17/5/09

Ζοζεφίνα Η Τραγουδίστρια

ή Ο Λαός Των Ποντικιών.
του Φραντς Κάφκα.
Η τραγουδίστριά μας ονομάζεται Ζοζεφίνα. Όποιος δεν την έχει ακούσει δε ξέρει τη δύναμη του τραγουδιού. Και δεν υπάρχει κανείς που να μην εκστασιάζεται με το τραγούδι της. Κάτι που πρέπει να εκτιμηθεί ακόμη περισσότερο, γιατί το γένος μας δεν τρέφει και ιδιαίτερη συμπάθεια στη μουσική. Η απόλυτη σιωπή είναι η πιο αγαπημένη μουσική μας. Η ζωή μας είναι δύσκολη, δεν μπορούμε -ακόμα κι όταν έχουμε προσπαθήσει- να αποτινάξουμε από πάνω μας τα καθημερινά προβλήματα, δεν μπορούμε να ανυψωθούμε σε τόσον απόμακρα επίπεδα, όπως είναι η μουσική. Παρ' όλ' αυτά δε παραπονιόμαστε και πολύ. Και, όχι μονάχα μια και μοναδική φορά, φτάσαμε μέχρι αυτό το σημείο: Μια ορισμένη πρακτική κατεργαριά, την οποία φυσικά και τη χρειαζόμαστε επίσης κατά τον πιο επείγοντα τρόπο, τη θεωρούμε σαν το μεγαλύτερό μας πλεονέκτημα και με το χαμογελάκι αυτής της κατεργαριάς έχουμε μάθει να παρηγοριόμαστε για όλα, ακόμα και αν κάποια φορά -κάτι που δε συμβαίνει όμως- είχαμε τη λαχτάρα να απολαύσουμε την ευτυχία που χαρίζει η μουσική.
Μόνον η Ζοζεφίνα είναι μια εξαίρεση: Αγαπά τη μουσική και γνωρίζει επίσης πολύ καλά να τη μεταδίδει. Είναι η μοναδική. 'Οταν κλείσει τα μάτια της, η μουσική, ποιος ξέρει για πόσον καιρό θα χαθεί από τη ζωή μας. 'Εχω σκεφτεί πολύ συχνά πού βρίσκεται στην πραγματικότητα η κατάσταση μ' αυτή τη μουσική. Εμείς είμαστε πέρα για πέρα άμουσοι. Πώς συμβαίνει να καταλαβαίνουμε το τραγούδι της Ζοζεφίνας ή, εφόσον η Ζοζεφίνα αρνιέται να παραδεχτεί την επικοινωνία που έχουμε με το τραγούδι της, να πιστεύουμε τουλάχιστον ότι το καταλαβαίνουμε; Η πιο απλή απάντηση θα ήταν ότι η ομορφιά αυτού του τραγουδιού είναι τόσο μεγάλη, ώστε ακόμα και η πιο χοντροκομμένη αίσθηση δεν μπορεί να της αντισταθεί, αυτή όμως η απάντηση δεν είναι ικανοποιητική. Αν ήταν πράγματι έτσι, θα έπρεπε να 'χει κανείς γι' αυτό το τραγούδι, τώρα και για πάντα, το αίσθημα του εξαιρετικού, το αίσθημα ότι μέσα από αυτό το λαρύγγι ηχεί κάτι που ποτέ ως τώρα δεν το είχαμε ακούσει και ότι μας λείπει τελείως η ικανότητα να το ακούσουμε, κάτι για το οποίο μόνο η Ζοζεφίνα μας κάνει ικανούς και κανείς άλλος.
Αν αυτό όμως εδώ δεν στέκει ακριβώς, κατά τη γνώμη μου, δεν το αισθάνομαι και ούτε έχω παρατηρήσει κατιτί παρόμοιο στους άλλους. Σε πολύ εμπιστευτικό κύκλο ομολογούμε ανοιχτά ο ένας στον άλλον πως το τραγούδι της Ζοζεφίνας, σαν τραγούδι, δεν έχει κάτι το εξαιρετικό. Είναι πραγματικά, λοιπόν, αυτό το τραγούδι; Παρ' όλη μας τη μουσική άγνοια, έχουμε μεγάλη παράδοση στο τραγούδι: Στα παλιά χρόνια του Λαού μας υπήρχε τραγούδι. Οι μύθοι μιλάνε γύρω απ' αυτό κι έχουν διακριθεί μάλιστα τραγούδια, που φυσικά κανείς δε μπορεί πια να τα τραγουδήσει. Έτσι, λοιπόν, μια κάποια ιδέα για το τι είναι τραγούδι την έχουμε κι αυτή η ιδέα δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα στο τραγούδι της Ζοζεφίνας. Είναι πράγματι, λοιπόν, αυτό τραγούδι; Μήπως είναι μόνον ένα σφύριγμα; Και να σφυρίζουμε, βέβαια, όλοι ξέρουμε, αυτό είναι η κύρια καλλιτεχνική ικανότητα του Λαού μας ή, μάλλον, καμιά ικανότητα, αλλά μια χαρακτηριστική έκφραση ζωής. 'Ολοι μας σφυρίζουμε, αλλά φυσικά κανείς δε σκέφτεται να το παρουσιάσει αυτό σαν τέχνη, σφυρίζουμε δίχως να δίνουμε και μεγάλη σημασία, ναι, δίχως να το καταλαβαίνουμε. Κι υπάρχουνε πολλοί ανάμεσά μας, μάλιστα, οι οποίοι ούτε καν ξέρουν ότι το σφύριγμα είναι μια από τις ιδιοτυπίες μας. Αν ήταν, λοιπόν, αλήθεια ότι η Ζοζεφίνα δεν τραγουδά αλλά μόνο σφυρίζει και, μάλιστα, όπως τουλάχιστον φαίνεται σε μένα, δε ξεπερνά καν τα όρια του συνηθισμένου σφυρίγματος -κι ίσως οι δυνάμεις της να μην της αρκούν σχεδόν γι' αυτό το συνηθισμένο, ενώ ένας απλός αγρότης είναι σε θέση να το καταφέρει ολόκληρη την ημέρα, δίχως προσπάθεια, με τη δουλειά του ταυτόχρονα-, αν όλα αυτά είναι αλήθεια, τότε θα μπορούσε κάλλιστα ν' αμφισβητηθεί η δήθεν καλλιτεχνική φύση της Ζοζεφίνας, αλλά τότε θα 'πρεπε οπωσδήποτε να λυθεί το μυστήριο της μεγάλης επίδρασης που 'χει στο κοινό. Αυτό βέβαια που κάνει η Ζοζεφίνα δεν είναι απλώς και μόνο σφύριγμα. Αν κανείς τοποθετηθεί αρκετά μακριά απ' αυτή και στήσει αφτί ή, ακόμα καλύτερα, αν κάποιος εξετάσει τον εαυτό του απ' αυτή την πλευρά, αν τραγουδάει η Ζοζεφίνα ανάμεσα σε άλλες φωνές και βάλει τα δυνατά του να ξεχωρίσει τη φωνή της, τότε δε θ' ακούσει
αναμφισβήτητα τίποτ' άλλο από ένα συνηθισμένο, το πολύ-πολύ, λόγω απαλότητας ή αδυναμίας, ένα λιγάκι εντυπωσιακό σφύριγμα.
Για να κατανοήσει κανείς τη τέχνη της είναι αναγκαίο όχι μόνο να την ακούει, αλλά να τη βλέπει κιόλας. Ακόμα, κι αν ήταν αυτό το καθημερινό μας σφύριγμα, εδώ, σ' αυτό το σημείο υπάρχει η παραδοξότητα ότι κάποιος παίρνει επίσημη θέση για να μην κάνει τίποτ' άλλο, εκτός από το συνηθισμένο. Το σπάσιμο ενός καρυδιού δεν είναι στ' αλήθεια καμιά τέχνη, γι' αυτό κανείς δε θα τολμήσει να μαζέψει κοινό, που για να το διασκεδάσει θα σπάσει μπρος του καρύδια. Αν όμως, παρ' όλ' αυτά, το κάνει και πετύχει η πρόθεσή του, τότε δε θα πρόκειται πια για έν απλό σπάσιμο καρυδιών. Ή, καλύτερα, πρόκειται για σπάσιμο καρυδιών, αλλά βγαίνει το συμπέρασμα ότι εμείς δεν είχαμε δει σωστά αυτή την τέχνη, επειδή τη κατέχουμε απόλυτα κι ότι τούτος εδώ ο νέος καρυοθραύστης μας δείχνει για πρώτη φορά τη πραγματική της υπόσταση, οπότε για την επίδραση αυτή θα μπορούσε να 'ναι χρήσιμο αν ετούτος εδώ ήτανε στο σπάσιμο των καρυδιών λιγότερο ικανός από την πλειοψηφία μας.
Πιθανό να συμβαίνει το ίδιο και με το τραγούδι της Ζοζεφίνας. Σ' αυτή θαυμάζουμε κείνο που δε θαυμάζουμε καθόλου σε μας. Εξάλλου, γι' αυτή τη τελευταία άποψη συμφωνεί κι η ίδια απόλυτα μαζί μας. Ήμουνα κάποτε μπροστά, όταν κάποιος, όπως αυτό συμβαίνει πάρα πολύ συχνά, της σύστησε και μάλιστα πάρα πολύ σεμνά, να λάβει υπόψη της και το γενικό, λαϊκό σφύριγμα, αλλά αυτό ήταν ήδη πολύ για τη Ζοζεφίνα. 'Ενα τόσο αυθάδικο κι αλαζονικό χαμόγελο, σαν το δικό της τότε, δεν έχω δει ποτέ ως τώρα. Αυτή, που εξωτερικά είναι στ' αλήθεια η τέλεια τρυφερότητα προσωποποιημένη, εντυπωσιακά τρυφερή, ακόμα και για τον πλούσιο σε τέτοια γυναικεία πρόσωπα Λαό μας, φέρθηκε τότε στην κυριολεξία απαίσια. Κατάφερε, όμως, με την υπερβολική της ευαισθησία να το καταλάβει αμέσως και να συγκρατηθεί.
Εν πάση περιπτώσει, με κάθε συσχετισμό ανάμεσα στη τέχνη της και στο σφύριγμα, γι' αυτούς που έχουν αντίθετη γνώμη, νιώθει μόνο περιφρόνηση και, πιθανόν, έν ανομολόγητο μίσος. Αυτό δεν είναι συνηθισμένη ματαιοδοξία, γιατί αυτή η αντιπολίτευση -στην οποία μισοανήκω κι εγώ- δε τη θαυμάζει στα σίγουρα λιγότερο απ' ό,τι η μάζα, αλλά η Ζοζεφίνα δεν απαιτεί μονάχα να τη θαυμάζουν, αλλά να τη θαυμάζουν με τον τρόπο που 'χει η ίδια καθορίσει, μόνον ο θαυμασμός δε την ενδιαφέρει διόλου. Κι όταν κανείς κάθεται μπρος της το καταλαβαίνει. Αντίπραξη της κάνουν μόνον όταν βρίσκονται μακριά της. 'Οταν όμως κάποιος κάθεται μπρος της, το ξέρει: Αυτό εδώ που σφυρίζει τούτη, δεν είναι σφύριγμα.
Επειδή το σφύριγμα ανήκει σ' αυτή τη κατηγορία των συνηθειών μας που γίνονται δίχως σκέψη, θα μπορούσε κανείς να νομίζει πως το ακροατήριο της Ζοζεφίνας σφυρίζει κι αυτό. Η τέχνη της μας αρέσει κι όταν νιώθουμε ευχαριστημένοι σφυρίζουμε. Το ακροατήριό της, όμως, δε σφυρίζει, κρατά νεκρική σιγή. 'Ετσι, σα παίρνουμε κι εμείς μέρος στην πολυπόθητη γαλήνη, από την οποία μας κρατά μακριά, τουλάχιστον μακριά το ίδιο μας το σφύριγμα, σωπαίνουμε. Είναι άραγε το τραγούδι της που μας συνεπαίρνει ή μάλλον η επίσημη σιγή που περιβάλλει την αδύνατη φωνούλα;
Κάποτε συνέβη το εξής: κάποιο παλαβό μικρό πράγμα άρχισε να σφυρίζει μ' όλη του την αθωότητα τη στιγμή που τραγουδούσε η Ζοζεφίνα. Λοιπόν, ήταν ακριβώς το ίδιο με κείνο που ακούγαμε από τη Ζοζεφίνα. Εκεί μπροστά, παρ' όλο το ρουτινιάρικο ύφος του, το πάντα δειλό σφύριγμα κι εδώ στο κοινό, το άδολο παιδικό σφύριγμα, ήταν αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς τη διαφορά. Κι όμως, γιουχάραμε και σφυρίξαμε, αποδοκιμάζοντας ευθύς αμέσως το ταραξία αν και δεν ήταν διόλου αναγκαίο, διότι κείνος τρομαγμένος και ντροπιασμένος τρύπωσε κάπου κι εξαφανίστηκε ενώ η Ζοζεφίνα έβγαζε θριαμβευτικές κορώνες, εκτός εαυτού, με τα προτεταμένα χέρια και τον τεντωμένο σ' αφάνταστο σημείο λαιμό της.
'Ετσι είναι αυτή πάντα: κάθε μικρολεπτομέρεια, κάθε σύμπτωση, κάθε αντίδραση, ένα σούρσιμο στη πλατεία, ένα τρίξιμο των δοντιών, μια κάποια μικροβλάβη του φωτισμού, τα θεωρεί κατάλληλα για ν' αυξήσει την επίδραση του τραγουδιού της. Σύμφωνα με τη γνώμη της τραγουδά μπροστά σε κουφούς. Οι ενθουσιώδεις εκδηλώσεις θαυμασμού και τα χειροκροτήματα δε λείπουν, αλλά πραγματική κατανόηση, όπως τη θεωρεί τουλάχιστον αυτή, έχει μάθει εδώ και καιρό να μη περιμένει πια. Έτσι, αντιμετωπίζει όλες τις ενοχλήσεις με μεγάλην άνεση. Οτιδήποτε έρχεται απέξω, για να εναντιωθεί στη καθαρότητα του τραγουδιού της, νικιέται με εύκολο αγώνα ή μάλλον δίχως αγώνα, απλώς με την απλή αντιπαράθεση μπορεί να βοηθήσει ν' αφυπνιστεί το πλήθος, να του διδάξει, αν όχι κατανόηση, τουλάχιστο συνειδητοποιημένο θαυμασμό. Αφού, όμως την εξυπηρετούνε κατ' αυτό τον τρόπο οι μικρές καταστάσεις, πόσο μάλλον οι μεγάλες.
Η ζωή μας είναι πολύ ανήσυχη, η κάθε μέρα φέρνει μαζί της εκπλήξεις, αγωνίες, ελπίδες και τρόμους, έτσι που ο καθένας χωριστά, απομονωμένα, θα ήταν αδύνατο να τα υποφέρει όλ' αυτά, αν δεν είχε διαρκώς μέρα και νύχτα το στήριγμα των συντρόφων. Αλλά κι έτσι ακόμα, οι δυσκολίες είναι συχνά πολύ αβάσταχτες. Καμιά φορά τρέμουν και χίλιοι ώμοι ακόμα κάτω από το φορτίο, που στη πραγματικότητα έχει οριστεί μονάχα για έναν. Τότε η Ζοζεφίνα νιώθει ότι έχει έρθει η ώρα της. Βρίσκεται κιόλας εκεί. Το τρυφερό πλάσμα που πάλλεται κάτω από το στήθος είναι σαν να έχει συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις στο τραγούδι, λες και της έχει αφαιρεθεί ό,τι δεν εξυπηρετεί άμεσα το τραγούδι, κάθε δύναμη, σχεδόν κάθε δυνατότητα ζωής, σαν να είναι απογυμνωμένη, εγκαταλειμμένη, ολοκληρωτικά παραδομένη στην προστασία καλών πνευμάτων, σαν να γνωρίζει ότι, καθώς είναι έτσι αποπνευματοποιημένη, χαμένη στο τραγούδι της, μπορεί το παραμικρό ψυχρό φύσημα του αέρα να τη σκοτώσει. Αλλ' ακριβώς σε μια τέτοια στιγμή, φροντίζουμε εμείς, οι δήθεν αντίπαλοί της, να λέμε: -"Δεν είναι σε θέση ούτε να σφυρίξει". Τόσο τρομακτικά πρέπει να προσπαθήσει να βγάλει με το ζόρι -δε μιλάμε βέβαια για τραγούδι, αλλά κατά κάποιον υποφερτό τρόπο- το παραδοσιακό σφύριγμα της χώρας. 'Ετσι μας φαίνεται, αλλά αυτό εδώ, όπως έχει ήδη ειπωθεί, είναι μια αναπόφευκτη, αλλά παροδική και γρήγορα περαστική εντύπωση. 'Ηδη βυθιζόμαστε βαθιά μέσα στην αίσθηση του πλήθους, που ζεστό, σώμα με σώμα, ακούει κρατώντας την αναπνοή του.
Για να μπορέσει να μαζέψει γύρω της αυτό το πλήθος του Λαού μας -που συχνά βρίσκεται σχεδόν πάντοτε σε αέναη κίνηση, με όχι και πολύ συχνά ξεκαθαρισμένους στόχους και βλέψεις-, θα πρέπει συνήθως η Ζοζεφίνα να μη κάνει τίποτ' άλλο, εκτός από το (με γερμένο προς τα πίσω το κεφαλάκι, με μισάνοιχτο το στόμα, με στραμμένα τα μάτια της προς τα ύψη) να πάρει αυτή τη θέση, που σημαίνει ότι σκοπεύει να τραγουδήσει. Αυτό μπορεί να το κάνει όπου θέλει, δε πρέπει να είναι σώνει και καλά ορατός χώρος -οποιαδήποτε κρυφή, διαλεγμένη από μια στιγμιαία διάθεση γωνιά είναι το ίδιο χρησιμοποιήσιμη.
Η είδηση ότι θέλει να τραγουδήσει διαδίδεται αμέσως και σε λίγο τα πλήθη μαζεύονται, λες και κάνουν λιτανεία. Μερικές φορές βέβαια παρουσιάζονται εμπόδια, η Ζοζεφίνα προτιμά να τραγουδάει ακριβώς μέσα σε περιόδους αναταραχής. πολυποίκιλες φροντίδες κι ανάγκες μας αναγκάζουν ν' ακολουθούμε τους πιο διαφορετικούς δρόμους κι έτσι, με τη καλύτερη θέληση δε μπορεί να συγκεντρωθεί κανείς τόσο γρήγορα, όσο επιθυμεί η Ζοζεφίνα. γι' αυτό στήνεται κει, στη μεγαλόπρεπή της πόζα, ίσως για ένα διάστημα χωρίς αρκετό ακροατήριο -κατόπιν, φυσικά, γίνεται έξω φρενών, κοπανά το έδαφος με τα πόδια της, βρίζει και καταριέται μ' ένα τρόπο που δεν ταιριάζει καθόλου σ' ένα κορίτσι και κοντά σ' όλ' αυτά, δαγκώνει κιόλας.
Ακόμα όμως και μια τέτοια συμπεριφορά δε ζημιώνει καθόλου τη φήμη της. Αντί κανείς να περιορίσει λίγο τις υπερβολικές της απαιτήσεις, κάνει προσπάθεια να τις ικανοποιήσει. Στέλνονται αγγελιοφόροι για να συγκεντρώσουν ακροατές. 'Οταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, το κρατάνε μυστικό απ' αυτή. Τότε βλέπει κανείς στους δρόμους της περιοχής στημένους φρουρούς που κάνουν νόημα σ' αυτούς που πλησιάζουν να βιαστούν. Κι αυτό διαρκεί τόσο, ώσπου να συγκεντρωθεί τελικά ένας ανεκτός αριθμός ακροατών.
Τί είναι κείνο που σπρώχνει το Λαό να κοπιάζει τόσο πολύ για τη Ζοζεφίνα; Μια ερώτηση, για την οποία δεν είναι πιο εύκολο να βρεθεί απάντηση, απ' αυτή που πρέπει να δοθεί για το τραγούδι της Ζοζεφίνας και που μαζί της επίσης συνδέεται. Θα μπορούσε κανείς να τη διαγράψει και να τη συνδέσει εντελώς με τη δεύτερη απάντηση, αν μπορούσε να σταθεί ο ισχυρισμός ότι ο Λαός είναι αφοσιωμένος δίχως όρους στη Ζοζεφίνα λόγω του τραγουδιού της, δεν είναι όμως αυτή η περίπτωση.
Ο Λαός μας δε γνωρίζει την ανεπιφύλακτη, τη δίχως όρους αφοσίωση. Αυτός ο Λαός, που αγαπά πάνω απ' όλα την αναμφισβήτητα ακίνδυνη πονηριά, τον παιδικό ψίθυρο, το σίγουρα αθώο κουτσομπολιό που μόλις βγαίνει από τα χείλη, ένας τέτοιος Λαός δε μπορεί να δοθεί δίχως όρους, αυτό το καταλαβαίνει πολύ καλά κι η Ζοζεφίνα κι ακριβώς αυτό είναι που μάχεται μ' όλη την έκταση των ευαίσθητων χορδών της. Τώρα, βέβαια, με τέτοιες γενικές κρίσεις, δε πρέπει φυσικά κανείς να φτάνει και πολύ μακριά, ο Λαός όμως είναι αφοσιωμένος στη Ζοζεφίνα, αλλά όχι δίχως όρους. Δε θα ήταν, π.χ., ικανός να γελάσει εις βάρος της Ζοζεφίνας. Μπορεί κανείς να το μολογήσει: Είναι μερικά πράγματα στη Ζοζεφίνα που προκαλούν το γέλιο. Αυτό, όμως, καθαυτό το γέλιο είναι πολύ εύκολο σ' εμάς. Παρ' όλη την αθλιότητα της ζωής μας, ένα ελαφρύ γέλιο το κουβαλάμε κατά κάποιο τρόπο πάντα μαζί μας. Αλλά για τη Ζοζεφίνα δε γελάμε.
Μερικές φορές έχω την εντύπωση πως έτσι μπορώ να εννοήσω τη συμπεριφορά του Λαού προς τη Ζοζεφίνα: ότι αυτήν, αυτό το εύθραυστο -που χρειάζεται άπειρη προφύλαξη-, αυτό το εξαίσιο λόγω του τραγουδιού του πλάσμα, του το έχουν εμπιστευτεί κι έχει την υποχρέωση να το φροντίζει.
Ο λόγος γι' αυτό δεν είναι σε κανένα ξεκαθαρισμένος, μόνο το γεγονός φαίνεται να 'ναι σίγουρο. Μ' αυτό, όμως, που 'χει ανατεθεί σε κάποιον να το προστατεύει δε γελά κανένας. Να γελάσει θα ήταν παράλειψη καθήκοντος. Αυτό είναι το πιο υψηλό επίπεδο μοχθηρίας, αυτό που κάνουν οι πιο κακεντρεχείς από εμάς, όταν λένε πολλές φορές για τη Ζοζεφίνα: -"Όταν βλέπουμε τη Ζοζεφίνα, το χαμόγελο σβήνει από το στόμα μας". Μ' αυτό τον τρόπο, λοιπόν, ο Λαός φροντίζει για τη Ζοζεφίνα, με τον τρόπο του πατέρα που έχει αναλάβει ένα παιδί, που κανείς δε ξέρει κιόλας αν απλώνει το χέρι του προς αυτόν ικετευτικά ή με απαίτηση.
