12/11/09

«Πίνω καφέ παρέα με τον Δία»!

Ο πρώην ναυτικός Τάκης Ζορμπάς ζει στον Όλυμπο σε ύψος 2.760 μέτρων!
του Κώστα Κουκουμάκα.

«Για να ζήσεις εκεί όπου το οξυγόνο πέφτει κατά 20%, πρέπει να το αγαπάς και να το επιλέξεις. Όταν χαλάει ο καιρός το φθινόπωρο και το καταφύγιο κλείνει, δεν θέλω να κατέβω στο Λιτόχωρο. Ακούω κόρνες και τρομάζω. Μακάρι να μπορούσα να ζήσω δίπλα στην κορυφή ολόκληρο τον χρόνο. Δεν θα άλλαζα με τίποτα ένα φλιτζάνι καφέ με θέα τη μισή Ελλάδα».
O 49χρονος Τάκης Ζορμπάς ζει στη «στέγη της Ελλάδας», στο υψηλότερο σημείο που κατοικεί άνθρωπος. Είναι ο φύλακας στο πιο απομακρυσμένο ορειβατικό καταφύγιο του Ολύμπου, το «Γιόσος Αποστολίδης». Από ΄κει έχει θέα τη Χαλκιδική, τη Θάσο και τις Σποράδες. Κι όταν δεν μαγειρεύει βραστά και όσπρια για τους χιλιάδες επισκέπτες ορειβάτες, απολαμβάνει τον καφέ του παρέα... με τον Δία.
Το καταφύγιο «Γιόσος Αποστολίδης» βρίσκεται στα 2.760 μέτρα, μόλις 157 χαμηλότερα από την κορυφή του Μύτικα. Στο διάσελο μεταξύ των κορυφών Προφήτης Ηλίας και Τούμπα, το χιόνι στρώνεται στις αρχές Οκτωβρίου, ωστόσο από τον Ιούνιο διανυκτερεύουν κάθε χρόνο περίπου 2.500 επισκέπτες. «Δεν έχω συνειδητοποιήσει ότι για τέσσερις μήνες τον χρόνο μαγειρεύω, καθαρίζω, κοιμάμαι στο ψηλότερο σημείο της Ελλάδας αλλά και των Βαλκανίων που διαβιοί άνθρωπος. Πρώτη φορά ανέβηκα στον Όλυμπο σε ηλικία 11 ετών. Αργότερα δούλεψα για κάποια χρόνια ως φύλακας στο καταφύγιο κι έπειτα από ένα διάλειμμα επτά ετών, κατά το οποίο γνώρισα τον κόσμο ταξιδεύοντας στα καράβια, επέστρεψα το 1997 στο βουνό: μπορεί τώρα να ζω στο ψηλότερο σημείο του Ολύμπου, αλλά ήμουν ναυτικός», λέει ο φύλακας του Ολύμπου, αναπολώντας χιλιάδες βουνίσιες στιγμές και ιστορίες: όπως τα χρώματα της ανατολής που βγαίνουν από τη θάλασσα, τον ήχο του αέρα που τσακίζει το πρόσωπο στα 2.760 μέτρα, τις ξαφνικές χιονοθύελλες του Ολύμπου, τα γλέντια στο καταφύγιο δίπλα στο τζάκι, αλλά και τα συχνά ορειβατικά ατυχήματα.
Στην υπηρεσία των ορειβατών.
«Την περασμένη Πρωτομαγιά χτύπησε το τηλέφωνο στις 9 το βράδυ, ενώ τρώγαμε με φίλους. “Δεν είναι καλό τηλεφώνημα”, είπα στη γυναίκα μου και πράγματι ήταν ορειβάτες, μέλη του συλλόγου που με καλούσαν για βοήθεια. Ένας γιατρός είχε σπάσει το πόδι του κι έπρεπε να μεταφερθεί με ασφάλεια. Ανέβηκα στο μουλάρι και έκανα το καθήκον μου. Δεν ήταν η πρώτη φορά, έχω μεταφέρει και νεκρούς ορειβάτες», θυμάται ο «αγωγιάτης του Ολύμπου», όπως αλλιώς τον γνωρίζουν οι ορειβάτες. Λίγες μέρες τώρα που κατέβηκε από το καταφύγιο λόγω κακοκαιρίας, φροντίζει μαζί με τον γιο του, τον Παναγιώτη, τα μουλάρια σε μία ανοιχτωσιά έξω από το Λιτόχωρο.
Τον χειμώνα, όταν το καταφύγιο κλείνει, ο κ. Ζορμπάς ταξιδεύει στα Βαλκάνια ως οδηγός φορτηγών. «Το μονοπάτι για το καταφύγιο ξεκινά από τη θέση Γκορτσιά, περίπου 14 χιλιόμετρα έξω από το Λιτόχωρο. Πάνω στο μουλάρι χρειάζονται τρεισήμισι ώρες, ενώ με τα πόδια πέντε ή όσο αντέχεις. Από το καταφύγιο ώς τον Μύτικα, την κορυφή του Ολύμπου, η διαδρομή είναι 45 λεπτά με τα πόδια. Στο καταφύγιο βέβαια δεν είμαι μόνος μου. Με τα χρόνια έχω κάνει φίλους, ενώ τον Αύγουστο ανεβαίνουν για βοήθεια η γυναίκα μου και τα παιδιά μου», λέει ο κ. Ζορμπάς. Οι εισπράξεις από το κόστος διαμονής (12 ευρώ τη βραδιά) πηγαίνουν στον Σύλλογο Ελλήνων Ορειβατών (ΣΕΟ) Θεσσαλονίκης, στον οποίο ανήκει το καταφύγιο, ενώ ο κ. Ζορμπάς κρατά γι΄ αυτόν τα χρήματα από την κουζίνα. Μαγειρεύει για τους επισκέπτες βραστή γίδα, μακαρονάδα με κιμά, φασολάδα και ρεβίθια. «Ζω στο ψηλότερο σημείο της Ελλάδας, αλλά δεν νιώθω μοναξιά. Φέτος, άλλωστε, το καταφύγιο απέκτησε και ασύρματη τηλεφωνική σύνδεση».
Το καταφύγιο στη Στέγη της Ελλάδας.
Στην περιοχή του Ολύμπου υπάρχουν 5 καταφύγια που παρέχουν στέγαση και σίτιση για όσους επιθυμούν να επισκεφτούν απλά ή και να διανυκτερεύσουν στο βουνό.
Το "Σπήλιος Αγαπητός" βρίσκεται στη θέση Μπαλκόνι. Κατασκευάστηκε το 1931 και πήρε το όνομά του από τον Αρχιτέκτονα Μηχανικό Σπήλιο Αγαπητό ο οποίος το σχεδίασε.
Το "Βρυσοπούλες" το οποίο απέχει 42 χλμ. από Ελασσόνα βρίσκεται μέσα σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Για την είσοδο των επισκεπτών απαιτείται άδεια από τον Διοικητή της μονάδας (απαραίτητη η αστυνομική ταυτότητα). Για τους αλλοδαπούς απαιτείται ειδική άδεια από το ΓΕΣ/Διεύθυνση Ειδικών Δυνάμεων. Στην ίδια τοποθεσία λειτουργεί το ομώνυμο χιονοδρομικό κέντρο, στο διάστημα Δεκεμβρίου - Μαρτίου, με συρόμενο αναβατήρα για την χρήση του οποίου είναι απαραίτητη μια υπεύθυνη δήλωση ότι σε περίπτωση ατυχήματος δεν ευθύνεται ο Ελληνικός Στρατός. Το ανώτερο υψόμετρο της πίστας είναι 2450 μ. και το κατώτερο 1900 μ. Η είσοδος και η διανυκτέρευση στο καταφύγιο είναι δωρεάν, όπως και η χρήση της χιονοδρομικής πίστας.
Το "Χρήστος Κάκαλος" βρίσκεται στο οροπέδιο των Μουσών. Κατασκευάστηκε το 1961 και το 1964 ονομάστηκε Βασ. Παύλος. Το 1984 μετονομάστηκε σε Χρήστος Κάκαλος προς τιμήν του πρώτου κατακτητή της κορυφής του Μύτικα.
Το "Σταυρός" κατασκευάστηκε το 1969 και βρίσκεται κοντά στο Λιτόχωρο, στη θέση Σταυρός, από όπου πήρε το όνομά του. Είναι γνωστό και ως καταφύγιο Τάκης Μπουντόλας, προς τιμήν του ορειβάτη που χάθηκε σε ανάβαση στα Ιμαλάια το 1985.
Το καταφύγιο «Γιόσος Αποστολίδης» βρίσκεται σε υψόμετρο 2.760 στον Όλυμπο, στο διάσελο μεταξύ των κορυφών Προφήτης Ηλίας και Τούμπα, σε ένα πετρώδες και άγριο σημείο. Πήρε το όνομά του από τον Πόντιο ορειβάτη Γ. Αποστολίδη, ο οποίος επισκέφθηκε το βουνό των θεών το 1959 και το αγάπησε. Στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα το καταφύγιο έχτισε μια ορειβατική καλύβα χωρητικότητας 10 ατόμων, για να προφυλάσσονται και να ξεκουράζονται οι κατακτητές της κορυφής. Οι Αρχές της εποχής... ανατίναξαν την καλύβα και το 1961 η έκταση παραχωρήθηκε από τον τσιφλικά Χρυσαβελόνη στον ΣΕΟ Θεσσαλονίκης, που διαχειρίζεται ώς σήμερα το καταφύγιο. Τα επόμενα χρόνια χτίστηκε με λεφτά του συλλόγου ο πρώτος όροφος και σήμερα το διώροφο πετρόκτιστο καταφύγιο μπορεί να φιλοξενήσει έως 100 επισκέπτες τη βραδιά. Δωμάτια του καταφυγίου μάλιστα φέρουν ονόματα ορειβατών που βοήθησαν στο χτίσιμό του. Είναι το υψηλότερο ορειβατικό καταφύγιο των Βαλκανίων, φιλοξενεί κάθε χρόνο 2.500 ορειβάτες και δέχεται περισσότερους από 3.500 επισκέπτες τους τέσσερις μήνες που λειτουργεί. Οι περισσότεροι είναι Έλληνες, αλλά συχνοί είναι και οι επισκέπτες από τη Γερμανία, την Ιταλία, την Τσεχία, την Πολωνία, την Ουγγαρία και τη Σλοβακία. Λίγο πιο κάτω, σε υψόμετρο 2.600 βρίσκεται το καταφύγιο «Χρήστος Κάκκαλος» και στα 2.100 το καταφύγιο «Σπήλιος Αγαπητός», τα οποία ανήκουν στην Πανελλήνια Ορειβατική Ομοσπονδία.
Εκτός από τα παραπάνω οργανωμένα καταφύγια, υπάρχουν σε διάφορες τοποθεσίες (Άγιος Αντώνιος, Μεγάλη Γούρνα, Λιβαδάκι, Σαλατούρα, κ.α.) μικρά κτίσματα τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν το χειμώνα σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης. Τα περισσότερα προσφέρουν απλώς στέγη, ενώ σε μερικά υπάρχουν και κρεβάτια.

ΓΑΥΡΟΛΙΜΝΗ.


Οι πρώτες καλύβες, που απετέλεσαν με την πάροδο του χρόνου το χωριό Γαυρολίμνη, κατοικήθηκαν από 10 περίπου οικογένειες το 1844. Οι κάτοικοι αυτοί ήταν νομάδες από διάφορα χωρια, όπως της Μακρυνείας, της ορεινής Ναυπακτίας, του Ξηρομέρου και της Πελοποννήσου, που δεν είχαν μόνιμη κατοικία, εξ αιτίας της διώξεως των Τούρκων. Από το 1831, που έφυγαν οι Τούρκοι, μέχρι του 1844 που ήρθαν στο μέρος αυτό και εγκαταστάθησαν μόνιμα, αυτοί ήταν εγκατεστημένοι ανατολικά του σημερινού χωριού, σε απόσταση περίπου 3 χιλιόμετρα, σε τοποθεσία που ονομάζεται Ταούτ Αγά (τουρκική ονομασία).
Αναφέρουμε μερικούς από τους κατοίκους που πρωτοκατοίκησαν στο χωριό αυτό: Γεώργιος Π. Φουσέκης, από την Μπουρλέσα Μακρυνείας, Χρήστος Ιωάν. Γιαννακόπουλος, από το Ξηρόμερο, Παπαγρηγόρης Λαλιώτης, από το χωριό Λάλα της Πελοποννήσου, Κωνσταντίνος Καρναχωρίτης, από την Μακρυνού.
Στο μέρος που κτίσθηκε με την πάροδο του χρόνου το χωριό, δεν υπήρχαν ούτε υπάρχουν ενδείξεις κατοικήσιμου μέρους. Υπήρχε μόνον ένας πύργος τουρκικός. Αυτός εκατοικείτο από Τούρκους και χρησίμευε ίσως για φυλάκιο.
Την ονομασία Γαυρολίμνη την πήρε το χωριό από την ονομασία ολοκληρης της περιοχής. Η περιοχή αυτή κατά τον Ελευθερουδάκη ονομάζεται Γαυρολίμνη ή Καβρολίμνη, δηλαδή λίμνη γεμάτη ψάρια με την ονομασία γαύρος ή λίμνη που περιέχει καβούρια. Κατά τη γνώμη δε ενός Γερμανού αρχαιολόγου ονομάζεται καπρολίμνη, δηλαδή βαλτώδης περιοχή που έχει πολλά αγριογούρουνα.
Το χωριό είναι κτισμένο στην πλαγιά ενός λόφου, που είναι κατάφυτος από πεύκα. Ο λόφος αυτός έχει υψόμετρο περίπου 250 μέτρα και ονομάζεται “Καλιακούδα” από το όνομα του Λουκά Καλιακούδα, οπλαρχηγού της Ελληνικής Επαναστάσεως από την Ιθάκη, που σκοτώθηκε εκεί. Στην κορυφή του λόφου υπάρχουν ερείπια από τα πρόχειρα ταμπούρια των Ελλήνων επαναστατών του ’21. Όπως αναφέρει ο Ελευθερουδάκης: «εις περιοχήν Γαυρολίμνης και ιδίως εις τον λόφον αυτόν έγινε τόση μεγάλη μάχη με τους Τούρκους, ώστε από το αίμα που εχύθη εσχηματίσθη λίμνη. Λόγω δε της μεγάλης επιτυχίας που είχε η μάχη αυτή υπέρ των Ελλήνων, είθισται να λέγεται εις ολόκληρον την Ελλάδα και μάλιστα εις επιτυχημένα γλέντια “Γαυρολίμνη να γίνη”».
Ο λόφος αυτός με την ονομασία “Καλιακούδα”, στην επάνω πλαγια του οποίου είναι κτισμένο το χωριό, επεκτείνεται ως είδος οροσειράς περίπου πέντε χιλιόμετρα από τη δημοσια οδό Ναυπάκτου-Μεσολογγίου μέχρι τον ποταμο Εύηνο, σχηματίζοντας έτσι δύο στενές διαβάσεις, μία προς νότον με το βουνό Βαράσοβα και μία προς βορράν με τον ποταμό Εύηνο. Επάνω σ’ αυτόν υπάρχουν διάφορες λοφοκορυφές με την ονομασία Τάπια. Η πρώτη κορυφή που αρχίζει από τον κάμπο είναι ένα φυσικό οχυρό και στη συνέχεια οι άλλες κορυφές όπως τα Ταμπούρια, Ρόγγα, Ξερόλογγα και του Γιώργη το Λημέρι.
Ολόκληρη αυτή η οροσειρά χρησίμευσε για τους Έλληνες αρματωλούς ως οχύρωμα και ορμητήριο για την παρεμπόδιση επικοινωνίας των Τούρκων του Καρνελιού Μεσολογγίου και Ναυπάκτου. Στις δύο στενές διαβάσεις, που προανέφερα, έχουν γίνει πολλές μάχες. Μία έγινε με τον Μούρτο Γιώργο, όπως τον ονόμαζαν οι Τούρκοι, ενώ το πραγματικό του όνομα ήταν Γεώργιος Αλεξόπουλος, από την Λομποτινά, μαζί με τον Δημήτριο Βλαχάκη από τον Μπερίκο, με 200 άνδρες στο στενό μεταξύ Βαράσοβας και Καλιακούδας, όπου διέλυσαν τους Τούρκους, που μετέφεραν χρήματα στην Ναύπακτο. Λέγεται μάλιστα ότι ο Μούρτο Γιώργος κάθησε και τα μοίρασε με το φέσι του σε όλους τους συντρόφους του, χωρίς να κρατήση ο ίδιος τίποτε, παρά μόνο την ικανοποίηση ότι εξολόθρευσαν τους Τούρκους.
Στο βόρειο δε στένωμα, που σχηματίζεται μεταξύ της λοφοσειράς Ρόγγα, Ξερόλογγα και ποταμού Ευήνου έγινε άλλη μεγάλη μάχη με τους Τούρκους, το 1585, με τον αρματωλό της Αιτωλίας Θεόδωρο Μπονά Γρίβα, όπου 9000 Τούρκοι κατατροπώθηκαν. Τέτοια υπήρξε η πανωλεθρία των Τούρκων, που η Ελληνική εποποιΐα την αποτυπωσε στο δημοτικό τραγούδι “Γιατί βουΐζουν τα βουνά”.
Στους πρόποδες του λόφου “Καλιακούδα” υπήρχαν τρεις πύργοι. Ο ένας ήταν στο κέντρο του σημερινού χωριού Γαυρολίμνη, ο άλλος σε απόσταση 500 μέτρων και ο τρίτος σε απόσταση 1000 μέτρων, όπου υπάρχει και σήμερα ο Ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, Βυζαντινού ρυθμού, χρονολογούμενος κατά τον Βυζαντινό αρχαιολόγο Ορλάνδο περίπου στα 950μ.Χ.
Πάντως δεν υπάρχουν αποδείξεις ούτε ενδείξεις ότι υπήρχε χωριό στην περιφέρεια Γαυρολίμνης κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, ίσως προγενέστερα να υπήρχε, διότι και ο Ναός, που προανέφερα, δείχνει ότι υπήρχαν κάτοικοι εκεί κοντά που εκκλησιάζονταν. Άλλη απόδειξη είναι ότι οι περισσότεροι λοφίσκοι και τα περισσότερα χωράφια είναι γεμάτα από τάφους χριστιανικούς.
Ήθη και έθιμα έχουμε τα συνηθισμένα του Νομού Αιτωλοακαρνανίας, δημοτικά τραγούδια της Ελληνικής Επαναστάσεως και της εξυμνήσεως του βουνού και της υπαίθρου, καθώς και δύο που αφορούν τον αρματωλό Λουκά Καλιακούδα, που σκοτώθηκε στην Γαυρολίμνη και άλλο που αφορά την πανωλεθρία των Τούρκων από τον Θεόδωρο Μπονά Γρίβα και τους Έλληνες πολεμιστές.
Στο λόφο που στολίζει το χωριό έγινε μια άλλη μεγάλη μάχη με τους Τούρκους το 1823, όπου έλαβε μέρος και πολέμησε γενναία με τους Κραββαρίτες ο Γεώργιος Ροντήρης και η μάχη αυτή πήρε την ονομασία του λόφου “Μάχη της Καλιακούδας”..
Πανηγύρια έχουμε κατά τον εορτασμό της μνήμης των Αρχιστρατήγων Μιχαήλ και Γαβριήλ, πολιούχων του χωριού μας, της Κοιμήσεως της Θεοτόκου και την Δευτέρα του Πάσχα, που γινόταν άλλοτε πολύ μεγάλο πανηγύρι στον Ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, όπου έπαιρναν μέρος και τα πέντε χωριά της περιφέρειας Γαυρολίμνης, Τρίκορφο, Καλαβρούζα, Κάτω και Άνω Βασιλική και παρέμεναν όλη την ημέρα στην ύπαιθρο κάτω από τον ελαιώνα της Εκκλησίας.
Ο δρόμος που συνέδεε άλλοτε το Μεσολόγγι με την Ναύπακτο, περνούσε από τους πρόποδες του λόφου Καλιακούδα, κοντά στο χωριό. Εκεί ήταν ένα χάνι, που χρησίμευε για στάθμευση των διερχομένων. Το χάνι αυτό, του οποίου τα θεμέλια υπάρχουν, ανήκε σε κάποιον Σκορδά. Όταν ξεκινούσαν οι ορεινοί Ναυπάκτιοι, για να πάνε στο Μεσολόγγι και στον κάμπο, όριζαν ως μέρος συνάντησης το χάνι αυτό, στο οποίο σπανίως συναντιόνταν. Γι’ αυτό και σήμερα ακόμη λέγεται, χάριν αστειότητος, η φράση “Καλή αντάμωση στού Σκορδά το χάνι”.

