλιας, αδερφός του πατέρα μου. Για να πάμε στο Αγρίνιο, πρέπει να περάσουμε τα λάμια γιοφύρια ―τη σημερινή γέφυρα που ενώνει τη Μακρυνεία με την Τριχωνίδα, που τις χωρίζει ο αύλακας που ενώνει τις δύο λίμνες Τριχωνίδα και Λυσιμαχία. Τότε τα λάμια γιοφύρια ήταν ξύλινα. Πήραν την ονομασία αυτή γιατί μια εποχή θρυλολογείται πως ακουγόταν να βρυχιέται κάποιο στοιχειό που κρύβονταν μέσα στα καλάμια και τα παπύρια της λίμνης, κάποια λάμια. Δεν ξέρω κατά πόσο αληθεύει αυτός ο θρύλος ή είναι δημιούργημα αρρωστημένης φαντασίας. Ήταν τόσο πρόχειρα φτιαγμένα, που το χειμώνα, σαν πλημμύριζαν οι λίμνες, τα σκέπαζαν με τα νερά τους και διακόπτονταν η συγκοινωνία.
Το μύθο αυτό τον αναφέρω μόνο και μόνο για να δείξω σε ποια κατάσταση βρισκόταν εκείνη την εποχή η συγκοινωνία και πώς ζούσε ο κόσμος στερημένος από μέσα μαζικής μεταφοράς. Η βάβω είχε δυο παιδιά από τον πρώτο άντρα της, τον Κώστα και τον Λουκά. Ο Λουκάς ήταν ο αμαξηλάτης που έκανε τη συγκοινωνία με τη σούστα του, Μπουρλέσια-Αγρίνιο. Ήταν ωραίος νέος και λεβέντης, καθώς τον γνώρισα από μια φωτογραφία του που κρατούσε η βάβω σαν φυλαχτάρι κοντά στα εικονίσματα: ψηλός, καστανός, με ζωσμένο το σ’λάχι σε μέση δαχτυλίδι, ολάσπρη φουστανέλα, ανεμιστές φούντες στις γάμπες, μαύρη κεντητή με γιορντάνια σκούφια και κόκκινα γιορτινά τσαρούχια με μαύρες φούντες. Πραγματική ζωγραφιά ελληνικής λεβεντιάς.
Μια μέρα, κοντά στο γιοφύρι της Μπογλάστ, το άλογο του αφηνίασε και υπήρχε φόβος να αναποδογυρίσει η σούστα πάνω στη γέφυρα, και για να προλάβει το κακό, πήδησε και το τσαρούχι του πιάστηκε στο σκαλοπάτι κι ήρθε με το κεφάλι κάτω από τους τροχούς. Τον θρήνησε όλη η Μακρυνεία. Νωπός ο σκοτωμός του και μεγάλος ο πόνος της βάβας, στέρεψαν οι βρύσες των ματιών της και κάθε τόσο ξεμοναχιαζόταν κι άφηνε να ξεχειλίσει ο πόνος της αρχίζοντας μοιρολόγι που ακουγόταν σ’ όλη τη γειτονιά. Εκείνη τη χρονιά γεννήθηκα κι εγώ και μου δώσανε το όνομα του θείου Λουκά. Η γριά η βάβω μου δεν μπορούσε να με λέει Λουκά και με φώναζε χαϊδευτικά Κούκα.

O κομήτης του Χάλεϋ…
Τούτα που ’γραψα πιο πάνω και τούτα που θα γράψω τώρα δεν είναι παρά από διηγήσεις της βάβας μου και της μάνας μου, που σαν παραμύθι μάς τα ’λεγαν τα χειμωνιάτικα βράδια κοντά στο γωνολίθι ματιάζοντας τα καπνά, καθώς κι από γειτόνισσες που μαζεύονταν στην αυλή μας για κουτσομπολιό κι άρχιζαν το κουβεντολόι γύρω απ’ της ζωής τους τα περασμένα.
Πολλές φορές είχα ακούσει να μιλάνε για τον κομήτη που θα περνούσε το Μάη του 1910. Άκουσα να λένε πως ήταν σημαδιακές εκείνες οι μέρες. Ο κόσμος είχε τρομοκρατηθεί με τις διάφορες διαδόσεις και περίμενε τη συντέλεια, όπως έλεγε η Αποκάλυψη και όπως το επιβεβαίωνε κι ο Παπλάκης ―ο Κοσμάς ο Αιτωλός―, που ήταν και πατριώτης μας από ένα χωριό του Θέρμου. Είχε περάσει κι από τα χωριά μας κι έγινε θρύλος! Άκουσα τη γειτόνισσά μας την Ντούλαινα να λέει πως ό,τι είπε ο Παπλάκης βγήκε αληθινό. Πως θα ζωστεί τάχα η γη μ’ ένα σύρμα...
«Αμ τ’ άλλο;» πετάγεται η Αντριάνα του Βίτσα.
«Ποιο, μαρή τσούπα μ’;»
«Τα σιδηρένια π’λιά που θα πετάνε πάνω απ’ τα κεφάλια μας και θα σκορπάν φουτιές».
«Ιγώ, μαρές τσούπις μ’, όταν ήμνα μκρή, τον είδα τουν Παπλάκη».
Κι αμέσως πετιέται η Αρσενόη του Λέλου, που ήταν και γραμματιζούμενη και ήξερε περισσότερα γιατί είχε διαβάσει το βίο του πάτερ Κοσμά του Αιτωλού.
«Τι λες, κυρα-Αφροδίτη, όταν πέρασε ο Παπλάκης από τα χωριά μας, δεν ήταν γεννημένη ούτε η βάβα σου, όχι εσύ».
Κι αποσώνει η Μυργιαννοχρίσταινα:
«Ιγώ ακουστά τουν έχω. Καλά λέει η Αρσενόη».
Κι όλες μαζί οι μικρομάνες, για να δείξουν πως ξέρουν πολλά για τον Παπλάκη, συμφώνησαν με την πολύξερη Αρσενόη. Και δεν ήταν λίγες που μαζεύονταν στην αυλή μας: η Μυργιαννοχρίσταινα, η Βιτσνίκαινα, η Κουτσούναινα η Μπαρδάκαινα, η μικροπαντρεμένη Αντριάνα του Βίτσα που σκάρωσε μια ντουζίνα παιδιά και τόσες άλλες που δε θυμάμαι τα ονόματα, μαζεμένες κάτω από το γεροπλάτανο, όλες μικρομάνες και ταυτόχρονα γκαστρωμένες, τα λέγανε και κουτσομπόλευαν όλο το χωριό.
Καθώς βλέπετε η σοδειά της πατρίδας από παιδιά ήταν πολύ ικανοποιητική και την ετοίμαζαν για τους πολέμους που τότε ήτανε πολλοί και σκληροί. Γι’ αυτό και οι άντρες γινόντουσαν πολύτεκνοι για πολλούς ευκολονόητους λόγους. Όλοι θέλουν να πολεμήσουν για την πατρίδα, αλλά ―κακά τα ψέματα― η αγκαλιά ήταν κι αυτή καλή.
Όσο για τον κομήτη του Χάλεϋ που θα περνούσε, άκουσα πολλά και διάφορα. Όλος ο κόσμος είχε ξεσηκωθεί. Είχε παραμελήσει τις δουλειές του. Αφού θα γινότανε η συντέλεια, γιατί να δουλέψει; Ό,τι είχανε είχανε, γιατί να δουλέψουν αφού δε θα υπάρχουν αύριο; Καπνός να γίνει αφού όλα θα πεθάνουμε. Το ’χαν ρίξει στα γλέντια. Τι γλέντια! Ο Θεός να τα κάνει γλέντια με την ιδέα ότι από στιγμή σε στιγμή θα πέσει ο κομήτης και θα γίνουν όλα στάχτη. Τα βράδια ξενυχτούσαν ξαπλωμένοι στ’ αλώνια και στις αυλές κι άλλοι αδράζοντας την ευκαιρία ξεμοναχιάζονταν, γυναίκες κι άντρες, για να γευτούν την ηδονή της ζωής, μια και δε θα υπήρχε κανένας την επαύριο για να λογοδοτήσουν.
Τα πράγματα όμως ήρθανε αλλιώτικα. Ο κομήτης πέρασε μα δεν έπεσε, έφυγε μακριά από τη γη, και η ντόλτσε βίτα των προηγούμενων ημερών έγινε αφορμή να γίνουνε γρήγορα γάμοι, για να προλάβουν προτού φανεί ο καρπός στην κοιλιά ορισμένων κοριτσιών που... γεύτηκαν τον κομήτη τους.

Σχολικά χρόνια…
Σιγά σιγά μεγάλωνα, μέσα στη φτώχεια και τη μιζέρια. Τεσσάρω χρονώ βύζαινα τη μάνα μου και για να με αποκόψει δεν υπήρχαν τότε μπιμπίλες να με ξεγελάει, κι εγώ όλη την ώρα κρεμόμουνα από το βυζί της. Ώσπου μια μέρα σοφίστηκε και άλειψε το στήθος της γύρω από τη θηλή με ρετσίνι κι όταν πήγα να βυζάξω, κολλάγανε τα χείλια μου στο ρετσίνι και σιγά σιγά η βυζάχτρα μάνα μου απαλλάχτηκε από μένα που της ρουφούσα τη ζωή. Απαλλάχτηκε από μένα αλλά γκαστρώθηκε τη Ρωμαλαία.
