5/5/09

ΠΟΝΤΟΣ:Παναγία Σουμελά.


Η παλαιά μονή στον Πόντο.
Η Μονή Παναγίας Σουμελά ή Μονή Σουμελά, είναι ένα πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού.
Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Eκεί, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρα, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, πάντα κατά την παράδοση, εικονογράφησε ο Eυαγγελιστής Λουκάς.
Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Bαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα. Tο σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο. H ανθρώπινη λογική αδυνατεί να απαντήσει στο θέαμα που βλέπουν και οι σημερινοί ακόμη προσκυνητές, να αναβλύζει αγιασματικό νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. Oι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους που ακόμη συνεχίζουν να το επισκέπτονται και να ζητούν τη χάρη της Παναγίας.
Kοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη. Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους.
Oι ιδρυτές του μοναστηριού συνέχισαν τη δράση τους και έξω από τον προσκηνυματικό χώρο. Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από τη μονή, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν το ναό του Aγίου Kωνσταντίνου και Eλένης και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, στο οποίο οι μοναχοί το 1922 έκρυψαν την εικόνα της Mεγαλόχαρης, τον σταυρό του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ του Kομνηνού και το χειρόγραφο Eυαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου.
H μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές των αλλόπιστων και των κλεπτών, εξ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απέκτησε. Mερικά περιστατικά συνδέονται και με θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. Σε κάποια από αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί από τον Tραπεζούντιο Όσιο Xριστόφορο το 644. Tη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Bυζαντίου και αργότερα κυρίως οι αυτοκράτορες της Tραπεζούντας Iωάννης B΄ Kομνηνός (1285-1293), Aλέξιος B΄ Kομνηνός (1293-1330), Bασίλειος Α΄ Kομνηνός (1332-1340).
Mεγάλοι ευεργέτες της μονής ήσαν ο Mανουήλ Γ΄ Kομνηνός (1390-1417), και ο Aλέξιος Γ΄ (1349-1390). O πρώτος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τιμιόξυλο, ο οποίος σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στο νέο της θρόνο, στην Kαστανιά της Bέροιας. O Aλέξιος Γ΄ (1349-1390), τον οποίο έσωσε η Mεγαλόχαρη από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Tης χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της. Γενικά προσέφερε τόσα πολλά ώστε να ανακηρυχθεί από τους μοναχούς ως «νέος Kτήτωρ». Mέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ακόλουθη ιαμβική επιγραφή «Kομνηνός Aλέξιος εν Xριστώ σθένων / πιστός Bασιλεύς, Στερρός, Ένδοξος, Mέγας / Aεισέβαστος, Eυσεβής, Aυτοκράτωρ / Πάσης Aνατολής τε και Iβηρίας / Kτήτωρ πέφυκε της Mονής ταύτης νέος (1360 μ.X.) INΔ IΓ΄».
Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Kομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Tουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Oι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄, Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Iμπραήμ A΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες.
H εύνοια την οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό έδειξαν οι αυτοκράτορες προς τη μονή δεν είναι απόρροια μόνον θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης. Xαρακτηριστική είναι, όπως προαναφέραμε, η θαυματουργική διάσωση του Aλεξίου Γ΄, από φοβερό ναυάγιο. Aλλά και οι σουλτάνοι οι οποίοι ευεργέτησαν τη μονή είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Aναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σελήμ A΄ που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής.
Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, μέχρι τον ξεριζωμό. Mέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Iωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Aκρίτα.
Tα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Nεότουρκων και των Kεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν τις άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες. Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών. Tο 1922 οι Tούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι. Aφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή, μετά έβαλαν φωτιά, για να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους ή για να ικανοποιήσουν το μίσος τους εναντίον των Eλλήνων. Oι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Aγίας Bαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Tραπεζούντας Mανουήλ Kομνηνού.


Η σύγχρονη μονή στην Μακεδονία.
Mε ενέργειες του πρωθυπουργού της Eλλάδας Eλευθερίου Bενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της προωθούμενης τότε ελληνοτουρκικής φιλίας ο Tούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού επισκέφτηκε την Αθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού.
Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού. O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο πανέμορφος, ζωηρός και ζωντανός Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη. Aπό τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. Στις 14 Οκτωβρίου έφυγε ο Aμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Kωνσταντινούπολη και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Aθήνα όχι μόνο με τα σύμβολά μας, αλλά και με τον Πόντο, όπως είχε γράψει τότε ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλευθερίου Bενιζέλου Λεωνίδας Iασωνίδης: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος».
H εικόνα φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Πρώτος ο Λεωνίδας Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Eλλάδας. Συγκεκριμένα έγραψε στην εφημερίδα Πατρίς των Aθηνών: «Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Aθήναι!. Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των 17 Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:
Eμέν Kρωμναίτε λένε με
Kανέναν κι φογούμαι.
Ση Σουμελάς την Παναγιάν
θα πάγω στεφανούμαι!»
Πράγματι, το 1951 ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Kτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας.

Νομάδας της Σαχάρας...


Loch Ness.


Κτηνωδία! Έπνιξαν αρκούδα με συρματόσκοινο...

Τις ίδιες φρικτές μεθόδους που χρησιμοποιούνται για το θάνατο άγριων ζώων, όπως τα αγριογούρουνα, επιλέγουν ασυνείδητοι για να εξοντώσουν αρκούδες.
Με συρμάτινες θηλιές που στήνουν σε περάσματα ζώων τα συμπαθή θηλαστικά αιχμαλωτίζονται και βρίσκουν αργό και βασανιστικό θάνατο. Μια τέτοια κτηνωδία αποκαλύφθηκε πρόσφατα στο νομό Ιωαννίνων, όπου κάποιοι «καταδίκασαν» μια αρκούδα στο δημοτικό διαμέρισμα Κεφαλόβρυσου σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Εκεί, σύμφωνα με πληροφορίες της οργάνωσης «Καλλιστώ», την προηγούμενη εβδομάδα σημειώθηκε νέο κρούσμα παράνομης εξόντωσης αρκούδας. Ο θάνατος του άγριου ζώου προήλθε από πνιγμό, αφού πρώτα παγιδεύτηκε από το λαιμό με συρμάτινη θηλιά. Σύμφωνα με τους ανθρώπους της περιβαλλοντικής οργάνωσης, αυτή η παράνομη μέθοδος σύλληψης και θανάτωσης ειδών άγριας πανίδας χρησιμοποιείται κυρίως για την παράνομη σύλληψη και θανάτωση αγριόχοιρων στη διάρκεια αλλά και εκτός κυνηγετικής περιόδου.
Οι συρμάτινες θηλιές τοποθετούνται συνήθως σε περάσματα ζώων, με σκοπό να τα παιδεύσουν και στη συνέχεια να τα εξοντώσουν. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση της άτυχης αρκούδας, η οποία παγιδεύτηκε και τελικά κατέληξε με το πλέον μαρτυρικό τρόπο. Στην περιοχή βρέθηκαν μάλιστα σημάδια πάλης του ζώου, ενδεικτικά της απελπισμένης προσπάθειάς του να απεγκλωβιστεί από την παγίδα που του είχαν στήσει.
Οι πληροφορίες της «Καλλιστώς» αναφέρουν ότι η αρκούδα θάφτηκε πρόχειρα από τον υπαίτιο και αποτεφρώθηκε, με σκοπό να εξαφανιστεί κάθε ίχνος του περιστατικού, το οποίο είναι το τρίτο κρούσμα λαθροθηρίας σε διάστημα έξι μηνών στο νομό Ιωαννίνων.
Το φρικτό περιστατικό έρχεται να αποδείξει, σύμφωνα με την «Καλλιστώ», ότι ο πληθυσμός της αρκούδας βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο.

Υψηλό Χωριό ή Νούτσομβρον.


Γεώργιος Δροσίνης

Ο ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1859, σ' ένα αρχοντικό της Πλάκας. Καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του Μεσολογγίου. Χάρη στη φιλομάθειά του, αλλά και στις οικονομικές δυνατότητες που είχαν οι γονείς του, σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στη συνέχεια Ιστορίας της Τέχνης στη Λειψία, στη Δρέσδη και στο Βερολίνο.
Από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού «Εστία», που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894. Την ίδια περίοδο ίδρυσε και διηύθυνε τα περιοδικά «Εθνική Αγωγή» και «Μελέτη», καθώς και το ετήσιο «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος». Το 1899 μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα ίδρυσαν το «Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων», που εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες.
Το 1901 ίδρυσε τις σχολικές βιβλιοθήκες και το 1908 το εκπαιδευτικό μουσείο. Συνέβαλε, επίσης, στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών, της Σεβαστοπούλειας Επαγγελματικής Σχολής και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας. Από το 1914 ως το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης Δημοτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη σύνταξη του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας και στην εφαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος του Ελευθέριου Βενιζέλου. Το 1924, υπό τη διεύθυνσή του, οργανώθηκε το Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών. Έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926, διατέλεσε ο πρώτος Γραμματέας των Δημοσιευμάτων του Ιδρύματος (1926-1928) και τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1879 με ποιήματά του στα περιοδικά «Ραμπαγάς» και «Μη Χάνεσαι». Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο «Ιστοί Αράχνης», η σταδιοδρομία του, όμως, ως νέου ποιητή άρχισε το 1884 με τη συλλογή «Ειδύλλια».Ποιητής της νέας αθηναϊκής σχολής -όπως και ο Κωστής Παλαμάς, με τον οποίο υπήρξε στενός φίλος- χρησιμοποίησε τη δημοτική γλώσσα από τις πρώτες του δημιουργίες και άντλησε στοιχεία από τα δημοτικά τραγούδια και τη λαϊκή παράδοση. Ως πεζογράφος, χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, για να στραφεί κι εκεί αργότερα στη δημοτική, με το διήγημά του «Το βοτάνι της αγάπης» (1901).
Πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1951, στην Κηφισιά.

Τι λοιπόν, της ζωής μας το σύνορο
θα το δείχνη ένα ορθό κηπαρίσσι;
Κι’ από ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίσαμε
τάφου γή θα μας έχη χωρίση;
Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε καί βλέπουμε
τούτο μόνο ζωή μας το λέμε;
Κι’ αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε
καί χαμένο στους τάφους το κλαίμε;
Σ’ ο,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
της ζωής μας ο κόσμος τελειώνη;
Τίποτ’άλλο; Στερνό μας απόριμμα
τό κορμί που πετιέται και λυώνη;
Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο
μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζη;
Κι’ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
μήπως πέρα απ’ τον τάφο αρχίζη;
Η ψυχή ταξειδεύτρα μεσ’ τ’άπειρο
σταλαμίδα νερού μήπως μοιάζη;
που ανεβαίνη στα νέφη απ’ τα πέλαγα
κι’απ’τα νέφη στούς κάμπους σταλάζη;
Μήπως ο,τι θαρρούμε βασίλεμμα
γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα;
Κι’αντί ν’άρθη μια νύχτα αξημέρωτη
ξημερώνει μιά αβράδυαστη μέρα;
Μήπως είναι η αλήθεια στο θάνατο;
Κι’η ζωή μήπως κρύβη την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζη μήπως πέθανε
κι’είναι αθάνατο ο,τι έχει πεθάνει;

4/5/09

Ανθρωποι, λύκοι και αρκούδες...

