Καρύδια από τα Μεριγκόβια της Κλεπάς.5/2/09
Καρυδιά- Juglans Regia.
Η καρυδιά (επιστημονική ονομασία: καρυδέα η βασιλική ή γιουγλάνδη) ανήκει στην τάξη γιουγλανδώδη και στην οικογένεια γιουγλανδίδες με 20 είδη φυλλοβόλων δέντρων .Είναι αυτοφυές, αγγειόσπερμο, μονοχλαμυδικό φυτό. Δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα προσαρμογής και καλλιεργείται σε διάφορους τύπους κλιμάτων και περιβάλλοντος. Όμως αποδίδει περισσότερο σε περιοχές με θερμό και υγρό κλίμα. Καρπός. Τα καρύδια όταν ωριμάσουν τινάζονται από το δέντρο με ράβδισμα και μαζεύονται από το έδαφος πριν μαυρίσουν .Στην συνέχεια ξεφλουδίζονται και ξεραίνονται σε ειδικά ξηραντήρια. Το καρύδι έχει σχήμα σφαιρικό και το περικάρπιο του όταν είναι χλωρό είναι παχύ σαρκώδες και πράσινο ενώ όταν ωριμάζει αλλάζει χρώμα σε ανοιχτό μπεζ-καφέ και γίνεται σκληρό, ξυλώδες κέλυφος.
Το εσωτερικό του καρυδιού η καρυδόψιχα αποτελείται από δύο μεγάλες κοτυλοδόνες, οι οποίες περιβάλλονται από ένα λεπτό σπερματικό περίβλημα. Η καρυδόψιχα τρώγεται σκέτη σαν ξηρός καρπός ,χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική ,στη μαγειρική και τρώγεται με μέλι. Το χλωρό καρύδι γίνεται νόστιμο γλυκό του κουταλιού.
Χρησιμότητα. Το ξύλο της καρυδιάς είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό και δεν εμφανίζει ρωγμές. Είναι συμπαγές με εξαιρετική ελαστικότητα και χρησιμοποιείται στην κατασκευή επίπλων πολύ καλής ποιότητας. Επειδή κατεργάζεται εύκολα χρησιμοποιείται και στην οπλοποιία, στη ξυλογλυπτική,και την τορνευτική.Ο φλοιός της καρυδιάς και η ρίζα δίνουν ωραία πυρόξανθη ή καστανόχρωμη βαφή για υφάσματα και δέρματα και χρησιμοποιείται από τις γυναίκες για το βάψιμο των μαλλιών.Η πράσινη εξωτερική φλούδα της καρυδιάς δίνει πράσινο ωραίο χρώμα που βάφουν τα αυγά της Λαμπρής. Με το φλοιό επίσης του καρπού οι επιπλοποιοί βάφουν το ξύλο των επίπλων με κάρυνο χρώμα. Επίσης, από τον φλοιό παρασκευάζεται ένα τονωτικό και ευστόμαχο ηδύποτο (Ratafia, Ρατάφια).Το περίφημο λάδι της χρησιμοποιείται εκτός από τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, στη βιομηχανία της σαπωνοποιίας και της βερνικοποιίας.Χρησιμοποιείται στη ζωγραφική για την ανάμιξη χρωμάτων με το βερνίκι και ως έλαιο λαμπτήρων. Από 35 κιλά καρυδιών, παράγονται 6 κιλά ξεφλουδισμένα καρύδια, από τα οποία παράγεται 3 κιλά λάδι.Τα υπολείμματα του καρυδιού, ύστερα από την έκθλιψή τους με την οποία βγαίνει το καρυδέλαιο, είναι πολύ θρεπτικά και χρησιμοποιούνται για ζωοτροφή. Ο καρπός της γίνεται ωραιότατο και τονωτικότατο γλυκό που έχει θρεπτική αξία ίση με αυτή του τυριού. Χρησιμοποιείται στις βιομηχανίες ζαχαρωδών προϊόντων, για αρωματική ουσία και τρώγεται νωπός ή ξηρός, ψημένος ή αλατισμένος. Με τον άγουρο καρπό της ανακατεμένο, σε αναλογία 2:1, με χυμό από άγουρα σταφύλια ή με καλό ξύδι, μπορεί να παρασκευαστεί ένα επιδόρπιο, ενώ με τα πράσινα φύλλα της καρυδιάς λικέρ. Από το χυμό της καρυδιάς που είναι άφθονος και διαυγής, ο Γάλλος φαρμακοποιός Banon παρασκεύασε το 1811 ένα άριστο σάκχαρο. Η εργασία της παρασκευής και η αποκρυστάλλωση του σακχάρου του χυμού της καρυδιάς μοιάζει με του σακχάρου του τεύτλου και του καλαμοσάκχαρου.
Οι θεραπευτικές ιδιότητες της καρυδιάς.Οι θεραπευτικές ιδιότητες της καρυδιάς είναι πολλές και ευεργετικές και οφείλονται στα συστατικά που περιέχει. Ο Γάλλος γιατρός Negrier, το 1841 ασχολήθηκε με τις θεραπευτικές ιδιότητες των φύλλων της. Θεραπευτικά τα φύλλα της καρυδιάς χρησιμοποιούνται εναντίον των παθήσεων των ματιών, όπως βλεφαρίτιδα στα παιδιά και της χοιραδώσεως. Το αφέψημα και το έγχυμά τους είναι τονωτικό του πεπτικού σωλήνα και σταματά τις διαρροϊκές κενώσεις σε τοξικές καταστάσεις. Οι Boys de Loutry και Costilhes χρησιμοποιούσαν το αφέψημα των φύλλων με μορφή κολπικών πλύσεων κατά των εξελκώσεων του αυχένα της μήτρας, ενώ ο Vidal de Careis κατά της λευκόρροιας. Ο Dubois χρησιμοποιούσε πυκνό αφέψημα φύλλων για τη θεραπεία της τριχόπτωσης, ο Bruguiec για κακοήθη εξανθήματα και ο Vitet για τη θεραπεία της ψωρίασης, του έρπητα, των διαφόρων λειχήνων και των εκζεμάτων. Επίσης, αφέψημα φύλλων και φλοιού χρησιμοποιήθηκαν με επιτυχία κατά των οξέων αμυγδαλών και κατά του απλού ρινικού κατάρρου. Το αφέψημα των φύλλων κατεβάζει το σάκχαρο των διαβητικών, καθώς στο διάστημα χρησιμοποιήσεως ινσουλίνης μειώνει το σάκχαρο των ούρων και καθαρίζει το αίμα. Χρησιμοποιείται επίσης για εξωτερικές πλύσεις τραυμάτων και τη θεραπεία των δερματικών φλυκταινών. Όταν προστεθεί στο νερό του λουτρού είναι ευεργετικό για τη ραχίτιδα, τη σήψη και την υπερτροφία των οστών, καθώς και για πυώδης πληγές στα νύχια των ποδιών και των χεριών. Ενδείκνυται για την ακμή, τα ιδρωμένα πόδια και για τις χιονίστρες.Τα φρέσκα φύλλα διώχνουν τα έντομα και προπαντός τους κοριούς.Ένα απλό έγχυμα φύλλων μπορεί να σκοτώσει ή να απομακρύνει τα μυρμήγκια. Αν αλείψουμε με το έγχυμα αυτό τα άλογα, δεν θα τα πλησιάζουν αλογόμυγες. Επίσης, το βάμμα που φτιάχνεται από τα νωπά φύλλα χρησιμοποιείται εναντίον της φυματιώδους λεμφαδενοπάθειας, του ραχιτισμού, της παθήσεως των αρθρώσεων και της γαστρεντερίτιδας. Πρόσφατες έρευνες υποστηρίζουν τις αντιμυκητιακές και αντισηπτικές τους ιδιότητες.