5/2/09

Οι καρποί της Μάνας Γής...

Καρύδια από τα Μεριγκόβια της Κλεπάς.

Καρυδιά- Juglans Regia.


Η καρυδιά (επιστημονική ονομασία: καρυδέα η βασιλική ή γιουγλάνδη) ανήκει στην τάξη γιουγλανδώδη και στην οικογένεια γιουγλανδίδες με 20 είδη φυλλοβόλων δέντρων .Είναι αυτοφυές, αγγειόσπερμο, μονοχλαμυδικό φυτό. Δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα προσαρμογής και καλλιεργείται σε διάφορους τύπους κλιμάτων και περιβάλλοντος. Όμως αποδίδει περισσότερο σε περιοχές με θερμό και υγρό κλίμα.
Ονομασία - Καταγωγή. Σύμφωνα με το μύθο, τη «χρυσή εποχή», όταν οι άνθρωποι ζούσαν πάνω στις βελανιδιές, οι θεοί κατοικούσαν στις καρυδιές. Από κει η καρυδιά πήρε το όνομα Juglans που προέρχεται από τις λέξεις «Jovis glans» - βάλανος του Δία. Το δέντρο αυτό ήταν γνωστό από την αρχαιότητα και αναφέρονταν με το όνομα «κάρυα» ή «κάρυον».Σήμερα είναι γνωστό με διάφορα ονόματα, όπως γιουνγκλανς η βασιλική (Junglans regia), κάρυα η βασιλική, Αγγλική ή Περσική καρυδιά κ.α. Οι καρποί της έχουν πάρει το όνομα τους, κατά τον Πλούταρχο, από το «κάρος», επειδή όσοι κοιμούνται κάτω από αυτήν, εισπνέουν τη βαριά οσμή που εκπέμπεται και πέφτουν σε βαθύ ύπνο. Η καρυδιά κατάγεται απ' την Αρμενία και προ παντός την Περσία, όπου βρίσκεται κυρίως σε άγρια κατάσταση. Στην Ασία απαντά στις περιοχές του Καυκάσου, της Κασπίας θάλασσας, της Βιρμανίας, της Ιαπωνίας, στα Βόρεια των Ινδών και στην Κίνα. Στην Ευρώπη καλλιεργείται από τη Ρωμαϊκή εποχή για τα εδώδιμα καρύδια της και στη χώρα μας βρίσκεται σαν αυτοφυές και καλλιεργούμενο δέντρο σε πολλά μέρη και κυρίως στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τον Τυμφρηστό.
Περιγραφή. Η καρυδιά είναι ένα μεγάλο φυλλοβόλο δέντρο, μακρόβιο, ύψους 12 - 30 μέτρα, όπου σπάνια φτάνει και τα 60 μέτρα. Είναι δέντρο με ελεύθερη ανάπτυξη, δυνατά κλαδιά και με μεγάλη απλωτή κόμη. Τα φύλλα της καρυδιάς είναι μεγάλα, μακριά, σύνθετα. Το κάθε φύλλο αποτελείται από 7-9 μικρά φύλλα, με ωοειδές σχήμα που έχουν ευχάριστη μυρωδιά. Τα άνθη της έχουν λευκό χρώμα, είναι μονογενή και παράγουν αρσενικά και θηλυκά αναπαραγωγικά όργανα σε διαφορετικά άνθη πάνω στο ίδιο όμως δέντρο. Τα αρσενικά άνθη είναι διατεταγμένα κατά κρεμάμενους βότρεις (ίουλους), ενώ τα θηλυκά κατά στάχεις στις άκρες των βλαστών. Ανθίζει τον Απρίλιο - Μάιο. Η κοινή καρυδιά φτάνει σε ύψος τα 35 μέτρα και είναι γνωστή και με τις ονομασίες αγγλική ή περσική. Καλλιεργείται για το νόστιμο καρπό της ,το καρύδι και για την εξαιρετικής ποιότητας ξυλεία της.

Καρπός. Τα καρύδια όταν ωριμάσουν τινάζονται από το δέντρο με ράβδισμα και μαζεύονται από το έδαφος πριν μαυρίσουν .Στην συνέχεια ξεφλουδίζονται και ξεραίνονται σε ειδικά ξηραντήρια. Το καρύδι έχει σχήμα σφαιρικό και το περικάρπιο του όταν είναι χλωρό είναι παχύ σαρκώδες και πράσινο ενώ όταν ωριμάζει αλλάζει χρώμα σε ανοιχτό μπεζ-καφέ και γίνεται σκληρό, ξυλώδες κέλυφος.
Το εσωτερικό του καρυδιού η καρυδόψιχα αποτελείται από δύο μεγάλες κοτυλοδόνες, οι οποίες περιβάλλονται από ένα λεπτό σπερματικό περίβλημα. Η καρυδόψιχα τρώγεται σκέτη σαν ξηρός καρπός ,χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική ,στη μαγειρική και τρώγεται με μέλι. Το χλωρό καρύδι γίνεται νόστιμο γλυκό του κουταλιού.

Χρησιμότητα. Το ξύλο της καρυδιάς είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό και δεν εμφανίζει ρωγμές. Είναι συμπαγές με εξαιρετική ελαστικότητα και χρησιμοποιείται στην κατασκευή επίπλων πολύ καλής ποιότητας. Επειδή κατεργάζεται εύκολα χρησιμοποιείται και στην οπλοποιία, στη ξυλογλυπτική,και την τορνευτική.Ο φλοιός της καρυδιάς και η ρίζα δίνουν ωραία πυρόξανθη ή καστανόχρωμη βαφή για υφάσματα και δέρματα και χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για το βάψιμο των μαλλιών.Η πράσινη εξωτερική φλούδα της καρυδιάς δίνει πράσινο ωραίο χρώμα που βάφουν τα αυγά της Λαμπρής. Με το φλοιό επίσης του καρπού οι επιπλοποιοί βάφουν το ξύλο των επίπλων με κάρυνο χρώμα. Επίσης, από τον φλοιό παρασκευάζεται ένα τονωτικό και ευστόμαχο ηδύποτο (Ratafia, Ρατάφια).Το περίφημο λάδι της χρησιμοποιείται εκτός από τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, στη βιομηχανία της σαπωνοποιίας και της βερνικοποιίας.Χρησιμοποιείται στη ζωγραφική για την ανάμιξη χρωμάτων με το βερνίκι και ως έλαιο λαμπτήρων. Από 35 κιλά καρυδιών, παράγονται 6 κιλά ξεφλουδισμένα καρύδια, από τα οποία παράγεται 3 κιλά λάδι.Τα υπολείμματα του καρυδιού, ύστερα από την έκθλιψή τους με την οποία βγαίνει το καρυδέλαιο, είναι πολύ θρεπτικά και χρησιμοποιούνται για ζωοτροφή. Ο καρπός της γίνεται ωραιότατο και τονωτικότατο γλυκό που έχει θρεπτική αξία ίση με αυτή του τυριού. Χρησιμοποιείται στις βιομηχανίες ζαχαρωδών προϊόντων, για αρωματική ουσία και τρώγεται νωπός ή ξηρός, ψημένος ή αλατισμένος. Με τον άγουρο καρπό της ανακατεμένο, σε αναλογία 2:1, με χυμό από άγουρα σταφύλια ή με καλό ξύδι, μπορεί να παρασκευαστεί ένα επιδόρπιο, ενώ με τα πράσινα φύλλα της καρυδιάς λικέρ. Από το χυμό της καρυδιάς που είναι άφθονος και διαυγής, ο Γάλλος φαρμακοποιός Banon παρασκεύασε το 1811 ένα άριστο σάκχαρο. Η εργασία της παρασκευής και η αποκρυστάλλωση του σακχάρου του χυμού της καρυδιάς μοιάζει με του σακχάρου του τεύτλου και του καλαμοσάκχαρου.

Οι θεραπευτικές ιδιότητες της καρυδιάς.Οι θεραπευτικές ιδιότητες της καρυδιάς είναι πολλές και ευεργετικές και οφείλονται στα συστατικά που περιέχει. Ο Γάλλος γιατρός Negrier, το 1841 ασχολήθηκε με τις θεραπευτικές ιδιότητες των φύλλων της. Θεραπευτικά τα φύλλα της καρυδιάς χρησιμοποιούνται εναντίον των παθήσεων των ματιών, όπως βλεφαρίτιδα στα παιδιά και της χοιραδώσεως. Το αφέψημα και το έγχυμά τους είναι τονωτικό του πεπτικού σωλήνα και σταματά τις διαρροϊκές κενώσεις σε τοξικές καταστάσεις. Οι Boys de Loutry και Costilhes χρησιμοποιούσαν το αφέψημα των φύλλων με μορφή κολπικών πλύσεων κατά των εξελκώσεων του αυχένα της μήτρας, ενώ ο Vidal de Careis κατά της λευκόρροιας. Ο Dubois χρησιμοποιούσε πυκνό αφέψημα φύλλων για τη θεραπεία της τριχόπτωσης, ο Bruguiec για κακοήθη εξανθήματα και ο Vitet για τη θεραπεία της ψωρίασης, του έρπητα, των διαφόρων λειχήνων και των εκζεμάτων. Επίσης, αφέψημα φύλλων και φλοιού χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία κατά των οξέων αμυγδαλών και κατά του απλού ρινικού κατάρρου. Το αφέψημα των φύλλων κατεβάζει το σάκχαρο των διαβητικών, καθώς στο διάστημα χρησιμοποιήσεως ινσουλίνης μειώνει το σάκχαρο των ούρων και καθαρίζει το αίμα. Χρησιμοποιείται επίσης για εξωτερικές πλύσεις τραυμάτων και τη θεραπεία των δερματικών φλυκταινών. Όταν προστεθεί στο νερό του λουτρού είναι ευεργετικό για τη ραχίτιδα, τη σήψη και την υπερτροφία των οστών, καθώς και για πυώδης πληγές στα νύχια των ποδιών και των χεριών. Ενδείκνυται για την ακμή, τα ιδρωμένα πόδια και για τις χιονίστρες.Τα φρέσκα φύλλα διώχνουν τα έντομα και προπαντός τους κοριούς.Ένα απλό έγχυμα φύλλων μπορεί να σκοτώσει ή να απομακρύνει τα μυρμήγκια. Αν αλείψουμε με το έγχυμα αυτό τα άλογα, δεν θα τα πλησιάζουν αλογόμυγες. Επίσης, το βάμμα που φτιάχνεται από τα νωπά φύλλα χρησιμοποιείται εναντίον της φυματιώδους λεμφαδενοπάθειας, του ραχιτισμού, της παθήσεως των αρθρώσεων και της γαστρεντερίτιδας. Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν τις αντιμυκητιακές και αντισηπτικές τους ιδιότητες.Τα αποξηραμένα φύλλα, αναμιγμένα με κρασί, χρησιμοποιούνται κατά του ίκτερου. Το γιατρικό των ανθέων συνίσταται για περιόδους μεταβολών, όπως η εμμηνόπαυση.Το σαρκώδες πράσινο εξωκάρπιο είναι ταινιοκτόνο και ελμινθοκτόνο σαν έγχυμα, όπως και το αφέψημα των φύλλων.Ο Γαληνός χρησιμοποιούσε τον οπό του φλοιού αυτού αραιωμένο σε στυπτικούς γαργαρισμούς και κατά της πυόρροιας των αμυγδαλών. Συνίσταται ακόμη κατά των διαλειπόντων πυρετών και εξαιτίας της ναφθοκινόνης που περιέχει, του αποδίδεται ενέργεια ερυθραντική επί του δέρματος και θεραπευτική κατά των εκζεμάτων, των κηρίων, των πυοδερματίτιδων, της ψωριάσεως και της φθειριάσεως. Επίσης, αποτελεί τη βάση της «αντιαφροδισιακής πτισάνης του Pollisi» και σε μορφή σκόνης, είναι εκδοριακός, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί των κανθαρίδων. Ο χυμός των φλοιών χρησιμοποιείται με επιτυχία και κατά των κρεατοελιών, ενώ κοπανισμένος (ο φλοιός) βγάζει τους κάλους. Η λεπτή, κίτρινη μεμβράνη που περιβάλει την ψίχα, σε μορφή σκόνης, αποτελεί θεραπεία για κωλικούς.Τα καρύδια συνιστώνται στους αδύναμους οργανισμούς, τους φυματικούς, τους σακχαροδιαβητικούς (περιέχουν μικρή ποσότητα υδατανθράκων) και σε πολλές παθήσεις. Το «γλυκό καρυδάκι» είναι αξιοσύστατο για αδύνατους, φυματικούς και αιμοπτοϊκούς, γιατί περιέχει σημαντική ποσότητα δεψικών ουσιών. Θεωρούνται επίσης, τα κατ' εξοχήν φάρμακα κατά των δηλητηριάσεων και ως αντίδοτο των ύπουλων ιών και σύμφωνα με τον Hartwell (1967-1971), χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του καρκίνου, του ψευδάνθρακα, τους όγκους και ειδικά τον καρκίνο του στήθους, καθώς και για τη θεραπεία τους άσθματος, τον πόνο στην πλάτη, το συφιλιδικό έλκος, τους κωλικούς, την επιπεφυκίτιδα, το βήχα, την καούρα, την εκσπερμάτωση, την ανικανότητα και τους ρευματισμούς.Είναι εξαιρετικό φάρμακο κατά της υπερπτητικότητας του αίματος. Η ξερή ψίχα συνίσταται για όλους τους πνευματικά εργαζόμενους καθώς και τους ορειβάτες αθλητές και γενικά τα άτομα που υποβάλλονται σε μεγάλες σωματικές και πνευματικές κοπώσεις. Το καρυδέλαιο, είναι γνωστό από τον Διοσκουρίδη ως ανθελμινθικό και ταινιοκτόνο. Το 1916, ο De Surel επιβεβαίωσε τις ανθελμινθικές του ιδιότητες που αυξάνονται με τη συμμετοχή του σκόρδου. Χρησιμοποιείται και ως καθαρτικό. Σταματά επίσης τον πονόδοντο και είναι ευεργετικό στις πληγές και στα χελώνια.


