20/5/09

Δάσος του Φράξου.


Το σπάνιο δάσος του Φράξου.
Ένα από τα πιο σπουδαία δάση που σώζονται μέχρι σήμερα και φημίζονται για τη σπανιότητά τους και την απαράμιλλη φυσική ομορφιά τους είναι το δάσος του Φράξου στο Λεσίνι,του Δήμου Οινιάδων.Ένα πραγματικό βασίλειο φυτών και ζώων.Το συγκεκριμένο δάσος έχει ιδιαίτερη σημασία όχι μόνο για την Ελλάδα,αλλά παρουσιάζει παγκόσμιο επιστημονικό ενδιαφέρον.Διαθέτει όλα τα απαραίτητα στοιχεία-προσόντα,ώστε να αποτελέσει ένα πάρκο-μάρτυρα της φυσικής ιστορίας της περιοχής.Μεγάλο πλεονέκτημα,το γεγονός ότι μπορεί να το προσεγγίσει κανείς,τόσο από ξηρά όσο και από τη θάλασσα (απέχει 30χλμ. από το Μεσολόγγι,40χλμ. από το Αγρίνιο και 20χλμ. από τον Αστακό).Εκτός,όμως,από την επιστημονική-συναισθηματική αξία,όπως χαρακτηρίζουν μερικοί την προσπάθεια προστασίας των σπάνιων ελληνικών φυσικών κεφαλαίων,από άποψη καθαρά ωφελιμιστική,οικονομική και κοινωνική το δάσος αυτό μπορεί να αποκτήσει παγκόσμια φήμη.
Η οποιαδήποτε περιήγηση στο δάσος εντυπωσιάζει τον επισκέπτη σε διαφορετικό βαθμό.Την ικανοποίησή του είναι δυνατό να προκαλέσει ένα μόνο στοιχείο του τοπίου ή η σύνθεση όλων των στοιχείων που το συναποτελούν.Η μορφή,η γραμμή, το χρώμα,η υφή,η διαμόρφωση,οι κατασκευές και η βλάστηση είναι στοιχεία που προκαλούν αισθητική ικανοποίηση.Η βλάστηση του δάσους είναι χαρακτηριστική και η θέση «Γκυνιάς» προσδίδει πανοραμικότητα και ποικιλότητα στο τοπίο.Ο επισκέπτης αντικρίζει ένα χώρο,περικλειόμενο από διάφορες μεταβλητές καταστάσεις (π.χ. φως,εποχή έτους,θέση παρατηρητή).
Ιστορικά στοιχεία.
Από ιστορικά στοιχεία προκύπτει ότι στο χώρο του δάσους και στην περιοχή που το περιβάλλει υπήρχε βαλτολίμνη 80.000 στρεμμάτων,με την ονομασία Κυνία (Γκυνιάς).Η τότε τοποθεσία της βαλτολίμνης αυτής περιβάλλεται,τώρα,από λόφους, εκτός από τη νότια πλευρά,όπου όριο με τη θάλασσα αποτελούν οι αλλουβιακές αποθέσεις του Ακαρνανικού τμήματος του Αχελώου ποταμού.
Το 1930 το ελληνικό Δημόσιο παραχώρησε τα αποξηραντικά,εκχερσωτικά και εκμεταλλευτικά δικαιώματα επί του δάσους στο βιομήχανο Επαμεινώνδα Χαριλάου που με τη σειρά του,τα μεταβίβασε το 1932 στη «Γεωργική Εταιρεία Λεσινίου» που μετέπειτα εκμεταλλεύτηκε γεωργικά την περιοχή.Το 1955 το κτήμα περιήλθε στο Δημόσιο,ενώ το 1959 συστήθηκε ο κρατικός Οργανισμός Λεσινίου που ανέλαβε την αξιοποίηση της περιοχής.Στην έκταση του δάσους υπήρχαν πρόχειρες ποιμενικές εγκαταστάσεις νομαδικών κτηνοτρόφων,χωρίς δικαιώματα ιδιοκτησίας στην περιοχή.
Ο φυτικός κόσμος του δάσους.Η συγκεκριμένη δασώδης έκταση που βρίσκεται στη βόρεια περιοχή του Δέλτα του Αχελώου υπολογίζεται περί τα 600 στρέμματα και σχηματίζεται,κυρίως,από αιωνόβιους φράξους,του είδους Fraxinus oxycarpa.Πέρα από αυτό,υπάρχουν εκεί Ασημόλευκες (Populus alba),Ασημοϊτιές (Salix alba),Φτελιές (Ulmus minor) και Δάφνες (Laurus nobilis).Τα τεράστια αυτά αιωνόβια δέντρα είναι πνιγμένα από τα αναρριχητικά φυτά,όπως η Hedera helix,η Vitis vinifera sylvestris,o Smilax aspera και ο Tamus communis.Τα συγκεκριμένα έχουν ένα ιδιαίτερο χρώμα,όμως, δημιουργούν προβλήματα στην υγεία των δέντρων.
Στην ευρύτερη περιοχή του Δέλτα του ποταμού Αχελώου διασώζονται πιο μικρά σε έκταση παραποτάμια δάση,υπολείμματα των απέραντων δασών που υπήρχαν κάποτε σε αυτά τα μέρη.Τα συγκεκριμένα δάση σχηματίζονται από Πλατάνια (Platanus orientalis),Καβάκια (Populus nigra),Κλήθρα (Alnus glutinosa) και διάφορους θάμνους,όπως τα Αρμυρίκια και οι Λυγαριές.
Από άποψη ηλικίας η συστάδα είναι γηραιά,τα υπάρχοντα άτομα είναι πολύκλαδα, κακόμορφα και δίνεται η αίσθηση ότι πρόκειται για παρθένο δάσος.Στο μεγαλύτερο μέρος του δάσους δεν υπάρχει αναγέννηση.Σε μερικές θέσεις του,παρατηρούνται ελάχιστα αρτίφυτρα ηλικίας 2-3 μηνών,όμως,η επιβίωση αυτών εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες ηρεμίας που πρέπει να επικρατούν στο χώρο (προστασία από τη βοσκή,κυκλοφορία,υγρασία εδάφους).Τα σπάνια είδη σε μερικές θέσεις βρίσκονται σε μίξη,προσδίδοντας μεγάλη οικονομική αξία στη συστάδα.
Οι προαναφερθέντες φυτοκοινωνίες είναι πολύ σπάνιες στον κόσμο,εξαιτίας της υπερβολικής και παράνομης,πολλές φορές,υλοτομίας που υφίστανται.
Ο ζωικός κόσμος του δάσους.Στην αρκετά μεγάλη αυτή έκταση βρίσκει καταφύγιο σημαντικός αριθμός ζώων. Λόγω και της ύπαρξης νερού υπάρχει μεγάλος αριθμός αμφιβίων και ερπετών.
Εκεί,ζουν ο Δενδροβάτραχος (Hyla arborea),ο Φρύνος (Bufo bufo),ο Πρασινόφρυνος (Bufo viridis),η Rana ridibunda,οι Νεροχελώνες (Emys orbicularis και Mauremys caspica),τα Νερόφιδα (Natrix tesellata και Natrix natrix).Άλλα ερπετά που συναντούμε εκεί είναι η Οχιά (Vipera ammodytes),οι Χερσοχελώνες (Testudo hermanni και Testudo marginata),τα Σαμιαμίδια (Cytrodactylus kotschyi),ο Οφίσαυρος (Ophisaurus apodus),οι Πρασινόσαυρες (Lacerta trilineata),οι Σαύρες (Podarcis taurica και Algyroides nigropunctatus),ο Νανόσκιγκος (Albepharus kitaibelii),ο Τυφλήτης (Typhlops vermicularis),η Σαίτα (Coluber najadum),το Γατόφιδο (Telescopus fallax),ο Σαπίτης (Malpolon monspessulanus),ο Λαφίτης (Elaphe quatuorlineata),η Δεντρογαλιά (Columber gemonensis) και το Γιατρόφιδο (Elaphe longissima).
Δεν είναι λίγα και τα πουλιά που αναπαράγονται και ζουν εκεί.Τέτοια είναι οι Δρυοκολάπτες (Picoides minor),ο Δενδροτσοπανάκος (Sitta europaea),ο Μυγοχάφτης (Muscipata striata),η Σακκουλοπαπαδίτσα (Remiz pendulinus),o Σπίνος (Fringilla coelebs),o Χουχουριστής (Strix aluco) και η Κίσσα (Garrulus glandarius).
Στην περιοχή του δάσους απαγορεύεται το κυνήγι-αν και παρατηρούνται παρανομίες-ενώ σήμερα βρίσκουν καταφύγιο αρκετά διαβατικά και ενδημικά είδη.Πιο παλιά υπήρχαν σε αφθονία αλεπούδες,ασβοί,τσακάλια,λαγοί και άλλα είδη που ζουν σε ελώδη μέρη.Η αριθμητική μείωση των πληθυσμών της πανίδας δε βαρύνει μόνο τους κυνηγούς,αλλά πιο πολύ οφείλεται στην εντατική καλλιέργεια και την αλόγιστη χρήση φυτοφαρμάκων.
Η περιοχή του δάσους αρκετές φορές βόσκεται από κοπάδια αιγοπροβάτων και αγελάδων κτηνοτρόφων με εγκαταστάσεις όμορες στο χώρο,ιδίως κατά τη νύχτα, λόγω και των προβλημάτων φύλαξης που υφίστανται.
Το κλίμα.Από την περιοχή του δάσους δεν υπάρχουν μετεωρολογικά στοιχεία,αφού εκεί δεν υπάρχει εγκατεστημένος μετεωρολογικός σταθμός.Οι βροχές,συνήθως,αρχίζουν το δεύτερο 15ήμερο του Οκτωβρίου και σταματούν το πρώτο 15ήμερο του Μαΐου.Το χιόνι και οι παγετοί είναι αρκετά σπάνια φαινόμενα.Στην περιοχή ομβροφόροι άνεμοι είναι οι νότιοι και οι νοτιοδυτικοί.Η πιο μεγάλη θερμοκρασία σημειώνεται τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο και η πιο μικρή τον Ιανουάριο ή το Φεβρουάριο.
Η βλαστητική περίοδος αρχίζει το δεύτερο 15ήμερο του Μαρτίου και τελειώνει το δεύτερο 15ήμερο του Οκτωβρίου.Με βάση τα παραπάνω εμπειρικά στοιχεία,το κλίμα της περιοχής είναι εύκρατο ημίξερο.
Το έδαφος.
Το έδαφος του επίπεδου μέρους του δάσους είναι βαθύ και πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά,κάτι που επιβεβαιώνεται από τα φυόμενα στην περιοχή λίαν απαιτητικά είδη.Είναι μέτριας διαπερατότητας,αργιροπηλώδες-πηλώδες και προέρχεται κατά πάσα πιθανότητα από τις αποθέσεις των Ακαρνανικών εκβολών του Αχελώου ποταμού.Σε αρκετά σημεία,ιδιαίτερα κατά τη χειμερινή περίοδο,πλημμυρίζει,οπότε καθίσταται σχεδόν αδιάβατο σε απλά τροχοφόρα οχήματα,ενώ δεν φαίνεται ανθεκτικό σε μεγάλες πιέσεις.
Η υπόγεια υδροφορία.Τουλάχιστον πριν από λίγα χρόνια το κύριο χαρακτηριστικό του δάσους του Φράξου ήταν η μικρού βάθους ασθενής υδροφορία,η οποία διαμόρφωσε ιδιαίτερες φυσικές υδατικές συνθήκες που δικαιολογούν τη σημερινή παρουσία υδροχαρών ειδών στη βλάστηση.Σε μικρό βάθος υπήρχε νωπό έδαφος και υψηλή στάθμη του υπεδάφιου νερού.Σήμερα,όμως,λόγω της αποξήρανσης και των νέων αναγκών η κατάσταση έχει μεταβληθεί.Οι υπερβολικές ανάγκες των όμορων καλλιεργούμενων εκτάσεων για νερό,έχουν σήμερα σαν αποτέλεσμα ακόμη και ο Μαγγαναύλακας,κατά τους καλοκαιρινούς μήνες,να μη συγκεντρώνει ικανή ποσότητα νερού.Η κατάσταση αυτή καθιστά ακόμη πιο αναγκαία και επείγουσα την τεχνητή επέμβαση στην περιοχή,με ποτίσματα ή κατακλυσμό της επιφάνειας του εδάφους.
Μέσα στο χώρο του δάσους υπήρχαν,παλιά,τρεις πηγές ή αλλιώς «ματάκια»,όπως τα λένε στην περιοχή,που έφερναν υπόγεια νερά στην επιφάνεια.Σήμερα,υπάρχουν μόνο δύο,των οποίων τα νερά οδηγούνται έξω από την επιφάνεια του δάσους,τη στιγμή που το ίδιο το δάσος πάσχει από έλλειψη υγρασίας.Μια από αυτές τις πηγές ονομάζεται Καταβόθρα και φημίζεται για το γάργαρο νερό που αναβλύζει.Αυτό παροχετεύεται στην τάφρο που βρίσκεται στο βόρειο μέρος και ονομάζεται «Μαγγανάρης ή Μαγγαναύλακας».
Οικολογικά και τοπογραφικά στοιχεία.
Το ελεγχόμενο,από το Δασαρχείο Μεσολογγίου,μέρος του δάσους έχει έκταση 436,591 στρέμματα (πεδινό τμήμα) και εξαπλώνεται με τη μορφή λωρίδας,της οποίας ο άξονας διήκει από ανατολικά προς δυτικά.Είναι επίπεδο,με ανώτερο υπερθαλάσσιο ύψος το ένα μέτρο.Οι κλίσεις που υπάρχουν στο πεδινό τμήμα είναι ελάχιστες (1-2%).Η επίπεδη επιφάνεια του δάσους διακόπτεται από μικρές εξάρσεις,ασήμαντες γεωμορφικά και μάλλον τεχνητά σχηματισμένες.Κατά τη χειμερινή περίοδο το έδαφος αρκετές φορές κατακλύζεται από νερά,κατά τους θερινούς μήνες,όμως,είναι ξηρό και μακροσκοπικά η έλλειψη υγρασίας φτάνει σε μεγάλο βάθος.
Κίνδυνοι-προβλήματα.Τα προβλήματα και γενικότερα οι κίνδυνοι που διατρέχει καθημερινά το δάσος του Φράξου ως φυτοκοινωνία είναι πάρα πολλά.
Ιδιαιτέρως δυσμενής έχει αποδειχθεί η επίδραση της βοσκής,των υλοτομιών και της κλαδονομής κατά το παρελθόν,αφού σύμφωνα και με τους ειδικούς δασολόγους,το δάσος δεν είναι και στην πιο καλή του κατάσταση σήμερα,κάτι που είναι εμφανές ακόμη και σε όσους δε διαθέτουν εξειδικευμένες γνώσεις.
Πριν αρκετά χρόνια οι περίοικοι θεωρούσαν φυσικό να ικανοποιούν μερικές ανάγκες τους,άθελά τους βέβαια,εις βάρος του δάσους,χωρίς να γνωρίζουν τις συνέπειες που υφίσταται.Την τελευταία δεκαετία,με βάση τα επίσημα στοιχεία του Δασαρχείου,οι ανθρωπογενείς επιδράσεις μειώθηκαν,δεν έχουν εκλείψει όμως τελείως.
Διαρκή και μόνιμο κίνδυνο αποτελούν και οι πυρκαγιές.Κατά τη θερινή περίοδο, μάλιστα,αυξάνεται επικίνδυνα,εξαιτίας της άφθονης ξερής βλάστησης στον υπόροφο του δάσους.
Από φυσικά αίτια παρατηρούνται ανεμορριψίες (λόγω της μεγάλης ηλικίας και της προβληματικής υγιεινής κατάστασης αρκετών δέντρων),οι οποίες φυσιολογικά αναμένεται να ελαχιστοποιηθούν με τη λήψη δασοκομικών μέτρων και την αναγέννηση της συστάδας.
Ένα άλλο,τέλος,πρόβλημα είναι και η εγκατάσταση μέσα σε αυτό πολυάριθμων μελισσιών που εκτός των άλλων δεινών,πολλές φορές καθιστούν προβληματική τη διέλευση των επισκεπτών.
Όσον αφορά στην αξιοποίηση και στη διάσωση του σπάνιου αυτού μνημείου της φύσης έχουν γίνει πάμπολλες μελέτες,αλλά δυστυχώς ελάχιστα από τα προβλεπόμενα έργα έχουν υλοποιηθεί.Έτσι,λείπουν από το δάσος υποδομές που θα το βοηθούσαν να προβληθεί και να αναδειχτεί έξω από τα σύνορα του νομού Αιτωλοακαρνανίας,αλλά και της χώρας μας.Τα έργα είναι ελάχιστα.Μερικά από αυτά,τα οποία είναι και εμφανή στον απλό περιηγητή,το δίκτυο πεζοδρόμων-περιβαλλοντικών μονοπατιών, κάποιοι χώροι ανάπαυσης επισκεπτών,ξύλινες περιφράξεις και χώροι ανάπαυσης τουριστών σε καμιά περίπτωση δε δικαιολογούν την ιδιαιτερότητα του συγκεκριμένου δάσους.

