24/11/08

O παπά - Ανυπόμονος .


O παπά - Ανυπόμονος .
Ο παπα-Ανυπόμονος δεν είχε ανάγκη από δόξες και τιμές, ούτε τα εκκλησιαστικά αξιώματα τον απασχόλησαν ποτέ. Δεν τα χρειάστηκε για να τον σέβεται ο κόσμος και οι πιστοί που πήγαιναν και τον συναντούσαν στη Μονή Αγάθωνος στις πλαγιές της Οίτης.
Ο ηγούμενος Γερμανός Δημάκος – κατά κόσμον Γεώργιος – που έμεινε γνωστός ως παπα-Ανυπόμονος πέθανε το πρωί της 9ης Ιουνίου 2004 στα 92 του χρόνια. Γεννημένος στο Αγρίδιο Γορτυνίας, χειροτονήθηκε διάκονος στις 29 Ιουλίου 1934. Ανήσυχο πνεύμα, στην κρίσιμη εποχή ανέβηκε στο βουνό, δίπλα στον Άρη Βελουχιώτη. Ενα κείμενο του Γληνού είχε διαβάσει ο γέροντας και πείστηκε να ενταχτεί στις γραμμές του ΕΑΜ και αργότερα του ΕΛΑΣ. Στον Άρη έδωσε ένα σταυρουδάκι που ο Βελουχιώτης είχε κρεμασμένο στην αλυσίδα του ρολογιού του, στην αριστερή του τσέπη. Μέσα στις εκκλησίες ο παπα-Ανυπόμονος όρκιζε τους αντάρτες στο Ευαγγέλιο. «Καλούς έχουμε πολλούς. Ο Αρης ήταν ο ένας που μπορούσε να αξιοποιήσει την προσφορά των άλλων», έλεγε ο πατέρας Ανυπόμονος για τον Βελουχιώτη, και σκορπούσε απλόχερα την προσφορά του στο πλευρό των ανταρτών του ΕΛΑΣ αλλά και των απλών ανθρώπων που χρειάζονταν βοήθεια. Στα χειρόγραφά του περιέγραψε πώς άρχισε ο εμφύλιος στην Ηπειρο και πώς αγρίεψε στο Μοριά, μέχρι την «εξαιρετικά αιματηρή μάχη που έδωσε ο έφιππος ουλαμός του Αρη στο Μελιγαλά». Το βιβλίο του γέροντα είχε προλογίσει και ο πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Μεταλληνός. Στη δε εξόδιο ακολουθία του, ο Μητροπολίτης, μεταξύ άλλων, είπε: «Μικρός το φαινόμενον αλλά μέγας το κρυπτόμενον σαν τον άγιο των σκλάβων Κοσμά τον Αιτωλό».
Ρωτήθηκε λίγο πριν το θάνατό του : Πως και υπάρχει τόσο ενδιαφέρον τώρα για τον Βελουχιώτη; Ο Πατήρ Ανυπόμονος σχολίασε: Στην Ελλάδα πρώτα σε σκοτώνουνε και ύστερα σε κλαίνε.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τιμήθηκε από την Εκκλησία και την πολιτεία. Του είχε μείνει όμως ένα παράπονο που είχε εκφράσει τον Ιανουάριο του ’98 σε μια εκδήλωση που έγινε προς τιμήν του στο Πολεμικό Μουσείο. Ζήτησε από τον μητροπολίτη Φθιώτιδας Νικόλαο να μεσολαβήσει για μια συνάντηση με τον τότε αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ για να «αποτελειώσουν επιτέλους εκείνο το γεφύρι (της συμφιλίωσης) που έβαλαν μπροστά κάποτε να χτίσουν». Η συνάντηση δεν έγινε και τρεις μήνες μετά ο Σεραφείμ έσβησε στο νοσοκομείο.
Η Εκκλησία τίμησε τον παπα-Ανυπόμονο το 2000. Σε μία εκδήλωση της Ιεράς Συνόδου παρουσιάστηκε ένας τόμος με «Μνήμες και Μαρτυρίες από το ’40 και την Κατοχή». Ήταν από τους ελάχιστους κληρικούς που τιμήθηκαν εν ζωή για τη συμβολή τους στην Αντίσταση.
************************************************************************************
Η ΙΣΤΟΡΙΑ:
Το τοπίο στην Ελεύθερη Ελλάδα είναι ξεκάθαρο. Ο ΕΛΑΣ είναι παντού και παντοδύναμος΄ ακόμη και στην Ήπειρο, περιοχή του Ζέρβα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ ξεπερνούν τους 1.000 άνδρες. Η μόνη περιοχή που χρειάζεται ενίσχυση είναι η Πελοπόννησος. Είχαν έρθει στη Ρούμελη δύο-τρεις φορές, έως τότε, σύνδεσμοι από τον Μοριά ζητώντας ενίσχυση. Την 1η Ιουνίου 1943 ο Άρης συγκροτεί ένα τμήμα 80 επιλεγμένων ανταρτών της Ρούμελης, με επικεφαλής τον έμπιστο Πελοπίδα, τον Παπούα (Νίκο Διένη) και τον Ωρίωνα (Γιάννη Μιχαλόπουλο). Τη νύχτα της 19ης Ιουνίου οι αντάρτες περνάνε με εφτά βάρκες από το μικρό λιμανάκι του Μαραθιά στην παραλία Λαμπίρι, δυτικά του Αιγίου. Μαζί τους και ο μόνιμος λοχαγός Ησαΐας, που αργότερα η καρδιά του δε θα αντέξει σε ένα κοπιαστικό ανήφορο. Δεν είναι λίγοι οι αντάρτες που δεν χάθηκαν από σφαίρα, αλλά από κακουχίες. Εκείνες τις μέρες εμφανίζεται και ένας ασυνήθιστος ιερωμένος.
Είναι ο αρχιμανδρίτης Γερμανός, κατά κόσμον Γερμανός Δημάκος, ηγούμενος της Μονής Αγάθωνος, κοντά στην Υπάτη, και ταυτόχρονα επόπτης της Μονής Δαδίου και πρόεδρος της ίδιας κοινότητας. Από την αρχή του ένοπλου αγώνα είχε προσφέρει μεγάλη στήριξη στους αντάρτες της περιοχής του΄ γι’ αυτό τον Απρίλιο είναι πια καταζητούμενος και αναγκάζεται να φύγει στο βουνό. Και άλλοι ιεράρχες προσχώρησαν στην εαμική Αντίσταση, με πιο γνωστούς τους μητροπολίτες Κοζάνης Ιωακείμ και Ηλείας Αντώνιο. Ο αρχιμανδρίτης Γερμανός όμως προσχώρησε στον μόνιμο ΕΛΑΣ και πιο συγκεκριμένα κατευθείαν στον Άρη. Είναι το πρόσωπο – το τελευταίο – που έρχεται να συμπληρώσει τον κύκλο των στενών συντρόφων του αρχηγού και να γίνει γνωστός ως «ο παπάς του Άρη».
Ο Άρης ήταν μάλλον διστακτικός με τον αρχιμανδρίτη που θέλει να κρατήσει τουφέκι΄ του προτείνει διάφορες άλλες θέσεις, μα εκείνος είναι ανένδοτος.
- Θα αντέξεις να μας ακολουθείς; τον ρωτάει.
- Ε, όσο αντέξω, λέει ο καπάτσος ιερωμένος, μην του δώσει την εντύπωση πως θα του γίνει βάρος.
Αλλά βλέποντας τον Άρη να εξαιρεί από την κατάταξη τους άοπλους, φοβάται ότι δεν θα τον κρατήσει΄ πάει κατευθείαν στη γραμμή που κάποιοι ένοπλοι εφεδρικοί «γράφονται» στον μόνιμο ΕΛΑΣ.
- Γράψε με κι εμένα, λέει στον Λευτέρη Χρυσιώτη, που κάνει χρέη στρατολόγου.
- Θα σε γράψω, παππούλη.
- Τώρα! επιμένει εκείνος.
- Τι έχεις και βιάζεσαι;
- Γράψε με, που σου λέω.
- Πολύ ανυπόμονος είσαι, κάνει ο Λευτέρης.
- Γράψ’ τον «Ανυπόμονο», του λέει ο Άρης, που έχει πλησιάσει και παρακολουθεί τη σκηνή .
Είναι η αρχή μιας μεγάλης φιλίας.
Ο πάτερ Ανυπόμονος θα ακολουθήσει τον αρχηγό παντού όπου πάει΄ στη Θεσσαλία, στην Ήπειρο, στην Πελοπόννησο. Η επίσημη θέση του είναι Στρατιωτικός Ιερέας του Γενικού Στρατηγείου, αλλά στις μάχες βρίσκεται με το όπλο στο χέρι και σταυρωτά φισεκλίκια. Όταν μπαίνουν σε χωριό, ξεζώνεται τα άρματα, φοράει το καλιμαύχι του και ανοίγει την εκκλησία να λειτουργήσει. Αυτός ο απίστευτης ζωντάνιας, ωριμότητας και πατριωτικής φλόγας ιερωμένος πολύ γρήγορα θα κερδίσει
την εκτίμηση και τον θαυμασμό του αρχηγού.
Συχνά θα τον πειράζει για τις ικανότητές του:
- Παπάς είσ’ εσύ ή κατσικοκλέφτης, να τρέχεις έτσι με τ’ άλογο και να μην πέφτεις;
Και άλλοτε θα αναρωτιέται σκεπτικός:
- Τι σ’ έκανε εσένα να πας να γίνεις καλόγερος… Να πας να αδικηθείς μέσα στα ράσα;
Κάποια στιγμή ο πάτερ Ανυπόμονος, στενοχωρημένος από κάποιους ανερμάτιστους κομματικούς που έλεγαν διάφορα για τη θρησκεία, ρώτησε τον αρχηγό τη γνώμη του ενώπιον και άλλων.
Ο Άρης διαολίζεται με αυτές τις αριστερίστικες πομφόλυγες:
- Τι χαζά είναι αυτά; Καταργείται με διαταγές η θρησκεία; Δεν πας να απαγορέψεις εσύ… Ο ανθρωπάκος, το βράδυ που θα πέσει στο κρεβάτι, θα τρυπώσει κάτω από τη βελέντζα και θα κάνει το σταυρό του.
……..
Ο ψυχωμένος αρχιμανδρίτης επέστρεψε στη Μονή Αγάθωνος στην Υπάτη, μα για πολλά χρόνια δεν κατόρθωσε να ζήσει εν Θεώ. Παρά το σχήμα του, λοιδορήθηκε, κυνηγήθηκε και γνώρισε αφάνταστες ταλαιπωρίες. Ήταν «ο παπάς του Άρη». Μα ποτέ δεν πρόδωσε τον αρχηγό του. Ποτέ δεν τον αρνήθηκε. Στο κελί του, πάνω από τις εικόνες των Αγίων, υπάρχει πάντα η φωτογραφία του Άρη.
(Διονύση Χαριτόπουλου, «ΑΡΗΣ Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΩΝ ΑΤΑΚΤΩΝ» )

Ο Κένταυρος Νέσσος.


Ο Κένταυρος Νέσσος.

