26/1/09

Άρκευθος (Juniperus)

Είναι θάμνος αειθαλής. Φθάνει τα 9 μ. ύψος και 4 μ. διάμετρο. Όλα τα μέρη του φυτού είναι αρωματικά. Τα φύλλα του σε νεαρή ηλικία είναι βελονοειδή, σε ώριμη μετατρέπονται σε μυτερά, διιστάμενα και σε διάταξη ανά 3 σε σπονδύλους. Στην επάνω επιφάνεια φέρουν μια διπλή λευκή γραμμή. Είδος δίοικο (σπάνια μόνοικο). Άνθη μονογενή. Διατάσσονται σε σφαιρικούς ιούλους, στις βάσεις των βελονών. Ανθίζει Μάρτιο και Ιούνιο. Τα άνθη του δεν αυτογονιμοποιούνται. Ο καρπός είναι ραγόμορφος στρόβιλος. Στην αρχή είναι πράσινος και στη συνέχεια μαύρος, με γαλανό επίχρισμα. Οι σπόροι δεν έχουν πτερύγια, ελευθερώνονται μετά τη σήψη των κώνων. Ωρίμανση τον Οκτώβριο του δεύτερου (στη χώρα μας) ή τρίτου χρόνου μετά την άνθηση.
Είδος φωτόφυτο έως ημισκιόφυτο, ανθεκτικό σε ξηρασία, παγετούς και δυνατούς ανέμους. Αναπτύσσεται σε περιοχές με ελάχιστη ηλιοφάνεια και πολύ βροχή, σε ερεικώνες, σε χερσότοπους. Παρά το ότι είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό στις χαμηλές χειμερινές θερμοκρασίες, εν τούτοις σε νεαρή ηλικία δεν αντέχει τους όψιμους παγετούς. Συναντάται σε ασβεστούχες άδεντρες λοφώδεις εκτάσεις και σε όξινη τύρφη. Συχνά είναι το κυρίαρχο είδος σε ασβεστόλιθο και σχιστόλιθο. Προτιμά τα ξηρά ή νωπά οποιουδήποτε τύπου εδάφη, ελαφριά, μέτρια, έως και πολύ βαριά πηλώδη, αρκεί να έχουν καλή αποστράγγιση. Επιβιώνει σε φτωχά εδάφη και επίσης σε πολύ όξινα έως και πολύ αλκαλικά (pΗ από 4 μέχρι και 8).
Το ξύλο, συμπαγές, ανθεκτικό και ευκατέργαστο, δεν σαπίζει. Χρησιμοποιείται στην κατασκευή μολυβιών, εργαλείων, κ.λ.π. Πρακτικά θεωρείται ότι είναι απρόσβλητο από έντομα, λόγω της μεγάλης παρουσίας ελαίων. Πολύ χρήσιμο φυτό στην ιατρική (διουρητικό, τονωτικό), ζαχαροπλαστική, μαγειρική και αρωματοποιία. Οι καρποί του έχουν μια γλυκόπικρη γεύση και ευχάριστο πικάντικο άρωμα που το κάνουν κατάλληλο στον αρωματισμό των τροφών και αλκοολούχων ποτών, ιδιαίτερα του τζιν και λικέρ. Χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, εν τούτοις σε μεγάλες δόσεις μπορεί να προκαλέσει καταστροφή των νεφρών.

Από τη χώρα μας κατάγονται τα είδη J. drupacea (Άρκευθος, δρυπώδης, δενδρόκεδρο), J. oxycedrus (Άρκευθος, οξύκεδρος, αγριόκεδρο), J. macrocarpa (Άρκευθος,μακρόκαρπη, θαλασσόκεδρο), J. communis (Άρκευθος, κοινή, θαμνόκεδρο), J. nana ( Άρκευθος, νανώδης), J. phoenicea (Άρκευθος, φοινικική, θαμνοκυπάρισσο), J. foetidissima (Άρκευθος, δυσοσμότατη, βουνοκυπάρισσο), J. excelsa (Άρκευθος, ψηλή, αγριοκυπάρισσο) που θα τα συναντήσουμε από την κορυφή του Ολύμπου (J. nana) ώς τη Γαύδο (J. phoenicea), ενώ φυτά του γένους θα συναντήσουμε επίσης στους περισσότερους κήπους και πάρκα της χώρας μας. Το γένος περιλαμβάνει συνολικά πάνω από 50 είδη φυτών που κατάγονται από το βόρειο ημισφαίριο.


Άρκευθος οξύκεδρος ή αγριόκεδρο (Juniperus oxycedrus )
Θάμνος ή δέντρο με ύψος μέχρι 10 μέτρα. Έχει κόμη κωνική με κλαδιά μέχρι το έδαφος. Ο φλοιός του είναι γκριζοπράσινος.Τα φύλλα του είναι λογχοειδή, πράσινα με μήκος 1 ως 2,5 εκατοστά.


Άρκευθος η κοινή ή θαμνόκεδρο (Juniperus communis)
Όρθιος μέχρι κατακείμενος θάμνος με ύψος 3 ως 5 μέτρα και σπάνια μικρό δέντρο που μπορεί να φτάσει τα 15 μέτρα . Η κόμη είναι πυραμειδοειδής που αγγίζει το έδαφος. . Ο φλοιός του στην αρχή είναι λείος κι αργότερα με σχισμές και γκριζοκάστανο χρώμα. Τα φύλλα του είναι βελονοειδή και δύσκαμπτα, με μήκος 0,5 ως 2 εκατοστά.

25/1/09

Σωτηροπουλαίοι.

Σωτηρόπουλος Γεώργιος από τη Λευτοκαρυά.
Με τις οδηγίες του Μακρυγιάννη και αρχηγό τον Καραϊσκάκη πολέμησε έξω από το Μεσολόγγι. Μετά τη μάχη μπήκε μέσα για ενίσχυση, πολέμησε στην Κλείσοβα και στην ηρωική έξοδο διασώθηκε.
Σωτηρόπουλος Γ. Παναγιωτάκης από τη Λομποτινά (Άνω Χώρα).
Επικεφαλής σώματος και με αρχηγό τον Καραϊσκάκη παραβρέθηκε στη μάχη έξω από το Μεσολόγγι κατά του Κιουταχή. Μετά τη μάχη μπήκε μέσα για ενίσχυση της φρουράς και διακρίθηκε σαν ακατάβλητος μαχητής και ασύγκριτος υπονομοποιός προξενώντας μεγάλες απώλειες στους πολιορκητές. Ως φρούραρχος στο νησάκι της λιμνοθάλασσας την Κλείσοβα, στην ομώνυμη μάχη που έγινε στις 25-3-1826 ξεπέρασε σε ανδρειοσύνη, παλληκαριά και ευψυχία τις καθιερωμένες κορυφές του '21 και δίκαια αποκλείθηκε «ήρωας της Κλείσοβας». Μετά τη μάχη της Κλείσοβας και αφού υπόφερε όλα τα δεινά και τις κακουχίες της πολιορκίας του Μεσολογγίου, πήρε μέρος στην ηρωική έξοδο από την οποία βγήκε ζωντανός και συνέχισε τη λαμπρή δράση του.

Διένεξη Καναβαίων Και Σωτηροπουλαίων
Γνωστή είναι η διένεξη των δυο μεγάλων οικογενειών της Μεγάλης Λομποτινάς (Ανω Χώρας) της επαρχίας μας. Τούτες, ιδιαίτερα η πρώτη, εδέσποζαν για δεκαετίες στα πράγματα της επαρχίας μας ιδίως κατά την Τουρκοκρατία. Ο άκρατος ανταγωνισμός τους, παρότι συνδεμένες με συγγενικούς δεσμούς, τις οδήγησε στην καταστροφή. Πολλά μέλη των οικογενειών αυτών, που θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλές υπηρεσίες στον ξεσηκωμό του "Εθνους, έγιναν στην αυγή της επανάστασης θυσία στο βωμό ενός αδυσώπητου μίσους. Μια σειρά εγγράφων της εποχής ρίχνουν κάποιες αχτίδες φωτός στη σκοτεινή αυτή διαμάχη που είχε προκαλέσει, ενώ το έθνος βρισκόταν σε επανάσταση και χρειαζόταν όλα τα παιδιά του, αναβρασμό στα Κράβαρα.

Σισμαναίοι και Μακρυγιανναίοι.

Γενικά
Οι Σισμαναίοι και οι Μακρυγιανναίοι είναι δυο μεγάλα ξενόφερτα για το χώρο της Ναυπακτίας ταράφια. Οι πρώτοι έλκουν την καταγωγή τους μάλλον από τη Βουλγαρία και οι δεύτεροι από τη γειτονική Δωρίδα, όπου είναι και η αρχική ρίζα του οικογενειακού. Κατατρεγμένοι και κυνηγημένοι από τους κατακτητές της εποχής (Ενετούς και Τούρκους) ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Αράχοβα και τη Στύλια αντίστοιχα. Η μετακίνηση των Μακρυγιαναίων χρονολογείται το 18ο αιώνα. Και στις δυο περιπτώσεις λόγω της υπεροχής των κέρδισαν πολύ γρήγορα την εμπιστοσύνη των περιχώρων και εξελίχθηκαν σε οικογενειακά που ακόμα και σήμερα επισύρουν την προσοχή και το σεβασμό. Πολιτικοστρατιωτικές οικογένειες ανάδειξαν κατά καιρούς οπλαρχηγούς, στρατηγούς, δημογέροντες, πρόκριτους, βουλευτές, δημάρχους κ.λ.π.
Σισμαναίοι:
Οι Σισμαναίοι με γενάρχη τον Αναγνώστη εγκαταστάθηκαν στην Αράχοβα μπροστά από το 1700. Ήδη στα 1575, όπως φαίνεται από τουρκικό κατάστιχο υπήρχε η Αράχοβα. Πρώτη οικογένεια της Αράχοβας και εξέχουσα της Ναυπακτίας έπαιξε και παίζει ακόμα και σήμερα ρόλο σημαντικό. Στους εθνοαπελευθερωτικούς μας αγώνες, αλλά και από τη θηριώδη μανία του αιμοδιψή Αλή πασά, η οικογένεια Σισμάνη έχυσε άφθονο αίμα. Θύματα ο Θανασούλας, ο Γεωργούλας, ο Νικολάκης, ο Μήτσος, ο Γιαννάκης, ο Θανάσης κ.λ.π. Ο αρματολός Κώστας Σισμάνης έγινε γνωστός από την προεπαναστατική περίοδο όταν επί Αικατερίνης β', επικεφαλής πολυάριθμου σώματος έλαβε μέρος στα Ορλοφικά και εξεγέρθηκε εναντίον των Τούρκων της Ναυπακτίας. Επίλεκτο μέλος και αντάξιος συνεχιστής της οικογένειας υπήρξε και ο Νικολάκης Γεωργούλα Σισμάνης.
ΣΙΣΜΑΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ 1810-1863 ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ: Ο Νικολάκης γεννήθηκε γύρω στα 1810. Έλαβε μέρος με τον θείο του, οπλαρχηγό Θανάση Ν. Σισμάνη, στην Επανάσταση και παρευρέθηκε σε διάφορες μάχες. Τελικά αιχμαλωτίσθηκε από τους Τούρκους και κατόρθωσε να δραπετεύσει γύρω στα 1829. Ο θείος του, Θανάσης, πέθανε στην αιχμαλωσία. Αντιοθωνικός επαναστάτησε την περιοχή εναντίον των Βαυαρών. Αργότερα πολέμησε στην επανάσταση της Θεσσαλίας το 1854 και πήρε μέρος στην επανάσταση που εκθρόνισε τον Όθωνα (1862). Το έτος 1835 παντρεύτηκε την κόρη τού οπλαρχηγού των Κραβάρων, Ιωάννη Ν. Μακρυγιάννη, από τη Στύλια, με την οποία απόχτησε ένδεκα παιδιά. Εκτός από δημογέροντας εκλέχτηκε και δυο φορές βουλευτής. Δολοφονήθηκε από πολιτικούς αντιπάλους του στις 8 Σεπτεμβρίου 1863 στον Πλάτανο Κραβάρων, μέρα πανηγυριού, την ώρα που όλο το χωριό χόρευε και γλεντούσε. Από τότε το πανηγύρι αυτό καταργήθηκε.


Μακρυγιανναίοι:
Γενάρχης των Μακρυγιανναίων για τα Κράβαρα είναι ο Δωριεύς κλεφτοκαπετάνιος Νικόλαος Ιω. Μακρυγιάννης. Οι Μακρυγιανναίοι πολύκλαδο δένδρο στο χώρο της Ναυπακτίας, θεωρούνται παρακλάδι των κλεφταρματωλών και καπεταναίων της Ρούμελης. Κυνηγημένοι όπως είπαμε και παραπάνω, ήρθαν από τη Δωρίδα και έχτισαν τη Στύλια Ναυπακτίας. Γνωστός γόνος της οικογένειας ο πρωτότοκος γιος του γενάρχη Ιωάννης, ο οποίος χρημάτισε κλέφτης, οπλαρχηγός, στρατηγός, δημογέροντας, πάρεδρος κ.λ.π. με πλούσια δράση και πολύτιμες στρατιωτικές και πολιτικοκοινωνικές υπηρεσίες. Δεν στερείται πολιτικής σημασίας το ότι στα 150 χρόνια της απελευθέρωσης μας ξεπετάχτηκαν και εκλέχτηκαν άρχοντες σε διαφορετικά σημεία της επαρχίας μας επτά Μακρυγιανναίοι. Από το γάμο του στρατηγού Ιωάννη Ν. Μακρυγιάννη που παντρεύθηκε, μια βαριόπροικη Κολοβελονοπούλα από τη Σιτίστα (Γραμ. Οξυά) γεννήθηκε και η Αικατερίνη.

Ξυδαίοι.

Η μεγάλη οικογένεια των Ξυδαίων προέρχεται από τη Σίμου Ναυπακτίας με αξιόλογη δράση κατά την Τουρκοκρατία, την επανάσταση και τους μεταεικοσιενικούς χρόνους. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η δράση τους στον στρατιωτικό τομέα, χωρίς να παραγνωρίζεται και η δράση τους στον διοικητικό και πολιτικό τομέα, αφού κατά την Τουρκοκρατία και την επανάσταση ένα τουλάχιστον μέλος της πάντοτε συμπεριλαμβανόταν στους προκρίτους της επαρχίας Κραβάρων. Ξυδαίοι υπήρχαν στην Κλεπά και στον Πλάτανο και είναι άγνωστο αν είχαν συγγενική σχέση με τους Ξυδαίους της Σίμου.Γενεαλογικά Για τις ρίζες της οικογένειας δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Οι μόνες πηγές είναι μερικές ομολογίες της Τουρκοκρατίας, όπου υπογράφουν κάποιοι από τους Ξυδαίους ως μάρτυρες. Ο Μήτρος Ξιδόπουλος, Αντώνης Ξιδόπουλος, Πέτρος Ξιδόπουλος (κατά τη δική τους γραφή) μάλλον ήταν αδέλφια, παιδιά του Ξύδη (άγνωστο το βαπτιστικό του) και τους συναντάμε στα 1790. Για τον Μήτρο και τον Πέτρο δεν γίνεται στις γνωστές πηγές έκτοτε λόγος. Τον Αντώνη τον συναντάμε στα 1800, 1811 και 1817. Μετά το 1817 δεν απαντιέται στις γνωστές πηγές. Ο Αναγνώστης Ξιδόπουλος που υπογράφει με τον Αντώνη Ξύδη είναι ο γνωστός Στρατηγός του 21 Θύμιος Ξύδης. Ο Χρίστος Ξυδαντωνίου, που τον συναντάμε στα 1811, είναι προφανές ότι είναι γιος του Αντώνη Ξύδη (Ξυδαντώνη). Ο Κωνσταντής ή Μπέης που τον συναντάμε στα 1817 μαζί με τον Αντώνη είναι ο γνωστός πρόκριτος. Πιθανολογούμε ότι ο Αντώνης Ξύδης είχε παιδιά: τον Θύμιο ή Αναγνώστη, τον Σπύρο ή Σπήλιο, τον Κωνσταντή ή Μπέη και τον Χρίστο. Από άλλες πηγές ξέρουμε ότι ο Θύμιος, Σπύρος και Κωνσταντής, η Ευφροσύνη σύζυγος Δημητρίου Γ. Λούρου και η σύζυγος του Ν. Βαλτινού ήταν αδέλφια. Τώρα ποιος ήταν ο πατέρας Ξύδης και ο υιός Ξύδη, που κατά τον Αινιάνα εξοντώθηκαν από τον Αλήπασα, δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ήταν ο γέρο Ξύδης (πατέρας των: Μήτρου, Αντώνη και Πέτρου) ή ο Αντώνης Ξύδης, με τον γιο του Χρίστο, που δεν απαντιέται στις πηγές μετά το 1811, ή με κάποιον άλλο γιό πουδεν ξέρουμε; Δυστυχώς δεν μπορούμε να απαντήσουμε με βεβαιότητα. Ο Θύμιος ήταν άγαμος. Ο Κωνσταντής κατά τον Καρκαβίτσα νυμφεύθηκε την διάσημη για την ομορφιά της Λάμπρω Γιάννη Καναβού. Τούτο επιβεβαιώνεται και από την οικογενειακή παράδοση. Επομένως δεν είναι σωστό αυτό που γράφει ο Κωτσόπουλος ότι η σύζυγος του ήταν η Ελένη Νικολ. Δεσποτόπουλου από Χώμορη. Πιθανόν όμως να έγινε σύγχυση με την Ελένη συζ. Σπύρου Ξύδη. Παιδιά του Κωνσταντή Ξύδη ήταν ο Νάκος Ξύδης, που παρουσιάζεται στις καταστάσεις των ενόρκων να έχει γεννηθεί στα 1815 και πιθανόν ο Θύμιος (1823-1903), ο Θόδωρος (1833-1869) και ο Γιάννης Ξύδης, που εμφανίζεται στις καταστάσεις αριστείων (1844) να παίρνει χάλκινο αριστείο. Παιδιά του Σπύρου Ξύδη και της Ελένης είναι: ο Αντώνης, η Ευφορία και η Βασιλική συζ. Κ. Γουβέλη. Ο Αντώνης στα 1865 αναφέρεται σε πιστοποιητικό του Δήμου Προσχίου 25 ετών (γεν. 1840), ενώ στους καταλόγους των ενόρκων18 εμφανίζεται ότι γεννήθηκε στα 1823.