Οι νέοι μιλούν γράφοντας, για να ακουστούν...

«Η βιτρίνα της ζωής μας φαίνεται πλούσια και γεμάτη, η αποθήκη της όμως είναι έρημη και άδεια»
«Κατακτήσαμε το διάστημα και χάσαμε το δικό μας πλανήτη»
«Διασπάσαμε το άτομο, όχι και τις προκαταλήψεις»
graffiti στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Ο ΠΑΝΟΣ Ο ΚΛΑΡΑΣ

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Στην πατρίδα μου πολύ τους μολογάνε τους ανθρώπους που παλαίψαν με το Χάρο. Έτσι ακούστηκεν η γενιά του Κλάρα. Αυτό το σπίτι έχει ξεκληριστεί, μα οι άνθρωποί του πέθαναν παλεύοντας. Όταν ήρθε η ώρα τους εκούρασαν το Χάρο. Δεν ήθελαν να πεθάνουν. Κι έγιναν σχεδόν παραμύθι – τόσο πολύ τους μολογάνε στο χωριό. Τη ζωή εκεί την έχουν για πόλεμο, κι εκείνος που πεθαίνει δύσκολα φαίνεται πολεμιστής. Οι γέροι φτάνουν στα 70 ή στα 80 χρόνια, και μπήγουν αλέτρι στη γη. Και τη ζωή την αγαπούν τόσο οι χωριανοί, που οι ευχές βγαίνουν απ’ τα χείλη των πύρινες, σαν τουφεκιά προς το θάνατο.
Ο Πάνος ο Κλάρας ήταν ένας απ’ τους τελευταίους του σπιτιού που εξεριζώθη. Αυτός πέθαινε δυο μερόνυχτα. Κι έτυχε να είμαι κοντά και να τον βλέπω. Ήμουν τότε στο βουνό, σε μια στάνη, περνώντας το καλοκαίρι μόνος, μαζί με τους βλάχους. Ένα πρωί έφεραν εκεί τον Κλάρα και με ειδοποίησαν πως δεν φαίνεται για ζωή. Έκαμαν μια καλύβα δίπλα στη δική μου, και κάθησε μέσα ο Κλάρας με λίγα βιβλία. Στην εποχή που ήμουν ρομαντικός θα δεχόμουν ευχαρίστως τον άρρωστο · αλλά τώρα που πέρασαν εκείνες οι παλικαριές, άρχισεν ένας μικρός φόβος για τη συντροφιά. Ο άρρωστος όμως έτυχε να είναι τόσο λεπτός κι ευγενικός, που μ’ έκαμε να ντρέπομαι για το φόβο, ως το σημείο που αποφάσισα να μη φύγω. Κι εγίναμε σύντροφοι απάνω στο βουνό, ο γερός κι ο άρρωστος, δυο άνθρωποι που δεν βρίσκονται στον ίδιο κόσμο.
Ο Κλάρας ήταν υπάλληλος στην Αθήνα. Όταν αρρώστησε, θα ήταν ως 35 χρονών, κι εγώ παιδί απέναντί του. Δεν είδα πλέον γενναίον άρρωστο. Από την πρώτη στιγμή μου έκοψε κάθε απόπειρα ψευτοπαρηγοριάς. Μου έδειξε πως είν’ αδύνατο να τον γελάσω. Ήξευρε καλά τι συμβαίνει κι ήρθε να πεθάνει στην πατρίδα του με όση ησυχία πέφτει κανείς να κοιμηθεί. Οι πατριώτες μου, όσοι βρίσκονται στα ξένα και πλουτίζουν, άμα αρρωστήσουν επικίνδυνα, γυρίζουν να πεθάνουν στην πατρίδα. Δεν έρχονται τόσο εκεί για το βουνό και τον αέρα, όσο για τη μητέρα γη. Έτσι, βλέπεις έναν άνθρωπο να γυρίζει στο χωριό μετά είκοσι χρόνια, αγνώριστος, αφέντης λαμπρός, με χρυσές καδένες, και να πεθάνει σε μια καλύβα, κάτω από τη στέγη που γεννήθηκε. Ο Κλάρας δεν επίστευε πολύ πως θα τον γιατρέψει το βουνό · τον έβλεπες όμως ήσυχον, από τη σκέψη πως θα πεθάνει στο καλύβι των πατέρων, στο ίδιο στρώμα που έσβησαν κι οι άλλοι δικοί του, από την ίδιαν αρρώστια. Ήταν ένας λεπτός, ψηλός και ξανθός. Τόσο κατόρθωνε να κρύβει το βάσανό του, ώστε έβλεπες πως η υπομονή του είναι πιο δυνατή από την αρρώστια.
Ήταν από τους ανθρώπους που κρύβουν την αρρώστια και τη ζωγραφίζουν μαζί με το είδος των, την βιάζουν να γίνει κρυφός και ωραίος μαρασμός, σαν εκείνον που έχουν τα δέντρα. Από τη στιγμή που βρεθήκαμε μαζί στο βουνό, μ’ έκαμεν άφοβο. Γιατί μ’ εφύλαγεν ο ίδιος απ’ τον εαυτό μου. Κάποτε έκαμε λάθος κι έβαλε στα χείλη του τη δική μου πίπα. Ετρόμαξα μέσα μου · αλλ’ αυτός, χωρίς να πει τίποτα, επήγε και την έσπασε σε μια πέτρα.
Ο πλέον γελαστός από τους δυο μας ήταν αυτός. Στον περίπατο διηγείτο ατέλειωτα παράξενα από τη φοιτητική του ζωή της Αθήνας. Ήταν κάτι μικρές ιστορίες, από ένα δωμάτιο φοιτητικό, από μια αυλή, από μια γειτονιά, αλλά εξαίσια παρατηρημένες και ψυχολογημένες. Κάθε μια ήταν ένας μικρόκοσμος καλά πλασμένος, και σχεδόν αυτές οι ιστορίες είχαν την επιμέλεια του συγγραφέως, γιατί κάθε πρόσωπο είχε τη θέση του και φαίνονταν όσο έπρεπε. Δεν είχα ποτέ μου ακούσει άνθρωπο να διηγείται με τέτοια τέχνη. Αλλά μήτε και άνθρωπο να πρόσεξε τόσο πολύ τη ζωή της Αθήνας, να είδε τόσο βαθιά. Από τις ιστορίες του Κλάρα αναπηδούσαν άξαφνα τόποι, που άνοιγες το πνεύμα να τους αγκαλιάσεις – τόσο παράδοξοι ήταν και τόσο αληθινοί. Οι άνθρωποι που ξέρουν να διηγούνται είναι σπάνιοι, κι επειδή η διήγηση είναι μια τέχνη, την κατέχουν άνθρωπου που πρόσεξαν πολύ στη ζωή. Αλήθεια · υπάρχουν κάτι μάτια ανθρώπων ερευνητικά, που από ένα παράθυρο βλέπουν ολόκληρη γειτονιά, όπως από μια τρύπα κλειδωνιάς, βλέπεις ολόκληρη πόλη. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μαντικό, κι ένα κίνημά σου αρκεί να σε νιώσουν. Του Κλάρα οι ιστορίες είχαν πάντοτε ένα σαρκασμό. Έβλεπε παντού το αστείο και τόβγαζε στο φως. Σε ό,τι μου διηγήθη υπήρχαν τα πλέον παράδοξα, τα πλέον εύθυμα πράγματα – άνθρωποι σαν μεγάλες γελοιογραφίες που γίνονται στον τοίχο με το φως της λάμπας, και όμως η αλήθεια υπήρχε σε όλους και σε όλα. Δεν μπορούσα να εξηγήσω τόση ευθυμία σε άνθρωπο που αύριο θα πεθάνει. Όμως ο Κλάρας εξυπνούσε γελώντας και πλάγιαζε γελώντας. Ήταν και τούτο μια αντίσταση προς το θάνατο. Πολλές φορές, αφού, έπειτα από γέλια τρομαχτικά, επέφταμε να κοιμηθούμε, μου φώναζε απ’ την καλύβα του (η καλύβα του ήταν δέκα βήματα μόλις απ’ τη δική μακριά) :
- Άκουσε!
- Ακούω.
- Στο χορό της κυρ-Ψάθενας ήταν κι ένας δεκανέας, που χόρευε με το σπαθί. Έριξε κάτω δυο-τρεις.
Έπειτα την ώρα που νόμιζα πως είχε πλέον αποκοιμηθεί, εφώναζε άξαφνα:
- Έκαμε κομπλιμέντα, κι οι ντάμες του έλεγαν: «Τι λέτε, σας περικαλώ!»