Σύμφωνα με τη μυθολογία, οι Κένταυροι ήταν μια φυλή «τερατωδών» υπάρξεων : από τη μέση και πάνω άνθρωποι, από τη μέση και κάτω άλογα. Κατοικούσαν κυρίως στα δάση του όρους Πηλίου της Μαγνησίας, στην αρχαία Θεσσαλία, όπου ζούσαν σε σχεδόν άγρια κατάσταση. Φημολογείται ότι κατάγονταν από τον Ιξίονα, γιο του Φλεγύα, βασιλιά των Λαπίθων. Ο μύθος λέει πως εκείνος δίνοντας δείγματα του κακού χαρακτήρα του είχε δολοφονήσει με δόλο τους γονείς της συζύγου του. Κατόπιν προσέφυγε στον Δία, ο οποίος και δέχθηκε να τον εξαγνίσει από το μίασμα των φόνων που τον βάρυνε. Ο βασιλιάς των θεών, μάλιστα, τον συμπάθησε τόσο, ώστε τον κάλεσε σε θεϊκό γεύμα στον Όλυμπο, όπου ο Ιξίων μέθυσε και, παραγνωρίζοντας τη θεϊκή τιμή που του αποτιόταν, θέλησε να αποπλανήσει την Ήρα και να συνευρεθεί μαζί της. Υπέθετε ότι και αυτή θα συναινούσε στις ορέξεις του και ότι θα εκμεταλλευόταν δεόντως την ευκαιρία προκειμένου να εκδικηθεί τον Δία για τις συχνές απιστίες του. Ο Ζευς, όμως, μαντεύοντας τις προθέσεις του Ιξίονα, έδωσε σε ένα σύννεφο τη μορφή της συζύγου του και ο Ιξίων, υπερβολικά μεθυσμένος, δεν κατάλαβε την απάτη με αποτέλεσμα να συνευρεθεί με το σύννεφο Ήρα. Ο Δίας τον συνέλαβε επ’ αυτοφώρω και τότε πρόσταξε τον Ερμή να τον μαστιγώσει ανηλεώς έως ότου εκείνος επαναλάβει τη φράση: «Πρέπει να τιμάμε τους ευεργέτες μας». Κατόπιν τον έδεσε σε έναν πύρινο τροχό που περιστρεφόταν αέναα στον ουρανό. Η ψεύτικη Ήρα μετά τη συνεύρεση της με τον Ιξίονα ονομάσθηκε Νεφέλη (σύννεφο) και γέννησε το απόβλητο παιδί αυτής της επαφής, που ήταν ένα δίμορφο ον, το οποίο έλαβε το όνομα Κένταυρος. Εκείνος μεγαλώνοντας συνευρέθηκε με τη σειρά του με τις φοράδες της Μαγνησίας, με αποτέλεσμα να γεννηθούν οι αλογοκένταυροι, με το τετράποδο, αλογίσιο σώμα από τη μέση και κάτω και ανθρώπινο από τη μέση και πάνω.
Γνωστοί οι Κένταυροι έγιναν κυρίως από τη διαμάχη τους με τους γειτονικούς τους Λαπίθες, με τους οποίους τους χώριζε μια βαθιά έχθρα, μολονότι μυθολογικά είχαν την ίδια καταγωγή, από τον προγονό τους Λαπίθη βασιλιά Ιξίονα. Όταν ένας άλλος βασιλιάς των Λαπίθων, ο Πείριθος, τους κάλεσε στον γάμο του με την Ιπποδάμεια, εκείνοι δεν μπόρεσαν να ελέγξουν τον εαυτό τους και, αφού πρώτα μέθυσαν από το πολύ κρασί, που για πρώτη φορά γεύονταν, ακολούθησαν το παράδειγμα του προγόνου τους Ιξίονα και, προσβάλλοντας τον υψηλό τους οικοδεσπότη, προσπάθησαν να ασελγήσουν στη νύφη του, καθώς και στα νεαρά αγόρια που παρευρίσκονταν στον γάμο. Περιγράφοντας αυτή τη συμπεριφορά τους ο μύθος αφ’ ενός καταδεικνύει πως ήταν γνήσιοι απόγονοι του Ιξίονα, αφού μιμούντο επακριβώς τις πράξεις του και αφ’ ετέρου αφήνει εντέχνως να διαφανεί η ημιάγρια κατάσταση στην οποία ζούσαν οι Κένταυροι. Σύμφωνα με τη μυθολογία, ακολούθησε μάχη μεταξύ Κενταύρων και Λαπίθων, η οποία διήρκεσε μέχρι τη νύκτα και στο τέλος της οποίας οι Κένταυροι νικήθηκαν κατά κράτος. Βοηθός των Λαπίθων σε αυτό τον πόλεμο στάθηκε ο Αθηναίος βασιλιάς Θησέας, ο οποίος μετά την νικηφόρο για τον ίδιο και τους συμμάχους του έκβαση της μάχης οδήγησε τους Κενταύρους στη χώρα των Αιθίκων, μια περιοχή κοντά στο όρος Πίνδος, αναγκάζοντας τους να εγκαταλείψουν το Πήλιο. Αργότερα όμως, οι Κένταυροι ανασυντάχθηκαν κι έκαναν αντεπίθεση. Ακολούθησε σφοδρή μάχη στην οποία πήρε μέρος, στο πλευρό του Πειρίθου και των Λαπίθων, ο Θησέας. Η μάχη έγινε στο Πήλιο και μετά τη μάχη όσοι Κένταυροι επέζησαν κατέφυγαν στο Φενεό της Αρκαδίας και στο Μαλέα και από τότε επιδιδόταν μόνο σε ληστείες και φόνους εναντίον των περιοίκων Στο Πήλιο μάλιστα κάποτε, ο Πηλέας κινδύνευσε να σκοτωθεί από Κενταύρους. Σώθηκε από τον Χείρωνα, τον μόνο συνετό από τους Κενταύρους. Σύμφωνα με άλλες πηγές όμως οι Κένταυροι αιφνιδίασαν και κατέσφαξαν τους Λαπίθιδες και όταν οι επιζήσαντες κατέφυγαν στην Φολόη, οι εκδικητικοί Κένταυροι τους εξεδίωξαν και μετέτρεψαν την Φολόη σε ληστρικό οχυρό.
Όταν ο Ηρακλής πήγαινε να σκοτώσει τον Ερυμάνθιο κάπρο, ο Κένταυρος Φόλος τον φιλοξένησε στη σπηλιά του και του παρέθεσε γεύμα με ψητό κρέας, παρόλο που ο ίδιος προτίμησε το ωμό. Ο Φόλος, με την προτροπή του ήρωα, τόλμησε να ανοίξει και να γευθεί το πιθάρι με το κρασί που φύλαγε στη σπηλιά του και το οποίο, σύμφωνα με τον μύθο, αποτελούσε κοινή περιουσία όλων των Κενταύρων, την οποία είχαν κληρονομήσει από τον Διόνυσο τέσσερις γενεές νωρίτερα. Τότε όμως οι άλλοι Κένταυροι, που οσμίστηκαν το κρασί, επέδραμαν με τεράστιους βράχους, με κορμούς ελάτων, με δαυλούς και με τσεκούρια εναντίον της σπηλιάς του Φόλου. Ο Ηρακλής, υπερασπιζόμενος τον Κένταυρο που τον φιλοξενούσε, πολέμησε τους επιδρομείς και τους αντιμετώπισε με έναν καταιγισμό από αναμμένα κάρβουνα, τα οποία εκτόξευσε εναντίον τους. Στην πρώτη μάχη σκοτώθηκαν οι Κένταυροι Άγχιος και Άγριος και τότε η μυθική γιαγιά τους, η Νεφέλη, για να γλιτώσει τους υπόλοιπους, έριξε μια δυνατή βροχή. Αποτέλεσμα ήταν απ’ την μια να χαλαρώσει η χορδή στο τόξο του Ηρακλή και να μην έχει ευστοχία και απ’ την άλλη το έδαφος να γλιστρά τόσο, ώστε ο ήρωας να μην έχει ευστάθεια. Ο Ηρακλής, όμως, παρόλα αυτά κατάφερε να σκοτώσει και άλλους Κενταύρους, μεταξύ των οποίων τον Ορείο και τον Υλαίο. Τότε οι υπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή και κατέφυγαν στον Μαλέα, όπου βρισκόταν ο βασιλιάς τους, ο περίφημος Χειρών, διωγμένος από τους Λαπίθες. Σε αυτή τη μάχη πληγώθηκε κατά λάθος από ένα βέλος του ημίθεου Ηρακλή και ο ίδιος ο σοφός Κένταυρος Χειρών, ο οποίος παραιτήθηκε από την αθανασία καθώς οι πόνοι του ήταν φρικτοί, από το βέλος που ήταν ποτισμένο στο αίμα της Λερναίας Ύδρας. Μετά από αυτή τους την ήττα οι Κένταυροι διασκορπίστηκαν σε διάφορα μέρη της Ελλάδας. Κάποιοι υπό την αρχηγία του Ευρυτρίωνα μετέβη σαν στη Φολόη, άλλοι με τον Νέσσο στον ποταμό Εύηνο, κάποιοι άλλοι έμειναν στα όρη του Μαλέα, άλλοι κατέφυγαν στην Ελευσίνα, όπου ο Ποσειδώνας τους έκρυψε μέσα σε έναν μεγάλο βράχο, ενώ ορισμένοι ταξίδευσαν στη Σικελία, όπου τους εξολόθρευσαν οι Σειρήνες.. Κατόπιν, ο Ηρακλής επανήλθε στη Φολόη, όπου βρήκε το φίλο του Φόλο να πεθαίνει, μιας και στην προσπάθεια του να θάψει τους συγγενείς του Κενταύρους, επιχείρησε να περιεργαστεί ένα βέλος, που προηγουμένως θαύμαζε. Αυτό του διέφυγε και τον τραυμάτισε στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού του και έτσι από το δηλητήριό του, πέθανε. Τότε λοιπόν, ο Ηρακλής τον έθαψε μεγαλοπρεπώς κοντά στο σημερινό Αντρώνι
και για να τον τιμήσει έδωσε στο δάσος και στην περιοχή το όνομα Φολόη. Κατόπιν, ο ήρωας πήγε να κυνηγήσει τον Ερυμάνθιο Κάπρο.
Εκείνη τη εποχή βασιλιάς της Καλυδώνας ήταν ο Οινέας και σύζυγός του ήταν η Αλθαία. Μαζί απέκτησαν πολλά παιδιά, μεταξύ των οποίων τον ήρωα Μελέαγρο, τον Αιτωλό, τις 4 Μελεαγρίδες, τον Τυδέα και τη Δηιάνειρα. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Διόνυσος, ο οποίος κάποτε φιλοξενήθηκε από τον Οινέα, ερωτεύτηκε την γυναίκα του την Αλθαία. Ο Οινέας αντιλήφθη αυτό το γεγονός, αλλά καθώς δεν μπορούσε να τα βάλει με τον θεό και δεν να εμποδίσει αυτή την παράνομη σχέση, προσποιήθηκε πως ήταν υποχρεωμένος να απουσιάσει για κάποια θυσία και άφησε το παράνομο ζευγάρι μόνο του. Από τις σχέση του Διονύσου με την Αλθαία γεννήθηκε η Δηιάνειρα η μετέπειτα σύζυγος του Ηρακλή. Ο Διόνυσος μη θέλοντας να φανεί αχάριστος αντάμειψε τον Οινέα με το να του μάθει την καλλιέργεια του αμπελιού και από αυτό πήρε το όνομά του το κρασί (οίνος).
Επίσης σύμφωνα με την μυθολογία κατά τη γέννησή του Μελέαγρου οι Μοίρες, είπαν στην μητέρα του την Αλθαία, πως το παιδί της θα σκοτώνονταν όταν καιγόταν ολοκληρωτικά ένα δαυλί, που ήταν ήδη αναμμένο στο τζάκι. Εκείνη τότε πήρε το ξύλο, το έσβησε και το έκρυψε από όλους. Κάποτε όμως ο Οινέας ξέχασε να προσφέρει θυσία στην θεά Άρτεμη και η θεά θυμωμένη κατέβασε απ' τον Αράκυνθο το φοβερό καλυδώνιο κάπρο, που ρήμαζε την περιοχή σκοτώνοντας ζώα και βοσκούς και κατέστρεφε τις καλλιέργειες. Ο βασιλιάς της Καλυδώνας, ο Οινέας, προκήρυξε διαγωνισμό μεταξύ των ηρώων για την εξόντωσή του προσφέροντας ως έπαθλο το δέρμα του κάπρου ή κατ’ άλλους το κεφάλι του. Ονομαστοί ήρωες, όπως ο Ίδας, ο Λυγκέας, ο Θησέας, ο Ιάσονας, ο Τελαμώνας, ο Κάστορας και ο Πολυδεύκης, ο Υλέας, ο Αγκαίος κ.ά. έλαβαν μέρος στο κυνήγι αυτό. Ανάμεσά στους άντρες ήρωες συγκαταλεγόταν και η περίφημη για την ομορφιά και την κυνηγητική δεινότητά της Αταλάντη, απ' την Αρκαδία. Στη διάρκεια του κυνηγιού σκοτώθηκαν ο Υλέας και ο Αγκαίος. Τελικά πρώτη πλήγωσε τον κάπρο η Αταλάντη και τον αποτελείωσε ο Μελέαγρος που πρόσφερε το δέρμα του ή το κεφάλι του κατ’ άλλους, ως έπαθλο στην Αταλάντη. Έτσι όμως άναψε καυγάς μεταξύ των αδελφών της Αλθαίας και του Μελέαγρου και σε αυτή τη συμπλοκή αυτός σκοτώνει τους θείους του. Απελπισμένη η Αλθαία απ' τον θάνατο των αδελφών της πετάει στην φωτιά τον δαυλί που είχε φυλάξει. Αποτέλεσμα αυτής της ανόητης ενέργειας ήταν να πεθάνει ο Μελέαγρος. Η μητέρα του Αλθαία μόλις συνειδητοποίησε τι έγινε αυτοκτόνησε και οι κόρες της ( εκτός από την Δηιάνειρα ), που θρηνούσαν για τον αδελφό τους και για την μητέρα τους σπαραχτικά, μεταμορφώθηκαν σε πουλιά, τις Μελεαγρίδες, δηλαδή τις σημερινές φραγκόκοτες.
Ο Ηρακλής στο ταξίδι του στον Άδη, συνάντησε τον Μελέαγρο και του υποσχέθηκε, ότι θα παντρευτεί την αδερφή του Δηιάνειρα, την μόνη που δεν μεταμορφώθηκε σε Μελεαγρίδα . Μάλιστα η Δηιάνειρα ετοιμαζόταν να αρραβωνιαστεί τον Αχελώο. Η ίδια δεν ήθελε. Και εδώ που τα λέμε ποια θα ήθελε να παντρευτεί έναν ποταμό; `Όμως πού να το πει του πατέρα της; Φοβόταν και ντρεπόταν. Ο Ηρακλής όμως ερωτεύτηκε μονομιάς την Δηιάνειρα και ζήτησε από τον πατέρα της να μονομαχήσει με τον Αχελώο. Όποιος νικούσε θα έπαιρνε για γυναίκα του την όμορφη κόρη. Έτσι κι έγινε. Ο Αχελώος αν και φοβόταν θύμωσε και όταν θύμωνε μεταμορφωνόταν σε ένα τρομακτικό τέρας. Ο Αχελώος μεταμορφωμένος σε ταύρο πάλεψε με τον Ηρακλή. Έγινε μάχη και ο ποτάμιος θεός, παρά τις συνεχείς μεταμορφώσεις του, έχασε. Τότε ο Ηρακλής του απέκοψε το δεξί του κέρατο (έκλεισε τη μία εκβολή του ποταμού) και από το αίμα που έπεφτε γεννήθηκαν οι Σειρήνες. Το κέρατο αυτό δεν το κράτησε ο Ηρακλής. Ο Αχελώος σε αντάλλαγμα του έδωσε το κέρας της Αμάλθειας (το νέο πλούσιο γόνιμο έδαφος) που στην συνέχεια ο ήρωας δώρισε στον Οινέα. Ο ποταμός-Θεός είχε νικηθεί και ο Ηρακλής νυμφεύθηκε την Δηιάνειρα.
Όταν ο Ηρακλής παντρεύτηκε την Δηιάνειρα, εγκαταστάθηκε για ένα διάστημα στην Καλυδώνα. Εκείνο το διάστημα ήταν που ο Ηρακλής βοήθησε τους Καλυδώνιους στην εκστρατεία τους εναντίον των Θεσπρωτών . Κατά τη διαμονή του στην Καλυδώνα, άθελά του ο Ηρακλής σκότωσε κάποιον στην Καλυδώνα, οπότε μετά από αυτό αναγκάστηκε να την εγκαταλείψει και να μεταβεί με τη σύζυγό του Δηιάνειρα και το γιο του Ύλλο στην Τραχίνα. Στο δρόμο του όμως έπρεπε να περάσουν από τον ποταμό Εύηνο, που ήταν πολύ δύσβατος.
Στον ποταμό αυτό είχε εγκατασταθεί ο κένταυρος Νέσσος που είχε γλιτώσει απ' τον Ηρακλή στη συμπλοκή του με τους Κένταυρους, στην Φολόη. Ο Νέσσος ήταν γιος του Ιξίωνα και της Νεφέλης. Αυτός προσφέρθηκε να πάρει στην πλάτη του τη Δηιάνειρα και να την περάσει απέναντι, ενώ ο Ηρακλής θα περνούσε τον ποταμό μόνος του κολυμπώντας. Όμως την ώρα που ο κένταυρος περνούσε απέναντι τη γυναίκα του Ηρακλή θέλησε να τη βιάσει, τότε αυτή αντιστάθηκε και έβαλε τις φωνές. Εξαγριωμένος ο Ηρακλής απ’ αυτό το γεγονός τράβηξε ένα βέλος, το έβαλε στο τόξο του και με αυτό τρύπησε την καρδιά του κενταύρου Νέσσου. Ο Κένταυρος τότε για να εκδικηθεί, είπε στη Δηιάνειρα ότι θα κρατούσε τον Ηρακλή για πάντα κοντά της, σε περίπτωση που θα φοβόταν πως τον έχανε, αν έφτιαχνε ένα μαγικό φίλτρο από το αίμα της πληγής του. Η Δηιάνειρα τον πίστεψε, μάζεψε το αίμα του Νέσσου και το πήρε μαζί της.
Αργότερα όταν ο Ηρακλής, μετά από την νίκη κατά του Εύρυτου για την κατάληψη της Οιχαλίας, θέλησε να χτίσει βωμό στο Δία και να του προσφέρει θυσία, έστειλε τον σύντροφο του Λίχα στην Τραχίνα όπου έμενε τότε η Δηιάνειρα, να ζητήσει καθαρά καινούρια ρούχα για την τελετή. Τότε η Δηιάνειρα φοβήθηκε μήπως ο Ηρακλής την ξεχάσει κοντά στην Ιόλη, την κόρη του Εύρυτου που είχε κάνει ερωμένη του και βούτηξε το χιτώνα στο αίμα του Νέσσου. Ο Ήρωας τον φόρεσε κι άρχισε την τελετή της θυσίας. Όμως το δηλητήριο από το αίμα του Κενταύρου άρχισε να του καίει το δέρμα. Το μαρτύριο ήταν αβάσταχτο. Ο ήρωας προσπαθούσε να βγάλει το θανατηφόρο χιτώνα αλλά ξεκολλούσαν κι οι σάρκες του μαζί. Έτσι διέταξε να τον μεταφέρουν στην Τραχίνα. Η Δηιάνειρα όταν συνειδητοποίησε τι είχε κάνει, αυτοκτόνησε. Ο Ηρακλής τότε, αφού εμπιστεύτηκε την Ιόλη στο γιο του Ύλλο και απέσπασε την υπόσχεση του να την παντρευτεί όταν θα μεγάλωνε, ανέβηκε στο βουνό Οίτη, μάζεψε ένα σωρό ξύλα και διέταξε να βάλουν φωτιά για να τον κάψουν. Κανείς όμως δεν υπάκουσε. Μόνο ο Φιλοκτήτης δέχτηκε τελικά να τον λυτρώσει από το μαρτύριο. Σ' αυτόν ο ήρωας χάρισε το τόξο και τα βέλη του που ήταν ποτισμένα με το δηλητήριο της Λερναίας Ύδρας. Όταν η φωτιά ψήλωσε αρκετά, ανάμεσα σε κεραυνούς και βροντές, ένα σύννεφο πήρε τον Ηρακλή και τον ανέβασε στον ουρανό. Έτσι πέρασε στην αθανασία κι ανέβηκε στον Όλυμπο όπου παντρεύτηκε την Ήβη τη θεά της αιώνιας νεότητας.

ΤΟΥΣ ΘΥΜΑΤΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΡΑΓΕ;

Κατά τη διάρκεια της «Μάχης της Πίνδου» συνέβη ένα περιστατικό το οποίο είναι άγνωστο, γιατί κανείς πλέον δεν ενδιαφέρεται για τους νεκρούς της περιόδου 1940-41 και κανένα δεν τον νοιάζει για τις συνθήκες που πολεμούσαν τότε οι Έλληνες.
Στις 22 Ιανουαρίου 1941 οκτώ Εύζωνες του 39 Συντάγματος Ευζώνων απεβίωσαν πάνω στο ύψωμα 1630 (ύψωμα Παπακώστα­ - Χόρμοβας) από το κρύο (σε χιονοθύελλα) κι όλοι ήταν από το νομό Αιτωλοακαρνανίας. Εκείνη τη περίοδο είχαν σημειωθεί στη περιοχή, θερμοκρασίες μέχρι – 37ο C. Φυσιολογικά αυτοί οι δύστυχοι είχαν τοποθετηθεί σκοποί πάνω στο ύψωμα και απεβίωσαν όλοι, από το τρομερό κρύο.
Τα ονόματά τους:
Κουβέλης Γεώργιος του Χριστοδούλου. Δεκανέας. Γεννήθηκε στο Μαχαιρά Βόνιτσας Αιτωλοακαρνανίας το 1917, του 39ου Συντάγματος Ευζώνων. Πέθανε από ψύξη στο ύψωμα 1630.
Λώλος Γεώργιος του Νικολάου. Στρατιώτης. Γεννήθηκε στο Ζευγαράκι Μεσολογγίου Αιτωλοακαρνανίας το 1916, του 39ου Συντάγματος Ευζώνων. Πέθανε από ψύξη στο ύψωμα 1630.
Μίρης Πέτρος του Γεωργίου. Στρατιώτης. Γεννήθηκε στον Άγιο Βλάσιο Τριχωνίδας Αιτωλοακαρνανίας το 1916, του 39ου Συντάγματος Ευζώνων. Πέθανε από ψύξη στο ύψωμα 1630.
Παπαδαντώνης Ευθύμιος του Ευαγγέλου. Στρατιώτης. Γεννήθηκε στη Μπουρλέσια Μεσολογγίου Αιτωλοακαρνανίας το 1915, του 39ου Συντάγματος Ευζώνων. Πέθανε από ψύξη στο ύψωμα 1630.
Πελεκάνος Μιχαήλ του Εμμανουήλ. Στρατιώτης. Γεννήθηκε στην Παντάνασσα Τριχωνίδας Αιτωλοακαρνανίας το 1915, του 39ου Συντάγματος Ευζώνων. Πέθανε από ψύξη στο ύψωμα 1630.
Πελέκης Βασίλειος του Χριστοφόρου. Στρατιώτης. Γεννήθηκε στο Κρυονέρι Ναυπακτίας Αιτωλοακαρνανίας το 1915, του 39ου Συντάγματος Ευζώνων. Πέθανε από ψύξη στο ύψωμα 1630.
Τσαφάς Αγησίλαος του Γεωργίου. Στρατιώτης. Γεννήθηκε στους Παπαδάτες Μεσολογγίου Αιτωλοακαρνανίας το 1915, του 39ου Συντάγματος Ευζώνων. Πέθανε από ψύξη στο ύψωμα 1630.
Ζώης Ιωάννης του Παναγιώτη. Στρατιώτης. Γεννήθηκε στο Παλαιοχωράκι Ναυπακτίας Αιτωλοακαρνανίας το 1918, του 39ου Συντάγματος Ευζώνων. Εξαφανίστηκε στο ύψωμα 1630 τη νύχτα της 22 Ιανουαρίου 1941 (προφανώς τον σκέπασε το πολύ χιόνι)

19/11/08

ΟΧΙ ΑΙΟΛΙΚΑ ΠΑΡΚΑ ΚΑΙ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑ!

ΟΧΙ ΑΙΟΛΙΚΑ ΠΑΡΚΑ ΚΑΙ ΥΔΡΟΗΛΕΚΤΡΙΚΑ ΦΡΑΓΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΡΕΙΝΗ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑ!
Σαφώς και δεν είμαστε ενάντια στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας! Όπως δεν είμαστε και ενάντιοι στις Μεταμοσχεύσεις : αν και προκρίνουμε την προληπτική ιατρική, υποστηρίζουμε σαφέστατα την δωρεά ανθρωπίνων οργάνων – όχι όμως και την εμπορία τους ή ακόμη χειρότερα, την λήψη οργάνων χωρίς την συγκατάθεση του δότη. Υπάρχει κανείς που θα επικροτούσε την ευθανασία με σκοπό την λήψη οργάνων για μεταμόσχευση; Έτσι δεν πρέπει να υπάρξει και κανείς που να συμφωνήσει στην καταστροφή μοναδικής οικολογικής αξίας περιοχών, για την εγκατάσταση Αιολικών Πάρκων ή Υδροηλεκτρικών Φραγμάτων.

ΟΧΙ ΣΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΔΗΘΕΝ ΟΙΚΟΛΟΓΙΚΟ ΜΑΝΔΥΑ!
Δεν μπορούμε να ανεχθούμε την καταστροφή του νοτιότερου στην Ευρώπη δάσους οξυάς! Δεν θα επιτρέψουμε την καταστροφή του νοτιότερου στην Βαλκανική Βιοτόπου για τις καφέ αρκούδες! Θα εμποδίσουμε την καταστροφή των μοναδικών για την Ελλάδα οικοτόπων της Κεφαλληνιακής Ελάτης όπου αναπτύσσονται υγιείς πληθυσμοί Ζαρκαδιών και Λύκων. Θα δώσουμε μια ελπίδα επιβίωσης για το τελευταίο ζευγάρι Αετών και ένα από τα τελευταία κοπάδια αγριοκάτσικων που συναντάμε στην Χώρα μας. Κι ίσως κάποτε δούμε να ξαναεπιστρέφει και ο Λίγκας, που λίγα χρόνια πριν, λόγω των έργων εκτροπής του Εύηνου ποταμού ( πάλι με οικολογικό μανδύα : για να μην χάνεται το νερό στην Θάλασσα ..) χάθηκε για πάντα. Επειδή λοιπόν εμείς πιστεύουμε ότι τα Ποτάμια πρέπει να φθάνουν στην Θάλασσα, ότι οι Βουνοκορφές πρέπει να ατενίζουν τα σύννεφα και ότι αν θέλουμε να σώσουμε τον Πλανήτη μας , πρέπει πριν και πάνω από όλα να σεβόμαστε την Πραγματική Φύση, για αυτό και απαιτούμε την πλήρη και άμεση προστασία του Περιβάλλοντος στην Ναυπακτία.
Η ΟΡΕΙΝΗ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑ ΝΑ ΚΗΡΥΧΘΕΙ ΕΘΝΙΚΟ ΠΑΡΚΟ!
Να διαφυλαχθεί η μοναδική της Οικολογική Σημασία.
Να μην αλλοιωθεί η αισθητική αξία του Περιβάλλοντος της.
Να προστατευθεί η Χλωρίδα και η Πανίδα της.