Τα αποξηραμένα φύλλα, αναμιγμένα με κρασί, χρησιμοποιούνται κατά του ίκτερου. Το γιατρικό των ανθέων συνίσταται για περιόδους μεταβολών, όπως η εμμηνόπαυση.Το σαρκώδες πράσινο εξωκάρπιο είναι ταινιοκτόνο και ελμινθοκτόνο σαν έγχυμα, όπως και το αφέψημα των φύλλων.Ο Γαληνός χρησιμοποιούσε τον οπό του φλοιού αυτού αραιωμένο σε στυπτικούς γαργαρισμούς και κατά της πυόρροιας των αμυγδαλών. Συνίσταται ακόμη κατά των διαλειπόντων πυρετών και εξαιτίας της ναφθοκινόνης που περιέχει, του αποδίδεται ενέργεια ερυθραντική επί του δέρματος και θεραπευτική κατά των εκζεμάτων, των κηρίων, των πυοδερματίτιδων, της ψωριάσεως και της φθειριάσεως. Επίσης, αποτελεί τη βάση της «αντιαφροδισιακής πτισάνης του Pollisi» και σε μορφή σκόνης, είναι εκδοριακός, ενώ μπορεί να χρησιμοποιηθεί αντί των κανθαρίδων. Ο χυμός των φλοιών χρησιμοποιείται με επιτυχία και κατά των κρεατοελιών, ενώ κοπανισμένος (ο φλοιός) βγάζει τους κάλους. Η λεπτή, κίτρινη μεμβράνη που περιβάλει την ψίχα, σε μορφή σκόνης, αποτελεί θεραπεία για κωλικούς.Τα καρύδια συνιστώνται στους αδύναμους οργανισμούς, τους φυματικούς, τους σακχαροδιαβητικούς (περιέχουν μικρή ποσότητα υδατανθράκων) και σε πολλές παθήσεις. Το «γλυκό καρυδάκι» είναι αξιοσύστατο για αδύνατους, φυματικούς και αιμοπτοϊκούς, γιατί περιέχει σημαντική ποσότητα δεψικών ουσιών. Θεωρούνται επίσης, τα κατ' εξοχήν φάρμακα κατά των δηλητηριάσεων και ως αντίδοτο των ύπουλων ιών και σύμφωνα με τον Hartwell (1967-1971), χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία του καρκίνου, του ψευδάνθρακα, τους όγκους και ειδικά τον καρκίνο του στήθους, καθώς και για τη θεραπεία τους άσθματος, τον πόνο στην πλάτη, το συφιλιδικό έλκος, τους κωλικούς, την επιπεφυκίτιδα, το βήχα, την καούρα, την εκσπερμάτωση, την ανικανότητα και τους ρευματισμούς.Είναι εξαιρετικό φάρμακο κατά της υπερπτητικότητας του αίματος. Η ξερή ψίχα συνίσταται για όλους τους πνευματικά εργαζόμενους καθώς και τους ορειβάτες αθλητές και γενικά τα άτομα που υποβάλλονται σε μεγάλες σωματικές και πνευματικές κοπώσεις. Το καρυδέλαιο, είναι γνωστό από τον Διοσκουρίδη ως ανθελμινθικό και ταινιοκτόνο. Το 1916, ο De Surel επιβεβαίωσε τις ανθελμινθικές του ιδιότητες που αυξάνονται με τη συμμετοχή του σκόρδου. Χρησιμοποιείται και ως καθαρτικό. Σταματά επίσης τον πονόδοντο και είναι ευεργετικό στις πληγές και στα χελώνια.
100 Χρόνια Μοναξιάς.
...του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.*Τα πράγματα έχουν τη δική τους ζωή, φτάνει μόνο να ξυπνήσεις την ψυχή τους.
*Αισθάνθηκε ξεχασμένος, όχι με την επανορθώσιμη λησμονιά της καρδιάς, αλλά με την σκληρή και αμετάκλητη λησμονιά του θανάτου.
*Είχε πάει στον άλλο κόσμο, αλλά γύρισε γιατί δεν άντεξε την μοναξιά.
*Έφτασε να υποκρίνεται με τόση αληθοφάνεια, ώστε κατέληξε να παρηγορείται με τα ίδια της τα ψέματα.
*Στην πραγματικότητα δεν τον ενδιέφερε ο θάνατος, μόνο η ζωή, και γι' αυτό το συναίσθημα που αισθάνθηκε , όταν απήγγειλαν την καταδίκη ( σε θάνατο), δεν ήταν φόβος αλλά νοσταλγία.
*Το μυστικό για τα καλά γηρατειά δεν ήταν τίποτε άλλο από μια τίμια συμφωνία με τη μοναξιά.
*Δεν πεθαίνει κανείς όταν πρέπει, αλλά όταν μπορεί.
*Ο άλλος πόλεμος , ο αιματοκυλισμένος είκοσι χρόνια, δεν τους είχε στοιχίσει τόσο όσο ο διαβρωτικός πόλεμος των αιώνιων αναβολών.
*Ο κόσμος θα' χει γαμηθεί πέρα για πέρα τη μέρα που οι άνθρωποι θα ταξιδεύουν στην πρώτη θέση και η λογοτεχνία στο βαγόνι με τα εμπορεύματα.
*Είχε φύγει μακριά της, προσπαθώντας να τη βγάλει από το μυαλό του, όχι μόνο με την απόσταση, αλλά και με μια απερίσκεπτη ορμή, που οι σύντροφοι του έπαιρναν για τόλμη. Aλλά όσο περισσότερο βούταγε την εικόνα της στη λάσπη του πολέμου τόσο περισσότερο ο πόλεμος έμοιαζε με την Αμαράντα. Έτσι, είχε βασανιστεί στην εξορία, ψάχνοντας να βρεί τρόπο να τη σκοτώσει με τον ίδιο το θάνατο του.
*Έσκαψε τόσο βαθιά στα αισθήματα του και αναζητώντας το συμφέρον, συνάντησε τον έρωτα, γιατί προσπαθώντας να την κάνει να τον αγαπήσει, κατέληξε να την αγαπήσει αυτός. *Τη συνάντησε στην εικόνα που πλημμύριζε την ίδια την τρομερή του μοναξιά.
*Μετά από τόσα χρόνια θάνατο, ήταν τόση η λαχτάρα για τους ζωντανούς, τόσο πιεστική η ανάγκη για συντροφιά, τόσο τρομακτική η προσέγγιση σ' εκείνον τον άλλο θάνατο που υπάρχει μέσα στο θάνατο, που ο Προυδένσιο Αγκιλάρ είχε φτάσει ν' αγαπήσει το χειρότερο εχθρό του.
Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες .

Δολοφόνοι Λύκων στα Ορεινά της Δωρίδας και της Ναυπακτίας...
Η αλεπού στον Αίσωπο...

Γέρασε το λιοντάρι κι έχασε τη δύναμή του και δεν μπορούσε πια να κυνηγήσει, γι αυτό σκέφτηκε κάποιο κόλπο.Έκανε τάχα το άρρωστο και δεν έβγαινε απ’ τη σπηλιά του. Ένα-ένα τα ζώα πήγαιναν να το επισκεφθούν κι εκείνο τ’ άρπαζε και τα καταβρόχθιζε. Βλέποντας η αλεπού την απάτη που σκαρφίστηκε, δεν έλεγε να πλησιάσει, καθόταν κάπου μακριά και το ρωτούσε για την υγεία του.«Μα, γιατί δεν έρχεσαι να τα πούμε από κοντά;» απόρησε το λιοντάρι.«Γιατί βλέπω πολλές πατημασιές να μπαίνουν στη σπηλιά σου, αλλά καμιά να βγαίνει», απάντησε εκείνη.
Οι λαγοί και οι αλεπούδες.
Οι λαγοί κήρυξαν πόλεμο στον αετό και ζήτησαν από τις αλεπούδες να συμμαχήσουν μαζί τους.«Πολύ ευχαρίστως θα σας βοηθούσαμε, αν δεν ξέραμε καλά ποιοί είστε και με ποιόν πολεμάτε» τους απάντησαν εκείνες.