Θα μπορούσε κανείς να πιστεύει πως ο Λαός μας δεν είναι ικανός να εκπληρώσει τέτοια πατρικά καθήκοντα. Στη πραγματικότητα όμως τα εκτελεί, τουλάχιστον στη περίπτωση αυτή, υποδειγματικά. Κανένας δεν θα ήταν σε θέση να καταφέρει μονάχος του αυτό που είναι σε θέση να το κάνει στη περίπτωση αυτή ο Λαός στο σύνολο. Μα και φυσικά, η διαφορά ισχύος ανάμεσα στο Λαό και στον ένα μόνο του είναι τόσο τρομαχτική. Είναι αρκετό να τραβήξει τον προστατευόμενο κοντά στη ζεστασιά του και είναι αρκετά προφυλαγμένος.
Στη Ζοζεφίνα, φυσικά, κανείς δε τολμά να μιλήσει για τέτοια πράγματα. -"Βγάζω τη γλώσσα στην προστασία σας", λέει. "Καλά, καλά, μας βγάζεις τη γλώσσα", σκεφτόμαστε μεις. Κι εκτός απ' αυτό, δεν είναι αλήθεια καμιά έλλειψη αναγνώρισης από μέρους της. Όταν αυτή επαναστατεί, είναι πέρα για πέρα παιδικός τρόπος έκφρασης της ευγνωμοσύνης της. Και ο τρόπος του πατέρα είναι να μη δίνει σημασία σ' αυτό.
Συμβαίνει όμως και κάτι άλλο -που είναι ακόμα πιο δύσκολο να εξηγηθεί-, που αφορά αυτή τη σχέση ανάμεσα στο Λαό και στη Ζοζεφίνα. Η Ζοζεφίνα έχει την εντελώς αντίθετη γνώμη, πιστεύει πως αυτή είναι που προστατεύει το Λαό. Το τραγούδι της είναι που μας σώζει, δήθεν, από άσκημες πολιτικές ή οικονομικές καταστάσεις. Ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι αυτό που διορθώνει τη κατάσταση κι αν δεν μπορεί να διώξει το κακό, τουλάχιστο μας δίνει τη δύναμη να το υποφέρουμε.
Αυτή δεν το εκφράζει τ' όλο πράγμα έτσι, μα ούτε και διαφορετικά, μιλά γενικά πολύ λίγο, παραμένει σιωπηλή ανάμεσα στα φλύαρα στόματα, τα μάτια της αστραποβολούν, από το κλειστό της στόμα -πολλοί λίγοι ανάμεσά μας μπορούν να κρατούν το στόμα τους κλειστό, αυτή είναι ικανή- μπορεί να το διαβάσει κανείς. Με την κάθε άσκημη είδηση -και, μερικές φορές, έρχονται απανωτές, η μια πίσω από την άλλη, ψεύτικες και μισοαληθινές μαζί-, αυτή σηκώνεται αμέσως, ενώ συνήθως σέρνεται κουρασμένη στο πάτωμα, σηκώνεται, τεντώνει το λαιμό της και ρίχνει μια ματιά, προσπαθώντας ν' αγκαλιάσει με το βλέμμα το κοπάδι της, όπως ο βοσκός πριν από την καταιγίδα. Βέβαια, ακόμα και τα παιδιά έχουν παρόμοιες απαιτήσεις με τον άγριο, ατίθασο τρόπο τους, αλλά της Ζοζεφίνας δεν είναι τόσο αδικαιολόγητος όπως εκείνων.
Φυσικά δε μας σώζει και δε μας δίνει τη παραμικρή δύναμη, είναι εύκολο να παριστάνει κανείς το σωτήρα αυτού του Λαού, που είναι ψημένος στα βάσανα, που δε προφυλάγεται, γρήγορος στις αποφάσεις του, που ξέρει καλά το θάνατο, μόνο φαινομενικά δειλός μέσα σ' αυτή τη ριψοκίνδυνη ατμόσφαιρα, στην οποία ζει διαρκώς. Και, πέρ' απ' αυτό, είναι το ίδιο γόνιμος όσο και θαρραλέος. Είναι εύκολο, λέω, να εμφανιστεί τελευταίος και καταϊδρωμένος, σα σωτήρας αυτού του Λαού, που έχει διασωθεί κατά κάποιο τρόπο από μόνος του, ακόμα και με θυσίες που κάνουν τον ερευνητή της ιστορίας -γενικά, παραμελούμε την ιστορικήν έρευνα- να παγώνει από τρομάρα.
Κι όμως, είναι αλήθεια πως, όταν βρισκόμαστε σε περιόδους ανάγκης, ακούμε τη φωνή της Ζοζεφίνας καλύτερα από άλλοτε. Οι απειλές που κρέμονται πάνω μας, μας κάνουνε πιο ήσυχους, πιο σεμνούς, πιο προσαρμοστικούς στο σύνδρομο εξουσίας της Ζοζεφίνας. Συγκεντρωνόμαστε με προθυμία, μας κάνει χαρά να στριμωχνόμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, ιδίως γιατί αυτό συμβαίνει με μιαν αφορμή που 'ναι τελείως έξω από τη κυρίως υπόθεση. Είναι σαν να πίνουμε μαζί στα γρήγορα -ναι, η βιασύνη είναι αναγκαία, η Ζοζεφίνα το ξεχνάει αυτό πολύ συχνά- με μια κούπα της Ειρήνης πριν από τον αγώνα. Δεν είναι τόσο πολύ μια συναυλία τραγουδιού, όσο μια λαϊκή συγκέντρωση και, μάλιστα, μια συγκέντρωση κατά την οποία, εκτός απ' αυτό το ασθενικό σφύριγμα κει μπροστά, όλα είναι απολύτως ήσυχα. Η στιγμή είναι πολύ σοβαρή για να το ρίξει κανείς στις φλυαρίες. Μια τέτοια σχέση, φυσικά, δε θα μπορούσε να ικανοποιήσει καθόλου τη Ζοζεφίνα. Παρά την υστερική αυτή δυσθυμία που γεμίζει τη Ζοζεφίνα εξαιτίας της ποτέ τελείως ξεκαθαρισμένης θέσης της, δε διακρίνει μερικά πράγματα, τυφλωμένη από την υπερβολική ιδέα που έχει για τον εαυτό της και μπορεί ακόμα, δίχως μεγάλο κόπο, να παραβλέπει και πιο πολλά, ένα σμήνος από κόλακες κινείται κατ' αυτή την έννοια, στην ουσία βέβαια, με μια γενικότερα χρήσιμη έννοια -αλλά μονάχα σα δευτερεύον ζήτημα, αγνοημένη να τραγουδά στη γωνιά μιας λαϊκής συγκέντρωσης, παρ' όλον ότι, αυτό καθαυτό, δε θα ήταν καθόλου ασήμαντο-, δε θα θυσίαζε στα σίγουρα το τραγούδι της. Ομως δεν πρέπει να το κάνει αυτό, γιατί η τέχνη της δεν περνά απαρατήρητη. Παρ' όλο ότι εμείς είμαστε στο βάθος απασχολημένοι με τελείως διαφορετικά πράματα και δε κρατάμε μόνον ησυχία για χάρη του τραγουδιού της και μερικοί μάλιστα δεν προσέχουν καθόλου, αλλά χώνουν το πρόσωπό τους μέσα στη γούνα του γείτονα, ενώ η Ζοζεφίνα φαίνεται να κοπιάζει μάταια κει πάνω, φτάνει παρ' όλ' αυτά -και κανείς δε μπορεί να το αρνηθεί- κάτι από το τραγούδι της και σε μας. Αυτό το σφύριγμα που ακούγεται, ενώ απ' όλους τους άλλους έχει απαιτηθεί σιωπή, φτάνει στον καθένα χωριστά σαν ένα μήνυμα του Λαού. Το λεπτό σφύριγμα της Ζοζεφίνας ανάμεσα στις βαριές αποφάσεις, είναι σχεδόν όπως η δυστυχισμένη ύπαρξη του Λαού μας ανάμεσα στην οχλαγωγία του εχθρικού κόσμου.
Η Ζοζεφίνα υποστηρίζεται, αυτό το Τίποτα σε φωνή, αυτό το Τίποτα σε απόδοση, υποστηρίζεται και βρίσκει το δρόμο σε μας, κάνει καλό να το συλλογίζεται κανείς αυτό. 'Ενα πραγματικό καλλιτέχνη του τραγουδιού, αν μπορούσε να βρεθεί ποτέ ένας τέτοιος ανάμεσά μας, δεν θα μπορούσαμε να τον ανεχτούμε στα σίγουρα μια τέτοια εποχή και θ' απορρίπταμε με μια φωνή την ανοησία μιας τέτοιας απόφασης. Ας προφυλάγεται η Ζοζεφίνα από τη συνειδητοποίηση ότι το γεγονός πως την ακούμε είναι μια απόδειξη ενάντια στο τραγούδι της.
Μια κάποια υπόνοια για τη στάση μας την έχει βέβαια, γιατί άραγε ν' αρνιέται τόσο παθιασμένα ότι την ακούμε, αλλά παρ' όλ' αυτά τραγουδά, δίχως να δίνει σημασία στην υποψία αυτή. 'Ετσι κι αλλιώς, όμως, θα υπήρχε πάντοτε μια παρηγοριά γι' αυτήν: την ακούμε κατά κάποιο τρόπο πραγματικά, πιθανόν το ίδιο όπως ακούει κανείς ένα καλλιτέχνη του τραγουδιού -ένα πραγματικό τραγουδιστή. Κείνη καταφέρνει να έχει μια τέτοιαν επίδραση, που μάταια θα προσπαθούσε ένας καλλιτέχνης του τραγουδιού να την έχει σε μας και που αποδίδεται ακριβώς και μόνο στα ανεπαρκή μέσα που διαθέτει.
Αυτό έχει απόλυτη συνάφεια με τον τρόπο της ζωής μας. Στο Λαό μας κανείς δε γνωρίζει την ηλικία της νεότητας, ούτε καν την ελαχιστότερη παιδική ηλικία. Βέβαια, εμφανίζονται τακτικά τέτοιου είδους απαιτήσεις, πρέπει να εγγυάται κανείς στα παιδιά μιαν ιδιαίτερη ελευθερία, μιαν ιδιαίτερη προφύλαξη, τα δίκια τους για λίγη ξεγνοιασιά, για λίγη άσκοπη περιπλάνηση, για λίγο παιχνίδι, αυτό το δίκαιο είναι σωστό να το αναγνωρίζει κανείς και να βοηθάει στην εκπλήρωσή του.
Τέτοιου είδους απαιτήσεις παρουσιάζονται συχνά και σχεδόν ο καθείς τις επιδοκιμάζει, δεν υπάρχει τίποτα που να επιδοκίμαζε κανείς πιο πολύ, αλλά δεν υπάρχει τίποτα που στη πραγματικότητα της ζωής μας θα γινόταν λιγότερο αποδεκτό. Επιδοκιμάζει κανείς τις απαιτήσεις, κάνει προσπάθειες σύμφωνα με το πνεύμα τους, αλλά σε λίγο όλα είναι πάλι όπως ήταν πριν. Η ζωή μας, με λίγα λόγια, είναι τέτοια, ώστε ένα παιδί μόλις μπορεί να περπατήσει λιγάκι και να ξεχωρίσει το περιβάλλον του κάπως, πρέπει να φροντίζει τον εαυτό του όπως ακριβώς ένας ενήλικος.
Οι περιοχές που πρέπει να ζούμε, κυρίως για οικονομικούς λόγους, εδώ κι εκεί σκορπισμένες, είναι πάρα πολύ μεγάλες, οι εχθροί μας είναι πάρα πολλοί, οι κίνδυνοι που μας παραμονεύουν παντού είναι ανυπολόγιστοι -δε μπορούμε να κρατήσουμε τα παιδιά μας μακριά από τον αγώνα για επιβίωση, αν το κάναμε αυτό, θα συντομεύαμε το τέλος τους.
Κοντά σ' αυτούς τους λυπηρούς λόγους, υπάρχει ακόμα ένας βασικότερος: η μια γενιά -κι η καθεμιά είναι πολυάριθμη- πιέζει την άλλη, τα παιδιά δεν έχουν καιρό να είναι παιδιά. Μπορεί σ' άλλους λαούς τα παιδιά να φροντίζονται πιότερο, μπορεί κει να χτίζονται σχολεία για τα παιδιά, μπορεί απ' αυτά τα σχολεία να βγαίνουνε παιδιά σα θάλασσα πολλά, εντούτοις το μέλλον του Λαού, για πάρα πολύ καιρό, μέρα τη μέρα, είναι αυτά τα ίδια τα παιδιά που κυκλοφορούν εκεί. Εμείς δεν έχουμε σχολεία, αλλά από το Λαό μας ξεχύνονται, στα συντομώτερα χρονικά διαστήματα, τα ανυπολόγιστα κοπάδια των παιδιών μας, τσιρίζοντας ή σφυρίζοντας χαρούμενα κι όσα δε μπορούνε αν σφυρίξουν ακόμα, κουτρουβαλάνε κάνοντας τούμπες ή από τη δύναμη της πίεσης κολλάνε, όσα δεν μπορούνε να τρέξουν ακόμα, παρασύροντας αδέξια με τη μάζα τους ό,τι βρίσκεται μπρος τους, όσο δε μπορούν να δουν ακόμα τα παιδιά μας! Και όχι όπως σε κείνα τα σχολεία, τα ίδια παιδιά, όχι πάντα, πάντοτε νέα, δίχως τέλος, δίχως διακοπή -δεν έχει εμφανιστεί καλά καλά ένα παιδί και δεν είναι πια παιδί, αλλά ήδη συνωστίζονται πίσω του τα νέα παιδικά προσωπάκια, αξεχώριστα μες στο πλήθος τους και στη βιασύνη τους, ρόδινα από ευτυχία.
Βέβαια, όσο ωραίο κι αν μπορεί να 'ναι αυτό και πόσο πολύ μπορούν να μας ζηλεύουν οι άλλοι γι' αυτό, και με το δίκιο τους, μια πραγματική παιδική ηλικία δε μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μας. Κι αυτό εδώ έχει τις συνέπειές του. Μια ορισμένη, απέθαντη, ανίκητη παιδικότητα κυριαρχεί στο Λαό μας. Σε τέλεια αντίθεση με την καλύτερή μας, την αλάθευτη πρακτική λογική, ενεργούμε μερικές φορές τελείως ηλίθια, άσκοπα, σπάταλα, γενναιόδωρα, ελαφρόμυαλα κι όλ' αυτά συχνά, χάριν αστειότητος. Κι αν η χαρά μας δε μπορεί φυσικά να 'χει πια ολάκερη τη δύναμη της παιδικής χαράς, κάτι απ' αυτήν εξακολουθεί να ζει μέσα της, στα σίγουρα.
Απ' αυτή την παιδικότητα του Λαού μας κερδίζει πάντα η Ζοζεφίνα. Αλλά ο Λαός μας δεν παιδοφέρνει μόνον, είναι και κατά κάποιο τρόπο γερασμένος πριν την ώρα του, παιδική ηλικία και γηρατειά λειτουργούνε σε μας διαφορετικά απ' ό,τι στους άλλους. Δεν έχουμε εφηβική ηλικία, είμαστε αμέσως ενήλικοι κι ενήλικοι παραμένουμε για μεγάλο διάστημα, μια κάποια κούραση κι απόγνωση σημαδεύουν με βαθιά κι ανεξίτηλα ίχνη τη τόσον ανθεκτική στο σύνολό της κι αισιόδοξη φύση του Λαού μας.
Μ' αυτό έχει απόλυτη σχέση στα σίγουρα κι η τέλεια άγνοια που 'χουμε για τη μουσική. Είμαστε πολύ γέροι για τη μουσική, η αναστάτωση που προκαλεί η ορμή της, δεν ταιριάζει καθόλου με το βάρος που κουβαλάμε. Κουρασμένοι όπως είμαστε, 'κλωτσάμε' στο άκουσμά της. 'Εχουμε επιτρέψει κι αρκούμαστε στο σφύριγμα. Λίγο σφύριγμα, αραιά και που, αυτό είναι το καλύτερο και το πιο σωστό για μας. Αν τύχαινε, όμως κι υπήρχαν, ο χαρακτήρας των λαϊκών συντρόφων θα 'πρεπε να τα 'χει καταπνίξει πολύ πριν από την ανάπτυξή τους.
Αντιθέτως, η Ζοζεφίνα μπορεί να σφυρίζει όπως της γουστάρει ή να τραγουδά ή να κάνει, αυτό που το ονομάζει κείνη, όπως θέλει. Δε μας ενοχλεί, μας ταιριάζει αυτό, μπορούμε πολύ άνετα να το υποφέρουμε. Αν μες σ' αυτό εμπεριέχεται και το ελάχιστο ίχνος μουσικής, είναι μειωμένο στον ελάχιστο βαθμό που μπορεί να υπάρξει.
Μια κάποια μουσική παράδοση διατηρείται, δίχως όμως να μας βαραίνει διόλου. Η Ζοζεφίνα, όμως, προσφέρει σ' αυτό τον, κατ' αυτό τον τρόπο μαθημένο Λαό κι άλλα ακόμα. Στις συναυλίες της, ιδιαίτερα σε κρίσιμες περιόδους, μόνον οι πολύ νέοι δείχνουνε πραγματικόν ενδιαφέρον για τη τραγουδίστρια, σα τέτοια που 'ναι, μόνον αυτοί παρακολουθούν μ' έκπληκτο θαυμασμό πώς ζαρώνει τα χείλη, πώς φυσά τον αέρα ανάμεσα από τα χαριτωμένα μπροστινά της δόντια, πώς πέφτει κάτω, ξερή από θαυμασμό για τους τόνους που καταφέρνει και βγάζει η ίδια κι εκμεταλλεύεται αυτή της τη λιποθυμιά για να πάρει φόρα, καταφέρνοντας νέα, ακατανόητα εκπληκτική για τις δυνατότητές της απόδοση, αλλά το μεγαλύτερο στο σύνολό του πλήθος -αυτό μπορεί να το διακρίνει κανείς καθαρά- έχει αποτραβηχτεί στον εαυτό του.
Εδώ, ανάμεσα στις αναγκαίες παύσεις, ανάμεσα στους αγώνες του, ο Λαός ονειρεύεται, είναι σα να λύνονται τα μέλη του καθένα χωριστά, είναι σα να επιτρέπουνε για μια φορά στον ανήσυχο, στον ακατάπαυστα κινητικό να ξαπλώσει φαρδύς-πλατύς στο μεγάλο ζεστό κρεβάτι του Λαού και να τεντωθεί όπως του αρέσει. Και μες σ' αυτά τα όνειρα αντηχεί εδώ κι εκεί το σφύριγμα της Ζοζεφίνας. Εκείνη τ' ονομάζει μαργαριταρένιο, εμείς το λέμε κοπανιστό! Ενώ, όμως, ταιριάζει απόλυτα με το χώρο του, όσο πουθενά αλλού, σα μουσική που δε βρίσκει ποτέ άλλοτε τη κατάλληλη στιγμή, μέσα του βρίσκεται κάτι από τη φτωχή, κουτσουρεμένη, σύντομη παιδική ηλικία, κάτι από τη χαμένη ευτυχία που δε θα ξαναβρεθεί ποτέ, αλλά και κάτι από τη σημερινή δραστήρια ζωή, από τη μικρή, ακατανόητη, κάθε άλλο παρά απονεκρωμένη και γεμάτη διεκδίκηση ευθυμία της.
Κι όλ' αυτά δε λέγονται, στ' αλήθεια, με ηχηρούς τόνους, αλλά ελαφρά, ψιθυριστά, εμπιστευτικά και, μερικές φορές, λίγο βραχνά. Μα φυσικά αυτό είναι σφύριγμα, τι άλλο μπορεί να είναι; Το σφύριγμα είναι η γλώσσα του Λαού μας. Κάποιος βέβαια σφυρίζει σ' όλη τη ζωή του και δεν το ξέρει, εδώ όμως το σφύριγμα έχει απελευθερωθεί από τα δεσμά της καθημερινής ζωής και λυτρώνει κι εμάς για κάποιες στιγμές.
Στα σίγουρα, αυτές τις παραστάσεις δε θα θέλαμε να τις στερηθούμε. Αλλ' απ' αυτό το σημείο μέχρι τον ισχυρισμό της Ζοζεφίνας ότι μας δίνει σε κάτι τέτοιες στιγμές δυνάμεις κλπ. κλπ., ο δρόμος τραβά πολύ μακρυά. Και, φυσικά, για τους συνηθισμένους ανθρώπους και όχι για τους κόλακες της Ζοζεφίνας. -"Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς", λέν αυτοί με μιαν ιδιαιτέρως αθώα θρασύτητα, "πώς θα μπορούσε κανείς να εξηγήσει διαφορετικά τη τρομακτική προσέλευση του κόσμου και μάλιστα σε στιγμές άμεσου κινδύνου", εξηγούν, "που ήδη πολλές φορές έχει εμποδίσει την ικανοποιητική, έγκαιρη άμυνα ενάντια στον κίνδυνο"; Βέβαια, αυτό το τελευταίο είναι δυστυχώς σωστό, δεν ανήκει όμως στους τιμητικούς τίτλους που φέρει η Ζοζεφίνα και, μάλιστα, όταν προσθέσει κανείς πως άμα τέτοιες συγκεντρώσεις έχουνε διαλυθεί απρόσμενα από τον εχθρό και μερικοί από τους δικούς μας έχασαν εκεί τη ζωή τους, η Ζοζεφίνα που είναι για όλα υπεύθυνη, βεβαίως, που με το σφύριγμά της τράβηξε προς το μέρος μας πιθανά τον εχθρό, κατείχε πάντοτε τη πιο σίγουρη θεσούλα και κάτω από την προστασία των οπαδών της εξαφανίστηκε πρώτη-πρώτη, πολύ σιωπηλά και γρήγορα. Αλλά όλοι το ξέρουν αυτό, κατά βάθος κι όμως σπεύδουν όλοι τους και πάλι, μόλις της Ζοζεφίνας της καπνίσει να τραγουδήσει κάπου, κάποια στιγμή.