Σαν έγινα επτά χρόνω και πήγα στο σχολειό, είχαμε για δάσκαλο τον Χαράλαμπο Κωνσταντάκη. Αργότερα τον πήρανε στρατιώτη και μείναμε χωρίς δάσκαλο. Χάσαμε τη χρονιά μας. Την άλλη χρονιά πηγαίναμε στα διπλανά χωριά, τη Γαβαλού και την Κάτω Μποτίνου (Δαφνιά), αργότερα μας ήρθε ένας εξαιρετικός δάσκαλος, Κερκυραίος την καταγωγή, ο Κάρμενος δε Λεονάρδος. Στο χωριό δεν υπήρχε εστιατόριο και είχαμε κανονίσει να φέρνουμε φαγητό από τα σπίτια μας με τη σειρά. Έμενε στο γραφείο του σχολείου, που το χρησιμοποιούσε για υπνοδωμάτιο.
Όταν ήμουνα στην τετάρτη τάξη, στη γιορτή του Ευαγγελισμού που μαθαίναμε όπως πάντα ποιήματα, μου ’δωσε ποίημα του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη για την 25η Μαρτίου. Στον Χρήστο Κίτσο αυτό που λέει «Τ’ άλογο τ’ άλογο, Ομέρ Βρυώνη» και το ’λεγε ο αφιλότιμος τόσο ωραία με στόμφο και παρασυρμένος από το μέτρο το τόνιζε μονότονα, κι όμως μ’ άρεσε ο τρόπος που το ’λεγε. Περιμέναμε πότε θα ’ρθει η σειρά του να πει το ποίημά του και παρασυρμένοι κι εμείς τον ακολουθούσαμε και γινότανε ένα βαχάτο, που πολλές φορές κι ο δάσκαλος γελούσε και μας διέκοπτε. Την ημέρα της γιορτής είπα κι εγώ το ποίημά μου κι ήμουνα καλός και πήρα και συγχαρητήρια. Στο «Ελληνικό Σχολείο» ―έτσι λέγαμε τότε το Σχολαρχείο. Ήταν τριτάξιο και είχαμε καλούς καθηγητές. Σχολάρχης ήταν ο Καλογιώργος, ντόπιος Γαβαλιώτης. Ο Κ. Βελιβάσης ήταν απ’ το Μέτσοβο, αλλά έγινε κι αυτός Γαβαλιώτης γιατί παντρεύτηκε Γαβαλιώτισσα κι έκανε οικογένεια. Είχαμε κι έναν κακό καθηγητή, τον γερμανικής καταγωγής καθηγητή των μαθηματικών Φρειδερίκο Κίσλιγκς· ως μαθηματικός άριστος, ως άνθρωπος όχι. Μισούσε τους μαθητές του, προσπαθούσε να βρει αφορμή ακόμα και σ’ αυτούς που ήταν καλοί στα μαθηματικά να τους τιμωρήσει, και η τιμωρία ήταν ξύλο, όχι από κείνο που βγήκε από τον Παράδεισο, που λέει η παροιμία, αλλά ξύλο να ματώνουν οι παλάμες από τις αγριλίσες βέργες που ήταν γεμάτες ρόζους. Θυμάμαι ένα περιστατικό. Μια μαθήτρια ―ήταν και συγγενής μου― η Σώκου, που, μόλις σήκωσε τη βέργα να τη χτυπήσει, από την τρομάρα της κατουρήθηκε. Όταν το ’μαθε ο πατέρας της, απόστρατος επιλοχίας του καιρού εκείνου, ήρθε στο σχολείο και ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε. Την άλλη χρονιά μετατέθηκε στο Σχολαρχείο Μεσολογγίου. Αργότερα μας ήρθαν νέοι καθηγητές, ο θεολόγος Μακρόπουλος και ο εξαιρετικός Θόδωρος Τεντόπουλος, φιλόλογος. Και οι δύο εξαιρετικοί άνθρωποι και επιστήμονες.
Ο καθηγητής Θόδωρος Τεντόπουλος είχε και καλλιτεχνικές ιδιότητες. Στις 25 Μαρτίου θέλησε να κάμει μια όμορφη και ολοκληρωμένη καλλιτεχνική εθνική γιορτή. Διασκεύασε και σμίκρυνε το έργο του Περεσιάδη Εσμέ σε μία μεγάλη πράξη και έκανε τη διανομή των ρόλων. Έδωσε τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σ’ άλλους μαθητές και μ’ άφησε τελευταίο. Μου ’δωσε το ρόλο του Αγγελιοφόρου. Πικράθηκα πολύ γιατί νόμιζα πως παραγκωνιζόμουνα. Είχα την εντύπωση πως ήμουν ο καλύτερος απ’ τους άλλους και δε γελάστηκα. Χωρίς να θέλω να αυτολογήσω, στο τέλος του έργου βγαίνω να αναγγείλω τη μεγάλη απόφαση των καπεταναίων και λέω: «Σας φέρνω χαράς βαγγέλια. Όλοι οι καπεταναίοι σήκωσαν τη σημαία της επανάστασης...» Το είπα τόσο στομφώδικα, που ενθουσιάστηκε ο κόσμος και σηκώθηκε όρθιος και φώναξε μαζί μου «Ζήτω η επανάσταση!» και χειροκροτούσε. Αυτή ήταν η μεγάλη στιγμή. Το πήρα απάνω μου.
Μετά το μονόπρακτο άρχισαν οι απαγγελίες διαφόρων ποιημάτων από τους μαθητές. Και πάλι ο Τεντόπουλος μ’ αφήνει τελευταίο. Το ’χα παράπονο που μ’ άφηνε τελευταίο και είχα περιέργεια να μάθω γιατί. Δεν το ’μαθα παρά μονάχα ύστερα από χρόνια, σαν έγινα ηθοποιός: το καλύτερο νούμερο βγαίνει πάντα τελευταίο. Απήγγειλα το «Ο βράχος και το κύμα» του Βαλαωρίτη. Δε μου τη δίδαξε κανείς αυτή την απαγγελία. Είχα τέτοια επιτυχία, που, εκτός από τα χειροκροτήματα που πήρα, δίναν και συγχαρητήρια στον καθηγητή και στον πατέρα μου, που είχαν βουρκώσει τα μάτια του από τη χαρά του και τη συγκίνηση. Ακόμα και τώρα, ύστερα από τόσα χρόνια, πολλοί συμμαθητές μου μου θυμίζουν εκείνες τις στιγμές της απαγγελίας. Αυτή ήταν η σημαδιακή χρονιά που χάραξε την τύχη μου και τη σταδιοδρομία μου. Από κείνη τη στιγμή μου καρφώθηκε να γίνω ηθοποιός ―έγινα;

Eξωσχολική ζωή…
Ας γυρίσω λίγο προς τα πίσω για να δώσω μια εικόνα απ’ την παιδική ηλικία και τις εξωσχολικές ώρες της ζωής, που έχουν χαράξει όμορφες κι άσχημες πινελιές στην ψυχή μου.
Το Μετόχι είναι δυόμισι χιλιάδες περίπου στρέμματα βοσκότοποι και μερικά καλλιεργήσιμα χωράφια του μοναστηριού της Παναγίας Κατερινούς, που τα νοίκιαζε για δεκαετίες ο πατέρας μου ο Κώστας Χρέλιας και τα χρησιμοποιούσε για βοσκή των ζώων που αγόραζε για σφάξιμο στο κρεοπωλείο του που είχε στη Γαβαλού, και μάλιστα στο παζάρι που γινότανε στις 8 του Σεπτέμβρη. Μια μικρή εμποροζωοπανήγυρις που κρατούσε οκτώ μέρες. Κόσμος μαζευόταν από τα γύρω χωριά με τα μαρτίνια τους που ’χαν για πούλημα και κάθε λογής κατοικίδια ζώα, που τα μεγάλωναν για να τα πουλήσουν στο παζάρι και να αγοράσουν ό,τι χρειαζούμενα για το σπίτι και προπαντός για τις προίκες των κοριτσιών.
Η Γαβαλού έχει κι αυτή την ιστορία της. Είναι παλιά πρωτεύουσα της επαρχίας Μακρυνείας και έδρα δημαρχιακής περιφέρειας, όχι μόνο γιατί είναι κέντρο περιφέρειας αλλά γιατί είναι και γενέτειρα του οπλαρχηγού Κίτσου Μακρή, που, όταν ζήτησε ο βασιλιάς Όθωνας για υπασπιστή του έναν οπλαρχηγό που να μην έχει προσκυνήσει Τούρκο και του υπέδειξαν τον καπετάν Μακρή, αυτός αρνήθηκε απαντώντας «Εγώ δεν προσκύνησα Τούρκο, θα προσκυνήσω Βαυαρό;» και σηκώθηκε κι έφυγε από το Μεσολόγγι μαζί με τη γυναίκα του κι ήρθε στη Γαβαλού κι έζησε ώς το θάνατό του.
Σε τούτα τα βοσκοτόπια, που ήταν βακούφικα από τον καιρό της Τουρκοκρατίας, πήγαινα κι εγώ με τον Ηλία Πανάγου και στήναμε το χειμώνα παγίδες και πιάναμε καλογιάννηδες.