Η αλεπού και το παγιδευμένο λιοντάρι
Η αλεπού είδε κάποτε ένα λιοντάρι πιασμένο σε παγίδα. Χωρίς να χάσει καιρό, το πλησίασε κι άρχισε να το λοιδωρεί.«Πάει καλά» της είπε το λιοντάρι, «αλλά να ξέρεις πως δεν με βρίζεις εσύ, η ατυχία που μου ‘λαχε με βρίζει!»
Η αλεπού κι πίθηκος.
Η αλεπού κι ο πίθηκος ταξίδευαν μαζί. Εκεί που πήγαιναν, έτυχε να περάσουν από κάποιο νεκροταφείο.«Τους βλέπεις αυτούς;» είπε ο πίθηκος στην αλεπού. «Ήταν όλοι δούλοι των γονιών μου, αλλά τους ελευθέρωσαν».Κι αλεπού:«Λέγε όσα ψέματα θέλεις. Έτσι κι αλλιώς, οι πεθασμένοι δεν πρόκειται να σε διαψεύσουν».
Η αλεπού κι ο λαγός στο πηγάδι.
Ένας λαγός διψούσε και κατέβηκε στο πηγάδι για να πιεί νερό. Αφού ξεδίψασε με την ψυχή του, αποφάσισε ν’ ανέβει. Αλλά διαπίστωσε πως δεν υπήρχε τρόπος κι έπεσε σε μαύρη απελπισία.Κάποια αλεπού, που έτυχε να περνάει από εκεί, τον είδε σ΄ αυτή την κατάσταση και του είπε:«Έκανες μεγάλο λάθος. Έπρεπε πρώτα να σκεφτείς πως θ’ ανέβεις κι ύστερα να κατέβεις… εκ του ασφαλούς».
Η κολοβή αλεπού.
Μια αλεπού πιάστηκε κάποτε σε ένα δόκανο που είχε στήσει ένας κυνηγός στο δάσος. Προσπαθώντας να ξεκολλήσει από το δόκανο, γύρναγε πότε από την μια και πότε από την άλλη πλευρά. Μετά από πολλές προσπάθειες, κατάφερε να ελευθερωθεί, αλλά τα δόντια της παγίδας της είχαν κόψει την ουρά.Η κολοβωμένη πλέον αλεπού, στενοχωρήθηκε πολύ βλέποντας την όμορφη ουρά της κρεμασμένη στο δόκανο. Η στενοχώρια της όλο και μεγάλωνε καθώς σκεφτόταν ότι θα τριγυρνούσε έτσι, ενώ όλες οι άλλες αλεπούδες θα είχαν τις ουρές τους. Πονηρή όμως καθώς ήταν, δεν άργησε να βρει λύση στο πρόβλημα της. Το μόνο που είχε να κάνει, ήταν να πείσει όλες τις αλεπούδες να κόψουν τις ουρές τους. Έτσι θα ήταν όλες ίδιες και δεν θα ντρεπόταν για την εμφάνιση της.Χωρίς καθυστέρηση, έβαλε το σχέδιο της σε εφαρμογή και άρχισε να ειδοποιεί τις αλεπούδες να κάνουν ένα συμβούλιο γιατί ήθελε να τους μιλήσει. Πράγματι, λίγες μέρες μετά, μαζεύτηκαν όλες σε ένα ξέφωτο του δάσους και η κολοβωμένη αλεπού άρχισε να τους μιλάει για το φλέγον θέμα της ουράς. Τους είπε πολλά πράγματα για να τις πείσει να κόψουν τις ουρές τους. Τα πιο δυνατά επιχειρήματα της ήταν ότι η ουρά τους πρώτον είναι άπρεπη και δεύτερον ότι ήταν ένα περιττό βάρος, από το οποίο έπρεπε να απαλλαγούν άμεσα.Καθώς, όμως, δεν ήταν η μοναδική αλεπού με πονηριά, μόλις σταμάτησε να μιλάει, πήρε τον λόγο μια άλλη αλεπού και της είπε:- Άκουσα με προσοχή όσα μας είπες αλλά αναρωτιέμαι. Αν δεν σε συνέφερε να κόψουμε τις όμορφες ουρές μας, θα μας τα έλεγες όλα αυτά;
Η Αλεπού και τα σταφύλια.
Μια αλεπού πεινασμένη είδε πάνω σ' ένα δέντρο πλεγμένη μια κληματαριά γεμάτη χοντρόρωγα, κατακίτρινα σταφύλια. Τα ζήλεψε και πολύ επιθυμούσε να τα δοκιμάσει, μα πώς ν' ανεβεί. Οι αλεπούδες δεν είναι γατιά, να πιάνουνται με τα νύχια τους και ν' ανεβαίνουν όπου τους γουστάρει. Ωστόσο, δοκίμασε κάμποσες φορές. Πιάστηκε από δω, πιάστηκε από κει, τίποτα δεν κατάφερνε. Καθότανε μόνο κάτω, σήκωνε τα μάτια της στα σταφύλια, τα κοίταζε καλά καλά κι ο καημός τους την έτρωγε. Στα κατατελευταία απελπισμένη, για να παρηγορηθεί, κορόιδεψε η ίδια τον εαυτό της: - Δε βαριέσαι, δεν πειράζει, ας πάμε παρακάτω... Εξάλλου αυτά δεν τρώγουνται.Αγίνωτα είναι ακόμη... Τα σταφύλια, ακούοντάς τη, μοιάζανε να την ειρωνεύονται· να την περιγελούν. - Ακούς εκεί... Είμαστε, λέει, αγίνωτα!... Εμείς, κυρα-αλεπού, αγίνωτα δεν είμαστε. Γλυκά σαν το μέλι είμαστε. Μα αφού δε μας φτάνεις, τι να πεις... μας λες αγίνωτα, για να ξεγελάσεις την ανημποριά σου!...
Το λιοντάρι, η αλεπού και η ελαφίνα...
- Κυρά αλεπού, αν με αγαπάς όπως λες και θέλεις να γίνω γρήγορα καλά, πήγαινε να μου φέρεις την μεγάλη ελαφίνα που τριγυρνάει στο δάσος. Αυτή θα είναι το γιατρικό μου. Μόνο εσύ μπορείς να τα καταφέρεις, αφού η πονηριά σου είναι ξακουστή σε όλο τον κόσμο.
Η αλεπού, υπακούοντας στην θέληση του βασιλιά της, άφησε την φωλιά του και άρχισε να τριγυρνάει στο δάσος με σκοπό να συναντήσει την μεγάλη ελαφίνα. «Χτένισε» σχεδόν όλο το δάσος και τελικά την ανακάλυψε δίπλα σε ένα ρυάκι να τρώει φρέσκο χορτάρι.
- Γεια σου κυρά ελαφίνα, της είπε με αθώο ύφος. Σου φέρνω ευχάριστα νέα. Όπως, ίσως, θα ξέρεις ο βασιλιάς μας, το λιοντάρι, είναι άρρωστος και η ώρα που θα πεθάνει δεν είναι μακριά. Σκέφτηκε λοιπόν ότι το καταλληλότερο ζώο για να τον διαδεχθεί στον θρόνο, είσαι εσύ. Εγώ, πρέπει να σε αφήσω τώρα για να γυρίσω στον άρρωστο. Καλά θα κάνεις να έρθεις κι εσύ μαζί μου, να τον παρηγορήσεις αυτές τις δύσκολες ώρες. Εξάλλου ολόκληρο βασίλειο σου αφήνει. Α! Όταν γίνεις βασίλισσα των ζώων μην ξεχάσεις κι εμένα που σου έφερα την χαρμόσυνη είδηση.