Οι Ξυδαίοι στην επανάσταση.
Θύμιος (Αναγνώστης) Ξύδης:
Ο σημαντικότερος των Ξυδαίων ήταν ο Θύμιος-Αναγνώστης Ξύδης. Από τα αυτόγραφα γράμματα του φαίνεται ότι ήταν εγγράμματος και είχε και τον εκκλησιαστικό τίτλο του Αναγνώστη. Είναι βεβαιωμένο ότι υπηρετούσε στην αυλή του Αλήπασα· εκεί άλλωστε έμαθε τη στρατιωτική τέχνη. Άγνωστο, αν ξεκίνησε ως όμηρος, γιατί πάντα ο Αλήπασας συνήθιζε να κρατάει ομήρους γόνους επιφανών οικογενειών, για να τις ελέγχει, ή στρατολογήθηκε λόγω των ικανοτήτων του. Πόσο έμεινε στα Γιάννενα δεν γνωρίζουμε. Λέγεται ότι κατόρθωσε να δραπετεύσει κατά την πολιορκία του Αλή από τα Σουλτανικά στρατεύματα. Εκείνο που ξέρουμε σίγουρα είναι ότι τον βρίσκομε με την έναρξη της επανάστασης στα 1821 στη Ναυπακτία να ηγείται σώματος 600 ανδρών στην πολιορκία της Ναυπάκτου, όπου και πληγώθηκε καιρίως, ως αναφέρει ο ίδιος σε αναφορά του προς το Υπουργείο πολέμου. Στην αναφορά του αυτή είναι έκδηλη η πικρία του από την συμπεριφορά μερικών καπιταναίων των επαρχιών Βενετικού και Κραβάρων, ως επίσης δύσκολα υποκρύπτεται η περηφάνειά του, ότι υπήρξε η «ψυχή» της πολιορκίας της Ναυπάκτου. Βέβαια δεν έχομε λόγους να αμφισβητήσουμε τούτο. Εκτός από τον ακέραιο και γενναίο χαρακτήρα του, η επισημότητα της αναφοράς, αφού παραλήπτης ήταν το Υπουργείο Πολέμου, που εύκολα μπορούσε να ελέγξει τα γραφόμενα, είναι στοιχεία που μας βεβαιώνουν την ακρίβεια και την πιστότητα αυτής. Και είναι τουλάχιστον μικρόχαρο και εξυπηρετικό σκοπιμοτήτων το πιστοποιητικό της 22 Φεβρουαρίου 1844 που υπογράφεται κυρίως από παλιούς προύχοντες που δεν είχαν σχέση με τη Ναύπακτο και αναφέρεται στον ποτέ Γεώργιο Λογοθέτη Καναβό σημειώνοντας ότι: «[ο Γεώργιος Καναβός]... εσήκωσε με θ' εαυτού άπαντα τα όπλα της επαρχίας Κραβάρων μετά των επί τούτω προετοιμασμένων οπλαρχηγών Κώστα Χορμόβα, Διαμαντή Χορμόβα και Γεωργίου Πηλάλα μεθ’ όλων των προεστών των Κραβάρων συμποσούμενων απάντων εις δύο χιλιάδες περίπου όπλων...». Πουθενά βέβαια δεν αναφέρονται οι Ξυδαίοι, οι Σισμαναίοι, οι Σωτηραίοι, οι Ροντηραίοι, οι Μακρυγιανναίοι, ο Καλτσοδήμος και άλλοι μικρότεροι οπλαρχηγοί γιατί τούτο θα μείωνε κατά τους συντάκτες του πιστοποιητικού τον προβαλλόμενο ως «αρχιστράτηγο» Κοτζαμπάση. Από πιστοποιητικά στρατιωτών διαπιστώνουμε ότι έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στη Ρούμελη (Αγάθωνα Υπάτης κλπ.) μέχρις ότου απογοητευμένος από τις αντενέργειες των καπιταναίων της περιοχής, που τον θεωρούσαν αντίζηλο στην στρατιωτική αρχηγία των Ναυπακτιακών όπλων, αναγκάσθηκε να περάσει στην Πελοπόννησο και να ενταχθεί με το σώμα του από 67 στρατιώτες στο σώμα του Στρατηγού Ανδρέα Λόντου. Πότε πέρασε στην Πελοπόννησο δεν είναι εξακριβωμένο. Εκεί έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και πολιορκίες, όπως στην Πάτρα, στη Βοστίτζα, στην Ακρατα. Ακόμα ο Θύμιος ξαναπέρασε στην Ρούμελη και έλαβε μέρος στη μάχη της Καλιακούδας (28 Αυγούστου 1823). Μετά ξαναγύρισε στην Πελοπόννησο, όπου στα τέλη του 1823 ανέλαβε Πολιτάρχης Τριπολιτσάς. Έξι ημέρες μετά την υποβολή της παραπάνω αναφοράς του, το Βουλευτικό εγκρίνει την προαγωγή του σε Χιλίαρχο. Την 1 Δεκεμβρίου 1824 εγκρίνει πάλι το Βουλευτικό την προαγωγή του σε στρατηγό. Κατά τα πιστοποιητικά των στρατιωτών του, ο Θύμιος Ξύδης, ενώ ήταν Πολιτάρχης Τριπολιτσάς διεκπεραιώθηκε στη Ρούμελη και έλαβε μέρος στη μάχη της Άμπλιανης (14 Ιουλίου 1824). Τον Αύγουστο τον συναντούμε πάλι ως Πολιτάρχη Τριπολιτσάς, με αρκετή δράση που φαίνεται στα παρακάτω έγγραφα. Βέβαια ως πολιτάρχης βρέθηκε στη δίνη του εμφύλιου πολέμου. Ακολουθούσε τις προσταγές της Διοίκησης (πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γ. Κουντουριώτης) και τις εφάρμοζε με ακρίβεια. «Ημείς όσοι εδώ προσταγμένοι παρά της διοικήσεως ευρισκόμεθα, είμεθα πρόθυμοι να χύσωμεν το αίμα μας υπέρ της διοικήσεως και υπέρ των νόμων» γράφει στις 2.9.1824 προς την Υπέρτατη Διοίκηση. Ο Θύμιος ήταν ατρόμητος και ορμούσε ακατάσχετος, γι' αυτό διέπρεπε σ' όλες τις μάχες που έλαβε μέρος. Η ριψοκίνδυνη ορμητικότητα του έκανε πολλούς συναδέλφους του οπλαρχηγούς να του φωνάζουν προσπαθώντας να τον συγκρατήσουν: Ξύδημ’, δεν είναι εδώ τα Γιάννινα να πέφτεις από τα παραθύρια. (Στα Γιάννενα ήταν ξακουστός για τους έρωτες του). Το τέλος του γενναίου Κραβαρίτη οπλαρχηγού ήλθε στις 7 Απριλίου 1825 στο Κρεμύδι κοντά στο Νιόκαστρο Μεσσηνίας. Ο Πολιτάρχης Στρατηγός είχε λάβει διαταγή να εκστρατεύσει κατά των Αράβων. Εκεί στο Κρεμύδι έδειξε απαράμιλλο θάρρος και ανδρεία και τελικά έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Ο άπειρος θαλασσινός Σκούρτης, που ανοήτως η Κυβέρνηση τον διόρισε αρχηγό των στρατιωτικών σωμάτων, πήρε πολλούς στο λαιμό του. «Οι περισσότεροι έφυγαν, και ούτως οι ανδρείοι εφονεύθησαν» και ένας από τους ανδρείους ήταν ο Θύμιος Ξύδης. Ακόμα «μερικοί βεβαίωναν ότι είδαν το πτώμα του Ξύδη, το οποίον εγνώρισαν μολονότι ήταν ακέφαλον». Σώθηκε όμως η σημαία του από ένα γενναίο στρατιώτη Κραβαρίτη (το σώμα του Ξύδη αποτελιόταν στην πλειοψηφία του από Κραβαρίτες) που τον καταδίωκαν για πολλές ώρες οι εχθροί. Στην κορυφή του κονταριού της σημαίας ήταν γραμμένες οι λέξεις: «Θεός! Πατρίδα! Ελπίδα! Φιλανθρωπία!». Οι χαρακτηριστικές αυτές λέξεις δείχνουν το χαρακτήρα του Ξύδη. Ο Στρατηγός Θύμιος Ξύδης ήταν θανάσιμα πληγωμένος. Ένας στρατιώτης κι αυτός πληγωμένος προσπαθούσε μάταια να οδηγήσει τον στρατηγό του έξω από την ακτίνα προσβολής των εχθρών. Έμεινε κοντά του ένας 14χρονος που αρνιόταν να εγκαταλείψει το στρατηγό, παρά την αυστηρή διαταγή του να φύγει, να τρέξει να σωθεί. Ο μικρός αγωνιστής κρύφτηκε σ' ένα λάκκο, σκότωσε ένα Αιγύπτιο και του πήρε το ντουφέκι του, που τόφερε αργότερα λάφυρο στα Κράβαρα. Τα στιγμιότυπα αυτά της αφοσίωσης των στρατιωτών στο στρατηγό, δείχνουν τον σεβασμό και την αγάπη που απολάβαινε ο Θύμιος για την ανδρεία του και τις στρατηγικές του ικανότητες. Μεγάλες επικήδειες τιμές αποδόθηκαν στην Τριπολιτζά στη μνήμη του ατρόμητου στρατηγού και ήταν ευτυχής συγκυρία που κάποιος ξένος αυτόπτης τις κατέγραψε. Ο ηρωικός θάνατος του Θύμιου Ξύδη δεν μπορούσε να μείνει απαρατήρητος από την δημοτική μούσα. Ενώ ήταν Πολιτάρχης στην Τρίπολη αγαπούσε ωραιότατη νέα, που τον παρουσιάζει να θρηνεί το χαμό του το δημοτικό τραγούδι που κατέγραψε στα 1890 στη Σίμου ο Καρκαβίτσας:
«— Θύμιο μου τι συντάζεσαι, συντάξεις τ άρματα σου;
— Θέλω να πάου στο Νιόκαστρο, που γένουντ' οι πόλεμοι
και πάλι συλλογίζομαι και πάλι συλλογιούμαι,
π' αν λαβωθώ’ γω τα’ αρφανό, π' αν σκοτωθώ το μαύρο,
δεν έχω μάνα να με κλαίει και να πονεί για μένα.
— Ξένε μ' σε κλαίν' οι φίλοι σου, σε κλαιν οι εδικοί σου,
κι από κρυφά σε κλαίω κ εγώ στα μαύρα φορεμένη.
Τρεις χρόνους κάνω ξέπλεγη, τρεις χρόνους και τρεις μήνους,
κι αν με ρωτήσ' η μάνα μου κ η δόλια η αδελφή μου,
— Κόρη μ' πούναι ο άντρας σου, σαν πούναι κι ο καλός σου;
— Άντρας μου πάει στο Νιόκαστρο που γένουντ' οι πόλεμοι,
δεν ξέρω κι αν λαβώθηκε, δεν ξέρω κι αν σκοτώθη!»
Και ο Γιώργος Αθάνας, ο κορυδαλλός του Επάχτου, δεν μπορούσε παρά να τραγουδήσει το γενναίο στρατηγό:
«Απ' του Μοριά το Νιόκαστρο, μες απ' το Ναβαρίνο
πουλάκι αναφτερώνεται για μακρινό ταξίδι.
Το χαιρετώ στη Ρούμελη, στον Έπαχτο τ' αφήνω.
Στη Σίμου πικροκελαϊδεί και κλαίει το Θύμιο Ξύδη!
Βαρείτε νεκροκάμπανα, στα μαύρα φορεθήτε,
σύντροφοι του καριοφυλιού, κορίτσια της αγάπης.
Το παλικάρι τ' όμορφο δε θαν το ξαναϊδήτε.
Το' φάγε ο κάμπος κι ο Μοριάς κι ο Ιμπραχήμ αράπης »
Όμως πέρα από τους επαίνους για τα προτερήματα του υπάρχει και μια βαριά κατηγορία εναντίον του ότι ενεχόταν στη δολοφονία του Υδραίου οπλαρχηγού Αντωνίου Ι. Οικονόμου, ο οποίος ξεσήκωσε τον λαό της Ύδρας στις 28 Μαρτίου 1821 κατά των νοικοκυραίων, που έβλεπαν επιφυλακτικά την Εξέγερση του Έθνους και ανέλαβε τη διοίκηση του νησιού. Έτσι στις 16 Απριλίου 1821 επανεστάτησε και η Ύδρα. Στις 12 Μαΐου 1821 οργανώθηκε συνωμοσία των προκρίτων και καπεταναίων κατά του Οικονόμου, ο οποίος παραδόθηκε στον απεσταλμένο από τους οπλαρχηγούς που βρίσκονταν στην Πάτρα Σωτήρη θεοχαρόπουλο που τον οδήγησε στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Φενεού, απόπου δεν του επιτρεπόταν να φύγει. Ο Οικονόμου εκδήλωσε την πρόθεση να πάει στο Άργος, όπου από τις 11 Οκτωβρίου 1821 βρίσκονταν και οι αντιπρόσωποι των προκρίτων της Ύδρας στην Α' Εθνική Συνέλευση. Οι πρόκριτοι ταράχθηκαν και κατά τον Φωτάκο σε συμφωνία με τον Ανδ. Λόντο αποφάσισαν να τον δολοφονήσουν. Ο Ανδρέας Λόντος «έστειλε λοιπόν τους αρχηγούς των μισθοφόρων του αδελφούς Ξυδαίους, τον Ευθύμιο και Σπύρον Κραβαρίτας και τον Γεώργιον Κοντοβαζενίτην Πελοποννήσιον ο δε Σωτήρης Χαραλάμπης τον υπασπιστή του Ιωάννην Φεϊζόπουλον Βοστιτζιάνον και τον Ανδρέα Νικολόπονλον με 70 στρατιώτας εκ των μισθοφόρων και τους επαράγγειλε να υπάγουν να τον εύρουν ερχόμενον και να τον σκοτώσουν, όπου και αν τον απαντήσουν». Το απόσπασμα συνάντησε τον Οικονόμου και τον διέταξε να το ακολουθήσει. Ο Οικονόμου «δεν υπάκουσεν, αλλ' αντεστάθη και μάλιστα όρμησε να τρέξη διό να πιάση τον τοίχον και να υπερασπισθεί, ότε οι δολοφόνοι αμέσως επυροβόλησαν κατ αυτού, όστις και έπεσεν από το άλογο του νεκρός». Ο Μιχαήλ Οικονόμου γράφει: «... και μη πειθόμενον να τον καταναγκάσουν και βία ως τοις υπεσχέθησαν. Επέμφθησαν λοιπόν προς τούτο τρεις εκ των υποδεεστέρων οπλαρχηγών, ο Ανδ. Νικολόπουλος και Ευθ. Ξύδης και ο Γ. Κοντοβαζενίτης με 100 στρατιώτας, υφ' ων μη πειθόμενος να επιστρέψει και εναντιούμενος εις την από Κουτσοποδίου εις Άργος πορείαν του, εφονεύθη και γυμνωθείς αφέθη εκεί...». Ο Ν. Σπήλιάδης σημειώνει: «... και ο Υψηλάντης υπογράφει την οποίαν ο Βάμβας έγραψε καταδικαστικήν διαταγήν κατά του Οικονόμου. Εστάλησαν επομένως ο Ευθύμιος Ξύδης με τον Ανδρέαν Νικολόπουλον, οίτινες διετέλουν υπό τας διαταγάς τουΑνδρ. Λόντου και του Σ. Χαραλάμπους και ενεδρεύοντες τον εδολοφόνησαν πλησίον εις το Κουτσοπόδι, χωρίον του Αργούς...». Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης σημειώνει: «... Μίαν ημέραν εκοινοποιήθη ότι εις Κουτσοπόδι εφονεύθη επίτηδες ο Αντώνιος Οικονόμου Υδραίος από στρατιώτας (από Ξύδην) του Λόντου (ως και αληθές) ερχόμενος από το Μεγάλο Σπήλαιον. Ο φονευθείς ήταν ο αρχηγός της επαναστάσεως της Ύδρας, όπου καθώς λέγουν έγραψαν να σκοτωθή». Σκόπιμο είναι να κάνουμε κάποιες διευκρινιστικές παρατηρήσεις: 1. Και οι τέσσερις συγγραφείς τοποθετούν τη «δολοφονία» του Οικονόμουστα 1821 μετά τις 11 Οκτώβρη 1821, οπότε ήλθαν οι πρόκριτοι αντιπρόσωποι τηςΎδρας, και ως τα τέλη του χρόνου. Όμως ο Θύμιος Ξύδης αυτή την εποχήβρισκόταν στην πολιορκία της Ναυπάκτου. Ήταν 6 μήνες στην πολιορκία πουάρχισε τέλη Μάη του 1821. Άρα σύμφωνα με τα λεγόμενα του, έπρεπε νάναι εκείμέχρι το Δεκ. 1821. Πότε πέρασε στην Πελοπόννησο και εντάχθηκε στο σώματου Λόντου παραμένει ερωτηματικό. 2. Όσο για το θάνατο του Οικονόμου δεν είναι ξεκαθαρισμένα τα πράγματα.Αντιστάθηκε και έγινε συμπλοκή ή δολοφονήθηκε εν ψυχρώ; Μάλλον το πρώτοσυνέβη. Πάντως το στρατιωτικό απόσπασμα βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία. Συνεπώς είναι δύσκολο να κατηγορήσουμε τους αρχηγούς του για ψυχρήδολοφονία, και ούτε ξέρουμε ποιος από τους οπλαρχηγούς είχε την πρωτοβουλία. Βέβαια ο θάνατος του Οικονόμου ήταν ένα από τα δυσάρεστα και σκοτεινάγεγονότα της Επανάστασης και προανάκρουσμα του εμφύλιου πολέμου που ήρθελίγο αργότερα. Τελικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν αποδεικνύονται οι ευθύνες του Θύμιου Ξύδη για το θάνατο Οικονόμου και δεν μπορεί το επεισόδιο αυτό να αμαυρώσει τη φήμη του.
Σπύρος (Σπήλιος) Ξύδης:
Από τις πρώτες μέρες της Επανάστασης ακολούθησε τον αδελφό του Θύμιο και ήταν υπαρχηγός του Σώματός του. Έλαβε μέρος σ' αρκετές μάχες στη Ρούμελη και στην Πελοπόννησο. Έτσι μέχρι το θάνατο του αδελφού του η δράση του ήταν παράλληλη με εκείνου. Το Δεκέμβρη του 1824 έλαβε το βαθμό του Χιλιάρχου, ενώ ο αδελφός του το βαθμό του Στρατηγού. Δεν πήρε μέρος στη μάχη στο Κρεμύδι, αλλά παρέμεινε στην Τριπολιτσά με πενήντα στρατιώτες ως αναπληρωτής του Πολιτάρχη αδελφού του, αφού ο Θύμιος είχε εκστρατεύσει. Μετά τον ηρωικό θάνατο του Στρατηγού Θύμιου Ξύδη, ο Χιλίαρχος Σπύρος Ξύδης τον διαδέχθηκε στην αρχηγία του σώματος του, που αποτελούνταν από 200 στρατιώτες και στην Πολιταρχία της Τριπολιτζάς. Με έγγραφο του στις 2 Μάη 1825 το Υπουργείο Πολέμου του ανέθεσε εκτός από τα καθήκοντα του Πολιτάρχη και τα καθήκοντα του φρουράρχου. Ως Πολιτάρχης και Φρούραρχος Τριπολιτσάς έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Μάλιστα στην ατυχή μάχη στα Μαγούλιανα, όπως γράφει ο Γενναίος Κολοκοτρώνης «ένας καπετάνιος Ξύδης από Κράβαρι ονομαζόμενος είχον αφήσει το άτι τον και είχε πάρει μόνον την σέλλαν τον όπου ήταν αργυρή». Ως φαίνεται από τα έγγραφα στις αρχές Ιουνίου ο Ξύδης παραιτήθηκε από την Πολιταρχία και έλαβε την εντολή να εκστρατεύσει. Βέβαια δεν πρόκειται για λιποταξία. Ακολούθησε κι αυτός τα λοιπά Ρουμελιώτικα στρατεύματα, τα οποία επέστρεψαν στη Ρούμελη. Άλλωστε η διαταγή (βλ. έγγρ. 9) της διοικήσεως είναι εύγλωττη. Πάντως ως φαίνεται από τον σχετικό λογαριασμό από 1.6.1825 — 20 Ιουλ. 1825 βρισκόταν ακόμα στην Πελοπόννησο με 40 στρατιώτες. Από άλλη κατάσταση πληροφορούμαστε ότι με 120 στρατιώτες βρισκόταν έξω από το Μεσολόγγι, τον Απρίλη του 1826. Έκτοτε ακολούθησε τον Καραϊσκάκη στην νικηφόρα εκστρατεία του. Συνυπογράφει με τον Καραϊσκάκη και άλλους οπλαρχηγούς στην αναφορά (Ράχοβα 26.11.1826) προς την Διοικητική Επιτροπή Ελλάδος στην οποία περιγράφεται η νικηφόρα μάχη της Αράχοβας Βοιωτίας.