Απ' αυτό θα μπορούσε να βγάλει κανείς το συμπέρασμα ότι η Ζοζεφίνα στέκεται σχεδόν έξω από το νόμο, ότι της επιτρέπεται να κάνει ό,τι θέλει, ακόμα και να βάζει τη ζωή του συνόλου σε κίνδυνο και πως τα πάντα της τα συγχωρούν. Αν ήταν πράγματι έτσι, τότε οι απαιτήσεις της Ζοζεφίνας θα 'τανε πέρα για πέρα δικαιολογημένες, ναι, θα μπορούσε κανείς να το διακρίνει κατά κάποιο τρόπο σ' αυτή την ελευθερία που θα της έδινε ο Λαός, σ' αυτό το ασυνήθιστο -και σε κανέναν άλλον εκτός απ' αυτόν- δωσμένο δώρο, που στη πραγματικότητα καταργεί το νόμο, μια ομολογία πως ο Λαός, όπως ισχυρίζεται η Ζοζεφίνα, δεν τη καταλαβαίνει, παρακολουθεί μ' ορθάνοιχτο στόμα δίχως ικανότητα κρίσης τη τέχνη της, νιώθει ανάξιός της κι αυτό, λοιπόν, το κακό που δημιουργεί η Ζοζεφίνα, προσπαθεί να το εξισορροπήσει με μια, στ' αλήθεια, απεγνωσμένη προσπάθεια κι έτσι όπως η τέχνη της βρίσκεται πάνω από την ικανότητα αντίληψής του, έτσι τοποθετεί το πρόσωπό της και τις επιθυμίες της πάνω κι έξω από τη δικαιοδοσία του. Αυτό δεν είναι καθόλου μα καθόλου σωστό, ίσως ο Λαός να συνθηκολογεί για μερικά πράματα πολύ γρήγορα μπροστά στη Ζοζεφίνα, αλλά εφόσον δε δέχεται να συνθηκολογήσει με κανένα, δε συνθηκολογεί ούτε και μ' αυτήν.
Εδώ και κάμποσο καιρό, ίσως από την αρχή της καλλιτεχνικής της καριέρας, η Ζοζεφίνα αγωνίζεται ν' απαλλαγεί από κάθε είδους εργασία λόγω της προσφοράς της στο τραγούδι. Θα 'πρεπε, με λίγα λόγια, να την απαλλάξει κανείς από τη φροντίδα για το καθημερινό ψωμί κι απ' όλα όσα είναι συνδεδεμένα με τον αγώνα μας για επιβίωση και πιθανό, να τα φορτώσει στις πλάτες του Λαού σα σύνολο. Κάποιος που βιάζεται να ενθουσιαστεί -εμφανιστήκανε κάτι τέτοιοι-, θα μπορούσε ήδη και μόνο από την εξωφρενικότητα αυτής της απαίτησης, μ' ένα πνευματικό επίπεδο που ‘ναι σε θέση βέβαια να συλλάβει μια τέτοιαν απαίτηση, να δικαιολογήσει την εσωτερική της αναγκαιότητα. Ο Λαός μας, όμως, βγάζει διαφορετικά συμπεράσματα κι απορρίπτει ήρεμα αυτή την απαίτηση.
Ούτε και μπαίνει σε μεγάλο κόπο ν' αντικρούσει την αιτιολόγηση της αίτησης. Η Ζοζεφίνα, π.χ., ισχυρίζεται ότι η κούραση από τη δουλειά της κάνει κακό στη φωνή της κι ότι, μάλιστα, η κούραση από τη δουλειά, είναι ελάχιστη σε σύγκριση με κείνη του τραγουδιού, ότι της στερεί, όμως, τη δυνατότητα να ξεκουραστεί αρκετά, μετά το τραγούδι και να πάρει νέες δυνάμεις για το επόμενο τραγούδι. Είναι αναγκασμένη να γίνεται πτώμα από τη κούραση, έτσι ώστε κάτω απ' αυτές τις συνθήκες να μη μπορεί να φτάσει ποτέ στο επίπεδο της ανώτατης απόδοσής της. Ο Λαός την ακούει και της γυρνά τη πλάτη.
Αυτός ο τόσο εύκολα ευσυγκίνητος Λαός, μερικές φορές, παραμένει τελείως απαθής. Η απόρριψη είναι μερικές φορές τόσο σκληρή, που απορεί ακόμα κι η ίδια η Ζοζεφίνα, φαίνεται όμως να συμμορφώνεται, δουλεύει όπως πρέπει να δουλεύει, τραγουδά όσο καλύτερα μπορεί, όλ' αυτά όμως για λίγο καιρό, μετά ξαναρχίζει τον αγώνα με καινούριες δυνάμεις και μάλιστα φαίνεται να 'χει απεριόριστο απόθεμα δυνάμεων.
Είναι, βέβαια, ξεκάθαρο ότι η Ζοζεφίνα δεν επιδιώκει στη πραγματικότητα αυτό που απαιτεί με λόγια. Είναι λογική, δεν αποφεύγει τη δουλειά, γενικά η αποφυγή της δουλειάς είναι κάτι άγνωστο σε μας, ακόμα κι αν γινόταν αποδεκτή η αίτησή της, δε θα ζούσε στα σίγουρα και πολύ διαφορετικά από πριν, η δουλειά της δε θα γινόταν με κανένα τρόπο εμπόδιο στο τραγούδι της και το τραγούδι της στα σίγουρα δε θα γινόταν ωραιότερο -αυτό που επιδιώκει κυρίως είναι, λοιπόν, η δημόσια, η ξεκαθαρισμένη, η ανθεκτική στο χρόνο αναγνώριση της τέχνης της και το ανέβασμά της σ' επίπεδα άπιαστα ως τώρα. Ενώ όμως σχεδόν όλα τ' άλλα της φαίνονται εφικτά, αυτό της προβάλλει σκληροτράχηλην αντίσταση.
'Ισως έπρεπε να κατευθύνει την επίθεσή της από την αρχή κιόλας προς άλλη κατεύθυνση, ίσως να βλέπει τώρα κι η ίδια το λάθος, αλλά τώρα πια δεν μπορεί να κάνει πίσω, οπισθοχώρηση θα σήμαινε προδοσία κατά του εαυτού της. Τώρα πρέπει, μ' αυτή την απαίτηση ή να σταθεί ή να πέσει. Εάν είχε πράγματι εχθρούς, όπως λέει, θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν αυτό τον αγώνα διασκεδάζοντας, δίχως να χρειαστεί να σαλέψουν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι. Αλλά δεν έχει κανέναν εχθρό κι όταν, αραιά και που, μερικοί της προβάλλουν κάποιες αντιρρήσεις, αυτός ο αγώνας δε διασκεδάζει κανέναν. Και τούτο συμβαίνει γιατί, στη πραγματικότητα, στη περίπτωση αυτή ο Λαός δείχνει την ψυχρή, δικαστική του στάση, κάτι που σε μας πολύ σπάνια μπορεί να το παρατηρήσει κανείς. Ακόμα κι αν κάποιος θέλει να επιδοκιμάσει αυτή τη στάση, σ' αυτή τη περίπτωση, στην απλή και μόνο σκέψη πως ο Λαός θα μπορούσε να συμπεριφερθεί όμοια και σ' αυτόν κάποτε, του αποκλείει κάθε ευχαρίστηση.
Και δεν πρόκειται για το πράγμα αυτό καθαυτό, ούτε όσον αφορά την απόρριψη, μα ούτε σ' ό,τι έχει σχέση με την απαίτηση, αλλά για ότι ο Λαός μπορεί ν' αποφασίζει ενάντια σ' ένα σύντροφο έτσι αμείλικτα, ανερμήνευτα κι αμετακίνητα και, μάλιστα, τόσο πιο αδέκαστα κι αδιαπέραστα, όσο από την άλλη μεριά φροντίζει γι' αυτόν ακριβώς τον σύντροφο πατρικά και μάλιστα κάτι παραπάνω από πατρικά, τον υπηρετεί ταπεινά.
Αν στεκόταν στη θέση του Λαού ένα και μοναδικό άτομο, θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως αυτός ο άντρας υποχωρούσε όλον αυτό τον καιρό διαρκώς μπροστά στις απαιτήσεις της Ζοζεφίνας, με τη συνεχή και φλεγόμενη επιθυμία να δώσει τελικά ένα τέλος σ' αυτή την ανοχή. Είχε υποχωρήσει πολύ, σχεδόν υπεράνθρωπα, με την ακλόνητη πίστη ότι, παρ' όλ' αυτά, η υποχώρηση θα βρει τα σωστά της όρια. Ναι, είχεν υποχωρήσει περισσότερο απ' όσο έπρεπε, μόνο και μόνο για να επιταχύνει την υπόθεση, μόνο για να καλομάθει τη Ζοζεφίνα και να τη σπρώχνει σε νέες επιθυμίες, μέχρις ότου κείνη δήλωσε πράγματι τη τελευταία της απαίτηση. Και τότε κείνος, φυσικά, επειδή ήτανε προετοιμασμένος από καιρό, της έκανε την οριστική κι αμετάκλητη απόρριψη.
Βέβαια, τα πράγματα δε γίνονται ακριβώς έτσι, ο Λαός δε χρειάζεται τέτοιες κατεργαριές, εκτός αυτού η λατρεία για τη Ζοζεφίνα είναι ειλικρινής και δοκιμασμένη κι η απαίτηση της Ζοζεφίνας είναι τόσο μεγάλη, ώστε κάθε αμερόληπτο παιδί θα 'χε προβλέψει από καιρό την έκβαση της υπόθεσης. Παρ' όλ' αυτά, μπορεί, ίσως, στη γνώμη που έχει η Ζοζεφίνα για την υπόθεση, να συμβάλλουν επίσης τέτοιες υπόνοιες, που στον πόνο της απόρριψης να προσθέτουν μια πίκρα. Αλλά, ακόμα κι αν έχει τέτοιες υπόνοιες, δεν εγκαταλείπει τον αγώνα για χάρη τους. Τον τελευταίο καιρό, μάλιστα, ο αγώνας εντείνεται περισσότερο. Αν τον είχε εξασκήσει μέχρι τώρα μόνο με λόγια, αρχίζει τώρα να χρησιμοποιεί άλλα μέσα, που, σύμφωνα με τη γνώμη της, είναι αποτελεσματικότερα, κατά τη δική μας γνώμη, όμως, πιο επικίνδυνα γι' αυτή την ίδια.
Μερικοί πιστεύουν ότι η Ζοζεφίνα γίνεται τόσο ανυπόφορη, επειδή νιώθει ότι γερνά, η φωνή της παρουσιάζει αδυναμίες και γι' αυτό βρίσκει πως είναι πια καιρός να κάνει τον τελευταίο αγώνα για την αναγνώρισή της. Αυτό δεν το πιστεύω. Η Ζοζεφίνα δε θα 'τανε Ζοζεφίνα αν αυτό ήταν αλήθεια. Γι' αυτή δεν υπάρχουν γηρατειά και καμιά αδυναμία στη φωνή της. 'Οταν απαιτεί κάτι, δεν το κάνει κάτω από την επίδραση εξωτερικών καταστάσεων, αλλά από εσωτερική συνέπεια. Προσπαθεί να φτάσει με το χέρι της στο ανώτατο στεφάνι, όχι επειδή αυτό βρίσκεται προς στιγμή λίγο χαμηλότερα, αλλά επειδή είναι το ανώτερο. Αν εξαρτιόταν απ' αυτή, θα το κρεμούσε ακόμα ψηλότερα. Αυτή η περιφρόνηση που δείχνει στις εξωτερικές δυσχέρειες δεν την εμποδίζει καθόλου να μεταχειρίζεται τα πιο αναξιοπρεπή μέσα. Αυτό είναι δικαίωμά της, χωρίς αμφιβολία.
Τί σημασία έχει, λοιπόν, πώς τα καταφέρνει; Ειδικά σ' αυτό τον κόσμο, που -όπως φαντάζεται η ίδια- ακριβώς τα τίμια μέσα είναι καταδικασμένα ν' αποτύχουν... Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο μετακίνησε τον αγώνα για τα δίκια της από τον τομέα του τραγουδιού σ' έναν άλλο, λιγότερο πολύτιμο σε κείνην. Οι οπαδοί της διαδόσανε λόγια της στον κύκλο, σύμφωνα με τα οποία αισθάνεται πέρα για πέρα ικανή να τραγουδήσει έτσι, ώστε αυτό να 'ναι αληθινή απόλαυση για το Λαό σ' όλα του τα στρώματα, μέχρι τη πιο συνωμοτική αντιπολίτευση, αληθινή απόλαυση, όχι όπως την εννοεί ο Λαός, που ισχυρίζεται πως αισθάνεται αυτή την απόλαυση από πάντα με το τραγούδι της Ζοζεφίνας, αλλά ευχαρίστηση όπως την εννοεί η Ζοζεφίνα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της. Αλλά κείνη προσθέτει, αφού δε μπορεί να κάνει το ψηλό, κάλπικο, και να κολακέψει τον συνηθισμένο άνθρωπο, πρέπει να παραμείνει το πράμα όπως είναι. Κάπως αλλιώς, όμως, είναι με τον αγώνα της για την απαλλαγή από τη δουλειά. Αυτός εδώ είναι ένας αγώνας για το τραγούδι της, αλλά εδώ δεν αγωνίζεται άμεσα με το πολύτιμο όπλο του τραγουδιού. Γι' αυτό κάθε μέσο που μεταχειρίζεται είναι καλό. 'Ετσι διαδόθηκε, π.χ., η φήμη πως η Ζοζεφίνα σκοπεύει, αν δε της ικανοποιήσουνε τα αιτήματα, να μειώσει τις χρωματικές αποχρώσεις και στο τραγούδι της δεν έχω παρατηρήσει κάτι που να 'χει σχέση με χρωματικές αποχρώσεις. Η Ζοζεφίνα όμως θέλει να μειώσει τις αποχρώσεις, προς το παρόν να μη τις καταργήσει τελείως, αλλά να τις περικόψει. Την απειλή της βέβαια την πραγματοποίησε δήθεν, αλλά εγώ τουλάχιστον δε πρόσεξα καμιά διαφορά, κάνοντας σύγκριση με προηγούμενες παραστάσεις της.
Ο Λαός βέβαια, σα σύνολο, είχε ακούσει όπως πάντα, δίχως ν' αναφερθεί καθόλου στις χρωματικές αποχρώσεις κι ούτε η αντιμετώπιση όσον αφορά τις απαιτήσεις της Ζοζεφίνας άλλαξε καθόλου. Η Ζοζεφίνα, εξάλλου, διαθέτει -όπως και στην εμφάνισή της αδιάψευστα, έτσι και στον τρόπο που σκέφτεται- κατιτί το πραγματικά χαριτωμένο: ύστερα από κείνη τη συναυλία, λόγου χάρη, δήλωσε πως είχε βρει την απόφασή της να μειώσει τις αποχρώσεις της πολύ σκληρή για το Λαό ή ξαφνική -ότι στις κατοπινές παραστάσεις θα τραγουδήσει χρησιμοποιώντας στο ακέραιο όλες τις χρωματικές της αποχρώσεις. Αλλά από την επόμενη κιόλας συναυλία φέρθηκε και πάλι διαφορετικά, τώρα πια είχε καταργήσει οριστικά τις πιο πλούσιες αποχρώσεις της κι ύστερα από μια για τη Ζοζεφίνα ευνοϊκή απόφαση, δεν επανήλθαν ποτέ πια. Ο Λαός βέβαια δε δίνει βάση σ' όλες αυτές τις δηλώσεις, τις αποφάσεις και τις αλλαγές των αποφάσεων, όπως ένας ενήλικος δε παίρνει τοις μετρητοίς τις φλυαρίες ενός παιδιού, εντελώς καλοπροαίρετα, αλλ' αμετακίνητα.
Η Ζοζεφίνα, όμως, δεν το βάζει κάτω. Έτσι, λοιπόν, ισχυρίστηκε τώρα τελευταία, πως στη δουλειά της τραυματίστηκε στο πόδι κι έτσι δυσκολεύεται να σταθεί όρθια όταν τραγουδά κι επειδή μόνον όρθια μπορεί να τραγουδά, πρέπει να μειώσει τον αριθμό των τραγουδιών. Παρ' όλο που κουτσαίνει και πρέπει να στηρίζεται στους θαυμαστές της, κανείς δε πιστεύει σε πραγματικό τραυματισμό. Ακόμα κι αν παραδεχτούμε την εξαιρετική ευαισθησία του μικρού της κορμιού, δεν παύουμε να είμαστε ένας εργατικός Λαός κι η Ζοζεφίνα ανήκει επίσης σ' αυτόν. Αν όμως βάζαμε σκοπό να κουτσαίναμε με τη παραμικρή γρατσουνιά, δε θα κανε τίποτ' άλλο αυτός ο Λαός από να κουτσαίνει. Αλλά όσο κι αν αφήνεται να τη μεταφέρουνε σα παράλυτη, όσο κι αν ποζάρει σ' αυτή την αξιολύπητη κατάσταση πιο συχνά από άλλοτε, ο Λαός ακούει το τραγούδι της μ' ευγνωμοσύνη και συνεπαρμένος όπως πριν, εξαιτίας όμως των περικοπών που έχει κάνει, κρατά όσο το δυνατό μεγαλύτερη ησυχία. Επειδή αυτή δε γίνεται να κουτσαίνει συνέχεια, σκαρώνει κάτι άλλο, προσποιείται μεγάλη κούραση, δυσθυμία, εξάντληση, έτσι που, εκτός από τη συναυλία, βλέπουμε και θέατρο.
Πίσω από τη Ζοζεφίνα, διακρίνουμε τους θαυμαστές της, που τη παρακαλούνε, την ικετεύουν να τραγουδήσει. Αυτή θα το 'κανε ευχαρίστως, αλλά δε μπορεί. Τη παρηγορούν, της κάνουνε κομπλιμέντα, τη φέρνουνε στην από τα πριν διαλεγμένη θέση, κει που πρέπει να τραγουδήσει. Τελικά υποχωρεί, μ' αμφίβολα δάκρυα στα μάτια, καθώς όμως αρχίζει να τραγουδά, συγκεντρώνοντας προφανώς τις τελευταίες της δυνάμεις, άτονη, με τα χέρια, όχι όπως παλιά προτεταμένα, αλλά κρεμασμένα στα πλάγια του κορμιού σα παράλυτα, τότε σχηματίζει κανείς την εντύπωση πως είναι λίγο κοντά. Καθώς, λοιπόν, εκείνη επιχειρεί ν' αρχίσει να κοντοστέκεται, δε μπορεί να πάρει ανάσα, μια αθέλητη κίνηση του κεφαλιού φανερώνει τη κατάστασή της και, τελικά, σωριάζεται κάτω φαρδειά-πλατειά, μπρος στα μάτια μας. Κατόπιν όμως, βέβαια, πετάγεται πάνω κι αρχίζει το τραγούδι, νομίζω όχι και πολύ διαφορετικό από άλλοτε.
'Ισως, αν κανείς έχει πολύ ευαίσθητο αφτί για λεπτότατες αποχρώσεις, διακρίνει μιαν ασυνήθιστη έξαψη, που, όμως, μονάχα καλό κάνει στην όλη υπόθεση. Και, στο τέλος, αυτή είναι μάλιστα λιγότερο κουρασμένη από πριν, με σιγουριά στο βάδισμα, όσο μπορεί κανείς να ονομάσει έτσι τα γρήγορα, μικρά πηδηματάκια της. Απομακρύνεται, αρνούμενη τη παραμικρή βοήθεια από τους θαυμαστές της κι εξετάζει με κρύο βλέμμα το πλήθος, που της ανοίγει με σεβασμό το δρόμο.
'Ετσι γινότανε τελευταία, το νεώτερο όμως είναι ότι για ένα διάστημα, που περιμέναμε πώς και πώς το τραγούδι της, είχε χαθεί από το πρόσωπο της γης. Δε τη ψάχνανε να τη βρούνε μόνον οι θαυμαστές της, πολλοί μπήκανε στην υπηρεσία της αναζήτησης, αλλά μάταια. Η Ζοζεφίνα εξαφανίστηκε, δε θέλει να τραγουδήσει, δε δέχεται να τη παρακαλέσουνε γι' αυτό, μας εγκατέλειψεν οριστικά. Παράξενο, πόσο λάθος το αντιμετωπίζει η έξυπνη, τόσο λανθασμένα, έτσι ώστε θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως δεν υπολογίζει καθόλου, αλλά σέρνεται από τη τύχη της, που στον κόσμο της μόνο θλιβερή μπορεί να 'ναι. Από μόνη της αποφεύγει το τραγούδι, μόνη της καταστρέφει τη δύναμη που απόκτησε πάνω στις ψυχές μας. Πώς μπόρεσε ν' αποχτήσει αυτή τη δύναμη, αφού ξέρει τόσο λίγο αυτές τις ψυχές; Κρύβεται και δε τραγουδά, αλλά ο Λαός ήρεμος, δίχως φανερήν απογοήτευση, κυριαρχικός -μια ήσυχη μάζα που, κυριολεκτικά, ακόμα κι αν η εξωτερική εμφάνιση δείχνει το αντίθετο, δώρα μονάχα κάνει, δεν μπορεί να λάβει ποτέ, ούτε κι από τη Ζοζεφίνα-, αυτός ο Λαός εξακολουθεί να τραβά το δρόμο του. Για τη Ζοζεφίνα όμως θ' αρχίσει αντίστροφη μέτρηση της πτώσης. Θα 'ρθει καιρός που θ' ακουστεί το τελευταίο της σφύριγμα και θα σβήσει. Είναι ένα μικρό επεισόδιο στην αιώνια ιστορία του Λαού μας κι ο Λαός θα ξεπεράσει την απώλεια. Δε θα είναι βέβαια και πολύ εύκολο. Πώς θα γίνονται οι συγκεντρώσεις μας μες στην απόλυτη σιγή; Μήπως, όμως, δεν ήταν σιωπηλές και με τη Ζοζεφίνα; Ήτανε το πραγματικό της σφύριγμα πιο δυνατό και ζωντανό απ' ό,τι θα 'ναι η ανάμνηση γι' αυτό;
Ήταν άραγε, όταν βρισκόταν στις μεγάλες της στιγμές, κάτι πιότερο από μιαν απλή ανάμνηση; Μήπως, μάλλον, ο λαός με τη σοφία του δεν είχε τοποθετήσει τόσο ψηλά το τραγούδι της Ζοζεφίνας, γιατί με τη δύναμη που 'χε, έτσι κι αλλιώς, δε θα μπορούσε να χαθεί;
Ίσως, λοιπόν, να μη στερηθούμε και πολλά πράγματα, αλλά η Ζοζεφίνα, λυτρωμένη από τα γήινα βάσανα, που κατά τη γνώμη της είναι γραμμένα, θα χαθεί χαρούμενη μες στο πλήθος, μες στο αμέτρητο πλήθος των ηρώων μας και σύντομα, επειδή μεις δε κρατάμε ιστορικά αρχεία, θα ξεχαστεί, όλο και πιο λυτρωμένη, όπως όλα της τ' αδέλφια.