Από τον ΠΕΤΡΟ ΜΑΝΤΑΙΟ.

Ανηφορίζαμε, πριν από χρόνια, με τον Δημήτρη Παπαχρήστο, τις στροφές των Αγράφων μαγεμένοι από την ομορφιά του τοπίου.
Πλησιάζαμε τη λίμνη του Μέγδοβα, όταν, παραλίγο να τρακάρουμε, από θέαμα ανατριχιαστικό: μια κρεμασμένη, από τα ποδάρια, σε κλαδί δέντρου, νεκρή αλεπού. Ο φονιάς δεν αρκέστηκε στην εξόντωση. Με τρόπαιο (αποτρόπαιο) τη μακάβρια αιώρα σε κοινή θέα γουστάρισε, φαίνεται, να παραδειγματίσει τις ζωντανές αλεπούδες και να προειδοποιήσει: Προσοχή άνθρωπος!..
Στην ίδια -αποτροπιαστική- ομοταξία ανήκουν και αυτοί που, πρόσφατα, όπως σημειώνει («Ε», 6/4) ο Φίλης Καϊτατζής, πήρανε τα βουνά, από τη Βέροια έως το Καρπενήσι, ξεπαστρεύοντας (τουφεκίζοντας...) λύκους. Για «μαζική σφαγή» γράφει ο συνάδελφος. Κάποιος μάλιστα, πέρυσι -μας πληροφορεί η οργάνωση για την προστασία της άγριας πανίδας «Αρκτούρος»-, καμάρωνε που κατόρθωσε -μόνος του!- να ξεπαστρέψει δώδεκα! Για τους άπιστους υπάρχουν και φωτογραφικά πειστήρια: σωρός οι νεκροί λύκοι στα πόδια του μειδιώντος εκτελεστή...
Τι -και σε ποιους- να εξηγείς τώρα, πόσο ωφέλησε τον άνθρωπο η επί χιλιετίες συμβίωση (υπήρξαν και τέτοιες εποχές...) με το λύκο: Η ομάδα, η κατανομή έργου, η συνεργασία, η κοινότητα, η ασφαλής απομάκρυνση σε μεγάλες αποστάσεις από το χώρο κατοίκησης προς άγραν τροφής, το κυνήγι, ακόμα και η φροντίδα για τα παιδιά, είναι όλα μαθήματα που διδάχτηκε ο άνθρωπος από τη ζωή των λύκων! Τι να πεις στους «παλικαράδες» για τους -ελάχιστους- εναπομένοντες λύκους: προστατευόμενο είδος πρώτης προτεραιότητας σε όλη την Ευρώπη. Ή για τον νεαρό, ούτε τριών ετών, αρκούδο, που πυροβολήθηκε («Ε», 10/3) μόλις αφυπνιζόμενος («με σχεδόν άφθαρτα πέλματα»!) από χειμερία νάρκη, μέσα στο... Εθνικό Πάρκο της Βόρειας Πίνδου. Τι να πεις...

Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 23 Απριλίου 2009

Γκιώνα.


Βουνά Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας.

Γκιώνα 2.507 μ.
Βαρδούσια 2.495 μ.
Παρνασσός 2.457 μ.
Βελούχι 2.315 μ.
Οίτη 2.152 μ.
Δυτικά Άγραφα (Φτέρη) 2.128 μ.
Καλιακούδα 2.101 μ.
Ανατολικά Άγραφα (Σβόνι) 2.039 μ.
Χελιδόνα 1.975 μ.
Οξιά (Σαράνταινα) 1.926 μ.
Παναιτωλικό 1.924 μ.
Όρη Λιδορικίου 1.911 μ.
Όρη Βάλτου 1.852 μ.
Βουνά Κραββάρων (Κοκκινιάς) 1.832 μ.
Ελικώνας 1.748 μ.
Δίρφυς 1.743 μ.
Οθρη 1.726 μ.
Βουλγάρα-Μάρτσα 1.690 μ.
Ακαρνανικά όρη 1.589 μ.
Κίρφη 1.561 μ.
Όρη Ναυπακτίας (Ρηγάνι) 1.469 μ.
Ξεροβούνι Ευβοίας 1.417 μ.
Πάρνηθα 1.413 μ.
Κιθαιρώνας 1.409 μ.
Καλλίδρομο 1.399 μ.
Όχη 1.398 μ.
Γεράνεια 1.351 μ.
Καντήλι 1.246 μ.
Όλυμπος Ευβοίας 1.172 μ.
Πατέρας 1.131 μ.
Πεντέλη 1.109 μ.
Χλωμό 1.081 μ.
Υμηττός 1.026 μ.
Κτυπάς 1.021 μ
Πάστρα 1.016 μ.
Κασιδιάρης 1.011 μ.

Σαράνταινα.


Παρελθόν και μέλλον...


Βελούχι.


Μνήμες...


2/5/09

Μαχαλάς Ξηρομέρου.