Καναβαίοι.

Γνωστή αρχοντική οικογένεια των Κραβάρων που κατά την παράδοση είχε τις ρίζες της στο Βυζάντιο. Στις 28.1.1204 ένας προγονός της ο Νικόλαος Καναβός ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ύστερα από επανάσταση κατά της ανίκανης διοίκησης των Αγγέλων. Σε λίγες όμως μέρες (5.2.1204) ο Νικόλαος Καναβός φονεύεται και ανέρχεται στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Αλέξιος Ε' ο Μούρτζουφλος. Μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους (1453) ένας κλάδος των Καναβαίων βρήκε καταφύγιο στην μεγάλη Λομποτινά Κραβάρων όπου διετέλεσαν Προεστώτες. Γνωστά μέλη της Κραβαρίτικης οικογένειας είναι:
1. Αναγνώστης Καναβός, υιός Ανδρέα. Υπογράφει ως μάρτυρας σε ιεροδικαστική απόφαση (1747). Ο ίδιος χωρίς το πατρώνυμο υπογράφει σε ομολογία στις 2.5.1746. Ο Αναγνώστης ήταν εκείνη την εποχή εκκλησιαστικός τίτλος και υποκαθιστούσε πολλές φορές το βαπτιστικό. Δεν γνωρίζουμε όμως ποιο ήταν το βαπτιστικό του παραπάνω και αν ταυτίζεται με τον αμέσως παρακάτω Γεωργάκη.
2. Γιωργάκης-(Λογοθέτης;) Καναβός. Υπογράφει σε ομολογίες (18 Δεκ. 1739, 15.3.1746 και 25.8.1753).
3. Κωνσταντάκης-Λογοθέτης Καναβός. († 1775) Περιέχεται σε «εμμάρτυρο γράμμα» (27.9.1770).
4. Νικολάκης-Αναγνώστης Καναβός. († 1800 ή 1801). Όπως παραπάνω, στο ίδιο «εμμάρτυρο γράμμα».
5. Ιωάννης Καναβός. Αδελφός του Νικολάκη.
6. Αντώνης Καναβός (; - 1828). Αδελφός του Νικολάκη.
7. Γεώργιος-Λογοθέτης Καναβός (αρχές 1827), γιος του Νικολάκη.
8. Ανδρέας-Αναγνώστης Καναβός (1790-1844), γιος του Νικολάκη.
9. Ιωάννης Λογοθέτου-(Καναβός), γιος του Νικολάκη.
10. Νικόλαος Καναβός (; - 1902) γιος του Ανδρέα-Αναγνώστη Καναβού.
11. Ιωάννης Νικολάου Καναβός12 (1865-1953), γιος του προηγούμενου και τελευταίος γόνος των Καναβαίων της Λομποτινάς.


Περί του Γενάρχη των Καναβαίων, Νικόλαου Καναβού, το 1204 μ.Χ.
Το γεγονός της επιλογής και πρόκρισης του «νεανίσκου» Νικολάου Καναβού για τον αυτοκρατορικό θρόνο εκ μέρους του λαού της Βασιλεύουσας, ενώ τεκταινόταν η ανατροπή της διεφθαρμένης κυβέρνησης των Αγγέλων αυτοκρατόρων Αλέξιου Δ' και του τυφλού πατέρα του τελευταίου, Ισαάκιου Β', στις 25 Ιανουαρίου 1204, δεν αποκλείεται να σημαίνει ότι ο Νικόλαος ήταν γόνος ονομαστής —ίσως και αριστοκρατικής— βυζαντινής οικογένειας· από τις σχετικές πληροφορίες στις πηγές μόνο ο μεταγενέστερος Ψευδο-Κωδινός μαρτυρεί ότι κατείχε το αξίωμα του σεβαστού, πληροφορία που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και η οποία, πάντως, μάλλον αποκλείει τις απόψεις των Κ. Παπαρρηγόπουλου, Ν. Βέη και Ν. Καλομενόπουλου περί του «ασήμου» και του «ταπεινού» της καταγωγής του. Στον Νικόλαο, πάντως, έπεσε ο δυσμενής κλήρος να χριστεί, άθελα του, «βασιλεύς Ρωμαίων» στις αρχές του δίσεκτου για την Αυτοκρατορία έτους 1204, πιθανώς στις 28 Ιανουαρίου κατά τους Νικήτα Χωνιάτη και Θεόδωρο Σκουταριώτη," από τον επαναστατημένο όχλο της βυζαντινής πρωτεύουσας, τον «χυδαίο δήμο», όπως μαρτυρεί ο Ψευδο-Κωδινός Αν και οι ελληνικές πηγές δεν αναφέρουν συγκεκριμένα «στέψη» του Καναβού, εν τούτοις την πληροφορία αυτή μας την παρέχει το «Χρονικό του Νόβγκοροντ», κατά το οποίο μαζί με τον Νικόλαο πιθανώς να στέφθηκε και η σύζυγος του, της οποίας πάντως δεν σώζεται το όνομα. Ακόμη και αν, πάντως, η πληροφορία του παλαιορωσικού χρονικού είναι σωστή, εν τούτοις λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η «στέψη» αυτή, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά τα λεγόμενα του Γ. Κορδάτου ότι ο Καναβός πρέπει να θεωρείται «νόμιμος αυτοκράτορας», που ανατράπηκε από το κίνημα του Αλέξιου Ε' Δούκα Μούρτζουφλου. Προτού παρακολουθήσουμε τα γεγονότα από την στιγμή της εκλογής του Καναβού, θα αναφερθούμε σε μια πολύ σημαντική πληροφορία, την οποία παρέχει μόνο το «Χρονικό του Νόβγκοροντ»· πριν ο Καναβός επιλεγεί για αυτοκράτορας, την ίδια τύχη είχε ένας άλλος Βυζαντινός αξιωματούχος, ο σεβαστός Κωνσταντίνος Ραδεινός, γνωστός από άλλη περίπτωση στους Ν. Χωνιάτη και Θ. Σκουταριώτη· σύμφωνα με την γλαφυρή περιγραφή του Χρονικού, πάντως, ο Ραδεινός, αντιλαμβανόμενος τις τεράστιες δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε, στην κυριολεξία εξαφανίστηκε, ενώ η γυναίκα του —όσο και να πιέστηκε— δεν αποκάλυψε το κρησφύγετο του συζύγου της. Έτσι, στη συνέχεια ο κλήρος έλαχε στον Νικόλαο Καναβό. Παρά τα μαρτυρούμενα από τις ελληνικές πηγές χαρίσματα και προσόντα του (ηθικός, ικανός στη γνώμη, έμπειρος στα πολεμικά), εν τούτοις ο Νικόλαος Καναβός αποτέλεσε τραγική μορφή, αφού δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα για τις δύσκολες εκείνες ώρες αποθέματα ψυχικής δύναμης και σθένους, για να ανταποκριθεί στο βάρος μια τόσο τεράστιας ευθύνης, την οποία του είχε αναθέσει ο λαός της Κωνσταντινούπολης. Επιπρόσθετα, είχε να αντιμετωπίσει από την αρχή τις πλάγιες και ύπουλες ενέργειες του Αλέξιου Δ' Άγγελου, που ταμπουρωμένος στο ανάκτορο των Βλαχερνών και προφανώς πανικόβλητος από την αναμφισβήτητη δημοτικότητα που θα είχε αρχικά ο Καναβός, έσπευσε να καλέσει τον αρχηγό της Δ' Σταυροφορίας, μαρκίωνα Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, για την ανατροπή του Καναβού με σταυροφορικές δυνάμεις· αυτά παραδίδει ο Χωνιάτης, ακολουθούμενος από τον Σκουταριώτη, ενώ το «Χρονικό του Νόβγκοροντ», οπωσδήποτε λιγότερο αξιόπιστο στο σημείο αυτό, αποδίδει τις ενέργειες για προσεταιρισμό των Φράγκων στον τυφλό γέροντα Ισαάκιο Β' Άγγελο· πράγματι, όπως διαφαίνεται από τις επιστολές του Βαλδουίνου (Α') της «Ρωμανίας», οι ενέργειες αυτές αποδίδονται στον Αλέξιο Δ', καθώς εξάλλου αναφέρουν σαφώς οι Hendrickx και Matzukis. Η ανδρεία και, οπωσδήποτε, η στρατιωτική εμπειρία του Καναβού συνάγεται από τις φράσεις των Χωνιάτη και Σκουταριώτη ότι δεν ήταν «αγεννής τά πολέμια». Από μια αρκετά σημαντική λατινική πηγή του 13ου αι., τον Aubray de Trois-Fontaines μαθαίνουμε ότι ήδη πριν την ανατροπή του Ισαάκιου Β' από τον αδελφό του Αλέξιο Γ’ Άγγελο το 1195, ο Καναβός συμπεριλαμβανόταν —μαζί με τον Μούρτζουφλο— στους αναφερόμενους (από τον Χωνιάτη) Βυζαντινούς αριστοκράτες που είχαν εναντιωθεί στον Ισαάκιο, έχοντας επιδείξει στασιαστικές τάσεις, ενώ έχει ακόμη υποστηριχθεί από τον Brand ότι ο Καναβός «φαίνεται ότι υπήρξε οπαδός του Αλέξιου Γ'», αν και η σχέση τους αυτή δεν αναφέρεται ούτε στο λεπτομερές περί Αλεξίου Γ' λήμμα του Κ. Βαρζού ούτε στο πρόσφατο κεφάλαιο περί της βασιλείας του Αλεξίου Γ' από τον Ι. Καραγιαννόπουλο. Πάντως, από την προαναφερόμενη πληροφορία του Aubray μπορεί να συναχθεί ένα άλλο χρήσιμο για την παρούσα έρευνα συμπέρασμα, όσον αφορά στην ηλικία του Καναβού αφού πριν το 1195 (ίσως περί το 1192) ο Νικόλαος Καναβός μπορούσε να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στις κατά του Ισαάκιου Β' κινήσεις, τότε το 1204 μπορεί βέβαια να ήταν ακόμη νέος άνδρας, όχι όμως και «νεανίσκος», που όπως είδαμε τον αποκαλούν οι Χωνιάτης και Σκουταριώτης. Όσον δε αφορά την περίπτωση να υπήρξε οπαδός του Αλέξιου Γ’, αυτό θα μπορούσε ίσως να μας οδηγήσει στην εικασία ότι θα πολέμησε κατά των σταυροφόρων λίγο πριν από την ανατροπή του Αλέξιου Γ' στις 17 Ιουλίου και την επαίσχυντη φυγή του από τη Βασιλεύουσα. Το κυριότερο ίσως πρόβλημα σχετικά με την εκλογή του Καναβού από τον κωνσταντινουπολιτικό λαό σχετίζεται με την προβληματική «στέψη» του στην Αγία Σοφία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Chronista Novgorodensis, μαρτυρία που δεν ενισχύεται ούτε από τις ελληνικές πηγές, που χρησιμοποιούν τα ρήματα «χρίουσιν» και «άνηγόρευσαν», αλλά ούτε και από την Devastatio, κατά την οποία «εκλέγουν βασιλέα» («regem eligunt»). Επίσης με την πληροφορία του «Χρονικού του Νόβγκοροντ» συνδέεται και η αινιγματική φράση ότι η «στέψη» του Καναβού έγινε «με την απουσία του πατριάρχη» («absente patriarcha»), φράση που προβλημάτισε τον μεταφραστή του έργου, J. Gordon, κατά τον οποίο δεν φαίνεται καθαρά αν εδώ υπονοείται ότι ο πατριάρχης απλά απουσίαζε ή σκόπιμα δεν παρέσχε την υποστήριξη του στον Καναβό. Νομίζουμε ότι παρά το γεγονός ότι ο Καναβός θα πρέπει να είχε αρκετούς οπαδούς κατά το διάστημα της πολύ σύντομης «βασιλείας» του (εξαήμερης ή οκταήμερης), όταν κατέλαβε με τους υποστηρικτές του την Αγία Σοφία, εν τούτοις δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του πατριάρχη, ο οποίος προτίμησε να την παράσχει στον Μούρτζουφλο, που είχε επίσης «χριστεί» αυτοκράτορας στις 28/29 Ιανουαρίου (λίγο μετά δηλ. από τον Καναβό) από άλλο τμήμα του λαού της Βασιλεύουσας. Η σταδιακή επικράτηση του Μούρτζουφλου σε βάρος του Καναβού περιγράφεται γλαφυρά και συμβολικά στα κείμενα των Χωνιάτη και Σκουταριώτη, που γράφουν ότι η ισχύς και η επιρροή του πρώτου συνεχώς γιγαντωνόταν σε αντίθεση με εκείνη του τελευταίου, η οποία μίκραινε και έσβηνε. Η διστακτικότητα και η έλλειψη αποφασιστικότητας εκ μέρους του Καναβού δεν δικαιολογούν τις απόψεις του Γ. Κορδάτου, κατά τον οποίο ο δημοφιλής Καναβός δεν ήταν αρεστός ούτε στον πατριάρχη, αλλά ούτε στους άρχοντες και τους συγκλητικούς, οι οποίοι ανησυχούσαν για την (δήθεν) δυναμικότητα του νέου αυτού «Ανδρόνικου» (υπερβολικός παραλληλισμός του Κορδάτου ανάμεσα στους Καναβό και τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α' Κομνηνό). Συνεχίζοντας δε τις υπερβολικές του εκτιμήσεις ο Κορδάτος έγραφε πως ο Καναβός ήταν αποφασισμένος να πολεμήσει τους Φράγκους και τους Βενετούς και «άρχισε να οργανώνει στρατό από τις λαϊκές μάζες, έχοντας το στρατηγείο του στην Αγία Σοφία». Κάθε άλλο όμως παρά κάτι τέτοιο έγινε· διστακτικός και χωρίς την απαιτούμενη ενεργητικότητα ή τον ενθουσιασμό που θα ανέμεναν οι οπαδοί του, ο Καναβός φαίνεται ότι αδράνησε. Στα γεγονότα του 1204 ο Καναβός ούτε «διακρίθηκε για την παληκαριά του και για τον πατριωτισμό του», ούτε βέβαια υπήρξε «αληθινός λαϊκός ηγέτης, που μέρα νύχτα προπαγάνδιζε την ιδέα της αντίστασης στους Φράγκους και στους Βενετσάνους», έχοντας «μαζέψει γύρω του πολλούς φανατικούς ομοϊδεάτες του από τα λαϊκά στρώματα». Όπως είναι φανερό, ο Κορδάτος έχει «εκβιάσει» τις πηγές. Στην Αγία Σοφία, όπου σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις παρέμεινε για έξι (ή οκτώ) ημέρες με τους οπαδούς του ο Νικόλαος Καναβός, έμελλε τελικά να εξουδετερωθεί, όταν ο Μούρτζουφλος αποφάσισε να παρέμβει δυναμικά για να γίνει κύριος της κατάστασης. Δεν είναι πάντως απόλυτα σαφές αν ο Μούρτζουφλος χτύπησε τελικά τους οπαδούς του Καναβού με το στρατό του, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας τον τελευταίο (περί του υποτιθέμενου θανάτου του Καναβού βλ. παρακάτω), όπως μαρτυρεί η Devastatio, ή —εγκατελειμμένος τελικά από τους οπαδούς του— συνελήφθη από τους άνδρες του Μούρτζουφλου, όπως γράφουν οι βυζαντινές πηγές. Πιθανότερη, ίσως, να είναι η εκδοχή του Chronista Novgorodensis, σύμφωνα με τον οποίο ο Μούρτζουφλος πρότεινε στον Καναβό να απαρνηθεί το στέμμα που του είχαν προσφέρει και, σε αντάλλαγμα, θα τον αναγνώριζε ως τον πρώτο ανάμεσα «στους βογιάρους του»· όταν όμως οι οπαδοί του Καναβού απέτρεψαν τον τελευταίο από του να παραιτηθεί από το αξίωμα στο οποίο τον είχαν οι ίδιοι ανεβάσει, την ίδια εκείνη νύκτα οι ίδιοι αυτοί οπαδοί του εγκατέλειψαν (ανεξήγητα) τον Καναβό, που μαζί με την γυναίκα του συνελήφθη από τον Μούρτζουφλο και ρίχτηκε στη φυλακή. Αυτά συνέβησαν στις 5 Φεβρουαρίου 1204, αν και οι Hendrickx και Matzukis τονίζουν την επιφυλακτικότητα τους στην αβίαστη αποδοχή της ημερομηνίας αυτής για την εξουδετέρωση του Καναβού και την επίσημη «στέψη» του Αλέξιου Ε'. Έτσι, παρά το γεγονός ότι είχε υποστηριχθεί από όχι ευκαταφρόνητο τμήμα του κωνσταντινοπολιτικού λαού, του «απλού και ανοργάνωτου» κατά τον Ν. Οικονομίδη, που μάλλον θα προερχόταν από τις «χαμηλότερες τάξεις» κατά τον Brand, εν τούτοις ο Καναβός έχασε την ευκαιρία και υποχώρησε εμπρός στην αποφασιστικότητα του Μούρτζουφλου. Σχετικά με την τύχη του άτυχου Καναβού, οι πηγές δεν παρουσιάζουν ομοφωνία- κατά την Devastatio συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε από τους άνδρες του Μούρτζουφλου, οι οποίοι είχαν περικυκλώσει την Αγία Σοφία, ενώ κατά την Croisade de Constantinople οι οπαδοί του Καναβού διασκορπίστηκαν από τις δυνάμεις του Μούρτζουφλου, οι οποίες συνέλαβαν και εκτέλεσαν τον ίδιο τον Καναβό μέσα ή κοντά στη Μεγάλη Εκκλησία. Καμιά όμως από τις δυο κύριες πηγές μας, ο Νικήτας Χωνιάτης ή ο Chronista Novgorodensis δεν αναφέρουν εκτέλεση του Καναβού· κατά τον Χωνιάτη «φρουρά παραδίδοται» (ή «φρουρά παραπέμπεται» κατά τον Σκουταριώτη, ενώ κατά τον Chronista» μαζί με την γυναίκα του «custodiae tradidit». Έτσι, η άποψη αρκετών ερευνητών που έχουν υιοθετήσει την περί θανάτωσης μαρτυρία των δυο ελασσόνων δυτικών πηγών, δεν μας φαίνεται ορθή. Για το λόγο αυτό συμφωνούμε με εκείνους που υιοθετούν την μαρτυρία περί σύλληψης και φυλάκισης, μετά τον διασκορπισμό των οπαδών του ατυχούς Καναβού. Ιδιαίτερα αναφέρουμε την χαρακτηριστική άποψη του E. Bradford ότι ο Καναβός, ένας «απρόθυμος αποδέκτης ενός αξιώματος που ποτέ δεν είχε επιδιώξει, αμέσως εγκαταλείφθηκε» και «πέρασε έξω από τη δημοτικότητα στην οποία σύρθηκε τόσο απρόθυμα και αποσύρθηκε στην ιδιωτική του ζωή». Αν κρίνει κανείς από τις άθλιες συνθήκες υπό τις οποίες κλήθηκε να σώσει την κατάσταση, παρατηρεί ο Βρεταννός συγγραφέας, «ήταν σώφρων στην προσπάθεια του να αποσείσει από πάνω του μια τόσο αμφίβολης αποτελεσματικότητας τιμή». Πράγματι, αν κρίνουμε από τη μεγάλη ταλαιπωρία στην οποία άθελα του υποβλήθηκε ο άτυχος Καναβός, η τελική εξέλιξη θα πρέπει να του δημιούργησε μεγάλη ανακούφιση.

Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΟΘΩΜΑΝΟΥΣ.

Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους και τους Βενετούς, το 1204, στη Δυτική Ελλάδα δημιουργήθηκε από το Μιχαήλ Κομνηνό το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Το κράτος αυτό γνώρισε μεγάλη ακμή τα επόμενα χρόνια με ηγεμόνες τον Θεόδωρο Α΄ και τον Μιχαήλ Β΄ και επέκτεινε τα όριά του βόρεια μέχρι το Δυρράχιο, νότια μέχρι τις ακτές της Πελοποννήσου και έφτασε με επι ηγεμονίας Θεόδωρου Α΄, να αποσπάσει από τους Λομβάρδους ακόμη και τη Θεσσαλονίκη. Σε λίγο ο στρατός του Δεσποτάτου έφτασε να απειλεί τους Φράγκους της Κωνσταντινούπολης. Όμως, ηττήθηκε από τους Βούλγαρους και αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Η περιοχή της Δυτικής Ελλάδας, από την εποχή που αποτελούσε τμήμα του Δεσποτάτου της Ηπείρου, είχε αμιγές χριστιανικό ελληνικό πληθυσμό. Την εποχή αυτή είχε αρχίσει μια αθρόα κάθοδος από το βορρά, αλβανικών φυλών. Οι Αλβανοί ήταν νομάδες και ήταν οργανωμένοι σε φάρες. Πρώτα εισχώρησαν στην περιοχή της Θεσσαλίας. Βοηθούμενοι από τους Σέρβους, εισχώρησαν στην Αιτωλοακαρνανία το 13ο και το 14ο αιώνα. Συγκεκριμένα, μετά τη μάχη του Αχελώου το 1358, ο αρχηγός των Αλβανών, Κάρολος Θώπια, νίκησε στην Αιτωλία τον Νικηφόρο Β΄ (1) . Επακόλουθο αυτής της νίκης υπήρξε η ίδρυση δύο μικρών αλβανικών πριγκιπάτων, το ένα στην Άρτα, από τον Πέτρο Λιόσα και το άλλο στο Αγγελόκαστρο από τον Γκιν Μπούα Σπάτα.
Ο Γκίνης Μπούας Σπάτας αναγνωρίστηκε από το Σέρβο Δεσπότη των Ιωαννίνων, Συμεών Ουρόσι, δεσπότης του Αγγελοκάστρου, των περιοχών του Κάτω Αχελώου και των κάστρων της ευρύτερης περιοχής της Ακαρνανίας. Το 1360 ο Γκίνης Μπούας καταλαμβάνει το Κάστρο της Ναυπάκτου. Το 1374 ο Πέτρος Λιόσας, δεσπότης της Άρτας, των Ρώγων και της Αμφιλοχίας, πέθανε και ο Γκίνης Μπούας Σπάτας εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία και άρπαξε την εξουσία και στην Άρτα. Στην Αιτωλοακαρνανία άφησε ηγεμόνα τον αδερφό του, Σγουρό. Ο Σγουρός στη συνέχεια κατέλαβε το κάστρο του Δραγαμέστου, το οποίο αργότερα παραχώρησε ως προίκα στην κόρη του Στερίνα που παντρεύτηκε το Βενετό Φραγκίσκο Φοσκάρη. Οι Αλβανοί κράτησαν για περίπου πενήντα χρόνια την περιοχή της Αικτωλοακαρνανίας και τα κάστρα της.
Στην ταραγμένη περίοδο του 15ου αιώνα η αλλαγή των κυριάρχων δεν έγινε για όλες τις περιοχές της Ελλάδας την ίδια χρονολογία. Η βαθμιαία ή απότομη μεταλλαγή εξαρτήθηκε από τη διαφορετική κατά τόπους ιστορική πραγματικότητα, τις περιβάλλουσες το χώρο δυνάμεις, τις συγκρούσεις των ισχυρών αλλά και τη γεωγραφική θέση της περιοχής. Οι Τούρκοι επικράτησαν στη Θεσσαλία και στην περιοχή της Ευρυτανίας, πριν από την πτώση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας (γύρω στα 1393). Στην Αιτωλοακαρνανία η μοιραία «μάχη του Αχελώου» στα 1358 σηματοδότησε την παρουσία των Αλβανών στο χώρο και την κατάληψη όλων των φρουρίων και θέσεων που ανήκαν στο βυζαντινό κράτος της Ηπείρου. Η δράση των αλβανικών γενών επεκτείνεται σε όλο το χώρο της δυτικής Στερεάς Ελλάδας και συμπίπτει με την περίοδο της έσχατης παρακμής του υστεροβυζαντινού Ελληνισμού.
Με την κατάληψη των Κάστρων της Δυτικής Ελλάδας οι Αλβανοί δεσπότες, καταπίεζαν τους ντόπιους και έκαναν επιδρομές στην περιοχή της Λευκάδος, που τότε άνηκε στο Βασίλειο της Νεαπόλεως και είχε ηγεμόνα τον Κάρολο Α΄ Τόκκο (2) .Το αποτέλεσμα ήταν να προκαλέσουν την εισβολή του Καρόλου Τόκου στην Αιτωλοακαρνανία. Tο 1405 το Βραχώρι, το Αγγελόκαστρο και άλλοι οικισμοί προσαρτήθηκαν στις κτίσεις του Κάρολου Α΄ Τόκκου και από τότε ονομάστηκε Κάρλελι.
Ο Κάρολος Α', κληρονόμος των τίτλων του κόμη της Κεφαλληνίας και του δούκα της Λευκάδας, προικισμένος με μεγάλες ικανότητες, φιλόδοξος αλλά και με στρατηγικές ικανότητες, θέλησε να εκδιώξει τους Αλβανούς από την περιοχή και να επεκτείνει την κυριαρχία του από τα νησιά στα ηπειρωτικά εδάφη και σε όλη την πρώην επικράτεια του κράτους της Ηπείρου. Πρωταρχικός στόχος ήταν η κατάληψη του Αγγελόκαστρου, που συνέχιζε να είναι σημαντικότατο πόλισμα, διοικητικό, οικονομικό και εμπορικό κέντρο όλης της περιοχής του Αχελώου. Με δύναμη μισθοφόρων και με τους πληθυσμούς που ήλπιζαν σε ηπιότερη και ειρηνική διαβίωση με το μέρος του, ο Κάρολος επιτίθεται στο οχυρό. Νικήθηκε κατ' αρχάς από τις αλβανικές δυνάμεις, οι οποίες είχαν καλέσει σε βοήθεια τον Γιουσούφ Μπέη από την ήδη τουρκοκρατούμενη Θεσσαλία. Οι Τούρκοι όμως απέτυχαν να εδραιώσουν την νίκη τους και να κρατήσουν την περιοχή. Έτσι ο Κάρολος Α' κατάφερε να επικρατήσει τελικά (1405), αλλά ως φόρου υποτελής στον Σουλτάνο και με υποχρέωση να διατηρεί καλές σχέσεις με τους Οθωμανούς. Η μετριοπαθής και ειρηνική πολιτική του κράτησε ως το θάνατο του (1430). Η αντίστροφη μέτρηση όμως για την πλήρη επικράτηση των Τούρκων στην Ελλάδα, είχε προ πολού αρχίσει. Επί διαδόχου και ανιψιού του, Καρόλου Β', ο Σινάν Πασάς, κύριος στα Γιάννενα, ολοκλήρωσε σταδιακά την κατάληψη όλων των οχυρών θέσεων (Αγγελόκαστρο 1460, Βόνιτσα 1479, Ναύπακτος 1499) και εδραίωσε τη νέα μακρόχρονη κυριαρχία των Τούρκων στην περιοχή.
Το 1407, η Ναύπακτος κυριεύεται από τους Ενετούς και παραμένει στην κατοχή τους για 92 χρόνια. Οι μυστικές διαπραγματεύσεις του Αλβανού Σπάτα με τους Τούρκους, ανησύχησαν τους Βενετούς μήπως και η Ναύπακτος πέσει στα χέρια τους και γίνει ορμητήριο Τουρκοπειρατών στον Κορινθιακό και ιδιαίτερα μήπως κινδυνεύσει η Κέρκυρα. Γι’ αυτό αποφάσισαν να καταλάβουν τη Ναύπακτο. Έτσι το 1407 η πόλη κυριεύτηκε από τους Ενετούς. Διατυπώθηκαν δύο εκδοχές για τον τρόπο κατάληψης. Σύμφωνα με την πρώτη, ο Αλβανός κυρίαρχος Παύλος Μπούα Σπάτα, πούλησε τη Ναύπακτο στους Ενετούς για 1500 δουκάτα. Κατά τη δεύτερη εκδοχή, η ενετική μοίρα με ναύαρχο τον Fentino Michiel έπλευσε στη Ναύπακτο και αποβίβασε ομάδα πεζοναυτών με επικεφαλής τον Bertuccio Diedo. Οι καταδρομείς όμως, αφού έκαψαν ένα πύργο, αναγκάστηκαν από τους αμυνόμενους να συμπτυχθούν με πολλούς τραυματίες. Μετά από αυτή την αποτυχία, ο ναύαρχος Michiel, δελέασε τον Σπάτα και τον κατάφερε να έρθει στο βενετικό στρατόπεδο για διαπραγματεύσεις. Εκεί τον εκβίασε και με την απειλή ότι θα του πάρει το κεφάλι αν δεν του παραδώσει τη Ναύπακτο, τον ανάγκασε να υποκύψει και να του πουλήσει το φρούριο για 1500 χρυσά δουκάτα.
Έτσι η Ναύπακτος παραχωρήθηκε στους Ενετούς. Το χρονικό αυτό διάστημα, στην πόλη κατασκευάζονται νέα κτίρια, εμπορικοί σταθμοί, αποθήκες, ενώ το κάστρο συντηρείται, ενισχύεται, και αποκτά την σημερινή του μορφή. Είναι το μοναδικό κάστρο στην Ευρώπη με πέντε αμυντικά διαζώματα, πέντε αμυντικές ζώνες, δηλαδή. Ο Κάρολος Τόκκος το 1418 επειδή θεωρούσα τη Ναύπακτο σφήνα μέσα στην επικράτειά του, ζήτησε από τους Βενετούς να την αγοράσει. Υπερήφανη ήταν η απάντηση της Βενετικής πολιτείας: «Ουδέποτε συνηθίζετε να πουλάει τα φρούρια αυτής και ευπορεί ικανώς και εν περιπτώσει καθ’ ήν ταύτα δεν είναι κερδαλέα να υφίσταται τας δαπάνας αυτών». Επανειλημμένα οι Τούρκοι, με άγρια φιλοδοξία, προσπάθησαν να καταλάβουν τη Ναύπακτο, που τη θεωρούσαν και αυτοί, σπουδαία στρατηγική θέση στην περιοχή. Τον Νοέμβριο του 1463, ο Ομάρ Πασάς, αξιωματικός με πολλές ικανότητες, επικεφαλής 30000 εμπειροπόλεμων οπλιτών, άρχισε τη στενή πολιορκία του κάστρου της Ναυπάκτου που διήρκησε οκτώ ολόκληρους μήνες. Αλλά η ηρωική αντίσταση των υπερασπιστών και ο ανέλπιστος αντιπερισπασμός του Ενετού ναυάρχου Λωρεδάνου, ανάγκασαν τον Ομάρ να απομακρυνθεί, ανταλλάσσοντας τους αιχμαλώτους με τους δικούς του. Η αποτυχία του Ομάρ ανησύχησε τους Τούρκους, μα δεν τους αποθάρρυνε. Το μεγάλο Σουλτανικό Συμβούλιο αποφάσισε νέα εκστρατεία εναντίον της Ναυπάκτου, γιατί πίστευαν ότι η κατοχή της είναι απαραίτητη για την κατοχύρωση της κυριαρχίας τους στη Νότια Ελλάδα. Στρατιωτικές δυνάμεις 30000 οπλιτών με αρχηγό τον Σουλεϊμάν Πασά, κύκλωσαν τη Ναύπακτο το 1477 και την πολιορκούσαν στενά τρεις μήνες. Η πρώτη έφοδος των Τούρκων, στο μεγάλο άνοιγμα του τείχους, που έκαναν οι οβίδες τους, αποκρούστηκε με επιτυχία από το γενναίο υπερασπιστή της πόλης Ζώρις και τους στρατιώτες του. Αλλά και η δεύτερη έφοδος με όλες τις δυνάμεις και αρχηγό τον ίδιο τον Σουλεϊμάν Πασά, αναχαιτίστηκε από τους υπερασπιστές του κάστρου και το στόλο του Ενετού ναυάρχου Λωρεδάνου, που έσπευσε να ενισχύσει την άμυνα της πόλης. Ο Σουλεϊμάν αγανακτισμένος με την αποτυχία του, έλυσε τη πολιορκία, αφού γκρέμισε το εξωτερικό τείχος του κάστρου και κατέστρεψε τα εγκαταλειμμένα προάστια της πόλης. Το 1499, η πόλη περιέρχεται στα χέρια των Οθωμανών (3) . Ο Σουλτάνος Βαγιαζήτ Β΄, θέλοντας να εξασφαλίσει την είσοδο του Κορινθιακού από ενδεχόμενη δυτική επίθεση, έχτισε τα δύο κάστρα του Ρίου και του Αντιρρίου, τα «Μικρά Δαρδανέλλια». Το οθωμανικό κράτος, κράτος με στρατιωτική διοργάνωση, στήριζε όλη του τη δύναμη στους σπαχήδες. Οι έφιπποι αυτοί θωρακοφόροι συμμετείχαν στις εκστρατείες με στρατό που συντηρούσαν με το εισόδημα που τους εξασφάλιζε η κάρπωση των φόρων από τη γη που τους είχε παραχωρηθεί, τα τιμάρια, χωρίς όμως να έχουν δικαιώματα πλήρους κυριότητας σε αυτά. Οι χριστιανοί δουλοπάροικοι που ζούσαν στα τιμάρια ήταν δεμένοι με τη γη που καλλιεργούσαν. Στο Κάρλελι, εκτός από τα τιμάρια υπήρχαν και πλούσιες γαίες, των οποίων οι πρόσοδοι ανήκαν στο δημόσιο θησαυροφυλάκιο ή παραχωρήθηκαν στη βασιλομήτορα του Σουλτάνου. Αυτές οι πλουτοφόρες πηγές ήταν τα διβάρια των λιμνοθαλασσών, ο μεγάλος βελανιδιώνας του Ξηρόμερου, οι λίμνες και οι αλυκές της περιοχής. Σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση του οθωμανικού κράτους (4) η περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας περιελάμβανε το βοεβοδαλίκι Αντολικού και Μεσολογγίου και τους Καζάδες Αγγελόκαστρου ή Ζυγού, Βόνιτσας, Ξηρόμερου, Βάλτου (χωρίς την Αμφιλοχία), Βραχωρίου, Ναυπάκτου ή Βενετικού, Κραβάρων και Απόκουρου.
Το 16ο αιώνα η γνωστή ναυμαχία της Ναυπάκτου (5) , μία από τις περιφημότερες συγκρούσεις της παγκόσμιας πολεμικής ναυτικής ιστορίας, αποτέλεσε το γεγονός που κατέρριψε την πεποίθηση των Χριστιανών για το αήττητο των Τούρκων στη θάλασσα. Στις 7 Οκτωβρίου 1571, στην είσοδο του Πατραϊκού κόλπου, γνωστού τότε ως κόλπου της Ναυπάκτου, συγκρούσθηκαν ο οθωμανικός στόλος με το συμμαχικό στόλο των ευρωπαϊκών δυνάμεων, της Αγίας Έδρας και με πλήθος ελληνικών πλοίων που εξοπλίσθηκαν και διοικούνταν από Έλληνες. Οι Οθωμανοί ηττήθηκαν ολοσχερώς, αλλά οι χριστιανικές δυνάμεις δεν αξιοποίησαν ουσιαστικά και στρατηγικά τη νίκη τους. Λίγο καιρό μετά διχογνώμησαν, διαλύθηκαν και η Βενετία υπέγραψε ειρήνη με τους Τούρκους.
Ο αντίκτυπος όμως της θριαμβευτικής νίκης ήταν τόσο ισχυρός που στις τουρκοκρατούμενες περιοχές εκδηλώθηκαν έντονες συνωμοτικές κινήσεις και εξεγέρσεις (6) . Έτσι, ζωηρός επαναστατικός αναβρασμός παρατηρήθηκε στην Αιτωλοακαρνανία. Το 1585 ο αρματολός Θόδωρος Μπούας Γρίβας (7) μέσα σε μία νύχτα σκότωσε τους φρουρούς της Βόνιτσας και του Ξηρόμερου. Προχώρησε προς τον Αετό, αλλά οι Τούρκοι με τον Πασά της Ναυπάκτου του επιτέθηκαν. Η σύγκρουση έγινε στον Αχελώο, ο Μπούας τραυματίστηκε θανάσιμα και οι Τούρκοι εκδικήθηκαν ερημώνοντας την περιοχή και αντικαθιστώντας τους οπλαρχηγούς στα αρματολίκια.
Οι Τούρκοι επί Μουράτ Β' μη μπορώντας να καταλάβουν τους ατίθασους κατοίκους των ορεινών Αγράφων και ενδιαφερόμενοι για την είσπραξη από αυτούς κάποιας φορολογίας, αναγκάστηκαν να ανανεώσουν τα προϋπάρχοντα από τους Βυζαντινούς προνόμια αυτονομίας και αυτοδιοίκησης από το τέλος του 15ου αιώνα και στη συνέχεια από την αρχή του 16ου, να υπογράψουν με τους Αγραφιώτες τη γνωστή «συνθήκη του Ταμασίου» (8) . Το πρώτο αρματολίκι αναγνωρίστηκε στα Άγραφα για την τήρηση της τάξης και την ασφάλεια των διαβάσεων και την υποχρέωση των προεστών για τη μεταφορά της φορολογίας, που καθορίστηκε κατά κοινότητα, στην έδρα της Τουρκικής αυτοκρατορίας, την Πόλη. Κατά τα μέσα του 16ου αιώνα δημιουργούνται τα αρματολίκια Βάλτου και Ξηρομέρου και στα τέλη περίπου του 18ου αιώνα αντίστοιχα του Βλοχού, του Απόκουρου, του Ζυγού και των Κραβάρων. Αλλά προτού καν αναγνωριστούν τα αρματολίκια και πολύ περισσότερο ύστερα από την αναγνώρισή τους, τα ορεινά της Δυτικής Ελλάδας υπήρξαν φυσικό καταφύγιο των διωκομένων από τις γύρω περιοχές και το ορμητήριο της κλεφτουριάς, και των αρματολών. Η πρώτη σοβαρή επαναστατική πράξη μνημονεύεται το 1585 με την εξέγερση του Θεόδωρου Γρίβα. Αξίζει επίσης να αναφέρουμε το κίνημα που οργανώθηκε το 1601 στο μοναστήρι της Τατάρνας από το γενναίο φιλόσοφο και φιλελεύθερο Μητροπολίτη "Τρίκκης και Λαρίσης" Διονύσιο το Β΄ τον Σκυλόσοφο (9) και που δυστυχώς απέτυχε με αποτέλεσμα τη σφαγή και τις λεηλασίες των αγραφιώτικων πληθυσμών και μερικών κληρικών. Τότε απαγχονίστηκε και ο επίσκοπος Φαναρίου και Νεοχωρίου Σεραφείμ, που θεωρήθηκε ως συνεργός και αναγνωρίστηκε ύστερα από το ορθόδοξο Πατριαρχείο της Πόλης ως θαυματουργός Άγιος.
Είναι πράγματι αξιοθαύμαστο πως ο τόπος αυτός με τόσες αντιξοότητες φυσικές και ανθρώπινες κατόρθωσε στα μαύρα χρόνια της σκλαβιάς και διαφύλαξε με όλες του της δυνάμεις τις ιερές παρακαταθήκες των προγόνων μας. Η ιδέα της ελευθερίας, η γλώσσα μας, η θρησκεία μας, τα ήθη και έθιμά μας, σ' αυτά τα δυσκολοπάτητα βουνά και στα τραχιά κατσάβραχά μας, κατορθώθηκε και διατηρήθηκαν αλώβητα. Στην τετρακοσιόχρονη σκλαβιά τα καλυβόσπιτα της Ευρυτανίας, και τα μοναστήρια της είχαν μεταβληθεί σε λημέρια κλεφταρματολών. Από τα απόμερα αγροτόσπιτα των κατοίκων της Ευρυτανίας, τα σκαρφαλωμένα στις άγονες βουνοπλαγιές της, βγήκαν όχι λίγα και ηρωικά παλικάρια, που πήραν μέρος στον ιερό αγώνα του '21. Από αυτά τέλος τα ταπεινά αγροτόσπιτα βγήκαν οι έξοχοι πολεμιστές, που πολλοί έδωσαν και τη ζωή τους για την επιτυχία των εθνικών μας αγώνων. Εκτός του κινήματος του Διονυσίου, που αναφέραμε, θα πρέπει να σημειωθεί και η δράση του περίφημου μικρού Χορμόπουλου, αρματολού των Αγράφων και του Λιβίνη, αρματολού του Καρπενησίου, οι οποίοι ηγήθηκαν σε επανάσταση κατά των Τούρκων (1684 - 1690). Αλλά και γενικότερα, τόσο στην περίοδο της δουλείας λόγο των κινημάτων και των διαφόρων επιδρομών, άλλοτε μεν από τον Λυμπεράκη Γερακάρη (1688 - 1697), άλλοτε από τους Βενετούς και τέλος από τη ρωσική επέμβαση με τα Ορλωφικά (1770), όσο και κατά τα χρόνια της επανάστασης, η προσφορά των Αιτωλών και των Ευρυτάνων υπήρξε αποδεδειγμένα αξιόλογη.