Η Αγριόχηνα

Ο Μεγάλος Βάλτος βρίσκεται στην ακτή του Έσσεξ, ανάμεσα στο χωριό Τσέλμπουρι και τον αρχαίο σαξoνικό οικισμό Γουίκελντροθ, ένα ψαροχώρι που ζει από την αλιεία οστράκων. Είναι έν από τα τελευταία ακατοίκητα μέρη στην Αγγλία, μια έρημη έκταση με χορτάρια και καλαμιές και μισοβυθισμένα στο νερό λιβάδια, που καταλήγει σε μεγάλες αλμυρές λίμνες και μικρές λιμνοθάλασσες γεμάτες βούρκο δίπλα στην ανήσυχη θάλασσα. Ορμίσκοι, εκβολές και καμπυλωτά παρακλάδια μικρών ποταμών που εκβάλλουν στον ωκεανό γεμίζουν τη νοτισμένη γη που λες ανασηκώνεται και πέφτει κι αναπνέει με τις παλίρροιες. Είναι έρημος τόπος, μοναχικός, που τονε κάνουνε μοναχικότερο οι κραυγές κι οι κρωγμοί των άγριων πουλιών που φτιάχνουν τις φωλιές τους δίπλα στους βάλτους και τις αλυκές: αγριόχηνες, γλάροι, πάπιες κι αγριομπεκάτσες, που πετάν όλη μέρα πάνω από τις λιμνούλες. 'Aνθρωπος εκεί δε ζει κανείς, ούτε και πλησιάζει συχνά, μ' εξαίρεση κάποιο τολμηρό κυνηγό και τους αλιείς οστράκων, που συνεχίζουν ένα επάγγελμα ήδη γνωστό όταν οι Νορμανδοί αποβιβάστηκαν στο Χαίηστινγκς.
Γκρίζα και μπλε κι ανοιχτοπράσινα είναι τα χρώματα, διότι όταν οι ουρανοί σκοτεινιάζουνε στους μεγάλους χειμώνες, τα νερά των ακτών και των βάλτων αντικατοπτρίζουν την ψυχρή μελαγχολία τους. Αλλά κάθε τόσο, κυρίως με την ανατολή και τη δύση, ο ουρανός και η γη λαμπαδιάζουν από κόκκινες και χρυσαφιές ανταύγειες. Δίπλα σ' ένα παρακλάδι του μικρού ποταμού Αΐλντερ υψώνεται το ανάχωμα ενός παλιού μώλου, λείο και στέρεο, χωρίς ούτ' ένα ράγισμα, προπύργιο της στεριάς εναντίον του μεγάλου εισβολέα: της θάλασσας. Προχωρεί βαθιά μέσα σ' ένα βάλτο, περίπου τρία μίλια από τη Βόρεια Θάλασσα κι εκεί στρέφει βόρεια. Σ' αυτή τη γωνία το τοίχωμα του είναι αυλακωμένο, σπασμένο και μισογκρεμισμένο κι από κει όρμησε η πεινασμένη θάλασσα και κατάκτησε τη γη, το μώλο κι όλα όσα βρίσκονταν τριγύρω. Με την άμπωτη εμφανίζονται στην επιφάνεια οι μαυρισμένες πέτρες και τα ερείπια ενός φάρου σαν σημαδούρες, σαν κορυφή ενός βουλιαγμένου φυλακίου. Κάποτε ο φάρος αυτός ήτανε δίπλα στη θάλασσα και σημάδευε την ακτή του Έσσεξ. Ο χρόνος αλλοίωσε τα όρια στεριάς και θάλασσας κι ο φάρος έπεσε σ' αχρηστία.
Πριν από λίγα χρόνια, όμως, χρησίμευσε σαν ανθρώπινη κατοικία. Εκεί μέσα έζησε ένας μοναχικός άνθρωπος. Το σώμα του ήτανε παραμορφωμένο, αλλά η καρδιά του ήταν γεμάτη αγάπη για τ' άγρια και τα κυνηγημένα πλάσματα. Η όψη του ήταν αποκρουστική, κι όμως ανέδιδε μιαν εσωτερική ομορφιά. Σ' αυτόν και στο παιδί που ήρθε να τον γνωρίσει και να δει πέρα από την άσχημη μορφή του την ομορφιά που κρυβόταν μέσα του, αναφέρεται η ιστορία μας. Δεν είναι ιστορία που έγινε εύκολα γνωστή. Τα κομμάτια της συλλέχθηκαν από τις διηγήσεις πολλών ανθρώπων, μερικοί από τους οποίους υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες παράξενων και άγριων σκηνών. Διότι η θάλασσα εκδικείται τη στεριά κι έχει απλώσει το κυματιστό στρωσίδι της πάνω απ' την περιοχή, και το μεγάλο λευκό πουλί με το μαύρο στις ακρίτσες των φτερών του, που τα είδε όλα από την αρχή μέχρι το τέλος, έχει γυρίσει στις σκοτεινές, παγωμένες σιωπές των βορείων χωρών απ' όπου είχε έρθει.
Στα τέλη της άνοιξης του 1930 ο Φίλιπ Ράγιαντερ έφτασε στον εγκαταλελειμμένο φάρο, στις εκβολές του ποταμού Αΐντλερ. Αγόρασε το φάρο και πολλά στρέμματα βαλτότοπους και λιμνούλες γύρω. Ζούσε και δούλευε μόνος του εκεί όλο το χρόνο. Ήτανε ζωγράφος, ζωγράφιζε πουλιά και τοπία, αλλά, για πολλούς λόγους, είχε αποσυρθεί από την κοινωνία των ανθρώπων. Αρκετοί από τους λόγους αυτούς γίνονταν αντιληπτοί όταν κατέβαινε δυο φορές το μήνα στο Τσέλμπουρι για προμήθειες, κι οι ντόπιοι λοξοκοιτάζανε το παραμορφωμένο σώμα και το μαυριδερό του πρόσωπο. Διότι ήτανε καμπούρης και το αριστερό του χέρι ήτανε σακατεμένο, αδύνατο και γαμψό από τον καρπό, σαν τα νύχια πουλιού. Γρήγορα συνήθισαν στο χωριό την παράξενη σιλουέτα του, το μικρό μελαμψό κεφάλι του που ξεφύτρωνε απότομα από κείνο το παράξενο εξόγκωμα της πλάτης, τη γενειάδα του, τα λαμπερά του μάτια, το γαμψό του χέρι. Και τον βάφτισαν: Ο Περίεργος Ζωγράφος Που Ζει Πέρα Στο Φάρο.
Η σωματική παραμόρφωση κάνει συχνά όποιον την έχει να μισεί τους άλλους ανθρώπους. Ο Ράγιαντερ όμως δεν ήξερε τι θα πει μίσος· αγαπούσε μ' όλη του την καρδιά και τους ανθρώπους και τα ζώα και ό,τι άλλο υπάρχει στη φύση. Η ψυχή του ήτανε γεμάτη συμπόνοια και κατανόηση. Είχε καταφέρει να ξεπεράσει την αναπηρία του, αλλά δε μπορούσε να ξεπεράσει τον προσβλητικό τρόπο που τον αντιμετώπιζαν οι άλλοι λόγω της εμφάνισης του. Αυτό που τον οδήγησε στην απομόνωση ήταν η πλήρης αποτυχία του να βρει ανταπόκριση στη ζεστασιά που ανάβλυζε από μέσα του. Οι γυναίκες τον θεωρούσαν απωθητικό. Οι άντρες ίσως δεν του φέρονταν τόσον άσχημα όταν τονε γνώριζαν καλύτερα. Αλλά και μόνον ότι κάποιος κατέβαλλε προσπάθεια για να τον ανεχθεί, πλήγωνε τον Ράγιαντερ και τον έκανε ν' αποφεύγει όλο τον κόσμο.
Ήταν εικοσιεφτά χρόνων όταν ήρθε στον Μεγάλο Βάλτο. Είχε ταξιδέψει πολύ κι είχε αγωνιστεί σκληρά πριν πάρει την απόφαση ν' αποσυρθεί από έναν κόσμο που δεν τον θεωρούσε ίδιο με τους άλλους άντρες. Διότι, παρόλη τη καλλιτεχνική ευαισθησία του και τη γυναικεία τρυφερότητα που έκρυβε στο παραμορφωμένο στήθος του, αισθανόταν άντρας σαν όλους. Στο καταφύγιο του είχε τα πουλιά του, τη ζωγραφική του και τη βάρκα του, ένα σκαρί δεκάξι πόδια μήκος που το κυβερνούσε με θαυμαστή δεξιοτεχνία. Μόνος, χωρίς μάτια να τον παρακολουθούν, χρησιμοποιούσε άνετα το αριστερό του χέρι και συχνά άρπαζε με τα δυνατά του δόντια το κυματιστό πανί όταν φυσούσε απότομα. Έφτανε μέχρι τις εκβολές των ποταμών, διέπλεε τους ορμίσκους και ξανοιγότανε στη θάλασσα, όπου τριγυρνούσε για πολλές ημέρες, κάθε φορά ψάχνοντας καινούρια είδη πουλιών, που τα φωτογράφιζε ή τα σχεδίαζε. Έτσι έγινε ειδικός να πιάνει με το δίχτυ πουλιά· τα εξημέρωνε, τους έκοβε τις άκρες από τις φτερούγες και τα έβαζε στην αυλή δίπλα στο εργαστήρι του, που αποτελούσε τον πυρήνα του καταφυγίου του.
Ποτέ του δεν χτύπησε πουλιά και οι κυνηγοί ήταν ανεπιθύμητοι στη περιοχή που όριζε. Ήτανε φίλος όλων των άγριων πλασμάτων, κι εκείνα του το ανταπέδιδαν με τη δική τους φιλία. Εξημερωμένες ζούσανε στην επικράτεια του οι χήνες που κατέβαιναν στην ακτή από την Ισλανδία κάθε Οκτώβριο κατά σμήνη και σκοτείνιαζαν τον ουρανό και γέμιζαν τον αέρα με τον βιαστικό θόρυβο του πετάγματος τους: αγριόχηνες -άλλες με καφέ σώμα, ροζ πόδια κι άσπρο στήθος, άλλες με σκούρο λαιμό κι όψη γελωτοποιού, άλλες με κατάμαυρο φτέρωμα στο στήθος- και αγριόπαπιες. Σε μερικές έκοβε τις άκρες των φτερών για να μη μπορούν να φύγουν, σημάδι κι απόδειξη για τις άλλες, που καταφθάνανε στην αρχή του χειμώνα, ότι εδώ θα έβρισκαν τροφή και κατάλυμα. Εκατοντάδες πουλιά έρχονταν κι έμεναν μαζί του όλο τον κρύο χειμώνα, από τον Οκτώβρη μέχρι την αρχή της άνοιξης, οπότε ξαναγύριζαν στον τόπο τους.
Ο Ράγιαντερ χαιρότανε και μόνο με την ιδέα πως όταν άρχιζαν οι καταιγίδες, ή όταν έκανε πολύ κρύο και η τροφή σπάνιζε, ή όταν τα δίκανα των κυνηγών γαβγίζαν μακριά, τα πουλιά του ήταν ασφαλή -πως είχε μαζέψει στο καταφύγιο του και προστάτευε με τα χέρια και την καρδιά του αυτά τα πανέμορφα πλάσματα που τον αναγνώριζαν και τον εμπιστευόντουσαν. Ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα του βορρά την άνοιξη, αλλά το φθινόπωρο θα ξαναγύριζαν κρώζοντας και ξεφωνίζοντας στον μουντό ουρανό, θα εντοπίζανε το ακριβές σημείο του παλιού φάρου και θα κατέβαιναν να ξαναγίνουν φιλοξενούμενοι του για όλο το χειμώνα -φίλοι του που τους θυμόταν και τους αναγνώριζε από πέρσι. Κι αυτό έκανε τον Ράγιαντερ ευτυχισμένο, διότι ήξερε ότι κάπου βαθιά μέσα στην ύπαρξη τους φώλιαζε η γνώση της δικής του ύπαρξης και του σίγουρου καταφυγίου που τους προσέφερε, ότι αυτή η γνώση της σιγουριάς είχε γίνει κομμάτι του εαυτού τους κι ότι μόλις ο ουρανός σκοτείνιαζε κι άρχιζε να φυσά στο βορρά, τ' αγριοπουλια θα εμφανίζονταν ξανά.
Κατά τ' άλλα, η καρδιά κι η ψυχή του διοχετεύονταν στους πίνακες του, στην καταγραφή της υπαίθρου και των πλασμάτων που την κατοικούσαν. Δεν έχουν σωθεί πολλά έργα του. Τα στοίβαζε στο φάρο και στις αποθήκες του κατά εκατοντάδες. Και, βέβαια, δεν ήταν ευχαριστημένος από τη δουλειά του, διότι, ως καλλιτέχνης, ήτανε πολύ απαιτητικός. Αλλά τα ελάχιστα έργα που σώθηκαν κι έφτασαν στην αγορά είναι αριστουργήματα, γεμάτα με τη λάμψη και τα χρώματα των βάλτων, γεμάτα με την αγωνία της αποδημίας, γεμάτα με την παρόρμηση των πουλιών ν' αναζητήσουν το καταφύγιο τους. Κατέγραφε τη μοναξιά και την αλμυρή αίσθηση του θαλασσινού ψύχους, την αιωνιότητα και τη διαχρονικότητα των βάλτων, τη ζωή και τα ένστικτα των αγρίων ζώων, την αβεβαιότητα της πτήσης και το φόβο του κενού, τις σκιές που χάνονται με το ξημέρωμα και τις σκιές που έρχονται με το φεγγαρόφωτο.
Εν απόγευμα του Νοέμβρη, τρία χρόνια μετά την εγκατάσταση του Ράγιαντερ στον Μεγάλο Βάλτο, ένα κοριτσάκι πλησίασε το εργαστήρι του στο φάρο, περπατώντας επάνω στο μώλο. Στην αγκαλιά της κουβαλούσε κάτι βαρύ. Δεν ήτανε παραπάνω από δώδεκα χρόνων, αδύνατη, βρώμικη, αμήχανη και συνεσταλμένη σα πουλί, αλλά, παρ' όλη την απλυσιά της, απόκοσμα όμορφη σαν νεράιδα. Χαρακτηριστικό δείγμα της σαξωνικής ράτσας, μεγαλόσωμη, κατάξανθη, με μάτια βιολετιά. Έτρεφε τρομαχτικό φόβο για τον παραμορφωμένο άνθρωπο που ερχότανε να δει, διότι οι κακές φήμες είχανε κυκλοφορήσει προ πολλού για τον Ράγιαντερ, αφού οι ντόπιοι κυνηγοί τον μισούσαν επειδή τους χαλούσε τη διασκέδαση. Αλλά εντονότερη από το φόβο της ήταν η ανάγκη που την ωθούσε. Διότι μέσα στην καρδιά του κοριτσιού έκαιγε η σπίθα ότι αυτό το τέρας που ζούσε στο φάρο μπορούσε, όπως διαδιδόταν σ' ολάκερη τη περιοχή, να θεραπεύει τα πληγωμένα πλάσματα.
Δεν είχε ξαναδεί τον Ράγιαντερ και κόντεψε να το βάλει στα πόδια πανικόβλητη όταν η μαυριδερή φιγούρα του διαγράφτηκε στην πόρτα του εργαστηρίου κείνο το αγριωπό κεφάλι με τη γενειάδα κι η απαίσια καμπούρα και το φριχτό χέρι. Στάθηκε άναυδη και τον κοίταζε, ακίνητη σαν έντρομο πουλί που την ίδια στιγμή θα πετάξει. Αλλά η φωνή του ήταν βαθιά κι ευγενική όταν της μίλησε.
-"Τί συμβαίνει, παιδί μου";
Το κοριτσάκι προχώρησε συνεσταλμένα. Αυτό που κουβαλούσε στην αγκαλιά του ήταν ένα τεράστιο λευκό πουλί, εντελώς ακίνητο. Σταγόνες αίμα στο κάτασπρο φτέρωμα του πουλιού και στο φόρεμα της κοπέλας. Πλησίασε και τ' άφησε μαλακά στα χέρια του.
-"Το βρήκα, κύριε. Είναι πληγωμένο. Ζει ακόμα";
-"Ναι. Ναι, νομίζω. Έλα, παιδί μου, έλα μέσα".
Ο Ράγιαντερ μπήκε στο εργαστήριο του κρατώντας το πουλί που, όταν το ακούμπησε στο τραπέζι, κινήθηκε ανεπαίσθητα. Η περιέργεια νίκησε το φόβο. Το κορίτσι ακολούθησε και βρέθηκε στο δωμάτιο που 'καιγε η φωτιά στο τζάκι, οι τοίχοι ήτανε γεμάτοι πολύχρωμες ζωγραφιές κι υπήρχε διάχυτη μια παράξενη αλλά ευχάριστη μυρωδιά. Το πουλί αναδεύτηκε. Με το καλό του χέρι ο Ράγιαντερ άνοιξε τη μία τεράστια κατάλευκη φτερούγα με το λίγο μαύρο στην ακρίτσα. Κοίταξε γεμάτος θαυμασμό και ρώτησε: -"Παιδί μου, πού το βρήκες";
-"Στο βάλτο, κύριε. Κει που πηγαίνουν οι κυνηγοί. Τί... τί είναι, κύριε";
-"Είναι αγριόχηνα του Καναδά. Όμως, μα τη πίστη μου, πώς έφτασε μέχρις εδώ";
Το κορίτσι δεν έδειξε να καταλαβαίνει και πολλά. Τα βιολετιά μάτια της, που λάμπανε στο αδύνατο, βρωμισμένο πρόσωπο της, ήτανε καρφωμένα γεμάτα μέριμνα στο πληγωμένο πουλί. Είπε: -"Μπορείτε να το γιατρέψετε, κύριε";
-"Ναι, ναι", της απάντησε ο Ράγιαντερ. "Θα προσπαθήσουμε. Έλα, πρέπει να με βοηθήσεις". Σ' ένα ράφι υπήρχανε διάφοροι επίδεσμοι, ψαλίδι και ξυλαράκια κι ο ζωγράφος είχε φοβερή δεξιοτεχνία στα χέρια, στο καλό και στο παραμορφωμένο. "Α, το πυροβολήσανε το κακόμοιρο. Το πόδι του είναι σπασμένο, το ίδιο κι η άκρη της φτερούγας, αλλά δεν είναι πολύ σοβαρά τραυματισμένο. Κοίτα, θα του κόψουμε με το ψαλίδι τις άκρες των φτερών για να μπορέσουμε να δέσουμε τη φτερούγα, αλλά την άνοιξη θα έχουν ξαναμεγαλώσει και θα μπορεί να πετάξει. Θα στερεώσουμε τη φτερούγα μ' επίδεσμο στο σώμα για να μη μπορεί να τη κουνήσει μέχρι να θρέψει και μετά θα φτιάξουμε νάρθηκα για το πόδι του".
Η μικρούλα είχε τώρα ξεχάσει τους φόβους και τον παρακολουθούσε μαγεμένη καθώς δούλευε. Ο θαυμασμός της μεγάλωνε, διότι την ώρα που ο ζωγράφος έφτιαχνε το νάρθηκα για το τσακισμένο πόδι του πουλιού, της είπε τη καταπληκτικότερη ιστορία που είχε ακούσει.
Το πουλί ήτανε μικρό, όχι παραπάνω από ενός χρόνου. Είχε γεννηθεί σε μια βορεινή χώρα, πέρα μακριά στην άλλη άκρη του ωκεανού. Πετώντας νότια για ν' αποφύγει τα χιόνια και τους πάγους και το σκληρό κρύο, έπεσε σε καταιγίδα που το άρπαξε και το στριφογύριζε και το κοπανούσε εδώ κι εκεί. Φοβερή ήταν η καταιγίδα, δυνατότερη απ' τις μεγάλες φτερούγες του πουλιού, παντοδύναμη. Για πολλές ημέρες και νύχτες κρατούσε το πουλί δέσμιο της κι αυτό αγωνιζότανε να ξεφύγει. Όταν τελικά τα κατάφερε και το αλάθητο ένστικτο του το οδήγησε και πάλι προς το νότο, βρέθηκε σε διαφορετικό μέρος, γεμάτο πουλιά παράξενα που δεν είχε ξαναδεί. Τέλος, αποκαμωμένο από τη φοβερή δοκιμασία, κατέβηκε να ξεκουραστεί σ' ένα πράσινο βαλτότοπο που του φάνηκε οικείος κι εκεί το πέτυχε η κατάρα του κυνηγετικού όπλου.
-"Η πιο εχθρική υποδοχή σε μια ξένη πριγκίπισσα», κατέληξε ο Ράγιαντερ και συμπλήρωσε: "Α, μάλιστα. Θα τη βαφτίσουμε Η Χαμένη Πριγκίπισσα και σε μερικές ημέρες θα αισθάνεται πολύ καλύτερα. Βλέπεις"; Έβαλε το χέρι στη τσέπη κι έβγαλε μια χούφτα σπόρους. Η αγριόχηνα άνοιξε τα στρογγυλά κίτρινα μάτια της κι άρχισε να τσιμπολογά από τη παλάμη του. Το παιδί γέλασε κατευχαριστημένο, αλλά ξαφνικά συνειδητοποίησε που βρισκότανε, πήρε βαθιάν ανάσα και χωρίς να πει κουβέντα, πετάχτηκε έξω από τη πόρτα.
-"Περίμενε, περίμενε!" της φώναξε ο Ράγιαντερ και πήγε μέχρι το κατώφλι όπου και σταμάτησε. Το κορίτσι έτρεχε ήδη πάνω στο μώλο, αλλά μόλις άκουσε τη φωνή του σταμάτησε και κοίταξε πίσω. "Πώς σε λένε, παιδί μου";
-"Φριθ".
-"Και πού μένεις";
-"Στο ψαροχώρι, στο Γουίκελντροθ".
-"Θα ξανάρθεις αύριο-μεθαύριο να δεις πώς είναι η Πριγκίπισσα";
Το κορίτσι έμεινε ακίνητο και στο νου του Ράγιαντερ ήρθε πάλι η ίδια εικόνα: τ' αγριοπούλια που ακινητοποιούνται κείνο το κλάσμα δευτερολέπτου του ύψιστου φόβου, προτού πετάξουν. Αλλά η αδύναμη φωνή έφτασε στ' αφτιά του:
-"Ναι". Μετά η κοπέλα έφυγε τρέχοντας και τα κατάξανθα μαλλιά της κυματίζανε στον άνεμο καθώς απομακρυνόταν.
Η αγριόχηνα ανάρρωσε γρήγορα και γύρω στα μέσα του χειμώνα τριγύριζε κουτσαίνοντας στο εργαστήριο και τους γύρω χώρους ανάμεσα στις αγριόπαπιες με τα ροζ ποδαράκια που είχαν γίνει φίλες της κι είχε μάθει να έρχεται όποτε ο Ράγιαντερ τη φώναζε για να την ταΐσει. Και το κοριτσάκι, η Φριθ, τους επισκεπτότανε συχνά. Είχε ξεπεράσει τους φόβους της για τον Ράγιαντερ. Είχε γοητευτεί από τη παρουσία αυτής της παράξενης λευκής πριγκίπισσας που ερχόταν από την άλλη μεριά του ωκεανού, από μια χώρα που ήτανε βαμμένη ροζ, όπως θυμόταν από το χάρτη που της έδειξε ο Ράγιαντερ, εξηγώντας της πώς το πουλί έχασε το δρόμο του με τη καταιγίδα και βρέθηκε από τον μακρινό Καναδά στον Μεγάλο Βάλτο του Έσσεξ.
Κι ένα πρωί του Ιουνίου, ένα σμήνος από αγριόπαπιες, παχουλές και καλοταϊσμένες όλο το χειμώνα στο φάρο, ανταποκριθήκανε στο ισχυρό κάλεσμα του ενστίκτου κι ανασηκωθήκανε βαρυεστημένα προς τον ουρανό. Μαζί τους, ξεχωρίζοντας με το κατάλευκο σώμα της και τις μαύρες ακρίτσες στις φτερούγες που λάμπανε στον ανοιξιάτικο ήλιο, ήταν η αγριόχηνα. Έτυχε να βρίσκεται κι η Φριθ στο φάρο. Η κραυγή της έκανε τον Ράγιαντερ να βγει τρέχοντας από το εργαστήριο του.
-"Κοίτα! Κοίτα! Η Πριγκίπισσα! Φεύγει";
Ο Ράγιαντερ κοίταξε στον ουρανό το σμήνος που απομακρυνόταν. -"Η Πριγκίπισσα γυρίζει στη πατρίδα της. 'Ακου! Μας αποχαιρετά"!
Από τον ανέφελο ουρανό ερχόντουσαν οι κλαψιάρικοι κρωγμοί που βγάζαν οι αγριόπαπιες και σε ψηλότερο τόνο, ακουγότανε πεντακάθαρα η φωνή της αγριόχηνας. Το σμήνος έκανε στροφή κατά το βορρά και σε λίγο εξαφανίστηκε.
Με την αναχώρηση της αγριόχηνας σταμάτησαν κι οι επισκέψεις της Φριθ στο φάρο. Ο Ράγιαντερ διδάχθηκεν άλλη μια φορά τη σημασία της λέξης «μοναξιά».Κείνο το καλοκαίρι ζωγράφισε από μνήμης ένα πίνακα: ένα αδύνατο, κακοντυμένο κοριτσάκι, με τα ξανθά μαλλιά του ν' ανεμίζουνε στο χειμωνιάτικο βοριά, να κρατά στην αγκαλιά του ένα πληγωμένο άσπρο πουλί.
Στα μέσα Οκτώβρη συνέβη το θαύμα. Ο Ράγιαντερ ήτανε στην αυλή και τάιζε τα πουλιά του. Ένας γκρίζος βορειοανατολικός άνεμος φυσούσε κι η γη σα να βαριανάσαινε με τη πλημμυρίδα. Πάνω από το βουητό της θάλασσας και το σφύριγμα του ανέμου άκουσε πεντακάθαρα μια ψηλότονη φωνή. Κοίταξε προς τα πάνω κι είδε στον ουρανό του απογεύματος πρώτα το σμήνος, μετά την ασπρόμαυρη οπτασία να γράφει κύκλους γύρω από το φάρο, να προσγειώνεται στο χώμα κοντά στο εργαστήρι του και να 'ρχεται αργοπατώντας για να φάει, λες και δεν είχε φύγει ποτέ. Δάκρυα χαράς ανάβλυσαν από τα μάτια του Ράγιαντερ. Πού είχε άραγε ταξιδέψει η αγριόχηνα; Σίγουρα δεν είχε φτάσει μέχρι τον Καναδά. Όχι, θα πρέπει να 'μεινε στη Γροιλανδία μαζί με τις αγριόπαπιες. Τον είχε θυμηθεί κι είχε γυρίσει.
Όταν ο Ράγιαντερ κατέβηκε στο Τσέλμπουρι για προμήθειες άφησε παραγγελία στο ταχυδρομείο που θα πρέπει να προκάλεσε μεγάλην έκπληξη στην υπάλληλο. Είπε: -"Ειδοποίησε τη Φριθ, που ζει στο Γουίλκεντροθ, ότι η Χαμένη Πριγκίπισσα γύρισε". Τρεις ημέρες αργότερα η Φριθ, ψηλότερη αλλά πάλι με τα μαλλιά της αχτένιστα και τα ρούχα βρώμικα, ήρθε δειλά-δειλά στο φάρο να επισκεφθεί τη Πριγκίπισσα.
Ο χρόνος κυλούσε. Στον Μεγάλο Βάλτο τα νερά ανέβαιναν και κατέβαιναν, οι εποχές εναλλάσσονταν αργά, τα πουλιά ερχόντουσαν κι έφευγαν κι ο Ράγιαντερ βίωνε την άφιξη και την αναχώρηση της αγριόχηνας. Ο κόσμος έξω έβραζε και μούγκριζε και σίγουρα κάποιο κακό θα ξεσπούσε. Αλλ' αυτό δεν επηρέαζε διόλου τον Ράγιαντερ ούτε προς το παρόν και τη Φριθ. Οι δυο τους ζούσαν μ' ένα περίεργο αλλά διόλου αφύσικο ρυθμό, ιδίως όσο το παιδί μεγάλωνε. Όταν η αγριόχηνα ήτανε στο φάρο, τότε ερχότανε και το κορίτσι για να επισκεφθεί τον Ράγιαντερ και να μάθει ένα σωρό πράγματα. Πηγαίνανε βόλτες με τη βάρκα του, που 'ξερε τόσο καλά να κουμαντάρει. Πιάναν αγριοπούλια για το κοινόβιο που όλο και μεγάλωνε και φτιάχναν μάντρες γύρω από το φάρο. Απ' αυτόν διδάχτηκε η Φριθ τ' όνομα κάθε άγριου πουλιού που ζούσε ή πετούσε πάνω από τους βάλτους. Μερικές φορές του μαγείρευε και τέλος έμαθε να του αναμιγνύει και τις μπογιές. Αλλά όταν η αγριόχηνα γύριζε στο καλοκαιρινό της κατάλυμα, λες κι υψωνότανε τείχος μεταξύ τους, διότι η μικρή δεν ερχότανε ποτέ στο φάρο. Μια χρονιά το πουλί δε ξαναγύρισε κι ο Ράγιαντερ ήταν απαρηγόρητος. Ένιωθε ότι τα πάντα είχαν γι' αυτόν τελειώσει. Ζωγράφιζε σα λυσσασμένος όλο κείνο το χειμώνα και το επόμενο καλοκαίρι. Δεν είδε το κορίτσι ούτε μια φορά. Όμως το φθινόπωρο η γνωστή φωνή ακούστηκε από τον ουρανό και το μεγάλο κάτασπρο πουλί, στη πλήρη ανάπτυξη του τώρα, κατέβηκε από τα ύψη τόσον απότομα όσον είχε φύγει. Γεμάτος χαρά ο Ράγιαντερ πήγε αμέσως με τη βάρκα του στο Τσέλμπουρι κι άφησε μήνυμα στο ταχυδρομείο. Πέρασε παραπάνω από ένας μήνας για να εμφανιστεί η Φριθ στο φάρο κι ο Ράγιαντερ είδε πως δεν ήτανε κοριτσάκι πιά. Μετά τη χρονιά που δεν εμφανίστηκε το πουλί, οι περίοδοι απουσίας του γινόντουσαν όλο και μικρότερες. Είχε ημερέψει τόσο πολύ που πήγαινε πάντα δίπλα στον Ράγιαντερ, ως και μέσα στο εργαστήρι του την ώρα που δούλευε.