ΥΓ) για μην βρεθεί κάποιος κακοήθης και μας κατηγορήσει ότι δεν θέλουμε ανεμογεννήτριες στις αυλές μας και για αυτό αντιδρούμε, σας επισημαίνω ότι η πλειοψηφία όσων προσυπογράφουμε το παρόν, μένουμε στην Αθήνα και πολλοί λίγοι έχουμε αυλές! Κοιτάξτε λοιπόν την Αθήνα του Περικλή και του Ικτίνου πως την κατάντησε η Σύγχρονη Ανάπτυξη, και αναρωτηθείτε αν αξίζει για την ηλεκτροδότηση του Mall και του Carrefour να θυσιάσουμε έναν, αν όχι τον τελευταίο οικολογικό παράδεισο της Χώρας μας.

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΑΙΟΛΙΚΩΝ ΠΑΡΚΩΝ!


«Η ΠΑΡΑΓΟΜΕΝΗ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΩΝ ΕΙΝΑΙ ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΑΣΗΜΑΝΤΗ ΕΝΩ Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΦΥΣΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΕΙΝΑΙ ΠΡΩΤΟΦΑΝΗΣ ΚΑΙ ΑΝΕΠΑΝΟΡΘΩΤΗ!»

Έντονα αμφισβητείται πλέον η κατασκευή και η λειτουργία ανεμογεννητριών, ως εναλλακτική λύση παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Τα συμπεράσματα που έχουν προκύψει από τη χρονική στιγμή που άρχισαν να λειτουργούν οι πρώτες ανεμογεννήτριες είναι απογοητευτικά και ταυτόχρονα αποκαλυπτικά .Από τα γεγονότα που σχετίζονται με την εγκατάσταση των ανεμογεννητριών προκύπτει ότι μια ανεξέλεγκτη καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος βρίσκεται σε εξέλιξη, με μοναδικό κίνητρο το οικονομικό όφελος επιχειρηματιών, που εκμεταλλευόμενοι τις μεγάλες επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης επωφελούνται της ευνοϊκής γι΄ αυτούς νομοθεσίας. Μερικές από τις επιπτώσεις είναι :
* Η χλωρίδα, η πανίδα, οι ανεξερεύνητες αρχαιολογικές θέσεις, τα παραδοσιακά μονοπάτια, θα χαθούν κάτω από το βάρος των βίαιων επεμβάσεων.
* Οι εκατοντάδες ανεμογεννήτριες, οι υποσταθμοί, οι γραμμές μεταφοράς θα εξαφανίσουν το κάλλος των φυσικών τοπίων που θα μετατραπούν σε βιομηχανικές ζώνες παραγωγής αιολικής ενέργειας. Επίσης θα φέρουν καίριο πλήγμα στον τουρισμό ( στη Δανία ο τουρισμός έπεσε 40% ), την κτηνοτροφία και σε όλους αυτούς που εργάζονται και ζουν από το δάσος.
* Το μεγαλύτερο αιολικό «πάρκο» στην Ευρώπη έχει τρεις μόνιμους υπαλλήλους. Επομένως το πρόσχημα για την καταπολέμηση της ανεργίας είναι ψευδές.
* Καταστρέφεται το δάσος από διαμορφώσεις και διανοίξεις δρόμων.
* Οι εγκαταστάσεις εξυπηρετούν τα ευκαιριακά συμφέροντα των επιχειρηματιών της αιολικής ενέργειας που σπεύδουν να αξιοποιήσουν τα Ευρωπαϊκά κονδύλια ως νέοι αποικιοκράτες.
* Αυτοί που επιζητούν την ηρεμία της φύσης και της υπαίθρου, παύουν να επισκέπτονται περιοχές με ανεμογεννήτριες εξαιτίας της οπτικής και ηχητικής ρύπανσης. Αυτό το διαπιστώνει όποιος προσπαθήσει να ζήσει έστω και μια μέρα σε περιοχή δίπλα σε ανεμογεννήτριες,
* Ο ήχος μια ανεμογεννήτριας είναι ένας θόρυβος διαπεραστικός, χαμηλής συχνότητας γδούπος, κάθε φορά που η έλικα περνά από τον πύργος της. Θυμίζει την αντήχηση του ελικοπτέρου από μακριά.
* Οπτικά μια ανεμογεννήτρια διακρίνεται από απόσταση 40 χιλιομέτρων μιας και το ύψος της ξεκινά από 65 μέτρα και μπορεί να φτάσει έως και τα 105 μέτρα. Το συνολικό βάρος της κάθε ανεμογεννήτριας είναι ανάλογο με το μέγεθός της και ξεκινάει από 223 τόνους, 264 τόνους, 313 τόνους και φτάνει στους 383 τόνους. Κάθε ανεμογεννήτρια χρειάζεται 100 τ.μ. τσιμέντο και σε βάθος τουλάχιστον 3 μέτρων και για κάθε πυλώνα χρειάζεται να πέσουν 500 περίπου κυβικά μέτρα μπετόν.
* Αρκετές φορές έχει τύχει να σπάσουν έλικες, που ο καθένας τους ζυγίζει 1,5 τόνο και να εκσφενδονιστούν έως και 400 μέτρα μακριά.
* Επηρεάζουν ψυχολογικά τον άνθρωπο ακόμη και σε απόσταση 1,5 χιλιομέτρου.
* Ακόμα και αν τοποθετηθούν 25.000 ανεμογεννήτριες οι ρύποι σε διοξείδιο του άνθρακα και διοξείδιο του θείου θα παραμείνουν κατά 99,93%.
* Η τιμή του ρεύματος που παράγεται από την αιολική ενέργεια, και που φτάνει στο τελικό αποδέκτη, δηλαδή τον καταναλωτή, όχι μόνο δεν είναι μειωμένη, αλλά αυξάνεται από 130% έως 400%, σε σχέση με τις τιμές της συμβατικής ενέργειας.
* Το ζωικό βασίλειο θα υποφέρει. Οι ανεμογεννήτριες μόνο στην περιοχή της Καλιφόρνιας σκοτώνουν κατά μέσο όρο 200-300 γεράκια, και 40-60 χρυσαετούς ετησίως, ενώ έχει εκτιμηθεί ότι 7.000 αποδημητικά πουλιά το χρόνο σκοτώνονται από αιολικούς στροβιλοκινητήρες στη νότια Καλιφόρνια.
* Το μανιφέστο 100 Γερμανών καθηγητών και διανοουμένων σχετικά με την αιολική ενέργεια αναφέρει : η ικανότητα παραγωγής ενέργειας από τον άνεμο είναι συγκριτικά χαμηλή. Οι ανεμογεννήτριες με επιφάνεια πτερυγίων ίσων με το μέγεθος ενός γηπέδου ποδοσφαίρου, παράγουν μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό της ενέργειας που παράγει ένας συμβατός σταθμός. Έτσι με περισσότερες από 5.000 ανεμογεννήτριες στη Γερμανία, παράγεται λιγότερο από το 1% του απαιτούμενου ηλεκτρισμού. Στη Μ. Βρετανία, θα χρειαζόντουσαν 14.400 ανεμογεννήτριες για να παραχθεί το 4,4% του ηλεκτρικού ρεύματος και 32.700 για να παράγουμε το 10%. Οι δείκτες μόλυνσης είναι παρόμοιοι για τον ίδιο λόγο. Η συνεισφορά της αιολικής ενέργειας προς αποφυγή του φαινομένου του θερμοκηπίου είναι περίπου 1 έως 2 τοις χιλίοις !
Στατιστικά η αιολική ενέργεια είναι απολύτως ασήμαντη όσον αφορά την συνεισφορά της στη συλλογική παραγωγή ενέργειας και ως εκ τούτου στη μόλυνση του περιβάλλοντος και στο φαινόμενο του θερμοκηπίου.
* Ενώ η τεχνολογία αυτή ήταν γνωστή από πολλά χρόνια, εν τούτοις χρησιμοποιήθηκε τα τελευταία χρόνια που άρχισαν οι επιδοτήσεις των αιολικών πάρκων. Όπου σταμάτησαν οι επιδοτήσεις έπαυσαν να τις συντηρούν.

Αυτό συνέβη στη Σουηδία, Ολλανδία, Γερμανία, Νορβηγία και Καλιφόρνια των ΗΠΑ. Το όριο ζωής των ανεμογεννητριών δεν ξεπερνά τα 20-25 χρόνια. Αν συνεχιστεί η κατασκευή τους ( που στην ουσία είναι συνέχιση των επιδοτήσεων αφού εκεί αποβλέπουν οι « επενδύσεις » ), αυτό που θα κληροδοτηθεί στις επόμενες γενιές, θα είναι ένα απέραντο νεκροταφείο παλιοσιδηρικών και βουνά φορτωμένα με χιλιάδες τόνους μπετόν και χιλιάδες μέτρα υπόγειων και υπέργειων καλωδιώσεων. Στη χώρα μας το πρόβλημα τείνει να πάρει δραματική τροπή, με εγκατάσταση ανεμογεννητριών σε τοποθεσίες μοναδικής ομορφιάς αλλοιώνοντας το περιβάλλον. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περιοχή της νοτιοκεντρικής Εύβοιας, όπου ολόκληρα βουνά έχουν καταληφθεί από αιολικά πάρκα. Την ίδια στιγμή γίνονται ορατά και τα σημάδια της εγκατάλειψης σε όσα τμήματα έχει σταματήσει η επιδότηση.
Από τη Βοιωτία ως την Εύβοια και τα Κυκλαδονήσια, δήμαρχοι, νομάρχες και οργανώσεις πολιτών διαφωνούν με την εγκατάσταση ανεμογεννητριών στις περιοχές τους. Υποστηρίζουν ότι τα αιολικά πάρκα αποτελούν βιομηχανικές εγκαταστάσεις υψηλής όχλησης, με δραματικές επιπτώσεις στα οικοσυστήματα στα οποία εγκαθίστανται.
Ειδικά για τα νησιά, η βασικότερη διαφωνία αφορά την εγκατάσταση μεγάλου αριθμού ανεμογεννητριών, όπως προβλέπουν συγκεκριμένα επενδυτικά σχέδια. Υπερκατασκευές, δηλαδή, ασυμβίβαστες με τη μικρή κλίμακα του νησιωτικού τοπίου.
* «Στο βωμό των κάθε λογής κερδοσκοπικών συμφερόντων και με απαίδευτες χωροθετήσεις μετατρέπουν την ευλογία της αιολικής ενέργειας σε κατάρα για το περιβάλλον και τις τοπικές κοινωνίες», μας λέει ο Στάθης Ζακυνθινός, πρόεδρος της Ένωσης Πολιτών Σκύρου για την προστασία του περιβάλλοντος. Μας πληροφορεί ότι σχεδιάζεται η εγκατάσταση γιγαντιαίου αιολικού πάρκου 111 ανεμογεννητριών στο βουνό Κόχυλας. Στο τμήμα του νησιού που έχει χαρακτηριστεί Natura και διαβιεί το σκυριανό αλογάκι. «Μιλάμε για παραγωγή ενέργειας ίση με 333MV (μεγαβάτ), το 14% του εθνικού στόχου. Ως οικολογική οργάνωση δεν μπορούμε να είμαστε αντίθετοι στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ. Είμαστε αντίθετοι, όμως, σε τέτοιου τύπου υπερκατασκευές», τονίζει.
* Με την προοπτική μιας τέτοιας υπερκατασκευής ξεσηκώθηκε σύμπασα η Σέριφος το περασμένο καλοκαίρι. Το επενδυτικό σχέδιο, για το οποίο οι γνωρίζοντες λένε ότι πολύ δύσκολα θα πραγματοποιηθεί, προβλέπει την εγκατάσταση 87 ανεμογεννητριών ισχύος 261 μεγαβάτ. «Πρόκειται για εφιαλτικό σενάριο ολοκληρωτικής καταστροφής για το νησί μας», μας λέει η δήμαρχος Αγγελική Παπαλεξοπούλου-Συνοδινού.
Οι αντιδρούντες συμφωνούν με τη δημιουργία μόνο μικρού αριθμού ανεμογεννητριών που θα καλύπτουν τις ανάγκες της περιοχής τους.
* «Αυτή είναι μία τελείως εσφαλμένη προσέγγιση», σχολιάζει ο Παναγιώτης Χαβιαρόπουλος, προϊστάμενος της διεύθυνσης ΑΠΕ, στο Κέντρο Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. «Η λογική ότι "καλύπτω με τον αέρα ενός νησιού μόνο τις δικές του ενεργειακές ανάγκες" μάς πηγαίνει σε κοινωνίες αρχέγονες. Ο αέρας είναι φυσικός πόρος για όλους και τον εκμεταλλευόμαστε για το σύνολο της χώρας».
* Ο Αρθούρος Ζερβός, καθηγητής στο ΕΜΠ και πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας, συμφωνεί ότι η εγκατάσταση των ανεμογεννητριών πρέπει να γίνει σε μία συντεταγμένη βάση και με προσοχή για το πού και το πώς. Διαφωνεί, όμως, με τις αντιδράσεις: «Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που δεν θέλουν ανεμογεννήτριες, τι αντιπροτείνουν; Να καίνε στη Μεγαλόπολη και την Πτολεμαΐδα λιγνίτη; Οι άλλοι να πεθαίνουν και εμείς να μη βάζουμε αιολικά γιατί μας ενοχλούν οπτικά;».
Το πού και το πώς ωστόσο φαίνεται να μην έχει ληφθεί σοβαρά υπόψη σε αρκετές περιπτώσεις. Τον περασμένο Ιανουάριο κατατέθηκε το τελικό σχέδιο του ειδικού χωροταξικού πλαισίου για τις ΑΠΕ. Μετά τις όποιες αλλαγές θα πάρει τη μορφή Κοινής Υπουργικής Απόφασης.
Σ' αυτό εντοπίζει σημαντικές αδυναμίες το Γεωτεχνικό Επιμελητήριο (ΓΕΩΤΕΕ).
Συγκεκριμένα, στηλιτεύει τη δημιουργία αιολικών μέσα σε δάση, δασικές εκτάσεις και σε εθνικούς δρυμούς (με εξαίρεση τον πυρήνα τους). Αρνητικά κρίνει και τη μη εξαίρεση των περιοχών του δικτύου Natura, για τις οποίες δεν ολοκληρώθηκαν ακόμη οι διαδικασίες θεσμοθέτησης της προστασίας τους. Το ΓΕΩΤΕΕ προτείνει την απόλυτη εξαίρεση των εθνικών δρυμών. Για τα δάση και τις δασικές εκτάσεις υποστηρίζει ότι «η εγκατάσταση πρέπει να γίνεται κατ' εξαίρεση και ύστερα από σοβαρή εξέταση εναλλακτικών λύσεων». Προειδοποιεί δε ότι «η εγκατάσταση αιολικών μονάδων συνεπάγεται μεγάλα συνοδά έργα: διάνοιξη δρόμων, περαιτέρω υποβάθμιση οικοτόπων και ενδιαιτημάτων, αλλά και «παράθυρα »για την αδειοδότηση νέων χρήσεων γης εντός των δασών».
* Η επενδυτική πρακτική των γιγαντιαίων αιολικών πάρκων ειδικά στα νησιά χαρακτηρίζεται λανθασμένη και από τον Π. Χαβιαρόπουλο. Κατά την άποψή του, αυτό συμβαίνει γιατί δεν υπήρχε ένα κεντρικό σχέδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης των νησιών με το ηπειρωτικό σύστημα της χώρας. «Προκειμένου οι επενδύσεις να είναι αποδοτικές στο βαθμό που οι ίδιοι οι επενδυτές θα έφτιαχναν και το καλώδιο διασύνδεσης, αναγκάζονταν να πάνε σε μεγάλη εγκατεστημένη ισχύ. Κάτι που είναι λάθος. Η λύση είναι να γίνουν αιολικά πάρκα στα νησιά, αλλά όχι στην κλίμακα που το συζητάμε. Ταυτόχρονα η πολιτεία πρέπει να φτιάξει τις υποδομές των διασυνδέσεων».
* Ο νομάρχης Κυκλάδων Δημήτρης Μπάιλας δεν φαίνεται διατεθειμένος να δεχτεί συμβιβαστικές λύσεις: «Πρέπει να αποφασίσουμε αν θέλουμε τουριστικές ή βιομηχανικές Κυκλάδες. Τα νησιά μας έχουν πεπερασμένες δυνατότητες και συγκεκριμένη έκταση. Δεν είμαστε κατά της καθαρής ενέργειας. Μπορούμε, όμως, να βρούμε κι άλλες λύσεις. Σήμερα, ας πούμε, υπάρχει κι η τεχνολογία για πλωτά αιολικά πάρκα».
Τα πλωτά αιολικά λειτουργούν πράγματι στις βόρειες χώρες. Πολλές πλευρές υποστηρίζουν ωστόσο ότι στην Ελλάδα δεν μπορούν να εφαρμοστούν με επιτυχία, λόγω του μεγάλου βάθους των ελληνικών θαλασσών.
* Την άποψη αυτή ανατρέπει μελέτη της επιστημονικής ομάδας του εργαστηρίου Λιμενικών Έργων του ΕΜΠ, με διευθυντή τον πρύτανη Κώστα Μουτζούρη. Η μελέτη καταγράφει 20 θέσεις από τη βόρεια και τη δυτική Ελλάδα ως τα νησιά, όπου μπορούν να κατασκευαστούν πλωτά αιολικά πάρκα. Ο πρύτανης μας εξηγεί ότι, λόγω της εγκατάστασής τους στο θαλάσσιο χώρο και σε μακρινή απόσταση από την παράκτια ζώνη, ο θόρυβος και η οπτική όχληση δεν έχουν καμία επίπτωση. «Τα κριτήρια που θέσαμε ήταν πάρα πολλά: να μην οχλούν οπτικά αρχαιολογικούς χώρους και περιοχές ιδιαιτέρους κάλλους, να μη φαίνονται από οικισμούς και παράκτιες ζώνες αναψυχής. Να μην υπάρχει, επίσης, σε κοντινή απόσταση ναυσιπλοΐα, αλιεία και διέλευση πτηνών. Και, φυσικά, αποκλείσαμε τις περιοχές με μεγάλα βάθη. Να υπογραμμίσω ότι και για τις 20 θέσεις που προτείναμε, είχαμε τη σύμφωνη γνώμη και της τοπικής κοινωνίας».