Ποτέ του δεν τον επίκραιναν οι χαρές της ζωής. Απεναντίας ήθελε να τις βλέπει. Στο γάμο ενός νέου βλάχου της στάνης εχόρεψε πρώτος· αναγκάστηκεν όμως να σταματήσει γιατί τον έπιασε βήχας. Μετά λίγες μέρες εφώναξε το βλάχο μαζί μας, το ρωμαλέο φουστανελά με τα κόκκινα μάγουλα και τις πεταχτές άντζες. Τον ρωτούσε αν περνά καλά το μελίμηνα. Οι χωριανοί μου είναι τόσο εύθυμοι άνθρωποι, που δεν δυσκολεύονται να πάρουν στο αστείο την ευτυχία των, και ξέρουν όσοι πέρασαν από κει τι γίνεται και τι λέγεται στους γάμους, πόση ευθυμία χύνεται, αληθινά ανθρώπινη. Είπαν με τον γαμβρό πολλά. Ο βλάχος ήταν εύθυμος κι ο Κλάρας εφώναζε: «Να μου ζήσεις, γαμπρέ, να μου ζήσεις!» Ένα αστείο, κάπως λυπηρό, το έκαμε την άλλη φορά με τον Νταρή, ένα πελώριο γερο-βλάχο της στάνης, που, άμα φορούσε την καπότα του και ακουμπούσε στην αγκλίτσα του, δεν εφαινόταν άνθρωπος, αλλά λόφος – τόσον τόπον έπιανε. Ο γερο-Νταρής εκαθόταν ένα βράδι όξω απ’ τη στάνη, όταν ο Κλάρας επήγε και τον έπεισε πως η γη κινείται περί τον ήλιον. Αυτή η συζήτησις εκράτησε τρεις ώρες. Ο Νταρής έκανε το σταυρό του, αλλ’ επειδή ο Κλάρας του τα είπε πειστικά, με πολλά και δύσκολα λόγια, ο δυστυχισμένος τσοπάνος αναγκάστηκε να πει πως έτσι θα είναι, ύστερα από 65 χρόνια ζωής που έβλεπε τον ήλιο να γυρίζει και τη γη να στέκεται. Ο γέρος, με το σκουλήκι της επιστήμης μέσα του, επήγε στη στάνη κι έπεσε στο στρώμα, αλλά όλη τη νύχτα δε μπόρεσε να κοιμηθεί. Ο Κλάρας τον ελυπήθη, μα έκαμε και γέλια δυνατά.
Το άλλο βράδι επέσαμε να κοιμηθούμε νωρίς. Ο Κλάρας μου είπε πως δεν νιώθει τον εαυτό του καλά. Τα μεσάνυχτα άκουσα που τον έπιασεν ένας βήχας, πολύ δυνατός και βαθύς.
- Να πάει στην οργή! μου φώναξεν απ’ την καλύβα του. Απόψε είμαι κρυωμένος.
Αδύνατο μου ήταν να κοιμηθώ, καθώς τον άκουγα να βήχει. Εσηκώθηκα να πάω στην καλύβα του, αλλά ένας φόβος με σταμάτησε. Ποτέ εις τη ζωή μου δεν μπορώ να βοηθήσω άρρωστο. Εγώ θέλω τη ζωή, και τη στιγμή που η ζωή κινδυνεύει, το πράγμα μου φαίνεται τόσο άθλιο, ώστε είμαι χαμένος, είμαι περιττός…Έπεσα πάλι στο κρεβάτι μου, αλλά προσπαθούσα ν’ ακούσω μήπως ο Κλάρας με φωνάζει. Εκείνη την ώρα έξω στους κέδρους άκουσα ένα λάλημα – ήταν πουλιού; ήταν στοιχιού φωνή; τι ήταν αυτό;…Κάτι σαν χλιμίντρισμα αλόγου, σαν φωνή ανθρώπου που μιμείται ζώο, σαν αλύχτημα σκυλιού – αλλά τίποτε απ’ αυτά όλα, τίποτα ωρισμένο, και όμως κάτι φοβερό και ανεξήγητο μέσα στο σκοτάδι. Η ερημιά έχει φωνές που γίγαντας να είσαι και τ’ άρματά σου να είναι ανίκητα, θα τις τρομάξεις όσο κι αν είναι φωνές. Αχ! αυτή την αλλόκοτη φωνή δεν άκουσα ποτέ μου. Στην αρχή μου φάνηκε κάτι όχι σημαντικό · κι όπως δεν ήξερα τις φωνές των αγριμιών, υπέθεσα πως κάποιο αγρίμι θα περνά για τροφή. Αλλά όσο το λάλημα ακούγονταν, τόσο ο τρόμος μ’ έπιανε στην καλύβα. Γιατί δε θα υπάρχει αγρίμι να φωνάζει έτσι ξωτικά. Η φωνή αντηχούσε μέσα στο σκοτάδι…Κι άξαφνα ακούω τον Κλάρα να μου φωνάζει απ’ την καλύβα του, με μια φωνή που ήταν απελπισία, τρόμος και θρήνος:
- Έχεις ντουφέκι; Γρήγορα!
- Ναρθώ;
- Έχεις ντουφέκι σου λέω; Ντουφέκι!
- Τι να το κάμεις το ντουφέκι;
- Μωρέ, ντουφέκι έχεις; Αυτού είναι;
Πριν του απαντήσω επετάχθη και ήρθε γδυτός στην καλύβα μου. Άναψε σπίρτο κι έψαχνε τις γωνίες. Τέλος, εβρήκε το γκρα, γεμάτο – αυτά όλα σε πέντε δευτερόλεπτα -, χύμηξεν έξω κι άκουσα έναν πυροβολισμό…Έτρεξα κοντά του. Με ποιον επάλευε; Έξω ήταν σκοτάδι, ησυχία νυκτερινή, και μόνο το μανδρόσκυλο της στάνης, ακούγοντας το όπλο, αλύχτησε.
- Δεν το πέτυχα, μωρέ! είπεν ο Κλάρας. Δεν το πέτυχα!
- Ποιο;
- Αχ, και με ρωτάς ποιο; Δεν τ’ ακούς; δεν το ξέρεις; Το χαροπούλι!
Εκείνη τη στιγμή, το απαίσιο λάλημα ακούστηκε πάλι απάνω από τον κέδρο. Ήταν τρομερό. Δεν είχα δύναμη ούτε να μιλήσω ούτε να σταθώ. Ένας άνθρωπος, ο Κλάρας, πατώντας στα ξερόχορτα που έτριζαν, έψαχνε με το όπλο στα χέρια, κοιτάζοντας, το δένδρο, τριγυρίζοντας τον κορμό του. μια στιγμή θέλησε ν’ ανέβει. Ερίχτηκε. Αλλά σαν το βρήκε δύσκολο, πήρε πάλι το όπλο και ήταν έτοιμος να ρίξει!
- Φυσέκι! είπε. Δεν έχεις άλλο;
- Δεν έχω.
- Α!
Άφηκε το όπλο κι άρχισε να πετροβολεί το δέντρο. Έριχνε πέτρες μεγάλες με ορμή ρωμαλέου ανθρώπου, ταράζοντας τους κλάδους του κέδρου.
Το φρικτό λάλημα ακούστηκε άλλη μια, την τελευταία φορά.
- Ακόμα δω είναι! είπεν εκείνος. Ακόμα δω!
Κι άρχισε πλέον ένα πετροβόλημα δυνατό, λυσσασμένο, σέρνοντας τα δάχτυλά του κάτω στη γη, ψάχνοντας στο σκοτάδι για πέτρες. Όσο που, στο τέλος, μου είπε:
- Έλα πάρε με · δε μπορώ…
Έτρεξα και τον εβάσταξα. Τον πήγα στην καλύβα. Να μιλήσω καλά, έπειτα απ’ ό,τι άκουσα και είδα, δεν ήταν βέβαια δυνατό. Στα χέρια μου τον έπιασεν ο βήχας. Κόντευε να πνιγεί. Τον πήγα στην καλύβα και ξαπλώθηκε. Από τη στάνη, δυο βλάχοι, που είχαν ξυπνήσει απ’ το θόρυβο, έφτασαν εκεί. Μια γριά έφερε φως. Ο Κλάρας, καθώς ξαπλώθηκε, έβηξε δυο-τρεις φορές δυνατά κι έπειτα λύθηκαν τα μέλη του. Ο γέρος ο βλάχος έβαλε τ’ αφτί του στην καρδιά του, τον κοίταξε καλά και μου είπε :
- Πεθαίνει, μωρέ παιδί…
Ο Κλάρας, κοιτάζοντας το βλάχο, είπε με αγωνία τη λέξη:
- Το χαροπούλι!
Η γριά πήρε το σκαμνί της καλύβας και κάθησε δίπλα στον ετοιμοθάνατο. Εστάθηκα μπροστά του και με κοίταζε αλλά δεν με γνώρισε. Τα μάτια του άνοιγαν πολύ κι έβλεπαν ποιος ξέρει ποιους ξένους, ποιους παράδοξους ξένους του άλλου κόσμου, που έμπαιναν στην καλύβα να τον πάρουν.
- Τι θα κάνουμε; μου είπεν ο βλάχος, ο γερο-Νταρής. Να μηνύσουμε στο χωριό ναρθούν…Πάμε όξω.