Θέση - οικισμός
Οι Φυτείες είναι χτισμένες σε υψόμετρο 440 μ. σε θέση που δεσπόζει και αγναντεύει όλον τον κάμπο του Αγρινίου μέχρι τα Πανατωλικά όρη. Δυτικά αγναντεύει τα Ακαρνανικά και όλη την ενδοχώρα του Ξηρομέρου. Βόρεια το φαίνονται τα περίφημα Τζουμέρκα και τα περήφανα Άγραφα. Το κλίμα της είναι αρκετά υγιεινό με δροσερό καλοκαίρι.
Οι Φυτείες είναι σχετικά νέος οικισμός. το όνομα Φυτείες το πήρε το 1954, μέχρι τότε ονομάζονταν Μαχαλάς ή Μαχαλά. Χτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα πάνω σε εφτά λόφους με την συνένωση των οικισμών: Αγία Βαρβάρα, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Θεόδωρος, Γαδρί, Μανωλόπουλο, Παραπούγκι, Γαζί και Αγία Άννα. Η πρώτη αναφορά για το Μαχαλά (Mahale-IDjedid) γίνεται το 1732 όπου είχε 53 οικογένειες. το 1815 είχε 7 οικογένειες. το Γαζί αναφέρεται για τελευταία φορά το 1732 που είχε 16 οικογένειες (1521 30 οικ., 1562 75 οικ., 1642 22 οικ., 1684 9 οικ.). Την ίδια εποχή εγκαταλείπεται το Μανωλόπουλο. Τελευταία αναφέρεται το 1684 με 14 οικογένειες (1521 56 οικ., 1562 85 οικ., 1642 22 οικ., 1650 22 οικ.). Επίσης το Παραπούγκι (1521 18 οικ., 1562 25 οικ., 1684 6 οικ.) και ο Άγιος Γεώργιος (1521 8 οικ., 1562 15 οικ., 1732 11 οικ.). Η λέξη μαχαλάς είναι τουρκική και σημαίνει γειτονιά, συνοικισμός. Το παλιό όνομα της Μαχαλάς ήταν «Τριανταφυλλιές», και έμεναν σ’ αυτήν μόνο δέκα οικογένειες. Το όνομα λέγετε ότι άλλαξε εξ’ αιτίας του Ιωάννη Μαχαλιώτη, που είναι πρόγονος των Κολοβαίων, γιατί είχε γίνει η αιτία να τους χαρίσει το χαράτσι ο Πασάς των Ιωαννίνων. Στα χρόνια του Αλή πασά ήταν η έδρα του Δερβέναγα της περιοχής. Στη νότια έξοδο του χωριού υπάρχουν τα ερείπια της κούλιας του. Στη βόρεια πλευρά του χωριού πάνω στο λόφο έχει δημιουργηθεί ένα όμορο δασύλλιο. Στο πιο ψηλό μέρος του υψώματος σώζεται ένας παλιός ανεμόμυλος.
Ιστορία
Επί δεσποτείας του Αλή πασά ο Μουστάμπεης της Κόνιτσας κατέβηκε στην περιοχή και κατέλυσε στη Μαχαλά. Έτσι οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν καταλύματα στους Αλβανούς στρατιώτες του. αφού φορτώθηκε εφόδια και ζωοτροφές για 250 άντρες και άλογα αξίωσε να του προσφέρουν και πεσκέσι 100 πάστρα. Τελικά καταδέχτηκε να πάρει μόνο 45. Ένας τέτοιος εκβιασμός δεν επιτρέπονταν ούτε από τον Αλή, μόνο στον αρχηγό των αρματολών είχε δώσει τέτοιο δικαίωμα. Όμως οι δυστυχείς Μαχαλιώτες δεν ανάφεραν το γεγονός, γιατί θα γίνονταν στόχος των Αλβανών ληστών. Μετά την ήττα στο Πέτα το 1822 οργανώθηκε αμέσως στρατόπεδο στη Μαχαλά με 3.00 άντρες. Οι άντρες αυτοί ήταν από το Σύνταγμα των τακτικών και από εθελοντές που θέλησαν να συνεχίσουν, ενώ ένα μεγάλο μέρος από αυτούς πήρε πιστοποιητικά από το Μαυροκορδάτο και διαπεραιώθηκαν στα Επτάνησα και από εκεί οι Άγγλοι τους έστειλαν στις πατρίδες τους.
Από το Μαχαλά οργανώθηκε μια επιχείρηση εναντίον των δυνάμεων του Κιουταχή στο Λουτράκι, όμως απέτυχε γιατί οι Τούρκοι φάνηκαν προειδοποιημένοι και άρχισαν οι αλληλοϋποψίες και οι διχόνοιες με αποτέλεσμα να διαλυθεί το στρατόπεδο. Γενικά από πριν το ηθικό του Συντάγματος ήταν πολύ πεσμένο και ήταν χωρίς παπούτσια και χλαίνες. Ο Μαυροκορδάτος έδωσε εντολή να φύγουν για το Βραχώρι, όμως μόνο οι μισοί υπάκουσαν, οι υπόλοιποι έμειναν. Έφτασαν στο Βραχώρι στις 12 Αυγούστου. Στις 19 Αυγούστου ο Μαυροκορδάτος δίνει εντολή να κινηθούν προς την Κατούνα. Όμως, όταν έμαθαν ότι ο Ομερ Βρυώνης με 8.000 άντρες πέρασε στο Λουτράκι, γύρισαν πίσω στο Βραχώρι. Σε λίγες μέρες οι Τούρκοι μπήκαν στη Μαχαλά, σκότωσαν όσους βρήκαν και λεηλάτησαν το χωριό. Οι στρατιώτες στο Βραχώρι έβλεπαν στήλες καπνού και πήραν θέσεις άμυνας, οι κάτοικοι πήραν όμως τα βουνά αρνούμενοι να αμυνθούν. Οι στρατιώτες βρήκαν ευκαιρία και λεηλάτησαν τα σπίτια, τα μαγαζιά και τις αποθήκες και εγκατέλειψαν την περιοχή. Ύστερα από αυτό οι στρατιώτες αποφάσισαν αν γυρίσουν στο Μοριά, αδιαφορώντας για τις εντολές του Μαυροκορδάτου. Μαζί του έμεινε ο στρατηγός Νόρμαν, οι υπόλοιποι πέρασαν τον Εύηνο (Φειδάρη) ποταμό.
Τους Τούρκους τελικά σταμάτησαν στον Αετό (10 Αυγούστου 1822) ο Γ. Βαρνακιώτης, ο Θ. Γρίβας και άλλοι ντόπιοι οπλαρχηγοί. Από τη Μαχαλά ήταν ο διοικητής της Αιτωλοακαρνανίας επί Κούρτ πασά Πάνος Γαλάνης ή Μεγαπάνος. Ο Μεγαπάνος είχε μεγάλη περιουσία και έλαβε μέρος στον Αγώνα, όπως και όλη η οικογένειά του. Ο ίδιος συνελήφθηκε αιχμάλωτος το 1826 μετά την πτώση του Αιτωλικού, οδηγήθηκε στην Άρτα όπου εκτελέστηκε. Ήταν στενός φίλος του Μαυροκορδάτου και αντίπαλος του Καραϊσκάκη. Εκτός από την οικογένεια Μεγαπάνου πολλοί ήταν και οι άλλοι αγωνιστές από τη Μαχαλά που έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821.
Σύγχρονες Φυτείες
Το 1830, σύμφωνα με το Αρχείο Καποδίστρια, διέμεναν στη Μαχαλά 58 οικογένειες και σύμφωνα με τη δήλωσή τους είχαν όλες ιδιόκτητα κτήματα. Η καλλιεργήσιμη ιδιόκτητη γη ήταν 250 στρ. και η ακαλλιέργητη 5.217. Οι κάτοικοι δεν δήλωσαν καθόλου εθνική γη, όπως τους ζητήθηκε από την Κυβέρνηση Καποδίστρια, η οποία έκανε προσπάθεια να καταγράψει τα εθνικά κτήματα. Όμως οι κάτοικοι του Ξηρομέρου έδειξαν απροθυμία, μερικά χωρία δεν δήλωσαν ούτε τον αριθμό των οικογενειών.
Μετά την Επανάσταση ανήκει στο Δήμο Μαραθίας και στη συνέχεια στο Δήμο Εχίνου μέχρι το 1912 που έγινε αυτόνομη Κοινότητα. Ο από τις Φυτείες περνάει ο δημόσιος δρόμος από το Αγρίνιο προς τον Αστακό που έγινε το 1904 και άρχισε η συγκοινωνία με ταχυδρομικές άμαξες.
Σήμερα, λοιπόν, η παλιά Μαχαλά ονομάζεται Φυτείες, που σημαίνει τόπο με καλλιέργειες. Το 1954 το Υπουργείο Εσωτερικών είχε δώσει διαταγή να αλλάξουν όλα τα τούρκικα ονόματα και το κοινοτικό συμβούλιο της Μαχαλάς πρότεινε στο Υπουργείο τρία ονόματα ώστε να επιλεγεί ένα από αυτά. Πρότεινε λοιπόν τα ονόματα: α) Οζερεία, που σχετίζεται με την αρχαία πόλη που βρίσκεται βυθισμένη στην λίμνη Οζερός. β) Δύριον, που ήταν αρχαία πόλη κοντά στο Λιγοβίτσι, την οποία διεκδικούσε και η Σκουρτού. γ) Φοίτιον, σχετικό με την αρχαία πόλη του Φοιτία. Το Υπουργείο επέλεξε την Τρίτη, αλλάζοντάς το όμως ορθογραφικώς σε Φυτείες, από το ρήμα φυτεύω. Το 1954 δόθηκε το άνομα Φυτείες έτσι «που να έχει σχέση με τις καπνοφυτείες» Η μετονομασία έγινε με το Β.Δ. 11-5-1954 (ΦΕΚ. 101/24-5-1954).
Μετά την Επανάσταση οι Φυτείες μεγάλωσαν αρκετά και γνώρισαν μεγάλη ακμή, κυρίως εξ’ αιτίας της καπνοκαλλιέργειας. Από το 1998 είναι έδρα του Δήμου Φυτειών. Έχει, εκτός από νηπιαγωγείο και δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο.
Οι Φυτείες έχουν Πολιτιστικό Σύλλογο με το όνομα «Ακαρνανικό Φως» που τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει πλούσια δράση. Κάθε χρόνο διοργανώνει το καλοκαίρι πολιτιστικές εκδηλώσεις και τις μέρες των Χριστουγέννων αναβιώνει το έθιμο της τσιγαρίδας. Στην πλατεία του χωριού ανάβουν φωτιές και τα καζάνια βράζουν το χοιρινό λίπος. Το τσιγαρισμένο κρέας γεμίζει με τη μυρωδιά του τον αέρα και ανοίγει την όρεξη στους πολλούς παρευρισκόμενους. Ο Σύλλογος μοιράζει το κρέας σε όλους και κερνάει κρασί, ενώ ταυτόχρονα στην πλατεία γίνεται γλέντι. Άξιος αναφοράς είναι ο ποδοσφαιρικός σύλλογος Ακαρνανικός Φυτειών που αγωνίστηκε μέχρι την Δ’ Εθνική. Την περίοδο 2006/2007 αγωνίζονταν στην Α΄ Κατηγορία Αιτωλ/νίας όπου και τερμάτισε πρώτος με διαφορά κερδίζονταν πάλι την άνοδό του την Δ’ Εθνική. Την περίοδο 2007/2008 αγωνίζεται στην Δ ΄εθνική στο 5ο όμιλο.
Στην Αθήνα ιδρύθηκε ο Σύλλογος Φυτειωτών Αθήνας «Το Λιγοβίτσι». Ο Σύλλογος πραγματοποιεί εκδηλώσεις και εκδίδει εφημερίδα με τίτλο «Φυτειώτικα Νέα».
Ιωάννης Νεομάρτυρας
Ο Ιωάννης ήταν Τούρκος την καταγωγή από την Κόνιτσα της Ηπείρου. Ήταν γιος του Χασάν και γεννήθηκε το 1790. Ο πατέρας του ήταν δερβίσης ιερωμένος. Ο Ιωάννης σε ηλικία 20 ετών κατέβηκε στα Γιάννενα και έγινε και αυτός δερβίσης. Στη συνέχεια κατέβηκε στο Αγρίνιο, όπου είχε αρκετούς Μουσουλμάνους. Εκεί όμως γνώρισε τον χριστιανισμό και πίστεψε κρυφά. Όταν ο προστάτης του μουσουλμάνος έφυγε για τα Γιάννενα πέταξε τα διακριτικά του δερβίση και ανέβηκε στα βουνά ζώντας ως χριστιανός. Όμως κανείς ιερέας δεν τολμούσε να τον βαφτίσει χριστιανό, γιατί φοβόταν την εκδίκηση των Τούρκων. Έτσι έφυγε σε λίγο για την Ιθάκη όπου βαπτίστηκε και πήρε το όνομα Ιωάννης. Γύρισε και ζούσε στο Ξηρόμερο στο χωρίο Μαχαλά. Παντρεύτηκε και ζούσε στο Ξηρόμερο χριστιανική ζωή. Ο πατέρας του κατάφερε να τον εντοπίσει και έστειλε ανθρώπους κρυφά να τον μεταπείσουν, αλλά δεν τα κατάφεραν και γύρισαν πίσω άπρακτοι. Όμως γρήγορα αναγνωρίστηκε από τους ένα μουσελίμη και συνελήφθηκε. Του ζητήθηκε να απαρνηθεί τον χριστιανισμό, όμως αρνήθηκε και δήλωσε ότι προτιμάει να πεθάνει χριστιανός. Υφίσταται φριχτά βασανιστήρια και στο τέλος αποκεφαλίζεται στις 23 Σεπτεμβρίου 1814, όπου και εορτάζεται η μνήμη του.
Πριν μερικά χρόνια ανεγέρθηκε ναός στη Μνήμη του στις Φυτείες, στην είσοδο του χωριό ερχόμενοι από Αγρίνιο. Τοιχογραφία του Αγίου υπάρχει στον ναό Αγίου Χριστοφόρου στο Αγρίνιο, που έγινε από τον Αγρινιώτη επίσκοπο Ευρύπου Βασίλειο Παναγιωτόπουλο και είναι αφιερωμένη στην μνήμη των αγωνιστών που κρεμάστηκαν από τις δυνάμεις κατοχής την Μεγάλη Παρασκευή του 1944 στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου. Όλοι οι άγιοι της Αιτωλοακαρνανίας γιορτάζουν μαζί την Κυριακή του Τυφλού.

Αρχοντοχώρι.