Η αλεπού, μαστόρισσα καθώς είναι στα όμορφα λόγια και στις κολακείες, έπεισε την ελαφίνα ότι έτσι έχουν τα πράγματα και χωρίς δεύτερη σκέψη το ανυποψίαστο ζώο πήρε τον δρόμο για την φωλιά του λιονταριού.Το λιοντάρι, που η πείνα του είχε θεριέψει για τα καλά, μόλις είδε την ελαφίνα να προβάλει στην είσοδο της σπηλιάς του, όρμισε πάνω της χωρίς όμως να καταφέρει να την πιάσει. Η ελαφίνα γλύτωσε από τα νύχια του λιονταριού, τα οποία όμως πρόλαβαν να την γρατζουνίσουν στο αυτί.
Η αλεπού βλέποντας τι είχε συμβεί, άρχισε να λέει στο λιοντάρι:
- Αχ, βασιλιά μου. Θάλασσα τα έκανες. Δεν έπρεπε να της ορμίσεις αμέσως. Τόσους κόπους έκανα και πήγαν όλοι χαμένοι.
Το λιοντάρι στενοχωρήθηκε πολύ που έχασε τέτοιο γεύμα. Είχε κι αυτήν την πείνα που όλο και μεγάλωνε. Με γαλίφικο ύφος, τότε, κοίταξε την αλεπού και της είπε:
- Κυρά αλεπού μου, ξέρω πόσο άξια είσαι. Πήγαινε να βρεις ξανά την ελαφίνα και είμαι σίγουρος ότι θα την καταφέρεις να ξαναέρθει.
Η αλεπού, μην θέλοντας να κακοκαρδίσει τον βασιλιά της, ξαναπήρε τους δρόμους και άρχιζε να αναζητά ξανά την ελαφίνα, ενώ ταυτόχρονα σκεφτόταν τι θα της πει για να την ξαναοδηγήσει στα νύχια του λιονταριού. Κάποια την βρήκε και «φορώντας» ένα παρεξηγημένο ύφος της είπε:
- Τι έπαθες εσύ και έφυγες τρέχοντας;
Η ελαφίνα μην πιστεύοντας στα αυτιά της, είπε με θυμό στην αλεπού:
- Δεν ντρέπεσαι να με αντικρίζεις; Με ξεγέλασες για να με φάει το λιοντάρι. Έννοια σου και το πήρα το μάθημα μου. Να πας αλλού να τάξεις βασίλεια και θρόνους.
Η πονηρή αλεπού τότε, δείχνοντας έκπληξη, απάντησε:
- Μα τι φοβητσιάρα που είσαι; Δεν ντρέπεσαι να με κατηγορείς άδικα; Ο μεγαλειότατος θέλησε να σε πιάσει από το αυτί για να σου φανερώσει κρατικά μυστικά και να σου δώσει συμβουλές για την βασιλεία σου. Αλλά τι στα λέω; Κατά πάσα πιθανότητα θα γίνει ο λύκος πια βασιλιάς, αφού το λιοντάρι θύμωσε πολύ μαζί σου. Απλά σκέφτομαι ότι ο λύκος θα γίνει τύρρανος. Γι’ αυτό αν αγαπάς τα ζώα του δάσους, έλα να πάμε στο λιοντάρι για να γίνεις εσύ βασίλισσα.
Η ελαφίνα κρατώντας κάποιες επιφυλάξεις, ζήτησε από την αλεπού να της ορκιστεί ότι όλα όσα της είπε είναι αλήθεια. Η αλεπού τότε, δίχως κανένα δισταγμό της ορκίστηκε ως εξής:
- Ορκίζομαι στο χορτάρι που τρως και στο νερό που πίνεις ότι το λιοντάρι δεν θα σε πειράξει. Μόνο βιάσου μην προλάβει ο λύκος και πάρει τον θρόνο.
Για δεύτερη φορά η ελαφίνα, πίστεψε τις ψευτιές της αλεπούς και με βήμα ταχύ ξεκίνησαν και οι δυο τους για την φωλιά του λιονταριού. Όταν έφτασαν εκεί, το λιοντάρι έχοντας πάρει το μάθημα του, άφησε την ελαφίνα να μπει για να καλά στην σπηλιά του και μόνο τότε της όρμησε και ξεκίνησε το γεύμα του.
Πάνω στο τσιμπούσι του λιονταριού, το μυαλό της ελαφίνας γλίστρησε λιγάκι παραπέρα. Βλέποντας το η αλεπού το άρπαξε κρυφά και το καταβρόχθισε στην στιγμή. Όταν το λιοντάρι αναζήτησε το μυαλό του θηράματος του, η αλεπού με αθώο ύφος του είπε:
- Βασιλιά μου, περιμένεις να έχει μυαλό ένα ζώο που ήρθε στην φωλιά σου να το φας και μάλιστα δύο φορές;
( Μύθος Αισώπου )
Η αλεπού και ο τράγος...
Η Πονηρή Αλεπού...
Την πονηριά της όμως αυτή, την πληρώνει κάποτε πολύ ακριβά. Αν πέσει σε παγίδα, πέφτει και με τα τέσσερα. Από εδώ βγήκε και η παροιμία “Η πονηρή αλεπού πιάνεται και από τα τέσσερα”.
Οι βοσκοί εκμεταλλεύονται τη μεγάλη πονηριά της με τούτον τον τρόπο: Στερεώνουν ένα κομματάκι πανί δίπλα στην καλύβα των αρνιών κι αυτό είναι αρκετό να την κάνει να νοιαστεί πως κάτι της μαγειρεύουν. Παρόμοια σχεδόν φοβίζουν οι γεωργοί την κίσσα. Δένουν μια κλωστή γύρω στα χωράφια. Το παμπόνηρο πουλί υποπτεύεται παγίδα και δε ξαναζυγώνει πια στο χωράφι.
Άμα θέλει να κλέψει κανένα αρνί παίρνει από πίσω τον τσομπάνη, τον ακολουθεί ως τη στάνη και τον παραμονεύει ώσπου να κοιμηθεί. Αν συναντήσει κοπάδι αρνιών στο δρόμο, ξεκόβει, ενώ κάνει πως δε μπορεί να το πιάσει. Το κυνηγάει από εδώ, το κυνηγάει από εκεί, ώσπου να του δώσει δρόμο προς το λόγγο. Κι εκεί το συγυρίζει με όλη της την ευκολία.
Ποτέ δε κάνει αδικαιολόγητη ζημιά. Κάθε κότα που πιάνει, τη μεταφέρει στη φωλιά της κι έπειτα γυρίζει να πνίξει άλλη. αν τύχει και την υποπτευθούν κι έχει καιρό φεύγει, αλλιώς γυρίζει τα μάτια της προς το βάθος του κοτετσιού. Γιατί ξέρει ότι η λάμψη των ματιών της, μπορεί να την προδώσει.
Αν οι κότες είναι σκαρφαλωμένες επάνω σε δένδρο, κάθεται από κάτω και τους ρίχνει ματιές. Οι χωρικοί λένε πως έχει μαγνήτη στα μάτια της.
Όταν κυνηγιέται από σκυλί, την ουρά της την έχει διπλωμένη. Αν το σκυλί τη ζυγώσει πολύ, την πετάει δεξιά ή αριστερά. Το σκυλί στρέφει ανάλογα, γιατί νομίζει ότι πήρε διεύθυνση προς τα εκεί. Μα η αλεπού έκαμε αντίθετη στροφή. Όσο να γυρίσει και να πάρει το σκυλί κανονική διεύθυνση, αυτή έχει κιόλας κερδίσει 10-15 βήματα. Κι έχει ο Θεός αργότερα!
Μερικοί την παρασταίνουν σαν άεργη και τεμπέλα. Σε κάποιο μάλιστα τραγούδι, όπου αραδιάζονται τα μεγάλα παράξενα του κόσμου, υπάρχει και τούτος ο στίχος:
και το λαγό με ταμπουρά
την αλεπού με ρόκα…
Ωστόσο κανείς δεν είπε ποτέ ότι της λείπει επιμέλεια και σοφία από την ανατροφή των παιδιών της. Είναι ο εισηγητής της υποδειγματικής διδασκαλίας. Πηγαίνει στη φωλιά της ποντίκια ζωντανά, κότες, λαγούς, ακρίδες και εξασκεί τα παιδιά της μήνες ολόκληρους πως παραμονεύουν το θήραμα, πως το σκοτώνουν, πως το μεταφέρουν.