Όταν βγήκαμε, διηγήθηκα στο γέροντα όλα όσα έγινα.
- Αν λάλησε το έρμο, αν λάλησε το χαροπούλι, είπεν ο γέροντας, δεν έχει ζωή ο άνθρωπος. Την άλλη φορά λάλησε στο παιδί μου, τέτοια ώρα. Εδώ κι είκοσι χρόνια τ’ άκουσα στη μάνα μου. Δυο φορές που τ’ άκουσα, μου πέθαναν δυο δικοί μου.
Ο γέρος επήγε στη στάνη, πήρε το σιλάχι του, την αγκλίτσα του και τράβηξε για το χωριό, να πάει το μήνυμα στους Κλαραίους.

Έμεινα μονάχος. Στον ετοιμοθάνατο ήταν αδύνατο να ζυγώσω πλέον, αδύνατο να ιδώ τον εύθυμο και το σαρκαστή να πεθαίνει σε μια καλύβα, μέσα στην οποίαν εκάπνιζεν το φως. Η γριά είχε τη θέση της εκεί, αυτό το παλιό πετσί με τα λευκά μαλλιά, που ποιος ξέρει πόσων ανθρώπων είδε τις τελευταίες στιγμές, η γριά, αυτό το ιερό ασυγκίνητο πρόσωπο, που εκτελεί τα έργα του θανάτου, με όση ηρεμία γνέθει.
Εμπήκα στην καλύβα μου, άναψα φως κι έμεινα άγρυπνος, καπνίζοντας, διαβάζοντας παλιόχαρτα, τα οποία μόνο τη στιγμή εκείνη μπορούσαν να έχουν εξαιρετική σημασία και να διαβασθούν.
Επέρασε μια ώρα και πήγα στην πόρτα της καλύβας του Κλάρα. Ζει ή έσβησε; Εκοίταξα μέσα. Ήταν όπως πρώτα ξαπλωμένος. Τα μάτια του ανοιχτά κι εκινούντο. Εζούσε. Η γριά είχε την ίδια θέση στο σκαμνί, αλλά δεν έμενε χωρίς δουλειά. Είχε τη ρόκα της κι έγνεθε κάτασπρο μαλλί. Εκείνο το τύλιγμα της κλωστής στο αδράχτι, η ζωή που εξακολουθεί τη δουλειά της δίπλα στο θάνατο…
Τέλος, της έκαμα, ναρθεί να την ιδώ, γιατί να μπω μέσα ήταν αδύνατο.
- Πώς πάει;
- Τα ίδια. Ούτε ζει ούτε πεθαίνει…
Την απάντηση αυτή μου την έδωκεν άλλες πέντε φορές ως το πρωί, που τη ρώτησα.

Στις δέκα η ώρα το πρωί, ήρθαν οι άλλοι απ’ το χωριό, συγγενείς του Κλάρα, δυο χωριανοί του κι ο γέροντας ο βλάχος να τον πάρουν. «Ε, ορέ έρημη μάνα!» είπεν ένας απ’ αυτούς και μπήκε μέσα.
Το φορείο ήταν έτοιμο, καμωμένο απ’ τους βλάχους. Τον έβαλαν απάνω, με τα μάτια ανοιχτά. Κάθησαν μισή ώρα, ήπιαν ένα τσίπουρο, ξαπόστασαν και τον πήραν.
Ακολούθησα αυτή τη συνοδεία.
Ένα τέταρτο της ώρας ύστερα, καθώς τον πήγαιναν τον κατήφορο, ένιωσαν πως ο Κλάρας ήταν πεθαμένος.
Τον άφησαν κάτω. Ένας του ‘κλεισε τα μάτια, έκλαψε, σφόγγισε τα μάτια με το μανίκι του, τον ξαναπήραν κι εξακολούθησαν το δρόμο.