(1) Ο Νικηφόρος Β' Ορσίνι ή Νικηφόρος Β' Δούκας, ήταν Δεσπότης της Ηπείρου από το 1335 ως το 1338 και από το 1356 ως το 1359. Το Δεσποτάτο την εποχή του γνώρισε αλλεπάλληλες εισβολές, υπήρξε ο τελευταίος Δεσπότης της δυναστείας Ορσίνι. Ήταν γιος του Ιωάννη Ορσίνι και της Άννας Παλαιολογίνας. Όταν η μητέρα του δηλητηρίασε τον πατέρα του το 1335, ο επτάχρονος μόλις Νικηφόρος έγινε Δεσπότης. Η μητέρα του είχε αναλάβει ουσιαστικά τις τύχες του Δεσποτάτου, όμως απέτυχε να αποτρέψει τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ' Παλαιολόγο, από την επικείμενη εισβολή. Τα βυζαντινά στρατεύματα κατέλαβαν της κτήσεις του Δεσποτάτου στην Θεσσαλία και προήλασαν ως τα Ιωάννινα. Εν τω μεταξύ αλβανικά φύλα βρήκαν την ευκαιρία να εξεγερθούν στα βόρεια εδάφη του Δεσποτάτου, όμως οι όποιες εξεγέρσεις απέτυχαν μετά την εδραίωση της βυζαντινής κυριαρχίας σε αυτή την περιοχή, το 1337. Ο Ανδρόνικος κάλεσε την Άννα σε διαπραγματεύσεις το 1337, όμως αρνήθηκε να αναγνωρίσει την τυπική βυζαντινή επικυριαρχία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επί του Δεσποτάτου. Κρατώντας την Άννα αιχμάλωτη, πάντρεψε τον Νικηφόρο με την Μαρία Καντακουζηνή, κόρη του έμπιστού του Ιωάννη Καντακουζηνού. Οι αντιβυζαντινοί κύκλοι όμως του Δεσποτάτου φυγάδευσαν τον Νικηφόρο εκτός Δεσποτάτου και τον έστειλαν στους Ιταλούς συγγενείς του στον Τάραντα, ελπίζοντας σε παλινόρθωσή του με ιταλική παρέμβαση. Το 1339 ξέσπασε αντιβυζαντινή εξέγερση στην Άρτα και ο Νικηφόρος εστάλη μυστικά στην περιοχή να την στηρίξει. Όμως ο Ανδρόνικος Γ' και ο Ιωάννης Καντακουζηνός την κατέπνιξαν γρήγορα και ο Νικηφόρος βρέθηκε πολιορκημένος στο Θωμόκαστρο (παραλιακή τοποθεσία της Ηπείρου). Βρισκόμενος σε δύσκολη κατάσταση, συμβιβάστηκε και παντρεύτηκε την Μαρία Καντακουζηνή, του δόθηκε ο βυζαντινός τίτλος του Πανυπερσέβαστου και οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Κατά την διάρκεια του βυζαντινού εμφυλίου (1341-1347), παρέμεινε με το μέρος του πεθερού του Ιωάννη Καντακουζηνού. Όταν ο πεθερός του πέτυχε και έγινε αυτοκράτορας (Ιωάννης ΣΤ'), ο Νικηφόρος προήχθη στον τίτλο του Δεσπότη. Το 1351 διορίστηκε κυβερνήτης του Αίνου της Θράκης και άλλων παραπλήσιων πόλεων του Ελλησπόντου.Το 1355, όταν αναζωπυρώθηκε ο βυζαντινός εμφύλιος, και μετά τον θάνατο του Στέφανου Δ' Δουσάν βασιλιά (τσάρου) της Σερβίας, ο οποίος κατέλαβε την Ήπειρο την δεκαετία του 1340, ο Νικηφόρος έσπευσε στην Ήπειρο να στηρίξει τον ηπειρώτικο αγώνα. Εκμεταλλευόμενος την αναρχία από τον θάνατο του Σέρβου ηγεμόνα της Θεσσαλίας, ο Νικηφόρος κατέλαβε την περιοχή την άνοιξη του 1356 και προέλασε προς την Ήπειρο. Κυνήγησε τον αδελφό του Σέρβου βασιλιά (ο οποίος είχε παντρευτεί την αδελφή του Θωμαΐδα) και ανακατέλαβε την Άρτα και άλλες κύριες πόλεις τις Ηπείρου. Πολλές περιοχές τις, όμως, υπαίθρου λεηλατούνταν από αλβανικά φύλλα το οποία ήταν δύσκολο να ελεγχθούν. Για να ενισχύσει τη θέση του και να αποτρέψει σερβική αντεπίθεση, ο Νικηφόρος σκέφτηκε σοβαρά να διαζευχθεί την Μαρία Καντακουζηνή και να παντρευτεί κάποια Σέρβα πριγκίπισσα. Όμως η ηπειρώτικη αριστοκρατία διαμαρτυρήθηκε έντονα και απέτρεψε αυτή την κίνηση, καθώς η Μαρία ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στην Ήπειρο. Ο Νικηφόρος επίσης προσέγγισε τον Συμεών Ούρεση Παλαιολόγο. Το 1358 ο Νικηφόρος σκοτώθηκε κοντά στον Αχελώο ποταμό σε συμπλοκή με αλβανικά φύλλα.

(2) Ο Κάρολος Α’ Τόκκος ήταν Κόμης παλατινός Κεφαλληνίας Ζακύνθου (περίπου 1376 - 1429), Δούκας Λευκάδας και Δεσπότης Ηπείρου 1411 - 1429. Ο Κάρολος γεννήθηκε περίπου το 1372. Διαδέχθηκε τον πατέρα του Λεονάρδο Α’ Τόκκο μετά τον θάνατό του. Άνδρας φιλόδοξος, επέκτεινε την κυριαρχία του στις ηγεμονίες Άρτας, Ακαρνανίας, Ιωαννίνων, νότιας Αλβανίας και διαφόρων τμημάτων της Ηλείας στην Πελοπόννησο. Παντρεύτηκε την Φραγκίσκα, θυγατέρα του Δούκα των Αθηνών Νέριου Α’ Ατζιαϊόλι που είχε τον τίτλο της Βασίλισσας των Ρωμαίων. Μετά τον θάνατο του πεθερού του έστειλε τον αδελφό του Λεονάρδο Β’ και κατέλαβε με την βία την Κόρινθο και τα Μέγαρα το 1395, που ανήκαν στο Δουκάτο των Αθηνών. Κυβερνούσε τις κτήσεις του με Αρμοστές και έγινε ένας από τους ισχυρότερους Φράγκους δυνάστες στην Ελλάδα, πετυχαίνοντας από τον Βασιλιά της Νάπολης, στον οποίο ήταν υποτελής, την κατάργηση, ύστερα από 170 χρόνια, των φεουδαλικών δεσμών της Κομητείας του με το Πριγκιπάτο της Αχαΐας. Στην διαμάχη του με τους Παλαιολόγους για τις κτήσεις του στην Πελοπόννησο, λύση έδωσε η μεσολάβηση του ιστορικού Φραντζή και σαν επισφράγισμα της συμφωνίας ο Κάρολος έδωσε την ανηψιά του Μαγδαληνή Τόκκο, θυγατέρα του αδελφού του Λεονάρδου Β’, σαν σύζυγο στο δεσπότη του Μορέα και μετέπειτα τελευταίο Βυζαντινό Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Το 1399 ανέθεσε την διακυβέρνηση της Ζακύνθου σαν κληρονομική κτήση στον αδελφό του Λεονάρδο Β’, ο οποίος το 1407 καταλαμβάνει και λεηλατεί με τον στρατό του το κάστρο Χλεμούτσι στην απέναντι ακτή της Πελοποννήσου. Το 1411 προσκλήθηκε στα Ιωάννινα ως διάδοχος του αποθανόντα θείου του Ησαϋ Μπουοντελμόντι παρά την αντίδραση του Μαυρίκιου Μπούα Ηγεμόνα της Άρτας. Σε μάχη που έγινε το 1414 ο Μαυρίκιος σκοτώθηκε και ο Κάρολος πολιόρκησε την Άρτα και την κατέλαβε. Έτσι σύμφωνα με το χρονικό των Τόκκων η Ήπειρος μαζί με ορισμένα από τα Ιόνια νησιά αποτέλεσαν και πάλι ενιαία πολιτική οντότητα. Ο Κάρολος αυτοαναγορεύτηκε Δεσπότης της Άρτας και των Ιωαννίνων. Υπερηφανευόταν ο ίδιος, σύμφωνα με τoυς χρονικογράφους, που υιοθέτησε αυτό τον τίτλο και επιδείκνυε την ελληνικότητά του, υπογράφοντας τις αποφάσεις και τα έγγραφά του σε ελληνική γλώσσα με κόκκινο μελάνι, με το οποίο υπέγραφαν οι βυζαντινοί δεσπότες. Επειδή δεν είχε δικά του νόμιμα παιδιά στη ζωή, υιοθέτησε τα παιδιά του αδελφού του Λεονάρδου Β’ την ίδια χρονιά. Το 1415 ο Βυζαντινός Αυτοκράτορας Μανουήλ Β' Παλαιολόγος απονέμει στον Κάρολο τον τίτλο του Δεσπότη καθώς οι Τόκκοι εξουσίαζαν πλέον τις μεγαλύτερες πόλεις της Ηπείρου. Πέθανε στα Ιωάννινα στις 4 Ιουλίου 1429 και τον διαδέχθηκε ο ανεψιός του Κάρολος Β’ Τόκκος.

(3) Ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β', μετά από αρκετά χρόνια εμφύλιας διαμάχης και αφού τελικά κατατρόπωσε τον αδελφό του καί σφετεριστή του θρόνου Τζέμ, αναθεώρησε τήν ως τότε εφεκτική του στάση έναντι των Βενετών. Τόν Ιούλιο του 1499 ισχυρός τουρκικός στόλος, υπό τή διοίκηση του καπουδάν Δαούδ πασά, εμφανίσθηκε στά δυτικά της Πελοποννήσου. Ο ίδιος ο σουλτάνος μετέφερε στή Στερεά τίς στρατιές καί τό πυροβολικό του. Ο βενετός αρχιναύαρχος Γριμάνης (Grimani) πού περιπολούσε στό Ιόνιο, ενισχύθηκε μέ πλοία των οποίων τή διοίκηση τήν είχε ο Λορεδάνος. Η ναυμαχία των δύο πανίσχυρων στόλων έλαβε μέρος ανοικτά του κάβο-Πάπα (ακρωτήριο Αράξου) καί ενώ ο Λορεδάνος συνεπλάκη μέ τή ναυαρχίδα του, μέ τόν περίφημο κουρσάρο Μπαράκ, ο Γριμάνης απέφυγε νά τόν βοηθήσει. Στά δύο πλοία των προαναφερομένων εκδηλώθηκε πυρκαγιά, καί χάθηκαν οι δύο γενναίοι ναυτικοί μέ τό σύνολο των πληρωμάτων τους. Ο κακεντρεχής Grimani οπισθοχώρησε, αφήνοντας αφύλακτη τήν είσοδο γιά τόν Κορινθιακό κόλπο καί επιτρέποντας τόν οθωμανικό στόλο νά εισέλθει καί νά αποκλείσει τό σημαντικότατο λιμάνι της Ναυπάκτου (Lepanto). Είχε ήδη καταφθάσει καί ο στρατός του Βαγιαζήτ καί έντρομοι οι πρόκριτοι της Ναυπάκτου Ιωάννης Μούσκος, Λοΐζος Δρακόπουλος καί Δημήτριος Μονάζης έπεισαν τόν βενετό διοικητή Moro νά παραδώση τήν πόλη. Οι Βενετοί έχασαν τό σημαντικό τους εμπορικό κέντρο (fiore de Levante) καί εκτέλεσαν τόν υπαίτιο Moro μέ δημόσιο απαγχονισμό. Ο Βαγιαζήτ στό μεταξύ έκτισε δύο κάστρα στήν είσοδο του Κορινθιακού κόλπου (Ρίο καί Αντίρριο), τά οποία ονόμασε "Μικρά Δαρδανέλλια", πρίν φύγει γιά νά διαχειμάσει στήν Αδριανούπολη.