18/11/08

Κοκκινιά.

ΟΧΙ ΑΙΟΛΙΚΑ ΠΑΡΚΑ ΣΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΙΑ !

ΑΘΑΝΑΤΗ ΚΛΕΠΑ.

Όταν ο άνθρωπος δείχνει σεβασμό στην Φύση και στην Παράδοση, τα έργα του μένουν αθάνατα...

Αριστομένης Προβελέγγιος - Εις το δάσος.

Αριστομένης Προβελέγγιος (1850-1939)
Εις το δάσος

Από τα δέντρα πέφτουνε τα φύλλα ένα - ένα
στης μάννας γης την άχαρη και μαύρη αγκαλιά·
στέκουν τριγύρω τα κλαδιά ψυχρά, σκελεθρωμένα,
και λυπημένα κι άλαλα κουρνιάζουν τα πουλιά.

Η καταχνιά σηκώνεται μέσ' απ' τα δάση αγάλια
κι απλώνεται σαν μυστική νεράιδα του βορηά,
και μοιάζει η φύση θάλασσα με δίχως ακρογιάλια,
που κύμα δεν ακούεται ν΄ αντιλαλή βαριά.

Κάπου και κάπου βιαστικός περνάει ένας διαβάτης
και σαν σκιά μέσ΄ στη πυκνή χωνεύει καταχνιά.
Να, η ζωή! φαινόμαστε στα ψεύτικα φτερά της,
σαν όνειρο αγερόπλαστο, και σβήνομε με μια.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου - Η κατάρα του πεύκου...

Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940)
Η κατάρα του πεύκου


«Γιάννη, γιατί έκοψες τον πεύκο;
Γιατί; Γιατί;»
Αγέρας θα ’ναι, λέει ο Γιάννης
και περπατεί.

Ανάβει η πέτρα, το λιβάδι
βγάνει φωτιά.
Να ’βρισκε ο Γιάννης μια βρυσούλα,
μια ρεματιά!

Μες το λιοπύρι, μες στον κάμπο
να ένα δεντρί...
Ξαπλώθη ο Γιάννης αποκάτου,
δροσιά να βρει.

Το δέντρο παίρνει τα κλαριά του
και περπατεί!
Δεν θ΄ ανασάνω, λέει ο Γιάννης,
γιατί, γιατί;

«Γιάννη, πού κίνησες να φτάσεις;»
«Στα δυο χωριά.»
«Κι ακόμα βρίσκεσαι δω κάτου;
Πολύ μακριά!»

«Εγώ πηγαίνω, όλο πηγαίνω.
Τι έφταιξα εγώ;
Σκιάζεται ο λόγκος και με φεύγει,
γι' αυτό είμαι δω.

Πότε ξεκίνησα; Είναι μέρες...
για δυο, για τρεις...
Ο νους μου σήμερα δε ξέρω,
τ' είναι βαρύς».

«Να μια βρυσούλα, πιε νεράκι
να δροσιστείς».
Σκύβει να πιει νερό στη βρύση,
στερεύει ευθύς.

Οι μέρες πέρασαν κι οι μήνες,
φεύγει ο καιρός,
Στον ίδιο τόπο είν' ο Γιάννης,
κι ας τρέχει εμπρός...

Να το χινόπωρο, να οι μπόρες,
μα πού κλαρί;
Χτυπιέται ορθός με το χαλάζι,
με τη βροχή.

«Γιάννη, γιατί έσφαξες το δέντρο,
το σπλαχνικό,
που 'ριχνεν ίσκιο στο κοπάδι
και στο βοσκό;»

Ο πεύκος μίλαε στον αέρα
- τ' ακούς, τ' ακούς;-
και τραγουδούσε σα φλογέρα
στους μπιστικούς.

«Φρύγανο και κλαρί του πήρες
και τις δροσιές
Και το ρετσίνι του ποτάμι
απ΄ τις πληγές.

Σακάτης ήτανε κι ολόρθος,
ως τη χρονιά,
Που τον εγκρέμισες για ξύλα,
Γιάννη φονιά!»

«Τη χάρη σου ερημοκλησάκι,
την προσκυνώ,
Βόηθα να φτάσω κάποιαν ώρα
και να σταθώ...

Η μάνα μου θα περιμένει
κι έχω βοσκή...
Κι είχα και τρύγο... Τι ώρα νάναι
και τι εποχή;

Ξεκίνησα το καλοκαίρι
-να στοχαστείς-
Κι ήρθε και μ' ήβρε ο χειμώνας
μεσοστρατίς.

Πάλι Αλωνάρης και λιοπύρι!
Πότε ήρθε; Πώς;
Άγιε, σταμάτησε το λόγκο,
που τρέχει εμπρός.

Άγιε, το δρόμο δεν τον βγάνω
-με τι καρδιά;-
Θέλω να πέσω να πεθάνω,
εδώ κοντά.»

Πέφτει σα δέντρο απ΄ το πελέκι...
βογκάει βαριά.
Μακριά του στάθηκε το δάσος,
πολύ μακριά.


Εκεί τριγύρω ούτε χορτάρι,
φωνή καμιά.
Στ΄ αγκάθια πέθανε, στον κάμπο,
στην ερημιά..


( Γραμμένο πριν πολύ καιρό, «παιδικό» τότε ή προφητικό σήμερα; )

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ (1868-1894)
Στο σταυραητό


Aπό μικρό κι απ' άφαντο πουλάκι σταυραητέ μου,
παίρνεις κορμί με τον καιρό, και δύναμη κι αγέρα,
κι απλώνεις πήχες τα φτερά και σπιθαμές τα νύχια,
και μες στα σύγνεφα πετάς, μες στα βουνά ανεμίζεις!
Φωλιάζεις μες στα κράκουρα, συχνομιλάς με τ' άστρα,
με τη βροντή ερωτεύεσαι κι απιδρομάς και παίζεις
με τ ΄γρια τ' αστροπέλεκα και βασιλιάν σε κράζουν
του κάμπου τα πετούμενα και του βουνού οι πετρίτες.

Έτσι εγεννήθηκε μικρός κι ο πόθος μου στα στήθη,
κι απ' άφαντο κι απ' άπλερο πουλάκι, σταυραητέ μου,
μεγάλωσε, πήρε φτερά, πήρε κορμί και νύχια,
και μου ματώνει την καρδιά, τα σωθικά μου σκίζει,
κ' έγινε τώρα ο πόθος μου αητός, στοιχιό και δράκος,
κ' εφώλιασε βαθιά - βαθιά μες στ' άσαρκο κορμί μου,
και τρώει κρυφά τα σπλάχνα μου, κρυφοβοσκάει τη νιότη.

Μπεζέρισα να περπατώ στου κάμπου τα λιοβόρια.
Θέλω τ΄αψήλου ν' ανεβώ, ν' αράξω θέλω, αητέ μου,
μες στην παλιά μου κατοικιά, στην πρώτη τη φωλιά μου,
θέλω ν' αράξω στα βουνά, θέλω να ζάω με σένα.
Θέλω τ' ανήμερο καπρί, τ' αρκούδι, το πλατόνι,
καθημερνή μου κι ακριβή να τάχω συντροφιά μου.
Κάθε βραδούλα, κάθε αυγή, θέλω το κρύο τ' αγέρι
νάρχεται από τη λαγκαδιά, σα μάνα, σαν αδέρφι,
να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και τ' ανοιχτά μου στήθη.

Θέλω η βρυσούλα, η ρεματιά -παλιές γλυκές μου αγάπες-
να μου προσφέρνουν γιατρικό τ' αθάνατα νερά τους.
Θέλω του λόγγου τα πουλιά με τον κελαηδισμό τους
να με κοιμίζουν το βραδί, να με ξυπνούν το τάχι.
Και θέλω νάχω στρώμα μου, νάχω και σκεπασμά μου
το καλοκαίρι τα κλαδιά και το χειμώ τα χιόνια.

Κλωνάρια απ' αγριοπρίναρα, φουρκάλες από ελάτια
θέλω να στρώνω στοιβανιές κι απάνω να πλαγιάζω,
ν' ακούω τον ήχο της βροχής και να γλυκοκοιμιέμαι.

Από ημερόδενδρον, αητέ, θέλω να τρώω βελάνια,
θέλω να τρώω τυρί αλαφιού και γάλα απ' άγριο γίδι.
Θέλω ν' ακούω τρυγύρω μου πεύκα κι οξιές να σκούζουν,
θέλω να περπατώ γκρεμούς, ραϊδιά, ψηλά στεφάνια,
θέλω κρεμάμενα νερά δεξιά - ζερβά να βλέπω.
Θέλω ν' ακούω τα νύχια σου να τα τροχάς στα βράχια,
ν' ακούω την άγρια σου κραυγή, τον ίσκιο σου να βλέπω.
-θέλω.., μα δεν έχω φτερά, δεν έχω κλαπατάρια,
και τυραννιέμαι, και πονώ, και σβιέμαι νύχτα - μέρα.

Παρακαλώ σε, σταυραητέ, για χαμηλώσου ολίγο,
και δόσμου τες φτερούγες σου, και πάρε με μαζί σου,
πάρε με απάνου στα βουνά, τι θα με φάει ο κάμπος!


ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ (1868-1894)
Tραγούδι της ξενιτιάς

Αναθεμά σε, ξενιτιά, με τα φαρμάκια πόχεις!..
Θα πάρω έναν ανήφορο να βγω σε κορφοβούνι,
να βρω κλαράκι φουντωτό και ριζιμιό λιθάρι,
να βρω και μια κρυόβρυση, να ξαπλωθώ στον ίσκιο,
να πιω νερό να δροσισθώ να πάρω λίγη ανάσα,
ν' αρχίσω να συλλογισθώ της ξενιτιάς τα πάθη,
να ειπώ τα μαύρα ντέρτια μου και τα παράπονά μου.

'Ανοιξε θλιβερή καρδιά και πικραμένο αχείλι,
βγάλε κάνα χαμόγελο και πες κάνα τραγούδι.

-Τραγούδια αν εχ' η μαύρη γη, κι ο τάφος χαμογέλια,
έχει και του παιδιού η καρδιά που περπατεί τα ξένα.
Τα ξένα έχουν καημούς πολλούς και καταφρόνια πλήθος!
Στα ξένα δεν ανθίζουνε την 'Ανοιξη τα δέντρα,
και δεν λαλούνε τα πουλιά, ζεστός δε λάμπει ο ήλιος,
δε φυλλουριάζουν τα βουνά, δεν πρασινίζει ο κάμπος,
και δε δροσίζει το νερό, και το ψωμί πικραίνει!

Στα ξένα, ποιος θα σε χαρεί και ποιος θα σε γελάσει;
Πούν' της μανούλας τα φιλιά, τα χάδια του πατέρα;
Πούναι τα γέλια τ' αδερφού κ' η συντροφιά του φίλου;
Πούν' της αγάπης οι ματιές και τα γλυκά τα λόγια;

Αν αρρωστήσεις, ποιος θαρθεί στην ξενιτιά σιμά σου,
να σε ρωτά τον πόνο σου, τα γιατρικά να δίνει;
στο έρμο σου προσκέφαλο να ξενυχτάει μαζί σου;
Κι αν έρθει μερ' αγλύκαντη στα ξένα να πεθάνεις,
ποιος θα βρεθεί στο πλάι σου τα μάτια να σου κλείσει;
Ποιος θα σου λούσει το κορμί, ποιος θα σε σαβανώσει;
Στο λειψανό σου ποιος θαρθεί λουλουδια να σε ράνει;
Και ποιος με πόνο θα ριχτεί στο νεκροκρεββατό σου
για να σε κλάψει; Ποιος θα ειπεί για σένα μοιρολόγι;
Αχ! πως τους θάφτουν, νάξερες, και πως τους παν τους ξένους!..
Χωρίς λιβάνι και κηρί, χωρίς παπά και ψάλτη!

Ανάθεμά σε, ξενιτιά, με τα φαρμάκια πόχεις!..

Πού να τον πω τον πόνο μου, πού να τον απορίξω;
Να τον ειπώ στα τρίστρατα, τον παίρνουν οι διαβάτες,
να τον αφήσω στα κλαριά, τον παίρνουν τ' αγριοπούλια!..
Κι αν κλάψω, τα φαρμακερά τα δάκρια πού να πέσουν;
Αν πέσουνε στη μαύρη γη, χορτάρι δεν φυτρώνει,
αν πέσουνε στον ποταμό, ο ποταμός θα στύψει,
αν πέσουνε στη θάλασσα, πνίγουνται τα καράβια,
κι αν τα βαστάξω στην καρδιά, με καίν' με φαρμακώνουν!

Ανάθεμά σε ξενιτια, με τα φαρμάκια πόχεις!..

Τα κουκούλια - Αντώνης Αντωνάκος.

Τα κουκούλια - Του Αντώνη Αντωνάκου.

Ανέβαινα στο φυλάκιο 178 στο ύψωμα Προφήτη Ηλία πάνω απ' το Σουφλί. Ήταν μεσημέρι, κατακαλόκαιρο. Με είχαν στείλει κακήν κακώς στο χωριό για κούρεμα. Το απόγευμα είχαμε επιθεώρηση από τον διευθυντή του θρησκευτικού επιτελείου και κάποιος καραβανάς του πυροβολικού διαπίστωσε πως ήμουν ακούρευτος. Ο σβέρκος μου ήταν ιδρωμένος. Τρίχες είχαν κολλήσει σε όλο μου το κορμί. Δεν ήξερα τι μου έφταιγε. Άρχισα να ξύνομαι με μανία. Ο ανηφορικός δρόμος ήταν ένα μαρτύριο. Μεταφορικό μέσο δεν υπήρχε κι έτσι ανέβαινα με τα πόδια ασθμαίνοντας.
Στα τελευταία σπίτια υπήρχε ένα χαμηλό σπίτι. Τον πρώτο καιρό που είχα ανέβει με μετάθεση και ήμουν εξοδούχος είδα στο παράθυρο μια γριά. Στεκόταν η μισή πίσω απ' το παντζούρι. Στο πρόσωπό της διαγράφονταν λουρίδες απ' τις γρίλιες. Η γριά πρόσεξε τα τσιγάρα που κρατούσα και καθώς πλησίαζα, άπλωσε το χέρι. Με φωνή ξεψυχισμένη μου είπε: «Δώσε μου ένα τσιγάρο, έχω μέρες να καπνίσω».
Απέναντι υπήρχε ένα μικρό καφενείο. Ήμουν σίγουρος ότι μας παρακολουθούσαν. Με κοιτούσαν με μισό μάτι, έτσι καθώς είχα σταθεί κάτω απ' το παράθυρο κοιτάζοντας αποσβολωμένος τα κοκαλιάρικα χέρια της γριάς. Δεν ξέρω ακόμα τι φοβήθηκα, αλλά δεν της έδωσα τσιγάρο. Της χαμογέλασα μάλλον αμήχανα και συγκαταβατικά, όπως χαμογελάνε στα επισκεπτήρια στους αρρώστους. Από τότε, όταν περνούσα μπροστά από κείνο το σπίτι, έβλεπα πίσω απ' τις γρίλιες τις κόρες των ματιών της να γυαλίζουν και τα χείλη της να τρεμοπαίζουν. Ήμουν σίγουρος πως μ' έβριζε. Περνούσα πάντα απ' αυτό το σπίτι αρκετά φοβισμένος, γεμάτος ενοχές για τη συμπεριφορά μου.
Τη μέρα της επιθεώρησης όμως δε σκεφτόμουν τίποτε απ' όλα αυτά. Ανέβαινα βαριανασαίνοντας, περισσότερο πικραμένος για τα καψώνια που μας κάνανε, βλέποντάς τα όλα τόσα μάταια και θλιβερά. Ξεχάστηκα κι έκατσα στο πεζούλι κάτω απ' το παράθυρο της γριάς. Είχα λαχανιάσει τόσο που με πονούσαν τα πνευμόνια μου. Προσπαθούσα να φανταστώ κάτι ευχάριστο, μα οι κακές σκέψεις έρχονταν με περισσότερο ζήλο. Τα πόδια μου πονούσαν και το στόμα μου είχε στεγνώσει. Ούτε σάλιο δεν είχα για να βλαστημήσω την τύχη μου. Κάποια στιγμή βλέπω τη γριά να βγαίνει από την πίσω πόρτα του σπιτιού. Μέσα φαινόταν το κουζινάκι. Στα χέρια της κρατούσε ένα ποτήρι με νερό. Πλησίασε και μου το πρόσφερε δίχως να πει κουβέντα. Όση ώρα έπινα το νερό κοιτούσα χαμηλά. Δεν ήθελα να την κοιτάξω στα μάτια. Αυτή από πάνω μου κρατώντας τη μέση της, κοιτάζοντας με κάθε λεπτομέρεια τις κινήσεις μου. Καθώς τελείωσα το νερό, κάτι ψιθύρισε κάνοντάς μου νόημα να την ακολουθήσω στο εσωτερικό του σπιτιού. Δίστασα αλλά από ντροπή και μόνο τη συνόδευσα μες στο σπίτι. Θα ήταν ασυγχώρητο να κάνω την ίδια γκάφα για δεύτερη φορά. Στο κάτω κάτω μπορεί να χρειάζεται κάτι, σκέφτηκα. Γριά γυναίκα είναι. Ίσως θέλει να τη βοηθήσω να σηκώσει κάτι βαρύ. Ίσως να τις κάνω τίποτε ψώνια.
Προχωρήσαμε αρκετά αργά προς το εσωτερικό του σπιτιού. Διασχίσαμε την κουζίνα με το αναμμένο πετρογκάζ. Σ' έναν τοίχο απέναντι υπήρχε φωτογραφία της Βουγιουκλάκη, μικρό κοριτσάκι διαφήμιζε τις πορτοκαλάδες ΕΨΑ. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ένα βαζάκι ρίγανη. Το ανθοδοχείο ήταν γεμάτο μουχλιασμένο νερό μ' ένα μπλε λουλούδι στην επιφάνεια. Το σπίτι είχε μια περίεργη βαριά αποφορά. Γύρισε προς το μέρος μου και μου είπε: «θέλω να σου δείξω τα κουκούλια μου, γι' αυτό σ' έφερα μέχρι εδώ». Μιλούσε αργά, με μεγάλη δυσκολία. Ο λαιμός της ακουγόταν γδαρμένος.
Σ' ένα δωμάτιο του σπιτιού υπήρχαν μαζεμένα κλαδιά λυγαριάς. Το πάτωμα ήταν γεμάτο αυτοσχέδιες ψάθες από κομμένα καλάμια. Οι ψάθες ήταν καλυμμένες με φύλλα μουριάς. Άρχισε να μου λέει τότε πώς βγαίνουν οι κάμπιες απ' τα αυγά, με τι λαιμαργία τρώνε τα φύλλα της μουριάς, πώς ακούγονται τα βράδια να μασουλάνε. Έπειτα μου είπε πώς σκαρφαλώνουν πάνω στα κλαδάκια κι εκεί υφαίνουν το κουκούλι γύρω τους. Κλείνονται εκεί μέσα, ώσπου να μεταμορφωθούν από κάμπια σε χρυσαλλίδα κι από χρυσαλλίδα σε έντομο. Μετά από είκοσι μέρες ανοίγει το κουκούλι και βγαίνει η πεταλούδα. Είναι βαριά και δεν μπορεί να πετάξει. Ζει μερικές μέρες μονάχα. Γεννάει τα αυγά της και πεθαίνει.
Περιέγραψε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια. Βρήκε έπειτα ένα κομμένο τσιγάρο, το άναψε κι άρχισε να καπνίζει. Έπιασε κουβέντα με τα φρέσκα κουκούλια. Γύρισε τότε προς το μέρος μου και μου είπε: «έχω παλιαρρώστια στο φάρυγγα, αλλά τι τα θες, έτσι και οι δικές μας ψυχές γίνονται πεταλούδες και θέλουν να πετάξουν, μα είναι τόσο φορτωμένες, τόσο τυραννισμένες που βαραίνουν απότομα και γκρεμίζονται». Έσκισε ένα χαρτί από εφημερίδα και μου τύλιξε μερικά άδεια κουκούλια. «Να τα πάρεις σπίτι σου για ενθύμιο», μου είπε.
Βγήκα απ' το δωμάτιο κρατώντας στα χέρια μου τα τυλιγμένα κουκούλια. Έβγαλα απ' την τσέπη το πακέτο με τα τσιγάρα και το απίθωσα στο μάρμαρο της κουζίνας. Δεν το πρόσεξε. Όταν απομακρύνθηκα αρκετά, γύρισα πίσω και την είδα στο παράθυρο να φουμάρει.
Έφτασα στο φυλάκιο χωρίς να το καταλάβω. Η ώρα είχε περάσει. Τα ...καντήλια και οι βρισιές έδιναν κι έπαιρναν. Έτρεξα να βάλω τη φόρμα παραλλαγής, αφού πρώτα τοποθέτησα τα κουκούλια μέσα στον πολιτικό μου σάκο.
Ήμασταν όλοι τόσο ιδρωμένοι που νόμιζες ότι βρωμάει ολόκληρη η περιοχή. Μας έστησαν για αρκετή ώρα μες στον ήλιο, κάνοντας οπλασκήσεις μέχρι την άφιξη του στρατηγού. Καθώς χτυπούσα την κάννη του όπλου στον ώμο μου, πονούσα φρικτά.
Ο στρατηγός ανέβαινε στο φυλάκιο εν πομπή συνοδευόμενος από δύο στρατιωτικά τζιπ.
Μόλις κατέβηκε διαπίστωσα με έκπληξη ότι φορούσε ράσα. Μου ήρθε περίεργο, στρατηγός με ράσα. Πλησίασε προς το μέρος μας. Ο αξιωματικός που έδινε τα παραγγέλματα μας έκανε νόημα να του φιλήσουμε το χέρι. Σκύψαμε και του φιλήσαμε το χέρι. Είχα να κάνω κάτι τέτοιο απ' το Δημοτικό, όταν μας στριμώχνανε κάθε Παρασκευή πρωί στην εκκλησία. Ο στρατηγός μας χαιρέτησε εγκάρδια. Μας ρώτησε αν είμαστε ευχαριστημένοι, τον τόπο καταγωγής κι άλλα τέτοια. Φυσικά, όλοι βρεθήκαμε ευχαριστημένοι.
Κάποια στιγμή έστρεψε το βλέμμα του απέναντι στα βάθη της Τουρκίας. Βαριαναστέναξε και γυρίζοντας συγκινημένος προς το μέρος μας, είπε «έχουμε κι ένα καμπαναριό απέναντι μην το ξεχνάτε».
Τα χρώματα στα βάθη της Τουρκίας ήταν πορφυρά. Ο ήλιος άρχισε να δύει. Τα πρώτα χωριά απέναντι άναβαν τα φωτάκια τους. Εγώ σκεφτόμουν τη γριά πάνω απ' τα κουκούλια της να καπνίζει και να τους μιλά. Στην πίσω ακριβώς σειρά ακούστηκε ένας εθελοντής απ' την Κατερίνη να ψιθυρίζει «να πας στο διάολο τραγόπαπα και συ και το καμπαναριό σου».


ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ
Γεννήθηκε το 1972 στο Αγρίνιο. Σπούδασε μαθηματικά και διδακτική. Παρουσιάστηκε στα Γράμματα με την ποιητική συλλογή «Το φθινόπωρο του στρατιώτη» (εξώφυλλο της Εύας Μελά). Έκτοτε έχει δημοσιεύσει ποιήματά του και πεζά στα λογοτεχνικά περιοδικά «η λέξη», «πανδώρα», «Ιβικος» κ.ά.

Τάκης Αδάμος - ΤΑ ΤΗΛΕΓΡΑΦΟΞΥΛΑ

ΤΑ ΤΗΛΕΓΡΑΦΟΞΥΛΑ
(Τάκης Αδάμος)


Η φάλαγγα προχωρούσε αγκομαχώντας στην ανηφοριά. Μπροστά, το βαρύ τανκς θρυμμάτιζε με τις ερπύστριες τα σκόρπια λιθαράκια του δρόμου κι ανάσκαβε δω και κει τον τόπο, σημαδεύοντας το διάβα του. Καθώς έγερνε δεξιά-ζερβά γυάλιζαν στον ήλιο πότε τα πλευρά και πότε το καπάκι του με τους σταυρούς. Ξοπίσω του, κρατώντας πάντα την κανονική απόσταση, ακολούθαγαν τα δυο μεγάλα φορτηγά με το στρατό, που ξεσήκωναν τρομερό θόρυβο και σύγνεφα από σκόνη.
Ξαπλωμένος αναπαυτικά στο πίσω κάθισμα μιας λαδόχρωμης «μερσεντές», ο κύριος Παπαχαρίσης, αφήνει λεύτερα το μάτι του να χαίρεται τη φθινοπωριάτικη ομορφιά του τοπίου.
Η μέρα είναι γλυκιά και μια θαλπωρή ανοιξιάτικη ξεχύνεται παντού.
Άλλες χρονιές ο Νοέμβρης έμπαινε φορτωμένος αγέρηδες και χιονόβροχα. Μα τούτη τη χρονιά η καλοκαιριά τράβαγε σε μάκρος ασυνήθιστο. Ο ήλιος περέχυνε τον τόπο με τη θερμή του ανασεμιά και πολλά αγριολούλουδα θάμνοι, ξεγελασμένοι από την καλωσύνη του πέταξαν φύλλα χρωματιστά κι ανοιξιάτικες πρασινάδες. Μονάχα οι γέρικες βελανιδιές δε λέγανε ν’ αφήσουνε τη φρονιμάδα τους. Ολόγυμνες και ξερές, στέκονταν δεξιά-ζερβά του δρόμου σαν άνθρωποι που ’χαν μπουχτίσει τη ζωή και τώρα αδιάφοροι φιλοσοφούν για τη… «ματαιότητα των εγκοσμίων».
Κι ο κύριος Παπαχαρίσης θα μπορούσε τώρα να ’ναι σαν τις γέρικες βελανιδιές. Χορτάτος από ζωή, μ’ αναπαυμένη τη συνείδηση πώς ξεπλήρωσε το χρέος του σαν άνθρωπος, να διάβαινε τις μέρες του ειρηνικά…
― Άτιμοι καιροί! Αναστέναξε βαθιά και τσαλάκωσε νευρικά με τα δάχτυλα το μαλακό κάθισμα της λιμουζίνας. Ανασηκώθηκε αλαφρά, ξέσφιξε τη ζώνη της γκρι-μπεζ καμπαρτίνας του και φοβέριξε με τη γροθιά κάποιον αόρατο εχτρό:
― Σπορά του σατανά!...
Στο νου του ξανάρθε η χθεσινή κουβέντα με το Δεσπότη.
― «Η πατρίς, κύριε Ταγματάρχα, έχει την ανάγκη σας!»
Είχε δώσει στη φωνή του τόνο επίσημο και τον προσφώνησε «κύριε ταγματάρχα». Κι όχι «Παπαχαρίση» όπως τόσα χρόνια τώρα. Του ’ρθε να μπήξει τις φωνές.
― Η πατρίς;… χμ! βέβαια… Τόνε θυμότανε όλοι τους κάθε φορά που ’χαν την ανάγκη του. Τον πετάξανε τότε από το στρατό «επειδή και ξεσηκώθηκε κείνος ο θόρυβος γύρω από τ’ όνομά του» ― του δώσανε το βαθμό και τη σύνταξη του ταγματάρχη, έτσι για να του φράξουνε το στόμα και τον αποξέχασαν ύστερα στα κατσάβραχα του χωριού του, τριανταπέντε χρονών άντρακλα να σκεβρώνει από την αχρηστία. Θαρρείς και δεν υπήρχανε τόσες και τόσες δουλειές που του ταιριάζανε…
Κι όμως είχε κι αυτός τα όνειρά του. Κάποτε ξεκίνησε να καταχτήσει τη ζωή. Κι όποτε χρειάστηκε έπεσε με τα μούτρα στη φωτιά. Κέρδισε με μόχτο και με αίμα τα γαλόνια του. Δεν μπορεί ο πασαένας από «δεκανέας εθελοντής» να φτάσει στο βαθμό του λοχαγού!... Στα στερνά όμως― όταν τους χρειάστηκε κι αυτός― όλοι τόνε παράτησαν. Και πρώτος και καλύτερος τούτος δω ο τράγος, ο Δεσπότης. Του ’ρθε να του τα φωνάξει όλα κατάμουτρα και να σηκωθεί να φύγει από το γραφείο του. Μα δεν έκανε τίποτα από αυτά. Είπε μόνο απλά:
― Θα κάνω το καθήκον μου, Σεβασμιότατε!...
Στα πονηρά μάτια του Δεσπότη άστραψε μια σπίθα. Έμπλεξε τα χοντρά, σαν μαστορίτικα, δάχτυλά του στη γκριζόλευκη γενειάδα του κι άρχισε να μιλάει για το σχέδιό του…
Αυτό που χρειαζότανε τώρα, κατά τη γνώμη του Σεβασμιότατου, ήταν η οργάνωση. Μια οργάνωση όμως γερή, σφιχτοδεμένη και μυστική, μέσα στην ίδια την καρδιά των «κόκκινων σατανάδων». Ν’ απλώνει τα πλοκάμια της αργά, με σιγουριά και να χτυπήσει τότε που θα χρειαστεί.
Ο Σεβασμιότατος έχει μια διαβολεμένη πειστικότητα που παραλύει κάθε αντίρρηση. Ο Παπαχαρίσης τον κοιτάζει σαν υπνωτισμένος. Και μόνο εκεί στο τέλος της κουβέντας τους προβάλλει δειλά-δειλά κάποιο δισταγμό.
― Και πώς φτάνουμε ίσαμε κει, Σεβασμιότατε;
Ο Δεσπότης χαμογελάει ειρωνικά.
― Μπα! Φοβάται κι ο Παπαχαρίσης τώρα;
Δαγκώθηκε. Ο βρωμοκαλόγερος τόνε πάτησε κει που πόναγε πιο πολύ, στο φιλότιμο.
― Τι λόγος, Άγιε Δεσπότα! Μα, να… ο δρόμος δεν είναι κοντινός. Εβδομήντα τόσα χιλιόμετρα― και όλα μπορούνε να συμβούν. Κι όχι για μέναν προσωπικά― αυτό ούτε που το σκέφτομαι― αλλά για την αποστολή…
Μα ο Δεσπότης δεν απαντά. Γυρίζει δίπλα του και ανοίγει το μεγάλο χρηματοκιβώτιο. Τραβάει ένα σακουλάκι από φίνο μεταξωτό κι αρχίζει να χωρίζει αργά-αργά τρακόσιες χρυσές εγγλέζικες.
― Για τα πρώτα σου έξοδα, λέει χαμηλόφωνα και σπρώχνει μαλακά τις λίρες προς το μέρος του. Ούτε απόδειξη του γύρεψε, ούτε άλλο τίποτε. Σήκωσε μόνο το τηλέφωνο και πρόσταξε να τον συνδέσουν με τον Ανώτατο Διοικητή, την Αυτού Εξοχότητα, τον αντιστράτηγο Φον Λανς…
…Ο κύριος Παπαχαρίσης χώνει νευρικά το χέρι του στη μυστική τσέπη της φανέλας του και χαϊδεύει το κομπόδεμα με τις λίρες και τα συστατικά γράμματα του Δεσπότη. Ένα χαμόγελο ευτυχίας φωτίζει το πρόσωπό του. Γιατί όχι; Η ζωή είναι ακόμα μπροστά κι ο τροχός γυρίζει…
― Αλήθεια, πως τη βάφτισε την οργάνωση ο Σεβασμιότατος; «Σφίγγα»… Ο Παπαχαρίσης χαμογελάει. Χμ! περισσότερο μοιάζει του Σατανά και λιγότερο του θεού ο Δεσπότης!...
Η φάλαγγα έφτασε πια στην κορυφή. Άφησε δεξιά το στενόμακρο δασωμένο αντέρισμα και κύλισε στο μικρό καρπερό κάμπο.
― Το Καλπάκι! Λέει ψιθυριστά κι ένα ρίγος τον αγκαλιάζει σύγκορμα. Κοιτάζει τους ήμερους χωματολόφους, τις αμπελοφυτεμένες πλαγιές, το ποτάμι που κυλάει αργά σαν το χορτάτο φίδι. Οι αναμνήσεις χυμούνε μέσα του φρέσκιες κι ολοζώντανες σαν να ’ναι χτεσινές.
Πόσα χρόνια!... Και τι χρόνια!...
Ήτανε τότες υπολοχαγός. Κι από τους πεντακόσιους τόσους αξιωματικούς της Μεραρχίας του αυτόν διαλέξανε για την «τιμητική αποστολή». Θυμάται που τόνε κάλεσε ο ίδιος ο Μέραρχος στο γραφείο του.
― «Υπολοχαγέ Παπαχαρίση! Η πατρίς σάς εμπιστεύεται την Διοίκησιν του Πειθαρχικού Ουλαμού Καλπακίου!... Η αποστολή είναι εμπιστευτική και τιμητική», είπε ο Μέραρχος χαϊδεύοντας το στριμμένο μουστάκι του. Κι ύστερα είχε προσθέσει εμφαντικά: «Ή κάντε τους ανθρώπους, ή…»
Στάθηκε σε άψογη προσοχή κι έσφιξε με σεβασμό το χέρι που του ’δωσε ο Μέραρχος. Θα ‘κανε το καθήκον του όσο δεν έπαιρνε άλλο. Τέτοιες ευκαιρίες μια φορά έρχονται στη ζωή. Κάπου εκεί στα κατάβαθα της ψυχής του θαμπόφεγγε ο μεγάλος στόχος της ζωής του: οι χρυσές επωμίδες του ανώτερου αξιωματικού. Αυτές που θα του άνοιγαν ύστερα όλες τις πόρτες της κοινωνίας. Άλλωστε τούτη η δουλειά ήτανε στο αίμα του. Από μικρός λαχταρούσε ν’ αποχτήσει εξουσία πάνω στους ανθρώπους, να δείχνει τη δύναμή του στην κάθε περίσταση. Δεν είναι μικρή η ευτυχία να βλέπεις τους ανθρώπους να χαμηλώνουνε τα μάτια τους και να χαμογελούνε ταπεινά μόλις σ’ αντικρύζουνε!... Κι όσο τούτο τον ανέβαζε στους εφτά ουρανούς, άλλο τόσο τόνε φρένιαζαν τα μάτια που θωρούσαν θαρρετά, κατάφατσα…
«…Πειθαρχικός Ουλαμός Καλπακίου… Ημερήσια Διαταγή της 1ης Μαΐου 1930… Τον στρατιώτην Μαύρον Ανδρέαν του Νικολάου, τιμωρούμεν με πενθήμερον φυλάκισιν εν τω ‘Αναρρωτηρίω’ του Ουλαμού».
Χαμογέλασε. Αυτό το «Αναρρωτήριον» ήτανε δική του έμπνευση. Μια από τις πετυχημένες μέθοδές του… Έσκυψε από το παραθυράκι της «μερσεντές» και κοίταξε. Α, να! Εδώ ακριβώς. Κάτω από τούτο το γεφυράκι είχε τοποθετήσει τότε ένα κρεβάτι. Τα κρύα νερά της ρεματιάς, καθώς κυλούσαν πηδηχτά, μούσκευαν ολάκερο το αχερόστρωμα. Κι απάνω κει έπρεπε να μένει ξαπλωμένος μερόνυχτα, χειμώνα-καλοκαίρι, ο τιμωρημένος.
«…Τον στρατιώτην Μαύρον Ανδρέαν του Νικολάου, τιμωρούμεν με πενθήμερον φυλάκισιν εν τω Αναρρωτήριω του Ουλαμού…» ξανάρθανε στο νου του τα λόγια της «Ημερήσιας Διαταγής»…
Μαύρος Ανδρέας!... ένας κοντόχοντρος σκληροκέφαλος σιδεράς από τη Σαλονίκη. Μια κομμούνα ―παναθεμάτονε― από τις λίγες. Ο δαίμονας του Ουλαμού!... Κάποτε ― φαντάσου θράσος― τόλμησε να κάνει και στον ίδιο προπαγάνδα:
― Κρίμα, κύριε Υπολοχαγέ! Κρίμα να ’στε τόσο σκληρός. Κι εσείς παιδί του λαού είστε!...
― Τ’ είπες μωρέ;
― Άδικα παιδεύεστε κύριε Υπολοχαγέ! Η ζωή τραβάει το δρόμο της και κανείς δεν μπορεί να τη στρίψει προς τα πίσω… Θα ‘ρθει η ώρα που θα ντρέπεστε για όλα τούτα που μας κάνετε εδώ…
Έγινε θηρίο. Διάταξε τους δύο «νταήδες» της φρουράς και τον σακάτεψαν στο ξύλο. Κι ύστερα, κατευθείαν στο «Αναρρωτήριον». Πήγαινε και τον έβλεπε καθημερινά. Και πάντα εκείνα τα μαύρα μάτια του τόνε κοίταζαν θαρρετά, κατάφατσα. Και πάντα του έλεγε με τη βαθιά ήρεμη φωνή του:
― Άσχημο δρόμο πήρατε στη ζωή κύριε υπολοχαγέ. Και θα ’ρθει η ώρα που θα ντρέπεστε γι’ αυτό. Θα ’ρθει. Να μου το θυμάστε!...
Του τα ’λεγε με τέτοια πίστη και σιγουριά που τον φρένιαζε. Μια μέρα δεν κρατήθηκε. Τον άρπαξε από το γιακά και τον ανέβασε στη γέφυρα.
― Τα βλέπεις, ρε συ, τούτα τα τηλεγραφόξυλα; Τα βλέπεις; Ε. Άμα βγάλουνε λουλούδια και κλαριά, τότε θα γίνει κομμούνα στην Ελλάδα!...
Από κείνη την ημέρα τους έπαιρνε όλους πρωί, μεσημέρι, βράδυ και τους έβαζε να ποτίζουν τα τηλεγραφόξυλα. Κι αυτός καθόταν από πάνω από τα κεφάλια τους και τους φώναζε γελώντας κοροϊδευτικά:
― Αν ανθίσουνε, ρε σεις, τούτα τα τηλεγραφόξυλα, θα γίνει τότε κομμούνα και στην Ελλάδα!...
Η αλήθεια είναι πως το ‘χε παρακάνει στο Καλπάκι. Θυμήθηκε το «Ημερήσιον Πρόγραμμα Σωματικής Αγωγής» που ’χε σκαρώσει για τους κομμουνιστές φαντάρους του Καλπακιού. Δεκαπέντε ώρες την ημέρα να σκάβουνε, να κουβαλάνε και να σπάζουν λιθάρι. Το χειμώνα τους έβγαζε μόνο με το σώβρακο να κόβουνε και να μεταφέρουν ξύλα. Τότες έφτιαξε και του Σεβασμιότατου τον αυτοκινητόδρομο για το αγρόκτημα του γειτονικού μοναστηριού κι από τότε χρονολογούνταν και η «φιλία» τους.
Είχε συρματοπλέξει κι ένα τετράγωνο κατακαμπίς και τους μάντρωνε μέσα για «ανάπαυση» με τις βροχές και τα λιοπύρια. Δουλειά και νηστικομάρα αδιάκοπη, που να τους φέρει το κεφάλι σβούρα! Κι όταν κάποτε θελήσανε ν’ αντισταθούν, έριξε στο ψαχνό. Μα κει στο στρατοδικείο που έστειλε καμιά δεκαριά για «στάση», τα μούσκεψαν οι «μάρτυρες κατηγορίας» ― εκείνοι οι δυο χασικλήδες της φρουράς― και βγήκανε κάμποσα στη φόρα. Βούηξε τότες ο κόσμος για δαύτονε και για τον «Ουλαμό» του και τον παραμέρισαν στα γρήγορα. Αυτός όμως είχε κάνει τον καθήκον του!...
