18/7/12

Η δραχμή είναι η μόνη λύση!


Δέκα χρόνια μετά την δημιουργία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι κάτι θεμελιωδώς σάπιο υπάρχει στο (εφήμερο όπως θα αποδειχθεί) βασίλειο της ευρωζώνης. Προς επίρρωση, η πρόσφατη διεύρυνση του μνημονιακού κλαμπ με μια ακόμη χώρα, την Ισπανία. Έτσι, μετά την Ελλάδα, την Ιρλανδία και την Πορτογαλία ο κύκλος των χαμένων περιφερειακών χωρών της ευρωζώνης επεκτείνεται, πλησιάζοντας απειλητικά την Ιταλία ενώ ταυτόχρονα καταρρίπτεται η μυθολογία που σχεδιασμένα αναπτύχθηκε από το Βερολίνο ενοχοποιώντας κάθε έναν λαό της ευρωζώνης ξεχωριστά.
Ο τρόπος με τον οποίο ξέσπασε η δημοσιονομική οικονομική κρίση σε κάθε μία από τις παραπάνω χώρες αναγκάζοντας την να προσφύγει στον κατ’ ευφημισμό Μηχανισμό Διάσωσης (κατόπιν φυσικά επίμονης απαίτησης της Γερμανίας) παρουσιάζει εμφανείς διαφορές. Ιρλανδία και Ισπανία, για παράδειγμα, αποκλείστηκαν σχεδόν οικειοθελώς από τις αγορές από τη στιγμή που δέχθηκαν να εκτινάξουν στα ύψη το χαμηλό και διαχειρίσιμο έως τότε δημόσιο χρέος τους (65,1% και 68,5% του ΑΕΠ αντίστοιχα) για να σώσουν τις χρεοκοπημένες τους τράπεζες αντί να τις εθνικοποιήσουν όπως όφειλαν, με κριτήριο τόσο οικονομικού ορθολογισμού όσο και κοινωνικής δικαιοσύνης. Σε Ελλάδα και Πορτογαλία δεν συνέβη κάτι αντίστοιχο. Στα καθ’ ημάς, μπορεί οι τράπεζες να έχουν ευνοηθεί σκανδαλωδώς από τον προϋπολογισμό λαβαίνοντας συνολικά από το Δημόσιο 145 δισ. ευρώ (με το 90% του ποσού να αποτελεί κρατικές εγγυήσεις σε ομολογιακές εκδόσεις) και μόλις πρόσφατα από την κυβέρνηση Παπαδήμου 18 δισ. ως πρώτη δόση της ανακεφαλαιοποίησής τους, (ποσό που ισοδυναμεί σχεδόν με την αξία των μετοχών όλων των εισηγμένων εταιρειών στο χρηματιστήριο που ήταν 20 δισ. στις 8 Ιουνίου) εν τούτοις δεν οδηγηθήκαμε στο Μνημόνιο επειδή το δημόσιο ανέλαβε να σώσει τις τράπεζες. Ελλάδα και Πορτογαλία προσέφυγαν στον Μηχανισμό λόγω του ότι οι όροι δανεισμού τους από τις αγορές γίνονταν σταδιακά απαγορευτικοί.
Οι ομοιότητες ωστόσο των τεσσάρων χωρών που βρίσκονται αυτή τη στιγμή στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης δημόσιου χρέους είναι πιο κραυγαλέες από τις διαφορές τους. Συνοπτικά κι εν συντομία αφορούν την θέση τους στην ευρωζώνη και τον ίδιο τον χαρακτήρα του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, ένα νόμισμα που σχεδιάστηκε για να εξυπηρετήσει τις επεκτατικές φιλοδοξίες της Γερμανίας στον παγκόσμιο οικονομικό ανταγωνισμό και πιο συγκεκριμένα να περιορίσει το ρόλο του δολαρίου ως διεθνούς μέσου πληρωμών και αποθεματικού νομίσματος. Αυτός ο ρόλος, που βρίσκεται σε πλήρη αντιστοιχία με την αυξημένη στρατιωτική παρουσία της Γερμανίας στα θερμά μέτωπα του πλανήτη όπως για παράδειγμα στο Αφγανιστάν, δεν μπορούσε να διεκπεραιωθεί από το μάρκο. Όφειλε να εδράζεται σε μια πολύ ευρύτερη οικονομική βάση, δηλαδή την ίδια την ευρωπαϊκή ήπειρο, η οποία προ πολλού αποτελεί εσωτερική οικονομική αποικία της Γερμανίας. Η νομισματική ενοποίηση έδεσε πιο σφιχτά τις υπόλοιπες 16 χώρες στο οικονομικό άρμα του Βερολίνου. Οι παραδοσιακές ωστόσο αποκλίσεις (στην παραγωγικότητα για παράδειγμα) μεταξύ των χωρών του ευρωπαϊκού κέντρου (Γερμανία, Αυστρία, Ολλανδία, κ.α.) και της ευρωπαϊκής περιφέρειας (Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία και Ελλάδα) οξύνθηκαν απότομα μετά την υιοθέτηση του ευρώ ως αποτέλεσμα τριών παραγόντων: της αυξημένης εισαγωγικής διείσδυσης των χωρών του κέντρου στην περιφέρεια που αποσάθρωνε σιγά – σιγά τις ούτως ή άλλως αδύναμες παραγωγικές υποδομές τους, του ζήλου που επέδειξε η Γερμανία να υιοθετήσει αντεργατικά μέτρα (Ατζέντα 2010 επί καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ ακόμη) μειώνοντας το κόστος παραγωγής και, τέλος, της εθελοντικής παραίτησης των περιφερειακών χωρών από το «όπλο» της ανταγωνιστικής υποτίμησης του εθνικού τους νομίσματος. Διαφορετικά ειπωμένο, η λέξη «κατάρρευση» είναι η προφανής απάντηση στο ερώτημα τι θα συμβεί σε μια οικονομία που επί μισό αιώνα ανταπεξέρχεται στον ανταγωνισμό με τον ισχυρό της γείτονα υποτιμώντας το εθνικό της νόμισμα και την τελευταία δεκαετία το βλέπει να ανατιμάται έναντι του δολαρίου κατά 80%. Αυτό συνέβη στην Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, κ.α. Τα υπόλοιπα δε, περί «τεμπέληδων του Νότου» ή «παχυλών συντάξεων» ανεπίσημα μεν, συντεταγμένα δε, ήρθαν να επενδύσουν στο ρατσιστικό «βασικό ένστικτο» διεγείροντάς το παράλληλα. Το ζητούμενο ήταν η συγκάλυψη των βαθύτερων δομικών αιτιών της κρίσης χρέους κι επίσης του καθοριστικού ρόλου που έπαιξε σε αυτή την μετάσταση το ευρώ. Εκ των υστέρων μπορούμε να πούμε πως το εγχείρημα της Γερμανίας πέτυχε. Αρκεί μια ματιά στην απροθυμία της Αριστεράς, πλην ελαχίστων και τιμητικών εξαιρέσεων, να καταδείξει με συνέπεια το ρόλο του ευρώ ως επιταχυντή αν όχι αιτία της κρίσης και της πλειοδοσίας της σε φιλοευρωπαϊκές κορώνες που μόνιμα συνέχεαν την Ευρώπη με την ΕΕ.
Ως αποτέλεσμα των παραπάνω, καμία λύση στην κρίση δημόσιου χρέους δεν μπορεί να δοθεί, όσο η Ελλάδα χρησιμοποιεί το ευρώ, το οποίο αποδείχθηκε γεννήτορας δημόσιου χρέους. Επίσης ο καταστρεπτικός ρόλος της ευρωζώνης στην ελληνική κρίση δημόσιου χρέους φάνηκε κατά την πρόσφατη αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους όταν το τελευταίο επί της ουσίας κρατικοποιήθηκε έτσι ώστε να θωρακισθούν τα συμφέροντα της Deutsche Bank, της Societe Generale κ.α. Σε αυτή την ανταλλαγή, αφού επί χρόνια οι ιδιωτικές τράπεζες του κέντρου θησαύρισαν από το ελληνικό δημόσιο χρέος επιβάλλοντας τοκογλυφικά επιτόκια, όταν αυξήθηκαν οι αβεβαιότητες ο κίνδυνος μεταβιβάστηκε στους γερμανούς και άλλους ευρωπαίους φορολογούμενους.
Στο συγκεκριμένο πλαίσιο η έξοδος της Ελλάδας από την ευρωζώνη και η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος αποτελεί όρο εκ των ων ουκ άνευ για την υπέρβαση της κρίσης, υπό μία όμως πολύ αυστηρή προϋπόθεση: να υλοποιηθεί κατόπιν απόφασης του ελληνικού κράτους και απαίτησης του ελληνικού λαού κι όχι της Γερμανίας ή κάποιου δοτού πρωθυπουργού, όπως ο Παπαδήμος, που θα επιβάλει ένα πλαίσιο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα της Γερμανίας, ξανά! Μια ενδεχόμενη βίαιη αποπομπή της Ελλάδας από το ευρώ, που είναι πολύ πιθανή και θα αποτελεί απάντηση του Βερολίνου στις αντιφάσεις της ευρωζώνης, αν δεν συνοδεύεται από μια σειρά άλλων μέτρων θα αποδειχθεί εξ ίσου ολέθρια κοινωνικά με την παραμονή στην ευρωζώνη. Το ζητούμενο δεν είναι επομένως η υιοθέτηση εθνικού νομίσματος με κάθε κόστος. Η δραχμή δεν αποτελεί πανάκεια.
