9/3/09

Αντιγόνη.

Του Ηλία Βενέζη.


Έβρεχε σιγανά. Οι δυο γυναίκες, η μητέρα της Καστοριάς και η αδερφή της Θήβας, κάθονταν εκεί κάτω από το δέντρο, λίγο πέρα απ’ τον κρεμασμένο. Άκουγαν τη βροχή στα φύλλα.
― Πόσες μέρες είπες είναι;
― Σήμερα είναι τέσσερες. Πόσο θα τον αφήσουν ακόμα;
Κάθε πρωί, λέει, έρχεται ένας Γερμανός στρατιώτης να βεβαιωθεί πως κανένας δεν άγγιξε τον κρεμασμένο, πως είναι εκεί. Και κάθε βράδυ. Στερεότυπα. Έρχεται, κοιτάζει, φεύγει. Χτες ήταν η πρώτη μέρα που τα κοράκια έκαμαν να κατεβούν στον κρεμασμένο. Γι’ αυτό η αδερφή τόλμησε να πλησιάσει το γερμανό το βράδυ, σαν ήρθε.
«Πότε;» του είπε κι έκλαιγε. «Πότε θα μας τον δώσετε να τον θάψουμε;»
Ο γερμανός δεν καταλάβαινε. Εκείνη του έκανε χειρονομίες, μια τα χέρια πήγαιναν στο κρεμασμένο σώμα, μια στο λάκκο του μικρού αδερφού.
Ο γερμανός σήκωσε τους ώμους «Δεν ξέρω!» είπε αδιάφορα κ’ έφυγε.
Βρέχει σιγανά. Ο λάκκος του μικρού αδερφού είναι μισόγεμος. Όταν το σώμα του εναποτέθηκε μέσα του, έπεσε πάνω του ένα ελαφρό στρώμα γη, πέντε-δέκα δάχτυλα. Δεν αφήσαν το μεγάλο αδερφό να ρίξει πιο πολύ. Ανυπομονούσαν. Έτσι ο λάκκος μένει, περιμένοντας το δεύτερο σώμα. Έπειτα πάλι γη. Έτσι: ένα σώμα, ένα γη· ένα σώμα, ένα γη.
Βρέχει. Η γη του λάκκου πήρε, πήρε νερό, πότισε το σώμα από κάτω, τώρα στέλνει πίσω το νερό. Το νερό κάνει μικρές-μικρές λακκούβες.
Πόση ώρα πέρασε; Σα να ’ναι αιώνας. Η γυναίκα της Καστοριάς αισθάνεται την κούραση να περνά στα μέλη της, στο αίμα, στα νεύρα. Σφάλιξε τα μάτια. Όλα σα να γίνονταν μακρινά, απίθανα.
«Πού είμαι;» μουρμουρίζει μέσα της. «Πώς βρίσκομαι εγώ πλάι σ’ ένα κρεμασμένο; Χτες ήταν ένας τρελός κι ένα λιοντάρι. Σήμερα είναι ένας κρεμασμένος. Τι γυρεύω εγώ;…».
Τίναξε απότομα το κεφάλι της, να διώξει την εγκατάλειψη.
― Τα παιδιά μου! είπε. Πρέπει να γυρίσω στα παιδιά μου.
― Ναι, πρέπει να γυρίσεις, το καταλαβαίνω. Τι ώρα να ’ναι;
― Μα το μεσημέρι θα πέρασε. Μπορεί να γύρισε ο οδηγός. Μπορεί να φύγουμε.
― Ναι, πρέπει να γυρίσεις. Εγώ θα μείνω ακόμα.
Θα μείνει ακόμα;
― Πού θα μείνεις; της λέει. Είναι έρημα. Είναι άγρια.
Την ίδια στιγμή ακούστηκαν τα φτερά. Έρχονταν.
― Κοίταξε! είπε η αδερφή της Θήβας ανατριχιάζοντας, κι έπιασε με δύναμη το μπράτσο της άλλης γυναίκας. Κοίταξε εκεί! Να τα πάλι! Ήρθαν!
Ήταν δυο κοράκια. Κάθισαν στο ψηλό κλαδί του πεύκου, σα να θέλαν να βιγλίσουν τι γίνεται, να μυριστούν. Ταπ τα φτερά, πήδησαν στο χαμηλότερο κλαδί. Δειλά. Δισταχτικά. Ταπ. Το κρεμασμένο σώμα τα έσερνε, τα καλούσε.
Η αδελφή της Θήβας σκύβει, παίρνει πέτρα, τη ρίχνει στο πεύκο.
«Ξ-ξ-ξ-ξ!» φώναζε κι έκλαιγε. «Είδες; Είδες γυναίκα; Ξ-ξ-ξ-ξ!» ― και κουνούσε τα χέρια της να διώξει τα κοράκια να φύγουν.
Φύγαν. Πάλι η σιγανή βροχή.
― Εγώ θα πηγαίνω, λέει πάλι η γυναίκα της Καστοριάς. Σ’ αφήνω.
― Στο καλό. Εγώ θα μείνω. Ίσαμε που να ’ρθει η νύχτα.
Η Καστοριανή τώρα έτρεχε να φτάσει στο φορτηγό. Ξαφνικά της πέρασε η ιδέα πως το φορτηγό μπορούσε να είχε φύγει. Να την γυρέψαν μάταια, να μην τη βρίσκαν, και να φύγαν.
― Παναγία μου! Τι έκαμα κι απολησμονήθηκα; έλεγε κ’ έτρεχε.
Το φορτηγό ήταν πάντα εκεί, στη θέση του. Ο οδηγός ακόμα δεν είχε γυρίσει. Όλοι ήταν ζαρωμένοι μες στο φορτηγό, γιατί όξω έβρεχε. Τα παιδιά της χύμηξαν απάνω της.
― Τι έγινες και μας άφησες; Τι έγινες και μας άφησες; κλαίγαν και τη φιλούσαν.
― Μωρά μου, τι έγινα!... Σωπάστε. Είχα αποξεχαστεί. Σωπάστε.
― Μπας κι έφερες τίποτα; Δε βαστώ πια, είπε το μεγάλο και κοίταζε τα χέρια της.
― Μωρό μου, κάμε κουράγιο να ’ρθει η νύχτα. Τότες θα ’χουμε φτάσει σε πολιτεία. Θα μας δώσουν να φάμε.
Κανείς άλλος δε μιλούσε στο φορτηγό. Η γυναίκα της Θράκης είχε κουκουλώσει τα δυο παιδιά της, που ακουμπούσαν το κεφάλι στα γόνατά της. Αυτά είχαν ησυχάσει, τα είχε πάρει ο ύπνος. Απάνω τους αγρυπνούσαν τα μάτια της μάνας τους. Θολά, μεγάλα. Και η γριά της Θράκης σώπαινε. Κι αυτή με κλειστά μάτια. Δεν ήξερες αν κοιμόταν.
― Ο έμπορος;… Τι έγινε ο έμπορος; ρώτησε η Καστοριανή.
― Είπε πως μούδιασε. Είπε πως θα πάρει το δρόμο της Θήβας με τα ποδάρια. Θα μας περιμένει εκεί.
― Κι αν μας τύχει τώρα τίποτα; σκέφτηκε η γυναίκα της Καστοριάς. Γυναίκες καταμόναχες καθώς είμαστε…
― Τι να μας τύχει; γρύλισε βραχνά η γριά ανοίγοντας τα μάτια. Τι άλλο φοβάσαι εσύ να σου τύχει;
― Όχι για μένα. Λέω για τούτα, κι έδειξε τα παιδιά.
― Κι αυτά τι; Τι άλλο από πείνα έχουνε να φοβηθούνε; Την έχουν.
― Έτσι το ’πα.
Η ώρα περνά. Όξω η βροχή. Σιγά. Σιγά. Η νάρκη.
― Είναι ένας κρεμασμένος όξω, λέει η Καστοριανή, σα να πρέπει να ξομολογηθεί.
― Τι είναι είπες; τα παιδιά της τινάχτηκαν απ’ την ακαταμάχητη λέξη. Είπες είναι ένας κρεμασμένος; Είναι, αλήθεια, ένας κρεμασμένος;
― Πού είναι ο κρεμασμένος; ρώτησε ξαφνιασμένη κι η γυναίκα της Θράκης. Αλήθεια είναι κρεμασμένος;
― Πού είναι; Πού είναι; φώναζαν τώρα τα παιδιά και ξεσηκώθηκαν, ανυπόμονα να παν.
― Έτσι το ’πα, είπε μετανιωμένη η Καστοριανή. Έτσι το ’πα. Δεν είναι τίποτα.
― Ά!
Λίγη αναταραχή είχε γίνει. Πάλι έπεσε.
― Πότε θα γυρίσει ο οδηγός; Πότε θα γυρίσει να φύγουμε;
― Κι αν δε γυρίσει; Κι αν έρθει η νύχτα και δεν τα καταφέρει να σιάξει τη μηχανή και να γυρίσει;
― Όπως και να ’ναι θα γυρίσει.
Η σιγανή βροχή, το κρύο, η νάρκη. Ο ήλιος ολοένα θα χαμηλώνει πίσω από τα σύννεφα. Φαίνεται απ’ το φως της μέρας που σκουραίνει. Η ησυχία, η νάρκη. Τα αυτοκίνητα που ανεβαίνουν, που κατεβαίνουν το δρόμο, βρεμένα, κατάκλειστα, δε δίνουν καμιά αίσθηση ζωής· φεύγουν σαν φαντάσματα να χωθούν στο πούσι. Η νάρκη. Η γυναίκα της Καστοριάς θα ήθελε να κλείσει τα μάτια της, όλα να σβήσουν, όλα να είναι όνειρο. Ένα κατακόρυφο σχήμα κάτω από κλαδί πεύκου πίνει νερό απ’ τα φύλλα του πεύκου. Κι αυτό θα ’ναι όνειρο.
Ξαφνικά, ενώ τα χέρια της βάραιναν, το είδε. Πέρασε απ’ την πίσω μεριά του αυτοκινήτου, απ’ την ανοιχτή του μπούκα. Γράφτηκε μια στιγμή στον θολό αγέρα: ένα μαύρο πουλί. Πέρασε.
― Θε μου! είπε και τινάχτηκε η γυναίκα της Καστοριάς. Θα τραβά για κει.
― Τι είπες; λέει η γριά.
Η άλλη την κοίταξε επίμονα, ανάλγητα.
― Θα παραλογάς εσύ λέω! Δεν κατακάθεσαι πια; Δεν κατακάθεσαι;
Το κατακόρυφο σχήμα· το μαύρο πουλί· η μικρή αδερφή της Θήβας.
Η γυναίκα της Καστοριάς σηκώνεται.
― Θέλω να ξεμουδιάσω λίγο. Πάλι θα βγω λίγο.
― Πού θα πας; Πού θα πας; λένε τα παιδιά της. Να ’ρθουμε κι εμείς;
― Δεν βλέπετε; Βρέχει. Καθίστε εδώ. Μπορεί να σας φέρω τίποτα.
Κατεβαίνει. Στην αρχή περπατά με προφύλαξη, να μην τσαλαβουτά στους λάκκους με το νερό. Ύστερα τα βήματά της ανοίγουν ολοένα. Σε λίγο τρέχει σα να την κυνηγούν. Τρέχει. Στρίβει το δρόμο. Το πεύκο είναι εκεί, λίγο θολό μες στη βροχή. Τρέχει.
― Αχ!
Έπεσε πάνω στην αδερφή της Θήβας στενάζοντας με ανακούφιση. Έκλαιγε.
― Τι είναι; Λέει η κόρη.
― Τίποτα. Έλεγα πως δε θα ’σουν, πως κάτι θα σού ‘τυχε.
Τι να της τύχει; Έμενε πάντα εκεί. Κοντά στο μισόγεμο λάκκο του μικρού αδερφού, κοντά στο πεύκο του μεγάλου.
― Μπας κι ήρθε; Το είδα που πέρασε. Το κοράκι.
― Ήρθαν πάλι. Δεν ήταν ένα. Ήταν πολλά. Πάλι τα ’διωξα.
Τώρα πια η μικρή αδερφή δεν κλαίει. Φαίνεται κουράστηκε. Τα μάτια της είναι κόκκινα· μόνο που κάθε τόσο σκοτεινιάζουν, σα να δουλεύει πίσω τους η απόφαση. Σιγά. Σιγά.
Μουρμουρίζει. Μόλις ακούγεται.
― Λέω τη νύχτα… Τώρα που μάθανε… Τώρα αρχίζω να φοβάμαι τη νύχτα.
― Τι είναι τη νύχτα;
― Λέω μπας κι έρθουν τη νύχτα. Πετούν τα κοράκια τη νύχτα; Δεν ξέρω. Πάλι.
― Λες να πετούν τη νύχτα;
― Μπορεί.
Πάλι το σκοτεινό φως περνά απ’ τα μάτια σαν αστραπή. Η αδερφή της Θήβας δεν είναι πια η ίδια γυναίκα, αυτή που έκλαιγε, που μοιρολογούσε. Το πρόσωπό της έχει γίνει τραχύ, όσο πάει γίνεται πιο πολύ. Γυρίζει αργά τα μάτια δεξιά, ζερβά, σα να θέλει να μυρίσει τον αγέρα, ν’ ανιχνέψει τον κίνδυνο. Ησυχία. Ακόμα και τ’ αυτοκίνητα που περνάνε λίγο πέρα από κει, στο δρόμο, σα να ‘ναι φαντάσματα θολά. Διαβαίνουν, φεύγουν.
― Θ’ ανεβώ στο πεύκο, λέει σιγά.
Βγάζει το μαχαίρι απ’ τον κόρφο της. Αργά. Τα μάτια της δεν ξεκολνούν τώρα απ’ το σκοινί, απ’ το κεφάλι του κρεμασμένου.
― Τι είναι να κάμεις; Ρωτά η Καστοριανή.
Λέει ήσυχα:
― Θα τον θάψω.
― Κακόμοιρη! Τί μελετάς; λέει τρομαγμένη η άλλη, απροετοίμαστη ακόμα να το δεχτεί. Κι αν σε πιάσουν; Θα σβήσει πια μ’ εσένα ολάκερο το σπιτικό σας! Κακόμοιρη, τί μελετάς;
Η άλλη κάνει μια κίνηση με το χέρι:
― Μη με βαστάς. Το πήρα απόφαση.
Προχωρεί σιγά, χωρίς προφύλαξη, χωρίς ταραχή πια στο πρόσωπο, στα βήματα. Γαλήνη που είναι τώρα σ’ αυτό το πρόσωπο το στεφανωμένο με καστανά μαλλιά.
― Τί πας να κάμεις; Τί πας να κάμεις;!
Η κόρη προχωρεί πάντα στο κορμό του πεύκου. Η άλλη, σα μαγνητισμένη, βλέπει τα βήματα που πορεύονται. Τα βήματα φωνάζουν. Διστάζει. Τα βήματα φωνάζουν. Αρχίζει να τ’ ακολουθά. Όμως αυτή, η Καστοριανή, τρέμει. Το νιώθει στα γόνατά της, στα χέρια, στην καρδιά. Κοιτά καταφοβισμένη γύρω της. Ωστόσο ακολουθά σαν υπνωτισμένη.
― Τί πας να κάμεις; Τί πας;…
Η αδερφή της Θήβας έφτασε στο πεύκο. Τα χέρια της δεν είναι λεύτερα, κρατούν το μαχαίρι. Βάζει το μαχαίρι στα δόντια της, το δαγκάνει. Τώρα τα χέρια της είναι λεύτερα. Αγκαλιάζουν το δέντρο. Αρχίζει να σκαρφαλώνει. Το δέντρο είναι υγρό, τα χέρια γλιστρούν. Ξαναρχίζει. Τώρα δεν υπάρχει ο κρεμασμένος, δεν είναι εκεί πλάι. Τώρα όλα είναι πυκνωμένα στον κορμό, δεν υπάρχει παρά ένας κορμός κ’ ένα κλαδί ψηλά. Ίσα! Ίσα! Τα χέρια, τέλος, φτάνουν στο σταυρό του δέντρου, εκεί που αρχίζουν τα κλαδιά. Τον κρατούν γερά το σώμα ανεβαίνει. Τώρα βιάζεται. Ακουμπώντας τα χέρια στα κλαδιά σκύβει, σέρνεται, γλιστρά. Λίγο ακόμα! Λίγο!
― Γλήγορα! Γλήγορα! φωνάζει σιγανά η Καστοριανή από κάτω, ολοένα κοιτάζοντας δεξιά-ζερβά.
Τα χέρια, ψηλά, πιάνουν το σκοινί. Τα χέρια παίρνουν το μαχαίρι από τα δόντια. Η γυναίκα από κάτω βλέπει το μαχαίρι ν’ αρχίζει το έργο του στο σκοινί, ακούει τον ήχο του. Σε λίγο το κρεμασμένο σώμα, ελεύθερο, θα πέσει. Θα πέσει. Ασυναίσθητα η Καστοριανή ανοίγει τα χέρια της, αγκαλιάζει τα πόδια του κρεμασμένου να τον στηρίξει. Ρίγος την περνά βίαια καθώς αγκαλιάζει αυτό το γλιστερό, υγρό πράμα. Όπου, χραπ, , αυτό γλιστρά μες τα χέρια της, λευτερωμένο από το δέντρο, χαμηλώνει, αγγίζει με τα πόδια τη γη. Τα στήθια της τώρα ακουμπούν στα στήθια του. Είναι άγριο. Δεν τολμά να το κοιτάξει στο πρόσωπο. Τα μάτια της είναι στη γη.
― Γλήγορα! Γλήγορα! φωνάζει, ενώ ολοένα σφίγγει απάνω της να το στηρίξει, να μην της φύγει το κατακόρυφο νεκρό σώμα. Γλήγορα!
Η άλλη σέρνεται νευρικά στο δέντρο για να κατέβει. Βιαστικά αγκαλιάζει τον κορμό.
― Γλήγορα! Γλήγορα!
Τέλος η αδελφή της Θήβας πατά πάλι τη γη! Πιάνει το σώμα του νεκρού απ’ το κεφάλι. Η άλλη απ’ τα πόδια.
― Στο λάκκο! Γλήγορα!
Προχωρούν. Το σκοινί, ξεκινώντας απ’ τη θελιά του λαιμού, σέρνεται στη γη, σα να συνοδεύει το σώμα. Η βροχή έχει σταματήσει. Ο μισόγεμος λάκκος έχει λίγο θολό νερό. Κάτω απ’ το θολό νερό είναι θαμμένος ο μικρός αδερφός. Οι γυναίκες αποθέτουν τώρα στο λάκκο, πάνω απ’ τον μικρό αδερφό, τον άλλο, τον κρεμασμένο. Έκαμε πλαφ. Τα μάτια των γυναικών τεζαρισμένα άγρια. Η γυναίκα της Καστοριάς τότε μόνο βλέπει το πρόσωπο του νεκρού, που κοιτάζει τον ουρανό. Είναι μελαψό, απαίσιο.