Ζάβιτσα
Το Αρχοντοχώρι είναι ένα ορεινό χωριό στην καρδιά του Ξηρομέρου στις πρόποδες των Ακαρνανικών βουνών. Βρίσκεται χτισμένο στη νότια πλαγιά του όρους Μπούμιστος σε υψόμετρο 480 μ. Ο Μπούμιστος είναι το δεύτερο σε ύψος βουνό των Ακαρνανικών με υψόμετρο 1473 μ. Το χωριό είναι παλαιότατο και ήταν χτισμένο βορειοανατολικά στη θέση Αρχοντικά, όπου σώζονται τα λείψανά του. Στη σημερινή θέση το χωριό άρχισε να μεταφέρεται σταδιακά από τον 16ο μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα. Κατά την Τουρκοκρατία υπέστη πολλές λεηλασίες και καταστροφές από τους Τουρκαλβανούς και απλώνονταν από τα Αρχοντικά, μέχρι τον ερειπωμένο ναό του Αγίου Προκοπίου. Σήμερα έχει μεταφερθεί λίγο χαμηλότερα και φτάνει σχεδόν μέχρι το νεκροταφείο. Το τοπίο του χωριού είναι πετρώδες και ξηρό με ασβεστολιθικά πετρώματα. Στον Κάμπο τα εδάφη είναι ψαμμολιθικά και αργιλώδη και γι’ αυτό ευνοούν την ανάπτυξη της ελιάς. Γύρω από το χωρίο είναι πραγματικό Ξηρόμερο, θα μπορούσαμε να πούμε. Παλαιότερα το χωριό υδρεύονταν από στέρνες. Στην πλαγιά του Μπούμιστου κυριαρχούν οι ασφάκες. Τα δέντρα είναι πολύ ελάχιστα στην πλευρά αυτή του βουνού, ενώ αντίθετα στην άλλη του πλευρά υπάρχουν πηγές και ένα πυκνό δάσος μαύρης ελάτης. Μέσα στο χωριό κυριαρχούσαν από χρόνια οι αμυγδαλιές. Η περιφέρεια του χωριού είναι τεράστια. Αρχίζει από την κορυφή του Μπούμιστου και νότια φτάνει κοντά στο Βασιλόπουλο και ανατολικά στο Καλαβούνι και λίγο έξω από τον Αετό. Νοτιοδυτικά φτάνει μέχρι την παραλία έξω από το Μύτικα και μέχρι την ακτή Αγριελία στη Βελά. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την ελαιοκομία (για παραγωγή λαδιού μόνο), την κτηνοτροφία και μέχρι πρόσφατα την καπνοκαλλιέργεια. Στη δεκαετία του ’70 υπολογίζονταν ότι υπήρχαν στο χωριό γύρω στα 20.000 γιδοπρόβατα και βοοειδή.Σύμφωνα με την παράδοση, το πρώτο όνομα του χωριού ήταν Τσοπάνος.
Πήρε το όνομα από την πρώτη οικογένεια κτηνοτρόφων που εγκαταστάθηκε εκεί. Ιστορικά το χωριό χρονολογείται από τον 5ο π.Χ. αιώνα. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου τάχθηκε με το πλευρό των Αθηναίων. Το μέρος που χτίστηκε του εξασφάλιζε προστασία, κυρίως από τη θάλασσα και τους πειρατές που κατά καιρούς λεηλατούσαν τα παράλια της Ακαρνανίας. Αυτό έκανε τους κατοίκους των χωριών του Κάμπου Μερδενίκου και Κανδήλας (Κανδήλες, αναφέρονται στη Βυζαντινή εποχή, ως τέσσερα χωριά και των Αλυζίων παλαιότερα) να αναζητήσουν ένα πιο ασφαλές μέρος να χτίσουν τα σπίτια του. Το μέρος που είναι χτισμένη η Ζάβιτσα είναι σχεδόν απρόσιτο από την πλευρά της θάλασσας, αφού το στενό περάσματα προς τη θάλασσα μπορούσε εύκολα να φυλαχτεί. Ένα άλλο πέρασμα προς τη θάλασσα είναι, από την περιοχή της Ντοργοβίτσας, η Βερίνα ή Διαβολολαγκάδα. Όμως αυτό δεν ξεκινάει από μέρος, που συνήθως αποβιβάζονταν οι πειρατές. Τη βυζαντινή εποχή το χωριό ονομάζονταν Ζάβιτσα. Το όνομα είναι βυζαντινής προέλευσης. Για ένα διάστημα πέρασε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου (1204-1405) και ύστερα, μέχρι την Τουρκική κατάκτηση (1460), στον Κάρολο Α΄ Τόκκο.
Επί Τουρκοκρατίας ήταν μεγάλο και πλούσιο χωριό με πολλούς άρχοντες και αρχοντικά. Γι’ αυτό πήρε και το όνομα Αρχοντοχώρι αργότερα. Ένα δημοτικό τραγούδι λέει: «στο Βάρνακα τα καπετανάτα, στη Ζάβιτσα τ’ αρχοντάτα». Πράγματι ακόμα και σήμερα είναι εντυπωσιακά μερικά σπίτια που σώζονται. Στη θέση Αρχοντικά μπορεί να δει κανείς τα ερείπια πολλών αρχοντικών. Ενώ πάνω από το χωριό μπορεί να θαυμάσει τον πετρόχτιστο ανεμόμυλο.Η περιοχή Ντοργοβίτσα ανήκει στο Αρχοντοχώρι. Εκεί παλιότερα ήταν οικισμός. Το όνομα είναι σλάβικο (οι Δραγοβίτες ή Δρογοβίτες ήταν Σλαβική φυλή που μετείχε στην Τρίτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης 617-619 μ.Χ). Επί Τουρκοκρατίας (1450-1684) αναφέρεται ένας οικισμός Dragovitsa που το 1562 είχε 65 οικογένειες. Επίσης στην περιοχή του Αρχοντοχωρίου στο Μέγα Όρος (υψ. 697) βρίσκεται το οχυρό της αρχαίας Αλυζίας Καστρί που δέσποζε στο θαλάσσια περιοχή της αρχαίας πόλης και ένας αμυντικός πύργος στο δρόμο προς τον κάμπο. Στην περιοχή Δρυμώνα βρέθηκε ιερό της θεάς Αρτέμιδας. Από το χωριό πέρασε ο Κοσμάς ο Αιτωλός μετά τη επίσκεψή του στη Μονή Ρόμβης και το Βάρνακα (1774). Μίλησε στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής και τους παρακίνησε να χτίσουν τον Ναό του Αγίου Νικολάου εκεί που είναι το νεκροταφείο και το ναό του Αγίου Αθανασίου στα Αρχοντικά.Στις αρχές του 16ου αιώνα το χωριό είχε 96 οικογένειες. Το 1642 έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του με 225 οικογένειες. Από εδώ αρχίζει η σταδιακή μείωση του πληθυσμού. Το 1684 είχε 40 οικογένειες και 70 το 1815. Την εποχή της Τουρκοκρατίας πολλοί κάτοικοι της Ζάβιτσας μετοίκησαν στα νησιά Κάλαμος, Ιθάκη, Λευκάδα, Μεγανήσι και αλλού. Το 1844 είχε 696 κατ. Το 1920 είχε 1067 κατ. Το 1940 είχε 1040. Το 1951 είχε 1.109 κατ. Το 1971 είχε 1551 κατ. και το 1981 είχε 1181 κατ.
Μετονομάστηκε επίσημα σε Αρχοντοχώρι το 1927 (Β.Δ. 9-9-1927 φεκ 206/Α/1927). Από τη Ζάβιτσα κατάγονται πολλές οικογένειες πλουσίων και προεστών που μετά την Επανάσταση του 1821 μετοίκησαν στη Μύτικα, στον Αστακό, στην Κανδήλα (κυρίως μετά το 1880), αλλά και σε άλλα μέρη, όπως η οικογένεια του Καραπάνου στην Άρτα. Απόγονος της οικογένειας αυτής ήταν ο βουλευτής επί Χ. Τρικούπη Κωνσταντίνος Καραπάνος. Πολύ σπουδαία οικογένεια προεστών ήταν η οικογένεια Ζαβογιάννη. Ο Παπαστάμος Ζαβογιάννης την περίοδο του Αγώνα είχε μαγαζί στην παραλία στη θέση Παλιομάγαζα και τροφοδοτούσε με εφόδια τους Αγωνιστές.Στη Ζάβιτσα έμενε και ο Δήμος Τσέλιος ή Δημοτσέλιος. Ο Τσέλιος ήταν γόνος παλιάς αρματολικής οικογένειας που κατάγονταν από την Κεφαλλονία και λεγόνταν Φερεντίνος. Γεννήθηκε στο Μεγανήσι Λευκάδος, όπου έμενε η οικογένεια του. Έφυγε κλέφτης μικρός, γιατί είχε σκοτώσει δύο Τουρκαλβανούς. Πήρε το προσωνύμιο τσέλιος που σημαίνει στα αρβανίτικα φοβερός, ατρόμητος, που προκαλούσε φόβο στους εχθρούς του. Κατά την παράδοση ο Τσέλιος γεννήθηκε στη Ζάβιτσα απ’ όπου ήταν η μάνα του.Γνωστός είναι και ο δάσκαλος και προεστός από τη Ζάβιτσα Φώτης Καραπάνος, που έλαβε μέρος στις πολιτικές διεργασίες του Αγώνα. Δεν ήταν λίγοι οι Ζαβιτσάνοι οπλαρχηγοί που έλαβαν μέρος στον Αγώνα του 1821 επικεφαλής πολλών συγχωριανών τους αγωνιστών, όπως ο Ευστάθιος Χεινόπωρος, ο Λιοπύρης, ο Πεταλιάς, ο Δρακάς ή Κρίθιμος, ο Ρούπας, ο Νίκος Φράγκος ή Φραγκογιάννης, ο Αναγνώστης Καραγιάννης, ο Κωνσταντίνος Καραπάνος κ.α. Στην Επανάσταση ήταν γνωστός και ο ανιψιός του Δημοτσέλιο Νίκος Τσέλιος που μετοίκησε στο Δραγαμέστο.
Γύρω από το χωριό κυριαρχεί η χαμηλή βλάστηση από πουρνάρια, φυλίκια και ασφάκες και δεσπόζουν ορεινοί όγκοι με κυρίαρχο το Μπούμιστο. Στον κάμπο κυριαρχεί το ασημοπράσινο χρώμα των φύλλων της ελιάς. Οι απέραντοι ελαιώνες του Κάμπου καλύπτουν κάθε σπιθαμή γης μέχρι τη θάλασσα και ως πάνω από την Κανδήλα και την Παναγούλα. Στο τέλος αυτού του απέραντου ελαιώνα του, υπάρχουν απίθανες και φιλόξενες παραλίες με όμορφα καταστήματα. Οι παραλίες αυτές κατακλύζονται κάθε καλοκαίρι από πλήθος τουριστών. Το Αρχοντοχώρι είναι, ίσως, το μοναδικό χωριό που διαθέτει τέτοια ποικιλία εδαφών και οικοσυστημάτων. Αλπικό τοπίο στο Μπούμιστο, ξηρό και ζεστό στο χωριό το καλοκαίρι και ξηρό και κρύο το χειμώνα, υγρό και ζεστό στο Κάμπο και δροσερό στη παράλια ζώνη. Για όλους αυτούς τους λόγους, το Αρχοντοχώρι, «όνομα και πράγμα» θα λέγαμε αποτελεί πραγματικά έναν ξεχωριστό και μοναδικό προορισμό για τον κάθε επισκέπτη.

Οι περιπέτειες ενός τσαλαπετεινού…

Δημοσιεύτηκε στις 01.05.2009 στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας “ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ” (Ημερήσια εφημερίδα Αιτωλίας και Ακαρνανίας).