Η έξοδος από το ευρώ μπορεί να σημάνει την βελτίωση των όρων ζωής κι εργασίας για την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία, μια μακράς πνοής αντιστροφή της χρόνιας επιδείνωσης του βιοτικού μας επιπέδου, αν ταυτόχρονα συνοδευθεί από τα ακόλουθα μέτρα:
-Σταθερή συναλλαγματική ισοτιμία: Παρότι η σημερινή ισοτιμία του ευρώ εξυπηρετεί τα συμφέροντα του γερμανικού χρηματοπιστωτικού τομέα και της γερμανικής μεταποίησης και είναι πλήρως αναντίστοιχη με τα θεμελιώδη δεδομένα της ελληνικής οικονομίας (ισχυρή παρουσία για παράδειγμα του τουριστικού τομέα, όπου απασχολείται το 15% του εργατικού δυναμικού, κι οποίος απαιτεί «μαλακή» ισοτιμία) η ισοτιμία της νέας δραχμής μπορεί και πρέπει να είναι σταθερή για ένα χρονικό διάστημα σε σχέση 1 προς 1 με το ευρώ έτσι ώστε να αποφευχθούν τα απανωτά σοκ. Αυτός ο στόχος μπορεί να επιτευχθεί αν η νέα δραχμή, με απόφαση της κυβέρνησης, δεν ενταχθεί στις αγορές ξένου συναλλάγματος κι έτσι η ισοτιμία της καθορίζεται με διοικητικές αποφάσεις.
-Ελέγχους στην κίνηση κεφαλαίων: Το σημερινό καθεστώς «ελευθερίας», κι επί της ουσίας ασυδοσίας στην κίνηση των κεφαλαίων, παρότι όταν επιβλήθηκε παρουσιάστηκε ως μέσο για την διευκόλυνση των άμεσων ξένων επενδύσεων και την αύξηση της απασχόλησης, στην πράξη ευνόησε την κερδοσκοπία και τις κάθε λογής επενδύσεις χαρτοφυλακίου, οδηγώντας στην αφαίμαξη των εθνικών οικονομιών. Μάρτυρας, η βεβαιωμένη εκροή 75 δισ. ευρώ από τις ελληνικές τράπεζες την τελευταία τριετία και 100 δισ. ευρώ από τις ισπανικές τράπεζες μόνο κατά το πρώτο τρίμηνο του 2012 που επιτάχυναν την προσφυγή στο Μνημόνιο λειτουργώντας σαν λάδι στη φωτιά. Η επαναφορά επομένως των ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων θα διορθώσει τις στρεβλώσεις που προκάλεσε η νεοφιλελεύθερης έμπνευσης «απελευθέρωση» των προηγούμενων δεκαετιών η οποία στην ήπειρό μας υπηρετήθηκε από την ΕΕ. Κι ο λόγος εδώ φυσικά δεν γίνεται για μικροποσά, όπως το ταξιδιωτικό συνάλλαγμα, το οποίο θα συνεχίσει να παρέχεται ανεμπόδιστα. Επιπλέον, η απαγόρευση εξόδου δραχμών σε φυσική και λογιστική μορφή θα αποτρέψει τυχόν κερδοσκοπικές επιθέσεις που ως στόχο θα έχουν την υποτίμηση της ισοτιμίας της δραχμής. Πρόκειται για μέτρα που προφανώς αντίκεινται στη νεοφιλελεύθερη ορθοδοξία, επιβάλλονται όμως κατά κόρον και μάλιστα επιτυχημένα τα τελευταία χρόνια σε μια σειρά χώρες, όπως η Αργεντινή και η Βραζιλία που θέλουν να διαφυλάξουν τις οικονομίες τους από τις πλημμυρίδες ρευστού τις οποίες προκαλούν τα μέτρα νομισματικής χαλάρωσης στις ΗΠΑ.
-Παύση πληρωμών του δημόσιου χρέους: Το δημόσιο χρέος αποδεδειγμένα δεν μπορεί να πληρωθεί, στο βαθμό που ισοδυναμεί με κοινωνική γενοκτονία, και δεν πρέπει να πληρωθεί. Η δυνατότητα επίκλησης αρχών του διεθνούς δικαίου, όπως για παράδειγμα της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, παρέχει τα αναγκαία επιχειρήματα για την ανακήρυξη παύσης πληρωμών του δημόσιου χρέους. Από κει και πέρα το χρέος της ναζιστικής Γερμανίας από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ύψους 700 δισ. ευρώ, και η ευκολία με την οποία τα δάνεια της Τρόικας μπορούν να χαρακτηριστούν συλλήβδην παράνομα (ούτε καν ψηφίσθηκε στη Βουλή η πρώτη δανειακή σύμβαση) δίνουν την δυνατότητα στον λογιστικό έλεγχο να διαγράψει, αν όχι όλο τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος του δημόσιου χρέους.
-Εθνικοποίηση των τραπεζών: Η συνέχιση της λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων υπό τη σημερινή τους ιδιοκτησία, όταν ζουν χάρη στο δημόσιο χρήμα, αποτελεί οικονομικό και πολιτικό σκάνδαλο. Η πρόσφατη ενίσχυσή τους με 18 δισ. στο πλαίσιο της κάλυψης του 100% των ζημιών που υπέστησαν από την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους (τη στιγμή που ασφαλιστικά ταμεία και τα Πανεπιστήμια και ΤΕΙ υπέστησαν απώλειες ακόμη και 95% των τοποθετήσεών τους, χωρίς να αποζημιωθούν ούτε στο ελάχιστο) με την κεφαλαιοποίησή τους να υπολείπεται των 4 δισ. ευρώ δείχνει το μέγεθος των ανισορροπιών που δημιουργεί η υπερτροφική ανάπτυξη των τραπεζών. Η εθνικοποίηση και η λειτουργία τους υπό δημόσιο έλεγχο δεν θα δράσει μόνο διορθωτικά, αλλά θα συμβάλλει και στην ανάταξη της οικονομίας.
-Παραγωγική ανασυγκρότηση: Η άσκηση σχεδιασμένης βιομηχανικής πολιτικής αποτελεί όρο για την αντιμετώπιση της ανεργίας, δεδομένης της αποδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης και της κρίσης απασχόλησης που προκάλεσε η υιοθέτηση πολιτικών ανοιχτών θυρών απέναντι στον διεθνή ανταγωνισμό. Η επαναφορά μέτρων προστασίας της εγχώριας παραγωγής, συχνά παρόμοιων με αυτά που εφαρμόζουν χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Γερμανία, και δασμολογικών φραγμών θα προκαλέσει ρήξη με τις διεθνείς δεσμεύσεις της Ελλάδας και τριγμούς στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει απέναντι σε διεθνείς οργανισμούς, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου και η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία έχει αναλάβει την επιβολή της φιλελευθεροποίησης στην ευρωπαϊκή ήπειρο.
-Στήριξη δημόσιας σφαίρας και εισοδημάτων: Όλα τα παραπάνω μέτρα αποτελούν εργαλεία που θα βελτιώσουν τη θέση της κοινωνίας. Αυτός ο στόχος μπορεί να πάρει υλική μορφή και να πάψει να αποτελεί ευσεβή πόθο αν άμεσα δοθεί προτεραιότητα σε δύο πολιτικές κατευθύνσεις. Πρώτο: στήριξη της δημόσιας σφαίρας, με γενναία χρηματοδότηση της παιδείας, της υγείας, του πολιτισμού, των δημόσιων μέσων μεταφοράς, του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και των υποδομών. Δεύτερο: χορήγηση αυξήσεων σε μισθούς, ημερομίσθια, συντάξεις και επιδόματα ανεργίας. Η δυνατότητα της κεντρικής τράπεζας να τυπώνει χρήμα, σε συνδυασμό με την δυνατότητα εσωτερικού δανεισμού που θα υποκαταστήσει τον διεθνή δανεισμό, επιτρέπει την άσκηση επεκτατικής πολιτικής, χωρίς την ανάγκη να προσαρμόζεται στα νεοφιλελεύθερα δόγματα της σφιχτής νομισματικής πολιτικής. Από την άλλη, ο χρόνιος υποπληθωρισμός της ελληνικής οικονομίας, λόγω της ακολουθούμενης νομισματικής πολιτικής, αποτρέπει την εμφάνιση των συνηθισμένων παθολογιών, όπως ο πληθωρισμός.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον η υιοθέτηση της δραχμής μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια ζωή που δεν θα τσαλαπατιέται από τον οδοστρωτήρα των Μνημονίων και της αιώνιας ευρω-λιτότητας.