― Γιε μου…, ψιθυρίζει
― Ρίχνε! Ρίχνε! φωνάζει η αδερφή σπρώχνοντας με τις χούφτες της το χώμα το στοιβαγμένο πλάι στο λάκκο.
Αρχίζει κι η άλλη να ρίχνει χώμα. Ήταν μαλακό, δεν αντιστεκόταν. Ρίχνουν πρώτα στα πόδια, στον κορμό. Το πρόσωπο μένει ακόμα άγγιχτο.
― Να βγάλω αυτό…, λέει η γυναίκα της Καστοριάς.
Το είχαν ξεχάσει. Ανασηκώνει το κεφάλι, βγάζει τη θελιά απ’ το λαιμό. Το σκοινί είναι σαν ζωντανό βρεμένο πράμα, σιχαμερό. Το πετά πλάι. Βγάζει και την ταμπέλα με τα γράμματα απ’ το στήθος του. Η αδερφή της Θήβας βλέπει για τελευταία φορά το πρόσωπο. Τα μουσκεμένα μαλλιά πέφτουν στο μέτωπο, σκεπάζουν τα μάτια. Με τα λασπωμένα της δάχτυλα στρώνει τα μαλλιά, λευτερώνει τα μάτια. Τα δάχτυλα μένουν. Λίγο λάσπωσε το μέτωπο. Τα δάχτυλα το καθαρίζουν το χαϊδεύουν, μια. Ακόμα μια. Ύστερα αργά το σκεπάζουν με το χώμα.
Σηκώθηκαν όρθιες. Ο ιδρώτας έτρεχε απ’ τα αγριεμένα πρόσωπά τους. Ανάσαιναν βαθιά. Άξαφνα ακούστηκε, μες στη θολούρα, σκληρός, επίμονος κρότος. Ολοένα πλησίαζε.
― Αυτό είναι, λέει η κόρη της Θήβας. Έλα! Έρχεται ο γερμανός.
Η μοτοσυκλέτα ακουγόταν καθαρά, πλησίαζε. Άρπαξαν η μια την άλλη απ’ το χέρι, χύμηξαν απ’ την αντίθετη διεύθυνση προς το μέρος του φορτηγού. Έμεινε στο χώρο του πεύκου, έρημο, πάνω στον τάφο, το μαχαίρι που έκοψε το σκοινί. Γυάλιζε. Και το πεύκο κουνούσε τα φύλλα.
Πρόφτασαν να κρυφτούνε πίσω από ένα βράχο. Είδαν το γερμανό να κατεβαίνει απ’ τη μοτοσικλέτα, να προχωρεί στο πεύκο, ξαφνιασμένος να κοιτάζει: το πεύκο, τον τόπο γύρω. Είδε το κομμάτι του σκοινιού που είχε μείνει στο πεύκο να κρέμεται, Ύστερα είδε το λάκκο. Πλησίασε. Είδε το μαχαίρι, τη θελιά του σκοινιού, την ταμπέλα, αφημένα εκεί, όξω απ’ το λάκκο. Πήρε το μαχαίρι, ανέβηκε στη μοτοσυκλέτα, έφυγε βιαστικά να πάει να δώσει το μαντάτο.
― Πάει να το πει! Ας φύγουμε! Ας φύγουμε γλήγορα από δω!
― Πού να πάμε; Πού λες να πάμε;
― Έλα στο φορτηγό μας! Έλα κι εσύ!
Φτάσαν λαχανιασμένες, αλλοσούσουμες στο φορτηγό. Τα παιδιά φώναζαν.
― Τι είναι; Γιατί είσαι έτσι; ρωτούσε η γυναίκα της Θράκης την Καστοριανή. Τι έπαθες;
― Τίποτα! Τίποτα!
― Ποια είν’ αυτή;
― Τίποτα. Είναι μια κοπέλα απ’ τα μέρη εδώ, απ’ τα μέρη της Θήβας.
Και στρέφοντας σ’ αυτήν:
― Έλα πάνω, της λέει, και τη βοηθά ν’ ανέβει στο αυτοκίνητο.
― Χριστέ και Παναγία! Δε φαινόσαστε καλά! λέει η γυναίκα της Θράκης. Είσαστε καταλασπωμένες. Τι έγινε;
― Τίποτα. Τίποτα.
Τα παιδιά της Καστοριανής ρωτούσαν αν τους έφερε τίποτα να φάνε. Ήταν σα χαμένη, ο νους της γύριζε αλλού, έτρεμε. Η πράξη άρχιζε, τώρα μόλις, να κάνει το έργο της μέσα της, έχυνε το δέος κύματα-κύματα.
― Ναι…, ναι…, έλεγε στα παιδιά της να τα ησυχάσει. Σωπάστε τώρα. Το βράδυ θα φάτε. Το βράδυ.
― Εγώ λέω, εσύ κόρη μου είσαι για τα σίδερα, κάνει η γρια της Θράκης. Δεν κάθεσαι, λέω, να δεις τα μωρά σου; Τι κάνεις μ’ αυτά τα πάνε κι έλα; Και τούτη εδώ τι θέλει;
― Είναι από τη Θήβα. Θα την πάρουμε ίσαμε τη Θήβα
― Να δούμε τι λέει κι ο άνθρωπος που ορίζει το αυτοκίνητο! Τώρα κάνεις κουμάντο και στο ξένο πράμα;
― Όχι δεν κάνω κουμάντο. Όμως, πού είναι αυτός; Ακόμα δε φάνηκε;
― Ακόμα. Μου φαίνεται πως θα ξενυχτήσουμε εδωνά.
Η ώρα περνά. Πάλι είναι ησυχία μες στο φορτηγό. Στο δρόμο έξω περνούν τ’ αυτοκίνητα, γλιστρούν, φεύγουν. Πάλι βρέχει λίγο.
― Θαρρώ πως θα ξενυχτήσουμε εδωνά…
Σιγά-σιγά η λέξη σχηματίζει κύκλους, τους μεγαλώνει, ολοένα. Να ξενυχτήσουν εκεί; Η αδερφή της Θήβας σα να συνεφέρνει, μόλις. Σα να είχε γίνει ένα κενό ανάμεσα σ’ αυτή και στο έργο της. Και τώρα, πάλι γυρίζει η μνήμη της να δεθεί με την πράξη.
«Να ξενυχτήσουν εκεί; Είπε να ξενυχτήσουν;»
― Τί είπε; Τί είπε; Λέει η γυναίκα της Καστοριάς.
― Είπε, μπας και δεν προφτάσει ο οδηγός να σιάξει την μηχανή πριν νυχτώσει. Μπας και μείνουμε τη νύχτα εδώ.
― Εδώ; Να μείνουμε εδώ; Πλάι σ’ αυτό;
Δεν πρόλαβε ν’ αποτελειώσει τη σκέψη της. Ένα κρότος επίμονος, βαρύς, ολοένα πιο ευδιάκριτος άρχισε να φτάνει απ’ το μέρος του δρόμου της Θήβας. Δεν ήταν αυτοκίνητο. Ήταν σαν εκείνον τον άλλο, τον γνώριμο, τον δεμένο με την άγρια πράξη τους. Μόνο που τούτος ήταν πιο δυνατός, πιο πυκνός.
― Ακούς;
― Ναι, λέει η Καστοριανή. Τί είναι;
― Άκουσε καλά!
― Ακούω! Ακούω! Λες να είναι…;
Λίγο στάθηκε:
― Λες να είναι αυτός, ο πριν;
Έξαλλη πετάχτηκε η κόρη:
― Είναι αυτός σου λέω! Δεν είναι αυτός μονάχα! Είναι πολλοί! Έρχουνται! Είναι πολλοί, κι έρχουνται!
Οι κρότοι από πολλές μοτοσυκλέτες που πλησίαζαν δεν άφηναν τώρα καμιά αμφιβολία.
― Έρχουνται οι γερμανοί! Πρέπει να φύγω! Θα με πιάσουν!
Τα μωρά ξεσηκώθηκαν, οι Θρακιώτισσες, ρωτούσαν με αγωνία:
― Τί είναι αυτά που λες; Τί είναι αυτά; Τί γερμανοί λέει, και τί φοβάται;
― Έρχουνται οι γερμανοί! Πρέπει να φύγω! φώναζε η Θηβαία. Φύγε κι εσύ! φώναζε στην Καστοριανή. Φύγε!
Χύμηξε προς τη μπούκα του αυτοκινήτου.
Την ίδια στιγμή ένα άλλο φορτηγό φάνηκε να έρχεται απ’ τη Θήβα τραβώντας για τη Λιβαδειά. Ήταν σαράβαλο, αγκομαχούσε ν’ ανοίξει όσο γίνεται ταχύτητα.
― Τι καθόσαστε εδώ! φώναξε ο οδηγός στο σταματημένο φορτηγό. Έρχουνται οι γερμανοί! Θάψαν τον κρεμασμένο, κι έρχονται! Θα σας σκοτώσουν αν σας βρουν!
Είπε, χάθηκε.
Η αναστάτωση πια μες στο φορτηγό ήταν μεγάλη.
― Παναγία μου! Τί είν’ αυτά για κρεμασμένους και για γερμανούς; έλεγε η γυναίκα της Θράκης.
― Βιαστείτε! Βιαστείτε! φώναξε η αδερφή της Θήβας, κατεβασμένη κάτω. Κάντε γλήγορα!
― Έρχουμαι! Έρχουμαι! μάζευε τα παιδιά της η Καστοριανή.
Τους έβαζε από ένα μπόγο στο χέρι, αυτή πήρε δυο χράμια τους και το ταγάρι. Ασυναίσθητα, μηχανικά.
― Άιντε κ’ εσείς! φώναζε στις Θρακιώτισσες. Κάντε γλήγορα! Έρχουνται, κι είναι φόβος! Γλήγορα!
― Αχ, Παναγία μου, τί είναι πάλι τούτο; Τί είναι πάλι τούτο; έλεγε η γυναίκα της Θράκης κατεβάζοντας τα δυο παιδιά της.
Πήραν όλοι στα χέρια τους ό,τι ήταν πιο πρόχειρο, κατεβήκαν. Οι κρότοι απ’ τις μοτοσυκλέτες ήταν πια κοντά. Όπου να ’ναι θα φτάναν στη στροφή του δρόμου.
― Από δω! Από δω!
Η Θηβαία, ξέροντας τα κατατόπια, έπεσε πρώτη μες στο χωράφι απ’ τα ζερβά του δρόμου. Το βρεμένο χώμα ήταν δύσκολο, κολνούσε στα πόδια τους.
― Ελάτε! Ελάτε!
Τρέχαν. Τρέχαν.
― Να προφτάσουμε να πάμε κει! Εκεί θα μας κρύψει ο βράχος. Να προφτάσουμε το βράχο!
Στο μικρό λόφο που υψωνόταν εκεί, ο μαύρος βράχος σφάνταζε. Η βροχή είχε σταματήσει, το πούσι αραίωνε. Και οι κρότοι απ’ τις μοτοσυκλέτες σώπασαν. Σίγουρα οι γερμανοί θα είχαν φτάσει στο τόπο του πεύκου. Τώρα θα εξέταζαν. Όπου να ’ναι θ’ άρχιζαν να κάνουν έρευνες γύρω.
Το μικρό κοπάδι των κυνηγημένων λαχανιασμένο έφτασε στο βράχο. Η γριά βλαστημούσε και καταριόταν.
― Α, που να σας πάρει ο τρισκατάρατος! Α, που να σας πάρει η κατάρα! έλεγε στις δυο γυναίκες. Σε τι μπελάδες μας βάλατε! Ξεβουλώστε το και πέστε μας: Τί έγινε; Γιατί φύγαμε;
― Μίλησε λοιπόν! Τί είναι; έλεγε και η άλλη, η γυναίκα της Θράκης. Πες μας τί είναι; Για τί κρεμασμένο έλεγε αυτός; Τί έλεγε;
― Κοιτάξτε κει! Κοιτάξτε! είπε η αδερφή της Θήβας.
Προστατεμένες πίσω απ’ το μεγάλο βράχο κοίταζαν. Ο δρόμος από κει θα ’ταν ίσαμε οχτακόσια-χίλια μέτρα μακριά. Οι γερμανοί, με τα όπλα στο χέρι, προχωρούσαν στο δρόμο, ψάχναν. Ένας- δυο άφησαν το δρόμο, μπήκαν λίγο μες στα πλαϊνά χωράφια, κοίταζαν τα χαντάκια, γύριζαν. Φτάσαν στο έρημο φορτηγό. Το τριγύρισαν. Ένας ανέβηκε μέσα. Κάποιος άλλος τράβηξε πηγαίνοντας πίσω, να ειδοποιήσει τον αξιωματικό τους. Γύρισαν με τον αξιωματικό. Κουβέντιαζαν. Φαίνεται πως παίρναν απόφαση. Ένας στρατιώτης ανέβηκε στο φορτηγό, κάτι κατέβασε, από κει. Ύστερα άρχισε να φέρνει βόλτα γύρω, κουνούσε τα χέρια του, κάτι έκανε. Σα να έριχνε κάτι στο φορτηγό.
― Τι κάνουν; Αναρωτιόταν στο βράχο, μη μπορώντας να ξεχωρίσουν καθαρά το τι γινόταν.
Σε λίγο οι φλόγες τινάχτηκαν, τύλιξαν το φορτηγό.
― Θε μου!
― Βάλαν φωτιά! Βάλαν φωτιά!
― Το καίνε!
― Το καίνε! Χαθήκαμε!
Τα τελευταία υπάρχοντά τους καίγονταν μες στο φορτηγό. Ό,τι είχαν πάρει πριν από λίγο στη βιασύνη τους, το βλέπαν τώρα πως ήταν ασήμαντο.
― Είμαστε γυμνοί πια! Πάμε σε ξένο τόπο ολόγυμνοι!
― Θε μου, γιατί μας τυραννάς τόσο; Τι κάναμε, Θε μου;…
Ολοφύρονταν οι Θρακιώτισσες. Κλαίγαν τα παιδιά. Κοίταζαν τη φωτιά και κλαίγαν.
― Ά, εσύ διαολόπραμα! μούγκριζε η γρια στρέφοντας στην κόρη της Θήβας. Εσύ ’σαι ο αίτιος! Κανείς δε μου το βγάζει απ’ το μυαλό μου πως εσύ είσαι! Τί ήθελες, φίδι, και βρέθηκες στο δρόμο μας;
Χύμηξε απάνω της, την άρπαξε απ’ τα μαλλιά, έσερνε τα νύχια της στα μάγουλά της.
―Διαολόπραμα! Κουτάβι! Ποια οργή σ’ έστειλε μπροστά μας;! Ποια κατάρα;
― Μη! Μη! χύθηκε να τη γλιτώσει η Καστοριανή. Μη, κι είναι κρίμα πια, έλεγε. Φτάνει η πίκρα της πια. Φτάνει, και ξεχείλισε! Εγώ το ’καμα. Εγώ.
Η κόρη της Θήβας κάθεται εκεί, με τα μαύρα της μαλλιά, με το χλωμό της πρόσωπο, ασάλευτη, να τη δέρνουν, να τη σκίζουν. Δεν έκανε καμία κίνηση να προφυλαχτεί. Τίποτα. Μόνο έκλαιγε σιγανά, τα δάκρυα τρέχαν στο ατάραχο πρόσωπο.
― Μη σου λέω! Μη! φώναζε έξαλλη η γυναίκα της Καστοριάς. Εγώ το ’καμα σου λέω! Εγώ φταίω! Εγώ τον ξεκρέμασα!
Ήταν απίθανο, αυτή η σιγανή, η ήμερη ύπαρξη, έτσι που ξαφνικά είχε στυλωθεί και πάλευε και φώναζε:
― Εγώ φταίω σας λέω! Εγώ τον ξεκρέμασα! Εγώ!
Τί είπε; Τον ξεκρέμασε είπε;
Τα χέρια της γριάς που χτυπούσαν την κόρη της Θήβας λύθηκαν, την άφησαν.
― Τον ξεκρέμασες είπες; Ποιον ξεκρέμασες;
Έβλεπε την Καστοριανή κατάματα.
― Τον ξεκρέμασα είπα! Αυτόν που κρέμασαν οι γερμανοί! Τον ξεκρέμασα και τον έθαψα. Κι οι γερμανοί θα σκοτώσουν αυτόν που τον έθαψε. Θα σκοτώσουν όποιον βρουν!
Χύθηκαν τα παιδιά της απάνω της.
― Μάνα μου! Μάνα μου!
― Το έκαμες αυτό; Το έκαμες αυτό; στεκόταν σα χαζή και την κοίταζε η γριά.
― Το έκαμα! Το έκαμα!
― Άχου τρισκατάρατη! Άχου δαιμονισμένη! Άχου, που να σε πάρει η κόλαση! Και τι σ’ ένοιαζε εσένα για κρεμασμένους;
― Τι καθόμαστε, λοιπόν; Τι καθόμαστε; φώναξε η γυναίκα της Θράκης. Πάμε να φύγουμε και θα μας φτάσουν! Πάμε να φύγουμε!
Με τον τρόμο στα μάτια, με χέρια που τρέμαν σήκωσαν τα λίγα πράματα που είχαν πάρει μαζί τους.
― Που να πάμε; Προς τα πού να πάμε;
Όλα τα μάτια ήταν γυρισμένα στην αδερφή της Θήβας. Ατάραχη πάντα, κοίταζε χαμηλά τον καπνό. Λίγο πέρα απ’ τον καπνό, τον τόπο του πεύκου. Σα να ήταν ξένη εκεί.
― Εσένα λέω! Πού να πάμε! Προς τα πού να πάμε;
― Από δω, είπε σιγανά.
Πάλι:
― Από δω είναι το βουνό.
Πάλι:
― Από δω είναι το βουνό μας.
Τότε όλοι σήκωσαν τα μάτια, το κοίταξαν. Στέρεη γραμμή, γυμνή, ατάραχη.
Ολοένα το βράδυ ερχόταν. Βάδιζαν σιωπηλοί. Μπροστά η αδερφή της Θήβας, πίσω τα πρόσωπα της Θράκης, τα πρόσωπα της Καστοριάς. Πλησίαζαν το βουνό. Στους βράχους του, στα φαράγγια του κάποτε είχε ακουστεί η σπαραχτική κραυγή. Ο τυφλωμένος Οιδίποδας πορευόταν για τον Κολωνό. Ο Οιδίποδας χάθηκε. Όμως ο θρήνος μένει στο βουνό δεμένος με τους βράχους. Περιμένει.