Ήταν μεσημέρι όταν είχαμε φτάσει κάτω στο ρέμα. Εκεί τον άφησαν και κάθησαν στις πέτρες να ξεκουραστούν.
Το νερό έτρεχε, φώναζε δυνατά, έφευγε τον κατήφορο προς τον ποταμό. Από κάπου αντιλαλούσε κόπανος και γέλια γυναικών που έπλεναν. Ο αέρας ήταν αρωματισμένος και χαϊδευτικός. Οι πλάτανοι άπλωναν ίσκιους, έδεναν τη γη με ρίζες που βυθίζονταν εδώ κι έβγαιναν εκεί, σα να ήθελαν να κρατηθούν από τη γη εις αιώνες αιώνων. Δέντρα, χαμόδεντρα και χόρτα κατέβαιναν στο ρέμα, σαν να ήθελαν να πιουν. Ένας κότσυφας εσφύριζε, χαράς και αγαλλιάσεως σφύριγμα. Πουλάκια περνούσαν αιφνίδια, έλεγαν ένα «τρ» στον αέρα, κι εγίνοντο άφαντα – στιγμές με φτερά. Κλάδοι, που έδωσαν τα χέρια από τη μιαν όχθη στην άλλη, άφηναν να περνά το νερό κάτω από πράσινη πύλη. Νεροκότσυφοι χτυπούσαν τα φτερά των στο νερό, ελούζονταν, έλαμπαν. Φυλλώματα επύκνωναν, άδυτα σκοτεινά, ιερά, που εκτός από νεράιδα δεν τ’ άγγιξε κανείς. Οι κλάδοι έγερναν κάτω κι εκρέμονταν λυγερά στεφάνια για πανηγύρι…Αχ, εσύ, αναθεματισμένη ζωή!
Οι τέσσερις χωρικοί κάπνιζαν χοντρά τσιγάρα σε γλυκό καλαμποκόφυλλο – όταν, έξαφνα, ένας εφώναξε:
- Βρε, χριστιανοί, τ’ είν’ τούτο; Ανοίγει τα μάτια του!
Ναι, ο πεθαμένος είχεν ανοίξει τα μάτια του και μας κοίταζεν ώρα πολλή. Ήταν λοιπόν ζωντανός! Εκοιταχτήκαμε φοβισμένοι. Ο Κλάρας έστριψε τα μάτια του. Η ζωή του εγύριζε. Η ζωή του ήθελε να πιαστεί από τις ρίζες των δέντρων, ν’ ανατριχιάσει μαζί με τις λεύκες, να κυνηγήσει τον κότσυφα που χτυπούσε τις φτερούγες του στα νερά. Φανερό ήταν πως όλα τα ένιωθε γύρω του κι όλα τα ποθούσε. Το σώμα του άρχισε πλέον να είναι πτώμα, κι όμως μες στο πτώμα έμενε κάποια αίσθηση – η αίσθηση του ανθρώπου που φεύγει τελευταία από τη γη, που είναι δύσκολο να πεθάνει, που λέγεται αγάπη, χαρά, ποιος ξέρει;
Ο τσοπάνος που τον έκλαιγε πρωτύτερα, τον επλησίασε και τον κοίταξε κατάματα. Ο Κλάρας όχι μόνον τον εγνώρισε, μα θυμήθη και το παρατσούκλι του. Κι άξαφνα, ακούμε να του λέει:
- Δώσε μου ένα τσιγάρο Μπιτχαβά!
Εκείνος είπε πως δεν έχει. Ο Κλάρας ξαναζήτησε μ’ επιμονή:
- Δώστε μου τσιγάρο, θέλω τσιγάρο!
Ο τσοπάνος, βλέποντας πως έχει να κάνει με ζωντανό άνθρωπο, έχωσε τα χέρια του στο σιλάχι κι έστριψε χοντρόν καπνό μέσα σε γλυκό καλαμποκόφυλλο. Του ‘βαλε το τσιγάρο στο στόμα και του το κράτησε. Εκείνος, ξαπλωμένος καθώς ήταν, το κάπνιζε με τόση λαιμαργία, τόσο χαμογελούσε, ρουφώντας τον καπνό και χύνοντας ένα αλαφρό αδύνατο συνεφάκι προς τον ουρανό, που δεν ηξεύραμε τι να πούμε. Εβλέπαμε πως κι ένα τσιγάρο μπορεί να είναι η τελευταία θέληση, η τελευταία ευτυχία ενός ανθρώπου στον κόσμο. Ο μισοπεθαμένος το κάπνιζε τόσο ζωντανά!
- Μη με παίρνετε από δω…, είπε.
Αλλά σε λίγη ώρα έκλεισε πάλι τα μάτια του…Εναρκώθηκε, ήταν ακίνητος.
Καθώς είδαμε πως δεν πέθανε ακόμα, τον σηκώσαμε στον ώμο και τραβήξαμε προς το χωριό. Εφτάσαμε στις δύο ώρες το απόγεμα.
Η μάνα έπεσεν απάνω στον τελευταίο της γενιάς και τον έκλαψε μια από κείνες τις τρομερές φωνές που ρωτούν τον ουρανό.
Ήλθε ο γιατρός κι είπε πως είναι πεθαμένος. Ήταν, αλήθεια, κάτι περισσότερο παρά νεκρός.
Τον έβαλαν στο σπίτι του, κάτου στο πάτωμα που ήταν από χώμα. Σκύβοντας από την πόρτα της καλύβας έμπαιναν ένας-ένας οι χωριανοί, οι πελώριοι γέροι, οι τσοπάνοι, οι γριές, τα κορίτσια.
Μα όταν πλησίαζεν η ώρα να τον πάρουν και να τον θάψουν, άνοιξε τα μάτια και είπε:
- Μάνα ! Ένα ποτήρι ρακί!...
Η φωνή έκαμεν όλους εκειμέσα να σταυροκοπηθούν. Εκοίταζεν ο ένας τον άλλον. Ήταν απίστευτο. Και όμως ήταν αληθινό. Ο Κλάρας δεν είχε πεθάνει.
- Παλικάρι μου, εδώ είσαι! είπεν η μάνα κλαίοντας. Τώρα να φέρω ρακί!... Κι έτρεξε προς το ντουλάπι…
Ο Κλάρας εστριφογύρισε τα μάτια κι έβλεπε τους χωριανούς. Εχαμογέλασε. Κοίταξεν έπειτα τον παπά, με την κάτασπρη πολύμαλλη κεφαλή.
- Δεν είναι ώρα, δέσποτά μου…,είπε. Κι έκλεισε τα μάτια του.
Ήρθε το βράδυ, αλλά δεν πέθανε ούτε το βράδυ. Πέρασε η νύχτα, μα δεν πέθανε ούτε τη νύχτα…Κατά τα χαράματα άνοιξε τα μάτια του και ζήτησε να φάγει. Ήθελε πίττα! Η μάνα σηκώθηκε, άναψε φωτιά. Κι όμως ο Κλάρας ήταν τρεις φορές πτώμα – χάλασμα σωστό.
Το πρωί έφεξε μέσα στο σπίτι · το λυχνάρι έσβησε. Ο Κλάρας έλεγεν αστεία, για τα πουλιά που χαιρετούσαν το φως μέσα στο κλουβί.
- Να τον πάρουμε να τον πάμε στα Κανάλια.
- Τα Κανάλια είναι μέρος που βγαίνει ένα ποτάμι. Άμα είσαι άρρωστος και πιεις από κείνο το νερό, ή πεθαίνεις στη στιγμή ή γένεσαι καλά.
Τον σήκωσαν, πήραν στον ώμο το φορείο, και τον πήγαν στα Κανάλια.
Ο Κλάρας δεν ήπιε νερό. Είπε:
- Έχετε γεια!
Και μόνον τότε πέθανε. Τότε που το θέλησε.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΙ Ο ΔΙΕΡΜΗΝΕΑΣ