Πολλαπλασιασμός. Στην χώρα μας, η καρυδιά πολλαπλασιάζεται με σπόρο από καλά και ειδικά επιλεγμένα δέντρα. Σε άλλες χώρες ο πολλαπλασιασμός γίνεται με εμβολιασμό αλλά θεωρείται αρκετά δύσκολος. Σήμερα στην δενδροκομία γίνεται στρωμάτωση των σπόρων σε κασόνια με ψιλή άμμο, όπου αναπτύσσονται δενδρύλλια. Τα σποριόφυτα φυτεύονται στις μόνιμες θέσεις τους πρόωρα το καλοκαίρι και χρήζουν μερικής προστασίας από το κρύο για τον πρώτο τους χειμώνα. Η καρυδιά επικονιάζεται με τον αέρα. Η γύρη της μεταφέρεται σε απόσταση περίπου 75 - 90 μέτρα και συνεπώς οι καρυδιές - γονιμοποιητές θα πρέπει να τοποθετούνται στους οπωρώνες σε κάθε 10η σειρά και σε αντίθετη κατεύθυνση από τον άνεμο .
Οι απαιτήσεις της καρυδιάς. Η καρυδιά έχει μεγάλη, υπόγεια βλάστηση και απαιτεί έδαφος βαθύ, καλά αποστραγγιζόμενο, αργιλώδες, θρεπτικό, ασβεστούχο και ελαφρώς αλκαλικό (pH 4.5 έως 8.2). Ευδοκιμεί σε μέτρια υγρό και ζεστό κλίμα, το οποίο βελτιώνεται με τη σκιά των φύλλων της, και σε θέση προφυλαγμένη από ισχυρούς ανέμους. Αντέχει μια ετήσια βροχόπτωση που ανέρχεται στα 31 ως 147 εκατοστά και ετήσια μέση θερμοκρασία 7 με 21.1 °C (όταν βρίσκεται σε λήθαργο αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, κάτω των -27 °C, χωρίς σοβαρές επιπτώσεις). Είναι φωτόφιλο είδος και ευπαθές στους παγετούς κατά την νεαρή του ηλικία.
Καλλιεργητικές φροντίδες.Η καρυδιά έχει ανάγκη από κλάδεμα στη ρίζα, 2 - 3 πόντους κατά το φύτεμα, όπως και στη φούντα, για να σχηματιστεί καλό ριζικό σύστημα. Απαραίτητα είναι τα ποτίσματα και τα σκαλίσματα στο δενδρύλλιο για να αναπτυχθεί γρήγορα. Ο λάκκος ποτίσματος θα πρέπει να είναι σε μικρή απόσταση από τον κορμό, διότι όταν είναι κορεσμένος από νερό ο κορμός προσβάλετε από μύκητες. Στις εντατικές καλλιέργειες, οι καρυδιές φυτεύονται αρχικά σε αναλογία 13 - 18 δέντρα ανά στρέμμα και αραιώνονται σε 8 - 13 δέντρα, όταν με την πάροδο του χρόνου παρατηρείται συνωστισμός. Οι ποικιλίες που χρησιμοποιούνται σαν γονιμοποιητές φυτεύονται σε πυκνές σειρές και σε επιλεγμένες αποστάσεις .
Είδη.Το γένος Juglans αριθμεί 55 περίπου είδη, καθώς και αρκετές ποικιλίες. Από τις ελληνικές οι πιο διαδεδομένες είναι η «Ανδριώτικη», η «Καρπενισιώτικη», η ποικιλία «Σελιτσάνης», τα «Μυτοκάρυδα», τα «Αγιορείτικα», τα «Γυμνοκάρυδα», κ.α.Από τις ξενικές ποικιλίες οι πιο γνωστές είναι η «Φελτρίνα», το «καρύδι του Σερέντο», η «Παριζιάνικη», η «Φρανκέτ» (Franquette), η «Μαγιέτ» (Mayette), η «Ρίτα» (Rita), η «Proslavski», η «Buccaneer», η Coenen, η Broadview κ.α. Ένα είδος καρυδιάς είναι η μαύρη καρυδιά, δέντρο της Βόρειας Αμερικής που φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα. Μακρόβιο φυτό, μπορεί να ξεπεράσει την ηλικία των 250 ετών. Το ξύλο της είναι εξαιρετικής ποιότητας , ακριβό και ανθεκτικό. Τα καρύδια που παράγει χρησιμοποιούνται στην αρτοποιία και στην παρασκευή γλυκών και παγωτού. Ακόμα ένα σημαντικό είδος είναι η πτεροκαρύα της Άπω Ανατολής.

100 Χρόνια Μοναξιάς.

...του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
Tον Οκτώβρη του 1966 έφτασε στα γραφεία του εκδοτικού οίκου Carmen Balcells στη Bαρκελώνη ένα πακέτο από το Mεξικό. Περιείχε το χειρόγραφο ενός μυθιστορήματος, κάποιου άγνωστου έως τότε κολομβιανού συγγραφέα. Tίτλος έργου: «Eκατό χρόνια μοναξιά». Tο βιβλίο θα κυκλοφορήσει πρώτη φορά στην ισπανική γλώσσα στις 5 Iουνίου του 1967. Mόνο που εκείνο το χειρόγραφο, ώσπου να φτάσει στα γραφεία της Sudamericana στο Mπουένος Aϊρες (του οίκου που το εξέδωσε) το φθινόπωρο του 1966, έζησε μια οδύσσεια που δεν έχει να ζηλέψει και πολλά από το βίο και την πολιτεία της οικογένειας Mπουεντία, που πρωταγωνιστεί στο βιβλίο. H δακτυλογράφος που είχε στα χέρια της το μοναδικό χειρόγραφο, έπαθε τροχαίο ατύχημα καθώς πήγαινε στο ταχυδρομείο. H ίδια βγήκε σώα και αβλαβής, αλλά τα χαρτιά είχαν σκορπιστεί στο δρόμο και είχαν βραχεί. Eκείνη τα μάζεψε ένα-ένα, τα πήγε στο σπίτι της και τα σιδέρωσε. Όταν ύστερα από τόσες περιπέτειες κατόρθωσε να φτάσει στο ταχυδρομείο, ο υπάλληλος τα ζύγισε και ζήτησε 40 πέσος για τα ταχυδρομικά τέλη. Ο Γκαρσία Mάρκες, συγγραφέας του μυθιστορήματος και η γυναίκα του διέθεταν εκείνη τη στιγμή μόνο 25 πέσος. Aποφάσισαν λοιπόν να στείλουν τα μισά φύλλα εκείνη την ημέρα. Tα υπόλοιπα τα έστειλαν λίγες μέρες αργότερα, αφού προηγουμένως έβαλαν ενέχυρο τα ελάχιστα υπάρχοντα που τους είχαν απομείνει. Το βιβλίο έγινε γνωστό από στόμα σε στόμα και μέσα σε δύο εβδομάδες εξαντλήθηκαν και τα 8.000 αντίτυπα της πρώτης έκδοσης.

Αδιαμφισβήτητα, τα ''100 χρόνια μοναξιάς'' αποτελούν "τοιχογραφία" μιας εποχής, ενός λαού, της μοίρας όχι μόνο της Κολομβίας, αλλά ολόκληρης της Λατινικής Αμερικής, που για δύο αιώνες τώρα παλεύει απεγνωσμένα να βρει μια διέξοδο. Την αγωνία και το σισύφειο χαρακτήρα αυτής της πάλης δίνει ο Μάρκες με αξεπέραστη λογοτεχνική μαεστρία, περιγράφοντας την τραγική πορεία του ήρωα της ελευθερίας συνταγματάρχη Αουρελιάνο Μπουενδία από την ώρα της υπέρτατης προσφοράς ως τη στιγμή της έσχατης φθοράς και της προσωπικής ολοκληρωτικής εκμηδένισης. Η αφήγηση του παραπέμπει στα παραμύθια των γιαγιάδων μας και οι μύθοι, που πλάθει, αποτυπώνουν μ' ένα μοναδικό τρόπο την στυγνή και πολλές φορές απάνθρωπη πραγματικότητα, που βιώνει ο ίδιος και ο λαός του σ' αυτό το πολύπαθο μέρος του πλανήτη μας.

Παρακάτω, αναφέρονται κάποια από τα καταπληκτικά πράγματα που αποτύπωσε στο χαρτί ο υπέροχος αυτός γητευτής του λόγου και του πνεύματος:
*Τα πράγματα έχουν τη δική τους ζωή, φτάνει μόνο να ξυπνήσεις την ψυχή τους.
*Αισθάνθηκε ξεχασμένος, όχι με την επανορθώσιμη λησμονιά της καρδιάς, αλλά με την σκληρή και αμετάκλητη λησμονιά του θανάτου.
*Είχε πάει στον άλλο κόσμο, αλλά γύρισε γιατί δεν άντεξε την μοναξιά.
*Έφτασε να υποκρίνεται με τόση αληθοφάνεια, ώστε κατέληξε να παρηγορείται με τα ίδια της τα ψέματα.
*Στην πραγματικότητα δεν τον ενδιέφερε ο θάνατος, μόνο η ζωή, και γι' αυτό το συναίσθημα που αισθάνθηκε , όταν απήγγειλαν την καταδίκη ( σε θάνατο), δεν ήταν φόβος αλλά νοσταλγία.
*Το μυστικό για τα καλά γηρατειά δεν ήταν τίποτε άλλο από μια τίμια συμφωνία με τη μοναξιά.
*Δεν πεθαίνει κανείς όταν πρέπει, αλλά όταν μπορεί.
*Ο άλλος πόλεμος , ο αιματοκυλισμένος είκοσι χρόνια, δεν τους είχε στοιχίσει τόσο όσο ο διαβρωτικός πόλεμος των αιώνιων αναβολών.
*Ο κόσμος θα' χει γαμηθεί πέρα για πέρα τη μέρα που οι άνθρωποι θα ταξιδεύουν στην πρώτη θέση και η λογοτεχνία στο βαγόνι με τα εμπορεύματα.
*Είχε φύγει μακριά της, προσπαθώντας να τη βγάλει από το μυαλό του, όχι μόνο με την απόσταση, αλλά και με μια απερίσκεπτη ορμή, που οι σύντροφοι του έπαιρναν για τόλμη. Aλλά όσο περισσότερο βούταγε την εικόνα της στη λάσπη του πολέμου τόσο περισσότερο ο πόλεμος έμοιαζε με την Αμαράντα. Έτσι, είχε βασανιστεί στην εξορία, ψάχνοντας να βρεί τρόπο να τη σκοτώσει με τον ίδιο το θάνατο του.
*Έσκαψε τόσο βαθιά στα αισθήματα του και αναζητώντας το συμφέρον, συνάντησε τον έρωτα, γιατί προσπαθώντας να την κάνει να τον αγαπήσει, κατέληξε να την αγαπήσει αυτός. *Τη συνάντησε στην εικόνα που πλημμύριζε την ίδια την τρομερή του μοναξιά.
*Μετά από τόσα χρόνια θάνατο, ήταν τόση η λαχτάρα για τους ζωντανούς, τόσο πιεστική η ανάγκη για συντροφιά, τόσο τρομακτική η προσέγγιση σ' εκείνον τον άλλο θάνατο που υπάρχει μέσα στο θάνατο, που ο Προυδένσιο Αγκιλάρ είχε φτάσει ν' αγαπήσει το χειρότερο εχθρό του.