Εκεί πάνω στο Μετόχι έμαθα και γράμματα, γιατί μόλις σχόλαγα από το σχολείο, πήγαινα να βοσκήσουν οι μαρτίνες του σπιτιού εκεί και έγραφα και διάβαζα της επομένης τα μαθήματα, και για να τα αποστηθίσω ―γιατί έτσι θέλανε οι καθηγητές να μαθαίνουμε τα μαθήματα, απ’ έξω χωρίς να παραλείπουμε ούτε ένα «και»―, φώναζα δυνατά κι ακουγόμουν στις γύρω ράχες. Τα καλοκαίρια όμως τις μαρτίνες τις πηγαίναμε για βοσκή στον κάμπο της Λαδικούς, μια παραλίμνια τοποθεσία. Ένα ρουμάνι με θεόρατα δέντρα που στους κορμούς τους σκαρφάλωναν οι αγριοκληματαριές, οι βάτοι και η αγράμπελη. Παρθένο δάσος με τα πελώρια μιλιόδεντρα και τα αιωνόβια πλατάνια. Ξεκινάγαμε το πρωί, βάζαμε μπροστά τις γίδες κι ακολουθούσαν τα σκυλιά μας και ξοπίσω το ξυπόλητο τάγμα, ο Νίκος ο Μυργιάννης, ο Γιάννης και ο Βαγγέλης ο Βίτσας και όλα τα παιδιά της γειτονιάς, και καθώς ήμασταν ξυπόλυτα, χτυπάγανε τα μεγάλα δάχτυλα των ποδιών μας στις πέτρες και ματώνανε. Δε χάναμε καιρό, αρπάζαμε ένα κομμάτι σβουνιά και τη βάζαμε απάνω στην πληγή να σταματήσει το αίμα. Βάζαμε με άγνοιά μας τον τέτανο. Είχαμε μπολιαστεί από χρόνια φαίνεται και είχαμε πάθει ανοσία, γιατί ζούσαμε κοντά στη φύση και η ίδια η φύση μάς προφύλασσε. Αλλά η λαϊκή φιλοσοφία λέει πως «πολλές φορές η στάμνα πάει στη βρύση μα μια μέρα θα ραγίσει». Αυτό συνέβη με την αδερφή μου την Κούλα, που πήγε στο βουνό μ’ άλλα κορίτσια για ξύλα και χτύπησε στη φτέρνα από ένα καρφί κι έπαθε τέτανο.
Τούτο το περιστατικό είχε τόσα απρόοπτα. Το βράδυ στον ύπνο της ξύπνησε με πονοκέφαλο. Όλη τη νύχτα υπέφερε το κορίτσι. Το πρωί ήρθε ο γιατρός, έδωσε κάτι φάρμακα, αλλά δεν κάνανε τίποτα. Δεν έδωσε και μεγάλη σημασία. Το βράδυ μας φέρνουν και καλά μαντάτα από το Αγρίνιο. Είδαν τον αδερφό μας τον Λάμπη που είχε έρθει από την Αλεξανδρούπολη όπου υπηρετούσε. Έρχεται ο Καμάρας που έκανε συγκοινωνία και φωνάζει τη μάνα, «Τα συχαρίκια, Γοργώ, ο γιος σας ήρθε στο Βραχώρι». Το βράδυ παίζαμε πεντόβολα μέσα στο σπίτι, εγώ, η Αμαλία και η Κούλα, που δεν ένιωθε καλά, μα με τη σκέψη πως αύριο θά ’ρθει ο αδερφός μας που είχαμε να τον δούμε πολύ καιρό, έκανε κουράγιο. Αργά όμως η Κούλα πονάει και κλαίει. Πονάει το κεφάλι της. Αναστατώθηκε το σπίτι, ο τέτανος έκανε τη δουλειά του, η Κούλα έμεινε αβοήθητη κι ώσπου να φέξει ξεψύχησε προφέροντας το όνομα του αδερφού μας. Το απόγιομα την κηδέψαμε. Ο Λάμπης δεν ήξερε τίποτε και μόλις φτάνει, βλέπει κόσμο στην αυλή του σπιτιού μας. Κατεβαίνει από την άμαξα του Καμάρα, τρέχει στο σπίτι κι εκεί μαθαίνει πως ο κόσμος που είναι μαζεμένος στην αυλή μόλις γύρισε από την κηδεία. Ποιον να παρηγορήσουν, τους γονείς ή τον αδερφό, που δεν πρόλαβε να φιλήσει έστω και νεκρή την αδερφή του που της είχε ιδιαίτερη αγάπη και αδυναμία.
Το καλοκαίρι σαν παιδιά ήμασταν ανήσυχα. Τα μεσημέρια δεν κοιμόμαστε, το σκάγαμε ξυπόλυτα και πηγαίναμε στα Γιάργια, κοντά στο ξωκλήσι της Αγίας Παρασκευής που είναι στη λίμνη. Τα Γιάργια είναι άνοιγμα καθαρό από νεροκάλαμα και παπύρια (ψαθιά). Εκεί μαθαίναμε κολύμπι, φτιάχνοντας σωσίβια με δυο μάτσα παπύρια που τα δέναμε παράλληλα με σχοινιά ή βούρλα και τα κάναμε σαν φορείο και ξαπλωμένα πάνω σ’ αυτά κρατιόμαστε στην επιφάνεια κι αρχίζαμε να κολυμπάμε. Τσαλαβουτιόμαστε ώρες ολόκληρες μέσα στα θολά νερά της λίμνης να δροσιστούμε κι όταν βγαίναμε και μας ζέσταινε ο μεσημεριάτικος ήλιος, μας τρέλαινε μια φαγούρα άλλο πράμα. Φτάναμε στο σημείο να βγάζουμε τα πουκάμισά μας και να κυλιόμαστε, όπως τα γαϊδούρια, πάνω στα ξερά χορτάρια ώσπου ματώναμε τις πλάτες.
Από τα Γιάργια πηγαίναμε και πάλι στο λόγγο όπου είχαμε δεμένες τις κατσίκες με φύλακες τα σκυλιά, που μας περίμεναν να τους πάμε αμοιβή για το φύλαγμα κανένα ξεροκόμματο. Βαδίζαμε στα χέρσα χωράφια που ήταν γεμάτα αγκάθια και τριβόλια που καρφώνονταν στις φτέρνες κι όταν τα βγάζαμε, πεταγόταν το αίμα τσαμπούνα. Δεν μας ένοιαζε, μαθημένα τα βουνά από χιόνια.
Σαν φτάναμε στο λόγγο κι αμολάγαμε τις γίδες να βοσκήσουν, ανάβαμε φωτιά κάτω από ψηλά δέντρα, για να μη μας προδώσει ο καπνός στον αγροφύλακα κι έρθει και μας πιάσει να ψήνουμε τα κλεμμένα καλαμπόκια.

Eκδρομή στο Kαρπενήσι…
Ο πατέρας μου δεν είχε τις δυνάμεις να εξακολουθήσω τα γράμματα, ήθελε να με κρατήσει κοντά του γιατί ο μεγάλος του γιος ο Λάμπης είχε φύγει και δεν επρόκειτο να γυρίσει στο χωριό. Εγώ όμως, που κατάλαβα τις διαθέσεις του γέρου, βάζω τους καθηγητές μου, τον Καλογιώργο και τον Βεληβάση, και τον έπεισαν να με στείλει στο Γυμνάσιο. Του ’πανε τόσο καλά λόγια για μένα, που ο γέρος καμάρωσε που είχε έναν τόσο καλό γιο και με όρεξη για γράμματα και τ’ αποφάσισε να με στείλει να δώσω εισαγωγικές εξετάσεις στο Γυμνάσιο Μεσολογγίου. Πήγα και επέτυχα, όπως όλοι οι μαθητές του Σχολαρχείου Γαβαλούς, που είχε φήμη καλή κι έβγαζε καλούς μαθητές.
Σαν τέλειωσαν οι εξετάσεις, μια ομάδα από τρεις γυναίκες που παραχειμώνιαζαν στο χωριό μας θα φεύγανε για το Κρίκελο. Νά η ευκαιρία, να πάω κι εγώ μαζί τους ώς το Κρίκελο κι από κει στο Καρπενήσι όπου παραθέριζε ο αδερφός μου.
Ένα πρωινό ξεκινάμε παίρνοντας το δρόμο για Ανάληψη, Καψοράχη, Μακρυνού, Γούστιανη, Σβαράλωνα. Όλα αυτά τα χωριά δίπλα στο δρόμο της λίμνης. Από τα Σβαράλωνα αφήνουμε τη λίμνη κι ανεβαίνουμε για τη Δερβέκιστα, από κει κατεβαίνουμε και περνάμε τον Φίδαρη. Περνώντας τον Φίδαρη, οι γυναίκες με βάλανε μισοκάπουλα σ’ ένα φορτωμένο μουλάρι για να μη βραχώ και πέρασα στην αντίπερα όχθη. Ανεβαίνουμε και πάλι και φτάνουμε στο χάνι του Λιόλου. Εκεί ξενυχτήσαμε για να σηκωθούμε πρωί πρωί να συνεχίσουμε το δρόμο μας. Περνάμε πάνω από τη Δουμνίστα, που βρίσκεται στο βάθος της ποταμιάς, κι από κει για το Κρίκελο. Αφήσαμε πίσω μας τον Κρικελοπόταμο με τα καταγάργαρα νερά που κατέβαιναν από τις χιονισμένες ακόμα βουνοκορφές. Μεγάλη εντύπωση μου ’κανε η Δουμνίστα που κείτονταν μέσα στη ρεματιά, σκεπασμένη με πρασινάδα και θεόρατα έλατα. Τούτο το χωριό το ’χα πλάσει με τη φαντασία μου από τα λεγόμενα του συμμαθητή και φίλου μου όταν τον άκουγα να λέει για το χωριό ―και δε γελάστηκα, είναι πράγματι μια φυσική ζωγραφιά πάνω σ’ εκείνα τα βουνά που έζησε ο Κρικέλας.