Γύρισε και κοίταξε τα τηλεγραφόξυλα. Καθώς τ’ αυτοκίνητο τα προσπερνούσε με ταχύτητα τα ‘βλεπε να στέκουνται κατάξερα και γυμνά σαν ακατάλυτα ορόσημα της πίστης του, σαν αδιάψευστοι μάρτυρες της προφητείας που ‘χει κάνει δέκα-δώδεκα χρόνια νωρίτερα:
― «Αν ανθίσουνε, ρε σεις, τούτα τα τηλεγραφόξυλα…»
Αλήθεια, μπορούσανε τάχα ν’ ανθίσουν ποτέ τα τηλεγραφόξυλα; Χαμογέλασε κι απλώθηκε πιο βολικά στη θέση του.
Η φάλαγγα έστριψε τώρα δεξιά, αφήνοντας πίσω το Καλπάκι με το μικρό καρπερό κάμπο του. Στην πρώτη πλατωσιά το ένα καμιόνι έκοψε ταχύτητα και παραμέρισε να περάσει η «μερσεντές». Ήτανε φανερό πως από δω και μπρος ο δρόμος γινόταν επικίνδυνος και παίρνανε τα μέτρα τους. Η διαταγή του στρατηγού Φον Λανς, που την έδωσε μπροστά του ήταν κατηγορηματική:
― «Ο χερ Παπαχαρίσης πρέπει να φτάσει οπωσδήποτε γερός στον προορισμό του!».
Η «μερσεντές» έτρεχε τώρα ανάμεσα στα δυο καμιόνια με το στρατό, ενώ το τανκς «άνοιγε δρόμο» κάμποσα μέτρα πιο μπροστά.
Ο Παπαχαρίσης κοίταζε τους χιτλερικούς φαντάρους που στέκονταν ατσαλάκωτοι σαν αγάλματα απάνω στα καμιόνια. Σοβαροί, με μια μάσκα δίχως έκφραση στο πρόσωπο, με τα βαθυπράσινα κράνη στο κεφάλι τους, έσφιγγαν στην αγκαλιά τ’ αυτόματα, έτοιμοι στο κάθε δευτερόλεπτο να τιναχτούν σαν ελατήρια και να τσακίσουν τον αντίπαλο.
― Στρατός μια φορά! Ψιθύρισε με θαυμασμό, ανάμεσα στα δόντια του. Σαν έχεις τέτοια στρατό, στην άκρη του κόσμου πας.
Καθώς τον νανούριζε το τραμπάλισμα τ’ αυτοκίνητου απάνω στο μισοχαλασμένο δρόμο, ένιωσε ένα νάρκωμα και μισόκλεισε τα μάτια του. Άκουγε τα καμιόνια να μαρσάρουν ρυθμικά, ξεχώριζε πότε-πότε τις ερπύστριες του τανκς να τριζοβολάνε απάνω στα χαλίκια και τόνε πήρε αλαφρά, αφήνοντας ένα χαμόγελο ξεγνοιασιάς να πλανιέται απάνω στο ψαλιδισμένο μουστάκι του.
Ξαφνικά μια έκρηξη τρομαχτική τον έκανε να τιναχτεί αλαφιασμένος. Η «μερσεντές» φρενάρισε απότομα κι ο χιτλερικός σωφέρ ρίχτηκε έξω σαν βολίδα φωνάζοντας ξέφρενος:
― Μπαντίτ! Καπούτ! Άλες καπούτ!...
Μπροστά το μεγάλο τανκς με σπασμένη την ερπύστρια, στριφογύριζε βουρλισμένο στον τόπο του. Καπνοί και φλόγες το ’χαν τυλίξει από παντού. Τα δυο καμιόνια― μπρος και πίσω του― παρατημένα μεσοστρατίς, γαζώνονταν αλύπητα από τις σφαίρες που έρχονταν βροχή από τα τριγυρινά υψώματα.
Όλα γίνανε τόσο ανεπάντεχα, που μόλις βρήκε τον καιρό να τρυπώσει κάτω από τη «μερσεντές» και να βγάλει το πιστόλι του. Είχε χάσει το καπέλο του, η καμπαρντίνα σκίστηκε και στο πρόσωπό του έτρεχε λίγο αίμα από μια σφαίρα που τόνε πήρε ξυστά στο μάγουλο. Το μυαλό του όμως δούλευε ψύχραιμα και προσπαθούσε να εκτιμήσει την κατάσταση.
Δίπλα στα καμιόνια κείτονταν τρεις χιτλερικοί νεκροί. Πιο κει, κάποιος άλλος, τραυματισμένος φαίνεται βαριά, βογγούσε και κάτι φώναζε στη γλώσσα του. Οι υπόλοιποι είχαν εξαφανιστεί.
― Στρατός μωρέ!... φτου, να χαθείτε μασκαράδες. Κρίμα στο τουπέ και το νταηλίκι σας. Μια χούφτα κατσαπλιάδες και τα κάνατε απάνω σας!...
Από τα γύρω υψώματα άρχισαν να κινούνται τώρα οι «άλλοι». Αραιωμένοι κανονικά, βάδιζαν με προφύλαξη και «χτένιζαν» τον τόπο. Στο πρώτο χαντάκι ξετρύπωσαν κάμποσους χιτλερικούς. Ένας από δαύτους άρχισε κάτι να λέει με μισοσπασμένα ελληνικά και κάθε τόσο φώναζε με μια φωνή φάλτσα και σουβλερή, παραμορφωμένη από το φόβο:
― Γκουτ παρτιζάν! Χίτλερ καπούτ! Άλες καπούτ!
Οι «άλλοι» τον έκαναν χάζι, χαμογελώντας με συγκατάβαση.
Ο Παπαχαρίσης άρχισε να σέρνεται σιγά, ελπίζοντας να φτάσει απαρατήρητος στην αντικρινή μεριά του δρόμου και ναι λουφάξει στα χαμόκλαδα. Ήταν η μόνη πιθανότητα να ξέφευγε. Μα δεν πρόλαβε να καλοβγεί και του ’ρθε μια γερή κλωτσιά στο μεσονέφρι του. Απάνω απ’ το κεφάλι του βούηξε άγρια μια φωνή:
― Ψηλά τα χέρια ρε!...
Πέταξε το «παραμπέλ» κι ανασηκώθηκε.
― Μη ρίχνεις. Παραδίνουμαι…
― Έλληνας είσαι μωρέ κερατά;…
Κοίταξε τον αντίπαλο. Ένα δεκαοχτάχρονο αμούστακο, με όψη αγριεμένη, ξάμωνε με το αυτόματο έτοιμο να ρίξει στο ψαχνό. Τα μάτια του δείχνανε τόσο μίσος και οργή, που άθελά του ανατρίχιασε.
― Έλληνας είσαι βρε κερατά; δευτέρωσε ο μικρός.
Ο Παπαχαρίσης τον ξανακοίταξε από τα πόδια ως την κορφή και σταμάτησε το μάτι του στο στραβοφορεμένο δίκωχο του αντάρτη: ― «ΕΛΑΣ», διάβασε τα τέσσερα κεντημένα γράμματα απάνω στο μακρουλό εθνόσημο. «ΕΛΑΣ» ― ξανάπε μέσα του. Θεομπαίχτες! Και την Ελλάδα, μωρέ, μ’ ένα «λάμδα» τήνε κάνατε!... και ξαφνικά ρίχτηκε απάνω στο μικρό:
― Έλληνας είμαι, τη μάνα σου! Έλληνας είμ’ εγώ! Μα Έλληνας με δύο «λάμδα»!...
Πέσαν απάνω του καμιά δεκαριά και τόνε πήραν σβαρνιστά ως το αντικρινό ανάχωμα. Εκεί του βρήκανε τις λίρες και τα χαρτιά. Τον έβαλαν ύστερα ανάμεσα στους χιτλερικούς αιχμαλώτους και ξεκινήσαν.
Στο χωριό φτάσαν την άλλη μέρα τ’ απομεσήμερο. Όλη τη νύχτα βάδιζαν μέσα από χαράδρες και μέρη απάτητα κι ο Παπαχαρίσης απορούσε με την τάξη που είχαν στην πορεία τους. Περάσανε δυο φορές και το δημόσιο δρόμο κοντά στα φυλάκια του εχτρού και τα μέτρα που πήρανε δείχνανε τμήμα εκπαιδευμένο στην εντέλεια.
Ο Παπαχαρίσης ζούσε σε μια κατάσταση εφιαλτική. Φορές-φορές θαρρούσε πως βρισκότανε με το τμήμα του σε νυχτερινή άσκηση και ανέβαιναν στα χείλη του διάφορα παραγγέλματα. Ύστερα συνέρχονταν. Κοίταζε τα δεμένα χέρια του, έβλεπε δεξιά-ζερβά του τους χιτλερικους, παρακολουθούσε τους αντάρτες που περπάταγαν σοβαροί και αμίλητοι και τον περέχυνε κρύος ιδρώς. Η θέση του και η τύχη του δεν προμηνούσαν τίποτε το καλό. Σε τέτοιες στιγμές σκέφτηκε να το σκάσει. Μια-δυο φορές δοκίμασε να μιλήσει στους διπλανούς του χιτλερικούς, μα εκείνοι τον κοιτάξανε γεμάτοι υποψία.
Περπάταγε μηχανικά, χαμένος στο φόβο και ξαναμμένος από θυμό.
― «Και ποιοι ήτανε τούτοι οι ξυπόλυτοι, οι παλιορεμπεσκέδες, που τόνε σέρνανε δεμένον πιστάγκωνα;… Από πού το πήρανε το δικαίωμα να πομπεύουνε τους πατριώτες;…».
Ήθελε να τους τα φωνάξει όλ’ αυτά, μ’ όλη του τη δύναμη, μα τ’ ανάβαλε για την αυγή. Θα τους τα ‘λεγε κει που τον πηγαίνανε. Θα τους μίλαγε μ’ όλο το κύρος του βαθμού του και της θέσης του στην κοινωνία. Αυτός, δεν ήτανε ο πρώτος τυχόντας. Ήταν ο Παπαχαρίσης. Μάλιστα. Ο ταγματάρχης κύριος Παπαχαρίσης με τ’ όνομα. Και θ’ απαιτούσε να τον αφήσουν αμέσως ελεύθερο. Να τον συνοδέψουνε κιόλας για ασφάλεια ως την άκρη της πολιτείας…
Το χωριό είχε μιαν όψη τρομαχτική. Κάτω από τις πελώριες καστανιές, με τα κιτρινοκόκκινα φθινοπωριάτικα φύλλα τους, στέκονταν οι μισογκρεμισμένοι τοίχοι των σπιτιών, δοκάρια ανασκελωμένα σαν μυθικοί σκελετοί, πορτοπαράθυρα ρημαγμένα, αποκαΐδια πεταγμένα στους δρόμους δείχναν πως από δω διάβηκε ο φασισμός. Μια ησυχία απέραντη βασίλευε και μόνο τ’ άρβυλα των ανταρτών βρόνταγαν ανάκατα, χωρίς ρυθμό, απάνω στο καλντερίμι. Ο Παπαχαρίσης ένιωσε σφίξιμο στην καρδιά. Ποτέ του δεν είχε φανταστεί την τρομερή όψη ενός ρημαγμένου χωριού.
Από μια παράγκα, στηριγμένη στον τοίχο του καμένου σπιτιού, σκεπασμένη με τενεκέδες και παλιοσάνιδα, πρόβαλε μια γριούλα καμπουριαστή και κοίταξε τη συνοδεία. Μόλις αντίκρισε τους χιτλερικούς, τα γέρικα μάτια της άστραψαν από το μίσος.
― Αφορεσμένοι! Φώναξε και κινήθηκε κατά πάνω τους, σηκώνοντας τα σκεβρωμένα χέρια της. Μας κάψατε, που να καείτε όλοι σας!... Στάχτη και κουρνιαχτός να γίνετε…
Ο Παπαχαρίσης κοιτάζει τη γριά, ρίχνει μια λοξή ματιά στους χιτλερικούς κι αναλογίζεται τη θέση του.
― Ο Ιησούς εν μέσω των ληστών! σκέφτεται.
Η γριούλα κοντοζυγώνει τη φάλαγγα κουτσαίνοντας. Καθώς βλέπει τώρα από κοντά το ρυτιδωμένο της πρόσωπο, το σκαμμένο από τις μπόρες της ζωής, θυμάται τη μάνα του.
― Κι αυτός εδώ στη μέση γιόκα μου; Αυτός με τα πολιτικά; Ρωτάει τους αντάρτες η γριά.
―Αυτός μανούλα δεν είναι γερμανός, μα δεν είναι καλύτερός τους…
Η γριούλα κάνει μερικά βήματα ακόμα και στέκεται μπροστά του. Τον κοιτάζει με τ’ ασπρουλιάρικα μάτια της και μαζεύοντας όλη τη δύναμή της, τόνε φτύνει κατάμουτρα.
― Φτου σου, Γιούδα! Την κατάρα μου να ‘χεις!...
Στην πλατεία του χωριού που φτάσανε σε λίγο ο κόσμος είχε πήξει. Χωριάτες με τα καλά τους ρούχα, κοπέλες ντυμένες γιορτινά, αντάρτες με τα φυσεκλίκια σταυρωτά και τα ντουφέκια ακουμπισμένα στα γόνατα, κάθονταν κατάχαμα κι άκουγαν τον ομιλητή. Δίπλα στους μαυρισμένους τοίχους του καμένου σχολειού, ήτανε στημένη μια πρόχειρη εξέδρα, στολισμένη μ’ ελατόκλαρα και χρυσάνθεμα. Καταμεσίς, με μια ταινία από κόκκινο πανί, φάνταζε από μακριά με τ’ άσπρα του γράμματα το σύνθημα:
«ΖΗΤΩ ΤΑ 25ΧΡΟΝΑ ΤΟΥ ΚΚΕ»
Ο Παπαχαρίσης σκίρτησε. Η φωνή, η φωνή του ομιλητή, του φάνηκε γνωστή. Μα πού την είχε ακούσει άραγε; Κοίταξε στην εξέδρα προσεχτικά.
― Κύριε των δυνάμεων! Είναι δυνατό;
Κι όμως ήταν αυτός. Ο Μαύρος. Ο Μαύρος Ανδρέας, ο παλιός φαντάρος του Καλπακιού. Το ίδιο κοντός και χοντρός, μόνο πιο χλωμός τώρα. Τα μαλλιά του ήταν γκριζόλευκα και δυο μεγάλες χαραγματιές αυλάκωναν βαθιά το πρόσωπο. Η φωνή του όμως ήταν όπως τότε, ήρεμη και βαριά.
Ο Παπαχαρίσης έχασε το χρώμα του. Μια έκφραση ζωώδικου τρόμου απλώθηκε στο πρόσωπο και κρύος ιδρώς έλουσε όλο του το κορμί. Του ’ρθε σκοτοδίνη. Τίναξε το κεφάλι του, σαν να ’θελε να διώξει κάποια σκέψη φριχτή κι έστρεψε τα μάτια του πέρα στην πλαγιά με τις καστανιές. Τα κιτρινοκόκκινα φθινοπωριάτικα φύλλα τους, καθώς τα περέχυνε ο ήλιος του δειλινού, είχανε πάρει τώρα ένα χρώμα άλικο, βαθύ. Η ματιά του, θαμπωμένη από το δυνατό χρωματισμό έπεσε στο δρόμο. Και ξαφνικά… είδε τα τηλεγραφόξυλα ν’ ανθίζουν!... κάτι λουλούδια πελώρια, κατακόκκινα, ίδιες παπαρούνες, είχαν τυλίξει τα κατάξερα κορμιά τους. Ένιωσε το μυαλό του να σαλεύει. Έμπηξε μια κραυγή ξέφρενη, κάτι σαν μουγκρητό βουβαλιού που το σφάζανε. Μα δεν ακούστηκε. Εκείνη τη στιγμή, απάνω από την πλατεία του χωριού, αντηχούσε θριαμβευτικά, από εκατοντάδες στόματα, η «Διεθνής»:
«Ορθοί της γης οι κολασμένοι,
της πείνας σκλάβοι εμπρός, εμπρός…»

Α κύριε, κύριε Μαλακάση,...

Κώστα Καρυωτάκη.




Α κύριε, κύριε Μαλακάση.
ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ και σας μεγάλο,
ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδιαμά σας,
το μονόκλ που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο από το πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα θανάτου
άθυρμα συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος τελευταίος θα γελάσει;

Αεροπειρατεία το 1969 στο δρομολόγιο Αθήνας- Αγρινίου-Ιωαννίνων:Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΤΣΙΡΩΝΗ.

Βασίλης Τσιρώνης (15 Αυγούστου 1929 – 11 Ιουλίου 1978). Γιατρός, ιδεολόγος και αντιδικτατορικός αγωνιστής με τραγικό τέλος την περίοδο της μεταπολίτευσης.

Γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1929 στην Αθήνα από οικογένεια Μικρασιατών προσφύγων. Το 1947 μπήκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με πολύ καλή σειρά ανάμεσα στους 1300 υποψήφιους της χρονιάς εκείνης, παρά την επιθυμία της οικογένειάς του να μπει στην Σχολή Ευελπίδων με προοπτική να γίνει στρατιωτικός καριέρας.
Το 1958 διορίστηκε από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό γιατρός των εξόριστων του Αϊ - Στράτη, τους οποίους παρά τις απαγορευτικές διαταγές βοήθησε ανοικτά και με αυταπάρνηση, αντιδρώντας στην πολιτική φυσικής τους εξόντωσης και καταγγέλλοντας την κυβέρνηση της Δεξιάς για «ανθρωποκτονίες εκ προμελέτης» και τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό για «συνθηκολόγηση και υποταγή» με διοχέτευση στον ξένο Τύπο αρκετών εμπιστευτικών εγγράφων και απόρρητων οδηγιών του τότε υφυπουργείου Ασφαλείας που αποδείκνυαν τις καταγγελίες του.
Στις 12 Δεκεμβρίου 1962 ίδρυσε το «Κόμμα των Αδεσμεύτων», που όμως έμεινε ανενεργό μέσα στην τότε ανώμαλη πολιτικά εποχή και αργότερα μετονομάστηκε σε Ε.Α.Κ. (Εθνικό Αστικό Κόμμα). Έγινε ευρύτερα γνωστός από μια απεργία πείνας 50 ημερών που πραγματοποίησε επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου με αίτημα τον άμεσο επαναπατρισμό των αριστερών πολιτικών προσφύγων από τις χώρες του λεγόμενου «ανατολικού μπλοκ». Το 1969 σε ηλικία 40 ετών και ενώ η απριλιανή δικτατορία απολάμβανε την τρίτη της χρονιά, έκανε αεροπειρατεία έχοντας μαζί του όλη την οικογένειά του, και μέσω Αλβανίας διέφυγε στην Σουηδία, στην οποία ζούσαν τότε οι περισσότεροι αντιδικτατορικοί πολιτικοί πρόσφυγες.
Επέλεξε την 16η Αυγούστου 1969, μέρα ούτως ή άλλως ομαδικών θερινών αποδράσεων των κατοίκων των Αθηνών, και την πτήση της Ολυμπιακής για Αγρίνιο, από το οποίο καταγόταν, για να αποφύγει τις υποψίες του καθεστώτος. Η ίδια πτήση είχε τελικό προορισμό τα Ιωάννινα και επομένως το αεροπλάνο (μια Ντακότα) θα διέθετε καύσιμα για ακόμα μακρύτερα.
Στις 11 το πρωί της κρίσιμης μέρας, η οικογένεια Τσιρώνη εξοπλισμένη με δυο πιστόλια και δυο μαχαίρια καταλαμβάνει τις τέσσερις πρώτες θέσεις πίσω από το πιλοτήριο. Ο γιατρός ήταν αποφασισμένος να κυριεύσει το σκάφος, να το οδηγήσει στην Αλβανία και από 'κει να φύγει για τη Σουηδία απ' όπου σκόπευε να συνεχίσει τον αγώνα κατά της χούντας.
Τότε δεν υπήρχαν έλεγχοι στα δρομολόγια του εσωτερικού και η εταιρεία δεν προκαθόριζε καν το πού θα κάτσει ο κάθε επιβάτης. Κυβερνήτης ήταν ο Γιώργος Τζώρτζης, συγκυβερνήτης ο Μιλτιάδης Χατζηγιαννάκης, συνοδός η Ρίλα Παπασπύρου και ο καιρός αίθριος και πολύ ζεστός.
"Η πτήση διαρκούσε περίπου μια ώρα ως το Αγρίνιο και άλλα σαρανταπέντε λεπτά μέχρι τα Γιάννενα" μας εξηγεί η κ. Παπασπύρου. "Ήταν, αν θυμάμαι καλά, η 7η πτήση μου. Ήμουν 19 χρονών και όλα πήγαιναν καλά ως τη στιγμή που μετά τους γνωστούς καφέδες και τις πορτοκαλάδες που προσέφερα στους 25 επιβάτες, διαπίστωσα ότι οι τέσσερις πρώτοι έλειπαν απ' τις θέσεις τους και η πόρτα του κόκπιτ ήταν κλειστή. Και δεν άνοιγε, παρότι χτύπησα και δοκίμασα να την σπρώξω. Αυτό ήταν περίεργο, διότι μπορεί τότε πολύς κόσμος να μπαινόβγαινε στο πιλοτήριο χωρίς ειδική συνεννόηση με το πλήρωμα, αλλά η πόρτα έμενε ανοιχτή".
Σ' αυτό τον τύπο αεροσκάφους δεν υπήρχε σύστημα ενδοσυνεννόησης των πιλότων με την αεροσυνοδό. Κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς συμβαίνει. "Άρχισαν οι πρώτοι ψίθυροι και τα σχόλια.
Κάποιοι έλεγαν ειρωνικά ότι ενδεχομένως να έχει φρακάρει η πόρτα λόγω του συνωστισμού στο πιλοτήριο. Γιατί πραγματικά το DC-3 ήταν ένα πολύ στενόχωρο σκάφος. Ο χρόνος κυλούσε και η πόρτα δεν άνοιγε.
Όταν αφήσαμε πίσω μας το Αγρίνιο, χωρίς ο κυβερνήτης να ανακοινώσει τίποτα από τα μεγάφωνα, ανέλαβα να καθησυχάσω όσο γινόταν τους ανθρώπους λέγοντάς τους για κάποιο τεχνικό πρόβλημα του αεροδρομίου".Η αεροσυνοδός και ορισμένοι επιβάτες χτυπούν και σπρώχνουν έντονα την πόρτα. Ο Τσιρώνης αποφασίζει να απαντήσει: "Σκάστε και καθίστε", διατάζει. Η ανησυχία γίνεται φόβος και αγωνία. "Ακούγονται διάφορες υποθέσεις. Επικρατεί το σενάριο της αεροπειρατείας, ότι ο επιβάτης που είναι μέσα είναι κάποιος ποινικός που απειλεί, ίσως και να έχει ήδη σκοτώσει τον πιλότο. Προσπαθώ να διασκεδάσω την κατάσταση. Τους λέω ότι τα καύσιμα φτάνουν ως την Ιταλία , ότι το σκάφος δεν είναι ακυβέρνητο", θυμάται η κ. Παπασπύρου.
Η Ντακότα περνά και τα Γιάννενα, η αγωνία φουντώνει. Όταν λίγο αργότερα εμφανίζονται τα αλβανικά Μιγκ να στριφογυρίζουν δίπλα στο αεροπλάνο, η νεαρή αεροσυνοδός δεν μπορεί να κάνει και πολλά πράγματα.
Επικρατεί πανικός. Κάποτε ακούγεται η φωνή του Γ. Τζώρτζη από τα μεγάφωνα: "Θα επιχειρήσουμε αναγκαστική προσγείωση". Η κ. Παπασπύρου μοιράζει τα μαξιλαράκια και δένεται και αυτή στη θέση της.
"Το αεροπλάνο άρχισε να κατεβαίνει απότομα και η προσγείωση ήταν πράγματι ανώμαλη. Δεν υπήρχε κανονικός διάδρομος. Είχαμε προσγειωθεί σε κάποιο εγκαταλελειμμένο στρατιωτικό αεροδρόμιο κοντά στην Αυλώνα".
Μόλις το αεροπλάνο σταμάτησε, εμφανίστηκε ο Τσιρώνης με το παραμπέλουμ ψηλά, λέγοντας ότι στο όνομα της δημοκρατίας, της λευτεριάς και του ανθρωπισμού κατέλαβε το αεροπλάνο.
Μια γιαγιά στα τελευταία καθίσματα δεν είχε καταλάβει απολύτως τίποτα: "Φτάσαμε επιτέλους κόρη μου", έλεγε ανακουφισμένη στην αεροσυνοδό.
Είδαν μερικά τζιπ, ο γιατρός πήδηξε στο έδαφος μαζί με την υπόλοιπη οικογένεια και ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις με τους επικεφαλής αλβανούς αξιωματικούς.
Ένας επιβάτης, μουσικός στο επάγγελμα, λιποθύμησε. "Τον κατεβάσαμε στον ίσκιο κάτω απ' το φτερό και του έδωσα σταγόνες 'Τονοτίλ'. Συνήλθε και όλοι μαζί περιμέναμε την εξέλιξη της περιπέτειας.
Ο Τσιρώνης κουβέντιαζε με τους Αλβανούς μακριά μας. Το κλίμα μεταξύ των υπολοίπων ήταν βαρύ. Υπήρχε φόβος και απόσταση. Την τύχη μας την είχαμε εμπιστευτεί στον Γ. Τζώρτζη. Σχεδόν τρεις ώρες μετά κατέφθασε μια Μερσεντές 600 για την οικογένεια Τσιρώνη και ένα προπολεμικό λεωφορειάκι για μας". Όλοι μεταφέρθηκαν σε ένα πανδοχείο που είχε ετοιμαστεί ειδικά για τους ασυνήθιστους επισκέπτες. "Ήταν ένα όμορφο νεοκλασικό που μύριζε χλωρίνη. Τα δωμάτια λιτά με στρατιωτικές κουβέρτες".
Εκεί μόνο κατάφερε η αεροσυνοδός να συνεννοηθεί με τον κυβερνήτη και να μοιραστούν και τα δικά τους προβλήματα. "Ο Τζώρτζης μου είπε ότι στην Αθήνα δεν ξέρουν πού βρισκόμαστε.
Προσπαθούσε να πείσει τον Τσιρώνη να αποφύγει την Αλβανία, χώρα που ως γνωστόν δεν είχε σχέσεις με την Ελλάδα. Ήταν και ο ίδιος, ο κυβερνήτης, χαρακτηρισμένος από τη χούντα. Είχε επιστρέψει στην Ολυμπιακή ύστερα από ένα διάστημα που είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα για πολιτικούς λόγους και ανησυχούσε μήπως στην Ελλάδα τον θεωρήσουν συνεργάτη του Τσιρώνη ή ακόμα και των Αλβανών.
Αλλά και εγώ άρχισα να έχω ανάλογους φόβους. Επτά μήνες περίμενα να εργαστώ στην Ολυμπιακή, αν και είχα περάσει το διαγωνισμό, επειδή ο πατέρας μου ήταν μακρονησιώτης και δεν μου έδιναν το χαρτί κοινωνικών φρονημάτων.
"Πριν όμως από τις ελληνικές υπηρεσίες, το πλήρωμα όφειλε να αντιμετωπίσει και τις αλβανικές. "Δεν κατάλαβα αν τους έπεισα τελικά ότι δεν είμαι κατάσκοπος.
Τελειώνοντας με την ανάκριση, και ως την ώρα του δείπνου που είχε προαναγγελθεί, πήρα ένα από τα ποδήλατα της αυλής του πανδοχείου για να δω και την πόλη. Είχαν χαλαρώσει τα πράγματα, άλλα όχι και για ποδηλατάδα. Σε δέκα λεπτά με μάζεψαν και με γύρισαν πίσω.
"Όμως η ευχάριστη έκπληξη για όλους ήρθε στο τραπέζι. Επιβάτες και πλήρωμα έμαθαν από επίσημα χείλη ότι την επομένη μπορούσαν να επιστρέψουν στην Ελλάδα με καύσιμα της αλβανικής κυβέρνησης. Η οικογένεια Τσιρώνη ήταν κι αυτή χαρούμενη, αφού εξασφάλισε ό,τι επιθυμούσε. "Ήταν απολύτως κινηματογραφικό", αφηγείται η κ. Παπασπύρου. "Ένα μακρύ τραπέζι με άσπρο τραπεζομάντιλο. Κόκκινο κρασί, καλομαγειρεμένο κοτόπουλο, οι κομισάριοι από τα Τίρανα, οι τοπικές αρχές, οι 'αεροπειρατές', το πλήρωμα, οι κατάκοποι επιβάτες, οι μουσικοί και το παραδοσιακό χορευτικό συγκρότημα. Κάποιοι από μας χόρεψαν και τσάμικο.
Ο Τσιρώνης μας ευχαρίστησε. Μιλούσε ακατάπαυστα για τις περιπέτειές του και για τη χούντα αποκλειστικά με τους επισήμους.
Μετά το γλέντι μας ξενάγησαν στην πόλη". Το απόγευμα της 17ης Αυγούστου, πλήρωμα και επιβάτες έφτασαν μέσω Κέρκυρας στο Ελληνικό. Στην υποδοχή ο αναπληρωτής υπουργός Προεδρίας Αγαθαγγέλου, εκ μέρους του Παπαδόπουλου. "Εκφωνήθηκαν λογύδρια για το ενδιαφέρον που έδειξε η 'Εθνική Κυβέρνησις' ώστε να φτάσουμε ασφαλείς στην 'αγκαλιά της πατρίδας' και βεβαίως καταδικάστηκε ο 'εγκληματίας' Τσιρώνης". Δεν δόθηκε έκταση στο γεγονός.
Η δημοσιότητα δεν συνέφερε ούτε την δικτατορία ούτε την εταιρεία. Ο ίδιος ο Αλέξανδρος Ωνάσης, η κεφαλή τότε της Ολυμπιακής, καθησύχασε το πλήρωμα. Δεν είχε την παραμικρή υποψία εναντίον τους και θα τους κάλυπτε στην πορεία των ανακρίσεων.
Από την Αλβανία ο Τσιρώνης πηγαίνει στη Σουηδία, όπου κατέφευγαν τότε σχεδόν όλοι οι πολιτικοί φυγάδες και μετονομάζει το κόμμα του σε Ε.Α.Κ. (Εθνικό Αστικό Κόμμα) και αργότερα το μετονομάζει σε Ο.Ε.Μ. αρχικά του πασίγνωστου Ουδετερόφιλου Ελλαδικού Μετώπου. Προηγουμένως όμως ήταν γνωστός στους κομματικούς κύκλους και στην αστυνομία από μια απεργία πείνας που είχε κάνει επί κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου και που είχε κρατήσει 50 μέρες που ζητούσε τον άμεσο επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων από τη Ρωσία και μερικά δευτερεύοντα αιτήματα. Στη Σουηδία, το 1973, καταδικάζεται από εμβόλιμο σουηδικό δικαστήριο για τις πολιτικές του πεποιθήσεις που δεν συντάσσονται μ’ αυτές των διαφόρων «αντιστασιακών» και κλείνεται μέχρι τον Σεπτέμβρη του ’74 στις σουηδικές φυλακές, ενώ οι πολιτικοί έλληνες εξόριστοι της Σουηδίας κάνουν τα πάντα για να τον κρατούν μέσα.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1974, λίγο μετά την μεταπολίτευση και ίδρυσε το «Ουδετερόφιλο Ελλαδικό Μέτωπο» ή Ο.Ε.Μ., έκανε διάφορες «επαναστατικές» παρεμβάσεις (υβριστικά συνθήματα κατά του πρωθυπουργού Καραμανλή ? και κατά γνωστών μεγαλοϊδιοκτητών εφημερίδων, πυροβολισμοί με καραμπίνα κατά μιας γιγαντιαίας φωτογραφίας του Καραμανλή στην Αγορά της οδού Αθηνάς, κ.ά.) και στις εκλογές του 1977 έριξε το σύνθημα της λευκής ψήφου, με αποτέλεσμα να διεκδικήσει μία εβδομάδα αργότερα τα 251.000 λευκά ψηφοδέλτια της Β Εκλογικής Περιφέρειας Αθηνών, πράγμα που προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό την απόπειρα της αστυνομίας να τον συλλάβει στην είσοδο του σπιτιού του στην οδό Άρεως 35 στο Παλαιό Φάληρο, μετά από ανακίνηση μίας παλαιάς καταδίκης του.
Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν μία τραγική τροπή: στις 30 Νοεμβρίου 1977 οι ειδικές αστυνομικές μονάδες και ελεύθεροι σκοπευτές απέκλεισαν την περιοχή γύρω από το σπίτι του Τσιρώνη, όταν εκείνος πυροβόλησε κατά των αστυνομικών που είχαν έλθει να τον συλλάβουν και άρχισε έτσι μία πολύμηνη και επεισοδιακή πολιορκία. Στις 5 Φεβρουαρίου 1978 ο Τσιρώνης κήρυξε το διαμέρισμά του «ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος» και κάθε ημέρα έβγαινε στο μπαλκόνι του και με μεγάφωνα ή με έναν φορητό τηλεβόα διάβαζε στο συγκεντρωμένο πλήθος τα «πολεμικά ανακοινωθέντα» του ενάντια στο «κράτος των μαύρων (εννοώντας των φασιστών)», ενώ κάποιες φορές οι ελεύθεροι σκοπευτές τού είχαν πυροβολήσει τα χωνιά των μεγαφώνων.
Στις 7 Ιουλίου 1978 η καθημερινή εφημερίδα «Το Βήμα» εκτός από το πρωτοσέλιδο σχόλιό της με τον προκλητικό τίτλο «ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΡΑΤΟΣ;», εξέφραζε ανυπόγραφα την «ανησυχία» ότι δήθεν με το «αυτόνομο κράτος» του Τσιρώνη «υπονομευόταν η έννοια του κράτους» και αυτό «από το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στον ιδιότυπο αυτό γιατρό όχι μόνο να ζει υπό το κράτος ποινικής ασυλίας (αφού δικαστικές αποφάσεις σε βάρος του για αδικήματα του κοινού ποινικού νόμου παραμένουν ανεκτέλεστες), αλλά και να μεταβάλλεται σε ελευθέρως δρώντα, στην περιοχή του Παλαιού Φαλήρου ελεύθερο σκοπευτή. Ονόμασε το διαμέρισμά του Κράτος, έχει προσβάλει ή προσβάλλει καθημερινά δέσμη από άρθρα του ποινικού νόμου, αλλά... έχει εξασφαλίσει το ακαταδίωκτο».
Το σχόλιο τελείωνε ως εξής: «Ποιος κάποτε θα αποφασίσει να προστατεύσει το κύρος και την αξιοπιστία του Κράτους; Διότι και η υπόθεση Τσιρώνη υπογραμμίζει την ανυπαρξία Κράτους». Στις 4 το πρωί της 11ης Ιουλίου (της οποίας το τυπωμένο πολλές ώρες νωρίτερα φύλλο του «Βήματος» επανερχόταν με νέο πρωτοσέλιδο ανυπόγραφο άρθρο, που «διαπίστωνε» ότι δήθεν «χειρότερο κι από το ίδιο το γεγονός της διωκτικής απραξίας της αστυνομίας είναι η ατμόσφαιρα ανυπαρξίας του κράτους που δημιουργείται»), υπό την άμεση εποπτεία του τότε υπουργού Δημοσίας Τάξης Μπάλκου, 28 πάνοπλοι κομάντος της «Διμοιρίας Ειδικών Αποστολών» εισέβαλαν με βοήθεια δακρυγόνων στο διαμέρισμα μετά από δικαστική απόφαση και με παρουσία εισαγγελέα, ενώ ο τότε διευθυντής της αστυνομίας Λεμονής έχει δώσει εντολή να μη πλησιάσει δημοσιογράφος σε μεγάλη ακτίνα από την επιχείρηση. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες ο Τσιρώνης έπεσε νεκρός, ενώ η σύζυγός του, που μετά την παράδοση των 3 παιδιών τους είχε μείνει μέχρι τέλους δίπλα του στο τελευταίο οχυρωμένο δωμάτιο, φώναζε δυνατά πως «οι φασίστες σκότωσαν τον Τσιρώνη μέσα στο σπίτι του».
Κατά την εκδοχή της αστυνομίας είχε «αυτοκτονήσει». Την επόμενη ημέρα συνελήφθησαν ως «μέλη του Ο.Ε.Μ.» οι Γ. Σκάνδαλης και Δ. Νικολούλης, 26 και 21 χρόνων αντίστοιχα, ενώ την μεθεπόμενη (13 Ιουλίου) 1.000 περίπου άτομα από τον χώρο της Άκρας Αριστεράς διαδήλωσαν στην κηδεία του με συνθήματα κατά της κρατικής βίας και των δημοσιογράφων, τους οποίους κατήγγειλαν ως υποκινητές της εξόντωσης του γιατρού Τσιρώνη. Ωστόσο, στο πολιτικό μνημόσυνο που τού έκανε την επόμενη χρονιά η οικογένειά του δεν παρευρέθησαν περισσότερα από 40 – 50 άτομα.
Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ανακοίνωσε 2 ημέρες μετά τα γεγονότα, ότι «με τις αντικρατικές και αντικοινωνικές εκδηλώσεις του ήταν (ο Τσιρώνης) συνεχής απειλή και διαρκής κίνδυνος για τους αθώους πολίτες. Πολίτες κάθε κόμματος και εφημερίδες κάθε πολιτικής αποχρώσεως καλούσαν τις αρχές να θέσουν τέρμα στην επικίνδυνη δράση του Τσιρώνη».