Kαι αυτές είναι οι δύο τελευταιές σελίδες του βιβλίου:

"Ο Αουρελιανο δεν ειχε ποτε μεγαλυτερη διαυγεια σε καμιαν αλλη πραξη της ζωης τουαπο την στιγμη που ξεχασε τους νεκρους του, τον πονο των νεκρων του και καρφωσεξανα τις πορτες και τα παραθυρα με τους σταυρους της Φερναντα, για να μην αφησεινα τον ενοχλησει κανενας πειρασμος του κοσμου, γιατι τοτε ηξερε πια πως στις περγαμηνες του Μελκιαδες ηταν γραμμενο το πεπρωμενο του.Τις βρηκε ανεπαφες, αναμεσα στα προ'ι'στορικα φυτα και στις λιμνουλες που αχνιζαν και στα φωτεινα εντομα, που ειχαν εξαφανισει απο το δωματιο καθε ιχνος απο το περασματου ανθρωπου πανω στη γη και δεν ειχε την ηρεμια να τις βγαλει στο φως, παρα εκει μεσα, ορθιος, χωρις την παραμικρη δυσκολια, λες και ηταν γραμμενες στα ισπανικα, μες στην εκτυφλωτικη λαμψη του μεσημεριου αρχισε μεγαλοφωνα να τις αποκρυπτογραφει.Ηταν η ιστορια της οικογενειας, γραμμενη απο τον Μελκιαδες, με τις παραμικρες λεπτομερειες εκατο χρονια πριν.Την ειχε γραψει στα σανσκριτικα, που ηταν η μητρικη του γλωσσα, κι ειχε κρυπτογραφησει τους ζυγους στιχους με τον προσωπικο κωδικα του αυτοκρατορα Αυγουστου και τους μονους με τους στρατιωτικους κωδικες των Λακεδαιμονιων.Η τελικη προφυλαξη, που ο Αουρελιανο ειχε αρχισει να υποπτευεται οταν αφεθηκε να παρασυρθει απο τον ερωτα της Αμαραντα Ουρσουλα, βασιζοταν στο οτι ο Μελκιαδες δεν ειχε ταξινομησει τα γεγονοτα στο συμβατικο χρονο των ανθρωπων, αλλα ειχε συγκεντρωσει τα καθημερινα επεισοδια ενος αιωνα με τετοιο τροπο ωστε ολα να συνυπαρχουν την ιδια στιγμη.Γοητευμενος απο την αποκαλυψη, ο Αουρελιανο διαβασε μεγαλοφωνα, χωρις να πηδαει σειρες, τις τραγουδιστες εγκυκλιους, που ο ιδιος ο Μελκιαδες ειχε βαλει τον Αρκαδιο ν'ακουσει και που στην πραγματικοτητα ηταν η προφητεια της εκτελεσης του και συναντησε την αναγγελια της πιο ομορφης γυναικας του κοσμου, που ανεβαινε ψυχη τε και σωματι στον ουρανο, και γνωρισε την καταγωγη των ορφανων διδυμων, που εγκατελειψαν την προσπαθεια να αποκρυπτογραφησουν τις περγαμηνες, οχι μονο απο ανικανοτητα και επιπολαιοτητα αλλα γιατι οι προσπαθειες τους ηταν προωρες.Σ'αυτο το σημειο, ανυπομονωντας να γνωρισει τη δικη του καταγωγη, ο Αουρελιανο πηδηξε μερικες σελιδες.Τοτε αρχισε να φυσαει ο ανεμος χλιαρος, διστακτικος, γεματος απο φωνες του παρελθοντος, μουρμουρητα παλιων γερανιων, αναστεναγμους απογοητευσης, πιο παλιους κι απ' τις μεγαλες νοσταλγιες.Δεν το προσεξε, γιατι εκεινη τη στιγμη ανακαλυπτε τις πρωτες ενδειξεις της δικης του υπαρξης,σ' ενα λαγνο παππου, που αφεθηκε να τον παρασυρει η επιπολαιοτητα, μεσα απο τις παραισθησεις, αναζητωντας μια ομορφη γυναικα, που δεν θα τον εκανε ευτυχισμενο.Ο Αουρελιανο τον αναγνωρισε, ακολουθησε τα κρυφα μονοπατια της καταγωγης του και βρηκε τη στιγμη της ιδιας του της συλληψης αναμεσα στους σκορπιους και στις κιτρινες πεταλουδες, σ'ενα μπανιο, το ηλιοβασιλεμα, οπου ενας μηχανικος ικανοποιουσε τη λαγνεια του με μια γυναικα που του δινοταν απο ανυπακοη.Ηταν τοσο απορροφημενος που δεν ακουσε ουτε τη δευτερη ριπη του ανεμου, που η κυκλωνικη του δυναμη εβγαλε τις πορτες και τα παραθυρα απο τους μεντεσεδες, πηρε την στεγη της ανατολικης πτερυγας και ξεριζωσε τα θεμελια.Τοτε μονο ανακαλυψε πως η Αμαραντα Ουρσουλα δεν ηταν αδελφη του, αλλα θεια του και πως ο Φρανσις Ντρεικ ειχε επιτεθει στη Ριοτσα μονο και μονο για να μπορεσουν εκεινοι να βρουν ο ενας τον αλλον στους πιο πολυπλοκουςλαβυρινθους του αιματος, ωσπου να φερουν στον κοσμο το μυθολογικο ζωο που θα εβαζε τερμα στην γενια τους.Το Μακοντο ηταν πια ενας φοβερος ανεμοστροβιλος απο σκονη και χαλασματα, που τα στριφογυριζε η οργη του βιβλικου τυφωνα, οταν ο Αουρελιανο πηδηξε εντεκα σελιδες για να μη χασει την ωρα του με πολυ γνωστα του περιστατικα, κι' αρχισε να αποκρυπτογραφει τη στιγμη που ζουσε, αποκρυπτογραφωντας οσο το ζουσε, προφητευοντας στον ιδιο του τον εαυτο τη στιγμη που θα αποκρυπτογραφουσε την τελευταια σελιδα των περγαμηνων, λες και τον εβλεπε σ'εναν καθρεφτη που μιλουσε.Τοτε προχωρησε ακομα λιγο, για να προλαβει τις προφητειες και να επαληθευσει την ημερομηνια και τις περιστασεις του θανατου του.Ωστοσο, προτου φτασει στον τελευταιο στιχο ειχε καταλαβει πως δεν θα εβγαινε ποτε απο εκεινο το δωματιο, γιατι η πολη με τους καθρεφτες ('η τους αντικατοπτρισμους) ηταν προορισμενη να σαρωθει απο τον ανεμο και να εξοριστει απ' τη μνημη των ανθρωπων τη στιγμη που ο Αουρελιανο Μπαμπιλονια θα τελειωνε την αποκρυπτογραφηση των περγαμηνων κι ολα οσα ηταν γραμμενα σ'αυτες ηταν ανεπαναληπτα απο αμνημονευτων χρονων και για παντα, γιατι οι γενιες οι καταδικασμενες σε εκατο χρονια μοναξια δεν ειχαν δευτερη ευκαιρια πανω στη γη."

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες .


Márquez Gabriel José García.

Ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες γεννήθηκε στις 6 Μάρτη 1928 στην Αρακατάκα, ένα παραλιακό χωριό της Κολομβίας, χωριό της μπανάνας στη Καραϊβική. Γιος του τηλεγραφητή Γκαμπριέλ Ελίχιο Γκαρσία Μαρτίνες και της Λουίσα Σαντιάγα Μάρκες Ιγουαράν, ο μικρός "Γκαμπίτο" -όπως τον έλεγαν οι δικοί του- μεγάλωσε με τον παππού του, συνταγματάρχη Νικολάς Ρικάρντο Μάρκες Μεχία και τη γιαγιά του Τρανκιλίνα Ιγουαράν Κότες -από τη πλευρά της μητέρας του- ως τα 10 του χρόνια ακούγοντας τις ιστορίες της γιαγιάς του για φαντάσματα και τις ατέλειωτες διηγήσεις του παππού του για τους εμφύλιους πολέμους, ιστορίες που αποτελούν το υλικό των μετέπειτα μυθιστορημάτων του. Τον πατέρα του τον γνώρισε για πρώτη φορά στα 7 και δε μπόρεσε ποτέ να κερδίσει στη καρδιά του «Γκάμπο» τη θέση που του άξιζε. Αυτή τη θέση την είχε καταλάβει για πάντα ο παππούς: «Ο παππούς ήταν η πιο σημαντική μορφή στη ζωή μου. Από τότε που πέθανε δεν μου έχει συμβεί τίποτε το ενδιαφέρον κι ως και σήμερα οι χαρές της ζωής μένουν ανολοκλήρωτες απλώς και μόνο επειδή δεν τις ξέρει ο παππούς». Στα παιδικά του χρόνια τίποτε δεν προμήνυε την εξέλιξή του σ' έναν από τους μεγαλύτερους λογοτέχνες του πλανήτη, εκτός ίσως από το γεγονός ότι έλεγε ψέματα διασκευάζοντας συνεχώς τις ιστορίες που άκουγε στο σπίτι. Ήθελε να μεγαλώσει και να γίνει ντετέκτιβ σαν τον Ντικ Τρέισι. Εμαθε να διαβάζει στα 8 κι επειδή κείνη την εποχή η οικογένειά του αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα κι ο ίδιος τα κατάφερνε εξαιρετικά στο σχέδιο, κέρδισε τα πρώτα λεφτά στα 11 ζωγραφίζοντας επιγραφές για τον ιδιοκτήτη ενός γειτονικού καταστήματος. Τελειώνει το σχολείο στη Σιπακιρά και το 1947 μπαίνει στο Πανεπιστήμιο της Μπογκοτά για να σπουδάσει Νομικά και Πολιτικές Επιστήμες. Τον ίδιο χρόνο η εφημερίδα Ελ Εσπεκταδόρ δημοσίευσε το πρώτο διήγημά του με τίτλο "Η Τρίτη Παραίτηση". Τον επόμενο χρόνο η Κολομβία είναι καζάνι που βράζει κι οι πολιτικές ταραχές τον αναγκάζουν να μετακομίσει στο Πανεπιστήμιο της Καρθαγένης. Παράλληλα άρχισε να γράφει και τις πρώτες ιστορίες του. Εκεί άρχισε να εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Ελ Ουνιβερσάλ. Το ταξίδι που έκανε με τη μητέρα του το 1952 για να πουλήσουν το σπίτι της Αρακατάκα τον έκανε να αναθεωρήσει αυτά που ήδη είχε γράψει και ν' αρχίσει από την αρχή. Χρειαζόταν όμως να εξασφαλίσει και την επιβίωσή του κι έτσι συνεργάζεται με διάφορες εφημερίδες και περιοδικά σ' Ευρώπη κι ΗΠΑ, ως δημοσιογράφος. Το 1954 εγκαθίσταται στη Μπογκοτά, όπου κερδίζει βραβείο για το έργο του "Μια Μέρα Μετά Το Σάββατο", και δημοσιεύει τα "Νεκρά Φύλλα", τα "Ανεμοσκορπίσματα" και λίγον αργότερα τη "Κακιά Ώρα" κι "Η Κηδεία της Μεγάλης Μάμα". Το 1955 τον στέλνει στην Ευρώπη η εφημερίδα του, που τη κλείνει αμέσως μετά η κολομβιανή κυβέρνηση κι έτσι περνά τα επόμενα 3 χρόνια κει, όπου βλέπει ένα διαφορετικό τρόπο ζωής. Το 1958 παντρεύεται τη φαρμακοποιό Μερσέδες Μπάρτσα Πάρδο, με την οποία απέκτησε 2 γιους και δημοσιεύει στο περιοδικό Mito το μυθιστόρημά του "Ο Συνταγματάρχης Δεν Έχει Κανένα Να Του Γράψει".
Με την αρχή της κουβανέζικης επανάστασης, το 1959, που χαιρετίστηκε θερμά από τη λατινοαμερικανική ιντελιγκέντσια, φεύγει για να εργαστεί στην Αβάνα κι επιστρέφει ξανά στη Κολομβία το 1961. Την ίδια χρονιά εγκαθίσταται με την οικογένειά του στο Μεξικό, όπου εργάζεται ως δημοσιογράφος και σεναριογράφος. Το 1965, με το σαράκι τόσων ιστοριών και προσώπων να τον τρώει, αρχίζει να βάζει στη σειρά τις αναμνήσεις του για να γεννηθεί 14 μήνες αργότερα το αριστούργημά του "Εκατό Χρόνια Μοναξιά". Στους μήνες που χρειαστήκανε για να τ' ολοκληρώσει, η οικογένεια Μάρκες πέρασε στιγμές απόλυτης φτώχειας, βγάζοντας στο σφυρί σχεδόν τα πάντα, μεταξύ των οποίων το αυτοκίνητο κι αρκετά κοσμήματα της Μερσέδες. Για να μπορέσουν να στείλουνε τα χειρόγραφα στον αργεντινό εκδότη βάλαν ενέχυρο για 50 πέσος το πιστολάκι για τα μαλλιά, το μπλέντερ και το φορητό καλοριφέρ τους. Το έργο-ποταμός εκδόθηκε τελικά και άλλαξε σε μια νύχτα τη ζωή του τοποθετώντας τον επικεφαλής του λατινοαμερικανικού μυθιστορήματος και κάνοντας τους κριτικούς να γράψουν: «Ο Μάρκες έγραψε τον "Μόμπι Ντικ" της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας». Το ήδη φανατικό ανά τον κόσμο κοινό του αυξήθηκε καθιστώντας τον έναν από τους πιο πολυδιαβασμένους λογοτέχνες της γης και το Νομπέλ Λογοτεχνίας το 1982 του 'δωσε μιαν επίσημη θέση στο πάνθεον των αθανάτων. Στο τεράστιο έργο του, συμπεριλαμβάνονται επίσης και τα μυθιστορήματα: "Το Φθινόπωρο Του Πατριάρχη", "Χρονικόν Ενός Προαναγγελθέντος Θανάτου", "Ο Ερωτας Στα Χρόνια Της Χολέρας" "Δώδεκα Διηγήματα Περιπλανώμενα", "Περί Ερωτος Κι 'Αλλων Δαιμονίων","Ο Στρατηγός Μες Στο Λαβύρινθό Του", "Οι Θλιμμένες Πουτάνες Της Ζωής Μου" κ.ά. Επίσης, έχει γράψει άρθρα σε περιοδικά, βιβλία με διηγήματα και κινηματογραφικά σενάρια.