Σαν όνειρο έχει μείνει στη μνήμη μου αυτή η διαδρομή, ανάμεσα σε τρεις γυναίκες, όπως ανεβοκατεβαίναμε τις δασωμένες λαγκαδιές με τις βρυσούλες που μας ξεδιψάγανε τα δροσερά νερά τους. Ερημιά... Κανένας θόρυβος. Μόνο τα τιτιβίσματα των πουλιών και «των καθαρών νερών τα μουρμουρίσματα» που λέει ο Ξενόπουλος στη Στέλλα Βιολάντη. Ένα αλλόκοτο συναίσθημα με κυρίευε μέσα στης ερημιάς την ησυχία. Ένα συναίσθημα φόβου, δέους, πολλές φορές μου ’ρχότανε στο νου ιστορίες και παραμύθια με κλέφτες, με φονιάδες, με ληστές. Τα βράδια που ξαπλώναμε στην ερημιά για λίγο ύπνο, φρόντιζα να ’μαι ανάμεσα στις γυναίκες για προφύλαξη, κι ας ήμουνα ο μοναδικός άντρας ανάμεσα σε τρεις γυναίκες. Άντρας να σου πετύχει!... Δεκαέξι χρονώ παιδί ήμουνα. Τι να ’κανα; Δεν είχα πάει ούτε στο Αγρίνιο. Πρώτη φορά έβγαινα απ’ το σπίτι μου, μακριά απ’ τους δικούς μου. Φοβόμουνα ανύπαρκτους κινδύνους. Τι αντίθεση! Σήμερα, που τόσο εκπολιτίστηκε η κοινωνία, υπάρχουν περισσότεροι φόβοι και κίνδυνοι. Ο ξενόφερτος τρόπος ζωής μάς έχει δημιουργήσει το συναίσθημα της ανασφάλειας. Φοβόμαστε και μέσα στην αγκαλιά του σπιτιού μας. Η κοινωνία έχει γίνει ζούγκλα. Ο άνθρωπος θηρίο ανήμερο κι αδυσώπητο, χωρίς συγκίνηση, χωρίς ανθρωπιά, τίποτα. Δεν έχει ούτε ιερό ούτε όσιο. Η ζωή σου ζωή μου. Μπράβο, άνθρωπε! Καλή πρόοδο! Μην αφήσεις τίποτα όρθιο.
Δεν ξέρω κατά πόσο άλλαξε το χωριό του Κρικέλα που τόσο τραγούδησε ο Κώστας Κρυστάλλης. Κάτι θα του ’μεινε απ’ την παλιά του ομορφιά. Τα έλατα, οι μηλιές, οι κερασιές στα περιβόλια, τ’ αγιόκλημα, τα γιασεμιά κι οι τριανταφυλλιές στους φράχτες, οι πλακοστρωμένες αυλές οι σκεπασμένες από κληματαριές με τ’ άγουρα σταφύλια που κρεμόντουσαν σαν πολυέλαιοι πάνω από τα κεφάλια μας.
Αυτές τις φυσικές ομορφιές εκτιμούσαν οι παραθεριστές που πήγαιναν κάθε καλοκαίρι ν’ απολάψουν τον καθαρό αέρα τον γεμάτο οξυγόνο και τα κρύα του νερά. Γι’ αυτές τις ομορφιές πήγαινε και ο χωριανός μου ο Γιώργος Γαλανόπουλος με τη γυναίκα του τη Μένια.
Το εξοχικό στην άκρη του χωριού που πραγματικά είχε μια ωραία θέα, γι’ αυτό είχε και τ’ όνομα Καλή Θέα, είχε για σπεσιαλιτέ κοκορέτσι και σπληνάντερο και κρασάκι κοκκινέλι. Εδώ πήγαινε κάθε βράδυ με τη Μένια του ο Γαλανόπουλος. Εδώ έφερε κι εμένα δυο βραδιές το νιόπαντρο τότε ζευγάρι, που με φιλοξένησε και φρόντισε για τη μετάβασή μου στο Καρπενήσι. Ύστερα από δυο μέρες παραμονή στο όμορφο Κρίκελο, φεύγω με αγωγιάτη για να πάμε στο Καρπενήσι που με περίμενε ο αδερφός μου.
Επιτέλους! Νά μια φορά που κι εγώ σ’ όλη τη διαδρομή από Μακρυνεία-Καρπενήσι δε θα περπατούσα και θα πήγαινα καβάλα σε μουλάρι, «ώσπερ νέος Μεσσίας».
Και πάλι ποτάμια, πάλι λαγκαδιές και κακοτράχαλα μονοπάτια, σάρες και γκρεμοί, που θα προτιμούσα τα πόδια μου για σιγουριά να πατάω πέτρες και κοτρόνια παρά μουλαροκαβαλαρία. Από φόβο μην πέσω μαζί με το μουλάρι κάτω στη ρεματιά, δε βάσταξα και, με πρόσχημα ότι θέλω να κατουρήσω, κατέβηκα και δεν ξανανέβηκα, τράβηξα το δρόμο με τα πόδια κρατώντας το σχοινί του μουλαριού. Κι ήταν μακρύ το σχοινί του χαλιναριού κι εγώ περπατούσα λίγο μακριά από το μουλάρι, νιώθοντας σιγουριά πως άμα το μουλάρι γλιστρήσει, θα βρω την ευκαιρία ν’ αμολήσω το σχοινί για να μην παρασύρει κι εμένα στη ρεματιά.
Κάτι τέτοιες σκέψεις έκανα βαδίζοντας και καθώς ήμουνα αφηρημένος, γλιστρώ και παρ’ ολίγο θα ’πεφτα στη ρεματιά αν δεν κρατούσα το σχοινί του μουλαριού, που, μόλις είδε να πέφτω, σταμάτησε απότομα. Αλλιώς θα βρισκόμουνα στον πάτο της λαγκαδιάς αν δε βαστιόμουνα από το χαλινάρι.
Σαν να μην έφτανε η λαχτάρα που τράβηξα, έρχεται ο αγωγιάτης, μ’ αρπάζει από τ’ αυτί και μου λέει:
«Δε σου ’πα εγώ, μωρέ, ν’ ανεβείς ξανά στο μουλάρι: Αυτό το ζωντανό ξέρει και περπατάει καλύτερα από σένα».
Μπρος βαθύ και πίσω ρέμα! Ανεβαίνω ξανά στο μουλάρι με την ψυχή στο στόμα. Κρατιόμουν απ’ το σαμάρι λες κι ήμουνα φορτωμένο σακί. Σε λίγο φάνηκε το Καρπενήσι σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του Βελουχιού. Το μάτι μου δεν ξεκόλλησε από αυτή την πανώρια ομορφιά του Καρπενησιού. Όσο προχωρούσαμε και κοντοφτάναμε, τόσο πιο όμορφο μου φαινότανε. Το μάτι μου δεν ήταν συνηθισμένο σε τέτοια θέα, γιατί τα χωριά μας κάτω στη Μακρυνεία ήταν παραλίμνια και καμποχώρια και σκεπασμένα με ελιόδεντρα. Σε τέτοιο πανόραμα δεν είχα συνηθίσει.
Μπήκαμε στο Καρπενήσι. Ο μεγάλος πλάτανος της πλατείας σκέπαζε τα στρωμένα τραπέζια που ήταν απλωμένα στην αυλή του μεγάλου καφενείου. Ήταν καλοκαίρι κι ο κόσμος στο κοντομεσήμερο γέμιζε τις καρέκλες και τα τραπέζια κάτω από τη σκιά κουβεντιάζοντας και πίνοντας το ουζάκι του.
«Λουκά! Εδώ είμαστε», ακούω μια φωνή.
Ήταν ο αδερφός μου με τη γυναίκα του την Αργυρώ, που τους είχε ειδοποιήσει ο Γαλανόπουλος και με περίμεναν.

Γυμνάσιο…
Μόλις γύρισα από το Καρπενήσι, ακόμα δεν με καλοσώρισαν οι δικοί μου, ξανάφυγα για το Μεσολόγγι, μιας και ο γέρος αποφάσισε να συνεχίσω το σχολείο. Πούλησε τα σταφύλια της χρονιάς για να με εφοδιάσει με τα απαραίτητα και για την αγορά των βιβλίων. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε δωρέαν παιδεία και ήταν δύσκολο τα παιδιά των φτωχών να μάθουν γράμματα, αλλά ούτε και Γυμνάσιο στην περιοχή μας, όπως το Σχολαρχείο της Γαβαλούς, που μαζευόνταν όλα τα παιδιά των γύρω χωριών που ξεκινούσαν το πρωί και γύριζαν ποδαρόδρομο στα σπίτια τους και έχαναν ώρες και ώρες από το διάβασμά τους. Δεν υπήρχαν λεωφορεία όπως σήμερα. Για να πάει ένα παιδί εκείνη την εποχή στο Γυμνάσιο, έπρεπε πρώτα να εξασφαλίσει στέγη νοικιάζοντας δωμάτιο και εστιατόριο που θα του κρατούσε πίστωση. Κι έτσι ο καημένος ο πατέρας στερήθηκε της χρονιάς το κρασάκι του, που τ’ αγαπούσε πολύ όπως κι εγώ ―το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει―, και πήγα κι εγώ μαζί με τ’ άλλα παιδιά στο Γυμνάσιο του Μεσολογγίου, που εκεί είχα και σπίτι να φιλοξενηθώ. Στο σπίτι της αδερφής της γυναίκας του αδερφού μου, στην Όλγα με τη θεία της, που καθόταν πλάι στον Αϊ-Παντελεήμονα, που μου φάνηκαν πάρα πολύ φιλόξενες και θεωρώ απαραίτητη υποχρέωσή μου να τις μνημονεύω τούτη τη στιγμή, γιατί μ’ αγάπησαν και με περιποιήθηκαν σαν παιδί και αδερφό.