16/7/12

Άνθρακες ο Θησαυρός ή Θησαυρός οι Άνθρακες;

Για την τιμή της ΔΕΗ...

Τα συνολικά βεβαιωμένα γεωλογικά αποθέματα λιγνίτη στη χώρα μας ανέρχονται σε περίπου 5 δις. τόνους. Τα κοιτάσματα αυτά παρουσιάζουν αξιοσημείωτη γεωγραφική εξάπλωση στον ελληνικό χώρο. Με τα σημερινά τεχνικο-οικονομικά δεδομένα τα κοιτάσματα που είναι κατάλληλα για ενεργειακή εκμετάλλευση, ανέρχονται σε περίπου 3,2 δις τόνους και ισοδυναμούν με 450 εκ. τόνους πετρελαίου (!!!) 
Τα κυριότερα εκμεταλλεύσιμα κοιτάσματα λιγνίτη βρίσκονται στις περιοχές Πτολεμαϊδας, Αμυνταίου και Φλώρινας με υπολογισμένο απόθεμα 1,8 δις τόνους, στην περιοχή της Δράμας με απόθεμα 900 εκ. τόνους και στην περιοχή Ελασσόνας με 169 εκ. τόνους. Επίσης στην Πελοπόννησο, στην περιοχή της Μεγαλόπολης, υπάρχει λιγνιτικό κοίτασμα με απόθεμα περίπου 223 εκ. τόνους. Με βάση τα συνολικά εκμεταλλεύσιμα αποθέματα λιγνίτη της χώρας και τον προγραμματιζόμενο ρυθμό κατανάλωσης στο μέλλον, υπολογίζεται ότι τα αποθέματα αυτά επαρκούν για περισσότερο από 45 χρόνια. Μέχρι σήμερα οι εξορυχθείσες ποσότητες λιγνίτη φτάνουν περίπου στο 29% των συνολικών αποθεμάτων. Εκτός από λιγνίτη η Ελλάδα διαθέτει και ένα μεγάλο κοίτασμα Τύρφης στην περιοχή των Φιλίππων (Ανατολική Μακεδονία). Τα εκμεταλλεύσιμα αποθέματα στο κοίτασμα αυτό εκτιμώνται σε 4 δις κυβικά μέτρα και ισοδυναμούν περίπου με 125 εκατ. τόνους πετρελαίου. Η λιγνιτική δραστηριότητα που αναπτύσσεται κυρίως στη Δ. Μακεδονία αλλά και στη Μεγαλόπολη, κατατάσσει την Ελλάδα στη 2η θέση μεταξύ των λιγνιτοπαραγωγών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στην 5η θέση σε παγκόσμια κλίμακα. 
Ο λιγνίτης προμηθεύει 21 θερμοηλεκτρικούς σταθμούς παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας- οι οποίοι παράγουν το 50% της ηλεκτρικής ενέργειας της Χώρας μας. Η χρήση του λιγνίτη, για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, αποφέρει στην Ελλάδα τεράστια εξοικονόμηση συναλλάγματος (κατ' εκτίμηση περίπου 1 δισ. δολάρια ετησίως). Ο λιγνίτης είναι καύσιμο στρατηγικής σημασίας για την Ελληνική Οικονομία, γιατί έχει χαμηλό κόστος εξόρυξης, σταθερή και άμεσα ελέγξιμη τιμή και παρέχει σταθερότητα και ασφάλεια στον ανεφοδιασμό καυσίμου. Συγχρόνως, προσφέρει χιλιάδες θέσεις εργασίας στην ελληνική περιφέρεια, ιδιαίτερα σε περιοχές που εμφανίζουν μεγάλα ποσοστά ανεργίας.
Με τιμή πώλησης 0,1 του ευρώ ανά κιλό λιγνίτη η αξία των λιγνιτικών αποθεμάτων της ΔΕΗ ανέρχεται σήμερα σε 334 δις ευρώ και με τιμή 0,01 του ευρώ (δηλαδή ένα λεπτό) ανά κιλό η αξία τους ανέρχεται σε 33 δις ευρώ. Με 0,05 ευρώ ανά κιλό η αξία τους ανέρχεται σε 150 δις ευρώ. Και μιλάμε μόνο για την αξία των λιγνιτικών αποθεμάτων που διαθέτει η Χώρα μας- και όχι για την συνολική αξία της ΔΕΗ, με τα θερμοηλεκτρικά και υδροηλεκτρικά της εργοστάσια!
Αυτή την στιγμή η χρηματιστηριακή αξία της ΔΕΗ ανέρχεται σε μόλις 400 περίπου εκατομμύρια ευρώ. Όταν στην χειρότερη των περιπτώσεων η συνολική αξία των εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων λιγνίτη με τιμή 0,01 ευρώ/κιλό, ανέρχεται σε τουλάχιστον 33 δις ευρώ! 
Με βάση αυτά τα ...λίγα οικονομικά στοιχεία, ποιοι είναι αυτοί που συνεχίζουν ακόμη να πιστεύουν πως με το ξεπούλημα της ΔΕΗ, εξυπηρετείται το συμφέρον του Ελληνικού Λαού και όχι τα συμφέροντα των Μεγαλοεργολάβων που θέλουν να την εξαγοράσουν, έναντι "πινακίου φακής";

Βαρέλι δίχως πάτο οι "Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας"...