Άμα τελειώσει η σχολική διδασκαλία, αρχίζει το επιτόπιο μάθημα με εκδρομές στα κοτέτσια, στις στάνες, στα περιβόλια, όπου δείχνει στ’ αλεπόπουλα πως να περνούν τα μονοπάτια, πως ν’ αποφεύγουν τα ύποπτα μέρη και πως να πιάνουν το λαγό, πως να παραμονεύουν τον αμπελουργό, πως να ξεγελούν τον τσομπάνη.
Ο μύθος που θα σας διηγηθώ παρακάτω, είναι πιστοποιητικό της παιδαγωγικής ευσυνειδησίας.
Μια αλεπού καθόταν κάποτε κι αναπαυόταν σ’ ένα βουνό.
- Τι κάνουμε εδώ μάνα; τη ρωτούσαν τα παιδιά της
- Ζεσταινόμαστε, παιδιά μου, τους είπε.
- Μα που είναι η φωτιά;
- Στ’ αποπέρα βουνό. Δεν τη βλέπετε;
Τότε ένα αλεπόπουλο πήδησε και φώναξε: Νερό μάνα, νερό μάνα, νερό μάνα, νερό και μ’ έκαψε μια σπίθα από τη φωτιά!
- Α μπράβο παιδί μου, εσύ ξεσκόλισες. Παίρνεις απολυτήριο. Άϊντε τώρα στη δουλειά σου, του είπε η αλεπού.
Το καλοκαίρι η αλεπού σχεδόν ξεμωραίνεται τελείως. Τόσο πολύ τα χάνει, ώστε μπαίνει κάποτε άφοβα στα χωριά.
Ευτυχώς γι’ αυτήν, το δέρματης δεν έχε καμιά αξία, γιατί είναι πια μαδημένο.
Της ελληνικής αλεπούς το δέρμα δεν είναι από τα εκλεκτότερα. Ωστόσο έχει τόσο πλήθος αλεπούδες η Ελλάδα, ώστε μαζί με τη βίδρα και το κουνάβι, που σε μερικές επαρχίες είναι πολύ εκλεκτό, υπολογίζεται αρκετά στο παγκόσμιο γουνεμπόριο. Δε θα ήταν ευκαταφρόνητο εισόδημα αν γινόταν επιστημονική καλλιέργεια αυτού του πλούτου, με βελτίωση της ράτσας.
Οι χωρικοί δε λησμονούν εύκολα την καταστροφή, που κάνει στα κοτέτσια τους. Είτε χειμώνα, είτε καλοκαίρι την πιάσουν, την τιμωρούν πολύ σκληρά. τη γδέρνουν ζωντανή. Αυτή αντέχει στο μαρτύριο αυτό και μάλιστα ζει πολλές ώρες μετά το γδάρσιμο.
Ο ελληνικός λαός τη θέλει πολύ εύθυμη, ώστε έχει φτιάξει φαιδρούς μύθους ακόμη και πάνω στα βασανιστήρια της.
Κάποτε, λένε πως ρώτησαν μια αλεπού εκεί που την έγδερναν ζωντανή:
- Ε! πως τα περνάς;
- Κακά και ψυχρά. Αλλά δόξα να ‘χει ο Θεός, βασανίζομαι λιγότερο από το σώγαμπρο.
Μια φορά πάλι έπεσε στον Ασπροπόταμο. Άμα είδε τις όχθες του, που ήταν δεξιά και αριστερά απότομοι σα μαχαίρια, ώστε ήταν μάταιο να προσπαθήσει να βγει από το ποτάμι, στρογγυλοκάθησε στα νερά και είπε:
- Ξέρω πως στη θάλασσα θα τελειώσω, αλλά βαριέμαι τα κλωθογυρίσματα του ποταμού.
Στην Ακαρνανία βρήκαν τούτη τη μέθοδο για να την πιάνουν. Κόβουν ένα νεροκολόκυθο επάνω-επάνω, τόσο ώστε να μπορεί να περάσει μέσα το κεφάλι της. Στο βάθος του νεροκολόκυθου βάζουν λίπος χοιρινό. Η αλεπού το μυρίζεται και βυθίζει τη μούρη της μέσα κι άμα φτάσει στον πάτο, τ’ αυτία της, που στριμώχθηκαν, για να περάσει μέσα το κεφάλι της, ανοίγουν και μένει με το νεροκολόκυθο στο πρόσωπο, σα να φορά προσωπίδα…
[Τα άγρια και τα ήμερα του βουνού και του λόγγου -Στέφανος Γρανίτσας]
Αλεπού (Vulpes vulpes)

Συνομοταξία: Chordata
Υποσυνομοταξία: Vertebrata
Κλάση MammaliaΤάξη: Carnivora
Οικογένεια: Canidae
Γένος: Vulpes
Είδος: Vulpes vulpes
Γεωγραφική εξάπλωση:
Η αλεπού συναντάται σχεδόν την σε όλη Ευρασία, την βόρεια Αφρική και τη Βόρεια Αμερική, ενώ πληθυσμοί της εισήχθησαν γύρω τον δέκατο ένατο αιώνα και στην Αυστραλία. Υπάρχουν 10 περίπου είδη σ' όλον τον κόσμο. Στην χώρα μας συναντάται σε όλη σχεδόν την ηπειρώτικη χώρα, ενώ δεν είναι ιδιαίτερα διαδεδομένο είδος στα νησιά μας.
Γενική Περιγραφή:
Η αλεπού είναι ένα ευέλικτο, γεροδεμένο, μέσου μεγέθους ζώο. Το μήκος της κυμαίνεται από 60 έως 110 εκατ. το ύψος της από 50-60 εκατ. ενώ το βάρος της από 4,5 έως 6 και σε σπάνιες περιπτώσεις ως και 7 κιλά. Έχει φαρδύ κεφάλι με μυτερό ρύγχος, τα μάτια της είναι μικρά και των ενηλίκων ζώων είναι κιτρινωπού ως και ηλεκτρίκ χρώματος. Έχει μικρά και όρθια αυτιά μαύρου ή σκούρο καφέ χρώματος στην εξωτερική τους επιφάνεια τους, ενώ αναλόγου χρωματισμού είναι και η μύτη της. Έχει 42 δόντια εκ των οποίων τα 4 κυνόδοντες, τα δόντια της καταλαμβάνουν περισσότερο από το μισό του κρανίου της. Το τρίχωμά της είναι πυκνό, μακρύ και μαλακό και δίνει την εντύπωση ότι είναι πολύ πιο μεγαλόσωμη από στην πραγματικότητα είναι. Ο γενικός χρωματισμός του σώματος της κυμαίνεται από ανοιχτόχρωμο κίτρινο-κόκκινο, ως βαθύ καφεκόκκινο στα ανώτερα μέρη του και γκριζωπή, τεφρώδη ή υπόλευκη γούνα στο κάτω μέρος του λαιμού και στην περιοχή της κοιλιάς. Στα μπροστινά της πόδια έχει 5 νύχια και 4 στα πίσω, το κάτω μέρος των ποδιών είναι συνήθως μαύρου χρώματος. Η ουρά της είναι φουντωτή, μακριά και ακολουθεί το γενικό χρωματισμό του σώματος της, με εξαίρεση την άκρη της η οποία είναι άσπρου χρώματος. Στο συγκεκριμένο είδος έχουν ακόμα παρατηρηθεί και άλλες δυο χρωματικές παραλλαγές, μια η αλεπού με καφεκόκκινη γούνα και μαύρες λωρίδες στην πλάτη της και στους ώμους της. Και μια η ασημένια αλεπού της οποίας το χρώμα κυμαίνεται από το έντονο ασήμι ως το σχεδόν μαύρο.
Το τρίχωμα της αλλάζει μια φορά τον χρόνο ξεκινώντας από την άνοιξη.