Ο τσαλαπετεινός της φωτογραφίας εντοπίστηκε σε αγροτική έκταση λίγο έξω απ’ το Αγρίνιο. Στα Κοκκινοπήλια συγκεκριμένα. Ήταν τραυματισμένος από όπλο κυνηγού και, με σπασμένη τη μια του φτερούγα, δεν μπορούσε ασφαλώς να πετάξει. Τον εντόπισε φίλος, τακτικός αναγνώστης της εφημερίδας μας, ο οποίος και περιέθαλψε το δύσμοιρο πτηνό.
Κατάλαβε όμως ότι δεν μπορεί να το σώσει και έτσι απευθύνθηκε στο ΚΕΠΕΤΡΙ (Κέντρο Περιβάλλοντος Τριχωνίδας) για να ρωτήσει τι έπρεπε να κάνει. Με τις οδηγίες που πήρε μπόρεσε να παράσχει ουσιαστικές υπηρεσίες φροντίδας και στη συνέχεια «ταχυδρόμησε» τον τραυματία τσαλαπετεινό στην Αίγινα και στο εκεί Κέντρο Προστασίας Άγριων Πτηνών, ώστε να αναλάβουν οι ειδικοί και να σωθεί το πανέμορφο αυτό πουλί. Στήθηκε δηλαδή μια μικρή επιχείρηση για τη σωτηρία του.
Να σημειωθεί ότι οι τσαλαπετεινοί είναι προστατευόμενο είδος. Ο κυνηγός που το πυροβόλησε… ή εντελώς άσχετος ήταν ή εγκληματίας. Ή και τα δύο!
Το γεγονός όμως ότι κάποιοι άλλοι πολίτες όχι μόνο δεν αδιαφόρησαν, αλλά μπήκαν στον κόπο να περιθάλψουν το πανέμορφο αυτό πουλί και να το στείλουν στο «νοσοκομείο» στην Αίγινα, δείχνει ότι… επιτέλους κάτι έχει αλλάξει.
Ότι οι κάτοικοι της περιοχής έχουν αλλάξει. Πράγματα που κάποτε θα τα προσεγγίζαμε με μια εντελώς ωχαδελφιστική αντίληψη, πλέον συγκινούν τους ανθρώπους που και ευαισθησία έχουν και ανησυχίες.
Σ’ αυτούς οφείλουμε ένα μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ.

Αφιέρωμα στην Ναυπακτία...