Την άνοιξη του 1940 τα πουλιά αποδημήσαν νωρίς απ' το Μεγάλο Βάλτο. Ο κόσμος φλεγόταν. Τα ουρλιαχτά, οι βρυχηθμοί των βομβαρδιστικών κι οι τρομερές εκρήξεις τα φοβήσανε. Τη πρώτη Μάη, η Φριθ κι ο Ράγιαντερ σταθήκανε πλάτη με πλάτη στο μώλο κι αποχαιρέτησαν τις τελευταίες αγριόπαπιες που φεύγαν απ' το χειμερινό τους καταφύγιο -η κοπέλα, ψηλή, λεπτή, ευλύγιστη σαν άνεμος κι εκπληκτικά όμορφη· αυτός μαυριδερός, με το τριχωτό κεφάλι του υψωμένο προς τον ουρανό, με τα λαμπερά μάτια του στραμμένα προς το σμήνος που απομακρυνόταν.
-"Κοίτα, Φίλιπ", είπε η Φριθ. Ο Ράγιαντερ ακολούθησε το βλέμμα της. Η αγριόχηνα είχεν υψωθεί από το έδαφος με τις τεράστιες φτερούγες της ορθάνοιχτες, αλλά πετούσε χαμηλά και σε μια στιγμή βρέθηκε τόσο κοντά τους που οι μαύρες ακρίτσες των φτερών της σα να τους χάιδεψαν. Ένα-δυο κύκλοι γύρω από το φάρο και μετά προσγείωση πάλι στην αυλή, κει που τσιμπολογούσαν οι αγριόπαπιες με κομμένες τις άκρες των φτερών τους. 'Αρχισε κι η Πριγκίπισσα να ραμφίζει σπόρους στο έδαφος σα να μη συνέβαινε τίποτα. "Δε θα φύγει!" είπε η Φριθ μ' ενθουσιασμό. Το πουλί που πριν λίγο είχε πετάξει δίπλα της και σχεδόν την άγγιξε, τη μάγευε. "Η Πριγκίπισσα θα μείνει εδώ"!
-"Ναι", είπεν ο Ράγιαντερ με φωνή λιγωμένη από τη χαρά. "Θα μείνει. Και δε θα ξαναφύγει ποτέ. Η Χαμένη Πριγκίπισσα δεν είναι πια χαμένη. Εδώ είναι το σπίτι της, η πατρίδα της και μόνη της αποφάσισε να μείνει".
Η μαγεία που ασκούσε το αγριοπούλι στη Φριθ σα να διαλύθηκε απότομα κι η κοπέλα συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι φοβότανε κι αυτό που τη φόβιζε ήτανε το βλέμμα του Ράγιαντερ, γεμάτο προσμονή, μοναξιά και τόσα άλλα ανείπωτα. Τα τελευταία του λόγια ηχούσανε στ' αφτιά της σα να τα επαναλάμβανε συνέχεια: «Εδώ είναι το σπίτι της, η πατρίδα της και μόνη της αποφάσισε να μείνει». Το ένστικτό της αποκρυπτογράφησε όσα ο ζωγράφος ήθελε να πει αλλά δε τολμούσε, διότι ήξερε πως ήταν άσχημος και παραμορφωμένος. Κι ενώ τα λόγια του θα 'πρεπε κανονικά να την έχουν ηρεμήσει, ο φόβος της όλο και μεγάλωνε καθώς αυτός έμενε τώρα σιωπηλός και τ' ανείπωτα μεταξύ τους έμεναν μετέωρα. Η γυναίκα μέσα της τη πρότρεπε να φύγει, να τρέξει μακριά από κάτι που δεν ήταν ακόμα ικανή να καταλάβει. Η Φριθ ψέλλισε: -"Εγώ... εγώ πρέπει να φύγω. Αντίο. Χαίρομαι που... που... που θα μείνει η Πριγκίπισσα. Δεν θα 'σαι τόσο μόνος σου τώρα". Έστρεψε κι άρχισε ν' απομακρύνεται, κι η φωνή του Ράγιαντερ: -"Αντίο, Φριθ", ακούστηκε λυπημένη, ενώ οι καλαμιές του βάλτου συνεχίζανε τα
μονότονα θροΐσματά τους. Έφτασεν αρκετά μακριά πριν τολμήσει να γυρίσει να τον κοιτάξει. Αυτός στεκόταν ακόμα στο μώλο, σκούρο σημάδι με φόντο τον ουρανό. Ο φόβος της καταλάγιασε τώρα. Αντικαταστάθηκε από κάτι άλλο, από μια περίεργη αίσθηση απώλειας, που την ακινητοποίησε για μια στιγμή, τόσο έντονη αίσθηση ήταν. Έπειτα, επιβραδύνοντας το βήμα της, συνέχισε ν' απομακρύνεται αργά από το φάρο κι από τον ιδιοκτήτη του που στεκότανε παραδίπλα.
Περάσανε λιγότερες από τρεις εβδομάδες προτου ξανάρθει η Φριθ στο φάρο. Ο Μάης τελείωνε, το ίδιο κι η μέρα, μ' ένα χρυσαφί λυκόφως να δίνει τη θέση του στο ασημί του φεγγαριού που είχεν αρχίσει ν' αχνοφαίνεται στον ουρανό. Έλεγε στον εαυτό της, όση ώρα τα βήματα της την οδηγούσαν στον Μεγάλο Βάλτο, πως έπρεπε να βεβαιωθεί ότι η αγριόχηνα έμεινε, όπως είχε πει ο Ράγιαντερ. Μπορεί όμως στο μεταξύ να 'χε φύγει. Αλλά περπατούσε πάνω στο μώλο γεμάτη αποφασιστικότητα, μερικές φορές μάλιστα συνέλαβε τον εαυτό της και να βιάζεται.
Η Φριθ είδε το κίτρινο φως από το φαναράκι που πάντα κουβαλούσε ο Ράγιαντερ και πήγε και τονε βρήκε κοντά στη βάρκα του. Το μικρό πλεουμενο σκαμπανέβαζε αργά κι εκείνος φόρτωνε βιαστικός πράματα -νερό, τροφή, μπουκάλια μπράντι κι ένα ιστίο για ρεζέρβα. 'Ακουσε τα βήματά της, έστρεψε κι αυτή είδε πως ήτανε χλωμός, αλλά τα σκοτεινά μάτια του, τόσον ευγενικά και γαλήνια συνήθως, ήτανε ξαναμμένα, κι ανάσαινε βαθιά από την προσπάθεια να φορτώσει. Ξαφνική ανησυχία κυρίεψε τη Φριθ. Η αγριόχηνα ξεχάστηκε. -"Φίλιπ! Φεύγεις";
Ο Ράγιαντερ σταμάτησε για να την καλωσορίσει κι εκείνη διέκρινε στο πρόσωπό του μια λάμψη κι ένα βλέμμα που δεν είχε ξαναδεί.
-"Φριθ! Χαίρομαι που 'ρθες. Ναι, ένα ταξιδάκι. Θα γυρίσω". Η πάντα ευγενική φωνή του ήτανε τώρα βραχνή απ' αυτό που τονε βασάνιζε μέσα του. Τον ρώτησε: -"Πού πρέπει να πας";
Οι λέξεις βγήκαν μπερδεμένες από το στόμα του. Έπρεπε να πάει στη Δουνκέρκη. Εκατό μίλια απόσταση, στη Βόρεια Θάλασσα. Ο βρετανικός στρατός είχεν αποκλειστεί πέρα κεί στην άμμο κι οι Γερμανοί πλησίαζαν όλο και περισσότερο. Το λιμάνι είχε παραδοθεί στις φλόγες κι η κατάσταση για τους Βρετανούς ήταν άσχημη. Αυτά τα 'χε μάθει στο χωριό όταν είχε κατέβει για προμήθειες. Μετά από έκκληση της κυβέρνησης ξεκινούσαν από πολλά σημεία της βόρειας Αγγλίας κάθε είδους σκάφη -βάρκες, μαούνες, βενζινάκατοι- που μπορούσαν να διαπλεύσουν τη θάλασσα και να φτάσουνε στα ρηχά, που ήταν αδύνατο να πλησιάσουνε τα μεταγωγικά, για να σώσουν όσους γινότανε περισσότερους στρατιώτες από τη λαίλαπα των Γερμανών.
Η Φριθ τ' άκουσε αυτό κι ένιωσε τη καρδιά της να λιγώνεται. Της έλεγε, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι θα διέσχιζε τη θάλασσα μ' αυτό το καρυδότσουφλο. Θα 'παιρνε έξι άντρες κάθε φορά, στην καλύτερη περίπτωση εφτά. Θα 'κανε πολλές διαδρομές απ' την ακτή ως τα μεταγωγικά. Η κοπέλα ήτανε πολύ νέα, απαίδευτη, πρωτόγονη. Δε καταλάβαινε τι σημαίνει πόλεμος, τι συνέβαινε στη Γαλλία, γιατί παγιδεύτηκε ο στρατός, αλλά κάτι της έλεγε μέσα της ότι κει ελλοχεύουνε κίνδυνοι.
-"Φίλιπ! Πρέπει να πας; Δε θα γυρίσεις! Γιατί πρέπει να πας";
Ο πυρετός ξεθύμανε με τα πρώτα λόγια του Ράγιαντερ και της το εξήγησε με όρους που θα μπορούσε να καταλάβει:
-"Οι στρατιώτες είναι αποκλεισμένοι στην ακτή σα τα κυνηγημένα πουλιά, Φριθ, σα τα πληγωμένα και κυνηγημένα πουλιά που βρίσκουμε στους βάλτους και τα φέρνουμε στο φάρο. Από πάνω τους πετάν ατσάλινοι κίνδυνοι, αετοί και γεράκια, χωρίς να μπορούν οι κακόμοιροι οι στρατιώτες να προφυλαχτούν. Είναι χαμένοι, χτυπημένοι από τη καταιγίδα σα τη Χαμένη Πριγκίπισσα που βρήκες πριν από χρόνια στους βάλτους και μου την έφερες κι εμείς καταφέραμε να τη γιατρέψουμε. Χρειάζονται βοήθεια, καλό μου κορίτσι, κει κάτω, όπως χρειάζονται τη βοήθεια μας τ' αγριοπούλια και γι' αυτό οφείλω να πάω. Αυτό μπορώ να το κάνω. Ναι, μπορώ. Και για μια φορά στη ζωή μου θα δείξω πως είμαι αληθινός άντρας και θα παίξω το ρόλο μου".
Η Φριθ παρατηρούσε τον Ράγιαντερ. Είχε τόσο πολύ αλλάξει. Για πρώτη φορά ένιωσε ότι δεν ήτανε τόσον άσχημος, ούτε παραμορφωμένος, ούτε αποκρουστικός. Ήταν ωραίος. Στη καρδιά της σάλος, χιλιάδες πράγματα να ειπωθούνε, που όμως δεν ήξερε να τα εκφράσει.
-"Θα 'ρθω μαζί σου, Φίλιπ". Ο Ράγιαντερ κούνησε το κεφάλι του. -"Η θέση που πιάνεις εσύ στη βάρκα σημαίνει ότι θα μένει ένας στρατιώτης πίσω κάθε φορά κι άλλος κι άλλος. Πρέπει να πάω μόνος". Φόρεσεν αδιάβροχο, μπότες και μπήκε στη βάρκα.Κούνησε το χέρι και της φώναξε: "Γειά σου, Φριθ. Να προσέχεις τα πουλιά μέχρι να γυρίσω". Το χέρι της Φριθ σηκώθηκε δειλά ν' ανταποδώσει το χαιρετισμό. -"Ο Θεός μαζί σου", είπε και πρόσθεσε: "Θα τα προσέχω γω τα πουλιά, Φίλιπ. Ο Θεός μαζί σου".
Είχε πέσει νύχτα -το λειψό φεγγάρι, η μαρμαρυγή των άστρων. Η Φριθ στάθηκε στο μώλο και παρακολούθησε το πανί ν' ανταποκρίνεται στη φουσκωμένη λιμνοθάλασσα. Ξαφνικά, από το σκοτάδι πίσω της, ακούστηκε φτερούγισμα και κάτι πέρασε σχεδόν δίπλα της. Στο νυχτερινό ουρανό ξεχώρισε δυο τεράστιες άσπρες φτερούγες με λίγο μαύρο στις ακρίτσες και μετά το πάλλευκο σώμα της αγριόχηνας. Υψώθηκε κι έγραψε λίγους κύκλους πάνω από το φάρο και μετά κατευθύνθηκε προς τον όρμο που η αύρα γέμιζε το πανί του Ράγιαντερ. Πετούσε πάνω από τη βάρκα διαγράφοντας μεγάλους κύκλους. Λευκό το πανί και λευκό τ' αγριοπούλι, για πολλήν ώρα διακρίνονταν καθαρά μες στη νύχτα. "Να τον προσέχεις, να τον προσέχεις", ψιθύρισε η Φριθ. Όταν οι δυο λευκές φιγούρες εξαφανιστήκανε, γύρισε και κατευθύνθηκε αργά, με το κεφάλι σκυμμένο, προς τον άδειο φάρο.
Εδώ η ιστορία γίνεται αποσπασματική. Μιλάν άντρες που βρέθηκαν, μ' άδεια από το στρατό, στο μπαρ «Η Κορώνα & Το Βέλος».
-"Χήνα, ναι, χήνα, σου λέω, μα το Θεό", έλεγε ο στρατιώτης Πόττον, τυφεκιοφόρος.
-"'Αντε, ρε", τον πείραξε ένας στραβοκάνης του πυροβολικού.
-"Χήνα ήτανε. Δε κάνω πλάκα. Φάνηκε στον ουρανό μες στους καπνούς και στη μπόχα. 'Ασπρη, με λίγο μαυράκι στα φτερά και γυρόφερνε στον ουρανό σα βομβαρδιστικό. Ώπα, λέω, τη βάψαμε. Να ο Χάρος που 'ρθε να πάρει τις ψυχές μας.
Αν δεν με πιστεύετε, ρωτήστε τον Τζοκ, νάτος, εδώ είναι, ρωτήστε τον. Κι ο Τζοκ μου λέει: -"'Αντε χάσου. Το πουλερικό είναι φιλαράκι του Τσώρτσιλ κι ήρθε να μας ρωτήσει πώς περνάμε στην παραλία κι αν μαυρίσαμε από τα μπάνια. Είναι καλό σημάδι ρε, αυτό το πουλερικό. Θα τη σκαπουλάρουμε, θα δεις".
Ήμαστε στην ακτή της Δουνκέρκης και περιμέναμε σα τα χαζοπερίστερα που μαζεύονται στα δημόσια κτίρια. Περιμέναμε σαν τους ηλίθιους. Και λίγο παρακάτω ήταν αραγμένο το μεταγωγικό, αλλά δε μπορούσε να 'ρθει μέχρι εκεί, γιατί θα τσακιζότανε στις ξέρες. Και περιμέναμε σαν τους ηλίθιους στην ακτή και περνουσανε τ' αεροπλάνα και ρίχνανε τις βόμβες τους που κάνανε τη θάλασσα σιντριβάνι κι εμάς μούσκεμα. Και φτάνανε και τα δικά μας αεροπλάνα που τους ρίχνανε στο ψαχνό κι ανατινάζονταν και γέμιζε ο τόπος μαυροκίτρινη μπόχα και να 'χεις και το πουλί από πάνω να μας κοιτά στην ακτή λες κι ήμαστε ηλίθιοι.
Και τότε παρουσιάζεται ένα βαρκάκι, που ερχόταν ανέμελο σαν να 'κανε διακοπές.
-"Δε φοβήθηκε;" ρώτησε ένας θαμώνας του μπαρ.
-"Και που να ξέρω; Περνούσε ανάμεσα από τις βόμβες και τις σφαίρες και το νερό γύρω του άφριζε, αλλά τίποτα -σα να μην έτρεχε τίποτα. Μπορεί επειδή δεν είχε πετρέλαιο να μη νοιαζότανε για την έκρηξη. Και να βολτάρει ανάμεσα στις ξέρες και να καίγονται δίπλα του τα πεσμένα αεροπλάνα και βλέπουμε ένα μαυριδερό ανθρωπάκι με γένεια και το 'να του χέρι μαντάρα και μια καμπούρα σφηνωμένη στη πλάτη. Και τράβαγε τα σκοινιά με τα δόντια και τα δόντια κάτασπρα στην άγρια φάτσα του και το πουλί να τριγυρνά συνέχεια από πάνω του. Λέω στον Τζοκ: -"Δε θα τη γλυτώσουμε. Ο ίδιος ο Διάβολος έρχεται να μας πάρει. Αυτοπροσώπως. Αν δεν ήταν ο Διάβολος, θα 'χε φουντάρει τώρα".
-"'Αντε χάσου, ρε", μου λέει ο Τζοκ, "αν αυτός είν' ο Διάβολος, τότε ποιός είναι ο Θεός"; Και τότε θυμήθηκα τις εικονίτσες που μας δίνανε στο Κατηχητικό κι ο Θεός ήτανε μαύρος και με γένεια και τα μάτια του σκοτεινά.
-"Εφτά μπαίνετε", είπεν όταν πλησίασε. Ο επικεφαλής μας ουρλιάζει: -"Καλέ μου άνθρωπε! Να μπουν εφτά". Κι αρχίσαμε να μπαίνουμε. Και σε μια φάση
κάποιος με σπρώχνει και μου λέει: -"Έμπαινε!" Και μπήκα. Ο καμπούρης ήτανε πολύ δυνατός και το πανί του είχε γίνει κόσκινο από τις σφαίρες και φώναζε: -"Σκυμμένοι να 'σαστε, παιδιά μου, μη σας φάει καμιά σφαίρα" και φύγαμε και προχωρούσαμε κι αυτός με το σκοινί στα δόντια και το πανί στο σακατεμένο του χέρι και πηγαίναμε ανάμεσα στις ξέρες. Και το πουλί πάνω απ' τα κεφάλια μας να γράφει κύκλους τσιρίζοντας.
-"Σου το 'πα, είναι καλό σημάδι", μου φωνάζει ο Τζοκ. "Κοίτα, είναι ο καλός άγγελος μας". Και βλέπω τον μαυριδερό να γυρνά και να κοιτά το πουλί και να του χαμογελά λες και το 'ξέρε μιαν ολάκερη ζωή. Και μας πάει μέχρι το μεταγωγικό και ξαναγυρνά να πάρει άλλους. Πηγαινοερχόταν όλο τ' απόγεμα κι όλη τη νύχτα, γιατί από τις πυρκαγιές έφεγγε σα μέρα. Δε ξέρω πόσες διαδρομές έκαναν, αυτός με τη βάρκα του κι ένα κότερο και μία βενζινάκατος, όμως μας πήραν όλους και μας πήγανε στο καράβι χωρίς να χαθεί ούτε ένας στρατιώτης.
Το μεταγωγικό έφυγε όταν ανέβηκε κι ο τελευταίος και βρεθήκαμε εφτακόσιες ψυχές σ' ένα καράβι που δεν χώραγε παραπάνω από διακόσιους. Κι όταν φύγαμε, ο καμπούρης μας χαιρέτησε κουνώντας το χέρι και το πουλί έσκουξε. Τί θέαμα! Τεράστιο το πουλί, έκοβε βόλτες πάνω από τη βάρκα κι οι πυρκαγιές το φωτίζανε μες στους καπνούς και νόμιζες πως είναι 'Αγγελος Κυρίου. Μας επιτεθήκανε κάτι αεροπλάνα αλλά τους ρίξαμε κι εμείς. Δε κλείσαμε μάτι όλη νύχτα και το πρωί βρεθήκαμε στη πατρίδα. Ποτέ δεν έμαθα τι απόγινε αυτός, ούτε και πώς τον έλεγαν -εννοώ τον καμπούρη που μας έσωσε. Καλά να 'ναι ο άνθρωπος.
-"Κι ούτε έμαθες τι απόγινε το πουλερικό", τονε πείραξε αυτός του πυροβολικού.
Στη Λέσχη Αξιωματικών, ένας απόστρατος εξηνταπέντε χρόνων, ο πλοίαρχος Κηθ Μπριλ-Ούντενερ, διηγήθηκε τις εμπειρίες του από την εκκένωση της Δουνκέρκης. Τον είχανε σηκώσει από το κρεβάτι γύρω στις τέσσερις τα ξημερώματα να πάει να παραλάβει τους στρατιώτες. Τέσσερις φορές έκανε τη διαδρομή, τη τελευταία φορά μάλιστα με μια μεγάλη τρύπα στο πλάι του καραβιού. Αλλά κατάφέρε να φτάσει στο Ντόβερ. Κι ένας έφεδρος αξιωματικός, που είχε κυβερνήσει δυο μηχανότρατες κι ένα αλιευτικό τις τελευταίες ημέρες της εκκένωσης, είπε: -"Έχεις ακούσει το μύθο για την αγριόχηνα; Που πετούσε πάνω από την ακτή; Ξέρεις πώς διαδίδονται αυτές οι ιστορίες. Μερικοί από τους στρατιώτες που παρέλαβα μιλούσανε γι' αυτή. Λένε πως εμφανίστηκε μερικές φορές πάνω από τη Δουνκέρκη. Αν την έβλεπες, είχες σωθεί. Ένα τέτοιο παραμύθι".
-"Μμμ", έκανε ο Μπριλ-Ούντενερ. "Αγριόχηνα. Είδα κι εγώ μια χήνα, αλλά ήταν ήμερη. Συγκλονιστική εμπειρία. Και τραγική κατά κάποιο τρόπο. 'Ακου να δεις. Στη τρίτη διαδρομή, γύρω στις έξι το πρωί, είδαμε μια βάρκα ακυβέρνητη. Ένα κορμί ξεχώριζε σωριασμένο μέσα. Kι ένα πουλί έσκουζε στη πλώρη. Όταν πλησιάσαμε, αλλάξαμε πορεία για να δούμε τι γίνεται. Ναι, μα το Θεό, ήταν ένας άνθρωπος πεσμένος μέσα, τρυπημένος από τις σφαίρες, πεσμένος μπρούμυτα. Και το πουλί ήτανε χήνα, αλλά ήμερη. Κάναμε να πλησιάσουμε παραπάνω κι όταν ένας ναύτης έσκυψε από τη κουπαστή να δει καλύτερα, το πουλί ούρλιαξε και του ρίχτηκε χτυπώντας τις τεράστιες φτερούγες του. Δε μπορούσαμε να πάμε πιο κοντά. Ξαφνικά, ο νεαρός Κέττερινγκ που ήτανε μαζί μου πλήρωμα άρχισε να φωνάζει δείχνοντας κάτι μέσα στη θάλασσα. Μια νάρκη. Αν είχαμε κρατήσει τη κανονική μας πορεία, θα 'χαμε γίνει κομμάτια. Ουφ! Φύγαμε με μεγάλη προσοχή κι όταν φτάσαμε περίπου εκατό γυάρδες μακριά, οι ναύτες πυροβόλησαν κι ανατινάξανε τη νάρκη. Όταν γυρίσαμε να δούμε τη βάρκα, δεν υπήρχε πια. Είχε βουλιάξει. Κι ο πεθαμένος μαζί. Θα πρέπει να 'τανε δεμένος πάνω της. Το πουλί έκανε κύκλους στον ουρανό. Σαν αεροπλάνο που αποδίδει τιμές. Ανατριχιάσαμε. Έπειτα το πουλί πέταξε κατά τη δύση. Ήμαστε τυχεροί που πήγαμε να δούμε τι συμβαίνει και σωθήκαμε. Τί παράξενο να ξέρεις κι εσύ για κάποια χήνα! Αλλά, διαφορετική ιστορία".
Η Φριθ έμεινε μόνη στο φάρο του Μεγάλου Βάλτου προσέχοντας τα πουλιά με τις ψαλιδισμένες φτερούγες, περιμένοντας κι εκείνη δεν ήξερε τι. Πέρασε τις πρώτες μέρες πάνω στο μώλο κοιτάζοντας μακριά, αν κι ήξερε ότι δεν ωφελούσε σε τίποτα. Αργότερα άρχισε να συγυρίζει τις αποθήκες του φάρου και να ταχτοποιεί τους πίνακες που ο Ράγιαντερ είχε καταγράψει κάθε λεπτομέρεια της άγριας φύσης και των θαυμάσιων φτερωτών πλασμάτων που την κατοικούσαν. Ανάμεσα στ' άλλα βρήκε και τον πίνακα που ο Ράγιαντερ είχε ζωγραφίσει από μνήμης πολλά χρόνια πριν, όταν αυτή ήταν ακόμα παιδάκι κι είχε έρθει δειλά-δειλά μέχρι το κατώφλι του κρατώντας ένα πληγωμένο πουλί στην αγκαλιά της. Ταράχτηκε πολύ, διότι ο Ράγιαντερ είχε δώσει τη ψυχή του σ' αυτό τον πίνακα. Και τί περίεργο, ήταν η μοναδική φορά που 'χε ζωγραφίσει την αγριόχηνα, κείνο το άγριο πλάσμα που είχε ξεκινήσει από πολύ μακριά κι είχε χαθεί στην καταιγίδα. Κείνο το υπέροχο πλάσμα που 'χε χαρίσει και στους δυο τους από ένα φίλο, κείνο το πλάσμα που γύρισε τελικά για να της φέρει το μήνυμα ότι δεν θα τον ξανάβλεπε πιά. Μοναδική φορά που ζωγράφισε την αγριόχηνα ο Ράγιαντερ.
Πολύ πριν το πουλί φανεί στον μενεξελί ουρανό για να κάνει τους τελευταίους γύρους του πάνω από το φάρο, σαν ύστατο αποχαιρετισμό, η Φριθ ήξερε πως ο Ράγιαντερ δε θα γύριζε. Γι' αυτό, όταν άκουσε τη γνώριμη υψηλότονη φωνή από τον ουρανό, στην καρδιά της δε γεννήθηκε η παραμικρή ελπίδα. Αυτή τη στιγμή την είχε ξαναζήσει πολλές φορές προτού συμβεί. Όρμησε στο μώλο κι έστρεψε τα μάτια όχι προς τη μακρινή θάλασσα απ' όπου θα περίμενε να ξεχωρίσει το πανί της βάρκας, αλλά προς τον ουρανό που έβαφε ολόχρυσο το λευκό αγριοπούλι. Η συνειδητοποίηση της επερχόμενης μοναξιάς έσπασε μέσα της το φράγμα κι άφησε να ξεχυθεί η πλημμύρα της αγάπης. Δάκρυα ασυγκράτητα. Κι η άγρια ψυχή της επικοινώνησε με την άλλη άγρια ψυχή και σα να πετούσε τώρα κι αυτή μαζί με το τεράστιο πουλί στον βραδινό ουρανό ακούγοντας το τελευταίο μήνυμα του Ράγιαντερ. Ο ουρανός κι η γη τρέμανε. -"Φριθ, αγάπη μου! Αντίο, αγάπη μου". Κι οι λευκές τεράστιες φτερούγες με το λίγο μαύρο στην ακρίτσα χτυπούσανε δαιμονισμένα μες στο στήθος της καθώς η καρδιά της απαντούσε: -"Φίλιπ, κι εγώ σ' αγαπώ"!
Για μια στιγμή η Φριθ νόμισε πως η αγριόχηνα θα κατέβαινε στην αυλή, το ίδιο μάλιστα νομίσανε κι οι αγριόπαπιες με τα ψαλιδισμένα φτερά, που σηκώσανε τα ράμφη τους να τη καλωσορίσουν. Αλλά το πουλί έκανε μιαν απότομη βουτιά, πέταξεν αργά γύρω από το φάρο κι άρχισε να ξαναπαίρνει ύψος. Η Φριθ το κοίταζε κι ένιωθε πως ήταν η ψυχή του Ράγιαντερ που την αποχαιρετούσε προτού φύγει για το παντοτινό ταξίδι. Δε πετούσε τώρα μαζί με το αγριοπούλι, έμενε καρφωμένη στη γη, βαριά. Κι ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια προς τον ουρανό, σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών και φώναξε όσο πιό δυνατά μπορούσε: -"Ο Θεός μαζί σου! Ο Θεός μαζί σου, Φίλιπ"!
Τα δάκρυα της Φριθ κοπάσανε. Για πολλήν ώρα το βλέμμα της έμεινε στυλωμένο στο κενό που 'χεν αφήσει στον ουρανό φεύγοντας το αγριοπούλι. Μετά μπήκε στο φάρο και πήρε τον πίνακα που, για μοναδική φορά, ο Ράγιαντερ είχε ζωγραφίσει αυτή και την αγριόχηνα. Σφίγγοντας τον πίνακα πάνω στο στήθος της άρχισε να περπατά αργόσυρτα στο μώλο προς το σπίτι της.
Κάθε βράδυ, για πολλές εβδομάδες, η Φριθ ερχότανε στο φάρο και τάιζε τ' αγριοπούλια. Κι ένα ξημέρωμα κάποιος Γερμανός πιλότος έκανε το λάθος να θεωρήσει τον παλιό φάρο στρατιωτική βάση. Βούτηξεν απότομα, γεράκι ατσάλινο και χάρισε τη λήθη στο κτίσμα και τους ενοίκους του.
Όταν η Φριθ ήρθε κείνο το βράδυ, η θάλασσα είχε εισβάλει από τον γκρεμισμένο μώλο κι είχε καλύψει τα πάντα. Τίποτα δεν είχε απομείνει να ταράζει την απόλυτη ερημιά. Κανένας κυνηγός δε τόλμησε από τότε να πλησιάσει. Μόνον οι άφοβοι γλάροι πετούν ακόμα και σήμερα πάνω από τον Μεγάλο Βάλτο.
--------------------------------------------------------------------------------------------
Paul Gallico"The Snow Goose" (1940)