Βιότοπος:
Οι αλεπούδες χρησιμοποιούν ένα ευρύ φάσμα βιότοπων όπως δάση, λιβάδια καλλιέργειες κ.α. Μεγαλύτερη προτίμηση βεβαία δείχνουν σε βιότοπους που έχουν μια μεγαλύτερη ποικιλομορφία βλάστησης. Αν και τελευταία λόγο της εύκολης εύρεσης τροφής, όλο και περισσότερο πλησιάζουν τις προαστιακές περιοχές.
Συμπεριφορά:
Οι αλεπούδες είναι μοναχικά ζώα και δεν σχηματίζουν αγέλες όπως οι λύκοι. Ζουν κατά μέσω όρο γύρω στα 3 χρόνια, το μέσω όρο όμως αυτό ανεβαίνει στα 10 με 12 σε κατάσταση αιχμαλωσίας. Τα ενήλικα ζώα καταλαμβάνουν μια περιοχή η οποία ποικίλη σε μέγεθος ανάλογα με την ποιότητα του βιότοπου και την αφθονία τροφής. Στους πλούσιους βιότοπους οι εκτάσεις αυτές μπορεί να είναι μεταξύ 5 και 12 τετραγωνικών χιλιομέτρων, ενώ στους φτωχότερους είναι αρκετά μεγαλύτερες και κυμαίνονται μεταξύ 20 και 50 τετραγωνικών χιλιομέτρων. Βεβαία πολλές φορές ζώα γειτονικών περιοχών καταπατούν το ένα τον χώρο του άλλου, με αποτέλεσμα ακόμα και την μάχη για την εκδίωξη του εισβολέα. Οριοθετούν τα εδαφικά τους όρια με την ούρηση συγκεκριμένων σημείων, τα οποία είναι γνωστά ως "σημεία μυρωδιάς" και συνήθως τα επισκέπτονται όλες οι αλεπούδες της περιοχής.
Οι εκτάσεις αυτές συνήθως καταλαμβάνονται από ένα ενήλικο αρσενικό και ένα ή δύο ενήλικα θηλυκά με τα κουτάβια τους. Οι φωλιές τους είναι τρύπες (λαγούμια) στο έδαφος, τις οποία είτε σκάβουν μονές τους, είτε τροποποιούν τα υπάρχοντα λαγούμια άλλων ζώων όπως των κουνελιών, μεγαλώνοντας τα και προσθέτοντας τους επιπλέον σήραγγες διαφυγής. Η φωλιά αποτελείται από μια κεντρική στοά από την οποία διακλαδίζονται 3-4 μικρότερες, τα άκρα των οποίων καταλήγουν στην επιφάνεια του εδάφους. Η κεντρική είσοδος βρίσκεται συνήθως κάτω από κάποιον μεγάλο θάμνο. Κατά την εποχή της αναπαραγωγής οι αλεπούδες σκάβουν μεγαλύτερα και πιο ευρύχωρα λαγούμια για τις ανάγκες της γεννάς, αλλά και της εκτροφής των κουταβιών τους, τα οποία θα χρησιμοποιήσουν για περισσότερες από μια γέννες.
Είναι είδος νυκτόβιο και εκτός από την περίοδο της αναπαραγωγής στην οποία κυκλοφορεί και μέρα, τον υπόλοιπο καιρό μπορούμε να την δούμε από αργά το σούρουπο ως νωρίς το πρωί. Το φθινόπωρο μετά από τη γέννηση τους, διασπείρει τα κουταβιών της εντός της περιοχής της. Τα νεαρά αυτά άτομα αρχίζουν να περιπλανώνται εντός της περιοχή τους κατά τη διάρκεια του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου, ενώ κατά τη διάρκεια των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου και Ιανουαρίου, αρχίζουν τα περιπλανούνται περισσότερο αναζητώντας και αυτά με την σειρά τους νέα δικά τους εδάφη και συντρόφους. Σε αντίθεση με τα θηλυκά τα οποία μπορεί να επιλέξουν να μείνουν και στην ίδια περιοχή, τα αρσενικά ταξιδεύουν αρκετά.
Η αλεπού έχει πολύ καλή την αισθήσεις της ακοής και της όσφρησης και λιγότερο της όρασης, τις αισθήσεις αυτές χρησιμοποιεί εξαιρετικά αρμονικά τόσο για την αποφυγή των εχθρών της, όσο και στο κυνήγι της. Είναι εξαιρετικά ντροπαλή, νευρική, και τρομάζει πολύ εύκολα. Είναι ένα εξαιρετικά έφυες ζώο και μερικές φορές με την συμπεριφορά της δείχνει να απολαμβάνει την νοητική υπεροχή της έναντι των υπολοίπων ζώων όπως π.χ. και των σκύλων, τους οποίους εντέχνως προκαλεί σε ένα παιχνίδι δίωξης, με νικητές τις περισσότερες φορές τις αλεπούδες.
Η ταχύτητα που μια Αλεπού μπορεί να αναπτύξει είναι περίπου 80 km/h και μπορεί να υπερπηδήσει εμπόδια ως και 2 μ., η φουντωτή ουρά της, της δίνει την δυνατότητα να αλλάζει πορεία με εκπληκτική ευκολία και ταχύτητα και την βοηθά να ξεφεύγει από τους διώκτες της. Έχει δε πολύ καλή αντοχή και μπορεί να τρέξεί για χιλιόμετρα όταν καταδίωκε.
Η αλεπού προτιμά τις ανοικτές περιοχές όπου υπάρχει καλή ορατότητα και αναζητά συχνά θέσεις σε ανοικτές περιοχές τόσο για το κυνήγι της, όσο και για να κουρνιάσει. Τα μέρη τα οποία διαλέγει για να περάσει την μέρα και τις ώρες τις ξεκούρασης της, είναι συνήθως υπερυψωμένες περιοχές, όπως λόφοι και συνήθως περιοχές που τις βλέπει ο ήλιος. Τα υπόγεια λαγούμια της τα χρησιμοποιεί κατά τη διάρκεια της εκτροφής των κουταβιών της και περιστασιακά κατά τη διάρκεια πολύ δυσμενών καιρικών συνθηκών. Η αλεπού αποφεύγει συνήθως το νερό, αλλά μπορεί και να κολυμπήσει εάν χρειαστεί.
Η αλεπού δεν μασά την τροφή της, αλλά προσπαθεί να την καταπιεί. Γι’ αυτό και πολλές φορές βρίσκουμε στα απορρίμματα της σπασμένα κόκαλα, δέρματα κλπ. Ένα ακόμα στοιχείο της ιδιαιτερότητας αυτού του ζώου το οποίο είναι και αρκετά δυσάρεστο για την Ελληνική πραγματικότητα είναι ότι, οι αλεπούδες σκοτώνουν συνήθως περισσότερα θηράματα από όσο άμεσα χρειάζονται και την επιπλέον αυτή τροφή την θάβουν σε μικρές τρύπες τις οποίες ανοίγουν με τα μπροστινά τους πόδια.
Σε ελάχιστες περιπτώσεις και κυρίως σε περιπτώσεις που θέλουν να προειδοποιήσουν για επερχόμενο κίνδυνο, μπορεί να γαβγίζουν όπως τα σκυλιά, συνήθως όμως ουρλιάζουν ή κλαψουρίζουν.