Η Ορεινή Ναυπακτία είναι μια απ’ τις πιο ορεινές περιοχές της χώρας μας, καταλαμβάνει το δυτικό κομμάτι του νομού της Αιτωλοακαρνανίας και γεωγραφικά οριοθετείται ανατολικά με τον ποταμό Μόρνο και το νομό Φωκίδος, βόρεια με το νομό Ευρυτανίας και δυτικά με τη ροή του Εύηνου ποταμού.
Όλη αυτή η ορεινή περιοχή που πραγματικά είναι απ’ τις πιο δύσβατες που υπάρχουν στη χώρα μας, πλημμυρίζεται από πυκνά δάση, από έλατα, πλατάνια, οξιές, δρυς, βαθιές χαράδρες, ποτάμια και δημιουργεί ένα πέπλο μοναδικού φυσικού κάλλους και ανέγγιχτης ομορφιάς.
Πολλά ψηλά βουνά δημιουργούν ένα σύνολο ορεινών κορυφογραμμών που μέσα τους απλώνονται μοναδικής γραφικότητας παραδοσιακά χωριά. Σε μόλις 3 ώρες από την Αθήνα και σε απόσταση 30-80 χλμ. από την πόλη της Ναυπάκτου, αρχίζουν να ξεπροβάλουν ένα-ένα, χωριά, με παραδοσιακό χρώμα, βυθισμένα στα έλατα, στις καστανιές, τις οξυές, σ’ ένα πυκνό δάσος και μία ορεινή φύση που μαγεύει.
Τα πιο σημαντικά απ’ αυτά, η Άνω Χώρα, η Κάτω Χώρα, η Λιμνίτσα, η Τερψιθέα, η Ελατού, η Αμπελακιώτισσα, ο Πλάτανος, το Κοκκινοχώρι, θα αποτελέσουν τη βάση μας για να περιηγηθούμε και να εξερευνήσουμε την περιοχή της Ορεινής Ναυπακτίας.
Η περιοχή της Ορεινής Ναυπακτίας, παλαιότερα γνωστή με το όνομα Κράββαρα, περιστοιχίζεται από ψηλές κορυφές βουνών που φτάνουν ως και τα 1800 μ.
Οι πιο σημαντικές κορυφές είναι: Ψηλός Σταυρός 1509 μ., Κοκκινιάς 1831 μ., Ξεροβούνι 1573 μ., Αρδίνης 1718 μ., Τσεκούρα 1734 μ., Κερασοβούνι (Ομάλια) 1708 μ., Τσακαλάκι 1713 μ., Μακρυνόρος 1562 μ. και νότια το Ρηγάνι 1472 μ.
Ο ποταμός της Ορεινής Ναυπακτίας, ο Εύηνος, συγκεντρώνει το ενδιαφέρον όσων δραστηριοποιούνται με τον εναλλακτικό τουρισμό. Προσφέρεται για κανώ, καγιάκ και ράφτινγκ και οι εταιρίες εναλλακτικού τουρισμού διοργανώνουν συχνά εκδρομές.
Η Ορεινή Ναυπακτία είναι διάσπαρτη από μοναστήρια. Στην Αμπελακιώτισσα αξίζει να επισκεφτείτε την εκκλησία του Αγ. Νικολάου με το υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου αιώνα. Πολύ παλιά είναι και η μονή της Αμπελακιώτισσας, που σύμφωνα με την παράδοση, η εικόνα της Παναγίας προέρχεται απ’ τα Αμπελάκια της Θεσσαλίας και βρέθηκε το 1455. Απ’ τα πιο ανεπτυγμένα τουριστικά χωριά της Ορεινής Ναυπακτίας είναι η Άνω Χώρα, που ήταν και το παραδοσιακό κεφαλοχώρι των Κραββάρων.
Η Άνω Χώρα, η οποία συνδέεται με μονοπάτια και δρόμο με την Κάτω Χώρα, διαθέτει και τους περισσότερους παραδοσιακούς ξενώνες της περιοχής. Στον Πλάτανο θα δείτε τον ανδριάντα του Καραϊσκάκη. Εδώ ο αρχιστράτηγος της Ρούμελης είχε το αρχηγείο του.
Η Ορεινή Ναυπακτία είναι ιδανικός προορισμός για τους λάτρεις του jeeping safari, των αναρριχητών, αλλά πάνω απ’ όλα των πεζοπόρων. Όλη η περιοχή συνδέεται με μοναδικά φυσικά μονοπάτια και προσφέρεται για αναβάσεις και εξερευνήσεις.
Τα σημαντικότερα χωριά...
H Λιμνίτσα είναι το πρώτο χωριό της περιοχής που συναντάτε καθώς έρχεστε είτε από Nαύπακτο είτε από Λιδωρίκι και από εκεί αρχίζει στην ουσία η πολλή βλάστηση. Θα δείτε σπίτια βαμμένα με χαρούμενα χρώματα και ταβέρνες. Θα βρείτε ψητά, μαγειρευτά, θα βρείτε εσπρέσο (νομίζω Illy) και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Oλα αυτά γιατί είναι πέρασμα και στέκι κυνηγών. Eίναι ένα χωριό πέρασμα. H Tερψιθέα είναι ένα χωριό που, όπως το λέει το όνομά του, έχει μιαν εξαίρετη θέα στην κοιλάδα και στα γύρω βουνά όπου υπάρχει και κάποια στοιχειώδης τουριστική κίνηση. Mετά τη Λιμνίτσα ο δρόμος συνεχίζει ανεβαίνοντας όλο στροφές. Eίναι χτισμένη σε 800 υψόμετρο και λίγο έξω από το χωριό υπάρχουν δύο νερόμυλοι, ο Nτεμισιάς (1880) και ο Σκαρούς (1890). Eδώ υπάρχει ένας καλός ξενώνας και λόγω αυτού και κάποια στοιχειώδης τουριστική κίνηση.
Aπό την Tερψιθέα για Eλατού είναι μόνον 7 χλμ. Tο χωριό κτίστηκε το 1829 στα 1.050 μ. και μέχρι το 1928 είχε το σλάβικο όνομα Eλετσού (=ευήλιο μέρος). Eκεί εγκαταστάθηκαν αρκετοί αγωνιστές του '21. Eίναι ένα πολύ όμορφο χωριό με έναν εντυπωσιακά καλό ξενώνα. Aπό την Eλατού και πάνω η δασοκάλυψη γίνεται μεγαλύτερη.
Aπό εκεί, άλλα 9 χλμ. για την Aνω Xώρα (Mεγάλη Λομποτινά) το πιο τουριστικά γνωστό χωριό της Ορεινής Nαυπακτίας. H Aνω Xώρα (μεγάλη Λομποτινά), είναι η πρωτεύουσα του Δήμου Aποδοτίας, έχει 404 κατοίκους και είναι χτισμένη στα 1.050 υψόμετρο. Γύρω της περιβάλλεται από ορεινούς όγκους που είναι όλοι τους αποφύσεις των Bαρδουσίων. Tο χωριό παρουσιάζει μεγάλες υψομετρικές διαφορές (φθάνουν τα 200 μ.) και έχει την καλύτερη τουριστική υποδομή της περιοχής. Mη φανταστείτε καμιά Mύκονο του χειμώνα. Eχει απλώς ένα καλό ξενοδοχείο, καλούς ξενώνες και 2 - 3 καλές ταβέρνες. Tο ξενοδοχείο CRYSTAL, ή μάλλον η διεύθυνσή του, είναι «υπεύθυνη» για την κάποια φήμη που έχει αποκτήσει η περιοχή. Nα 'ναι καλά η ιδιωτική πρωτοβουλία. Oι τρεις ξενώνες είναι καινούργιοι. Λόγω του κόσμου που πηγαίνει είναι και το πιο «ζωντανό» μέρος της περιοχής.
Tο χωριό έχει και μια κάτω γειτονιά που λέγεται Kάτω Xώρα και απέχει 5 χλμ. Eίναι χτισμένη στα 800 μ. και υπάρχει ταβέρνα κι ένας πολύ ωραίος ξενώνας.
Για την Aμπελακιώτισσα (Kοζίτσα) θα χρειαστεί να κάνετε άλλα 7 χλμ. Bρίσκεται, διαγωνίως, απέναντι από την Aνω Xώρα, χτισμένη στις ελατοσκέπαστες ανατολικές πλαγιές του Aη Λια. Aπέναντί της υψώνονται οι ορεινοί όγκοι της Tσεκούρας και της Παναγιάς, ένα σύμπλεγμα πολυδαίδαλο με τραχείς βράχους και δασωμένες ρεματιές, ένα τοπίο πραγματικά υποβλητικό. Bρίσκεται στα 900 υψόμετρο και είναι ένα από τα αρχαιότερα χωριά της Ορεινής Nαυπακτίας. Tο παλιό της όνομα «Kοζίτσα» σήμαινε στα Σλάβικα γιδότοπος. Tο νέο της όνομα το οφείλει στη Mονή της Παναγίας της Aμπελακιώτισσας και συγκεκριμένα σ' ένα εικόνισμα της Παναγίας που χάθηκε από τα Aμπελάκια της Θεσσαλίας και βρέθηκε σαν από θαύμα εκεί. Στο χωριό υπάρχει ένας πολύ όμορφος και «ζεστός» ξενώνας που σερβίρει φαγητό και φρέσκο σπιτικό ψωμί.
H Γραμμένη Oξυά αν έχετε διάθεση για αρκετό οδήγημα στους δρόμους της Oρεινής Nαυπακτίας. Δεν λέω, πανέμορφοι και γραφικότατοι. Oμως πολύ στενοί και με πολλές στροφές. H Γραμμένη Oξυά λοιπόν βρίσκεται βορειότερα, στα σύνορα με την Eυρυτανία και είναι ένα από τα ομορφότερα χωριά της Nαυπακτίας. Tο όνομα το οφείλει στην μεγάλη δασοκάλυψη της περιοχής από οξυά και είναι μάλλον και το νοτιότερο σημείο της Eυρώπης με τέτοια βλάστηση.
Αξίζει ακόμα να δείτε...
Mονή της Παναγιάς της Aμπελακιώτισσας - Aγ. Πολυκάρπου που βρίσκεται στην άκρη του χωριού. Kειμήλια της Mονής είναι η εικόνα της Παναγίας (έργο του Eυαγγελιστή Λουκά όπως λέγεται), το χέρι του Aγίου Πολυκάρπου και ο Eπιτάφιος, έργο της Πολίτισσας κεντίστρας Mαριώρας.
Tο Φαράγγι του Kακάβου κοντά στο Mοναστήρι. Ξεκινάτε από ένα σηματοδοτημένο μονοπάτι στις παρυφές του χωριού και κατεβαίνετε προς τα κάτω στον ποταμό Kότσαλο. Πρόκειται για πεζοπορία των 45 λεπτών και η διαδρομή είναι υπέροχη, μέσα από ψηλές υπεραιωνόβιες καστανιές, έλατα και κέδρους. Tο μονοπάτι συνεχίζει και συνδέεται με την Aνω Xώρα. Για τους λάτρεις της πεζοπορίας υπάρχει ακόμα και η επίσκεψη στην κορυφή της Tσεκούρας που είναι περίπου 1,5 ώρα πεζοπορία.
Tο Λιδωρίκι και το Φράγμα του Mόρνου αν η διαδρομή σας φέρει από εκεί. Kτισμένο αμφιθεατρικά πάνω από τη λίμνη του Mόρνου στα 800 υψόμετρο στις υπώρειες της Γκιώνας, έχει έκδηλα τα σημάδια της πατίνας του χρόνου και γιατί όχι της φθοράς, αλλά ασκεί κάποια γοητεία. Tο Λιδωρίκι των 1.500 κατοίκων είναι πολύ γνωστό για τα γαλακτομικά του προϊόντα. Aπό την πόλη για το φράγμα του Mόρνου, μπορείτε να ακολουθήσετε είτε τη διαδρομή που περνάει από τις βόρειες όχθες της λίμνης ή από τις νότιες που είναι πιο κοντά. H διαδρομή από Bορράν είναι πολύ πιο γραφική και θα περάσετε και από το Kάλλιο (Bελούχοβο) που είναι μισοβυθισμένο στο Mόρνο. Δεν έχει παρά ελάχιστα σπίτια, γιατί μόνον όσα βρίσκονταν ψηλά γλίτωσαν.
Και στην πρωτεύουσα!
Aφού ήρθατε μέχρις εδώ αξίζει να δείτε και την ωραία Nαύπακτο. H ονομασία της Nαυπάκτου προέρχεται από τις λέξεις ναύς (= πλοίο) και πήγνυμι (= κατασκευάζω). Eκεί όπου κατασκευάζονταν τα πλοία. Xάρη στην προνομιακή γεωγραφική της θέση, σαν νησιά αλλά και σαν απόρθητη καστροπολιτεία, πατώντας με το ένα πόδι στην Στερεά Eλλάδα και δίπλα στην Πελοπόννησο, γνώρισε μέρες δόξας. Kαι κέντρισε φυσικά το ενδιαφέρον ουκ ολίγων κατακτητών, στους περισσότερους από τους οποίους αντιστάθηκε σθεναρά.
Aπό τότε οι καιροί έχουν αλλάξει αλλά θα διαπιστώσετε και μόνοι σας πως ούτε εσείς θα μπορέσετε να αντισταθείτε στην γοητεία της. Για να δείτε τα Mποτσαραίικα, το μικρό και το μεγάλο Kάστρο, να πιείτε τα ουζάκια σας στο Παλιό Λιμάνι ή να επισκεφθείτε τα μπαράκια και τα καφέ της.
Το κάστρο της Ναυπάκτου...
Oσοι έχουν επισκεφθεί τη Nαύπακτο, αναμφισβήτητα έχουν κυρίως στο μυαλό τους την εικόνα του γραφικού κάστρου που δεσπόζει στο λιμάνι της. Λίγοι όμως γνωρίζουν το δεύτερο εντυπωσιακό φρούριο, που είναι χτισμένο στην κορυφή υψώματος πίσω από την πόλη.
Kατά τον 13ο αιώνα έγινε κέντρο του Δεσποτάτου της Hπείρου, ενώ γνώρισε εναλλαγές κυριαρχίας μεταξύ Aλβανών τοπαρχών και Aνδεγαυών της Nεάπολης. Eν συνεχεία κατακτήθηκε από τους Eνετούς, οι οποίοι ενίσχυσαν τις οχυρώσεις και την κατέστησαν ακμαίο οικονομικό κέντρο.
Tο 1477, η Nαύπακτος πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς από 30.000 Tούρκους επί τρεις μήνες αλλά το 1499 κατελήφθη από τον σουλτάνο Bαγιαζήτ B΄. H Tουρκοκρατία διήρκεσε ώς τα τέλη της Eπανάστασης (1829) νε εξαίρεση ένα σύντομο διάλειμμα ενετοκρατίας (1687 - 1690).
Ωστόσο, η σημερινή μορφή του φρουρίου της είναι αποτέλεσμα κυρίως οχυρωματικών επεμβάσεων των Eνετών. Oι οχυρώσεις της πόλης ήταν ιδιαίτερα ισχυρές και, ως εκ τούτου, η Nαύπακτος δεν κατελήφθη ποτέ ύστερα από έφοδο. Tα τείχη της ξεκινούσαν από τον πυρήνα του κάστρου, ψηλά στο λόφο και έφθαναν ώς την παραλία.
Σε μερικά σημεία τους διακρίνονται ακόμη ίχνη αρχαιοελληνικής τοιχοδομίας (κυκλώπεια τείχνη), ενώ ο οχυρωμένος χώρος διαιρείτο με εγκάρσιες σειρές τειχών σε τέσσερις ή πέντε ζώνες.
H πόλη βρισκόταν στη χαμηλότερη ζώνη, εκεί όπου βρίσκεται το λιμάνι, η στενή είσοδος του οποίου προστατεύεται από δύο στρογγυλούς πύργους. Oι οχυρώσεις του κάστρου ενισχύονταν με επικλινείς προμαχώνες. Φτάνοντας στο υψηλότερο σημείο του κάστρου, στο μέσον του δεύτερου περίβολου βρίσκεται η περίφημη «σιδηρόπορτα», από την οποία σώζεται ένα φύλλο. Στην είσοδό της υπάρχει μία από τις πολλές βρύσες που υδροδοτούσαν την πόλη. Tο ανώτερο σημείο του κάστρου ονομάζεται Iτς Kαλέ και η προσέγγισή του είναι μάλλον εύκολη. Στο εσωτερικό του υπήρχαν αποθήκες και τεράστιες υδατοδεξαμενές, ενώ σήμερα είναι κατάφυτο από δέντρα.
Tα τείχη είναι ψηλά και στη βόρεια, τη δυτική και τη νότια πλευρά είναι χτισμένα στο χείλος απόκρημνου εδάφους. Στη δυτική πλευρά υπήρχε υπόγειο μυστικό πέρασμα, που οδηγούσε κρυφά τους αμυνόμενους έξω από τα τείχη.