Τα Χριστούγεννα, στις σχολικές διακοπές, πηγαίναμε να κάνουμε γιορτές στο χωριό μαζί με τους δικούς μας. Ο Κώστας ο Μπαγιώργος μας έβαζε όλους στο Φορντ σαραβαλάκι του και μας μετέφερε φορτωμένους σαν τσουβάλια και άλλους κρεμασμένους στα φτερά και στις πόρτες, και μουγκρίζοντας αυτό στην Κλεισούρα, ανέβαινε τον ανήφορο για να μας πάει στη Μακρυνεία. Οι γονείς μας μας περίμεναν πώς και πώς ύστερα από τρίμηνη απουσία. Χαιρόντουσαν και καμάρωναν για μας που θα γίνουμε γραμματιζούμενοι κι εμείς κορδωνόμασταν που μας είχαν «μη στάξει και μη βρέξει». Καημένοι γονείς, πόσο μεγάλη ήταν η χαρά σας!
Μια μέρα μαθαίνουμε πως στη Ματαράγκα έχει θέατρο και ο αδερφός μου, που ήταν στο χωριό γιατί ήρθε να γεννήσει η γυναίκα του τον Κώστα Χρέλια τον εγγονό, μόλις το άκουσε, μάζεψε μια παρέα και πήγαμε να παρακολουθήσουμε την παράσταση. Ο ηθοποιός Τάκης Μαυροκέφαλος με τη γυναίκα του θα έπαιζε το Κριτήριο του Π. Δημητρακοπούλου. Το καφενείο ήταν γεμάτο όταν πήγαμε. Η παράσταση άρχισε, τέλειωσε η πρώτη πράξη και δε βλέπω άλλο ηθοποιό, περνάει και η δεύτερη, πάλι ο ίδιος ηθοποιός, ώσπου τελείωσε και η τρίτη πράξη. Άρχισε η κωμωδία, που μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν ήταν στο πρόγραμμα. Για μια στιγμή βλέπω στη σκηνή τον αδερφό μου τον Λάμπη. Τι έγινε; Ούτε κατάλαβα. Ο Λάμπης, που εργάστηκε φεγγάρια φεγγάρια στο θέατρο, ήξερε πολλές νούτικες κωμωδίες, κι έτσι όταν πήγε στο πίσω μέρος της σκηνής να χαιρετήσει τον ηθοποιό, σκαρώσανε στο άψε σβήσε την κωμωδία.
Μου ’καμε μεγάλη εντύπωση το παίξιμο του ηθοποιού Μαυροκέφαλου αλλά και το θεατρικό έργο. Στην πόρτα του καφενείου είχε κολλήσει ένα πρόγραμμα γραμμένο με πινέλο που έλεγε: «Το Κριτήριο της Δευτέρας Παρουσίας, η ψυχή ενώπιον Θεού και Διαβόλου απολογείται...» και λοιπά. Περίμενα στην παράσταση να ιδώ θεούς και διαβόλους, αλλά δεν είδα παρά μονάχα τον ηθοποιό μόνο του να βολοδέρνει στη σκηνή και μου καρφώθηκε γερά στη μνήμη μου. Με τούτο το έργο θ’ ασχοληθώ πιο κάτω. Έπρεπε όμως να βρω το βιβλίο που τόση εντύπωση μου έκανε. Το είχε ο αδερφός μου και το πήρα το διάβασα, το ξαναδιάβασα και δε χόρταινα να το διαβάζω. Με είχε κυριολεκτικά συνεπάρει το περιεχόμενο του έργου και το παίξιμο του ηθοποιού. Το σκηνικό ήταν φτωχό, ένα κόκκινο κι ένα μπλε χαρτί του μέτρου στο αριστερό της σκηνής και πίσω τους από μια λάμπα. Το μπλε συμβόλιζε το Θεό και το κόκκινο του Σατανά. Τα λόγια του Θεού και το Σατανά ―καθώς το θέλει ο συγγραφέας― υποτίθετο ότι τα άκουγε και τα επαναλάμβανε μεγαλοφώνως η ψυχή. Κι έτσι γινότανε διάλογος μεταξύ Θεού, Σατανά και ψυχής.
Οι υπόλοιπες γιορτάσιμες μέρες πέρασαν όπως συνήθως περνάνε στο χωριό.
Το ίδιο και στις πασχαλινές διακοπές. Ο αδερφός μου είχε ετοιμάσει για το Πάσχα με τον ερασιτεχνικό όμιλο τον Αγαπητικό της βοσκοπούλας, που θα παιζότανε στην αυλή του σπιτιού μας. Ο Λάμπης θα έπαιζε τον Μήτρο, ο Κώστας ο Μυργιάννης τον μπαρμπα-Χρόνη, ο Ανδρέας ο Μπάρλας την Κρουστάλλω. Κάποιοι διέβαλαν τον Μπάρλα κοροϊδεύοντάς τον και την τελευταία στιγμή αρνήθηκε να παίξει. Δεν έπρεπε όμως η παράσταση να αναβληθεί, γιατί είχαν ειδοποιηθεί και τα γύρω χωριά. Ο κλήρος έπεσε σ’ εμένα το πρωί της Δευτέρας του Πάσχα, αφού είχαν εξαντληθεί όλα τα μέσα για να λάβει μέρος ο Μπάρλας, ανέλαβα εγώ να παίξω την Κρουστάλλω. Από το πρωί άρχισα το διάβασμα, μου ’κανε συνέχεια πρόβες ο αδερφός μου κι έτσι το βράδυ ήμουνα ξεφτέρι. Δύσκολα βέβαια τα πράγματα, αλλά τα έβγαλα πέρα και στην παράσταση ήμουνα ο καλύτερος. Το μικρόβιο άρχισε να δουλεύει. Το σαράκι του θεάτρου μπήκε μέσα μου. Άρχισα να διαβάζω περιοδικά που έγραφαν για θεατρικά και κινηματογραφικά αστέρια. Για τη Μάρλεν Ντίτριχ, την Τζόαν Κρόφορντ, τον Ραμόν Νοβάρο, τον Ιβάν Πέτροβιτς και προπαντός για την Γκρέτα Γκάρμπο. Ήταν όλοι τους υπέροχοι στην εποχή τους και με το παίξιμό τους συνέπαιρναν τη νεολαία, που ονειροπολούσε να τους μοιάσει. Ένας απ’ αυτούς τους νεολαίους ήμουνα κι εγώ.
Σε λίγο τελειώνει η σχολική χρονιά κι αρχίζει το καλοκαίρι κι εμείς το ξυπόλυτο τάγμα αρχίσαμε τα ίδια. Κολύμπι στη λίμνη με τις βδέλλες, παγίδες που πιάναμε τους ασπρόκωλους και τους κεφαλάδες. Αυτά ήταν τα πουλάκια της εποχής, τα πιάναμε με τις παγίδες. Δεν προλαβαίναν τα πουλάκια να φάνε το δόλωμα και μένανε μ’ αυτό στο στόμα κάτω απ’ την παγίδα. Εμείς, που παρακολουθούσαμε την κίνηση του πουλιού, τρέχαμε και πιάναμε τα πουλάκια με την μπουκιά στο στόμα. Αμέσως τους μαδάγαμε την ουρά για να ιδούμε αν είναι παχιά κι ύστερα τα βάζαμε σε μια βέργινη σούβλα και τα ψήναμε και τα τρώγαμε. Σκληράδα στο ζενίθ, σαδιστική κτηνώδικη σκληράδα. Ζούγκλα, με το νόμο του δυνατότερου. Όρνια και γεράκια των βουνών, που κατασπαράζουν τα θύματά τους ζωντανά ξεσκίζοντας τις σάρκες τους.
Γιατί άραγε όσο είμαστε μικροί είμαστε σκληροί και άπονοι; Γιατί; Τρώγαμε τα πουλάκια που προ ολίγου στόλιζαν τη φύση με την ομορφιά τους και με τα τραγούδια τους. Τι είναι αλήθεια ο άνθρωπος!

Oπαδός του ΚΚΕ…
Στις αρχές Ιουλίου του 1927 ήρθε στο Αγρίνιο και μίλησε εκ μέρους του ΚΚΕ η Γαλάτεια Καζαντζάκη. Πολύς κόσμος παρακολούθησε την ομιλία της, απ’ όλα τα χωριά της Μακρυνείας και της Τριχωνίδας, της Παραχελωίτιδας και του Ξηρομέρου. Συγκεντρώθηκαν στη μεγάλη πλατεία του Αγρινίου. Ο αδερφός μου ο Λάμπης παίρνει την παρέα του κι εγώ μαζί και πάμε στο Αγρίνιο. Παρακολουθήσαμε την ομιλία της Γαλάτειας με μεγάλο ενδιαφέρον, παρόλο που μερικοί καλοθελητές και καθοδηγούμενοι από άλλες δυνάμεις θέλησαν να δημιουργήσουν επεισόδια, αλλά οι καπνεργάτες του Αγρινίου δεν χαρίζανε κάστανα στους ταραξίες, τους βάλανε στη θέση τους δέρνοντάς τους. Η αστυνομία όχι ότι δεν μπορούσε να επιβάλει την τάξη, αλλά έκανε τον αδιάφορο.
Ύστερα από καμιά δεκαπενταριά μέρες περίπου, και συγκεκριμένα ήταν Κυριακή μέρα του Αϊ-Λια, εμένα κι άλλους πέντε, συνομήλικούς του, τους Κώστα Μυργιάννη, Ανδρέα Βασιλάκη, Στάθη Μπάθα, Ανδρέα Μπάρλα και Θ. Βίτσα, μας πρότεινε να πάμε για κολύμπι στην Ανάληψη. Εκεί στην άκρη της λίμνης με την αμμουδιά και τα βαθύσκια πλατάνια, που πήγαιναν το καλοκαίρι οι γυναίκες για να κάνουν τις μπουγάδες τους. Εκεί λοιπόν στην ακρολιμνία πήγαμε να κάνουμε μπάνιο. Γδυθήκαμε τσίτσιδα, πέσαμε στα καθαρά νερά της λίμνης κι αρχίσαμε το κολύμπι. Ο Στάθης Μπάθας δεν ήξερε να κολυμπάει και του φτιάξαμε ένα σωσίβιο από παπύρια. Δεν ήξερε ο έρμος πώς να κολυμπήσει και με τις αδέξιες κινήσεις του διέλυσε το σωσίβιο κι άρχισε να φωνάζει «Βοήθεια, πνίγομαι». Τρέξανε και τον βοήθησαν, παρόλο που εκεί που βρισκόταν πάτωνε, αλλά από το φόβο του έβαλε τις φωνές όπως και κάθε άλλος που θα βρισκότανε στη θέση του.