Εκτροχιάστηκε το έλλειμμα του ΛΑΓΗΕ!
Σε ύψος ρεκόρ έφτασε το έλλειμμα του "Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ" τον Ιούνιο (1), δημιουργώντας επιπλέον «πανικό» στον ΛΑΓΗΕ, η διοίκηση του οποίου ενημέρωσε εκ νέου την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και τη ΡΑΕ για τη δραματική κατάσταση που δημιουργείται. Συγκεκριμένα, τον Ιούνιο προστέθηκε έλλειμμα 50 εκατ. ευρώ, ποσό ρεκόρ, καθώς είναι διπλάσιο από εκείνο του Μάϊου (τον Απρίλιο ήταν 27 εκατ. ευρώ και τον Μάρτιο 6,5 εκατ.). Μιλάμε πάντα για νέο έλλειμμα που προστίθεται στο υπάρχον. Συνολικά μέχρι το τέλος Ιουνίου το έλλειμμα του Ειδικού Λογαριασμού έφτασε τα 290 εκατ. ευρώ, καθιστώντας πλέον πολύ συντηρητική την εκτίμηση που είχε διατυπώσει η διοίκηση του ΛΑΓΗΕ για συνολικό έλλειμμα 400 εκατ. ευρώ στο τέλος του χρόνου. Η έκρηξη του ελλείμματος οφείλεται στην είσοδο στο σύστημα όλο και περισσότερων μονάδων ΑΠΕ. (2)
Με βάση τα νέα δεδομένα η Κυβέρνηση δρομολογεί άμεσο επανακαθορισμό του ύψους του τέλους ΑΠΕ. Ως γνωστόν η ΡΑΕ είναι υποχρεωμένη ανά τρίμηνο να επανακαθορίζει το τέλος ΑΠΕ (Ειδικό Τέλος Μείωσης Εκπομπών Αερίων Ρύπων ή ΕΤΜΕΑΡ όπως μετονομάστηκε)! Ο ΛΑΓΗΕ έχει ζητήσει, σύμφωνα με πληροφορίες, την άμεση αύξηση του "Τέλους ΑΠΕ" από τα 5,4 ευρώ τη Μεγαβατώρα, στα επίπεδα των 20 ευρώ τη Μεγαβατώρα, με βάση όμως την αρχική και πλέον εκ των πραγμάτων λανθασμένη εκτίμησή του για χρέος το πολύ 400 εκατ. ευρώ ως το τέλος του 2012. Παρόλα αυτά, σήμερα το έλλειμμα έχει φτάσει «αισίως» στα 290 εκατ. ευρώ και στο τέλος του 2012 υπολογίζεται ότι θα είναι κατά πολύ περισσότερα από τα 400 εκατ. ευρώ, που προέβλεπε η Κυβέρνηση. Να σημειώσουμε ότι η Κυβέρνηση δέχεται ισχυρές πιέσεις από την Τρόικα, αλλά και τους Μεγαλοεργολάβους της Μαύρης Ανάπτυξης και της Πράσινης Απάτης, τόσο για την άμεση αποπληρωμή αυτού του χρέους, όσο και για την αδιάλειπτη πληρωμή των "παραγωγών" ΑΠΕ. Στο κλίμα αυτό οι δρομολογούμενες εξελίξεις δεν μπορεί παρά να καταστούν δραματικές τόσο για τους Έλληνες πολίτες όσο και για την ίδια την Ελληνική Οικονομία. Οι αυξήσεις που δρομολογούνται στο "Τέλος υπέρ των ΑΠΕ" δεν πρόκειται  να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα! Γιατί το πραγματικό πρόβλημα είναι οι Μεγαλοεργολάβοι που λειτουργούν επί της ουσίας ως κοινοί ...ΑΠΕτεώνες! Και εφόσον ο Ελληνικός Λαός κάθεται με τα χέρια σταυρωμένα, αυτοί θα συνεχίζουν να τον ληστεύουν κυριολεκτικά και όχι μεταφορικά...
(1)Για να έχουμε μέτρο σύγκρισης: το πρωτογενές έλλειμμα του Κρατικού Προϋπολογισμού σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΔΝΤ, προβλέπεται να κυμανθεί στο 1,5% με 2% του ΑΕΠ, έναντι του προβλεφθέντος 1%.  Η μέγιστη τιμή της νέας πρόβλεψης για το πρωτογενές έλλειμμα, αντιστοιχεί σε επιπλέον 2 δισεκατομμύρια «τρύπα» στον φετινό προϋπολογισμό. Συγκρίνεται αυτό το ποσό, με τα 290 εκατ. που έχει φτάσει ήδη το έλλειμμα του ΛΑΓΗΕ, μόνο στο πρώτο 6μηνο του έτους, και κάνετε μόνοι σας την αναγωγή.
(2) Ο ΛΑΓΗΕ σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της "αγοράς" εκτιμάται ότι αυξάνει κατά ένα εκατομμύριο ευρώ περίπου κάθε ημέρα (!) το έλλειμμα του. Και εμείς ξαναρωτάμε: Αυτό το έλλειμμα ποιος θα το πληρώσει; Βέβαια το ερώτημα έχει πλέον καθαρά ρητορικό χαρακτήρα, καθώς η Κυβέρνηση έχει προαποφασίσει πως θα το πληρώσουμε εμείς! Το θέμα είναι αν εμείς είμαστε διατεθειμένοι να αφήσουμε την Κυβερνητική Πολιτική να συνεχίζει να γεννά ελλείμματα προς όφελος των Μεγαλοεργολάβων και να μας καλεί να τα πληρώσουμε εμείς από την τσέπη μας; Και το χειρότερο να φορτώνονται χρέη ως και τα δισέγγονά μας για να κερδίζουν οι ...ΑΠΕτεώνες!

15/7/12

Σταματήστε τις επιδοτήσεις στα Αιολικά Πάρκα!


"Η βιομηχανία της Αιολικής Ενέργειας είναι ένα μεγάλο στρείδι που παρασιτεί και κατατρώει τα ύφαλα του σκάφους της αγγλικής οικονομίας!"
Το κόστος των επιδοτήσεων για τα αιολικά πάρκα στο Ηνωμένο Βασίλειο αναμένεται να ξεπεράσει το ένα δισεκατομμύριο λίρες φέτος για πρώτη φορά.
Η αποκάλυψη έρχεται λίγο πριν την πολυαναμενόμενη κυβερνητική ανακοίνωση για την μείωση του μεγέθους των κρατικών επιδοτήσεων προς τα αιολικά πάρκα, επιδοτήσεων που ωφελούν τις μεγάλες εταιρείες ενέργειας, αλλά επιβαρύνουν τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος των νοικοκυριών. Το ποσοστό αυτής της μείωσης αποτελεί θέμα αντιπαράθεσης τόσο στο Αγγλικό Κοινοβούλιο όσο και στην ίδια την Αγγλική Κοινωνία.
Αρχικά τα σχέδια της κυβέρνησης ήταν να μειώσει τις επιδοτήσεις για τα Αιολικά Πάρκα στην Ξηρά, κατά 10 τοις εκατό για την περίοδο 2013-17! Τα υπεράκτια αιολικά πάρκα, τα οποία είναι και πιο ακριβά και λαμβάνουν μεγαλύτερη επιδότηση, αντιμετωπίζουν μια περικοπή 5 τοις εκατό των επιδοτήσεων. Πολλοί βουλευτές απαιτούν όμως μια μεγαλύτερη μείωση της τάξης του 25 τοις εκατό περίπου, τουλάχιστον για τα χερσαία αιολικά πάρκα. Το πανίσχυρο και διαπλεκόμενο λόμπι όμως της αιολικής βιομηχανίας παλεύει να διατηρήσει τις επιδοτήσεις και να υπερκεράσει τις εκτεταμένες αντιδράσεις στα σχέδια του.
Οι επιδοτήσεις εισήχθησαν από την κυβέρνηση των Εργατικών για να "ενθαρρύνουν" έργα πράσινης ενέργειας, όπως είναι τα αιολικά πάρκα. Ωστόσο, είναι πια γενικά παραδεκτό ότι οι επιδοτήσεις είναι πλέον πολύ μεγάλες! Κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί πλέον αυτό.
Σύμφωνα με μια ανάλυση των επίσημων κυβερνητικών στοιχείων από το Ιδρύμα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας  (REF), η συνολική ετήσια επιδότηση για τα χερσαία και υπεράκτια αιολικά πάρκα για πρώτη φορά, θα ξεπεράσει το £ 1 δις. Το ίδρυμα REF εκτιμά ότι στην τρέχουσα κατάσταση - και ακόμη κι αν επιβληθούν περικοπές των επιδοτήσεων - οι ενεργειακές εταιρείες θα έχουν εισπράξει  £ 100 δις επιδοτήσεων (!!!) μέχρι το 2030.
Το REF ανακοίνωσε ότι 10 μόνο εταιρείες, θα βάλουν στην τσέπη τους 800 εκατομμύρια  £ μέσω επιδοτήσεων στους επόμενους 12 μήνες.
Η πιο κερδισμένη είναι η Dong Energy, μια δανική εταιρεία ενέργειας, η οποία θα κερδίσει περισσότερα από £ 156 εκατομμύρια σε επιδοτήσεις για τα αιολικά πάρκα της. Η Dong επίσης πληρώνεται αδρά και για την ενέργεια που πωλεί στο Εθνικό Δίκτυο.
Η επόμενη καλύτερα επιδοτούμενη εταιρεία είναι η Vattenfall, μια σουηδική εταιρεία ενέργειας, που θα κερδίσει £ 128 εκατομμύρια από τα αιολικά πάρκα της. Από τις 10 συνολικά εταιρείες, μόνο δύο είναι βρετανικής ιδιοκτησίας - η Centrica, η οποία θα λάβει £ 58 εκατομμύρια σε επιδοτήσεις και η  SSE, η οποία θα λάβει £ 53 εκατομμύρια.
Οι υπόλοιπες εταιρείες ενέργειας που λαμβάνουν επιδοτήσεις από το βρετανικό κράτος για τα αιολικά τους πάρκα και οι Βρετανοί καταναλωτές τους πληρώνουν ακριβά για την ενέργεια που παράγουν έχουν έδρα τη Γερμανία, τη Νορβηγία, την Ισπανία και την Ιταλία. Αυτό επιβαρύνει πολύ το έλλειμμα του Κρατικού Προϋπολογισμού, και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η τεχνολογία των αιολικών είναι εισαγομένη, επιβαρύνεται κατά πολύ το ισοζύγιο εμπορικών συναλλαγών του Βασιλείου. 
Η περικοπή των επιδοτήσεων έχει προκαλέσει μεγάλη ανησυχία κυρίως στις επιχειρήσεις χερσαίων αιολικών πάρκων, οι οποίες και έχουν πιέσει σκληρά για να κρατηθεί  η μείωση στο 10 τοις εκατό! Η μείωση αυτή προτείνεται ως μέσο αποτροπής "από τα κακώς σχεδιασμένα έργα τα οποία είναι και δαπανηρά και κοστοβόρα για την ανάπτυξη". 
Πολλοί βουλευτές όμως απαιτούν μια μεγαλύτερη μείωση καθώς βλέπουν την Οικονομία της Χώρας να κλυδωνίζεται στον κυκεώνα της οικονομικής κρίσης που μαστίζει την Ευρώπη. 
Η REF, η οποία αντιτίθεται στα αιολικά πάρκα τόσο για λόγους κόστους όσο και για την ζημιά που προκαλούν στην ύπαιθρο, ανακοίνωσε ότι η σχεδιαζόμενη περικοπή των επιδοτήσεων - ακόμη και σε ένα ποσοστό 25 τοις εκατό - δεν είναι αρκετή λόγω του μεγάλου αριθμού των προγραμματισμένων αιολικών πάρκων και ότι το καλύτερο είναι να τεθεί ένα ανώτατο όριο δαπανών.
Ο John Constable, διευθυντής του REF, δήλωσε χαρακτηριστικά: "Η συνολική εξοικονόμηση που θα μπορούσε να παράγει ακόμα και μια έστω και κατά 25 τοις εκατό μείωση των επιδοτήσεων προς τα αιολικά πάρκα θα είναι μακρο-οικονομικά σημαντική. Όμως αναδρομικές περικοπές για τα υπάρχοντα αιολικά πάρκα αλλά μπλοκάρισμα στην κατασκευή νέων δεν πρέπει να αποκλειστούν!"  Περιέγραψε μάλιστα την συνέχιση των επιδοτήσεων προς τα αιολικά πάρκα ως "ένα μεγάλο στρείδι που παρασιτεί και κατατρώει τα ύφαλα του σκάφους της οικονομίας του Ηνωμένου Βασιλείου".
Το μέγεθος της μείωσης, αλλά και η πιθανότητα καθυστέρησης στην ανακοίνωσή της από την Κυβέρνηση, έχει προκαλέσει μεγάλη αβεβαιότητα στον κλάδο της αιολικής ενέργειας. Στοιχεία του κλάδου δείχνουν ότι 348 χερσαία αιολικά πάρκα είναι σε λειτουργία και ότι 275 έχουν λάβει πολεοδομική αδεία, αλλά παραμένουν σε φάση αναμονής. Το ίδρυμα REF ισχυρίζεται ότι "το άγχος των επενδυτών για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των επιδοτήσεων είναι ένας σημαντικός παράγοντας για να εξηγήσει γιατί οι εταιρείες ενέργειας δεν έχουν κατασκευάσει τα χερσαία αιολικά πάρκα", πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τελικά βασίζονται μόνο στις επιδοτήσεις και αποσκοπούν μόνο σε αυτές.
Πηγή: εφημερίδα "Telegraph"