(4) Μετά 1453, το οθωμανικόν κράτος διαιρέθηκε σε ευρείες διοικητικές περιφέρειες τα μπεηλερμπεηλίκια ή εγιαλέτια, όπως ονομάσθηκαν μετά το 1591 επί Μουράτ Γ’ (1574-1595). (Αντιστοιχούσαν προς τις γενικές διοικήσεις Πελοποννήσου, Μακεδονίας κ.λ.π., στις οποίες ήταν διαιρεμένη παλαιότερα η Ελλάδα, αν και το εγιαλέτιον ήταν συνήθως περιφέρεια κατά πολύ ευρύτερη αυτών). Αυτή η μέγιστη διοικητική περιφέρεια του οθωμανικού κράτους ήταν διαιρεμένη, κατά περίπτωση, σε μεγάλο ή μικρό αριθμό σαντζακίων (νομών).
Κάθε σαντζάκιον (νομός) διαιρούνταν σε μικρότερες διοικητικές περιφέρειες, τους καζάδες (επαρχίες).
Κάθε καζάς (επαρχία) ήταν διαιρεμένος στους ναχιγιέδες. (Ο ναχιγές αντιστοιχούσε προς τους παλαιότερους ελληνικούς δήμους, οι οποίοι συναποτελούνταν από πολλά χωριά, με μια κύρια πόλη τουλάχιστον ως πρωτεύουσα).
Η Στερεά Ελλάδα ήταν διαιρεμένη σε τρία σαντζάκια (νομούς):
-το σαντζάκιον του Κάρλελι,
-το σαντζάκιον της Ναυπάκτου, και
-το σαντζάκιον του Ευρίπου.
(Για ένα χρονικό διάστημα το ανατολικό και κεντρικό τμήμα της Στερεάς υπάγονταν στο σαντζάκιον Τρικάλων, ενώ ο καζάς Αγράφων ανήκε μονίμως στο Σαντζάκιον των Τρικάλων, το οποίο όμως δεν συντρέχει λόγος να θεωρηθεί ως τέταρτο σαντζάκιον της Στερεάς).

(5) Μετά τη κατάληψη της Κύπρου από τον Σουλτάνο Σελήμ Β΄ τον Αύγουστο του 1570, μία σειρά στρατιωτικών επιτυχιών, κατέστησε τους Οθωμανούς κυρίαρχους στη λεκάνη της Μεσογείου. Ο κίνδυνος, πλέον, για την Ευρώπη γινόταν όλο και πιο ορατός. Οι Οθωμανοί δεν αποτελούσαν μόνον θρησκευτική, αλλά και εδαφική και εμπορική απειλή. Τα περισσότερα από τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης ήταν μεγάλες εμπορικές δυνάμεις. Ως εκ τούτου, μία επέκταση των Οθωμανών στα δικά τους όρια, θα περιόριζε -αν δεν εξαφάνιζε κιόλας- το δικό τους εμπόριο. Επιπλέον, οι τουρκικές θηριωδίες εξαγρίωσαν όχι μόνον τους ηγέτες, αλλά και τους λαούς της Ευρώπης.
Υπό αυτές τις συνθήκες, και με πρωτοβουλία του Πάπα Πίου Ε', στίς 20 Μαΐου 1571 συγκροτήθηκε στρατιωτική συμμαχία μεταξύ χριστιανικών κρατών: ο Ιερός Συνασπισμός (Sacra Liga Antiturca). Στη συμμαχία αυτή συμμετείχαν η Ισπανία, η Βενετία, η Ρώμη, η Σαβοΐα, το τάγμα των Ιωαννιτών Ιπποτών, η Γένουα.
Η ανάθεση της αρχιστρατηγίας των Ευρωπαϊκών δυνάμεων, δόθηκε στόν Δόν Χουάν (Don Juan) τόν Αυστριακό, ο οποίος είχε ήδη δεχθεί ελληνικές αντιπροσωπείες, πού τόν καλούσαν νά αναλάβει επιχειρήσεις στήν κατεχόμενη ελληνική χερσόνησο. Πράγματι στίς 16 Σεπτεμβρίου 1571, ο ενωμένος χριστιανικός στόλος απέπλευσε από τή Μεσσήνη της Σικελίας. Ο βασιλιάς της Ισπανίας είχε προσφέρει 81 γαλέρες καί 30 φρεγάτες μέ 7000 Ισπανούς, 6000 Γερμανούς καί 5000 Ιταλούς στρατιώτες, η Βενετία συμμετείχε μέ 108 γαλέρες, 6 γαλεάσσες καί 5000 πεζούς, ο πάπας προσέφερε 12 γαλέρες πλήρως εξοπλισμένες, οι ιππότες της Μάλτας τέσσερις καί η Γένουα διέθεσε 11 γαλέρες μέ διοικητή τόν Τζιαναντρέα Ντόρια, ανηψιό του περίφημου Γενουάτη ναυάρχου. Στήν βενετική δύναμη περιλαμβάνονταν καί πλοία πού είχαν εξοπλίσει οι Ρωμηοί υπήκοοι της Γαληνοτάτης, κυρίως από τήν Κρήτη. Σημαντική συμβολή στόν εξοπλισμό των πλοίων καί στή χρηματοδότηση της αποστολής είχαν οι: Πέτρος Αυγουστίνης, Ιωάννης Δαπιράς, Ανδρέας Καλλέργης, Γεώργιος Καλλέργης, Δράκος Μακρής, Ανδρέας Στρατηγός, Γεώργιος Γαβράς, Αντώνιος Ευδαιμονογιάννης, Μανούσος Θεοτοκόπουλος (αδελφός του περίφημου ζωγράφου), Χριστόφορος Κοντοκάλης, Πέτρος Μπούας, Γεώργιος Κοκκίνης, Δημήτριος Κομούτος κ.ά. Ο τουρκικός στόλος πού είχε ήδη αποπλέυσει από τό ναύσταθμο της Κωνσταντινούπολης, περιελάμβανε 230 γαλέρες καί άλλα μικρότερα σκάφη. Γενικός αρχηγός ήταν ο καπουδάν Μουεζιν-ζάντε Αλή πασάς, ενώ διοικητής του πεζικού, πού επέβαινε στά πλοία, ήταν ο Πετράου πασάς. Μαζί τους βρίσκονταν οι γνωστοί κουρσάροι Ουλούτζ Αλή (αρνησίθρησκος Ιταλός) καί Καρακόζα μέ αλγερινά πληρώματα. Tήν αυγή της 7ης Οκτωβρίου οι δύο στόλοι συναντήθηκαν στίς Εχινάδες, βραχονησίδες πού βρίσκονται στίς εκβολές του Αχελώου καί άρχισαν νά πλησιάζουν ο ένας τόν άλλο μέ βραδύτητα, ενώ τά πληρώματα ετοιμάζονταν γιά τήν σύγκρουση πού θά ακολουθούσε. Νά σημειώσουμε ότι οι κωπηλάτες των τουρκικών πλοίων στήν πλειοψηφία τους ήταν Ελληνες σκλάβοι, οι οποίοι κινήθηκαν όσο αδέξια μπορούσαν, γιά νά δυσχεράνουν τήν πλοήγηση των σκαφών, καί ήταν αυτοί πού αργότερα θά είχαν τίς περισσότερες απώλειες, αφού όντας αλυσοδεμένοι θά βυθίζονταν αργότερα μαζί μέ τό πλοία του οθωμανικού στόλου. Οι οθωμανοί υστερούσαν σέ ισχύ πυροβόλων ενώ υπερτερούσαν σέ μάχιμους άνδρες οι οποίοι ήταν εξοπλισμένοι κυρίως μέ τόξα καί γιαταγάνια. Οι Ευρωπαίοι στρατιώτες ήταν εξοπλισμένοι κυρίως μέ αρκεβούζια, τά πρωτόγονα όπλα της εποχής εκείνης. Τήν αριστερή καί βόρεια πτέρυγα, κοντά στό ακρωτήριο Σκρόφα, τήν διοικούσε ο γηραιός Ενετός Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο μαζί μέ τούς Αντόνιο ντά Κανάλε καί Μάρκο Κουερίνι. Απέναντί τους τέθηκε η δεξιά πτέρυγα των Τούρκων μέ διοικητές τόν Μεχμέτ Σουλίκ Σιρόκο, κυβερνήτη της Αλεξάνδρειας καί τόν Μεχμέτ Μπέγκ, σαντζάκμπεη της Χαλκίδος. Στό κέντρο της χριστιανικής παράταξης τοποθετήθηκε η "la Reale", γαλέρα του δον Χουάν, ο οποίος πλαισιωνόταν από τόν Βενιέρ καί τόν Μαρκαντόνιο Κολόνα, αρχηγό των παπικών δυνάμεων. Απέναντι βρισκόνταν ο διοικητής του μωαμεθανικού στόλου, Αλή καπουδάν πασάς μαζί μέ τόν Πετράου πασά. Τέλος στή δεξιά πλευρά των χριστιανών, τά πλοία τά διοικούσε ο Γενουάτης Τζιαναντρέα Ντόρια καί απέναντί του είχε τόν περίφημο κουρσάρο Ουλούτζ Αλή. Πρίν αρχίσει η ναυμαχία ο δον Χουάν επιβιβάσθηκε σέ ένα ελαφρύ σκάφος καί πέρασε μπροστά από τά πλοία του στόλου γιά νά εμψυχώσει τούς άνδρες του, οι οποίοι απάντησαν μέ ζητωκραυγές. Ταυτόχρονα ιερείς μετέφεραν τόν Εσταυρωμένο από τήν πλώρη στήν πρύμνη καλώντας τά πληρώματα νά πολεμήσουν υπέρ της χριστιανικής πίστης. Γύρω στίς 09:00 ο δον Χουάν έριξε τήν πρώτη βολή από τή ναυαρχίδα του, καλώντας τόν αντίπαλο ναύαρχο νά έρθει νά τόν αντιμετωπίσει. Τό ελαφρύ δυτικό αεράκι πού άρχισε νά πνέει θά ευνοούσε τά χριστιανικά πλοία, αφού ο καπνός των κανονιών θά πήγαινε στήν πλευρά των μουσουλμάνων. Οι πρώτοι οι οποίοι επιτέθηκαν μέ φανατισμό ήταν από τήν αριστερή πτέρυγα, οι Βενετοί Αμπρότζιο καί Αντώνιο Μπραγκαντίν, συγγενείς του ομώνυμου υπερασπιστή της Αμμοχώστου, οι οποίοι μόλις είχαν πληροφορηθεί τό μαρτυρικό του τέλος. Μέ τρείς εύστοχες βολές βύθισαν τήν πρώτη εχθρική γαλέρα πρός μεγάλη θλίψη του Αλή καπουδάν πασά, ο οποίος άρχισε νά τραβά τά γένια του, διαισθάνοντας τήν εξέλιξη. Καί ενώ οι βενετικές γαλέρες στό βόρεια τμήμα προξενούσαν αναστάτωση στίς αντίστοιχες τουρκικές, ο Μεχμέτ Σιρόκο, μέ μία παράτολμη κυκλωτική κίνηση, απείλησε τή ναυαρχίδα του Αγκοστίνο Μπαρμπαρίγκο, ο οποίος τραυματίστηκε από βέλος στό μάτι, όταν σπαχήδες πήδησαν στό πλοίο του. Σέ βοήθεια ήρθαν η γαλέρα του ανηψιού του Μαρίνο Κονταρίνι, καί αυτή του Μάρκο Κουερίνι. Καί ενώ η μάχη γινόταν σώμα μέ σώμα καί τά πληρώματα πολεμούσαν λυσσασμένα, οι χριστιανοί κωπηλάτες της ναυαρχίδας του Σιρόκο έσπασαν τά δεσμά τους καί κατέλαβαν τό σκάφος. Τά τουρκικά πλοία πλέον της βορειας πλευράς, βούλιαζαν τό ένα μετά τό άλλο, καί οι Τούρκοι σκοτώνονταν σωρηδόν. Οσοι είχαν τή δύναμη νά κολυμπήσουν στήν στεριά καί πρός τή λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου, κατασφάζονταν από τούς Ελληνες πού παρακολουθούσαν από εκεί τήν εξέλιξη της μάχης. Στό κέντρο της παράταξης, τά χριστιανικά πλοία υπό τήν ηγεσία του δον Χουάν, έπλευσαν εναντίον του εχθρού, καλυπτόμενα από τή δύναμη του πυρός πού τούς παρείχαν οι γαλεάσσες. Μία από τίς βολές έσπασε τό πίσω κατάρτι της ναυαρχίδας του Αλή, ενώ οι απώλειες στά υπόλοιπα τουρκικά σκάφη ήταν εξίσου σημαντικές. Πρός τό μεσημέρι οι δύο αντίπαλες ναυαρχίδες είχαν ενωθεί μεταξύ τους, ενώ είχαν συγκεντρωθεί γύρω τους 30 ακόμα σκάφη. Οι γενίτσαροι από τό σκάφος του Αλή κατέλαβαν τήν πλώρη της γαλέρας του δον Χουάν καί δέχονταν τά πυρά των 400 αρκεβουζιοφόρων. Πρός βοήθειά του δον Χουάν, έσπευσε ο Βενετός ναύαρχος Βενιέρ, ο Ιταλός μισθοφόρος Μαρκαντόνιο Κολόνα καί ο Τζιοβάνι Μπατίστα Κονταρίνι. Οταν ο Πετράου πασάς τραυματίστηκε από εμπρηστικό βλήμα καί εγκατέλειψε τή γαλέρα του, επικράτησε σύγχυση στά τουρκικά πληρώματα καί επωφελήθηκε ο Κολόνα ο οποίος έπεσε μέ δύναμη στή ναυαρχίδα του Αλή καί έδινε διαταγή στούς στρατιώτες του νά τήν καταλάβουν. Ο καπουδάν πασάς σκοτώθηκε καί τότε οι Ευρωπαίοι άρχισαν νά σκοτώνουν αδιακρίτως τούς πανικόβλητους Οθωμανούς, τά σώματα των οποίων έπεφταν στήν κοκκινισμένη από τό αίμα τους θάλασσα. Τά τουρκικά πλοία βυθίζονταν μαζί μέ τούς αλυσοδεμένους χριστιανούς κωπηλάτους, οι κραυγές των οποίων δονούσαν τόν αέρα.Στό νότιο τομέα, η ναυμαχία εξελίχθηκε κοντά στό ακρωτήριο πάπα (Αραξος) καί ούτε ο Γενουάτης Ντόρια, ούτε ο κουρσάρος Ουλούτζ Αλή πολέμησαν μέ πάθος γιά τή νίκη, καθώς τά συμφέροντα καί των δύο δέν διακυβεύονταν άμεσα. Ο τελευταίος μάλιστα συνέλαβε τή ναυαρχίδα των Ιωαννιτών ιπποτών της Μάλτας καί κατόρθωσε νά διαφύγει αργά τό απόγευμα, τήν ώρα πού στά υπόλοιπα χριστιανικά πλοία ακούγονταν οι πανηγυρισμοί της νίκης. Η καταστροφή του Οθωμανικού στόλου ήταν ολοσχερής, 30000 περίπου άνδρες σκοτώθηκαν συμπεριλαμβανομένου καί του ναυάρχου Αλή καί 120 άλλων κυβερνητών. Η χριστιανική νίκη πανηγυρίσθηκε σέ όλη τήν Ευρώπη όπου τελέσθηκαν δοξολογίες σέ όλες τίς μητροπόλεις. Ο δον Χούαν έγινε θρύλος, ενώ στή νίκη συμμετείχε, ως απλός στρατιώτης, καί ο μεγάλος Ισπανός συγγραφέας του "Δόν Κιχώτη", Θερβάντες. Δυστυχώς όμως η νίκη έμεινε ανεκμετάλευτη τελείως από τίς Ευρωπαϊκές δυνάμεις οι οποίες θά μορούσαν νά εισέλθουν ανενόχλητες ακόμα καί στήν Προποντίδα. Ο σουλτάνος αργότερα πολύ ορθά θά έλεγε. "Οι χριστιανοί μού έκοψαν τά γένια στή Ναύπακτο αλλά εγώ τούς έκοψα τό χέρι στήν Κύπρο. Τά γένια θά ξαναβγούν, τό χέρι όμως δέν θά ξαναγίνει." Πράγματι τόν επόμενο χρόνο θά κατασκεύαζε αξιόμαχο στόλο καί πάλι μέ αρχιναύαρχο τόν Ουλούτζ Αλή, οι Βενετοί όμως θά έχαναν τήν Κύπρο γιά πάντα.

(6) Καί τό Χρονικόν του Γαλαξειδίου μας βεβαιώνει ότι μετά τήν καταστροφή της τουρκικής αρμάδας οι Ελληνες αναθάρρησαν καί επαναστάτησαν σέ πολλές περιοχές. Στό Γαλαξείδι, στό Λοιδορίκι καί στή Βιτρινίτζα (Ερατεινή) σηκώθηκαν οι κάτοικοι, πήραν τά όπλα καί κτύπησαν τά στρατεύματα πού έρχονταν από τά Σάλονα (Αμφισσα). Οταν όμως ο χριστιανικός στόλος δέν έδωσε συνέχεια στήν επιτυχία του, οι Ρωμηοί δείλιασαν καί διαλύθηκαν. Ο μπέης τότε κάλεσε στά Σάλωνα τούς πρόκριτους από τίς τρείς επαναστατημένες πόλεις γιά νά συμφιλιωθούνε καί νά μιλήσουνε γιά ειρήνη, δίνοντας όρκο ότι δέν θά τούς πείραζε. Πράγματι οι άρχοντες έφτασαν στό σεράϊ του μπέη καί παραθέτω τήν συνέχεια από τήν αφήγηση του μοναχού, στό Χρονικόν του Γαλαξειδίου:
"Εξεκινήσασι γούν εικοσιτρείς οι πρώτοι νοικοκυραίοι Γαλαξειδιώτες μαζή μέ τούς Βιτρινιτζιώταις καί Λοιδορικιώταις καί επήγασι στό Σάλονα, καί ο μπέης τούς εδέχτηκε μέ τιμαίς καί χαρά ψεύτικη καί αφηγώντας τό πώς εγελασθήκασι από τούς Φράγκους καί εσηκώσαν άρματα, ο μπέης τούς εσυχώρησε καί εσυβούλεψε νά ήνε πάντα φρόνιμοι καί νά τηράγουν τή δουλιά τους, καί τό πουρνό σύνταχτα νά μισέψουσι.
Τό βράδυ εδιάταξε καί τούς επιάσασι ένα ένα, καί τούς εδέσασι μέ σίδερα, καί τούς εβάλλασι σέ ένα σκοτεινό μπουτρούμι καί εκεί μέ τά σπαθιά τούς εσφάξασι όλους, ογδόηντα χωρίς νά λείπει κανένας, καί ένας μονάχα από χωριό Βουνοχώρα, πού τόν ελέγασι Δημήτρη Λυκοθανάση, έστωντας ανδρειωμένος άνθρωπος, έσπασε τά σίδερα, καί αρπάζοντας τό σπαθί ενού τζελάτη έσφαξε δυό Τούρκους καί τόν πορτιέρη, καί τρέχωντας ωσάν ελάφι έγλυσε από τό μακελειό.... εσκοτωθήκασι γουν μέ χίλια βασανιστήρια οι άλλοι ογδόηντα, οι πρώτοι κεφαλάδες καί τά ανδρειότερα παλληκάρια, μέ απιστιά μεγάλη, όλοι γιά τήν πατρίδα καί τήν θρησκεία."