Σαν βγήκαμε ύστερα από το μπάνιο μας μάζεψε κοντά του ο Λάμπης κι άρχισε να μας μιλάει για κοινωνικές αδικίες, για ισοτιμίες, για δικαιοσύνη, για την εργατιά που πάντα είναι αδικημένη και θυμάμαι ένα παράδειγμα απλό. Ρωτάει τον Μπάθα:
«Πόσα ζευγάρια παπούτσια φτιάχνεις την ημέρα;»
«Ένα».
«Πόσο μεροκάματο παίρνεις;»
«Τριάντα δραχμές».
«Πόσο κοστίζουν τα δέρματα;»
«Είκοσι πέντε δραχμές».
«Πόσο πουλιέται το ζευγάρι τα παπούτσια;»
«Εκατόν πενήντα δραχμές».
«Έχουμε και λέμε: τριάντα δραχμές μεροκάματο συν είκοσι πέντε έξοδα υλικών κι άλλες δέκα για νοίκια, λοιπόν εξήντα πέντε δραχμές. Το πουλάει εκατόν πενήντα. Τι μένει; Ογδόντα πέντε δραχμές κέρδος ο επιχειρηματίας. Αν έχει δέκα εργάτες σαν κι εσένα, θα βγάλει την ημέρα, αφαιρώντας όλα τα έξοδά του, οχτακόσιες πενήντα δραχμές. Αυτός παίρνει μεροκάματο οχτακόσιες πενήντα δραχμές κι εσύ τριάντα, και δε φτάνει αυτό, το τριαντάρι το δικό σου γίνεται δεκαπεντάρι, γιατί θα δουλέψεις έξι μήνες το χρόνο και θα σε πάψει επειδή θα ’χει υπερπαραγωγή. Και το αποτέλεσμα θα είναι εσύ που φτιάχνεις τα παπούτσια των άλλων να μην έχεις δικά σου να φορέσεις».
«Καλά λες, και μήπως τώρα που δουλεύω έχω καινούρια παπούτσια;»
Αυτά και κάτι παρόμοια μας είπε και πως πρέπει να οργανωθούμε για να μπορούμε να υπερασπιζόμαστε τα συμφέροντα της εργατιάς. Σ’ όλους αρέσανε αυτά που είπε και μείνανε σύμφωνοι να οργανωθούν.
Ας έρθουμε για λίγο στον Στάθη τον Μπάθα που φοβήθηκε μην πνιγεί. Μια λαϊκή παροιμία λέει: «Όποιου του μέλλει να πνιγεί ποτέ του δεν πεθαίνει». Την ίδια χρονιά ο Μπάθας κατέβηκε σ’ ένα πηγάδι που έβγαζε αναθυμιάσεις αερίων και έμεινε αναίσθητος στον πάτο του πηγαδιού. Επιχείρησε ο Νίκος ο Βίτσας να κατέβει, μα δεν πρόλαβε να φτάσει στη μέση και λιποθύμησε κι αυτός, κι ευτυχώς τον είχανε δεμένο και τον τραβήξανε λιπόθυμο. Τον Στάθη τον βγάλανε με τα τσιγκέλια.
Ας ξανάρθουμε πάλι στη συζήτηση κάτω από τα πλατάνια. Μας είπε για την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και κατέληξε στον Καρλ Μαρξ, τον Λένιν και την Οχτωβριανή επανάσταση, και τόσα άλλα που μου άρεσαν κι έμειναν στο νου μου καρφωμένα με το σφυρί και το δρεπάνι. Σαν να ’ναι τώρα ζω εκείνες τις στιγμές κι άλλα τόσα χρόνια να περάσουν, δε θα ξεχάσω τα λόγια εκείνα του Λάμπη, κι από εκείνη τη στιγμή έγινα οπαδός και μέλος του περήφανου ΚΚΕ.

Διακοπή των σπουδών. Πρώτες παραστάσεις…
Κοντοζυγώνει ο Σεπτέμβρης και δεν ξέρω αν θα συνεχίσω το σχολείο. Ο γέρος αδυνατεί οικονομικά. Ο Λάμπης έχει διοριστεί στο γραφείο του Ταμείου Ασφάλισης Καπνεργατών (ΤΑΚ) στο Αγρίνιο. Νά μια ευκαιρία να συνεχίσω το σχολείο χωρίς να επιβαρύνω το γέρο. Θα μένω στο σπίτι του Λάμπη. Παίρνω αποφοιτήριο από το Γυμνάσιο Μεσολογγίου για το Αγρίνιο. Για κακή μου τύχη, στο Γυμνάσιο Αγρινίου την προηγούμενη χρονιά είχαν προχωρήσει σ’ όλα τα μαθήματα και προπαντός στα μαθηματικά. Είχαν προχωρήσει στην άλγεβρα, ενώ στο Μεσολόγγι δεν είχαμε αρχίσει. Δεν μπορούσα να προχωρήσω. Μου ήταν δύσκολο να μπω στο νόημα της άλγεβρας. Και δεν ήταν μόνο αυτό αφορμή, αλλά τον Λάμπη τον διώξανε από το γραφείο του ΤΑΚ κι έμεινε άνεργος. Πώς θα ζήσει τη γυναίκα με δυο μικρά κι εμένα; Γι’ αυτό πήρα την απόφαση να ξαναπάρω αποφοιτήριο από το Αγρίνιο για το Μεσολόγγι. Πάω ξανά στο Μεσολόγγι και βρίσκομαι μπροστά στο ίδιο πρόβλημα με την άλγεβρα, γιατί κι εδώ τώρα έχουν προχωρήσει. Δύσκολα, πολύ δύσκολα τα πράγματα. Δεν είχα ούτε βιβλία κι έπρεπε να πηγαίνω στα δωμάτια των συμμαθητών μου να διαβάζω και να γράφω. Όσο περνάει ο καιρός, τόσο δυσκολεύουν τα πράγματα. Οπωσδήποτε θα έμενα στην ίδια τάξη και δεν το ’θελα, είχα κι εγώ τον εγωισμό μου. Να μείνω στην ίδια τάξη; Τι ντροπή! Πώς θ’ αντίκριζα τον γέρο πατέρα μου, τους συγχωριανούς μου; Πολλές σκέψεις με βασάνιζαν. Εφιάλτες έβλεπα τα βράδια, στριφογύριζα στο κρεβάτι μου σαν κοτόπουλο στη σούβλα. Άρχισα να βάζω απουσίες στα μαθήματα που δεν προλάβαινα να διαβάσω. Με τη σκέψη πως αν με σήκωνε στον πίνακα ο καθηγητής, τι θα του ’λεγα, πώς θα δικαιολογούσα την αμελετησία μου; Αυτά μου τριβέλιζαν το μυαλό.
Πλησίαζαν οι Αποκριές και είχαν αρχίσει και οι εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Εγώ απογοητευμένος από τα μαθήματα το ’χα ρίξει στο σορολόπ. Είχα πάρει την απόφαση να διακόψω το σχολείο, να μην ξοδεύω άδικα και τον πατέρα μου.
Εκείνες τις μέρες ήρθε ένας μουσικοδραματικός θίασος των Σπύρου Μπολίνη και του Σπύρου Μπίνη. Πρωταγωνίστρια η κόρη του Μπίνη η Γκόλφω και σουμπρέτα η κόρη του Μπολίνη η Σοφία και η μικρή Αιμιλία Μπολίνη. Ο Καμπανάκης και ο Λεβεντόπουλος κι ένας μουσικός που έπαιζε βιολοντσέλο, ο Αλέκος Δαμάσκος, ένας ωραίος νέος από καλή οικογένεια, που είχε ακολουθήσει το θίασο για χάρη των ωραίων ματιών της Σοφίας, την οποία και παντρεύτηκε αργότερα κι έκαμε ένα τσούρμο παιδιά. Το 1940 που ξανασυνεργαστήκαμε γίναμε και κουμπάροι. Του βάφτισα ένα κοριτσάκι που του πέθανε.
Ήταν και οι δύο ερωτευμένοι μέχρι τα μπούνια που λένε. Ο θίασος έμεινε δίνοντας παραστάσεις περίπου ένα μήνα ώς τις Αποκριές κι έπειτα θα πήγαινε στο Αγρίνιο. Πήγα δυο τρεις φορές και παρακολούθησα το θίασο, γνωρίστηκα με τους ηθοποιούς. Η ομορφιά και η τσαχπινιά της Σοφίας μ’ εντυπωσίασαν. Είχαμε την ίδια ηλικία, δεκαεφταράκια. Μιλώντας μαζί της μου κοβόταν η ανάσα, σαν πέφταν απάνω μου κείνα τα υγρά κι όλο σπίθες μάτια της που λες και σκόρπιζαν φωτιές ένιωθα κάτι αλλόκοτο. Χτύπησε μέσα στα στήθια μου ασυνήθιστο, αλλά δεν κράτησε πολύ, γιατί έμαθα πως ήταν ερωτευμένη με τον Αλέκο τον μουσικό. Για να μην τα πολυλογώ, τους είπα πως θέλω να βγω στο θέατρο, να γίνω ηθοποιός. Οι θιασάρχες, μόλις τ’ άκουσαν, άδραξαν την ευκαιρία ―είχαν ανάγκη από έναν νεαρό ηθοποιό καθώς και υποβολέα. Στην τελευταία παράσταση δώσαμε ραντεβού στο Αγρίνιο όπου θα πήγαινε ο θίασος. Ραντεβού την Τρίτη της Καθαροβδομάδας, γιατί τότε θα έφευγα κι εγώ από το χωριό, που θα πήγαινα να κάνω Αποκριές στο σπίτι μου.