Τα ...οικονομικά των Αιολικών!


Αυτές τις ημέρες συνεδριάζει η Επιτροπή του Βρετανικού Κοινοβουλίου για την  Ενέργεια και την Κλιματική Αλλαγή (Energy and Climate Change Committee), με θέμα "Τα οικονομικά της Αιολικής Ενέργειας". Από αυτή την συνεδρίαση αναδημοσιεύουμε την εισήγηση του Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου Gordon Hughes, σε μετάφραση και ελεύθερη απόδοση από τον "Αρχαιοπτέρυγα". Ολόκληρη την εισήγηση μπορείτε να την διαβάσετε στο πρωτότυπό της, στην ιστοσελίδα της Οργάνωσης "Global Warming Policy Foundation".  

1. Τα οικονομικά της αιολικής (και ηλιακής) ενέργειας βασίζονται σε δύο χαρακτηριστικά:  (α) το υψηλό αρχικό κόστος και το χαμηλό λειτουργικό κόστος και (β) η παραγωγή ρεύματος δεν είναι αδιάλειπτη και είναι τυχαία.
2.  Τα δύο παραπάνω χαρακτηριστικά δεν επηρεάζουν αρνητικά την λειτουργία ενός δικτύου όταν τα εγκατεστημένα αιολικά MW (αριθμός Α/Γ) είναι μικρότερα από το 10% της συνολικής ισχύος σε ώρα αιχμής, αλλά επιβάλουν αυξανόμενο κόστος στο σύστημα όσο το ποσοστό αιολικής ισχύος πλησιάζει την ελάχιστη ζήτηση (βάσης).  (Στην Ελλάδα το πρώτο από τα δύο νούμερα είναι περίπου 900 αιολικά μεγαβάτ, και περίπου 4.000 αιολικά μεγαβάτ. Ήδη έχουμε περί τα 1.700 αιολικά MW).
3. Όταν φυσάει, η προτιμησιακή και υποχρεωτική χρήση της αιολικής ενέργειας, και το χαμηλό λειτουργικό κόστος των αιολικών, τους επιτρέπει μεν να εκτοπίσουν άλλες συμβατικές μορφές ηλεκτροπαραγωγής, αλλά επιβάλει υψηλότερα κόστη στις άλλες μορφές ηλεκτροπαραγωγής. Είναι ακριβό και αναποτελεσματικό για ανθρακικές ή πυρηνικές μονάδες να αυξομειώνουν φορτίο για να ακολουθούν τις μεταβολές του αέρα.
4. Μία συνέπεια των αιολικών, ακόμα κι αν το κόστος τους ανα μεγαβατώρα είναι ανταγωνιστικό, είναι ότι η ύπαρξή τους αυξάνει το επενδυτικό ρίσκο και κόστος κεφαλαίου των συμβατικών μονάδων και επομένως το κόστος ηλεκτροδότησης της χώρας (αφού τα αιολικά είναι εξ ορισμού συμπληρωματικά, και δεν υποκαθιστούν ποτέ και πουθενά συμβατική ηλεκτροπαραγωγή).
5. Ένας τρόπος να μειωθεί η ζημιά των αιολικών στην συμβατική ηλεκτροπαραγωγή θα ήταν να μπει πλαφόν στην εκάστοτε αιολική ισχύ, αλλά αυτό θα μείωνε την ήδη χαμηλή διαθεσιμότητα (load factor) των αιολικών και θα αντιδρούσαν οι αιολικοί παραγωγοί, ή θα απαιτούσαν ακόμα υψηλότερες ταρίφες.
6.  Η αναπόφευκτη αυτή αρνητική επίδραση των αιολικών στο υπόλοιπο ηλεκτροδοτικό σύστημα θα έπρεπε να αντιμετωπισθεί σαν externality που θα έπρεπε να επιβαρύνει τα αιολικά, αντί να επιβαρύνει τον καταναλωτή και τους ηλεκτροπαραγωγούς.
7. Μερικές αγορές εκτός Ευρώπης έχουν βρει τρόπους αντιμετώπισης της μη αδιάλειπτης πηγής ηλεκτροδότησης, ειδικά στα Υ/Η.  Ο πιο διαφανής τρόπος είναι μακροχρόνια συμβόλαια παροχής προβλέψιμης ηλεκτρικής ενέργειας. Οι αιολικοί θα έπρεπε στις συμβατικές τους υποχρεώσεις να έχουν συμπεριλάβει το κόστος αποθήκευσης ή και εφεδρείας. (Να δω την Κυβέρνηση να προτείνει τέτοια στους Κοπελουζομυτιληναίοπεριστέρηδες, και να δω κόστος ανά μεγαβατώρα, χαχαχαάαχα -- η Μέρκελ κάτι ψελλίζει ωστόσο περί "market").
8.  Οι ενθουσιώδεις υποστηρικτές των αιολικών  λένε ότι το πρόβλημα της μη αδιάλειπτης και τυχαίας αιολικής ηλεκτροπαραγωγής μπορεί να μειωθεί (α) με αντλησιοταμίευση, υδρογόνο κλπ  (β) με πολλές διασυνδέσεις και (γ) με τιμολογιακούς μηχανισμούς που να ενθαρρύνουν κατανάλωση σε ώρες που φυσάει. Τα οικονομικά αυτών των λύεων δεν είναι ελκυστικά. Αν ήταν, θα είχαν ήδη χρησιμοποιηθεί.
9.  Σε 20 ή 30 χρόνια, ενδέχεται να υπάρχουν νέες τέτοιες τεχνολογίες. Ως το 2030 ωστόσο είναι πολύ φθηνότερο να μεταφέρεται και να αποθηκεύεται το φυσικό αέριο, και να χρησιμοποιούνται σχετικά φτηνές τουρμπίνες ανοιχτού κύκλου (κάτι σαν κινητήρες αεροπλάνου) για εφεδρεία.  Ωστόσο αυτές δεν είναι ενεργειακά αποτελεσματικές - και εκπέμπουν αντίστοιχα περισσότερο CO2  (σε αντίθεση με τις διπλού κύκλου, που όμως δεν προσφέρονται για αιολική εφεδρεία).
10.  Δεν είναι σαφές (από το άρθρο) πόσο εφεδρεία θα έπρεπε να υπάρχει για τα αιολικά. Εκτιμώ ότι δεν έχει πάψει να ισχύει το συμπέρασμα της Ε.ΟΝ ότι όσο πιο πολλά αιολικά έχει το σύστημα, τόσο μικρότερο ποσοστό συμβατικής ηλεκτροδότησης μπορούν να υποκαταστήσουν. Τα αιολικά από μόνα τους δεν υποκαθιστούν τίποτα, και επομένως κλείσιμο συμβατικών μονάδων συνεπάγεται μονάδες αερίου. (Αν υπάρχει αέριο, βλ. όμως #11 και #12, παρακάτω).
11. Για τους αγγλικούς στόχους για ΑΠΕ, μέχρι το 2020 θα χρειαστούν 36 αιολικά GW, συν 21 GW απλές αλλά αναποτελεσματικές μονάδες αερίου, συν καλώδια και διασυνδέσεις. Αυτά θα κοστίσουν περίπου £124 δις. Η ίδια ηλεκτροπαραγωγή μόνο με μονάδες αερίου κλειστού ή διπλού κύκλου θα κόστιζε £13 δις. (£124 δις, έναντι £13 δις!).
12. Τα αιολικά έχουν κόστος συντήρησης και λειτουργίας αλλά δεν έχουν κόστος καυσίμου. Επομένως έχουν κάποια εξοικονόμηση (για την Αγγλία), περί τα £200 εκατομ. ετησίως. Αυτό είναι ιδιαίτερα πενιχρό ποσό για την πρόσθετη επένδυση  των £110 δις!  ( 200/110.000 = 0,18%).
13. Υπάρχει σημαντικό ρίσκο ότι οι εκπομπές CO2 θα είναι μεγαλύτερες με αιολικά+αέριο από ότι με σκέτο αέριο.
14.  Με τις πιο ευνοϊκές παραδοχές τα αιολικά θα μειώσουν CO2  μέχρι το 2020, με κόστος όμως περί τις £415 τον τόνο CO2, όταν η τιμή του ήταν €25 και τώρα πέρί τα €7-8...
15. Τα αιολικά είναι εξαιρετικά ακριβός και αναποτελεσματικός τρόπος μείωσης CO2. Η επένδυση σε μονάδες αερίου διπλού  κύκλου είναι προτιμότερη (αν πρέπει να φύγει κανείς από κάρβουνο, κι αν έχει αέριο). Η σύγκριση αιολικών με ανθρακικές μονάδες είναι λανθασμένη και παραπλανητική.
16.  Σε περίληψη η ηλεκτροπαραγωγή από αιολικά επιβάλει βαριά κόστη στο σύστημα που δεν επωμίζονται οι αιολικοί (οι ΑΠΕτεώνες). Οι αιολικοί θα έπρεπε να πληρώνουν το κόστος εφεδρείας και τις επιβαρύνσεις μεταφοράς και δικτύου.  Μόνο τότε θα φανεί το πραγματικό τους κόστος. (Βέβαια ο Κοπελούζος έκανε εταιρία "λόμπινγκ" για ακριβώς το αντίθετο...)