Τελευταία αγωνίζεται ενάντια σε μια βαριά μορφή καρκίνου λεμφαδένων κι έχει αποσυρθεί στη πατρίδα του. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφίας του με τίτλο: "Ζω Για Να Τη Διηγούμαι".

Δολοφόνοι Λύκων στα Ορεινά της Δωρίδας και της Ναυπακτίας...

Θα αφήσουμε να είναι αυτό το μέλλον της Άγριας Ζωής στην Χώρα μας;
Να απαγορευθεί το κυνήγι άμεσα.
Να ιδρυθεί ΦΥΣΙΚΟ ΠΑΡΚΟ ΒΑΡΔΟΥΣΙΩΝ-ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ-ΚΡΑΒΑΡΩΝ.

Η αλεπού στον Αίσωπο...


Το γέρικο λιοντάρι και η αλεπού.
Γέρασε το λιοντάρι κι έχασε τη δύναμή του και δεν μπορούσε πια να κυνηγήσει, γι αυτό σκέφτηκε κάποιο κόλπο.Έκανε τάχα το άρρωστο και δεν έβγαινε απ’ τη σπηλιά του. Ένα-ένα τα ζώα πήγαιναν να το επισκεφθούν κι εκείνο τ’ άρπαζε και τα καταβρόχθιζε. Βλέποντας η αλεπού την απάτη που σκαρφίστηκε, δεν έλεγε να πλησιάσει, καθόταν κάπου μακριά και το ρωτούσε για την υγεία του.«Μα, γιατί δεν έρχεσαι να τα πούμε από κοντά;» απόρησε το λιοντάρι.«Γιατί βλέπω πολλές πατημασιές να μπαίνουν στη σπηλιά σου, αλλά καμιά να βγαίνει», απάντησε εκείνη.
Οι λαγοί και οι αλεπούδες.
Οι λαγοί κήρυξαν πόλεμο στον αετό και ζήτησαν από τις αλεπούδες να συμμαχήσουν μαζί τους.«Πολύ ευχαρίστως θα σας βοηθούσαμε, αν δεν ξέραμε καλά ποιοί είστε και με ποιόν πολεμάτε» τους απάντησαν εκείνες.
Η αλεπού και το παγιδευμένο λιοντάρι
Η αλεπού είδε κάποτε ένα λιοντάρι πιασμένο σε παγίδα. Χωρίς να χάσει καιρό, το πλησίασε κι άρχισε να το λοιδωρεί.«Πάει καλά» της είπε το λιοντάρι, «αλλά να ξέρεις πως δεν με βρίζεις εσύ, η ατυχία που μου ‘λαχε με βρίζει!»
Η αλεπού κι πίθηκος.
Η αλεπού κι ο πίθηκος ταξίδευαν μαζί. Εκεί που πήγαιναν, έτυχε να περάσουν από κάποιο νεκροταφείο.«Τους βλέπεις αυτούς;» είπε ο πίθηκος στην αλεπού. «Ήταν όλοι δούλοι των γονιών μου, αλλά τους ελευθέρωσαν».Κι αλεπού:«Λέγε όσα ψέματα θέλεις. Έτσι κι αλλιώς, οι πεθασμένοι δεν πρόκειται να σε διαψεύσουν».
Η αλεπού κι ο λαγός στο πηγάδι.
Ένας λαγός διψούσε και κατέβηκε στο πηγάδι για να πιεί νερό. Αφού ξεδίψασε με την ψυχή του, αποφάσισε ν’ ανέβει. Αλλά διαπίστωσε πως δεν υπήρχε τρόπος κι έπεσε σε μαύρη απελπισία.Κάποια αλεπού, που έτυχε να περνάει από εκεί, τον είδε σ΄ αυτή την κατάσταση και του είπε:«Έκανες μεγάλο λάθος. Έπρεπε πρώτα να σκεφτείς πως θ’ ανέβεις κι ύστερα να κατέβεις… εκ του ασφαλούς».
Η κολοβή αλεπού.
Μια αλεπού πιάστηκε κάποτε σε ένα δόκανο που είχε στήσει ένας κυνηγός στο δάσος. Προσπαθώντας να ξεκολλήσει από το δόκανο, γύρναγε πότε από την μια και πότε από την άλλη πλευρά. Μετά από πολλές προσπάθειες, κατάφερε να ελευθερωθεί, αλλά τα δόντια της παγίδας της είχαν κόψει την ουρά.Η κολοβωμένη πλέον αλεπού, στενοχωρήθηκε πολύ βλέποντας την όμορφη ουρά της κρεμασμένη στο δόκανο. Η στενοχώρια της όλο και μεγάλωνε καθώς σκεφτόταν ότι θα τριγυρνούσε έτσι, ενώ όλες οι άλλες αλεπούδες θα είχαν τις ουρές τους. Πονηρή όμως καθώς ήταν, δεν άργησε να βρει λύση στο πρόβλημα της. Το μόνο που είχε να κάνει, ήταν να πείσει όλες τις αλεπούδες να κόψουν τις ουρές τους. Έτσι θα ήταν όλες ίδιες και δεν θα ντρεπόταν για την εμφάνιση της.Χωρίς καθυστέρηση, έβαλε το σχέδιο της σε εφαρμογή και άρχισε να ειδοποιεί τις αλεπούδες να κάνουν ένα συμβούλιο γιατί ήθελε να τους μιλήσει. Πράγματι, λίγες μέρες μετά, μαζεύτηκαν όλες σε ένα ξέφωτο του δάσους και η κολοβωμένη αλεπού άρχισε να τους μιλάει για το φλέγον θέμα της ουράς. Τους είπε πολλά πράγματα για να τις πείσει να κόψουν τις ουρές τους. Τα πιο δυνατά επιχειρήματα της ήταν ότι η ουρά τους πρώτον είναι άπρεπη και δεύτερον ότι ήταν ένα περιττό βάρος, από το οποίο έπρεπε να απαλλαγούν άμεσα.Καθώς, όμως, δεν ήταν η μοναδική αλεπού με πονηριά, μόλις σταμάτησε να μιλάει, πήρε τον λόγο μια άλλη αλεπού και της είπε:- Άκουσα με προσοχή όσα μας είπες αλλά αναρωτιέμαι. Αν δεν σε συνέφερε να κόψουμε τις όμορφες ουρές μας, θα μας τα έλεγες όλα αυτά;
Η Αλεπού και τα σταφύλια.
Μια αλεπού πεινασμένη είδε πάνω σ' ένα δέντρο πλεγμένη μια κληματαριά γεμάτη χοντρόρωγα, κατακίτρινα σταφύλια. Τα ζήλεψε και πολύ επιθυμούσε να τα δοκιμάσει, μα πώς ν' ανεβεί. Οι αλεπούδες δεν είναι γατιά, να πιάνουνται με τα νύχια τους και ν' ανεβαίνουν όπου τους γουστάρει. Ωστόσο, δοκίμασε κάμποσες φορές. Πιάστηκε από δω, πιάστηκε από κει, τίποτα δεν κατάφερνε. Καθότανε μόνο κάτω, σήκωνε τα μάτια της στα σταφύλια, τα κοίταζε καλά καλά κι ο καημός τους την έτρωγε. Στα κατατελευταία απελπισμένη, για να παρηγορηθεί, κορόιδεψε η ίδια τον εαυτό της: - Δε βαριέσαι, δεν πειράζει, ας πάμε παρακάτω... Εξάλλου αυτά δεν τρώγουνται.Αγίνωτα είναι ακόμη... Τα σταφύλια, ακούοντάς τη, μοιάζανε να την ειρωνεύονται· να την περιγελούν. - Ακούς εκεί... Είμαστε, λέει, αγίνωτα!... Εμείς, κυρα-αλεπού, αγίνωτα δεν είμαστε. Γλυκά σαν το μέλι είμαστε. Μα αφού δε μας φτάνεις, τι να πεις... μας λες αγίνωτα, για να ξεγελάσεις την ανημποριά σου!...

Το λιοντάρι, η αλεπού και η ελαφίνα...

