24/3/09

25 ΜΑΡΤΙΟΥ...

"Μια φορά εβαπτίσθημεν με το λάδι, βαπτιζόμεθα και μία με το αίμα δια την ελευθερίαν της πατρίδος μας". (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης)
"Η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούνε να μας φάνε και δεν μπορούνε, τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Αυτή τη μαγιά τήνε λέω σπίθα. Είναι η σπίθα που καίει αθάνατη μέσα στα σωθικά της Ελλάδας". (Μακρυγιάννης)
Η έκρηξη της Επανάστασης, τον Μάρτιο του 1821, αποτελεί το ξεκίνημα του αγώνα για την ανεξαρτησία που διεξήγαγε ο υπόδουλος Ελληνισμός κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο αγώνας αυτός κατέληξε στην αναγνώριση της ανεξαρτησίας του ελληνικού κράτους από την Πύλη, με τη συνθήκη του Μαϊου του 1832. Η εκδήλωση αυτού του απελευθερωτικού κινήματος ήρθε στον απόηχο μεγάλων γεγονότων, που συγκλόνισαν την Ευρώπη και τον κόσμο ολόκληρο, όπως η Γαλλική Επανάσταση του 1789 και οι Ναπολεόντειοι Πόλεμοι ή η Αμερικανική Επανάσταση του 1776. Πρόκειται για γεγονότα που είχαν τον αντίκτυπό τους στις οπισθοδρομικές δομές του αχανούς κράτους που κυβερνούσε ο σουλτάνος Μαχμούτ Β'.
Τα παλικάρια, που έγραψαν την ιστορία του εικοσιένα, παρουσιάζονται συχνά ως μυθικοί ήρωες, με εξιδανικευμένα χαρακτηριστικά, ατρόμητοι, ψυχικά καλλιεργημένοι, ηθικοί αδάμαντες.
Στην πραγματικότητα ήταν απλοί άνθρωποι με όλα τα προτερήματα και τα ελαττώματα που διαθέτει ο κοινός θνητός.
Απλώς τους είχε ατσαλώσει ο πόλεμος. Στις δύσκολες στιγμές της ζωής αυτό συμβαίνει συνήθως. Αλλοι ατσαλώνονται κι άλλοι εξοντώνονται.
Η αθυροστομία και τα αστεία του Καραϊσκάκη.
Ο Γεώργιος Καραϊσκάκης φημιζόταν για την αθυροστομία και τα χωρατά του.
Μια φορά ήταν άρρωστος στο στρατόπεδο του Πειραιά. Φώναξε κάποιον κομπογιαννίτη να τον κοιτάξει.
Βάζει ένα παλικάρι κάτω από τα σκεπάσματα και μόλις μπαίνει ο γιατρός, δίνει με τρόπο όχι το δικό του χέρι, μα του παλικαριού. Το πιάνει εκείνος σοβαρά και κάνει να μετρήσει το σφυγμό του.
«Οι δυνάμεις σου, στρατηγέ μου, πέσανε πολύ», του λέει.
Με μια κίνηση πετά ο Καραϊσκάκης πέρα τα σκεπάσματα και μένει ξερός ο γιατρός με τον ξένο καρπό στο χέρι. «Ο π...ος μου έπεσε, ωρέ, όχι οι δυνάμεις μου!», του λέει.
Ο Καραϊσκάκης, όταν οργιζόταν, έβριζε σκληρά όχι μόνο στρατιώτες, αλλά και οπλαρχηγούς και στρατηγούς ακόμα. Οι ηπιότερες από τις βρισιές του ήταν σαπιοκοιλιά και παλιογελάδα. Αλλά αυτό δεν το έκανε από μοχθηρία. Επειτα από λίγο μετάνιωνε και με δάκρυα στα μάτια απευθυνόταν στους αγανακτισμένους στρατιώτες του για να πει: «Τι θυμώνετε, ωρέ! Κι εγώ είμαι... είμαι ο γιος της καλογριάς».
Ο Καραϊσκάκης ήταν εντελώς αγράμματος. Την υπογραφή του έμαθε να τη βάζει μόλις το 1825. Κι αυτή την έβαζε ανορθόγραφα: «Καραησκάκης».
Η ανδρεία των μελλοθανάτων στη σφαγή της Χίου.
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης αποθησαύρισε δύο διηγήσεις από τη σφαγή της Χίου.
Ο ίδιος σημειώνει πως αν είναι αληθινά, τότε «οι Χιώτες ήταν θαυμαστά γενναίοι με τον τρόπο τους τον ήρεμο και ταπεινό».
Στη Χίο, όταν έγιναν οι σφαγές, στα 1822, είχαν κλείσει οι Τούρκοι πολλούς από τους επίσημους στη μητρόπολη και τους έβγαζαν έναν έναν και τους έκοβαν το κεφάλι.
Οι μελλοθάνατοι δεν λησμονούσαν ούτε τότε τα κοινωνικά πρωτεία τους.
«Ορίστε μεσιέ Τζαννή, περάστε πρώτος...», έλεγαν.
Αλλος Χιώτης είπε καθώς τον πήγαιναν για θάνατο: «Σωπάστε, μη θυμώσει ο αγάς και πάθουμε χειρότερα».
Το Παλαμήδι και η πείνα των Τούρκων.
Απ όλα τα κάστρα του Μοριά το Παλαμήδι ήταν εκείνο που περισσότερο παίδεψε τους Ελληνες. Τέλειωνε ο Νοέμβρης του 1822 κι ακόμα αντιστέκονταν οι Τούρκοι, που ήταν κλεισμένοι στο φρούριο. Ομως η πείνα είναι ανίκητη.
Μια μέρα βγήκε από το πίσω μέρος του Παλαμηδιού μια Αράπισσα, κατά την ορολογία του Αινιάνα.
Με πρόφαση ότι μάζευε χόρτα, ξεμάκρυνε και πλησίασε τους Ελληνες πολιορκητές. Τη συλλαμβάνουν και την πάνε στον Στάικο Σταϊκόπουλο, επικεφαλής των πολιορκητών.
«Πείνα!», του λέει η γυναίκα.
Εκείνος διέταξε να της δώσουν φαγητό και να την αφήσουν ελεύθερη. Ετσι κι έγινε. Μερικές μέρες αργότερα ξαναβγαίνει έξω από το φρούριο, αυτήν τη φορά για να δώσει μια σοβαρή πληροφορία: Οι πολιορκούμενοι Τούρκοι κατέβηκαν στο Ναύπλιο και άφησαν το κάστρο αφύλαχτο.
Ηταν νύχτα της 29ης Νοεμβρίου 1822 και έβρεχε καταρρακτωδώς, όταν ο Μοσχονησιώτης έστησε τη σκάλα για να ανεβεί στον φοβερό προμαχώνα.
Τον βοήθησαν ο Πορτοκάλης και ένας Αθωνίτης καλόγερος, ο Παφνούτιος. Ξυπόλητος και με το σπαθί ρίχτηκε μέσα χωρίς να βρει αντίσταση.
Τα όνειρα του Κολοκοτρώνη.
Ο Κολοκοτρώνης είχε κάποιες δεισιδαιμονίες, όπως όλοι σχεδόν οι κλέφτες και οι αρματολοί. Διηγούνταν πολλά θαύματα της πλατομαντείας και πίστευε κάποτε στα όνειρα.
Οταν ονειρευόταν συνοδεία γάμου, εξηγούσε το όνειρο ότι είναι Τούρκοι.
Και αν μεν προχωρούσαν, δεν έμελλε να πολεμήσουν. Αν όμως έστεκαν και χόρευε μαζί τους, τότε σήμαινε ότι θα είχε πόλεμο. Και άρχιζε τις προετοιμασίες.
Τουρκοπελέκας ο Νικηταράς, γερο-Τσεκούρας ο Καρατάσος.
Οι μεγάλοι καπεταναίοι της επανάστασης είχαν διάφορα παρατσούκλια μεταξύ τους. Τον Οδυσσέα Ανδρούτσο τον έλεγαν οι φίλοι του Γερο-Χουλιάρα για τις πονηριές και τα ξαφνιάσματά του. Γέροντα λέγανε τον Γκούρα για τη φρονιμάδα του. Τον Κολοκοτρώνη τον φώναζαν «γύφτο» για το μαυριδερό χρώμα του. «Γύφτο» λέγανε και τον Καραϊσκάκη. «Γύφτο, γύφτο», έγραφε στον Καραϊσκάκη ο Κολοκοτρώνης στις 22 Ιανουαρίου 1827. «Στοχάσου γιατί έχεις να κάνεις με σόι γύφτικο». Και εννοούσε το δικό του το σόι, το κολοκοτρωναίικο.
Γερο-Τσεκούρας ήταν ο γερο-Καρατάσος για τη σκληρότητά του. Τον Νικηταρά, μετά τη μάχη στα Δερβενάκια και την καταστροφή του Δράμαλη, τα παλικάρια τον φώναζαν Τουρκοπελέκα. Το έξυπνο αυτό παρατσούκλι θυμίζει το πατρικό όνομα του αγωνιστή, που καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκκα.
Τον Κολοκοτρώνη ο λαός τον φώναζε Γέρο και Γέρο του Μοριά. Αυτό από αγάπη και σεβασμό για την εξυπνάδα του.
Ο Κίτσος Τζαβέλας, μετά την αποτυχία του στην εξέγερση της Ηπείρου το 1854, καταλήφθηκε από μελαγχολία και άρχισε να πίνει λίγο ρακί περισσότερο. Οι σκληροί εχθροί του τον ονομάτισαν Κίτσο-Παγούρα.
Ο στρατηγός Τζορτζ, αν και διορισμένος αρχιστράτηγος, δεν έβγαινε να πολεμήσει κατά την πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών. Ηταν κλεισμένος σε μια γολέτα στον Πειραιά. Τα παλικάρια του Καραϊσκάκη τού κόλλησαν το παρατσούκλι Καπετάν Γολέτας.
Πονηριές του Ανδρούτσου.
Σε κάποια μάχη στο Δαδί, το Νοέμβρη του 1822, οι ΄Ελληνες αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν. Αρχηγός τους ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που κινδύνεψε κι αυτός να τον αιχμαλωτίσουν. Κυκλωμένος καθώς ήταν από τους Αρβανίτες, δεν έχασε τη ψυχραιμία του, μα έκανε τον αδιάφορο:
- Ποιός είσαι ωρέ; τον ρώτησαν οι Αρβανίτες.
Εκείνος τους απάντησε που ήξερε τη γλώσσα τους:
- Σιόκ (δικός σας).
Τον πίστεψαν. Τούτο όμως δεν έφτανε στον πονηρό Οδυσσέα. Τώρα έπρεπε να βρει τρόπο για να τους ξεφύγει. Είπε λοιπόν στους Αρβανίτες να προχωρήσουν προς το λόγγο, που ήταν τάχα κρυμμέναγυναικόπαιδα. ΄Ετσι μπήκε μπροστά για να τους δείξει το δρόμο. Οι Αρβανίτες τον ακολούθησαν. Τους τράβηξε έτσι μέσα στις ανηφοριές του Παρνασσού. Φτεροπόδαρος όπως ήταν ο αρχηγός της Ρούμελης, πήγαινε πολύ πιο μπροστά από τους άλλους. Οι Αρβανίτες που τον βλέπανε να τρέχει έτσι άφοβα, του φώναζαν:
- Στάσου ορέ, μην τρέχεις μοναχός σου μπροστά να μην σε σκοτώσουν οι Ρωμιοί...
Μα που να σταθεί ο Οδυσσέας. Σε λίγο τον χάσανε απ' τα μάτια τους. Κατάφερε να χαθεί μέσα στον πυκνό λόγγο κι έτσι να ξεφύγει από τους Αρβανίτες.
"Βαράει Καραϊσκάκης".
Για τη φράση "Βαράει Καραϊσκάκης" ή "παίζει Καραϊσκάκης" έχουμε διάφορες ιστορικές εκδοχές και μία απ'αυτές είναι και τούτη: Στην εκστρατεία που έκανε ο Καραϊσκάκης στη Ρούμελη το 1826, το πολεμικό του σώμα - σε μία χιονοθύελλα - βρέθηκε σε δύσκολη θέση από τρόφιμα. Τα παλικάρια άρχισαν να διαμαρτύρονται στον αρχηγό τους. Χορατατζής όπως ήταν ο Καραϊσκάκης και για να ξεγελάσει τα παλικάρια του, τους φωνάζει: - Σφίχτε ορέ εσείς το ζωνάρι σας και βαρείτε τη κοιλιά σας. Γέλασαν οι ΄Ελληνες πολεμιστές στο χορατό του αρχηγού τους και ξεχνώντας τη πείνα τους άρχισαν όλοι να φωνάζουν: "Βαρούμε τη κοιλιά Καραϊσκάκη, βαρούμε τη κοιλιά Καραϊσκάκη".
Κι έτσι απόμεινε από τότε η ιστορική εκείνη φράση.
Εμένα η πατρίδα θα πρωτοεξορίσει.
Ο Κολοκοτρώνης, πολύ έμπειρος και φιλοσοφημένος άνθρωπος, περίμενε τους κατατρεγμούς του από το ελεύθερο ελληνικό κράτος. Ο ίδιος διηγούνταν στον Τερτσέτη:
Πήγαινα στην τέντα μου και έτρωγα λίγο ψωμί. Κάποιος φίλος μου, ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος, μου λέει:
«Αϊντε, Κολοκοτρώνη, παιδεύσου, παιδεύσου και η πατρίδα σου θα σε ανταμείψει».
Εγώ του αποκρίθηκα: «Εμένα η πατρίδα θα πρωτοεξορίσει». Η τύχη το έφερε και επαληθεύτηκε.
Στον πρώτο εμφύλιο πόλεμο της επανάστασης τον φυλακίσανε σε μοναστήρι στην Υδρα. Επί αντιβασιλείας, το 1833, καταδικάστηκε σε θάνατο για εσχάτη προδοσία.
Αργότερα, όταν έγινε βουλευτής, έγινε λόγος να καταργηθεί η γκιλοτίνα. «Οχι δεν θέλω!», είπε γελώντας. «Θέλω να δοκιμάσετε κι εσείς πρώτα την τρομάρα της!».
«Χιλίω χρονώνε λαγός» ήταν η καμήλα.
Πολλά ήταν τα λάφυρα που οι Ελληνες αποκόμισαν με την άλωση της Τριπολιτσάς.
Ανάμεσα στους Τούρκους που βγήκαν από την πόλη και πήγανε στον Κολοκοτρώνη για να παραδοθούν ήταν και ένας Εβραίος, ο πλουσιότερος της χώρας. Φορούσε στη μέση ένα ζευγάρι πιστόλες χρυσές και διαμαντοστόλιστες. Το μάτι του Κολοκοτρώνη έπεσε πάνω τους. Γέλασε και είπε:
«Μπα! Εβραίος και αρματωμένος δεν γίνεται!».
Πήρε τα πιστόλια και τα έχωσε στο σαλάχι του.
Από τη λαφυραγώγηση των ηττημένων του Δράμαλη έστειλαν μια καμήλα στη Ζάκυνθο. Μαζεύτηκε κόσμος στο μουράγιο και δεν ήξερε τι ζωντανό ήταν αυτό. Τότε ένας Ζακυνθινός πολύξερος, που τον ρώτησαν, αποκρίθηκε:
«Είναι χιλίω χρονώνε λαγός».
Ατάραχος στη φουρτούνα ο ναύαρχος Μιαούλης.
Ο ναύαρχος Μιαούλης ήταν θαλασσοδαρμένος και ατρόμητος ναυτικός. Κάποτε έπεσε σε μεγάλη φουρτούνα. Ατάραχος επέβλεπε τον πλου του καραβιού.
Ομως το πλήρωμα είχε τρομοκρατηθεί. Οι ναύτες πήραν μια εικόνα της Θεομήτορος και τη βύθιζαν στα θαλασσινά νερά, που είχαν κατακλύσει το σκάφος. Με δάκρυα στα μάτια επικαλούνταν τη θεία αντίληψη. Οταν τους είδε ο Μιαούλης, έφριξε. Είπε:
«Αν ήμουν εγώ Παναγία θα τους καταπόντιζα όλους αυτούς τους άθλιους. Εχουν όλα τα μέσα για να σωθούν, άρμενα και πηδάλιο. Αλλά δεν κάνουν τίποτα, μόνο ασεβούν και ατιμάζουν την εικόνα της Θεοτόκου και επικαλούνται επί ματαίω το όνομα του Θεού». Είπε στον υποπλοίαρχο να διατάξει στους ναύτες να βάλουν την εικόνα στη θέση της και να ακούσουν τα προστάγματά του, γιατί αυτός είναι που φροντίζει για τη σωτηρία τους.
Εδωσε για τον αγώνα όλη του την περιουσία.
Ο Ανδρέας Λόντος ξόδεψε όλα τα αγαθά του στον αγώνα και έπειτα το σπίτι του δυστύχησε. Η γενναιοδωρία του και η αυτοθυσία του ήταν παροιμιώδεις.
Κάποτε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος βλέποντας αυτή την αρχοντική απλοχεριά του Λόντου, του είπε: «Λόντο, Λόντο, κράτα και παραπίσω τα χρήματά σου, να μην ψωμοζητήσει το σπίτι σου». Ο Λόντος απάντησε: «Πλούτη μου είναι η πατρίδα. Χωράφια μου η Ελλάδα». Πείνασε ο Λόντος, αλλά δεν ψωμοζήτησε. Οπως πείνασαν σχεδόν όλοι οι προύχοντες του Μοριά και της Ρούμελης, αλλά δεν ψωμοζήτησαν. Ο Λόντος όμως προτίμησε τον θάνατο στο τέλος, μην υποφέροντας την ταπείνωση της φτώχειας.
Ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του σημειώνει για την περίσταση: «Επεσε εις μεγάλο χρέος, ότι δεν έβαζε ποτέ πήχη στα πράματά του. Από αυτό ήτο, από άλλο - μια αυγή ευρέθη σκοτωμένος., όλο το κεφάλι του σκόρπιο και η πιστόλα του άδεια. Αυτό μόνο ο Θεός το ξέρει - άλλος τον εσκότωσε, μόνος του σκοτώθη».
Η επανάσταση της 24ης Φεβρουαρίου.
Η Ελληνική Επανάσταση ξεκίνησε στις 24 Φεβρουαρίου 1821 (και συνεπώς αυτή θα έπρεπε να είναι η επέτειος εορτασμού της, ή έστω η 21η Μαρτίου, ημέρα έναρξης του αγώνα στην ελληνική επικράτεια από το Κισνόβιο της Μολδαβίας με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Μαζί του, περίπου 4.000 Αλβανοί, Σέρβοι, Βούλγαροι και Βλάχοι. Λίγο μετά συγκρότησε και τον περίφημο Ιερό Λόχο, αποτελούμενο κυρίως από έλληνες φοιτητές.
Ο Υψηλάντης υπολόγιζε σε τριπλό ξέσπασμα της επανάστασης σε Μοριά, Κωνσταντινούπολη και Μολδοβλαχία. Όμως τα σχέδια του δεν ευοδώθηκαν. Στη μεν Μολδοβλαχία, ο ηγέτης των ντόπιων αγροτών Βλαντιμιρέσκου, αντί να επιτεθεί στους Τούρκους όπως είχε υποσχεθεί στον Υψηλάντη, επιτέθηκε στους έλληνες Φαναριώτες που κατείχαν τα τοπικά αξιώματα. Επιπλέον, Ρώσοι, Βούλγαροι, Σέρβοι και ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ τον «πούλησαν».
Στην δε Κωνσταντινούπολη η ελληνική αφρόκρεμα δεν έκανε απολύτως τίποτα. Έτσι, ο Υψηλάντης έμεινε μόνος κι αβοήθητος, με φυσικό επακόλουθο να ηττηθεί. Ωστόσο, οι Τούρκοι έστρεψαν εκεί το βλέμμα τους κι ο Μοριάς προετοιμάστηκε ευκολότερα. Ιστορική μένει η γνωστή προκήρυξη του «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος». Μα δεν τον άκουσαν κι όλοι.
Το 1838 καθιερώθηκε με βασιλικό διάταγμα του Οθωνα ο εορτασμός του απελευθερωτικού αγώνα την 25η Μαρτίου, για να συμπίπτει με τη γιορτή του Ευαγγελισμού και να συνδεθεί έτσι η εκκλησία με αυτόν. Δεν πρόκειται φυσικά για ιστορική ανακρίβεια των τότε και των νυν ιθυνόντων αλλά για εσκεμμένη νόθευση του χαρακτήρα του Αγώνα.
Τι έγινε στις 25 Μαρτίου 1821; Τίποτα.
Διαβάστε μια οποιαδήποτε ιστορία της Επανάστασης, ακόμα και μία από τις θεωρούμενες «συντηρητικές» (Τρικούπης, Κόκκινος, Εκδοτική Αθηνών κ.λπ.) ή ανατρέξτε σε απομνημονεύματα αγωνιστών. Θα δείτε πολύ εύκολα ότι:
Στις 24 του Φλεβάρη ξεκινάει η επανάσταση στη Μολδαβία και στη Βλαχία
Στις 16 του Μάρτη ο Νίκος Σολιώτης χτυπάει πρώτος τους Τούρκους στην Ελλάδα, στο Αγρίδι (κοντά στην Ακράτα)
Στις 17 του Μάρτη αποφασίζεται η εξέγερση στη Μάνη
Στις 21 του Μάρτη αρχίζει η εξέγερση στα Καλάβρυτα
Στις 21 του Μάρτη πετυχαίνει η επανάσταση στην Πάτρα
Στις 22 του Μάρτη ο Δυσσέας (sic) Αντρούτσος γράφει στους Γαλαξ(ε)ιδιώτες ένα περίφημο γράμμα παρακίνησης σε εξέγερση
Στις 23 του Μάρτη εδραιώνεται η επανάσταση στην Καλαμάτα κ.λπ., κ.λπ.
Όλα αυτά πριν την 25η Μαρτίου. Ειδικά ο Παλαιών Πατρών (Π.Π.) Γερμανός στ’ Απομνημονεύματά του γράφει ότι στις 25 του Μάρτη ήταν στην Πάτρα. Στην ίδια πόλη ευλόγησε τους αγωνιστές τον επόμενο μήνα σε μια πλατεία. Λέτε να μην έβαλε στ’ Απομνημονεύματά του αυτό που, αν είχε συμβεί, θα ήταν η σημαντικότερη μέρα της ζωής του; Ποια ήταν παλιότερα η εθνική μας επέτειος; Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, και επί δεκαετίες, εθνική γιορτή της Ελλάδας ήταν η Πρωτοχρονιά, γιατί την 1η του Γενάρη 1822 ψηφίστηκε το πρώτο Σύνταγμα της χώρας («Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος») και ξεκίνησε η νομική ύπαρξη του ελληνικού κράτους.Ο μύθος που ανακατεύει το μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, τον εκεί ευλογούντα Π. Π. Γερμανό, τα εξιδανικευμένα ζωγραφιστά παλικάρια να ορκίζονται σε μια σημαία σχεδόν σαν τη σημερινή, το λάβαρο (πολύ μεταγενέστερη κατασκευή) και την 25η Μαρτίου (ώστε όλα να συμπέσουν με τον «Ευαγγελισμό της Θεοτόκου») είναι πολύ μεταγενέστερος και αποσκοπεί στο να εμφανίσει την ορθόδοξη εκκλησία ως συνιδρύτρια της νέας Ελλάδας. Την εκκλησία που αποτελούσε το κυριότερο στήριγμα της οθωμανικής εξουσίας, βραχίονα ιδεολογικής πυγμής και φορολογικής επιβολής στους θρησκόληπτους ραγιάδες. Την εκκλησία που αφόρισε τον Ρήγα, τους κλέφτες συλλήβδην το 1806, τον Σούτσο, τον Υψηλάντη και τόσους άλλους το 1821, γιατί τόλμησαν ν’ αμφισβητήσουν την εξουσία του Σουλτάνου και του ανώτατου ορθόδοξου κρατικού υπαλλήλλου του, του εκάστοτε Πατριάρχη. Εξάλλου, ο απαγχονισμός του Γρηγορίου Ε΄ δεν μπορεί να γίνει κολυμπήθρα του Σιλωάμ και να συγκαλύψει την ανθελληνική δράση του, διότι η οθωμανική εξουσία τον σκότωσε ακριβώς ως ανίκανο κρατικό υπάλληλο, επειδή δεν μπόρεσε ν’ αποτρέψει την εξέγερση. Στην ίδια φιλοεκκλησιαστική, πεποιημένη γραμμή είναι το ανιστόρητο χωρατό του κρυφού σχολειού. Ευφάνταστοι ζωγραφικοί πίνακες (πιθανώς μεγάλης καλλιτεχνικής, αλλά μηδενικής ιστορικής αξίας, σαν το «Κρυφό σχολείο» του Γύζη), αθώα κελάρια μοναστηριών, το (φράγκικης μελωδίας) τραγουδάκι «Φεγγαράκι μου λαμπρό», ανιστόρητοι πανηγυρικοί λόγοι παπάδων ή δασκάλων και, ιδίως, συνεχής «παραδοσιακή» επανάληψη: αυτά είναι τα στηρίγματα της 25ης Μαρτίου 1821 και του κρυφού σχολειού. Αλλά πρόκειται για μύθους, ορισμένης μάλιστα χάλκευσης, όχι για ιστορία. Κι όποιος ξεκινήσει να ψάχνει, μετά δεν σταματάει. Διαβάζει «Ελληνική Νομαρχία», Φωτάκο, Κοραή, Κοντογιώργη, Αγγέλου, Πετρόπουλο κ.λπ. Τι έγινε λοιπόν στις 25 Μαρτίου του 1821; Τίποτα.
Και η προδοσία πήγαινε σύννεφο.
Στις πολεμικές συγκρούσεις αναμφίβολα δεν πήραν μέρος όλοι οι Έλληνες. Από τα 4.000.000 Ελλήνων, μόνο τα δύο ζούσαν στην Ελλάδα, ενώ άλλα δύο βρίσκονταν σκορπισμένα στην Ευρώπη. Κι αν αφαιρέσει κανείς την πλειοψηφία των προκρίτων, προεστών, κοτζαμπάσηδων, δεσποτάδων, προσκυνημένων και πολιτικάντηδων, μένει μια ισχνή μειοψηφία ελλήνων πολεμιστών. Και οι «συντροφικές κουμπουριές» έδιναν κι έπαιρναν:
Ο οικουμενικός πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της Οικουμενικής Συνόδου αφόρισαν στις 23 του Μάρτη τον Υψηλάντη, φιλικούς αγωνιστές και επανάσταση προκειμένου όπως λέγεται να κρατηθούν οι «ισοροπίες» με την Υψηλή Πύλη
Ο Καραϊσκάκης, το σύμβολο της λεβεντιάς και του πατριωτισμού, σκοτώθηκε από Ελληνα κατόπιν συνωμοσίας Μαυροκορδάτου, Τσορτς και Κόχραν. Είχε προλάβει δε να δικαστεί την Πρωταπριλιά του 1824 και να καταδικαστεί ως ένοχος προδοσίας προς την πατρίδα. Πρόεδρος της επιτροπής που τον δίκασε, ο επίσκοπος Άρτας Πορφύριος.
Ο Ρήγας Φεραίος, αφού εισέπραξε όλο το ανάθεμα της εκκλησίας και των συντηρητικών Ελλήνων, καταδόθηκε από τον, καθ’ υπερβολήν αποκαλούμενο, Ελληνα, Δημήτριο Οικονόμου.
Ο Κολοκοτρώνης πολεμήθηκε όσο λίγοι. Η δημοτικότητα του είχε εκτοξευτεί μόλις από το 1821 και αρκετοί πατριδοκάπηλοι ανησύχησαν. Πρώτα του αφαίρεσαν τον τίτλο του αρχιστράτηγου, σκότωσαν το γιο του Πάνο στον Εμφύλιο και μετά τον πόλεμο τον έσυραν κι αυτόν σε δίκη παρωδία, όπου τρία ανθρωποειδή-δικαστές τον καταδίκασαν σε θάνατο. Σχεδόν κανείς απ’ αυτούς που πολέμησαν δεν πήρε αξίωμα μετά τον πόλεμο. Οι περισσότεροι πέθαναν φτωχοί και ξεχασμένοι.
Παρ’ ότι δεν αναφέρεται επισήμως, δίπλα στους Ελληνες πολέμησαν αρκετοί Μολδαβοί, Βλάχοι, Σέρβοι, Αλβανοί, Βούλγαροι, Μαυροβούνιοι και Τούρκοι. Τι κοινό είχαν; Χαμηλή κοινωνική θέση και ηλικία κυρίως 18-30 ετών. Οι πιο γνωστοί είναι ο αρχιεπίσκοπος Μαυροβουνίου Πέτροβιτς Α’, ο μουσουλμάνος θρησκευτικός ηγέτης Αλφεραντίν, ο Φαβιέρ. Ο ελληνικός αγώνας ήταν γι’ αυτούς απαρχή απελευθέρωσης όλων των λαών από τον οθωμανικό ζυγό. Επανάσταση, λοιπόν, πολυεθνική συμμετοχής με δεσπόζουσα την Ελλάδα.