Ζητούνται επειγόντως κανόνες για την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας!


του Γιώργου Καστούρα.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Αγγελιοφόρος".
Είναι πλέον πολύ γνωστό ότι η ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) και κυρίως των Φωτοβολταϊκών (Φ/Β) έχει «παγώσει» σε πολλές περιοχές της χώρας χωρίς να φαίνεται στον ορίζοντα καμιά πιθανότητα απεμπλοκής. Αν και έχουν υλοποιηθεί αρκετά έργα (μικρά και μεγάλα) σωροί από φακέλους γεμίζουν τα υπόγεια των υπηρεσιών για επενδύσεις σε ΑΠΕ που είναι πολύ αμφίβολο αν υλοποιηθούν ποτέ.
Στην κατάσταση αυτή θα καταλήγαμε με μαθηματική ακρίβεια εξαιτίας του νόμου του 2006 για τις ΑΠΕ. Ο νόμος αυτός έδωσε εξαρχής την εικόνα ενός Ελντοράντο. Εγγυημένες τιμές ρεύματος σημαντικά υψηλότερες από την υπόλοιπη Ευρώπη. Επιδότηση 40% από τον Αναπτυξιακό Νόμο και με τις τράπεζες (τότε) να κλείνουν το μάτι έτοιμες να δανείσουν τα υπόλοιπα. Εξοργιστική σχολαστικότητα για την κατοχή της γης που αποτελεί ένα πολύ μικρό μέρος της επένδυσης και κανένα ενδιαφέρον για την οικονομική επιφάνεια του επενδυτή. Ετσι δικαίως δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ο καθένας μπορεί να βγάλει πολλά λεφτά χωρίς κόπο και χωρίς κανένα ρίσκο. Η χώρα καταλήφθηκε από κάποιο είδος «Φ/Β πυρετού» και σύντομα οι ουρές στη ΡΑΕ έγιναν τεράστιες.
Το άλλο μεγάλο κενό του νόμου είναι η ανυπαρξία οποιασδήποτε πρόβλεψης για τη χωροταξική κατανομή των επενδύσεων, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται δύο νέα προβλήματα. Πρώτο η ανεπάρκεια των δικτύων που αναστέλει την ανάπτυξη των επενδύσεων για χρόνο άγνωστο (στην πραγματικότητα τις ματαιώνει) και δεύτερο την απίστευτη αταξία που προκύπτει αφού φ/β πάρκα ξεφυτρώνουν όπου το καθένα μπορεί. Πράγμα που σημαίνει εμπόδια και σύγχιση στις ήδη υπάρχουσες δουλειές (κυρίως τις αγροτικές) αλλά και αύξηση του κόστους ανάπτυξης των φ/β πάρκων ακριβώς λόγω της αταξίας.
Με τα δεδομένα αυτά τα προβλήματα έρχονται φυσιολογικά. Ο διαχειριστής του συστήματος ήδη αδυνατεί να πληρώσει αυτούς που έχουν συνδεθεί.
Υπάρχει επιπλέον και κάτι αντίθετο προς οποιαδήποτε δεοντολογία. Η τύχη της επένδυσης εξαρτάται τελικά από τη ΔΕΗ η οποία ταυτόχρονα είναι και ανταγωνιστής!
Στην κατάσταση στην οποίαν έχουμε περιέλθει και για να πετύχουμε επανεκκίνηση με όρους βιωσιμότητας πρέπει αφ' ενός να βελτιωθεί το θεσμικό πλαίσιο στα σημεία που επισημάναμε και αφ' ετέρου πρέπει να κινητοποιηθούν φορείς που μέχρι σήμερα έχουν ρόλους δευτερεύοντες ή και ανύπαρκτους. Περιφέρειες, δήμοι, ενώσεις παραγωγών κ.λπ. Παραδείγματα υπάρχουν πολλά κυρίως στην Ευρώπη. Οι φορείς αυτοί πρέπει να μπορούν να κινηθούν μέσα σ' ένα περιβάλλον σαφές όπου οι ρόλοι θα είναι διακριτοί κι αντίστοιχοι με το ειδικό βάρος του καθενός.
Προτάσεις:
-Κάθε τόπος (περιφέρεια, νομός, δήμος) έχει μια ιδιαίτερη οικονομική και παραγωγική φυσιογνωμία την οποίαν πρέπει να είναι σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια και πληρότητα.
-Παραγωγική φυσιογνωμία σημαίνει εικόνα της κατάστασης πλήρης και διαρκώς ενημερωμένη άρα κάθε τόπος πρέπει να είναι σε θέση να μετράει τα «υπάρχοντά» του, να τα καταγράφει και να τ' ανακτά με σύγχρονα εργαλεία π.χ. ένα Γεωγραφικό Σύστημα Πληροφοριών (GIS) δυναμικό και ευέλικτο. Καμιά εκτίμηση δεν μπορεί να γίνει, καμιά πολιτική δεν μπορεί να σχεδιαστεί και να εφαρμοστεί αν δεν υπάρχει καθαρή εικόνα.
-Κάθε τόπος θα μπορεί έτσι να προσδιορίσει τι τύπου ανάπτυξη και ποιο παραγωγικό μοντέλο του ταιριάζει και πώς μπορούν να εντάσσονται στη δική του φυσιογνωμία τα εκάστοτε νέα στοιχεία έτσι ώστε η θέση του να γίνει καλύτερη και βιώσιμη.
Στην περίπτωση των ΑΠΕ η ασάφεια και τα κενά του νόμου έχουν φέρει τις κατά τόπους διοικήσεις μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα τα οποία δεν μπορούν να διαχειριστούν. Αν προσθέσουμε εδώ την έλλειψη ενημέρωσης και διαλόγου, αλλά και την παραπληροφόρηση, τότε βλέπουμε πως προκύπτουν παρεξηγήσεις, αντιπαλότητες και συγκρούσεις, στασιμότητα και τελικά φτώχεια.
-Οι ΑΠΕ μπορούν να δημιουργήσουν πολλά προβλήματα όταν προβάλλονται όχι ως ένα μέσο για να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη, αλλά ως μια ευκαιρία να θησαυρίσει ο καθένας χωρίς λεφτά και χωρίς ρίσκο.
-Αντίθετα, μπορούν να λύσουν πολλά προβλήματα, να προκαλέσουν πολλές θετικές αλλαγές, να είναι σύμμαχος και αρωγός των άλλων οικονομικών δραστηριοτήτων όταν εντάσσονται σ' ένα περιβάλλον που έχει κανόνες, φυσιογνωμία και στόχους.
-ΑΠΕ δεν είναι μόνο τα φ/β. Είναι επίσης τα αιολικά, η βιομάζα, η σωστή χρήση του νερού, τα απορρίμματα.
-Τα φ/β όταν δεν είναι σε στέγες καλύπτουν εκτάσεις και τους αλλάζουν αναγκαστικά τη χρήση. Αρα εκτός από το προφανές όφελος που έχουμε από την παραγωγή ενέργειας, έχουμε και το κόστος της αλλαγής χρήσης (π.χ. αν οι εκτάσεις αυτές χάνονται για την πρωτογενή παραγωγή). Οι πιθανές συνέπειες δε φαίνονται σε επίπεδο μιας εγκατάστασης όμως σε μεγάλη κλίμακα (νομός, περιφέρεια, επικράτεια) μπορεί να είναι πολύ σοβαρές. Πρέπει επομένως να είμαστε σε θέση να μετράμε το κόστος στη μεγάλη κλίμακα για να μπορούμε ν' αποφασίζουμε για τα όρια και τους όρους υλοποίησης τέτοιων οικονομικών δραστηριοτήτων πριν δημιουργηθούν συνέπειες μη αναστρέψιμες. Αυτό μπορεί και πρέπει να γίνει σε επίπεδο περιφερειακής αρχής, αλλά ο νόμος δεν το προβλέπει.
αξιοποίηση της βιομάζας είναι σήμερα διεθνώς (πλην Ελλάδος) αναπόσπαστο κομμάτι της γεωργικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, αφού η αειφόρα αυτή πηγή ενέργειας εντάσσεται αρμονικά στον κύκλο της παραγωγής και μπορεί να συμβάλει στη βελτίωση του αγροτικού εισοδήματος, στη μείωση του κόστους παραγωγής των προϊόντων αλλά και του κόστους λειτουργίας των κοινοτήτων σε τομείς όπως η διαχείριση απορριμμάτων, η τηλεθέρμανση κ.λπ. Γιατί να επιδοτούμε το πετρέλαιο, αφού μπορούμε να επενδύσουμε στη βιομάζα;
Το ότι μπορούμε να παράγουμε ενέργεια από ανανεώσιμες πηγές δε σημαίνει ότι μπορούμε και να τη σπαταλάμε. Η εξοικονόμηση, δηλαδή η ικανοποίηση των αναγκών μας χωρίς σπατάλη αλλά και χωρίς έκπτωση στην ποιότητα ζωής, είναι η άλλη όψη του νομίσματος, είναι κερδοφόρα δραστηριότητα και ίσως η σημαντικότερη ανανεώσιμη πηγή ενέργειας.
Για την απεμπλοκή από τη σημερινή κατάσταση θα πρέπει να εργαστούμε για την ομαλή ένταξη των ΑΠΕ στην οικονομική ζωή κάθε περιοχής. Πρέπει όμως να καταλάβουμε καλά ότι η ευταξία και η πρόνοια για τις κοινές ανάγκες όχι μόνο δεν αντιστρατεύονται την επιχειρηματικότητα και την ιδιωτική ωφέλεια αλλά είναι όρος απολύτως απαραίτητος για τη βιωσιμότητά τους. Για το ζήτημα των φ/β, που φαίνεται να είναι και το πιο επείγον, μπορούν να γίνουν τα εξής συγκεκριμένα βήματα:
-Σε κάθε ενδιαφερόμενη περιοχή και με πρωτοβουλία και ευθύνη της τοπικής αρχής (δήμος, περιφέρεια κ.λπ.) πρέπει να γίνει καταγραφή και χαρτογράφηση των αιτήσεων για φ/β πάρκα, που έχουν υποβληθεί για να γνωρίζουμε πόσες, πού και ποιας ισχύος εγκαταστάσεις, τι εκτάσεις και τι υποδομές χρειάζονται.
-Κάθε ενδιαφερόμενη περιοχή πρέπει να γνωρίζει δηλαδή να μετρήσει και ν' αποτυπώσει σε χάρτες ποιες και πόσες εκτάσεις (δημόσιες ή ιδιωτικές) μπορούν να διατεθούν για εγκατάσταση φ/β χωρίς να διαταραχθεί η παραγωγική φυσιογνωμία της περιοχής.
-Οι περιοχές αυτές θα αποκτούν και θα διαθέτουν, με το αζημίωτο, στοιχειώδεις υποδομές, υπηρεσίες και γραμμές σύνδεσης ρεύματος, με τρόπο αξιόπιστο και εγγυημένο.
-Οι εκτάσεις αυτές θα μπορούν να διατεθούν σε τιμές ελκυστικές, σε επενδυτές που έχουν αποδεδειγμένα την οικονομική δυνατότητα να πραγματοποιήσουν την επένδυση.
-Επενδυτές θα μπορούν εκτός από άτομα να είναι και φορείς (π.χ. ενώσεις παραγωγών, συνεταιρισμοί, κοινότητες κ.λπ.) που θα μπορούν έτσι να βελτιώνουν τους όρους ζωής και εργασίας όχι με επιδοτήσεις και βοηθήματα αλλά με καλό περιβάλλον επενδύσεων και οικονομική ανάπτυξη.
-Τέτοιες πολιτικές μπορούν να υλοποιηθούν μόνο με τη συμμετοχή τοπικών αρχών και κοινωνιών μέσα από ένα θεσμικό πλαίσιο απλό και σαφές. Καμμιά κεντρική διοίκηση ειδικά στη χώρα μας ειδικότερα τώρα δεν είναι σε θέση μόνη της να υλοποιήσει τέτοιες πολιτικές.
Μια τέτοια τακτοποιημένη εφαρμογή θα έχει μεγάλες οικονομίες κλίμακας που θα λειτουργήσουν προς όφελος όλων.