Ο βασιλιάς των ζώων, το λιοντάρι, κάποτε αρρώστησε και καθόταν μέσα στην σπηλιά του μέχρι να γίνει καλά. Παρέα αυτές τις δύσκολες ώρες του κρατούσε η αλεπού. Κάποια στιγμή το λιοντάρι πείνασε και είπε στην αλεπού:
- Κυρά αλεπού, αν με αγαπάς όπως λες και θέλεις να γίνω γρήγορα καλά, πήγαινε να μου φέρεις την μεγάλη ελαφίνα που τριγυρνάει στο δάσος. Αυτή θα είναι το γιατρικό μου. Μόνο εσύ μπορείς να τα καταφέρεις, αφού η πονηριά σου είναι ξακουστή σε όλο τον κόσμο.
Η αλεπού, υπακούοντας στην θέληση του βασιλιά της, άφησε την φωλιά του και άρχισε να τριγυρνάει στο δάσος με σκοπό να συναντήσει την μεγάλη ελαφίνα. «Χτένισε» σχεδόν όλο το δάσος και τελικά την ανακάλυψε δίπλα σε ένα ρυάκι να τρώει φρέσκο χορτάρι.
- Γεια σου κυρά ελαφίνα, της είπε με αθώο ύφος. Σου φέρνω ευχάριστα νέα. Όπως, ίσως, θα ξέρεις ο βασιλιάς μας, το λιοντάρι, είναι άρρωστος και η ώρα που θα πεθάνει δεν είναι μακριά. Σκέφτηκε λοιπόν ότι το καταλληλότερο ζώο για να τον διαδεχθεί στον θρόνο, είσαι εσύ. Εγώ, πρέπει να σε αφήσω τώρα για να γυρίσω στον άρρωστο. Καλά θα κάνεις να έρθεις κι εσύ μαζί μου, να τον παρηγορήσεις αυτές τις δύσκολες ώρες. Εξάλλου ολόκληρο βασίλειο σου αφήνει. Α! Όταν γίνεις βασίλισσα των ζώων μην ξεχάσεις κι εμένα που σου έφερα την χαρμόσυνη είδηση.
Η αλεπού, μαστόρισσα καθώς είναι στα όμορφα λόγια και στις κολακείες, έπεισε την ελαφίνα ότι έτσι έχουν τα πράγματα και χωρίς δεύτερη σκέψη το ανυποψίαστο ζώο πήρε τον δρόμο για την φωλιά του λιονταριού.Το λιοντάρι, που η πείνα του είχε θεριέψει για τα καλά, μόλις είδε την ελαφίνα να προβάλει στην είσοδο της σπηλιάς του, όρμισε πάνω της χωρίς όμως να καταφέρει να την πιάσει. Η ελαφίνα γλύτωσε από τα νύχια του λιονταριού, τα οποία όμως πρόλαβαν να την γρατζουνίσουν στο αυτί.
Η αλεπού βλέποντας τι είχε συμβεί, άρχισε να λέει στο λιοντάρι:
- Αχ, βασιλιά μου. Θάλασσα τα έκανες. Δεν έπρεπε να της ορμίσεις αμέσως. Τόσους κόπους έκανα και πήγαν όλοι χαμένοι.
Το λιοντάρι στενοχωρήθηκε πολύ που έχασε τέτοιο γεύμα. Είχε κι αυτήν την πείνα που όλο και μεγάλωνε. Με γαλίφικο ύφος, τότε, κοίταξε την αλεπού και της είπε:
- Κυρά αλεπού μου, ξέρω πόσο άξια είσαι. Πήγαινε να βρεις ξανά την ελαφίνα και είμαι σίγουρος ότι θα την καταφέρεις να ξαναέρθει.
Η αλεπού, μην θέλοντας να κακοκαρδίσει τον βασιλιά της, ξαναπήρε τους δρόμους και άρχιζε να αναζητά ξανά την ελαφίνα, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν τι θα της πει για να την ξαναοδηγήσει στα νύχια του λιονταριού. Κάποια την βρήκε και «φορώντας» ένα παρεξηγημένο ύφος της είπε:
- Τι έπαθες εσύ και έφυγες τρέχοντας;
Η ελαφίνα μην πιστεύοντας στα αυτιά της, είπε με θυμό στην αλεπού:
- Δεν ντρέπεσαι να με αντικρίζεις; Με ξεγέλασες για να με φάει το λιοντάρι. Έννοια σου και το πήρα το μάθημα μου. Να πας αλλού να τάξεις βασίλεια και θρόνους.
Η πονηρή αλεπού τότε, δείχνοντας έκπληξη, απάντησε:
- Μα τι φοβητσιάρα που είσαι; Δεν ντρέπεσαι να με κατηγορείς άδικα; Ο μεγαλειότατος θέλησε να σε πιάσει από το αυτί για να σου φανερώσει κρατικά μυστικά και να σου δώσει συμβουλές για την βασιλεία σου. Αλλά τι στα λέω; Κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει ο λύκος πια βασιλιάς, αφού το λιοντάρι θύμωσε πολύ μαζί σου. Απλά σκέφτομαι ότι ο λύκος θα γίνει τύρρανος. Γι’ αυτό αν αγαπάς τα ζώα του δάσους, έλα να πάμε στο λιοντάρι για να γίνεις εσύ βασίλισσα.
Η ελαφίνα κρατώντας κάποιες επιφυλάξεις, ζήτησε από την αλεπού να της ορκιστεί ότι όλα όσα της είπε είναι αλήθεια. Η αλεπού τότε, δίχως κανένα δισταγμό της ορκίστηκε ως εξής:
- Ορκίζομαι στο χορτάρι που τρως και στο νερό που πίνεις ότι το λιοντάρι δεν θα σε πειράξει. Μόνο βιάσου μην προλάβει ο λύκος και πάρει τον θρόνο.
Για δεύτερη φορά η ελαφίνα, πίστεψε τις ψευτιές της αλεπούς και με βήμα ταχύ ξεκίνησαν και οι δυο τους για την φωλιά του λιονταριού. Όταν έφτασαν εκεί, το λιοντάρι έχοντας πάρει το μάθημα του, άφησε την ελαφίνα να μπει για να καλά στην σπηλιά του και μόνο τότε της όρμησε και ξεκίνησε το γεύμα του.
Πάνω στο τσιμπούσι του λιονταριού, το μυαλό της ελαφίνας γλίστρησε λιγάκι παραπέρα. Βλέποντας το η αλεπού το άρπαξε κρυφά και το καταβρόχθισε στην στιγμή. Όταν το λιοντάρι αναζήτησε το μυαλό του θηράματος του, η αλεπού με αθώο ύφος του είπε:
- Βασιλιά μου, περιμένεις να έχει μυαλό ένα ζώο που ήρθε στην φωλιά σου να το φας και μάλιστα δύο φορές;
( Μύθος Αισώπου )

Η αλεπού και ο τράγος...

Κάποτε μια αλεπού, για κακή της τύχη, έπεσε μέσα σε ένα πηγάδι. Όπως ήταν φυσικό, δεν μπορούσε να βγει έξω και έτσι καθόταν στενοχωρημένη προσπαθώντας να σκεφτεί με ποιο τρόπο θα γλύτωνε από την δύσκολη θέση που είχε βρεθεί.
Ώρα πολλή είχε περάσει, όταν στο πηγάδι πλησίασε ένας διψασμένος τράγος, μια αρσενική κατσίκα δηλαδή. Βλέποντας ο τράγος την αλεπού μέσα στο πηγάδι την ρώτησε:
- Είναι το νερό καλό κυρά αλεπού; Να κατέβω κι εγώ να πιω, γιατί διψάω πολύ;
Η πονηρή αλεπού, τότε, του απάντησε:
- Το νερό είναι πεντακάθαρο και δροσερό. Μην το σκέφτεσαι καθόλου. Κατέβα να πιεις να ξεδιψάσεις. Εγώ πίνω συνέχεια και δεν το χορταίνω.
Ο αφελής τράγος, χωρίς να το σκεφθεί καθόλου, πήδηξε μέσα στο πηγάδι και άρχισε να πίνει νερό που όντως ήταν δροσερό και πεντακάθαρο. Ήπιε μπόλικο, με την ψυχή του, μέχρι που ξεδίψασε. Τότε ανακάλυψε ότι αν και μπήκε στο πηγάδι πολύ εύκολα, δεν μπορούσε να βγει από αυτό. Στράφηκε προς την αλεπού και την ρώτησε αν ήξερε κάποιο τρόπο για να βγουν από το πηγάδι.
Η αλεπού, παίρνοντας το πιο αθώο ύφος της, του απάντησε:
- Αυτό είναι πολύ εύκολο. Θα σταθείς όρθιος στα πισινά σου πόδια, ενώ τα μπροστινά θα τα ακουμπήσεις στα τοιχώματα του πηγαδιού. Θα τεντώσεις προς τα πάνω τον λαιμό σου και εγώ θα σκαρφαλώσω πάνω σου. Όταν βγω έξω από το πηγάδι, θα τραβήξω έξω και εσένα και ο καθένας θα πάρει τον δρόμο του.
Ο τράγος, βρίσκοντας σωστά αυτά που του είπε η αλεπού, δεν έχασε καιρό και έκανε όπως του είχε πει. Η αλεπού, εύκολα πλέον, σκαρφάλωσε πάνω στον τράγο και πήδηξε έξω από το πηγάδι.Μην τηρώντας όμως την υπόσχεση της, άρχισε να απομακρύνεται από το πηγάδι χωρίς να βοηθήσει τον τράγο. Καθώς απομακρυνόταν, τον άκουσε που την κατηγορούσε ότι αθέτησε την υπόσχεση της και ότι τον εγκατέλειψε μέσα στο πηγάδι.
Τότε η πονηρή αλεπού του απάντησε:
- Κυρ τράγε μου, αν είχες γνώση όσες τρίχες έχεις στο γένι σου, δεν θα έμπαινες μέσα στο πηγάδι πριν σκεφτείς με ποιο τρόπο θα έβγαινες από εκεί.
( Μύθος Αισώπου )

Αλεπού...


Η Πονηρή Αλεπού...