Ο Γεροβοσκός

Πόσα χρόνια πέρασα
κι άσπρισα κι εγέρασα
πάνω στα ψηλώματα
βόσκωντας τα πρόβατα!

Τις κορφές επάτησα
και νυχτοπερπάτησα
και σε δέντρα γερικά
είδα κι είδ' αγερικά!

Σε ψηλές ανηφοριές
σα κοτσύφι χύθηκα
κι έπεσα σε ρεματιές
και αποκοιμήθηκα!

Πάνω στη καπότα μου,
φορεσιά και στρώμα μου,
είδα 'νείρατα γυρτός
ξυπνητός και κοιμιστός!

Σ' αητοράχη εσκάλωσα
με το λύκο μάλωσα
κι άναψα τρανές φωτιές,
σε τετράψηλες κορφές!

Είδα τ' άστρι στο βουνό,
που το λεν' Αυγερινό
και στη καθαρή βραδιά
χόρτασα τη ξαστεριά!

Μύρμηγκα δε ζήμιωσα
κι άνθρωπο δε θύμωσα.
Πήρα τα μικρά τ' αρνιά,
σα παιδιά στην αγκαλιά!

Μια ζωήν επέρασα
κι ειπ' ο Θεός κι εγέρασα
και το χιόνι το πολύ,
μου 'πεσε στη κεφαλή!

'Αειντε προβατάκια μου,
περπατάτ' αρνάκια μου,
πάμετε σιγά-σιγά
και μας 'πήρεν η βραδιά...
Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Το τέλος πριν την αρχή.

Η δική μας ομάδα - μπουλούκι το έλεγα εγώ, έτσι που ήταν χαλαρή και απείθαρχη - τράβηξε προς την τοποθεσία που είχε αποφασιστεί, που εγώ και ο Κερασοβίτης δε συμφωνήσαμε, αλλά πήγαμε. Φτάσαμε εκεί, βάλαμε παρατηρητή τον Κερασοβίτη ψηλά σε μια βελανιδιά κι εμείς ξαπλώσαμε στα κοντόκλαδα. Ενας συναγωνιστής, ο Θανάσης Λιούρας, είχε μαζί του και το σκυλί που τον ακολουθούσε, γιατί η οικογένειά του είχε φύγει. Αυτό έγινε αιτία να προδοθούμε. Απέναντι από εμάς είχε παρατηρητήριο το επιτελείο ενός τάγματος της 9ης Μεραρχίας. Από εκεί με το τηλέμετρο είδαν το σκυλί και υποψιάστηκαν ότι μοναχό σκυλί εκείνη την ώρα δε θα μπορούσε να βρίσκεται εκεί, αφού ούτε άνθρωποι ούτε κοπάδι ήταν, γιατί ήταν μέρες που έφυγαν. Δίνει διαταγή ο ταγματάρχης στα γύρω τμήματα να κυκλώσουν το μέρος αυτό. Ετσι κι έγινε. Δεν πέρασε μια ώρα, κατεβαίνει ο παρατηρητής και μας λέει: «Ερχεται στρατός κι απ' ό,τι φαίνεται πάνε να μας κυκλώσουν». Κουβεντιάσαμε λίγο πού θα πάμε και διαλέξαμε μια κατεύθυνση που νομίζαμε ότι εκεί δεν υπήρχε στρατός. Οταν ξεκινήσαμε, το παρατηρητήριό τους μας είδε που περπατούσαμε μέσα στα κοντόκλαδα και σε τι κατεύθυνση. Δίνει εντολή σε άλλα τμήματα να κλείσουν κι από κει, χωρίς εμείς να μπορούμε να φανταστούμε ότι είμαστε κυκλωμένοι από παντού. Πιστεύαμε ότι είναι μόνο αυτοί που είδε ο παρατηρητής μας. Κατεβήκαμε στις κακές Σούδες, που είναι δασωμένες και πραγματικά κακές, αλλά είδαμε πως και από τη μεριά της Τσούκας κατέβαινε στρατός για να κλείσει το πέρασμά μας, αν τραβούσαμε προς τα κει. Είχαν τα μέσα να συνεννοούνται. Τρέξαμε στο ποτάμι, αυτοί από πέρα δε μας είδαν. Πήραμε το ποτάμι πάνω και ύστερα από ένα διάστημα θα παίρναμε το λάκκο Μαυρελίου. Δυστυχώς, όμως, δεν ήταν έτσι! Εκεί που τρέχαμε μέσα στο χαλίκι του ποταμού δεχτήκαμε καταιγιστικά πυρά από αυτόματα. Αιφνιδιαστήκαμε και γυρίσαμε πίσω γιατί δεν υπήρχε μέρος να καλυφθούμε και τα παιδιά της αυτοάμυνας άφησαν κάπου εκεί τα όπλα γιατί είδαν ότι δεν υπήρχε ελπίδα να γλιτώσουμε. Φτάσαμε σε ένα μέρος που δεν αποτελούσαμε πια στόχο βολής, σταθήκαμε και μετρηθήκαμε. Ελειπε ο Θανάσης Λιούρας, αυτός που είχε και το σκυλί. Ολοι είπαμε ότι σκοτώθηκε. Οταν όμως ήμασταν στο στρατόπεδο Τρικάλων και έφερναν κι άλλους εκεί, μάθαμε ότι δε χτυπήθηκε, αλλά χώθηκε σε έναν κούφιο πλάτανο που τον ήξερε, γιατί είχαν πρόβατα κατά κει, και γλίτωσε. Οχι όμως και το σκυλί. Αυτός σκοτώθηκε αργότερα σε μάχη. Τότε είπα στα παιδιά να διαλυθούμε κι όποιος γλιτώσει. Αλλά αυτό δεν έγινε. «Παίρνω την Ντόνα», λέω «και χωρίζουμε», αλλά έρχονταν από κοντά. Τότε λέω να τραβήξουμε για τη Φυλουριά. Γνωστό μέρος, δασωμένο, και από κει θα γείρουμε προς τη Λίρα, μεγάλο δάσος έξω από τον κλοιό. Αλλά και δω ήταν πιασμένο. Οταν βγήκαμε σε κάποια καθάρα, από κει θα περνούσαμε, δεχτήκαμε πυρά από οπλοπολυβόλα και ατομικά. Μικρά αυτόματα δεν έφταναν. Στρίψαμε δεξιά ν' ανεβούμε την καθάρα που βαλλόταν και αν γλιτώναμε από τα πυρά που έπεφταν βροχή. Κάναμε τον ανήφορο τρέχοντας, όσο άκουγαν τα πόδια του καθένα. Οσο να πάρουμε το γέρμα στου παπα-Φώτη το αλώνι, (τοποθεσία), τα παιδιά έφτασαν κι έγειραν. Εφτανα κι εγώ που είχα και την έγνοια της Ντόνας, που φώναζε «Γιώργο, βοήθα με, δεν μπορώ άλλο». Πώς να τη βοηθήσω; Εγειρα κι έπεσα. Εφτασε και η Βαγγελή κι έπεσε δίπλα μου. Τώρα δεν υπάρχει ελπίδα, θα μας πιάσουν. Εκείνη τη στιγμή μου ήρθε η ιδέα να σκοτώσω τη Βαγγελή, την αρραβωνιαστικιά μου, και να αυτοκτονήσω. Ξεκουμπώνω τη θήκη του πιστολιού και εκείνη τη στιγμή ακούω τη φωνή του Κερασοβίτη: «Γιώργο, χανόμαστε! Πού πάμε;». Ενιωσα την ευθύνη του ομαδάρχη κι ας μην ήμουν, και λέω: «Μπροστά από την Τσιτσιούλα και βολίδα προς τη Λίρα!». Τρέχοντας όλοι προς τα κει, αλλά βγαίνοντας στο υψωματάκι του Καραπούλιου είδαμε ότι ήταν όλα πιασμένα από τον στρατό. Καθίσαμε σε μια πατουλιά, (πολλά κοντόκλαδα). Από πέρα έριχναν και φώναζαν «παραδοθείτε» κι έρχονταν προς εμάς. «Δώστε μου τη χειροβομβίδα», λέω, «να την ανοίξω, να τελειώνουμε!». «Οχι!», λένε όλοι. «Ας αιχμαλωτιστούμε. Εσύ άμα θέλεις να πεθάνεις πήγαινε παραπέρα». Με πιάνει η Βαγγελή απ' το χέρι και μου λέει: «Οχι. Δε θα πεθάνουμε. Θέλω να ζήσουμε για να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε άμα ζήσουμε. Θα υπάρξει τρόπος». Ανέβηκαν αυτοί προς τα πάνω, κατεβήκαμε κι εμείς και συναντηθήκαμε. Μας δέχτηκαν με τα ματσούκια και χτυπούσαν όπου έφταναν. Ενας στρατιώτης με χτύπησε με την κάννη του όπλου του στα πλευρά και μου έσπασε ένα πλευρό, που δε μ' άφηνε να αναπνεύσω. Σ' ένα σημείο μας σταμάτησαν, μας έβαλαν να καθίσουμε και χτυπούσε όλη η ομάδα. Μας έκαναν έρευνα και ζητούσαν όπλα. Τα παιδιά που είχαν και τα είχαν αφήσει κάπου, πήγαν με συνοδεία και τα πήραν. Εγώ το είχα κρύψει και τα παιδιά, που ρώτησαν, είπαν ότι δεν είχα. Οι τέσσερις δεν ήξεραν αν έχω, γιατί δυο μέρες είχαν περάσει που είχαμε συναντηθεί. Ρωτούσαν ποιος ήταν ο αρχηγός μας, από πού ερχόμασταν και πού πηγαίναμε. Ολοι είπαμε ότι είμαστε από τούτο το χωριό και ήμασταν παρέα. Μας χώρισαν έναν - έναν και χτυπούσαν για να πούμε αν είναι άλλοι εδώ γύρω. «Δεν ξέρουμε», είπαμε όλοι. Την Ντόνα, (Τέλιου σήμερα), την πήγαν σ' ένα σπίτι, τη χτύπησαν πολύ, τόσο που έκανε ένα μήνα να περπατήσει, και την κούρεψαν με τα μαχαίρια. Τα παιδιά που έφεραν τα όπλα δεν τα χτυπούσαν τώρα, γι' αυτό και μπόρεσαν να μεταφέρουν τη Βαγγελή στον Κονισκό πάνω σε δύο ξύλα. Ηταν εκεί και οι ΜΑΥδες από το χωριό μας, που δεν παρουσιάστηκαν σε μας, αλλά έδωσαν πληροφορίες για το ποιοι είμαστε. Με πήραν γύρω στα 100 μέτρα μακριά και μου έλεγαν σε ποιον τομέα δούλευα. «Δεν ξέρω», είπα, «τι είναι τομέας και τι δουλιά είναι αυτή. Στα χωράφια και στα πρόβατα δούλευα». Με έβαλαν φάλαγγα τέσσερις φορές, λιποθυμούσα, μου έριχναν νερό στο κεφάλι να συνέρχομαι και στις πατούσες για να πονώ περισσότερο. Με φόρτωσαν σ' ένα μουλάρι και πήγαμε στον Κονισκό. Αφού μας κράτησαν εκεί κάμποσες μέρες, στην εκκλησία, (Αγία Παρασκευή), και συνήλθαμε λίγο με τη φροντίδα των δικών μας, αλλά και από τις γυναίκες που ήταν κρατούμενες εκεί, μας έβαλαν στην καρότσα ενός ανοιχτού αυτοκινήτου και μας μετέφεραν στο στρατόπεδο Τρικάλων. Στο δρόμο δυο φορές σταμάτησαν το αυτοκίνητο να μας πάρουν οι ΜΑΥδες, αλλά γλιτώσαμε χάρη στην αποφασιστική στάση ενός στρατιώτη, συνοδού, από τη Δεσκάτη, που δε θυμάμαι τώρα το όνομά του. Το απόγευμα φτάσαμε στα Τρίκαλα και μας παρέδωσαν στο στρατόπεδο. Εδώ είναι το τέλος μιας ιστορικής περιπέτειας, ταυτόχρονα και η αρχή μιας άλλης, δύσκολης κι αυτής, που θα κρατήσει πολλά χρόνια.
Του Γιώργου ΤΕΛΙΟΥ
Ο Γιώργος Τέλιος γεννήθηκε στο χωριό Φλαμπουρέσι Τρικάλων. Οι γονείς του ήταν μυλωνάδες και ο ίδιος, ως τα 21 χρόνια του, υπήρξε τσοπάνος. Στο σχολείο πήγε ως την Ε΄ Δημοτικού. Πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο της Πίνδου και της Αλβανίας, στην Εθνική Αντίσταση και στον Εμφύλιο με το ΔΣΕ. Συνελήφθη, δικάστηκε ισόβια, έμεινε στη φυλακή 14 χρόνια και πέρασε από 11 φυλακές και τρία στρατόπεδα. Σήμερα ζει στη Λάρισα.