22/3/09

Η Αδιαφορία για την πολιτική.

Καρλ Μαρξ
μετάφραση Δημήτρης Δημούλης
"Η εργατική τάξη δεν πρέπει να συγκροτηθεί σε πολιτικό κόμμα, δεν πρέπει για κανένα λόγο να έχει πολιτική δράση, διότι το να πολεμάς το κράτος σημαίνει ότι αναγνωρίζεις το κράτος και αυτό είναι αντίθετο στις αιώνιες αρχές. Οι εργάτες δεν πρέπει να κάνουν απεργίες. Διότι το να επιδιώκει κανείς να αυξήσει το μισθό του ή να εμποδίσει τη μείωσή του σημαίνει ότι αναγνωρίζει το Μισθό και αυτό είναι αντίθετο στις αιώνιες αρχές της χειραφέτησης της εργατικής τάξης!
Αν στην πολιτική δράση ενάντια στο αστικό κράτος οι εργάτες επιτυγχάνουν μόνον να αποσπάσουν ορισμένες παραχωρήσεις, τότε προβαίνουν σε συμβιβασμούς --και αυτό είναι αντίθετο στις αιώνιες αρχές. Πρέπει λοιπόν να περιφρονούμε κάθε ειρηνική κίνηση ανάλογη με αυτές που έχουν την κακή συνήθεια να οργανώνουν οι άγγλοι και αμερικανοί εργάτες. Οι εργάτες δεν πρέπει να επιδιώκουν να καθορισθεί ένα νομοθετικό όριο της εργάσιμης μέρας, γιατί αυτό είναι ένα είδος συμβιβασμού με τα αφεντικά, τα οποία δεν θα μπορούν πλέον να τους εκμεταλλεύονται παρά 10 ή 12 ώρες αντί για 14 ή 16. Οι εργάτες δεν πρέπει καν να επιδιώξουν να απαγορευθεί με νόμο η πρόσληψη παιδιών κάτω των 10 ετών στα εργοστάσια, γιατί με τον τρόπο αυτό δεν παύει η εκμετάλλευση των παιδιών άνω των 10 ετών και έτσι κάνουν έναν νέο συμβιβασμό που αμαυρώνει την καθαρότητα των αιώνιων αρχών!
Κατά μείζονα λόγο, οι εργάτες δεν πρέπει να θέλουν να υποχρεωθεί το κράτος --του οποίου ο προϋπολογισμός τροφοδοτείται από την εργατική τάξη-- να παρέχει στα παιδιά των εργατών στοιχειώδη εκπαίδευση, όπως συμβαίνει στην Αμερικανική Δημοκρατία γιατί η στοιχειώδης εκπαίδευση δεν είναι πλήρης εκπαίδευση. Είναι καλύτερο οι εργάτες και οι εργάτριες να μη γνωρίζουν ανάγνωση, γραφή και αριθμητική παρά να εκπαιδεύονται από δασκάλους των κρατικών σχολείων. Είναι καλύτερο να αποβλακώνονται οι εργαζόμενες τάξεις από την αμάθεια και την καθημερινή εργασία επί 16 ώρες, παρά να παραβιασθούν οι αιώνιες αρχές.
Αν η πολιτική πάλη της εργατικής τάξης πάρει βίαιες μορφές, αν οι εργάτες αντικαταστήσουν τη δικτατορία της αστικής τάξης με τη δική τους επαναστατική δικτατορία, τότε διαπράττουν το φρικτό έγκλημα της προσβολής αρχών. Διότι, με σκοπό να ικανοποιήσουν τις βέβηλες και πεζές καθημερινές τους ανάγκες και να συντρίψουν την αντίδραση της αστικής τάξης, δίνουν στο κράτος μια επαναστατική και μεταβατική μορφή αντί να κατεβάσουν τα όπλα και να καταργήσουν το κράτος. Οι εργάτες δεν πρέπει να ιδρύουν ξεχωριστά σωματεία για κάθε επάγγελμα διότι έτσι διαιωνίζουν τον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας, όπως υπάρχει στην αστική κοινωνία, ενώ αυτός ο καταμερισμός διασπά τους εργάτες και αποτελεί στην πραγματικότητα τη βάση της σημερινής σκλαβιάς τους.
Με μια λέξη, οι εργάτες πρέπει να σταυρώσουν τα χέρια και να μην χάνουν το χρόνο τους με πολιτικές και οικονομικές κινήσεις. Αυτές οι κινήσεις δεν μπορούν να τους προσφέρουν παρά άμεσα αποτελέσματα. Ως ειλικρινά θρησκευόμενοι άνθρωποι πρέπει να περιφρονήσουν τις καθημερινές τους ανάγκες και να φωνάξουν γεμάτοι πίστη: 'Ας σταυρωθεί η τάξη μας, ας χαθεί η γενιά μας, αν είναι να μείνουν αμόλυντες οι αιώνιες αρχές'. Ακριβώς όπως οι ευσεβείς χριστιανοί, πρέπει να πιστέψουν στα λόγια του παπά, να περιφρονήσουν τα αγαθά του κόσμου τούτου και να σκέφτονται μόνο το πώς θα κερδίσουν τον Παράδεισο. Αντικαταστήστε το Παράδεισος με το ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΛΥΣΗ, η οποία θα επέλθει κάποτε, σε κάποια γωνιά της γης, χωρίς να ξέρουμε πώς και χάρη σε ποιον, και το παραμύθι θα είναι ακριβώς το ίδιο.
Αναμένοντας λοιπόν αυτή την περίφημη κοινωνική διάλυση, η εργατική τάξη πρέπει να συμπεριφέρεται κοσμίως σαν καλοβοσκημένο κοπάδι προβάτων, να αφήνει ήσυχη την κυβέρνηση, να φοβάται την αστυνομία, να σέβεται τους νόμους, να παρέχει αδιαμαρτύρητα κρέας για τα κανόνια.
Στην πρακτική ζωή της κάθε μέρας οι εργάτες πρέπει να είναι οι πιο πειθήνιοι υπηρέτες του κράτους, αλλά εσωτερικά πρέπει να διαμαρτύρονται ενεργητικά ενάντια στην ύπαρξή του και να του διαδηλώνουν τη βαθιά θεωρητική τους περιφρόνηση με την προμήθεια και μελέτη φιλολογικών πραγματειών περί καταργήσεως του κράτους. Θα πρέπει δε να αποφεύγουν με κάθε τρόπο να προβάλλουν στο καπιταλιστικό σύστημα οποιαδήποτε αντίδραση εκτός των αναφωνήσεων περί μελλοντικής κοινωνίας, στην οποία αυτό το μισητό καθεστώς θα έχει πάψει να υπάρχει!"
Κανείς δεν θα αρνηθεί ότι αν οι απόστολοι της αδιαφορίας για την πολιτική εκφράζονταν τόσο καθαρά, η εργατική τάξη θα τους έστελνε στο ανάθεμα και θα ένιωθε ότι χλευάζεται από αυτούς τους δογματικούς αστούς και τους ξεπεσμένους ευγενείς που είναι τόσο ανόητοι ή αφελείς ώστε να της απαγορεύουν κάθε πραγματικό μέσο πάλης, ενώ όλα τα όπλα της πάλης πρέπει να τα παίρνει κανείς από την υπάρχουσα κοινωνία και οι μοιραίοι όροι αυτής της πάλης έχουν το κακό να μην προσαρμόζονται στις ιδεαλιστικές φαντασιώσεις που αυτοί οι διδάκτορες κοινωνικών επιστημών θεοποίησαν με τα ονόματα Ελευθερία, Αυτονομία, Αναρχία. Αλλά το κίνημα της εργατικής τάξης είναι σήμερα τόσο ισχυρό, ώστε αυτοί οι σεχταριστές φιλάνθρωποι δεν τολμούν πια να επαναλάβουν σχετικά με την οικονομική πάλη τις μεγάλες αλήθειες που ακούραστα διακήρυσσαν για την πολιτική πάλη. Είναι αρκετά φοβιτσιάρηδες για να εξακολουθήσουν να τις εφαρμόζουν στις απεργίες, στα συνδικάτα, στα επαγγελματικά σωματεία, τους νόμους για την εργασία των γυναικών και των παιδιών, τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας κ.λπ.
Ας εξετάσουμε τώρα αν οι άνθρωποι αυτοί είναι σε θέση να επικαλούνται τις καλές παραδόσεις, την αιδώ, την καλή πίστη και τις αιώνιες αρχές!
Για τους πρώτους σοσιαλιστές (Φουριέ, Όουεν, Σαιν-Σιμόν κλπ.) ήταν μοιραίο να περιοριστούν σε όνειρα για την υποδειγματική κοινωνία του μέλλοντος και να καταδικάσουν κάθε προσπάθεια που έκαναν οι εργάτες για να βελτιώσουν έστω και λίγο την τύχη τους (απεργίες, συνδικάτα, πολιτικές κινήσεις). Και αυτό ήταν μοιραίο διότι οι κοινωνικές συνθήκες δεν είχαν φτάσει σε τέτοιο βαθμό ανάπτυξης, ώστε να επιτρέπουν στην εργατική τάξη να συγκροτηθεί σε μαχόμενη τάξη. Αν όμως δεν μας επιτρέπεται να αποκηρύξουμε αυτούς τους πατριάρχες του σοσιαλισμού, όπως δεν επιτρέπεται στους χημικούς να αποκηρύξουν τους πατέρες τους, τους αλχημιστές, θα πρέπει πάντως να αποφύγουμε να πέσουμε ξανά στα σφάλματά τους, που θα ήταν ασυγχώρητα αν διαπράττονταν από μας.
Αργότερα πάντως, το 1839 --όταν η πολιτική και οικονομική πάλη της εργατικής τάξης είχε λάβει αρκετά οξύ χαρακτήρα στην Αγγλία-- ο Bray, ένας από τους μαθητές του Όουεν και ένας από αυτούς που είχαν ανακαλύψει την αλληλοβοήθεια αρκετά πριν από τον Προυντόν, εξέδωσε ένα βιβλίο με τίτλο LABOUR'S WRONGS AND LABOUR'S REMEDY (Τα δεινά και τα μέσα θεραπείας της εργασίας).
Σε ένα από τα κεφάλαια που αναφέρεται στην αναποτελεσματικότητα όλων των μέσων θεραπείας που μπορεί να προσφέρει η παρούσα μορφή πάλης, ασκεί σκληρή κριτική σε όλες τις κινήσεις, πολιτικές και οικονομικές, των άγγλων εργατών. Καταδικάζει το πολιτικό κίνημα, τις απεργίες, τον περιορισμό της εργάσιμης μέρας, τη ρύθμιση της εργασίας των γυναικών και των παιδιών στις βιομηχανίες διότι, κατά την άποψή του, όλα αυτά όχι μόνον δεν μας επιτρέπουν να ξεφύγουμε από το υπάρχον κοινωνικό καθεστώς, αλλά και μας κρατούν δέσμιους σ' αυτό και εντείνουν ακόμη περισσότερο τους ανταγωνισμούς.
Φτάνουμε τώρα στον Προυντόν, τον προφήτη αυτών των διδακτόρων κοινωνικών επιστημών. Ο δάσκαλος είχε το θάρρος να εκφρασθεί ρητά ενάντια σε όλες τις οικονομικές κινήσεις (συνδικάτα, απεργίες κλπ.) που ήταν αντίθετες στις μεσσιανικές θεωρίες του περί αλληλοβοήθειας και ενθάρρυνε με τα γραπτά και την προσωπική συμμετοχή του το πολιτικό κίνημα της εργατικής τάξης. Αντίθετα οι μαθητές του δεν τολμούν να εκφρασθούν ανοιχτά ενάντια στο κίνημα. Ήδη το 1847, στιγμή κατά την οποία εκδίδεται το μεγάλο έργο του δασκάλου: Οι οικονομικές αντιφάσεις, αντέκρουσα τις σοφιστείες του που στρέφονταν ενάντια στο εργατικό κίνημα2. Πάντως το 1864, μετά το νόμο Ollivier που παρείχε στους γάλλους εργάτες το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι με μεγάλους περιορισμούς, ο Προυντόν επανήλθε στο ίδιο θέμα με το βιβλίο του Πολιτικές ικανότητες των εργαζόμενων τάξεων, το οποίο εκδόθηκε λίγες μέρες μετά το θάνατό του.
Οι επιθέσεις του δασκάλου ταίριαζαν τόσο πολύ στα γούστα των αστών ώστε οι Times με αφορμή τη μεγάλη απεργία των ραφτάδων του Λονδίνου το 1866 έκαναν στον Προυντόν την τιμή να τον μεταφράσουν και να καταγγείλουν τους απεργούς με τα ίδια του τα λόγια. Ιδού ορισμένα δείγματα.
Οι ανθρακωρύχοι του Rive-de-Gier έκαναν απεργία. Οι στρατιώτες έσπευσαν να τους επαναφέρουν στην τάξη. "Η κρατική αρχή, φωνάζει ο Προυντόν που διέταξε να εκτελεσθούν οι ανθρακωρύχοι του Rive-de-Gier έκανε αχάριστο έργο. Έδρασε ωστόσο όπως ο αρχαίος Βρούτος που έπρεπε να διαλέξει μεταξύ της πατρικής αγάπης και του καθήκοντός του ως Υπάτου: έπρεπε να θυσιάσει τα παιδιά του για να διασώσει τη Δημοκρατία. Ο Βρούτος δεν δίστασε και οι επόμενες γενιές δεν τολμούν να τον καταδικάσουν"3. Οι προλετάριοι δεν θυμούνται κάποιον αστό που να δίστασε να θυσιάσει τους εργάτες του προκειμένου να διασώσει τα συμφέροντά του. Πόσο Βρούτοι4 είναι οι αστοί!
"Και όμως όχι: δεν υπάρχει το δικαίωμα δημιουργίας συνδικάτων, όπως δεν υπάρχει το δικαίωμα της απάτης ή της κλοπής, όπως δεν υπάρχει το δικαίωμα της αιμομιξίας και της μοιχείας"5. Πρέπει πάντως να πούμε ότι αναμφίβολα υπάρχει το δικαίωμα της ανοησίας.
Ποιες είναι λοιπόν οι αιώνιες αρχές, στο όνομα των οποίων ο δάσκαλος εξαπολύει τους αλλοπρόσαλλους αφορισμούς του;
Πρώτη αιώνια αρχή: "Το ύψος του μισθού καθορίζει την τιμή των εμπορευμάτων".
Και αυτοί ακόμη που δεν έχουν καμιά γνώση πολιτικής οικονομίας και αγνοούν ότι ο μεγάλος αστός οικονομολόγος Ricardo αντέκρουσε οριστικά αυτό το παραδοσιακό λάθος στο βιβλίο του Αρχές της πολιτικής οικονομίας που εκδόθηκε το 1817, γνωρίζουν το τόσο αξιοσημείωτο παράδειγμα της αγγλικής βιομηχανίας, η οποία μπορεί να πουλά τα προϊόντα της σε τιμές αρκετά χαμηλότερες από εκείνες οποιασδήποτε άλλης χώρας, ενώ οι μισθοί είναι στην Αγγλία συγκριτικά υψηλότεροι απ'ότι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρώπης.
Δεύτερη αιώνια αρχή: "Ο νόμος που επιτρέπει τα συνδικάτα είναι εξαιρετικά αντινομικός, αντιοικονομικός, αντίθετος σε κάθε κοινωνία και τάξη". Με μια λέξη είναι "αντίθετος στο οικονομικό Δικαίωμα του ελεύθερου ανταγωνισμού". Αν ο δάσκαλος ήταν κάπως λιγότερο σωβινιστής, θα διερωτάτο πώς εξηγείται το ότι στην Αγγλία εκδόθηκε σαράντα χρόνια νωρίτερα ένας νόμος τόσο αντίθετος στα οικονομικά δικαιώματα του ελεύθερου ανταγωνισμού και πώς γίνεται αυτός ο νόμος --που είναι τόσο αντίθετος σε κάθε κοινωνία και τάξη να επιβάλλεται ως αναγκαιότητα ακόμη και για τα ίδια τα αστικά κράτη, στο βαθμό που αναπτύσσεται η βιομηχανία και μαζί με αυτή ο ελεύθερος ανταγωνισμός. Τότε θα ανακάλυπτε ίσως ότι αυτό το Δικαίωμα (με Δ κεφαλαίο) υπάρχει μόνο στα Οικονομικά εγχειρίδια που συγγράφουν οι αδελφοί Αδαείς της αστικής πολιτικής οικονομίας και στα οποία βρίσκονται μαργαριτάρια όπως το παρακάτω: H ιδιοκτησία είναι καρπός της εργασίας... των άλλων παρέλειψαν να προσθέσουν.
Τρίτη αιώνια αρχή: "Συνεπώς με το πρόσχημα να ανυψωθεί η εργατική τάξη από τη λεγόμενη κοινωνική κατωτερότητα, πρέπει να αρχίσουμε να καταγγέλλουμε μια ολόκληρη τάξη πολιτών: την τάξη των κυρίων, επιχειρηματιών, εργοδοτών και αστών: πρέπει να ωθήσουμε την εργατική δημοκρατία στο να περιφρονεί και να μισεί αυτούς τους ανάξιους συμπολίτες της μεσαίας τάξης. Πρέπει να προτιμήσουμε τον εμπορικό και βιομηχανικό πόλεμο από την έννομη καταστολή και τον ανταγωνισμό των τάξεων από την κρατική αστυνομία"6.
Για να εμποδίσει την εργατική τάξη να ξεφύγει από τη λεγόμενη κοινωνική κατωτερότητά της, ο δάσκαλος καταδικάζει τα συνδικάτα που συγκροτούν την εργατική τάξη σε τάξη ανταγωνιστική προς την αξιοσέβαστη κατηγορία των εργοδοτών, επιχειρηματιών, αστών, οι οποίοι αναμφίβολα προτιμούν, όπως και ο Προυντόν, την κρατική αστυνομία από τον ταξικό ανταγωνισμό. Για να αποφευχθεί κάθε ενόχληση αυτής της αξιοσέβαστης τάξης, ο καλός μας Προυντόν προτείνει στους εργάτες --μέχρις ότου φτάσει το αλληλοβοηθητικό καθεστώς και παρά τα μειονεκτήματά της-- "την ελευθερία ή ανταγωνισμό, τη μοναδική εγγύησή μας"7.
Ο δάσκαλος κήρυσσε την αδιαφορία για τα οικονομικά ζητήματα προκειμένου να προστατέψει την ελευθερία ή τον αστικό ανταγωνισμό, τη μοναδική εγγύησή μας. Οι μαθητές του διδάσκουν την αδιαφορία για τα πολιτικά ζητήματα για να προστατέψουν την αστική ελευθερία, τη μοναδική εγγύησή τους. Αν οι πρώτοι χριστιανοί που επίσης κήρυσσαν την αδιαφορία για τα πολιτικά ζητήματα χρειάστηκαν τη συνδρομή ενός αυτοκράτορα για να μεταμορφωθούν από καταπιεζόμενους σε καταπιεστές, οι σύγχρονοι απόστολοι της αδιαφορίας για τα πολιτικά ζητήματα δεν πιστεύουν ότι οι αιώνιες αρχές τους επιβάλλουν και σ' αυτούς τους ίδιους την αποχή από τις κοσμικές απολαύσεις και τα πρόσκαιρα προνόμια της αστικής κοινωνίας. Πάντως πρέπει να τους αναγνωρίσουμε ότι υπομένουν με στωικότητα αντάξια των χριστιανών μαρτύρων το ασήκωτο φορτίο των 14 ή 16 ωρών εργασίας που φέρουν οι βιομηχανικοί εργάτες!

Λονδίνο, Ιανουάριος 1873

1. Το κείμενο γράφτηκε από τον Μαρξ στα γαλλικά μεταξύ Δεκεμβρίου 1872 και Ιανουαρίου 1873. Δημοσιεύθηκε στο Almanacco Repubblicano per l'anno 1874 σε ιταλική μετάφραση Εnrico Bignami. Το γαλλικό χειρόγραφο του Μαρξ δεν έχει βρεθεί. Η μετάφραση γίνεται από τα ιταλικά σύμφωνα με την έκδοση MEGA-2 (τ. 24, σ. 105-109) (Στμ).
2. Βλ. το κεφάλαιο ΙΙ παρ. V με τίτλο Οι απεργίες και τα εργατικά συνδικάτα στο τομίδιο Αθλιότητα της Φιλοσοφίας, απάντηση στη Φιλοσοφία της Αθλιότητας του κυρίου Προυντόν (Παρίσι 1847 -εκδόσεις Frank).
3. Π. Ζ. Προυντόν, Περί της πολιτικής ικανότητας των εργαζόμενων τάξεων, Παρίσι, εκδόσεις Lacroix και σία, 1868, σελ. 327.
4. 'Che Bruti', το οποίο είναι ομόηχο με το 'che bruti' (τι κτήνη) και περίπου ομόηχο με το 'che brutti' (πόσο αποκρουστικοί) (Στμ).
5. Ό.π., σελ. 333.
6. Ό.π., σελ. 337-38. 7. Ό.π., σελ. 334.

Χάρτης Ναυπακτίας.


Αντώνης Οικονόμου, ο ξεχασμένος λαϊκός ήρωας του 1821.


Ο Αντώνης Οικονόμου (1785-1821) ήταν πλοίαρχος και αγωνιστής του 1821.