Τις τελευταίες μέρες προ των Απόκρεω είχαν αρχίσει οι εξετάσεις στο Γυμνάσιο. Εγώ, όπως ήταν επόμενο, δεν τα πήγαινα καλά με τα μαθήματα λόγω ελλείψεως βιβλίων. Άρχισαν οι εξετάσεις κι όλα πήγαιναν καλά, όταν ήρθε η μέρα που θα δίναμε εξετάσεις στα θρησκευτικά. Ήταν δύσκολα τα πράγματα. Πήρα την κόλα του διαγωνίσματος, κανένα από τα θέματα που μας έβαλε ο καθηγητής δεν ήξερα. Ντρεπόμουνα να δώσω την κόλα λευκή, γιατί ο καθηγητής Αλεξόπουλος ήταν φίλος του πατέρα μου. Είχε υπηρετήσει κάποτε στο Σχολαρχείο της Γαβαλούς και μ’ αγαπούσε πολύ, κι αν έβλεπε λευκή την κόλα, θα μου ’κανε κατσάδα τρομερή. Περίμενα ν’ αρχίσουν να δίνουν τις κόλες οι συμμαθητές μου και μαζί τους να την παραδώσω κι εγώ. Σοφίστηκα να γράψω κάτι για να μην τη δώσω εντελώς λευκή κι αρχίζω να γράφω το ποίημα του Βαλαωρίτη «Ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου του Ε΄». Αφού γέμισα σχεδόν την κόλα στην πρώτη σελίδα, στο τέλος θέλησα να διασκεδάσω τους στίχους και ανακατεύω τα ονόματα των ηρώων με ονόματα των χωριανών μου συμμαθητών.
Αφήνω την κόλα και όπου φύγει φύγει να μην την ιδεί ο καθηγητής, ο οποίος, μόλις την πήγα, ώσπου να διαβάσει και να συνειδητοποιήσει αυτό που έβλεπε, εγώ είχα κατέβει τις σκάλες του σχολείου. Διαβάζει και μένει κατάπληκτος. Τρίβει τα μάτια του, ξανακοιτάζει την κόλα και γυρίζει στους διαγωνιζόμενους και τους λέει:
«Ακούστε τι έγραψε ο Λουκάς...»
Μεταχειριζόταν πάντα το μικρό μου όνομα γιατί μ’ αγαπούσε πολύ. Με τρεμάμενα χείλη διάβασε τις αηδίες τις δικές μου κι όταν οι μαθητές άκουσαν τους τελευταίους αυτοσχέδιους στίχους και ξέσπασαν στα γέλια, ο καημένος ο καθηγητής κούνησε το κεφάλι του και με βουρκωμένα μάτια είπε:
«Είναι για γέλια ή για κλάματα; Ο φτωχός πατέρας του πετσοκόβεται από το πρωί ώς το βράδυ να του μάθει γράμματα. Τι θα πει σαν το μάθει;»
Αυτά μου τα είπανε οι συμμαθητές, όσοι δεν μπόρεσα να τους αποφύγω που κρυβόμουν από ντροπή.
Οι Αποκριές αυτής της χρονιάς για μένα ήταν σωστός εφιάλτης. Από τη μια μεριά ο φόβος μη μάθει ο πατέρας μου τα μαθητικά μου χάλια κι από την άλλη ντρεπόμουνα να βγω από το σπίτι γιατί οι συγχωριανοί συμμαθητές μου θα είχαν οπωσδήποτε διαδώσει τη μαθητική μου ανταρσία. Σάββατο, Κυριακή και Δευτέρα δεν είχα βγει πέρα από την αυλή μας, που είναι στο κέντρο του χωριού. Εφιαλτική η ζωή μου αυτές τις τρεις μέρες της Αποκριάς. Δεν έβλεπα την ώρα να ’ρθει το πρωί της Τρίτης για να φύγω.
Η βάβα μου η κακομοίρα ετοίμαζε το καλαθάκι με τα τρόφιμα που θα ’παιρνα μαζί μου: ψωμί, ελιές, λίγο τυρί απ’ τις κατσίκες μας κι έναν κόκορα μαδημένο, έτοιμο για το φούρνο, και ό,τι άλλο μπορούσε να μ’ ευχαριστήσει, καθώς και τα εσώρουχά μου πλυμένα και σιδερωμένα με το καρβουνοσίδερο, τα τσουράπια μου τα μάλλινα που τα έπλεκε με τα ζαρωμένα γέρικα χεράκια της. Όλα για τον Λουκά, να μάθει γράμματα για να μη μείνει κι αυτός στο χωριό ξώμαχος και ζευγάς στα χωράφια. Να γίνει επιστήμονας, όπως τα παιδιά του Σπύρου Σκαλτσά, για να μπορέσει μια μέρα να ξαποστάσει κι ο γερο-πατέρας του. Μεγάλη η χαρά τους που θα μάθαινα πολλά γράμματα. Καμάρι το ’χε η αδερφή μου η Αμαλία που θα ’χε αδερφό επιστήμονα. Εγώ όμως το βιολί μου. Είχε καρφωθεί μέσα μου να γίνω ηθοποιός όπως ο Ιβάν Πέτροβιτς, ο Ραμόν Νοβάρο, ο Χάρυ Μπορ κι άλλοι ηθοποιοί του κινηματογράφου της εποχής εκείνης.
Είμαι αναστατωμένος. Όλα μέσα στο κεφάλι μου ανακατωμένα. Η αγάπη της βάβας, ο πόνος της μάνας, η λατρεία και το καμάρι της αδερφής και ο πόνος του πατέρα. Ολόκληρη επανάσταση μέσα στην παιδική μου καρδιά κι όλα αυτά τα ανάκατα κι αξεχώριστα συναισθήματα νικήθηκαν από την αμετάκλητη απόφασή μου, την αγάπη μου για το θέατρο.
Κι έτσι την Τρίτη της Καθαροβδομάδας, μαζί μ’ όλα αυτά τα συναισθήματα, φορτώθηκα και μ’ όλες τις μελλοντικές ευθύνες. Πρωί πρωί μπήκα κι εγώ στο σαραβαλάκι λεωφορείο, όχι αυτό που πάει στο Μεσολόγγι, στο σχολείο, γιατί εκεί βρώμαγε μπαρούτι, αλλά εκείνο που πάει στο Αγρίνιο. Στο θέατρο.
Τα χρήματα που κρατούσα δεν ήταν περισσότερα από εκατό δραχμές. Αυτές μαζεύτηκαν από το γέρο και από τη βάβα για χαρτζιλίκι, γιατί στο Μεσολόγγι έτρωγα στο μαγέρικο του Αντώνη Ζαμπακόλα, που είχε τη Δημητρούλα για μαγείρισσα, που κάποτε, προτού πάει με τον Ζαμπακόλα, την είχαμε στο σπίτι μας με την κορούλα της, μια όμορφη κορούλα που της πέθανε. Στον Ζαμπακόλα είχε πίστωση ο γέρος.
Τώρα με τις εκατό δραχμές πώς θα τα βγάλω πέρα; Τι θα φάω και πού θα κοιμηθώ; Καινούριες σκέψεις, καινούριες υπευθυνότητες. Όλα αυτά ανακατεύονται στο μυαλό μου. Έχω μετανιώσει; Να πάρω το τρενάκι και να πάω στο Μεσολόγγι; Εκεί τα ’χω βρωμίσει. Πώς θα παρουσιαζόμουνα στον καθηγητή; Οι συμμαθητές μου θα με παίρναν στο «μεζέ». Με τι βιβλία θα εξακολουθούσα τα μαθήματα; Και το σπουδαιότερο είναι πως θα ’μενα στην ίδια τάξη. Και την επόμενη χρονιά ο γέρος δε θα μ’ έστελνε στο σχολείο. Έτσι κι αλλιώς το σχολείο ξόφλησε. Βρίσκομαι προ τετελεσμένου γεγονότος.
Πήγα στο θέατρο και βρήκα τους θιασάρχες Μπίνη και Μπολίνη. Τους είπα την απόφασή μου αλλά και ψέματα, ότι άφησα το σχολείο με τη συγκατάθεση του πατέρα για να ακολουθήσω το θίασο. Έτσι έγινα δεκτός στο θίασο και ανέλαβα αμέσως και καθήκοντα. Μου δώσανε το θεατρικό έργο που θα παίζανε το βράδυ, το Γιο του ίσκιου του Σπύρου Μελά, να το διαβάσω γιατί το βράδυ θα το υπέβαλλα.
Ύστερα πήγαμε στο μαγέρικο να φάμε. Έβγαλα το χωριάτικο ψωμί, τυρί κι ελιές, κι όλοι μαζί φάγαμε τη φασολάδα του μαγέρικου. Το βράδυ μετά την παράσταση θα τρώγαμε τον κόκορα που είχα μαζί μου, έτοιμο για την κατσαρόλα. Φώναξαν το μάγειρα και του είπαν να τον φτιάξει κοκκινιστό. Ο γερο-Μπολίνης τον ήθελε βραστό κι γερο-Μπίνης κοκκινιστό. Υπερίσχυσε η γνώμη του Μπίνη, που ήταν γερό ποτήρι, και έγινε κοκκινιστός γιατί έτσι τον θέλανε και τα κορίτσια.