Τ' αγνάντεμα.


Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.


Επάνω στον βράχο της ερήμου ακτής, από παλαιούς λησμονημένους χρόνους, ευρίσκετο κτισμένον το εξωκκλήσι της Παναγιάς της Κατευοδώτρας. Ολον τον χειμώνα παπάς δεν ήρχετο να το λειτουργήση. Ο βοριάς μαίνεται και βρυχάται ανά το πέλαγος, το απλωμένον μαυρογάλανον και βαθύ, το κύμα λυσσά και αφρίζει εναντίον του βράχου. Κι ο βράχος υψώνει την πλάτη του γίγας ακλόνητος, στοιχειό ριζωμένο βαθιά στην γην, και το ερημοκκλήσι λευκόν και γλαρόν, ως φωλιά θαλασσαετού, στεφανώνει την κορυφήν του.
Ολον τον χρόνον παπάς δεν εφαίνετο και καλόγηρος δεν ήρχετο να δοξολογήση. Μόνον την ημέραν των Φώτων κατέβαινε από το ύψος του βραχώδους βουνού, από το λευκόν μοναστηράκι του Αγίου Χαραλάμπους, σεβάσμιος, με φτερουγίζοντα κάτασπρα μαλλιά και κυματίζοντα βαθιά γένεια, ένας γέρων ιερεύς, «ως νεοττός της άνω καλιάς των Αγγέλων», διά να λειτουργήση το παλαιόν λησμονημένον ερημοκκλήσι. Εκεί ήρχοντο τρεις -τέσσαρες βοσκοί, βουνίσιοι, αλειτούργητοι, αλιβάνιστοι, ήρχοντο με τις φαμίλιες των, τις ανέβγαλτες και άπραχτες, με τα βοσκόπουλά των, τ' αχτένιστα και άνιφτα, που δεν ήξευραν να κάνουν το σταυρό τους, διά να αγιασθούν και να λειτουργηθούν εκεί και εις την απόλυσιν της λειτουργίας ο γηραιός παπάς με τους πτερυγίζοντας βοστρύχους εις το φύσημα του βορρά, και την βαθείαν κυμαινομένην γενειάδα, κατέβαινε κάτω εις το μέγαν απλωτόν αιγιαλόν, ανάμεσα εις αγρίους θαλασσοπλήκτους βράχους, διά να φωτίση κι αγιάση τ' αφώτιστα κύματα.
Τον άλλον καιρό ήρχοντο, συνήθως την άνοιξιν, γυναίκες ναυτικών και θυγατέρες, κάτω από την χώραν, με σκοπόν ν' ανάψουν τα κανδήλια, και παρακαλέσουν την Παναγίαν την Κατευοδώτριαν να οδηγήση και κατευοδώση τους θαλασσοδαρμένους συζύγους και τους πατέρες των. Ωραίες κοπέλλες με υποκάμισα κόκκινα μεταξωτά, με τραχηλιές ψιλοκεντημένες, με τους χυτούς βραχίονας και τα στήθη τα γλαφυρά, ήρχοντο να ικετεύσουν διά τα αδελφάκια των, που εθαλασσαπνίγοντο δι' αυτάς, διά να τις φέρουν προικιά από την Πόλιν, στολίδια από την Βενετιάν, κειμήλια από την Αλεξάνδρειαν. «Πάντα νάρχονται, πάντα να φέρνουν»... Βοϊδάκια λογικά, που ώργωναν αντί της ξηράς την θάλασσαν, φρόνημα όμως τα δύο εκείνα τέκνα της ιερείας της Δήμητρος, τα μακαρισθέντα. Νεαραί γυναίκες ρεμβάζουσαι και μητέρες συλλογισμέναι ήρχοντο διά να καθίσουν και αγναντέψουν.
Αμα είχαν φωτισθή τα νερά, ή οψιμώτερα, αφού είχαν περάσει κι αι Απόκρεω, συνήθως, περί την δευτέραν εβδομάδα των Νηστειών, αφού είχαν γευθή πλέον αχινούς και στρείδια αρκετά, οι ναυτικοί μας επέβαιναν εις τα βρίκια, εις τις σκούνες των, και εμίσευαν επήγαιναν να ταξιδέψουν. Τον καιρόν εκείνον καράβια και γολέτες «έδεναν» μεσούντος του φθινοπώρου. Οι θαλασσινοί μας αγαπούσαν πολύ της εστίας την θαλπωρήν, τον καπνόν του μελάθρου και το θάλπος της αγκάλης. Και όταν επανήρχετο η άνοιξις εις την γην, τότε αυτοί επέστρεφαν - εις την θάλασσαν.
Εσηκώνοντο στα πανιά τα αιμωιασμένα και ναρκωμένα από την μακράν ραστώνην σκάφη, ανά δύο ή τρία την αυτήν ημέραν, και σκούνα έφερνε βόλτες εις τον λιμένα, εάν ήτο εναντιός, ή και ούριος, αν ήτο ο άνεμος. Η βάρκα επερίμενε διπλαρωμένη έξω εις την προκυμαίαν. Ο καπετάνιος δεν ετελείωνε τους αποχαιρετισμούς εις την οικίαν και ο λοστρόμος εμάκρυνε τις πανετάδες εις τα καπηλειά. Κι η βάρκα επερίμενε. Και ο μούτσος έχασκεν επάνω εις το κεφαλόσκαλον. Και ο νεαρός ναύτης, όστις είχεν έλθει με το μούτσον τώρα από τη σκούναν, που ήτο στα πανιά, εγίνετο άφαντος. Δύο άλλοι σύντροφοι, περασμένοι στα χαρτιά, ναυτολογημένοι, έλειπαν. Κανείς δεν ήξευρε πού ήσαν. Και μέσα εις το πλοίον όπου έφερνε βόλτες -βόλτες, κι εστρέφετο ως δεμένον περί κέντρον αόρατον - το κέντρον ήτο μέσα εις τας καρδίας και εις τας εστίας των ναυτικών - άλλος δεν ήτο ειμή ο πηδαλιούχος, ο μάγειρος κι ένας επιβάτης, ξένος κι έρημος, εις τον οποίον είχαν ειπεί «τώρα, στη στιγμή, να, τώρα - τώρα θα φύγουμε», κι είχε μπαρκάρει, ο άνθρωπος, από δώδεκα ώρας πριν.
Ο πλοίαρχος έπρεπε να βάλη εμπρός την καπετάνισσαν αυτή ώφειλε να προπορευθή, επειδή ήτον τυχερή, βέβαια κι έτσι απεφάσιζε να μπαρκάρη. Τέλος εσυμμαζεύετο ο λοστρόμος, ανεκαλύπτοντο οι δύο απόντες σύντροφοι, εξεκολλούσεν ο πλοίαρχος, έπεφταν τρομπόνια αρκετά, τρομπόνια από το πλοίον, τρομπόνια έξω από την πόλιν έκοφταν, εψαλίδιζαν τες βόλτες ταχύτερα, συντομώτερα, ως να εσφίγγοντο διά να κόψουν την αόρατον εκείνην κλωστήν, το λεπτόν ισχυρόν νήμα, ως μίαν τρίχα ξανθήν μακράς κυματιζούσης κόμης, και το σκάφος έβαλλε πλώρην προς βορράν.
Την ημέραν εκείνην και τας άλλας ημέρας της αρχής του έαρος, καραβάνια γυναικών, ασκέρια, φουσάτα γυναικών, ανείρπον, ανέβαινον, ανήρχοντο, επάνω στην ρεματιάν, το ρέμα - ρέμα, τον ελικοειδή δρομίσκον, όστις διαχαράσσεται ανά τους λόφους τους τερπνούς με τας χιλιάδας των ελαιοδέντρων, τον αειθαλή πρασινόφαιον στολισμόν της μεγάλης κοιλάδος με τες ράχες, με τας κορυφάς, με τας εσοχάς και εξοχάς, ανετώτερον από την κυματίζουσαν ποδιάν της βοσκοπούλας του βουνού, πολυπτυχώτερον από τη χρυσοκέντητον εσθήτα της νύμφης. Επάνω εις τον βράχον της ερήμου βορεινής ακτής, πλησίον εις το λησμονημέον παρεκκλήσι της Παναγίας της Κατευοδώτρας, εκεί εγίνετο το μάζεμα των γυναικών, η σύναξις η μεγάλη.
Τότε έλαμπαν με μεγάλες φωτιές τα κανδήλια της Παναγιάς της Κατευοδώτρας. Η γραία Μαλαμίτσα, η κλησάρισσα του Αγίου Νικολάου, έβαλλε τις φωνές έκανε το κακό... εμάλωνε με όλες τις γυναίκες. Αυτή επήρε το καλαθάκι της, τη ρόκαν της, τ' αδράχτι της, και ήλθεν από τον Αγιον Νικόλαον επίτηδες, κατά παραγγελίαν του κυρ Αγγελή του επιτρόπου... διά να μαλλώση τις γυναίκες τις ευλαβητικές (αλλοίμον! η ευλάβειά μας είναι για το συμφέρον, έλεγε σείουσα την κεφαλήν), να μην το παρακάνουν και χύνουν λάδια πολλά και καταλαδώνουν το έδαφος του ναού, και τα στασίδια και το αναλόγι, και τα δύο-τρία παμπάλαια βιβλία που ήσαν εκεί, και τα μανάλια, και τον τοίχον, και το τέμπλον, και τις ποδιές και αυτές τας αγίας εικόνας. Αλλ' οι γυναίκες δεν την άκουαν. Τι χρειάζονται τόσες φωτιές, σαν πυροφάνια, εφώναζεν η γριά Μαλαμίτσα. Αυτή είχε μάθει από τον γέροντά της τον παπα-Γεράσιμον, ότι οι φωτιές των κανδηλιών πρέπει να είναι μικρές, τόσες δα, σαν λαμπυρίδες. Του κάκου. Κανείς δεν την άκουεν.
Οι ορμανθοί των γυναικών, ομάδες-ομάδες, συγγενολόγι... διεσπείροντο εις μικρούς όχθους, εις πτυχάς του βράχου, ανάμεσα εις θάμνους και χαμόκλαδα, εις μέρη υψηλά και εις μέρη υπήνεμα, ήρχοντο με τα καλαθάκια τους, με τα μαχαιρίδια τους... διότι πολλαί εξ αυτών ησχολούντο να βγάλουν αγριολάχανα... με τα προγεύματά τους, τα σαρακοστιανά, και αφού είχαν ανάψει τα κανδήλια της Παναγιάς, αφού είχαν κάνει μετάνοιες στρωτές πολλές, κι είχαν κολλήσει αφιερώματα εις την εικόνα, κι είχαν χορτάσει τ' αυτιά τους από τας νουθεσίας της γριάς-Μαλαμίτσας, εστρώνοντο εκεί εις τη δροσεράν χλόην κι αγνάντευαν κατά το πέλαγος.
Τα βοσκόπουλα, εκείνα τ' άγρια κι αχτένιστα κι απλοϊκά, που τις έβλεπαν από μακράν σαν σκιασμέν, απορούσαν κι έλεγαν:
- Κοίτα τις! στα μάτια έκαμαν.
Ως τόσον αι γυναίκες των θαλασσινών αγνάντευαν.
Ιδού το βρίκι του καπετάν-Λιμπέριου του Λιμνιού είχε σηκωθεί στα πανιά αργά τη νύκτα με το απόγειο της νυχτός ηύρε το ρέμα και απεμακρύνθη κι εχώνεψε. Κατευόδιο καλό! Η προσευχή των μικρών παιδιών του ας είναι η πνοή στα πανιά, στα ξάρτια του καραβιού σας... στο καλό, στο καλό!
Ιδού το καράβι του καπετάν-Σταμάτη του Σύρραχου. Υπερήφανα, καμαρωμένα, αδελφωμένα τα δυο, αυτό κι ο πλοίαρχός του, πάνε να μας φέρουν καλά, να μας φέρουν στολίδια. Στο καλό, πουλί μου, στο καλό!
Ιδού και η γολέτα του καπετάν-Μανόλη του Χατζηχάνου... Η ψυχή μου, η πνοή μου να είναι πάντα στα πανιά σου, ωσάν λαμπάδα του Επιταφίου, να διώχνη τα μαύρα, τα κατακόκκινα τελώνια, πριν προφτάσουν να κατακαθίσουν στα πινά του. Σύρε, πουλί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα! Στο καλό!...
Να κι η σκούνα του καπετάν-Αποστόλη του Βιδελνή, καινούργιο σκαρί, η τετάρτη ή πέμπτη, την οποίαν κατορθώνει εντός δεκαετίας να σκαρώση, μ' όλην της τύχης την καταδρομήν. Επεσε πολύ γιαλό, δεν την ηύρε καλό το απόγειο, κι άργησε. Διακρίνεται το πλήρωμα, οι άνθρωποι σαν ψύλλοι, που πηδούν, εμπρός κι οπίσω στην κουβέρτα. Δουλευά τα, καπετάνιο μου! Η Παναγιά, μπροστά μας! Στο καλό, στο καλό!
- Παιδιά μου, κορίτσια μου, αρχίζει να ομιλή η γριά Συρραχίνα παλαιά καπετάνισσα, με το ραβδάκι της και με το καλαθάκι της στο χέρι, με τα ογδόντα χρόνια στην πλάτη της, μπόρεσε κι ανέβη τον ανήφορον διά να καμαρώση, ίσως διά τελευταίαν φοράν, το καράβι του γυιού της που έφευγε. Ξέρετε τι μεγάλη χάρη έχει και πόσο καλό έκαμε στους θαλασσινούς αυτό το εκκλησιδάκι της Μεγαλόχαρης.
- Πώς δεν το ξέρουμε, είπαν αι άλλαι ας έχη δόξα το όνομά της.
-Το εξωκκλήσι αυτό αγίασε και μέρωσε όλο το άγριο κύμα, πρωτύτερα είχε κατάρα όλος αυτός ο γιαλός.
- Γιατί;
- Βλέπετε κείνον το βράχον, κάτω στο κύμα που ξεχωρίζει απ' το γιαλό;... που φαίνεται σαν άνθρωπος με κεφάλι και με στήθια;... που μοιάζει σαν γυναίκα; Εκείνη είναι η Φλανδρώ.
- Ναι, το Φλανδρώ, είπεν η υπερεξηκοντούτις Χατζηχάναινα. Κάτι έχω ακουστά μου. Εσύ θα το ξέρης καλλίτερα, θειά-Φλωρού.
- Το βλέπετε κι είναι ξέρα, είπεν η Φλωρού η Συρραχίνα μια φορά κι έναν καιρό ήταν άνθρωπος.
- Ανθρωπος;
- Ανθρωπος, καθώς εμείς. Γυναίκα.
Αι άλλαι ήκουον με απορίαν. Η γρια-Συρραχίνα ήρχισε να διηγήται.
- Στον καιρό των παλαιών Ελλήνων, ήταν μία κόρη αρχοντοπούλα, που την έλεγαν Φλάνδρα ή Φλανδρώ. Η Φλανδρώ είχε νομαστή έτσι - καθώς μούπε ο πνευματικός απάνω στον Αη-Χαράλαμπον όσο τον θυμούμαι, μακαρία η ψυχή του. Ημουν μικρό κορίτσι, δώδεκα χρονών, και μ' επήγε η μάνα μου να ξαγορευτώ τη Μεγάλη Τετράδη... τι να ξαγορευτών, εγώ τίποτα δεν ήξερα, τα ξεράματά μου... το τι μόλεε ο πνευματικός δεν αγροικούσα, φωτιά που μ' ε!... Το νόημά του δεν το καταλάβαινα, τα λόγια τα θυμόμουν, κι ύστερ' από χρόνια... το κορίτσι πρέπει να είναι φρόνιμο και ντροπαλό, νάναι υπάκοο, να μην κοιτάζη τους νιούς, ν' αγαπά τον κύρη του και τη μαννούλα του και σαν μεγαλώση, και δώση ο Θιός και παντρευτή με την ευκή των γονιών της, άλλον να μην αγαπά απ' τον άνδρα της.
Μόφερε το παράδειγμα των παλαιών Ελλήνων... Οι παλιοί Ελληνες, που προσκυνούσαν τα είδωλα... Κείνον τον καιρό ήτον μια που την έλεγαν Φλάνδρα, ή Φλανδρώ. Φλανδρώ θα πει Φιλανδρώ. Φιλανδρώ θα πη μια που αγαπά τον άνδρα της. Φλανδρώ την είπαν, Φλανδρώ βγήκε. Αγάπησε ολόψυχα τον άνδρα της, όσο που έχασε τ' αγαθά του κόσμου, και έγινε πέτρα γι' αυτό. Τον καιρό εκείνο ήταν ένας καραβοκύρης, όμορφο παλληκάρι, κι αγάπησε το Φλανδρώ και την εγύρεψε, και της έδωσε αρραβώνα. Σαν της έδωσε αρραβώνα, εσκάρωσε καινούργιο καράβι, και σαν εσκάρωσε το καράβι, έγινε κι ο γάμος και σαν έγινε ο γάμος έρριξε το καράβι στο γιαλό, κι εμπαρκάρισε, και πήγε να ταξιδέψη.
Τότε το Φλανδρώ ήλθε ν' αγναντέψη, σαν καλή ώρα, σ' αυτό το έρμο το γιαλό. Ξακολλούσε η ψυχή της, που έφευγεν ο άνδρας της. Δεν μπορούσε να το βαστάξη, να στυλώση την καρδιά της. Αγνάντεψε το καράβι που έφευγε, κι έκλαψε, κι έκλαψε πικρά, κι έπεσαν τα δάκρυά της στα κύματα, και τα κύματα επικράθηκαν κι εφαρμακώθηκαν, και θύμωσαν, κι αγρίεψαν κι εθέριεψαν... και στο δρόμο τους που ηύραν το καράβι, έπνιξαν τον άνδρα της Φλανδρώς, κι έγινε αγυρισιά του... Και το Φλανδρώ ήρθε και ξαναήρθε σ' αυτό το έρμο γιαλό κι εκοίταζε, κι αγνάντευε... κι επερίμενε, κι εκαρτερούσε, κι απάντεχε... Πέρασαν μήνες, πέρασε χρόνος, πέρασαν δύο χρόνια, πέρασαν τρία... και το καράβι πουθενά δεν εφάνηκε... και το Φλανδρώ έκλαψε, και καταράστηκε τη θάλασσα, και τα μάτια της εστέγνωσαν και δεν είχε πλιά δάκρυ να χύση... και παρακάλεσε τους θεούς της που ήταν είδωλα, πέτρες, να της κάμουν τη χάρη να γίνη κι αυτή είωλο, βράχος, πέτρα... Και το ζήτημά της έγινε και την έκαμαν βράχο, ξέρα... με το σκήμα τ' ανθρωπινό, που τρίβηκε κι εφθάρηκε απ' τα κύματα ύστερ' από χιλιάδες χρόνια εκεί, η πέτρα που θαλασσοδέρνεται και χτυπά και βογγά απάνω της το κύμα... κι η φωνή της, το βογγητό της, γίνεται ένα από το βογγητό της θάλασσας... Να η ξέρα εκεί. Αυτή' ναι η Φλανδρώ.
Υστερα με χρόνια πολλά, σαν ήρθε ο Χριστός ν' αγιάση τα νερά, για να βαφτιστή η πλάση, μια χριστιανή αρχόντισσα, η Χατζηγιάνναινα, που είχαν σκαρώσει τα παιδιά της δύο καράβια, έταξε στην Παναγιά, κι έχτισε αυτό το παρακκλήσι, για το καλό κατευόδιο των παιδιώνε της... Ας δώσ' η Παναγιά και σήμερα νάναι καλό κατευόδιο στους άνδρες σας, στ' αδέρφια σας, και στους γονιούς σας.
- Φχαριστούμε ομοίως και στα παιδάκια σου, θειά Φλωρού.
Ο ήλιος εχαμήλωσε κατά το βουνόν, τα πρώτα πλοία είχαν γίνει άφαντα προ ώρας και η τελευταία γολέτα μικρόν κατά μικρόν εχώνευεν εις το μέγαν πέλαγος. Τα συγγενολόγια και τα φουσάτα των γυναικών, με τα καλαθάκια και τα μαχαιράκια τους, διεσπάρησαν ανά τους λόγους κι έβγαζαν καυκαλήθρες και μυρόνια, κι έκοφταν φτέρες κι αγριομάραθα. Σιγά-σιγά κατέβη ο ήλιος εις το βουνόν και αυταί κατήλθον εις την πολίχνην.
Η νυκτερινή αύρα εσύριζεν εις τα δένδρα και οι λογισμοί των γυναικών επετούσαν μαζί της κι έστελλαν πολλάς ευχάς εις τα κατάρτια, εις τα πανιά και εις τα εξάρτια των καραβιών. Και βαθιά, εις την σιωπήν της νυκτός, τίποτε άλλο δεν ηκούσθη, ειμή το λάλημα του νυκτερινού πουλιού, και το άσμα μιας τελευταίας συντροφιάς ναυτικών μελλόντων ν' αναχωρήση αύριον: «Σύρε, πουλί μου, στο καλό και στην καλή την ώρα!».