Γεννήθηκε στην Ύδρα και ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα. Ο Οικονόμου είχε δικό του πλοίο, μια σκούνα, αλλά ναυάγησε κάπου κοντά στο Γιβραλτάρ και τότε αποφάσισε να πάει στην Πόλη, για να δανειστεί από ομογενείς και να χτίσει καινούργιο πλοίο. Εκεί συναντήθηκε με τον φλογερό Παπαφλέσσα, ο οποίος τον μύησε στο μεγάλο μυστικό, με την πεποίθηση πως ο καπετάν Οικονόμου ήταν άξιος να ξεσηκώσει την Ύδρα, αφού ήταν γνωστό ότι η συντηρητική αριστοκρατία που κυβερνούσε το νησί, δεν θα το αποτολμούσε.
Όταν ξέσπασε η επανάσταση στον Μοριά, ο καπετάν Οικονόμου είχε πολλούς φίλους και συνεργάτες στην Ύδρα, μερικοί από τους οποίους ήταν Μωραΐτες, όπως ο Γ. Αγαλλόπουλος από τον Μυστρά, ο Π. Μαρκέζης από την Κυνουρία, ο Σπ. Σπηλιωτόπουλος από τη Δημητσάνα και άλλοι. Κατάφερε να στρατολογήσει 500 άνεργους ναύτες, για να πάει τάχα να πολεμήσει στον Μοριά.
Όμως, το βράδυ της 27ης Μαρτίου ξεσήκωσε το νησί και κατέλαβε τα πλοία των προκρίτων, τα οποία ήταν δεμένα και δεν ταξίδευαν λόγω της ανεργίας μετά τους ναπολεόντιους πολέμους. Ο αιφνιδιασμός του Οικονόμου εκείνο το βράδυ πέτυχε και σύσσωμος ο λαός τάχθηκε στο πλευρό του. Την άλλη μέρα οι επαναστάτες κατέλαβαν την καγκελαρία – το διοικητήριο – και εκδίωξαν τον κυβερνήτη Νικ. Κοκοβίλα, που ήταν διορισμένος από την Πύλη. Οι πρόκριτοι αναγκάστηκαν στη συνέχεια να δώσουν χρήματα για τον αγώνα και να αναγνωρίσουν ως κυβερνήτη του νησιού τον Οικονόμου.
Στη συνέχεια άρχισαν οι ετοιμασίες για την έξοδο της Ύδρας στον Αγώνα. Αλλά η δοξολογία για την επίσημη πια συμμετοχή της Ύδρας στην επανάσταση έγινε στις 15 Απριλίου, δηλαδή με μεγάλη καθυστέρηση κι αφού πια είχαν επαναστατήσει τα άλλα δύο ναυτικά νησιά, οι Σπέτσες και τα Ψαρά, τα οποία ανέλαβαν αμέσως δράση. Η σημαντικότερη επιχείρηση που έγινε μετά τις 15 Απριλίου, ήταν η εκστρατεία για την απελευθέρωση της Χίου, με την ελπίδα πως η πλούσια Χίος θα επωμιζόταν στη συνέχεια μέρος από τα οικονομικά βάρη, που μέχρι τότε σήκωναν οι πλούσιοι πρόκριτοι της Ύδρας. Η εκστρατεία απέτυχε, διότι οι Χιώτες δε θέλησαν να επαναστατήσουν. Όμως, οι Υδραίοι συνέλαβαν κάποιο καράβι με μωαμεθανούς, που πήγαιναν ως προσκυνητές στη Μέκκα, κατέσφαξαν τους επιβαίνοντες και άρπαξαν τους θησαυρούς και τα χρήματα που βρήκαν. Αυτή η λεία στάθηκε αιτία να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του και τη λαϊκή υποστήριξη, όταν θέλησε να επιβάλει στους ναύτες να παραδώσουν τη λεία, για να μοιραστεί σύμφωνα με τον κανονισμό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, ο πλουσιότερος και ισχυρότερος πρόκριτος, με διαβήματα προς τον κυβερνήτη επέμενε να εφαρμοστεί ο κανονισμός διανομής της πολεμικής λείας, για να πάρει και η πατρίδα το μερίδιό της. Οι ναύτες, μαθημένοι στην πειρατεία, αντέδρασαν δυναμικά. Και οι πρόκριτοι που καιροφυλακτούσαν, βρήκαν την ευκαιρία να κτυπήσουν.
Έτσι, στις 12 Μαΐου επιτέθηκαν στην καγκελαρία – Αντ. Κριεζής, Λάζαρος Παναγιώτας, Θεόφιλος Δρένιας – αλλά ο Οικονόμου κατόρθωσε να διαφύγει και να σωθεί, καταφεύγοντας στο νότιο τμήμα του νησιού, όπου τελικά συνελήφθη. Τον επιβίβασαν τότε σε μια βάρκα και τον οδήγησαν απέναντι, στην Αργολίδα, για να τον σκοτώσουν εκεί. Δεν τον σκότωσαν όμως, γιατί κάποιοι από τους ναύτες δεν το θέλησαν, και ο Οικονόμου κατέφυγε στο Κρανίδι.
Έτυχε τότε να περάσει από την Ύδρα ο πρόκριτος Αγ. Βαρβάρας Καλαβρύτων Σωτήρης Θεοχαρόπουλος, εκλιπαρώντας τους Υδραίους για την αποστολή πλοίων στον Κορινθιακό. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης του έθεσε όρο να συλλάβει τον Οικονόμου και να τον περιορίσει σε κάποιο μοναστήρι, εάν θέλει ν’ ανταποκριθεί η Ύδρα στις ανάγκες του αγώνα. Ο Λάζαρος Κουντουριώτης και οι πρόκριτοι της Ύδρας δεν μπόρεσαν ποτέ να συγχωρήσουν τον Οικονόμου για την επανάσταση που έκανε. Είχε θιγεί ο πατριωτισμός τους και αισθάνονταν ταπεινωμένοι. Η υπερηφάνειά τους είχε πληγωθεί. Και περίμεναν να χάσει ο Οικονόμου τη δημοτικότητά του, για να χτυπήσουν. Μέχρι τότε, μόνο εμπόδια δημιουργούσαν στο έργο του.
Γι’ αυτό και η Ύδρα έβγαινε καθυστερημένα στον Αγώνα. Αλλά και για την δράση του Οικονόμου κατά το σύντομο χρονικό διάστημα που κυβέρνησε, δεν ξέρουμε παρά ελάχιστα· τα πρακτικά των αποφάσεων εκείνης της περιόδου δε σώζονται, γιατί κάποιοι φρόντισαν να κοπούν τα αντίστοιχα φύλλα. Φαίνεται πως οι πρόκριτοι, και ιδιαίτερα οι Κουντουριώτηδες, θέλησαν να αφανίσουν καθετί και να σβήσουν τη μνήμη του Οικονόμου, κάτι που τελικά δεν κατάφεραν.
Ο Θεοχαρόπουλος πραγματικά κατόρθωσε να συλλάβει τον Οικονόμου στο Κρανίδι. Στη συνέχεια τον οδήγησε στο χωριό του σε κάποιο μικρό μοναστήρι. Ο Οικονόμου δραπέτευσε από εκεί και πήγε στη μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου και τον άφησαν τελικά, με την υπόσχεση πως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς θα μπορούσε να φύγει. Η Τριπολιτσά έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου, αλλά ο Οικονόμου αναγκαζόταν να παραμένει εκεί περιορισμένος. Κι όταν άρχισαν να μαζεύονται στο Άργος οι αντιπρόσωποι των επαρχιών για την πρώτη Εθνοσυνέλευση το Δεκέμβριο, ο Οικονόμου πήρε την απόφαση να φύγει. Πήγε από το Φενεό στη μονή του Βράχου Νεμέας κι από εκεί με 14 παλικάρια ξεκίνησε για το Άργος. Οι προσπάθειες του ηγούμενου της μονής του Βράχου Ναθαναήλ να τον σταματήσει, δεν καρποφόρησαν. Ο Οικονόμου δεν κρατιόταν άλλο, ήθελε να πολεμήσει για την πατρίδα.
Οι άρχοντες στο Άργος αναστατώθηκαν. Οι εκπρόσωποι της Ύδρας απειλούσαν πως αν ο Οικονόμου φτάσει στο Άργος, θα αποχωρήσουν και θα εγκαταλείψουν την επανάσταση. Και τότε αποφασίστηκε από τους πρόκριτους η θανάτωσή του. Την εκτέλεση της απόφασης ανέλαβαν ο Ανδρέας Λόντος και ο Σωτήρης Χαραλάμπης από την περιοχή Καλαβρύτων, για να ευχαριστήσουν τους Κουντουριώτηδες και τους άλλους Υδραίους, και έστειλαν 70 μισθοφόρους στρατιώτες τους με την εντολή να τον σκοτώσουν όπου τον συναντήσουν. Μάλιστα, για να έχει νομιμοφάνεια αυτή η εγκληματική πράξη, έπεισαν το Δημ. Υψηλάντη να υπογράψει έγγραφο για τη σύλληψη τάχα και τον περιορισμό του καπετάν Οικονόμου. Ο αγαθός Υψηλάντης δεν μπορούσε να υποψιαστεί την απάτη, ότι τον έβαζαν να υπογράψει τη θανατική καταδίκη του.
Οι μισθοφόροι του Λόντου και του Χαραλάμπη ξεκίνησαν από τον Αϊ-Γιάννη του Άργους, ανηφόρισαν κατά τις Πορτίτσες και συνάντησαν τον Οικονόμου με τους συντρόφους του στον Ξεριά. Εκεί τον σκότωσαν. Ο Τσώκρης, που είχε τρέξει κατ’ εντολή του Κολοκοτρώνη να προλάβει το κακό, έφτασε αργά.
Στη συνέχεια το Άργος αναστατώθηκε και ο Υψηλάντης λυπήθηκε πολύ και καταριόταν τους πρόκριτους και ιδιαίτερα το σύμβουλό του Νεόφυτο Βάμβα, ο οποίος παρά το σχήμα του – ήταν ιερωμένος – τόλμησε να τον εξαπατήσει. Γι’ αυτό και στη συνέχεια έφυγαν όλοι τους από το Άργος, για να πραγματοποιήσουν τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης στην Επίδαυρο.
Ο Αντώνης Οικονόμου άργησε πολύ να δικαιωθεί ιστορικά και να αποκατασταθεί η μνήμη του. Το συντηρητικό πολιτικό σύστημα που επικράτησε μετά την επανάσταση – Αντιβασιλεία, Όθων – κατά το οποίο μάλιστα πολλοί Υδραίοι της αριστοκρατικής ολιγαρχίας αναδείχθηκαν σε υψηλά αξιώματα, δεν επέτρεψε τη δικαίωση του Οικονόμου και την αποζημίωση της οικογένειάς του με κάποια σύνταξη. Η Επιτροπή για την αποκατάσταση των αγωνιστών έκρινε ως πολιτικό το θέμα και το παρέπεμπε στο πολιτικό τμήμα.

21/3/09

1821 ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

1821 ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ 1821 ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ gipap

Κων. Σάθας - Η Κατά Τον ΙΖ' Αιώνα Επανάστασις Της Ελληνικής Φυλής 1684-1715

Κων. Σάθας - Η Κατά Τον ΙΖ' Αιώνα Επανάστασις Της Ελληνικής Φυλής 1684-1715 Κων. Σάθας - Η Κατά Τον ΙΖ' Αιώνα Επανάστασις Της Ελληνικής Φυλής 1684-1715 Carlos

Manu Chao - Me gustas tu.







«Η μπάντα δεν σταματά ποτέ, 24 ώρες το εικοσιτετράωρο παίζουμε μουσική. Μπορεί το επίσημο πρόγραμμα να διαρκεί δύο-δυόμισι ώρες, στη συνέχεια όμως παίζουμε στους δρόμους. Εμένα μου φτάνει μία ώρα ξεκούρασης για να συνεχίσω, ενώ ο ακορντεονίστας μας συνεχίζει ακάθεκτος έξω από κάθε συναυλιακό χώρο για την υπόλοιπη νύχτα ή σε κάποιο μπαρ. Εκεί είναι όπου συναντάμε πραγματικά το κοινό μας σε κάθε χώρα αλλά και τους μουσικούς της κάθε πόλης» λέει ο Μανού Τσάο, ο μουσικός ο οποίος έχει συνδέσει το όνομά του όσο λίγοι με το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης. Ο τραγουδιστής τού «Me gustas tu», ο οποίος ενάντια σε κάθε μόδα και μουσικό κίνημα και με όπλα τους ειλικρινείς, σχεδόν παιδικούς, στίχους του έχει καταφέρει να κερδίσει μια μεγάλη μερίδα του κοινού με τα λάτιν-ποπ διαμάντια του.






Γεννημένος στη Γαλλία αλλά Βάσκος στην καταγωγή, o Μάνου Τσάο τραγουδά στα γαλλικά, τα Ισπανικά, τα Αραβικά και τα Αγγλικά, πολλές φορές μέσα στο ίδιο κομμάτι. Είχε την ευκαιρία να βιώσει ο ίδιος τη ζωή του μετανάστη (Clandestino), καθώς ενώ γεννήθηκε στην Ισπανία, η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει στο Παρίσι εξαιτίας της δικτατορίας του Φράνκο, καθώς ο πατέρας του, ο Ραμόν, εκτός από συγγραφέας - δημοσιογράφος, ήταν και αριστερός, ενώ είχε καταδικαστεί σε θάνατο από τον δικτάτορα. Λίγο μετά τη γέννηση του, η οικογένεια μετακόμισε στα προάστια του Παρισιού όπου ο Μάνου μεγάλωσε και εμπνεύστηκε από διάφορους αριστερούς καλλιτέχνες και διανοούμενους, φίλους του πατέρα του. Στο Παρίσι, το πρώτο του συγκρότημα ήταν οι Le Hot Pants, με γνήσιους πανκ προσανατολισμούς και απήχηση μόνο στην underground σκηνή της πόλης. Το 1987, ο Μανουέλ Τσάο, μαζί με τον ξαδερφό του Σαντιάγο Κασιαριέγο και τον αδερφό του Αντόνιο Τσάο συγκρότησαν τους θρυλικούς Mano Negra, τη μπάντα που τους οδήγησε στην επιτυχία. Η μουσική των Negra είναι βαθύτατα επηρεασμένη από το βρετανικό πανκ κίνημα, και κυρίως τους Clash και Dr Feelgood, σε μια επιδέξια ανάμειξη με ένα κράμα γαλλικής, ισπανικής και μαροκινής κουλτούρας. Ξεκινούν συνεργασία με μια μικρή ανεξάρτητη εταιρία αλλά η τεράστια επιτυχία του πρώτου τους κομματιού, του Mala Vida τους οδηγεί με συνοπτικές διαδικασίες στην υπογραφή συμβολαίου με τον κολοσσό Virgin. Ο πρώτος τους δίσκος με την πολυεθνική κυκλοφορεί το 1988 με την ονομασία Patchanka, όπως είχαν ονομάσει οι ίδιοι το ιδιότυπο στυλ μουσικής που έπαιζαν. Το 1989 κυκλοφορεί ο δεύτερος δίσκος, με την ονομασία Puta's Fever. To 1991 ηχογραφούν το King of the Bongo, ενώ από τουρνέ στην Ιαπωνία προκύπτει το live CD Hell of Pachanka. Το Casa Babylon είναι και ο τελευταίος δίσκος του συγκροτήματος, ηχογραφήθηκε το 1994 και έχει έντονο latin στοιχείο. To 1995 μετακομίζουν στη Μαδρίτη και το διαλύουν οριστικά. Το νέο project του Manu λέγεται Radio Bemba και ο πρώτος σόλο δίσκος έρχεται το 1998, Cladestino και ο δεύτερος Proxima estazion: Esperanza. Ο Manu είναι πλέον κάτοικος Βαρκελώνης, αν μπορεί κανείς τον πει κάτοικο μιας μόνο πόλης. Με τους Mano Negra, ο Τσάο περιόδευσε ανά τον κόσμο, όπου εκτός από τις συναυλίες, επικεντρώθηκε στην καταγραφή των κατά τόπους έθνικ στοιχείων, ιδίως στη μουσική. Μετά από διαμάχη με τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας, ο Μάνου επιστρέφει στη Μαδρίτη, όπου και δημιούργησε τους Radio Bemba Sound System. Στόχος του αυτή τη φορά ήταν να αναπαράγει τους ήχους της μουσικής του δρόμου από διάφορες κουλτούρες.

ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ ΤΗΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ...