Διατροφή:
Η αλεπού είναι ουσιαστικά παμφάγο ζώο, η τροφής της αποτελείται κατά 80 % από ζωικά είδη και 20% από φυτικά. Τρώει συνήθως τρωκτικά και λαγόμορφα όπως ποντίκια, τυφλοπόντικές, σκίουρους, λαγούς αλλά και έντομα, ερπετά, σαλιγκάρια, βατράχια, ψάρια, πουλιά, φρούτα και καρπούς όπως σταφύλια, σύκα, πεπόνια, βατόμουρα αλλά και ψοφίμια. Ακόμα κατά τη διάρκεια της άνοιξης όταν υπάρχει μεγάλη ανάγκη τροφής για την ανάπτυξη των κουταβιών της, δεν θα διστάσει να κλέψει κάποιο κοτόπουλο από υπαίθρια κοτέτσια. Πολύ ιδιαίτερος είναι ο τρόπος που οι αλεπούδες κυνηγούν τα ποντίκια. Η αλεπού στέκεται ακίνητη, παρακολουθώντας και ακούγοντας με μεγάλη προσοχή το ποντίκι που έχει εντοπίσει. Όταν αυτό μείνει ακάλυπτο, πηδά ψηλά και φέρνει τα μπροστινά της πόδια με δύναμη προς τα κάτω καρφώνοντάς το ποντίκι στο έδαφος.
Η ημερήσια κατανάλωση τροφής είναι μεταξύ 0,5 και 1 κλ. ημερησίως.
Αναπαραγωγή:
Η ετήσια οιστρική περίοδος θηλυκών αλεπούδων διαρκεί από 1 έως 6 ημέρες. Η ωογένεση είναι αυτογενή και δεν απαιτείται ζευγάρωμα για να εμφανιστεί. Ο χρόνος οίστρου αλλά και αναπαραγωγής ποικίλλει και μεταβάλετε κατά κύριο λόγο από την γεωγραφική τους εξάπλώση: Δεκέμβριος-Ιανουάριος στις νότιες περιοχές, Ιανουάριος-Φεβρουάριος στις κεντρικές, και Φεβρουάριος-Απρίλιος στα Βόρια. Τα αρσενικά θα παλέψουν κατά τη διάρκεια της εποχής αναπαραγωγής για την κατάκτηση των θηλυκών. Τα αρσενικά έχουν έναν κύκλο γονιμότητας, με την πλήρη σπερματογένεση να εμφανίζεται μόνο από το Νοέμβριο μέχρι τον Μάρτιο. Τα θηλυκά μπορούν να ζευγαρώσουν με διάφορα αρσενικά αλλά μόνο ένα αρσενικό θα τα γονιμοποιήσει και συνήθως θα είναι το ίδιο με τον οποίο είχε ζευγαρώσει και την προηγούμενη χρόνια, αν το ζώο αυτό ζει. Το ζευγάρωμα διαρκεί συνήθως 15 ή 20 λεπτά και συνοδεύεται συχνά από μια δυνατή κραυγή. Κατά το διάστημα της κυοφορίας το θηλυκό παραμένει γύρω από το κρησφύγετο του και ο αρσενικός το προμηθεύει με τροφή χωρίς όμως να πηγαίνει στο κρησφύγετο όπου τι θηλυκό κυοφορεί.
Η κύηση διαρκεί μεταξύ 51 και 53 ημερών αλλά έχουν παρατηρηθεί και κυήσεις στις 49 ή ακόμα και στις 56 ημέρες. Ο αριθμός κουταβιών διαφέρει και μπορεί να είναι από 1 έως 13 με έναν μέσο όρο τα 5 κουτάβια. Το βάρος γέννησης τους είναι μεταξύ 50 και 150 γ. τα κουτάβια γεννιούνται τυφλά αλλά ανοίγουν τα μάτια από την 9η έως την 14η ημέρα της ζωής τους. Τα κουτάβια θα αφήνουν το κρησφύγετο τους μετά την 4η ή 5η εβδομάδα, ενώ θα απογαλακτιστούν πλήρως από της 8 έως 10 εβδομάδες.
Η αλεπού έχει συνήθως και εναλλακτικές επιλογές κρησφύγετων. Το θηλυκό δεν θα διστάσει να μετακινήσει τα κουτάβια του, εάν θεωρήσει ότι το κρησφύγετο απειλείται. Όταν τα κουτάβια είναι περίπου τριών μηνών, οι γονείς τους φέρνουν ποντίκια για να τα μάθουν να κυνηγούν. Μετά από έξι μήνες τα νεαρά άτομα θα είναι τελείως ανεξάρτητα, θα παραμένουν μαζί με την μητέρα τους μέχρι το φθινόπωρο μετά από τη γέννηση τους. Τον Οκτώβριο τα περισσότερα θα απομακρυνθούν εκτός από ορισμένα θηλυκά, τα οποία θα παραμείνουν και θα βοηθήσουν στην ανατροφή των κουταβιών που θα γεννήσει τον επόμενο χρόνο η μητέρα τους.
Η σεξουαλική ωριμότητα των νεαρών αλεπούδων επέρχεται μετά τους 10 μήνες.
Εχθροί:
Οι αλεπούδες συγκαταλέγονται μεταξύ των αρπακτικών ζώων και ως εκ τούτου οι εχθροί τις είναι πολύ λίγοι. Αυτοί είναι οι κυρίως οι λύκοι και σε περιοχές όπου υπάρχουν όπως π.χ. στις Η.Π.Α. τα κογιότ και οι αγριόγατες. O κυριότερος εχθρός τους είναι ο άνθρωπος.Δεν βρίσκεται κάτω από κάποιο καθεστώς προστασίας. Αντίθετα, μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν είδος επικηρυγμένο. Σήμερα στην χώρα μας η θήρευση της συνήθως είναι τυχαία και περιστασιακή. Αντιθέτως σε άλλες χώρες, όπως η Μ. Βρετανία, το κυνήγι της αποτελεί παράδοση η οποία έχει ιστορία περισσότερο από τρείς αιώνες, ενώ η πρόσφατη απαγόρευση του προκάλεσε τεράστιους οικονομικούς και κοινωνικούς τριγμούς στη βρετανική κοινωνία. Ακόμα οι αλεπούδες σε αρκετές χώρες εκτρέφονται για την πολύ καλής ποιότητας γούνα τους.
Ο Λαγός (Lepus europaeus)
Το Βάρος ενός νεογνού κυμαίνεται από 90- 150g. στις 30 ημέρες μπορεί να φτάσει τα 300g ενώ στις 60 ημέρες, τα 700g.
Η κεφαλή του είναι η χαρακτηριστική κεφαλή των λαγόμορφων και αποτελείται από το κρανίο την μύτη τα μάτια και τα αυτιά.
Από τα πλέον χαρακτηριστικό της κεφαλής του είναι το λαγόμορφο σχιστό άνω χείλος του, τα μακριά μουστάκια του και τα μακριά αυτιά του.
Τα αυτιά του είναι ανοιχτού καφέ χρώματος με μαύρες άκρες, το δε μήκος τους ξεπερνά κατά πολύ το μήκος του προσώπου και κυμαίνονται από 600mm έως 750mm. μήκος και 70-100mm πλάτος.
'Αλλο ένα χαρακτηριστικό του λαγού είναι τα δόντια του και ειδικότερα οι κόπτες οι οποίοι βρίσκονται μακριά ο ένα από τον άλλων ενώ ακόμα μακρύτερα είναι το διάστημα μεταξύ αυτών και των δοντιών των μάγουλων. Οι κόπτες δε μεγαλώνουν καθ’ όλη την διάρκεια της ζωής του.
Τα μάτια του είναι μεγάλα προεξέχοντα και χρώματος κίτρινου-καφέ.
Τα Οπίσθια άκρα του είναι πολύ μακριά και κατά πολύ μεγαλύτερα από τα μπροστινά, είναι δε καλά προσαρμοσμένα για το τρέξιμο.
Τα μπροστινά πόδια έχουν πέντε δάκτυλα ενώ τα πίσω τέσσερα, τα πέλματα είναι κάπως τριχωτά με ισχυρά νύχια το μήκος τον πίσω ποδιών είναι περίπου τα 135mm.
Η ουρά του είναι μαύρη στην ράχη και λευκή από κάτω το μήκος της δε κυμαίνεται από 70mm έως 85mm.