Όταν ο άνθρωπος σέβεται κι αγαπά την φύση...







Η προσευχή του ταπεινού.

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου.
'Αλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ' τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάσταξα. Μου δίνεις και την ξένη.
Μ' απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν' αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ' τον αγέρα.
Δεν έχω δόξα. Είν' ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.'
Ακουσα τη γλυκιά βροχή. Τη δύση έχω κοιτάξει.'
Εδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.
Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω ή να κρατήσω.
Δεν περιμένω ανταμοιβή. Πολύ' ναι τέτοια ελπίδα.
Ευδόκησε ν' αφανιστώ χωρίς να ξαναζήσω...
Σ' ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.
Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940)
(Τα θεία δώρα)

ΚΑΦΕΝΕΙΟΝ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΜΠΑΓΙΩΡΗ

Στην άκρια της οδού λιτό κι απέριττο
το καφενείο του σύντροφου Μπαγιώρη.
Τη μοναξιά του θέρμαινε η συζήτηση
σαν ούρλιαζε στο δρόμο το αγριοβόρι.

Μες στου γκαζιού τη λάμψη την ωχρόλευκη
σκυφτός το «Ριζοσπάστη» ένας διαβάζει,
πεντέξη εργάτες τον ακούν αμίλητοι
κι ο γέρο καφετζής αναστενάζει.

Εκεί ο καφές, μισό φράγκο φτηνότερος,
συγκέντρωνε εραστές του κάθε Ωραίου,
εκεί ήταν η διεύθυνση κι η σύνταξη
του φύλλου μας του «Επαναστατικού Δικαίου».

Όμως μια μέρα που είχαμε συγκέντρωση
ενάντια στη λευκή τρομοκρατία,
κάποιος σπιούνος, μάθαμε, μας πρόδωσε
και μπήκε να μας πιάσει η αστυνομία

Κάποιοι βρεθήκαν έτοιμοι και τράβηξαν
γενναίοι σε φυλακές και σ’ εξορίες
και κάποιοι, από μια σύμπτωση σωτήρια,
σκεπτικιστές –αλλάξαν θεωρίες.

Βέβαια με χιούμορ τούτοι θ’ αναφέρουνε
συχνά το καφενείο του κυρ Μπαγιώρη,
πήραν πτυχίο και κάποιοι πολιτεύουνται
στις επαρχίες, γιατροί και δικηγόροι

Κι οι άλλοι; Μα γι’ αυτούς ας μη μιλήσουμε.
Κι ο σύντροφος που ζούσαμε μαζί του
βαρέθη να προσμένει –τι να πρόσμενε;
και πούλησε κι αυτός το μαγαζί του.


Ασημάκης Πανσέληνος (1903-1984)
(Από τη συλλογή Μέρες οργής, 1945)

Μεσολογγίτης

του Αλεξάνδρου Πάλλη (1851-1935)

«Είχα ντουφέκι αλάθευτο, περήφανο σαν άτι,
που μήνες δεν παραίτησε τ’ ασάρκωτό μου χέρι,
κι όσες οι τρίχες μου έφαγε τόσων οχτρών το μάτιּ
φτάνει η Αραπιά, το πέταξα κι αδράζω το μαχαίρι!

Ήταν μαχαίρι γονικό, σα σκύλος μπιστεμένο,
κι είχε απ’ τα χρόνια τα παλιά, τα κλέφτικα, συνήθεια
να κυνηγάη τις άπιστες καρδιές σα λυσσασμένοּ
είδα, πολλοί ήταν, τό ΄μπηξα στης Δέσπως μου τα στήθια.

Στης Δέσπως που μου πείνασε, που δίψασε μαζί μου,
που λάμπανε απ’ τα κάλλη της τα κορφοβούνια, οι λόγγοι…
Μα τι; Τη Δέσπω θα θρηνάη και τα άρματα η ψυχή μου;
Δεν κλαίω για κείναּ χάθηκε, σας λέω, το Μεσολόγγι!..»

Από τη συλλογή «Ταμπουράς και κόπανος», 1907

Ο θείος μου ο γυρολόγος.

Του Γ. Χ. ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗ.

Είναι αλήθεια πως στενές σχέσεις με το θειο μου το Χουρμούζη, το μεγάλο αδερφό του πατέρα μου δηλαδή, δεν είχαμε. Ο ένας ο λόγος ήτανε που η μάνα μας δε μιλούσε και πολύ ενθουσιασμένη γι' αυτόν. Αντίθετα, μάλιστα, όλο και έβρισκε ευκαιρία να πετάει υπονοούμενα για τη συμπεριφορά του απέναντι στον πατέρα μας. Οτι τον αδίκησε, ότι δεν τον βοήθησε τότε που είχε ανάγκη, ότι ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει για μας τα παιδιά, αν ζούμε ή αν πεθάναμε, όπως συμπλήρωνε χαρακτηριστικά. Ο πατέρας μου, βέβαια, ποτέ δεν απαντούσε στα σχόλια αυτά της μάνας μας. Σήκωνε τους ώμους του, φορούσε βαθιά, μέχρι τ' αυτιά του την καφετιά του τραγιάσκα και, όπως πάντα, αθόρυβος, έφευγε. Μόνο την πόρτα έβρισκε έναν τρόπο να τη χτυπάει φεύγοντας και τότε εμείς καταλαβαίναμε πως ο πατέρας μας είχε θυμώσει. Είτε γιατί κάτι ήξερε σχετικά με τη συμπεριφορά του αδερφού του και δεν ήθελε να το μαρτυρήσει, είτε γιατί δεν ήθελε ν' ακούει πικρά σχόλια για το μεγαλύτερο αδελφό του, τον Χουρμούζη, που, σύμφωνα με την ομολογία της γιαγιάς μας, αυτός τον είχε μεγαλώσει, μια και ο παππούς μας ο Γιώργης, πέθανε, όταν ο πατέρας μας ήτανε 2 χρονών. Κι όταν τα πράματα σφίξανε στην πατρίδα και οι Τούρκοι έπαιρναν στο στρατό και τα Ελληνόπουλα, που είχανε πατήσει τα 16, ο θειος μας ο Χουρμούζης έντυσε τον πατέρα μας γυναίκα και τον πέρασε κρυφά στην Ελλάδα. Τι ιστορία κι αυτή! Δε χορταίναμε να την ακούμε. Με τον τρόπο, μάλιστα, που μας τη διηγιότανε η γιαγιά μας, η Αλευρού, ακόμα και οι απλές λεπτομέρειες αυτού του πραγματικού περιστατικού έπαιρναν τις διαστάσεις του μύθου. Ενός τρομακτικού και μαζί αστείου παραμυθιού. Τρομακτικού, γιατί όσοι έπαιρναν μέρος σ' αυτόν έπαιζαν κυριολεκτικά με το θάνατο. Νύχτες ολόκληρες, μας έλεγε η γιαγιά, πότε με βροχή και πότε με χιόνι ήτανε αναγκασμένοι να κοιμούνται έξω. Και πολλές φορές να περπατάνε χιλιόμετρα, χωρίς ανάπαυση. Νηστικοί, κουρασμένοι, ξαγρυπνισμένοι. Ηταν και αστείο όμως αυτό το παραμύθι, γι' αυτό και πολλές φορές μας έπιανε η γιαγιά μας να κρυφογελάμε, γιατί φανταζόμασταν τον πατέρα μας ντυμένο γυναίκα και δεν κρατιόμαστε. Ο κυρ Χαράλαμπος γυναίκα!
Ο άλλος λόγος που οι σχέσεις μας με το θειο μας τον Χουρμούζη δεν ήτανε πολύ στενές ήτανε η γυναίκα του η Ελένη. Οταν την παντρεύτηκε, αυτή είχε περάσει τα 50. Χοντρή, χαμηλοκώλα με κατάμαυρα μαλλιά και ψιλό περμανάντ. Φορούσε και μια τριμμένη ρόμπα, βυσσινιά με πράσινες κλάρες, κοντές αντρικές κάλτσες και η αριστερή της παντόφλα ήτανε μονίμως τρύπια από μπροστά και φαινότανε το μεγάλο της δάχτυλο. Είχε και μια κόρη, από τον πρώτο της γάμο, την Τασούλα και ίσα με 500 στρέμματα χωράφι στο Λιμπάνοβο, στο σημερινό Αιγίνιο, κοντά στην Κατερίνη. Ολ' αυτά, βέβαια, δε μας πείραζαν. Ούτε τα χωράφια της ούτε τα χρόνια της. Εξάλλου σ' εκείνη την ηλικία που ήμασταν τότε δεν μπορούσαμε να συσχετίσουμε τα χρόνια με τις γυναίκες. Ασε που ο μπάρμπα Πασχάλης που νοίκιαζε ένα μικρό δωμάτιο απέναντι, στο διώροφο της κυρίας Κατίνας, κάθε φορά που περνούσε καμιά από αυτές τις νεάζουσες πενηντάρες και γέμιζε την ατμόσφαιρα φτηνές κολόνιες, έστριβε το μεγάλο του μουστάκι, μου έκλεινε το μάτι και αναστενάζοντας σιγομουρμούριζε:
-Αχ, Γιωργάκη, η παλιά η κότα έχει το ζουμί. Αυτό να μην το ξεχάσεις ποτέ, έτσι;
Εκείνο που μας ενοχλούσε, ιδιαίτερα εμένα, στη θεια μας τη Χουρμούζαινα ήτανε τα ξινά της μούτρα, γεμάτα κρεατοελιές με μια μαύρη σκληρή τρίχα στην άκρη τους, που, όταν αποφάσιζα να τη φιλήσω, με το ζόρι, γιατί μου το είχε επιβάλει η μάνα μου, με την ελπίδα πως θα κονομήσω κανένα δίφραγκο για χαρτζιλίκι, μου τρυπούσαν το μάγουλο σαν καρφίτσα. Φυσικά, ήτανε τόσο σπαγκοραμμένη η θεια, παρ' όλα τα 500 στρέμματα στο Λιμπάνοβο, που σπάνια έβαζε το χέρι στην τσέπη της. Ετσι το μόνο που «κονομούσα» ήτανε εκείνο το τσίμπημα από τις απαίσιες τρίχες της. Και δεν ήτανε μόνο τα μούτρα της θειας μας που μας ενοχλούσαν, ήτανε και τα σπασμένα της ελληνικά. Γνήσια καραμανλού, βλέπεις και ούτε που έκανε καμιά προσπάθεια να διορθωθεί το «λέγειν» της, όπως σχολίαζε η μανούλα μου. Ετσι, χρόνια ολόκληρα εμένα αντί να με φωνάζει «μπέμπη», όπως με φώναζαν τότε οι άλλοι οι συγγενείς, με φώναζε «πέπη». Το «μπαμπάκι» το έλεγε «παπάκι» και τα «μπούτια» τα έλεγε «πούτια»!
Είτε έτσι, είτε αλλιώς. Πότε με τη φτώχεια και πότε με λίγο βούτυρο πάνω στο ψωμί μας περνούσε ο καιρός, ήρθε και ο πόλεμος, έσπασε το μέτωπο. Η Θεσσαλονίκη γέμισε κυνηγημένους φαντάρους, γεμάτους ψείρες και ματωμένους επιδέσμους. Υστερα ήρθανε και οι Γερμανοί. Κατοχή, είπανε οι μεγάλοι. Εμείς ακούγαμε και σωπαίναμε. Ωσπου ήρθε και η μεγάλη η πείνα. Πρώτα έλειψε το λάδι, το τυρί, το βούτυρο. Υστερα έλειψε το αλεύρι, το ψωμί, τα πράσα, τα φασόλια, οι ντομάτες, τα φρούτα. Κι εμείς πεινούσαμε. Η μόνη παρηγοριά μας ήτανε ο κυρ Μιχάλης, ο μανάβης. Πριν μπούνε οι Γερμανοί, περνούσε κάθε μέρα και ξεσήκωνε τον κόσμο με την αγριοφωνάρα του. Ο αφιλότιμος. Εμείς τον βλέπαμε σαν μπαξέ, πάνω σε γαϊδούρι. Ηρθανε οι Γερμανοί όμως, λείψανε και τα ζαρζαβατικά. Ο κυρ Μιχάλης πούλησε το γαϊδούρι του, βράχνιασε και η φωνή του επικίνδυνα και αραίωσε και τα περάσματά του. Τι να πουλήσει εξάλλου; Τελευταία φορά που τον είδαμε ήτανε ένα μαγιάτικο πρωινό. Μόλις που κρατιόταν στα πόδια του. Στην κοκαλιάρικη πλάτη του κουβαλούσε ένα κοφίνι γεμάτο φρέσκα κουκιά. Πέσαμε με τα μούτρα εγώ και ο αδερφός μου. Η μάνα μου μας έβλεπε και τα μάτια της έτρεχαν σαν τις βρύσες. Τον κυρ Μιχάλη δεν τον ξαναείδαμε. Εφυγε για το βουνό, είπε ένα πρωί ψιθυριστά ο πατέρας μου. Εμείς που δεν ξέραμε τι θα πει τότε αυτή η κουβέντα, σκεφτήκαμε πως θα πήγε να μαζέψει κουκιά και περιμέναμε να τον δούμε κανένα πρωί στην πόρτα μας. Αδικα. Και η πείνα μας θέριευε. Ωσπου ένα πρωί μας άρπαξε η μάνα μας από το χέρι με το πρόσωπό της συννεφιασμένο, γεμάτο απελπισία και πίκρα, και μας πήγε σχεδόν τρέχοντας στο σπίτι του θειου μου του Χουρμούζη. Μας άνοιξε η θεια μου η Ελένη.
- Πείτε καλημέρα στη θεία Ελένη και δώστε της και ένα φιλάκι.
Ακούστηκε τρεμάμενη η φωνή της μάνας μου. Εγώ έκανα πως δεν άκουσα και πήγα και κάθισα σε μια καρέκλα μακριά από τη θεία μας. Η μάνα μου ήτανε τόσο συγχυσμένη, που δεν πρόσεξε την απρέπειά μου. Πήρε μόνο αγκαζέ τη θεια μου και χάθηκαν στην κουζίνα. Το τι είπανε εκεί μέσα το καταλάβαμε, όταν είδαμε την ξαδέρφη μας την Τασούλα να στρώνει το τραπέζι με ένα κόκκινο καρό τραπεζομάντιλο και τη θεια μου, την καραμανλού, να φέρνει ένα μεγάλο τεντζερέ γεμάτον αχνιστή φασολάδα.
-Ο θείος σας ο Χουρμούζης λείπει.
Είπε κάποια στιγμή, χωρίς να τη ρωτήσει κανείς, η θεια μου.
-Πήγε στα Γιαννιτσά να δώσει εμπόρευμα. Αυτά έχουν οι γυρολόγοι δεν κάθονται ποτέ στο σπίτι τους.
Ούτε που δώσαμε σημασία στην εξήγηση για την απουσία του θείου μας του Χουρμούζη. Οταν φεύγαμε όμως και τρίβαμε τις φουσκωμένες κοιλιές μας όλο περηφάνια που εμείς φάγαμε εκείνο το μεσημέρι, εγώ έσκυψα να χαϊδέψω ένα κοκαλιάρικο γατάκι που είχε κουλουριαστεί ανάμεσα στα χόρτα. Και τότε είδα το θειο μου να κατηφορίζει, τρέχοντας σχεδόν, με μια μεγάλη βαλίτσα. Δεν είπα τίποτε. Ούτε την άλλη φορά είπα τίποτε. Γιατί από εκείνη τη μέρα πηγαίναμε δυο φορές την εβδομάδα και τρώγαμε στου θειου μου του Χουρμούζη. Και κάθε φορά εκείνος έλειπε για να πάει εμπόρευμα στα Γιαννιτσά σαν «γυρολόγος» που ήτανε. Μια μέρα μάλιστα, η θεια μου η Ελένη με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα και τις τρίχες του προσώπου της ακόμα πιο σκληρές μουρμούρισε...
-Ο θειος σας θα λείψει για πολύ. Οι γυρολόγοι βλέπεις δεν κάθονται ποτέ στο σπίτι τους.
Η ξαδέρφη μας η Τασούλα πάτησε τα κλάματα και έτρεξε να χαθεί στο δωμάτιό της. Κι έτσι που περνούσε από κοντά μου, μου τράβηξε μια δυνατή κλοτσιά στο κότσι και με πονούσε μια ολόκληρη εβδομάδα. Εκείνη τη μέρα έφαγα δυο πιάτα γεμάτα, γιατί κατάλαβα πως ήτανε τελευταία φορά που τρώγαμε στου θειου μου. Φύγαμε με κατεβασμένα τα κεφάλια. Ούτε «ευχαριστώ», ούτε τίποτε.
Ετσι άρχισαν πάλι οι πείνες. Ο κυρ Μιχάλης στο βουνό, ο θειος μου ο Χουρμούζης στο μακρινό του ταξίδι με το μυστήριο το εμπόρευμα στη μεγάλη βαλίτσα, σαν «γυρολόγος» που ήτανε, και οι δικοί μας ανήμποροι να παλέψουν το κακό. Ωσπου ένα πρωί όρμησε η μάνα μας εκεί που παίζαμε με τις πάνινες τις μπάλες στη μικρή πλατειούλα της γειτονιάς μας. Τρομάξαμε.
-Γιώργο, Νίκο, η θεια σας η Ελένη ειδοποίησε να πάτε. Ο θείος ο Χουρμούζης επέστρεψε.
Φύγαμε τρέχοντας. Στο δρόμο έκλεινα τα μάτια μου και έβλεπα μπροστά μου πιάτα γεμάτα με αχνιστές φασολάδες. Φρέσκα ψωμιά και την ξαδέρφη μου την Τασούλα να μας γεμίζει τα κρυστάλλινα ποτήρια με γάργαρο νερό. Δεν είπαμε κουβέντα για τον επανακάμψαντα «γυρολόγο». Ούτε η θεια μου είπε τίποτε. Κάποια στιγμή, όμως, άνοιξε η πόρτα της κουζίνας και φάνηκε ο θειος μου ο Χουρμούζης. Δεν κρατούσε βαλίτσα ούτε φορούσε εκείνη τη μακριά βυσσινιά ρόμπα. Δε φορούσε ούτε τα χρυσά του τα γυαλιά που στραφτάλιζαν στον ήλιο και μας έκαναν εντύπωση. Το πρόσωπό του ήτανε κίτρινο, ο λαιμός του ήτανε μπαταρισμένος με έναν κάτασπρο επίδεσμο που σε μια του μεριά ήτανε ματωμένος και ακουμπούσε σε δυο ξύλινες πατερίτσες. Τότε προσέξαμε γεμάτοι τρόμο πως του έλειπε το ένα πόδι. Μας κοίταξε κάμποσα λεφτά και μετά γύρισε πάλι στην κουζίνα. Τσιμουδιά εμείς. Δεν είχαμε όρεξη να φάμε. Δεν κατέβαινε τίποτε. Αφήσαμε τα κουτάλια και φύγαμε, όπως την άλλη φορά. Χωρίς «ευχαριστώ», χωρίς «τίποτε»!
Πέρασαν τα χρόνια. Ούτε που άκουσα στο σπίτι μας να γίνεται λόγος για το θειο μας, το Χουρμούζη. Πέθανε και ο πατέρας. Μια μέρα είδα την Τασούλα, με άσπρα μαλλιά και λυγισμένη στα δύο. Εκανα πως δεν την είδα. Ετσι όμως που περνάνε τα χρόνια, ήρθε και το 12ο Συνέδριο του Κόμματος. Σε ένα διάλειμμα με πλησίασε ένας γεροντάκος.
- Δε μου λες, σύντροφε, το Χουρμούζη το Χουρμουζιάδη τι τον είχες;
-Θείο, αδελφός του πατέρα μου.
-Ε ρε τι τραβήξαμε μαζί στη Μακρόνησο. Μέχρι που τον σφάξανε ένα πρωί και τον στείλανε πίσω στην Αθήνα τυλιγμένο μέσα σε ένα μουσαμά!
Να τι ήξερε, λοιπόν, ο πατέρας μου και δεν απαντούσε στα σχόλια της μάνας μου, μόνο έφευγε βροντώντας την πόρτα, όταν εκείνη μιλούσε πικρά για τον αδερφό του το Χουρμούζη, το «γυρολόγο», που ένα πρωί τον σφάξανε και τον στείλανε πίσω στην Αθήνα, τυλιγμένο σε ένα μουσαμά!


ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΟΥΡΜΟΥΖΙΑΔΗΣ (βιογραφικό)
Καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1935. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Δίδαξε ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση (1961 - 1964). Το 1965 ορίστηκε Εφορος Αρχαιοτήτων Θεσσαλίας. Το 1973 έγινε Διδάκτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ. Την περίοδο 1976 - 1978 ήταν υπότροφος της Alexander v. Humbolt στη Χαϊδελβέργη, για μετεκπαίδευση στην Ευρωπαϊκή Ιστορία. Το 1981 εκλέχθηκε καθηγητής της Προϊστορικής Αρχαιολογίας στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ. Το 1983 έγινε κοσμήτορας στη ΦΣ του ΑΠΘ και το 1985 έγινε αντιπρύτανης του ΑΠΘ.
Ασχολείται με την έρευνα Νεολιθικής Περιόδου κάνοντας ανασκαφές σε προϊστορικούς οικισμούς της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Εχει εκδώσει και διευθύνει τα περιοδικά «Ανθρωπολογικά» (1978 - 1982) και «Γόρδων» (1991 - 1995), με σκοπό τη διάδοση και στην Ελλάδα των θεωρητικών «κινημάτων» της Αρχαιολογίας που αναπτύσσονται στην Αμερική και στην Ευρώπη.
Ασχολείται επίσης με τη Μουσειολογία συστηματικά και οργανώνει ειδικά φροντιστήρια στο ΑΠΘ. Είναι συγγραφέας 5 βιβλίων ενώ αρθρογραφεί συστηματικά. Είναι μέλος πολλών Ευρωπαϊκών Αρχαιολογικών Ινστιτούτων
.

Anas platyrynchos.


Πρασινοκέφαλη.



Anas platyrynchos.




Βασίλειο:Animalia
Φυλή:Chordata
Υποφυλή:Vertebrata
Κατηγορία:Aves
Τάξη:Anseriformes
Οικογένεια:Anatidae
Γένος:Anas
Είδος:Anas platyrhynchos.
Η πρασινοκέφαλη είναι ένα από τα είδη αγριόπαπιας τα οποία συναντούμε σχεδόν σε όλο το μήκος του βόρειου ημισφαιρίου και την Ωκεανία και όπως προείπαμε και στην χώρα μας, η οποία αποτελεί ένα από τα μέρη στα οποία διαχειμάζει, περάν και της ύπαρξης κάποιων μικρών μονίμων πληθυσμών. Οι ονομασίες της πρασινοκέφαλη αγριόπαπιας κατά τόπους ποικίλουν, ενδεικτικά θα μπορούσαμε να αναφέρουμε μερικές από αυτές όπως, πρασίνι, Γερμάνι για τα αρσενικά ή Καστανή, Ρώσσα κλπ για την θηλύκια.
Περιγραφή:
Η πρασινοκέφαλη έχει μήκος 50-65cm για τα αρσενικά και 50-56cm για τα θηλυκά, ενώ το άνοιγμα φτερών τους κυμαίνεται από 81 έως 98cm. Το βάρος μιας ενήλικης αρσενικής πρασινοκέφαλης είναι γύρω στα 1170g ενώ μιας θηλυκιάς γύρω στα 1042g.
Το αρσενικό ενήλικο πρασινοκέφαλο έχει κεφαλή χρώματος πράσινου ιριδίζοντος και ράμφος έντονα κιτρινωπό. Το ίδιο πράσινο ιριδίζον χρώμα υπάρχει και στον λαιμό, το οποίο κατεβαίνει χαμηλά μέχρί το στήθος, οπού και διακόπτεται από ένα στενό άσπρο δαχτυλίδι. Το χρώμα των φτερών του στήθους είναι ένα σκοτεινό καφεκόκκινο, ενώ το χρώμα των φτερών της κοιλία και των πλευρών είναι ανοιχτό γκρι. Η ράχη του καλύπτεται από φτέρωμα χρώματος ανοιχτό κεφετογκρί, ενώ οι γλουτοί και η ουρά είναι μαύρου χρώματος. Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά της πρασινοκέφαλης είναι και το ουραίο φτερό, ένα κεντρικό φτερό κατά μήκος της ουράς, το οποίο εμφανίζει μια σαφή σύστριψη προς τα επάνω (κατσάρωμα). Το χρώμα των φτερών του στο επάνω μέρος είναι καφετογκρί, ενώ στο κατώτερο και προς το σώμα μέρος τους, στιλπνού μπλε, έχουν δε μια διακριτική μπλε λάμψη, η οποία διακόπτεται από μια λεπτή μαύρη και έπειτα άσπρη γραμμή στο εμπρός και πίσω μέρος τους, ενώ τα κωπταία φτερά είναι χρώματος καφέ. Τα πόδια τους είναι χρώματος εντόνου πορτοκάλι.
Ο χρωματισμός των θηλυκών είναι καφετής, με ανοιχτό καφέ κεφάλι και λεπτές σκούρες ραβδώσεις γύρω από τα μάτια. Το χρώμα του σώματος τους είναι μια πρόσμιξη ανοιχτού καφέ με σκούρες ραβδώσεις και στίγματα. Τα φτερά τους έχουν την ανάλογη λάμψη των αρσενικών, με το χρώμα τους να είναι καφετή όπως και το στήθος τους.
Κατά το διάστημα της πρόσφατης εκκόλαψης τους οι πρασινοκέφαλες, έχουν χρώμα σκούρου καφέ, με κιτρινωπά σημάδια στο επάνω και κάτω μέρος του σώματος τους και γκρίζα πόδια.
Αναπαραγωγή:
Η αναπαραγωγική περίοδο των πρασινοκέφαλων, είναι την Άνοιξη και το καλοκαίρι, κυρίως από τον Φεβρουάριος μέχρι τον Ιούνιο.
Οι περιοχές που οι πρασινοκέφαλες δημιουργούν την φωλιά τους ποικίλει, από περιοχές με ελάχιστη έως και αρκετή βλάστηση, ακόμη και δένδρα ύψους 10 μέτρων. Η φωλιά είναι απόμερη, βρίσκεται συνήθως στις περιοχές σίτισης, έχει την συνήθη μορφή, είναι αρκετά στενή και αποτελείται από χλόη και κλαδίσκους. Τόσο η φωλιά όσο και η επώαση των αυγών γίνεται αποκλειστικά από το θηλυκό. Γεννά κατά μέσω όρο από 9 έως 13 αυγά. Τα αυγά έχουν χρώμα ανοιχτού γκριζοπράσινου έως γαλαζωπού, το μέγεθος τους είναι 57 X 41mm και το βάρος τους 51g. Επωάζονται από 23-32 ημέρες, με πλέων συνηθέστερες την 27η ή 28η. Οι νεοσσοί θα παραμείνουν στην φωλιά για 50-60 ημέρες και σε όλο αυτό το διάστημα θα είναι αρκετά ευαίσθητοι και αποκλειστικά εξαρτώμενοι από την μητέρα. Η θηλύκια σε αυτό το διάστημα επιδεικνύει αξιοζήλευτη προστατευτικότητα και σε ορισμένες φορές και αυταπάρνησης. Σε περίπτωση πρόωρης απώλειας των αυγών ή των νεοσσών, οι πρασινοκέφαλες επαναφωλεωποιούν.
Σεξουαλική συμπεριφορά:
Τα νεαρά αρσενικά ωριμάζουν σεξουαλικά στην ηλικία του ενός έτους, ενώ τα θηλυκά στην ηλικία των 7 μηνών. Ο δεσμός του ζευγαριού είναι εποχιακός και το αρσενικό παρουσιάζει ενδιαφέρων και για αλλά θηλυκά ακόμα και κατά την διάρκεια αυτού του δεσμού. Αφήνει το θηλυκό αμέσως μετά από την έναρξη της επώασης και ενώνεται σε μικρά κοπάδια με αλλά αρσενικά. Τα μικρά αυτά κοπάδια επιδίδονται στο κυνήγι νέων θηλυκών, επιδεικνύοντας συμπεριφορά ακόμα και βιασμού σε περίπτωση συνάντηση τους με θηλυκά.
Σίτιση:
Η σίτιση της πρασινοκέφαλής γίνεται κυρίως κατά τις νυκτερινές ώρες και διαρκεί έως νωρίς το πρωί. Είναι σχεδόν παμφάγο αλλά κυρίως η διατροφή της αποτελείται από σπόρους, μίσχους υδρόβιων φυτών, αλλά και σπόρος και βλαστούς άλλων φυτών. Επίσης έντομα, καρκινοειδή και μαλακία, που αναζητάει στα ρηχά ή βυθίζοντας το κεφάλι της κάτω από την επιφάνεια του νερού. Κατά τους χειμερινούς κυρίως μήνες οι πρασινοκέφαλες τρέφονται και με σιτηρά, που αναζήτα στα πλημμυρισμένα λιβάδια. Η σίτιση των νεοσσών κατά το πρώτο διάστημα της ζωής τους αποτελείται κυρίως από έντομα και αργότερα και με σπόρους.
Βιότοπος- Διανομή- μετανάστευση:
Οι πληθυσμοί της πρασινοκέφαλης είναι συνήθως μεταναστευτικοί, αλλά όπως είπαμε υπάρχουν και μερικοί στατικοί πληθυσμοί, ακόμα και στην χώρα μας.
Ο Βιότοπος της πρασινοκέφαλης είναι τα διάφορα μόνιμα ύδατα πεδινών κυρίως περιοχών, όπως λίμνες γλυκού νερού, αλλά και λίμνες υφάλμυρου νερού σε κόλπους κοντά σε ακτές. Προτιμά τις περιοχές με την άφθονη βλάστηση γύρω από το νερό και σπανιότερα την συναντούμε σε περιοχές με μεγάλα υψόμετρα. Η πρασινοκέφαλη γενικότερα είναι ιδιαίτερα προσαρμόσιμη σε ένα ευρύ φάσμα βιότοπων, συμπεριλαμβανομένων σε πολλές περιπτώσεις και αστικών περιοχών. Διαχειμάζει κυρίως στη Νότια Ευρώπη και Βόρεια Αφρική.


Οι πρασινοκέφαλες είναι ίσος το πολυπληθέστερο είδος αγριόπαπιας στον κόσμο και ως μοναδικές απειλές για το είδος σύμφωνα πάντα με την διεθνή βιβλιογραφία, καταγράφονται η συρρίκνωση των φυσικών βιοτόπων της, το κυνήγι και η υβριδοποίηση της με αλλά συγγενή είδη όπως το Anas diazi platyrhynchos (Η.Π.Α. Μεξικό).

8/3/09

Ο τελευταίος Πελασγός.


Του Γιάννη ΚΑΡΑΒΙΔΑ.