Αγορά Ηλεκτρικής Ενέργειας: Στο κυνήγι των υπερκερδών!


Οι εξελίξεις στον κλάδο της ηλεκτρικής ενέργειας επιβεβαιώνουν τις αρνητικές συνέπειες για τη ΔΕΗ και τα λαϊκά συμφέροντα!
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Ριζοσπάστης".

Με μυστικά και ψέματα πορεύονται κυβέρνηση, αστικά κόμματα, φορείς, συγκεκριμένες συνδικαλιστικές παρατάξεις, οι επιχειρηματίες του ενεργειακού κλάδου και φυσικά η ΕΕ, προς το νέο - ακόμη χειρότερο για τα λαϊκά συμφέροντα - σκηνικό της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Οι αποφάσεις που έπονται αποτελούν συνέχεια των μέτρων που έχουν παρθεί για την απελευθέρωση - ιδιωτικοποίηση από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ με την ανοιχτή στήριξη των ηγεσιών της ΓΕΝΟΠ (ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ) και αφορούν, κυριολεκτικά, δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ θα αναδιαμορφώσουν καθοριστικά το ηλεκτρικό Σύστημα της χώρας (δυναμικό, μονάδες παραγωγής, πρώτη ύλη, δίκτυα, κόστη, τιμές) με σημαντικές αρνητικές συνέπειες τόσο για τους καταναλωτές, όσο και για τους εργαζόμενους του κλάδου. Αντιθέτως, διαμορφώνονται οι προοπτικές μυθικών κερδών για τα ενεργειακά μονοπώλια και τους ντόπιους συνεταίρους τους. Από τα πράγματα, η ΔΕΗ βρίσκεται στο επίκεντρο όλων των εξελίξεων, ως η μεγαλύτερη ενεργειακή επιχείρηση στη χώρα, πρώην κρατικό μονοπώλιο και εκείνος ο φορέας που η διατήρηση του μεγέθους του, ή η ανάπτυξή του στο εσωτερικό, θα πλήξει τις επενδύσεις των υπόλοιπων ιδιωτών και την ανάπτυξη της «αγοράς», σύμφωνα με τις δικές τους θέσεις. Αλλά και για τους ιδιώτες μεγαλομετόχους της ΔΕΗ η κερδοφορία μπορεί να είναι ακόμη καλύτερη με μείωση του μεγέθους της (καθώς υπάρχουν και υποχρεώσεις, πέρα από τα δικαιώματα), ενώ δεν έχουν πρόβλημα να θυσιάσουν ένα τμήμα της, για να συνυπάρξουν με άλλες επιχειρήσεις στο κερδοφόρο «πάρτι».
Ηδη, τα πρώτα χρόνια υλοποίησης της φιλομονοπωλιακής πολιτικής «απελευθέρωσης» του κλάδου - της οποίας συνέχεια αποτελούν τα όσα «μαγειρεύονται» αυτή την περίοδο - έφεραν μεγάλη μείωση προσωπικού στη ΔΕΗ (20.821 εργαζόμενοι τέλος του 2011 από 30.578 εργαζόμενους τέλος του 2001), επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων και των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, αλλά κι ένα γερό «κούρεμα» στους μισθούς, που μόνο με τις πρόσφατες ρυθμίσεις και την «επικύρωση» από τη νέα Συλλογική Σύμβαση Εργασίας είναι 35% μεσοσταθμικά σε σχέση με το 2009!!! Παράλληλα, η δαπάνη ηλεκτροδότησης ενός μέσου νοικοκυριού αυξάνεται διαρκώς αυτά τα χρόνια με αλλεπάλληλες και μεγάλες ανατιμήσεις, αλλά και ...«κόλπα». Οι κυβερνήσεις, οι διοικήσεις της ΔΕΗ και οι διάφοροι αρμόδιοι φορείς διαχωρίζουν σκόπιμα και αυθαίρετα τις ανατιμήσεις του ηλεκτρικού ρεύματος από αυτές των ΥΚΩ ή των δικτύων. Μιλάνε για τη «χαμηλότερη τιμή» στην Ευρώπη, την ίδια ώρα που η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) εκτινάσσει τις χρεώσεις για τα δίκτυα και το τέλος Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ), χωρίς όμως να τα εντάσσει στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος! Αναφέρονται σε χρεώσεις «υπέρ τρίτων» και φόρους, λες και η οικογένεια που μετρά το κάθε ευρώ θα πρέπει να νιώσει κάποιου είδους παρηγοριά, επειδή για το ηλεκτρικό ρεύμα πληρώνει «λίγα» και ο λογαριασμός «φουσκώνει» από τα υπόλοιπα.
Καμιά παρηγοριά δεν υπάρχει γι' αυτές τις οικογένειες, αλλά και καμιά λύπηση από τα «γεράκια» της αγοράς και τους υποστηρικτές τους. Σε λίγους μήνες θέλουν να υλοποιήσουν την «απελευθέρωση» των οικιακών τιμολογίων, ώστε η ΔΕΗ να χρεώνει το ρεύμα όπως τη συμφέρει. Το θέλει η τρόικα, το θέλουν τα κόμματα του «ευρωμονόδρομου», το θέλουν η ΔΕΗ και οι επιχειρηματίες, οι οποίοι επίσης θα ωφεληθούν. Μόνο ο λαός, που θα πληρώσει, δεν πρέπει να το θέλει, μαζί με τους εργαζόμενους στην ενέργεια και στη ΔΕΗ, που κάθε χρόνο χάνουν και κάτι, όπως και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι, τόσο εξαιτίας της συνολικής πολιτικής που ασκείται, όσο και των ειδικότερων πλευρών της, όπως είναι η ενεργειακή.
Ολα στο «σφυρί»!
Είναι ξεκάθαρο ότι όλα τα σχέδια που έχουν καταληχθεί ή εξετάζονται αποτελούν μέρος της ίδιας πολιτικής. Τη συμπληρώνουν.
Η προωθούμενη πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ (Μελίτη, Αμύνταιο 1 και 2, Μεγαλόπολη 3, συνολικής ισχύος άνω των 1.000 MW) με τα έτοιμα ορυχεία - που συμφέρει απείρως περισσότερο τους ιδιώτες από το να φτιάξουν νέες μονάδες δίπλα στα ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα λιγνίτη (Δράμα, Ελασσόνα, Βεύη) - έχει άμεση σχέση με τα σχέδια πώλησης μεγάλων υδροηλεκτρικών μονάδων, με τη διαχείριση των υδάτων να δίνει επιπρόσθετα στους αγοραστές και ρόλο στην υδροδότηση μεγάλων περιοχών.
Τα ίδια συμφέροντα υπηρετεί η επιπρόσθετη απαίτηση της ΕΕ για την πώληση - σε τιμές κόστους - ηλεκτρικού ρεύματος παραγόμενου από λιγνίτη σε ιδιώτες παραγωγούς.
Η προωθούμενη πλήρης ιδιωτικοποίηση των νέων θυγατρικών της ΔΕΗ που ελέγχουν τα δίκτυα Μεταφοράς (ΑΔΜΗΕ) και Διανομής (ΔΕΔΔΗΕ) εξυπηρετεί 2 στόχους. Αφενός το κεφάλαιο βρίσκει κερδοφόρους τομείς επενδύσεων στα δίκτυα και αφετέρου ο έλεγχος από τρίτους αναφορικά με την ιδιοκτησία δημιουργεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις που θέτει η ΕΕ για την πλήρη ιδιωτικοποίηση της ηλεκτρικής ενέργειας. Τα σχέδια ανάπτυξης του δικτύου Μεταφοράς προσαρμόζονται στις επιδιώξεις για επενδύσεις σε συγκεκριμένους τομείς από το μεγάλο κεφάλαιο (Πρόγραμμα ΗΛΙΟΣ και τερατώδη αιολικά σε Αιγαίο, Πελοπόννησο, Κρήτη).
Η νέα κυβέρνηση ετοιμάζεται να υλοποιήσει όσα ορίζει το μνημόνιο και συνομολόγησαν ένθερμα ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Από κοντά, χωρίς να το ομολογεί ευθέως, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιγράφει το ...ΠΑΣΟΚ μιλώντας στο πρόγραμμά του για «διατήρηση της ΔΕΗ υπό δημόσιο έλεγχο», ενώ συμμορφώνεται στις απαιτήσεις του κεφαλαίου για αύξηση των υπερκερδοφόρων ΑΠΕ και «εξοικονόμηση» ενέργειας. Και βέβαια δε λέει κουβέντα για την απελευθέρωση - ιδιωτικοποίηση συνολικά του τομέα της ενέργειας.
Οι «αμαρτωλές» ΑΠΕ!
Στο «καλάθι» του ξεπουλήματος έχουν μπει και οι ΑΠΕ της ΔΕΗ, συνολικά μέσω της ΔΕΗ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ. Στον τομέα αυτό, το ελληνικό Δημόσιο είχε ήδη χάσει σημαντικό μερίδιο, καθώς το μεγαλύτερο μέρος των επενδύσεων στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας έχει γίνει από μεγάλα μονοπώλια, ενώ και σε αυτά που σχεδιάζει μέσα από τη θυγατρική της ΔΕΗ ΑΝΑΝΕΩΣΙΜΕΣ, η ΔΕΗ έχει μειοψηφική συμμετοχή. Στην επόμενη φάση μάλλον θα μηδενιστεί η συμμετοχή του Δημοσίου. Κι όμως, τα κέρδη είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακά, αφού οι ΑΠΕ πουλάνε κατά προτεραιότητα την ενέργεια που παράγουν, με υψηλότατη τιμή και εγγυημένη, με συμβάσεις 25ετίας. 
Για παράδειγμα, τις πρώτες μέρες του Ιούνη η Οριακή Τιμή Συστήματος (χοντρική) κινήθηκε, εκτός κάποιων εξαιρέσεων, στα 40 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Τόσο πούλησαν οι ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες. Ωστόσο, η ενέργεια που παράγεται από ανεμογεννήτριες αγοράζεται 87 ευρώ ανά μεγαβατώρα και η φωτοβολταϊκή ενέργεια αγοράστηκε από 550 ευρώ ανά μεγαβατώρα τα οικιακά, έως 380 και 320 ευρώ ανά μεγαβατώρα τα παλιά και νέα συμβόλαια με εταιρείες, αντίστοιχα. Τη διαφορά την πληρώνει ο ΛΑΓΗΕ από το λογαριασμό στον οποίο εκταμιεύεται το τέλος ΑΠΕ. Και είναι τέτοια η πριμοδότηση, ώστε να καλύπτει υποτίθεται το υψηλό κόστος της φωτοβολταϊκής τεχνολογίας, το οποίο όμως μειώνεται ραγδαία.
Η περίπτωση των ΑΠΕ είναι ενδεικτική για το πώς διαμόρφωσαν και πώς λειτουργεί η ιδιωτική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας. Σε μια περίοδο μείωσης της κατανάλωσης, λόγω της οικονομικής κρίσης που πλήττει τα λαϊκά νοικοκυριά, υπάρχουν μέρες που ακόμη και το ένα τρίτο της ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα προέρχεται από τις πανάκριβες ΑΠΕ, με τις μεγάλες ξένες ενεργειακές εταιρείες να έχουν τον πρώτο λόγο στο χορό των εκατομμυρίων.
Η πρόσφατη «κρίση ρευστότητας» στην αλυσίδα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας, με εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ να οφείλονται στους παραγωγούς από τον ΛΑΓΗΕ (Λειτουργό χονδρεμπορικής αγοράς), που με τη σειρά τους δεν πληρώνουν τη ΔΕΠΑ για το φυσικό αέριο, ή τις τράπεζες για δάνεια - ή τους εργολάβους η ΔΕΗ, με συνέπειες και για τους εργαζόμενους σ' αυτούς - είναι ένα τεχνητό στη ρίζα του, αλλά και υπαρκτό πρόβλημα που γεννήθηκε από χρέη των καταναλωτών, χρέη των προμηθευτών (περίπτωση ENERGA - HELLAS POWER), χρηματοδοτικό αποκλεισμό και την πολύ μεγάλη αύξηση των ακριβών ΑΠΕ, με εκτίναξη των σχετικών αναγκών. 
Υπάρχουν όμως και άλλα, λιγότερο γνωστά προβλήματα, όπως ο εξαναγκασμός της ΔΕΗ να διατηρεί σε εφεδρεία μονάδες της για να κάνει «χώρο» στις ΑΠΕ. Εάν μια μονάδα της ΔΕΗ σβήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, οι φθορές που επέρχονται στις εγκαταστάσεις, αλλά και η επιβάρυνσή της όταν χρειαστεί να επαναλειτουργήσει, εγκυμονούν σημαντικά προβλήματα και μεγάλα κόστη. Κόστη που γεννιούνται από την εξυπηρέτηση των ιδιωτικών συμφερόντων, αλλά επιβαρύνουν τις λογιστικές καταστάσεις της ΔΕΗ, που συνέχεια μιλά για την ανάγκη τιμολογίων που θα καλύπτουν τα ...κόστη!
Αντιθέσεις και συμπορεύσεις!
Ο λιγνίτης, οι ΑΠΕ, το φυσικό αέριο παίζουν το δικό τους σημαντικό ρόλο στην ηλεκτροπαραγωγή, αλλά η άκριτη υποστήριξη του ενός ή του άλλου καυσίμου, με όρους «ελεύθερης αγοράς» και με κυριαρχία της φιλομονοπωλιακής πολιτικής, είναι εκ του πονηρού. Οσο για τις αντιθέσεις που δημιουργούνται, αυτές είναι πολλές και οξυμένες, αφού οι ιδιώτες μπορεί να συμφωνούν σε νέες «θεσμικές» παρεμβάσεις στην αγορά ώστε να διασφαλιστεί η ληστρική δραστηριοποίησή τους στον ενεργειακό τομέα, αλλά μαλώνουν και μεταξύ τους (παραγωγοί θερμικών μονάδων, αιολικών, φωτοβολταϊκών κ.λπ.) για να πάρουν μεγαλύτερο κομμάτι από την «πίτα». Παράδειγμα, η κόντρα των παραγωγών αιολικής και ηλιακής ενέργειας, ή η δικαστική προσφυγή των τελευταίων για τις τιμές μονάδων συμπαραγωγής (ΣΥΘΗΑ), με τον όμιλο ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ να έχει τέτοια μονάδα και ο ίδιος να πετυχαίνει να αγοράζει από τη ΔΕΗ - προσωρινά - με 42 ευρώ ανά μεγαβατώρα, τιμή που η ΔΕΗ σχολίασε ότι είναι κάτω από το κόστος της!
Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο συνδικαλιστικός τομέας, η ΓΕΝΟΠ - ΔΕΗ και ο «ΣΠΑΡΤΑΚΟΣ», εκεί που οι δυνάμεις του κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού επικαλούνται πολλές φορές το «δίκιο του καταναλωτή» και κάνουν παρεμβάσεις για το «καλό» της ΔΕΗ κόντρα στους ιδιώτες. Ωστόσο, είναι σαφές ότι όπως και στην περίπτωση των πολιτικών δυνάμεων υπάρχουν επιμέρους διαφοροποιήσεις, που οφείλονται στην επιλογή διαφορετικού «στρατοπέδου» οικονομικών συμφερόντων, έτσι και στο συνδικαλιστικό τομέα, με σημαία την «ανταγωνιστικότητα», συγκρούονται διαφορετικές ...σχολές «οικονομίας και διοίκησης». Τα πράγματα όμως είναι απλά. Η καταγγελία των νόμων και της πρακτικής των κυβερνήσεων και των ιδιωτών σε βάρος της ΔΕΗ μετατρέπεται σε «καυγά» για τα κέρδη εάν δε συνδυάζεται με την καταγγελία και την πάλη κατά της ιδιωτικοποίησης, αλλά και των ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων λειτουργίας της ΔΕΗ. Σ' αυτόν τον αγώνα πρωτοστατεί, χωρίς ταλαντεύσεις, το ΠΑΜΕ Ενέργειας.
Αυτός είναι και ο λόγος που η θέση του ΚΚΕ για ενιαίο δημόσιο φορέα Ενέργειας, που θα συντονίζει όλο το ενεργειακό δυναμικό, θα χαράσσει πολιτική, θα προωθεί έργα, θα παίρνει αποφάσεις με γνώμονα το λαϊκό συμφέρον, την προστασία του ανθρώπου και του περιβάλλοντος, την προκοπή του τόπου, έχοντας υπόψη του όλες τις ενεργειακές παραμέτρους, δυνατότητες, προοπτικές, είναι και η ουσιαστική φιλολαϊκή προσέγγιση του ενεργειακού ζητήματος.

Περί «αξιοποιήσεων», «αποκρατικοποιήσεων» και άλλων δαιμονίων...