Η χειμωνιάτικη λιακάδα μάς ζέσταινε την ψυχή καθώς φτάναμε στο Θέρμο, αφήνοντας πίσω τις στροφές πάνω από τη Ναύπακτο και την κοιλάδα του Εύηνου ποταμού. Το Θέρμο είναι μια ωραία ημιορεινή κωμόπολη με θαμπά τα στολίδια από τα χρόνια της ακμής: κάμποσα ωραία πέτρινα σπίτια, όλα φτιαγμένα από την ασπρορόδινη πέτρα της περιοχής. Kάτω από την πλατεία ακόμη κυλούν γάργαρα πολλά νερά.
«Το Θέρμο λεγόταν αρχικά Κεφαλόβρυσο, και φτιάχτηκε μετά το 1843», μου λέει ο αντιδήμαρχος Θέρμου Νίκος Κωστακόπουλος. «Ηταν από την αρχή εμπορικό και διοικητικό κέντρο χτισμένο εκεί που συναντιούνται οι δρόμοι ανάμεσα σε ορεινή Ναυπακτία, Ευρυτανία και ορεινή Αιτωλία. Γι' αυτό άκμασε και μεγάλωσε πολύ. Κάποτε λέγανε πως, εκείνα τα χρόνια, με ψηλά καπέλα κυκλοφορούσαν στο Κολωνάκι και στο Θέρμο». «Εκείνα τα χρόνια» ήταν οι δεκαετίες του Mεσοπολέμου. Στην κατοχή οι Γερμανοί έκαψαν το Θέρμο, δυστυχώς…
Γιατί το παλιό Κεφαλόβρυσο έγινε Θέρμο; Από πού πήρε αυτό το... ζεστό όνομα; Μα από τον αρχαίο Θέρμο. Οδηγούμε το ενάμισι χιλιόμετρο που μας χωρίζει από τον τόπο όπου βρισκόταν ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά κέντρα της αρχαίας Ελλάδας. Ο Θέρμος ήταν η έδρα της πανίσχυρης Αιτωλικής Συμπολιτείας (ή Κοινό των Αιτωλών), η οποία εμφανίζεται τον 4ο π.Χ. αιώνα και είναι μια ομοσπονδία με ισότιμα μέλη όλες τις αιτωλικές κοινότητες. Ο Θέρμος δυο φορές -το 218 και το 206 π.Χ.- ισοπεδώθηκε από τους Μακεδόνες.
Περπατάμε ανάμεσα στα πυρωμένα από τον ήλιο μάρμαρα στο ναό του Θερμίου Απόλλωνα (ο Θέρμος ήταν επίσης το θρησκευτικό κέντρο των Αιτωλών), φωτογραφίζουμε την κρήνη με το κρυστάλλινο ακίνητο νερό, τις στοές της αγοράς, τους μικρότερους ναούς. Εχει μεγάλη συμβολική αξία για τη σύγχρονη δημοκρατική Ευρώπη αυτό το κέντρο των αρχαίων Ηνωμένων Πολιτειών Αιτωλίας. Ευτυχώς σύντομα το νέο μουσείο που χτίζεται εδώ κοντά θα στεγάσει τα πολύτιμα, πάμπολλα ευρήματα των ανασκαφών, τα οποία σήμερα στοιβαγμένα αραχνιάζουν στο παλαιό - κατ' ευφημισμόν- Μουσείο που λειτουργεί στον χώρο.
Μεσημεριάζει στα δρομάκια του Θέρμου. Ο κυρ Γιώργος Τσερπελής γανώνει ακόμη μπακιρένια ταψιά στο μικρό του μαγαζί της οδού Αναστασίου Ακρίδα. «Είναι πιο νόστιμο το φαΐ που μαγειρεύεται εδώ», μου λέει χαμογελώντας μες στις μουτζούρες. Πιο κάτω ο ψαράς Γιώργος Καλιακμάνης κουνάει απογοητευμένος ένα τελάρο με σαρδέλα. «Δυο μέρες και δεν το πούλησα. Ο κόσμος έχει φύγει από τα χωριά. Αδειάζουν…». Το Θέρμο επηρεάστηκε πολύ από τη διάλυση των ορεινών χωριών μετά τον Eμφύλιο και στη συνέχεια με το κύμα της μετανάστευσης.
«Με την ερήμωση του ορεινού όγκου ήρθε και η οικονομική συρρίκνωση», μου λέει ο δήμαρχος Θέρμου, Θεόδωρος Πορφύρης. «Παραμένει βεβαίως εμπορικό και διοικητικό κέντρο, αλλά οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι τείνουν να εκλείψουν. Προσπαθούμε να αναπτύξουμε και τη λίμνη, όμως κάθε παρέμβαση είναι δύσκολη για να μη θιγεί το περιβάλλον». Σήμερα η ελάχιστη τουριστική ανάπτυξη σε ολόκληρη την περιοχή της Τριχωνίδας υπάρχει μόνο στον Δήμο Θέρμου. «Κάποιοι απλά έβλεπαν πιο μακριά...», σημειώνει ο δήμαρχος.
Κοιτάζω το χάρτη μου και βλέπω κάμποσα μοναστηράκια διάσπαρτα στους καταπράσινους λόφους στην βορειοανατολική αυτή μεριά της Αιτωλίας. «Μμμμ, σεβαστικός τόπος…», σκέφτομαι. Τα πλήθη που συρρέουν στον περίβολο της Μονής Μυρτιάς το αποδεικνύουν περίτρανα. Ο γλυκύτατος ηγούμενος πάτερ Αυγουστίνος Ανδριτσόπουλος τριγυρίζει ανάμεσά τους, χαρίζει εικονίτσες, μιλάει για τη Μονή, για την εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε μέσα σε μυρτιά, μας δείχνει τις μαυρισμένες τοιχογραφίες που «…εγένοντο διά χειρός εμού Ξένου του Διγενή εκ Μορέως…», μας δείχνει την κρύπτη, μας λέει ιστορίες. «Η Αιτωλοακαρνανία είναι παπαδομάνα και καλογερομάνα», με βεβαιώνει φεύγοντας τυλιγμένος σε μια παρηγορητική μυρωδιά από λιβάνι, κερί, υγρασία και παραβρασμένο βαρύ γλυκό καφέ.
Ωστε παπαδομάνα η Αιτωλία. Μα τι λέγω ο αμνήμων. Εδώ δεν είναι η πατρίδα του Κοσμά του Αιτωλού; Ναι, βέβαια, στο Μέγα Δένδρο γεννήθηκε (το Μέγα Δένδρο και ο Ταξιάρχης ήταν οι παλιοί συνοικισμοί από τους οποίους πρωτοδημιουργήθηκε το Θέρμο). Ο Κοσμάς ο Αιτωλός ήταν διάσημος δάσκαλος του καταπιεσμένου από τους Τούρκους Ελληνισμού τον 18ο αιώνα. Αργότερα θα δούμε την κρύπτη του παλαιού μοναστηριού της Αγίας Σοφίας (το οποίο κάηκε το 1825 από τους Τούρκους) όπου πιθανότατα ήταν κρυφό σχολειό στο οποίο δίδαξε ο Πατροκοσμάς. Υπάρχει και μια αναπαράσταση του σχολειού με κέρινα ομοιώματα. «Να δείχνει τις ρίζες μας», μου λέει ο δάσκαλος Θανάσης Ζέρης, εκ των πρωτεργατών της αναστήλωσης του μοναστηριού και της κρύπτης. «Οι άνθρωποι θα μείνουν πτωχοί, γιατί δεν θα 'χουν αγάπη στα δέντρα», γράφει ο Κοσμάς ο Αιτωλός σε μια από τις διδαχές του. Ωραία οικολογική προφητεία έκανε αυτός ο ευγενικός άνθρωπος. Την κρατάω σαν φυλαχτό και βάζω πρώτη στο αυτοκίνητο. Κατηφορίζουμε ώς το Πετροχώρι την ώρα που βασιλεύει ο ήλιος πάνω από τη θάλασσα του γλυκού νερού.Αύριο είναι καιρός να γνωρίσουμε τη Τριχωνίδα από κοντά…
Η λίμνη και οι Ανθρωποι...
«Το πέλαγος της Αιτωλίας»… Τι ποιητικό όνομα για την Τριχωνίδα! Από την Τουρκοκρατία έρχεται. Στα τότε συμβόλαια, οι ιδιοκτησίες που γειτόνευαν με το νερό της λίμνης ονομάζονταν «παρά το πέλαγος της Αιτωλίας». Μόλις χαράζει έξω από το μπαλκόνι μας και ο δριμύς πρωινός αέρας του «πελάγους» μας ξυπνάει για τα καλά. Στο βάθος αχνογάλανες ξεφυτρώνουν μέσα από την πρωινή ομίχλη οι κορφές του Αράκυνθου, τα βουνά του Ξηρόμερου, το Παναιτωλικό με τη χιονισμένη κορφή της Κυρά Βγένας.
Ο ασφαλτόδρομος φιδοσέρνεται ανάμεσα σε νυσταγμένα χωριά, την Αγία Σοφία, την Πουρνάρα, τη Μυρτιά: κάποτε όλοι στην περιοχή ήθελαν να έχουν ένα περιβόλι στη Μυρτιά, ήταν η μόδα μιας εποχής ώς το 1970 περίπου. Ο δρόμος κατηφορίζει μέσα σε ελαιώνες και μεγάλα περιβόλια γεμάτα εσπεριδοειδή ώς την παραλία της Κάτω Μυρτιάς, την παλιά Γουρίτσα. Στο καρνάγιο των Θανασόπουλων ο «Καπετάν Γιώργης», το καΐκι της οικογένειας, μας περιμένει να βγούμε για ψάρεμα. «Αθερίνα ψαρεύουμε κυρίως. Αλλά και δρομίτσες και τσερούκλες και κάνα γριβάδι και χέλια με παραγάδι», μου λέει ο Γιάννης Θανασόπουλος, ανάβοντας τσιγάρο δίπλα στο τιμόνι, καθώς ο αδελφός του ο Λάμπρος ετοιμάζει τα δίχτυα.
Η Τριχωνίδα έχει ακόμη επαγγελματίες ψαράδες. «Δύσκολη η ζωή όμως», ομολογεί ο 25χρονος Γιάννης. Θυμάμαι χτες που μίλαγα πίνοντας πετροχωρίτικο κρασί με τον Παντελή Φλωρόπουλο, εκδότη της αγρινιώτικης εφημερίδας «Αναγγελία», που μου έλεγε πως «…στην Kατοχή όλα τα χωριά και οι αντάρτες έτρωγαν από τη λίμνη. Tριακόσια νοικοκυριά ψαράδων ζούσαν από εδώ». Σήμερα μόλις τέσσερα με πέντε.
Η Τριχωνίδα μπορεί να είναι πολύ πιο πλούσια σε ψάρια, αλλά μια πόρτα που έχει τοποθετηθεί στο κανάλι -από τον καιρό της χούντας για να φεύγουν τα νερά της Τριχωνίδας προς άρδευση του μεσολογγίτικου κάμπου- το οποίο τη συνδέει με τη λίμνη Λυσιμαχία εμποδίζει τον εμπλουτισμό της με ψάρια (στη ρηχή Λυσιμαχία γεννούν μυριάδες ψάρια και μετά πάνε στα βαθιά πλούσια σε τροφή νερά της Τριχωνίδας). Οι παλιοί ψαράδες του τόπου έλεγαν «Η Λυσιμαχία γεννά, η Τριχωνίδα θρέφει». Η μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας, με 97 τετρ. χλμ. έκταση, μέγιστο βάθος 58 μέτρα και περίμετρο 51 χλμ., είναι ακόμα όμως πλούσια. «Η Τριχωνίδα είναι ένα φυσικό εργοστάσιο που θα έδινε πολλές θέσεις εργασίας» έλεγε ο Παντελής.
Ο «Καπετάν Γιώργης» σκίζει απαλά το ακίνητο νερό, οι καλαμιές χρυσαφίζουν στον ήλιο, τα κιτρινοκόκκινα σιρίτια της κουπαστής λαμπυρίζουν μουσκεμένα. Σαν μια μικρή κουκκίδα καρφωμένη στο ακύμαντο νερό βλέπουμε τη βάρκα του Πάνου Ζαρκάδα. Σηκώνει δίχτυα και παραγάδια: μεγάλα κιτρινοπράσινα χέλια σπαρταράνε, σταχτόχρυσες δρομίτσες και κυπρίνια γεμίζουν τα μικρά τελάρα του. Στην Τριχωνίδα ζουν 25 είδη ψαριών από τα οποία 16 είναι βρώσιμα και 11 ενδημικά στην Ελλάδα, ενώ εδώ -και πουθενά αλλού στον κόσμο!- ζει ο νανογωβιός, ένα από τα μικρότερα σπονδυλωτά ζώα της Γης (ενήλικα θηλυκά έχουν 2 cm μήκος). Ομως, το πιο γνωστό, δημοφιλές και νόστιμο ψάρι της Τριχωνίδας είναι η αθερίνα.
Ναι, η γνωστή σας θαλασσινή. Η οποία προσαρμόστηκε και ζει σε μόνο μια ελληνική λίμνη: εδώ! Ο Γιάννης ρίχνει τα δίχτυα του για αθερίνα. Oλοι αθερίνα ζητούν στα ταβερνάκια. «Πουλιέται ώς και στην Αθήνα», μου ομολογεί.
Η Κάτω Μυρτιά είναι το μοναδικό παραλίμνιο κομμάτι της Τριχωνίδας που έχει μια υποτυπώδη ανάπτυξη: δυο - τρία ταβερνάκια, ένα ξενοδοχείο. Eχει και τα Λουτρά, μια θαυμάσια παραλίμνια ιαματική πηγή, οι άθλιες τριτοκοσμικές καμπίνες της οποίας χάσκουν άδειες με σκουριασμένες μπανιέρες ακριβώς δίπλα στην όμορφη ακτή. Η Κάτω Μυρτιά είναι γεμάτη απέραντους πορτοκαλεώνες.
«Είναι σαγκουίνια», μου λέει γελαστή η χρυσή μας η κυρά Μαρία Καπέ. Ο κυρ Βελισάριος, ο άντρας της, μας μαζεύει πορτοκάλια, λεμόνια και μανταρίνια. «Πριν από λίγα χρόνια τα στέλναμε στη λαϊκή. Τώρα ο συνεταιρισμός τα μαζεύει για χυμούς. Τζάμπα τα παίρνουνε. 14 λεπτά το κιλό…». Σαν αίμα στάζει το φρέσκο φρούτο στα χέρια μου. Τα σαγκουίνια της Μυρτιάς είναι μια μοναδική ποικιλία στην Ελλάδα. «Κρίμα τον κόπο τους», σκέφτομαι αποχαιρετώντας το ζευγάρι. Ακόμα χαμογελάνε …
Ο κεντρικός δρόμος μετά την Κάτω Μυρτιά περνάει μικρούς οικισμούς - τη Ντουγρή, τη Βαρειά, την Παντάνασσα: παντού ελαιώνες και εσπεριδοειδή. Πιο κάτω τα χωριά μεγαλώνουν αισθητά. Απέναντι από την Παραβόλα θα δούμε τη θέα στη λίμνη από την κορφή του πευκοφυτεμένου κάστρου στο αρχαίο Βουκάτιο: οι πύργοι είναι βυζαντινοί ενώ τα τείχη είναι κλασικά, του 4ου π.Χ. αιώνα. Καπνοί υψώνονται δίπλα στα μεγάλα κυπαρίσσια που λογχίζουν τον απέραντο ελαιώνα. Το Καινούργιο είναι ένα μεγάλο, μάλλον άχαρο χωριό.
Στη γειτονιά του, στα Αμπάρια, κοντά στις όχθες της Τριχωνίδας, σε ένα ανακαινισμένο παλαιό αντλιοστάσιο βρίσκεται το Κέντρο Περιβάλλοντος Τριχωνίδας. «Η Τριχωνίδα και η Λυσιμαχία ανήκουν στο δίκτυο Natura 2000», μου λέει η υπεύθυνη του κέντρου Κωνσταντία Τραμπάζαλη. «Το σημαντικότερο κομμάτι της Τριχωνίδας είναι οι ασβεστούχοι βάλτοι, ένας οικότοπος που δείχνει με την ύπαρξή του ότι το υδάτινο ισοζύγιο είναι σταθερό». Οι ασβεστούχοι βάλτοι σήμερα εντοπίζονται στο νότιο κομμάτι της λίμνης. Eίναι καθαρή όμως; «Υπάρχει μεγάλο πρόβλημα με τα ελαιοτριβεία.