Τα σκαθαράκια

από "ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΠΙΑΤΣΑΣ" του Νίκου Τσιφόρου.
Το λοιπό, κάτου από τον μεγάλο τον ήλιο, βρεθήκανε να κάνουνε τσάρκες δυο σκαθαράκια, τόσα δα δυο σκαθαράκια, τόνα το λέγανε Χιωτάκη Ιωάννη και τ' άλλο το φωνάζανε Σπόρο, σκέτο Σπόρο, μήτε το μικρό του όνομα δεν ήξερε άνθρωπος, μήτε κι αν το βαφτίσανε καλά-καλά τόξερε και το ίδιο. Και βάσταγε το Χιωτάκι ένα κασέλι λουστράδικο "να υαλίσουμεν κύριος;". Ο Σπόρος να πούμε ήτουνα βοηθός του κι ιδού μάγκες μου οι πιτσιρήδες πως την είχανε βολέψει τη φτιάξη. Πάγαινε και την έστηνε το Χιωτάκι με το κασέλι του στη γωνιά του δρόμου. Λίγο παραπάνου πάγαινε ο Σπόρος μ' ένα παλιοσιδεράκι και δώστου-δώστου, ξεκόλλαγε μια πλάκα από το πεζοδρόμι. Τη ξεκόλλαγε το λοιπό κι έβαζε από κάτου νερό κι ένα πετραδάκι να μπαλαντζάρει η πλάκα και να μη φαίνεται. Ερχότανε τώρα ο περαστικός χωρίς να ψυλλιάζεται ότι θα πατήσει τη φάκα. Πάταγε τη πλάκα, πεταγότανε το νερό, του πιτσίλιζε παπούτσια και παντελόνι, τον έκανε μαντάρα. Πώς να βολευτεί; Έβρισκε πιο κει το λουστράκι το Χιωτάκι, "Φτιάχτα και γυάλιστα"! Με τούτη τη μηχανή, κονόμαγε το Χιωτάκι, μέχρι κι εκατό γυαλίσματα τη μέρα, ήτοι δραγμάς εκατόν πενήντα. Το βραδάκι λοιπόν που σκολάγανε, έπαιρνε τον Σπόρο, το συνεταιράκι του, παγαίνανε πρώτα στον μάγερα και τη ταρατσώνανε, μετά παγαίνανε σινεμά να δούνε γκαγκστερικά κι επειδής να πούμε, απαγορεύεται εις τους ανήλικους και τέτοια, τη γαζώνανε πως πάνε τάχα να μοιράσουνε φέιγ-βολάν. Σκαρφαλώνανε στη καμπίνα του μηχανικού, που τάχε κει πέρα και μπανίζανε το έργο από τη βίγλα τους. Δε πλερώνανε κι εισιτήριο και γινότανε η δουλειά στο εν τάξει. Είχανε και μια κάμερη τα σκαθαράκια, μια τόση δα καμαρούλα, βρώμικη κι ελεεινή, στα Λεμονάδικα μεριά, μια καμαρούλα, δίπλα ήτανε ο απόπατος και μύρζε άσκημα, ανάβανε και κανά τσιγαράκι, έντεκα χρονών αγόρι τόνα, εντεκάμισυ τάλλο, αγοράζανε και σάμαλι να το ματσουλίσουνε τη νύχτα, χρατς-χρουτς, σα κουνελάκια, καλά περνάγανε και κάνανε κομπίνα, το οποίον ο Σπόρος ήθελε καινούργια παπούτσια. Έλεγε λοιπόν το Χιωτάκι που 'χε μυαλό: -"Κύττα πως θα κάνουμε να κονομήσουμε πατούμενο". Τραβάγανε το πρωί, έμπαινε σε μαγαζί πατουμενάδικο ο Σπόρος μοναχός του, μοστράρηζε κανά-δυο κατοσταρικάκια, να δούνε πως τάχει κι έλεγε με μισοκακόμοιρο ύφος: -"Θέλω ένα ζευγαράκι, αλλά μέχρι εκατόν ογδόντα, όχι παραπάνου". Του δίνανε, διότι εκατόν ογδόντα είναι ακριβά λεφτά να πούμε, δοκίμαζε, τόφερνε στα νερά του, ζήταγε και τ' αριστερό. Τα φόραγε και τα δυο, χαμογέλαγε: -"Μέγκλες παπουτσάκια", έλεγε, "να βγω και στη πόρτα να τα δω στο φως"; κι έβγαινε τώρα στη πόρτα. Πλάι του ο υπάλληλος να τον έχει το νου και να του λέει πια πως το παπούτσι είναι η μεγαλύτερη εφεύρεση της ανθρωπότητας, ότι του πάνε μια χαρά κι ότι, να πούμε, το δικό τους το μαγαζί είναι το καλύτερο σε δέρματα και τρώει όλη την οικουμένη σε κατασκευή, καθόσον τόχε βάλει στήμη να φάει τις εκατόν ογδόντα ο υπάλληλος και τόθελε να ρίξει τον ατζαμή τον πιτσιρή και να του τα πασσάρει τα παλιοσεβρά με τις τσόντες. Πάνω στο καμάρι τώρα, πέρναγε δήθεν άγνωστο το Χιωτάκι, χωρίς το κασελάκι κι έλεγε του Σπόρου: -"Τι καμαρώνεις ρε νταηφιόγκο με το πατούμενο; Αφού η μάνα σου ήτανε χελώνα"! Και τούσφιγγε στα ξαφνικά μια στράκα ξεγυρισμένη. Ο Σπόρος θύμωνε μπαρούτι! -"Ρε μπάσταρδε να σε πιάκω και να σου κόψω τον αφαλό"! κι έτρεχε να πιάσει τώρα το Χιωτάκι πούχε κάνει μπραφ. Μέχρι να καλοκαταλάβει ο υπάλληλος τι γινότανε, τούτα τα δυο τ' άτιμα είχανε φύγει τρακόσα μέτρα. Κόβανε στενά, κόβανε απέραστα, καβαλλάγανε μάντρες κι άντε να τα πιάσεις. Μπουχός! Έτσι κονόμαγε ο Σπόρος παπούτσι και πέρνανε το τραίνο, ανεβαίνανε στην Αθήνα και σ' άλλο μαγαζί, με την ίδια μηχανή, κονόμαγε και το Χιωτάκι. Διότι έτσι τόχανε να πούμε, ό,τι παίρνει ο ένας να παίρνει κι ο άλλος, συνεταιράκια ήντουνε τα παιδιά και δε πάγαινε να γυρίζει ο ένας στη πέννα κι ο άλλος της κακόμοιρης. Τέτοιες μηχανές κάνανε πολλές να πούμε, και με αμερικάνικα παντελόνια μπλουτζίνς και με πουκάμισα και με τσικουλάτες, όλα τα είδη, εξυπνάκια και τα δυο. Δουλεύανε στον Περαία, αλλά την ανάβανε στην Αθήνα, μέχρι μια μέρα που ένας έμπορας κατέβηκε στο λιμάνι περί ανάγκη του, τα 'δε και τα γνώρισε.Το οποίον, τούχανε φάει κάτι πουκάμισα χρωματιστά και δεν τους έδωσε το παρόν, αλλά πήγε και φώναξε ένα πόλισμαν. Τα δείρανε τα μικρά στο Τμήμα και πέσανε στη μολόγα. Νάσου λοιπόν κάτι ανακριτές δυσκοίλιοι, νάσου κι ένας σαγγελέας στεγνός σαν παστόψαρο, που μιλήσανε "περί της νεολαίας, ήτις διαφθείρεται και δημιουργεί την σεσηπυΐαν κοινωνίαν της αύριον", τα μπουζουριάσανε και τα δυο και τα κλείσανε στ' ανήλικα, κούρεμα το μαλλί με τη ψιλή, πειθαρχία, αγγαρείες, ένας παπάς πούλεγε μπούρδες περί Παράδεισο, αφού βρισκόντουσαν μες στη Κόλαση, κάτι φύλακες όλο με τ' άγριο και κάτι άλλα παιδάκια συγκρατούμενα, που βρωμάγανε πάνω τους τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα. Τα βραδάκια έχει μια βούτα μες στο θάλαμο και σβήνουνε το φως από νωρίς καθόσον η υγιεινή της νεότητος είναι να τουφιάζει από τις οχτώ για να χωνεύει το πατατόνερο που το λένε σούπα και βοηθάει πολύ να πούμε, στην ανάπτυξη της αδενοπάθειας. Κι όλοι οι κρατούμενοι μπάσταρδοι δεν είχανε ιστορίες τους. "Γιατί σε φέρανε;" "Περί κλοπή!" ή "Περί άλλες αμαρτίες", "Περί που βάρεσα έναν με πέτρα", τέτοια τρομερά. Λέγανε και πως βγήκανε σε τούτη τη γης που τη πατούμε, σα τα σκουληκάκια στ' απονέρι, όπερ ο Σπόρος άναβε την ιστορία της μάνας του. Αλανιάρα ήτουνε να πούμε και βρήκε έναν αλανιάρη και της λέει ο αλανιάρης: "Μωρή Φανή πάμε να τα πιούμε"; "Μπράβο! Φύγαμε!" Πάνε, τα πίνουνε, λέει πάλι ο αλανιάρης: "Πάμε για ξάπλες, διότι Φανή μη μου κάνεις τη παρθένα, έχεις κοιμηθεί με χίλιους διακόσους τριανταδυό, τί χίλιοι διακόσοι τριανταδυό, τί χίλιοι διακόσοι τριαντατρείς;" "Και δε πάμε", γαργαλιότανε η Φανή, καθόσον ο αλανιάρης είχε παχύ μαύρο μουστάκι και τονε χαλβάδιαζε. Κοιμούνται το λοιπό και σε δυόμισυ μήνους λέει η Φανή στον αλανιάρη: "Ξέρεις τίποτα; Είμαι ολίγον έγκυα". Θυμώνει ο μάγκας: "Τον κακό σου τον καιρό! Τόσα χρόνια τη γάζωνες στεγνά, τώρα βρήκες να μου κολατσίσεις; Και το μυαλό σου που τόχες μωρή καρπερή;" και την αφήνει, κάνει μπραφ και γίνεται της χαμένης. Η Φανή όλο συλλογιότανε: "Να το ρίξω; Να μη το ρίξω;" αλλά δεν είχε και τα ριχτικά. Ήρθε η κοιλιά της μπαλόνιασε, πάτησε τους οχτώ, στο τέλος πήγε στο Πέραμα σε μια θεια της, από τη Κάλυμνο ήτουνε και το γέννησε το παιδί. "Να δουλέψω και να το ταΐσουμε το μικρό". Δούλεψε κάμποσο και μετά έφυγε στο Μπερούτι μ' ένα... μπαλέτο, και χάθηκε, κανένας δεν πήρε μάειδε γράμμα, μάειδε γραφή, μόνο στην αρχή ήρθανε κάτι λίρες λιβανέζικες και μετά κλάφτα Χαράλαμπε. Εφτά χρονών έγινε ο Σπόρος και τον είχανε αβάφτιστο, τρώγανε τ' άλλα παιδιά ζάχαρη με ψωμί και τούτο δω λιγούρευε, κανένας δε τούδινε ψωμί με ζάχαρη, μόνο κάτι ξεγυρισμένες κατραπακιές κατέβαζε η θεια κι έλεγε: "Μούλε, που μου φορτώσαν ένα στόμα και τρώει σα γλαρόνι κακοψοφονάχει", και λέει ο Σπόρος: "Θα φύγω μωρή, άει στο διάολο σκατόγρια" και πήρε λοιπόν των ομματιών του και βγήκε μαχαλά. Έκανε κανά θέλημα, έψαχνε τους σκουπιδοντενεκέδες να βρει κανά ξεροκόμματο, συνεταιράκι με τα κοπρόσκυλα, τρύπιο παντελονάκι, βρώμικο κι ελεεινό, αλλά γουστόζικο, έξυπνη μουρίτσα, αφού κι όλοι οι μπάσταρδοι έχουνε το χάρισμα να γεννιούνται ξυπνοί. Μέχρι πούπεσε πάνου στο Χιωτάκι. Τούτο δω το Χιωτάκι, ήτουνε πάλε άλλη φτιάξη. Η μάνα του εκ Χίου να πούμε, από το Ναγό, όξω απ' τα Καρδάμυλα, εργαζότανε δούλα σ' ένα σπίτι κι ήτουνε ζουμπουρλή. Της πέφτει ένας με μουστάκι ποντικοουρά και της λέει: "Θα σε πάρω, κυρά θα σε κάνω, σε ηγαπώ!" τη δάγκωσε τη μαστίχα με το κουκούτσι, η Χιώτισσα. "Εν θέλω άλλον, αυτόν θέλων", έβγαινε μαζί του τις Κυριακάδες, έπαιρνε κανά δυο κατοσταρικάκια από το μιστό της μπροστάντζα, νάσου και πιάνει μαγιά το μικρό. Του λέει του τζέ: "Γκαστρωμένην είμαι", κι ο ποντικοουράς κιτρίνισε, πρασίνισε, μπλάβιασε αδερφάκι, "Ρε τι πάθαμε!", μετά βρήκε δουλειά στη... Γερμανία εργάτης και την αποχαιρέτηξε, δήθεν: "Πάνε να φέρουνε αυτοκίνητα με συνεταίρους", της σήκωσε και τους ρέστους μιστούς και χάθηκε βορεινά. Την παίρνουνε στιμάρι κι από το σπίτι: "Μωρή δε ντράπηκες, μωρή εδώ είναι ηθικόν ίδρυμα, έχουμε και κορίτσια, τι παράδειγμα θα δώσεις;" τη πετάνε στο δρόμο. Καθάριζε το λοιπό κάτι καφενέδες, κάτι ταβέρνες με τη κοιλιά τόοοση, τ' αφεντικό της τη τρακάρησε κανά δυο φορές κι έκανε πως δεν την είδε, αλλά άμα την είχε σπίτι του της έβαζε χέρι ψιλό στη ζούλα, ήρθε ο καιρός, γεννήθηκε ο μικρός. Στο ληξιαρχείο γράψανε "αγνώστου πατρός", αλλά λόγω η μάνα του εκ Χίου, το φωνάζουνε "Χιωτάκι" και τούμεινε. Και τούτη δω η καημενούλα δούλευε για να το μεγαλώσει, έκλαιγε αμα δεν είχε να του δώσει να φάει και μετά πέθανε, θάτανε οχτώ χρονώ τ' αγοράκι. Και δεν ήξερε μήτε να κλάψει, μόνο πάγαινε πίσω απ' τη νεκροφόρα της Δημαρχίας, τάχε χαμένα και χάζευε με κάτι παιχνίδια που πουλάγανε στους δρόμους, βρέθηκε το λοιπό ένας χριστιανός και του λέει: "Έλα δω ρε, να σε μάθω να γυαλίζεις παπούτσια" και τονε πήγε σε μαραγκούδικο, έδωσε ενάμισυ κατοστάρικο, τούφτιαξε κασελάκι, του πήρε και βερνίκια με τα ρέστα και τον αμόλησε. "'Αμα έχεις μυαλό κάτι θα κάνεις, άμα δεν έχεις, να το λιμάνι, δέσε μια πέτρα στο λαιμό κι άντε φουντάρησε". Όμως τώρα επειδή το Χιωτάκι ήτουνε εννιά χρονώ, δεν είχε καμμιάν όρεξη να κάνει μπουρμπουλήθρες, βγήκε μαχαλά και ξύπνησε, μέχρι που αντάμωσε κι αυτός τον Σπόρο και γίνανε τακίμια. Τα βάλανε λοιπόν κάτου, όλο και θέλανε ο καθείς τους νάχουνε κάποιον να λένε τον πόνο τους και κάνανε και λογαριασμούς. -"Να πάρουμε δυο κασελάκια θα κονομάμε από εικοσιπέντε τη μέρα, ο καθένας μας; 'Αμα δουλέψουμε καλά τόνα, θα βγάζουμε τα διπλά και τρίδιπλα". Και βρήκανε τη μηχανή με τις πλάκες του πεζοδρομίου. Τώρα στη φυλακή μέσα τα μαθαίνανε και τα γράμματα. 'Αλφα είναι η κουλούρα με τη μαγκούρα την ανάποδη, όμικρο κουλούρα σκέτη και γιώτα μαγκούρα ανάποδη, μάθανε και το θου πούναι σα παραθυράκι και νου πούναι σα μούτζα με τα δυο δάχτυλα, κοντολογής, τόσα πολλά που έτσι και τάξερε όλα τούτα κανάς θεατρικός κριτικός, από κείνους που κάνουνε τον σπουδαίο και χάσανε το μαλλί τους δήθεν στη μελέτη, μπορεί και να παράταγε το ρεζιλίκι και νάγραφε κι έργο, αντίς κριτική. Κι άμα τέλειωνε το μάθημα: "που και α πα, που και ι πι, παπί", τους παίρνανε κάτι μεγαλύτεροι που μόλις και μολόχιαζε το μουστάκι τους και τους ξηγιόντουσαν περί άλλα κοινωνικά μαθήματα, το οποίον, "να δεις πως γένεται η ξάφρα του 'λάχανου', ανοίγεις τα δυο μεσιανά δάχτυλα και τα κάνεις τσιμπίδα" τέτοια εγκυκλοπαιδικά, που τα ρούφαγε ο Σπόρος λες κι ήτουνε σορόπι δυναμωτικό και τα μάθαινε με τη μία, είχε αντίληψη το άτιμο για παιδί. Στα δυο χρόνια πάνου τα φώναξε ο διευθυντής, γυαλιά στη μύτη, παπιόν στο λαιμό και τα ορμήνεψε: "Τώρα πλέον αποδίδεσθε εις την κενωνίαν ακέραιοι κι υγιείς, μέλη ωφέλιμα..." μιαν ώρα έλεγε, κι έσπαγε πολύ κέφι ο Σπόρος που δεν ανθιζότανε γρυ από δαύτα, αλλά πολύ γουστάρηζε το παπιόν πούχε στη μέση κίτρινη ρίγα. Διότι μεταξύ μας, ιδέα δεν είχε από παιδιά ο κύριος διευθυντής, είχεν όμως ένα μπατζανάκη βουλευτή που τούδωσε τη θέση κι άμα τέλειωνε τη περεσία του έβγαινε τσάρκα με το παπιόν για γκομενίτσες. Το οποίον λοιπόν, πήρε το Χιωτάκι το κασελάκι του και νάσου τους ξανά στο δρόμο και στον λεύτερο αγέρα σα τα σπουργίτια, χαρούμενα και ξένοιαστα. Λέει όμως ο Σπόρος: -"Ρε συ Γιάννη..."
-"Έλα". -"Έτσι θα τη βολεύουμε μ' ένα κασελάκι; Τώρα πια μεγαλώσαμε. Βγάλαμε τρίχες". -"Και τί να κάνουμε; Να πάμε στον Παπαστράτο να μας πάρει κολλίγους"; Ο Σπόρος όμως τάχε σκεφτεί όλα. Βλέπεις η φυλακή τούψησε το μυαλό. -"Εγώ θα βγω για κονόμι χοντρό"! Δεν χωρίσανε να πούμε, πάλε είχανε μαζί τη κάμερη, πάλε τρώγανε σάμαλι τα βραδάκια, αλλά στη δουλειά με το κασελάκι ξώμεινε μόνο του το Χιώτακι. Κι ο Σπόρος πήγε κι έπεσε στη Τρούμπα, βρήκε κάτι άλλα παιδάκια και τον ταμπακιάσανε πως είναι ξύπνιος. Τονε πάνε λοιπό στο γέρο-Μπισμπίκη που δε δούλευε πια, αλλά αν έβρισκε παιδάκια, τα δασκάλευε μ' αποσοστά. Ο γέρος τονε πήρε από καλό μάτι τον Σπόρο και του μαθαίνει αδερφάκι μου, όλη την επιστήμη της "άφρας". Δούλευε κι αυτός με το "σκιάχτρο" της κλοπής, ψεύτικο ανθρωπάκι, κουδούνια κρεμασμένα, αγκίστρια, έπρεπε τώρα να πάρει τη πορτοφόλα από τον "Συμεών" και να μη κουνηθεί κουδούνι και να μη σ' αγγίξει τ' αγκίστρι καθόλου. Τα παιδιά θέλανε είκοσι μέρες, ο Σπόρος τα κατάφερε σε δυο, έκλεβε όλο τον "Συμεών" και το γερό-Μπισμπίκη μαζί. Κει που τονε κουβέντιαζε δηλαδή ο δάσκαλος, τούφαγε τη πίπα, τα τσιγάρα, τα σπίρτα κι έξη ταλλαράκια πούχε στη τσέπη. Ύστερα του τάδωσε. Θόλωσε ο γέρος: -"Πότε τα πήρες βρε μπαγάσα"; -"Τώρα που μούκανες μάθημα περί κλοπή". -"Ε άειντε παιδί μου βγες στο μαχαλά να δουλέψεις γιατί εσύ μας ρεζίλεψες όλους"! Τούμαθε όμως και κοινωνικά: "Θα κλέβεις μόνος σου. Ο καλός ο κλέφτης δε βάζει συνεταίρο, καθόσον όσο πιο λίγα τα στόματα, τόσο πιο λίγες οι κουβέντες και τα μοιράδια. Δε θα κάνεις παρέα με μάγκες καθόσον ο μάγκας έχει μαρκαριστεί και θα σε ψυλλιαστούνε άμα σε δούνε σε δικές τους τραβηχτικές. Σε γυναίκα δε θα λες το μυστικό σου, καθόσον η γυναίκα ταχιά κάνει το μέλι ξύδι κι άμα πέσει σ' άλλονε, ανοίγει το μπουκάλι και σε κατηγοράει στη σαλάτα του. Δε θα χαλάς πολλά, καθόσον έτσι και χαλάς, ο άλλος είναι φτονερός και ψάχνει να βρει που τα βρήκες. Θάχεις μια κρυψώνα να τη ξέρεις μόνο συ, άμα πέσεις στη λακουβίτσα με την ατυχία και σε μαγκώσουνε, να μη στα βρούνε κι άμα βγεις να τα βρεις. Θα γυρίζεις στις καλές γειτονιές γιατί τα λεφτά υπάρχουνε κει κι είναι πάλι πολλοί κλέφτες, αλλά τα κλέβουνε με νόμιμο τρόπο και λέγονται κύριοι. Θάσαι σεμνός, όσο πιο σεμνός είσαι, τόσο καλύτερα θα τους γελάς. Όποιος μοστράρεται για ξύπνιος είναι σα να κάνει ρεκλάμα: 'φυλαχτείτε από μένα', φυλάγονται, ενώ άμα κάνεις τον κουτό, γελάνε μαζί σου και τους τη φέρνεις καλύτερα. Θα φροντίσεις νάχεις μια δουλειά 'μπουζουριέρα' δήθεν πως κάτι πουλάς και κονομάς από κει, έτσι κάνουνε κι οι μεγάλοι να πούμε, απ' αλλού δείχνουνε πως τα βγάζουνε κι απ' αλλού κονομάνε. Μη δανείζεσαι λίγα, θα σου βγει κακό όνομα, το χρέος είναι σαν το παιδί: όσο πιο μικρό είναι τόσο πιο πολύ φωνάζει. Να δίνεις στους φτωχούς, διότι φτωχός είναι κείνος που δεν έχει το θάρρος να κλέψει και πάει χαμένος, όποιος δε κλέβει τονε κλέβουνε. Αυτά είναι κι άντε δι' ευχών των αγίων πατέρων ημών, ο Γιαραμπής να δώσει να κάνεις προκοπή παιδί μου". Πολύ απόρησε το σκαθαράκι το Χιώτακι πούβλεπε τ' άλλο σκαθαράκι τον Σπόρο να κάνει τρελλές κονομησιές. Τουρχότανε τα βραδάκια τίγκα στο χαρτονόμισμα, πήρανε τα μαγουλάκια του να γεμίζουνε πούτανε σα σκαμμένα από τη στέρηση, έκανε δυο κουστουμάκια καλά και φόρεσε και 'στενάχωρο' στο μεσαίο δάχτυλο. -"Που το βρήκες ρε"; -"Κάνω κάτι δουλειές". Του ξηγήθηκε κι αντρίκεια: "Εσένα αδερφούλη μου θα σου ανοίξω στιλβωτήριο". Κι ήρθε μια μέρα που το πήρε το Χιωτάκι από το χέρι: -"Πάμε"! -"Πού"; -"Να τ' αγοράσεις". Βρέθηκε με μαγαζί το Χιωτάκι, δηλαδή τι μαγαζί; Πέντε τετραγωνικά μέτρα ήτουνε, αλλά έγραφε απόξω: "Στιλβωτήριον Ιωάννη Χιωτάκη" κι είχε μέσα δυο λουστράκους και βερνίκια και κορδόνια και του κόσμου τ' αγαθά. Ο Σπόρος το καμάρωσε και μετά είπε: -"Πάμε να σε κεράσω ένα Ρύκο". Πάνου στο Ρύκο την έφερε πλαγίως. "Χωρίζουμε". -"Γιατί ρε Σπόρε"! -"Καθόσον εσύ τώρα έχεις κατάστημα. Και θα προκόψεις αδερφούλη μου, είσαι γελαστός, σ' αγαπάει ο κόσμος, -είδα γω πέντε μέρες τώρα πως αυγαταίνει η πελατεία σου. Εγώ όμως δε ξέρεις πως μπλέχω αύριο-μεθαύριο". -"Πως μπλέχεις"; -"Ξέρω και γω; Ψωμί τρώμε, ψίχαλα πέφτουνε. Το οποίον, έτσι και τραβηχτώ γιατί να σε πάρω και σένα στο λαιμό μου; Είμαι κι έξη μήνους μεγαλύτερός σου ρε Γιάννη. Όσο να το πεις, πρέπει και να σε νοιάζουμαι". Δε καταλάβαινε το Χιωτάκι. -"Μα τί έχεις κάνει"; -"Τίποτις, αλλά οι δρόμοι να πούμε, έτσι είναι. Ανήφοροι και κατήφοροι. Πάρε συ σιγά τον ανήφορο κι άσεμε μένα να κατηφοράω. 'Αμα είμαι μόνος μου και πέσω, δε βαριέσαι, θα τη γαζώσω. Γιατί να πέσεις μαζί μου"; Μέσα του πόναγε να πούμε και το Χιωτάκι κι ο Σπόρος. Καθόσον αδρεφάκι μου, σκαθαράκια ήντουνε, δεν είχανε και δεν είναι λίγο πράμα να μην υπάρχει άνθρωπος να σ' αγαπάει, να σε γνοιάζεται και να σε καταλαβαίνει. Τους ήρθε να κλάψουνε, αλλά θυμηθήκανε πως είναι άντρες και τ' αναβάλλανε. Και πήγε ο Σπόρος κατά Πασαλιμάνι μεριά να πιάσει κάμερη και χωρίσανε τα τσανάκια τους. Έτσι είχε, το Χιωτάκι καλά δούλευε κι έκανε κονομησιές. Δεκαπέντε χρονώ παιδιά και τη βολεύανε μοναχά τους. Έκανε κι ο Σπόρος καλές άφρες, είχε παραδάκι αλλά μέσα του άνοιγε ένα κενό αδρεφάκι μου, λες κι ήτουνε στην έρημο και δεν έβρισκε άνθρωπο να μιλήσει. Μήτ' ένα χάδι, μήτ' ένα χαμόγελο, μήτε τίποτις. Το λοιπό κείνο το βράδι ήτανε στο λωφορείο ένας χοντρός της λαχαναγοράς και πως έκανε και του ξάφρισε το μασούρι από τη τσέπη τη κοφτή. Γερό μασούρι, μέχρι είκοσι και κάτι ψιλά. Κατέβηκε χωρίς να δώσει στιμάρι, αργά, εννιά η ώρα ήτουνε, μπήκε σ' ένα καφενέ. Τώρα μες στον καφενέ ήταν ο Φάνης ο Κάρδας, ο παλληκαράς, ο καλός ο μάγκας πούχει κάνει πολλά. Μπήκε το παιδάκι ο Σπόρος να πιει ένα κακάο, κάνει έτσι και χωρίς να θέλει πατάει κάποιον. Τώρα αυτός ο κάποιος ήτουνε ο Αραποβλάσταρος ο σκληρός, είχε κάτι ζωχάδες κι είχε και κάτι προηγούμενα λόγω γκομενιλίκι με τον Φάνη τον Κάρδα. Ζωχαδιάστηκε πούφαγε τη πατησιά, σηκώνεται και του σφίγγει μια σφαλιάρα του Σπόρου. Ο Φάνης τόδε κι ανακατεύτηκε. -"Γιατί ρε το παιδί"; -"Δουλειά σου"! -"Να στη δώκω τώρα γω επιστροφή"; Και σηκώνεται αδρεφάκι μου πάνω ο Φάνης ο Κάρδας και του σφίγγει δυο ανάστροφες. Σκύλιασε ο Αραποβλάσταρος, αλλά με τον Φάνη δε καθάριζε. Έφυγε το λοιπό κι έβριζε: -"Καλά... θα τα ξαναπούμε". Κι ο Φάνης ο Κάρδας πήρε τον Σπόρο στο τραπέζι του: -"Κάτσε να σε κεράσω ρε πιτσιρή", τονε κέρασε κακάο. Πάνω λοιπό που τα λέγανε, νάσου δυο-τρεις της Ασφάλειας, να κοζάρουνε από τη πόρτα. Βλέπει ο Σπόρος, κιτρινίζει. Ήτουνε μαζί τους κι ο χοντρός ο λαχανέμπορας. Το λοιπό, ξύπνιο το παιδί, βγάζει το κλεμμένο μασούρι και το δίνει με τρόπο του Φάνη. -"Κράτα το, εμένα ψάχνουνε". Ο Φάνης έχει κατηγορία για παλληκαράς, αλλά δεν είναι κλέφτης. Έρχουνται τα παιδιά της Ασφάλειας, λέει ο χοντρός: "Αυτός!", τονε σηκώνουνε τον Σπόρο, τονε πάνε μέσα, τονε ψάχνουνε: -"Τί δουλειά κάνεις"; -"Περί πρατήριο πάγου". Δεν είχε προηγούμενα, τον αμολάνε: -"Λάθος"! Βγαίνει το παιδί, είναι όξω ο Φάνης και περιμένει. -"Βρε μπαγάσα". Τονε παίρνει παράμερα, τα λένε κάμποσο, λυπάται ο Φάνης και τονε χαϊδεύει στο μάγουλο: "Φουκαριάρικο"! Και του κάνει πάσα το κλεμμένο μασούρι. Τον Σπόρο τονε πήρανε τα κλάματα. "Για δε ρε! Τόσα χρόνια κανείς δε με χάιδεψε και τούτος που ξέρει πως είμαι κλέφτης και..." Δεν είδε τα δάκρυα ο Φάνης ο Κάρδας. Νύχτα θα μου πεις. Τον Αραποβλάσταρο όμως τον είδε το σκαθαράκι. Τον είδε πούχε στημένη χωσά με το μπιστόλι στο χέρι να του τη δώσει του Φάνη. Λοιπό δε μίλησε, μόνο στο ξαφνικό, πριν ανάψει η φλόγα της σφαίρας μπήκε μπροστά. "Μπαμ!" την άρπαξε κατάστηθα ο Σπόρος. Με τη ζημιά που 'κανε, χάθηκε ο Αραποβλάσταρος. Κι ο Φάνης έσκυψε κι έπιασε το λαβωμένο παιδί. -"Ρε πιτσιρή! Γιατί τόκανες αυτό"; Πρόλαβε να πει μια κουβέντα ο Σπόρος: -"Εσύ που με χάιδεψες..." Κι ύστερα πέθανε. Και στο στιλβωτήριο, έμαθε τα μαντάτα ο Γιάννης το Χιωτάκι και θυμότανε που ρίχνανε νερό στις πλάκες στο πεζοδρόμιο και θυμότανε τον Σπόρο και νερό κύλαγε απ' τα μάτια του για να τονε πνίξει στη θλίψη...

Σκόρπιο Αίμα.

Σκαλί-σκαλί πάει ο Ιγνάθιο*
το θάνατό του φορτωμένος.
Γύρευε να 'βρει την αυγή
μα πουθενά η αυγή δεν ήταν.
Γυρεύει τη σωστή θωριά του
και τ' όνειρό του αλλάζει δρόμο.
Γύρευε τ' όμορφο κορμί του
και βρήκε το χυμένο του αίμα.
Στιγμή δεν έκλεισε τα μάτια
που είδε τα κέρατα κοντά του,
όμως οι τρομερές μανάδες
ανασηκώσαν το κεφάλι.
Κι από το βοσκοτόπια πέρα
ήρθ' ένα μυστικό τραγούδι
που αγελαδάρηδες ομίχλης
τραγούδαγαν σε ουράνιους ταύρους.
Δεν είχε άρχοντα η Σεβίλλια
μπροστά του για να παραβγεί
ούτε σπαθί σαν το σπαθί του
ούτε καρδιά να 'ν' τόσο αληθινή.
Σαν ποταμός από λιοντάρια
η ξακουσμένη του αντρειοσύνη,
και σαν σε πέτρα σκαλισμένη
η στοχασιά του η μετρημένη.
Τώρα για πάντα πια κοιμάται.
Τώρα τα μούσκλια και τα χόρτα
με δάχτυλα που δε λαθεύουν
το άνθος ανοίγουν του μυαλού του.
Και το τραγουδιστό του αίμα
κυλάει σε βάλτους και λιβάδια,
γλιστράει στο σύγκρυο των κεράτων,
άψυχο στέκει στην ομίχλη,
σε βουβαλιών σκοντάφτει πόδια,
σα μια πλατιά, μια λυπημένη,
μια σκοτεινή γλώσσα, ώσπου τέλμα
να γίνει από αγωνία, πλάι
στον Γουαδαλκιβίρ των άστρων.
Federico Garcia Lorca
(Η απόδοση-μετάφραση είναι του Νίκου Γκάτσου)
* Στις 11 Αυγούστου 1934, πέντε το απόγευμα, σε μιαν εκτός προγράμματος ταυρομαχία στην αρένα του Μανθανάρες, ο φημισμένος ταυρομάχος Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας χτυπήθηκε θανάσιμα από ταύρο και πέθανε τρεις μέρες αργότερα στα 43 του χρόνια. Τονε πένθησεν όλη η Ισπανία. Ήταν άνθρωπος αγαπητός, γεμάτος δόξα και πλούτη και με γνήσια καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα. Στο Πίνο Μοντάνο, το απέραντο κτήμα του στα περίχωρα της Σεβίλιας, συγκέντρωνε τους σπουδαιότερους Ισπανούς ποιητές του καιρού του, μαζί και τον Λόρκα, με τον οποίο συνδέθηκε με δυνατή, αληθινή κι αδιατάρακτη φιλία. Όλοι τον αγαπούσαν και τον θαύμαζαν σαν ένα φιλόξενο, ευαίσθητο, ιπποτικό κι ανοιχτόκαρδο προστάτη της νεότερης γενιάς των ποιητών. Έτσι το ποίημα τούτο τογραψεν ο Λόρκα στη μνήμη του φίλου του.

Η Πατρίδα μας

«Ξένε που μόνος κι έρημος
σε ξένους τόπους τρέχεις,
πες μου, ποιος είναι ο τόπος σου
και ποια πατρίδα έχεις;»
«Τη μακρινή πατρίδα μου
πάντα ποθώ στα ξένα.
Εκεί τα χρόνια της ζωής
περνούν ευλογημένα.
Εκεί κι ο θάνατος γλυκός,
κι αφού κανείς πεθάνει,
έχει στο μνήμα του Σταυρό,
καντήλι και λιβάνι.
Στ' αγαπημένο μου χωριό
χαρές πάντα και γέλια,
στ'αλώνια τραγουδιών φωνές
ξεφάντωμα στ' αμπέλια.
Κι όταν χορεύει η λεβεντιά
στης Πασχαλιάς τη μέρα,
βροντοκοπά το τύμπανο
και κελαηδεί η φλογέρα.
Στη μακρινή Πατρίδα μου
έχει ευωδιά και χάρη
το ταπεινότερο δεντρί,
το πιο φτωχό χορτάρι.
Στους κλώνους της αμυγδαλιάς,
σμίγουν ανθοί και χιόνια
και φέρνουνε την άνοιξη
γοργά τα χελιδόνια.
Στων μαγεμένων της βουνών
τα μαρμαρένια πλάγια,
γλυκολαλούν οι πέρδικες
και κλαίει η κουκουβάγια.
Η ασημένια θάλασσα
μ' αφρούς την περιζώνει
κι ο ουρανός με τ' άστρα του
τη χρυσοστεφανώνει.
Τη μακρινή Πατρίδα μου,
πριν η σκλαβιά πλακώσει,
τη δόξαζ' η παλληκαριά,
τη φώτιζεν η γνώση.
Και τώρ' από τη μαύρη γη,
τη γη τη ματωμένη,
πρόβαλε παλ' η ελευθεριά
σαν πρώτα αντρειωμένη».
«Φτάνει τη χώρα που μου λες,
τη γνώρισα, την είδα,
τη μακρινή Πατρίδα σου
έχω κι εγώ Πατρίδα».
Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)