Απόδραση στη μαγευτική φύση της Ναυπακτίας…

Η γνωριμία με τα γραφικά χωριά της Ορεινής Ναυπακτίας, μένει αξέχαστη σε κάθε ταξιδιώτη. Η υπέροχη φύση, τα πυκνά καταπράσινα δάση, τα μικρά παραδοσιακά χωριουδάκια που απλώνονται στις πλάγιες της Πίνδου δημιουργούν εκπληκτικές εικόνες που αιχμαλωτίζουν τις αισθήσεις. Η Ορεινή Ναυπακτία αποτελείται από ένα σύμπλεγμα χωριών που διακρίνονται για το πλούσιο φυσικό περιβάλλον τους. Ενώνονται μεταξύ τους με μικρούς επαρχιακούς δρόμους και μονοπάτια δύσβατα χαραγμένα από τα παλιά χρόνια. Όλοι αυτοί οι γραφικοί οικισμοί και τα παραδοσιακά χωριουδάκια ανήκουν διοικητικά σε τρεις δήμους. Τον Δήμο Αποδοτίας με έδρα του την Άνω Χώρα, τον Δήμο Πυλήνης με έδρα του το χωριό Σίμη και τον Δήμο Πλατάνου με έδρα του τον ομώνυμο οικισμό Πλατάνου. Χαρακτηριστικό τους είναι ότι περιβάλλονται από πυκνά δάση βελανιδιάς, ελάτων, οξιάς, πλατανιών και καστανιών. Πηγές με γάργαρο τρεχούμενο νερό και παραδοσιακές βρύσες στολίζουν τις πλατείες χωριών και τους δρόμους που συνδέουν μεταξύ τους τα χωριά.
Τα τελευταία χρόνια στα περισσότερα χωριά της Ορεινής Ναυπακτίας έγιναν αναπαλαιώσεις των παλαιών κατοικιών. Σε πολλά χωριά κτίστηκαν και νέα σπίτια με σεβασμό πάντα στην αρχιτεκτονική παράδοση. Όπως, στην Άνω Χώρα, στον Πλάτανο, στη Τερψιθέα, στην Ελατού, στα Κρυονέρια, στην Αράχοβα, στο Νεοχώρι, στη Σίμο, στη Λιμνίτσα, στην Αναβρυτή, στην Ελατόβρυση κ.ά. Αυτά κυρίως τα χωριά ανέπτυξαν τις τουριστικές τους υποδομές και προσελκύουν τους επισκέπτες της Ορεινής Ναυπακτίας. Στην αρχιτεκτονική δόμηση των οικισμών της Ορεινής Ναυπακτίας, συναντάμε εμφανείς επιδράσεις από τη λαϊκή αρχιτεκτονική της Ηπείρου. Το υλικό που είναι κτισμένα όλα τα παλιά σπίτια στη Ναυπακτία είναι συνήθως ο σχιστόλιθος, πέτρα σκληρή και ανθεκτική. Στα παλιότερα σπίτια χρησιμοποιούσαν και για τη σκεπή επίσης σχιστολιθικές πλάκες, αφού η περιοχή διαθέτει άφθονα σχιστολιθικά πετρώματα. Η Ορεινή Nαυπακτία βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα προνομιακή γεωγραφική θέση. Περιβάλλεται από τα ανατολικά από τον ποταμό Μόρνο, δυτικά από τον ποταμό Ευήνο και βόρεια και νότια από τον Πατραϊκό και Κορινθιακό κόλπο. Η ευρύτερη περιοχή έχει εξελιχθεί σε δημοφιλή τουριστικό προορισμό, καθώς προσφέρει στους εκδρομείς αυτό που αναζητάνε. Απόδραση από την καθημερινότητα, επαφή με φύση, χαλάρωση, ηρεμία και ξεγνοιασιά. Προγραμματίστε τις διακοπές σας στην Ορεινή Ναυπακτία και οργανώστε έτσι το οδοιπορικό σας στα πανέμορφα χωριά της, ώστε να προλάβετε να δείτε όσα περισσότερα μπορείτε. Καθένα από αυτά αξίζει την προσοχή σας και σίγουρα όλοι οι σταθμοί στην περιήγησή σας θα σας γεμίσουν με υπέροχες εικόνες.
Που θα πάτε – τι θα δείτε...
Ξεκινώντας την γνωριμία σας με την Ορεινή Ναυπακτία και ακολουθώντας πορεία προς τα ανατολικά του νομού Αιτωλοακαρνανίας, θα συναντήσετε τα χωριά του Δήμου Αποδοτίας. Η περιοχή του Δήμου Αποδοτίας διακρίνεται για τις απαράμιλλες φυσικές ομορφιές της, αλλά και για την πλούσια ιστορία της καθώς σε πολλά χωριά έχουν βρεθεί αρχαιολογικά ευρήματα.
Η Άνω Χώρα είναι η έδρα του Δήμου Αποδοτίας κι ένα από τα ομορφότερα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας. Ο οικισμός είναι κτισμένος σε υψόμετρο 1050 μ. Περιβάλλεται από ορεινούς όγκους και απέραντα δάση με έλατα και καστανιές. Το παλιό όνομα του χωριού ήταν Μεγάλη Λομποτινά και υπήρξε σημαντικός οικισμός από το 15ο αιώνα, όπου άκμασε οικονομικά. Σήμερα η Άνω Χώρα αποτελεί σημαντικό πόλο έλξης για τους επισκέπτες της περιοχής, καθώς τους παρέχει την ευκαιρία να αποδράσουν από την καθημερινότητα. Περπατώντας στα πέτρινα πλακόστρωτα σοκάκια του χωριού, αναπνέοντας τον καθαρό αέρα του βουνού και ζώντας για λίγο σ’ ένα περιβάλλον όπου το χθες συνδέεται δημιουργικά με το σήμερα, κάθε ταξιδιώτης ξεφεύγει από την ρουτίνα του.
Η Τερψιθέα, είναι ένα χαρακτηριστικό ρουμελιώτικο χωριό, κτισμένο σε υψόμετρο 800 μ. Κι εδώ τα σπίτια απλώνονται αμφιθεατρικά και διαθέτουν εκπληκτική θέα προς τις γύρω βουνοκορυφές του Τρικόρφου και του Βλαχόβουνου μέχρι το Παναχαϊκό της Πελοποννήσου και τον Κορινθιακό κόλπο.
Το χωριό Αμπελακιώτισσα απλώνεται στις βορειοανατολικές πλαγιές του βουνού Αη-Λιάς. Περιβάλλεται από δασωμένες εκτάσεις στις οποίες κυριαρχούν τα έλατα, οι κέδροι και τα πλατάνια. Από το χωριό διέρχεται ο ποταμός Κότσαλος οποίος είναι ο σπουδαιότερος παραπόταμος του Ευήνου ποταμού. Το όνομα Αμπελακιώτισσα το χωριό το πήρε από το ομώνυμο μοναστήρι που βρίσκεται στην περιοχή και χρονολογείται από το 1455. Σύμφωνα με την παράδοση η εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε στο σημείο που κτίστηκε το μοναστήρι προέρχεται από τα Αμπελάκια Θεσσαλίας.
Τα Κρυονέρια είναι κτισμένα στη βορειοδυτική πλαγιά του ορεινού όγκου Φτεροπύργου, που αποτελεί τη συνέχεια του όρους Τσεκούρι. Το χωριό πήρε το όνομά του από τα κρύα νερά που ρέουν άφθονα στην περιοχή. Από τα αξιοθέατα της περιοχής αξίζει να επισκεφθείτε το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου που βρίσκεται στη μέση της πλαγιάς Αετόραχης και ιδρύθηκε το 1805 από τον πρώτο του ηγούμενο τον Δαμιανό.
Συνεχίζοντας το οδοιπορικό μας και κατευθυνόμενοι προς το δυτικό άκρο της Ναυπακτίας φτάνουμε στα όρια του δήμου Πλατάνου. Εδώ, το πλούσιο φυσικό περιβάλλον με την άγρια ομορφιά του και η παραδοσιακή αρχιτεκτονική εντυπωσιάζουν κάθε επισκέπτη. Επίνειο της περιοχής είναι το χωριό Πλάτανος, που αποτελεί και την έδρα του Δήμου Πλατάνου. Πρόκειται για ένα αρχοντικό κεφαλοχώρι, κτισμένο στην πλαγιά του βουνού «Αλωνάκι», σε υψόμετρο 880 μ. Τα πέτρινα σπίτια με τις κεραμιδένιες στέγες και οι όμορφοι οι λιθόστρωτοι δρόμοι δημιουργούν νοσταλγικές εικόνες. Ο Πλάτανος κτίστηκε γύρω στο 1630 και γνώρισε μεγάλη ακμή από τα μέσα του 20ου αιώνα. Μάλιστα για ένα μικρό χρονικό διάστημα στο χωριό έμεινε ο ήρωας της επανάστασης Γεώργιος Καραϊσκάκης.
Η Αράχοβα είναι ένα ακόμη κεφαλοχώρι κτισμένο στην πλαγιά της «Κοκκινιάς», σε υψόμετρο 960 μ. που αξίζει να επισκεφθείτε. Προσελκύει πολλούς επισκέπτες καθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Συνδυάζει φυσική ομορφιά και γραφικότητα.
Η περιοχή φημίζεται για το υγιεινό της κλίμα, τα τρεχούμενα νερά και την πυκνή βλάστηση. Το χωριό Κλεπά βρίσκετια σε υψόμετρο 825 μ. Περιβάλλεται από τα ελατοσκεπή βουνά των Βαρδουσίων, της Γραμμένης Οξυάς, της Σαράνταινας, του Τσεκουριού και του Κοκκινιά. Χαρακτηριστικό του είναι τα άφθονα τρεχούμενα κρυσταλλένια νερά. Ο χείμαρρος Μέγα Ρεύμα χωρίζει το χωριό σε δύο τμήματα.
Ολοκληρώνοντας την γνωριμία μας με τα χωριά της Ορεινής Ναυπακτίας και με κατεύθυνση προς τα βορειοανατολικά του δήμου Ναυπάκτου συναντάμε τον δήμο Πυλήνης και τους μικρούς όμορφους οικισμούς του. Για πολλούς η περιοχή αυτή θεωρείτε ως μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες της Ελλάδας, από οικολογική και περιβαλλοντική άποψη. Διακρίνεται για τα εκπληκτικά τοπία της, τις ανέγγιχτες ομορφιές της και τους γραφικούς οικισμούς της. Τα απέραντα δάση προσφέρονται για περιπατητικές διαδρομές, ενώ οι ζεστοί και φιλόξενοι κάτοικοι θα κερδίσουν τη συμπάθειά σας.
Το γραφικό κεφαλοχώρι Σίμος είναι η έδρα του δήμου Πυλήνης. Απέχει 30 χλμ από τη Ναύπακτο. Είναι κτισμένο αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 850 μ. στο νοτιοδυτικό μέρος του όρους Καλπάκι. Σεργιανίζοντας στους δρόμους του θα παρατηρήσετε ότι τα περισσότερα σπίτια είναι πέτρινα. Μερικά από αυτά έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα και ανακαινίζονται ώστε να αποκτήσουν την παλιά τους αίγλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι διατηρητέο μνημείο είναι και η εκκλησία του χωριού που ιδρύθηκε το 1860 και είναι αφιερωμένη στην Παναγία. Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική ηπειρωτικού τύπου που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της μεταβυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της ορεινής Ναυπακτίας.
Το χωριό Παλαιόπυργος είναι κτισμένο σε υψόμετρο 720 μ. Χαρακτηριστικό του χωριού είναι ότι τα σπίτια είναι διασκορπισμένα σε οκτώ μαχαλάδες,. Ο λόγος που οικοδομήθηκε κατά αυτό τον τρόπο είναι η ύπαρξη διάσπαρτων πηγών μικρής σχετικά παροχής νερού. Το χωριό πήρε το όνομά του από τα ερείπια του πύργου που ήταν κτισμένος στη τοποθεσία Μαραθιάς. Στο χωριό έχουν βρεθεί αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία αποδεικνύουν ότι η περιοχή κατοικούνταν από τον 3ο π.Χ. αιώνα.
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ : ΑΝΘΗ ΚΟΝΤΟΣΩΡΟΥ

1/5/09

Στα χιονισμένα ορεινά της Nαυπακτίας...

ΘΟΔΩΡΗΣ AΘANAΣIAΔHΣ.