Παλιά ο Μύρτος πάταγε στέρεα στη γη. Οι χειρονομίες του, οργισμένες στις αναποδιές της ζωής, συνόδευαν τα χουγιατά του, χαστούκιζαν τον άνεμο, έκοβαν τον ορίζοντα στα δυο, σκιάζοντας τα ζωντανά ένα γύρο, αλλά και τη φαμίλια του. Ακόμα και τον ίδιο το Θεό που λούφαζε στην πανταχού απουσία του, τρέμοντας τις βλαστήμιες που ξεστόμιζε κάθε φορά, τούτο τ' ανοικονόμητο πλάσμα του.
Οσο βάραιναν, όμως, οι πέτρες και τα χρόνια στους ώμους του, τόσο περισσότερο άνοιγαν τα σκέλια του, για να στηρίζουνε καλύτερα το καταπονεμένο του κορμί. Μα και τα χέρια του χαλάρωναν όλο και πιο πολύ. Καμιά φορά σ' άφηναν με την ψευδαίσθηση πως θα 'φταναν κάτω απ' τα γόνατα, ίσως και ν' ακουμπούσαν καταγής, αν αφήνονταν κρεμάμενα στο πλάι σε μια τέλεια ακινησία.
Ωστόσο, μια τέτοια ηρεμία μονάχα ο θάνατος θα χάριζε στο Μύρτο. Οπως κι έγινε. Μόνο που τον βρήκαν, όχι με τα χέρια κολλημένα στα πλευρά του, αλλά ορθάνοιχτα έτσι που σχημάτιζαν ένα σταυρό, τον ίδιο τον σταυρό του μαρτυρίου του, καθώς εκείνη η πελώρια πέτρα μάγκωνε το υπόλοιπο κορμί του απ' τη μέση και κάτω.
Μάλιστα! Ηταν εκείνη η πέτρα! Η Μελπομένη, κορυφαία στο χορό των θυγατέρων της, κάθε τόσο έκοβε το θρηνολόι στη μέση, απορώντας: «Θε μου, πώς μπόρεσε να τη φέρει ως εδώ: Πώς μπόρεσε;» έλεγε και ξανάλεγε, ενώ ο γέρος της είχε απομείνει να κοιτάει τον ουρανό. Με τα χείλη πάντα σουρωμένα, σαν να 'ταν να τον φτύσει...
Αλήθεια, η πέτρα εκείνη έμοιαζε να 'ναι όλες μαζί οι άλλες, που είχε κουβαλήσει ο Μύρτος μια ζωή τώρα. Ναι... Κουβαλούσε πέτρες με πολύ πάθος! Κι έχτιζε κάστρα ενάντια στις καταιγίδες, που απειλούσανε ν' αρπάξουνε το χώμα απ' τα ψωμοτόπια του. Επειτα για να χτίσει κάποιο σπίτι π' ονειρευότανε. Αυτό που είχε πριν τον πόλεμο, ήταν μεγαλόπρεπο μα ετοιμόρροπο. Στη δυτική πλευρά του είχε μια τρανή ραγισματιά από πάνω ίσαμε κάτου στα θεμέλια. Μετά τον πόλεμο δεν είχε σπίτι πια. Το σπίτι που δερνόταν στους ανέμους, δεν πρόλαβε να γκρεμιστεί απ' αυτή την ίδια τη λαβωματιά του. Το 'καψαν οι βάρβαροι που ήρθαν, όταν δεν πίστευε κανείς πως θα 'ρχοταν. Επρεπε, λοιπόν, να κουβαλάει, όλο να κουβαλάει, πέτρες για να χτίσει άλλο. Ετσι, αν εξαιρέσουμε κάποιο χαμόσπιτο που το 'χτισε καταρραχίς, όπως το 'θελε η Μελπομένη για ν' αγναντεύει πέρα τις γειτονιές και τις ρούγες, έπρεπε να κουβαλάει και πάλι πέτρες, να ξαναχτίσει άλλο, αν όχι σαν το πρώτο, τουλάχιστον καλύτερο απ' το δεύτερο.
Μα δεν ξανάχτισε ποτέ. Μόνο που είχε συνηθίσει πια να νιώθει χρήσιμος στη φαμιλιά του κουβαλώντας πέτρες. Μάλιστα κόμπαζε: «Για κατούρημα να πάω - έλεγε - κάτι θα βρω να φέρω στο ρημαδιακό μου. Ποτέ μου δε γυρίζω με άδεια χέρια». Κι ήταν αλήθεια. Οπου κι αν πήγαινε, δεν ξαναγύριζε αν δεν έσπρωχνε ή δεν κουβάλαγε στους ώμους του μια πέτρα. Επρεπε, τέλος πάντων, κάτι να κουβαλάει. Τι, όμως, αφού δεν είχε τίποτε άλλο αυτός ο τόπος από πέτρες;
Εφτανε μόνο, η πέτρα που θα 'πεφτε απάνω της, να τον εντυπωσίαζε με τον όγκο της, με το σχήμα της, με τη γυαλάδα της στην επιφάνεια, με το χρώμα της. Σε κάθε τέτοιο συναπάντημα, έχοντας πάντα τις προφάσεις του, ικανοποιούσε τούτο το πάθος με τις πέτρες, όσο μπορούσε πιο εκλεκτικά. «Αυτή εδώ - έλεγε - κάνει για τον τοίχο στη Μεγάλη Κρέμαση... Αυτή κάνει για τον τοίχο στο Τρανό Πουρνάρι... Θα την τοποθετήσω απ' τη μεριά του βράχου... Ο βράχος, φυσικά στη θέση του κι αυτή απάνω του καπάκι... Αυτή για τον τοίχο στη Μεγάλη Λάκκα... Αυτή για το πεζούλι πλάι στη βρύση, εκείνη για τον τοίχο πίσω απ' το σπίτι, η άλλη για τον τοίχο στο κοτέτσι...». Ολα τέλεια μια ζωή τώρα. Κι είχε και τη φιλοσοφία του: «Οι πέτρες - έλεγε - είναι ο σκελετός στη σάρκα της μάνας γης που μας τρέφει. Οπως τα κόκαλα κρατάν τις σάρκες μας, έτσι κι οι πέτρες κρατάν γερά τα χώματα στη θέση τους για να γεννά τη ζωή». Και δος του, όλο κι έσκυβε κι όλο φορτωνόταν πέτρες ή τις κυλάνε, αν ήταν βέβαια ασήκωτες, μέχρι που κατέβασαν τ' αχαμνά του και λαρωμό δεν είχε, όπως έλεγε κι η Μελπομένη.
Παντού, λοιπόν, έβρισκε κανείς πέτρες μαζεμένες απ' το Μύρτο. Στα σταυροδρόμια και στα μονοπάτια, στις πατουλιές και τα ξέφωτα. Πέτρες, πέτρες, πέτρες, που είχαν ξεκολλήσει απ' τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, τις περισσότερες φορές για έναν άχρηστο προορισμό. Ετσι, για να βρίσκουν μόνο κάτω απ' τους σωρούς τους, τις πολυδαίδαλες φωλιές τους οι σκορπιοί και τα φίδια.
Με τον ίδιο τρόπο, κάθε φορά που έβρισκε την ευκαιρία, ο Μύρτος, έφερε ως εδώ κι εκείνη την πελώρια πέτρα, για να τον πάρει τώρα από κάτω, καθώς υποχώρησαν τα χώματα στον όχτο τ' αμπελιού. Την πάλευε τόσα χρόνια, από μονοπάτι σε μονοπάτι, σ' ανηφοριές και κατηφοριές, ύστερα βέβαια από κείνη την παράξενη ιδέα του δάσκαλου, να θέλει να δοκιμάσει, αν υπάρχουνε και σήμερα, άνθρωποι γεροί και δυνατοί, όπως στα παμπάλαια χρόνια.
Ηταν τότε που έγινε το τελευταίο πανηγύρι της Φανερωμένης πάνω στο λόφο των Πελασγών... Ετσι τον έλεγε ο δάσκαλος. Να καταλάβεις, πριν τον πόλεμο. Μετά τον πόλεμο, πού καιρός για πανηγύρια και χαρές. Εκείνη τη χρονιά είχε γεννηθεί ο πρώτος γιος του Μύρτου, ύστερ' από τόσες θυγατέρες, κι όσο να 'ναι δινόταν ευκαιρία για ξεφάντωμα.
Η Μελπομένη, με τις ετοιμασίες της, όπως το συνήθιζε από παλιότερα, σε κάθε πανηγύρι. Πίτες λαχταριστές, τηγανίτες ζαχαρωμένες, κρέας πεντανόστιμο από κατσίκες καλοταϊσμένες στα φουντωτά φελλίκια και τα κέδρα του λόφου... Ενα σωρό λιχουδιές, όχι ψέματα. Τότε κρατιόταν καλά, είχαν απ' όλα.
Οι χωριανοί έφαγαν κι ήπιαν κάτω απ' τα δέντρα, κατά φάρες και συγγενολόγια, με χωρατά και πονηρά υπονοούμενα, που έφερναν μαζί γέλια και δάκρυα.
Με το ξεφάντωμα, χόρεψαν οι πρωτοθυγατέρες του Μύρτου, χόρεψε και η Μελπομένη το αγαπημένο της τραγούδι «Σαράντα πέντε Κυριακές κι εξήντα δυο Δευτέρες», χόρεψε κι ο Μύρτος το «Νελήπαπα».
Εκεί κατά τ' απόγιομα απόκαμαν. Ο δάσκαλος, όπως ήταν πιωμένος κι έχοντας κι αυτός τη δική του φιλοσοφία για τις πέτρες, είχε μαζέψει τους πανηγυριώτες ένα γύρο και τους έδειχνε τα τείχη με κείνες τις πέτρες τις θεόρατες. Ετσι, χαϊδολογώντας μια από δαύτες, είπε και τούτα τα παράξενα:
«Η ζωή σ' αυτά τα μέρη είναι δύσκολη. Χιλιάδες χρόνια τώρα παλεύει με τις πέτρες. Η ζωή μοιάζει μ' αναιμικό αγριολούλουδο, π' αναζητά ανάμεσα στις πέτρες, κάποια σχισμή να ξεμυτίσει και ν' ανασάνει. Ολα, μα όλα, σ' αυτόν τον τόπο είναι δεμένα με την πέτρα. Το νερό βγαίνει απ' την καρδιά της, το ψωμί απ' τη σκληράδα της, τα πρόσωπά μας απ' το σχήμα της. Τραχιά, εξογκωμένα, γεμάτα βαθουλώματα, όπου λιμνάζει κάποτε το δάκρυ, όπως στα βαθουλώματα της πέτρας οι σταγόνες της βροχής».
Στην αρχή τον άκουγαν με προσοχή, ύστερα όμως, είτε από κάποιο θαυμασμό στα λόγια του, είτε γιατί δεν καταλάβαιναν καλά όσα τους έλεγε, άρχισαν να μουρμουρίζουν. Ο δάσκαλος, ωστόσο, δυναμώνοντας τη φωνή του, επιβλήθηκε και πάλι:
«Οι άνθρωποι σ' αυτά τα μέρη - εξακολούθησε - από χιλιάδες χρόνια, ζουν και πορεύονται με την ισότητα της πέτρας. Οι πέτρες εδώ, βαραίνουν πάνω στους ανθρώπους με ίσο μετρικό για τον καθένα όπως κι ο θάνατος. Μ' αυτές γίνεται κι ο λόγος τους: "Κάθισε πάνω σε μια πέτρα να ξεκουραστεί", "ακούμπησε το ψωμί του σε μια πέτρα", "έσπασε τα μούτρα του στις πέτρες"...».
«Μην κάθεσαι σ' αυτή την πέτρα, την κουτσούλισαν τα θεοπούλια», είπε ο Χαντούλης ο εξυπνάκιας, εμποδίζοντας το διπλανό του να καθήσει για να βολευτεί ο ίδιος, έτσι που έχει ζαλιστεί απ' τις φιλοσοφίες του δάσκαλου.
Μερικοί χαχάνισαν, ο δάσκαλος σώπασε για λίγο, πάντα με το βλέμμα του στ' αρχαία τείχη, π' άλλοτε κρύβονταν στη γης, κι άλλοτε έβγαιναν στην επιφάνεια, ανάμεσα στους θάμνους, αλλού υψωμένα περισσότερο κι αλλού χαμηλωμένα, ώσπου να χαθούν και πάλι παραπέρα, καθηλωμένα απ' το χρόνο. Ζώνοντας έτσι στον ερειπωμένο κύκλο τους, το λόφο των Πελασγών. Τέλος, ο δάσκαλος ξανάπε:
«Στην αρχή ο άνθρωπος δε φαινόταν πουθενά, ήταν ένα με τον ήλιο. Μετά άρχισε να ξεχωρίζει, πέφτοντας με τη μορφή σπέρματος στη γη, για να πήξει αργότερα και να γίνει σάρκα, αίμα και κόκαλα, γιατί όχι, αυτές οι πέτρες. Ναι, πέτρες όπως αυτή εδώ. Οποιος αγγίξει αυτή την πέτρα, έρχεται σ' επαφή με τους προγόνους του, με το αίμα τους, με τον ίδιο τον ήλιο. Ομως κύριοι, δεν είναι αυτό το θέμα μας, αλλά το γεγονός ότι εμείς δε μοιάζουμε καθόλου με τους μακρινούς προγόνους μας. Αυτοί υπήρξαν δυνατοί. Ωστόσο, ετούτη τη φορά, ούτε βουή ούτε χάχανα... Τους είχε κερδίσει με το μυστήριο που έκρυβαν τα λόγια του, αλλά και μ' αυτή την ίδια την πρόκληση. Αλήθεια, ποιος θα μπορούσε να κυλήσει αυτή την πέτρα;
«Οποιος είναι άξιος, ας κοπιάσει!», είπε πιο ήρεμα ο δάσκαλος. «Θα τον ανακηρύξω αμέσως Πελασγό. Οι Πελασγοί μόνο σήκωναν αυτές τις πέτρες. Θα τον ανακηρύξω Πελασγό!», ξανάπε με πιότερη έμφαση, βλέποντας πως όλοι εξακολουθούσαν να σωπαίνουν. Ακόμα κι ο Χαντούλης...
Ο Μύρτος με τις μακριές χερούκλες, σαν να πειράχτηκε. Θυμήθηκε το μακαρίτη τον πατέρα του να περνά το ποτάμι με μια μεγάλη πέτρα στον ώμο του, έτσι που κάτω απ' το βάρος της να μη μπορεί εύκολα να τον ανατρέψει η κατεβασιά. Θυμήθηκε τις πέτρες που είχε κουβαλήσει ο ίδιος. Ετσι δεν άντεξε την πρόκληση του δάσκαλου, καθώς διαισθανόταν κιόλας, πως είχε στήσει τούτο το παιγνίδι επίτηδες για δαύτον... Αναμερίζοντας, λοιπόν, τους μπροστινούς του, έκανε δύο βήματα μπροστά.
«Εγώ... εγώ θα κυλήσω αυτή την πέτρα!», είπε.
Ολοι έστρεψαν το βλέμμα τους απάνω του. Τούτη τη φορά όμως, άλλοι κοροϊδεύοντας μαζί με το Χαντούλη, κι άλλοι θωρώντας τον σαν άνθρωπο που ξέκοψε απ' το παμπάλαιο παρελθόν, για να βρεθεί εκεί ανάμεσά τους.
«Μακάρι», απάντησε ο δάσκαλος. «Μακάρι Μύρτο, να μπορέσεις. Θα 'ναι ένας άθλος που θα τιμήσει τους προγόνους μας... Μια νίκη ενάντια στο χρόνο... Ενα... ένα αγώνισμα, ας πούμε, που επινοείται τούτη τη στιγμή, για να μείνει στις επερχόμενες γενιές». Και συνέχισε μεθυσμένος με τα ίδια τα λόγια του: «Εμπρός λοιπόν, τι περιμένεις;»
Ο Μύτρος έστριψε το μουστάκι του, έφτυσε τις παλάμες του κατά πώς το συνήθιζε, κι έσκυψε αγκαλιάζοντας την πέτρα.
«Μη... μη ανέφτουρε, θα σπάσεις!», τόλμησε να τον αποπάρει η Μελπομένη.
Καινούργια χάχανα τώρα πια, καινούργια χωρατά, μα κι αγωνία για το αποτέλεσμα. Σχεδόν όλοι έτριβαν τα χέρια τους από χαρά, για τούτο το απρόσμενο θέαμα.
Τα πισινά του Μύρτου σφίχτηκαν κωμικά, σαν να 'ταν να συντελεστεί εκεί μπροστά στα μάτια όλων, η συνουσία του ανθρώπου με την πέτρα.
«Οοοοπα όοοοπ, οοοοπαόοοοπ», σάρκασε ο Χαντούλης, βέβαιος για την αποτυχία του Μύρτου. Μα ξαφνικά τινάχτηκε απάνω φωνάζοντας στα σοβαρά: «Ελα και κουνιέται!... Κουνιέται παιδιά!...», ξαναφώναξε πιο δυνατά.
Πραγματικά, η πέτρα σπάραξε απ' τη θέση της, μετακινήθηκε λιγάκι ακόμα, άρχισε ν' ανυψώνεται απ' τη μια μεριά, ν' ανυψώνεται όλο και περισσότερο, ενώ ο Μύρτος να επιμένει πάντα με κατακόκκινα τα μάτια του από το πιοτό και το σφίξιμο. Τέλος, η πέτρα έγειρε για καλά κι έκατσε και πάλι ασάλευτη απ' την άλλη πλευρά της.
Ο κόσμος ξέσπασε χειροκροτώντας και κραυγάζοντας: «Μπράβοοο!... Μπράβοοο!... Αξιοοος!... Αξιοοος!...». «Πελασγός! Πελασγός», φώναξε κι ο δάσκαλος πνιγμένος στη συγκίνησή του.
Κι ο θρίαμβος είχε αποκορυφωθεί τότε πάνω στο λόφο των Πελασγών, μ' ένα αυτοσχέδιο επινίκιο των βιολιτζήδων...
Με τις πρώτες κραυγές των γυναικών, άρχισαν να καταφτάνουν οι γείτονες. Αλλοι κατηφορίζοντας απ' τα γκρεμνά, κατρακυλώντας σχεδόν, κι άλλοι ανηφορίζοντας λαχανιασμένοι.
Ανάμεσα σ' αυτούς που έφτασαν από κάπως μακριά ήταν κι ο δάσκαλος. Αντικρίζοντας εκείνη την πέτρα πάνω στο κορμί του Μύρτου, έγινε κατακίτρινος σαν το σαφράνι. Ωστόσο, κατάφερε να στεριωθεί στα πόδια του ψελλίζοντας στον ίδιο τον εαυτό του: «Μα το Θεό, αυτός ο άνθρωπος, έτσι κι αλλιώς, πολύ γρήγορα, πάλι απ' τις πέτρες θα πήγαινε... Οι πέτρες τού είχαν σακατέψει τα νεφρά...». Ετσι παλεύοντας με τις τύψεις του, μπόρεσε να βρει το κουράγιο να προστάξει μ' όση δύναμη του χρειαζόταν, ώστε ν' ακουστεί μέσα απ' τα μοιρολόγια των γυναικών:
«Εμπρός μωρέ!... Τι κάθεστε... Βάλτε ένα χέρι!...
Ετρεξαν δυο - τρεις... Υστερα κι άλλοι... κι άλλοι... Ν' απαλλάξουν επιτέλους τ' άψυχο κορμί του Μύρτου απ' το βάρος των αιώνων!



Βιογραφικό Γιάννη Καραβίδα.
Γεννήθηκε στη Μικρή Γότιστα Ιωαννίνων το 1934. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε από μαθητής, γράφοντας ποίηση. Ποιήματά του άρχισαν να δημοσιεύονται από τα πρώτα γυμνασιακά του χρόνια. Εχει εκδώσει 13 ποιητικά βιβλία και 9 με κριτικά δοκίμια. Επίσης, έγραψε πολλά άρθρα και κριτικά σημειώματα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ποιήματά του μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Sir Gregory ή καπετάν Γρηγόρης;