Η πονηρή αλεπού όταν περνάει από ύποπτα μέρη, μαζεύει κοντά - κοντά τα πόδια της και τα κάνει ένα. Ο λόγος είναι τούτος: Άμα βαδίζει και με τα τέσσερα είναι εκτεθειμένη σε τέσσερις κινδύνους. Κάνει λοιπόν, τα τέσσερά πόδια της ένα, άρα περιορίζει και τους κινδύνους της σε ένα.
Την πονηριά της όμως αυτή, την πληρώνει κάποτε πολύ ακριβά. Αν πέσει σε παγίδα, πέφτει και με τα τέσσερα. Από εδώ βγήκε και η παροιμία “Η πονηρή αλεπού πιάνεται και από τα τέσσερα”.
Η αλεπού μυρίζεται την παγίδα όσο κανένα απ΄τα αγρίμια. Χώμα νεοσκαμμένο, πατημένο από άνθρωπο, σκεπασμένο με κλαδιά, είναι ύποπτα σημάδια. Οι χωρικοί ξέρουν πολύ καλά τη φιλυποψία της, ώστε εξαιρετικά γι’ αυτήν μεταχειρίζονται πάντοντε παλιά παγίδα. Αν είναι καινούργια, την υποπτεύεται κι από τη μυρωδιά του σίδερου ακόμα.
Οι βοσκοί εκμεταλλεύονται τη μεγάλη πονηριά της με τούτον τον τρόπο: Στερεώνουν ένα κομματάκι πανί δίπλα στην καλύβα των αρνιών κι αυτό είναι αρκετό να την κάνει να νοιαστεί πως κάτι της μαγειρεύουν. Παρόμοια σχεδόν φοβίζουν οι γεωργοί την κίσσα. Δένουν μια κλωστή γύρω στα χωράφια. Το παμπόνηρο πουλί υποπτεύεται παγίδα και δε ξαναζυγώνει πια στο χωράφι.
Άμα θέλει να κλέψει κανένα αρνί παίρνει από πίσω τον τσομπάνη, τον ακολουθεί ως τη στάνη και τον παραμονεύει ώσπου να κοιμηθεί. Αν συναντήσει κοπάδι αρνιών στο δρόμο, ξεκόβει, ενώ κάνει πως δε μπορεί να το πιάσει. Το κυνηγάει από εδώ, το κυνηγάει από εκεί, ώσπου να του δώσει δρόμο προς το λόγγο. Κι εκεί το συγυρίζει με όλη της την ευκολία.
Ποτέ δε κάνει αδικαιολόγητη ζημιά. Κάθε κότα που πιάνει, τη μεταφέρει στη φωλιά της κι έπειτα γυρίζει να πνίξει άλλη. αν τύχει και την υποπτευθούν κι έχει καιρό φεύγει, αλλιώς γυρίζει τα μάτια της προς το βάθος του κοτετσιού. Γιατί ξέρει ότι η λάμψη των ματιών της, μπορεί να την προδώσει.
Αν οι κότες είναι σκαρφαλωμένες επάνω σε δένδρο, κάθεται από κάτω και τους ρίχνει ματιές. Οι χωρικοί λένε πως έχει μαγνήτη στα μάτια της.
Όταν κυνηγιέται από σκυλί, την ουρά της την έχει διπλωμένη. Αν το σκυλί τη ζυγώσει πολύ, την πετάει δεξιά ή αριστερά. Το σκυλί στρέφει ανάλογα, γιατί νομίζει ότι πήρε διεύθυνση προς τα εκεί. Μα η αλεπού έκαμε αντίθετη στροφή. Όσο να γυρίσει και να πάρει το σκυλί κανονική διεύθυνση, αυτή έχει κιόλας κερδίσει 10-15 βήματα. Κι έχει ο Θεός αργότερα!
Μερικοί την παρασταίνουν σαν άεργη και τεμπέλα. Σε κάποιο μάλιστα τραγούδι, όπου αραδιάζονται τα μεγάλα παράξενα του κόσμου, υπάρχει και τούτος ο στίχος:
…ποιός είδε
και το λαγό με ταμπουρά
την αλεπού με ρόκα…
Λένε ακόμη ότι ούτε τη φωλιά της δε φτιάχνει μόνη της. Όταν ο ασβός σκάψει τη δική του φωλιά, πηγαίνει η αλεπού και του την παίρνει με τούτον τον τρόπο: Πηγαίνει και λερώνει τη φωλιά του, επειδή ξέρει ότι ο ασβός είναι το καθαρότερο αγρίμι. Ο ασβός λοιπόν, παρατάει τη φωλιά του και την πιάνει αυτή, αφού προηγουμένως την τελειοποιήσει. Ανοίγει δηλαδή πολλές τρύπες, κάποτε εώς 20, ώστε να μην κινδυνεύει να αποκλειστεί. Κάθε έξοδος τελειώνει σε τουφωτά μέρη, ώστε να μη φαίνεται.
Ωστόσο κανείς δεν είπε ποτέ ότι της λείπει επιμέλεια και σοφία από την ανατροφή των παιδιών της. Είναι ο εισηγητής της υποδειγματικής διδασκαλίας. Πηγαίνει στη φωλιά της ποντίκια ζωντανά, κότες, λαγούς, ακρίδες και εξασκεί τα παιδιά της μήνες ολόκληρους πως παραμονεύουν το θήραμα, πως το σκοτώνουν, πως το μεταφέρουν.
Άμα τελειώσει η σχολική διδασκαλία, αρχίζει το επιτόπιο μάθημα με εκδρομές στα κοτέτσια, στις στάνες, στα περιβόλια, όπου δείχνει στ’ αλεπόπουλα πως να περνούν τα μονοπάτια, πως ν’ αποφεύγουν τα ύποπτα μέρη και πως να πιάνουν το λαγό, πως να παραμονεύουν τον αμπελουργό, πως να ξεγελούν τον τσομπάνη.
Ο μύθος που θα σας διηγηθώ παρακάτω, είναι πιστοποιητικό της παιδαγωγικής ευσυνειδησίας.
Μια αλεπού καθόταν κάποτε κι αναπαυόταν σ’ ένα βουνό.
- Τι κάνουμε εδώ μάνα; τη ρωτούσαν τα παιδιά της
- Ζεσταινόμαστε, παιδιά μου, τους είπε.
- Μα που είναι η φωτιά;
- Στ’ αποπέρα βουνό. Δεν τη βλέπετε;
Τότε ένα αλεπόπουλο πήδησε και φώναξε: Νερό μάνα, νερό μάνα, νερό μάνα, νερό και μ’ έκαψε μια σπίθα από τη φωτιά!
- Α μπράβο παιδί μου, εσύ ξεσκόλισες. Παίρνεις απολυτήριο. Άϊντε τώρα στη δουλειά σου, του είπε η αλεπού.
Το καλοκαίρι η αλεπού σχεδόν ξεμωραίνεται τελείως. Τόσο πολύ τα χάνει, ώστε μπαίνει κάποτε άφοβα στα χωριά.
Ευτυχώς γι’ αυτήν, το δέρματης δεν έχε καμιά αξία, γιατί είναι πια μαδημένο.
Της ελληνικής αλεπούς το δέρμα δεν είναι από τα εκλεκτότερα. Ωστόσο έχει τόσο πλήθος αλεπούδες η Ελλάδα, ώστε μαζί με τη βίδρα και το κουνάβι, που σε μερικές επαρχίες είναι πολύ εκλεκτό, υπολογίζεται αρκετά στο παγκόσμιο γουνεμπόριο. Δε θα ήταν ευκαταφρόνητο εισόδημα αν γινόταν επιστημονική καλλιέργεια αυτού του πλούτου, με βελτίωση της ράτσας.
Οι χωρικοί δε λησμονούν εύκολα την καταστροφή, που κάνει στα κοτέτσια τους. Είτε χειμώνα, είτε καλοκαίρι την πιάσουν, την τιμωρούν πολύ σκληρά. τη γδέρνουν ζωντανή. Αυτή αντέχει στο μαρτύριο αυτό και μάλιστα ζει πολλές ώρες μετά το γδάρσιμο.
Ο ελληνικός λαός τη θέλει πολύ εύθυμη, ώστε έχει φτιάξει φαιδρούς μύθους ακόμη και πάνω στα βασανιστήρια της.
Κάποτε, λένε πως ρώτησαν μια αλεπού εκεί που την έγδερναν ζωντανή:
- Ε! πως τα περνάς;
- Κακά και ψυχρά. Αλλά δόξα να ‘χει ο Θεός, βασανίζομαι λιγότερο από το σώγαμπρο.
Μια φορά πάλι έπεσε στον Ασπροπόταμο. Άμα είδε τις όχθες του, που ήταν δεξιά και αριστερά απότομοι σα μαχαίρια, ώστε ήταν μάταιο να προσπαθήσει να βγει από το ποτάμι, στρογγυλοκάθησε στα νερά και είπε:
- Ξέρω πως στη θάλασσα θα τελειώσω, αλλά βαριέμαι τα κλωθογυρίσματα του ποταμού.
Στην Ακαρνανία βρήκαν τούτη τη μέθοδο για να την πιάνουν. Κόβουν ένα νεροκολόκυθο επάνω-επάνω, τόσο ώστε να μπορεί να περάσει μέσα το κεφάλι της. Στο βάθος του νεροκολόκυθου βάζουν λίπος χοιρινό. Η αλεπού το μυρίζεται και βυθίζει τη μούρη της μέσα κι άμα φτάσει στον πάτο, τ’ αυτία της, που στριμώχθηκαν, για να περάσει μέσα το κεφάλι της, ανοίγουν και μένει με το νεροκολόκυθο στο πρόσωπο, σα να φορά προσωπίδα…
[Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου -Στέφανος Γρανίτσας]

Αλεπού (Vulpes vulpes)


Βασίλειο: Animalia
Συνομοταξία: Chordata
Υποσυνομοταξία: Vertebrata
Κλάση MammaliaΤάξη: Carnivora
Οικογένεια: Canidae
Γένος: Vulpes
Είδος: Vulpes vulpes

Γεωγραφική εξάπλωση:
Η αλεπού συναντάται σχεδόν την σε όλη Ευρασία, την βόρεια Αφρική και τη Βόρεια Αμερική, ενώ πληθυσμοί της εισήχθησαν γύρω τον δέκατο ένατο αιώνα και στην Αυστραλία. Υπάρχουν 10 περίπου είδη σ' όλον τον κόσμο. Στην χώρα μας συναντάται σε όλη σχεδόν την ηπειρώτικη χώρα, ενώ δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο είδος στα νησιά μας.

Γενική Περιγραφή:
Η αλεπού είναι ένα ευέλικτο, γεροδεμένο, μέσου μεγέθους ζώο. Το μήκος της κυμαίνεται από 60 έως 110 εκατ. το ύψος της από 50-60 εκατ. ενώ το βάρος της από 4,5 έως 6 και σε σπάνιες περιπτώσεις ως και 7 κιλά. Έχει φαρδύ κεφάλι με μυτερό ρύγχος, τα μάτια της είναι μικρά και των ενηλίκων ζώων είναι κιτρινωπού ως και ηλεκτρίκ χρώματος. Έχει μικρά και όρθια αυτιά μαύρου ή σκούρο καφέ χρώματος στην εξωτερική τους επιφάνεια τους, ενώ αναλόγου χρωματισμού είναι και η μύτη της. Έχει 42 δόντια εκ των οποίων τα 4 κυνόδοντες, τα δόντια της καταλαμβάνουν περισσότερο από το μισό του κρανίου της. Το τρίχωμά της είναι πυκνό, μακρύ και μαλακό και δίνει την εντύπωση ότι είναι πολύ πιο μεγαλόσωμη από στην πραγματικότητα είναι. Ο γενικός χρωματισμός του σώματος της κυμαίνεται από ανοιχτόχρωμο κίτρινο-κόκκινο, ως βαθύ καφεκόκκινο στα ανώτερα μέρη του και γκριζωπή, τεφρώδη ή υπόλευκη γούνα στο κάτω μέρος του λαιμού και στην περιοχή της κοιλιάς. Στα μπροστινά της πόδια έχει 5 νύχια και 4 στα πίσω, το κάτω μέρος των ποδιών είναι συνήθως μαύρου χρώματος. Η ουρά της είναι φουντωτή, μακριά και ακολουθεί το γενικό χρωματισμό του σώματος της, με εξαίρεση την άκρη της η οποία είναι άσπρου χρώματος. Στο συγκεκριμένο είδος έχουν ακόμα παρατηρηθεί και άλλες δυο χρωματικές παραλλαγές, μια η αλεπού με καφεκόκκινη γούνα και μαύρες λωρίδες στην πλάτη της και στους ώμους της. Και μια η ασημένια αλεπού της οποίας το χρώμα κυμαίνεται από το έντονο ασήμι ως το σχεδόν μαύρο.
Το τρίχωμα της αλλάζει μια φορά τον χρόνο ξεκινώντας από την άνοιξη.

Βιότοπος:
Οι αλεπούδες χρησιμοποιούν ένα ευρύ φάσμα βιότοπων όπως δάση, λιβάδια καλλιέργειες κ.α. Μεγαλύτερη προτίμηση βεβαία δείχνουν σε βιότοπους που έχουν μια μεγαλύτερη ποικιλομορφία βλάστησης. Αν και τελευταία λόγο της εύκολης εύρεσης τροφής, όλο και περισσότερο πλησιάζουν τις προαστιακές περιοχές.