του π. Ιωάννου Γιαννακόπουλου

Το κάστρο του Επάχτου...

Κυλούν αιώνες και καιροί, σωρό γενιές περνούνε,
τ’ άστρα που λάμπουν σβήνουνε, καινούρια το φωτούνε.
Μά η θωριά του αγέραστη δεν γίνεται ρημάδια
μες της αβύσσου τ’ άφεγγα και τ’ άναυγα σκοτάδια...

Με πολεμίστρες άπαρτες και τάπιες δοξασμένες,
παληά ασκέρια καρτερούν, στην δόξα βουτυγμένες.
Κάποτε Μπρίκια αρμένιζαν και Δόγκικες Μπαρτσέρες,
μά σήμερα στον Άη-Λιά αχολογούν φλογέρες...
...
Κάστρο τ’ Επάχτου άπαρτο, μπαρουτοκαπνισμένο,
αραξοβόλι πειρατών, προίκα τρανή δοσμένο...
Χρυσή ρομφαία μπήχτηκε μές του θυμού το στήθος
κι έγινε ο θρύλος ξάκουσμα κι η Ιστορία μύθος....

Κάστρο τ’ Επάχτου, Κάστρο μας, αγέραστο θα μείνης,
πευκοντημένη θύμηση, καημούς για ν’ ανασταίνης
Τα χρόνια πάντα θα κυλούν, γενιές στο πέρασμά σου,
κι εμείς παληοί προσκυνητές στην πέτρινη αγκαλιά σου!...

Γιάννης Γαϊτάνης

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΜΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΟΥ...

(επιστήμονες, έμποροι, βιοτέχνες).


του Γιάννη Βαρδακουλά.