Α΄ ΜΕΡΟΣ
Ο καιρός είναι βρετανικός, βαρύς, σοβαρός, γκρίζος. Ισως και να ρίξει ψιλή βροχή. Ισως. Τελειώνω αργά το πρόγευμά μου. Δε βιάζομαι. Κανείς δε με περιμένει. Κανείς. Σήμερα είναι η πρώτη μέρα που είμαι συνταξιούχος. Προτίμησα να την πάρω μειωμένη, για να μπορέσω να χαρώ λιγάκι. Αρκετά πρόσφερα. Αρκετά. Και η ζωή είναι τόσο μικρή. Είναι μικρή, αλλά μου ανήκει. Είμαι ακόμα τόσο νέος... Τώρα μπορώ να διαθέσω τον εαυτό μου όπως εγώ νομίζω. Να πάω ταξίδια, να κάνω διακοπές. Να διασκεδάσω... Πάω να ντυθώ. Χωρίς να το θέλω, το βλέμμα μου ακουμπά πάνω στις φωτογραφίες και αναγκάζει τη μνήμη μου να γυρίσει στα παλιά. Τις κοιτάζω μία, μία. Οι γονείς μου. Ο θείος Θόδωρος και ο προ-προπάππος μου ο Sir Gregory, αυτήν την τελευταία μου την προμήθευσε ο Βασίλης... Ο Βασίλης! Τι να 'χει απογίνει άραγε; Και μένα τι με νοιάζει; Δε με ενδιαφέρει. Ναι, και βέβαια δε με ενδιαφέρει να έχει πεθάνει, ένα τέτοιο υποκείμενο. Εκτός από αυτή τη φωτογραφία του προγόνου μου, τι άλλο μου είχε προσφέρει; Εκτός φυσικά από το φαρμάκι του, την ειρωνεία του, την υπεροψία του και το σνομπισμό του; Εκτός από αυτή τη φωτογραφία και τη συγκλονιστική αποκάλυψη που άλλαξε εντελώς τη ζωή μου.
Δε μου αρέσει ούτε και επέτρεψα ποτέ στον εαυτό μου να κάνει συναισθηματικές αναδρομές στο παρελθόν. Ούτε αυτοκριτική, που είναι για τους ανόητους. Επραξα με σύνεση τα πάντα.
Τώρα όμως, σήμερα δεν μπορώ να το αποφύγω, ίσως γιατί η μέρα είναι ειδική, είναι σκοτεινή, αλλά και τόσο σημαντική. Κι ύστερα αυτές οι φωτογραφίες μου μιλάνε.
Αφήνω τη μνήμη μου ελεύθερη σαν αδέσποτο σκυλί και γυρίζει είκοσι πέντε χρόνια πίσω. Στέκεται όπου θέλει. Ξαναβλέπει τον εαυτό μου νεαρό, επαρχιώτη, που έρχεται στην Αθήνα να δώσει στη Φαρμακευτική... χωρίς γνωριμίες, χωρίς μέσο, μονάχα με μια συστατική επιστολή από τον θείο Θόδωρο στη νονά του, την αρχόντισσα, τη θεία Μαρία.
Ενα παιδί... Ημουνα ένα παιδί χωρίς οικογένεια...
Να 'μαι που χτυπάω την πόρτα του αρχοντικού δειλά... Οχι, όχι δειλά, αλλά με μια σεμνότητα και ευπρέπεια. Να, και η θεία η Μαρία όμοια με τη Βασίλισσα Σοφία να με δέχεται απλά, εγκάρδια, σα να ήμουνα γιος της. Κι ας με έβλεπε για πρώτη φορά.
Ατέλειωτα βράδια σε κείνη τη βεράντα, που μοσχοβόλαγε γιασεμί και ρόδα, με κείνα τ' ανοιχτόχρωμα ξύλινα έπιπλα και τις περίεργες γαλλικές πολυθρόνες - όπως έμαθα αργότερα.
Εκεί, σ' αυτό τον ιερό για μένα χώρο, ξαπλωμένο σχεδόν, πρωτογνώρισα τον Βασίλη, τον εγγονό της θείας Μαρίας, που κάπνιζε το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο και έπινε παγωμένη μπίρα, πράγμα που μου έκανε εντύπωση, γιατί εγώ ποτέ, μα ποτέ δε θα κάπνιζα και δε θα έπινα, μπροστά στο θείο Θόδωρο. Μα εγώ είμαι συνετός...
Αδύνατος, μαυριδερός, είρωνας, μάλλον άσχημος. Και όμως είχε κάτι. Μια ακτινοβολία, μια ανεξήγητη γοητεία, μα προπάντων παρατηρητικότητα. Εκείνο το πρώτο κιόλας βράδυ με κατέταξε... Με κοιτούσε ώρα σιωπηλά και έτσι απλά και ήρεμα, αλλά αναπάντεχα, μου είπε ξαφνικά:
«Δεν μπορεί να 'σαι Ελληνας Γρηγόρη. Από αλλού κρατάει η σκούφια σου. Θα έλεγα πως βόρειο αίμα τρέχει στις φλέβες σου».
«Αχ, να 'ξερες πόσο θα ήθελα να ήμουνα Αγγλος... Αλλά αλίμονο είμαι απλώς ένας Ελληνας επαρχιώτης».
«Αυτό δεν το ξέρεις. Θα σου δώσω μια συμβουλή κι ας είμαι μικρότερος, μην είσαι σίγουρος για τίποτα. Η ζωή σού επιφυλάσσει πολλές εκπλήξεις» είπε, ενώ το βλέμμα του βυθίστηκε στα αμέτρητα αστράκια και έγινε ένα με το Σύμπαν!
Η θεία Μαρία φρόντισε και μου βρήκε δωμάτιο για φοιτητές. Μια συμπαθητική κάμαρα, ένας μικρός χώρος λίγων τετραγωνικών μέτρων, που αργότερα θα στέγαζε πολλά ευγενικά όνειρα. Τι εποχή!
Οργάνωσα τη ζωή μου σωστά. Μια φορά την εβδομάδα έγραφα στο θείο Θόδωρο, το πρωί διάβαζα, το μεσημέρι ξεκουραζόμουνα και το βραδάκι περνούσα από τον Βασίλη. Τι υπέροχες βραδιές! Κάθε φορά που έκανα να φύγω νωρίς για να μη γίνομαι βάρος, η προσπάθεια έπεφτε στο κενό. Στο... κενό. Τι όμορφη έκφραση. Επρεπε να γίνω λογοτέχνης, να γράφω ποιήματα σαν το Λόρδο Βύρωνα...
Μπορεί τώρα που θα έχω καιρό στη διάθεσή μου να ασχοληθώ με την ποίηση. Μα τότε ήμουνα ένα άπειρο παλικάρι. Τότε... Οταν μου έγινε η τρομερή αποκάλυψη. Εκείνο το βράδυ που είδαμε ένα εγγλέζικο φιλμ τον «Παίχτη» ενός μεγάλου Αγγλου συγγραφέα στάθηκε η αφετηρία μιας καινούριας ζωής. Της ζωής μου.
«Με εντυπωσίασε πολύ», είπα στο φίλο μου, ενώ εκείνος με κοίταζε περίεργα και με ένα μυστηριώδες ύφος είπε:
«Θα σε εντυπωσιάσει περισσότερο η ζωή. Πάμε, έχω να σου μιλήσω σοβαρά».
Καθίσαμε σε ένα ζαχαροπλαστείο και παραγγείλαμε δύο μπίρες.
Δεν είχα προλάβει να αγγίξω το ποτήρι μου, όταν έβγαλε από την τσέπη του πουκάμισου του το πρόγραμμα.
«Δες», έκανε προστακτικά. «Να, βρε, εδώ, τον πρωταγωνιστή. Πώς το λένε Γκρέγκορυ Πεκ. Βλέπεις;».
«Ε, και λοιπόν;» ρώτησα ανήσυχα, χωρίς να ξέρω γιατί.
«Ε, να, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να μάθεις την αλήθεια. Κι η αλήθεια είναι πως το πραγματικό σου όνομα είναι Γκρέγκορυ Πεκ».
Αδειασα μηχανικά την μπίρα μου, προσπαθώντας να συνέλθω.
«Πώς το ξέρει;».
«Πάντα το ήξερα από διηγήσεις. Η γιαγιά μου μου έδειξε τα χαρτιά του προ-προπάππου σου. Ο πρόγονός σου είχε έρθει με τον Λόρδο Βύρωνα ή αργότερα με τον Οθωνα, δεν είμαι σίγουρος. Του άρεσε η Ελλάδα και έμεινε. Σιγά - σιγά το όνομα εξελληνίστηκε και προστέθηκε ένα - "ΟΥΛΑΣ". Ετσι έγινε Πέκουλας. Ελεγα κι εγώ, δεν είναι δυνατόν να είσαι ελληνικής καταγωγής... Από την πρώτη στιγμή...».
Ταράχτηκα. Το μυαλό μου θόλωσε. Μια παιδική ανάμνηση πέρασε από τα μάτια μου.
«Αγγέλα μου, τι κούκλος είναι ο μικρός. Σκέτο Εγγλεζάκι...».
Η φωνή του Βασίλη με γύρισε στο σήμερα.
«Είσαι από μεγάλη οικογένεια Γρηγόρη. Κατάγεσαι από Λόρδους. Αν καταφέρω και πάρω τους τίτλους σου από τη γιαγιά μου θα σου τους δώσω».
«Να τους ζητήσω εγώ», έκανα τρέμοντας ολόκληρος.
«Ούτε και να το σκέπτεσαι. Θα μας βγάλει τρελούς».
«Γιατί;».
«Γιατί... Γιατί άντε να βρεις το γιατί και το διότι με τους ηλικιωμένους. Ισως όμως και να υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος, δεν έχω ιδέα».
«Βασίλη, είσαι σίγουρος;».
«Μα τώρα παίζουμε; Για ποιο λόγο θα έλεγα ψέματα; Αλλά έλα και συ και πες μου; Νιώθεις Ελληνας; Εχεις δει κι άλλους Ελληνες με πυρρόξανθα μαλλιά και κατάλευκο δέρμα; Εχεις δει κι άλλους να διαθέτουν τέτοιο αγγλοσαξονικό φλέγμα; Πες την αλήθεια έχουν οι υποανάπτυκτοι Ελληνες φλέγμα;».
Τι να ήταν το φλέγμα ιδέα δεν είχα, αλλά συμφώνησα για να μη δείξω την άγνοιά μου. Το βράδυ έπεσα ψόφιος στο κρεβάτι, αλλά δε μου κολλούσε ύπνος. Τα ξημερώματα δεν άντεξα και σηκώθηκα. Αναψα φως και στάθηκα μπροστά στον καθρέφτη. Περιεργάστηκα τον «Ξένο». Τον Ευγενή Γκρέγκορυ Πεκ με όλο του το φλέγμα. Τι ευτυχία.
Παρά λίγες μονάδες δεν μπήκα στο Πανεπιστήμιο.
Απογοητεύτηκα, πικράθηκα, πληγώθηκα, ακόμα έκλαψα με απελπισία. Την επομένη κιόλας κατέφθασε ο θείος Θόδωρος.
«Με τη στενοχώρια δε βγαίνει τίποτε παιδί μου. Ισως και να είναι για το καλό σου. Γιατί δε γράφεσαι σε μια σχολή λογιστών;».
«Γιατί θέλω να γίνω επιστήμονας. Γιατί πρέπει να σας βγάλω ασπροπρόσωπους...».
«Μπράβο, Γρηγόρη, μα δε θέλω να θυσιαστείς. Στο κάτω - κάτω μπορείς να παρακολουθείς τη σχολή λογιστών και να προετοιμάζεσαι για του χρόνου... Εγώ είμαι εδώ... Ο,τι θέλεις, ό,τι χρειαστείς. Φροντιστήριο και όλα τα σχετικά».
«Ευχαριστώ, θείε μου. Σ' ευχαριστώ πολύ. Αλλά θα δεις, η οικογένειά μας θα θριαμβεύσει. Οι Πεκ!».
«Ποιοι(!) είναι αυτοί;».
«Εμείς. Εσύ, ο πατέρας μου, εγώ. Τα έμαθα όλα. Βέβαια, θα προτιμούσα να μου τα είχες πει εσύ ο ίδιος... Αλλά όπως και να 'χει...».
«Τι τσαμπουνάς, βρε Γρηγόρη; Τι Πεκ και Μεκ; Μήπως σε πείραξε τόσο η αποτυχία; Αχ, παιδάκι μου...».
«Θείε - είπα - δε με πείραξε τόσο πολύ η αποτυχία, αλλά η πλάνη...».
«Ποια πλάνη;».
«Αυτή που με άφησες τόσα χρόνια. Η άγνοια... Γιατί δε μου είπες ότι είμαστε Εγγλέζοι; Πες μου, γιατί;».
Τον κοίταζα κατάματα. Στην αρχή έμεινε βουβός. Επειτα οι βλεφαρίδες του τρεμόπαιξαν. Εφερε το χέρι του πάνω από το κούτελό του.
«Πονάω Γρηγόρη. Πονάει το κεφάλι μου».
Υπεκφυγή, σκέφτηκα και συνέχισα αυστηρά.
«Περιμένω την απάντησή σου. Τώρα».
«Ε, τότε αφού το θέτεις έτσι το ζήτημα. Η απάντησή μου είναι αυτή: Είσαι παλαβός. Και δε φταις εσύ γι' αυτό, αλλά η κληρονομικότητα. Από τον πατέρα σου την πήρες την τρέλα. Θεέ μου, γιατί με τιμωράς, αρκετά δεν τράβηξα; Πονάω».
Αναψα από το καλό μου.
«Ωστε βρίζεις τον πεθαμένο σου αδελφό; Τον γιατρό Πεκ;».
«Αν κρεμούσαν τους γιατρούς, αυτός θα πήγαινε άδικα. Στερήθηκα τα πάντα για να τον σπουδάσω. Τον έστειλα και στο εξωτερικό για ειδικότητα. Και πήρε του νεκροθάφτη...».
Τινάχτηκα όρθιος. Και οργισμένος είπα:
«Κουβέντα δε σου επιτρέπω για τον πατέρα μου, τ' ακούς. Τον ζήλευες, είναι απλό...».
«Τι να ζηλέψω μωρέ από δαύτον; Μέθυσος ήταν, αχάριστος ήταν και παλαβός. Σχιζοφρενής. Να ήξερες, παιδάκι μου, τι τράβηξε η φουκαριάρα η μάνα σου. Αχ καημένη Αγγέλα, σ' έστειλε στα θυμαράκια και ησύχασες. Πήγε η γυναίκα σαν το σκυλί στο αμπέλι... Μετά η γυναίκα μου, η θεία σου η Φανή, έπαθε περιτονίτιδα και κείνος διέταξε θερμοφόρες... Μας ξεκλήρισε...».
«Σταμάτα τις κακοήθειες. Εκείνος βλέπεις θα έπαιρνε τους τίτλους θα γινόταν λόρδος σαν πρωτότοκος. Ο Σερ Τζον!!».
«Ο, ποιος; Πονάω, πονάω. Πεθαίνω».
Δεν αποτέλειωσε τη φράση του. Σε λίγο τον συνόδευα στον «Ευαγγελισμό» με το ασθενοφόρο. Ετσι από ανθρωπισμό του συμπαραστάθηκα και όχι από αγάπη. Μου είχε βρίσει, ό,τι είχα ιερό και όσιο. Τον πατέρα μου. Μου είχε αμφισβητήσει με γεροντικό πείσμα ό,τι με έκανε περήφανο. Την Εθνικότητά μου. Είτε το ήθελε είτε όχι, εγώ ήμουνα και θα παρέμενα αγγλικής καταγωγής.
«Εγκεφαλικό επεισόδιο», διέγνωσε ο γιατρός και συνέχισε.
«Εχει γερή κράση και θα το ξεπεράσει. Μόνο που πρέπει να ακούει μόνον ευχάριστα πράγματα».
Ετσι γράφτηκα στη Σχολή Λογιστών. Με τη μελέτη οι μήνες πέρασαν γρήγορα, χωρίς να το καταλάβω. Λογιστικά, αγγλικά, το κεφάλι μου είχε παραγεμίσει. Εγκατέλειψα την ιδέα του Πανεπιστημίου. Μόλις πήρα το χαρτί μου με «Καλώς» το κορνιζάρισα και έφυγα για την επαρχία.
Ο θείος μου με υποδέχτηκε με συγκίνηση και θέρμη.
«Μπράβο, Γρηγόρη μου. Μπράβο. Να 'ξερες και καμιά ξένη γλώσσα...».
«Μαθαίνω, θείε, μαθαίνω αγγλικά».
Το γέρικο πρόσωπό του συννέφιασε. Μου έριξε ένα ύποπτο βλέμμα.
«Και τα παίρνεις εύκολα;».
«Αρκετά» περιορίστηκα να πω.
Εμεινε λίγο σιωπηλός σαν κάτι να τον βασάνιζε και έπειτα - το τραύλισμα του είχε μείνει, ειδικά όταν βρισκόταν σε αμηχανία - με ρώτησε τι σκόπευα να κάνω.
Δεν απάντησα αμέσως. Ισως γιατί δεν ήξερα τι προοπτικές είχε στην πρωτεύουσα ένας λογιστής.
«Θέλεις να εργαστείς στου Γιαννόπουλου;».
Ολα τα περίμενα, αλλά αυτό ποτέ. Εγώ, ο Γρηγόρης Πέκουλας να κάνω τον λογιστάκο στο εμπορικό της επαρχίας. Δηλαδή ο θείος ή με μισούσε ή με είχε ανίκανο.
«Προτιμώ να μείνω στην Αθήνα», είπα αποφασιστικά.
«Καλά λοιπόν, όπως εσύ θες, θα γράψω στη νονά μου να σου βρει μια αξιοπρεπή θέση. Τι άγια γυναίκα. Την άλλη φορά με την αρρώστια μου δεν κατόρθωσα να την επισκεφτώ. Τον Βασίλη έχω χρόνια να δω. Πώς είναι;».
«Εξυπνος. Ναι, έξυπνος, αλλά πολύ μελαχρινός».
«Ε και λοιπόν;».
«Ε, θείε, το χρώμα δείχνει την καταγωγή. Δε λέω άρχοντας είναι, αλλά Ελληνας άρχοντας».
«Ε, και τι θες να είναι, μανδαρίνος;».
Τόση ώρα είχα συγκρατηθεί. Μου ξέφυγε.
«Αλλο Ελληνας και άλλο Βρετανός».
Απόμεινε εκεί να με κοιτάζει σα χαζός. Επειτα γούρλωσε τα μάτια του και ξανάπιασε το κούτελό του.
Δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο, αλλά ευτυχώς ελαφρότερο.
Εμεινα ένα μήνα κοντά του. Ο γιατρός, παλιός συμμαθητής του και αχώριστος φίλος του κλεινόταν στο δωμάτιό του ώρες ατέλειωτες. Τι κουβέντιαζαν δεν είχα ιδέα, αλλά ούτε και με ενδιέφερε. Οταν είχε πια αναρρώσει και αποφάσισα να φύγω, ο γιατρός με κάλεσε στο σπίτι του. Καθίσαμε στο μπαλκόνι. Ενα συμπαθητικό επαρχιώτικο μπαλκόνι. Ξαφνικά με έπιασε νοσταλγία. Είχα επιθυμήσει τη βεράντα του Βασίλη, την Αθήνα, την ανεξαρτησία μου. Προτιμούσα το μικρό σκοτεινό μου δωμάτιο. Ω, ναι, το προτιμούσα χίλιες φορές. Με κέρασε γλυκό του κουταλιού και παγωμένη βυσσινάδα. Πέθανα για ένα ποτήρι μπίρα, αλλά δε ζήτησα. Μιλήσαμε περί ανέμων και υδάτων, για τον καιρό, για το ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα και για τα προβλήματα της πόλης. Λες και μένα με ενδιέφεραν όλα αυτά. Μα ξαφνικά το γύρισε απότομα.
«Γρηγόρη, αν θες να ζήσει ο μπάρμπας σου, που είναι και ο τελευταίος συγγενής σου, ο μοναδικός, μην του ξανακάνεις κουβέντα για Αγγλία».
«Ωστε και σεις το ξέρετε; είπα λυπημένα. Μα γιατί δεν το παραδέχεται, κακό είναι; Ωραία, μεταναστεύσαμε, είμαστε σχεδόν Ελληνες. Σχεδόν... Τιμούμε τη χώρα που μας φιλοξένησε, αλλά είναι ντροπή να απαρνηθούμε την καταγωγή μας. Τις ρίζες μας».
Ο γιατρός μου έριξε μια απελπισμένη ματιά. Εμοιαζε τόσο γέρος σα να έφτανε τα τελευταία του. Αναψε ένα τσιγάρο, τράβηξε δύο ρουφηξιές και με φωνή συρτή, είπε:
«Στην ηλικία του Θόδωρου δεν παίζει ρόλο η καταγωγή. Παίζει ρόλο πού γεννήθηκε, πού μεγάλωσε, πού έθαψε τη γυναίκα του, πού θα τελειώσει ο ίδιος. Και ακόμα πού θα σταδιοδρομήσει ο μοναδικός του διάδοχος, δηλαδή εσύ. Φοβάται μη φύγεις για το εξωτερικό και σε χάσει, γι' αυτό και αρρωσταίνει κάθε φορά που του κάνεις νύξεις για Αγγλία. Εγώ το ξέρω πως είσαι Ελληνοβρετανός, εσύ το ξέρεις, στην Αθήνα ας το μάθουν, αλλά όχι εδώ. Εδώ είναι επαρχία. Αλλο που δε θέλουν να αρχίσουν τα κουτσομπολιά. Ασε που υπάρχει και ο κίνδυνος να μην ξαναψωνίσει κανείς από το φαρμακείο σας. Ποτέ δεν αγάπησαν τον Οθωνα. Ποτέ. Είμαστε περίεργοι άνθρωποι, δημοκρατικοί και αντιβασιλικοί μέχρι το κόκαλο».
«Γιατί;», τόλμησα να ρωτήσω.
«Αχ μωρέ χριστιανέ μου, εσύ σκας γάιδαρο. Γιατί ο Φίλιππος της Ελλάδας έγινε βασιλικός σύζυγος της Αγγλίας. Σε ικετεύω, άντε φύγε, πήγαινε με το καλό στην Αθήνα, πιάσε δουλιά και κάνε μου το χατίρι: μπροστά στον μπάρμπα σου κουβέντα. Να, πάρε κι αυτό το χαρτί, είναι η διεύθυνση ενός φίλου γιατρού, πέρνα να τον δεις, ίσως σου φανεί χρήσιμος. Πες του και το πρόβλημα σου, αυτός θα σε καταλάβει...».