Tριάντα πέντε βρίσκονται γύρω από τη λίμνη και χρειάζεται να γίνει μια σοβαρή επεξεργασία των λυμάτων τους». Παρ' όλα αυτά η Τριχωνίδα είναι αρκετά καθαρή, γιατί έχει πολλά υπόγεια νερά, ενώ πάμπολλα ρέματα και ρυάκια από τα γύρω βουνά χύνονται εδώ. Τα πλεονάζοντα ύδατα πάνε στη Λυσιμαχία, ενώ η επιβάρυνση από τα φυτοφάρμακα είναι σαφώς μικρότερη μετά την κατάρρευση της καπνοπαραγωγής (μετά τη δεκαετία του '80). «Η Τριχωνίδα αυτοκαθαρίζεται. Οι Δήμοι Αρακύνθου και Μακρυνείας υδρεύονται κανονικά από το νερό της», λέει η Κωνσταντίνα.
«Το μεγαλύτερο πρόβλημά της είναι η ανυπαρξία Ειδικής Περιβαλλοντικής Μελέτης για να καθοριστεί τι απαγορεύεται και τι επιτρέπεται στην παραλίμνια περιοχή». Χαζεύουμε λίγα ψαράκια στο ενυδρείο του κέντρου και χαιρετάμε τον χημικό και τα δειγματοληπτικά του μπουκαλάκια.Στην Τριχωνίδα σήμερα έχουν δικαιοδοσία έξι δήμοι. Eνας από αυτούς είναι ο Δήμος Θεστιέων.
«Είναι ο μόνος δήμος που έχει οριοθετήσει τον αιγιαλό και την παρόχθια ζώνη. Η οριοθέτηση ξεκαθαρίζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς και το τι έργο επιτρέπεται», μου λέει ο δήμαρχος Θεστιέων Δημήτρης Τραπεζιώτης. Είναι νομικός και με βομβαρδίζει με ένα σωρό κανονισμούς και νομολογίες. «Χρειάζεται ένας φορέας διαχείρισης του οικοσυστήματος της λίμνης.
Eχουν συσταθεί 27 τέτοιοι σε όλη την Ελλάδα, αλλά όχι στην μεγαλύτερη λίμνη της. Η λίμνη είναι το κεφάλαιό μας. Αν το υπονομεύσουμε θα υπονομεύσουμε το αναπτυξιακό μέλλον της περιοχής μας», τονίζει. Σκέφτομαι φεύγοντας ότι θα πρέπει έξι δήμαρχοι να συναποφασίσουν για το μέλλον ενός εξαιρετικά ευαίσθητου οικοσυστήματος και μιας παρθένας περιοχής με τεράστιες αναπτυξιακές δυνατότητες. «Μμμ... δύσκολο στο ρωμαίικο», νομίζω. Και θυμάμαι τον δήμαρχο Θέρμου που μου έλεγε ότι «…πρέπει να γίνει ένας δήμος για όλη τη λίμνη».
Σουρουπώνει και πριν γυρίσουμε στο Θέρμο κατεβαίνουμε να βρούμε την Παλαιοχώρα, το παλιό -έρημο πλέον- χωριό απ' όπου έφυγαν οι άνθρωποι και έφτιαξαν το Καινούργιο. Ανάμεσα στους ελαιώνες κοντά στις όχθες της λίμνης ανακαλύπτουμε τα πέτρινα μνημεία της τοπικής αρχιτεκτονικής, όλα με καλοπελεκημένη ασπρορόδινη πέτρα και θαυμάσιες εξωτερικές σκάλες χτισμένες πάνω από μικρά θολωτά υπόστεγα, όλα σφιχταγκαλιασμένα από αγκαθωτές κληματσίδες, απροσπέλαστα βάτα και αγκαθωτούς θάμνους. «Το ΕΜΠ με τον καθηγητή Αρχιτεκτονικής Μ. Γκανιάτσα κάνει καταγραφή και μελέτη των σπιτιών μήπως και σωθούν», μου έλεγε πριν ο δήμαρχος Θεστιέων. Πιο κάτω από τα έρημα σπίτια τα νερά ροδίζουν και ο ορίζοντας πίσω από την κορυφή του Αράκυνθου φλέγεται από τα χρώματα.
Ολόγυρα στη λίμνη...
Ο γύρος της λίμνης είναι μια κάπως αλλόκοτη περιπέτεια. Αλλού ο δρόμος είναι σχεδόν δίπλα στο νερό, στο μεγαλύτερο κομμάτι του όμως περνάει μακριά από τη λίμνη και μέσα από όχι και τόσο όμορφα χωριά, όπου μόνο κάποιες μεμονωμένες γειτονιές ή κάνα ωραίο πέτρινο σπίτι αξίζουν μια παραπανίσια ματιά. Προσπερνάμε το Παναιτώλιο, το οποίο γνωρίζουμε ως πατρίδα του διάσημου γλύπτη Χρήστου Καπράλου, μόνο που εκτός από ένα γλυπτό του στην κεντρική πλατεία, για τα υπόλοιπα θα πρέπει να πάμε ώς τη γλυπτοθήκη του Δήμου Αγρινίου για να τα δούμε. Συνεχίζουμε νότια στον κεντρικό δρόμο και στρίβουμε ανατολικά προς τα χωριά της νότιας Τριχωνίδας.
Oλα βρίσκονται στους πρόποδες του Αράκυνθου, ενός μάλλον άγνωστου βουνού που είναι σκεπασμένο με θαυμάσια δάση με βελανιδιές και καστανιές (τα κάστανα Αράκυνθου είναι διάσημα στην Αιτωλοακαρνανία). Ζευγαράκι, Παπαδάτες, Ματαράγκα, Γραμματικό. Χωριά το ένα δίπλα στο άλλο, σε ευθεία γραμμή, τριγυρισμένα από ελαιώνες και μεγάλα πράσινα χωράφια. Aδεια χωράφια είναι τα πιο πολλά. Hταν κάποτε καπνοχώραφα, τα χρόνια που όλη η περιοχή ζούσε καλλιεργώντας τα διάσημα Τσεμπέλια και Βιρτζίνια Αγρινίου. Η καλλιέργεια κατέρρευσε σταδιακά από τη δεκαετία του '90. «Σήμερα οι περισσότεροι ζουν με την επιδότηση. Η οποία σταδιακά μειώνεται και το 2013 θα καταργηθεί», μου λέει ο Αντώνης Δημητρέλλης, αντιδήμαρχος του Δήμου Μακρυνείας. Αγροτικός δήμος και αυτός, όπως και ο γειτονικοί στη νότια ακτή. Υποφέρουν πολύ από την έλλειψη νερού. «Μα δίπλα στη λίμνη;» απορώ.
«Το αρδευτικό δίκτυο είναι διαλυμένο. Πέρυσι δεν είχαμε καθόλου νερό. Ο κόσμος δεν έκανε σοδειά. Επαθε και πολλές ζημιές το δίκτυο από το σεισμό της 10/4/2007. Ο δήμος μας χτυπήθηκε περισσότερο από όλους». Κουβεντιάζουμε περπατώντας στα δρομάκια της Γαβαλούς. Είναι το πιο μεγάλο κεφαλοχώρι εδώ, με 1.500 κατοίκους. Κάτω από ένα στέγαστρο βρίσκονται οι μνήμες των αρχαίων ενοίκων του τόπου. Είναι ένας ναός του Ασκληπιού. Η αρχαία πόλη που υπήρχε ήταν το Τριχώνιο, πατρίδα σπουδαίων στρατηγών της Αιτωλικής Συμπολιτείας, όπως ο Σκόπας, ο Δωρίμαχος και ο Θόας.
Κατηφορίζουμε προς το Τριχώνιο, την Καψορράχη και το Δαφνιά, να δούμε τους περίφημους ασβεστούχους βάλτους.
Δημιουργήθηκαν από συσσώρευση νεκρού φυτικού υλικού σε αβαθείς και παράκτιες περιοχές της λίμνης. Χαρακτηριστικό τους είναι το φυτό κλάδιο (cladium mariscus) και ακόμη σπαθόχορτα, ψαθιά και αγριοκάλαμα. Εξω από τον Δαφνιά συναντάμε την κυρά Μαρία και τον Χρήστο Ζαπατιώτη να βόσκουν τα λιγοστά τους αρνιά. «Παλιά το λέγαν Κάτ' Μπουτίν'. Τώρα Δαφνιάς. Πάει το Κάτ' Μπουτίν'!». «Αμάν ρώσικα μιλάει…», σκέφτομαι. Μετά καταλαβαίνω, ο άσχετος. Κι εδώ αρέσκονται να καταβροχθίζουν τα φωνήεντα. Κάτω Μπουτίνι ήταν κάποτε ο Δαφνιάς…
Περνάμε τα Σιταράλωνα και τις αρχαίες τους ελιές -κατά παράδοση δίνουν το νοστιμότερο λάδι όλης της περιοχής- και ανηφορίζουμε προς το Πετροχώρι. Είναι το τελευταίο μας απόγευμα και ρουφάμε τη θέα άπληστα από το μπαλκόνι του ξενώνα Αλθαία. Δειλινό από τα λίγα. ε; Μωβ οροσειρές ολόγυρα, κόκκινος ουρανός, μελανό το «πέλαγο της Αιτωλίας» και άσπρη μαλαγουζιά του Παπαθανασόπουλου στα ποτήρια μας. Μαλαγουζιά είναι η αρχαία ποικιλία του Πετροχωρίου που ξανακαλλιεργείται. Σκέφτομαι όλους αυτούς τους άξιους ανθρώπους της Τριχωνίδας που νιώθουν τα χρόνια που αλλάζουν και ονειρεύονται ένα καλύτερο μέλλον. Δήμαρχοι που οραματίζονται οικοτουρισμό, παλιοί ταβερνιάρηδες που κάνουν θαυμάσια εστιατόρια, νέοι οινοπαραγωγοί που ανασταίνουν τους αμπελώνες τους, καλόγεροι που συντηρούν αρχαίες τοιχογραφίες και τις δείχνουν στα παιδιά, δάσκαλοι που διδάσκουν ευαισθησία στους μαθητές τους ψάχνοντας τις ρυπογόνες εστίες της Τριχωνίδας.
Το πέλαγος τρέμει μακριά στο φύσημα ενός μαλακού μαΐστρου. Μια βάρκα άναψε το φως της έξω από τα Λουτρά. «Λοιπόν Μάκη πες μας για την Αλθαία», ρωτάω τον οικοδεσπότη μας.
«Ηταν γυναίκα του Οινέα, κόρη του Θέστιου και μητέρα του Μελέαγρου».
Ωχ, θυμάμαι. Ο Μελέαγρος σε ένα κυνήγι σκότωσε το θείο του, αδελφό της μητέρας του κι εκείνη τον σκότωσε, τον γιο της. Και μετά η φόνισσα μαμά κρεμάστηκε.Φτου, πολύ λυπηρή ιστορία. Τουλάχιστον ο Οινέας ξαναπαντρεύτηκε.«Βάλε ρε Μάκη λίγη μαλαγουζιά ακόμη να λατρέψουμε τον Οινέα», φωνάζω. Δεν θέλουμε άλλες λυπητερές ιστορίες απόψε.«Εχουμε και κάτι χέλια στην κουζίνα που ψήνονται, ε;»
ΜΕΤΑΒΑΣΗ.
Ακολουθώντας τον κεντρικό δρόμο προς το Αγρίνιο θα στρίψετε αριστερά για Παναιτώλιο και θα φθάσετε στη λίμνη. Ωστόσο, αν επιλέξετε αυτή τη διαδρομή, θα κάνετε ένα μεγάλο κύκλο και ο δρόμος Αντίρριο - Αγρίνιο, παρότι κεντρικός, είναι επικίνδυνος και έχει αρκετή κίνηση. Καλύτερα λοιπόν να πάτε από Ναύπακτο και να ανηφορίσετε τα βουνά.Ο δρόμος έχει στροφές αλλά είναι ήσυχος, σύντομος και στη διαδρομή θα δείτε ωραία τοπία. Ενδεικτικές αποστάσεις: Αντίρριο - Θέρμο (μέσω Αγρινίου) 94 χλμ., Αντίρριο - Θέρμο (μέσω Ναυπάκτου) 60 χλμ.
ΔΡΑΣΕΙΣ.
Θαλάσσια ποδήλατα: Ωραία, καινούργια θαλάσσια ποδήλατα νοικιάζει η ταβέρνα Ξύλινο. Ράφτινγκ: Για ράφτινγκ και άλλα παρόμοια σπορ, απευθυνθείτε στο Χάνι Μπανιά στον Εύηνο (διάσημο κέντρο των αθλητικών δραστηριοτήτων του ποταμού, γαρ). Παραπέντε: Απολαύστε πτήσεις με αλεξίπτωτο πλαγιάς πάνω από τη λίμνη Τριχωνίδα και τα γύρω βουνά -πτήση με οδηγό σε περίπτωση που δεν είσαστε έμπειροι!- με εκπαιδευτές από το Αγρίνιο. Επίσης, στη Δογρή, στο ναυταθλητικό κέντρο της Ματαράγκας και στην όχθη μετά την Καψορράχη θα βρείτε γλίστρες για να ρίξετε το σκάφος σας στη λίμνη.
ΑΓΟΡΕΣ.
Ελιές, λάδι, λιμνίσια ψάρια (αθερίνα και δρομίτσες), κρασί Παπαθανασόπουλου «Πέτρινο Χωριό» και άλλα τοπικά προϊόντα μπορείτε να προμηθευθείτε από αρκετά μαγαζιά στο Θέρμο και από το κατάστημα Παπαρίζου στο Καινούργιο.
ΟΠΩΣΔHΠΟΤΕ.
Αρχαίο Θέρμο:
Είναι ένας από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας, με εντυπωσιακές στοές, ναούς, βάθρα ανδριάντων, δρόμους, κρήνες, σκορπισμένα σε ένα πελώριο χωράφι. Στο μουσείο (δεν είναι μουσείο αλλά αποθήκη!) θα δείτε τις ομορφότερες πήλινες υδρορροές αρχαίου κτιρίου στην Ελλάδα!
Δειλινό στο Βλοχό: Είναι μια απότομη βουνοκορφή κοντά στο Καινούργιο, όπου βρίσκεται η ακρόπολη των αρχαίων Θεστιαίων και ένα μοναστήρι του 18ου αιώνα της Παναγίας του Βλοχού.Το δειλινό, 700 μέτρα πάνω από τη λίμνη, σας χαρίζει εικόνες αξέχαστες!
Μονή Μυρτιάς: Επισκεφθείτε την για το θαυμάσιο καθολικό με τις τοιχογραφίες του Ξένου Διγενή (1491) και του Φράγκου Κατελάνου (μάλλον) του 1539.Α, και για να γνωρίσετε τον γελαστό πάτερ Αυγουστίνο, βέβαια.
Διαδρομή Λουτρά - Σιταράλωνα: Η καλύτερη μακράν παραλίμνια διαδρομή της Τριχωνίδας! Είναι μέτριος χωματόδρομος (σκεφτείτε καλά πριν πάρετε το χαμηλό σας Ι.Χ.), αλλά περνάει από τα ομορφότερα κομμάτια της λίμνης, από μεγάλες αμμουδιές με ψιλό βότσαλο και από ένα περίφημο αναστηλωμένο βυζαντινό μοναστήρι, τη Μονή Φωτμού (κλειδωμένη όμως).
Αθερίνα τηγανητή:Το γαστρονομικό «πρέπει» της επίσκεψής σας στη λίμνη. Ξεροψημένη στο τηγάνι με ντόπιο λάδι, είναι σαφώς νοστιμότερη από τη θαλασσινή αδελφή της (έχει λιγότερα λέπια και καθόλου πίκρα στο κεφάλι). Θεϊκός μεζές, ιδανικός για ηλιόλουστα μεσημέρια δίπλα στο νερό…