Το τρίχωμα του στα ενήλικα η ράχη και τα πλευρά τους είναι χρώματός καφέ, με διαφόρους εσωτερικούς χρωματισμούς, όπως καφεκόκκινες, θερμό καφέ, καφετί με τις γκρίζες, μαύρες ή κόκκινες μίξεις, η κοιλιά τους είναι χρώματος κιτρινισμένου λευκού, ενώ τα εσωτερικά των άκρων κιτρινίζουν ακόμα περισσότερο. Το χειμώνα το τρίχωμα τους μακραίνει και γίνετε πιο κοκκινωπό, ενώ η περιοχή των γλουτών περισσότερο γκρι, το πρόσωπο και τα αυτιά ξασπρίζουν περισσότερο.
Ο λαγός δύο φορές ετησίως κάνει απόρριψη του παλαιού τριχώματος, αυτό γίνετε την άνοιξη από το τέλος Μαρτίου και ολοκληρώνεται κατά το τέλος Ιούνιος. Και το φθινόπωρο κατά το οποίο η απόρριψη του τριχώματος μπορεί να αρχίσει τον Ιούλιο, και να ολοκληρωθεί μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου, ή νωρίς τον Νοέμβριο.
Τα νεογέννητα γεννιούνται μαλλιαρά, και με ανοιχτά τα μάτια, ενώ είναι ικανά να τρέξουν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μετά τη γέννηση τους.
Η Εποχή διασταύρωσης του λαγού είναι συνήθως από τον Φεβρουάριος μέχρι τον Οκτώβριο, με το μέγιστο Απρίλιος-Μάιο, αλλά μπορεί να βρεθεί έγκυος καθ΄ όλους τους μήνες του έτους
Το ζευγάρωμα στα μη εγκυμωνούντα θηλυκά γίνετε κάθε 7 ημέρες, ή κάθε 13-14 ημέρες εάν υπάρχει ψευδό-εγκυμοσύνη, άλλες φορές αμέσως μετά τον τοκετό
Η Κύηση διαρκεί από 41 έως 43 ημέρες. Γεννά από 1-5, νεογνά των οποίων η απογαλάκτιση γίνετε περίπου σε ηλικία από 20-30 ημέρες, συνήθως περισσότερο από 23 ημέρες. Τα νεογνά μπορούν να βοσκήσουν από τις12-17 ημέρες. Μετά την γέννηση τους η μητέρα διασκορπίζει τα νεογνά σε διάφορες μεριές και τα επισκέπτεται κάθε βράδυ για να τα θηλάσει. Για να συγκεντρώσει τα νεογνά, βγάζει ένα χαρακτηριστικό ήχο ο οποίος έχει την σημασία καλέσματος. Η Σεξουαλική ωριμότητα στα Θηλυκά μπορεί να αρχίσει από την ηλικία των 6 μηνών, ενώ στα αρσενικά αργότερα
Η διάρκεια ζωής ενός λαγού ποικίλη ανάλογα και της γεωγραφικής του εξάπλωσης, (π.χ. στις Κάτω Χώρες διάρκεια ζωής μέχρι 7 έτη ενώ στην Πολωνία διάρκεια ζωής μέχρι 12,5 έτη) κυμαίνεται από ένα έτος με μέγιστα τα 12 έτη.
Το σιτηρέσιο του λαγού αποτελείται από χλόες και χορτάρια. Κατά βάση τρέφεται με χλόες το καλοκαίρι και με χορτάρια το χειμώνα. Επίσης βλαστάρια, μαλακοί φλοιοί και κλαδίσκοι, ιδιαίτερα των οπωροφόρων δέντρων, αλλά και δημητριακά στα αρχικά στάδια ανάπτυξης τους, αποτελούν βασικά συστατικά της τροφής του.
Τα Περιττώματα του λαγού είναι μαλακοί υγροί σβόλοι προϊόντων, οι οποίοι επαν-καταπίνονται και τελικώς αποβάλλονται ως σκληροί ινώδεις περιττωματικοί σβόλοι, διαμέτρου περίπου 1 εκατ..
Στην Κοινωνικές συμπεριφορά του ο λαγός θεωρείται ως απόμερος, την ημέρα, αναπαύεται σε μέρη στα οποία μπορεί να έχει άνετη θέα και τρόπους διαφυγής. Όταν ακολουθείται, επιδιώκει να αποφύγει ένα αρπακτικό ζώο με τη σύγχυση των μετακινήσεων του, οι οποίες περιλαμβάνουν συνεχής στροφές, αλλά και την οπισθοδρόμηση της πορείας του. Κανονικά περπάτα με άλματα περίπου 1,2m ανά πήδημα, όταν όμως καταδιώκεται ή βιάζεται αυτό όρια μεγαλώνει στα 3,7m ανά άλμα, μπορεί δε να υπερπηδήσει εμπόδιο ύψους 1,5m. Ακόμα έχει χρονομετρηθεί ότι για πάνω από 5 χλμ μπορεί να διατηρεί ταχύτητα 50 km/h ενώ η αρχική του ταχύτητα μπορεί να φτάσει και τα 75 km/h. Όπως πολλά λαγόμορφα, ο ευρωπαϊκός λαγός είναι καλός κολυμβητής και δεν θα διστάσει να διασχίσει έναν ποταμό.
Ακόμα οι ευρωπαϊκοί λαγοί κραυγάζουν όταν στενοχωριούνται και δίνουν έναν θόρυβο προειδοποίησης με το τρίξιμο των δοντιών τους.
Μερικές φορές, εξαιτίας της τροφής μπορούν ακόμα να παρουσιάσουν και μια σχετική επιθετικότητα. Η έκταση των περιοχών την οποία καταλαμβάνει μια ομάδα λαγών είναι συνήθως (ανάλογα και το έδαφος) από 125 –300 εκτάρια Η συνήθεις πυκνότητα πληθυσμού είναι ένα άτομο ανά δύο εκτάρια
Κατά τη διάρκεια της εποχής ζευγαρώματος, τα αρσενικά μάχονται σκληρά. Τα αρσενικά ανταγωνίζονται για τα θηλυκά, με τα κυρίαρχα αρσενικά να φρουρούν τα θηλυκά στην προ-οργασμού περίοδο και να κυνηγούν τα ασθενέστερα αρσενικά, στο διάστημα αυτό οι λαγοί αναπτύσσουν την επιθετικότητα τους την οποία εμφανίζουν με κυνηγητό και δαγκώματα.
"Ο εγκιβωτισμός" εμφανίζεται μεταξύ των αρσενικών και των θηλυκών, χαρακτηριστικά μη δεκτικός θηλυκός εγκιβωτισμός κοντινός-οργασμού από το πολύ-συνοδευτικό αρσενικό.
Ο βιότοπος του λαγού είναι συνήθως πεδινά και ημιορεινά εδάφη με καλλιέργειες, ακόμα μικρά και ανοικτά δάση και λιγότερο στα μεγαλύτερα δάση. Περάν όμώς των πεδινών και ημιορεινών περιοχών, λαγούς συναντάμε και σε ορεινές περιοχές υψομέτρού ακόμα και 2800m
Η Φωλιά του είναι το χαρακτηριστικό «γιατάκι» το οποία πρόχειρα κατασκευάζει από κλαδιά και χόρτα από το περιβάλλων χώρο, στην ρίζα ενός δέντρου ή θάμνου αλλά και σε αρκετά ξέφωτα.
Στον Lepus europaeus έχουν παρατηρηθεί υβριδισμοί κυρίως με το timidus Lepus.
Βασικότερος εχθρός του είναι τα αρπακτικά, με σημαντικότερο διώκτη του την αλεπού και το κυνήγι. 'Aλλες βασικές αιτίες μιας σχετικής πτώσης των πληθυσμών του λαγού, κυρίως στη δυτική και κεντρική Ευρώπη, ήταν η εκτεταμένη χρήση λιπασμάτων, φυτοφαρμάκων αλλά και τα βαριά γεωργικά μηχανήματα. Ένας ακόμη αρνητικός παράγοντας ήταν και η μείωση της ποικιλομορφία τροφών λόγο των ψεκασμών, με ζιζανιοκτόνα .