(7) Ο Θεόδωρος Γρίβας-Μπούας ήταν αρματολός της Ακαρνανίας, απόγονος του Αλβανού δεσπότη και δυνάστη της Αιτωλίας Μπούα (14ο αι.). Όταν κατέλαβαν οι Τούρκοι την Ακαρνανία οι Γριβαίοι πέρασαν στα Επτάνησα. Κατόπιν εγκαταστάθηκαν στην Περατιά. Ο πρώτος που αναφέρεται στην Περατιά είναι ο Θεόδωρος Γρίβας-Μπούας, ο οποίος ήταν που ξεσηκώθηκε εναντίον των Τούρκων το 1585 μαζί με τον Μάλαμο και τον Πούλιο Δράκο. Οι οπλαρχηγοί κατάλαβαν τη Βόνιτσα τον Αετό και την Άρτα, όμως σε μία μάχη κοντά στον Αχελώο ο Γρίβας τραυματίστηκε και έφυγε για την Ιθάκη όπου και πέθανε από το τραύμα του. Ο Δράκος και ο Μάλαμος κατέφυγαν στα απόκρημνα βουνά του Σουλίου. Στην Περατιά σκοτώθηκε σε μάχη ο αδερφός του Γρίβα. Η περιοχή από τότε λέγεται «του Μπούα τ’ Αυλάκι».

(8) ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΤΑΜΑΣΙΟΥ:
Απαντα τα χωρία των Αγράφων αποτελούσιν αυτονομίαν, η οποία διοικείται υπό συμβουλίου, έχοντος έδραν την παρά το οροπέδιον Νεβροπόλεως ονομαστήν κωμόπολιν (Κασαμπά) Νεοχώριον. Ουδεμία τουρκική οικογένεια επιτρέπεται νακατοικήση εις τα χωρία των Αγράφων, εκτός του Φαναρίου. Οι κάτοικοι των πεδινών και ορεινών μερών επικοινωνούν ελευθέρως. Εκάστη κοινότης των Αγράφων υποχρεούται να πληρώνη εις την Υψηλήν Πύλην ετησίως πεντήκοντα χιλιάδας γρόσια. Το ποσόν δε τούτο θ’ αποστέλλεται παρά του ειρημένου συμβουλίου δι εμπίστου προσώπου εις την έδραν της ευδαιμονίας (ΚΠολιν). Εγένετω εν Ταμασίω τη 10η Μαίου 1525.
Βέιλερ Βέης Αρχιστράτηγος Θεσσαλίας.
Οι προύχοντες των Αγράφων.

(9) Από τίς πιό αξιόλογες επαναστατικές κινήσεις στίς αρχές του 17ου αι. είναι οι δύο εξεγέρσεις (Θεσσαλία καί Ήπειρο) πού οργάνωσε ένας άλλος ιερωμένος, ο μητροπολίτης Λαρίσης - Τρίκκης Διονύσιος Β', ο επονομαζόμενος "Φιλόσοφος" ή "Σκυλόσοφος". Ο Διονύσιος καταγόταν από σχετικά εύπορη οικογένεια καί σέ νεαρή ηλικία έγινε μοναχός στή μονή Αγίου Δημητρίου του Διχούνη, κοντά στό Κεράσοβο Θεσπρωτίας. Αργότερα σπούδασε στήν Ιταλία φιλολογία, φιλοσοφία καί ιατρική καί στήν πολύπλευρη μόρφωσή του οφείλεται η επωνυμία του "Φιλόσοφος". Επί της πατριαρχίας του Ιερεμία Β' του Τρανού, ο Διονύσιος αναφέρεται ως μέγας αρχιδιάκονος, έπειτα ως πρωτοσύγκελλος στόν Γαλατά καί τέλος ως έξαρχος μέ αποστολή στίς εκκλησίες της Θεσσαλίας, Ηπείρου καί Πελοποννήσου. Ο Διονύσιος τό 1600 ήταν μητροπολίτης στά Τρίκαλα καί βρισκόταν σέ επαφή μέ κλεφταρματολούς της Πίνδου, ενώ διατηρούσε καί αλληλογραφία μέ τόν αυτοκράτορα της Αυστρίας Ροδόλφο Β'. Το 1601 ο ηρωϊκός Μητροπολίτης Διονύσιος ο Φιλόσοφος ξεκίνησε την επανάστασή του απ' το Μοναστήρι της Τατάρνας. Η επανάσταση του Διονυσίου στή Θεσσαλία, γρήγορα απέτυχε καί ακολούθησαν σκληρά αντίποινα των Τούρκων. Το Μοναστήρι της Τατάρνας «πατήθηκε», κατεστράφη από ορδές Τουρκαλβανών Ανάμεσα στά θύματα ήταν καί ο Σεραφείμ αρχιεπίσκοπος Νεοχωρίου καί Φαναρίου που ανακυρήχθηκε από τήν εκκλησία νεομάρτυρας. (Τό μαρτύριο του Σεραφείμ περιγράφεται μέ λεπτομέρειες από Ηπειρώτη χρονογράφο καί σύμφωνα μέ αυτόν ζητήθηκε από τό νεομάρτυρα νά γίνει μουσουλμάνος γιά να σωθεί. Οταν αυτός αρνήθηκε, βασανίσθηκε γιά πολλές ημέρες από τόν Χαμουζά μπέη, καί στό τέλος παλουκώθηκε). Ο Διονύσιος μετά τήν αποτυχία του κινήματος κατέφυγε στήν Ιταλία ενά καθαιρέθηκε από τό Οικουμενικό Πατριαρχείο στίς 15 Μαΐου 1601 ως "τολμηρώς καί αλογίστως αποστασίαν μελετήσας κατά της βασιλείας του πολυχρονίου Μεχμέτ".
Στή Δύση, ο Διονύσιος συνέχισε νά αγωνίζεται γιά νά εξασφαλίσει βοήθεια γιά τήν απελευθέρωση των συμπατριωτών του, ενώ φέρεται νά προέβη σέ πλαστογραφία εγγράφων γιά νά γίνει πιστευτός. Τό 1602 απηύθυνε έκκληση πρός τόν αυτοκράτορα της Γερμανίας καί τό καλοκαίρι του 1603 έφθασε στήν Ισπανία, μαζί μέ τούς Σταύρο Αψαρά, Εμμανουήλ Ηγούμενο καί Σκαρλάτο Μάτσα, γιά νά συναντήσει τόν βασιλιά Φίλιππο Γ'. Αποτέλεσμα αυτής της επίσκεψης ήταν η δραστηριοποίηση στήν σκλαβωμένη Ελλάδα, πολλών Ισπανών πρακτόρων, οι οποίοι κατέφθαναν κυρίως από τό Ισπανικό βασίλειο της Νεαπόλεως. Ο Διονύσιος επέστρεψε κρυφά στό μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου του Δηχούνη στά 1609, συνεχίζοντας αν καί ηλικιωμένος (65 ετών) νά μεταδίδει τόν πόθο γιά τήν φλόγα της ελευθερίας στούς απλούς χωρικούς. Ομως βρήκε ισχυρή αντίδραση από τουρκόφιλη μερίδα, κυρίως κληρικών, οι οποίοι μέ επικεφαλής τόν μοναχό Μάξιμο τόν Πελοποννήσιο, τόν κατηγορούσαν καί τόν χλεύαζαν ώστε νά τόν υποτιμήσουν στά μάτια του απλού λαού. Ο επαναστατικός αναβρασμός όμως εξαπλώθηκε στήν Ήπειρο στούς κατοίκους χωριών καί κωμοπόλεων ενώ ξεχώρισαν γιά τήν δράση τους ο γραμματικός του Οσμάν πασά των Ιωαννίνων Λάμπρος, ο Ντελή Γιώργος καί ο Ζώτος Τσίριπος από τήν Παραμυθιά. Τόν Σεπτέμβριο του 1611, χίλιοι γεωργοί καί βοσκοί μέ ακόντια καί τόξα όρμησαν στά τουρκοχώρια Ζαραβούσα καί Τουρκογρανίτσα καί κατέσφαξαν τούς κατοίκους τους. Επειτα κινήθηκαν στά Ιωάννινα καί τή νύκτα της 11ης Σεπτεμβρίου ξεχύθηκαν στην πόλη ψάλλοντας "Κύριε ελέησον" καί φωνάζοντας "χαράτζι χαρατζόπουλον", ειρωνευόμενοι τούς τουρκικούς φόρους ενώ πυρπόλησαν τό διοικητήριο του Οσμάν πασά, ο οποίος όμως κατόρθωσε νά διαφύγη.
Τήν επόμενη μέρα ο πασάς επανήλθε καί μέ λίγους ιππείς, χριστιανούς σπαχήδες καί μέ τούς τουρκόφιλους κληρικούς, οπαδούς του Μαξίμου, διέλυσε εύκολα τούς επαναστάτες. Ο Διονύσιος κρύφτηκε στή σπηλιά της εκκλησίας του Ιωάννου του Προδρόμου, όπου τόν ανακάλυψε καί τόν κατέδωσε κάποιος Εβραίος. Ο Διονύσιος γδάρθηκε ζωντανός, τό δέρμα του τό γέμισαν μέ άχυρα καί αφού τό περιέφεραν από πόλη σέ πόλη τό έστειλαν μαζί μέ 85 κεφάλια στόν σουλτάνο. Τούς συνεργάτες του Διονύσιου τούς συνέλαβαν καί αυτούς, τούς σούβλισαν καί τούς έψησαν ζωντανούς. Οι σφαγές καί η τρομοκρατία απλώθηκαν σέ ολόκληρη τήν Ήπειρο, τό μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου κατασκάφτηκε καί οι χριστιανοί πού ζούσαν στό κάστρο των Ιωαννίνων εκδιώχθησαν.

23/1/09

ΟΙ ΓΙΟΛΔΑΣΑΙΟΙ...

Φάρα κλεφταρματολών και αγωνιστών, με αντικρουόμενες απόψεις για τη δράση τους κατά την επανάσταση του 1821. Κατάγονταν από το συνοικισμό Καστανούλα (Σέλιτσα) του χωριού Ψιανά, του δήμου Δομνίστας (τ. δήμου Ευρυτάνων). Το όνομα Γιολδάσης, είναι παρμένο από το τούρκικο Yoldas, που κυρίως θα πει συνταξιδιώτης, αλλά και σύντροφος ή φίλος.



Ας δούμε όμως ποιοι ήταν οι Γιολδασαίοι :


Ο Γιαννάκης Γιολδάσης, που ήταν επικεφαλής Ευρυτάνων αγωνιστών και ανδραγάθησε σε μάχες της Ρούμελης, που πήρε μέρος, και το 1825 έλαβε το βαθμό του στρατηγού του επαναστατικού στρατού. Ο ίδιος, στα 1832 βγήκε πληρεξούσιος του Καρπενησιού, μαζί με το Γιώργο Λέλη.


Ο Ζαχαρίας Γιολδάσης, αδερφός του Γιαννάκη. Πολέμησε με τους Ράγκο, Καραϊσκάκη και Τζαβέλα και πήρε το βαθμό του χιλίαρχου.


Ο Κώστας ή Σερέτης Γιολδάσης, είχε την πιο μεγάλη δράση. Χωρίς να περιμένει τον ξεσηκωμό στη Δυτική Στερεά, πήγε το Μάρτιο του 1821, με σώμα Ευρυτάνων, στην Πελοπόννησο και πολέμησε στο χωριό Λάλα της Ηλείας. Γυρνώντας στη Ρούμελη, διακρίθηκε στο Καρπενήσι, στο Σοβολάκο, στο Μεσολόγγι και στην Καλιακούδα. (Στην Καλιακούδα αφέθηκαν υπονοούμενα για εγκατάλειψη του μονοπατιού που φύλαγε με το Σιαδήμα, ώστε να περάσουν από κει νύχτα οι Τούρκοι και να διαλύσουν τους Έλληνες). Στα 1824 ονομάστηκε στρατηγός και μετά την ηρωική έξοδο του Μεσολογγίου, ακολούθησε τον Καραϊσκάκη και διακρίθηκε στις μάχες της Αττικοβοιωτίας.


Ο Μητρο-Κώστας Γιολδάσης, ξάδερφος του Σερέτη. Τραυματίστηκε αρκετές φορές στις πολλές μάχες που πολέμησε ηρωικά. Στα 1824 του δόθηκε ο βαθμός του αντιστράτηγου του επαναστατικού στρατού.


Ο Νίκος Γιολδάσης, αδερφός του Μητρο-Κώστα. Διακρίθηκε σε μάχες τόσο στη Ρούμελη, όσο και στην Πελοπόννησο, κοντά στο Νότη Μπότσαρη και τον Καραϊσκάκη.


Ο Πάνος Γιολδάσης, ξάδερφος του Νίκου. Επί αρχιστρατηγίας του Τζώρτζ, διορίστηκε φροντιστής και επιθεωρητής του στρατού.


Ο Χαράλαμπος Γιολδάσης, ως ο νεότερος όλων πήρε μέρος μόνο στις τελευταίες μάχες του αγώνα και διακρίθηκε στη Βόνιτσα, στο Μεσολόγγι, στη Θήβα και στην Πέτρα.

Πελαργός (Ciconia ciconia)


Οι Ιππότες του Ουρανού...