AΠΟ ΤΟΝ ΑΝΤΩΝΗ ΙΟΡΔΑΝΟΓΛΟΥ.

22 Μαρτίου -Παγκόσμια Ημέρα Νερού...

Νέες δηλώσεις για την εκτροπή του Αχελώου έκανε από το βήμα της Βουλής ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ κ. Γιώργος Σουφλιάς, εκφράζοντας την πεποίθησή του ότι το έργο θα προχωρήσει ανεμπόδιστα και θα ολοκληρωθεί. Ο κ. Σουφλιάς τόνισε πως τα έργα συνεχίζονται και εξέφρασε την πίστη του ότι ένα τέτοιο στρατηγικής σημασίας για την Ελλάδα έργο θα προχωρήσει πλέον ανεμπόδιστα και θα τελειώσει. Συμπλήρωσε ότι μέχρι στιγμής έχουν ξοδευτεί 580 εκατ. ευρώ στα έργα μεταφοράς νερού, ενώ παρατήρησε ότι από τα τέσσερα δισ. κυβικά της ετήσιας απορροής του Αχελώου στη Θεσσαλία θα μεταφερθούν 600 εκατ. κυβικά το χρόνο και «άρα, δεν πρόκειται περί εκτροπής του Αχελώου». Τόνισε παράλληλα ότι δεν υπάρχει κοινοτική οδηγία που να μην επιτρέπει τις μεταφορές νερού από ένα υδατικό διαμέρισμα σε ένα άλλο. Υποστήριξε ακόμη ότι με την αφαίρεση νερού από τον Αχελώο «δεν παθαίνει τίποτα η Αιτωλοακαρνανία. Καλύπτονται απολύτως οι υδρευτικές της ανάγκες, οι αρδευτικές ανάγκες των οικοσυστημάτων, τα πάντα» και πως αυτό βεβαιώθηκε από ομάδα εμπειρογνωμόνων της ΕΕ. Οι δηλώσεις του υπουργού ήρθαν μετά από ερώτηση του βουλευτή του ΛΑΟΣ κ. Αστέριου Ροντούλη, σχετικά με το θέμα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι ο πρόεδρος της κοινοβουλευτικής επιτροπής Περιβάλλοντος Κυρ. Μητσοτάκης «διακήρυξε ευθέως την αντίθεση του στην ολοκλήρωση του έργου» είπε ότι ορισμένοι, με τις δηλώσεις που κάνουν, αδικούν την κυβέρνηση. Δήλωσε πάντως πεπεισμένος ότι «το αποτύπωμα Σουφλιά στην πολιτική ζωή της χώρας δεν θα είναι ούτε η ολοκλήρωση της Εγνατίας, ούτε οποιοδήποτε άλλο έργο. Θα είναι η ολοκλήρωση της μεταφοράς υδάτων από τον Αχελώο στη Θεσσαλία, γιατί είναι ένα έργο εθνικής σημασίας, εθνικής εμβέλειας, κατ' εξοχήν περιβαλλοντικό έργο». Με αφορμή, δε, τις δηλώσεις Σουφλιά περί δημιουργίας ξεχωριστού Υπουργείου Περιβάλλοντος, πρότεινε «να δημιουργηθεί Υπουργείο Περιβάλλοντος και Τροφίμων: Ο ΕΦΕΤ να φύγει από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και να πάει σε αυτό το νέο Υπουργείο, διότι αυτά τα δυο πηγαίνουν μαζί. Δεν μπορούμε να έχουμε ασφάλεια προϊόντων, όταν δεν θα έχουμε ένα σωστό περιβάλλον" είπε ο κ. Ροντούλης. Ο υπουργός ΠΕΧΩΔΕ είπε ακόμη ότι συζήτησε με τον πρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Περιβάλλοντος Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος του δήλωσε ότι «δεν ετάχθη εναντίον της μεταφοράς νερού από τον Αχελώο, απλώς εξέφρασε ορισμένους προβληματισμούς» σε ερωτήσεις που τού έγιναν από το νομαρχιακό συμβούλιο Αιτωλοακαρνανίας.
«Στραβισμός» και Πηνειός...
Παράλληλα ο κ. Σουφλιάς εξαπέλυσε επίθεση σε όσους αντιδρούν στην εκτροπή, κατηγορώντας τους για οικολογικό στραβισμό, ενώ αντιστάθμισε τα όποια περιβαλλοντικά προβλήματα δημιουργηθούν από την εκτροπή, με τα οφέλη στο οικοσύστημα του Πηνειού και την αξιοποίηση του Θεσσαλικού κάμπου. Μάλιστα σε όσους αντιδρούν εξέφρασε το ερώτημα, πως τους επιτρέπει η περιβαλλοντική ευαισθησία να βλέπουν κάθε καλοκαίρι φωτογραφίες με τον Πηνειό, με την καταστροφή του οικοσυστήματος, πώς τους επιτρέπει η οικολογική τους συνείδηση να βλέπουν αυτές τις καθιζήσεις, την υφαλμύριση του υπόγειου υδροφόρου ορίζοντα, την έλλειψη καθαρού πόσιμου νερού για πάρα πολλούς οικισμούς στη Θεσσαλία; "Και σε τελευταία ανάλυση, έχουμε την μεγαλύτερη πεδιάδα, η οποία ποτίζεται αμιγώς από ελληνικά νερά. Τι θα την κάνουμε αυτήν την πεδιάδα; Θα την αφήσουμε αναξιοποίητη; Δεν το καταλαβαίνω αυτό το πράγμα, όταν πραγματικά όλες οι χώρες -και πολύ περισσότερο εμείς-θέλουμε να προστατεύσουμε τη γη υψηλής παραγωγικότητας και όχι μόνο να την προστατεύσουμε, αλλά να μπορέσουμε και να την αξιοποιήσουμε".
Θέλουν να εκτρέψουν και την Τριχωνίδα...
Το ΥΠΕΧΩΔΕ επανέφερε στο προσκήνιο την πρόταση των αρχών της δεκαετίας του 1990 να γίνει μεταφορά νερού από την Τριχωνίδα για την ενίσχυση των αποθεμάτων των ταμιευτήρων Μόρνου και Ευήνου.Σε ημερίδα που διοργανώθηκε από την ΕΥΔΑΠ στο Ζάππειο Μέγαρο, με αφορμή τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Νερού, ο υφυπουργός ΠΕΧΩΔΕ, κ. Θ. Ξανθόπουλος, είπε ότι τα επόμενα χρόνια υπάρχουν μεγάλες πιθανότητες το λεκανοπέδιο της Αθήνας να δοκιμαστεί από προβλήματα λειψυδρίας και ξηρασίας, φαινόμενα τα οποία, λόγω των κλιματικών αλλαγών, θα εντείνονται διαρκώς. Ετσι, ο υφυπουργός Δημοσίων Εργων «έριξε» ως δική του πρόταση την ιδέα να δρομολογηθούν έργα μεταφοράς νερού από την Τριχωνίδα, με δημόσιους πόρους. Πρόκειται για μεγαλεπήβολο έργο, το οποίο απαιτεί τη διάνοιξη υπόγειου τούνελ μέσα από τα βουνά, συνολικού μήκους άνω των 50 χιλιομέτρων.Το έργο αυτό είχε εγκαταλειφθεί την περίοδο 1994-95, λόγω του υψηλού κόστους αλλά και των μεγάλων ενεργειακών αναγκών που απαιτούσε η μεταφορά νερού, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται με υψηλές χρεώσεις οι καταναλωτές της ΕΥΔΑΠ. Εξάλλου, από τα στοιχεία που παρουσίασε ο πρόεδρος της ΕΥΔΑΠ, κ. Κ. Κωστούλας, στην ημερίδα προκύπτει ότι απομακρύνεται η άμεση απειλή της λειψυδρίας από το Λεκανοπέδιο Αττικής, καθώς τα υπάρχοντα αποθέματα στους ταμιευτήρες Ευήνου, Μόρνου, Υλίκης και Μαραθώνα ανέρχονται συνολικά περί τα 780 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού και επαρκούν για την υδροδότηση της Αττικής για τα επόμενα δύο χρόνια, μαζί με τις νέες εισροές που αναμένονται μέχρι το τέλος της άνοιξης. Πάντως, τα αποθέματα της ΕΥΔΑΠ κινούνται στα όρια ασφαλείας. Εδώ και ένα χρόνο, που οι εισροές νερού στους ταμιευτήρες είναι μειωμένες, η ΕΥΔΑΠ αντλεί τις κύριες ποσότητες νερού, για την υδροδότηση της Αττικής, από την Υλίκη, με μεγάλο ενεργειακό κόστος μεταφοράς, πετυχαίνοντας όμως να κρατά τη στάθμη της λίμνης χαμηλά.
Αντίδραση στις δηλώσεις...
...στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα...για αυτό πάρε την πόρτα και φύγε!
Την ώρα που στην Κωνσταντινούπολη στα πλαίσια του «Παγκόσμιου Forum για το Νερό», η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα συζητά με τα οικολογικά και κοινωνικά κινήματα, το πρόβλημα του Νερού, και δύο μέρες πριν από την Παγκόσμια μέρα Νερού, ο έλληνας υπουργός και (!) περιβάλλοντος επαναφέρει στην δημόσια συζήτηση την παρωχημένη λύση της «εκτροπής Αχελώου».
Του θυμίζουμε για ακόμη μια φορά:
1. Ευθύνη για την λειψυδρία της Θεσσαλίας και την περιβαλλοντική της υποβάθμιση έχουν αποκλειστικά όλοι εκείνοι που διαχρονικά εφαρμόζουν λανθασμένες πολιτικές διαχείρισης των υδατικών πόρων και αποθεμάτων.
2. Η άποψη «θυσιάζουμε τον Αχελώο για να σώσουμε τον Πηνειό», είναι λογικά, και περιβαλλοντικά ατελής. Δεν «λύνεις» ένα περιβαλλοντικό πρόβλημα, δημιουργώντας ένα άλλο. Στην φύση καμία μάνα δεν θυσιάζει το ένα της παιδί για να σώσει το άλλο. Τα φροντίζει και τα δύο.
3. Σύσσωμη η επιστημονική κοινότητα και οι περιβαλλοντικές οργανώσεις, μαζί και το ΣτΕ, είναι κατά της εκτροπής του Αχελώου. Τελευταία και κορυφαία στελέχη της ΝΔ – Κυρ. Μητσοτάκης, Στ. Δήμας κι άλλοι.
4. Εκκρεμεί ακόμη στο ΣτΕ και στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η απόφαση απόρριψης του «νόμου Σουφλιά» του 2006 για την εκτροπή.
Η λύση στο πρόβλημα άρδευσης αλλά και ύδρευσης της Θεσσαλίας βρίσκεται στην σωστή και ορθολογική διαχείριση των υδατικών της πόρων και αποθεμάτων. Στην δημιουργία μικρών φραγμάτων και ταμιευτήρων, συμβατών περιβαλλοντικά, που θα διοχετεύουν στον κάμπο, το περίσσευμα των νερών του χειμώνα, στις εποχές που θα του είναι απαραίτητο. Η λύση βρίσκεται στην εμπέδωση της αντίληψης ότι το νερό, σε παγκόσμιο επίπεδο είναι πόρος σε ανεπάρκεια, και οφείλουμε όλοι μας να τον διαχειριστούμε με την ανάλογη προσοχή.
Πως όμως όλα τα παραπάνω να τα ακούσει ένας υπουργός που ηγείται του υπουργείου Δημοσίων έργων που λέει ότι είναι και περιβάλλοντος.
Αυτή την παγκόσμια πρωτοτυπία ο κύριος Σουφλιάς την αιτιολογεί με την επίσης παγκοσμίως πρωτότυπη άποψη του ότι οι «περιβαλλοντικά ευαίσθητοι πολίτες της χώρας πάσχουν από στραβισμό».
Οι μεγάλες περιβαλλοντικές προκλήσεις της εποχής μας απαιτούν λύσεις που να εδράζουν σε σχέδιο με ευαισθησίες, όραμα, τόλμη και αλλαγή πλεύσης. Οτιδήποτε άλλο, μόνο τα κάθε λογής εργολαβικά συμφέροντα μπορεί να εξυπηρετήσει, πάντα σε βάρος της ποιότητας ζωής των πολιτών, σε βάρος της φύσης και εν τέλει σε βάρος της ίδια της κοινωνίας.
Οι ενεργοί πολίτες να δράσουμε περισσότερο – και τοπικά – και να αναγάγουμε την Παγκόσμια ημέρα Νερού την Κυριακή, σε ημέρα προστασίας και υπεράσπισης του Αχελώου.
Ο κ. Σουφλιάς και η κυβέρνησή του είναι υπεύθυνη για την περιβαλλοντική καταστροφή και τη λειψυδρία στη Θεσσαλία, επειδή τόσα χρόνια δεν έκαναν τίποτα για να την αντιμετωπίσουν. Το περιβαλλοντικό έγκλημα της εκτροπής του Αχελώου δεν θα αφήσουμε να ολοκληρωθεί. Και ούτε σκέψη να μην κάνουν για την Τριχωνίδα.
«Το νερό δεν είναι εμπορικό προϊόν όπως τα άλλα, αλλά αποτελεί κληρονομιά που οφείλουμε να προστατεύσουμε και να διαχειριζόμαστε συνετά»

ΒΕΛΑΝΙΔΟΔΑΣΟΣ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ.