Β΄ ΜΕΡΟΣ
Εβαλα το χαρτί στην τσέπη, χαιρέτησα τον κύριο Μήτσο και βγήκα σαστισμένος στο δρόμο. Η νύχτα ήταν χλιαρή και η ζέστη δε με άφηνε να σκεφτώ. Μάζεψα όσο μπορούσα το μυαλό και σκέφτηκα.
Πρώτον: Ο Βασίλης είχε απόλυτα δίκιο. Η ομολογία του γιατρού δεν άφηνε περιθώριο για αμφιβολίες.
Δεύτερον: Επρεπε να φύγω το ταχύτερο για την Αθήνα. Δεν ήταν δυνατόν να συνυπάρχω με κομπλεξικούς επαρχιώτες που δε χώνευαν τους Εγγλέζους και το έφερναν βαρέως το θέμα του βασιλικού συζύγου.
Τρίτον και το σπουδαιότερο. Ο θείος μού το έκρυβε από αγάπη επειδή φοβόταν μη με χάσει.
Είχα φτάσει μπροστά στο σπίτι, όταν είχα καταλήξει σ' αυτά τα συμπεράσματα. Το φαρμακείο είχε κλείσει και στο πάνω πάτωμα ήταν θεοσκότεινα. Ανέβηκα στις μύτες σχεδόν.
«Γρηγόρη, έλα μέσα, δεν κοιμάμαι».
Ετσι όπως τον είδα στο κρεβάτι του έμοιαζε με γερασμένο αγγελούδι. Οι άγγελοι δεν έχουν φύλο, αλλά ηλικία; Ω, ναι έχουν δικαίωμα να γερνάνε. Ο θείος Θόδωρος ήταν ένας άγγελος. Του έπιασα με τρυφερότητα το χέρι και είπα σχεδόν ψιθυριστά:
«Σ' αγαπάω θείε, πίστεψέ με. Σ' αγαπάω».
«Και γω παιδί μου, και γω. Εχω σπουδαία νέα. Μου τηλεφώνησε η νονά σου. Σε περιμένει μια θέση στο Υπουργείο Οικονομικών».
Μου ήρθε να φωνάξω από τη χαρά μου. Αλλά δεν είχα φωνή. Να δεις πώς το λέγανε αγγλικά... Public Servant... Δηλαδή. Υπηρέτης του Δημοσίου... Publie Sarvant... Sarvant!!
«Θείε μου αγαπημένε, σε ευχαριστώ που θα με κάνεις υπηρέτη».
«Οχι, Γρηγόρη, άλλο υπηρέτης και άλλο δημόσιος υπάλληλος».
«Ετσι λέγεται αγγλικά. Υπηρέτης. Δεν είναι κακό. Υπηρετώ σημαίνει προσφέρω υπηρεσίες. Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Οταν θα πάρεις σύνταξη, θα πάμε μαζί στο Λονδίνο... Θείε, γιατί με κοιτάς παράξενα; Γιατί γούρλωσες τα μάτια σου; Μίλα μου».
Ετσι γαλήνια στην αγκαλιά μου τον ανάπαυσε ο θεός, ίσως τη στιγμή που έκανε όνειρα για μένα, για το ταξίδι μας. Ηταν καλός ο μακαρίτης. Πολύ καλός.
Μια βδομάδα μετά το διορισμό μου με επισκέφτηκε ο Βασίλης στο δωμάτιό μου, για πρώτη και τελευταία φορά. Κάθισε στο ντιβάνι μου, δεν είχα άλλη καρέκλα και μου έδωσε τη φωτογραφία, αυτή που έχω τώρα πάνω στο γραφείο μου.
«Ποιοι είναι;» ρώτησα, ενώ μια ανατριχίλα περνούσε όλο μου το σώμα.
«Ο Γκρέγκορι Πεκ με Αντζελα Πεκ. Ο πρόγονός σου...».
Με χέρια που τρέμανε την περιεργάστηκα με δέος. Η ομοιότητα ήταν εκπληκτική. Αν είχα μουστάκια θα ήμουνα φτυστός.
Τη γύρισα πίσω και διάβασα London 12.3.1880 on Holidays.
«Από τότε είχε ανακαλυφτεί η φωτογραφία... Για σκέψου!»
«Και η φωτογραφία είχε ανακαλυφτεί και το χαστούκι. Ορίστε τι μου έκανε η γιαγιά μου, μόλις με είδε να τη βουτάω απ' τα χαρτιά της».
Τέσσερις κατακόκκινες δαχτυλιές, χαλκομανία στο μάγουλό του.
«Γιατί το έκανε;».
«Δεν ξέρω, υποπτεύομαι ότι είναι σοβινίστρια. Εγώ πάντως έκανα το χρέος μου, σε έμαθα από πού κρατάει η σκούφια σου. Την άλλη εβδομάδα πάω φαντάρος. Ισως κάνουμε πολύ καιρό να ιδωθούμε. Αντε, καλή τύχη Γρηγόρη».
Τον έβγαλα μέχρι έξω και για να σταματήσω ένα δάκρυ, έκανα πως τάχα κάτι μου είχε μπει στο μάτι. Δεν έδειξα τη συγκίνησή μου. Ημουνα φλεγματικός, ομολογουμένως.
Στο Υπουργείο οι μέρες, οι βδομάδες, ακόμα και τα χρόνια κύλησαν ήρεμα, σχεδόν ευτυχισμένα. Οι εκάστοτε προϊστάμενοί μου με εκτιμούσαν ιδιαίτερα, γιατί ήμουνα τυπικός στην ώρα μου και προσεκτικός στη δουλιά μου. Κι άλλωστε πάντα τους... ενημέρωνα για ό,τι συνέβαινε τις ώρες που εκείνοι απουσίαζαν. Πραγματικό φίλο δεν είχα. Οχι πως μερικοί από τους συναδέλφους μου δεν ήταν συμπαθητικοί, αλλά να, δεν είμαι εύκολος. Μονάχα με τον Λάκη έκανα λίγη παρέα. Δύο φορές πήγαμε σε επιθεώρηση, μια φορά στο γήπεδο και μια φορά να χορέψουμε με δυο γνωστές του. Από εκείνη τη βραδιά που πήγαμε στο «Galaxy» του «Χίλτον» συνδέθηκα με τη Μαίρη που ήταν τόσο όμορφη, όσο σχεδόν και η Βουγιουκλάκη. Σε κάποια γιορτή μού είχε χαρίσει ένα κουταβάκι ράτσας, τον Φοξ. Καημένε Φοξ, πιστέ σύντροφέ μου, έπεσες θύμα της ασφάλτου. Τι φριχτό θέαμα για έναν ευαίσθητο άνθρωπο σαν και εμένα. Τώρα που θα βγω έξω, θα είμαι μόνος. Ανάβω την πίπα μου, παίρνω την ομπρέλα μου, βάζω την καμπαρτίνα μου. Κλειδώνω και βρίσκομαι στο δρόμο. Σταματάω στο περίπτερο και αγοράζω το «Φαντασμαγορικό». Προχωρώ. Τα βήματά μου με πηγαίνουν όπου θέλουν. Το μυαλό μου πάλι γυρίζει στο παρελθόν. Μπα σε καλό μου, τι έπαθα; Πάλι θυμάμαι γεγονότα που θέλω να ξεχάσω για πάντα.
Αχ, εκείνη η άνοιξη του '64 με πλήγωσε, Δεκαπέντε Μαρτίου, όχι Δεκαπέντε του Μάρτη, η γλώσσα έχει αλλάξει, τα 'χω διαβάσει στο «Φαντασμαγορικό». «Ειδή» του Μάρτη ήταν, όταν για πρώτη φορά άργησα δέκα ολόκληρα λεπτά και ο φίλος, ο συγγενής και προϊστάμενος μου με περίμενε όρθιος σαν γυμνασιάρχης. Και προπάντων - ιδού το πονηρόν - γιατί προσπάθησε να με εμπλέξει στη συζήτηση; Ηθελε να με εκθέσει, είναι ολοφάνερον. Μόλις μείναμε μόνοι με ρώτησε.
«Εντάξει;».
«Τι θα πει εντάξει, δε σε καταλαβαίνω».
«Μα τι λέγαμε τόση ώρα; Δεν πρέπει να χαθεί ψήφος».
«Δε με αφορά το θέμα».
«Σου είναι αδιάφορο ποιος σε κυβερνάει;».
«Να αποφασίσει ο βασιλιάς», είπα κοφτά.
Ο Βασίλης κοκκίνισε, κιτρίνισε και τελικά άσπρισε.
«Και οι μαύροι ξύπνησαν και εσύ μιλάς για βασιλιά; Πρέπει να ψηφίσουμε ένα κόμμα που θα νοιαστεί το συμφέρον του λαού. Ενα κόμμα που θα νοιαστεί για την παιδεία, για τα γηρατειά, για την περίθαλψη, για τις συντάξεις...».
«Ετσι κι αλλιώς εγώ θα έχω σύνταξη».
«Εσύ θα έχεις και καλή μάλιστα. Οι άλλοι;».
«Σκοτίστηκα για τους άλλους».
«Ντιπ τομαριστής είσαι, μωρέ Γρηγόρη; Μια θεσούλα, μια συνταξούλα και σε αγοράσανε;».
Μου ήρθε το αίμα στο κεφάλι.
«Κανείς δε με αγόρασε και κανείς δε θα με πουλήσει».
Η απάντηση ήταν όντως πληγωμένη...
«Επιτέλους. Αυτό ήθελα να ακούσω από το στόμα σου. Μα, να υπάρχουν μερικοί που αγοράζουν και χιλιάδες που πουλιούνται. Και αυτό κάποτε πρέπει να σταματήσει».
«Τέλος πάντων, ας υποθέσουμε ότι έβαζα υποψηφιότητα στις εκλογές, παράδειγμα υπ' όψιν. Θα με ψήφιζες;».
«Είναι για κουβέντα;».
«Ναι, αλλά με ποιο κόμμα;».
«Με οποιοδήποτε».
«Γιατί;».
«Γιατί θέλω να πιστεύω πως είσαι φίλος μου και θα με πρόσεχες. Γι' αυτό και μόνο».
Τινάχτηκε σαν να είχε πάθει ηλεκτροπληξία. Εμεινε βουβός για λίγο και μετά τόλμησε να πει:
«Αλίμονο, είσαι αθεράπευτα ηλίθιος, Γρηγόρη. Δεν έχεις σωτηρία. Σου εύχομαι να πάρεις τη συνταξούλα σου, αλλά όχι και να έχεις βασιλιά, γιατί αν έχεις εσύ, δυστυχώς, θα έχω και εγώ. Βλέπεις είμαστε και οι δύο Ελληνες».
Και το φλέγμα ακόμα εξαντλείται. Είπα:
«Ε, όχι και οι δυο.., εσύ έχεις το δικαίωμα να είσαι ό,τι θες και ας με απολύσεις απ' το Υπουργείο... Δε σε φοβάμαι».
«Γιατί να σε απολύσω, μήπως είσαι ο μοναδικός βλάκας εκεί μέσα; ΄Η σου έχει περάσει από το νου πως το υπουργείο είναι τσιφλίκι μου;».
«Τσιφλίκι σου δεν είναι, αλλά εσύ ξέρεις την καταγωγή μου, κύριε Γενικέ! Θα σε παρακαλέσω στο γραφείο να με καλείς μόνο για υπηρεσιακούς λόγους. By the way, αν έχεις την καλοσύνη ταχυδρόμησέ μου τους τίτλους μου, συστημένο...». Περήφανος και με ανασυνταγμένες τις δυνάμεις μου κατευθύνθηκα προς την πόρτα.
«Την ψώνισες μωρέ; Πλάκα σου έκανα. Μικρός ήμουνα, που να το φανταστώ πως θα το έπαιρνες στα σοβαρά; Είχε δίκιο η γιαγιά μου που μου άστραψε το σκαμπίλι, όταν είδε τη φωτογραφία που είχα αγοράσει στο Μοναστηράκι. "Θα τον αποτρελάνεις, παλιόπαιδο" φώναξε. Ε, ρε κοίτα κάτι πράγματα...».
Τι ήθελα και τα θυμόμουν, γιατί να ξύνω πληγές; Και μετά, εκείνη τη Δευτέρα μετά την Εθνοσωτήριο Επανάσταση, πόσο άσχημα ένιωσα όταν μου ζήτησε ο νέος Γενικός - πλάκα τα γαλόνια - να του πω τι γνώριζα για τον προκάτοχό του;
Και γιατί ένιωσα άσχημα; Την αλήθεια είπα κι η αλήθεια πρέπει να λάμπει, πάντα. Κουρασμένος κάθομαι στην πολυθρόνα του ζαχαροπλαστείου. Διψάω.
«Γκαρσόν. Μια μπίρα σε παρακαλώ».
«Να γίνουν δύο».
Γυρίζω και κοιτάζω σαν υπνωτισμένος τον κάτοχο αυτής της φωνής.
«Μικρός που είναι ο κόσμος Γρηγόρη - συνεχίζει η φωνή. Πολύ μικρός και γεμάτος συμπτώσεις. Πώς πάει η δουλιά;».
«Πήρα σύνταξη προ ολίγων ημερών» ακούω τη δικιά μου φωνή να λέει με φυσικό τρόπο. Λες και ήταν φυσικό μετά από τόσα χρόνια να κάθομαι στο ίδιο τραπέζι με τον Βασίλη και να μιλάμε σαν να μην έχει συμβεί τίποτε.
«Τόσο γρήγορα;».
«Αρκετά πρόσφερα. Καιρός είναι να γλεντήσω λιγάκι. Εσύ τι κάνεις; Αδύνατο σε βλέπω...».
Οι μπουκάλες ακουμπάν πάνω στο τραπέζι εχθρικά, η μια απέναντι στην άλλη. Το γκαρσόνι τις ανοίγει και απομακρύνεται.
«Αντε στην υγειά σου» κάνει εύθυμα ο Βασίλης και μου τσουγκρίζει το ποτήρι.
Ολα είναι φυσικά. Αφού όμως είναι όλα φυσικά, γιατί δεν είμαι κι εγώ φυσικός και άνετος; Ιδού η απορία.
«Παντρεύτηκες;».
«Οχι».
«Και εκείνη η μικρή, Μαίρη δεν τη λέγανε, τι απόγινε;», συνεχίζει αδιάκριτα.
«Μαίρη τη λέγανε, αλλά καλύτερα να έλεγε από την αρχή την αλήθεια. Το τεσσάρι ήταν δυομισάρι και τα 100 τ.μ. 55. Προτίμησα να είμαι μόνος και έξυπνος, παρά βλάκας με παρέα...».
«Ακόμα ο ίδιος είσαι. Δεν άλλαξες καθόλου».
«Γιατί να αλλάξω; Μια χαρά είμαι...».
Τώρα ναι, είμαι φυσικός, η κουβέντα στρώνει, ο ήλιος του Δεκέμβρη συνεχίζει να απουσιάζει. Η έκπληξη έχει περάσει, η μπίρα με ηρεμεί και ακούω την ίδια φωνή να μου λέει τα πιο παλαβά πράγματα. Μα τι άλλο να περιμένει κανείς από τον Βασίλη;
«Βλέπεις εκεί ψηλά τον Αγνωστο Στρατιώτη; Αναρωτήθηκες ποτέ αν έχει νιώσει την επιθυμία να σηκωθεί για λίγο από το μνήμα του, να ξεμουδιάσει; Να κατέβει εδώ στο καφενείο, να καθίσει ανάμεσά μας, να πιει μια μπίρα κι ίσως να κάνει καμάκι... Νέος δεν είναι; Γιατί όχι;».
«Πάντως ιδιόρρυθμος, ούτε εσύ άλλαξες».
«Ισως. Τι θα ψηφίσεις την Κυριακή;».
«Δε θα ψηφίσω».
«Εχασες το εκλογικό σου βιβλιάριο;».
«Εχω προγραμματίσει εκδρομή. Αλλωστε, γιατί να ταλαιπωρηθώ, γιατί να χάσω την ώρα μου, αφού τίποτε δε με αντιπροσωπεύει πια;».
«Το Δημοψήφισμα δεν είναι γεύμα αλά καρτ. Είναι νταμπλ ντοτ. Δε ρωτάνε: "Τι θα πάρετε κύριε Πέκουλα;" Σου λένε: "Ψάρι" ή "κρέας". "Διάλεξε"».
«Δεν πεινάω. Αν παρομοιάζεις την πολιτική με το φαγητό, τότε, αγαπητέ, προτιμώ να μείνω νηστικός».
«Θα πεθάνεις από ασιτία... Δεν πεινάς... Κάποτε όμως, αγαπητέ Γρηγόρη, πεινούσες. Πεινούσες τόσο πολύ που με κατέδωσες. Μη με κοιτάς έτσι, είδα, διάβασα την αναφορά σου. Τα ξέρω απέξω. Θέλεις να σου τα πω, για να σου φρεσκάρω τη μνήμη;».
«Οχι, προς Θεού... Σε παρακαλώ».
«Αλλά έτσι για την ιστορία, σου λέω πως τότε ακόμη δεν ήμουνα κομμουνιστής, προοδευτικός μονάχα. Ξέρεις, μικρός ονειρευόμουνα να ζήσω ανάμεσα σε γνωστικούς, για να μπορώ να κάνω τρέλες. Το 'φερε έτσι η ατυχία να ζήσω εφτά χρόνια με τρελούς, με αποτέλεσμα να αναγκαστώ να συμπεριφέρομαι γνωστικά... Γρηγόρη, αυτό το δημοψήφισμα θα περάσει στην ιστορία σαν ολόκληρο κεφάλαιο. Ενα κεφάλαιο που θα αλλάξει την ίδια την ιστορία. Πρέπει λοιπόν να βοηθήσεις... Ειδικά εσύ...»
«Ειδικά εγώ;».
Κόβει τη φράση για να ανάψει τσιγάρο. Αποτελειώνει αργά την μπίρα του. Καίγομαι να μάθω, αλλά συνεχίζω να παριστάνω τον αδιάφορο.
«Γιατί εσύ δεν είσαι όποιος και όποιος, εσύ είσαι ο τρισέγγονος του καπετάν Γρηγόρη του Πέκουλα, που 'φαγε χίλιους οχτρούς το '21. Ασε, ξέχνα τον Γκρέγκορι Πεκ και τις τρίχες κατσαρές.
Ζήλευα ρε παιδάκι μου, ανθρώπινη η ζήλια, ζήλευα την ηρωική σου καταγωγή και σε αποπροσανατόλισα. Εφταιξα, συγχώρα όμως, όπως σε συγχώρεσα και εγώ... Χάρη στον καπετάν Γρηγόρη λευτερώθηκε ο Μοριάς, βοήθα και συ να λευτερωθούμε από το καρκίνωμα της Βασιλείας. Πού ήταν οι πρόγονοι αυτού του κυρίου "Κωνσταντίνου της Ελλάδος", όπως αυτοαποκαλείται, όταν ο δικός σου προπάππους ξεψυχούσε σφαγμένος από το βάρβαρο εχθρικό χέρι; Είμαι σίγουρος πως θα ψηφίσεις σαν γνήσιος απόγονος των θρυλικών Πεκουλαίων και το απόγευμα της Κυριακής θα 'ρθεις σπίτι ν' ακούσουμε τ' αποτελέσματα. Και να γιορτάσουμε. Φυσικά, σου έχω την έκπληξη. Να στην πω: Θα σου παραδώσω την πραγματική φωτογραφία του καπετάν Γρηγόρη, το πολεμικό του ημερολόγιο, τη χατζάρα και το καριοφίλι του. Αντε, λοιπόν, γεια χαρά. Και σε περιμένω».
Αφήνει ένα χαρτονόμισμα πάνω στο δίσκο και φεύγει. Τον βλέπω να περπατά με τους ώμους σκυφτούς και να χάνεται στη Φιλελλήνων. Νιώθω χαμένος. Να λέει την αλήθεια; Στυλώνω τα μάτια μου στον Αγνωστο Στρατιώτη σαν να περιμένω να μου δώσει το μήνυμα. Το παίρνω. Ναι, δεν είμαι οποιοσδήποτε, ποτέ μου δεν πίστεψα πως είμαι. Αυτός, ο μαρμάρινος νέος λέγεται και Γρηγόρης. Απότομα η Αγγλία ξεμακραίνει, ξεμακραίνει ώσπου η εικόνα της σβήνει. Η περηφάνια μου τραντάζει όλη μου την ύπαρξη. Νιώθω την ακατανίκητη επιθυμία να φωνάξω, να το διαλαλήσω, να το ακούσει όλος ο κόσμος, ακόμα και το γκαρσόνι κι η ηλικιωμένη κυρία που κάθεται απέναντι πως δεν είμαι ο Sir Gregory, αλλά ο καπετάν Γρηγόρης.
Και φωνάζω: «Είμαι ο Πέκουλας ο ξακουστός. Κάτω ο Βασιλιάς».


Βιογραφικό Τιτίνας Δανέλλη
Η Τιτίνα (Μαρία - Χριστίνα) Δανέλλη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Ιταλική Φιλολογία στη Νάπολη και στη Ρώμη της Ιταλίας, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούσε τη Σχολή Διερμηνέων. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε πολλά περιοδικά («ΕΝΑ» και «ΚΑΙ», επί εποχής Π. Μπακογιάννη), αλλά και σε απογευματινές εφημερίδες στο ελεύθερο και στο καλλιτεχνικό ρεπορτάζ. Επίσης, έγραψε σενάρια για τηλεοπτικές σειρές και έκανε πολλές μεταγλωττίσεις από ξένες ταινίες. Από το 1985 εργάζεται αποκλειστικά στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης».
Εργα της ίδιας: «Ο Επιτυχημένος» μυθιστόρημα, «Αντιπερισπασμός» μυθιστόρημα, «Αίθουσα Αναμονής» νουβέλα, «Σερ Γκρέγκορι ή Καπετάν Γρηγόρης» νουβέλα, «Ενα κι ένα κάνουν όσο θες» αστυνομικό μυθιστόρημα σε συνεργασία με τον Μάνο Κοντολέων, «Ερως διατηρητέος έως...» θεατρικό έργο, «Ο θρήνος της Κλεοπάτρας» αστυνομικό μυθιστόρημα. Σε λίγες μέρες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρμός» το αστυνομικό μυθιστόρημα «Το παιχνίδι του Δικαστή».