Γιά τούς Επαχτίτες το Λιμάνι με την αισθητική και τή γραφικότητά του είναι η πεμπτουσία της όλης εικόνας της πόλης. Οι μόνιμοι κάτοικοι εκεί καταφεύγουν, για ν’ απολαύσουν την θέα του, να ξεχάσουν στενόχωρες έγνοιες και να χαρούν οι ξενιτεμένοι σ’ αυτό γυρίζουν με τή φαντασία τους, για ν’ απαλύνουν τον πόνο της ξενιτιάς και οι περαστικοί και οι επισκέπτες εκεί στέκονται για λίγο, για να ξεκουραστούν και να κρατήσουν στή μνήμη τους την ωραία εικόνα από την πόλη μας. Τριάντα πέντε χρόνια ξενιτεμένος για τις σπουδές και την επιβίωσή μου, δεν παρέλειπα με τούς φίλους μου να ερχόμαστε για το ιερό προσκύνημά μας, για την ανανέωση του ψυχικού μας κόσμου.
Τό Λιμάνι μας δεν είναι έργο της φύσης αλλά του ανθρώπου. Είναι φανερή η προέλευσή του. Έγιναν οι δύο λιμενοβραχίονες, ο ανατολικός και ο δυτικός, με φραγμένη την είσοδό του, που άνοιξε μετά την εκσκαφή και την εκτέλεση των επιμέρους έργων του. Ο πυθμένας του είναι πλακοστρωμένος, μού είπε ο συμπολίτης πολιτικος μηχανικός και φίλος κ. Θ. Καρκαντζός, όπως επιβεβαιώνεται σε κάθε εκβάθυνσή του με τις πλάκες που ανασύρονται. Τί προϋπήρχε δεν είναι γνωστό. Πολύ πρίν φθάσουν οι Ενετοί και οι Οθωμανοί, ασφαλώς υπήρχε κάποιο αγκυροβόλιο, που εξυπηρετούσε τις θαλάσσιες μεταφορές, πράγμα που το επιμαρτυρεί και η αρχική ονομασία της πόλης μας, από την διαπεραίωση των Δωριέων στην Πελοπόννησο. Άς μή μάς διαφεύγει ακόμη το γεγονός ότι κατά μήκος της δυτικής πλευράς του Μόρνου υπήρχαν «αλυκές» για το αλάτι και εκτροφεία ψαριών, καθώς η περιοχή αυτή προσφέρεται και για τις δύο αυτές δραστηριότητες από την περίοδο ακόμη του Δεσποτάτου της Ηπείρου με υπολογίσιμα κέρδη, όπως αναφέρει σε εισήγησή της η Ελισ. Ζαχαριάδου (Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου Άρτας σ. 87-93), που σημαίνει ότι προϋπήρχαν αναπτυγμένες θαλάσσιες μεταφορές. Μεταγενέστερα, κατά την δεύτερη περίοδο της Οθωμανοκρατίας (1699-1829) το Λιμάνι είχε αποκλεισθή από κάθε σοβαρή εμπορική κίνηση, κατά τα δημοσιευμένα δηλωτικά του εμπορίου, όπου δεν αναφέρεται η Ναύπακτος ως λιμάνι εισαγωγής-εξαγωγής.
Από την ξυλογραφία του R. Von Waldheim, που βρίσκεται στην Έκθεση Τέχνης της Βιέννης (βλ. Ludwig Salvator «eine Spazierfahrtim Golf con Korinth», που υπάρχει στην Βιβλιοθήκη μας) προκύπτει ότι ο ανατολικός και ο δυτικός πύργος της εισόδου ήταν όμοιοι, καθένας με τή σκοπιά του, ενώ η βορεινή πλευρά του Λιμανιού δεν ήταν διαμορφωμένη το μουράγιο της είναι μεταγενέστερο.
Ο περιηγητής Spήn, που πέρασε από την πόλη μας γύρω στα 1675, άναφέρει ότι η είσοδος του Λιμανιού κλεινόταν με αλυσίδα. Προφανώς κάθε ελλιμενισμένο πλεούμενο έπρεπε να καταβάλλη πρό του απόπλου του κάποιο χρηματικό ποσό για τον ελλιμενισμό του έτσι ελεγχόταν η αναχώρησή του, μετά την καταβολή του σχετικού τέλους.
Από τή θάλασσα εισχωρούσαν δύο τάφροι, που αγκάλιαζαν το Λιμάνι, όπως αυτό προκύπτει από τον πίνακα του Οθωμανού ζωγράφου Nasuh Matrakci, του 16ου αιώνα, που έφθαναν μέχρι τα δύο χαμηλότερα διαζώματα. Οι παλαιότεροι θυμόμαστε ότι και προς τα δυτικά του λιμανιού η θάλασσα έφτανε μέχρι την τάπια του Κολοκύθα-Παλαιογιάννη, πρίν γίνουν οι μεταγενέστερες προσχώσεις Από το δυτικό μουράγιο του Λιμανιού ρίχνονταν πρωϊ-πρωϊ κάθε 25η Μαρτίου τα «μάσπουλα», κροτίδες εκκωφαντικές, που ανήγγειλλαν τον εορτασμό της Εθνικής μας Εορτής.
Στό πρώτο ήμισυ του αιώνα που πέρασε, η εμπορική κίνηση του Λιμανιού μας αφορούσε την εξαγόμενη εγχώρια παραγωγή μας και τα εισαγόμενα αγαθά. Βιομηχανική παραγωγή δεν υπήρχε. Λειτουργούσε μόνο η Ηλεκτρική Εταιρεία, που εκάλυπτε μόνο την πόλη, δύο-τρείς μικροί αλευρόμυλοι, του Κοσσαντιανού, του Νόβα και του Μούσγου (ο πρώτος με ηλεκτροκίνηση και οι άλλοι με υδατοκίνηση) και δύο Ελαιουργεία, της Ηλεκτρικής και του Νόβα, παλαιότερα ιπποκίνητο. Η αγροτική παραγωγή περιοριζόταν στο τριφύλλι, που το περισσότερο εξαγόταν, στή μαύρη σταφίδα, σιτάρι και καλαμπόκι, σε πολύ περιορισμένη κλίμακα και στα άλλα είδη γεωργικής παραγωγής για τις ανάγκες της πόλης. Στή γύρω ημιορεινή περιοχή υπήρχαν κοπάδια αρνιών και κατσικιών, από τα οποία πολλά εξάγονταν Όλα τα άλλα αγαθά εισάγονταν, εκτός από αυτά που η ντόπια βιοτεχνία παρήγε.
Η απασχόληση στην περιοχή μας ήταν περισσότερο εποχιακή, τα εισοδήματα από ελάχιστα έως μικρά εμβάσματα από τούς ξενιτεμένους, οι μισθοί των υπαλλήλων και οι συντάξεις. Γι’ αυτό έφευγαν πολλοί, ιδίως από τα γύρω χωριά και εργάζονταν απέναντι στο Μοριά, στα χωράφια και τα σταφιδοεργοστάσια του Αιγίου και γύριζαν όταν τελείωναν οι δουλειές, με την αιματηρή οικονομία τους για το χειμώνα. Κατέβαιναν σε συντροφιές από τα γύρω κοντινά χωριά μερικοί ίσως έβλεπαν για πρώτη φορά τή θάλασσα και όταν ήταν κυματούσα τούς φόβιζε. Γιά μάς που από παιδιά το είχαμε συνηθίσει, το θέαμα της εισόδου τους στα καϊκια ήταν το λιγότερο παράξενο, καθώς τούς τραβούσαν οι ναυτικοί......
Σ’ αυτή τή μικρή αγορά προστίθονταν οι κάτοικοι των γύρω χωριών της ορεινής Ναυπακτίας και των κοντινών της Δωρίδας. Αυτός ο όγκος των διακινούμενων αγαθών, της εισαγωγής και της εξαγωγής, προσδιόριζε κατά βάσιν την εμπορική κίνηση του Λιμανιού. Κατά περιόδους γινόταν διακίνηση εμπορευμάτων που προορίζονταν για τα ανατολικά χωριά της Μακρυνείας, γιατί ο ελλιμενισμός στο Κρυονέρι ήταν πολύ δύσκολος τούς χειμερινούς μήνες και τα χωριά αυτά εξυπηρετούνταν πιό καλά μέσω της Ναυπάκτου.
...Υπήρχε, λοιπόν, μιά σχετική κίνηση ανθρώπων και αγαθών, που πραγματοποιείτο με τή θαλάσσια επικοινωνία, δεδομένου άλλωστε ότι η οδική επικοινωνία ήταν υποτυπώδης. Μόλις το 1932 άρχισε η κατασκευή της εθνικής οδού που συνδέει τή Ναύπακτο ανατολικά με το Λιδωρίκι και την Άμφισσα και δυτικά με το Μεσολόγγι και τις προεκτάσεις των αξόνων αυτών.
Η κύρια επικοινωνία ήταν με τον απέναντι Μοριά. Μικρά πλεούμενα με πανιά εκτελούσαν τή συγκοινωνία με τον Ψαθόπυργο, όταν ο άνεμος το επέτρεπε διαφορετικά οι ναυτικοί μας ρίχνονταν στή μάχη με τα κουπιά, σε μιάν απόσταση πέντε περίπου μιλίων. Ήταν βέβαια τα σκάφη αυτά μικρά, που μόλις μπορούσαν να διαπεραιώσουν τριάντα-σαράντα άτομα. Ήταν παλαιότερα η «Παντόφλα» του Κοντόγιωργα, η «Τσίλια» του Μπαρμπ-Αναστάση, τα μικρά πλεούμενα του Νικόλαου Τουρνάρα και του Τσαρούχη, που έκαναν το «Πέραμα» προς Αη-Βασίλη και Θεοφίλου παλαιότερα. Η «Πύλαρος» του Σπύρου Αθανασίου-Πατάκα και η «Θοδωρούλα» αργότερα του Τουρνάρα, ναυτικού από το Μοναστηράκι της Δωρίδας, που αντικαταστάθηκε από τή γαΐτα του Νικ. Παπαπαναγιώτου και μιά μικρότερη του Γιάννη Σαϊτάνη, πάντα στή γραμμή Ναύπακτος-Ψαθόπυργος.
Αργότερα στή γραμμή αυτή έκαναν τα δρομολόγια νεότερα σκάφη με μηχανή, η γαΐτα του Δημ. Τσαγκαράκη και το κανό «Δαμασκηνί» των Κ. Παξινού, Κ. Τόλια και Δ. Τσαγκαράκη..
Εκτελούνταν δύο δρομολόγια την ημέρα: ένα το πρωϊ στις 6 με επιστροφή στις 9 και το δεύτερο στις 11 με επιστροφή στις 3 παρά τέταρτο. Τά δρομολόγια είχαν ρυθμιστή έτσι, ώστε το πρωϊνό να προλαβαίνη το τραίνο Πάτρα-Αθήνα, στο οποίο επιβιβάζονταν οι επιβάτες για την Πρωτεύουσα, παραδιδόταν ο σάκος του Ταχυδρομείου και παραλαμβανόταν ο πρωϊνός Τύπος της Πάτρας και του Ταχυδρομείου από το μεσημβρινό Αθήνα-Πάτρα κατέβαιναν οι επιβάτες από Αθήνα, για να επιβιβαστούν στην γαΐτα που περίμενε στο λιμανάκι ήταν αρκετός ο δρόμος, ανηφορικός-κατηφορικός, κουραστικός, όταν έπρεπε να μεταφέρης και τις αποσκευές σου. Γιά τούς επιβάτες οι συνθήκες του ταξιδιού ήταν πρωτόγονες, καθώς ήταν εκτεθειμένοι στον αέρα και τα κύματα. Πέρασαν πολλά χρόνια, ώσπου να διασκευασθή ο χώρος για τούς επιβάτες. Ακόμη και το 1940, όπως προκύπτει από δημοσίευμα της «ΦΩΝΗΣ», «τα συγκοινωνιακά μέσα στις γραμμές Ναυπάκτου-Πατρών ή Ναυπάκτου-Ψαθόπυργου πρέπει να εκπληρούν όλους τούς όρους και τις προβλεπόμενες διατάξεις και να εξασφαλίζουν απαραιτήτως την άνεσιν και την ασφάλειαν των ταξιδευόντων». Γιά τον καπετάνιο και το πλήρωμα δεν γίνεται λόγος αυτοί ανεμοδαρμένοι και μουσκεμένοι από τα κύματα μέχρι το κόκκαλο.
Τό πρωϊνό ξεκίνημα, για το οποίο μάς αφήκε μιά περιγραφή ο Γιάννης Βλαχογιάννης στο διήγημά του «Μισεμός», είχε τή δική του ιεροτελεστία και γραφικότητα. Από τις πέντε, νύχτα ακόμη, ακουγόταν ο «κόρνος», που είχε και την ονομασία «Μπουρού» την τελευταία έχει διαφυλάξει ο φίλος ναυτικός κ. Γιάννης Αθανασίου-Πατάκας με τον ιδιότυπο ήχο της στα χέρια των Κοκόγια και Κ Γρίβα. Άρχιζε σιγά-σιγά η συγκέντρωση των ναυτικών, των ταξιδιωτών και άλλων, που συνήθιζαν να είναι παρόντες κατά την αναχώρηση του «Περάματος» άλλωστε τα καφενεία ήταν ανοιχτά δύο ώρες πρίν για τον καθιερωμένο καφέ και το κονιάκ τούς χειμερινούς μήνες.
Κατά την αναχώρησή μας για την Πρωτεύουσα και την επιστροφή μας, ποιός από τούς παλαιότερους δεν θυμάται τον Μπαρμπα-Σύρο τον Πατάκα παραγκόνι αυτό των Αθανασίου που μάς κατευόδωνε και μάς καλωσόριζε στην πόρτα του τραίνου με αγάπη και ενδιαφέρον για τις σπουδές μας. Γνώριζε τον καθένα μας με κάθε λεπτομέρεια.
Η μεγαλύτερη εμπορευματική κίνηση εξυπηρετείτο παλαιότερα από τα καΐκια «Πανωραία» του Σπύρου Βουτσινά, «Άγιος Γεώργιος» του Πάνου Ασημακόπουλου, του Πανούτσου, «Ατρόμητος» του Δημητράκη Τραγούδα, «Άρης» του Πάνου Ρήγα-Σκοπελίτη, «Άγιος Νικόλαος» του Περικλή Οικονόμου, «Πάσσαρα» του Κώστα Βουτσινά, με τούς ατρόμητους καπεταναίους τους στα πανιά, που έπλεαν στον Κορινθιακό και Πατραϊκό και προς τα νησιά του Ιονίου «Καλή Τύχη» των αδελφών Κουλούρη και του Λευτέρη Θεοδωρόπουλου και αργότερα ο «Άρης» και «Άγιος Νικόλαος» πετρελαιοκίνητα, και τα νεότερα : «Ναυπακτία» πετρελαιοκίνητο, «Έλλη» ατμοκίνητο, που βούλιαξε στο Λιμάνι, «Σουλτάνα» και «Θάσος» του Γιώργου Τραγούδα, «Αλκυών» του Κ. Βουτσινά, «Άγιος Μηνάς» του Γιάννη Κουλούρη, «Δωρίς» των αδελφών Αθανασίου, «Βαλκυρία» των αδελφών Ανδρέα και Οδυσσέα Τραγούδα, «Ατρόμητος» στή συνέχεια.... με θερμαστές τούς Ανδρέα Γιαννιώτη και Μπάμπη Φαφατά και στή μηχανή τον αξέχαστο Χάρη, που τον απαθανάτισε στούς στίχους του ο Θανάσης Δράκος.
Μέ τή μηχανοκίνηση των σκαφών καθιερώθηκε και δεύτερο δρομολόγιο για την Πάτρα. Έφευγαν το πρωϊ, γύρω στις 7:00 και επέστρεφαν το απόγευμα στις 4:00. Στά σκάφη διακινούνταν και οι «παραγγελιοδόχοι», που εκτελούσαν, έναντι αμοιβής, τις παραγγελίες, ενώ στην προκυμαία έδρευαν οι «φορατζήδες», γατί ορισμένα είδη, εισαγόμενα και εξαγόμενα, έπρεπε να καταβάλλουν κάποιο δασμό, κατάλοιπο παλαιότερων εποχών και συνηθειών. Στήν τοπική εφημερίδα «ΦΩΝΗ» της 1ης Φεβρουαρίου 1931, υπάρχει δημοσίευμα κατά το οποίο τα Συμβούλια του Εμπορικού και Επαγγελματικού κόσμου διαμαρτύρονταν για το διπλασιασμό του κοινοτικού φόρου των εισαγόμενων ωνίων και εμπορευμάτων. Καί πάλι, κατά την άφιξη, ένας κόσμος περίμενε, οι περισσότεροι από συνήθεια ή από τάση αλλαγής στην κίνηση του Λιμανιού, από τή μονοτονία της επαρχιώτικης τότε ζωής ή για την εφημερίδα και τον πάγο, που ερχόταν σε κολόνες από την Πάτρα, σκεπασμένος με λινάτσα και ήταν απαραίτητος για τή μπύρα το ποτήρι, το παγωτό και μερικές φορές για κάποιον ασθενή, όταν ο γιατρός διέτασσε επιθέματά του.
Τά διακινούμενα εμπορεύματα για την πόλη διοχετεύονταν μέσω των μεγάλων τότε καταστημάτων, του Ρεπόπουλου και του Χρυσαΐτη, που μέσω της Πάτρας, ιδιαίτερα ο δεύτερος έφθανε μέχρι την Τεργέστη, ενώ τα προοριζόμενα για τα γύρω χωριά και την ορεινή Ναυπακτία εμπορεύματα ακολουθούσαν τή διακίνηση μέσω των μαγαζιών-χανιών, όπου περίμεναν γυναίκες για τή μεταφορά τους, τα δέ προοριζόμενα για τα χωριά της κοντινής Μακρυνείας έφθαναν στον προορισμό τους με το φορτηγό αυτοκίνητο του Κομπιοσόρα. Ζαλωμένες νέες κοπέλλες, σάν το κρύο νερό, ξεκινούσαν το χάραμα το χειμώνα και σούρουπο το καλοκαίρι για την κοπιαστική τους ανάβαση στα χωριά, μιά πορεία 8-10 ωρών.
Η εμπορική κίνηση για την ορεινή Ναυπακτία παρουσίαζε έξαρση σε περιόδους εκλογών. Τότε κατέφθαναν στον προλιμένα της πόλης μας μεγάλα φορτηγά πλοία, έμφορτα με καλαμπόκι και μεγάλα ζώα από τή Ρουμανία συνήθως, γιατί έπρεπε οι εκλογές να είναι «αδιάβλητες»... Τά καΐκια, που έχουν προαναφερθή, πλεύριζαν στα μεγάλα πλοία για τή φόρτωση και από εκεί στο Λιμάνι για την εκφόρτωσή τους τα ζώα, αγελάδες και μοσχάρια, κρέμονταν με ιμάντα στην κοιλιά από το βίντζι του καραβιού, αφήνονταν σιγά-σιγά στή θάλασσα κι από εκεί πλέοντας έφθαναν μόνα τους στην παραλία, όπου τα περίμεναν.
Υπήρχε και μιάν άλλη γραμμή επικοινωνίας, αυτή της ακτοπλοΐας, με τα ατμοκίνητα «Ναυσικά», «Αθηνά», και «Αμφιτρίτη», που συνέδεαν τον Πειραιά με τα λιμάνια του Κορινθιακού Κόρινθο, Ιτέα, Γαλαξίδι, Αίγιο, Ναύπακτο με την Πάτρα και το Μεσολόγγι, για εμπορεύματα και επιβάτες, οι οποίοι αποβιβάζονταν και επιβιβάζονταν με μικρές βάρκες, που δεινοπαθούσαν τούς χειμωνιάτικους μήνες από τα κύματα και τή βροχή.
Ένας κόσμος ναυτικών με τις πολυμελείς τότε οικογένειές τους αποζούσε από το Λιμάνι και έκανε προκοπή. Δέν ήταν όμως οι μόνοι. Οι φορτώσεις και εκφορτώσεις γίνονταν από τούς Λιμενεργάτες, άντρες με αντοχή στα βάρη, που έσφιγγαν τή μέση τους με πλουμιστά ζωνάρια, για να ενισχύσουν την αντοχή τους και φορούσαν μάλλινες φανέλλες. Φορτωμένοι ισορροπούσαν πάνω στον «πόντε» -μιά τάβλα που συνέδεε το καϊκι με την αποβάθρα.. Από το πρωΐ μέχρι το βράδυ δουλειά-δουλειά χωρίς αναπαμό. Κι όταν έπαιρνε το σούρουπο, με κάποιο πρόχειρο μεζέ στα κρασοπουλιά του Στενοπάζαρου προσπαθούσαν να ξεχάσουν την κούραση και τον καημό τους στο κατοστάρι οι λιμενεργάτες, ο Δήμος Ρούμπας, οι αδελφοί Κορομπίλη, ο Κ. Κουγιούφας, οι αδελφοί Δασκαλόπουλοι-Τίγγερη, ο Σταματόπουλος-Μητσάρας, ο Θεοφάνης Μπερεβέσκος, ο Τάκης Ρίζος και ο Πρόεδρός τους Νίδας Μελιγκιώτης.Στό Λιμάνι ζούσε και ανέπνεε και κινείτο κι ένας άλλος κόσμος ναυτικών, οι Ψαράδες.
Οι παλαιότεροι του επαγγέλματος είχαν ως απασχόλησή τους τις τράτες για τή λειτουργία των οποίων πέρα από τον πλοιοκτήτη-καπετάνιο, απασχολούνταν πολλοί μεροκαματιάρηδες μερικοί από τούς οποίους, χωρίς οικογένεια, είχαν για κατοικία τή βάρκα, ιδιαίτερα τούς θερινούς μήνες. Θυμάμαι τρείς τράτες: του Μήτσου Αρτινόπουλου, του αδελφού του Γιώργου και του Ανδρέα Σφαέλου, που πνίγηκε στό στενό Ρίου-Αντιρρίου.
Οι τρατάρηδες δεν έπαιρναν ημερομίσθια. Η αμοιβή τους, ημερήσια, γινόταν με τή συμμετοχή τους στα έσοδα, σύμφωνα με μιά κλίμακα που είχε προαποφασισθή και η οποία διέφερε από περιοχή σε περιοχή. Σέ μάς εδώ ξεχώριζαν τα μερίδια του επιχειρηματία ως ιδιοκτήτη, καπετάνιου και εργαζόμενου, το δέ υπόλοιπο των εσόδων κατανέμετο σε ίσα μερίδια για τον καθένα σε περίπτωση που δεν είχαν «ψάρια», ο επιχειρηματίας έδινε στον καθένα μιά φραντζόλα ψωμί και κάποτε και τσιγάρα. Ο τρόπος αμοιβής δεν πρέπει να κάνη εντύπωση, γιατί μορφές συμμετοχής των εργαζομένων στις επιχειρήσεις είχαν καθιερωθή στον τόπο μας πολύ πρίν το 1770, όπως είναι γνωστό με τή «Συντροφιά» στα Αμπελάκια της Θεσσαλίας. Στήν Παπαχαραλάμπειο Βιβλιοθήκη μας υπάρχουν σχετικές εργασίες για τις επιχειρήσεις στή στεριά και τή θάλασσα, για όποιον θέλει να ενημερωθή.
Άλλοι χρησιμοποιούσαν το «Μπραγάνι», μικρή τράτα, χωρίς όμως πλεούμενο, την οποία άπλωναν στή θάλασσα «πελαγώνοντας» και τούς χειμερινούς ακόμη μήνες.
Μετά τή Μικρασιατική καταστροφή και την άφιξη και εγκατάσταση στην πόλη μας των Προσφύγων, οι μέθοδοι αλιείας εμπλουτίστηκαν από τούς νεοφερμένους Θανάση Μεσσηνέζη και Κοσμά Μαλλίδη. Προστέθηκαν το «γρί-γρί», η «καλαμωτή», και το «παραγάδι».
Στό «γρί-γρί» χρησιμοποιούνται δύο σκάφη, που ρίχνουν τα δίχτυα τους σε κύκλο στο πάνω μέρος επιπλέουν οι φελλοί και στή θάλασσα βυθίζονται τα μολύβια, που σιγά-σιγά σουρώνουν με τή «στίγκα» και τα ψάρια συγκεντρώνονται στο δίχτυ το πλήρωμα δουλεύει και στα δύο σκάφη, συντομεύοντας έτσι το χρόνο. Στήν «καλαμωτή» το δίχτυ περιβάλλεται γύρω-γύρω από καλαμωτή με δίχτυ, που παρεμποδίζει να διαφύγουν τα έγκλειστα στο δίχτυ ψάρια. Τό ένα καλάμι απέχει από το άλλο περίπου μισή οργιά. Η τεχνική του «παραγαδιού» στηρίζεται σε μεγάλο αριθμό δολωμένων αγκιστριών, που εκτείνονται κατά μήκος της θάλασσας. Τό ψάρεμα με το «γρί-γρί» κυρίως γινόταν μέσα στον Κορινθιακό, στον Πατραϊκό στην περιοχή της Αγιάς και στην ανοιχτή θάλασσα μέχρι και τις Οξιές και τον Αστακό. Τό αλίευμα πωλείτο από τούς ίδιους τούς ψαράδες ή με τή βοήθεια των μικροεμπόρων Γιώργου Καραβασίλη, Σάββα και Πέτρου Μιχαλόπουλου, γνωστού ως Πέτρου της Βαλτινιάς.
Παλιότερα τα δίχτυα ήταν βαμβακερά και έπρεπε κάθε τόσο να βαφούν στο καζάνι, όπου έβραζαν φλούδες από πεύκο. Πρίν μερικά χρόνια
με την είσοδο του ναϊλον έγιναν κι αυτά από το υλικό αυτό.
Πού και που τή νυχτιά ή την αυγινή σιγαλιά διέκοπταν οι εκρήξεις του δυναμίτη, τον οποίο χρησιμοποιούσαν, παράνομα φυσικά, δυό-τρείς συμπολίτες ψαράδες, που τούς έχει σκεπάσει ήδη η πλάκα του τάφου....
Στήν εποχή μας την τράτα χρησιμοποιεί ο Νίκος Τσάτσος, ενώ οι άλλοι, Λάκης και Αντώνης Μαλλίδης, Τάκης Βώσος-Παυλάκιας, Σπύρος και Νίκος Κουγιούφας, Μιχάλης Χειμαριός και ο γιός του Γιάννης, Γιώργος Γρηγορίου, Ηλίας Πελέκης, Κώστας Ζωργιός και τώρα τελευταία ο Χρήστος Κονταξής, Πρόεδρος του οικείου Σωματείου, κατά κανόνα ψαρεύουν με τή μέθοδο της «Αποστασίας»-ρίχνουν από βραδίς τα δίχτυα και τα σηκώνουν την επομένη το πρωϊ με ό,τι τούς τύχει ως αλίευμα.
Τό επάγγελμα του θαλασσινού, ναυτικού ή ψαρά, ήταν σκληρό τα παλαιότερα χρόνια, με κρύο, χιόνι ή βροχή, καθώς έλειπαν τα σημερινά τεχνικά μέσα. Ανεμοδαρμένοι, ηλιοκαμένοι, βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο, αγωνίζονταν για το καθημερινό, με τον ελλοχεύοντα πάντα στή θάλασσα κίνδυνο, που μετράει και στην περιοχή μας τα θύματά του.. Στή «ΦΩΝΗ» και πάλι της 12ης Απριλίου 1931, κατά δημοσίευμά της αναφέρεται «κατά την προχθεσινήν θαλασσοταραχήν ανετράπη το αλιευτικόν πλοιάριον του Χαραλ. Σμυρνιού η «Γεωργία» και επνίγη ο αδελφός του ιδιοκτήτου Γ. Σμυρνιού των ετέρων δύο διασωθέντων»
Οι Ναυτικοί μας διακρίνονται για την πίστη και το σεβασμό στή θρησκεία μας και ιδιαίτερα στον Προστάτη Άγιό τους, τον Άγιο Νικόλαο.
Από τούς Ναυτικούς μας όλους είχε ιδρυθή , με πρωτοβουλία του Διευθυντή του Δημοτικού Σχολείου της πόλης μας, του αείμνηστου Γιάννη Κοτίνη, ο Σύλλογος των Ναυτικών ,που εόρταζε στή μνήμη και εορτή του Αγίου Νικολάου, στις 6 Δεκεμβρίου. Κάθε φορά η οικογένεια Ναυπάκτιου Ναυτικού ετοίμαζε το Δίσκο με το σιτάρι και ο Σύλλογος την αρτοκλασία του. Από βραδίς μιά παλιά βαρκα καιγόταν στή μνήμη του Αγίου Νικολάου, ενώ την επομένη οι Ναυτικοί μας με τις οικογένειές τους,φορώντας ό,τι καλύτερο είχαν, προσέρχονταν στην Εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, όπου με τή συμμετοχή του Μητροπολίτη λάμβανε χώρα η ιεροτελεστία. Ήταν για τούς Ναυτικούς μας εορταστική, χρονιάρα η μέρα της εορτής. Κάθε Αγίου Νικολάου ξεκινούσαν τα καϊκια, που μετέφεραν δωρεάν τούς προσκυνητές στο Αντίρριο, που είχε την τοπική του εορτή στή μνήμη του προστάτη των Ναυτικών.
Αργότερα αποφασίστηκε η ανέγερση Ναού στή μνήμη του Αγίου, του Προστάτη τους, στην περιοχή της Ψανής, όπου και υπάρχει σήμερα θυμίζοντας τα «ναυτικά κλέη» των ανθρώπων του Λιμανιού μας..Εκκλησία του Αγίου Νικολάου υπήρχε και παλαιότερα στή Ναύπακτο, όπου σήμερα η Πλατεία Δημητρίου Παπαχαραλάμπους. Μαθητής πρόλαβα τα ερείπιά της....
Τελειώνοντας το Ιστορικό αυτό για το Λιμάνι μας και τούς ανθρώπους του, ευχαριστώ θερμά όλους όσοι με βοήθησαν να θυμηθώ και να προσθέσω στή μνήμη μου σχετικά στοιχεία, ιδιαίτερα τούς αγαπητούς φίλους μου Γ. Αθανασίου-Πατάκα, Λάκη Μαλλίδη και Μιχάλη Χειμαριό, και να αποτίσω τον οφειλόμενο φόρο σεβασμού και τιμής σ όλους τούς ανθρώπους του Λιμανιού μας. Είναι όλοι τους αξιοσέβαστοι, γιατί ό,τι δημιουργούν είναι από τον προσωπικό τους μόχθο. Άνθρωποι απλοί, άντρες αληθινοί. Είμαι ευτυχής που με θεωρούν φίλο τους, που μού μιλούν με φιλική διάθεση και οικειότητα και πιό ευτυχής, όταν πίνουμε συντροφιά τον καφέ μας. Αυτές οι ώρες είναι από τις ωραιότερες της ζωής μου. Τό εννοώ, το αισθάνομαι αυτό και δεν τούς «κανακίζω» με τα πηγαία αυτά λόγια μου.

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα «Εκλησιαστική Παρέμβαση.»

11/11/09

Αγριόγατα στα Βαρδούσια.

"Μια βόλτα στα Βαρδούσια ήταν η αιτία μιας συνάντησης αλλιώτικης από τις άλλες. Στον δρόμο ανάμεσα από τα έλατα μια φιγούρα γνώριμη μόνο μέσα από ντοκυμαντέρ και φωτογραφίες ήρθε για να με κάνει να έχω και εγώ το προνόμιο της συνάντησης μαζί του. Τελικά λίγο πριν χαθεί πρόλαβα και εκείνη μου έκανε το χατήρι (επιστρατεύοντας όσο και εάν φαίνεται απίστευτο το γνωστό από την ξαδέρφη της "ψιψιψιψι") αν και όχι τόσο εύκολα να την φωτογραφίσω..."
Aναδημοσιεύεται απο το :
Εμείς - και με αφορμή αυτή την "δημοσίευση" που επιβεβαιώνει την μοναδική βιοποικιλότητα που φιλοξενούν τα Βαρδούσια- δεν μπορούμε παρά να ξανατονίσουμε την αναγκαιότητα της άμεσης προστασίας του οικοσυστήματος των Βαρδουσίων, μέσω της κύρηξής τους σε Εθνικό Πάρκο!

9/11/09

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΡΙΚΕΛΟΠΟΤΑΜΟΥ!

Να σωθεί το Πανταβρέχει!
ΟΧΙ ΣΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΤΗΣ ΕΥΔΑΠ!
ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΚΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΚΡΙΚΕΛΟΠΟΤΑΜΟΥ!
ΑΜΕΣΗ ΙΔΡΥΣΗ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΑΡΚΟΥ " ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ-ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ-ΚΡΑΒΑΡΙΤΙΚΩΝ ΒΟΥΝΩΝ"!

Σχεδιάζουν εκτροπή και του Αώου στην οροσειρά της Πίνδου!

Σοβαρές αντιδράσεις προκαλούν τα σχέδια για τη μεταφορά εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού από το Εθνικό Πάρκο της Β. Πίνδου στη λίμνη των Ιωαννίνων!
Σχέδια για τον εμπλουτισμό της λίμνης Παμβώτιδας στα Ιωάννινα αλλά και τη δημιουργία δύο μικρών υδροηλεκτρικών σταθμών με τη μεταφορά νερού από τον ποταμό Αώο εξετάζονται από τον Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου.
Πέντε περιβαλλοντικές οργανώσεις καταδικάζουν τα προτεινόμενα έργα, χαρακτηρίζοντάς τα αναχρονιστικά. «Οι εκτροπές ποταμών έγιναν μόδα και απειλούν την Πίνδο», υποστηρίζουν.




Τις σοβαρές αντιδράσεις περιβαλλοντικών οργανώσεων εγείρουν η σχεδιαζόμενη εκτροπή του ποταμού Αώου και η μεταφορά εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού από το Εθνικό Πάρκο της Βόρειας Πίνδου στη λίμνη των Ιωαννίνων.
Η άντληση νερού από την περιοχή της Βάλια Κάλντα, η οποία είναι γνωστή για τη σπάνια γεωμορφολογική της σύνθεση, συνιστά -σύμφωνα με τις οργανώσεις WWF, «Καλλιστώ», Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, Πίνδος Περιβαλλοντική και «Αρκτούρος»- ανατροπή των κανόνων της φύσης και της λογικής.
Πρόκειται, όπως υποστηρίζουν, για μια τεράστια οικολογική καταστροφή στο υδάτινο σύστημα του Αώου και αποτελεί παράνομη ενέργεια, αφού στο Εθνικό Πάρκο, το οποίο ορίζεται ως ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών, απαγορεύονται η κατασκευή αγωγού για τη μεταφορά του νερού και η διάνοιξη οδού.
Οπως επισημαίνει η WWF, η άντληση 70 εκατομμυρίων κ.μ. νερού κατ’ έτος από την κοίτη του ποταμού, η επαναφορά του στη λίμνη Πηγών Αώου και η εν συνεχεία διοχέτευσή του στη Λίμνη Παμβώτιδα αντιβαίνουν στη λογική της αειφόρου ανάπτυξης και στην υποχρέωση της χώρας για ορθολογική διαχείριση των υδάτων. Τα σχέδια για το συγκεκριμένο έργο (που έχει προταθεί από την ΔΕΗ και από την εταιρία «Τέρνα Ενεργειακή» ) γνωστοποιήθηκαν σε συνεδρίαση του φορέα διαχείρισης, ο οποίος κλήθηκε να γνωμοδοτήσει επί της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης του έργου που σχεδιάζεται εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου.
«Μια θετική γνωμοδότηση σημαίνει ότι ο Φορέας Διαχείρισης, σκοπός του οποίου είναι η προστασία των πολύτιμων χαρακτηριστικών του Εθνικού Πάρκου, θα ανοίξει τον δρόμο για την υλοποίηση ενός καταστροφικού για την περιοχή έργου», δήλωσε ο Κώστας Τζιόβας, εκπρόσωπος των περιβαλλοντικών οργανώσεων στο Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου. «Μια αρνητική γνωμοδότηση θα μπορούσε να δώσει ένα οριστικό τέλος σε μια ιστορία που με διάφορες μορφές έρχεται και επανέρχεται τα τελευταία τριάντα χρόνια».
Στα σχέδια προβλέπεται η μεταφορά 70 εκατ. κυβικών μέτρων νερού από την περιοχή της Βοβούσας που βρίσκεται σε υψόμετρο 1.020. Οι ποσότητες θα οδηγούνται μέσω αγωγού με άντληση προς τον ταμιευτήρα της ΔΕΗ, τη Λίμνη Πηγών Αώου, στα 1.350 μέτρα, και από εκεί θα αποδίδονται σταθερά προς την πόλη των Ιωαννίνων. Κατά τη διαδρομή τους προς την πρωτεύουσα του Νομού τα νερά θα συναντούν δύο υδροηλεκτρικούς σταθμούς, συνολικής ισχύος 8,8 ΜW ενώ υπό εξέταση είναι και η μελλοντική ανάπτυξη έργων στον ποταμό Καλαμά. Το κύριο πρόβλημα της Παμβώτιδας εντοπίζεται στην οικολογική υποβάθμιση που έχει υποστεί από την απορροή αστικών και βιοτεχνικών λυμάτων από τη συσσώρευση υπολειμμάτων από τις κτηνοτροφικές και άλλες μονάδες και τις γεωργικές δραστηριότητες της περιοχής κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες.
Το κύριο πρόβλημα της Παμβώτιδας εντοπίζεται στην οικολογική υποβάθμιση που έχει υποστεί από την απορροή αστικών και βιοτεχνικών λυμάτων από τη συσσώρευση υπολειμμάτων από τις κτηνοτροφικές και άλλες μονάδες και τις γεωργικές δραστηριότητες της περιοχής κατά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες. Όπως υποστηρίζουν οι WWF Ελλάς, Καλλιστώ, Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, Πίνδος Περιβαλλοντική και Αρκτούρος, η περιοχή όπου προβλέπεται να γίνει η κατασκευή του αγωγού για τη μεταφορά του νερού αλλά και η διάνοιξη οδού για την πραγματοποίηση των έργων αποτελεί «ζώνη διατήρησης οικοτόπων και ειδών, στην οποία απαγορεύονται τέτοιου είδους δραστηριότητες».
«Η μεταφορά νερού από τον Αώο δεν θα ξεπλύνει το έγκλημα που έχει συντελεστεί. Χρειάζεται ορθολογική και συστηματική διαχείριση της περιοχής και του οικοσυστήματος της λίμνης. Αυτή θα είναι η λύση για το μέλλον της», επισημαίνει η κ. Ιόλη Χριστοπούλου από το WWF Ελλάς. Ακόμη, οι περιβαλλοντικές οργανώσεις αναφέρουν ότι «η άντληση νερού από την κοίτη του ποταμού, η επαναφορά του στη Λίμνη Πηγών Αώου και εν συνεχεία η διοχέτευσή του στην Παμβώτιδα, αντιβαίνουν στη λογική της αειφόρου ανάπτυξης και στην υποχρέωση της χώρας για ορθολογική διαχείριση των υδάτων».
Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις χαρακτηρίζουν τον σχεδιασμό ως μια «παλιά υπόθεση, με νέες παραλλαγές», καθώς αναφέρουν ότι οι απόπειρες καταλήστευσης του υδάτινου δυναμικού του Αώου κρατούν από το 1981 με διακύβευμα την αλόγιστη εκμετάλλευση νερού και την υποβάθμιση της οικολογικής ισορροπίας της περιοχής.
Ο Αώος πηγάζει από το όρος Μαυροβούνι Μετσόβου στη θέση Πολιτσές και από την περιοχή της Βάλια Κάλντα. Έχει μήκος 260 χιλιόμετρα, από τα οποία τα 70 βρίσκονται σε ελληνικό έδαφος και τα υπόλοιπα σε αλβανικό. Ολόκληρη η λεκάνη απορροής του Αώου εντός της Ελλάδας, από τις πηγές του έως το σημείο συνάντησής του με τον Βοϊδομάτη στον κάμπο Κόνιτσας, αποτελεί τόπο ανυπολόγιστης οικολογικής αξίας, όπου συναντώνται σπάνια ενδημικά φυτά και αρκετά είδη ζώων όπως η αρκούδα, ο λύγκας και η βίδρα.
Το Εθνικό Πάρκο της Β. Πίνδου με λίγα λόγια:
Τον χαρακτήρα του Εθνικού Πάρκου, μεταξύ άλλων, συνθέτουν:
*1.700 είδη χλωρίδας και υποχλωρίδας, μεταξύ των οποίων 9 τοπικά ενδημικά, 35 ελληνικά ενδημικά και 121 βαλκανικά ενδημικά είδη.
*Πλούσια πανίδα με καφέ αρκούδες, ζαρκάδια, αγριόγιδα και πολλά είδη πουλιών.
*Το φαράγγι του Βίκου. Θεωρείται από τα μεγαλύτερα και εντυπωσιακότερα ασβεστολιθικά φαράγγια της Ευρώπης.
*Η Βάλια Κάλντα. Με πυκνά δάση υπεραιωνόβιας μαύρης πεύκης, χαράδρες, κοιλάδες και ορμητικούς χειμάρρους.
*Οι λίμνες της Φλέγκας. Θεωρούνται ξεχωριστό μνημείο της φύσης.
*Η Δρακόλιμνη της Τύμφης, υπόλειμμα της παγετωνικής περιόδου.


ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΕΝΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΕΚΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΑΩΟΥ!ΑΦΕΙΣΤΕ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ ΝΑ ΚΥΛΑΝΕ ΕΛΕΥΘΕΡΑ!



Σημειώσεις/Σχόλια :

1. Τα σχέδια για το συγκεκριμένο έργο γνωστοποιήθηκαν σε πρόσφατη συνεδρίαση του Φορέα Διαχείρισης, ο οποίος κλήθηκε να γνωμοδοτήσει επί της προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης του έργου που σχεδιάζεται εντός των ορίων του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου. Προς το παρόν, λόγω της αντίδρασης των περιβαλλοντικών οργανώσεων και άλλων φορέων, η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου έχει αναβληθεί για επόμενη συνεδρίαση.

2. Βάσει της ΚΥΑ χαρακτηρισμού του Εθνικού Πάρκου (ΚΥΑ 23069/2005, ΦΕΚ Δ’639/14.6.2005), οι δραστηριότητες που επιτρέπονται στη ζώνη ΙΙ του Εθνικού Πάρκου Βόρειας Πίνδου αφορούν κυρίως την επιστημονική έρευνα, εργασίες διαχείρισης της δασικής βλάστησης, των σημαντικών οικοτόπων και των προστατευόμενων ειδών χλωρίδας και πανίδας, τη συντήρηση των υποδομών με σκοπό τη διαχείριση και τη φύλαξη της περιοχής, τη συντήρηση και βελτίωση των μονοπατιών, τη συντήρηση και χρήση υφιστάμενων οδών και άλλες παρόμοιες ήπιες δραστηριότητες. Ιδιαίτερα σε όλη την έκταση του Εθνικού Πάρκου (συμπεριλαμβανομένων των Ζωνών Ι και ΙΙ) και της Περιφερειακής Ζώνης, απαγορεύεται η κατασκευή έργων και η εγκατάσταση δραστηριοτήτων που περιλαμβάνονται στην πρώτη (Α) κατηγορία του άρθρου 3 του ν. 1650/86, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3010/2002 και εφαρμόζεται από την ΚΥΑ 15393/2332/5.8.2002, στην οποία κατηγορία ανήκει και το προτεινόμενο έργο.

3. Βάσει της ευρωπαϊκής οδηγίας -πλαίσιο για τα ύδατα- 2000/60/ΕΚ, η διαχείριση του νερού πρέπει να γίνεται σε επίπεδο λεκάνης απορροής ποταμού, αναγνωρίζοντας την ανάγκη προστασίας των υδάτινων και χερσαίων οικοσυστημάτων που βρίσκονται σε αυτήν. Θεσμοθετείται επίσης η υποχρέωση λεπτομερούς προγραμματισμού της χρήσης των υδάτινων πόρων, μέσω της κατάρτισης Σχεδίων Διαχείρισης Λεκανών Απορροής (ΣΔΛΑ), ώστε να αποφεύγονται οι λύσεις που δεν συνάδουν με τις αρχές της αειφορίας και να αποτρέπονται οι μη αναστρέψιμες βλάβες του περιβάλλοντος. Από το 2009 και μετά, κάθε σχέδιο ή πρόγραμμα που ενδέχεται να έχει επιπτώσεις στους υδάτινους πόρους ή στην ποιότητα των υδάτων, θα πρέπει να συντονίζεται με τις διατάξεις των ΣΔΛΑ, ώστε να επιτυγχάνονται οι περιβαλλοντικοί στόχοι της οδηγίας-πλαίσιο για τα ύδατα.

4. Η εταιρία «Τέρνα Ενεργειακή» είναι η εταιρία που έχει αναλάβει σχεδόν «εργολαβικά/μονοπωλιακά» την πλειοψηφία των αδειών για εγκατάσταση Αιολικών Πάρκων στην Ορεινή Ναυπακτία! Η λογική που την διακατέχει φαίνεται ξεκάθαρα από την πραχτική που ακολουθεί! Τα πάντα θυσία στον βωμό του κέρδους: εδώ δεν σέβεται ένα θεσμοθετημένο Εθνικό Πάρκο όπως αυτό της Βόρειας Πίνδου , θα νοιαστεί για τα βουνά των Κραβάρων;

ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΚΑ: α) Η Τέρνα- Ενεργειακή ανήκει στις 300 πιο επικερδείς εταιρίες που θα πληρώσουν έκτακτη εισφορά φέτος! (Η Λίστα αυτή όμως, των πιο επικερδών επιχειρήσεων στην χωρά μας, αποκαλύπτει και κάτι άλλο πιο τρομαχτικό: πρώτος σε κέρδη είναι ο ΟΠΑΠ, και ακολουθούν οι Τράπεζες, τα Καζίνο, και Μεγαλοκατασκευαστικές Εταιρείες! Η οικονομία της χώρας μας δηλαδή, στηρίζεται στον Τζόγο, στην Τοκογλυφία, και στους Εργολάβους!!! ). β) Η νέα γενική γραμματέας Χωροταξίας και Αστικής Ανάπλασης Μαρία Καλτσά μέχρι πρότινος μετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο της κατασκευαστικής εταιρείας ΓΕΚ - Τέρνα, μητρικής εταιρίας της Τέρνα - Ενεργειακής. Η «Πράσινη Ανάπτυξη» που ευαγγελίζεται η Κυβέρνηση αποκαλύπτει τον πραγματικό της χαρακτήρα, τουλάχιστον σημειολογικά! γ) Την πρώτη φορά που οι Εργολάβοι ανέλαβαν να «αναπτύξουν» την χώρα μας, μας προέκυψε η Σύγχρονη Αθήνα με το ωραίο Ρυμοτομικό της σχέδιο, το Πράσινο και τις σύγχρονες συγκοινωνίες... Αργότερα οι εργολάβοι ανέλαβαν να «βοηθήσουν» στην Τουριστική Ανάπτυξη της Χώρας και τα αποτελέσματα τα βλέπουμε και τα θαυμάζουμε όλοι, στα νησιά και τις Παραλίες μας... Τώρα οι Εργολάβοι - και αφού στην χώρα μας πλεον δεν υπάρχει αλλού ελεύθερος χώρος- πήραν τα βουνά και τα λαγγάδια και επιδιώκουν να τα αναπτύξουν και αυτά...

8/11/09

Η απληστία ως πολιτικό παρεπόμενο...

Tου Χρήστου Γιανναρά.

Σε σύγκριση με οποιαδήποτε άλλη βαλκανική κοινωνία, η σημερινή ελλαδική απολαμβάνει την υψηλότερη κατά κεφαλήν ευζωία, τη μακρότερη σε διάρκεια: πενήντα χρόνια τώρα, μισόν αιώνα. Υπάρχει αναξιοκρατική κατανομή πλούτου, όμως η μέγιστη πλειονότητα του πληθυσμού έχει πρόσβαση στα βασικά καταναλωτικά αγαθά. Οι οικιακές ηλεκτρικές συσκευές, το ιδιωτικό αυτοκίνητο, ίσως και η εξοχική κατοικία είναι αυτονόητα κεκτημένα σχεδόν κάθε ελλαδικής οικογένειας. Καμία σύγκριση με την αλβανική κοινωνία, τη βουλγαρική, τη σερβική, τη ρουμανική.

Παρ’ όλα αυτά, οι δικές μας συμπεριφορές έχουν έκτυπα τα γνωρίσματα κοινωνιών που μόλις βγαίνουν από πείνα, στέρηση, βασανιστική ανασφάλεια. Και είναι μάλλον φανερό ότι οι βουλιμικές συμπεριφορές χαρακτηρίζουν τις ευκατάστατες κοινωνικές ομάδες, όχι τα χαμηλά εισοδήματα. Ισως επειδή τα χαμηλά εισοδήματα οικοδομούν αργά και οργανικά την αστικοποίησή τους, δεν έχουν και οικονομικά περιθώρια να επιδείξουν με νεοπλουτίστικα (κιτς) ψιμυθιώματα την ακόμα ακατέργαστη κτηνώδη ορμή αυτοσυντήρησης.

Βλέπει κανείς τη βουλιμική απληστία να εκφράζεται με αναιτιολόγητη αδηφαγία, λαιμαργία λιμασμένων ανθρώπων και αυτό σε «επίσημες» δεξιώσεις επιστημονικών σωματείων, κρατικών αξιωματούχων, πετυχημένων επιχειρηματιών. Η ίδια αρπαχτικότητα πεινασμένων ανθρώπων και στην αχαλίνωτη κερδοσκοπία, όχι μόνο μικρεμπόρων το καλοκαίρι που μας καταληστεύουν στα νησιά, αλλά και πανελληνίως –στις υπεραγορές όλο τον χρόνο– σε σημείο που να είναι ασύγκριτα φθηνότερη η διαβίωση στο Βερολίνο και στη Νέα Υόρκη παρά στην Ελλάδα. Λιμασμένη συμπεριφορά πειναλέων ανθρώπων προδίδει και η ακόρεστη αισχροκέρδεια μεγαλεργοληπτών του Δημοσίου, προμηθευτών που λυμαίνονται, ναι, νοσοκομεία και κοινωνικά ιδρύματα οι ασυνείδητοι, ή τις Ενοπλες Δυνάμεις, την άμυνα και αξιοπρέπεια της κοινής πατρίδας. Γνωρίσαμε αυτή τη βουλιμική, τυφλή ιδιοτέλεια και στα πολυποίκιλα σκάνδαλα τιμημένων στον δημόσιο βίο ανθρώπων: υπουργών, αρχόντων σε κρατικούς θώκους επιφανείς, όπως και παρ’ αξίαν ευνοημένων της κομματικής καμαρίλας.

Το φαινόμενο κατά περιόδους συζητείται έντονα, γίνεται πρώτο θέμα στα ΜΜΕ και κατ’ επέκταση στις ιδιωτικές συζητήσεις. Αλλά το κυρίαρχο «κλίμα» είναι μάλλον να προσεγγίζεται με κριτήρια ηθικολογικά, δηλαδή νομικισμού, γι’ αυτό και με προδιαγεγραμμένη την αναποτελεσματικότητα. Οπωσδήποτε μια κοινωνία έχει μόνο τους θεσμούς για να οργανώσει την αντίστασή της στη ζούγκλα της ιδιοτέλειας, στην κτηνώδη απληστία. Αλλά η θεσμική αυτοάμυνα της οργανωμένης συλλογικότητας δεν εξαντλείται στους ρόλους των εισαγγελέων, των δικαστών, των σωφρονιστικών ιδρυμάτων, ούτε, βέβαια, στους μύδρους των ηθικολόγων. Οι βουλιμικές συμπεριφορές τυφλού ενστικτώδους εγωκεντρισμού είναι σύμπτωμα κοινωνικής παθολογίας, έχει άμεση σχέση με την κοινωνική ψυχολογία, άρα με κεντρικούς παράγοντες λειτουργίας του κοινωνικού γεγονότος. Γι’ αυτό και είναι πρόβλημα πολιτικό, η θεσμική αντιμετώπισή του απαιτεί σοβαρό επιτελικό σχεδιασμό, έκτακτη ευφυΐα και κριτική ωριμότητα από την πλευρά των διαχειριστών της εξουσίας.

Τα υπανάπτυκτης κοινωνικής ευαισθησίας άτομα με βουλιμικές συμπεριφορές δεν έχουν συνήθως αντιρρήσεις για στόχους «ποιότητας της ζωής». Προφανώς λογαριάζουν την «ποιότητα» σαν επιπλέον κομφόρ για εγωκεντρική απόλαυση, υιοθετούν το νόημα που της αποδίδουν οι κορυφαίοι της κοινωνικής υπανάπτυξης: θιασώτες του Ιστορικού Υλισμού (απλοϊκοί παλαιοημερολογίτες του Περισσού ή καριερίστες «φωταδιστές» της «προόδου») που μετράνε τη ζωή μόνο με τη μεζούρα της οικονομίας. Με ανύπαρκτη κάθε πολιτική αντιπρόταση στον ιστορικο-υλιστικό μονόδρομο των «προοδευτικών» δυνάμεων, η ελλαδική κοινωνία μοιάζει να αξιολογεί την «ποιότητα της ζωής» με αποκλειστικό κριτήριο τον κυβισμό του ιδιωτικού αυτοκινήτου, τα τετραγωνικά μέτρα της κύριας κατοικίας, τη «σινιέ» ένδυση και υπόδηση.

Δίχως ρομαντικές εξιδανικεύσεις ή πλασματικές αισιοδοξίες, μια ρεαλιστική πολιτική οπτική θα μπορούσε να δεχθεί, έστω ως υπόθεση εργασίας και αφορμή δημιουργικού πειραματισμού, ότι ο αυτεξευτελισμός μέσω βουλιμικών συμπεριφορών δεν ανήκει στον χαρακτήρα του Ελληνα, δεν τον εκφράζει. Σε όχι μακρινές εποχές που υπήρχε πολλή φτώχεια στην Ελλάδα (ίσως μέχρι και σήμερα) ο Ελληνας προσπαθούσε να κρύβει τη φτώχεια του, να καμουφλάρει τη στέρησή του, την ανάγκη του. Δανειζόταν για να δεξιωθεί τους φίλους του ή να φιλοξενήσει τον άγνωστο ξένο, ήθελε τη χαρά των σχέσεων κοινωνίας να μη τη σκιάζει η παραμικρή έγνοια ανέχειας βιοποριστικής. Αυτόν τον άρχοντα, μέσα σε μια γενιά, τον μεταμόρφωσε η ψευδώνυμη Αριστερά της «προόδου» σε ευτελισμένον ζήτουλα που σέρνεται πίσω από μια ντουντούκα αναμηρυκάζοντας σαν διατεταγμένος λακές κονσερβοποιημένα συνθήματα.

Στον χαρακτήρα του Ελληνα είναι η δίψα για ανάδειξη, επιτυχία, αναγνώριση. Θέλει «τον έπαινο του δήμου και των σοφιστών, τα δίκαια και ανεκτίμητα εύγε». Να σπουδάσει, να μορφωθεί, να καλλιεργηθεί, ο ίδιος ή το παιδί του, να διακριθεί, να διαπρέψει. Να διπλασιάσει τα πατρογονικά κτήματα, να εμπορευθεί καινούργιες καλλιέργειες, να επενδύσει τολμηρά, με ρίσκο, ξέρει ότι οι αγρότες πρόγονοί του κοίταζαν αφ’ υψηλού τη σιγουρεμένη καχεξία της δημοσιοϋπαλληλίας, η αριστοκρατία στην Ελλάδα βρισκόταν στα χωριά, όχι στις αφύσικα τεχνητές πόλεις.

Αν έχουν κάποιον ρεαλισμό αυτές οι πιστοποιήσεις, τότε η πιο εγκληματική πολιτική που ασκήθηκε ποτέ στην Ελλάδα (πολιτική αντικοινωνική, αντιπαραγωγική, αντιαναπτυξιακή, ασύμβατη με τον χαρακτήρα του Ελληνα) ήταν η κατάργηση της αξιοκρατικής διαβάθμισης σε κάθε τομέα του δημόσιου βίου, κατάργηση θεσμική των κινήτρων και προϋποθέσεων της άμιλλας, της έμπρακτης βράβευσης των αρίστων. Αυτή η πολιτική έχει την αδιαμφισβήτητη σφραγίδα του ΠΑΣΟΚ, ήταν η ηροστράτεια έμπνευση του Ανδρέα Παπανδρέου και ασκήθηκε απαραχάρακτη από τους συνεπέστατους πασοκικούς Κ. Μητσοτάκη, Κ. Σημίτη, Κ. Καραμανλή τον βραχύ.

Και όπως φαίνεται, θα συνεχίσει να ασκείται για πολλά ακόμα χρόνια.

Η αξιωματική αντιπολίτευση καθημερινά βεβαιώνει την τελεσίδικη πια πολιτική της ανυπαρξία: Υστερα από πέντε χρόνια κυβερνητικής ντροπής, τα όσα τώρα φλυαρούν οι υποψήφιοι αρχηγοί της αφορούν μόνο την εσωκομματική τους καμαρίλα, όχι την ελληνική κοινωνία. Σύμβολο πολιτικής ανυπαρξίας η κ. Θεοδώρα Μητσοτάκη επισείει ως μοναδικό της προσόν το πόσο πιστή υπήρξε στην «παράταξη» – δεν έχει τίποτε άλλο να πει, ούτε μια φράση πολιτικού προβληματισμού δεν είναι ικανή να αρθρώσει. Και ανταγωνίζεται την ευπρεπέστερη μεν, αλλά επίσης ασπόνδυλη πολιτικά, άτολμη ρητορεία του καταπτοημένου Σαμαρά. Et tertium non datur.

4/11/09

Να σώσουμε την Παρθένα Φύση της Χώρας μας!


Να προστατέψουμε την Άγρια Ζωή του τόπου μας!
ΑΜΕΣΗ ΙΔΡΥΣΗ ΕΘΝΙΚΟΥ ΦΥΣΙΚΟΥ ΠΑΡΚΟΥ "ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ-ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ-ΚΡΑΒΑΡΩΝ"!

Μαύρη Κοιλάδα - Πυρηναία.


Πανταβρέχει...


Ωδή σύντομη στον Γ. Καραϊσκάκη.

Σαν πρασινίζει ο γαύρος στον Ασπροπόταμο,
τις νύχτες του Μάη με τις φωνές των αστεριών,
ξαναπαίρνεις, κάθε χρόνο, τα παλληκάρια σου
κι ανεβαίνεις άρρωστος και πετροβολημένος
προς το μεγαλείο των Αγράφων.

Και τότε συγχωρείς όλους εμάς
και μας καταλαβαίνεις,
που ένας εδώ, ένας εκεί,
πολεμάμε με χίλιους δαιμόνους
και μόλις προφταίνουμε, τελευταία στιγμή,
κι ακολουθούμε τη μεγάλη πορεία
πίσω από το ξυλοκρέββατο,
ενώ έρχονται κοντά σου,
πίσω από το λεκιασμένο σκούφο σου,
χωρίς φωνή, με μαύρα μάτια,
σύντροφοι του αγώνα, ο Λόρκας, ο Λουμούμπα, ο Μπολιβάρ,
ο Μαγιακόφσκης, ο Διέγο Ριβέρα κι άλλοι πολλοί,
που κρύβονται από την αστυνομία του Μαυροκορδάτου.

Σε παρακαλώ, καπετάνιε Στρατηγέ μου,
άφησέ με να γινώ σωματοφύλακάς σου,
να σε φρουρήσω σ’ όλη σου τη σύντομη ζωή·
ξέρω από παγίδες, ξέρω από παράσημα,
από εγγλέζους, από μυστικές συσκέψεις,
ξέρω από θάνατο, από υποψίες, μάθαμε.
Ξέρω τι αξίζει ένας λαϊκός στρατηγός,
τι αξίζεις.
Θανάσης Φωτιάδης

Αντάρτης..

Κ. Χατζόπουλος.

«Ντροπή σου!» έγραψε η Σπήλιω Γέρακα του γιου της όταν τον έμαθε στην Άρτα· «ο ξάδερφος σου ο Μπέλιας έρχεται με πεντακόσιους. Οι δούλοι του σπιτιού σου πάνε κοντά του, οι πατρικοί σου φί­λοι γίνανε μπουλουξήδες του και συ, το αγγόνι του Γέρακα, βγήκες κάτω από άλλον καπετάνο!»
Κι αληθινά ζήλεψε ο Παύλος Γέρακας, άμα σε λί­γες μέρες είδε τον ξάδερφο του ντυμένον τα χρυσά πεσλιά του Θάνου Μπέλια και ζωσμένον την ασημέ­νια πάλα του παππού του. Πολεμική φωτιά έπνεε γύρω του, όλοι βλέποντάς τον αναστένανε στο νου καπετα­νάτα και αρματολίκια φημισμένα και πλέκανε καινού­ριες δόξες.
Τα εγγόνια του στρατηγού Δημήτρη Γέρακα φιληθήκανε κι αγκαλιαστήκανε, οι πατρικές αντιζηλίες κι οι έχτρες σβηστήκανε μέσα τους εκείνη τη στιγμή. Μα η καρδιά των παλιών φίλων του σπιτιού του Γέρακα σπαρτάρησε όπως είδανε ξαφνικά μπροστά τους άντρα το γιο του άρχοντά τους. Πρόθυμα θα ’τρεχε κα­τόπι του το μισό ασκέρι του Βασίλη Μπέλια, φτάνει να ’λεγε πως μοίραζε κι αυτός λουφέ.
Ο Παύλος Γέρακας κι οι σύντροφοι του είχανε ’ρθει στην Άρτα με την ορμή να σταματήσουνε μο­νάχα μέσα στα Γιάννινα. Μα πώς να πάνε αφού ο στρατός δεν περνά τα σύνορα; Όλο συντάζεται και δεν έχει συνταγμό. Ράθυμες, άνεργες, οκνές περνούνε οι μέρες. Ανάκατα στρατός και ρέμπελα γεμίζουνε τα στενά σοκάκια, τρώνε και πίνουνε στις ταβέρνες, τραγουδούνε και κάνουνε ρεμούλες. Οι γυμνασμένοι στρατιώτες δεν έχουνε τι να πρωτοφυλάξουνε: τους πόρους του ποταμού ή τα πορτοκάλια στα περβόλια. Άντυτος ο πολύς στρατός, ο άλλος αρλεκίνος. Πού να γνωρίσεις τον ταχτικό από το ρεντίφη; Κι ο αντάρτης κι ο στρατιώτης έχουν αρμάθα τα φουσέκια σταυρωτά στα στήθια, κι οι δυο έχουν κρεμασμένους τους γκράδες τους στον ώμο, τη λόγχη ζωσμένη με σκοινί, ή περα­στή σα χατζάρι στη ζώνη, ο ρέμπελος φορεί κορώνα στο σκούφο του, ο ταχτικός είναι με σκούφια δίχως στέμμα, με ημίψηλο ή με λερό μαντήλι.
Κι ο Παύλος κι οι σύντροφοί του γυρεύουνε να βρουν πόρο να περάσουνε τα σύνορα.
«Παυλάκη, εδώ και συ!» ξαφνίστηκε ο λοχαγός Βουλοδήμος, βλέποντας στο δρόμο που γύριζε από το λόχο του τον ξάδερφο του Γέρακα. «Πού να σε βάλει ο νους μου σταυραετό! Λοιπόν στα Γιάννενα;» και συ με τους σοφτάδες;»
«Στα Γιάννινα!» απάντησε με τόνο πειραγμένος ο Παύλος.
«Δεν κάθεστε να πέσει λίγο το ποτάμι!»
Κι ο λοχαγός γέλασε μόνος με το χωρατό του κου­νώντας άνω κάτω τις πλάτες του. Μα σαν είδε πως ο ξάδερφός του πειράχτηκε, τον καλόπιασε και του αγκάλιασε τη μέση, μην του φύγει:
«Έλα πάμε να σου κάμω τώρα τα μουσαφιρλίκια», του είπε.
Η αφέλεια του Ρουμελιώτη αξιωματικού ησύχασε τον Παύλο.
«Άσε τ’ αστεία, πε μου τώρα τι ξέρεις;» τον ρώ­τησε σαν καθίσανε στον καφενέ.
«Ρώτα τον ξάδερφο τον Μπέλια· αυτός συνεννοεί­ται με τον αρχηγό. Εγώ τι να ξέρω;»
«Τι λες θα κηρυχτεί ο πόλεμος; » ξαναρώτησε εμπιστευτικά ο Παύλος.
Ο λοχαγός γέλασε: «Ποιος πόλεμος; Το λέτε με τα σωστά;»
«Τι, άδικα μαζεύεται τόσος στρατός;» τόνισε ο Παύλος στενοχωρημένος με το ειρωνικό ύφος του Βουλοδήμου.
Τούτος ξαναγέλασε: «Στρατός!» απάντησε ζωηρεύοντας, «πού βρέθηκε; Στρατό το λένε αυτό το σκόρπιο ασκέρι; χα χα! έτσι τα βάζουνε, μπρε, με το Σουλτάνο; Μ’ αυτό το μάζωμα θα πολεμήσουμε, ή με το μπουλούκι του Μπέλια και με το δικό σας;»
«Μήπως οι Τούρκοι είναι καλύτεροι;»
«Καλύτεροι χειρότερο!, δεν ξέρω· το δικό μας το χάλι βλέπω γω.»
Το παιδί του καφενέ έφερε τους καφέδες που παραγγείλανε κι ο λοχαγός σίμωσε στα χείλη το αχνιστό φλιτζάνι.
«Πφ! να πάρ’ ο διάολος!» φώναξε άξαφνα φτύ­νοντας την πρώτη ρουφηξιά. «Έλα δω, βρε! Πάρ’ τον πίσω γλήγορα και δώσ’ τόνε τ’ αφεντικού σου να τον πιει, θα χλιμιντρήσουμε!»
Ο υπηρέτης πήρε τους καφέδες μην ξέροντας να γελάσει ή να τρομάξει με το αγρίεμα του λοχαγοί. Οι καθισμένοι τριγύρω στα τραπέζια γελάσανε δυνατά.
«Τι έπαθες πάλι, Θανασούλα;» άκουσε ο λοχαγός μια φωνή στην πόρτα. Δυο αξιωματικοί μπήκανε στο καφενείο.
«Καλώς τους! Ελάτε να πάρτ’ ένα κριθαροζούμι και σεις. Να, γι’ αυτούς και για τους φουρναραίους έφεξε», ξαναείπε δυνατά ο Βουλοδήμος κι έδειξε στο βάθος με το κεφάλι.
«Κι ο ξάδερφος μου εδώ θέλει πόλεμο» πρόστεσε σιγότερα και σύστησε τον Παύλο στους συναδέρφους του.
«Στο λόχο μου τον ανοίξαν οι Μεσσήνιοι με τους Μανιάτες. Καλά που δε μας δώσαν ακόμα τουφέκια», είπε ο ένας από τους αξιωματικούς τρώγοντας τα φω­νήεντα και σέρνοντας τα σίγμα.
«Άκου τα, πόλεμος χωρίς τουφέκια», ξαναγέλασε ο Βουλοδήμος.
Ο Παύλος κοκκίνισε.
«Τρεις άνδρες, δυο ψάθες· για στρώμα και για σκέ­πασμα. Πώς θες να μη μαλώσουνε;» πρόστεσε ο άλ­λος αξιωματικός.
«Θα καλέσουνε, λέει, δυο ηλικίες ακόμα.»
«Τα ίδια της συχωρεμένης του ’78 και του ’86, ξέ­ρεις, ξάδελφε, στα ’78 βγήκα και γω αντάρτης. Ήμουνα τότε λοχίας· πολέμησα στη Θεσσαλία με τον Τερτίπη.»
Νέος γαλονάς πλησίασε στο τραπέζι και τον έκοψε.
«Ξέρετε, οι προβιβασμοί αναβάλλουνται», μουρμού­ρισε σκύβοντας στο τραπέζι.
«Ποιος σου το ’πε;» ρώτησε βιαστικά ένας από τους άλλους αξιωματικούς.
«Είχα γράμμα σήμερ’ από την Αθήνα.»
«Σώπα και τα γαλόνια θα τα πάρουμε διπλά στη μάχη. Δε βλέπεις, ήρθανε να μας βοηθήσουνε κι οι σοφτάδες», είπε γυρίζοντας με χαμόγελο στον ξάδερφό του ο Βουλοδήμος.
«Την πατρίδα θα βοηθήσουμε», πετάχτηκε με όψη διπλοκοκκινισμένη ο Παύλος.
Ο Βουλοδήμος μετάνιωσε. Τόνε χτύπησε στην πλά­τη χαϊδευτικά κι άλλαξε ομιλία:
«Μωρέ, ακούστε να γελάστε», άρχισε γελώντας πρώτα ο ίδιος, «είχα μέρες να δω το Ζαρκαδιά και πήγα χθες στην κάμαρά του. Πού λέτε πως τον ήβρα; Σταυροπόδι στο κρεβάτι και διάβαζε κανονισμό εκστρατείας.»
«Δεν το ξέρεις;» πρόστεσ’ ένας άλλος λοχαγός από τον κύκλο, «έμαθε πως ο λόχος του θα κάμει πρώ­τος γερούσι στο Ιμαρέτ και κλείστηκε μέσα και δια­βάζει».
«Εμείς θα μπούμε από το Πέτα», είπε ο Βουλο­δήμος «ο Λυκούργος και γω. Τι θα κάμει μοναχά τους τετζερέδες. Πού να του βρω μουλάρι να τους κουβαλά! Καθώς άνοιξε, που λέτε, το δισάκι του με τη σκηνή, κυλήσανε τρεις, ένας απάνω στον άλλονε φρεσκογανωμένοι σαν αρβανίτικα κεφάλια λαμπεροί. Κι ένα ταψί απόκοντα. Θα φάμε πίτα, λέει στα Γιάν­νενα. Και μέσα στον ένα τετζερέ στοιβαγμένα μια ντουζίνα γάντια. Με τσαρούχια στα ποδάρια και με γαντωμένο χέρι έρχεται και μου δίνει αναφορά. Τι έχουμε να δούμε ακόμα».
Κι ο Βουλοδήμος γελούσε.
«Θανάση, ο ξάδερφός σου», τόνε σκούντησε ο πλαγινός του κι έδειξε προς την ανοιχτή πόρτα του κα­φενέ.
Ο Βασίλης Μπέλιας περνούσε απόξω μ’ έναν ανώ­τερο αξιωματικό. Κρατούσε ορθό το μελαψό κεφάλι κι αλύγιστο το ψιλόλιγνο κορμί. Οι πούλιες και τα τιρτίρια λαμποκοπούσανε στη σκούφια κι η άκρη της γυριστής πάλας χτυπούσε στο γόνατο κάτω από τον κεντημένο βελουδένιο ντουλαμά.
«Βάζουνε τα σκέδια», είπ’ ένας από τους αξιω­ματικούς.
Ο λυγερόκορμος οπλαρχηγός είχε σταματήσει εκείνη τη στιγμή στο αντικρινό πεζοδρόμιο και χειρονομούσε ζωηρά, μιλώντας με το σύντροφό του, το ασπράδι. των ματιών του γυάλιζε αγριωπό, ίσια με τον κύκλο των αξιωματικών μέσα στον καφενέ.
«Τι σκέδια! Το φρουραρχείο μπόδισε να ’ρχονται οι αντάρτες μες την πόλη κι ο καπετάνιος τους, δεν έχει τώρα τι να τους κάμει. Όξω στα λιοστάσια πού να βρεθεί τζάμπα κρασί.
Φοβάται πως θα του φύγουν», είπε ο Βουλοδήμος.
«Μακάρι, να γλιτώναμ’ απ’ αυτούς. Μη μαζέψουμε και μεις το παλιάσκερό μας», είπε ο άλλος λοχαγός.
Τότε και γω ας σας αδειάσω εδώ τον τόπο», ξαναπετάχτηκε ο Παύλος, βρίσκοντας αφορμή να ση­κωθεί.
Ο αξιωματικός έκαμε να δικαιολογηθεί, ο Βουλο­δήμος δοκίμασε να τον κρατήσει, μα ο Παύλος χαιρέ­τησε ψυχρά κι έφυγε.
Με ψυχή βαρύθυμη, με κλονισμένο θάρρος έσμιξε τους συντρόφους του.
«Μην τους ακούς, ας λένε», τον παρηγόρησε ο αν­τάρτης ποιητής· «η ραθυμιά τους κάνει τέτοιους· όχι το αίστημα, ο ενθουσιασμός τους λείπει, κι αυτός θ’ ανάψει σα βροντήσει το τουφέκι. Το αίστημα κι η πα­λικαριά δε λείψανε ποτέ απ’ το γένος».
«Το γένος μας είναι μεγάλο και θα μεγαλουργή­σει», πρόστεσ’ ένας άλλος νέος, νησιώτης ευγενής.
Τα ποτήρια αδειάσανε — η ομιλία γινότανε σ’ ένα βρομερό ξενοδοχείο, όπου δειπνούσανε οι νέοι αντάρ­τες — κι έτσι μπόρεσε να ονειρευτεί κι αυτή τη νύχτα ο Παύλος ξεσκλαβωμένα τα ηπειρώτικα βουνά.
Ωστόσο φτάνουν ολοένα νέοι έφεδροι κι εθελοντές κι αντάρτες. Πού να βρει σκεπή ο αρχηγός για τόσον κόσμο κι ο δήμαρχος τόσους πολλούς οχτρούς να τους στείλει κατάλυμα στα σπίτια τους! Γεμάτα όλα τα χαλέπιτα, οι αποθήκες, τα σκολειά, τα παλιά τούρκικα σεράγια, τα χάνια γίνανε στρατώνες, οι εκκλησιές δεν παίρνουν άλλους κι όπου σπίτι με γερά παράθυρα και σκάλα που δεν τρέμει να πέσει τα γραφεία στή­σανε τα τραπέζια τους κι οι αξιωματικοί τα κρεβάτια τους. Και σα ν’ ανοίξανε κι οι καταρράχτες τ’ ουρανού, δε σταματά η βροχή όλον το Μάρτη. Το νερό είναι γόνα στις σκηνές κοντά στον ποταμό κι οι ελιές του κάμπου δεν μπορούνε να φυλάξουνε τους αντάρτες.
Χιλιάδες γυρεύουνε σκεπή μέσα στη στενή πόλη, θέση, άδειο κάθισμα δε μένει μέρα και νύχτα σε τα­βέρνες, σε μαγέρικα και καφενέδες. Κι η βροχή δεν αφήνει πάντα να γυμναστεί ο στρατός. Έπειτα κιόλας άνοιξη έρχεται και με ήλιο, με θεού χαρά θα πο­λεμούμε. Κι αν ξαστερώνει πού και πού, φτάνει να βγαίνουνε στα λιοστάσια οι σαλπιστάδες, ν’ ακούνε τις σάλπιγγες οι Τούρκοι και να λένε πως είμαστε μυριά­δες. Κάστρο έχουνε κάμει αντικρινά το Ιμαρέτ, μα ο Βασίλης Μπέλιας πάει με δυο χιλιάδες να χτυπήσει το Συρράκο, ο Ντούλα Μπούρδας να μπει με χίλιους από την Καλεντίνη, πρα, πρα, ορέ Σούλι αθάνατο, θα σε πατήσω πάλε! τόπο και μάνιωσε ο σουλιώτης Πιλιαμπέσας. Σε τρεις μέρες θα ’μαστε στα Γιάννινα.
Μα κι η βροχή ασταλαμάτητη. Τα έρμα στάχυα θα πέσουνε, κρίμα στ’ άσκαφτα τ’ αμπέλια, οι σταφίδες θα μείνουν ακλάδευτες κι άκουρα τα δόλια πράτα, μουρ­μουρίζει και κλαίγεται ο στρατός. Πόλεμο μου ’θελες, ζήτω μου φώναζες! αναγελά ο ένας τον άλλον. Ψειριάσαμε ανάλαγοι, πουντιάσαμε δίχως μαντύα, η βροχή μας έρεψε, το κρύο μας ψόφησε, ακούγονται παν­τού φωνές. Μα και προδότης όποιος λέει πως δε θα μπούμε στα Γιάννινα.
Μα το κανόνι βροντά άξαφνα ένα δειλινό και λύ­νει τη ραθυμιά από τα κορμιά και ξανανάβει το με­θύσι. Σαν αλαφιασμέν’ αντιβογκούνε τα βουνά την ταραχή. Καμίνι ολόφλογο βουίζει αντικρινά το Ιμα­ρέτ, αποκρυμμένη τραντάζει και πνίγει στον καπνό τη λαγκαδιά του ποταμού η Βλαχέρνα, με διπλή φωτιά τους αποκρίνουνται από το ψήλος τους βαριά μουγκά ο Αμυντικός στρατώνας και παραπέρα το Θεοτοκιό. Και σ’ όλη τη στρογγυλή γραμμή του ποταμού από δεξιά και από ζερβά του κάστρου τριζοβολά συγκρατητό το τουφεκίδι.
«Πάρ την κι αυτή, βρομόσκυλο!»
«Χασάν!»
«Γιουσούφη! Γουρνομύτη!»
Μια μπόμπ’ από το τον Αμυντικό στρατώνα σκά­ζει κατάκορφα του Ιμαρέτ κι ο καπνός κι η σκόνη σηκώνουνται σε ολόρθη ψηλή στήλη μες τις φλόγες. Χαρούμενη βουή ξεσπά στα ταμπούρια δίπλα στο γεφύρι κατάνακρα του ποταμού.
«Όλοι μαζί! Από πεντακόσια μέτρα», φωνάζει ορθός ο ανθυπολοχαγός κοντά στον Παύλο Γέρακα.
Η μπαταριά βροντά κι ο ανθυπολοχαγός ορθός ξαναφωνάζει:
«Ίσια, φωτιά!»
«Κάθισε κάτω, καπετάνιε!»
Τα βόλια σφυρίζουνε γύρω σα μελίσσι.
«Φωτιά, παιδιά!»
Το αίμ’ ανάβρυσε ρουνιά από το στόμα, τρίκλισε, ακούμπησε στη ρίζα της ελιάς ο ανθυπολοχαγός, οι κλώνοι τινάξανε απάνωθέ του τον ανθό τους.
«Καλά σας — Γιάννινα — παιδιά —»
«Ο δρόμος σου άγιος, καπετάνιε!»
«Κρίμα στο νιό!»
«Χαρά στο παλικάρι!» ο Παύλος πετάχτηκε από το ταμπούρι ορθός.
«Καρδιά, παιδιά! Ποιος δείλιασε;»
Βροντά το Ιμαρέτ, βογκά η Βλαχέρνα, τα βόλια σφυρίζουνε και τρίζουνε.
«Φωτιά, παιδιά! Φλόγα στη φλόγα!»
Τριγύρω σύννεφα ο καπνός, η σκόνη σίφουνας, ακράτητο το αστροπελέκι, οι βρόντοι κι η βουή ζαλίζουνε το νου.
«Καλά μας Γιάννινα!»
«Γένος ξύπνησες» φωνάζει ο αντάρτης ποιητής.
«Πού είσαι, να γελάς και τώρα, Βουλοδήμο;» ξεφωνίζει σα σε μανία άγρια ο Παύλος Γέρακας... .
Σε λίγες μέρες οργίζεται και ντρέπεται με τον εαυ­τό του σα θυμάται το μεθύσι αυτό. Στα Γιάννινα!
Βουβό κι έρημο ξύπνησε την άλλη μέρα το Ιμαρέτ, η Βλαχέρνα σωπασμένη κι άδειος ο πλατύς ο κάμπος πέρ’ από τον Άραχτο. Γελούνε τα βουνά στον ήλιο, ο Λούρος κυλά γαλανοπράσινα τα βαθειά νερά του, μοσχοβολούνε όπως ποτέ τα νερατζάνθη αυτή την άνοιξη. Οι αντάρτες δε θυμούνται τα σεράγια των πασάδων που τους καρτερούνε στα Γιάννινα και διαγουμίζουνε κονάκια μπέηδων στη Φιλιππιάδα, ρημάζουνε σπίτια φτωχών ραγιάδων ένα γύρο στα χωριά. Κι οι καπετανέοι του στρατού μαλώνουνε ποιος να πρωτοπάει να πρωτοστήσει τη σημαία στο κάστρο του Αλήπασα. Όσο που ο εχτρός παίρνει καιρό, ξανακαρδιώνεται και τσακίζει και σκορπά τους αργοπορημένους.
Και τώρα όπου φύγει φύγει και ποιος να πρωτοφύγει, ποιος να γυρίσει πρώτος στα παλιά λημέρια. Λίμνη των πόθω μας, θ’ αναστενάζεις χρόνια πάλε! Θρηνολογά ο αντάρτης ποιητής και φεύγει με τους άλλους. Ψόφιοι ραγιάδες φεύγουνε πίσω στο στρατό, κοπάδια πρόβατα κόβουνε τη βιά των λόχων, ο διπλοτρομαγμένος στρατιώτης σπρώχνει την τρομαγμένη σκλάβα για να προσπεράσει. Πίσω και πλάκωσε ο εχ­τρός! Σπάστε τα σύρματα, γκρεμίζετε τους στύλους! Οι λοχαγοί χάνουν τους λόχους τους, ο Παύλος τους συν­τρόφους του. Ρεκάζουνε τα γυναικόπαιδα, αποκαμωμένα γεμίζουνε τον κάμπο παρδαλοί λεκέδες· σωριασμένα εδώ μπουλούκια, εκεί ένα δυο, παρέκει ανάκατα με τους περσότερο αποκαμωμένους στρατιώτες. Στον αέρ’ αχούνε απόβαθα και θλιβερά τα μουγκρητά από τα γελάδια, που σέρνει ή σπρώχνει ο χωρικός, από τα πρόβατα που τα στριμώχνει στη στενή κι αχαλίκωτη δημοσιά, λοχαγοί σταματούν και παζαρεύουνε τ’ αρνιά για τη λαμπρή που ξημερώνει, χωριάτισσες μαζεύουνε τις καραβάνες, αντάρτες τα φουσέκια και τους σάκους που πετούν οι στρατιώτες, τ’ αγγειά του λόχου που παρατά ο σιτιστής, αρπάζουνε τη φλοκωτή βελέτζ’ από τον ώμο της χωριάτισσας.
Ο αξιωματικός γκρεμίζει από της ζαλίγκα άλλης χωριάτισσας το σουβλί, που έχει μπηγμένο εκεί για το αυριανό αρνί και πιάνει το μισόν το δρόμο, ο άλλος κλωτσά, ο άλλος βλαστημά, ο Παύλος βρίζει. Η φαντασία αυτιάζεται κανόνια και βλέπει φέσια κόκκινα μπροστά της, στους πιο δειλούς γίνουνται σκιάχτρα κι οι ροδανθισμένες κουτσουπιές του κάμπου. Καλή λαμπρή στα Γιάννινα! Άρτα καλώς μας ξαναδέχεσαι, φωνάζουνε όσοι δε χάσανε την όρεξη δεν έχω κάτι πια, είναι πληγές οι φτέρνες μου, τέσσερες νύχτες άυπνος, τρεις μέρες νηστικός, σύρε κι έλα αποκάμαμε, ας έρθει ο Τούρκος να μας κόψει! μουρμουρίζουνε στους αξιωματικούς, που θέλουνε να τους σπρώξουνε να πάνε μπρος από τα χείλη και τους όχ­τους των χαντακιών, όπου σωριάζουνται οι αποκαμωμένοι.
Οι λοχαγοί αγοράσανε φτηνά τ’ αρνιά της Λαμπρής και καπνός και τσίκνα ψηταριάς φουντώσανε την άλλη μέρα τον ανοιξιάτικο αέρα εκεί που μια βδομάδα πριν έσκαβε το χώμα η μπόμπα κι η μπαρούτη κάπνιζε. Ή­ρεμα ξαναευωδιάζουν τα περβόλια, ο Άραχτος τρέχει λαγαρός, φωτεινός και καταπράσινος όλος ο τόπος. Μες την καρδιά της άνοιξης έπεσε το χρόνο αυτό η Λαμπρή. Τα δόντια βυθούνε στα ψαχνά, η όρεξη με­στώνει στο κρέας, οι σουγιάδες ξύνουνε τις πλάτες των σφαχτών για να προφητευτεί η τύχη της εκστρατείας και στα παγούρια, γεμάτα κρασί σήμερα, ξεβραχνιάζουν τα λαρύγγια κι έρχεται η καρδιά στον τόπο της. Μπρε, φευγιό οι παλιότουρκοι και να μην τους κυνη­γήσουμε! Θα ’μαστε τώρα στα Γιάννινα. Μ’ αν μας αφήνανε κιόλα οι φράγκοι! Δε βλέπεις, μας γυρίσανε πίσω απ’ τα μισά του δρόμου.
Ο Παύλος Γέρακας ξαφνίζεται. Σ’ ένα στενό της Άρτας στέκει μπροστά του. Κρυμμένος κάτω από την καπότα ο κατιφένιος ντουλαμάς κι η χρυσοκεντημένη σκούφια γυρισμένη ανάποδα.
«Στα Γιάννινα θα σμίγαμε.»
«Δεν τους αφήνεις! Ο πόλεμος θέλει παρά. Μ’ εκθέσανε.»
Οι σταυραετοί είχανε βγει για πλάτσικα, μα στα βράχια του Τζουμέρκου πού να βρεθούνε πλιάτσικα. Τώρα γυρεύουνε λουφέ. Θυμηθήκανε τις γυναίκες τους και τα παιδιά που πεινούνε πίσω. Ο ψηφοφό­ρος βγαίνει κάτω από τον αντάρτη κι ο Βασίλης Μπέλιας δε ζώστηκε την πάλα του παππού του για να μαζέψει μαύρα. Άκουσε πως π’φτ’ η κυβέρνηση και θα γίνουνε σίγουρα εκλογές. Έχασε τη δόξα να πάρει το Συρράκο, πρέπει να χάσει τώρα και το βουλευτιλίκι;
Ο Παύλος ξυπνά σαν απ’ όνειρο βαρύ και σα σε όνειρο γυρίζει στους στενούς τους δρόμους, γεμάτους πάλι από αντάρτες και στρατό. Οι γαριβαλδινοί παρδαλεύουνε περισσότερο το θέαμα με τις ολοπόρφυρες στολές τους. Μερικοί κοβαλούνε στον ώμο αρ­νιά σφαγμένα και γυρεύουνε φούρνο να τα ψήσουνε. Μα λαμπρή μέρα σήμερα κι είναι τα μαγαζιά κλει­στά. Στρατός κι αντάρτες γυρεύουνε κρασί και θέ­λουνε καπνό. οι πόρτες σπάζουνε κι οι αδερφοί Ιταλοί βοηθούνε στη ρεμούλα.
Ένας λεβέντης, τσιγκέλι το μουστάκι του, στέμμα στο φέσι, σταματά τον Παύλο:
«Δε με γνωρίζεις; Είμ’ ο Νύσο Νακακήτσας, φίλος του σπιτιού σου. Μου πήρανε αγγαρεία το κάρο μου και τ’ άλογο. Να ζήσεις, τρέχα γλήγορα να μου το βγάλεις.»
«Έχασα το λόχο μου· δώσ’ μου γράμμα στο λοχαγό μου. Το ξέρω, είναι φίλος σου», τον παρακαλεί παρέ­κει ένας φαντάρος, από τον τόπο του κι αυτός.
«Νουνέ, δώσ’ μου ένα τάλαρο και θα με σώσεις», κι η βόχα του κρασιού έπνιξε τον Παύλο. Βαφτιστι­κός της μάνας του ήταν αυτός, αντάρτης δεν πήγε, λέει, κοντά στον Μπέλια κι ας του ’δωσε ένα κατοστά­ρικο κι ας του ’ταξε λαγό με πετραχήλια. Όσο είναι ζωντανός δεν προσκυνά άλλη πόρτ’ απ’ της νουνάς του.
Ο Παύλος τρέχει να ’βγει όξω από την πόλη.
Χόρτασε και δω φαγί τ’ ασκέρι και ξαπλωμένο στα λιοστάσια ξεκουράζει το αποκαμωμένο κορμί. Άλλοι κοιμούνται, άλλοι ψειρίζουνται στον ήλιο. Μερικοί κάμανε κύκλο κάτω από ένα πλάτανο και κουβεντιάζουνε.
«Είδατε πουθενά Τούρκο να μας κυνηγά; Γιατί να υποχωρήσουμε; Γιατί ν’ αδειάσουμε τον τόπο;· «Κάτι θα τρέχει!». «Ξένος δάχτυλος!»
«Στα ’78 δε μας γελάσανε; Στα ’86 δε μας αποκλείσανε; Και τώρα μας γυρίζουν πίσω».
Να γελάσει ο Παύλος ή να θυμώσει; Γιατί να μην πιστέψει προδοσία κι αυτός; Φεύγοντας χτες μη δε ρωτούσε: γιατί φεύγουμε;
Κάποιος του χτυπά τον ώμο άξαφνα και τον ξυπνά από τους στοχασμούς.
Δε βγήκα γω πιο κερδισμένος που γλύτωσα τους κόπους; Δε σας τα ’λεγα; Και σεις τι βγάλατε;»
Έφεδρος με πολιτικά ήταν αυτός. Γιος κάποιου σταφιδέμπορου της Πάτρας, αποσπασμένος σε γρα­φείο από την πρώτη μέρα που παρουσιάστηκε. Όταν άνοιξε ο πόλεμος, τόνε δώσανε συνοδό σε δυο Άγγλους δημοσιογράφους. Διηγήθηκε του Παύλου το γλέντι που ’καμε μ’ αυτούς και τόνε χαιρέτησε ύστερα και πάει.
Μια σάλπιγγα χτυπά, ο κύκλος κάτω από τον πλά­τανο σκορπίζει κι ο Παύλος μένει μόνος με τους λο­γισμούς του.
Μαγεία είναι ο Απρίλης εκεί όξω. Μοσχοβολούνε οι λεμονιές, λευκή πλημμύρα τα λιοστάσια, μεθά ο ο­λογάλανος αέρας. Ο νους του Παύλου πετά μακριά, σε ώρες ίσως χαμένες πια για πάντα και το κορμί λυ­μένο από την κούραση, απλώνεται στη ρίζα μιας ελιάς.
Ο ήλιος είχε χαμηλώσει, όταν τον ξύπνησε μια σάλπιγγα που σήμανε και πάλι σύναξη. Οι λόχοι που ήτανε σκόρπιοι μέσα στα λιοστάσια μπαίνανε στη γραμμή, οι αργοπορημένοι σερνόντανε με βήμ’ απρό­θυμο. Θυμήθηκε κι ο ίδιος τους συντρόφους του και τράβηξε κατά την πόλη.
Και κείνοι τόνε γυρεύανε. Οι Τούρκοι δεν κατεβήκανε στον κάμπο, οι ευζώνοι τους κρατούνε το πέρα­σμα σε μια κλεισούρα, του είπανε, σαν τόνε σμίξανε αποβραδίς.
Δεν αργήσανε· την άλλη μέρα, κοντά στο χάραμα, ο Παύλος κι οι σύντροφοί του βρισκόντανε πάλι στα ηπειρώτικα βουνά.
Τρεις μέρες αλλάζουνε τουφεκιές από τα ταμπούρια τους οι ευζώνοι με τους Τούρκους. Πόσοι είναι οι Τούρκοι ποιος τους ξέρει· οι ευζώνοι ένα τάγμα μόνο κι ένα δυο μπουλούκια αντάρτες· κι από ψηλά από το διάσελο βροντούνε αριά και πού δυο τρία κανόνια για ν’ ανάβουνε τα αίματα. Πίσω χιλιάδες ο στρατός, μα μεντάτι δε φτάνει. Ας τουφεκούνε οι ευζώνοι, να λέμε πως πολεμούμε.
Στοίβες, λόφοι ολάκεροι τα ψωμιά στη Στρεβίνα και στο Λούρο. Χάσικες, φρέσκες στέρνουνε γύρω συντάγματα και λόχους τις κουραμάνες οι φούρνοι του στρατού από τη Φιλιπιάδα, ζυμωμένες από τ’ αλεύρια που αφήσανε οι Τούρκοι φεύγοντας — μόνο οι ευζώνοι ροκανίζουνε ψηλά στους βράχους την αδόντιαστη γαλέτα.
«Πόλεμο θέλατε μαθές!» λυσσιάζει ο λοχαγός Λα­γήνας· ξερός ο λάρυγγας, το κέφι θολό, τι σώθηκε το ούζο από προχτές.
«Τι λες μωρέ!»
Πάει να σκάσει από το κακό του με το μαντάτο, που του φέρνει ένας ρέμπελος πως κουβάλησε δυο χι­λιάρικες μπουκάλες τίγκα του συναδέρφου του Παλιούρα, που φυλάγει με το λόχο του τη δημοσιά του Γιανίνου, δυο τρεις ώρες παρακάτω. Του τις έστειλε πε­σκέσι από την Άρτα ο έφεδρος ανθυπολοχαγός του με την παραγγελιά πως αύριο θα γυρίσει. «Ας κά­τσει το παιδί, να κάνει τη δουλειά του, να γράφει στη φημερίδα του· κι αυτό υπερεσία είναι», είπε ο λοχα­γός Παλιούρας.
«Φτάνει να στείλει και κρασί», πρόστεσε ο υπολο­χαγός του λόχου Γιαταγάνας αδράζοντας τη μια μπο­τίλια. Και μηδ’ αυτό, μηδέ τα γάλατα κι οι ζαϊρέδες και τα χλωριά τυριά και τα γιαούρτια. Είναι στάνες εκεί κοντά κι ό,τι θέλεις βρίσκεις.
«Και μεις εδώ να πολεμάμε!» βόγκηξε ο λοχαγός Λαγήνας. «Στ’ οχύρωμα, παλιόσκυλο!» ξεθύμανε, γουρλώνοντας τα μάτια στον υπερέτη του, ξερομερίτη βλάχο, που τέντωσε το αυτί, σαν άκουσε για γιαούρ­τια και χλωρά τυριά.
«Και συ εδώ πέρα τι γυρεύεις;»
«Φουσέκια, αν περισσεύουνε», είπε δειλά, σιμώνον­τας ο Παύλος Γέρακας.
«Δεν πας στο διάολο! Γκιντί! Εδώ που μαζωχτήκατε, κατσικοκλέφτες. Φουσέκια θέλετε για τίποτε ψιμάρνια!»
Ο Παύλος γύρισε τη ράχη χωρίς ν’ απαντήσει.
«Δε μας φτάνει το βρωμάσκερό μας έχουμε και τους σταυραετούς. Εγώ καλά είπα να τους στέλναμε πίσω αμέσως δεμένους», φώναξε κατόπι του ο λοχα­γός Λαγήνας.
Στην άλλη ράχη ήταν ο ξάδερφος του Παύλου ο Βουλοδήμος με τον άλλο λόχο. Αρί βροντούσε και κει το τουφέκι και λευκός καπνός κρεμότανε ανάερα στις τσίμες. Ο ανήφορος ήταν ορθός, ο ήλιος του Απρι­λίου έκαιγε κι ο Παύλος αγκομαχούσε κάτω από τη βαριά καπότα. Κάπου πού χτυπούσε ψόφια στα κοτρόνια κάποιο βόλι.
«Βρε, πώς εδώ;» του φώναξε ο Βουλοδήμος σαν τον είδε;
«Φουσέκια θέλω», απάντησε ο Παύλος κοντανασαίνοντας.
«Κάτσε να ξανασάνεις πρώτα. Έλα έμπα μέσα.
Ο Βουλοδήμος είχε σκαμμένο μες το βράχο ένα βαθύ λαγούμι, στρωμένες χάμω ένα σωρό κουβέρτες και κα­θότανε σταυροπόδι. Δίπλα του το σπαθί, στη μέση ζω­σμένο το πιστόλι, το πρόσωπο του μαύρο και το μου­στάκι ξεχασμένο άστριφτο.
«Τέτοιες ώρες τι να σε φιλέψουμε! Αυτό είναι το προσφάγι μου με την ξερή γαλέτα.»
Κι έδειξε μια τσεπέλα σύκα εκεί μπροστά του. Έλα, πάρε.»
Ο Παύλος κάθισε χάμω κι έκοψε δυο σύκα. «Νερό μην έχεις;»
Να το παγούρι αυτού· μισό νερό και μισό ρόμι. Μη μου τ’ αδειάσεις όλο μοναχά! Μα πώς εδώ; δε μου’ πες!»
«Εδώ κοντά είμαστε και μεις· έχουμε πιάσει στο Ανώγι μια πλαγιά και τουφεκούμε.»
«Καίτε φουσέκια δηλαδή, βαρείτε τα βράχια, σαν και μας. Άκου τι γίνεται και μύτη δε ματώνει.»
Συγκρατητή βοή έφτασε απόμακρα, σαν από άλλον κόσμο, βαθιά στον τράφο του λοχαγού.
«Έχω έναν έφεδρο που ρήμαξε τα φουσέκια με τις μπαταριές. Φουσέκια, είπες, θέλεις και συ; Δεν παίρ­νεις όσα θέλεις! Σάμπως κάνουνε δουλειά κι αυτά, φουσέκια δέκα χρονών! Τώρα φωνάζω το σιτιστή μου και σου δίνει.
Μα φάε καμιά γαλέτα πρώτα, ξανάσανε.»
Ο Παύλος πήρε μια γαλέτα κι ο Βουλοδήμος ξακολούθησε:
Ε τώρα, πώς σου φαίνεται το γλέντι; Δεν είναι όπως σου τα ’λεγα στην Άρτα; Με πορδές δεν βάφουν αυγά, δεν τα βάζουν έτσι με την Τουρκιά. Ήθελα να ’ξερα, πήρε τα Γιάννενα ο Βασίλης Μπέλιας;»
«Στην Άρτα τον απάντησα προχτές.»
«Τα βλέπεις! Πού ’ν’ ο σοφτάς που μου κουνούσε το κεφάλι όταν του τα ’λεγα! Στα Γιάννενα θα τα πούμε, μου απαντούσε. Αίστημα κι όλο αίστημα, μου κοπά­νιζε. Θα μ’ έπαιρνε και για κιοτή, φοβάμαι. Και συ, θαρρώ, το ίδιο θα με παίρνεις που με βρίσκεις εδώ μέσα. Θα ’θελες να με δεις ορθόν στο ταμπούρι, να δεί­χνω ίσως των Τουρκών ό,τι τους έδειχνε ο Καραϊσκά­κης. Άλλοι ήτανε τότες οι καιροί».
«Κι οι άνθρωποι άλλοι», είπε ο Παύλος.
«Οι καιροί κάνουν τους ανθρώπους, Παύλο», απάν­τησε ήσυχα ο λοχαγός. Ας έσφιγγε και τώρα το λουρί, ας καθότανε στο σβέρκο ο Τούρκος κι έβλεπες πώς θα πολεμούσε ο καθένας. Μα με φούμαρα και με κα­πνούς, με ρέμπελους και με σοφτάδες δεν γίνουνται πολέμοι στον καιρό μας.»
Ο Παύλος έκαμε κάτι να πει, μα ο Βουλοδήμος δεν τον άφησε.
«Σούσουρα μόνο γίνουνται, σούσουρα κι αντάρες σαν και τούτη», ξακολούθησε υψώνοντας λίγο τη φωνή· «τ’ άχερο δε βαστά φωτιά, Παυλάκη, φουντώ­νει μονάχα μια στιγμή και σβήνει. Πρώτη φορά τα βλέπεις εσύ, ρώτα και μένα που ’μαι μικρομαθημένος.»
Βγήκα και γω αντάρτης στα νιάτα μου, πήγα με το νου μου στην Πόλη.
«Έ, θα τα δεις και συ και θα ξεθυμάνεις.»
«Άκου, άκου, μπαταριές μου κάνει πάλε ο ανθυπο­λοχαγός μου, όσο να ξεθυμάνει κι αυτός.»
«Μπαμ, μπουμ, να βρισκόμαστε σε δουλειά, να χα­λούμε φουσέκια, να παίζουμε σαν τα παιδιά.»
Ο γιατρός του τάγματος, κοντόχοντρος, μισόκοπος άντρας, παρουσιάστηκε άξαφνα κι έκοψε τη συνέχεια.
«Έλα, γιατρέ, κάθισε· μας φέρνεις τίποτε χαμπέ­ρια;»
Ο γιατρός μάζεψε τους ώμους:«Τι να σας φέρω!»
«Ο ταγματάρχης μας, τι λέει; Έμαθε τίποτα; Πού άλλου πολεμάμε;»
Ο γιατρός σούφρωσε τα χείλια κι ένα χαμόγελο έ­δωσε ύψη έσβου στο μαυριδερό, άνιφτο κι αχτένιστο πρόσωπό του.
«Κι οι λαβωμένοι σου τι κάνουνε;»
«Μου σώθηκε το ρετσινόλαδο και το κινίνο. Οι μισοί μου ’ρχουνται γι’ άρρωστοι», μισοθύμωσε ο για­τρός.
Ο Βουλοδήμος κούνησε το κεφάλι:
«Τι να σου κάμουνε κι αυτοί! Η αγρύπνια κι η ξε­ρή γαλέτα. Τρεις μέρες στα προχώματα, χωρίς ν’ αλλάξουνε. Ήθελα να ’ξερα τι κάνει πίσω τόσο ασκέρι;»
«Μα να ’τανε κορφιάτες κάνε!» θύμωσε σωστά ο γιατρός, «μα Ρουμελιώτες και κιοτήδες δεν το περίμενε κανείς.»
Νέα ομοβροντία ακούστηκε απόμακρα· ο γιατρός που έστεκε ως τώρα ορθός, ο μισός όξω από τον προμαχώνα του λοχαγού, έσκυψε να χωθεί όλος μέσα.
«Πέστε τα με τον ξάδερφό μου εδώ· εγώ πάω α­πάνω μια στιγμή να δω τι γίνεται», είπε ο Βουλοδή­μος και σηκώθηκε. «Θα πω του σιτιστή να σου δώσει φουσέκια», πρόστεσε του Παύλου και βγήκε από τον κρυψώνα.
Μα δεν πρόφτασε να προχωρήσει· ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός τόνε σταμάτησε γοργανασαίνοντας:
«Κύριε λοχαγέ, οι Τούρκοι πολεμούν να υπερφαλαγγίσουν το αριστερό μας, όπως φαίνεται από τη διεύθυνση των πυρών τους· γι’ αυτό διάταξα συχνές ομοβροντίες. Πρέπει να ενισχυθεί το αριστερό μας κι ένα τμήμα να πάει να καταλάβει την κορυφή απέ­ναντι.»
«Με τι να ενισχυθεί, παιδί μου, το αριστερό μας και πού να βρεθεί το τμήμα; Απ’ το βράχο να το κόψουμε; Έλα, πάμε μαζί στον ταγματάρχη», απάν­τησε ήσυχα ο λοχαγός.
«Εμείς πηγαίνουμε», πετάχτηκε ο Παύλος όξω.
«Πόσοι είσαστε;» ρώτησε ο ανθυπολοχαγός.
«Δεκάξι.»
Ο Βουλοδήμος χαμογέλασε: «Στάσου να πάρεις πρώτα τα φουσέκια.—Σιτιστή», φώναξε του σαλπιστή που έστεκε μερικά βήματα παρέκει πίσω από μια πέτρα.
«Πες, γιατρέ να ζήσεις, από μέρος μου του σιτι­στή να δώσει φυσίγγια του παλικαριού και γαλέτ’ αν θέλει», πρόστεσε κι έφυγε με τον ανθυπολοχαγό, ενώ η σάλπιγγα έκραζε το σιτιστή.
«Καλό παιδί, δραστήριο και με γνώσεις, είπε ο γιατρός του Παύλου δείχνοντας τον ανθυπολοχαγό του Βουλοδήμου. «Δεν του το ’χε κανένας, σα μας ήρθε στην αρχή στο τάγμα· έφεδρος λέγαμε και νησιώτης κιόλα. Κάποιος μάλιστα συνάδερφος τον ήξερε και για σοσιλιαστή.»
«Σοσιαλιστή;» διόρθωσε ο Παύλος μηχανικά.
«Ξέρω γω, φίλε μου; Στην ψυχή μου δεν τον παίρνω. Όπως τον βλέπω μάλιστα, δεν το πιστεύω». Κι ο γιατρός τεντώθηκε στο γιατάκι του Βουλοδήμου και μαδώντας έν’ απάνω στ’ άλλο τα σύκα της τσεπέλας, ξακολούθησε σα σε μονόλογο:
«Ναι, φίλε μου, νησιώτης. Μια ιδέα ήτανε κι αυτή για τους Ρουμελιώτες. Πάει, θα μας πάρουνε πια το ίρτσι οι Μοραΐτες. Ακούς εκεί Ακαρνάνες και να τρέμουνε το τουφέκι! Ο ταγματάρχης πάει να σκάσει απ’ το κακό του». Όσο που ήρθε ο σιτιστής κι ο Παύλος τον ακολούθησε.
Περνούνε φαράγγια, ανεβοκατεβαίνουνε ζυγούς, σκαρφαλώνουνε βράχους ο Παύλος Γέρακας κι οι δε­καπέντε σύντροφοί του. Ο ήλιος του μεσημεριού τσούζει, ο ίδρωτας τρέχει, τα γόνατ’ αποκάνουνε, τέν­τωσε και λύγα. Πού βρίσκονται, πού πάνε, δεν ξέρουνε. Μόνος οδηγός τους είναι ο βρόντος των του­φεκιών, μια τον ακούνε από τα ψηλώματα, μια τόνε χάνουνε από τα βάθη των λαγκαδιών.
Κάπου τραγουδεί μια βρύση και φουντώνει ο ίσκιος· στέκουνται, ξεδιψούνε και ξανασαίνουνε. Κι ύστερα ξανανέβα και ροβόλα και πάντα λόγγοι, δρυμοί, φουντώματα, θόλοι και χλοϊσμένα ξάγναντα και βοσκοτό­πια ειρηνικά. Εδώ βαθιοί γκρεμοί και ξεραΐλα βρά­χων, παρέκει ειδύλλια λαγκαδιών με άνθους στρωτούς κι ανάβρες γάργαρες περνούνε γοργά στα μάτια σαν όραμα στιγμής.
Ο Παύλος θυμάται το λόγο του ξαδέρφου του· τα Γιάννινα δεν παίρνουνται με τους σοφτάδες, δεκαέξι αντάρτες δεν κρατούνε το κύκλωμια του Τούρκου. Βοήθεια ζήτησε ο διοικητής των ευζώνων· είτε δεν ήρθε είτε άργησε, ο εχτρός προχώρεσε. Οι αντάρτες το μαντεύουνε από το τουφεκίδι που πυκνώνει, από τον απανωτό βρόντο των κανονιών. Τρεις ώρες περπα­τούνε να φτάσουνε στο βράχο, που δεσπόζει το δεξιό του εχτρού, και βρεθήκανε μακρύτερα. Άδικα αλαφρώσανε το λόχο του Βουλοδήμου από τα φουσέκια. Από την κορφή που σταθήκανε, τα βόλια δε φτά­νουνε τον εχτρό· κι αν θέλουνε να πάνε πιο σιμά, το ποτάμι κόβει ανεπάντεχα το δρόμο. Δεν τους μένει άλλο παρά ν’ αγναντεύουνε και να ξαποστάσουνε.
Τσακίζ’ η μέρα και το αγέρι φυσά σιγαλινά.
Πράσινα, καταπράσινα κι οι ράχες κι ο στενός ο κάμπος. Πού, πού μόνο οι ανθισμένες αγραπιδιές λευ­κοροδίζουν απαλά κι ο ποταμός, φίδι εκεί κάτω, μια χάνεται και μια ασπρογυαλίζει.
Και μακριά, μέσ’ από τα δέντρα, κάτι σα σπίτια, σαν καλύβια φαίνουνται και κάποια μαυράδια αργοσαλεύουνε πέρα στον καμπάκη. Τάχα είναι Τούρκοι ή ραγιάδες χωρικοί, ή άλογα μόνο και γελάδια; Κι η ασπριδερή λουρίδα εκεί ζερβά, στο ριζιμιό, στο βά­θος, τι να ’ναι; μην ο δρόμος των Γιαννίνων; Δεν πάμε κείθε; Δε μας είπανε πως τον φυλάγει δικός μας στρα­τός; — Μα ακούστε πως βουίζει το κανόνι. Να κι ο καπνός. — Πού; πού; — ψηλά, απάνω στο ζυγό, κοντά στο διάσελο, στην κορφή που τη στερνοφωτίζει ο ήλιος.
Κι οι ομοβροντίες δεν παύουνε, ολοένα και δασεύουνε, ακούγονται τώρα συγκρατητές.
«Τόσο κοντά και να μη φαίνεται καπνός!»
«Πού να τόνε δεις: Η μάχη γίνεται βαθιά στην κλεισούρα.»
«Μα το κανόνι σώπασε· δε φαίνεται καπνός ψηλά!».
«Άκου το πάλε· κι ο καπνός νάτος πιο κάτω, στον από δώθε το ζυγό.»
«Το τουφεκίδι δυναμώνει. Κάνουνε γιουρούσι.»
«Ποιοι;»
«Οι Τούρκοι· τι οι δικοί μας;»
«Ποιος ξέρει, μπορεί να ’φτασε βοήθεια.»
«Πώς να ζύγωνε κανείς!»
«Δεν πάμε πίσω; Δεν παίρνουμε τον ίδιο δρόμο;»
«Φτάνει να τον βρίσκαμε!»
Η έφοδο βαστά ώρα· μα το τουφέκι αδυνατίζει λίγο λίγο, παγαδιάζει σιγά σιγά. Το κανόνι σώπασε κι αυτό, όλα σωπάσανε σε λίγο. Έπεσε κι ο ήλιος και πλακώσανε ίσκιοι τα βουνά και το σούρπωμα θόλωσε ολόγυρα τις ράχες. Σιγή, ερημιά έχει απλωθεί, μόνο το κρύο αγέρι του βραδιού σφυρίζει στο κορφοβούνι θλιβερά.
«Τώρα τι κάνουμε;»
«Να ξέρομε μονάχα τι έγινε!»
Τ’ αστέρια βγαίνουνε και τρεμοφεγγίζουνε βουβά κι αδιάφορα. Οι αντάρτες αυτιάζουνται μήπως ακούσουνε πουθενά κουδούνια ή γαυγίσματα σκυλιών. Ακούνε μόνο τ’ αηδόνια που λαλούνε.
Ξάφνω αρχίζουνε ν’ ανάβουνε φωτιές προς τα μέρη που έβραζε η μάχη αποβραδίς. Πάντα και νέα φλόγα ξεφυτρώνει, πάντα κι άλλη.
Κι όλο δώθε φτάνουν κι όλο πληθαίνουνε κι όλο και μεγαλώνει κάθε φλόγα. Χωριά θα καίγουνται!
«Μην προχωρέσαν οι δικοί μας;»
«Και θ’ ανάβανε φωτιές; Θα καίγανε ρωμέικα χω­ριά;»
«Μα να, ανάβουνε κι αποδώ, από τ’ άλλο μέρος. Δεν είδαμε αυτού το δρόμο των Γιαννίνων; Δικοί μας εί­ναι κει.»
«Δικοί μας, ξένοι — οι φωτιές μας ζώσανε.»
«Τι κάνουμε;»
«Πού θέλετε να πάμε;
«Πίσω όπου μας βγάλει ο δρόμος.»
Άδικα ψάχνουνε να βρούνε δρόμο στο σκοτάδι οι αντάρτες. Μπερδεύουνται στα μονοπάτια, παραστρα­τούνε στις λαγκαδιές, τα χάνουνε μες τα ρουμάνια και ξανασκουντάβουνε στο ποτάμι. Ένα κομμάτι ουρανός με αστέρια αδιάφορα, και μπρος και πίσω και τρι­γύρω λόγγοι και βουνά και σάρες· κι αν φαίνεται άνοιγμα κάπου, μπροστά τους νέα φωτιά.
«Δεν καρτερούμε την αυγή;»
«Χαρά στον που τον βρει η αυγή!»
«Λεβέντη, μου δείλιασες!»
«Τι δείλιασα! Θα πάμε όλοι δεμένοι στα Γιάννινα».
Με χωρατά και με πειράγματα γυρεύουνε να κρύψουνε τον τρόμο. Σε κάθε ανήφορο, κάθε κατήφορο δεν ξέρουνε αν πάνε πίσω ή εμπρός. Ατέλειωτη κι η ώρα και το δάσος. Τώρα περνούν ένα ζυγό και τ’ απονύχτερο φυσά κρύο εκεί ψηλά. Πού να ’μαστε, ξαναρωτιούνται. Οι φωτιές χαθήκανε. Δεξιά να κάμουμε ή ζερβά, πού ’ναι ο βοριάς και πού ’ναι ο νότος; Δε γνωρίζει κανένας σας τ’ αστέρια;
Ανεβήκανε λαχανιασμένοι στην κορφή. Ξαγναντίσανε να μετωρίζει λειψό το μισοφέγγαρο απάνωθέ τους· μεγαλόπρεπο, σπαθάτο, ματωμένο και πυρό. Ανατριχιάσανε. Πίσω, παιδιά! Εδώθε πάει ο δρό­μος στη Στρεβίνα. Σοφτάδες! Σοφτάδες! ακούει ο Παύλος από πίσω του τη φωνή του Βουλοδήμου και χαμηλώνει στο σκοτάδι τα μάτια του. «Τι φεύγουμε;» δε ρωτά κανένας, κανείς δε μουρμουρίζει, κανένας δε θυμώνει κι ο αντάρτης ποιητής ξέχασε τη λίμνη των πόθων.
Περνούνε τώρα ορθή, κακόβατη πλαγιά· το βουνό ψηλό σαν κάστρο, κάτωθε βούιζε ο βυθός, ποτάμι θα γκρεμιζότανε στους βράχους. Δασά κοντόρεικα, αγκαθερά χαμόκλαδα φράζανε το μονοπάτι. Σταματήσανε μια στιγμή, άλλοι ορθοί, άλλοι καθίσανε. Ένας τους σα ν’ αφικράστηχε κάτι. Δεν ήτανε τίποτε· κανέν’ αγρίμι θα πέρασε στο σύδεντρο. Προχωρέσαν πάλι. Από ένα σύρραχο σ’ άλλο λαγκάδι. Μα ξανασταματήσανε. Δεν είναι πάλι τίποτες. Κουκουβάγια σκούζει. Σα να μη φτάνει ο τρόμος!
«Κάποια χαλάσματα, έρμη κούλια θα ’ναι δω», είπε ο πλαγινός του Παύλου.
«Χαλάσματα, χαλάσματα.»
Τα είδανε να θαμπογράφουνται στη ράχη και τρα­βούνε σιωπηλοί. Μα όπως κατεβαίνουν την πλαγιά το ποτάμι ξανασέρνεται μπροστά τους κι η οχτιά είναι απάτητη. Πίσω! πού πίσω; Ζερβά πηγαίνει έν’ άλλο μονοπάτι. Στην τύχη, όπου μας βγάλει.
Ξαναξεκινούνε. Το πόδι πατά στο σκοτάδι αντικιαστά κι οι πέτρες κυλούνε στον γκρεμό, όπου βογκά ο καταρράχτης. Ξαναλαφιάζουνται. Έπεσε κάπου τουφέκι· και δεύτερο και τρίτο.
«Τώρα είμαστε καλά!»
«Ίσια στην κορφή ανεβάτε, να πιάσουμε τη ράχη», προστάζει ο αρχηγός.
«Ίσια!»
«Ας την ανέβει όποιος μπορεί.»
Δεν ακούστηκε άλλη τουφεκιά, μα μια ράχη κλείνει τώρα το δρόμο και κάτι σαν αντάρα, σαν καπνός φαί­νεται πίσω από την κορφή της. Δίχως άλλο χωριό θα καίγεται.
«Τι θέλουμε αυτού ψηλά; Ζερβά να κάμουμε.»
«Ζερβά είναι το ποτάμι.»
«Και δεξιά τα Γιάννινα.»
«Πίσω, πίσω! Οι Τούρκοι κατεβαίνουνε!»
Μα πού να βρεθεί ο δρόμος πίσω; Ίσια λοιπόν κι ό,τι θέλει ας γίνει. Τα στουρνάρια δεν είναι μαλα­κότερα και δω, κι άλλονε βαρά το παλιοτσάρουχο, αλ­λουνού σακατεύει τη φτέρνα η μπότα. Και τα φουσέ­κια πάνε δέκα οκάδες.
Ξεψυχισμένοι ανεβήκανε τη ράχη. Ούτε αντάρα, ούτε καπνός· ούτε χωριό βλέπουνε να καίγεται. Τι να ’τανε; Να γελαστούνε τόσοι νομάτοι! Η καρδιά ήρθε στον τόπο της, ανασαίνουνε μια στιγμή και ροβολούνε τη ράχη από το άλλο πλάγι. Μ’ άξαφνα πάλι λαγγεύει και σταματά ο μπροστινός:
«Σιγά, παιδιά, σταθείτε· πατήματα.»
«Να, δεν ακούς;»
«Πατήματα είναι, αλήθεια.»
«Έρχουντ’ ίσια προς τα δω.»
«Αναμερίστε, πιάστε την πλαγιά. Γεμίστε τα του­φέκια !»
Παραμερίσανε όλοι και ταμπουρωθήκανε στο σκο­τάδι. Βαστούνε την ανάσα, μα οι καρδιές χτυπούνε σα σφυριά στις πέτρες, όπου ακουμπά το στήθος. Τα πατήματα προχωρούνε αγάλια· δεν είν’ ένας, είναι πολλοί· τους κρύβουνε τα κλαριά και το σκοτάδι.»
«Μην κουνηθεί κανείς, αφήστε να ζυγώσουνε.
«Να τοι, δες, σειούνται τα κλαδιά.»
«Ρώτα ποιοι ’ναι, πριν ζυγώσουνε!»
«Τις ει;»
Καμιά απόκριση.
«Τις ει; Τις ει;»
Τα κλαδιά ανταρευτήκανε, σάλαγος τάραξε το σκο­τάδι.
«Έρχουνται απάνω μας», μουρμουρίζει μια φωνή. Μπαμ! Μπουμ! Ο θόρυβος τριπλώνει, σκορπά· τρίζουνε κλαδιά σα να σπάζουνε και βροντούνε λιθάρια στον γκρεμό.
Τούρκοι θα ’τανε και φύγανε σαν ακούσανε τουφέ­κια. Οι αντάρτες ανασάνανε· σηκωθήκανε. Μα τώρα ποιος τραβά μπροστά, μα και ποιος πρωτολέει το: πάμε πίσω;
«Σταθείτε, δεν ακούτε κει;»
«Σα βογκητό!»
«Και μένα μου φάνηκε πως κάτι σωριάστηκε με την τουφεκιά».
Ο ένας ντράπηκε τον άλλο και προχωρήσανε στο μονοπάτι.
Ένα γελάδι ξαπλωμένο χάμω αργοσπάραζε τα πι­σινά του πόδια.
«Ποιος έριξε;» ρωτά ο ένας τον άλλον και προ­χωρούνε παραπέρα.
«Σοφτάδες! Σοφτάδες!» ακούει πάντα τη φωνή του Βουλοδήμου ο Παύλος καθώς τρέχει στο σκοτάδι.
Μα το σκοτάδι άρχισε ν’ αριώνει κι ο δρόμος των παλικαριών μες την τραχιά ερημιά δε βρίσκει τέλος. Ορνίθια αυτιαζόντανε, μα ανθρώπινη κατοικία δεν απαντούσανε. Κάπου πέρασαν ένα ρημοκλήσι, μα κι αυτό χωρίς καντήλι κι ο μύλος, όπου σταματήσανε σε μια άγρια λαγκαδιά, κλειστός, ρημαγμένος και κείνος· βογκούσε το νερό, μα η φτερωτή του δεν ανάδευε.
Ξάφνω ένας ξεχώρισ’ έναν ίσκιο στο θαμποχάραμα· άνθρωπος ήτανε κι έφευγε: «Έ, πατριώτη! Τούρκος, φάντασμα, ό,τι κι αν είσαι στάσου!»
«Τι θέλετε;»
«Να μας δείξεις το δρόμο στη Στρεβίνα.»
«Στρεβίνα γυρεύετε δω; θα φτάσουνε κει οι Τούρ­κοι πριν απ’ τ’ εσάς;»
«Τι; Τούρκοι; Πού είναι οι Τούρκοι; Τι έγινε; Πες τι ξέρεις.»
«Να, πλακώσανε, τσούζουνε φωτιά, αλί και τρισαλί μας τους ραγιάδες.»
«Γλήγορα δείξε μας το δρόμο στη Στρεβίνα.»
»Στρεβίνα δω; εδώ ’στε στον Αϊ Γιώργη. Μη στέκεστε, σύρτε να σμίξτε το στρατό.»
«Βγάλε μας στο δρόμο!»
«Πάω να γλυτώσω τα γελάδια, ορέ, να τα λακίσω στα ρουμάνια.»
«Γλύτωσε μας πρώτα.»
«Αμάν, βρε παλικάρια.»
Μια κάνα πιστολιού γυάλισε απάνω του μέσα στο θάμπωμα κι ο ραγιάς υπάκουσε. Κάμανε φτερά το πόδια. Δεν τα χτυπούσε πια τσαρούχι, δεν τα έσφιγγε μπότα, τ’ αχρείαστα φουσέκια σκορπίσανε μες τα ρου­μάνια. Χάραζε η αυγή όταν ο Παύλος κι οι συντρόφοι του περνούσανε το ξύλινο γεφύρι του πόταμου που τους έβγαινε παντού μπροστά όλη τη νύχτα.
Τρεις ώρες έστεκε στο πόδι εκεί ένας λόχος και περίμενε να κατεβεί ένας άλλος από το βουνό, να υποχωρήσουνε μαζί. Τον ειδοποιήσανε από τα μεσάνυχτα, ήρθε η αυγή και κείνος δε φαινότανε. Με βιά κρα­τούσανε οι αξιωματικοί το λοχαγό, που ήθελε να μην περιμείνουν άλλο. Οι στρατιώτες μουρμουρίζανε και βλαστημούσανε.
«Πήγες, μωρέ, του το ’πες;» ρωτούσε και ξαναρω­τούσε ο λοχαγός ένα λοχία.
«Τι ψέμα θα σας πω;»
«Και τι σου απάντησε;»
«Μ’ έβρισε καθώς σας είπα.»
«Πού το ’βρηκε στα κατσάβραχα και το ’πιε!» έλεγε ο λοχαγός στους δυο άλλους αξιωματικούς.
Προσμένανε το λόχο του Παλιούρα κι ο σταυραε­τός, που έφερε χτες το μήνυμα του λοχαγού Λαγήνα για τες δυο χιλιάρικες μπουκάλες, δεν είπε ψέματα.
«Δεν το κουνώ αποδώ», απάντησε ο Λαγήνας, σαν του μηνύσανε να υποχωρήσει· «Στα ταμπούρια!» φώ­ναξε στα «ταμπούρια, παλικάρια!»
«Και γω το πίνω, μα ως αυτού δεν κατανταίνω», έλεγε μέσα του ο υπολοχαγός Γιαταγάνας, εκεί που σύνταζε το λόχο για την υποχώρηση.
Τρομάξανε να βάλουνε τον αγριεμένον καπετάν Παλιούρα στο άλογο, που είχε ο λόχος για να σέρνει τα φουσέκια. Παρατήσανε αυτά και φορτώσανε το λο­χαγό τους.
«Πού πάμε, ορέ; Στα Γιάννινα θα πάμε, ποιος το λέει να πάμε πίσω;» φώναζε ο λοχαγός.
«Αχά, στα Γιάννινα!» ρέκαζε κι ο λόχος ροβολών­τας στο σκοτάδι από τα βράχια, όσο που έφτασε μαζί με την αυγή στο ξύλινο γεφύρι του Λούρου με τα πράσινα, κοιμισμένα νερά.
Ο ήλιος βρήκε και στρατό κι αντάρτες στο μεγάλο δρόμο. Πήγαινε ολόισα στην Άρτα και δεν είχανε πια φόβο να τόνε χάσουνε.
Το ξάδερφό του Βουλοδήμο ξαναπάντησε ο Παύλος Γέρακας κοντά στο γεφύρι της Άρτας. Τον είχε βα­ρέσει και κείνον το τσαρούχι και γύριζε με τους ευζώνους του καβάλα σ’ ένα παλιομούλαρο.
«Ε πως τα βλέπεις τώρα, ξάδερφε; Ξανασμίξαμε», φώναξε του Παύλου, σαν τον αντίκρισε. Ο Παύλος τόνε σίμωσε: «Μα δε μου λες, πως έγινε;» ρώτησε
«Πώς θες να γίνει! Να, σβάρνα μας πήρανε, σβάρνα πήραμε και μεις τους άλλους από πίσω κι όποιος πρωτοφύγει. Κρίμας μονάχα το παιδί, τον έφεδρο ανθυπολοχαγό μου· ήθελε να μου σηκωθεί ορθός σαν τον Καραϊσκάκη και του τη φυτέψανε στο γόνα. Θα τον ξεθυμάνουνε κι αυτουνού τα αίματα, ο γλυτώσει.
Είπε ο λοχαγός και χτύπησε με την άκρη από το καπίστρι το κουτσό μουλάρι. Δεν ήθελε να μείνει πίσω από το λόχο του.
Ο Παύλος στάθηκε και περίμενε τους συντρόφους του. Ίδιο μουλάρι έφερνε πίσω και τον αντάρτη ποιητή, χτυπημένον κι αυτόν από την μπότα. Ερχό­τανε δίπλα δίπλα με το λοχαγό Παλιούρα, παλιό του γνώριμο. Σκυφτά είχανε τα κεφάλια τους και κουβεντιάζανε ήσυχα· η όψη και των δυο έδειχνε πως είχαν ξεμεθύσει.

Φθινόπωρο!


Cervena Lhota

Southern Bohemia

Muratovo lake - Βουλγαρία.


Φθινοπωρινή Ροδόπη!