Ο Σύλλογος Φίλων της Βελανιδιάς θεωρεί ότι είναι πλέον επιτακτική ανάγκη η πολιτεία να προχωρήσει αφενός στην κήρυξη του Βελανιδιδάσους ως προστατευόμενη περιοχή και αφετέρου στην αποτελεσματική διαχείρισή του. Η προστασία του μοναδικού φυσικού πλούτου αυτής της περιοχής, μπορεί να αποτελέσει ένα σημαντικό μοχλό ανάπτυξης για τις τοπικές μας κοινωνίες. Εμείς τα μέλη του συλλόγου βελανιδιάς, αγωνιζόμαστε για την προστασία του δάσους της βελανιδιάς που αποτελεί δημόσιο-κοινωνικό αγαθό, για να κερδίσουμε την υγεία, τη ζωή, το αύριο και το μέλλον του τόπου και των παιδιών μας. Καλούμε όλους τους αρμόδιους φορείς να συμβάλλουν στην προσπάθεια αυτή και να εντάξουν το δάσος σε πρόγραμμα προστασίας, ως Ευκαιρία για την Διαφύλαξη της Φυσικής μας Κληρονομιάς. Έχουν τη δύναμη να αποτρέψουν την καταστροφή του και τους ζητάμε να το πράξουν.Η λαθροϋλοτομία με σκοπό την εμπορική εκμετάλλευση του ξύλου της βελανιδιάς, σε συνδυασμό και με άλλους ανθρωπογενείς παράγοντες συρρίκνωσαν δραματικά το μοναδικό σε μέγεθος και ποιότητα οικοσύστημα της ήμερης βελανιδιάς. Για τον λόγο αυτό θα πρέπει να κινηθούν άμεσα οι διαδικασίες με πρωτοβουλία είτε της Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδος είτε του ΥΠΕΧΩΔΕ (που είναι και οι αρμόδιοι φορείς), ώστε να εκπονηθεί Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη (ΕΠΜ) στο πλαίσιο του Ν. 1650/1986 για την ένταξη του δάσους σε καθεστώς προστασίας είτε ως Εθνικό Πάρκο, είτε ως Περιοχή Οικοανάπτυξης.

ΒΡΑΧΩΡΙ

ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ



Πόσες μας θρέψανε στιγμές, και πως τις λησμονούμε!
Του Ζαλοκώστα το τραγούδι ακόμα το θυμούμαι,
ψάλτης του καθώς το ‘λεγα στων χρόνων μου των νέων
το λυρικό, το ακράταγο μεθύσι:
«Τριίππουρος πασάς κινεί από Βραχώρι πνέων
άγρια μίση ….».

Χαρά, τρισύλλαβο όνομα λαμπρόηχο, το Βραχώρι!
κ΄ εσύ λαμπρή, της Ρούμελης χαρά, δουλεύτρα κόρη,
κι’ αν άλλο πήρες, όνομα θαμμένο στα βιβλία,
μ΄ αρέσει τ’ αρματωλικό όνομά σου
με τούτο, και ολοζώντανη, τη βλέπει η φαντασία
τη ζωγραφιά σου.

Ηύρα μεσ’ στα λαγκάδια σου παρθένα κατατόπια.
Και από τους βράχους της Κλεισούρας, κάστρα σαν κυκλώπεια
πέρασα στα νερόχαρα του Αλάμπεη τα γιοφύρια
παιδί για να ‘ρθω ασήμαντο σ’ εσένα.
Κήποι, νερά, σπίτια πουλιά, γαστρούλες, παραθύρια
σ΄ Εσέ ήταν ένα.

Θυμούμαι: Κάποιας λίμνης σου φανταχτερής μια μέρα
θωριά, σα να με φτέρωσε σ΄ άλλου πλανήτη αέρα,
και τα΄ Ασπροπόταμου άκουσα κι από μακριά το ρέμα
να μου βουίζη, ορμή ενός πλάστη κόσμου.
Δειλός, οκνός, μα ορθώνονταν με ξαναμμένο το αίμα
τα νιάτα εμπρός μου.

Της Μούσας υποτακτικός, δικούς μου ανοίγω δρόμους
και δένω τις αγάπες μου στης αρμονίας τους νόμους.
-Πρόκοβε, γή, πληθαίνοντας το γνώριμο βοτάνι,
την ώρα, ηδονικά σαν το ροφούμε,
μεσ΄ στους αχνούς του γαλανούς πιο γαληνή μας κάνει
να τη χαρούμε.

Πρόκοβε, χώρα ευλογητή, καθάρια, καρποφόρα.
Μέρες και Μοίρες τάχα ποιες μας καρτερούνε, χώρα;
Και ο καταλύτης πόλεμος κι΄ η πλουτοδότρα ειρήνη
θυσίας βωμοί, πάντα να ζεί η Πατρίδα.
Για όσα περνούν ή μέλλονται βοηθός Θεός ας δίνη
θύμηση, ελπίδα.



Το ποίημα του Κωστή Παλαμά με τον τίτλο "Βραχώρι" πρωτοδημοσιεύτηκε στο πρωτοχρονιάτικο φύλλο του 1927 της εβδομαδιαίας Αγρινιώτικης εφημερίδας «Θάρρος» του Μιλτιάδη Τζάνη. Κατ άλλους στο φύλλο της 31-12-1929 της εφημερίδας «Το Φως» του ίδιου δημοσιογράφου, στο οποίον το έστειλε ανταποκρινόμενος σε αίτημά του. Η αλήθεια είναι ότι το ποίημα δημοσιεύτηκε πρώτα στην εφημερίδα "Θάρρος", στο φύλλο της 1-1-1927, όπως προκύπτει από το φωτοαντίγραφο του φύλλου που βρίσκεται στο αρχείο μας. Το ποίημα γράφτηκε στην Αθήνα την 14-12-1926. (κατωτέρω παραθέτουμε φωτοτυπία της σελίδας που έχει καταχωρηθεί). Από το ποίημα προκύπτει ότι ο Παλαμάς είχε επισκεφθεί πολύ νέος το Αγρίνιο.

«Το Βραχώρι εκάη»

Ιωάννης Γ. Νεραντζής
Η Επανάσταση στο Βραχώρι (Αγρίνιο) το 1821, άργησε να εκδηλωθεί και τούτο οφείλεται στο ότι το Βραχώρι ήταν η έδρα ισχυρών Τουρκικών στρατευμάτων και το Τούρκικο Στρατιωτικό Κέντρο της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Ακόμη στο Βραχώρι (Αγρίνιο) ήσαν συγκεντρωμένοι πολλοί αξιωματούχοι Τούρκοι, επειδή ήταν και το διοικητικό κέντρο της περιοχής και επειδή είχε οικονομική εξάρτηση απευθείας από την εκάστοτε Βαλιδέ Σουλτάνα.
Το Βραχώρι (Αγρίνιο) λοιπόν, ήταν για την Δυτική Ελλάδα, ό,τι η Τριπολιτσά για την Πελοπόννησο. Τόσον ο Διονύσιος Κόκκινος,όσον και η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, αντλώντας από τον Ιωάννη Φιλήμωνα, γράφουν ότι στο Βραχώρι, κάθε διώροφη ή τριώροφη Τουρκική οικοδομή, ήταν τριγυρισμένη με διπλό και τριπλό καμμιά φορά τείχισμα και αυλόθυρες σε πολλές μεριές-μοναδικό φαινόμενο σε όλη την Ελλάδα – πράγμα που δηλώνει την άγρια τυραννία των Τούρκων και την τραγική θέση των Χριστιανικών οικογενειών, που ήσαν υπερδιπλάσιες των Τουρκικών. Η τυραννία έγινε αβάσταχτη ιδίως τις παραμονές της Επανάστασης, όταν στρατιωτικός διοικητής του Βραχωρίου ήταν ο Τουρκαλβανός Νούρκας Σέρβανης και πολιτικός διοικητής Αλάμπεης.
Όμως, μετά τα πρώτα επαναστατικά κρούσματα στην Αιτωλοακαρνανία, οι Τούρκοι άρχισαν ν’ ανησυχούν και ο φόβος τους μεγάλωσε, όταν στην πόλη άρχισαν να μαζεύονται και οι ομόθρησκοί τους της υπαίθρου. Και οι φόβοι τους βγήκαν αληθινοί: Στις 26 με 27 Μαϊου, (ή κατά τον Θ.Α.Χαβέλα στις 19 Μαϊου, ημέρα της Πεντηκοστής του Πάσχα), οι Επαναστατικές δυνάμεις της Αιτ/νίας καταλάβανε θέσεις γύρω από το Βραχώρι για να το εκπολιορκήσουν. Το βράδυ της 28ης Μαϊου 1821 ο κλοιός γύρω από το Βραχώρι είχε ολοκληρωθεί και τα χαράματα της ίδιας νύχτας (28-5-1821) άρχισε γενική επίθεση απ’ όλες τις μεριές, πρώτα προς τις απόκεντρες συνοικίες της πόλης. Η έφοδος αιφνιδίασε τους τούρκους, που πιστεύανε ότι οι Αιτωλοακαρνάνες δεν θα αποτολμούσαν επίθεση εναντίον του πανίσχυρου φρουρίου του Βραχωρίου.
Γιορτάζανε το «Ραμαζάνι» τους εκείνη την ημέρα και μόλις ακούσανε τους πυροβολισμούς των Ελλήνων, έντρομοι, σπεύσανε στα «ενδότερα» της πόλης. Οι πρώτοι ένοπλοι Έλληνες, που πατήσανε στην πόλη, βάλανε φωτιά στα πρώτα σπίτια. Και οι εντός της πόλης Βραχωρίτες όμως περιμένανε την επίθεση. Γιαυτό, μόλις άρχισε, βάλανε μόνοι τους φωτιά στα σπίτια τους, για να επιτείνουν τον πανικό στους Τούρκους. Οι επιθέσεις των πολιορκητών μεγάλωσαν, γιατί συνέχεια έφθαναν καινούργιες ενισχύσεις, που ανέβασαν τον αριθμό των Ελλήνων στις 4.000, όταν στις 5 Ιουνίου 1821 έφτασε στο Βραχώρι και ο Γιώργης Βαρβνακιώτης με πολλούς Ξηρομερίτες. Απεναντίας οι πολιορκούμενοι βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, γιατί εν τω μεταξύ άρχισαν και οι διχόνοιες τους με τον Τουρκαλβανό Νούρκα Σέρβανη, που τους εγκατέλειψε κρυφά, παίρνοντας μαζί του όλους τους Τούρκικους θησαυρούς, αλλά συνελήφθηκε αργότερα από τους Έλληνες πολιορκητές, με τους οποίους ήλθε σε συμφωνία. Οπότε μετά, και οι έγκλειστοι στο Βραχώρι Τούρκοι, με τον Δερβέν αγά Ταχήρ Παπούλία, που δεν ήταν Αλβανός, υπογράψανε συμφωνία με τον Γ.Βαρνακιώτη, που υποχρέωνε τους Τούρκους να παραδώσουν τα όπλα και να πάνε όπου θέλουν.
Έτσι, στις 11 Ιουνίου 1821, έπεσε το Βραχώρι (Αγρίνιο), που ήταν το προπύργιο των Τούρκων στη Δυτική Ελλάδα. «Και ούτως εκυριεύθη το περίφημο Βραχώρι, η πρωτεύουσα της ηγεμονίας της υπό των Οθωμανών ονομαζομένης Κάρλελη», γράφει ο αγωνιστής Λάμπρος Κουτσονίκας στα απομνημονεύματά του.
Η λαϊκή μούσα αποθανάτισε την πολιορκία του Βραχωρίου με το εξής δημοτικό τραγούδι, που το έχει καταχωρημένο ο Πετρώφ στη συλλογή του.
Σ’ όλον τον κόσμο ξαστεριά,
σ’ όλον τον κόσμο ήλιος,
και στο Ζαπαντοβράχωρο
όλο καπνός κι αντάρα.
Καπιταναίοι τόκαψαν
καπιταναίοι το καίναι.
Μετά την επιτυχή – στην πρώτη της φάση – έκβαση της Επανάστασης στην Αιτωλ/νία και την εκδίωξη των Τούρκων, προέκυψε θέμα διοικητικής οργάνωσης της ελεύθερης πια περιοχής και εκλογής τοπικής Αρχής.
Όμως το θέμα, που αφορά στον Οργανισμό της διοίκησης Δυτικής Ελλάδας, οι ιστορικοί σκόπιμα το αφήνουν αδιευκρίνιστο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ότι πρώτος αντιλήφθηκε την ανάγκη του ο Μαυροκορδάτος.
Αυτό είναι λάθος. Γιατί ο στρατηγός Γεώργιος Βαρνακιώτης, αμέσως μετά την κατάληψη του Βραχωρίου, «συνεκάλεσε τους προκριτοτέρους άνδρας της Δυτικής Ελλάδος εν Αγρινίω και συνεκρότησε εκεί μυστικήν σύνοδον προς αποκατάστασιν προσωρινής τοπικής διοικήσεως, ήτις και ωνομάσθη Ιερουσία της Δυτικής Ελλάδος».
Το γεγονός αναφέρεται και σε έγγραφο του Αγώνα, που δημοσιεύεται από τον Ν. Φυσεντζίδη, και γράφει ότι «αμέσως ο καπετάν Ηεωργάκης εσύστησε γερουσία από τους παλιούς προεστώτας των επαρχιών και επάρχους εις τας επαρχίας».
Έδρα της Γερουσίας ορίσθηκε Βραχώρι.
Ο Μαυροκορδάτος όμως, που είχε φθάσει στο Μεσολόγγι στις 21 Ιουλίου 1821, κατάλαβε ότι για να προγματοποιήση τα πολιτικά του σχέδια και να αναλάβει την απόλυτη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, έπρεπε να υπερσκελίσει την ιδρυθείσα υπό του Γ.Βαρνακιώτη Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος, και να φαίνεται ότι η πολιτική της οργάνωση ανήκει σ’ αυτόν ευθύς εξαρχής. Και φυσικά ο μόνος τρόπος που μπορούσε να το πετύχει ήταν να συγκαλέσει Συνέλευση με πρόσωπα κατάλληλα και έμπιστά του, αφού ήδη προηγουμένως «παρέλυσε το καλώς υπό του Βαρνακιώτου διοργανισθέν Ελληνικόν σύστημα».
Η εντολή όμως έπρεπε να δοθεί «άνωθεν», δηλαδή από τον Δημήτριο Υψηλάντη. Εξέθεσε στον Υψηλάντη τις σκέψεις του για την (δήθεν) ανάγκη της διοικητικής οργανώσεως των επαρχιών της Δυτικής Ελλάδος υπό ενιαίαν αρχήν με έδρα το Μεσολόγγι. Ο δε Υψηλάντης ανέθεσε στον Αλ Μαυροκορδάτο την πολιτική οργάνωση ολοκλήρου της Στερεάς με τον τίτλον του πληρεξουσίου του.
Ο Μαυροκορδάτος άρχισε, από του δευτέρου δεκαημέρου του Σεπτεμβρίου, τις ενέργειές του στο Μεσολόγγι και το Βραχώρι και, ύστερα από αλλεπάλληλες επαφές, έστειλε στους προκρίτους επιστολές, όπου και καθοριζόταν η επίσημη έναρξη της Συνέλευσης της Δυτικής Ελλάδος την 1η Οκτωβρίου 1821 στο Βραχώρι, την επί Τουρκοκρατίας πρωτεύουσα του νομού.
Η συνέλευση όμως αυτή δεν έγινε, γιατί δεν εξασφαλίστηκε η συμμετοχή του στρατηγού Γ.Βαρνακιώτη, που ήταν απαραίτητη.
Ο Μαυροκορδάτος όμως, μετά από αλλεπάλληλες ενέργειες, πέτυχε να γίνει συνάντησή του με το Γ. Βαρνακιώτη και συμφώνησαν να γίνει η Συνέλευση στο Μεσολόγγι, στις 4 Νοεμβρίου 1821, που της δόθηκε η ονομασία «Συνέλευσις της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» και κράτησε εξ (6) μέρες.
Η Συνέλευση εξέλεξε πρόεδρο τον Αλ. Μαυροκορδάτο, ίδρυσε δεκαμελή τοπική Διοίκηση, που πήρε την ονομασία «Γερουσία» και ψήφισε το «πρώτο Ελληνικό Πολίτευμα», αν μπορεί να το αποκαλέσει έτσι κανένας. Στο τέλος Νοεμβρίου 1821, έδρα της «Γερουσίας» ξανάγινε το Βραχώρι, επειδή κρίθηκε η θέση καταλληλότερη για το συντονισμό των ενεργειών της.
«Εδώ πλέον ο ομφαλός του Ρωμέϊκου, ήτοι της Δυτικής Στερεάς, έβλεπες κάποιον ίσκιον πολιτικής αρχής», γράφει ο Κασομούλης, που είχε έρθει στο Βραχώρι το καλοκαίρι του 1822.
Στο Βραχώρι, ο Αρχιγραμματέας της «Γερουσίας» εξέδιδε χειρόγραφη εφημερίδα με τίτλο ΑΧΕΛΩΟΣ. Σώζεται το φύλλο της 24/2/1822.
Το Σύνταγμα που ψήφισε η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου την 1ην Ιανουαρίου 1822, διατήρησε τη «Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας». Το Βραχώρι εξακολούθησε να είναι έδρα της «Γερουσίας» μέχρι τής κατά τα τέλη Αυγούστου 182, ή το πιθανότερον κατά το δεύτερον δεκαπενθήμερον του Σεπτεμβρίου, πυρπολήσεως της πόλης του Βραχωριού, την οποίαν έκαψαν οι ΄Ελληνες κάτοικοι αυτής για να μη βρουν τίποτε οι κατερχόμενοι στο Μεσολόγγι Ομέρ Βρυώνης και Κιουταχής, . οπότε μετά η έδρα της ‘Γερουσίας’ μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι.
Η δεύτερη Εθνοσυνέλευση του Άστρους, με ψηφίσματά της στις 30 Μαρτίου 1823 κατάργησε τη Γερουσία της δυτικής Χέρσου Ελλάδος.
Ότι το Αγρίνιο παρέμεινε η όρα της Γερουσίας, μέχρι το κάψιμό του, προκύπτει από πολλές πηγές. Κατ’ αρχήν από το φύλλο που σώζεται, της εφημερίδας «Αχελώος» της 24/2/1822. Επίσης αναφέρεται από τον Σπηλιάδη στα απομνημονεύματά του (τόμος Α’ σ. 356) που αναφέρει εγκύκλιο της Γερουσίας από το Βραχώρι της 23ης/2/1822. Και ο Κάρπος Παπαδόπουλος («Απομνημονεύματα αγωνιστών του 21 «έκδοση Τσουκαλά», τόμος 13ος, σ. 168-169), αναφέρει τα από 22 και 27 Μαρτίου 1822 ψηφίσματα της Γερουσίας στο Βραχώρι. Τέλος και ο Ιωάννης Φιλήμων στην Ιστορία του της Ελληνικής Επαναστάσεως (τόμος Δ’ σ.σ. 507-508) αναφέρει ψήφισμα της Γερουσίας στο Βραχώρι της 12ης/3/22.

Ας δούμε όμως και τη στάση την οποίαν επέδειξαν οι Βραχωρίτες και στις αποφράδες ημέρες του Αγώνα, κατά το 1822, που η Επανάσταση κινδύνεψε σοβαρά από την εκστρατεία του Ομέρ Βρυώνη και του Κιουταχή στη Δυτική Ελλάδα, αφού όμως κάνουμε πρώτα μια μικρή αναφορά στη γεωγραφική και στη στρατηγική θέση του Βραχωρίου (Αγρινίου), πράγμα που θα μας βοηθήση και στην καλύτερη κατανόηση των όσων ακολουθούν.
Το Βραχώρι (Αγρίνιο) δεσπόζει του ενός από τους δύο δρόμους εισβολής των εχθρών στη Νότια Ελλάδα. Αυτός ο δρόμος, με βάση ανεφοδιασμού και αρχικό ορμητήριο τα Ιωάννινα, με δεύτερο σημαντικό σταθμό την Άρτα, περνούσε μέσα από τα περίφημα στενά του Μακρυνόρους, φυσικά οχυρά για τον αγωνιζόμενο και προχωρούσε προς το Βραχώρι, Μεσολόγγι και Ναύπακτο.
Αυτόν ακριβώς το δρόμο διάλεξαν οι Τούρκοι στρατηγοί Ομέρ Βρυώνης και κιουταχής, για να προελάσουν από την Άρτα προς την Νότια Ελλάδα και να καταπνίξουν την επανάσταση, μετά την Τουρκική νίκη στο Πέτα (4-7-1822).
Όμως ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής δεν επωφελήθηκαν από την καταστροφή στο Πέτα, και από τον πανικό των Ελληνικών στρατευμάτων και πληθυσμών, ώστε να προελάσουν αμέσως προς το εσωτερικό και μόνο στις αρχές Αυγούστου του 1822 κινήθηκαν αργά.
Δεν επωφελήθηκαν όμως και οι Έλληνες της Αιτωλ/νίας από την Τουρκική αργοπορία, ώστε να οργανωθούν και να τους αποκρούσουν στα φυσικά οχυρά του Μακρυνόρους. Οι οπλαρχηγοί της Αιτωλ/νίας, αντί να ενωθούν και να αντιμετωπίσουν ενωμένοι την επερχόμενη λαίλαπα των Τούρκων, μάχονταν αναμέταξύ τους για τα αρματωλίκια και τη μοιρασιά των εθνικών προσόδων. «Όλη εκείνη η περιφέρεια είχε παραδοθεί στη λεηλασία. Την λεηλατούσαν οι Αρβανίτες, οι Τούρκοι και οι Έλληνες. Ο λαός της Ακαρνανίας, κουρασμένος και αηδιασμένος, έκαιγε κι αυτός ό,τι έμενε και τράβαγε για τον Κάλαμο». Αλλά και στην Αιτωλία, «όσοι κάτοικοι είχαν απομείνει στα χωριά τους τα έκαιαν και έφευγαν. Ο λαός, λοιπόν, της Αιτωλ/νίας στο σύνολό του, εκτός από τις προδοτικές εξαιρέσεις, έμεινε πιστός στην υπόθεση της δίκαιης επανάστασής του και «ο Τουρκικός στρατός επροχώρησε προς τα κάτω διαβαίνων και με κενάς τας αποθήκας».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στάσης αυτής ολοκλήρου του λαού ήταν και το κάψιμο του Βραχωρίου (Αγρίνιο), για να μην πέσει όρθια στα χέρια του εχθρού, από τους ίδιους τους Βραχωρίτες αυθόρμιτα και ομόφωνα «ότε η απόφασις εγένετο περί αποτεφρώσεως της πόλεως» της Γερουσίας, που «υποπτευθείσα την εις Αγρίνιον εισβολήν των Τούρκων, καλέσασα τους προκριτοτέρους του τόπου συνήλθεν εν κοινώ συμβουλίω και άπαντες οι πρόκριτοι από νοινού έγνωσαν να πυρπολήσωσι την πόλην».
Ο Δ. Κόκκινος, που υπερτονίζει τη δραστηριότητα και το ρόλο του Μαυροκορδάτου στα σχετικά γεγονότα, γράφει ότι ο Μαυροκορδάτος επραγματοποίησε κατά την κρίσιμη εκείνη ώρα το αρχικό του σχέδιο περί της δηώσεως και της ερημώσεως της εγκαταλειπομένης χώρας, ώστε να καταστεί δύσκολος ο δρόμος του εχθρού, σχέδιο που ήδη το είχε εκθέσει με επιστολή του, στις 13 Αυγούστου 1822, στον Γ.Βαρνακιώτη, λέγοντάς του «περί του τρόπου της αμύνης και της επιθέσεως κατά του εχθρού, κατά την κάθοδόν του δια μέσου της χώρας. Επρότεινε να πυρπολυθούν τα πεδινά μέρη, όλα τα κέντρα, από τα οποία θα διήρχετο ο εχθρικός στρατός, και αυτό ακόμη το Βραχώρι».
Μετά την πυρπόληση της πόλης, ο Μαυροκορδάτος γράφει, την 1ην Οκτωβρίου 1822, προς τον Αντιπρόεδρον του Εκτελεστικού: «Το Βραχώρι εκάη, ομοίως και όλα τα χωρία και μαγαζιά τα ευρισκόμενα εις τον κάμπον κατά παραγγελίαν μου.
Πρέπει δε να είχε προηγηθεί και συζήτηση περί του στρατηγήματος «της καμμένης γης» μεταξύ Μαυροκορδάτου και Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας και πρώην Άρτης Ιγνατίου, όπως φαίνεται από επιστολή του τελευταίου προς τους Γ. Βαρνακιώτη και Ανδρέα Καρίσκο, την 30ην Οκτωβρίου 1822, από Πίζα Ιταλίας, μη γνωρίζοντας βέβαια ότι η πυρπόληση του Βραχωρίου είχε ήδη συντελεστεί: «Το πρόβλημα (=πρόταση) μου δια να γενή σκορποχώρι εις την ανάγκην, όσον δύσκολον και αν είναι, σας βεβαιώνω ότι είναι το μόνον σωτήριον… Οι Ρώσοι εσώθηκαν, διότι έκαυσαν την Μόσχαν…».
Η απόφαση όμως πάρθηκε συλλογικά από τη Γερουσία και υλοποιήθηκε από τους ίδιους τους Βραχωρίτες, που χωρίς διαμαρτυρία δέχθηκαν την απόφαση να κάψουν τα σπίτια τους και τα έκαψαν μόνοι τους.
Έτσι, τον Αύγουστο του 1822, στο τρίτο δεκαήμερο, κι αφού πια οι Τουρκικές δυνάμεις του κιουταχή είχαν φθάσει στην Αμφιλοχία, οι Βραχωρίτες «αυθόρμητοι κατέκαυσαν τας οικίας και περιουσίας των και «θέτοντας πυρ ο εις εις την οικίαν του άλλου επυρπόλησαν πάσαν την πόλιν». Ο άμαχος πληθυσμός κουβαλώντας μαζί του ό,τι μπορούσε απ’ το νοικοκυριό του, απομακρύνονταν απ’ την πόλη, βλέποντας τις βλόγες να υψώνονται στους ουρανούς.
Έτσι ο Κιουταχής, όταν πέρασε τον Αχελώο, «εισήλθεν εις το καιόμενον Βραχώρι», από τους ίδιους τους κατοίκους του, «την αυγήν της αυτής, καθ’ ην εισήλθεν εις αυτό».
Το κάψιμο όμως του Αγρινίου το γνωρίζουμε και από άλλες πηγές: Ο Δήμος Σκαλτσάς σε επιστολή του προς τον Κολοκοτρώνη, στις 3 Οκτωβρίου 1822, από το Λιδωρίκι, γράφει: «Όθεν ιδόντες οι καπεταναίοι μας τοιούτον κίνδυνον, έστειλαν και έκαυσαν όλα τα χωρία του κάμπου και το Βραχώρι, και δεν άφησαν ούτε καλύβι».
Επίσης ο αγωνιστής Αναγνώστης Κοντάκης, αυτόπτης μάρτυρας και αυτουργός της πυρπόλησης του Αγρινίου, γράφει στα απομνημονεύματά του: «Τα νερά του ποταμού ήταν πολύ χαμηλά, ώστε να σκεφθούμε να κρατήσουμε άμυνα. Αφού κάψαμε το Βραχώρι, όλα τα χωριά και τους μύλους του Βλοχού, περάσαμε τη λίμνη Σούδι».
Τέλος, σ’ ένα έγγραφο των εφόρων Μαλανδρίου πιθανότατα, προς τον Ανδρέα Ζαϊμη, γραμμένο στις 5 Οκτωβρίου 1822, διαβάζουμε: Έπειτα εμψυχώνονται οι Έλληνες δυνατά, βλέπουν και οι εχθροί ότι δεν τρέφονται εύκολα, ούτε στέκονται, επειδή και έκαυσαν όλα τα χωρία και επαρχίας εκείθεν οι καπιταναίοι, όπου δεν άφησαν σχεδόν ούτε καλύβι».
Και θα κλείσουμε το μικρό αυτό μελέτημα παραθέτοντας, σαν κατακλείδα ένα απόσπασμα από την ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Σπυρίδωνα Τρικούπη, που καταδεικνύει πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε και η πυρπόληση του Αγρινίου στην λύση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου από τους Τούρκους και στον Ιερό Αγώνα γενικότερα. Γράφει λοιπόν: «Έκαυσαν και το Βραχώρι την αυγήν της αυτής ημέρας, καθ’ ην εισήλθεν εις αυτό περί το εσπέρας ο Κιουταχής. Έτσι οι Τούρκοι επροχώρησαν μεν πάντη ανηπερέαστοι εντός της Αιτωλίας, αλλ’ ουδεμού απήντων ψυχήν γεννητήν και πέριξ αυτών δεν έβλεπον ει μη καπνούς, φλόγας και παντελή ερημίαν».
Έτσι, όπως γνωρίζουμε άλλωστε και από ιστορικά εγχειρίδια, ο καμμένος κάμπος του Βραχωρίου έγινε και ο τάφος των πολιορκητών του Μεσολογγίου.

Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους

Ελευθερία ή θάνατος. Από στόμα σε στόμα. Κρυφά. Οι Φιλικοί δούλευαν ακούραστα. Και ήρθε η ώρα. Οι καπεταναίοι απ' τα διάσελα, τις βουνοκορφές, στεντόρεια εκφέρανε το σύνθημα: Ελευθερία ή θάνατος. Οι ραγιάδες ρίγησαν. Ορθώθηκαν. Αφουγκράστηκαν. Ακουσαν καλά. Ελευθερία ή θάνατος. Η ώρα ήρθε. Αντάρτεψαν οι ραγιάδες. Η οθωμανική αυτοκρατορία μακάρια στην αυταπάτη της. Η Ιερά Συμμαχία, όμως, ανησύχησε. Λίγο πριν είχε νικήσει. Στο Βατερλό οι καπνοί και ο αχός της μάχης ήταν ακόμα εκεί.
Ανάθεμα τους Γραικούς. Δεν αφήνουν ν' απολαύσουν την παλινόρθωσή τους. Φεουδάρχες, βασιλείς, πρίγκιπες με τα καλά τους γιόρταζαν μεθυστικά. Οι Επαναστάσεις τέλος, όπως λένε σήμερα η ιστορία τέλος. Και νάτη η κραυγή που τους τρόμαξε. Ετσι άρχισε κείνη η λαμπρή Επανάσταση των Ελλήνων ραγιάδων. Ή θα νικήσουν ή θα χαθούν. Εσπασε, λέει ο Μακρυγιάννης, το πουλί το τσόφλι του αυγού. Πίσω να γυρίσει, δεν μπορεί. Ή θα πετάξει ή θα χαθεί. Κόντεψε να χαθεί η Επανάσταση. Δεν αστειευόταν ο Ιμπραήμ. Οι κοτσαμπάσηδες λούφαξαν. Η ραγιάδικη συνείδηση τους οδηγούσε στο προσκύνημα. Τότε ορθώθηκε ο Κολοκοτρώνης κι άφησε να βγει ο φοβερός λόγος. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους. Το 'πε και το 'κανε. Η Επανάσταση σώθηκε.
Θα μου πείτε, τι τα θέλω αυτά τα άγρια, τώρα που κι απ' τα σχολικά βιβλία διαγράφτηκαν. Τα θέλω. Οχι γιατί είμαι αιμοδιψής. Αλλά να, εκείνη η κραυγή, Ελευθερία ή θάνατος, δεν είναι απλός λόγος. Είναι η αρχή μιας ιστορίας, που ολοκληρώθηκε με κείνον το φοβερό και συνάμα άγιο λόγο: Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους. Θα μου πείτε πάλι, αυτά τότε, στην οθωμανική εποχή. Τώρα είναι αλλιώς. Η παγκοσμιοποίηση, η κυριαρχία και η φθορά των συνειδήσεων.
Αμ δε, απαντώ. Σιγά την Ιερά Συμμαχία της παγκοσμιοποίησης. Ας ακουστούν και οι δυο λόγοι και τότε πού να κρυφτούν δε θα 'χουν. Διαβάζω την ιστορία, όχι απ' τα σχολικά βιβλία. Το Μακρυγιάννη διαβάζω, τον Φωτάκο, τον Κασομούλη, τον Περεβό, τ' απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη. Διαβάζω, και θαυμάζω, και γρικώ πως ο λαός είναι ανίκητος, όσοι αιώνες σκλαβιάς κι αν περάσουν. Σίγουρα θα ορθωθεί και θα βαδίσει. Κι άντε να τον σταματήσουν.
Βάλθηκα να καταλάβω, γιατί ξαναγράφουν την ιστορία. Γιατί στο όνομα του ανθρωπισμού αποσιωπάται πως η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Αν ο Κολοκοτρώνης δεν ανέμιζε το μαστίγιό του, δεν έβαζε φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους, θα 'χε πραγματωθεί η Ελευθερία; Οχι. Αν ήταν να 'ρθει από μόνη της, δε θα περίμενε χρόνους τετρακόσιους. Ηρθε ακριβώς μόλις οι σκυφτοί ραγιάδες ορθώθηκαν και είπαν τη μεγάλη πρόταση: Ελευθερία ή θάνατος. Ναι, υπήρξαν σκοτωμοί. Δε γινόταν αλλιώς. Οι Οθωμανοί δεν είπαν «χοσκελντί», καλώς ήρθατε. Δική σας η Τριπολιτσά. Δικά σας και τα κάστρα. Μουσαφίρηδες είμαστε, φεύγουμε. Γεια χαρά, αδέλφια.
Αυτά τα λέω εγώ, που συλλαβίζω την ιστορία. Καταλαβαίνω το άτεγκτο της Επανάστασης. Καταλαβαίνω πως την αντίσταση με αντίσταση πολλαπλάσια νικάς. Γράφει ο Φωτάκος. Στην αρχή της Επανάστασης οι ραγιάδες σκιάζονταν το θάνατο. Τρόμαξαν που είδαν τους πετσοκομμένους απ' τους Τούρκους ανθρώπους, μετά από μια μάχη. Σκιάζονταν και κοιτούσαν παγωμένοι. Δεν πλησίαζαν. Και τότε ο Κολοκοτρώνης ξεπέζεψε απ' τη φοράδα του. Βαριά περπατώντας, προχώρησε. Εφτασε στο πεδίο με τους διαμελισμένους Ελληνες. Εσκυφτε. Επαιρνε το κομμένο χέρι και το φιλούσε, παινεύοντάς το. Σήκωνε το κομμένο κεφάλι και το ασπαζόταν, θαυμάζοντας την ομορφιά του. Κι όλο έλεγε. Είναι οι δικοί μας άγιοι, οι δικοί μας οδηγοί. Κι έτσι ξεθάρρεψαν οι ζωντανοί και πλησίασαν. Κι όλοι μαζί έπλυναν, στόλισαν τα μέλη των νεκρών, τα έθαψαν, άναψαν τα καριοφίλια τους και χαιρέτισαν σε στάση προσοχής με μιαν άγρια κραυγή, καταλυτική. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Αυτό είναι το '21, ό,τι κι αν όψιμα λένε τόσοι και τόσοι.
Ιορδάνης Α. ΠΡΟΥΣΑΝΙΔΗΣ