Το παράδειγμα των Σιδηροδρόμων στην Βρετανία!
Στην πρόσφατη ομιλία του στη Βουλή, κατά τη διάρκεια των προγραμματικών δηλώσεων, ο νυν υπουργός Οικονομικών και πρώην σύμβουλος του Κ. Σημίτη, Γιάννης Στουρνάρας, ανακοίνωσε έναν μακρύ κατάλογο αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της περιουσίας του δημοσίου. Όπως ανέφερε, υπάρχουν εννέα αποκρατικοποιήσεις (sales leaseback 28 ακινήτων, ΕΥΑΘ, ΕΛΠΕ, ΕΓΝΑΤΙΑ, ΕΛΤΑ, ΟΠΑΠ, ΛΑΡΚΟ, ΟΔΙΕ, ΕΥΔΑΠ) που βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο προετοιμασίας και δεκατρείς ακόμη (λιμάνια, αεροδρόμια, μαρίνες, ΤΡΑΙΝΟΣΕ κ.ά.) που διαμορφώνονται τώρα.
Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Ο όρος «αποκρατικοποίηση» είναι συνώνυμος του όρου «ιδιωτικοποίηση», αλλά ακούγεται καλύτερα. Είναι δε ελληνική πατέντα, καθώς στις περισσότερες γλώσσες η μετάφραση της «αποκρατικοποίησης» είναι παραλλαγές του privatisation, που σημαίνει ιδιωτικοποίηση. Όσον αφορά την «αξιοποίηση», είναι μια εύηχη λέξη, που μέσα στην όμορφη αοριστία της μπορεί να συμπεριλαμβάνει από το ενοίκιο που εισπράττει ο Δήμος από τις καφετέριες για τα τραπεζάκια τους στο πεζοδρόμιο μέχρι την πώληση ακινήτων και επιχειρήσεων του δημοσίου.
Οι λόγοι που το κράτος παραδοσιακά διατηρεί στον έλεγχό του κάποιες υπηρεσίες είναι κοινωνικοί, οικονομικοί αλλά και στρατηγικοί
Πολλές δημόσιες επιχειρήσεις ελέγχονται από το κράτος γιατί αποτελούν φυσικά μονοπώλια, αγορές δηλαδή στις οποίες δεν είναι κερδοφόρο να υπάρχουν παραπάνω από μία εταιρείες, λόγω του μεγάλου αρχικού επενδυτικού κόστους. Τέτοια παραδείγματα είναι ο ΟΣΕ, η ΔΕΗ, η ΕΥΔΑΠ, όπου το αρχικό κόστος εγκατάστασης και λειτουργίας του δικτύου είναι τόσο μεγάλο που δεν υπάρχει κίνητρο να επενδύσει δεύτερη εταιρεία. 
Ένας δεύτερος λόγος που το κράτος διατηρεί τον έλεγχο πολλών δημοσίων επιχειρήσεων είναι γιατί αφορούν υπηρεσίες στις οποίες θεωρεί ότι θα πρέπει να έχουν πρόσβαση όλοι ή οι περισσότεροι πολίτες. Ως εκ τούτου, το κράτος αναλαμβάνει τη διαχείριση, για να εγγυηθεί την παροχή της υπηρεσίας (π.χ. την ύπαρξη σιδηροδρομικής γραμμής σε απομακρυσμένα χωριά) ή να την προσφέρει σε χαμηλές τιμές (π.χ. ύδρεση). Γι’ αυτό και ονομάζονται Δημόσιες Επιχειρήσεις Κοινής Ωφελείας. 
Τέλος, το κράτος μπορεί να διατηρεί στον έλεγχό του τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τους δρόμους και γενικότερα όλα τα έργα υποδομών στον τομέα των μεταφορών, προκειμένου να ελέγχει τα δίκτυα μεταφοράς, για οικονομικούς αλλά και στρατηγικούς λόγους.
Η επιχειρηματολογία υπέρ των ιδιωτικοποιήσεων στις αναπτυγμένες χώρες βασίστηκε αφενός στο γεγονός ότι κάποιες από τις ΔΕΚΟ είχαν την τάση να είναι ελλειμματικές και, ως εκ τούτου, να βασίζονται σε επιδοτήσεις από το κράτος, και αφετέρου στην αντίληψη ότι αν τις λειτουργούν ιδιώτες όχι μόνο δεν θα είναι ζημιογόνες (γιατί ο ιδιώτης θέλει να μεγιστοποιήσει το κέρδος του), αλλά και θα επενδύσουν σε αυτές.[1] (Στις αναπτυσσόμενες χώρες, πολλές ιδιωτικοποιήσεις συνέβησαν γιατί τις επέβαλε το ΔΝΤ ως μέρος των όρων της εκάστοτε δανειακής σύμβασης).
Ας δούμε το παράδειγμα των ιδιωτικοποιήσεων των σιδηροδρόμων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Πριν από την ιδιωτικοποίηση, οι βρετανικοί σιδηρόδρομοι χρειάζονταν επιδοτήσεις ύψους £431 εκ. Η ιδιωτικοποίηση ξεκίνησε το 1993 από τη συντηρητική κυβέρνηση του Τζων Μέιτζορ, και το πρώτο ιδιωτικό τρένο λειτούργησε τον Φεβρουάριο του 1996.[2] Η κυβέρνηση, για να μπορέσει να βρει αγοραστές, εγγυήθηκε ότι για κάποιο διάστημα θα κάλυπτε τυχόν απώλειες των σιδηροδρομικών εταιρειών που θα αγόραζαν και θα λειτουργούσαν τους συρμούς. Παράλληλα, διέγραψε το χρέος της κρατικής εταιρείας που λειτουργούσε και συντηρούσε το δίκτυο, προκειμένου να την ιδιωτικοποιήσει.[3] Ακολούθησε μια σειρά θανατηφόρων ατυχημάτων που οφείλονταν σε κακή συντήρηση του δικτύου από τη νέα εταιρία (Railtrack), το πιο γνωστό εκ των οποίων ήταν στο Χάτφηλντ το 2000. Η Railtrack επανεθνικοποιήθηκε το 2002 και πλέον λέγεται Network Rail.[4] Το 2006, και αφού τα δίκτυα είχαν επιστρέψει στο βρετανικό κράτος, οι απαιτούμενες επιδοτήσεις ήταν 6 δισ.
Σήμερα, οι βρετανικοί σιδηρόδρομοι εξακολουθούν και λαμβάνουν επιχορήγηση, ύψους £5,2 δισ. (στοιχεία 2008-2009), ενώ το Ην. Βασίλειο έχει τα πιο ακριβά τρένα στην Ευρώπη. Η διαδρομή Λίβερπουλ-Λονδίνο κοστίζει £54.39 (δεύτερη θέση), ενώ αντίστοιχη διαδρομή στη Γερμανία (την αμέσως επόμενη χώρα σε κατάταξη, με βάση το κόστος ζωής) κοστίζει £40.41. Τα εισιτήρια των τρένων στη Γαλλία και την Ιταλία κοστίζουν περίπου το μισό σε σχέση με αυτά της Βρετανίας. Σε πολλές περιπτώσεις ολόκληρα κομμάτια του δικτύου τα λειτουργεί ένας πάροχος, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται μονοπωλιακές τάσεις — δηλαδή θέτει όποια τιμή θέλει, χωρίς να πιέζεται από τον ανταγωνισμό. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου μπορεί κάποιος να βρει φτηνό εισιτήριο, αλλά μόνο αν το κλείσει πολύ νωρίτερα — κάτι που σημαίνει συνεχή σχεδιασμό για τους πολίτες/επιβάτες. Αλλά και σε περιπτώσεις όπου υπάρχουν περισσότεροι από έναν πάροχο για μια διαδρομή, η εύρεση της χαμηλότερης τιμής απαιτεί πολύ χρόνο. Το τρένα του Ην. Βασιλείου είναι από τα πιο συνωστισμένα τρένα στην Ευρώπη –ειδικά τις ώρες αιχμής– καθώς οι εταιρείες προσπαθούν να μειώσουν το κόστος και αποφεύγουν να προσθέσουν επιπλέον βαγόνια. Σύμφωνα με έρευνα του 2009, το 51% των Βρετανών θα ήθελαν τα τρένα να εθνικοποιηθούν, ενώ το 18% θα επιθυμούσαν μεγαλύτερη παρέμβαση του κράτους.
Όταν σε μια χώρα με ισχυρούς κρατικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς η ιδιωτικοποίηση ουσιαστικά απέτυχε, είναι εύλογο το ερώτημα πώς άραγε θα πετύχει σε μια χώρα με εξαιρετικά αδύναμους ελεγκτικούς μηχανισμούς, όπως η Ελλάδα. Δεν είναι δύσκολο να προβλέψουμε ότι, ειδικά στην παρούσα οικονομική συγκυρία, με την Ελλάδα γονατισμένη από το χρέος, θα πρόκειται, απλώς, για εκποίηση.[5]
Σημειώσεις:
[1] Δεν θίγω, για λόγους χώρου, ένα μεγάλο κεφάλαιο: την υιοθέτηση στρατηγικών του ιδιωτικού τομέα, που οδηγούν στην αύξηση της παραγωγικότητας και τη μείωση του κόστους των δημόσιων επιχειρήσεων. Στην περίπτωση αυτή, τα ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια μπορούν να υιοθετηθούν, χωρίς ενοικίαση δικτύων, χρήση από ιδιώτες ή πώληση δημόσιων επιχειρήσεων.

Έλλη Σιαπκίδου είναι οικονομολόγος, διδάκτωρ Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και διεθνών σχέσεων, και εργάζεται ως οικονομική και πολιτική αναλύτρια στο Λονδίνο.
Πηγή: "Ενθέματα".


Επαναδιαπραγμάτευση; Όχι! Μόνο λεηλασία!


Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Πριν".
Εμβρόντητους άφησε τους πάντες ο ...«σούπερ κωλοτούμπας» της πολιτικής, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, όταν διακήρυξε στις προγραμματικές του δηλώσεις στη Βουλή τι εννοούσε προεκλογικά με τον όρο «επαναδιαπραγμάτευση του Μνημονίου». Κάτι που φυσικά ούτε είχε διανοηθεί οποιοσδήποτε κοινός άνθρωπος: «Δεν θέλουμε να αλλάξουμε τους στόχους. Πρέπει να αλλάξουν όσα εμποδίζουν να επιτύχουμε τους στόχους», δήλωσε. 
«Επαναδιαπραγμάτευση» δηλαδή κατά τον Σαμαρά σημαίνει ...επίτευξη των στόχων του Μνημονίου! Θα σκίσει τα πτυχία του και θα κάψει τα λεξικά του ο Μπαμπινιώτης, παρόλο που κι αυτός δεξιός είναι! «Δεν εκλιπαρούμε για ελαφρύνσεις!», δήλωσε αγέρωχα ο Σαμαράς. Απολύτως συντονισμένος με τον πρωθυπουργό και ο ...«ταλιμπάν του Μνημονίου», ο υπουργός Οικονομικών Γιάννης Στουρνάρας: «Το πρόγραμμα είναι εκτός τροχιάς και δεν μπορούμε να ζητήσουμε τίποτα από τους δανειστές μας πριν το επαναφέρουμε στην πορεία του», δήλωσε στους Φαϊνάνσιαλ Τάιμς του Λονδίνου. 
Η αλήθεια είναι ότι μπορεί στη χώρα μας ο Αντώνης Σαμαράς να έχει κατακτήσει δικαίως τον ανεξίτηλο τίτλο του «κωλοτούμπα» κατά την καρατζαφέρεια αντίληψη της πολιτικής, στο εξωτερικό όμως εδραιώνει χωρίς ταλαντεύσεις την εικόνα του ...μνημονιακού Τσολάκογλου. «Η νέα κυβέρνηση της Ελλάδας ... είναι πλήρως δεσμευμένη στους στόχους, στους αντικειμενικούς σκοπούς και σε όλες τις βασικές πτυχές του προγράμματος. Θα επιταχύνω την εφαρμογή του προγράμματος με έμφαση στον τομέα των ιδιωτικοποιήσεων», έγραφε ο Σαμαράς στην κατάπτυστη επιστολή δουλοφροσύνης που έστειλε στους ηγέτες της ΕΕ πριν από τη σύνοδο κορυφής τους προ δεκαημέρου. «Θα προωθήσουμε και αποκρατικοποιήσεις που δεν αποτελούν άμεσες συμβατικές μας υποχρεώσεις», υπογράμμισε όντως ο πρωθυπουργός στις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΔΗΜΑΡ. Ε, ρε, πλιάτσικο που έχει να γίνει! Πρόθεση της γαλάζιας, πράσινης και ροζ κυβέρνησης Σαμαρά είναι να προχωρήσει σε μια ανάλγητη και ανενδοίαστη λεηλασία της δημόσιας περιουσίας σε εξευτελιστικές τιμές. Θα πλουτίσουν οι ιδιώτες που θα πάρουν τα λάφυρα (φως, νερό, τρένα, λιμάνια κ.λπ.) και φυσικά όλο και κάπως θα βελτιώσουν την οικονομική τους κατάσταση και τα κόμματα και τα στελέχη τους που θα προσφέρουν αυτή την ευκαιρία στον υπέροχο κόσμο της ιδιωτικής πρωτοβουλίας!