Οι Πελαργοί (Ciconia ciconia), είναι από τα πιο όμορφα πουλιά της ευρωπαϊκής Ορνιθοπανίδας. Ανήκουν στην τάξη των Πελαργιδών (Ciconiidae), που περιλαμβάνει πουλιά με πολύ μεγάλες διαστάσεις. Έχουν ύψος ένα μέτρο περίπου και το άνοιγμα των φτερούγων τους είναι πάνω από δύο μέτρα. Ζυγίζουν 2,7 - 4,5 κιλά. Το αρσενικό είναι πάντα πιο μεγάλο από το θηλυκό. Έχουν μεγάλο ράμφος και μακρύ λαιμό. Τα πόδια τους είναι μεγάλα και το φτέρωμά τους είναι λευκό, εκτός από ένας μέρος των φτερούγων και της ουράς τους που είναι μαύρο. Το ράμφος τους και τα πόδια τους έχουν χρώμα κόκκινο-πορτοκαλί.
Οι Πελαργοί, αφού περάσουν το χειμώνα στην Αφρική, σε χώρες όπως η Σενεγάλη, η Ουγκάντα και η Ζάμπια, αρχίζουν την άνοιξη το ταξίδι της επιστροφής για τις περιοχές καταγωγής τους στην Ευρώπη. Οι πρώτοι Πελαργοί φθάνουν στον τόπο μας στις αρχές Μαρτίου και φεύγουν συνήθως το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Αυγούστου. Ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, μπορεί να φύγουν νωρίτερα ή και αργότερα.
Οι Πελαργοί είναι δείκτες της υγείας των υγροτοπικών και αγροτικών οικοσυστημάτων. Στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, αυτά τα οικοσυστήματα έχουν υποστεί μεγάλες καταστροφές και αλλοιώσεις, με αποτέλεσμα οι Πελαργοί, πολιά στενά δεμένοι με αυτά τα οικοσυστήματα, να τείνουν προς εξαφάνιση. Σε κάποιες χώρες της Ευρώπης -όπως η Ιταλία- τα πουλιά αυτά έχουν εξαφανισθεί εντελώς, ενώ σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ολλανδία και η Δανία, έχουν απομείνει μόνο λίγες δεκάδες.
Στη χώρα μας, στη δεκαετία του 1950 υπήρχαν 10.000 ζευγάρια. Στο τέλος της δεκαετίας του 1960, με υπολογισμούς των ορνιθολόγων Schuz και Szijj, είχαν απομείνει 2.500 ζευγάρια. (Η αλήθεια είναι, όμως, ότι ποτέ δεν έγινε μία ολοκληρωμένη επιστημονική καταγραφή του πληθυσμού των Πελαργών σε όλη την Ελλάδα). Κατά την περίοδο του 1821, οι Πελαργοί φώλιαζαν ακόμα και μέσα στην Αθήνα. Σήμερα έχουν εξαφανισθεί από την Αττική και το νοτιότερο σημείο εξάπλωσής τους στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη, είναι η Αιτωλοακαρνανία και ειδικά η περιοχή της λιμνοθάλασσας του Μεσολογγίου, που φιλοξενεί λιγότερα από 10 ζευγάρια (φθάνει να σκεφθεί κανείς ότι στη δεκαετία του 1950-60, η περιοχή φιλοξενούσε εκατοντάδες ζευγάρια). Τον προηγούμενο αιώνα, οι Πελαργοί φώλιαζαν και στην Πελοπόννησο, σήμερα όμως, δυστυχώς, έχουν εξαφανισθεί.
Οι περιοχές που καταλαμβάνουν οι Πελαργοί στη χώρα μας, είναι η Δυτική Στερεά, η Κεντρική Στερεά (περιοχή Κωπαΐδας), η Ήπειρος, η Μακεδονία και η Θράκη. Παλαιότερα, οι Πελαργοί φώλιαζαν και στη Σαμοθράκη, νησί του Βορείου Αιγαίου, ενώ σήμερα στο Αιγαίο φωλιάζουν μόνο στο νησί της Λέσβου, κοντά στους υγροτόπους, στον κόλπο της Καλλονής και της Γέρας.
Οι Πελαργοί είναι πουλιά με πολύ ανεπτυγμένη την ανθρωποφιλία κι αισθάνονται μεγάλη ασφάλεια όταν οι φωλιές τους βρίσκονται κοντά στον άνθρωπο (μέσα σε πόλεις και χωριά) και δεν κινδυνεύουν οι νεοσσοί τους να θηρευτούν από διάφορα αρπακτικά πουλιά ή άλλα ζώα.
Η Φιλιππιάδα, ένα όμορφο χωριό στο νομό Πρεβέζης, δικαιούται να ονομάζεται "η Πρωτεύουσα των Πελαργών", όλης της Ευρώπης. Κάθε χρόνο, πάνω από 200 ζευγάρια από τα μεγάλα άσπρα πουλιά φθάνουν εδώ και κτίζουν τις φωλιές τους σε οποιοδήποτε σημείο. Σε καμπαναριά και τρούλους εκκλησιών, ταράτσες μαγαζιών, στέγες σπιτιών, πάνω σε αποθήκες, σε κολόνες της Δ.Ε.Η. ή του Ο.Τ.Ε., πάνω σε δέντρα κεντρικών δρόμων της πόλης. Οι κάτοικοι της Φιλιππιάδας προστατεύουν τους Πελαργούς καθιστώντας ακίνδυνες τις καλωδιακές γραμμές της Δ.Ε.Η.
Στον Αμβρακικό Κόλπο, στο αγροτικό χωριό της Ανέζας, που βρίσκεται κοντά στην Άρτα, έχουμε και εδώ κάθε χρόνο μεγάλη συγκέντρωση Πελαργών.
Όπως είπαμε, οι Πελαργοί κτίζουν τις φωλιές τους μέσα σε πόλεις ή χωριά. Παρ` όλα αυτά, υπάρχουν και παραδείγματα στη χώρα μας, που οι Πελαργοί απομακρύνονται από τον άνθρωπο.
Στο δάσος της Απολλωνίας, στη Λίμνη Βόλβη, οι Πελαργοί προτιμούν να κτίζουν τις φωλιές τους μακριά από τους ανθρώπους. Είναι το τελευταίο παραλίμνιο δάσος της Βαλκανικής, όπου έχουν απομείνει μόνο 250 στρέμματα από μία έκταση 2.500 στρεμμάτων που έχουν καταπατηθεί. Σ` αυτό το γεμάτο βλάστηση και νερά δάσος, φωλιάζουν 70 ζευγάρια Πελαργών. Επίσης, λίγο έξω από τη Λαμία, πάνω σ` έναν μικρό πευκώνα, μακριά απ` τα χωριά, εδώ και πολλά χρόνια φτιάχνουν δέκα περίπου φωλιές, γιατί μόλις λίγο πιο πέρα βρίσκεται το Δέλτα του Σπερχειού.
Ο Πελαργός ήταν γνωστός από την αρχαιότητα. Ο άνθρωπος του έδειχνε πάντα σεβασμό και αγάπη. Τον θεωρούσε ωφέλιμο πουλί για τη γεωργία, γιατί εξολόθρευε τα επιβλαβή έντομα, τις σαύρες, τα ποντίκια των αγρών και τα φίδια.
Ο Αριστοτέλης, στο βιβλίο του Ιστορία των Ζώων, αναφέρει ότι τα φίδια στη Θεσσαλία πολλαπλασιάστηκαν κάποτε πάρα πολύ, ώστε υπήρχε κίνδυνος οι άνθρωποι να αναγκασθούν να φύγουν από εκεί, αν δεν ερχόταν ένας μεγάλος αριθμός Πελαργών, οι οποίοι μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα κατόρθωσαν να ξεκαθαρίσουν τον τόπο από τα ερπετά. Οι Θεσσαλοί, για να δείξουν την ευγνωμοσύνη τους στους Πελαργούς, ψήφισαν ειδικό προστατευτικό νόμο για τα πουλιά αυτά, σύμφωνα με τον οποίο ετιμωρείτο με θάνατο όποιος τολμούσε να τα σκοτώσει.
Πολλοί ήταν οι μύθοι και οι θρύλοι γύρω από τους Πελαργούς. Ένας από αυτούς έλεγε πως "όταν οι γέροι Πελαργοί χάσουν τη δύναμη και τα φτερά τους, τότε τους ζεσταίνουν οι νεαροί Πελαργοί, φροντίζουν για την τροφή τους και μαδούν τα δικά τους φτερά για να τους σκεπάσουν". Η πίστη σ` αυτή τη συγκινητική αυτοθυσία ήταν τόσο διαδεδομένη στις παραδόσεις όλων των λαών, ώστε ο νόμος που στην αρχαιότητα υποχρέωνε τα παιδιά να γηροκομούν τους γονείς τους, ήταν γνωστός με το όνομα "Πελαργικός Νόμος" και η ανταπόδοση των τροφείων από τα φιλόστοργα παιδιά στους γονείς, ονομάστηκε "αντιπελαργία" ή "αντιπελάργησις".
Πρώτο έρχεται την άνοιξη το αρσενικό και ακολουθεί το θηλυκό. Για πολλά χρόνια χρησιμοποιούν την ίδια φωλιά. Σαν υλικά κατασκευής χρησιμοποιούν ξύλα και φρύγανα. Στο εσωτερικό, τη στρώνουν με άχυρα, ξερά χορτάρια, φτερά και χαρτιά.
Μετά τις ερωτικές τελετές και τις γαμήλιες επιδείξεις, η θηλυκιά γεννάει 3-5 αυγά που έχουν χρώμα λευκό. Κλωσάει τ` αυγά και μετά από 25-32 ημέρες οι νεοσσοί αρχίζουν να βγαίνουν. Οι δύο γονείς αρχίζουν να τους τρέφουν με μικρά αμφίβια και έντομα.
Οι νεοσσοί, όταν γεννιούνται, είναι γυμνοί και με τα μάτια κλειστά. Παραμένουν στη φωλιά για δύο μήνες και οι γονείς δεν προλαβαίνουν να φέρνουν τροφή, που αποτελείται από βατράχια, σκουλήκια, σαλιγκάρια, μικρά ψάρια, έντομα, ακρίδες, κολεόπτερα, πολλές φορές μικρά πουλιά, μικρά θηλαστικά, σαύρες και μικρά φίδια. Παρ` όλες τις φροντίδες όμως των γονιών, δεν καταφέρνουν να επιζήσουν όλα τα νεαρά πουλιά, λόγω της μεγάλης θνησιμότητας που υπάρχει. Περίπου μετά από 3 μήνες, τα μικρά γίνονται ανεξάρτητα και σεξουαλικά ωριμάζουν μετά απ` το πέρασμα 3 χρόνων. Όταν κάνει ζέστη και τα μικρά βρίσκονται στη φωλιά, οι γονείς κάθονται μπροστά στον ήλιο για να τα προφυλάξουν και κάθε τόσο τα ποτίζουν ή ρίχνουν νερό στο σώμα τους. Ύστερα από δύο μήνες περίπου, οι μικροί Πελαργοί μπορούν και πετούν καλά. Ακολουθούν τους γονείς τους στην αναζήτηση τροφής, ενώ ταυτόχρονα γυμνάζονται για το μεγάλο ταξίδι που τους περιμένει.
Οι αποδημίες των Πελαργών είναι καλά μελετημένες χάρη στις έρευνες των ορνιθολόγων. Κάθε φορά που έρχονται ή φεύγουν οι Πελαργοί, αρχίζει μία καινούρια εποχή για τους ανθρώπους.
Στην Ελλάδα, οι Πελαργοί, όπως είπαμε, φθάνουν το Μάρτιο και φεύγουν για το μεγάλο τους ταξίδι μετά τις 20 Αυγούστου. Καμιά φορά μπορεί να δούμε ξεμοναχιασμένο κάποιο Πελαργό κατά τη διάρκεια του χειμώνα, μέσα σε κάποιο υγρότοπο. Σϊγουρα αυτός θα είναι ηλικιωμένος ή άρρωστος και δεν μπορεί να κάνει το μεγάλο ταξίδι της επιστροφής για τα χειμωνιάτικα λημέρια του.
Οι κίνδυνοι που απειλούν τους Πελαργούς στη χώρα μας είναι πολλοί: πάνω απ` όλα, η καταστροφή των βιοτόπων τους από τις αποξηράνσεις των υγρών εκτάσεων, την έλλειψη τροφής, τα φυτοφάρμακα, τα ηλεκτροφόρα καλώδια που πολλές φορές τους προκαλούν ηλεκτροπληξίες.

«Οι τελευταίοι πελαργοί»


Του Γιώργου ΤΣΑΛΙΚΗ


Δέσποζε πάνω από την αγορά, αντίκρυ από τη ρωμέικη γειτονιά, το αρχοντικό του Κιαμήλ Μπέη. Ενα χτίσμα με χαρακτηριστικά μεσαιωνικού ρυθμού και αναγέννησης, μα και με έντονη επίδραση της Αιολικής αρχιτεκτονικής.
Σωστό παλάτι, γι' αυτό το μικρό χωριό της Μικράς Ασίας, ξεχώριζε με τον όγκο του και την επιβλητικότητά του. Πλούσιες αυλές και παρτέρια με λουλούδια και δέντρα της Ανατολής. Μαγιάτικα τριαντάφυλλα, λεβάντες, βασιλικά, χρυσάνθεμα και κατιφέδες, με υποστατικά για τους ανθρώπους και τα ζώα, που δούλευαν στα χτήματα του αφεντικού.
Ξέχωρη θέση είχε ο φούρνος, που άναβε κάθε Παρασκευή και μοσχομύριζε όλο το χωριό, με τα ζυμωτά ψωμιά από κεχριμπαρένιο στάρι, δικής του παραγωγής, τα κριθαρένια παξιμάδια και τα γεμιστά αρνιά, γαλοπούλες και κατσίκια, κατά προτίμηση σερνικά, μια και ο Κιαμήλ Μπέης βρισκόταν πια, πέρα από τη μέση ηλικία.
Οι κότες, οι πάπιες, οι φασιανοί και οι χήνες γύριζαν ανέμελα μέσα στα δικά τους παρτέρια. Πιο λαίμαργα απ' όλα τα πετούμενα, οι χήνες, έτρωγαν με βουλιμία ό,τι άχρηστο πετούσε από τα σφάγια ο μπάρμπα - Περικλής, ο Ρωμιός κολίγας τους.
Πάνω σ' αυτό το σπίτι, είχαν χτίσει πολλά χρόνια τώρα, με φορτία ολόκληρα από ξερόκλαδα, φρύγανα, χαρτιά, πανιά και πούπουλα, τη φωλιά τους, δυο πελαργοί. Κάθε χρόνο αυτά τα πουλιά έφερναν, κατά το τέλος του Απρίλη, την Ανοιξη σ' αυτό το χωριό κι ας είχε ακόμα πολλά χιόνια, ψηλά στις κορφές και το Καζ-νταγκ.
Πόσο, στ' αλήθεια, χαίρονταν Ρωμιοί και Τούρκοι τους πελαργούς, έτσι καθώς στέκονταν περήφανοι πάνω σα κεραμίδια του Κιαμήλ Μπέη, στο σπίτι του μαστρο-Αλκιβιάδη, στου Γιαβάζ Κωνσταντή, στο τούρκικο τελωνείο, στο καμπαναριό της εκκλησίας, στου μαστρο - Αντώνη του Πάγου.
Μα πιο πολύ από όλους αγαπούσαν τους πελαργούς του Κιαμήλ Μπέη. Η πελαργίνα χιμούσε στην αυλή του να προφτάσει κι αυτή κανένα έντερο από τα σφάγια, στρίγκλιζε ο χήνος και την κυνηγούσε, αγρίευε από πάνω ο πελαργός και κροτάλιζε το ράμφος του, μαλώνοντας την πελαργίνα του για τα πάρε - δώσε που είχε με το χήνο.
Αναγάλλιαζε η ψυχή των ανθρώπων του χωριού σαν έβλεπαν το πρωί, μαζί τους να φεύγουν για τον κάμπο σε μακρούς σχηματισμούς οι πελαργοί, την εποχή που ξεπετούσαν τα μικρά τους και τα μάθαιναν να κυνηγούν ποντίκια και φίδια και ακρίδες, καθαρίζοντας από όλα τα βλαβερά ζουλούμια, τα σπαρτά τους.
Στο λιμάνι του χωριού, ήταν ένας ατζέντης ο Ζαν Φρανσέ. Πρακτόρευε τα βαπόρια που φόρτωναν μεταλλεύματα από τα πλούσια μεταλλεία της Μπάλια. Ανθρωποι του σχοινιού και του παλουκιού. Πολλοί ναυτικοί τον γνώριζαν από τη Μασσαλία. Είχε ένα ύποπτο κέντρο με γυναίκες. Από τις πολλές φασαρίες που δημιουργούσε το μαγαζί του, το έκλεισε η αστυνομία. Αλλά από τις γνωριμίες που είχε με τους ανθρώπους της ρεμούλας, κατόρθωσε να τον στείλουν ατζέντη, εδώ στην Ανατολή.
Μα και εδώ δεν άφηνε άνθρωπο απείραχτο. Το είχε στο αίμα του να διασκεδάζει με τη δυστυχία των άλλων. Επινε καθημερινά και γελούσε με ένα αποκρουστικό γέλιο, που στο άκουσμά του έχανες κάθε διάθεση. Την αγάπη που είχαν οι άνθρωποι στους πελαργούς, χριστιανοί και μουσουλμάνοι σ' αυτό το χωριό, ο Ζαν Φρανσέ την έβλεπε με μίσος. Μέσα στο διαστραμμένο μυαλό του κατάστρωσε ένα τρομερό, ένα απαίσιο παιχνίδι σε βάρος των πελαργών του Κιαμήλ Μπέη.
***
Είχε δυο μέρες που η πελαργίνα είχε καθίσει στη φωλιά της και κλωσούσε τ' αυγά της. Τριάντα ολάκερες μέρες ο πελαργός θα της έφερνε τροφή, ώσπου να γεννηθούν τα μικρά τους. Ενα ασπρογάλανο φως άρχισε να ξεχύνεται κατά την Ανατολή, το σκοτάδι να σκορπίζει, μια καινούρια μέρα γεννιόταν. Ο Ζαν Φρανσέ με μια ανεμόσκαλα στο χέρι, κρυμμένος στο πίσω μέρος του σπιτιού του Κιαμήλ Μπέη, περίμενε να φύγει ο πελαργός.
Η Θανασώ, μια κοπελούδα από το αντικρινό σπίτι, τον είδε και πάγωσε από το φόβο της. Τι γύρευε, αναρωτιόταν, αυτός ο σατανάς πρωί - πρωί στη γειτονιά της.
Καθώς πέταξε ο πελαργός κατά τον κάμπο, ο Ζαν Φρανσέ ανέβηκε στη στέγη. Η πελαργίνα πετάχτηκε αλαφιασμένη κι έκανε γύρους πάνω από το σπίτι. Τρία μεγάλα αυγά με κίτρινες και πράσινες ανταύγιες ήταν μέσα στη φωλιά. Με γρηγοράδα πήρε το ένα αυγό και στη θέση του έβαλε ένα χηνίσιο, που ήταν σχεδόν ίδιο στο χρώμα και το μέγεθος.
Πέρασαν είκοσι - οχτώ μέρες. Ο Μάης βρισκόταν στο τέλος του και ο Ζαν Φρανσέ καθισμένος πρωί - πρωί στο καφενείο του Μπαρμπουνά, παρέα με ένα μπουκάλι κονιάκ, μπεκρούλιαζε, χαμογελούσε και η ματιά του καρφωμένη στη φωλιά των πελαργών του Κιαμήλ Μπέη.
Ξαφνικά μεγάλη αναταραχή στη φωλιά. Οι δυο πελαργοί μάλωναν. Ο αρσενικός χτυπούσε με το ράμφος του την πελαργίνα. Απορούσαν όλοι στον καφενέ γι' αυτή τη φασαρία. Εφυγε ο αρσενικός και σε λίγο άρχισαν να φθάνουν από τα γύρω χωριά πολλοί πελαργοί. Τι ήταν εκείνη η σύναξη; Ηταν δικαστήριο: Ο πελαργός κατηγόρησε την πελαργίνα για μοιχεία. Η απόδειξη ήταν ολοφάνερη. Ενα μπάσταρδο γεννήθηκε στη φωλιά τους. Από τα τρία μικρά που ξεπετάχτηκαν το ίδιο πρωί, το ένα ήταν χηνάκι. Ο άθλιος Γάλλος είχε καλά μελετήσει το έγκλημά του, γιατί οι χήνες κλωσούν είκοσι οχτώ μέρες.
Πάνω από εκατό πελαργοί είχαν συναχθεί στη στέγη του Κιαμήλ Μπέη. Πολλές ώρες κροτάλιζαν τα ράμφη τους. Πότε μιλούσε ο ένας, πότε όλοι μαζί επιδοκίμαζαν. Η απόφαση πάρθηκε ομόφωνη: Η πελαργίνα είχε πέσει στο αμάρτημα της μοιχείας! Επρεπε να πληρώσει. Μάνα και μπάσταρδο καταδικάστηκαν από τη σύναξη σε θάνατο. Πήραν το μπάσταρδο με το ράμφος τους, το πέταξαν στην αυλή του Κιαμήλ Μπέη και όλοι μαζί άρχισαν να χτυπούν την πελαργίνα. Σε λίγο ήταν νεκρή κοντά στη φωλιά της.
Εκαναν δυο - τρεις αργούς γύρους στο χωριό οι δικαστές και σίγουροι πως απέδωσαν το «δίκαιο» ξεμάκρυναν για τις δικές τους φωλιές. Κανείς δεν ήξερε πώς συνέβησαν όλα τούτα. Μονάχα ο διαστραμμένος κείνος Γάλλος άδειαζε το δεύτερο μπουκάλι, ικανοποιημένος για το μακάβριο έργο του.
Ξαφνικά αριβάρισε η Θανασώ μπροστά στον καφενέ και με φωνές και κατάρες είπε ποιος ήταν ο ηθικός αυτουργός αυτής της τραγωδίας. Ισα που πρόλαβε, τρέχοντας, ο Γάλλος να σωθεί, πάνω σ' ένα βελγικό βαπόρι που φόρτωνε μετάλλευμα.
Ο πελαργός πάσχιζε να αναθρέψει μονάχος του τα δυο μικρά του. Ο Αύγουστος δεν είχε ακόμα τελειώσει και μια τρομερή καταιγίδα ξέσπασε στο Καζ-ντακ. Τα πουλιά αλαφιασμένα ξεκίνησαν νωρίτερα για το ετήσιο ταξίδι τους στο Νότο. Στο ταξίδι αυτό ήταν μοιραίο να χαθούν μέσα στην καταιγίδα οι πελαργοί αυτού του χωριού. Ερημιά στις στέγες των σπιτιών, οι φωλιές χάλασαν, εκτός από τη φωλιά του Κιαμήλ Μπέη, που έστεκε έρημη και άδεια, μαρτυρώντας την αδικία αυτού του κόσμου.
Η Θανασώ μεγάλωσε, παντρεύτηκε, έφτιαξε το σπιτικό της, βλέπει από το παραθύρι του σπιτιού της τα ξερόκλαδα της φωλιάς του Κιαμήλ Μπέη και θυμάται με συμπόνια τους όμορφους κάτασπρους πελαργούς, με τα τριανταφυλλένια λαιμά και τα όμορφα πετάγματά τους, που έδιναν στο χωριό τους.
***
Μια άλλη μεγάλη καταιγίδα του Εθνους μας, η Μικρασιατική καταστροφή, πέταξε τη Θανασώ με την οικογένειά της, απέναντι, στο Μόλυβο της Λέσβου. Είναι τώρα πάνω από ογδόντα χρόνων, με παιδιά και εγγόνια. Διηγείται σε κείνα την ιστορία των τελευταίων πελαργών, την αδικία των πελαργών του Κιαμήλ Μπέη, για τις μαγικές ομορφιές της Ανατολής, για το περήφανο Καζ-ντακ με τα άγρια θηρία και τους αντρίκιους νόμους των ανθρώπων του, για τα πλούσια χώματα και τα μυρωδάτα λουλούδια της χαμένης πατρίδας της. Και όταν εκείνα απορημένα τη ρωτούν: γιατί γιαγιά Θανασώ φύγατε από τα χώματά σας; Ποιος ήταν η αιτία; Τότε εκείνη απαντά με σιγουριά. Οι Γάλλοι, παιδιά μου, οι «σύμμαχοί» μας. Λέτε μαθές να έχει δίκιο η Θανασώ;