Συμπεριφορά:
Οι αλεπούδες είναι μοναχικά ζώα και δεν σχηματίζουν αγέλες όπως οι λύκοι. Ζουν κατά μέσω όρο γύρω στα 3 χρόνια, το μέσω όρο όμως αυτό ανεβαίνει στα 10 με 12 σε κατάσταση αιχμαλωσίας. Τα ενήλικα ζώα καταλαμβάνουν μια περιοχή η οποία ποικίλη σε μέγεθος ανάλογα με την ποιότητα του βιότοπου και την αφθονία τροφής. Στους πλούσιους βιότοπους οι εκτάσεις αυτές μπορεί να είναι μεταξύ 5 και 12 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ενώ στους φτωχότερους είναι αρκετά μεγαλύτερες και κυμαίνονται μεταξύ 20 και 50 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Βεβαία πολλές φορές ζώα γειτονικών περιοχών καταπατούν το ένα τον χώρο του άλλου, με αποτέλεσμα ακόμα και την μάχη για την εκδίωξη του εισβολέα. Οριοθετούν τα εδαφικά τους όρια με την ούρηση συγκεκριμένων σημείων, τα οποία είναι γνωστά ως "σημεία μυρωδιάς" και συνήθως τα επισκέπτονται όλες οι αλεπούδες της περιοχής.
Οι εκτάσεις αυτές συνήθως καταλαμβάνονται από ένα ενήλικο αρσενικό και ένα ή δύο ενήλικα θηλυκά με τα κουτάβια τους. Οι φωλιές τους είναι τρύπες (λαγούμια) στο έδαφος, τις οποία είτε σκάβουν μονές τους, είτε τροποποιούν τα υπάρχοντα λαγούμια άλλων ζώων όπως των κουνελιών, μεγαλώνοντας τα και προσθέτοντας τους επιπλέον σήραγγες διαφυγής. Η φωλιά αποτελείται από μια κεντρική στοά από την οποία διακλαδίζονται 3-4 μικρότερες, τα άκρα των οποίων καταλήγουν στην επιφάνεια του εδάφους. Η κεντρική είσοδος βρίσκεται συνήθως κάτω από κάποιον μεγάλο θάμνο. Κατά την εποχή της αναπαραγωγής οι αλεπούδες σκάβουν μεγαλύτερα και πιο ευρύχωρα λαγούμια για τις ανάγκες της γεννάς, αλλά και της εκτροφής των κουταβιών τους, τα οποία θα χρησιμοποιήσουν για περισσότερες από μια γέννες.
Είναι είδος νυκτόβιο και εκτός από την περίοδο της αναπαραγωγής στην οποία κυκλοφορεί και μέρα, τον υπόλοιπο καιρό μπορούμε να την δούμε από αργά το σούρουπο ως νωρίς το πρωί. Το φθινόπωρο μετά από τη γέννηση τους, διασπείρει τα κουταβιών της εντός της περιοχής της. Τα νεαρά αυτά άτομα αρχίζουν να περιπλανώνται εντός της περιοχή τους κατά τη διάρκεια του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου, ενώ κατά τη διάρκεια των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου και Ιανουαρίου, αρχίζουν τα περιπλανούνται περισσότερο αναζητώντας και αυτά με την σειρά τους νέα δικά τους εδάφη και συντρόφους. Σε αντίθεση με τα θηλυκά τα οποία μπορεί να επιλέξουν να μείνουν και στην ίδια περιοχή, τα αρσενικά ταξιδεύουν αρκετά.
Η αλεπού έχει πολύ καλή την αισθήσεις της ακοής και της όσφρησης και λιγότερο της όρασης, τις αισθήσεις αυτές χρησιμοποιεί εξαιρετικά αρμονικά τόσο για την αποφυγή των εχθρών της, όσο και στο κυνήγι της. Είναι εξαιρετικά ντροπαλή, νευρική, και τρομάζει πολύ εύκολα. Είναι ένα εξαιρετικά έφυες ζώο και μερικές φορές με την συμπεριφορά της δείχνει να απολαμβάνει την νοητική υπεροχή της έναντι των υπολοίπων ζώων όπως π.χ. και των σκύλων, τους οποίους εντέχνως προκαλεί σε ένα παιχνίδι δίωξης, με νικητές τις περισσότερες φορές τις αλεπούδες.
Η ταχύτητα που μια Αλεπού μπορεί να αναπτύξει είναι περίπου 80 km/h και μπορεί να υπερπηδήσει εμπόδια ως και 2 μ., η φουντωτή ουρά της, της δίνει την δυνατότητα να αλλάζει πορεία με εκπληκτική ευκολία και ταχύτητα και την βοηθά να ξεφεύγει από τους διώκτες της. Έχει δε πολύ καλή αντοχή και μπορεί να τρέξεί για χιλιόμετρα όταν καταδίωκε.
Η αλεπού προτιμά τις ανοικτές περιοχές όπου υπάρχει καλή ορατότητα και αναζητά συχνά θέσεις σε ανοικτές περιοχές τόσο για το κυνήγι της, όσο και για να κουρνιάσει. Τα μέρη τα οποία διαλέγει για να περάσει την μέρα και τις ώρες τις ξεκούρασης της, είναι συνήθως υπερυψωμένες περιοχές, όπως λόφοι και συνήθως περιοχές που τις βλέπει ο ήλιος. Τα υπόγεια λαγούμια της τα χρησιμοποιεί κατά τη διάρκεια της εκτροφής των κουταβιών της και περιστασιακά κατά τη διάρκεια πολύ δυσμενών καιρικών συνθηκών. Η αλεπού αποφεύγει συνήθως το νερό, αλλά μπορεί και να κολυμπήσει εάν χρειαστεί.
Η αλεπού δεν μασά την τροφή της, αλλά προσπαθεί να την καταπιεί. Γι’ αυτό και πολλές φορές βρίσκουμε στα απορρίμματα της σπασμένα κόκαλα, δέρματα κλπ. Ένα ακόμα στοιχείο της ιδιαιτερότητας αυτού του ζώου το οποίο είναι και αρκετά δυσάρεστο για την Ελληνική πραγματικότητα είναι ότι, οι αλεπούδες σκοτώνουν συνήθως περισσότερα θηράματα από όσο άμεσα χρειάζονται και την επιπλέον αυτή τροφή την θάβουν σε μικρές τρύπες τις οποίες ανοίγουν με τα μπροστινά τους πόδια.
Σε ελάχιστες περιπτώσεις και κυρίως σε περιπτώσεις που θέλουν να προειδοποιήσουν για επερχόμενο κίνδυνο, μπορεί να γαβγίζουν όπως τα σκυλιά, συνήθως όμως ουρλιάζουν ή κλαψουρίζουν.

Διατροφή:
Η αλεπού είναι ουσιαστικά παμφάγο ζώο, η τροφής της αποτελείται κατά 80 % από ζωικά είδη και 20% από φυτικά. Τρώει συνήθως τρωκτικά και λαγόμορφα όπως ποντίκια, τυφλοπόντικές, σκίουρους, λαγούς αλλά και έντομα, ερπετά, σαλιγκάρια, βατράχια, ψάρια, πουλιά, φρούτα και καρπούς όπως σταφύλια, σύκα, πεπόνια, βατόμουρα αλλά και ψοφίμια. Ακόμα κατά τη διάρκεια της άνοιξης όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη τροφής για την ανάπτυξη των κουταβιών της, δεν θα διστάσει να κλέψει κάποιο κοτόπουλο από υπαίθρια κοτέτσια. Πολύ ιδιαίτερος είναι ο τρόπος που οι αλεπούδες κυνηγούν τα ποντίκια. Η αλεπού στέκεται ακίνητη, παρακολουθώντας και ακούγοντας με μεγάλη προσοχή το ποντίκι που έχει εντοπίσει. Όταν αυτό μείνει ακάλυπτο, πηδά ψηλά και φέρνει τα μπροστινά της πόδια με δύναμη προς τα κάτω καρφώνοντάς το ποντίκι στο έδαφος.
Η ημερήσια κατανάλωση τροφής είναι μεταξύ 0,5 και 1 κλ. ημερησίως.

Αναπαραγωγή:
Η ετήσια οιστρική περίοδος θηλυκών αλεπούδων διαρκεί από 1 έως 6 ημέρες. Η ωογένεση είναι αυτογενή και δεν απαιτείται ζευγάρωμα για να εμφανιστεί. Ο χρόνος οίστρου αλλά και αναπαραγωγής ποικίλλει και μεταβάλετε κατά κύριο λόγο από την γεωγραφική τους εξάπλώση: Δεκέμβριος-Ιανουάριος στις νότιες περιοχές, Ιανουάριος-Φεβρουάριος στις κεντρικές, και Φεβρουάριος-Απρίλιος στα Βόρια. Τα αρσενικά θα παλέψουν κατά τη διάρκεια της εποχής αναπαραγωγής για την κατάκτηση των θηλυκών. Τα αρσενικά έχουν έναν κύκλο γονιμότητας, με την πλήρη σπερματογένεση να εμφανίζεται μόνο από το Νοέμβριο μέχρι τον Μάρτιο. Τα θηλυκά μπορούν να ζευγαρώσουν με διάφορα αρσενικά αλλά μόνο ένα αρσενικό θα τα γονιμοποιήσει και συνήθως θα είναι το ίδιο με τον οποίο είχε ζευγαρώσει και την προηγούμενη χρόνια, αν το ζώο αυτό ζει. Το ζευγάρωμα διαρκεί συνήθως 15 ή 20 λεπτά και συνοδεύεται συχνά από μια δυνατή κραυγή. Κατά το διάστημα της κυοφορίας το θηλυκό παραμένει γύρω από το κρησφύγετο του και ο αρσενικός το προμηθεύει με τροφή χωρίς όμως να πηγαίνει στο κρησφύγετο όπου τι θηλυκό κυοφορεί.
Η κύηση διαρκεί μεταξύ 51 και 53 ημερών αλλά έχουν παρατηρηθεί και κυήσεις στις 49 ή ακόμα και στις 56 ημέρες. Ο αριθμός κουταβιών διαφέρει και μπορεί να είναι από 1 έως 13 με έναν μέσο όρο τα 5 κουτάβια. Το βάρος γέννησης τους είναι μεταξύ 50 και 150 γ. τα κουτάβια γεννιούνται τυφλά αλλά ανοίγουν τα μάτια από την 9η έως την 14η ημέρα της ζωής τους. Τα κουτάβια θα αφήνουν το κρησφύγετο τους μετά την 4η ή 5η εβδομάδα, ενώ θα απογαλακτιστούν πλήρως από της 8 έως 10 εβδομάδες.
Η αλεπού έχει συνήθως και εναλλακτικές επιλογές κρησφύγετων. Το θηλυκό δεν θα διστάσει να μετακινήσει τα κουτάβια του, εάν θεωρήσει ότι το κρησφύγετο απειλείται. Όταν τα κουτάβια είναι περίπου τριών μηνών, οι γονείς τους φέρνουν ποντίκια για να τα μάθουν να κυνηγούν. Μετά από έξι μήνες τα νεαρά άτομα θα είναι τελείως ανεξάρτητα, θα παραμένουν μαζί με την μητέρα τους μέχρι το φθινόπωρο μετά από τη γέννηση τους. Τον Οκτώβριο τα περισσότερα θα απομακρυνθούν εκτός από ορισμένα θηλυκά, τα οποία θα παραμείνουν και θα βοηθήσουν στην ανατροφή των κουταβιών που θα γεννήσει τον επόμενο χρόνο η μητέρα τους.
Η σεξουαλική ωριμότητα των νεαρών αλεπούδων επέρχεται μετά τους 10 μήνες.

Εχθροί:
Οι αλεπούδες συγκαταλέγονται μεταξύ των αρπακτικών ζώων και ως εκ τούτου οι εχθροί τις είναι πολύ λίγοι. Αυτοί είναι οι κυρίως οι λύκοι και σε περιοχές όπου υπάρχουν όπως π.χ. στις Η.Π.Α. τα κογιότ και οι αγριόγατες. O κυριότερος εχθρός τους είναι ο άνθρωπος.Δεν βρίσκεται κάτω από κάποιο καθεστώς προστασίας. Αντίθετα, μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν είδος επικηρυγμένο. Σήμερα στην χώρα μας η θήρευση της συνήθως είναι τυχαία και περιστασιακή. Αντιθέτως σε άλλες χώρες, όπως η Μ. Βρετανία, το κυνήγι της αποτελεί παράδοση η οποία έχει ιστορία περισσότερο από τρείς αιώνες, ενώ η πρόσφατη απαγόρευση του προκάλεσε τεράστιους οικονομικούς και κοινωνικούς τριγμούς στη βρετανική κοινωνία. Ακόμα οι αλεπούδες σε αρκετές χώρες εκτρέφονται για την πολύ καλής ποιότητας γούνα τους.
Επίσημα στοιχεία για το μέγεθος του πληθυσμού της στη χώρα μας δεν υπάρχουν. Βέβαιο είναι όμως ότι υπάρχουν στοιχεία για το πόσες αλεπούδες υπέκυπταν στις εδώ και δεκαετίες προγραμματισμένες εκστρατείες της δασικής υπηρεσίας για τον «έλεγχο του πληθυσμού» της με δηλητηριασμένα δολώματα, μιας και η αλεπού ήταν μέχρι πρόσφατα χαρακτηρισμένη ως «επιβλαβές είδος» και επισήμως επικηρυγμένη! Το «έγκλημά» της; Το γεγονός ότι το διαιτολόγιό της συμπληρώνει ενίοτε ο λαγός. Εδώ όμως είχαμε «σύγκρουση συμφερόντων» αφού ο λαγός αποτελεί ταυτόχρονα το κατεξοχήν «θήραμα» και για τους 250.000 (επισήμως καταγεγραμμένους) κυνηγούς της επικράτειας.Περαιτέρω έρευνες όμως απέδειξαν ότι η αλεπού όχι μόνον τρέφεται κατεξοχήν με μικρά τρωκτικά (ποντίκια, αρουραίους) αλλά και ότι είναι παμφάγο ζώο με μια ευρεία «γκάμα» διαιτολογίου όπως: τυφλοπόντικες, σκίουροι, έντομα, ερπετά, σαλιγκάρια, βατράχια, ψάρια, καθώς και φρούτα -σταφύλια, σύκα, πεπόνια, βατόμουρα και χυμώδεις καρποί. Δεν είναι λοιπόν καθόλου τυχαίο ότι οι περιοχές της χώρας στις οποίες η αλεπού εξοντώθηκε συστηματικά, κηρύχθηκαν κάποια στιγμή «αρουραιόπληκτες» - η έλλειψη του φυσικού θηρευτή των τρωκτικών είχε σοβαρές επιπτώσεις στη γεωργική παραγωγή!