Ο Φαέθων

Από τη χρυσή πύλη του ουρανού κοίταζε ο Φαέθων με λαχτάρα τον πατέρα του τον Ήλιο, που ανέβαινε στο φωτεινό του άρμα και περνούσε με μεγαλείο τον ουρανό.
Ποθούσε ν’ ανέβει κι εκείνος μια μέρα στο άρμα, να πιάσει τα γκέμια, να νιώσει τη δύναμη των αλόγων και να τα δαμάσει με τα χέρια του. Ήθελε να δει τα άλογα ν’ αφρίζουν και ν’ αγριεύουν, κι εκείνος με σιδερένια δύναμη να τα βαστά.
Όταν γύριζε το βράδυ ο Ήλιος, πετιόταν ο Φαέθων στο λαιμό του και τον παρακαλούσε: ― Πατέρα, άφησε αύριο να οδηγήσω εγώ το άρμα σου!
Μα ο Ήλιος κουνούσε το κεφάλι.
― Είσαι μικρός ακόμα, έλεγε.
Και ο Φαέθων δάγκανε τα χείλια του και σκυθρωπός χάιδευε τα ιδρωμένα άλογα.
Μα ο Ήλιος αγαπούσε το γιο του και πονούσε να τον βλέπει λυπημένο. Μια μέρα δε βάσταξε πια.
― Πήγαινε, είπε. Σήμερα ας οδηγήσεις εσύ το άρμα μου.
Το έλεγε με δισταγμό και ανησυχία, ο Φαέθων όμως δε βαστιόταν πια, του φαινόταν ότι η χαρά τον έπνιγε.
Πήδησε στο άρμα, άρπαξε τα γκέμια και μαστίγωσε τα άλογα. Ξαφνιασμένα ορθώθηκαν τα ζώα, έπειτα με ορμή χύθηκαν στον ουρανό σέρνοντας το άρμα πίσω τους. Γρήγορα όμως ένιωσαν πως το χέρι που τα βαστούσε δεν ήταν του Ήλιου το στιβαρό χέρι, και αγριεμένα τίναξαν τα κεφάλια τους χλιμιντρίζοντας δυνατά. Από τα ρουθούνια τους πετούσαν φλόγες και τα πέταλά τους έβγαζαν σπίθες.
Με το γόνατο στηριγμένο εμπρός του στο χρυσό τοίχωμα του άρματος, γύρευε ο Φαέθων να βαστάξει τ’ άλογα. Ο άνεμος σφύριζε στ’ αυτιά του, τα μαλλιά του τον έδερναν στο πρόσωπο, μα εκείνος με σφιγμένα τα δόντια τραβούσε τα γκέμια για να δαμάσει την ορμή των ζώων.
Ήταν άξιος γιος του Ήλιου.
Όλη τη δύναμή του τη μάζεψε, τα χέρια του σκάλωναν στα λουριά, το σώμα του γερμένο πίσω αγωνιζόταν να συγκρατήσει τ’ άλογα, μα εκείνα, πιο δυνατά από τον Φαέθοντα, είχαν πια παρατήσει το συνηθισμένο τους δρόμο, και μια κατέβαιναν τόσο χαμηλά, που έκαιγαν τη γη και μαύριζαν τους ανθρώπους, και μια πάλι πετιόνταν τόσο ψηλά, που πάγωνε η γη και σκεπαζόταν από χιόνια.
Είδε ο Δίας από τον Όλυμπο το κακό που γινόταν, φοβήθηκε μη καταστραφεί ο κόσμος, και οργισμένος πέταξε τον κεραυνό του απάνω στο άρμα.
Τα άλογα πετάχτηκαν ολόρθα, ξετρελαμένα από το χαλασμό γύρω τους, και σταμάτησαν απότομα, με τα ρουθούνια διάπλατα, τα μάτια κατακόκκινα, δαμασμένα από το φόβο.
Το σώμα όμως του αγοριού συντριμμένο και αγνώριστο γλίστρησε από το άρμα κι έπεσε στον Ηριδανό ποταμό, το σημερινό Πάδο της Ιταλίας.
Σαν είδαν οι αδελφές του πως τον σκέπασαν τα νερά, άρχισαν θρήνους και κλάματα, και, μοιρολογώντας, ανεβοκατέβαιναν την όχθη του ποταμού γυρεύοντας το πτώμα του Φαέθοντα. Τόσο τις λυπήθηκε ο Δίας που τις μεταμόρφωσε σε ψηλές λεύκες.
Και όταν φυσά ο άνεμος σειούνται ακόμα σήμερα οι λεύκες και στενάζουν και τρέμουν τα φυλλαράκια τους από τον πόνο.
(από το βιβλίο: Αλεξάνδρα Δέλτα-Παπαδοπούλου, Μύθοι και θρύλοι, Εκδόσεις Ι. Σιδέρη, 1977)

Ο Βοηθός των Θαμμένων

ενέρων δολιόπους αρωγός
Σοφοκλής

Tο Ty Croas ήταν έρημο σαν ακατοίκητο. Mονάχα ένα μικρό κόκκινο αμπαζούρ φώτιζε στην κουζίνα. Aλλά ήξερα πού θα την βρω. Bράδυαζε κι ήταν η ώρα που η Bρετάννη τυλιγόταν την σημαία της το μαύρο και το λευκό. Άσπρη η θάλασσα κι άσπρος ουρανός μαύρη η γη κατάμαυρα τα δένδρα. Kαθόταν στο αγαπημένο της μέρος. Eκεί όπου τελειώνει το δάσος κι έβλεπε την άσπρη στενή θάλασσα. Σαν ένας ποταμός σαν Aχέροντας η θάλασσα προχωρούσε βαθειά στην στεριά ώς το Morlaix. Aρετή την φώναξα από πίσω όταν πλησίασα. Δεν γύρισε σαν να μην άκουσε. Ύστερα από ώρα γύρισε απότομα. Σηκώθηκε κι ήρθε κοντά μου. Tο όμορφο γλυκό της πρόσωπο είχε μείνει απείραχτο από τον χρόνο. Mε κοίταξε χωρίς να μιλά και τίποτε δεν έδειξε που ήμουν πεθαμένος. Aρετή! επανέλαβε μ' ένα αχνό γέλιο σαν μια μικρή πτυχή στην ολόισια φωνή της. Kανείς ποτέ δεν με φώναξε με τόνομά μου αυτό λέει και με τα απαλά της δάχτυλα έκρυψε την τρύπα του προσώπου μου. Kωνσταντάκη μου είπε για να με περιπαίξει αλλά ένας λυγμός σαν λόξυγγας την έκανε να σωπάσει. Γυρίσαμε στο πρεσβυτέριο και με κρατούσε επάνω της περπατούσε μ' έναν ανεπαίσθητο ρόγχο. Σαν ένας θρήνος από πολύ καιρό στον βυθό μπλεγμένος στα φύκια των πιο βαθιών κλαμάτων της. Tίποτε δεν είπε τίποτα δεν ερώτησε. Aμίλητη ετοιμάσθηκε και ξεκινήσαμε το ταξίδι του γυρισμού στην Eλλάδα. Tαξιδέψαμε με τραίνο. Mονάχα έτσι μπορούσαμε ν' απομονωθούμε σ' ένα κουπέ αποκλειστικά δικό μας. Aλλά η Kυβέλη σα να ήθελε να με επιδείξει. Eπίτηδες μ' έβγαζε στον διάδρομο με πήγαινε στο βαγκών-ρεστωράν. Mε μια υστερική προκλητικότητα με παράσερνε ανάμεσα στους επιβάτες κι απολάμβανε με εξημμένο ενθουσιασμό την φρίκη. Tον αποτροπιασμό που τάραζε τον κόσμο που μ' έβλεπε. Mε αδιάντροπο δυνατό γέλιο ξεκαρδιζόταν όταν οι άλλοι σκόρπιζαν και φεύγαν από κοντά μας. Όταν κάποιοι εστέκονταν και με παρατηρούσαν με βδελυγμία η Kυβέλη με υπερβολική σχεδόν ερωτική αγάπη. Σφιγγόταν επάνω μου έγερνε το κεφάλι της στον απογυμνωμένο ώμο μου χάιδευε τα ξερά ράκη της σάρκας που φαίνονταν ανάμεσα στα λυωμένα νεκρικά μου ρούχα. Kαι μοναχά όταν ήμασταν μόνοι κλεινόταν σ' ένα αδιαπέραστο και εχθρικό πένθος. Στο Παρίσι αλλάξαμε τραίνο για την Eλλάδα. Mέσα στην ατέλειωτη στοά του μετρό που προχωρούσαμε. Σ' ένα σταυροδρόμι της ήταν μια μικρή ορχήστρα κι έπαιζε μουσική. Ήταν τρεις νεαροί Oύγγροι ντυμένοι με επίσημα φράκα μεγάλης ορχήστρας. Mια κοπέλα έπαιζε βιολοντσέλο ντυμένη κι αυτή με φράκο. Aνάερη σαν νύμφη με μακρυά ίσια ξανθά μαλλιά. Aναγνώρισα το κομμάτι που έπαιζαν από το λιτό μοτίβο που επαναλαμβανόταν και τα μικρά διάκενα σιγής που όσο πήγαιναν εμάκραιναν ενώ λιγόστευε η μουσική. Ήταν H μοναξιά του Aρθούρου Pεμπώ. Mπροστά τους ένα μεταξωτό ημίψηλο ανάποδα κι εκεί έριχναν φράγκα οι περαστικοί. H Kυβέλη σταμάτησε κι αρπάζοντάς με από τον αγκώνα έκανε μια χορευτική φιγούρα γύρω μου. Ήταν ένα παιχνίδι που το παίζαμε εγώ κι αυτή όταν ήμασταν παιδιά και έφηβοι. Nα χορεύουμε στους δρόμους ανάμεσα στους ανθρώπους που σταματούσαν και γελούσαν. Mας χαίρονταν ή μας κορόιδευαν αλλά εμείς σοβαροί ώς το τέλος διασχίζαμε χορεύοντας τις λεωφόρους της Θεσσαλονίκης. Tην ακολούθησα και χορεύοντας μαζί πάνω στο μικρό σαν λέξη μοτίβο των Oύγγρων συνεχίσαμε μέσα στις στοές. O κόσμος μάς προσπερνούσε αδιάφορος. Aν κάποιος σταματούσε ήταν επειδή αντίκρυζε εμένα. Mερικοί αλκοολικοί και τοξικομανείς αντιδρούσαν ουρλιάζοντας και προσπαθούσαν να μας ακολουθήσουν. Aλλά δεν άντεχαν και στέκονταν παραπαίοντας ή σωριάζονταν καταγής και μας έβριζαν. Ξαφνικά αντιλήφθηκα έναν τρίτο που μας ακολουθούσε από ώρα χορεύοντας. Ήταν το πιο ωραίο ανθρώπινο πλάσμα που είδα ποτέ. Άφυλο τραβεστί μαύρος. Φορούσε κοντές μπότες με μεγάλες γαλλικές αστραφτερές αγκράφες και μια πολύ κοντή μίνι φούστα χρυσόμαυρη. Aπό πάνω ένα γιλέκο τζην στολισμένο με στρας κι από μέσα ένα στενό κορμάκι από παλιό σωμόν ταφτά. Eίχε έντονα βαμμένο το πρόσωπο με πράσινες γαλάζιες μαύρες σκιές. Tα μαλλιά ολόασπρα ορθώνονταν προς τα πίσω σαν τις περικεφαλαίες από ξερά χόρτα των ιθαγενών της Aφρικής. Mε μια ελαφράδα σαν να μην άγγιζε την γη χόρευε και μας περιτριγύριζε με μια αγάπη κι έγνοια. Bγήκαμε στην έξοδο κι εκεί το σπάνιο πλάσμα σταμάτησε. Aκίνητο μας έβλεπε που απομακρυνόμασταν εγώ και η Kυβέλη. Mε ένα νεύμα ευγενικό του δεξιού χεριού μάς ξεπροβόδισε. Σαν ένας μικρός τιμωρημένος θεός από μακρυά μάς ευλογούσε με καλωσύνη κι οριστικά μάς εγκατέλειψε. Φτάσαμε στην Eλλάδα μετά τρεις μέρες. Kατευθείαν από τον σταθμό πήγαμε στο άσυλο. Aπό τέσσερα χρόνια νοσηλευόταν εκεί η μητέρα Eυρυδίκη. Eίχε προσβληθεί από βαρειά άνοια. Tίποτε δεν καταλάβαινε κανέναν δεν αναγνώριζε. Tο στόμα της έκαμνε συνέχεια έναν ρυθμικό σπασμό προς τα μέσα. Σαν να θήλαζε ρουφούσε αχόρταγα το γάλα από έναν αόρατο μητρικό μαστό. O θάλαμος ήταν γεμάτος από ανοϊκές ηλικιωμένες γυναίκες. Όλες σιωπηλές και ακίνητες. H μητέρα Eυρυδίκη ήταν δεμένη με χοντρά πέτσινα λουριά στα σίδερα του κρεββατιού. Eπειδή πάθαινε φοβερές διεγέρσεις και κανένα φάρμακο δεν τις κατέστελλε. H Kυβέλη στάθηκε από πάνω της. Έσκυψε και την κοίταξε βαθειά στα μάτια. H μητέρα Eυρυδίκη μούγκρισε ενοχλημένη. H Kυβέλη τής χάιδεψε τα μαλλιά την φίλησε στο μέτωπο και στα δεμένα χέρια. Γύρισα να φύγω κι άκουσα πίσω μου την Kυβέλη να φωνάζει. Στράφηκα και την είδα. Mε τρόμο με πόνο κλαίοντας μού φώναξε εσένα. Eσένα τώρα ποιος θα σε συνοδεύσει; Aμέσως σώπασε κι αδιαφόρησε. Έλυσε τα μαλλιά της και ξάπλωσε δίπλα στη μάνα μας. Άπλωσε τα βυσσινιά της φορέματα τα πολλά μαύρα της μαλλιά και την σκέπασε ολόκληρη. Tις πήρε και τις δυο ο ύπνος. Aγκαλιασμένες ακίνητες κείτονταν μαζί και ήταν σαν η μια να τραβούσε τρυφερά την άλλη όλο και πιο βαθειά μέσα στον δικό της ύπνο. Mια γριά νάνος παχειά με γκρίζα κουρεμένα μαλλιά με την κίτρινη στολή των τραπεζοκόμων. Παλιά τρόφιμη που την είχαν κρατήσει να ψευτοδουλεύει στο άσυλο. Mπήκε ξαφνικά στον θάλαμο και πήγε ίσια στο κρεββάτι τους σα να ήταν εκεί από την αρχή. Tεντώθηκε και τις περιεργάσθηκε τις άγγιξε έκανε τον σταυρό της. Mε πλησίασε τρέχοντας κι ανασηκώνοντας τα ζωηρά της μάτια με κοίταξε χαρούμενη. Eίπε με χαρμόσυνη κοριτσίστικη φωνή πεθάναν.
Χειμωνάς Γιώργος (από το O εχθρός του ποιητή, Kέδρος 1990)

Η φυλακή

Χουλιαράς Νίκος
Επανακάμψας, μετά από τριάντα εννιά ολόκληρα χρόνια στην πατρίδα του, από τη Σοβιετική Ένωση ―την δεκάτην πέμπτην του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1988― ο Έλλην πρόσφυγας Αγησίλαος Πετούσης, από την Κλειδωνιάβιστα Κονίτσης ―ο οποίος, σημειωτέον, είχεν εκτίσει εκεί ποινήν καθείρξεως είκοσι χρόνων, για πράξεις, αντιτιθέμενες στο καθεστώς― τις δύο πρώτες μέρες της ελευθερίας του τις πέρασε τελείως μόνος του, περιφερόμενος ως παρατηρητής στο κέντρο της πόλεως των Αθηνών. Αφού έζησε εκ του σύνεγγυς το θαύμα μιας ζωής που αγνοούσε, παρατηρώντας έκπληκτος τους άλλους γύρω του, ν’ αναδιπλώνονται υστερικά ακολουθώντας τους ρυθμούς ενός τερατώδους και απάνθρωπου μηχανισμού που τους μετέτρεπε σε καταναλωτικά νευρόσπαστα και με ασφάλεια τους οδηγούσε στην παθητικότητα και την αποξένωση, κατέληξε ―προς το βράδυ της δεύτερης, κιόλας, μέρας της ελευθερίας του― στο φοβερό συμπέρασμα πως είχε πέσει σε παγίδα: είχε καταφέρει ν’ απαλλαγεί από τη φυλακή ―όπου ζούσε τόσα χρόνια― και είχε έρθει τώρα ―με τη θέλησή του― να περάσει τα υπόλοιπα σε μιαν άλλη. Παρόλο που από καιρό είχε παραιτηθεί από τα πάντα και ήταν ήδη έτοιμος πια να δεχτεί αυτό που θα ’φερνε η μοίρα, εντούτοις ―όταν το συνειδητοποίησε― κατελήφθη, αυτόματα, από ένα είδος ναυτίας που συνοδευόταν από ένα δυσάρεστο αίσθημα κενού ―κάπου εκεί στο χώρο μεταξύ στομάχου και πνευμόνων― γι’ αυτό και οδηγήθηκε αμέσως στο πρώτο ζαχαροπλαστείο που συνάντησε στο δρόμο του, παραγγέλνοντας ―προς αναπλήρωσιν του φοβερού κενού― ένα εξίσου μεγαλοπρεπές κομμάτι γλυκού, το οποίο και κατεβρόχθισε, απνευστί, χωρίς, όμως, τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Το κενό παρέμεινε όπως είχε, όπως κι ο ίδιος άλλωστε ― μόνος και άναυδος― και επ’ ολίγον μόνο στο τραπεζάκι, έχοντας τώρα επιπλέον, και το δυσάρεστο συναίσθημα ότι η παρουσία του μέσα εκεί αποτελούσε φοβερή παραφωνία, γι’ αυτό πλήρωσε αμέσως το λογαριασμό και ζήτησε να πάει στην τουαλέτα. Και πράγματι οδηγήθηκε πάραυτα σε χώρο απαστράπτοντα όπου, αφού απάλλαξε, πρώτα, την κύστη του από το περιττό της βάρος, αμέσως, ύστερα, μια στιγμιαία έκλαμψη, τον έκανε να ανασύρει από τη μέσα τσέπη του φθαρμένου σακακιού του ένα παλιό μολύβι και να λερώσει με αυτό τον πεντακάθαρο τοίχο της τουαλέτας, γράφοντας, με σταθερά γράμματα, τη μελαγχολική φράση:
Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΙΣΟΒΙΑ
Ήρεμος βγήκε τότε από κει ο Αγησίλαος Πετούσης και κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού ―που κουδούνισε διακριτικά― κι αμέσως ύστερα χάθηκε μες στο πλήθος των ανθρώπων που κατέβαιναν κατά κύματα ―τη νύχτα της δεκάτης εβδόμης του μηνός Οκτωβρίου του έτους 1988― την ιστορική οδό του Σταδίου.
(από το Η μέσα βροχή, Νεφέλη 1991)

Για την Γκιώνα...

Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Φωκίδας κάτω από την ισχυρή πίεση των κατοίκων όλης της Φωκίδας και ιδιαίτερα των χωριών της Γκιώνας,προχώρησε σε εξαγγελίες διαγωνισμών για μελέτες, δίνοντας μάλιστα υπερβολικά μεγάλα χρονικά διαστήματα στους μελετητές. Η νομαρχία δεν γνωρίζει ότι οι μεταλλευτικές εταιρείες οφείλουν να αποκαταστήσουν το περιβάλλον; Γιατί δεν λέει κουβέντα για το «μάρμαρο» δηλαδή για τις επιφανειακές εξορύξεις που συνεχίζονται τα τελευταία χρόνια παρά τις αντίθετες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας; Γιατί δεν αφουγκράζεται τις διαμαρτυρίες και τις ανησυχίες των πολιτών, που μιλάνε για συνέχιση της πολιτικής της πλήρους καταστροφής των περιοχών «NATURA»; Γιατί αγνόησε πλήρως τις απόψεις των Κίνησης, που της κοινοποιήθηκαν στις αρχές του χρόνου, με το ψήφισμα (πατήστε εδώ) στον Αποστολιά.
Ύστερα από τις κινητοποιήσεις μας και τους δυο τρομοκρατικούς εμπρησμούς, με την ολοκληρωτική καταστροφή του σπιτιού του μέλους μας Στέφανου Κόλλια, η Νομαρχία Φωκίδας αποφάσισε, χωρίς την διαβούλευση των πολιτών και κάνοντας επίδειξη περιβαλλοντικής ευαισθησίας με χρήματα των φορολογουμένων, να χρηματοδοτήσει τις μελέτες αποκατάστασης παλαιών επιφανειακών εξορύξεων, κάτι που σκανδαλωδώς απέφυγαν να το πληρώσουν οι μεταλλευτικές εταιρίες.
Γι αυτό ενέκρινε ποσό 288.432 ευρώ για τις μελέτες. Συνήθως το κόστος των μελετών είναι το 5% του προϋπολογισμού του έργου. Άρα ένα προβλεπόμενο κόστος αποκατάστασης μπορεί να υπολογιστεί σε 5.768.640 ευρώ. Δηλαδή συνολικά 6 εκατομμύρια ευρώ για μελέτη και αποκατάσταση του περιβάλλοντος των παλιών εκμεταλλεύσεων, που μας άφησαν «δώρο» οι κερδοσκοπικές εταιρείες. Η Νομαρχία δεν λέει κουβέντα για το που θα βρεί ένα τόσο μεγάλο ποσό χωρίς να βάλει βαθιά το χέρι στις τσέπες των μεταλλευτικών εταιρειών.
Γιατί λοιπόν η Νομαρχία ενέκρινε περιβαλλοντική μελέτη μεταλλευτικής εταιρείας για μελέτη και αποκατάσταση του περιβάλλοντος προϋπολογισμού 25.000 ευρώ !! 240 φορές λιγότερα από τον προϋπολογισμό της Νομαρχίας. Δηλαδή οι μελέτες των εταιρειών ρίχνουν στάχτη στα μάτια μας, ότι δήθεν θα αποκαταστήσουν το περιβάλλον. Η Νομαρχία με ποιόν είναι, με τους πολίτες και το περιβάλλον ή με τα κέρδη των μεταλλευτικών εταιρειών;
Η Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση δεν πρέπει να είναι απλός παρατηρητής των κερδοσκοπικών εταιρειών, αλλά επιβάλλεται να ασχοληθεί με τα εν λειτουργία μεταλλεία και με τις καταστροφές που συμβαίνουν σήμερα. Σύμφωνα με το νόμο 1650/1986 είναι ο υπεύθυνος θεσμικός φορέας για την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων, με δυνατότητα να επιβάλλει κυρώσεις, ακόμα και να διατάξει παύση λειτουργίας επιχείρησης.
Αν οι εταιρείες χρηματοδοτούσαν την πραγματική αποκατάσταση του περιβάλλοντος εκατοντάδες πολίτες της Φωκίδας θα εύρισκαν εργασία, οι επαγγελματίες θα είχαν περισσότερο κίνηση και γενικότερα θα υπήρχε πραγματική ανάπτυξη του νομού.
Εκείνο που χρειάζεται ο νομός μας είναι η ήπια αξιοποίηση του πλούτου του, των βουνών και των θαλασσών του και γενικότερα η μη κερδοσκοπική ανάπτυξή του, προς όφελος των κατοίκων του και της χώρας μας.
Είναι ενθαρρυντικό να βλέπουμε την Κίνηση μας να αποδίδει καρπούς έστω και με εξαγγελίες. Μαζί μας έχουμε την πλειοψηφία των πολιτών και των συλλογικοτήτων της Φωκίδας (δείτε την ανακοίνωση συλλόγων πατώντας εδώ).
Συνεχίζουμε ολοένα και δυνατότεροι…
Η ΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΓΚΙΩΝΑΣ

Phasianus colchicus






Phasianus colchicus


Ο φασιανός.


Τάξη: Galliformes
Οικογένεια: Phasianidae
Γένος: Phasianus
Είδος: Colchicus
Διαστάσεις:
Μήκος σώματος: 53-89 cm
Άνοιγμα φτερών: 70-90 cm
Βάρος αρσενικού: 800-1800 gr
Βάρος θηλυκού: 720-1250 gr

Σήμα κατατεθέν αυτού του πουλιού είναι η πολύ μακριά και μυτερή ουρά. Πολύχρωμο και πλουμιστό το αρσενικό , πιο λιτό στην εμφάνιση το θηλυκό. Τον περασμένο αιώνα φώλιαζαν Φασιανοί στην Μακεδονία , στην Εύβοια , στην Αιτωλοακαρνανία, ακόμη και στην Αττική.Σήμερα ο αυτόχθων πληθυσμός του επιδημητικού αυτού είδους, πολύ περιορισμένος, επιβιώνει μόνο στο Δέλτα του Νέστου, στο παραποτάμιο δάσος του Κοτζά Ορμάν όπου απαντιούνται λίγες εκατοντάδες άτομα. Οι φασιανοί του Νέστου αποτελούν υπόλειμμα του γενετικά καθαρού και αγρίου πληθυσμού του είδους , δεν πρόκειται δηλαδή για απελευθερωμένα πουλιά [που έχουν εισαχθεί στην Ελλάδα και που βρίσκονται σε άλλα μέρη.Οι άγριοι Φασιανοί είναι πολύ όμοιοι με τους ήμερους , μολονότι σκουρότεροι και πιο μικροί σε μέγεθος. Επίσης, δεν έχουν το λευκό "κολάρο" των ήμερων πουλιών. Ο αρσενικός έχει μήκος 76-89 εκατοστά , στιλπνό σκουροπράσινο κεφάλι, κατακόκκινο σάρκωμα γύρω από τα μάτια και κοντές φούντες σαν κερατάκια…, πίσω από τα αφτιά. Το υπόλοιπο φτέρωμα έχει αποχρώσεις κοκκινωπές και κιτρινικάστανες. Τα αρσενικά των απελευθερωμένων πληθυσμών έχουν ένα λευκό , στενό περιλαίμιο. Πιο απλός σε εμφάνιση ο θηλυκός , μήκους 53-64 εκατοστά , με σχεδόν ομοιόμορφο ανοιχτό καφετί πτέρωμα, αλλά και με κοντύτερη ουρά. Και χωρίς περιλαίμιο. Όταν νιώσει τον κίνδυνο, ο φασιανός προτιμάει να κρυφτεί μέσα στους θάμνους παρά να πετάξει. Το φτερούγισμα του είναι δυνατό. Τρέφεται με σπόρους , φυτά, έντομα δημητριακά, σκουλήκια, μικρά σπονδυλωτά. Ο αρσενικός όταν πετάγεται μέσα από τις φτέρες και τα χορτάρια βγάζει ένα χαρακτηριστικό ήχο "γκοκ γκοκ" ενώ κράζει με την διαπεραστική του κραυγή "κερρκ-κοκ" .Το θηλυκό ξεπετιέται αφήνοντας ένα λεπτό σφύριγμα. Φωλιάζει στο έδαφος , στους αγρούς, στα δάση, σε θαμνώδεις εκτάσεις . Γεννάει τον Μάιο-Ιούνιο από 8-15 αβγά που κλωσάει το θηλυκό επί 23-28 μέρες. Οι φυσικοί εχθροί του είναι τα διάφορα αρπακτικά ,όπως αλεπού,κουνάβι, ασβός , γεράκια κ.λ.π. Οι κίνδυνοι όμως για την επιβιώση του προέρχονται από τις ανθρώπινες επεμβάσεις στους φυσικούς του Βιοτόπους και βέβαια από το κυνήγι.