Στρατής Τσίρκας (1911-1980)
Στα προάστια της Αλεξάντρειας, η απελευθέρωση της Αθήνας γιορτάστηκε δυο φορές. Την πρώτη, είκοσι μέρες πριν απ’ την πραγματική, όταν απ’ το ραδιοφωνικό σταθμό της που ελέγχαν οι ναζήδες ακούστηκε το βράδυ ένας άντρας να κόβει έξαφνα την εκπομπή και να φωνάζει κάποιο κατεβατό όπου ξεχώριζαν οι λέξεις: «Προσοχή... «Ο ηρωικός ΕΛΑΣ λευτερώνει... την Αθήνα μας... Φωτιά και τσεκούρι... Ζήτω το ΕΑΜ...». Δες όμως τι σού είναι ο άνθρωπος! Από την οδό Πηλουσίου της Ιμπραημίας ως την οδό Ελευσίνος του Καμποτσέζαρε, δηλαδή όσο να πας απ’ την Ομόνοια στην πλατεία Βάθης, βρέθηκαν δεκαπέντε «αυτήκοες» μάρτυρες, που ό καθένας είχε και δική του εκδοχή. Ποιος άκουσε πως η Ελλάς χτυπάει την Ελλάδα, ποιος ότι το ΕΑΜ ελευθέρωσε την Αθήνα, ποιος εκείνο που έγραψα πιο πάνω και ποιος άλλα αντ’ άλλων. Σήμερα πια, θα μου ήταν εύκολο να βρω το πραγματικό κείμενο και την ημερομηνία για να ντοκουμεντάρω τούτο το γραφτό, μα προτιμώ να μείνουν όπως είναι. Γιατί μου θυμίζουν την τρεχάλα μέσα στη νύχτα, κι από σπίτι σε σπίτι, τ’ αγκαλιάσματα με άγνωστους, τα «Χριστός Ανέστη» που σου φώναζαν μες στο σκοτάδι χωρίς να ξέρεις ποιος, τα λαμπερά πρόσωπα, την ευφροσύνη, την ανακούφιση και την έξαρση. Κι ακόμα την ανακάλυψη πως ο κόσμος αυτός είχε κρεμαστεί στα ραδιόφωνα, με το δείχτη καρφωμένο στο πιο ευαίσθητο σημείο, περιμένοντας, νύχτα και μέρα, τον κραδασμό, το μήνυμα, τούτο το μήνυμα.
Ήταν φαμελιές που τα παιδιά τους υπηρετούσαν στην ταξιαρχία του Ρίμινι ή πάνω στα πολεμικά ή μέσα στα υποβρύχια και στ’ αεροπλάνα, κι ήταν άλλες, πολλές, που τους τα είχανε μαντρώσει στα συρματοπλέγματα, και τα ’δερνε ο ήλιος και τ’ αγιάζι, η πείνα, ο μαρασμός, επειδή αγωνίστηκαν πριν από έξι μήνες για την εθνική ενότητα, για να φτάσει πιο γρήγορα τούτη η στιγμή, τούτο το μήνυμα. Πώς αγκαλιάστηκαν μονομιάς όλοι τους, πώς παραμέριζαν πολιτικές διαφωνίες, πώς συγχωρούσαν βρισιές, συκοφαντίες, στρατοδικεία και ναυτοδικεία, το λιθοβολισμό από τους ίδιους τους δικούς τους στο Λίβανο, πώς τα ξεχνούσαν όλα μπρος στο τεράστιο γεγονός, το άλμα τούτο στη μοίρα του Γένους: την Αθήνα και πάλι ελεύθερη!
Πολλοί ξημερωθήκανε μπρος στα ραδιόφωνα, ψάχνοντας σ’ όλα τα κύματα, για κάποια βεβαίωση της είδησης. Και μερικοί, που μάντεψαν τι είχε γίνει τρώγονταν, ο εκφωνητής να γλίτωσε απ’ τα νύχια του εχθρού;
Την άλλη μέρα ωστόσο η Αλεξάντρεια, η λαϊκή τουλάχιστο, το είχε δέσει σε ψιλό μαντίλι πως η Αθήνα ελευθερώθηκε απ’ τον ΕΛΑΣ, κι οι Εγγλέζοι τάχα το κρύβανε για τρέχα γύρευε ποιους ύπουλους σκοπούς. Ένας πυρετός έπιασε τον κόσμο κι ετοίμαζε δέματα. Ποιος λίγο ποιος πολύ όλοι τους είχαν συμφωνήσει με δικούς μας ναύτες από κορβέτες κι αρματαγωγά, να πάρουν μαζί τους από τα πιο χρειαζούμενα και να τα παραδώσουν σε συγγενείς ή φίλους στην Αθήνα και τον Πειραιά.
Είδα να ετοιμάζουν τέτοια δέματα και μπορώ να τα περιγράψω: ρύζι, ζάχαρη, καφές, σαπούνι και πετσιά. Όχι παπούτσια έτοιμα αλλά υλικό για ένα ή δύο ζευγάρια: σόλες, πανωδέρματα, βάρδουλα, κορδόνια – Βάλε και σπάγκο, θα τους έμεινε σπάγκος εκεί πέρα; Ως και κεράκια για το φινίρισμα βάζανε. Γιατί πετσιά κι όχι παπούτσια δεν το κατάλαβα. Μπορεί να είχαν ξεχάσει πια τι μέγεθος φορούσαν οι δικοί τους.
Καμιά εφημερίδα δεν έγραψε για κείνη τη συνταραχτική εκπομπή. Οι Άγγλοι λογοκριτές ψιλοκοσκίνιζαν τις ειδήσεις, και την παραμικρή. Αργότερα είδαμε τους υπουργούς της Εθνικής Ενότητας να φεύγουν κρατώντας παραμάσχαλα τους χαρτοφύλακες, «καθένας κι ένα αξίωμα σαν το πουλί μες στο κλουβί του» που θα γράψει κι ο ποιητής από μια σκάλα του γυρισμού, την Κάβα ντέι Τιρένι. Σε λίγο μάθαμε και για την Καζέρτα. Ξημέρωσε πια κι η μέρα της απελευθέρωσης, η δεύτερη, με τ’ ανακοινωθέντα της, τους σημαιοστολισμούς, τις κωδωνοκρουσίες, τις δοξολογίες, τις δεξιώσεις, το παραλήρημα· η λεωφόρος Μ. Αλεξάνδρου να πλέει στις μαθητικές ποδιές κι η οδός Σερίφ, κορδωμένη και παρδαλή, στις συμμαχικές σημαίες.
Ημέρα αργίας· έκανε ένα από κείνα τ’ ασύλληπτα φθινοπωρινά πρωιά της Αλεξάντρειας, με κάτι μεγάλα κάτασπρα σύννεφα να φεύγουν πάνω από τον Ανατολικό Λιμένα. Όταν σήκωνες το κεφάλι και τα κοίταζες σου δίναν την εντύπωση πως εσύ βρισκόσουν πάνω σε καράβι και ταξίδευες για την καινούργια Ελλάδα. Είπα να πάω να κάνω συντροφιά στον καινούργιο μου φίλο τον Εξαδάχτυλο, που νοσηλευόταν στο Κοτσίκειο. Ήταν «άρτι διαφοροποιηθείς» και την ανάνηψή του αυτή την πλήρωνε με μια φοβερή κρίση στα νεφρά. Με τον πατέρα του είχαμε γνωριστεί τη νύχτα της «πρώτης» απελευθέρωσης κι από κείνον είχα μάθει την ιστορία του.
Ο Εξαδάχτυλος ήταν γιος μεγαλομπακάλη, ανεψιός παπά, πρόσκοπος κι εθνικόφρων. Με τα γαλλικά του, με τ’ αγγλικά του, με τις γνωριμίες στ’ ανώτερα στρώματα της Αλεξάντρειας. Όταν επιστρατεύτηκε η ηλικία του, αυτός κατάφερε να διοριστεί διερμηνέας στους Άγγλους και … την περνούσε όμορφα. Κι ακόμα πιο όμορφα όταν αποσπάστηκε, σαν διερμηνέας πάντοτε, σ’ ένα στρατόπεδο από Σαμιώτες πρόσφυγες, γυναικόπαιδα και γέρους. Με κάτι τσιγάρα, κάτι κονσέρβες, πότε με το άγριο, πότε με το γλυκό, κατάφερνε να ψυχαγωγείται από κάθε άποψη και να μη του βαρυφαίνεται ο πόλεμος.
Αλλά μέσα στους πρόσφυγες δούλευε και το ΕΑΜ και τον Απρίλη ζήτησαν και κείνοι με υπόμνημα Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Αυτό δεν άρεσε στους Άγγλους που αποφάσισαν να χωρίσουν τα ερίφια από τα πρόβατα. Γέμισαν τρία βαγόνια της τρίτης θέσης με γυναικόπαιδα, τα πιο ζωηρά· φόρτωσαν μια δεκαριά έγχρωμους για τη φρουρά και τον Εξαδάχτυλο για διερμηνέα, τα σπρώξαν ως την Έρημο του Σινά, πάνω σε μια γραμμή που δε φαινόταν να την πολυμεταχειρίζονται. Τελείωνε άξαφνα μες στην καρδιά της ερήμου, δίχως κανένα χτίσμα, μήτε παράγκα, μήτε καν ένα τηλεγραφόξυλο, μόνο άμμος, μίλια ολοτρόγυρα.
Η ατμομηχανή παράτησε τα βαγόνια κι έφυγε. Αυτές ήταν οι διαταγές που είχε ο μηχανικός. Τα περισσότερα τζάμια των βαγονιών ήταν σπασμένα και τη νύχτα ο κόσμος τουρτούριζε. Αλλά τη μέρα ήταν χειρότερα, η άμμος πύρωνε σαν καμίνι κι η ζέστη ήταν αφόρητη. Άρχισε να τους τελειώνει το νερό. Μάζεψαν όσο έμενε, το βάλαν όλο μαζί συντροφικά και το μοιράζανε με το κουτάλι. Ο Εξαδάχτυλος κατάφερε τους άνδρες της φρουράς να θυσιάσουν το μισό νερό απ’ τα παγούρια τους. Αλλά τελείωσε κι αυτό, κι η ατμομηχανή δε φαινότανε. Οι στριγκλιές, τα κλάματα, οι βόγκοι πληθαίνανε, ο Εξαδάχτυλος φοβήθηκε πως θα τρελαθεί, πήδηξε απ’ το τρένο κι έφυγε για να μην ακούει. Δεν έμεινε πολλή ώρα μόνος· από μακριά είδε την άμμο να σηκώνεται σε μαύρες κολόνες και να έρχεται με τρομαχτικό μπουμπουνητό. Αυτό τους έλειπε τους άμοιρους: το χουμπούμπ.
Έτρεξε όσο μπορούσε και χώθηκε κι αυτός στο τρένο πριν να τον σηκώσει κανένας στρόβιλος. Ύστερα το τρένο σκεπάστηκε, ο κόσμος σκοτείνιασε, μέσα στα βαγόνια το χώμα πήγε μισό μέτρο πάχος, οι ράγιες χάθηκαν ολότελα. Τα γυναικόπαιδα, οργανωμένα, πειθαρχούσαν στις οδηγίες των υπεύθυνων, μα το πράμα είχε φτάσει στο απροχώρητο. Μερικές γυναίκες πιο νταβραντισμένες κουβέντιαζαν σοβαρά να γυρίσουν πίσω με τα πόδια. Ξαφνικά ένας ανακάλυψε πως στο καζανάκι του αποχωρητήριου απόμενε λίγο νερό· βρομισμένο με χώματα και σκουριές, αλλά πινόταν. Μάζεψαν όσο έμενε στα τρία βαγόνια και πάλι το μοίρασαν με το κουταλάκι στους άρρωστους και στα μωρά.
Την άλλη μέρα καταλάγιασε το χουμπούμπ, μα η ατμομηχανή δεν έλεγε να φανεί. Ο Εξαδάχτυλος έχασε πια την υπομονή του, τον βλαστημούσαν κι οι Σαμιώτισσες πιάνοντας από τα γεννοφάσκια του, το κουβέντιασε με τη φρουρά, έβαλε το κεφάλι κάτω, και σκάβοντας κάθε τόσο την άμμο με τα χέρια για να ξεθάβει τη σιδερογραμμή και να προσανατολίζεται, έκανε τριάντα μίλια ολομόναχος κι έφτασε στο πιο κοντινό φυλάκιο. Από κει, με τον ασύρματο, σήκωσαν αεροπλάνο από τη Λύδδα κι έριξε πάνω στο πολιορκημένο τρένο μπιτόνια της μπενζίνας γεμάτα νερό. Ο Εξαδάχτυλος όμως αντί για ούρα κατέβαζε συνέχεια αίμα.
Του είπα για την απελευθέρωση της Αθήνας. Το ήξερε γιατί του είχαν βάλει ραδιόφωνο μέσα στο θάλαμο.
- Είδες ένα κατσούφη που σουλατσάριζε απ’ έξω; μου λέει. Τον έφεραν να με φυλάει, μπας και το σκάσω. Χτες μόνο πήρανε χαμπάρι πως τους έκανα την καταγγελία στον Ερυθρό Σταυρό. Μακάρι να βάλουμε πια μυαλό και να μονιάσουμε, γιατί τους Εγγλέζους τους έμαθα, είναι αδίσταχτοι.
Πέρασαν δέκα χρόνια. Στο μεταξύ, το Γένος παραλίγο να πνιγεί μέσα σ’ έναν απέραντο λάκκο από χολή και πηχτό αίμα. Μόλις άρχιζε τώρα ν’ ανασαίνει, και πάλι, παλεύοντας με δόντια και με νύχια για λίγη λευτεριά. Τον Οκτώβρη του 1954, σ’ ένα εστιατόριο της οδού Σταδίου μού δείξαν τον εκφωνητή της «πρώτης» απελευθέρωσης. Ψηλός, στεγνός, και ήρεμος, έτρωγε μόνος. Στους κροτάφους τα πρώτα ψαρά μαλλιά. Ο φίλος μου ο Εξαδάχτυλος είχε πεθάνει από νεφρά, όπως μπορεί να είχαν πεθάνει και ποιος ξέρει με τι θάνατο, οι αντάρτες, που το 1944 κάλυψαν την υποχώρηση του εκφωνητή μέσ’ από τα δέντρα του Ζαππείου, προς το Παγκράτι και τα προχωρημένα φυλάκια του ΕΛΑΣ στον Υμηττό.
Όταν πλήρωσε το λογαριασμό του και σηκώθηκε να φύγει, πρόσεξα κάτι άλλο: ήταν σεμνός. Ήταν ακριβώς όπως τον είχα φανταστεί και τον ευχόμουνα.

ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ.

ΑΝΟΙΧΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ
ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Αθήνα, 28-4-2009
ΠΡΟΣ:
-Το Ευρωπαϊκό Κέντρο Ευρυτανικών Σπουδών και Μελετών
-την Εταιρεία Ευρυτάνων Επιστημόνων
-την Πανευρυτανική Ένωση
-την Ομοσπονδία Ευρυτανικών Συλλόγων
Αξιότιμοι κύριοι,
Είναι σε όλους μας γνωστό, ότι εδώ και μερικά χρόνια η Ελλάδα δεσμεύτηκε να ακολουθήσει την κοινή ενεργειακή πολιτική της ΕΕ για τη μείωση των καταστροφικών για τον πλανήτη μας επιπτώσεων των κλιματικών αλλαγών, απόφαση την οποία επικροτούμε και αναγνωρίζουμε ως απολύτως εύλογη και αναγκαία για τη διάσωση του φυσικού περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αναπνέουμε και ζούμε.
Η ανάγκη εκμετάλλευσης κάθε είδους ανανεώσιμης πηγής ενέργειας,, (υδροηλεκτρικής, αιολικής, ηλιακής, γεωθερμικής), σε συνδυασμό με το υψηλό ποσοστό επιδότησης από την Ε.Ε. για τέτοιες επενδύσεις, αποτέλεσαν σημαντικό κίνητρο για πολλούς να δραστηριοποιηθούν στο χώρο αυτό και να προτείνουν, εκτός των άλλων, τη δημιουργία Αιολικών Πάρκων σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, όπου κατά τις εκτιμήσεις τους η αιολική ενέργεια είναι αυξημένη, η πρόσβαση για εργασίες κατασκευής εύκολη, τα δίκτυα μεταφοράς ρεύματος της ΔΕΗ προσβάσιμα και άρα η κατασκευή φτηνή. Ανάμεσα στις περιοχές αυτές, συμπεριέλαβαν και ολόκληρο το Νομό Ευρυτανίας.
Την τελευταία αυτή πρόταση των εταιρειών, που αφορά τα παρθένα, από ανθρώπινη επέμβαση, βουνά της Ευρυτανίας μας και που στηρίζεται σε άκρως αμφιλεγόμενα επιχειρήματα και ανύπαρκτες επιστημονικές μελέτες, τόσο όσον αφορά το αιολικό δυναμικό όσο και ως προς τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, αλλά κυρίως ως προς την αναλογία κέρδους και ζημίας, έκανε πλήρως αποδεκτή η υπ' αρ. 49828 Απόφαση της Επιτροπής Συντονισμού της Κυβερνητικής Πολιτικής στον Τομέα Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ με αρ. 2464 και ημερομηνία 03.12.2008 (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι).
Έτσι νομιμοποιείται πλέον η παράδοση εφ΄ όρου ζωής μεγάλων δημόσιων εκτάσεων σε για εκμετάλλευση. Η λογική και μόνο επεξεργασία του θέματος αυτού, η οποία ξεκίνησε στα αρχικά ακόμα στάδια του σχεδίου εκμετάλλευσης της αιολικής ενέργειας, προκάλεσε πολλές συζητήσεις και πυροδότησε διενέξεις ανάμεσα σε εκείνους που είδαν τα Αιολικά Πάρκα στην Ευρυτανία με επιφύλαξη και ως μια ενδεχόμενη απειλή για έναν μοναδικό πνεύμονα της Ελλάδας και της Μεσογείου ολόκληρης, και σε εκείνους που πίστεψαν ότι θα αποφέρει σίγουρο οικονομικό όφελος και ανάπτυξη στους φτωχούς Δήμους του Νομού, παραβλέποντας τη ζημιά που θα προκαλέσει.
Στα πλαίσια αυτών των συζητήσεων, δεν ήταν λίγοι οι τοπικοί φορείς, της Νομαρχιακής και Δημοτικής Αυτοδιοίκησης, που πήραν θέσεις αμφιλεγόμενες, επιχειρηματολόγησαν χωρίς κανένα επιστημονικό κριτήριο, παλινδρομώντας ανάμεσα στα λογοπαίγνια και την πραγματικότητα, παραπληροφόρησαν και προσπάθησαν να συμπαρασύρουν ανθρώπους, οι οποίοι αγνοούσαν την ουσιαστική πλευρά αυτού του εγχειρήματος, προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους σκοπούς, που μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν.
Οι τελικές αποφάσεις όμως και τα ψηφίσματα των Δημοτικών και Νομαρχιακών Συμβουλίων, των Συλλόγων και των Επιτροπών Πολιτών ήταν εύλογα, στη συντριπτική τους πλειοψηφία, αντίθετες στη δημιουργία Αιολικών Πάρκων στα καταπράσινα βουνά μας δεδομένης της έλλειψης επιστημονικής και επίσημης μελέτης για τις επιπτώσεις που θα έχει μια τέτοιου μεγέθους ανθρώπινη επέμβαση στο Ευρυτανικό φυσικό κάλλος και στο περιβάλλον, που η κοινή ενεργειακή πολιτική της ΕΕ σκοπό έχει να προστατεύσει και όχι να καταστρέψει.
Πέραν όμως των θεσμοθετημένων οργάνων της πολιτείας που πείστηκαν ότι όχι μόνο αυτή καθαυτή η εγκατάσταση των ανεμογεννητριών αλλά κυρίως η μεγάλη καταστροφή που θα προέλθει από τα συνοδά έργα πρόσβασης στις κορυφογραμμές και μεταφοράς του ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία θα είναι με βεβαιότητα μη αναστρέψιμη, ήταν η κύρια αιτία και της δικής μας αρνητικής στάσης στην εγκατάσταση εκατοντάδων ανεμογεννητριών ύψους 70 μ. στην κορυφογραμμή των βουνών της Ευρυτανίας χωρίς φυσικά κανένας μας να εναντιώνεται στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Επιπρόσθετα στοιχεία που δικαιολογούν αρνητική στάση στην εγκατάσταση Α.Π. στην Ευρυτανία αποτελούν πλην άλλων και τα εξής:
-Η Ευρυτανία, μέχρι σήμερα παραμένει αγνή από πολεοδομικές υπερβολές, φωτιές και κάθε είδους καταστροφές της φύσης, διαθέτει τα πιο πλούσια σε βλάστηση δάση στην Ελλάδα, ώστε κατά κοινή ομολογία παρέχει εξ ορισμού την κυριότερη μορφή ενέργειας για τη συνέχιση της ζωής στον πλανήτη μας, που είναι το οξυγόνο.
-Σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας στην κατανομή των βαρών, που αποτελεί συνταγματική υποχρέωση του κράτους, θα έπρεπε η συμβολή κάθε περιφέρειας στο πρόβλημα το κλιματικό να είναι ανάλογη με την ενέργεια που η ίδια καταναλώνει. Σ’ αυτόν τον τομέα η περιοχή μας έδωσε ήδη εδώ και πολλά χρόνια μεγάλο μέρος του εδάφους της για τη δημιουργία της λίμνης των Κρεμαστών και την παραγωγή έκτοτε καθαρής υδροηλεκτρικής ενέργειας, πολλαπλάσιας φυσικά εκείνης που η ίδια καταναλώνει. Επομένως, η περιοχή της Ευρυτανίας συμβάλει ήδη στη μείωση των επιπτώσεων των κλιματικών αλλαγών εδώ και πολλά χρόνια και πολύ περισσότερο από ότι της αναλογεί.
-Από μελέτες του Υπουργείου Γεωργίας προκύπτει, ότι η καταστροφή που θα συντελεστεί στη χλωρίδα, στην πανίδα και στη μορφολογία του εδάφους των βουνών μας, λόγω της εγκατάστασης των Αιολικών Πάρκων με τα τεράστια συνοδά έργα τους θα είναι μη αναστρέψιμη. Γνωρίζοντας δε τον τρόπο με τον οποίο κάποιοι αντιμετωπίζουν τα θέματα συντήρησης των ανεμογεννητριών στην Ελλάδα και την σχεδόν βέβαιη αμέλειά τους για την απομάκρυνσή τους από τον τόπο μας, όταν δεν θα έχουν τίποτα πια να δώσουν λόγω της παλαιότητάς τους, το πρόβλημα γίνεται σοβαρότερο. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και εάν η απομάκρυνση των Αιολικών Πάρκων από τη θέση τους συντελεστεί, δε είναι δυνατόν να επαναφέρει τα πράγματα στην προτέρα κατάσταση και να αποκαταστήσει το μοναδικό αυτό φυσικό περιβάλλον.
-Ένα τέτοιου είδους εγχείρημα στην Ευρυτανία θα της στερήσει το μοναδικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που διαθέτει και την καθιστά σήμερα ιδιαίτερα ελκυστικό προορισμό για τους τουρίστες, Έλληνες και ξένους, αφού είναι γνωστό ότι η Ευρυτανία δεν έχει να επιδείξει τίποτα άλλο παρά μόνο τα βουνά και τα φαράγγια της. Εξάλλου, στον τομέα αυτό της ήπιας τουριστικής ανάπτυξης, δόθηκαν στην Ευρυτανία μέχρι σήμερα σημαντικές χρηματοδοτήσεις και επενδύθηκαν πολλά, που ήδη απέδωσαν και θα εξακολουθήσουν να τονώνουν τη ζωή στον τόπο μας,, βασισμένα στην φυσική ομορφιά της και στο ομολογουμένως καθαρό για τα εθνικά και διεθνή δεδομένα περιβάλλον της. Στο σημείο αυτό τίθεται εύλογα ένα ερώτημα. Γιατί δεν προβλέπεται αντίστοιχη ανάπτυξη Α.Π. π.χ. στο Πήλιο ή στην Αράχωβα;;
Η τοποθέτηση ανεμογεννητριών σε τόσο μεγάλα ύψη, όπως στα βουνά της Ευρυτανίας, όπου οι ανεξέλεγκτες καιρικές συνθήκες θα καθιστούν τη λειτουργία τους σχεδόν αδύνατη σε ετήσια βάση, πιστεύουμε ότι θα έχει ως αποτέλεσμα ένα ακόμη αποτυχημένο Ελληνικό δημόσιο έργο. Πουθενά αλλού στην Ευρώπη δεν βρίσκουμε αντίστοιχη εγκατάσταση Α.Π. σε υψόμετρα όπως αυτά των Ευρυτανικών βουνών.
Με δεδομένα τα παραπάνω και μετά την ισχύ της παραπάνω Κοινής Υπουργικής Απόφασης, έγιναν προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας, για την ακύρωσή της συνολικά αφενός ή την μερική της ακύρωση ως προς το μέρος που αφορά την περιοχή Κοκκάλια-Αλογοβούνι-Σαράνταινα δηλ της κορυφογραμμής των συνόρων Ευρυτανίας-Φθιώτιδας αφετέρου, ζητώντας συγχρόνως την αναστολή εφαρμογής της ως άνω απόφασης, τουλάχιστον ως προς τις περιοχές της Ευρυτανίας και της Δυτικής Φθιώτιδας, έως ότου εκδικαστούν οι εν λόγω Αιτήσεις για τη μερική ή ολική ακύρωση της.
Προσέφυγαν εκτός των συλλόγων της περιοχής της Φθιώτιδας, από την μεριά της Ευρυτανίας ο Δήμος Καρπενησίου, ο Σύλλογος Κρικελλιωτών, η Κίνηση Πολιτών Δήμου Δομνίστας, κ.α. αφού η προθεσμία υποβολής ενστάσεων έληγε στις αρχές του Φεβρουαρίου 2009.
Στην προσπάθεια αυτή προφύλαξης του τόπου μας από επεμβάσεις με σίγουρα αρνητικές συνέπειες για το μέλλον του, είναι προφανώς αναγκαία η παρουσία των Ευρυτάνων ανθρώπων του πνεύματος αλλά και των Ενώσεων των επιμέρους Συλλόγων των χωριών μας, (Πανευρυτανική Ένωση αφενός και Ομοσπονδία Ευρυτανικών Συλλόγων αφετέρου), που πλην των άλλων παλεύουν για την ανάδειξη και προστασία όχι μόνο της πολιτιστικής αλλά και της φυσικής κληρονομιάς του.
Για το λόγο αυτό απευθυνόμαστε σε εσάς και σας παρακαλούμε, εφόσον συμφωνείτε, να συναντηθούμε όλοι μαζί στα γραφεία της Εταιρείας Ευρυτάνων Επιστημόνων (Χαρ Τρικούπη 56-58 Αθήνα), σε ημερομηνία και ώρα που θα καθορίσει ο πρόεδρός της κ Ζούμπος και να αποφασίσουμε ενωμένοι τις επόμενες ενέργειές μας, παίρνοντας επίσημη και επιστημονικά τεκμηριωμένη θέση για το θέμα της εγκατάστασης «Αιολικών Πάρκων» στα βουνά της Ευρυτανίας μας.
Εκ μέρους της συντονιστικής επιτροπής πολιτών για τη διάσωση του Ευρυτανικής φύσης:
Μπαμπαλής Θεόδωρος, Άγραφα
Χρήστος Τσιώλης, Μεγ. Βραγγιανά
Ευθύμιος Φλώρος, Κρίκελλο
Νίκος Χόντος, Άγραφα
Επίσης στην συνάντηση ήταν οι:
Χρήστος Κοτσιώνης
Μυρτώ Βρεττού
Ανδρέας Βουκελάτος
Νίκος Βαλής
Κώστας Συγγούνης
Ελένη Κρέτση
Καλλιρόη Μπαλτουμά

Γκιώνα.


Νόστιμο Ευρυτανίας.


Κρίκελλο Ευρυτανίας.


19/5/09

Ο ΑΧΕΛΩΟΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ...

Ο ΑΧΕΛΩΟΣ ΘΑ ΝΙΚΗΣΕΙ - ΤΑ ΟΡΜΗΤΙΚΑ ΤΟΥ ΝΕΡΑ ΘΑ ΠΑΡΑΣΥΡΟΥΝ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΕΚΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ- Η
ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΘΑ ΠΝΙΞΕΙ ΤΟΥΣ ΕΜΠΝΕΥΣΤΕΣ ΑΥΤΩΝ ΤΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ.

Κώστας Μπατίκας.

Έφυγε από τη ζωή την Κυριακή 17 Μαΐου 2009 και σε ηλικία 64 ετών, ο Κώστας Μπατίκας, εξέχον στέλεχος του κομμουνιστικού κινήματος της χώρας, από την περίοδο της δικτατορίας μέχρι σήμερα.

Ο Κώστας Μπατίκας γεννήθηκε στα Στουρναραίικα Τρικάλων στις 10/3/1945. Η στρατιωτική δικτατορία τον βρίσκει στη Δυτική Γερμανία, όπου εργάζεται και παράλληλα σπουδάζει γεωπόνος. Κατά τη διάρκεια της χούντας αναπτύσσει σημαντική αντιδικτατορική δράση στο φοιτητικό και μεταναστευτικό κίνημα μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ. Μετά την πτώση της χούντας επιστρέφει στην Ελλάδα και προσφέρει τις υπηρεσίες του σαν στέλεχος του ΚΚΕ από διάφορες καθοδηγητικές θέσεις: Μέλος του γραφείου της Κ.Ο. Πειραιά, γραμματέας της Ν.Ε. Αιτωλοακαρνανίας, γραμματέας της επιτροπής περιοχής Δυτικής Πελοποννήσου – Δυτικής Στερεάς – Νήσων, μέλος του εργατικού τμήματος της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, μέλος του Αγροτικού τμήματος της Κ.Ε.
Υπήρξε μέλος της Κ.Ε. του ΚΚΕ από το 10ο συνέδριο (1978) μέχρι το καλοκαίρι του 1989, όταν συγκρούστηκε με τον κυβερνητισμό της ηγεσίας του κόμματος που οδήγησε στη συνεργασία με τη Ν.Δ. και την κυβέρνηση Τζανετάκη. Μαζί με άλλα στελέχη και μέλη του ΚΚΕ που αποχώρησαν την ίδια περίοδο, υπήρξε συνιδρυτής του Νέου Αριστερού Ρεύματος. Αποχώρησε ωστόσο και από το ΝΑΡ το 1991, μαζί με άλλους συντρόφους επειδή διαφώνησε με την εγκατάλειψη της μαρξιστικής – λενινιστικής θεωρίας ως βάση για την κομμουνιστική πολιτική.
Το 1992 πρωτοστατεί στην έκδοση του θεωρητικού – πολιτικού περιοδικού «Αριστερή Ανασύνταξη», στο οποίο αρθρογραφούσε μέχρι σήμερα, καθώς και στην ίδρυση της ομώνυμης οργάνωσης. Από τη συνένωση της «Αριστερής Ανασύνταξης» με την οργάνωση «Εργατική Πολιτική», προέκυψε το 2007 η κομμουνιστική οργάνωση ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗ, της οποίας ο Κώστας Μπατίκας υπήρξε ιδρυτικό μέλος και θεωρητικός νους.
Αφιερωμένος στην επανάσταση, ασυμβίβαστος, σκεπτόμενος και μαχόμενος κομμουνιστής σε όλη του τη ζωή, συγκρούστηκε με κάθε τάση συμβιβασμού και οπισθοδρόμησης εντός του κομμουνιστικού κινήματος, υποστήριξε με πάθος τη θεωρητική και πολιτική ανασύνταξη του εργατικού κινήματος, θεμελιωμένη στην επαναστατική θεωρία του προλεταριάτου, το μαρξισμό – λενινισμό. Συνέβαλε ο ίδιος καθοριστικά στην επεξεργασία μαρξιστικών ταξικών θέσεων για την οργανωτική συγκρότηση και την πολιτική του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, με τις τοποθετήσεις του εντός του ΚΚΕ, με την μετέπειτα αρθρογραφία του στην «Αριστερή Ανασύνταξη» και με το βιβλίο του «Συνδικάτα και Πολιτική» (1994). Παρήγαγε επίσης σημαντικές επεξεργασίες μαρξιστικών θέσεων για ένα ευρύ φάσμα πολιτικών ζητημάτων, όπως το εθνικό ζήτημα, το αγροτικό ζήτημα, το ενιαίο μέτωπο πάλης των εργαζομένων. Ιδιαίτερο έργο του αποτέλεσε η επανανακάλυψη της μαρξιστικής – λενινιστικής θεωρίας για το σοσιαλισμό – κομμουνισμό και της επαναστατικής μετάβασης σʼ αυτόν, καταδεικνύοντας τη θεωρητική συγγένεια της γραφειοκρατικής με την καουτσκική εκδοχή του σοσιαλισμού και διορθώνοντας πολλές παραναγνώσεις της λενινιστικής θεωρίας από τη σοβιετική γραφειοκρατία.
Κατάφερε έτσι με επίπονη μελέτη και επίμονη εργασία να ξεδιαλύνει τη μαρξιστική θεωρία από την ιδεολογική σκουριά της σοβιετικής γραφειοκρατίας και άλλες αστικές θεωρητικές διαστρεβλώσεις της. Καρπός της εργασίας του αυτής είναι, εκτός από τα σχετικά άρθρα του και το καινούργιο υπό έκδοση βιβλίο του, το οποίο δεν πρόλαβε δυστυχώς να δει τυπωμένο, ηττημένος από την μοιραία αρρώστια – και μόνο απʼ αυτή.
Και την αρρώστια όμως την αντιμετώπισε σαν κομμουνιστής, με λεβεντιά και καρτερικότητα και με το πείσμα να αξιοποιεί κάθε στιγμή υγείας που κέρδιζε στον αγώνα του με το θάνατο για να παράγει επαναστατικό έργο.
Ήταν και θα είναι πηγή έμπνευσης για όλους τους συντρόφους του και για όλους τους κομμουνιστές. Θα μείνει αθάνατος, όπως αθάνατη είναι η επαναστατική θεωρία και η στάση ζωής που μας δίδαξε. Το έργο του θα είναι πάντα σημείο αναφοράς και πηγή γνώσης για όλους όσους θελήσουν στο μέλλον να συμβάλουν στον αγώνα για την επαναστατική ανασύνταξη του εργατικού κινήματος.

Ορεινή Δωρίδα.


Εκεί και τότε, που η αρχιτεκτονική χάρη στην λιτότητά της, εναρμονίζεται και δένει με το φυσικό περιβάλλον.

Μονή Παντοκράτορος Αγγελοκάστρου.


Παλιοβούνα και Βαράσοβα.


Σαράνταινα.


ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ.

Σαράνταινα.


Τα Βαρδούσια από την Σαράνταινα.