Λαγός.


Ο Λαγός (Lepus europaeus)

Χαρακτηριστικό λαγόμορφο, με το μακρύ σώμα, μακριά οπίσθια πόδια και μακριά αυτιά. Το μήκος του κυμαίνεται από 51 έως 67cm και το Βάρος ενός ενηλίκου από 2,5 – 6.5kg.

Το Βάρος ενός νεογνού κυμαίνεται από 90- 150g. στις 30 ημέρες μπορεί να φτάσει τα 300g ενώ στις 60 ημέρες, τα 700g.
Η κεφαλή του είναι η χαρακτηριστική κεφαλή των λαγόμορφων και αποτελείται από το κρανίο την μύτη τα μάτια και τα αυτιά.
Από τα πλέον χαρακτηριστικό της κεφαλής του είναι το λαγόμορφο σχιστό άνω χείλος του, τα μακριά μουστάκια του και τα μακριά αυτιά του.
Τα αυτιά του είναι ανοιχτού καφέ χρώματος με μαύρες άκρες, το δε μήκος τους ξεπερνά κατά πολύ το μήκος του προσώπου και κυμαίνονται από 600mm έως 750mm. μήκος και 70-100mm πλάτος.
'Αλλο ένα χαρακτηριστικό του λαγού είναι τα δόντια του και ειδικότερα οι κόπτες οι οποίοι βρίσκονται μακριά ο ένα από τον άλλων ενώ ακόμα μακρύτερα είναι το διάστημα μεταξύ αυτών και των δοντιών των μάγουλων. Οι κόπτες δε μεγαλώνουν καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του.
Τα μάτια του είναι μεγάλα προεξέχοντα και χρώματος κίτρινου-καφέ.
Τα Οπίσθια άκρα του είναι πολύ μακριά και κατά πολύ μεγαλύτερα από τα μπροστινά, είναι δε καλά προσαρμοσμένα για το τρέξιμο.
Τα μπροστινά πόδια έχουν πέντε δάκτυλα ενώ τα πίσω τέσσερα, τα πέλματα είναι κάπως τριχωτά με ισχυρά νύχια το μήκος τον πίσω ποδιών είναι περίπου τα 135mm.
Η ουρά του είναι μαύρη στην ράχη και λευκή από κάτω το μήκος της δε κυμαίνεται από 70mm έως 85mm.
Το τρίχωμα του στα ενήλικα η ράχη και τα πλευρά τους είναι χρώματός καφέ, με διαφόρους εσωτερικούς χρωματισμούς, όπως καφεκόκκινες, θερμό καφέ, καφετί με τις γκρίζες, μαύρες ή κόκκινες μίξεις, η κοιλιά τους είναι χρώματος κιτρινισμένου λευκού, ενώ τα εσωτερικά των άκρων κιτρινίζουν ακόμα περισσότερο. Το χειμώνα το τρίχωμα τους μακραίνει και γίνετε πιο κοκκινωπό, ενώ η περιοχή των γλουτών περισσότερο γκρι, το πρόσωπο και τα αυτιά ξασπρίζουν περισσότερο.
Ο λαγός δύο φορές ετησίως κάνει απόρριψη του παλαιού τριχώματος, αυτό γίνετε την άνοιξη από το τέλος Μαρτίου και ολοκληρώνεται κατά το τέλος Ιούνιος. Και το φθινόπωρο κατά το οποίο η απόρριψη του τριχώματος μπορεί να αρχίσει τον Ιούλιο, και να ολοκληρωθεί μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου, ή νωρίς τον Νοέμβριο.
Τα νεογέννητα γεννιούνται μαλλιαρά, και με ανοιχτά τα μάτια, ενώ είναι ικανά να τρέξουν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη γέννηση τους.
Η Εποχή διασταύρωσης του λαγού είναι συνήθως από τον Φεβρουάριος μέχρι τον Οκτώβριο, με το μέγιστο Απρίλιος-Μάιο, αλλά μπορεί να βρεθεί έγκυος καθ΄ όλους τους μήνες του έτους
Το ζευγάρωμα στα μη εγκυμωνούντα θηλυκά γίνετε κάθε 7 ημέρες, ή κάθε 13-14 ημέρες εάν υπάρχει ψευδό-εγκυμοσύνη, άλλες φορές αμέσως μετά τον τοκετό
Η Κύηση διαρκεί από 41 έως 43 ημέρες. Γεννά από 1-5, νεογνά των οποίων η απογαλάκτιση γίνετε περίπου σε ηλικία από 20-30 ημέρες, συνήθως περισσότερο από 23 ημέρες. Τα νεογνά μπορούν να βοσκήσουν από τις12-17 ημέρες. Μετά την γέννηση τους η μητέρα διασκορπίζει τα νεογνά σε διάφορες μεριές και τα επισκέπτεται κάθε βράδυ για να τα θηλάσει. Για να συγκεντρώσει τα νεογνά, βγάζει ένα χαρακτηριστικό ήχο ο οποίος έχει την σημασία καλέσματος. Η Σεξουαλική ωριμότητα στα Θηλυκά μπορεί να αρχίσει από την ηλικία των 6 μηνών, ενώ στα αρσενικά αργότερα
Η διάρκεια ζωής ενός λαγού ποικίλη ανάλογα και της γεωγραφικής του εξάπλωσης, (π.χ. στις Κάτω Χώρες διάρκεια ζωής μέχρι 7 έτη ενώ στην Πολωνία διάρκεια ζωής μέχρι 12,5 έτη) κυμαίνεται από ένα έτος με μέγιστα τα 12 έτη.
Το σιτηρέσιο του λαγού αποτελείται από χλόες και χορτάρια. Κατά βάση τρέφεται με χλόες το καλοκαίρι και με χορτάρια το χειμώνα. Επίσης βλαστάρια, μαλακοί φλοιοί και κλαδίσκοι, ιδιαίτερα των οπωροφόρων δέντρων, αλλά και δημητριακά στα αρχικά στάδια ανάπτυξης τους, αποτελούν βασικά συστατικά της τροφής του.
Τα Περιττώματα του λαγού είναι μαλακοί υγροί σβόλοι προϊόντων, οι οποίοι επαν-καταπίνονται και τελικώς αποβάλλονται ως σκληροί ινώδεις περιττωματικοί σβόλοι, διαμέτρου περίπου 1 εκατ..
Στην Κοινωνικές συμπεριφορά του ο λαγός θεωρείται ως απόμερος, την ημέρα, αναπαύεται σε μέρη στα οποία μπορεί να έχει άνετη θέα και τρόπους διαφυγής. Όταν ακολουθείται, επιδιώκει να αποφύγει ένα αρπακτικό ζώο με τη σύγχυση των μετακινήσεων του, οι οποίες περιλαμβάνουν συνεχής στροφές, αλλά και την οπισθοδρόμηση της πορείας του. Κανονικά περπάτα με άλματα περίπου 1,2m ανά πήδημα, όταν όμως καταδιώκεται ή βιάζεται αυτό όρια μεγαλώνει στα 3,7m ανά άλμα, μπορεί δε να υπερπηδήσει εμπόδιο ύψους 1,5m. Ακόμα έχει χρονομετρηθεί ότι για πάνω από 5 χλμ μπορεί να διατηρεί ταχύτητα 50 km/h ενώ η αρχική του ταχύτητα μπορεί να φτάσει και τα 75 km/h. Όπως πολλά λαγόμορφα, ο ευρωπαϊκός λαγός είναι καλός κολυμβητής και δεν θα διστάσει να διασχίσει έναν ποταμό.
Ακόμα οι ευρωπαϊκοί λαγοί κραυγάζουν όταν στενοχωριούνται και δίνουν έναν θόρυβο προειδοποίησης με το τρίξιμο των δοντιών τους.
Μερικές φορές, εξαιτίας της τροφής μπορούν ακόμα να παρουσιάσουν και μια σχετική επιθετικότητα. Η έκταση των περιοχών την οποία καταλαμβάνει μια ομάδα λαγών είναι συνήθως (ανάλογα και το έδαφος) από 125 –300 εκτάρια Η συνήθεις πυκνότητα πληθυσμού είναι ένα άτομο ανά δύο εκτάρια
Κατά τη διάρκεια της εποχής ζευγαρώματος, τα αρσενικά μάχονται σκληρά. Τα αρσενικά ανταγωνίζονται για τα θηλυκά, με τα κυρίαρχα αρσενικά να φρουρούν τα θηλυκά στην προ-οργασμού περίοδο και να κυνηγούν τα ασθενέστερα αρσενικά, στο διάστημα αυτό οι λαγοί αναπτύσσουν την επιθετικότητα τους την οποία εμφανίζουν με κυνηγητό και δαγκώματα.
"Ο εγκιβωτισμός" εμφανίζεται μεταξύ των αρσενικών και των θηλυκών, χαρακτηριστικά μη δεκτικός θηλυκός εγκιβωτισμός κοντινός-οργασμού από το πολύ-συνοδευτικό αρσενικό.
Ο βιότοπος του λαγού είναι συνήθως πεδινά και ημιορεινά εδάφη με καλλιέργειες, ακόμα μικρά και ανοικτά δάση και λιγότερο στα μεγαλύτερα δάση. Περάν όμώς των πεδινών και ημιορεινών περιοχών, λαγούς συναντάμε και σε ορεινές περιοχές υψομέτρού ακόμα και 2800m
Η Φωλιά του είναι το χαρακτηριστικό «γιατάκι» το οποία πρόχειρα κατασκευάζει από κλαδιά και χόρτα από το περιβάλλων χώρο, στην ρίζα ενός δέντρου ή θάμνου αλλά και σε αρκετά ξέφωτα.
Στον Lepus europaeus έχουν παρατηρηθεί υβριδισμοί κυρίως με το timidus Lepus.



Βασικότερος εχθρός του είναι τα αρπακτικά, με σημαντικότερο διώκτη του την αλεπού και το κυνήγι. 'Aλλες βασικές αιτίες μιας σχετικής πτώσης των πληθυσμών του λαγού, κυρίως στη δυτική και κεντρική Ευρώπη, ήταν η εκτεταμένη χρήση λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων αλλά και τα βαριά γεωργικά μηχανήματα. Ένας ακόμη αρνητικός παράγοντας ήταν και η μείωση της ποικιλομορφία τροφών λόγο των ψεκασμών, με ζιζανιοκτόνα .

4/2/09

Χάρτης Ελλάδας 1908.







Ταΰγετος.


Τζουμέρκα...

Αθαμανικά όρη...

Παρθένα Ευρυτανία...

Οι δρόμοι του δάσους...

Ευηνόλιμνη...


Ευρυτανικά βουνά...

Βελούχι...

Θέα από το Βελούχι...

Η Καλλιακούδα, η Χελιδόνα και στο βάθος το Παναιτωλικό...