Υπόθεση Χρ. Κουτσογιαννόπουλου.

Υπόθεση Χρ. Κουτσογιαννόπουλου «1943-1944»
(Από το βιβλίο του Γεωργίου Ι. Κοκοσούλα «Η τάξη μου και άλλες ιστορίες».)
Από καιρό τώρα, προτού να καταπιαστώ μ' αυτήν την αφήγηση των μαθητικών χρόνων, είχα βάλει στο νου μου να μιλούσα για μιαν ιστορία από τα χρόνια της κατοχής, από τις τόσες που έχει ο καθένας μας να διηγηθεί κι αυτό διότι αξίζει να έμενε μια γραπτή μαρτυρία της. Μια ιστορία που φαίνεται λίγο μυθιστορηματική, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινή.
Πρωταγωνιστής της απίθανης ιστορίας που ακολουθεί είναι ο Χρήστος Κουτσογιαννόπουλος, έμπορος υφασμάτων από το Αγρίνιο, που τη νύχτα της 21ης Νοεμβρίου 1943 κατόρθωσε να ξεφύγει απ' τα νύχια των Γερμανών και φυσικά από σίγουρη εκτέλεση. Ο Κουτσογιαννόπουλος ήταν ένας από τους πολλούς επισκέπτες (συγγενείς, φίλοι, γνωστοί, Ιταλοί - στρατιώτες φυγάδες) που έστω μια βραδιά διανυκτέρευσαν στο σπίτι μας στα χρόνια της κατοχής (αλλά και μετά τον πόλεμο όταν ερχόντουσαν για υποθέσεις στα δικαστήρια και τα στρατοδικεία από τη Μακρυνεία και το Αγρίνιο). Ο Κ. πρέπει να πρωτοήρθε στο σπίτι μας το καλοκαίρι του '42. Καλοντυμένος, γύρω στα 36, με καλούς τρόπους κι ευκίνητο περπάτημα, μέτριο ανάστημα και προχωρημένη κάπως φαλάκρα, που την έκρυβε κάτω από το καπέλο του. Πρέπει να μας έκανε μια επίσκεψη και με την ανεψιά του Δανάη (Σπηλιωπούλου), που είχε ταλέντο στο τραγούδι και έμενε στην Αθήνα. Ηταν άνθρωπος μορφωμένος, θα έλεγε κανείς, με ξένες γλώσσες και ταλέντο στη μουσική. Επαιζε διάφορα όργανα: πιάνο, ακορντεόν, κιθάρα, μαντολίνο και συνέθετε τραγούδια, όπως το «Μην ξεχνάς, αν μ' αγαπάς ακόμα...». Μου έμαθε μερικά τραγούδια του Μπιάνκο, τότε που μάθαινα κιθάρα με τον Πέτρο Γεωργακόπουλο, όπως το «Ιλ καμινίτο» και το «Α μέτζα νότε βα» που άρεσαν ιδιαίτερα. Κάποτε μου έφερε ένα ωραίο ύφασμα κρεπ ζαπόν σε χρώμα θαλασσί, που μου το έραψε πουκάμισο η μητέρα. Τις λίγες φορές που έτρωγε ο Κ. στο σπίτι μας, διότι μοίραζε το βάρος της φιλοξενίας και στον Απόστολο Καραβία, που ήταν συγγενής του, ευχαριστιόταν ιδιαίτερα τις μελιτζάνες ιμάμ μπαϊλντί (που είχαμε από το κτήμα μας το οποίο καλλιεργούσε τα δύσκολα εκείνα χρόνια ο Παναγής Παρίσης, ένας καλός καλλιεργητής κηπευτικών, που έμπαιναν καθημερινά σχεδόν στο τραπέζι μας), αλλά και το πλιγούρι με ντομάτα που το κόβαμε στον μύλο του πιπεριού, που μας έμεινε από το μαγαζί του πατέρα μας, και εξυπηρετούσε για το κόψιμο του πλιγουριού ολόκληρη τη γειτονιά.
Κάποτε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα τον χάσαμε τον Κ. μέχρι που μια μέρα στις αρχές του '44 ψηλά από την ταράτσα του σπιτιού μας τον είδαμε, ο Κλέαρχος κι εγώ, να έρχεται προς το σπίτι μας κάτω από μια εμφάνιση πολύ ασυνήθιστη. Αντί για τον κομψοντυμένο πάντοτε Κ. που είχαμε συνηθίσει, αντικρίζαμε έναν Κ. να πλέει μέσα σε μια μακριά μαύρη πατατούκα που του έφτανε κάτω κάτω λίγο πάνω από τα παπούτσια.
Αν και ήταν Γενάρης μήνας ο καιρός ήταν γλυκός κι έτσι ανεβάσαμε τον Κ. στην ταράτσα κι εκεί μας διηγήθηκε τη φοβερή περιπέτεια που είχε με τους Γερμανούς από την οποία σαν από θαύμα γλίτωσε κάτω από απίστευτες για το δέμας του ήρωα της ιστορίας συνθήκες.
Συνέβη, λοιπόν, να υπηρετεί στο γερμανικό στρατό κατοχής ένας Γάλλος, Αλσατός από το Στρασβούργο, ο Ζαν Μιστλέρ, που είχε επιστρατευτεί παρά τη θέλησή του. Κάποια μέρα έτυχε να περιεργάζεται ο Ζ. Μ. τη βιτρίνα του εμπορικού του Κ. κι εκεί στην πόρτα του καταστήματος έπιασε κουβέντα μαζί του καθώς ο Κ. μιλούσε τα γαλλικά σαν μητρική του γλώσσα. Η απλή αυτή γνωριμία είχε τη συνέχειά της και εξελίχτηκε σε μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης, με αποτέλεσμα να εγκαταλείψει ο Ζ. Μ. τον γερμανικό στρατό και να βρει καταφύγιο στο σπίτι του Κ. Διά παν ενδεχόμενο καταστρώθηκε και ένα σχέδιο διαφυγής που συνδέθηκε με μέλη της οργάνωσης του ΕΑΜ και διάφορα στέκια καταφυγής. Δυστυχώς, το κρησφύγετο του Ζ. Μ. προδόθηκε στους Γερμανούς. Ο Κ. υποψιάστηκε τη Ζανόν, που προπολεμικά έκανε γαλλικά στην πόλη μας, και τώρα ήταν διερμηνέας των Γερμανών στο Αγρίνιο. (Δεν ξέρω αν η υποψία αυτή του Κ. είχε συνέχεια μετά την απελευθέρωση). Ετσι, τα μεσάνυχτα της 20ής προς την 21η Νοεμβρίου 1943, δυνατά χτυπήματα στην πόρτα και άγριες φωνές στα γερμανικά, ξύπνησαν τους ενοίκους του σπιτιού του Κ. Στη στιγμή ο Ζ. Μ. το 'σκασε από τη γκλαβανή της κουζίνας κι εξαφανίστηκε χωρίς ν' αφήσει ίχνη διαφυγής πίσω του, ενώ ο Κ. έριξε στους ώμους του μια κουβέρτα και κατέβηκε για ν' ανοίξει την πόρτα και βρέθηκε μπροστά στα προτεταμένα όπλα των Γερμανών. Δυο τρεις απ' αυτούς ανέβηκαν επάνω να ψάξουν για τον καταζητούμενο και κατέβηκαν άπρακτοι αφού αναστάτωσαν τα πάντα μέσα στο σπίτι. Εβαλαν τότε μπροστά τον Κ. και τον οδηγούσαν στην Γκεστάπο. Ο Κ., όμως, νιώθοντας το σχοινί της αγχόνης να τυλίγεται γύρω από το λαιμό του, είχε την έμπνευση και την τόλμη να κάνει το σάλτο μορτάλε. Κάποια στιγμή που πλησίαζαν σ' ένα στενοσόκακο αιφνιδίασε τους Γερμανούς, ρίχνοντας επάνω τους την κουβέρτα που είχε στους ώμους του και ευκίνητος καθώς ήταν το 'σκασε μέσα σ' ένα ζιγκ-ζαγκ από σοκάκια κι εξαφανίστηκε για να σωθεί σε κάποιο από τα στέκια καταφυγής.
Στο μεταξύ, η Γερμανική Διοίκησις έβγαλε ανακοίνωση προς τον Λαόν της Πόλεως Αγρινίου, που δημοσιεύτηκε στις 23 Νοεμβρίου 1943 στην εφημερίδα «Δυτική Ελλάς»:
«Καθίσταται γνωστόν ότι ο Χρήστος Κουτσογιαννόπουλος, κάτοικος Αγρινίου οδός Στάϊκου 35, προσεπάθησε να πείση Γερμανικά Στρατιωτικά στελέχη, όπως εγκαταλείψουν τη Σημαίαν των και δραπετεύσουν...
Εκείνος όστις ήθελε παράσχη προστασίαν και άσυλον εις τον Χρήστον Κουτσογιαννόπουλον καθίσταται υπεύθυνος ως υποστηρικτής των πράξεων τούτου και θα κληθεί να λογοδοτήση...».
Δυστυχώς, η περιπέτεια αυτή δεν επιφύλασσε αίσιο τέλος για τον Ζ. Μ. Οι κακουχίες στο βουνό στάθηκαν μοιραίες. Ο Ζ. Μ. έπαθε δυσεντερία με πυρετό και μένοντας χωρίς γιατρό και φάρμακα άφησε εκεί πάνω, στις 11 Δεκεμβρίου, την τελευταία του πνοή στα 23 του χρόνια. Ο σκληρός αυτός θάνατος, που ήταν η κατάληξη μιας πράξης καλοπροαίρετης, βύθισε σε μεγάλη απελπισία τον Κ., που πλέον ούτε στο βουνό μπορούσε να μείνει ούτε και στο Αγρίνιο μπορούσε να ξαναγυρίσει. Κατάφερε, όμως, να πάρει πιστοποιητικό γεννήσεως από κάποιον Πρόεδρο Κοινότητας με το όνομα Χρήστος Ελευθερίου, που να θυμίζει και να φέρει την ποθητή Ελευθερία από τη γερμανική κατοχή και κατέβηκε ο αθεόφοβος στο Μεσολόγγι για να βγάλει νέα ταυτότητα και άδεια ταξιδίου (παπίερ) για την Αθήνα, όπου έμενε η αδερφή του Βιβή Κουτσογιαννοπούλου - Σπηλιωπούλου.
Κι εμείς, χωρίς ν' αναλογιστούμε τον κίνδυνο που διατρέχαμε παρέχοντας άσυλο σε καταζητούμενο από τους Γερμανούς, όπως δεν τον είχαμε αναλογιστεί τον Σεπτέμβριο του '43 που κοιμίζαμε στην ταράτσα μας Ιταλούς στρατιώτες φυγάδες, δεχτήκαμε τον Κ. στο σπίτι μας, πότε εμείς πότε ο Απόστολος Καραβίας, μέχρι να κατορθώσει να φύγει για την Αθήνα.
Κάποτε, κατάφερε ο Κ. να βγάλει νέα ταυτότητα, να γίνει Χρήστος Ελευθερίου και να πάρει παπίερ, την άδεια ταξιδίου για την Αθήνα. Τον αποχαιρετήσαμε με το αίσθημα μελαγχολίας που γεμίζει το κενό που αφήνει η αναχώρηση ενός προσώπου που το έχουμε συνηθίσει, ανάμεικτα μ' ένα αίσθημα ανακούφισης που απομακρύνθηκε ο κίνδυνος που μας απειλούσε καθημερινά. Στην Αθήνα ο Χ. Ελ. για λόγους προνοίας δεν έμεινε στης αδερφής του, αλλά στο σπίτι ενός Στάϊκου από το Αγρίνιο.
Από τότε τον χάσαμε για χρόνια τον Κ., μέχρι που κάποια μέρα του '47 ή του '48, ο Πέτρος Γεωργακόπουλος, με τον οποίο υπηρετούσαμε φαντάροι γραφιάδες στο Στρατολογικό Γραφείο Μεσολογγίου, μου τον φέρνει από το διπλανό γραφείο εφεδρείας στο Γραφείο Πρωτοκόλλου που κρατούσα τότε, για να πρωτοκολλήσω μια αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού στρατολογικής κατάστασης για αποδημία. Αφού πέρασε η έκπληξη από την απρόσμενη αυτή συνάντηση, μου εξήγησε ο Κ. ότι θα πήγαινε στη Γαλλία τα οστά του άτυχου Ζαν Μιστλέρ και θα παντρευόταν τη νεότερη αδερφή του, τη Ζοζεφίν, με την οποία είχε αναπτυχθεί ειδύλλιο μέσα από την αλληλογραφία που είχε ανοίξει ο Κ. με την οικογένεια Μιστλέρ μετά το τέλος του πολέμου.
Υστερα από χρόνια, στις 23 Αυγούστου 1950, συνάντησα στο Αιτωλικό τον Κ. με τη γυναίκα του, την ξανθιά Ζοζεφίν, που είχαν έρθει για το πανηγύρι της Αγιαγάθης. Τελευταία φορά συναντηθήκαμε κάποτε, μετά το 1953, στην οδό Σταδίου στην Αθήνα, καθώς πήγαινε βιαστικός για να προλάβει κάτι.
Θα συμπληρώσω αυτή την ιστορία με μερικές πληροφορίες από δημοσίευμα του Θ. Μ. Πολίτη στα «Επίκαιρα Αιτωλοακαρνανίας» τεύχος 22, Απρίλιος 1997:
Οι Γερμανοί μετά τη λιποταξία του Ζαν Μιστλέρ συλλάβανε την οικογένειά του στο Στρασβούργο και την έκλεισαν σε στρατόπεδο.
Οταν ο Κ. πήγε στο Στρασβούργο παντρεύτηκε εκεί τη Ζοζεφίν με καθολικό γάμο και γυρίζοντας στο Αγρίνιο στεφανώθηκαν σε ορθόδοξη εκκλησία στις 20 Απριλίου 1950. Ο γάμος τους δεν άφησε απογόνους.
Στη δεκαετία του '70 μια ανιψιά της Ζοζεφίν από αδερφή της ήρθε να τους δει στο Αγρίνιο κι εκεί γνωρίστηκε με τον Χριστόφορο Σπαθούλα και παντρεύτηκαν. Από τον δεύτερο αυτόν ελληνογαλλικό γάμο γεννήθηκαν η Ιρέν κι ο Δημήτρης.
Ο Χρήστος Κουτσογιαννόπουλος πέθανε στις 21 Απριλίου 1982 στα 76 του, καθώς ανέβαινε τα σκαλοπάτια του Αγίου Χριστόφορου και η Ζοζεφίν πέθανε στις 27 Ιανουαρίου 1997 στα 72 της χρόνια.
Και θα κλείσω τη μυθιστορηματική αυτή ιστορία με ένα επεισόδιο από τα αμίμητα του Πέτρου Γεωργακόπουλου: Κάποτε που βρέθηκε ο Πέτρος στο Αγρίνιο έτυχε να πάρει κάπου το μάτι του τον Κουτσογιαννόπουλο. Τον πλησίασε και χωρίς να γίνει αντιληπτός άρχισε να τραγουδάει από πίσω του ένα ρεφρέν:
«Μην ξεχνάς αν μ' αγαπάς ακόμα
τις γλυκιές που ζήσαμε μαζί στιγμές
τους καημούς που μόνο η νύχτα άκουγε
να βγαίνουν από δυο καρδιές».
«Μα, πού ξέρετε εσείς το τραγούδι μου;» γυρίζει έκπληκτος ο Κ. προτού αναγνωρίσει τον Πέτρο.

Βιογραφικό Γιώργου Ι. Κοκοσούλα:
Ο Γιώργος Ι. Κοκοσούλας γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1926. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες, Οργάνωση και Διοίκηση στην Ελλάδα και Οργάνωση - Λειτουργία Λιμένων - Πληροφορική στη Γαλλία και το Βέλγιο. Σπούδασε, επίσης, Θεωρία μουσικής -Αρμονία στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών. Διαθέτει Δίπλωμα γαλλικής γλώσσας (Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών και Πανεπιστήμιο της Tour).
Εκδοθέντα βιβλία: Ο εμπορικός λιμήν (1973), Μεσολόγγι 1830-1990 (1990), Μίμης Λιμπεράκης (εκδ. «Φιλιππότη» 1997), Γύρω από μια φιλία (εκδ. «Φιλιππότη» 1998), Ιω. Ν. Κοκοσούλα: Πολεμικά Ημερολόγια (Αράκυνθος - Μεσολόγγι 2000), Η Τάξη μου και άλλες ιστορίες λογής λογής (Αράκυνθος - Μεσολόγγι 2001).
Μεταφράσεις: Ρομαίν Ρολλάν, Μπετόβεν - Μεγάλες Δημιουργικές Εποχές: Η Ενάτη συμφωνία (με προσθήκη λεξιλογίου μουσικών όρων), (εκδ. «Γκοβόστη» 1995), Finita Comoedia, Οι Αγαπημένες του Μπετόβεν, Τα τελευταία κουαρτέτα. (Αράκυνθος - Μεσολόγγι 2002).
Λημματογράφηση μουσικών όρων στη 2η έκδοση του Λεξικού της Νέας Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη.
Θεώρηση μετάφρασης, σημειώσεις στο βιβλίο Το Μυστικό του Μπαχ του Philippe Delelis (εκδ. Γκοβόστη 1999).
Κείμενά του δημοσιεύτηκαν στην Επιθεώρηση Τέχνης, στον Αθηναϊκό και τοπικό Τύπο. Μένει στο Μεσολόγγι και γράφει στον τοπικό Τύπο.