Μετά την παράσταση πήγαμε στην ταβέρνα κι ώσπου να μας ετοιμάσει ο ταβερνιάρης, έγινε και ο λογαριασμός της είσπραξης της βραδιάς και δόθηκε μίτζα στον κάθε ηθοποιό, γιατί η μοιρασιά δινόταν κάθε Δευτέρα. Το μερίδιο δινόταν με κλίμακα δεκαδική. Δηλαδή οι πρωταγωνιστές θα παίρναν δέκα, ο αμέσως επόμενος εννέα και ούτω καθεξής, μέχρι το πέντε, δηλαδή μισό μερίδιο. Εδώ σε τούτο το θίασο είχε συμφωνηθεί η πρωταγωνίστρια να παίρνει μια ποσοστιαία μονάδα παραπάνω, δηλαδή έντεκα τα εκατό. Αυτή η κλίμακα ήταν πολύ κλεψιμαίικη και αδικούσε πολύ τα μικρά μερίδια κι εκείνος που θα ’παιρνε πέντε τα εκατό δε θα μπορούσε να ζήσει, γι’ αυτό είπανε τότε στο τραπέζι που τρώγαμε να γίνει η κλίμακα με βάση το τριάντα και να μην κατεβαίνει κάτω από τα είκοσι. Έτσι κι έγινε. Όταν κάνανε λογαριασμό τη Δευτέρα, μου ήρθε μερίδιο εβδομήντα δραχμές. Αυτό για μένα ήταν πάρα πολύ ικανοποιητικό. Μπορούσα να τα βολεύω και ένιωσα μια κάποια σιγουριά.
Στο Αγρίνιο δεν κάθισε ο θίασος πολλές μέρες, γιατί ήταν και Αποκριές κι ο κόσμος ήταν απασχολημένος με τα γλέντια, γι’ αυτό ο θίασος έφυγε για τον Κραβασαρά. Μεγάλη μου χαρά που πηγαίναμε πιο μακριά απ’ το χωριό μου, γιατί φοβόμουνα τον πατέρα μην έρθει και κάνει καμιά φασαρία. Στενοχωρήθηκε τόσο πολύ σαν έμαθε πως δεν πήγα στο σχολείο αλλά ακολούθησα το θέατρο, που έπεσε το βράδυ να κοιμηθεί και ξύπνησε από τη στενοχώρια του το πρωί με άσπρο μουστάκι. Τόσο πολύ του κόστισε που βγήκα στο θέατρο.
Μαγευτική θέα του Κραβασαρά. Το μικρό λιμανάκι του μέσα στον Αμβρακικό κόλπο, που τα ακύμαντα νερά του τα έσκιζαν μια φορά τη βδομάδα οι πλώρες των καραβιών που έκαναν τη συγκοινωνία, ήταν μια μαγεία για μένα που για πρώτη φορά αντίκριζα πλεούμενα.
Στο παραλιακό καφενείο του Φλώρου στήθηκε η σκηνή και κάθε βράδυ γέμιζε από θεατές διψασμένους για θεατρική ψυχαγωγία. Εδώ στον Κραβασαρά ανέβηκα για πρώτη φορά στη σκηνή σαν επαγγελματίας ηθοποιός. Υποδύθηκα τον Σταυράκη στην Μαρία Πενταγιώτισσα. Ο Σταυράκης ήταν ο εραστής της Μαρίας και καθώς με είχανε δεμένο και με ανακρίνανε, ήθελα να «παίξω» τραγικά. Κοκκίνιζα, σφιγγόμουνα κι έτρεμα, αλλά το τρεμούλιασμα δεν ήταν από το παίξιμο του ρόλου, εγώ έτρεμα σύγκορμος μπας και χάσω τη συνοχή στη σκηνή και τα κάνω θάλασσα. Ο γέρο-Μπίνης που κατάλαβε την αγωνία μου, για να μου δώσει θάρρος, μου πετάει ένα «Μπράβο, Λουκά». Ξεΐδρωσα και πήρα κουράγιο.
Τώρα το πράγμα είχε άλλη σημασία κι όχι αν έπαιξα καλά το ρόλο του Σταυράκη. Σημασία έχει πως ο θίασος είχε ανάγκη από έναν νέο, κι αυτός ο νέος ήμουνα εγώ, που θα μπορούσε ο θίασος να ανεβάσει τα γνωστά του έργα. Την άλλη μέρα μου δίνουν νέο ρόλο, του Εδουάρδο στο Ναύτη Βαν Βρουστ, και στη συνέχεια μεγαλύτερους ρόλους, που ταίριαζαν στην ηλικία μου και στην ηλικία της ενζενί Σοφίας που πάντα θα έπαιζα μαζί της. Τους ρόλους μου τους μάθαινα στα πεταχτά και γρήγορα απ’ έξω. Την είχα από μαθητής τη συνήθεια να αποστηθίζω εύκολα. Έπειτα ο πόθος μου για το θέατρο μου ’δινε περίσσια όρεξη και δύναμη. Από το πρωί ξεκινούσα με το βιβλίο υπό μάλης, έπαιρνα τον παραλιακό δρόμο που πάει για την Άρτα, την άραζα στης ακροθαλασσιάς τα βράχια και διάβαζα δυνατά για να συνηθίσω να λέω καθαρά και στρογγυλά τις λέξεις του κειμένου και να αποφύγω τη ρουμελιώτικη προφορά και τους ιδιωματισμούς που ήταν ριζωμένα μέσα μου και καταβρόχθιζα φωνήεντα και καταλήξεις. Παιδί ακόμα, τι να ’κανα; Μα έπρεπε να φανώ άξιος. Έπρεπε να γίνω καλός ηθοποιός, για να χαρούν κι οι γονείς μου που δεν είχαν μεγάλη εκτίμηση στο θέατρο. Τόσα ξέρανε και δικαιολογημένα έτσι σκεφτόντουσαν.
Διάβαζα και μελετούσα κάθε ρόλο του έργου για να μπω στο νόημα, γιατί δε γινόταν καμιά πρόβα κι έπρεπε να διαβάσω όλο το έργο. Οι ηθοποιοί τα ξέρανε τα έργα και τους ρόλους τους γιατί τους είχανε χιλιοπαίξει και ξέραν τι θα κάνουν και πώς θα σταθούν στη σκηνή, ενώ εγώ άπειρο παιδί του χωριού τι να ξέρω. Διαβάζοντας μεγαλοφώνως κοντά στη θάλασσα θυμόμουνα τον αρχαίο Δημοσθένη που ’βαζε χαλίκια στη γλώσσα του. Έτσι μάθαινα τους ρόλους μου.
Ένα πρωινό με φωνάζει ο γερο-Μπίνης και μου δίνει ένα μάτσο καπνό και μια φαλτσέτα τσαγκάρικη να τον κάνω χαρμάνι γιατί ήξερα από τέτοια. Βάζω τη φαλτσέτα στην από μέσα δεξιά τσέπη του σακακιού μου, με την αιχμή προς τα πάνω για να μη μου τρυπήσει η τσέπη. Παίρνω ένα ποδήλατο και τραβώ το δρόμο της Λευκάδας. Φτάνω μέχρι ένα ξωκλήσι, παραπέρα δεν πήγαινε ο δρόμος, κατεβαίνω γιατί δεν μπορούσα να γυρίσω ποδηλατώντας κι όπως κάνω να ξανανέβω στο ποδήλατο, η φαλτσέτα χτυπάει πάνω στη σέλα και καρφώνεται στα πλευρά μου. Το αίμα έτρεχε. Βάζω το μαντίλι μου και τρέχω γρήγορα στο ποδηλατάδικο. Με βλέπει ο ποδηλατάς κατακίτρινο. Με ρωτάει τι συνέβη και του δείχνω τα αίματα και την πληγή. Με παίρνει και πάμε στο φαρμακείο. Το τραύμα ήταν σοβαρό. Παρ’ ολίγο να έφτανε η φαλτσέτα στον πνεύμονα.
«Φτηνά τη γλύτωσες. Αν ήτανε από αριστερά, δύσκολα...» μου λέει ο φαρμακοποιός.
Μαθεύτηκε σ’ όλη την αγορά πως το παιδί του θιάσου παρ’ ολίγο να την κλάσει, όπως λένε στην πατρίδα μου. Ο γερο-Μπίνης φοβήθηκε γιατί θεώρησε τον εαυτό του υπεύθυνο. Εγώ όμως συνήλθα γρήγορα. Μαθημένος ήμουνα, είχα δοκιμάσει πολλές φορές τέτοιες καταστάσεις από γαϊδουροπεσίματα κι έχω ακόμα σημάδια στο κεφάλι μου. Το μόνο που φοβόμουνα μήπως το βράδυ δε μ’ αφήσουν να παίξω. Έγινα περδίκι! Τι είναι ο πόνος μπρος το θέατρο. Έπαιξα κι είχα και επιτυχία. Πάντα πονούσα, μα ο πόνος της πληγής μεταγγιζόταν στον πόνο της καρδιάς που εκφραζόταν με τους λυρικούς στίχους του έργου που έλεγα στην Αύρα, που την υποδυόταν η χαριτωμένη Σοφία, η οποία μόνο μέσα στο ρόλο της μου ανταποκρινόταν. Τρεις πόνοι: ο πόνος της φαλτσέτας, ο πόνος για την Αύρα του έργου και ο πόνος για τη Σοφία που πονούσε για τον Αλέκο της. Ένας πόνος 1+1+1 = μπουκάλα εγώ.