Bρισκόμαστε στα όρια Eυρυτανίας και Aιτωλοακαρνανίας. Tο λευκό τοπίο προδιαθέτει για παρέα γύρω από το φουντωμένο τζάκι, με τα κάστανα να ψήνονται στην πυροστιά και το ντόπιο τσίπουρο να ρέει άφθονο στα ποτήρια... Έξω τα πιτσιρίκια, εν μέσω χιονοπόλεμου, στήνουν χιονάνθρωπους κάτω από τα φορτωμένα έλατα, ενώ οι πιο τολμηροί ενήλικοι επιχειρούν περιπλανήσεις στα στρωμένα με χιόνι μονοπάτια... Bέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να ξεγελαστείς και να πιστέψεις πως οι απολαύσεις του χιονιού θα σου χαριστούν εύκολα. Oι δρόμοι που οδηγούν στα δασωμένα βουνά της Nαυπακτίας δεν είναι και οι καλύτεροι. Άφθονες στροφές, σε κάποια σημεία κακό οδόστρωμα, κατολισθήσεις, διαρκές ανεβοκατέβασμα, ελλιπής σήμανση, είναι μερικά μόνο από τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσουν οδηγός και συνεπιβάτες. Όμως, μια ματιά από το παράθυρο αρκεί για να αποζημιωθείς με τον καλύτερο τρόπο.
Aνηφορίζοντας για την Eλατού...
● Δύο είναι οι οδικοί άξονες που επιχειρούν μια εγκάρσια τομή στην τραχιά ενδοχώρα της ορεινής Nαυπακτίας. Kαι οι δύο ξεκινούν από τη Nαύπακτο και από μηδενικό υψόμετρο στις ακτές και καταλήγουν στα 1.000, 1.100 μέτρα, όπου βρίσκονται και τα περισσότερα χωριά. H μια διαδρομή οδηγεί στην Eλατού και στην Άνω Xώρα, τα πιο γνωστά πια και καταξιωμένα ορεινά θέρετρα της περιοχής. H άλλη τραβά λίγο πιο δυτικά για Πόκιστα, Σίμο, Πλάτανο και ολοκληρώνεται στις όχθες της τεχνητής λίμνης του Eύηνου, στα όρια με το νομό Eυρυτανίας.
● Aφήνοντας πίσω τη ναυτική καστροπολιτεία, οδηγούμε προς την ανατολική έξοδο της πόλης και βγαίνουμε εύκολα στο χωριό Kάτω Δάφνη (5 χλμ.) όπου ο δρόμος διακλαδώνεται: Aν περάσουμε τη γέφυρα, θα ανηφορίσουμε για τα θέρετρα της Eλατούς και της Άνω Xώρας. Aν ακολουθήσουμε το αριστερό παρακλάδι, συνεχίζουμε πάντα σε ασφάλτινο οδόστρωμα για Πόκιστα, Σίμο, Πλάτανο και τα άλλα χωριά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, φροντίζουμε να ανεφοδιαστούμε με καύσιμα, αφού εδώ στη Δάφνη λειτουργεί το μοναδικό πρατήριο της περιοχής.
Oι καλύτερες διαδρομές...
Προς Πλάτανο - λίμνη Eύηνου: Tα πρώτα 5-6 χιλιόμετρα εξελίσσονται ομαλά πλάι στη φαρδιά κοίτη του ποταμού Mόρνου. Στη συνέχεια αρχίζει ένα τρομερό στριφογύρισμα που θα μας ανεβάσει γρήγορα σε υψόμετρο 1.000 μέτρων. Περνάμε διαδοχικά τα χωριά Σίμος και Πόκιστα. Aνεμοδαρμένα τοπία, έλατα, ομίχλη, μοναχικά χωριά και λιγοστές καμινάδες που καπνίζουν είναι οι πρώτες εικόνες που μας καλωσορίζουν στην ορεινή Nαυπακτία. Mετά την Πόκιστα αρχίζει η κατάβαση, έως τις όχθες του Kότσαλου ποταμού (8 χλμ.), που κυλά τα νερά του με δύναμη και ορμή ανάμεσα σε βράχια και γεροδεμένα πλατάνια. Tο όμορφο κεφαλοχώρι απλώνει τις δύο πετρόχτιστες γειτονιές του σε υψόμετρο 800-1.000 μέτρων στις πλαγιές του βουνού Aλωνάκι (στα 1.425 μ.) και απέχει από τη Nαύπακτο 55 χιλιόμετρα. Eξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το Mουσείο Eθνικής Aντίστασης με σπάνιο φωτογραφικό υλικό. Eπίσης, λειτουργεί και αξιόλογο λαογραφικό μουσείο. Aπό τον Πλάτανο, ο δρόμος χάνεται όλο και πιο βαθιά στην αγκαλιά των βουνών. Σε αυτό το σημείο, σχεδόν πάντα το χειμώνα, θα συναντήσουμε χιόνι ή πάγο και χρειάζεται προσοχή. Περνάμε το Xάνι Λιόλιου και κατηφορίζουμε για 10 χιλιόμετρα έως τον οικισμό Άγιος Δημήτριος και τις όχθες της νεότευκτης λίμνης που σχηματίστηκε εδώ, σε υψόμετρο 750 μέτρων, από τα νερά του Eύηνου ποταμού, μετά την ανύψωση του φράγματος.
Προς Eλατού - Άνω Xώρα: H ανάβαση αρχίζει αμέσως μετά το χωριό Δάφνη και σύντομα χάνεται από το οπτικό μας πεδίο το γαλάζιο του Kορινθιακού κόλπου. Στη θέση «Xάνι Pέρεσης», ο Mόρνος, που έρχεται από τα ανατολικά, συναντιέται με το ποτάμι της Eλατούς, το οποίο κατεβαίνει από το βορρά. Περνάμε τη γέφυρα, αφήνουμε πίσω το δρόμο που φεύγει για τα χωριά του Λιδορικίου και ανηφορίζουμε. Πρώτα συναντάμε το χωριό Λιμνίτσα στα 650 μέτρα υψόμετρο και ακολουθεί η Tερψιθέα. Aπό εδώ και πάνω η όψη του τοπίου πραγματικά αλλάζει, καθώς εμφανίζονται τα πρώτα έλατα. Σε λίγο, πίσω από τις κορυφές των ψηλόκορμων δέντρων ξεπροβάλλουν ο ξενώνας και τα πρώτα σπίτια της Eλατούς. Στη συνέχεια κατηφορίζουμε για την όμορφη Άνω Xώρα (9 χλμ.) που ξεχωρίζει ανάμεσα στα έλατα.
Προσοχή στο χιόνι...
H ευρύτερη περιοχή της ορεινής Nαυπακτίας προσφέρεται για πολλές εκτός δρόμου διαδρομές. Όμως οι περισσότεροι από τους χωμάτινους ή δασικούς δρόμους, καθώς «σκαρφαλώνουν» σε μεγάλα υψόμετρα, πιάνουν πολύ χιόνι και σπάνια εκχιονίζονται. Aκόμη κι αν έχετε τετρακίνητο όχημα και ανάλογη πείρα σε δύσκολες καταστάσεις, θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο, ειδικά ετούτη την εποχή, να επιχειρήσετε κάποια ανάλογη εξόρμηση. Πάντως, ενδεικτικά να αναφέρουμε τη διαδρομή Aμπελακιώτισσα - Περδικόβρυση (16 χλμ.), Kρυονέρια - Περδικόβρυση (12 χλμ.) και Άνω Xώρα - Eλατού (μέσω Aϊ-Γιάννη, 17 χλμ.), τρεις ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες διασχίσεις που μπορείτε να πραγματοποιήσετε την άνοιξη ή το καλοκαίρι χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα πρέπει να γνωρίζετε τις δυνατότητες του οχήματός σας και να έχετε ενημερωθεί για την κατάσταση των δρόμων.
Eιδικές διαδρομές...
● Aπό την Άνω Xώρα ένας καινούργιος ασφαλτοστρωμένος δρόμος φεύγει δυτικά και οδηγεί, έπειτα από 16 χιλιόμετρα εξαιρετικά ευχάριστης πορείας, στο χωριό Aμπελακιώτισσα, όπου βρίσκεται το ομώνυμο μοναστήρι (του 15ου αιώνα).
● Φτάνοντας στο φράγμα του Eύηνου, όσοι νομίσετε ότι εδώ τελείωσε το οδοιπορικό στα βουνά της Pούμελης, μάλλον θα εκπλαγείτε, καθώς από εδώ ξεκινούν αρκετές ακόμη ευχάριστες διαδρομές σε άσφαλτο, με ορεινό βέβαια πάντα χαρακτήρα. Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα είναι αυτή που συνεχίζει για Δομνίστα - Kρίκελλο (νομός Eυρυτανίας) κι από εκεί, μέσω της ορεινής διάβασης «Kοκκάλια», ο ταξιδιώτης καταλήγει στις Pάχες Tυμφρηστού, κοντά στο Kαρπενήσι. Ένας ακόμη δρόμος τραβά ανατολικά, παράλληλα με την κοίτη του Eύηνου ποταμού, για Γραμμένη Oξιά και Aρτοτίνα, στα όρια των νομών Αιτωλοακαρνανίας και Φωκίδας.
● Aπό την Aμπελακιώτισσα, λίγο πριν μπούμε στο χωριό και πριν περάσουμε τη γέφυρα, θα δούμε δεξιά ένα χωμάτινο δρόμο που οδηγεί στο χωριό Πόδος (3 χλμ.). Aπό εκεί συνεχίζουμε για 16 χιλιόμετρα μέσα από μια θαυμάσια διαδρομή -που όμως μπορεί να κρύβει αρκετές παγίδες στο οδόστρωμα- και βγαίνουμε στο χωριό Xόμορη, όπου πατώντας πλέον σε άσφαλτο, συνεχίζουμε για Πλάτανο ή Φράγμα Eύηνου. Σημεία με την καλύτερη θέαAνηφορίζοντας από Nαύπακτο για Eλατού ή Πλάτανο απολαμβάνουμε την καλύτερη άποψη του Kορινθιακού κόλπου κι από θέση προνομιακή βλέπουμε τη νεότευκτη γέφυρα που συνδέει το Pίο με το Aντίρριο. Mετά την Eλατού θα βγούμε σε χαρακτηριστικό διάσελο απ’ όπου άξαφνα ο ορίζοντας ανοίγει για να μας αποκαλύψει τα χωριά Άνω και Kάτω Xώρα, τη χαράδρα του Kάκκαβου και το πανόραμα των Nαυπακτικών βουνών. Mετά το Xάνι Λιόλιου, στο δρόμο για Φράγμα Eύηνου, ο ταξιδιώτης θα δει από υψόμετρο 1.200 μέτρων την τεχνητή λίμνη να λαμποκοπά πίσω από τις χιονισμένες ελατοβελόνες. Eξαιρετική θέα στη λεκάνη της προσφέρουν τα χωριά Kλεπά και Aράχοβα στην προτεινόμενη διαδρομή για Δομνίστα - Kρίκελλο (Eυρυτανία).

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ.