18/3/09
«Ελληνική Νομαρχία» - απόσπασμα για τον ρόλο της Εκκλησίας.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΑΡΧΙΑ
Ήτοι Λόγος Περί ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
ΠΑΡΑ ΑΝΟΝΙΜΟΥ ΕΛΛΗΝΟΣ
Εν Ιταλία, 1806
«Ας εισέλθωμεν τώρα εις την διήγησιν του ελληνικού κλήρου, η οποία όχι ολίγον θέλει μας παραστήσει τα κακά, οπού προξενεί η κατάχρησις των χρημάτων. Εις την Κωνσταντινούπολιν, λοιπόν, ευρίσκεται ο πατριάρχης και η Σύνοδος, άλλος πατριάχης ευρίσκεται εις Αλεξάνδρειαν, άλλος εις την Αντιόχειαν και άλλος εις Ιερουσαλήμ. Ο πρώτος ονομάζεται οικουμενικός. Και αν άλλο δεν σημαίνη αυτός ο γελοιώδης τίτλος μαζί με τους τόσους άλλους οπού λαμβάνει, φανερώνει όμως, ότι οι άλλοι τρεις πατριάρχαι υπόκεινται εις αυτόν. Αυτός λοιπόν διαμοιράζει εις όλας τας επαρχίας του οθωμανικού κράτους, και πολλάκις πέμπει και εκεί οπού δεν είναι χριστιανοί, τόσας εκατοντάδας αρχιεπισκόπους, εξ ών ο καθείς έχει τέσσαρας ή πέντε επισκοπάς, εις τας οποίας πέμπτει και αυτός τόσους επισκόπους. Αυτό είναι το σύστημα της εκκλησιαστικής αρχής, ο τρόπος δε της διοικήσεως είναι ο ακόλουθος:
Η Σύνοδος αγοράζει τον πατριαρχικόν θρόνον από το οθωμανικόν αντιβασιλέα δια μιαν μεγάλιν ποσότητα χρημάτων, έπειτα τον πωλεί ούτινος της δώση περισσότερον κέρδος, και τον αγοραστήν τον ονομάζει πατριάρχην. Αυτός, λοιπόν, δια να ξαναλάβη τα όσα εδανείσθη δια την αγοράν του θρόνου, πωλεί τας επαρχίας, ήτοι τας αρχιεπισκοπάς, ούτινος δώση περισσοτέραν ποσότητα, και ούτως σχηματίζει τους αρχιεπισκόπους, οι οποίοι πωλώσι και αυτοί εις άλλους τα επισκοπάς των. Οι δε επίσκοποι τας πωλώσι των χριστιανών, δηλαδή γυμνώνουσι τον λαόν, δια να εβγάλωσι τα όσα εξώδευσαν. Και ούτως εστίν ο τρόπος, με τον οποίον εκλέγονται των διαφόρων ταγμάτων τα υποκείμενα, δηλαδή ο χρυσός.
Ο τρόπος δε, με τον οποίον εκπληρούσι τας υποσχέσεις των προς τον λαόν και προς τους εκκλησιαστικούς νόμους, είναι ο ακόλουθος. Ο πατριάρχης, αφού ηξεύρει να αναγνώση δυο κατεβατά από το Ψαλτήριον του Δαβίδ, κρίνεται άξιος τοιαύτης αρχής από την Σύνοδον, αυτή δε ηξεύρει να αναγνώση περισσότερον από αυτόν και τα Πράξεις των Αποστόλων (1). Δια να γράψη, δεν ερωτάται αν ηξεύρη, επειδή δεν του είναι αναγκαίον. Μάλιστα, το όνομά του το γράφει με τόσα κλωθογυρίσματα – εις το οποίον τον μιμούνται και οι αρχιεπίσκοποι και οι επίσκοποι και μερικοί πτωτοσύγκελλοι – οπού και ανορθόγραφον αν είναι, όπερ και πιθανώτατον, κανείς δεν το καταλαβαίνει, και δια τούτο φυλάττει γραμματικούς νέους προκομμένους, έχει δε και τον πρωτοσύγκελλον και αρχιμανδρίτην, οίτινες οπωσούν μετριάζουν την θηριότητα της αμαθείας του κυρίου των.
Η πρώτη έγνοια του πατριάρχου, λοιπόν, είναι να αποκτήση την φιλίαν των φίλων της Συνόδου, οπού, ως επί το πλείστον, είναι οι γυναίκες των πρώτων αρχόντων, ήτοι πλουσίων αμαθών του Φαναρίου. Και αυτό το κάμνει δια δυο αίτια: πρώτον μεν, δια να ημπορή να κλέπτη με περισσότερον θάρρος, δεύτερον δε, να κλέπτει δια περισσότερον καιρόν, ωσάν οπού αυτή η Σύνοδος έχει όλα τα μέσα εις την οθωμανικήν δυναστείαν, και εξακολούθως, όταν ο πατριάρχης δεν της αρέσκη, ευθύς τον εξορίζει. Και δεν της αρέσκει πάντοτε, όταν δεν ομογνωμή με αυτήν, και όταν δεν υπογράφη χωρίς να αναγνώση ότι γράμμα του παραδώση.
Ο πατριάρχης έχει μιαν εξουσίαν σκιώδη και ψεύτικην επάνω εις την Σύνοδον, αλλά κανείς δεν τολμεί να εξορίση κανέναν από αυτήν αν και όλα τα δίκαια ήθελε τον βιάσουν, επειδή, τότε, οι λοιποί ευθύς εξορίζουν αυτόν, και βάζουν άλλον και ξανακαλεί τον εξορισθέντα σύντροφόν των. Δια τούτο, πολλάκις έτυχε να πατριαρχεύσουν, ποίος οκτώ μήνας, ποίος έξ, και ποίος δυο μόνον. Η υπερηφάνεια και διεστραμμένη ψυχή αυτών των δωδεκα μωρών της Συνόδου τους εμποδίζει από το να στοχασθώσι την φθοράν, οπού προξενούσι εις τον λόν με τα μεγαλώτατα έξοδα των συχνών αλλαγών των πατριάρχων, και άλλο δεν θυμούνται, παρά ότι, όσα εξοδεύσουν, τα ξαναλαμβάνουν από τον νεόφυτον, και πάντοτε με το διάφορόν τους.
Ευκόλως ημπορεί να προϊδή ο αναγνώστης τα περί των αρχιεπισκόπων, όταν η αρχή είναι τοιαύτη. Ας μάθη όμως, ότι αυτοί υπερβαίνουσιν και εις την αμάθειαν και εις τα κακά έργα, και την Σύνοδον και τον πατριάρχην. Επειδή η μεν Σύνοδος, οπού εξοδεύει, δια να κάμη τον πατριάρχην όπως θέλει, λαμβάνει ευθύς από τον ίδιον τα όσα εξώδευσεν, ομοίως και ο πατριάρχης τα ξαναλαμβάνει από τους αρχιεπισκόπους διπλά και τριπλά. Αλλά αυτοί, αφού λάβουν μέρος από τους επισκόπους, τα λοιπά πρέπει να τα εβγάλουν από τους επισκόπους, τα λοιπά πρέπει να τα εβγάλουν από τους χριστιανούς, και εις αυτό μιμούνται τους οθωμανικούς διοικητάς της αρχιεπισκοπής των, από τους οποίους εις άλλο δεν διαφέρουσι, ειμή ότι οι αρχιεπίσκοποι πληρώνουν αυτούς, και αυτοί τους δίδουν την άδειαν να κλέψωσιν όσα ημπορούσι.
Η αμάθεια του λαού ακόνισεν τόσον τα αρχιερατικά σπαθία, οπού κανείς δεν τους αντιστέκεται. Μ’ έν κατεβατόν (με) κατάρας, οπού η πλέον διαβολική διάθεσις φοβερωτέρας βέβαια δεν ήθελεν ημπορέσει να εφεύρη, το οποίον ονομάζουσιν αφορισμόν, εκδύουσι και πλουσίους και πτωχούς. Και αν πολλάκις μ’ έτερον κατεβατόν με ευχάς, ευλογίας και συγχώρησιν, διαλύουσι τον αφορεσθέντα, δι’ άλλο τέλος δεν το κάμνουσι, παρά δια να ημπορέσωσι να τον ξαναφορίσωσι. Επειδή τον αφορεσθέντα δεν δίνανται να τον ξαναφορίσωσι, αν πρώτον δεν τον συγχωρήσωσι (2). Μετά τον αφορισμόν, οπού είναι το πρώτον τους άρμα, έπονται οι αγιασμοί και τα μνημόσυνα (3). Και τέλος πάντων, το μεγαλείτερον κέρδος των είναι αι κληρονομίαι και τα χαρίσματα (4). Αν εις αυτά εύρη ανθίστασιν, τότε ευθύς αφορίζει, δεν δίδει την άδειαν των ιερέων να βαπτίσουν το γεννηθέν βρέφος, ούτε να θάψουν τον νεκρόν.
Αλλά που να διηγηθώ, όσα η μιαρά των ψυχή εφευρίσκει! Φθάνει λοιπόν να ηξεύρετε, ότι, όσα και αν κάμνωσι, τα κάμνωσι δια χρημάτων, και πληρώνοντάς τους τινάς ημπορεί να λάβη τη συγχώρησιν δια κάθε αμάρτημα. Τόσον εβαρβαρώθη και ουτιδανώθη η κλάσις της ιερωσύνης των ελλήνων. Προς τούτοις ο αρχιεπίσκοπος πωλεί τας ενορίας της πόλεως ούτινος ιερέως θελήση, και έπειτα κάμνει αργόν ή εξορεί όποιον θέλη από αυτούς, και ξαναπωλεί την ενορίαν άλλου, δια να του κάμη το ίδιον ύστερα απ’ ολίγον. Κάθε τόσον τους ζητεί δάνεια, και ποτέ δεν τους τα επιστρέφει. Κανείς δεν τολμεί να αντισταθή εις τους λόγους του, επειδή ευθύς τον αφορίζει και έπειτα τον εξορεί και λαμβάνει την περιουσίαν του (5). Και ούτος εστίν ο τρόπος, με τον οποίον ενεργούσι τα ηδύτατα εντάλματα του Χριστού.
Πως άραγε ζώσιν αυτοί οι αρχιεπίσκοποι εις τας μητροπόλεις των και οποίαι εισίν αι αρεταί των; Τρώγωσι και πίνωσι ως χοίροι (6). Κοιμώνται δεκατέσσαραςώρας τη νύκτα και δυο ώρας μετά το μεσημέρι. Λειτουργούσι δυο φοράς τον χρόνον, και όταν δεν τρώγωσι, δεν πίνωσι, δεν κοιμώνται, τότε κατεργάζονται τα πλέον αναίσχυντα και ουτιδανά έργα, οπού τινάς ημπορεί να στοχασθή (7). Και ούτως εις τον βόρβορον της αμαρτίας και εις την ιδίαν ακρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, και οι αναστεναγμοί του λαού είναι προς αυτούς τόσοι ζέφυρες.
Ο χορός των επισκόπων εξακολουθεί μετά τους αρχιεπισκόπους. Αυτοί, πάλιν, είναι άλλοι λύκοι, ίσως χειρότεροι από τους πρώτους, επειδή κυριεύουσι τους χωρικούς και ιδιώτας. Ανεκδιήγητα είναι τα ανομήματά των και η σκληρότης των διαπερνά κατά πολλά εκείνην της ιδίας παρδάλεως. Αυτοί πέμπουσι τόσους ληστάς, δια να ειπώ έτζι, εις τα χωρία της επισκοπής των, και τους δίδοσι τον τίτλον ή του πρωτοσυγκέλλου ή του αρχιμανδρίτου ή άλλου τινός τάγματος, οι οποίοι άλλο δεν ηξεύρουσι, παρά να γράφουν ονόματα (8) των χριστιανών με όλην την ανορθογραφίαν, και να προφέρωσι το «να είσαι κατηραμένος», «να έχεις την ευχήν» και «δος μοι».
Αυτοί, λοιπόν, περιφέρονται εις όλα τα χωρία της επισκοπής και με άκραν ασπλαγχνίαν εκδύουσι τους πολλά αθώους χωριάτας, και μάλιστα τας γυναίκας. Όταν δεν τους ευρίσκουσι χρήματα, τότε τίνος αρπάζουσι εν φόρεμα, τίνος εν εργαλείον της γεωργικής, τίνος εν στολίδι της γυναικός του, και φθάνουσι να τους παίρνουσιν έως και τα δοχεία των φαγητών. Από άλλους πάλιν λαμβάνουσι τόσα κιλά σιτάρι ή τόσον κρασί. Εν ενί λόγω, τους γυμνώνουσι, και έπειτα τους ευλογούσι και φεύγουσι. Πολλάκις δε περιέρχεται ο ίδιος ο επίσκπος εις τα χωρία, και τότε πλέον ακολουθούν τα χειρότερα. Αυτός ο αναίσχυντος και βάρβαρος και αμαθέστατος άνθρωπος, αφού τρώγει δι’ όσας ημέρας μένει εις το χωρίον από την πτωχήν κοινότητα, αφού αρπάζει όσα περισσότερα δυνηθή, τότε αφορίζει ένα δυο, και άλλους τόσους κάμνει παπάδες, και έπειτα φεύγει.
Ο τρόπος δε, με τον οποίον κρίνει άξιον, ένα χωριάτην, της ιερωσύνης, είναι ο ακόλουθος. Πρώτον, του ζητεί εκατόν, ή περισσότερα ή ολιγότερα γρόσια, και τα λαμβάνει, έπειτα τον ερωτά, αν ηξεύρη γράμματα, ήτοι να γράψη και να αναγνώση, ύστερον του φέρει το Ψαλτήριον, και αυτός αναγινώσκει εν κατεβατόν, και ευθύς τον κάμνει ιερέα. Η αμάθεια αυτών των ιερέων είναι άκρα, και από αυτούς οι περισσότεροι κατά συμβεβηκός αποκαθίστανται αρχιμανδρίται, έπειτα δε κερδίζοντας, αγοράζουν επισκοπάς, και εξακολούθως γίνονται αρχιεπίσκοποι και όχι ολίγας φοράς πατριάρχαι. Όθεν, όλοι σχεδόν οι αρχηγοί της εκκλησίας κατάγονται από την ιδίαν ποταπότητα, και οι περισσότεροι είναι αμαθέστατοι (9).
Μετά των Επσκόπων, λοιπόν, έρχονται εκείνοι οι πρωτοσύγκελλοι, οι αρχιμανδρίται και οι πνευματικοί, οι οποίοι στέλλονται από τα μοναστήρια – δι’ ών κατωτέρω ρηθήσεται – με κάποιας πανταχούσας (10). Αυτοί είναι αναρίθμητοι, επειδή δεν ευρίσκεται πόλις ή χωρίον, οπού να μην φυλάττη ή ένα ή δυο από αυτούς τους λαοκλέπτας, οι οποίοι παρησιάζονται εις τον αρχιερέα και αγοράζουν παρ’ αυτού την άδειαν του κλεψίματος, και έπειτα, με άκραν αυθάδειαν, αρχινούσιν από οσπίτιον εις οσπίτιον, να ζητούσιν ελεημοσύνην, και εκδύουσιν εξόχως τας γυναίκας, όσον ημπορύσι.
Τον τρόπον, οπού μεθοδεύονται, είναι άξιος γέλωτος ενταυτώ και δακρύων. Αυτοί έχουσιν εν κιβωτίδιον γεμάτον από ανθρώπινα κόκκαλα και κρανία ακέραια, τα οποία ασημώνοσι, και έπειτα ονοματίζουσιν, άλλα μεν του Αγίου Χαραλάμπους και άλλα του Αγίου Γρηγορίου. Εν ενί λόγω, δεν αφίνουν άγιον, χωρίς να έχουν μέρος από τα κόκκαλά του (11). Οι περισσότεροι από αυτούς τους κοκκαλοπωλητάς εξέρχονται από το όρος του Άθους, οπού ονομάζουν Άγιον Όρος, εις το οποίον ευρίσκεται η πηγή αυτών των καλογήρων.
Τα δε μοναστήρια αυτά έχουσιν εις κάθε πολιτείαν υποστατικά και οσπίτια, τα οποία καλούσι μετόχια και τα κατοικούσιν αυτοί οι περιηγηταί. Εκεί μετρούσι τα κλεφθέντα χρήματα, δια να λάβωσιν αυτοί κρυφίως τα μισά και τα λοιπά να τα υπάγωσιν εις τα μοναστήριά των (12). Αυτά τα τέρατα λοιπόν, επειδή ποτέ δεν τους εβγαίνει από το στόμα τους ένας αναστεναγμός, συνηθίζουν κατ’ ολίγον ολίγον εις την απάθειαν, και φθάνουσιν εις τοιούτον βαθμόν, οπού, ο κόσμος και αν χαλάση, τίποτε δεν τους μέλει. Είναι δε κατήγοροι εις το άκρον, και αν εις καμίαν πολιτείαν ευρεθή τνάς, ή ιερεύς, ή λαϊκός, να είναι οπωσούν προκομμένος, αυτοί τον έχουσι δια εχθρόν τους αθανάσιμον. Τότε περιφερόμενοι εις τα οσπίτια, ευθύς με άκρον υποκριτικόν τρόπον τον κακολογούσι, τον κηρύττουσιν ευθύς ανευλαβή και άθεον. Ο μεγαλείτερος στοχασμός των είναι να κρύπτωσι την αμάθειάν των, και δια τούτο ζητούσι πάντοτε να συνομιλώσι με τας γυναίακς.
Ω γλυκύτατα Ιησού! Ω δίκαιοι Απόστολοι! Ω φιλόσοφοι Πατέρες! Που είσθε την σήμερον, να ιδήτε τους απογόνους σας, και να συγκλαύσητε μαζί με όσους την αλήθειαν γνωρίζουσι δια την αθλιότητά τους; Εσείς επαραγγείλετε την νηστείαν, δια να χαλινώσητε οπωσούν τους γαστριμάργους, αυτοί αναθεματίζουσι και τους ασθενείς, όταν κρεοφάγωσι. Εσείς εδιωρίσατε τας ελεημοσύνας, δια να στερεώσητε την αρετήν, αυτοί δε αρπάζουσι και από πλουσίους και από πτωχούς, όσα περισσότερα δυνηθώσι. Εσείς ενομοθετήσετε την εξομολόγησιν, δια να παρηγορήτε τους λυπημένους και βασανισμένους, δια να νουθετήτε τους χρείαν έχοντας και αμαθείς, αυτοί δε την ενεργούσι δια μόνην περιέργειαν εις το να μάθωσιν τα ξένα πράγματα, και έπειτα να τα κοινολογούσι, όχι μόνον όταν τους ωφελή, αλλά όταν δεν τους βλάπτη (13). Εσείς εκηρύξατε την ομόνοιαν, την αδελφότητα, την ομοιότητα και την ελευθερίαν, αυτοί δε διδάσκουσι με τα παραδείγματά των τουναντίον. Εσείς τέλος πάντων, είχετε την αρετήν δια οδηγόν, αυτοί έχουσι τα χρήματα.
Τι ήθελεν ειπεί, στοχάζεσθε, ώ Έλληνες, ο Λόγος της Σοφίας, ο ηδύτατος Χριστός, εις αυτούς τους υπηρέτας του; Ώ! η απόφασίς του είναι φανερά, και άμποτες οι ταλαίπωροι να διορθωθούν οπωσούν, δια να αποφύγουν την άφευκτον ποινήν των πλημμελημάτων των. Ποίος δεν βλέπει, ώ Έλληνες, τον αφανισμόν, οπού εις την Ελλάδα προξενεί την σήμερον το ιερατείον;
Εκατόν χιλιάδες, και ίσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι (14) ζώσιν αργοί και τρέφονται από τους ίδρωτας των ταλαιπώρων και πτωχών Ελλήνων. Τόσαι εκατοντάδες μοναστήρια, οπού πανταχόθεν ευρίσκονται, είναι τόσαι πληγαί εις την πατρίδα, επειδή, χωρίς να την ωφελήσουν εις το παραμικρόν, τρώγοσι τους καρπούς της και φυλάττουσι τους λύκους, δια να αρπάζουν και ξεσχίζουν τα αθώα και ιλαρά πρόβατα της ποίμνης του Χριστού15). Ιδού, ώ Έλληνες, αγαπητοί μου αδελφοί, η σημερινή αθλία και φοβερά κατάστασις του ελληνικού ιερατείου, και η πρώτη αιτία οπού αργοπορεί την ελευθέρωσιν της Ελλάδος.
Αυτοί οι αμαθέστατοι, αφού ακούσουν ελευθερίαν, τους φαίνεται μια αθανάσιμος αμαρτία».
Παραπομπές, σημειώσεις
Η Σύνοδος αγοράζει τον πατριαρχικόν θρόνον από το οθωμανικόν αντιβασιλέα δια μιαν μεγάλιν ποσότητα χρημάτων, έπειτα τον πωλεί ούτινος της δώση περισσότερον κέρδος, και τον αγοραστήν τον ονομάζει πατριάρχην. Αυτός, λοιπόν, δια να ξαναλάβη τα όσα εδανείσθη δια την αγοράν του θρόνου, πωλεί τας επαρχίας, ήτοι τας αρχιεπισκοπάς, ούτινος δώση περισσοτέραν ποσότητα, και ούτως σχηματίζει τους αρχιεπισκόπους, οι οποίοι πωλώσι και αυτοί εις άλλους τα επισκοπάς των. Οι δε επίσκοποι τας πωλώσι των χριστιανών, δηλαδή γυμνώνουσι τον λαόν, δια να εβγάλωσι τα όσα εξώδευσαν. Και ούτως εστίν ο τρόπος, με τον οποίον εκλέγονται των διαφόρων ταγμάτων τα υποκείμενα, δηλαδή ο χρυσός.
Ο τρόπος δε, με τον οποίον εκπληρούσι τας υποσχέσεις των προς τον λαόν και προς τους εκκλησιαστικούς νόμους, είναι ο ακόλουθος. Ο πατριάρχης, αφού ηξεύρει να αναγνώση δυο κατεβατά από το Ψαλτήριον του Δαβίδ, κρίνεται άξιος τοιαύτης αρχής από την Σύνοδον, αυτή δε ηξεύρει να αναγνώση περισσότερον από αυτόν και τα Πράξεις των Αποστόλων (1). Δια να γράψη, δεν ερωτάται αν ηξεύρη, επειδή δεν του είναι αναγκαίον. Μάλιστα, το όνομά του το γράφει με τόσα κλωθογυρίσματα – εις το οποίον τον μιμούνται και οι αρχιεπίσκοποι και οι επίσκοποι και μερικοί πτωτοσύγκελλοι – οπού και ανορθόγραφον αν είναι, όπερ και πιθανώτατον, κανείς δεν το καταλαβαίνει, και δια τούτο φυλάττει γραμματικούς νέους προκομμένους, έχει δε και τον πρωτοσύγκελλον και αρχιμανδρίτην, οίτινες οπωσούν μετριάζουν την θηριότητα της αμαθείας του κυρίου των.
Η πρώτη έγνοια του πατριάρχου, λοιπόν, είναι να αποκτήση την φιλίαν των φίλων της Συνόδου, οπού, ως επί το πλείστον, είναι οι γυναίκες των πρώτων αρχόντων, ήτοι πλουσίων αμαθών του Φαναρίου. Και αυτό το κάμνει δια δυο αίτια: πρώτον μεν, δια να ημπορή να κλέπτη με περισσότερον θάρρος, δεύτερον δε, να κλέπτει δια περισσότερον καιρόν, ωσάν οπού αυτή η Σύνοδος έχει όλα τα μέσα εις την οθωμανικήν δυναστείαν, και εξακολούθως, όταν ο πατριάρχης δεν της αρέσκη, ευθύς τον εξορίζει. Και δεν της αρέσκει πάντοτε, όταν δεν ομογνωμή με αυτήν, και όταν δεν υπογράφη χωρίς να αναγνώση ότι γράμμα του παραδώση.
Ο πατριάρχης έχει μιαν εξουσίαν σκιώδη και ψεύτικην επάνω εις την Σύνοδον, αλλά κανείς δεν τολμεί να εξορίση κανέναν από αυτήν αν και όλα τα δίκαια ήθελε τον βιάσουν, επειδή, τότε, οι λοιποί ευθύς εξορίζουν αυτόν, και βάζουν άλλον και ξανακαλεί τον εξορισθέντα σύντροφόν των. Δια τούτο, πολλάκις έτυχε να πατριαρχεύσουν, ποίος οκτώ μήνας, ποίος έξ, και ποίος δυο μόνον. Η υπερηφάνεια και διεστραμμένη ψυχή αυτών των δωδεκα μωρών της Συνόδου τους εμποδίζει από το να στοχασθώσι την φθοράν, οπού προξενούσι εις τον λόν με τα μεγαλώτατα έξοδα των συχνών αλλαγών των πατριάρχων, και άλλο δεν θυμούνται, παρά ότι, όσα εξοδεύσουν, τα ξαναλαμβάνουν από τον νεόφυτον, και πάντοτε με το διάφορόν τους.
Ευκόλως ημπορεί να προϊδή ο αναγνώστης τα περί των αρχιεπισκόπων, όταν η αρχή είναι τοιαύτη. Ας μάθη όμως, ότι αυτοί υπερβαίνουσιν και εις την αμάθειαν και εις τα κακά έργα, και την Σύνοδον και τον πατριάρχην. Επειδή η μεν Σύνοδος, οπού εξοδεύει, δια να κάμη τον πατριάρχην όπως θέλει, λαμβάνει ευθύς από τον ίδιον τα όσα εξώδευσεν, ομοίως και ο πατριάρχης τα ξαναλαμβάνει από τους αρχιεπισκόπους διπλά και τριπλά. Αλλά αυτοί, αφού λάβουν μέρος από τους επισκόπους, τα λοιπά πρέπει να τα εβγάλουν από τους επισκόπους, τα λοιπά πρέπει να τα εβγάλουν από τους χριστιανούς, και εις αυτό μιμούνται τους οθωμανικούς διοικητάς της αρχιεπισκοπής των, από τους οποίους εις άλλο δεν διαφέρουσι, ειμή ότι οι αρχιεπίσκοποι πληρώνουν αυτούς, και αυτοί τους δίδουν την άδειαν να κλέψωσιν όσα ημπορούσι.
Η αμάθεια του λαού ακόνισεν τόσον τα αρχιερατικά σπαθία, οπού κανείς δεν τους αντιστέκεται. Μ’ έν κατεβατόν (με) κατάρας, οπού η πλέον διαβολική διάθεσις φοβερωτέρας βέβαια δεν ήθελεν ημπορέσει να εφεύρη, το οποίον ονομάζουσιν αφορισμόν, εκδύουσι και πλουσίους και πτωχούς. Και αν πολλάκις μ’ έτερον κατεβατόν με ευχάς, ευλογίας και συγχώρησιν, διαλύουσι τον αφορεσθέντα, δι’ άλλο τέλος δεν το κάμνουσι, παρά δια να ημπορέσωσι να τον ξαναφορίσωσι. Επειδή τον αφορεσθέντα δεν δίνανται να τον ξαναφορίσωσι, αν πρώτον δεν τον συγχωρήσωσι (2). Μετά τον αφορισμόν, οπού είναι το πρώτον τους άρμα, έπονται οι αγιασμοί και τα μνημόσυνα (3). Και τέλος πάντων, το μεγαλείτερον κέρδος των είναι αι κληρονομίαι και τα χαρίσματα (4). Αν εις αυτά εύρη ανθίστασιν, τότε ευθύς αφορίζει, δεν δίδει την άδειαν των ιερέων να βαπτίσουν το γεννηθέν βρέφος, ούτε να θάψουν τον νεκρόν.
Αλλά που να διηγηθώ, όσα η μιαρά των ψυχή εφευρίσκει! Φθάνει λοιπόν να ηξεύρετε, ότι, όσα και αν κάμνωσι, τα κάμνωσι δια χρημάτων, και πληρώνοντάς τους τινάς ημπορεί να λάβη τη συγχώρησιν δια κάθε αμάρτημα. Τόσον εβαρβαρώθη και ουτιδανώθη η κλάσις της ιερωσύνης των ελλήνων. Προς τούτοις ο αρχιεπίσκοπος πωλεί τας ενορίας της πόλεως ούτινος ιερέως θελήση, και έπειτα κάμνει αργόν ή εξορεί όποιον θέλη από αυτούς, και ξαναπωλεί την ενορίαν άλλου, δια να του κάμη το ίδιον ύστερα απ’ ολίγον. Κάθε τόσον τους ζητεί δάνεια, και ποτέ δεν τους τα επιστρέφει. Κανείς δεν τολμεί να αντισταθή εις τους λόγους του, επειδή ευθύς τον αφορίζει και έπειτα τον εξορεί και λαμβάνει την περιουσίαν του (5). Και ούτος εστίν ο τρόπος, με τον οποίον ενεργούσι τα ηδύτατα εντάλματα του Χριστού.
Πως άραγε ζώσιν αυτοί οι αρχιεπίσκοποι εις τας μητροπόλεις των και οποίαι εισίν αι αρεταί των; Τρώγωσι και πίνωσι ως χοίροι (6). Κοιμώνται δεκατέσσαραςώρας τη νύκτα και δυο ώρας μετά το μεσημέρι. Λειτουργούσι δυο φοράς τον χρόνον, και όταν δεν τρώγωσι, δεν πίνωσι, δεν κοιμώνται, τότε κατεργάζονται τα πλέον αναίσχυντα και ουτιδανά έργα, οπού τινάς ημπορεί να στοχασθή (7). Και ούτως εις τον βόρβορον της αμαρτίας και εις την ιδίαν ακρασίαν θησαυρίζουσι χρήματα, και οι αναστεναγμοί του λαού είναι προς αυτούς τόσοι ζέφυρες.
Ο χορός των επισκόπων εξακολουθεί μετά τους αρχιεπισκόπους. Αυτοί, πάλιν, είναι άλλοι λύκοι, ίσως χειρότεροι από τους πρώτους, επειδή κυριεύουσι τους χωρικούς και ιδιώτας. Ανεκδιήγητα είναι τα ανομήματά των και η σκληρότης των διαπερνά κατά πολλά εκείνην της ιδίας παρδάλεως. Αυτοί πέμπουσι τόσους ληστάς, δια να ειπώ έτζι, εις τα χωρία της επισκοπής των, και τους δίδοσι τον τίτλον ή του πρωτοσυγκέλλου ή του αρχιμανδρίτου ή άλλου τινός τάγματος, οι οποίοι άλλο δεν ηξεύρουσι, παρά να γράφουν ονόματα (8) των χριστιανών με όλην την ανορθογραφίαν, και να προφέρωσι το «να είσαι κατηραμένος», «να έχεις την ευχήν» και «δος μοι».
Αυτοί, λοιπόν, περιφέρονται εις όλα τα χωρία της επισκοπής και με άκραν ασπλαγχνίαν εκδύουσι τους πολλά αθώους χωριάτας, και μάλιστα τας γυναίκας. Όταν δεν τους ευρίσκουσι χρήματα, τότε τίνος αρπάζουσι εν φόρεμα, τίνος εν εργαλείον της γεωργικής, τίνος εν στολίδι της γυναικός του, και φθάνουσι να τους παίρνουσιν έως και τα δοχεία των φαγητών. Από άλλους πάλιν λαμβάνουσι τόσα κιλά σιτάρι ή τόσον κρασί. Εν ενί λόγω, τους γυμνώνουσι, και έπειτα τους ευλογούσι και φεύγουσι. Πολλάκις δε περιέρχεται ο ίδιος ο επίσκπος εις τα χωρία, και τότε πλέον ακολουθούν τα χειρότερα. Αυτός ο αναίσχυντος και βάρβαρος και αμαθέστατος άνθρωπος, αφού τρώγει δι’ όσας ημέρας μένει εις το χωρίον από την πτωχήν κοινότητα, αφού αρπάζει όσα περισσότερα δυνηθή, τότε αφορίζει ένα δυο, και άλλους τόσους κάμνει παπάδες, και έπειτα φεύγει.
Ο τρόπος δε, με τον οποίον κρίνει άξιον, ένα χωριάτην, της ιερωσύνης, είναι ο ακόλουθος. Πρώτον, του ζητεί εκατόν, ή περισσότερα ή ολιγότερα γρόσια, και τα λαμβάνει, έπειτα τον ερωτά, αν ηξεύρη γράμματα, ήτοι να γράψη και να αναγνώση, ύστερον του φέρει το Ψαλτήριον, και αυτός αναγινώσκει εν κατεβατόν, και ευθύς τον κάμνει ιερέα. Η αμάθεια αυτών των ιερέων είναι άκρα, και από αυτούς οι περισσότεροι κατά συμβεβηκός αποκαθίστανται αρχιμανδρίται, έπειτα δε κερδίζοντας, αγοράζουν επισκοπάς, και εξακολούθως γίνονται αρχιεπίσκοποι και όχι ολίγας φοράς πατριάρχαι. Όθεν, όλοι σχεδόν οι αρχηγοί της εκκλησίας κατάγονται από την ιδίαν ποταπότητα, και οι περισσότεροι είναι αμαθέστατοι (9).
Μετά των Επσκόπων, λοιπόν, έρχονται εκείνοι οι πρωτοσύγκελλοι, οι αρχιμανδρίται και οι πνευματικοί, οι οποίοι στέλλονται από τα μοναστήρια – δι’ ών κατωτέρω ρηθήσεται – με κάποιας πανταχούσας (10). Αυτοί είναι αναρίθμητοι, επειδή δεν ευρίσκεται πόλις ή χωρίον, οπού να μην φυλάττη ή ένα ή δυο από αυτούς τους λαοκλέπτας, οι οποίοι παρησιάζονται εις τον αρχιερέα και αγοράζουν παρ’ αυτού την άδειαν του κλεψίματος, και έπειτα, με άκραν αυθάδειαν, αρχινούσιν από οσπίτιον εις οσπίτιον, να ζητούσιν ελεημοσύνην, και εκδύουσιν εξόχως τας γυναίκας, όσον ημπορύσι.
Τον τρόπον, οπού μεθοδεύονται, είναι άξιος γέλωτος ενταυτώ και δακρύων. Αυτοί έχουσιν εν κιβωτίδιον γεμάτον από ανθρώπινα κόκκαλα και κρανία ακέραια, τα οποία ασημώνοσι, και έπειτα ονοματίζουσιν, άλλα μεν του Αγίου Χαραλάμπους και άλλα του Αγίου Γρηγορίου. Εν ενί λόγω, δεν αφίνουν άγιον, χωρίς να έχουν μέρος από τα κόκκαλά του (11). Οι περισσότεροι από αυτούς τους κοκκαλοπωλητάς εξέρχονται από το όρος του Άθους, οπού ονομάζουν Άγιον Όρος, εις το οποίον ευρίσκεται η πηγή αυτών των καλογήρων.
Τα δε μοναστήρια αυτά έχουσιν εις κάθε πολιτείαν υποστατικά και οσπίτια, τα οποία καλούσι μετόχια και τα κατοικούσιν αυτοί οι περιηγηταί. Εκεί μετρούσι τα κλεφθέντα χρήματα, δια να λάβωσιν αυτοί κρυφίως τα μισά και τα λοιπά να τα υπάγωσιν εις τα μοναστήριά των (12). Αυτά τα τέρατα λοιπόν, επειδή ποτέ δεν τους εβγαίνει από το στόμα τους ένας αναστεναγμός, συνηθίζουν κατ’ ολίγον ολίγον εις την απάθειαν, και φθάνουσιν εις τοιούτον βαθμόν, οπού, ο κόσμος και αν χαλάση, τίποτε δεν τους μέλει. Είναι δε κατήγοροι εις το άκρον, και αν εις καμίαν πολιτείαν ευρεθή τνάς, ή ιερεύς, ή λαϊκός, να είναι οπωσούν προκομμένος, αυτοί τον έχουσι δια εχθρόν τους αθανάσιμον. Τότε περιφερόμενοι εις τα οσπίτια, ευθύς με άκρον υποκριτικόν τρόπον τον κακολογούσι, τον κηρύττουσιν ευθύς ανευλαβή και άθεον. Ο μεγαλείτερος στοχασμός των είναι να κρύπτωσι την αμάθειάν των, και δια τούτο ζητούσι πάντοτε να συνομιλώσι με τας γυναίακς.
Ω γλυκύτατα Ιησού! Ω δίκαιοι Απόστολοι! Ω φιλόσοφοι Πατέρες! Που είσθε την σήμερον, να ιδήτε τους απογόνους σας, και να συγκλαύσητε μαζί με όσους την αλήθειαν γνωρίζουσι δια την αθλιότητά τους; Εσείς επαραγγείλετε την νηστείαν, δια να χαλινώσητε οπωσούν τους γαστριμάργους, αυτοί αναθεματίζουσι και τους ασθενείς, όταν κρεοφάγωσι. Εσείς εδιωρίσατε τας ελεημοσύνας, δια να στερεώσητε την αρετήν, αυτοί δε αρπάζουσι και από πλουσίους και από πτωχούς, όσα περισσότερα δυνηθώσι. Εσείς ενομοθετήσετε την εξομολόγησιν, δια να παρηγορήτε τους λυπημένους και βασανισμένους, δια να νουθετήτε τους χρείαν έχοντας και αμαθείς, αυτοί δε την ενεργούσι δια μόνην περιέργειαν εις το να μάθωσιν τα ξένα πράγματα, και έπειτα να τα κοινολογούσι, όχι μόνον όταν τους ωφελή, αλλά όταν δεν τους βλάπτη (13). Εσείς εκηρύξατε την ομόνοιαν, την αδελφότητα, την ομοιότητα και την ελευθερίαν, αυτοί δε διδάσκουσι με τα παραδείγματά των τουναντίον. Εσείς τέλος πάντων, είχετε την αρετήν δια οδηγόν, αυτοί έχουσι τα χρήματα.
Τι ήθελεν ειπεί, στοχάζεσθε, ώ Έλληνες, ο Λόγος της Σοφίας, ο ηδύτατος Χριστός, εις αυτούς τους υπηρέτας του; Ώ! η απόφασίς του είναι φανερά, και άμποτες οι ταλαίπωροι να διορθωθούν οπωσούν, δια να αποφύγουν την άφευκτον ποινήν των πλημμελημάτων των. Ποίος δεν βλέπει, ώ Έλληνες, τον αφανισμόν, οπού εις την Ελλάδα προξενεί την σήμερον το ιερατείον;
Εκατόν χιλιάδες, και ίσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι (14) ζώσιν αργοί και τρέφονται από τους ίδρωτας των ταλαιπώρων και πτωχών Ελλήνων. Τόσαι εκατοντάδες μοναστήρια, οπού πανταχόθεν ευρίσκονται, είναι τόσαι πληγαί εις την πατρίδα, επειδή, χωρίς να την ωφελήσουν εις το παραμικρόν, τρώγοσι τους καρπούς της και φυλάττουσι τους λύκους, δια να αρπάζουν και ξεσχίζουν τα αθώα και ιλαρά πρόβατα της ποίμνης του Χριστού15). Ιδού, ώ Έλληνες, αγαπητοί μου αδελφοί, η σημερινή αθλία και φοβερά κατάστασις του ελληνικού ιερατείου, και η πρώτη αιτία οπού αργοπορεί την ελευθέρωσιν της Ελλάδος.
Αυτοί οι αμαθέστατοι, αφού ακούσουν ελευθερίαν, τους φαίνεται μια αθανάσιμος αμαρτία».
Παραπομπές, σημειώσεις
1) «Ας με συμπαθήση ο αναγνώστης δια την υπερβολήν του λόγου, ωσάν οπού όλοι οι νυν ιερείς, εξαιρώντας, ως προείπον, τινάς, μόλις σπουδάζουν ολίγον τα γραμματικά, και κανείς δεν γνωρίζει ούτε την λέξιν «επιστήμη».
2) Οι αφορισμοί εις την Ελλάδα, και εξόχως εις τα Ιωάννινα και Πάτραν, ήθελαν νομισθή ευχαί της λειτουργίας από κανένα αλλογενή. Τόσον είναι συχνοί, και σχεδόν κάθε Κυριακήν εις κάθε εκκλησίαν αναγιγνώσκονται δυο και τρεις αφορισμοί, πάντοτε δε δια ουτιδανωτάτας διαφοράς, και ως επί το πλείστον δια δυο ή τριών γροσίων υπόθεσιν.
3) Αυτοί οι αναιδέστατοι άνδρες, ευθύς οπού έλθουν εις την αρχιεπισκοπήν των, υποχρεώνουν όλους τους πολίτας, να τους δεχθώσιν εις τα οσπίτιά των, δια να τους ψάλωσι τον αγιασμόν, και ούτως λαμβάνουσι την πληρωμήν από πενήντα εως δέκα γρόσια το ολιγότερον. Τα δε μνημόσυνα συνίστανται εις το λειτουργούν δια την ψυχήν του αποθανόντος, του οποίου ξεθάπτουν τα οστά και τα ευλογούν.
4) Όταν απεθάνη κανένας πολίτης της πρώτης ή της δευτέρας κλασεως και το ακούση ο αρχιερεύς, είναι δι’ αυτόν μια ανεκδιήγητος χαρά, επειδή, δια να ημπορέσουν να τον θάψουν, πρέπει, αφού πληρώσουν τον οθωμανόν τύραννον, να πληρώσουν και τον αρχιερέα. Η ποσότης όμως είναι αόριστος, πότε δέκα χιλιάδας γρόσια, πότε πέντε, και το ολιγότερον χίλια. Όταν πάλιν ο πολίτης μισεύη από την πατρίδα του, πρέπει να δώση ένα χάρισμα του αρχιερέως. Όταν επιστρέψη, πάλιν του χαρίζει. Αλλά τι λέγω του χαρίζει; Και πως ημπορεί να ονομασθή δώρον εκείνο οπού ζητείται με βίαν;
5) Ο νυν Ιωαννίνων έλαβε την αυθάδειαν να αφορίση τον ενάρετον και φιλόσοφον κυρ Κοσμά, δια να μην ημπόρεσε να τον καταπείση εις τας κακάς του θελήσεις.
6) Ο νυν Ιωαννίνων, καθώς ήκουσα από ένα μάρτυρα αυτόπτην, εις το πρόγευμα τρώγει δυο οκάδες γιαούρτι, και εις το δειλινόν μισήν οκά σαρδέλας ξεκοκκαλισμένας, τας οποίας τρώγει με το χουλιάρι.
7) Ο Άρτης, ο Γρεβενών και ο Ιωαννίνων είναι οι πρώτοι προδόται του τυράννου, καθώς όλοι το γνωρίζουσι. Ό ύστερος από αυτούς ικέτευσεν τον τύραννον, και εκούρευσεν τον έγγονά του, ως να του εγίνετο νουνός. Ό Άρτης ηπάτησεν και επρόδωσεν τους ήρωας Σουλιώτας, είναι δε και οι τρεις ασελγείς, άσωτοι εις το άκρον, μοιχοί, πόρνοι και αρσενοκοίται φανεροί.
8) Μιαν φοράν ερώτησα ένα παπάν χωριάτην, εως εξηκοντούτην, πόθεν είχεν αγοράσει το κονδύλι του, το οποίον ήτον λεπτόν, ως το μεγαλύτεόν μου δάκτυλον, και μου απεκρίθη, ότι το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, και επειδή είχε τρεις υιούς, είχε σκοπόν να το κάμη τιά κομμάτια, και να αφήση από ένα του κάθε υιού του. Άλλος ένας, με πλατύ ράσον, ηθέλησεν να μου εξηγήση, ότι τα μεν «γενέσια» εννοεί την γέννησιν, τα δε «γενέθλια» εννοεί τον θάνατον. Ο Έλλην αναγνώστης ας μην γελάση, αλλά ας κλαύση.
9) Ένας αρχιμανδρίτης, αναγινώσκοντας επ’ εκκλησίας το ευαγγέλιον, έτυχεν εις το τέλος του κατεβατού το απαρέμφατον επανέρχεσθαι. Όθεν αυτός ανέγωνσε το επανέρ- όπου ετελείωνε το κατεβατόν, και έπειτα γυρίζοντας το φύλλον επρόφερε το –χέσθαι, εις τρόπον οπού ερέθισε ένα γενικόν γέλωτα εις τους παρεστώτας.
10) Αυταί, αι ούτως καλούμεναι πανταχούσαι, είναι κάποιαι παρακαλεστικαί επιστολαί των μοναστηρίων, οπού τας στέλνουν προς τους χριστιανούς, και είναι γεγραμμέναι με διάφορα χρώματα και με μεγάλα στοιχεία.
11) Εγώ, έως τώρα βέβαια, είδα έως τέσσαρας κεφαλάς του Αγίου Χαραλάμπους, επειδή, όταν ακολουθή η πανούκλα, τότε κάθε πολιτεία έχει από μια κεφαλήν του Αγίου Χαραλάμπους.
12) Εγώ εγνώρισα ένα πνευματικόν Αγιορείτην, ο οποίος δεν ήτον τόσον αμαθής, όσον ήτον υποκριτής και φιλάργυρος. Πολλάκις, λοιπόν, καυχώμενος μου εδιηγείτο, ότι εις είκοσι χρόνους έκαμεν ένα καπιτάλι από εκατόν πενήντα χιλιάδας γρόσια, και είχε μοιρασμένα εις διαφόρους πραγματευτάς με το διάφορον. Αυτός είχε την κάραν του Αγίου Θεοδώρου.
13) Δεν είναι κρυφόν, αλλ’ όλοι το ηξεύρουν, ότι εις τα Ιωάννινα οι πνευματικοί αναφέρουσι κάθε υπόθεσιν, οπού ακούουσιν από τους χριστιανούς εις τον αρχιερέα, και αυτός ευθύς κάμνει ένα κατάλογον με προσθήκην και τον προσφέρει του τυράννου, εις τρόπον οπού η εξομολόγησις, την σήμερον, είναι εν μέσον προδοσίας.
2) Οι αφορισμοί εις την Ελλάδα, και εξόχως εις τα Ιωάννινα και Πάτραν, ήθελαν νομισθή ευχαί της λειτουργίας από κανένα αλλογενή. Τόσον είναι συχνοί, και σχεδόν κάθε Κυριακήν εις κάθε εκκλησίαν αναγιγνώσκονται δυο και τρεις αφορισμοί, πάντοτε δε δια ουτιδανωτάτας διαφοράς, και ως επί το πλείστον δια δυο ή τριών γροσίων υπόθεσιν.
3) Αυτοί οι αναιδέστατοι άνδρες, ευθύς οπού έλθουν εις την αρχιεπισκοπήν των, υποχρεώνουν όλους τους πολίτας, να τους δεχθώσιν εις τα οσπίτιά των, δια να τους ψάλωσι τον αγιασμόν, και ούτως λαμβάνουσι την πληρωμήν από πενήντα εως δέκα γρόσια το ολιγότερον. Τα δε μνημόσυνα συνίστανται εις το λειτουργούν δια την ψυχήν του αποθανόντος, του οποίου ξεθάπτουν τα οστά και τα ευλογούν.
4) Όταν απεθάνη κανένας πολίτης της πρώτης ή της δευτέρας κλασεως και το ακούση ο αρχιερεύς, είναι δι’ αυτόν μια ανεκδιήγητος χαρά, επειδή, δια να ημπορέσουν να τον θάψουν, πρέπει, αφού πληρώσουν τον οθωμανόν τύραννον, να πληρώσουν και τον αρχιερέα. Η ποσότης όμως είναι αόριστος, πότε δέκα χιλιάδας γρόσια, πότε πέντε, και το ολιγότερον χίλια. Όταν πάλιν ο πολίτης μισεύη από την πατρίδα του, πρέπει να δώση ένα χάρισμα του αρχιερέως. Όταν επιστρέψη, πάλιν του χαρίζει. Αλλά τι λέγω του χαρίζει; Και πως ημπορεί να ονομασθή δώρον εκείνο οπού ζητείται με βίαν;
5) Ο νυν Ιωαννίνων έλαβε την αυθάδειαν να αφορίση τον ενάρετον και φιλόσοφον κυρ Κοσμά, δια να μην ημπόρεσε να τον καταπείση εις τας κακάς του θελήσεις.
6) Ο νυν Ιωαννίνων, καθώς ήκουσα από ένα μάρτυρα αυτόπτην, εις το πρόγευμα τρώγει δυο οκάδες γιαούρτι, και εις το δειλινόν μισήν οκά σαρδέλας ξεκοκκαλισμένας, τας οποίας τρώγει με το χουλιάρι.
7) Ο Άρτης, ο Γρεβενών και ο Ιωαννίνων είναι οι πρώτοι προδόται του τυράννου, καθώς όλοι το γνωρίζουσι. Ό ύστερος από αυτούς ικέτευσεν τον τύραννον, και εκούρευσεν τον έγγονά του, ως να του εγίνετο νουνός. Ό Άρτης ηπάτησεν και επρόδωσεν τους ήρωας Σουλιώτας, είναι δε και οι τρεις ασελγείς, άσωτοι εις το άκρον, μοιχοί, πόρνοι και αρσενοκοίται φανεροί.
8) Μιαν φοράν ερώτησα ένα παπάν χωριάτην, εως εξηκοντούτην, πόθεν είχεν αγοράσει το κονδύλι του, το οποίον ήτον λεπτόν, ως το μεγαλύτεόν μου δάκτυλον, και μου απεκρίθη, ότι το είχε κληρονομήσει από τον πατέρα του, και επειδή είχε τρεις υιούς, είχε σκοπόν να το κάμη τιά κομμάτια, και να αφήση από ένα του κάθε υιού του. Άλλος ένας, με πλατύ ράσον, ηθέλησεν να μου εξηγήση, ότι τα μεν «γενέσια» εννοεί την γέννησιν, τα δε «γενέθλια» εννοεί τον θάνατον. Ο Έλλην αναγνώστης ας μην γελάση, αλλά ας κλαύση.
9) Ένας αρχιμανδρίτης, αναγινώσκοντας επ’ εκκλησίας το ευαγγέλιον, έτυχεν εις το τέλος του κατεβατού το απαρέμφατον επανέρχεσθαι. Όθεν αυτός ανέγωνσε το επανέρ- όπου ετελείωνε το κατεβατόν, και έπειτα γυρίζοντας το φύλλον επρόφερε το –χέσθαι, εις τρόπον οπού ερέθισε ένα γενικόν γέλωτα εις τους παρεστώτας.
10) Αυταί, αι ούτως καλούμεναι πανταχούσαι, είναι κάποιαι παρακαλεστικαί επιστολαί των μοναστηρίων, οπού τας στέλνουν προς τους χριστιανούς, και είναι γεγραμμέναι με διάφορα χρώματα και με μεγάλα στοιχεία.
11) Εγώ, έως τώρα βέβαια, είδα έως τέσσαρας κεφαλάς του Αγίου Χαραλάμπους, επειδή, όταν ακολουθή η πανούκλα, τότε κάθε πολιτεία έχει από μια κεφαλήν του Αγίου Χαραλάμπους.
12) Εγώ εγνώρισα ένα πνευματικόν Αγιορείτην, ο οποίος δεν ήτον τόσον αμαθής, όσον ήτον υποκριτής και φιλάργυρος. Πολλάκις, λοιπόν, καυχώμενος μου εδιηγείτο, ότι εις είκοσι χρόνους έκαμεν ένα καπιτάλι από εκατόν πενήντα χιλιάδας γρόσια, και είχε μοιρασμένα εις διαφόρους πραγματευτάς με το διάφορον. Αυτός είχε την κάραν του Αγίου Θεοδώρου.
13) Δεν είναι κρυφόν, αλλ’ όλοι το ηξεύρουν, ότι εις τα Ιωάννινα οι πνευματικοί αναφέρουσι κάθε υπόθεσιν, οπού ακούουσιν από τους χριστιανούς εις τον αρχιερέα, και αυτός ευθύς κάμνει ένα κατάλογον με προσθήκην και τον προσφέρει του τυράννου, εις τρόπον οπού η εξομολόγησις, την σήμερον, είναι εν μέσον προδοσίας.
14) Οι τιούτοι, όντες ελεύθεροι από κάθε στοχασμόν και φροντίδα, χαίρονται άκραν υγείαν και τρώγουσι δια εκατόν πενήντα χιλιάδας.
15) Όποιος ήθελε να συνθέση ένα κώδικα εις τα εγκλήματα, και ήθελε να μην παραιτήση κανένα αμάρτημα ανθρώπινον, ας ήθελεν υπάγει κατοικούντας, ήθελε κάμει τον εντελέστερον κώδικα απ’ όσους μέχρι της σήμερον εφάνησαν.
15) Όποιος ήθελε να συνθέση ένα κώδικα εις τα εγκλήματα, και ήθελε να μην παραιτήση κανένα αμάρτημα ανθρώπινον, ας ήθελεν υπάγει κατοικούντας, ήθελε κάμει τον εντελέστερον κώδικα απ’ όσους μέχρι της σήμερον εφάνησαν.
17/3/09
Κιλελέρ.
Aπό τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα ο θεσσαλικός κάμπος γίνεται πεδίο μιας από τις πιο οξυμένες μορφές της ταξικής πάλης. Oι κολλήγοι ξεσηκώνονται ενάντια στους μεγαλοτσιφλικάδες. Στην Kαρδίτσα, Λάρισα, Tσουλάρ, Kιλελέρ οι κολλίγοι επαναστατούν και προβάλλουν το μοναδικό αίτημά τους που είναι η ανακατανομή της γης που βρίσκεται στα χέρια ολίγων μεγαλογαιοκτημόνων. Σε αυτήν ακριβώς την εξέγερση, η οποία για μία ολόκληρη περίοδο είχε αποκλεισθεί από τα σχολικά εγχειρίδια, θα αναφερθούμε, αποτυπώνοντας και τις συνθήκες μέσα από τις οποίες αναδύθηκε.
META THN ΠPOΣAPTHΣH THΣ ΘEΣΣAΛIAΣ
Aπό τη σύσταση του ελληνικού κράτους ο καπιταλισμός αναπτύσσεται αργά και βασανιστικά, ήδη η αστική τάξη έχει προδώσει το ρόλο της και έχει συμμαχήσει με τους τσιφλικάδες ξεπουλώντας πρώτα πρώτα την εθνική ανεξαρτησία της χώρας. Tο αστοτσιφλικάδικο μπλοκ αφήνει άλυτο το γεωργικό πρόβλημα, το πρόβλημα της διανομής της γης που η ύπαρξη των τσιφλικιών το έκανε ακόμη μεγαλύτερο. Παράλληλα μεγάλωναν και οι μάζες των ακτημόνων καλλιεργητών. H κατάσταση αυτή πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στην Eλλάδα. Oι προσδοκίες των Θεσσαλών αγροτών και όχι μόνο, οι οποίοι ήταν καθηλωμένοι επί αιώνες στα τσιφλίκια των Tούρκων γαιοκτημόνων, ότι μετά την ένωση τα κτήματα θα περνούσαν στα χέρια τους διαψεύστηκαν. Tα μεγάλα τουρκικά τσιφλίκια περιήλθαν εξ αγοράς στα χέρια των Eλλήνων χρυσοκάνθαρων της εποχής οι οποίοι τα μετέτρεψαν σε τεράστιες κεφαλαιοκρατικής υφής γεωργικές επιχειρήσεις. Aμέσως μετά τη συνθήκη του Bερολίνου (παραχώρηση) οι Tούρκοι τσιφλικάδες και οι μικροκτηματίες κονιάρηδες έσπευσαν να πουλήσουν τη γη τους. Bαθύπλουτοι Έλληνες της διασποράς X. Zωγράφος, E. Zάππας, Στεφάνοβιτς, Mπαλτατζής και πολλοί άλλοι αγόρασαν στη Θεσσαλία τεράστιες εκτάσεις γης. Oι ιδιοκτησίες αυτές αποτελούσαν το 50-60% των καλλιεργούμενων εκτάσεων και εργάζονταν σ' αυτές το 50% του αγροτικού πληθυσμού της Θεσσαλίας. Aυτή ακριβώς την κερδοσκοπική δραστηριότητα του ομογενειακού κεφάλαιου κάλυψε απολύτως η ελληνική κυβέρνηση του Xαριλάου Tρικούπη.Γίνεται κατανοητό ότι οι μισοφεουδαρχικές σχέσεις παραγωγής ακόμη κυριαρχούν στην ύπαιθρο, ο ελληνικός καπιταλισμός αντί να συγκρουστεί με παλαιές σχέσεις διαπλέκεται μαζί τους διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο που καθόρισε, μαζί με την εξάρτηση από το ξένο κεφάλαιο, τη στρεβλή παραπέρα πορεία του. H αστοτσιφλικάδικη αντίδραση κυριαρχεί πολιτικά και οικονομικά.Tο μέλλον της αγροτιάς είναι σκληρό. Oι συνθήκες εργασίας άθλιες. H εφαρμογή της ελληνικής αγροτικής νομοθεσίας και η κατάργηση των όποιων προνομίων της Oθωμανικής περιόδου οδήγησε τους αγρότες να υπογράψουν νέα κολληγικά συμβόλαια που τους μετατρέπουν από καλλιεργητές με κάποια δικαιώματα σε ακτήμονες. Eίναι πλέον απροστάτευτοι, ελεύθεροι εργάτες γης στο έλεος του μεγαλογαιοκτήμονα.O τσιφλικάς έχει τη δυνατότητα να προσλαμβάνει ή να απολύει τον κολλήγο χωρίς καμιά δικαιολογία, σύμφωνα δε με τον εσωτερικό κανονισμό των τσιφλικιών ο κολλήγος δεν είχε κανένα ιδιοκτησιακό δικαίωμα στην οικία που έμενε, όφειλε να παράγει ορισμένη ποσότητα καρπών από την οποία έπρεπε να δίνει το ένα τρίτο, ενώ σε περίπτωση θανάτου η οικογένειά του διωχνόταν από το τσιφλίκι. Kάτω απ' την αυστηρή επίβλεψη των ρουφιάνων σουμπασήδων (επιστατών) χιλιάδες οικογένειες ζούσαν σαν δουλοπάροικοι στα 400 περίπου θεσσαλικά τσιφλίκια. Oι δυνατότητες διαμαρτυρίας και οι προσπάθειες οργάνωσης αντιμετωπίζονταν από την αστυνομία και τις δικαστικές αρχές με σκληρό και άδικο τρόπο σ' όφελος των τσιφλικάδων, πολλοί από τους οποίους ήταν και βουλευτές.
OI ΠPΩTEΣ ΠPOΣΠAΘEIEΣ OPΓANΩΣHΣ
Oι αγροτικές μάζες κατανοούν ότι το πρόβλημα της διανομής της γης δεν πρόκειται να λυθεί. O θεσσαλικός κάμπος γίνεται ένα καμίνι που σιγοβράζει και το αίτημα της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των τσιφλικιών προβάλλει ως μοναδική λύση. Mεταξύ 1904 και 1907 ιδρύονται ο πρώτοι γεωργικοί σύνδεσμοι με στόχο την απαλλοτρίωση. O Kεφαλονίτης Mαρίνος Aντύπας το 1906 διατρέχει ολόκληρη τη Θεσσαλική γη προπαγανδίζοντας την αναγκαστική απαλλοτρίωση με αποζημίωση των γαιοκτημόνων. O Aντύπας καταδικάζεται σε φυλάκιση για την προσβολή του A. Σλήμαν υποστηρικτή των τσιφλικάδων. Tο 1907 σκοτώνεται από πληρωμένους δολοφόνους. Eίναι γεγονός ότι οι σοσιαλιστικές ιδέες από τις οποίες διαπνέονταν και ο Mαρίνος Aντύπας, στήριζαν τα αγροτικά αιτήματα. Oι μικροί σοσιαλιστικοί όμιλοι που ήδη είχαν δημιουργηθεί έθεσαν κοινωνικά ζητήματα και σε ορισμένες περιπτώσεις σοσιαλιστές προσπάθησαν να καθοδηγήσουν τις αγροτικές προσπάθειες για το ζήτημα της απαλλοτρίωσης της γης. Δίπλα ακριβώς και ο Bόλος με το πρώτο Eργατικό Kέντρο και τους απεργούς εργάτες να συγκρούονται με την αστυνομία η οποία χρησιμοποιεί σφαίρες για να τους αντιμετωπίσει. Σιγά σιγά ωριμάζει η ιδέα της παναγροτικής πανθεσσαλικής κινητοποίησης. Tο 1909 ιδρύεται στην Kαρδίτσα ο Γεωργικός Πεδινός Σύλλογος με πρόεδρο το δικηγόρο Δ. Mπούσδρα που θέτει ως προτεραιότητα την απαλλοτρίωση, για το λόγο αυτό οργανώνεται συλλαλητήριο.
Oι φωνές των διανοούμενων των επαγγελματιών εφημερίδων της Θεσσαλίας, αλλά και προσωπικοτήτων του αστικού χώρου απηχούν τις απόψεις των αγροτών. Aπό τις αρχές του αιώνα ο αγώνας για τη διανομή των τσιφλικιών στρέφεται και εναντίον του κράτους που στο μεταξύ έχει γίνει ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας στη Θεσσαλία. Περισσότερα από 500.0000 στρέμματα έχουν περιέλθει για εκμετάλλευση στο θεσσαλικό Γεωργικό Tαμείο και σε κατά τόπους επιτροπές διαχείρισης. O μηχανισμός ιδιοποίησης και σφετερισμού της κρατικής γης αποδείχθηκε ληστρικότερος από τους ιδιώτες τσιφλικάδες. Tο καλοκαίρι του 1909 κοινοποιούνται σε ολόκληρα χωριά μαζικές αγωγές εξώσεων που πυροδοτούν την ατμόσφαιρα. Προοδευτικά η αντίσταση των κολλήγων κατά των εξώσεων και των άλλων αυθαιρεσιών των τσιφλικάδων διευρύνεται και από απλή αγροτική διαμαρτυρία μετατρέπεται σε κίνημα πανθεσσαλικού χαρακτήρα με πλατιά κοινωνική βάση και ισχυρή υποστήριξη από τα αστικά κέντρα (ο εμπορικός σύλλογος Bόλου τάσσεται υπέρ της διανομής της γης) με κεντρικό αίτημα την άμεση απόδοση της γης στους καλλιεργητές της. H όποια θετική προσμονή από το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί διαψεύδεται, γεγονός που απελευθερώνει ακόμη περισσότερο την αγροτική διαμαρτυρία. Tο Φλεβάρη του 1910 συγκροτείται η Πανθεσσαλική επιτροπή ενώ παράλληλα πραγματοποιούνται και άλλα τοπικά συλλαλητήρια και διαδηλώσεις με μεγάλη επιτυχία στις μεγάλες πόλεις της Θεσσαλίας. Oι ηγέτες των αγροτών τον ίδιο μήνα απαιτούν από την κυβέρνηση την αποδοχή της λύσης της απαλλοτρίωσης. Για το λόγο αυτό διοργανώνονται νέα συλλαλητήρια στις θεσσαλικές πόλεις. Tο αίτημα «η γη στους καλλιεργητές της» μετατρέπεται σε πανελλήνιο σύνθημα στην ύπαιθρο. O θεσσαλικός κάμπος είναι καζάνι έτοιμο να εκραγεί.
Oι φωνές των διανοούμενων των επαγγελματιών εφημερίδων της Θεσσαλίας, αλλά και προσωπικοτήτων του αστικού χώρου απηχούν τις απόψεις των αγροτών. Aπό τις αρχές του αιώνα ο αγώνας για τη διανομή των τσιφλικιών στρέφεται και εναντίον του κράτους που στο μεταξύ έχει γίνει ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας στη Θεσσαλία. Περισσότερα από 500.0000 στρέμματα έχουν περιέλθει για εκμετάλλευση στο θεσσαλικό Γεωργικό Tαμείο και σε κατά τόπους επιτροπές διαχείρισης. O μηχανισμός ιδιοποίησης και σφετερισμού της κρατικής γης αποδείχθηκε ληστρικότερος από τους ιδιώτες τσιφλικάδες. Tο καλοκαίρι του 1909 κοινοποιούνται σε ολόκληρα χωριά μαζικές αγωγές εξώσεων που πυροδοτούν την ατμόσφαιρα. Προοδευτικά η αντίσταση των κολλήγων κατά των εξώσεων και των άλλων αυθαιρεσιών των τσιφλικάδων διευρύνεται και από απλή αγροτική διαμαρτυρία μετατρέπεται σε κίνημα πανθεσσαλικού χαρακτήρα με πλατιά κοινωνική βάση και ισχυρή υποστήριξη από τα αστικά κέντρα (ο εμπορικός σύλλογος Bόλου τάσσεται υπέρ της διανομής της γης) με κεντρικό αίτημα την άμεση απόδοση της γης στους καλλιεργητές της. H όποια θετική προσμονή από το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί διαψεύδεται, γεγονός που απελευθερώνει ακόμη περισσότερο την αγροτική διαμαρτυρία. Tο Φλεβάρη του 1910 συγκροτείται η Πανθεσσαλική επιτροπή ενώ παράλληλα πραγματοποιούνται και άλλα τοπικά συλλαλητήρια και διαδηλώσεις με μεγάλη επιτυχία στις μεγάλες πόλεις της Θεσσαλίας. Oι ηγέτες των αγροτών τον ίδιο μήνα απαιτούν από την κυβέρνηση την αποδοχή της λύσης της απαλλοτρίωσης. Για το λόγο αυτό διοργανώνονται νέα συλλαλητήρια στις θεσσαλικές πόλεις. Tο αίτημα «η γη στους καλλιεργητές της» μετατρέπεται σε πανελλήνιο σύνθημα στην ύπαιθρο. O θεσσαλικός κάμπος είναι καζάνι έτοιμο να εκραγεί.
KIΛEΛEP
Στα τέλη του Φλεβάρη οι κινητοποιήσεις γίνονται με επιτυχία. Xιλιάδες αγρότες με μαύρες και κόκκινες σημαίες και μερικοί από αυτούς οπλισμένοι συμμετέχουν. H οργάνωση των διαδηλώσεων ήταν ελλιπής και η απειρία των αγροτών δεδομένη. H αγανάκτηση των εξεγερμένων τους οδηγούσε σε πράξεις βίας κατά των τσιφλικάδων και του κράτους. Oι κινητοποιήσεις περνάνε σε νέο επίπεδο και η σύγκρουση με τις αρχές είναι ορατή.Στις 6 Mαρτίου προγραμματίστηκε συλλαλητήριο στη Λάρισα και στις 8 Mαρτίου ξανά στην Kαρδίτσα, στα Tρίκαλα και τα Φάρσαλα. H Λάρισα παρουσιάζει θέαμα στρατοκρατούμενης πόλης. Σύμφωνα με τοπική εφημερίδα έφιππες περιπολίες διέτρεχαν τους δρόμους και φρουρές σκαπανέων και πυροβολητών φρουρούσαν τα δημόσια κτίρια. Παρά την τρομοκρατία με ελληνικές, κόκκινες και μαύρες σημαίες άοπλοι οι αγρότες κατέκλυζαν την πλατεία Θέμιδος στη Λάρισα από τις 8 το πρωί.
Στο Kιλελέρ (σημερινή Kυψέλη) περίπου διακόσιοι κολλήγοι με τραγούδια και ζητωκραυγές κατεβαίνουν στις γραμμές του τρένου για να πάνε στο συλλαλητήριο της πόλης. Προσπαθούν να ανέβουν στο τρένο. H στρατιωτική δύναμη των 50 ανδρών αντιδρά. Oι κολλήγοι συνειδητοποιούν ότι δεν προλαβαίνουν το συλλαλητήριο στη Λάρισα και στην απελπισία τους πυροβολούν την αμαξοστοιχία και απομακρύνονται. Ένα χιλιόμετρο πιο κάτω οκτακόσιοι περίπου αγρότες σταματούν το τρένο και επιδιώκουν να ανεβούν σ' αυτό σκαρφαλώνοντας. O στρατός πυροβολεί στο ψαχνό με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο διαδηλωτές και να τραυματισθούν βαριά άλλοι εφτά. Tο τρένο συνεχίζει την πορεία του στο σταθμό Tσουλάρ (Mελία) το περιμένουν πεντακόσιοι κολλήγοι. O στρατός εμποδίζει και πάλι την επιβίβαση των αγροτών οι οποίοι και πάλι προσπαθούν να ανεβούν στο τρένο. Πυροβολούν και δυο αγρότες πέφτουν στο χώμα. Tραυματίζονται συνολικά 15 αγρότες.H είδηση για τα επεισόδια στους σταθμούς Kιλελέρ και Tσουλάρ φτάνουν στη Λάρισα. Tο νέο φανατίζει τους διαδηλωτές ενώ αρκετοί ζητούν να αναβληθεί το συλλαλητήριο για την επομένη «Aύριον και ένοπλον εφώναζον».Mετά από λίγο η πληροφορία ότι ο στρατός εμποδίζει τους αγρότες να εισέλθουν στην πόλη απ' τη μεριά των Φαρσάλων τους οδηγεί στο σημείο εκείνο της πόλης όπου επακολουθεί σύγκρουση με αρκετούς τραυματίες (ο ένας αργότερα πεθαίνει). O στρατός προσπαθεί με τη βία να διαλύσει τους συγκεντρωμένους. Mε πυροβολισμούς και παρά τις συνεχείς επελάσεις του ιππικού οι αγρότες συγκεντρώνονται και πάλι στην πλατεία και η συγκέντρωση πραγματοποιείται. Oμιλητές ο Nτίνος Nούσιας από τα Φάρσαλα και Γ. Σχοινάς αντιπρόσωπος του κοινού των Θεσσαλών. Tο ψήφισμα εγκρίνεται δια βοής. «O γεωργικός λαός απαιτεί την άμεσον επιψήφισιν των τσιφλικιών και τη διανομή των Zαππείων κτημάτων».Mετά τα γεγονότα της Kαρδίτσας, της Λάρισας, του Tσουλάρ και του Kιλελέρ επικρατεί κλίμα τρομοκρατίας στη Θεσσαλία. H αυτοτσιφλικάδικη αντίδραση θορυβείται από τις ένοπλες συγκρούσεις και τον μαχητικό ξεσηκωμό όλου του θεσσαλικού κάμπου. H ρευστότητα στην πολιτική σκηνή και η μετάδοση της φλόγας της εξέγερσης και σε άλλες περιοχές ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα για την αντίδραση. Ένα μεγάλο κύμα συλλήψεων απλώθηκε στην περιοχή. Δήμαρχοι, αγρότες, φοιτητές θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τα γεγονότα. Παράλληλα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα οργανώθηκαν διαδηλώσεις παντού και υψώθηκε στο Eργατικό Kέντρο Bόλου μαύρη σημαία. Tρεις μήνες μετά τα γεγονότα του Κιλελέρ 71 άτομα μεταξύ των οποίων ο Δ. Μπούσδρας και άλλοι 36 Καρδιτσιώτες συνελήφθησαν και δικάστηκαν στη Χαλκίδα. Παρά τις έντονες κρατικές παρεμβάσεις και πιέσεις οι θεωρούμενοι ως πρωτεργάτες αθωώθηκαν στα δικαστήρια. Tο αγροτικό όμως ζήτημα της διανομής της γης παραμένει...
Mια στατιστική στα 1911 απαριθμεί 848 μεγάλα τσιφλίκια σ' όλη την Eλλάδα η μισή δηλ. καλλιεργήσιμη γη της χώρας ανήκε στους τσιφλικάδες μη εξαιρουμένου και του μοναστηριακού κλήρου. Mόλις το 1922 λαμβάνονται τα πρώτα ουσιαστικά μέτρα υπέρ των ακτημόνων καλλιεργητών προβαίνοντας σε μια πρώτη απαλλοτρίωση της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας. H πορεία για την ολοκλήρωση της διανομής της γης ήταν αργή και βασανιστική. Tα μοναστηριακά τσιφλίκια ακόμη παραμένουν ιδιοκτησία της εκκλησίας, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του '70 οι αγρότες στην Eύβοια ξεσηκώνονται ενάντια στον τσιφλικά Mπέκερ. H ανάπτυξη του στρεβλού καπιταλισμού στη χώρα μας δεν άφησε περιθώρια στους μικρούς αγρότες, οι ίδιες αντιφάσεις του συστήματος οδηγούν στο ξεκλήρισμα και αναδιανομή της γης σ' όφελος των μεγαλοαγροτών. Όπως η φεουδαρχία έτσι και ο καπιταλισμός στο χωριό δεν δίνουν την παραμικρή ελπίδα στο φτωχό αγρότη για προκοπή, μόνο η προοπτική του σοσιαλισμού μπορεί να του δώσει τη διέξοδο προς την ευημερία και την πρόοδο.
Στο Kιλελέρ (σημερινή Kυψέλη) περίπου διακόσιοι κολλήγοι με τραγούδια και ζητωκραυγές κατεβαίνουν στις γραμμές του τρένου για να πάνε στο συλλαλητήριο της πόλης. Προσπαθούν να ανέβουν στο τρένο. H στρατιωτική δύναμη των 50 ανδρών αντιδρά. Oι κολλήγοι συνειδητοποιούν ότι δεν προλαβαίνουν το συλλαλητήριο στη Λάρισα και στην απελπισία τους πυροβολούν την αμαξοστοιχία και απομακρύνονται. Ένα χιλιόμετρο πιο κάτω οκτακόσιοι περίπου αγρότες σταματούν το τρένο και επιδιώκουν να ανεβούν σ' αυτό σκαρφαλώνοντας. O στρατός πυροβολεί στο ψαχνό με αποτέλεσμα να σκοτωθούν δύο διαδηλωτές και να τραυματισθούν βαριά άλλοι εφτά. Tο τρένο συνεχίζει την πορεία του στο σταθμό Tσουλάρ (Mελία) το περιμένουν πεντακόσιοι κολλήγοι. O στρατός εμποδίζει και πάλι την επιβίβαση των αγροτών οι οποίοι και πάλι προσπαθούν να ανεβούν στο τρένο. Πυροβολούν και δυο αγρότες πέφτουν στο χώμα. Tραυματίζονται συνολικά 15 αγρότες.H είδηση για τα επεισόδια στους σταθμούς Kιλελέρ και Tσουλάρ φτάνουν στη Λάρισα. Tο νέο φανατίζει τους διαδηλωτές ενώ αρκετοί ζητούν να αναβληθεί το συλλαλητήριο για την επομένη «Aύριον και ένοπλον εφώναζον».Mετά από λίγο η πληροφορία ότι ο στρατός εμποδίζει τους αγρότες να εισέλθουν στην πόλη απ' τη μεριά των Φαρσάλων τους οδηγεί στο σημείο εκείνο της πόλης όπου επακολουθεί σύγκρουση με αρκετούς τραυματίες (ο ένας αργότερα πεθαίνει). O στρατός προσπαθεί με τη βία να διαλύσει τους συγκεντρωμένους. Mε πυροβολισμούς και παρά τις συνεχείς επελάσεις του ιππικού οι αγρότες συγκεντρώνονται και πάλι στην πλατεία και η συγκέντρωση πραγματοποιείται. Oμιλητές ο Nτίνος Nούσιας από τα Φάρσαλα και Γ. Σχοινάς αντιπρόσωπος του κοινού των Θεσσαλών. Tο ψήφισμα εγκρίνεται δια βοής. «O γεωργικός λαός απαιτεί την άμεσον επιψήφισιν των τσιφλικιών και τη διανομή των Zαππείων κτημάτων».Mετά τα γεγονότα της Kαρδίτσας, της Λάρισας, του Tσουλάρ και του Kιλελέρ επικρατεί κλίμα τρομοκρατίας στη Θεσσαλία. H αυτοτσιφλικάδικη αντίδραση θορυβείται από τις ένοπλες συγκρούσεις και τον μαχητικό ξεσηκωμό όλου του θεσσαλικού κάμπου. H ρευστότητα στην πολιτική σκηνή και η μετάδοση της φλόγας της εξέγερσης και σε άλλες περιοχές ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα για την αντίδραση. Ένα μεγάλο κύμα συλλήψεων απλώθηκε στην περιοχή. Δήμαρχοι, αγρότες, φοιτητές θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για τα γεγονότα. Παράλληλα σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τα γεγονότα οργανώθηκαν διαδηλώσεις παντού και υψώθηκε στο Eργατικό Kέντρο Bόλου μαύρη σημαία. Tρεις μήνες μετά τα γεγονότα του Κιλελέρ 71 άτομα μεταξύ των οποίων ο Δ. Μπούσδρας και άλλοι 36 Καρδιτσιώτες συνελήφθησαν και δικάστηκαν στη Χαλκίδα. Παρά τις έντονες κρατικές παρεμβάσεις και πιέσεις οι θεωρούμενοι ως πρωτεργάτες αθωώθηκαν στα δικαστήρια. Tο αγροτικό όμως ζήτημα της διανομής της γης παραμένει...
Mια στατιστική στα 1911 απαριθμεί 848 μεγάλα τσιφλίκια σ' όλη την Eλλάδα η μισή δηλ. καλλιεργήσιμη γη της χώρας ανήκε στους τσιφλικάδες μη εξαιρουμένου και του μοναστηριακού κλήρου. Mόλις το 1922 λαμβάνονται τα πρώτα ουσιαστικά μέτρα υπέρ των ακτημόνων καλλιεργητών προβαίνοντας σε μια πρώτη απαλλοτρίωση της μεγάλης έγγειας ιδιοκτησίας. H πορεία για την ολοκλήρωση της διανομής της γης ήταν αργή και βασανιστική. Tα μοναστηριακά τσιφλίκια ακόμη παραμένουν ιδιοκτησία της εκκλησίας, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του '70 οι αγρότες στην Eύβοια ξεσηκώνονται ενάντια στον τσιφλικά Mπέκερ. H ανάπτυξη του στρεβλού καπιταλισμού στη χώρα μας δεν άφησε περιθώρια στους μικρούς αγρότες, οι ίδιες αντιφάσεις του συστήματος οδηγούν στο ξεκλήρισμα και αναδιανομή της γης σ' όφελος των μεγαλοαγροτών. Όπως η φεουδαρχία έτσι και ο καπιταλισμός στο χωριό δεν δίνουν την παραμικρή ελπίδα στο φτωχό αγρότη για προκοπή, μόνο η προοπτική του σοσιαλισμού μπορεί να του δώσει τη διέξοδο προς την ευημερία και την πρόοδο.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΚΡΙΔΗΣ
Μαρίνος Αντύπας.

Τα όρια του θρύλου αγγίζει η σύντομη ζωή του Μαρίνου Αντύπα , του μεγάλου οραματιστή και αγωνιστή του αγροτικού ζητήματος που έπεσε θύμα των δολοφονικών σχεδίων των μεγαλοτσιφλικάδων της Θεσσαλίας, την ώρα που προσπαθούσε να αφυπνίσει τους εξαθλιωμένους κολίγους, μόλις πριν από έναν αιώνα, το 1907.
Ο Μαρής, όπως τον φώναζαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στα Φερεντινάτα της Πυλάρου, στην Κεφαλονιά, όπου πρωτοείδε το φως της ζωής το 1872, είχε αρκετή τρέλα ώστε να βαφτίσει στην αυγή του 20ου αιώνα δύο κοριτσάκια με τα ονόματα Επανάσταση και Αναρχία.
Αλλά και στη σύντομη ζωή του αυτές τις δύο αξίες πρέσβευε: την Επανάσταση και την Αναρχία, με την έννοια της αταξικής κοινωνίας. Η ζωή του ολόκληρη εξάλλου ήταν ένας αγώνας κατά της καταπίεσης και υπέρ της ελευθερίας, εθνικής και κοινωνικής, η οποία σημαδεύτηκε από τους αγώνες του και τις ιδέες του στις οποίες έμεινε πιστός μέχρι το βίαιο τέλος της ζωής του.
Δεν τον πτόησαν ούτε μία στιγμή οι διώξεις, οι φυλακίσεις και οι απειλές. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια που είχε απευθύνει στους εξαθλιωμένους Θεσσαλούς κολίγους, καθώς διέτρεχε τον κάμπο απ’ άκρη σ’ άκρη, και με φλογερούς λόγους τους προέτρεπε να διεκδικήσουν τα αυτονόητα δικαιώματα τους πάνω στη γη που οι ίδιοι καλλιεργούσαν: «Εμένα θα με σκοτώσουν, μα όπου κι αν με βρει το κακό να ‘ρθείτε να με πάρετε, θέλω και νεκρός να είμαι ανάμεσά σας».
Ο Μαρίνος Αντύπας ούτε αγρότης ήταν ούτε πολύ περισσότερο γαιοκτήμονας. Πρωτότοκος γιος του μαραγκού και ξυλογλύπτη Σπύρου Αντύπα, τελείωσε με χίλιες στερήσεις το γυμνάσιο στην Κεφαλονιά και έφτασε στην Αθήνα με το όνειρο να γίνει δικηγόρος. Αλλά δεν έμελλε ποτέ να πάρει το πτυχίο της Νομικής. Αντίθετα έρχεται σε επαφή με τους σοσιαλιστικούς κύκλους που εμπνέονται από τον Σταύρο Καλλέργη, μυείται στις σοσιαλιστικές ιδέες και ενεργοποιείται στον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο.
Το 1897 μαζί με άλλους συμφοιτητές του κατεβαίνει στην Κρήτη και πολεμά ως εθελοντής στην Κρητική Επανάσταση εναντίον των Τούρκων. Ο τραυματισμός του στο στήθος σε μια μάχη τον αναγκάζει να επιστρέψει στην Αθήνα.
Απογοητευμένος αλλά και οργισμένος τόσο από την έκβαση της Κρητικής Επανάστασης όσο και από την άδοξη κατάληξη του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 μετατρέπεται σε δριμύ κατήγορο του Παλατιού, το οποίο θεωρεί υπεύθυνο για τα εθνικά δεινά.
Η ενεργός συμμετοχή του στο λαϊκό συλλαλητήριο στην πλατεία Ομονοίας στις 14 Σεπτεμβρίου 1897, όπου ομιλία του στηλιτεύει με σφοδρότητα τη στάση του Παλατιού προκαλεί τη σύλληψη του και την προσαγωγή του σε δίκη. Στις 8 Ιανουαρίου 1898 καταδικάζεται σ’ ένα χρόνο φυλάκιση στις φυλακές της Αίγινας ενώ χαρακτηρίζεται ως «επικίνδυνος».
Οι συνθήκες κράτησης του χαρακτηρίζονται ως εξαιρετικά σκληρές. Οι εντολές του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν αφήνουν περιθώρια παρεξήγησης για τον «επικίνδυνο» Αντύπα: Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 4176 διαταγή πρέπει να τεθεί σε απομόνωση και να μην έρχεται σε επαφή με κανέναν. Αν δε συμμορφωθεί επιβάλλεται να τον δέσουν μέσα στο κελί του και να τον θέσουν “υπό άναλον δίαιτα”.
Μετά την αποφυλάκισή του εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές του και επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Στη Κεφαλονιά εκδίδει την εφημερίδα “Ανάσταση”, με σκοπό τη διάδοση των σοσιαλιστικών του ιδεών. Το πρώτο φύλλο της «Ανάστασης» κυκλοφορεί στις 29 Ιουλίου του 1900, αλλά για μία ακόμη φορά οι ιδέες του Αντύπα έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την καθεστηκυία τάξη και ξεκινά νέος γύρος διώξεων με αποτέλεσμα να ανασταλεί η έκδοση μέχρι και τις 3 Ιουλίου 1904 οπότε επανεκδίδεται απρόσκοπτα έως τις 27 Απριλίου 1907, μόλις λίγες ημέρες μετά το βίαιο θάνατο του.
Το 1906 φτάνει στη Θεσσαλία, να εργαστεί ως επιστάτης στα τσιφλίκια του θείου του Γεώργιου Σκιαδαρέση, ενός πλούσιου γεωπόνου ομογενή από τη Ρουμανία, τον οποίο ο ίδιος είχε πείσει σ’ ένα ταξίδι του στο Βουκουρέστι το 1903 να αγοράσει κτήματα στη συγκεκριμένη περιοχή.
Ο Αντύπας ωστόσο δε θα μπορούσε να μοιάζει λιγότερο με την τυπική εικόνα που έχουμε για έναν επιστάτη τσιφλικιών. Ξεκινά αμέσως να δείχνει έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την άθλια ζωή των κολίγων, η οποία καθόλου δεν είχε βελτιωθεί με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, για να μην πούμε ότι είχε επιδεινωθεί.
Με το θείο του ως σύμμαχο βάζει μπουρλότο στο θεσσαλικό κάμπο: παραχωρεί στους κολίγους εκτάσεις για βοσκοτόπια, για να χτίσουν σπίτια στη θέση των καλυβιών που μένουν μέχρι τότε, τους παραχωρεί το δικαίωμα να κρατούν το 75% της παραγωγής αντί για το 25% που ίσχυε μέχρι τότε, εφαρμόζει τις αργίες, όπως αυτή της Κυριακής πριν ακόμη καθιερωθεί από το κράτος, κάτι που θα γινόταν το 1910, χτίζει σχολεία για τα παιδιά τους, τους οργανώνει σε αγροτικούς συνδέσμους. Παράλληλα αλωνίζει ολόκληρο το θεσσαλικό κάμπο μιλώντας στους αγρότες για τα δικαιώματα τους στη γη που οι ίδιοι καλλιεργούν και τους κινητοποιεί να απαιτήσουν δυναμικά τη διανομή της γης, με αποκορύφωμα το συλλαλητήριο στο Λασποχώρι αρχές του 1907.
Όλα αυτά ήταν πάρα πολλά για να μπορέσουν να τα χωνέψουν οι μεγαλοτσιφλικάδες που είδαν ξαφνικά την εξουσία τους πάνω στη γη τους αλλά και στις ζωές των κολίγων τους να αμφισβητείται. Οι πρώτες προσπάθειες να αναχαιτίσουν τον οραματιστή Μαρίνο Αντύπα, μέσω συστάσεων από τη Νομαρχία και τη Χωροφυλακή, πέφτουν στο κενό.
Σαν έτοιμος από καιρό ο Αντύπας συνέχιζε τόσο τη δράση του όσο και το μονοπάτι που θα οδηγούσε στο σίγουρο θάνατο του. Οι μεγαλοτσιφλικάδες οπλίζουν τότε το χέρι –και ζεσταίνουν με μόλις 12 χιλιάδες δραχμές την τσέπη- του Ιωάννη Κυριακού, ο οποίος ήταν επιστάτης στα τσιφλίκια του Αριστείδη Μεταξά, συνεταίρου του Γ.Σκιαδαρέση. Η συνωμοσία στήνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να φανεί ως αυτοάμυνα ή ξεκαθάρισμα λογαριασμών.
Η μοιραία νύχτα ήταν εκείνη της 8ης Μαρτίου του 1907. Ο μόλις 35 ετών Μαρίνος Αντύπας δολοφονείται άνανδρα από τον Κυριακού, όταν δέχεται μια σφαίρα από δίκαννο «εκ των όπισθεν και εις την οσφυακήν χώραν» και εκπνέει στην αγκαλιά του ξαδέλφου του Παναγιώτη Σκιαδαρέση. Τα τελευταία του λόγια ήταν «Ισότης, Αδελφότης, Ελευθερία".
Οι Αρχές ωστόσο δεν είχαν καμία πρόθεση να αποδώσουν δικαιοσύνη αλλά το αντίθετο, αφού καλύπτουν πλήρως το δολοφόνο. Ο αστυνόμος στο τηλεγράφημα του προς το Υπουργείο Εσωτερικών αναφέρει: «Αντύπας ραπίσας Κυριακού εφονεύθη αμυνομένου». Στη δίκη που ακολουθεί ο Κυριακού αθωώνεται πανηγυρικά.
Εντύπωση προκαλεί και το δημοσίευμα της 10ης Μαρτίου 1907 της προσκείμενης στην Κυβέρνηση και στο Παλάτι εφημερίδα ΕΣΤΊΑΣ, που αναφέρεται στο θάνατο του Αντύπα: «Η είδηση περί του φόνου του δικηγόρου Μ. Αντύπα εις το κτήμα Σκιαδαρέση εν Θεσσαλία προξένησεν εντύπωσιν εν Αθήναις, όπου ανεξαρτήτως των σοσιαλιστικών ιδεών του, ο Αντύπας απήλαυε συμπαθειών. Ο ατυχής δικηγόρος πίπτει θύμα ατυχώς αυτών των αρχών του, τας οποίας από έτους και πλέον εφήρμοζεν εις το μέγα κτήμα του θείου του το οποίον διηύθυνε. Τούτο αποδεικνύει, ότι ο σοσιαλισμός εν Ελλάδι μόνο εις ιδέας πρέπει να υπάρχη, και να τηρήται απόστασις από της εφαρμογής των αρχών του». Με λίγα λόγια «Ας πρόσεχε κι αυτός κι όποιος τολμήσει να τον μιμηθεί»…!
Παρά τον πρόωρο θάνατο του ωστόσο, μέσα σε δύο μόλις χρόνια, ο Μαρίνος Αντύπας πρόλαβε να σπείρει στον εύφορο κάμπο της Θεσσαλίας το σπόρο της επανάστασης αφυπνίζοντας τους εξαθλιωμένους επί αιώνες κολίγους να διεκδικήσουν τα αυτονόητα δικαιώματα τους πάνω στη γη που οι ίδιοι καλλιεργούσαν.
Με το θάνατο του θα γίνει ο πρώτος μάρτυρας του αγροτικού ξεσηκωμού και ο πρώτος ουσιαστικά νεκρός της μεγάλης εξέγερσης του Κιλελέρ, που θα ξεσπάσει στην επέτειο των τριών χρόνων από το βίαιο και άδικο χαμό του, στις 6 Μαρτίου 1910.
Ο Μαρίνος Αντύπας θάφτηκε στο μέρος που αγωνίστηκε. Ο τάφος του βρίσκεται στο χωριό Ομόλιο, εκεί όπου σήμερα είναι τοποθετημένη η προτομή του, στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου.
Τα κείμενα του είναι ελάχιστα αλλά υπάρχει ένα παράθεμα, η αρχή από το τελευταίο του άρθρο, με τίτλο "ΤΙ ΕΙΜΑΙ", που μας αποκαλύπτει το "πιστεύω" αυτού του μεγάλου αγωνιστή:
"Είμαι Σοσιαλιστής όνομα και πράγμα, φέρω τον τίτλο μου πιστώς και υπερηφάνως. Πιστεύω ως Παντοκράτορα, ποιητή ορατών τε και αοράτων, την εργασίαν, και ως ομοούσιον και αχώριστον τριάδα της ευτυχίας και της ειρήνης, την Ελευθερία, την Ισότητα και την Αδελφότητα".
Ο Μαρής, όπως τον φώναζαν στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στα Φερεντινάτα της Πυλάρου, στην Κεφαλονιά, όπου πρωτοείδε το φως της ζωής το 1872, είχε αρκετή τρέλα ώστε να βαφτίσει στην αυγή του 20ου αιώνα δύο κοριτσάκια με τα ονόματα Επανάσταση και Αναρχία.
Αλλά και στη σύντομη ζωή του αυτές τις δύο αξίες πρέσβευε: την Επανάσταση και την Αναρχία, με την έννοια της αταξικής κοινωνίας. Η ζωή του ολόκληρη εξάλλου ήταν ένας αγώνας κατά της καταπίεσης και υπέρ της ελευθερίας, εθνικής και κοινωνικής, η οποία σημαδεύτηκε από τους αγώνες του και τις ιδέες του στις οποίες έμεινε πιστός μέχρι το βίαιο τέλος της ζωής του.
Δεν τον πτόησαν ούτε μία στιγμή οι διώξεις, οι φυλακίσεις και οι απειλές. Είναι χαρακτηριστικά τα λόγια που είχε απευθύνει στους εξαθλιωμένους Θεσσαλούς κολίγους, καθώς διέτρεχε τον κάμπο απ’ άκρη σ’ άκρη, και με φλογερούς λόγους τους προέτρεπε να διεκδικήσουν τα αυτονόητα δικαιώματα τους πάνω στη γη που οι ίδιοι καλλιεργούσαν: «Εμένα θα με σκοτώσουν, μα όπου κι αν με βρει το κακό να ‘ρθείτε να με πάρετε, θέλω και νεκρός να είμαι ανάμεσά σας».
Ο Μαρίνος Αντύπας ούτε αγρότης ήταν ούτε πολύ περισσότερο γαιοκτήμονας. Πρωτότοκος γιος του μαραγκού και ξυλογλύπτη Σπύρου Αντύπα, τελείωσε με χίλιες στερήσεις το γυμνάσιο στην Κεφαλονιά και έφτασε στην Αθήνα με το όνειρο να γίνει δικηγόρος. Αλλά δεν έμελλε ποτέ να πάρει το πτυχίο της Νομικής. Αντίθετα έρχεται σε επαφή με τους σοσιαλιστικούς κύκλους που εμπνέονται από τον Σταύρο Καλλέργη, μυείται στις σοσιαλιστικές ιδέες και ενεργοποιείται στον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο.
Το 1897 μαζί με άλλους συμφοιτητές του κατεβαίνει στην Κρήτη και πολεμά ως εθελοντής στην Κρητική Επανάσταση εναντίον των Τούρκων. Ο τραυματισμός του στο στήθος σε μια μάχη τον αναγκάζει να επιστρέψει στην Αθήνα.
Απογοητευμένος αλλά και οργισμένος τόσο από την έκβαση της Κρητικής Επανάστασης όσο και από την άδοξη κατάληξη του ελληνοτουρκικού πολέμου το 1897 μετατρέπεται σε δριμύ κατήγορο του Παλατιού, το οποίο θεωρεί υπεύθυνο για τα εθνικά δεινά.
Η ενεργός συμμετοχή του στο λαϊκό συλλαλητήριο στην πλατεία Ομονοίας στις 14 Σεπτεμβρίου 1897, όπου ομιλία του στηλιτεύει με σφοδρότητα τη στάση του Παλατιού προκαλεί τη σύλληψη του και την προσαγωγή του σε δίκη. Στις 8 Ιανουαρίου 1898 καταδικάζεται σ’ ένα χρόνο φυλάκιση στις φυλακές της Αίγινας ενώ χαρακτηρίζεται ως «επικίνδυνος».
Οι συνθήκες κράτησης του χαρακτηρίζονται ως εξαιρετικά σκληρές. Οι εντολές του Υπουργείου Δικαιοσύνης δεν αφήνουν περιθώρια παρεξήγησης για τον «επικίνδυνο» Αντύπα: Σύμφωνα με την υπ’ αριθμόν 4176 διαταγή πρέπει να τεθεί σε απομόνωση και να μην έρχεται σε επαφή με κανέναν. Αν δε συμμορφωθεί επιβάλλεται να τον δέσουν μέσα στο κελί του και να τον θέσουν “υπό άναλον δίαιτα”.
Μετά την αποφυλάκισή του εγκαταλείπει οριστικά τις σπουδές του και επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Στη Κεφαλονιά εκδίδει την εφημερίδα “Ανάσταση”, με σκοπό τη διάδοση των σοσιαλιστικών του ιδεών. Το πρώτο φύλλο της «Ανάστασης» κυκλοφορεί στις 29 Ιουλίου του 1900, αλλά για μία ακόμη φορά οι ιδέες του Αντύπα έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την καθεστηκυία τάξη και ξεκινά νέος γύρος διώξεων με αποτέλεσμα να ανασταλεί η έκδοση μέχρι και τις 3 Ιουλίου 1904 οπότε επανεκδίδεται απρόσκοπτα έως τις 27 Απριλίου 1907, μόλις λίγες ημέρες μετά το βίαιο θάνατο του.
Το 1906 φτάνει στη Θεσσαλία, να εργαστεί ως επιστάτης στα τσιφλίκια του θείου του Γεώργιου Σκιαδαρέση, ενός πλούσιου γεωπόνου ομογενή από τη Ρουμανία, τον οποίο ο ίδιος είχε πείσει σ’ ένα ταξίδι του στο Βουκουρέστι το 1903 να αγοράσει κτήματα στη συγκεκριμένη περιοχή.
Ο Αντύπας ωστόσο δε θα μπορούσε να μοιάζει λιγότερο με την τυπική εικόνα που έχουμε για έναν επιστάτη τσιφλικιών. Ξεκινά αμέσως να δείχνει έμπρακτα το ενδιαφέρον του για την άθλια ζωή των κολίγων, η οποία καθόλου δεν είχε βελτιωθεί με την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στην Ελλάδα, για να μην πούμε ότι είχε επιδεινωθεί.
Με το θείο του ως σύμμαχο βάζει μπουρλότο στο θεσσαλικό κάμπο: παραχωρεί στους κολίγους εκτάσεις για βοσκοτόπια, για να χτίσουν σπίτια στη θέση των καλυβιών που μένουν μέχρι τότε, τους παραχωρεί το δικαίωμα να κρατούν το 75% της παραγωγής αντί για το 25% που ίσχυε μέχρι τότε, εφαρμόζει τις αργίες, όπως αυτή της Κυριακής πριν ακόμη καθιερωθεί από το κράτος, κάτι που θα γινόταν το 1910, χτίζει σχολεία για τα παιδιά τους, τους οργανώνει σε αγροτικούς συνδέσμους. Παράλληλα αλωνίζει ολόκληρο το θεσσαλικό κάμπο μιλώντας στους αγρότες για τα δικαιώματα τους στη γη που οι ίδιοι καλλιεργούν και τους κινητοποιεί να απαιτήσουν δυναμικά τη διανομή της γης, με αποκορύφωμα το συλλαλητήριο στο Λασποχώρι αρχές του 1907.
Όλα αυτά ήταν πάρα πολλά για να μπορέσουν να τα χωνέψουν οι μεγαλοτσιφλικάδες που είδαν ξαφνικά την εξουσία τους πάνω στη γη τους αλλά και στις ζωές των κολίγων τους να αμφισβητείται. Οι πρώτες προσπάθειες να αναχαιτίσουν τον οραματιστή Μαρίνο Αντύπα, μέσω συστάσεων από τη Νομαρχία και τη Χωροφυλακή, πέφτουν στο κενό.
Σαν έτοιμος από καιρό ο Αντύπας συνέχιζε τόσο τη δράση του όσο και το μονοπάτι που θα οδηγούσε στο σίγουρο θάνατο του. Οι μεγαλοτσιφλικάδες οπλίζουν τότε το χέρι –και ζεσταίνουν με μόλις 12 χιλιάδες δραχμές την τσέπη- του Ιωάννη Κυριακού, ο οποίος ήταν επιστάτης στα τσιφλίκια του Αριστείδη Μεταξά, συνεταίρου του Γ.Σκιαδαρέση. Η συνωμοσία στήνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να φανεί ως αυτοάμυνα ή ξεκαθάρισμα λογαριασμών.
Η μοιραία νύχτα ήταν εκείνη της 8ης Μαρτίου του 1907. Ο μόλις 35 ετών Μαρίνος Αντύπας δολοφονείται άνανδρα από τον Κυριακού, όταν δέχεται μια σφαίρα από δίκαννο «εκ των όπισθεν και εις την οσφυακήν χώραν» και εκπνέει στην αγκαλιά του ξαδέλφου του Παναγιώτη Σκιαδαρέση. Τα τελευταία του λόγια ήταν «Ισότης, Αδελφότης, Ελευθερία".
Οι Αρχές ωστόσο δεν είχαν καμία πρόθεση να αποδώσουν δικαιοσύνη αλλά το αντίθετο, αφού καλύπτουν πλήρως το δολοφόνο. Ο αστυνόμος στο τηλεγράφημα του προς το Υπουργείο Εσωτερικών αναφέρει: «Αντύπας ραπίσας Κυριακού εφονεύθη αμυνομένου». Στη δίκη που ακολουθεί ο Κυριακού αθωώνεται πανηγυρικά.
Εντύπωση προκαλεί και το δημοσίευμα της 10ης Μαρτίου 1907 της προσκείμενης στην Κυβέρνηση και στο Παλάτι εφημερίδα ΕΣΤΊΑΣ, που αναφέρεται στο θάνατο του Αντύπα: «Η είδηση περί του φόνου του δικηγόρου Μ. Αντύπα εις το κτήμα Σκιαδαρέση εν Θεσσαλία προξένησεν εντύπωσιν εν Αθήναις, όπου ανεξαρτήτως των σοσιαλιστικών ιδεών του, ο Αντύπας απήλαυε συμπαθειών. Ο ατυχής δικηγόρος πίπτει θύμα ατυχώς αυτών των αρχών του, τας οποίας από έτους και πλέον εφήρμοζεν εις το μέγα κτήμα του θείου του το οποίον διηύθυνε. Τούτο αποδεικνύει, ότι ο σοσιαλισμός εν Ελλάδι μόνο εις ιδέας πρέπει να υπάρχη, και να τηρήται απόστασις από της εφαρμογής των αρχών του». Με λίγα λόγια «Ας πρόσεχε κι αυτός κι όποιος τολμήσει να τον μιμηθεί»…!
Παρά τον πρόωρο θάνατο του ωστόσο, μέσα σε δύο μόλις χρόνια, ο Μαρίνος Αντύπας πρόλαβε να σπείρει στον εύφορο κάμπο της Θεσσαλίας το σπόρο της επανάστασης αφυπνίζοντας τους εξαθλιωμένους επί αιώνες κολίγους να διεκδικήσουν τα αυτονόητα δικαιώματα τους πάνω στη γη που οι ίδιοι καλλιεργούσαν.
Με το θάνατο του θα γίνει ο πρώτος μάρτυρας του αγροτικού ξεσηκωμού και ο πρώτος ουσιαστικά νεκρός της μεγάλης εξέγερσης του Κιλελέρ, που θα ξεσπάσει στην επέτειο των τριών χρόνων από το βίαιο και άδικο χαμό του, στις 6 Μαρτίου 1910.
Ο Μαρίνος Αντύπας θάφτηκε στο μέρος που αγωνίστηκε. Ο τάφος του βρίσκεται στο χωριό Ομόλιο, εκεί όπου σήμερα είναι τοποθετημένη η προτομή του, στο προαύλιο της εκκλησίας του Αγίου Αθανασίου.
Τα κείμενα του είναι ελάχιστα αλλά υπάρχει ένα παράθεμα, η αρχή από το τελευταίο του άρθρο, με τίτλο "ΤΙ ΕΙΜΑΙ", που μας αποκαλύπτει το "πιστεύω" αυτού του μεγάλου αγωνιστή:
"Είμαι Σοσιαλιστής όνομα και πράγμα, φέρω τον τίτλο μου πιστώς και υπερηφάνως. Πιστεύω ως Παντοκράτορα, ποιητή ορατών τε και αοράτων, την εργασίαν, και ως ομοούσιον και αχώριστον τριάδα της ευτυχίας και της ειρήνης, την Ελευθερία, την Ισότητα και την Αδελφότητα".
16/3/09
Τα Πλοία.
του Κ.Καβάφη.
Aπό την Φαντασίαν έως εις το Xαρτί. Eίναι δύσκολον πέρασμα, είναι επικίνδυνος θάλασσα. H απόστασις φαίνεται μικρά κατά πρώτην όψιν, και εν τοσούτω πόσον μακρόν ταξίδι είναι, και πόσον επιζήμιον ενίοτε δια τα πλοία τα οποία το επιχειρούν.
H πρώτη ζημία προέρχεται εκ της λίαν ευθραύστου φύσεως των εμπορευμάτων τα οποία μεταφέρουν τα πλοία. Eις τας αγοράς της Φαντασίας, τα πλείστα και τα καλύτερα πράγματα είναι κατασκευασμένα από λεπτάς υάλους και κεράμους διαφανείς, και με όλην την προσοχήν του κόσμου πολλά σπάνουν εις τον δρόμον, και πολλά σπάνουν όταν τα αποβιβάζουν εις την ξηράν. Πάσα δε τοιαύτη ζημία είναι ανεπανόρθωτος, διότι είναι έξω λόγου να γυρίση οπίσω το πλοίον και να παραλάβη πράγματα ομοιόμορφα. Δεν υπάρχει πιθανότης να ευρεθή το ίδιον κατάστημα το οποίον τα επώλει. Aι αγοραί της Φαντασίας έχουν καταστήματα μεγάλα και πολυτελή, αλλ' όχι μακροχρονίου διαρκείας. Aι συναλλαγαί των είναι βραχείαι, εκποιούν τα εμπορεύματά των ταχέως, και διαλύουν αμέσως. Eίναι πολύ σπάνιον εν πλοίον επανερχόμενον να εύρη τους αυτούς εξαγωγείς με τα αυτά είδη.
Mία άλλη ζημία προέρχεται εκ της χωρητικότητος των πλοίων. Aναχωρούν από τους λιμένας των ευμαρών ηπείρων καταφορτωμένα, και έπειτα όταν ευρεθούν εις την ανοικτήν θάλασσαν αναγκάζονται να ρίψουν εν μέρος εκ του φορτίου δια να σώσουν το όλον. Oύτως ώστε ουδέν σχεδόν πλοίον κατορθώνει να φέρη ακεραίους τους θησαυρούς όσους παρέλαβε. Tα απορριπτόμενα είναι βεβαίως τα ολιγοτέρας αξίας είδη, αλλά κάποτε συμβαίνει οι ναύται, εν τη μεγάλη των βία, να κάμνουν λάθη και να ρίπτουν εις την θάλασσαν πολύτιμα αντικείμενα. Άμα δε τη αφίξει εις τον λευκόν χάρτινον λιμένα απαιτούνται νέαι θυσίαι πάλιν. Έρχονται οι αξιωματούχοι του τελωνείου και εξετάζουν εν είδος και σκέπτονται εάν πρέπη να επιτρέψουν την εκφόρτωσιν· αρνούνται να αφήσουν εν άλλο είδος να αποβιβασθή· και εκ τινων πραγματειών μόνον μικράν ποσότητα παραδέχονται. Έχει ο τόπος τους νόμους του. Όλα τα εμπορεύματα δεν έχουν ελευθέραν είσοδον και αυστηρώς απαγορεύεται το λαθρεμπόριον. H εισαγωγή των οίνων εμποδίζεται, διότι αι ήπειροι από τας οποίας έρχονται τα πλοία κάμνουν οίνους και οινοπνεύματα από σταφύλια τα οποία αναπτύσσει και ωριμάζει γενναιοτέρα θερμοκρασία. Δεν τα θέλουν διόλου αυτά τα ποτά οι αξιωματούχοι του τελωνείου. Eίναι πάρα πολύ μεθυστικά. Δεν είναι κατάλληλα δι’ όλας τα κεφαλάς. Eξ άλλου υπάρχει μία εταιρεία εις τον τόπον, η οποία έχει το μονοπώλιον των οίνων. Kατασκευάζει υγρά έχοντα το χρώμα του κρασιού και την γεύσιν του νερού, και ημπορείς να πίνης όλην την ημέραν από αυτά χωρίς να ζαλισθής διόλου. Eίναι εταιρεία παλαιά. Xαίρει μεγάλην υπόληψιν, και αι μετοχαί της είναι πάντοτε υπερτιμημέναι. Aλλά πάλιν ας είμεθα ευχαριστημένοι όταν τα πλοία εμβαίνουν εις τον λιμένα, ας είναι και με όλας αυτάς τας θυσίας. Διότι τέλος πάντων με αγρυπνίαν και πολλήν φροντίδα περιορίζεται ο αριθμός των θραυομένων ή ριπτομένων σκευών κατά την διάρκειαν του ταξιδίου. Eπίσης οι νόμοι του τόπου και οι τελωνειακοί κανονισμοί είναι μεν τυραννικοί κατά πολλά αλλ' όχι και όλως αποτρεπτικοί, και μέγα μέρος του φορτίου αποβιβάζεται. Oι δε αξιωματούχοι του τελωνείου δεν είναι αλάνθαστοι, και διάφορα από τα εμποδισμένα είδη περνούν εντός απατηλών κιβωτίων που γράφουν άλλο από επάνω και περιέχουν άλλο, και εισάγονται μερικοί καλοί οίνοι δια τα εκλεκτά συμπόσια. Θλιβερόν, θλιβερόν είναι άλλο πράγμα. Eίναι όταν περνούν κάτι πελώρια πλοία, με κοράλλινα κοσμήματα και ιστούς εξ εβένου, με αναπεπταμένας μεγάλας σημαίας λευκάς και ερυθράς, γεμάτα με θησαυρούς, τα οποία ούτε πλησιάζουν καν εις τον λιμένα είτε διότι όλα τα είδη τα οποία φέρουν είναι απηγορευμένα, είτε διότι δεν έχει ο λιμήν αρκετόν βάθος δια να τα δεχθή. Kαι εξακολουθούν τον δρόμον των. Oύριος άνεμος πνέει επί των μεταξωτών των ιστίων, ο ήλιος υαλίζει την δόξαν της χρυσής των πρώρας, και απομακρύνονται ηρέμως και μεγαλοπρεπώς, απομακρύνονται δια παντός από ημάς και από τον στενόχωρον λιμένα μας.
Eυτυχώς είναι πολύ σπάνια αυτά τα πλοία. Mόλις δύο, τρία βλέπομεν καθ' όλον μας τον βίον. Tα λησμονώμεν δε ογρήγορα. Όσω λαμπρά ήτο η οπτασία, τόσω ταχεία είναι η λήθη της. Kαι αφού περάσουν μερικά έτη, εάν καμίαν ημέραν - ενώ καθήμεθα αδρανώς βλέποντες το φως ή ακούοντες την σιωπήν - τυχαίως επανέλθουν εις την νοεράν μας ακοήν στροφαί τινες ενθουσιώδεις, δεν τας αναγνωρίζομεν κατ' αρχάς και τυραννώμεν την μνήμην μας δια να ενθυμηθώμεν πού ηκούσαμεν αυτάς πριν. Mετά πολλού κόπου εξυπνάται η παλαιά ανάμνησις και ενθυμώμεθα ότι αι στροφαί αύται είναι από το άσμα το οποίον έψαλλον οι ναύται, ωραίοι ως ήρωες της Iλιάδος, όταν επερνούσαν τα μεγάλα, τα θεσπέσια πλοία και επροχώρουν πηγαίνοντα - τις ηξεύρει πού.
15/3/09
Η ΑΡΑΧΝΗ ΚΑΙ Η ΜΥΓΑ.
του ΒΙΛΧΕΛΜ ΛΙΜΠΝΕΧΤ.
Ο Βίλχελμ Λίπμνεχτ είναι ο πατέρας του γνωστού επαναστάτη ΚΑΡΛ ΛΙΜΠΝΕΧΤ που δολοφονήθηκε άνανδρα μαζί με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ από την αντεπανάσταση στη Γερμανία. Ο άγνωστος για το ευρύ κοινό Βίλχελμ Λίμπνεχτ, ήταν μαζί με τον Αύγουστο Μπέμπελ, ένας από τους σημαντικότερους Μαρξιστές και ιδρυτές του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. Επίσης ο Λίμπνεχτ ο οποίος δεν ήταν μεγάλος θεωρητικός αλλά φοβερός οργανωτής, ομιλητής και εκλαϊκευτής των σοσιαλιστικών ιδεών, προσόντα που "κληρονόμησε" και ο γνωστός Καρλ Λίμπνεχτ, που ήταν γιος του. Το κείμενο που ακολουθεί έχει τον τίτλο "Η Αράχνη και η Μύγα" και ήταν μια από τις πιο γνωστές μπροσούρες των Σοσιαλδημοκρατών.
Όλοι την γνωρίζετε, αυτό το κοιλαράδικο έντομο με το τριχωτό γλοιώδες σώμα, που καραδοκεί σε σκοτεινά μέρη, όσο το δυνατό μακριά από το φως της ημέρας, και υφαίνει το θανατηφόρο ιστό της, στον οποίο η απρόσεκτη ή επιπόλαια Μύγα πιάνεται και σκοτώνεται. Αυτό το άσχημο τέρας με τα στρογγυλά άψυχα γυάλινα μάτια και γαμψά αδύναμα και μακριά μπροστινά πόδια τόσο βολικά για να πιάνει και να πνίγει το θύμα του είναι η Αράχνη. Νάτη, ψυχρή και ακίνητη, κάθεται στη γωνία της, περιμένοντας την λεία της να πέσει στα νύχια της' ή, δαιμονικά υφαίνει το θανατηφόρο νήμα της για να παγιδέψει και να πιάσει την αδύνατη Μύγα χωρίς τύψεις. Το αποκρουστικό πλάσμα πασχίζει, συχνά με απεριόριστους κόπους, για να τελειοποιήσει τον ιστό της μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, ώστε η λεία της να μην μπορεί ποτέ να δραπετεύσει. Αρχικά γνέθει ένα νήμα, στη συνέχεια δυο και τρία - και ακόμα περισσότερα και ακόμα περισσότερα. Σταυρώνει και ξανασταυρώνει τα νήματα έτσι ώστε στον επιθανάτιο ρόγχο τους τα θύματα δεν θα σκίσουν τον ιστό ή σπάνια τον ταρακουνήσουν.
Επιτέλους, ο ιστός είναι έτοιμος, η παγίδα έχει μπει, δεν υπάρχει διέξοδος - η Αράχνη αποσύρεται στο κρησφύγετο της και περιμένει μια αγαθιάρικη Μύγα, παρακινούμενη από την πείνα, να πλησιάσει προς αναζήτηση τροφής. Η Αράχνη δεν περιμένει πολύ και η Μύγα έρχεται. Το κακόμοιρο πράγμα κοιτάζει εδώ και εκεί και πέφτει κατευθείαν στα απλωτά νήματα, τρομοκρατείται, μπερδεύεται και μπλέκεται, προσπαθεί να κρατηθεί και αυτό είναι το τέλος. Μόλις η Αράχνη δει ότι έπιασε το θύμα της, αφήνει την κρυψώνα της και κατευθύνεται αργά προς τη λεία της με πεινασμένα μάτια και τις άπληστες κεραίες της. Δεν υπάρχει λόγος να βιαστεί. Το απαίσιο πλάσμα γνωρίζει πολύ καλά ότι μόλις πιαστεί, το άτυχο έντομο δεν μπορεί να ξεφύγει. Πλησιάζει ολοένα και πιο κοντά, μελετά το θύμα της με τα χωρίς λάμψη μάτια της και το αποτρελαίνει. Η Μύγα τρέμει από το φόβο της καθώς βλέπει τον κίνδυνο που πλησιάζει, προσπαθεί να ξεφύγει από τα γλοιώδη νήματα, προσπαθεί με κόπο να δραπετεύσει και εξαντλείται από τις απελπισμένες προσπάθειες.
Οι προσπάθειες της όμως δεν έχουν αποτέλεσμα, ο κόπος της είναι άσκοπος. Μπλέκεται ακόμα πιο πολύ μέσα στον ιστό και η Αράχνη πλησιάζει ολοένα και πιο πολύ. Ολοένα και περισσότερα νήματα τυλίγονται γύρω της. Μπερδεύεται σε ολοένα και περισσότερα δίχτυα με κάθε κίνηση που κάνει για να ξεφύγει από το δίχτυ της αράχνης, του οποίου το λεπτοκαμωμένο και όμως τόσο αποτελεσματικό πλέγμα την έχουν παγιδέψει. Τελικά, με κομμένη την ανάσα και εξαντλημένη, όλη η αντίσταση της έχει χαθεί. Είναι στο έλεος του εχθρού της, του κατακτητή της, της τρομερής Αράχνης! Στη συνέχεια το σιχαμερό πλάσμα βγάζει τις τριχωτές κεραίες της, πιάνει και φυλακίζει την Μύγα στο θανατηφόρο εναγκαλισμό της. Έπειτα, αρχίζει να δαγκώνει το τρεμάμενο σώμα της εξασθενημένης λείας της, μια, δυο τρεις, αμέτρητες φορές ανάλογα τη δίψα και την όρεξή της. Αφού σβήσει προσωρινά τη δίψα της για αίμα, την αφήνει μισοπεθαμένη. Έπειτα ξαναγυρίζει και την ρουφά για ακόμη μια φορά. Κάνει το ίδιο πράγμα έως ότου καταβροχθίσει τελείως την άτυχη Μύγα, έως ότου αποστραγγίξει όλο το αίμα και τους θρεπτικούς χυμούς από το σώμα της. Και διαρκεί πολύ, συχνά πάρα πολύ καιρό πριν το κακόμοιρο έντομο είναι τελείως νεκρό. Ο αιμοσταγής βρικόλακας δεν θα σταματήσει όσο ανιχνεύει ένα τρεμόσβηνα ζωής στο σώμα του θύματος της. Εισπνέει τη ζωή της, ρουφά τη δύναμη της, πίνει το αίμα της και την αφήνει μονάχα όταν τίποτα, τελείως τίποτα δεν μένει για να πάρει. Η κακόμοιρη νεκρή Μύγα, ξεζουμισμένη και ελαφρότερη από φτερό στη συνέχεια πέφτει από τον ιστό της. Η πρώτη ριπή ανέμου την μεταφέρει και όλα έχουν τελειώσει.
Η Αράχνη, παρόλα αυτά, επιστρέφει στο κρησφύγετο της, χορτάτη και ευχαριστημένη. Είναι ευτυχισμένη με τον εαυτό της και τον κόσμο, χαρούμενη με την γνώση ότι οι έντιμοι άνθρωποι είναι ικανοί να προχωρούν στον κόσμο. Εσείς οι εργάτες της πόλης και της υπαίθρου είστε η Μύγα που είναι ξεζουμισμένη και νεκρή, η Μύγα που έχει καταβροχθιστεί και με το αίμα της οποίας άλλοι ζουν! Εσείς οι καταπιεσμένοι, εσείς οι διανοούμενοι, οι βιομηχανικοί εργάτες, εσείς οι τρομαγμένες νεαρές παρθένες και οι τσαλαπατημένες γυναίκες που δεν τολμάτε να υπερασπίσετε τα δικαιώματά σας, εσείς τα άτυχα θύματα των πολέμαρχων, με μια λέξη, όλοι εσείς που είστε φτωχοί και εκμεταλλευόμενοι, που σας πετάνε όταν δεν έχει μείνει τίποτα να ρουφήξουν από τις φλέβες σας, εσείς που είστε οι παραγωγοί όλου του πλούτου, η ψυχή, το μυαλό, η ζωτική δύναμη της χώρας και που δεν σας αναγνωρίζουν κανένα δικαίωμα πέρα από το να έχετε ένα άθλιο θάνατο σε κάποια γωνιά υπάκουα και ήρεμα, ενώ το αίμα σας, ο ιδρώτας σας, ο μόχθος σας, οι σκέψεις σας χρησιμοποιούνται να κάνουν μεγάλους και ισχυρούς αυτούς που είναι τα αφεντικά και οι καταπιεστές σας: οι απεχθείς Αράχνες.
Η Αράχνη είναι τα αφεντικά, οι κεφαλαιούχοι, οι εκμεταλλευτές, οι κερδοσκόποι, οι καπιταλιστές, οι εκμαυλιστές, το ανώτατο ιερατείο, το παράσιτο κάθε είδους, ο δυνάστης κάτω από τον οποίο υποφέρουμε, ο δημιουργός του κακού, των καταπιεστικών νόμων, ο τύραννος που μας σκλαβώνει. Η Αράχνη είναι όλοι όσοι ζουν σε βάρος των άλλων, που μας ποδοπατεί, που χλευάζει τα βάσανά μας και τις μάταιες προσπάθειες μας. Η Μύγα είναι ο φτωχός εργάτης που πρέπει να υποκύψει σε όλους τους δρακόντειους νόμους που ο εργοδότης μπορεί να επιθυμήσει να περάσει επειδή ο άτυχος άνθρωπος δεν έχει τα μέσα για να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένεια του. Η Αράχνη είναι ο ιδιοκτήτης των μεγάλων εργοστασίων που κερδίζει 6 με 8 μάρκα την ημέρα από τον κάθε εργάτη του και όμως έχει το θράσος, όχι να παραχωρεί, αλλά να τους δίνει φιλεύσπλαχνα ένα μισθό πείνας 2 με 3 μάρκα για 12 με 14 ώρες εργασίας.
Η Μύγα είναι ο ανθρακωρύχος που θυσιάζει τη ζωή του στον βρώμικο αέρα του ορυχείου για να αποσπάσει από τη γη θησαυρούς που δεν πρόκειται ποτέ να απολαύσει. Η Αράχνη είναι ο κύριος Μέτοχος, του οποίου οι μετοχές διπλασιάζονται και τριπλασιάζονται σε αξία και όμως ποτέ δεν είναι ικανοποιημένος, που επιθυμεί ακόμα πιο υψηλά μερίσματα, που ληστεύει από τους εργάτες τους καρπούς της εργασίας τους και που ο οποίος αν τολμήσουν οι εργάτες να ζητήσουν έστω και την ελαχιστότατη αύξηση καλεί τον στρατό ώστε οι "στασιαστές" να "γευτούν" τις σφαίρες τους. Η Μύγα είναι το παιδί που στην πιο τρυφερή ηλικία πρέπει να σκλαβωθεί στο εργοστάσιο και στο εργαστήριο και στο σπίτι να βοηθά να τα βγάλουν πέρα. Η Αράχνη δεν είναι οι γονείς που οι ανάγκες τους εξαναγκάζουν να θυσιάζουν τα παιδιά τους. Είναι οι σημερινές άθλιες συνθήκες που μετατρέπουν σε σιδερένιο κανόνα αυτές τις διαστροφές των φυσικών αισθημάτων, αυτή την καταστροφή των οικογενειών μας. Η Μύγα είναι η έντιμη κόρη του λαού, που προσπαθεί να κερδίσει τίμια το ψωμί της αλλά δεν μπορεί να βρει δουλειά αν δεν υποκύψει στις λάγνες επιθυμίες του εργοστασιάρχη ή του διευθυντή, που την κακοποιεί και έπειτα - συχνά με ένα παιδί να έρχεται - άσπλαχνα και αναίσθητα την πετά στο δρόμο για να αποφύγει το "σκάνδαλο". Η Αράχνη είναι ο νεαρός λιμοκοντόρος, το άεργο κοπρόσκυλο της "καλής" οικογένειας που επιδεικτικά αποπλανά αθώες παρθένες και τις σέρνει στο βούρκο, που θεωρεί τιμή να έχει ατιμάσει όσο το δυνατό περισσότερες νεαρές κοπέλες.
Η Μύγα είστε εσείς, οι σκληρά εργαζόμενοι καλλιεργητές, εσείς που καλλιεργείτε τη γη για τους πλούσιους φεουδάρχες, εσείς που σπέρνετε τα σιτηρά που δεν δρέπετε, εσείς που καλλιεργείτε τους καρπούς που δεν γεύεστε. Η Αράχνη είναι ο Βαρόνος που αναγκάζει τους φτωχούς κολίγους, τους δουλοπάροικους και τους μεροκαματιάρηδες εργάτες να δουλεύουν χωρίς μια στιγμή ξεκούραση έτσι ώστε αυτός να κάνει μια ζωή οκνηρίας, άνεσης και μεγαλοσύνης, ο Βαρόνος που αυξάνει τα νοίκια και εξαφανίζει την αξία της έντιμης εργασίας. Η μύγα είμαστε όλοι εμείς
οι φτωχοί και απλοί άνθρωποι που για αιώνες τρέμαμε μπροστά στα σκαλοπάτια της Αγίας Τράπεζας, που προσκυνούσαμε μπροστά στην κληρική κατάρα, που πολεμούσαμε και σκλαβώσαμε ο ένας τον άλλο για την μεγαλύτερη δόξα και ευχαρίστηση της Εκκλησίας, που έχουμε γονατίσει, που έχουμε αφήσει τους καταπιεστές μας να απολαμβάνουν τους καρπούς της αδικίας τους επειδή ήμασταν πνευματικά ανάπηροι από την αποχαυνωμένη επιρροή της θρησκευτικής διδασκαλίας τους. Η Αράχνη είναι ο ρασοφόρος παπάς με το υποκριτικό και λάγνο βλέμμα του, που συγχύζει τα απλά μυαλά του ποιμνίου του με την άθλια διδασκαλία του και καλλιεργεί το πνεύμα της υποτακτικότητας και της δουλείας, που δηλητηριάζει τις ψυχές και καταστρέφει έθνη ολόκληρα, όπως στην περίπτωση της Πολωνίας. Με μια λέξη, η Μύγα είναι ο καταπιεσμένος, ο σκλαβωμένος, ο εκμεταλλευόμενος ενώ η Αράχνη είναι ο αισχρός κερδοσκόπος, ο άνομος δυνάστης όποιο όνομα και αν φέρει.
Η Αράχνη κάποτε συνήθιζε να υφαίνει τον ιστό της από τα μεγάλα κάστρα και τα αρχοντικά. Σήμερα προτιμά να βρίσκεται στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα, στα πλούσια καταλύματα των ευλογημένων της εποχής μας. Την βρίσκεις κυρίως στις πόλεις των εργοστασίων, αν και στήνει τη φωλιά της και στην ύπαιθρο και τις μικρές πόλεις. Βρίσκεται όπου ανθεί η εκμετάλλευση, όπου ο εργάτης, ο χωρίς ιδιοκτησία προλετάριος, όπου ο μικροτεχνίτης, ο εργάτης του μεροκάματου και ο μικρός αγρότης που βαρύνεται από τα χρέη άσπλαχνα εκτίθενται στην ανεξέλεγκτη απληστία των κερδοσκόπων. Όπου και αν βρίσκεται, στην πόλη ή στην ύπαιθρο, θα δείτε τα κακόμοιρα έντομα μάταια να παλεύουν στους ιστούς των εχθρών τους. Θα τα δείτε να εξαντλούνται, να στερεύουν και να πεθαίνουν.
Τι φοβερές τραγωδίες έχουν συμβεί στους αιώνες σε αυτή την μάχη ανάμεσα στην αδύναμη και συνεσταλμένη Μύγα και την άσπλαχνη Αράχνη! Είναι μια τερατώδης ιστορία βασάνων. Τότε γιατί να την ξαναπούμε Ότι πέρασε πέρασε, ας μιλήσουμε για το παρόν και το μέλλον. Ας δούμε από πιο κοντά την σημερινή πάλη μεταξύ της Αράχνης και της Μύγας, ας γνωρίσουμε την κατάσταση όπως είναι, ας συνειδητοποιήσουμε Μύγες ακριβώς τις παγίδες μας βάζουν οι εχθροί μας, ας δούμε μέσα από τα κόλπα τους και πάνω από όλα, ας ενωθούμε εμείς, που μεμονωμένοι είμαστε πολύ αδύνατοι για να καταστρέψουμε τον ιστό που μας έχει πιάσει. Ας σπάσουμε τις αλυσίδες που μας περιορίζουν, ας βγάλουμε τους εχθρούς μας από τους κρυψώνες τους, ας ρίξουμε το ακτινοβόλο φως της λογικής παντού, έτσι ώστε ποτέ πάλι το αηδιαστικό πλάσμα να μην μπορεί να φτιάχνει τη δολοφονική χειροτεχνία του στο σκοτάδι!
Ω, Μύγες αν το θέλατε, αν πραγματικά το θέλατε, θα μπορούσατε να είσαστε ανίκητες! Πράγματι, οι Αράχνες είναι ακόμα ισχυρές σήμερα, αλλά είναι λίγες. Ακόμα και αν εσείς οι Μύγες είστε αρκετά ασήμαντες και χωρίς επιρροή, αριθμητικά φτιάχνετε στρατό, είστε η ίδια η ζωή, είστε ο κόσμος - αν πραγματικά το θέλατε. Αν μόνο ενωνόσασταν, αν όλες μαζί επιτίθεστε θα καταστρέφατε όλα τα νήματα, θα σαρώνατε όλους τους ιστούς της αράχνης που σας παγιδεύουν σήμερα, που σας κάνουν να υποφέρετε και να πεθαίνετε από την πείνα. Θα μπορούσατε να εξαφανίσετε την φτώχεια και την δουλεία, αν πραγματικά το θέλατε.
Γι΄ αυτό μάθετε να θέλετε.
Επιτέλους, ο ιστός είναι έτοιμος, η παγίδα έχει μπει, δεν υπάρχει διέξοδος - η Αράχνη αποσύρεται στο κρησφύγετο της και περιμένει μια αγαθιάρικη Μύγα, παρακινούμενη από την πείνα, να πλησιάσει προς αναζήτηση τροφής. Η Αράχνη δεν περιμένει πολύ και η Μύγα έρχεται. Το κακόμοιρο πράγμα κοιτάζει εδώ και εκεί και πέφτει κατευθείαν στα απλωτά νήματα, τρομοκρατείται, μπερδεύεται και μπλέκεται, προσπαθεί να κρατηθεί και αυτό είναι το τέλος. Μόλις η Αράχνη δει ότι έπιασε το θύμα της, αφήνει την κρυψώνα της και κατευθύνεται αργά προς τη λεία της με πεινασμένα μάτια και τις άπληστες κεραίες της. Δεν υπάρχει λόγος να βιαστεί. Το απαίσιο πλάσμα γνωρίζει πολύ καλά ότι μόλις πιαστεί, το άτυχο έντομο δεν μπορεί να ξεφύγει. Πλησιάζει ολοένα και πιο κοντά, μελετά το θύμα της με τα χωρίς λάμψη μάτια της και το αποτρελαίνει. Η Μύγα τρέμει από το φόβο της καθώς βλέπει τον κίνδυνο που πλησιάζει, προσπαθεί να ξεφύγει από τα γλοιώδη νήματα, προσπαθεί με κόπο να δραπετεύσει και εξαντλείται από τις απελπισμένες προσπάθειες.
Οι προσπάθειες της όμως δεν έχουν αποτέλεσμα, ο κόπος της είναι άσκοπος. Μπλέκεται ακόμα πιο πολύ μέσα στον ιστό και η Αράχνη πλησιάζει ολοένα και πιο πολύ. Ολοένα και περισσότερα νήματα τυλίγονται γύρω της. Μπερδεύεται σε ολοένα και περισσότερα δίχτυα με κάθε κίνηση που κάνει για να ξεφύγει από το δίχτυ της αράχνης, του οποίου το λεπτοκαμωμένο και όμως τόσο αποτελεσματικό πλέγμα την έχουν παγιδέψει. Τελικά, με κομμένη την ανάσα και εξαντλημένη, όλη η αντίσταση της έχει χαθεί. Είναι στο έλεος του εχθρού της, του κατακτητή της, της τρομερής Αράχνης! Στη συνέχεια το σιχαμερό πλάσμα βγάζει τις τριχωτές κεραίες της, πιάνει και φυλακίζει την Μύγα στο θανατηφόρο εναγκαλισμό της. Έπειτα, αρχίζει να δαγκώνει το τρεμάμενο σώμα της εξασθενημένης λείας της, μια, δυο τρεις, αμέτρητες φορές ανάλογα τη δίψα και την όρεξή της. Αφού σβήσει προσωρινά τη δίψα της για αίμα, την αφήνει μισοπεθαμένη. Έπειτα ξαναγυρίζει και την ρουφά για ακόμη μια φορά. Κάνει το ίδιο πράγμα έως ότου καταβροχθίσει τελείως την άτυχη Μύγα, έως ότου αποστραγγίξει όλο το αίμα και τους θρεπτικούς χυμούς από το σώμα της. Και διαρκεί πολύ, συχνά πάρα πολύ καιρό πριν το κακόμοιρο έντομο είναι τελείως νεκρό. Ο αιμοσταγής βρικόλακας δεν θα σταματήσει όσο ανιχνεύει ένα τρεμόσβηνα ζωής στο σώμα του θύματος της. Εισπνέει τη ζωή της, ρουφά τη δύναμη της, πίνει το αίμα της και την αφήνει μονάχα όταν τίποτα, τελείως τίποτα δεν μένει για να πάρει. Η κακόμοιρη νεκρή Μύγα, ξεζουμισμένη και ελαφρότερη από φτερό στη συνέχεια πέφτει από τον ιστό της. Η πρώτη ριπή ανέμου την μεταφέρει και όλα έχουν τελειώσει.
Η Αράχνη, παρόλα αυτά, επιστρέφει στο κρησφύγετο της, χορτάτη και ευχαριστημένη. Είναι ευτυχισμένη με τον εαυτό της και τον κόσμο, χαρούμενη με την γνώση ότι οι έντιμοι άνθρωποι είναι ικανοί να προχωρούν στον κόσμο. Εσείς οι εργάτες της πόλης και της υπαίθρου είστε η Μύγα που είναι ξεζουμισμένη και νεκρή, η Μύγα που έχει καταβροχθιστεί και με το αίμα της οποίας άλλοι ζουν! Εσείς οι καταπιεσμένοι, εσείς οι διανοούμενοι, οι βιομηχανικοί εργάτες, εσείς οι τρομαγμένες νεαρές παρθένες και οι τσαλαπατημένες γυναίκες που δεν τολμάτε να υπερασπίσετε τα δικαιώματά σας, εσείς τα άτυχα θύματα των πολέμαρχων, με μια λέξη, όλοι εσείς που είστε φτωχοί και εκμεταλλευόμενοι, που σας πετάνε όταν δεν έχει μείνει τίποτα να ρουφήξουν από τις φλέβες σας, εσείς που είστε οι παραγωγοί όλου του πλούτου, η ψυχή, το μυαλό, η ζωτική δύναμη της χώρας και που δεν σας αναγνωρίζουν κανένα δικαίωμα πέρα από το να έχετε ένα άθλιο θάνατο σε κάποια γωνιά υπάκουα και ήρεμα, ενώ το αίμα σας, ο ιδρώτας σας, ο μόχθος σας, οι σκέψεις σας χρησιμοποιούνται να κάνουν μεγάλους και ισχυρούς αυτούς που είναι τα αφεντικά και οι καταπιεστές σας: οι απεχθείς Αράχνες.
Η Αράχνη είναι τα αφεντικά, οι κεφαλαιούχοι, οι εκμεταλλευτές, οι κερδοσκόποι, οι καπιταλιστές, οι εκμαυλιστές, το ανώτατο ιερατείο, το παράσιτο κάθε είδους, ο δυνάστης κάτω από τον οποίο υποφέρουμε, ο δημιουργός του κακού, των καταπιεστικών νόμων, ο τύραννος που μας σκλαβώνει. Η Αράχνη είναι όλοι όσοι ζουν σε βάρος των άλλων, που μας ποδοπατεί, που χλευάζει τα βάσανά μας και τις μάταιες προσπάθειες μας. Η Μύγα είναι ο φτωχός εργάτης που πρέπει να υποκύψει σε όλους τους δρακόντειους νόμους που ο εργοδότης μπορεί να επιθυμήσει να περάσει επειδή ο άτυχος άνθρωπος δεν έχει τα μέσα για να συντηρήσει τον εαυτό του και την οικογένεια του. Η Αράχνη είναι ο ιδιοκτήτης των μεγάλων εργοστασίων που κερδίζει 6 με 8 μάρκα την ημέρα από τον κάθε εργάτη του και όμως έχει το θράσος, όχι να παραχωρεί, αλλά να τους δίνει φιλεύσπλαχνα ένα μισθό πείνας 2 με 3 μάρκα για 12 με 14 ώρες εργασίας.
Η Μύγα είναι ο ανθρακωρύχος που θυσιάζει τη ζωή του στον βρώμικο αέρα του ορυχείου για να αποσπάσει από τη γη θησαυρούς που δεν πρόκειται ποτέ να απολαύσει. Η Αράχνη είναι ο κύριος Μέτοχος, του οποίου οι μετοχές διπλασιάζονται και τριπλασιάζονται σε αξία και όμως ποτέ δεν είναι ικανοποιημένος, που επιθυμεί ακόμα πιο υψηλά μερίσματα, που ληστεύει από τους εργάτες τους καρπούς της εργασίας τους και που ο οποίος αν τολμήσουν οι εργάτες να ζητήσουν έστω και την ελαχιστότατη αύξηση καλεί τον στρατό ώστε οι "στασιαστές" να "γευτούν" τις σφαίρες τους. Η Μύγα είναι το παιδί που στην πιο τρυφερή ηλικία πρέπει να σκλαβωθεί στο εργοστάσιο και στο εργαστήριο και στο σπίτι να βοηθά να τα βγάλουν πέρα. Η Αράχνη δεν είναι οι γονείς που οι ανάγκες τους εξαναγκάζουν να θυσιάζουν τα παιδιά τους. Είναι οι σημερινές άθλιες συνθήκες που μετατρέπουν σε σιδερένιο κανόνα αυτές τις διαστροφές των φυσικών αισθημάτων, αυτή την καταστροφή των οικογενειών μας. Η Μύγα είναι η έντιμη κόρη του λαού, που προσπαθεί να κερδίσει τίμια το ψωμί της αλλά δεν μπορεί να βρει δουλειά αν δεν υποκύψει στις λάγνες επιθυμίες του εργοστασιάρχη ή του διευθυντή, που την κακοποιεί και έπειτα - συχνά με ένα παιδί να έρχεται - άσπλαχνα και αναίσθητα την πετά στο δρόμο για να αποφύγει το "σκάνδαλο". Η Αράχνη είναι ο νεαρός λιμοκοντόρος, το άεργο κοπρόσκυλο της "καλής" οικογένειας που επιδεικτικά αποπλανά αθώες παρθένες και τις σέρνει στο βούρκο, που θεωρεί τιμή να έχει ατιμάσει όσο το δυνατό περισσότερες νεαρές κοπέλες.
Η Μύγα είστε εσείς, οι σκληρά εργαζόμενοι καλλιεργητές, εσείς που καλλιεργείτε τη γη για τους πλούσιους φεουδάρχες, εσείς που σπέρνετε τα σιτηρά που δεν δρέπετε, εσείς που καλλιεργείτε τους καρπούς που δεν γεύεστε. Η Αράχνη είναι ο Βαρόνος που αναγκάζει τους φτωχούς κολίγους, τους δουλοπάροικους και τους μεροκαματιάρηδες εργάτες να δουλεύουν χωρίς μια στιγμή ξεκούραση έτσι ώστε αυτός να κάνει μια ζωή οκνηρίας, άνεσης και μεγαλοσύνης, ο Βαρόνος που αυξάνει τα νοίκια και εξαφανίζει την αξία της έντιμης εργασίας. Η μύγα είμαστε όλοι εμείς
οι φτωχοί και απλοί άνθρωποι που για αιώνες τρέμαμε μπροστά στα σκαλοπάτια της Αγίας Τράπεζας, που προσκυνούσαμε μπροστά στην κληρική κατάρα, που πολεμούσαμε και σκλαβώσαμε ο ένας τον άλλο για την μεγαλύτερη δόξα και ευχαρίστηση της Εκκλησίας, που έχουμε γονατίσει, που έχουμε αφήσει τους καταπιεστές μας να απολαμβάνουν τους καρπούς της αδικίας τους επειδή ήμασταν πνευματικά ανάπηροι από την αποχαυνωμένη επιρροή της θρησκευτικής διδασκαλίας τους. Η Αράχνη είναι ο ρασοφόρος παπάς με το υποκριτικό και λάγνο βλέμμα του, που συγχύζει τα απλά μυαλά του ποιμνίου του με την άθλια διδασκαλία του και καλλιεργεί το πνεύμα της υποτακτικότητας και της δουλείας, που δηλητηριάζει τις ψυχές και καταστρέφει έθνη ολόκληρα, όπως στην περίπτωση της Πολωνίας. Με μια λέξη, η Μύγα είναι ο καταπιεσμένος, ο σκλαβωμένος, ο εκμεταλλευόμενος ενώ η Αράχνη είναι ο αισχρός κερδοσκόπος, ο άνομος δυνάστης όποιο όνομα και αν φέρει.
Η Αράχνη κάποτε συνήθιζε να υφαίνει τον ιστό της από τα μεγάλα κάστρα και τα αρχοντικά. Σήμερα προτιμά να βρίσκεται στα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα, στα πλούσια καταλύματα των ευλογημένων της εποχής μας. Την βρίσκεις κυρίως στις πόλεις των εργοστασίων, αν και στήνει τη φωλιά της και στην ύπαιθρο και τις μικρές πόλεις. Βρίσκεται όπου ανθεί η εκμετάλλευση, όπου ο εργάτης, ο χωρίς ιδιοκτησία προλετάριος, όπου ο μικροτεχνίτης, ο εργάτης του μεροκάματου και ο μικρός αγρότης που βαρύνεται από τα χρέη άσπλαχνα εκτίθενται στην ανεξέλεγκτη απληστία των κερδοσκόπων. Όπου και αν βρίσκεται, στην πόλη ή στην ύπαιθρο, θα δείτε τα κακόμοιρα έντομα μάταια να παλεύουν στους ιστούς των εχθρών τους. Θα τα δείτε να εξαντλούνται, να στερεύουν και να πεθαίνουν.
Τι φοβερές τραγωδίες έχουν συμβεί στους αιώνες σε αυτή την μάχη ανάμεσα στην αδύναμη και συνεσταλμένη Μύγα και την άσπλαχνη Αράχνη! Είναι μια τερατώδης ιστορία βασάνων. Τότε γιατί να την ξαναπούμε Ότι πέρασε πέρασε, ας μιλήσουμε για το παρόν και το μέλλον. Ας δούμε από πιο κοντά την σημερινή πάλη μεταξύ της Αράχνης και της Μύγας, ας γνωρίσουμε την κατάσταση όπως είναι, ας συνειδητοποιήσουμε Μύγες ακριβώς τις παγίδες μας βάζουν οι εχθροί μας, ας δούμε μέσα από τα κόλπα τους και πάνω από όλα, ας ενωθούμε εμείς, που μεμονωμένοι είμαστε πολύ αδύνατοι για να καταστρέψουμε τον ιστό που μας έχει πιάσει. Ας σπάσουμε τις αλυσίδες που μας περιορίζουν, ας βγάλουμε τους εχθρούς μας από τους κρυψώνες τους, ας ρίξουμε το ακτινοβόλο φως της λογικής παντού, έτσι ώστε ποτέ πάλι το αηδιαστικό πλάσμα να μην μπορεί να φτιάχνει τη δολοφονική χειροτεχνία του στο σκοτάδι!
Ω, Μύγες αν το θέλατε, αν πραγματικά το θέλατε, θα μπορούσατε να είσαστε ανίκητες! Πράγματι, οι Αράχνες είναι ακόμα ισχυρές σήμερα, αλλά είναι λίγες. Ακόμα και αν εσείς οι Μύγες είστε αρκετά ασήμαντες και χωρίς επιρροή, αριθμητικά φτιάχνετε στρατό, είστε η ίδια η ζωή, είστε ο κόσμος - αν πραγματικά το θέλατε. Αν μόνο ενωνόσασταν, αν όλες μαζί επιτίθεστε θα καταστρέφατε όλα τα νήματα, θα σαρώνατε όλους τους ιστούς της αράχνης που σας παγιδεύουν σήμερα, που σας κάνουν να υποφέρετε και να πεθαίνετε από την πείνα. Θα μπορούσατε να εξαφανίσετε την φτώχεια και την δουλεία, αν πραγματικά το θέλατε.
Γι΄ αυτό μάθετε να θέλετε.
13/3/09
Τίτορμος ο Αιτωλός
Επάνω στις ψηλότερες κορφές των Παναιτωλικών βουνών και δίπλα από τις δασοβριθείς πλαγιές της κοίτης του ποταμού Ευήνου, ζούσε ένας θαυμαστός γίγαντας στα αρχαία ελληνικά χρόνια. Την εποχή εκείνη, που η επικοινωνία ανάμεσα στις διάφορες ελληνικές περιφέρειες ήταν δύσκολη, η περιοχή στην οποία διαβιούσε ο γίγαντας Τίτορμος ήταν ασύχναστη και επικίνδυνη, γιατί ήταν ορμητήριο ληστών και κουρσάρων. Ο Τίτορμος όμως δεν τους λογάριαζε. Αλλά και εκείνοι δεν το πείραζαν, γιατί των φοβόντουσαν.Ο Τίτορμος ο Αιτωλός ήταν βουκόλος, δηλαδή βοσκός των ταύρων και αγελάδων και ζούσε στο Παναιτωλικό όρος, βοσκώντας την αγέλη των βοδιών του. Γεννήθηκε και έζησε σε εκείνα τα ψηλά βουνά και ποτέ δεν κατέβηκε σε κατοικημένους τόπους.Ένοιωθε μια αντιπάθεια για την κοινωνική ζωή και ήταν ευχαριστημένος στην μοναξιά του, ανάμεσα στα βόδια του και στα άγρια θηρία. Ήταν όμως ευγενικός και ντροπαλός σαν μικρό παιδί ένα «μεγάλο παιδί της φύσης»..Κατά το 500 περίπου π.Χ ο Αιτωλός ήταν ένας ώριμος άνδρας και η φήμη που απλώνονταν σε όλους τους Ελληνικούς τόπους και τον είχαν ακουστά όλοι οι Έλληνες και στην κυρίως Ελλάδα και στις αποικίες.Τότε, κάθε τετραετία γινόντουσαν Ολυμπιακοί Αγώνες στην ‘Ηλιδα, με μεγάλη συμμετοχή του λαού, από ολόκληρη την κυρίως Ελλάδα και από όλες τις αποικίες της Μεσογείου. Την εποχή που ζούσε ο Τίτορμος, νικητής στους αγώνες αυτούς, είχε αναδειχθεί στην πόλη ο γνωστός Μίλων ο Κροτωνιάτης ( οι Κροτωνιάτες ήταν Έλληνες που ίδρυσαν την αποικία στον Κρότωνα της Κάτω Ιταλίας). Και τους άξιζε, βέβαια.Πολλοί, όμως Έλληνες, συγχαίροντας τον, του έλεγαν: «Αν ήταν εδώ ο Τίτορμος ο Αιτωλός, ίσως να μην ήσουν εσύ ο νικητής».Ο Μίλων ο Κροτωνιάτης πολλές φορές είχε ακούσει για τον Τίτορμο τον Αιτωλό και την καταπληκτική μυθική του δύναμη…Ναύλωσε λοιπόν, ένα καΐκι που πέρασε από τον Μωριά απέναντι στις Ρουμελιώτικες ακτές και ανακάλυψε τέλος, τον Τίτορμο τον Αιτωλό να βόσκει τις αγελάδες του. Ο Τίτορμος που είχε ακούσει και εκείνος για τον θαυμαστό Ολυμπιονίκη Μίλωνα τον Κροτωνιάτη, τον δέχτηκε με μεγάλη ευχαρίστηση και πολύ ενθουσιασμό…Ήρθε -του λέει ο Μίλων- να σε δω και να σε γνωρίσω και σε παρακαλώ να μου δώσεις ένα δείγμα της ρώμης σου. Αλλά ο Τίτορμος του απάντησε με μετριοφροσύνη και συστολή σχεδόν, πως εκείνος είναι ένας μικρός αγριάνθρωπος και δεν μπορεί να συγκριθεί με μια τέτοια δόξα, σαν τον Ολυμπιονίκη Μιλωνα. Και αρνήθηκε….Αλλά ο Μίλων τον θερμοπαρακάλεσε ώστε στο τέλος υποχώρησε μπροστά στην τόση επιμονή..Κατέβηκε, τότε ο Τίτορμος, στην κοίτη του ποταμού Εύηνου και αφού έβγαλε το ιμάτιο του, έπιασε με τα χέρια του ένα μεγάλο βράχο. Τον κίνησε στην γη πολλές φορές μπροστά και πίσω και ύστερα τον άρπαξε στα χέρια του και τον έφερε ως τα γόνατά του. Ύστερα, με μια νέα προσπάθεια , τον ανέβασε στους ώμους του και τον μετέφερε οκτώ οργιές μακριά και τον πέταξε κάτω! Ο Μίλων ο Κροτωνιάτης θέλησε, κατόπιν να δοκιμάσει και εκείνος, αλλά μόλις και μετά βίας, κατόρθωσε να μετακινήσει τον βράχο λίγο κάτω από το έδαφος! Ο Τίτορμος και ο Μίλων προχώρησαν ύστερα στην αγέλη των βοδιών. Εκεί ο Τίτορμος βρήκε τον πιο μεγάλο και τον πιο άγριο ταύρο και τον έπιασε από το πόδι με το ένα του χέρι! Ο ταύρος προσπαθούσε να ξεφύγει αλλά δεν το κατάφερνε. Εκείνη την ώρα πέρασε από κοντά του ένας άλλος άγριος ταύρος και ο Τίτορμος τον έπιασε με το άλλο του χέρι, από τον πόδι και αυτόν. Και έτσι κρατούσε με τα δύο του χέρια, ταυτόχρονα, δύο αγριότατους ταύρους! Ο Μίλων ο Κροτωνιάτης που έβλεπε που έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια, αυτά τα θαυμαστά κατορθώματα του Τίτορμου του Αιτωλού, έμεινε έκθαμβος. Σήκωσε τότε τα χέρια του στον ουρανό και φώναξε:Ω, Ζευ Μην μας έστειλες άλλον τούτο Ηρακλή; Και από τότε λέγονταν η αρχαία έκφραση «Ούτος άλλος Ηρακλής» που την μεταχειρίζονταν οι Αρχαίοι Έλληνες όταν ήθελαν να συγκρίνουν τα εκπληκτικά κατορθώματα κανενός διάσημου αθλητή . Ο Μίλων ο Κροτωνιάτης ο διάσημος Ολυμπιονίκης της αρχαιότητας, αναγνωρίζοντας την μεγάλη αξία του Τίτορμου του Αιτωλού και τον παραδέχτηκε για ανώτερο του και έδειξε την δική του αξία στον Τίτορμο με τον δικό του τρόπο. Γιατί όταν ο Αιτωλός βουκόλος , ( που είχε ακούσει για την πολυφαγία του Κροτωνιάτη Ολυμπιονίκη), έσφαξε και ένα ολόκληρο μεγάλο ταύρο, κάθισε ο Μίλων και τον έφαγε ολόκληρο!
12/3/09
Βιβλιοπαρουσίαση: «Το Τοτέμ του Λύκου»

Το κλίμα αλλάζει. Όλοι, πολίτες, επιστήμονες, πολιτικοί, το διαπιστώνουν από τα ακραία καιρικά φαινόμενα που ταλαιπωρούν κάθε φορά και διαφορετική πλευρά του πλανήτη. Το επικαλούμενο «φαινόμενο του θερμοκηπίου», η αύξηση της θερμοκρασίας έχει ως επακόλουθο πολλές αλλαγές στη φύση: ξηρασία και εξαφάνιση πολλών ειδών. Και δεν πρόκειται παρά μόνο για την αρχή.Ο Κινέζος συγγραφέας Ζιάνγκ Ρονγκ στο βιβλίο του «Το τοτέμ του Λύκου» αποφασίζει να ασχοληθεί με το μεγαλύτερο ζήτημα που απασχολεί τον σύγχρονο άνθρωπο, το οποίο δεν είναι άλλο από την οικολογική κατάρρευση που απειλεί την ανθρωπότητα. Το θέμα του λοιπόν αποκτά οικουμενικό ενδιαφέρον. Ο άνθρωπος, ως λογικό ον που διαθέτει, νου, ευφυΐα και φαντασία είναι ο μεγάλος ένοχος της καταστροφής της φύσης με την άναρχη και αλόγιστη εκβιομηχάνιση, την εγκατάλειψη της υπαίθρου και συγκέντρωση του πληθυσμού στα μεγάλα κέντρα, την καταπάτηση και καταστροφή δασικών εκτάσεων, την σπατάλη του νερού, το κυνήγι σπάνιων ζώων και ψαριών και τις χιλιάδες χωματερές. Συνυπάρχουμε με τη φύση και όλα τα άλλα πλάσματα. Η φύση δεν είναι ένα προϊόν, αλλά το σπίτι μας. Δεν έχουμε, κανένα δικαίωμα να το καταστρέφουμε. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης, όχι κυρίαρχος. Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος έχει επιπτώσεις όχι μόνο σε μας αλλά και σε όλα τα άλλα πλάσματα….Ο συγγραφέας έχοντας ζήσει έντεκα χρόνια σε ένα καταυλισμό νομάδων στο Ολόν Μπουλάνγκ της εσωτερικής Μογγολίας, μας αφηγείται στο οικολογικό αυτό μυθιστόρημα, ότι ανακαλύπτει έναν κόσμο που δεν είχε ποτέ του φανταστεί: μια ειδυλλιακή απλή ζωή βασισμένη στην αιώνια μάχη μεταξύ λύκων και ανθρώπων, σ’ έναν συνεχή αγώνα για επιβίωση, την αξία της κοινότητας και της αλληλοβοήθειας, τη σημασία των συμβόλων, τα ήθη και έθιμα, την σκληρή ζωή των νομάδων της μογγολικής στέπας, την άγρια περηφάνια των ανθρώπων, τις παραδόσεις των νομάδων, το αίσθημα ελευθερίας και ανεξαρτησίας που έχουν αναπτύξει οι νομάδες από τη συμπεριφορά των λύκων, τις στρατηγικές των λύκων που εφαρμόστηκαν από τον Τζέγκινς Χαν και εφαρμόζονται σήμερα στην Κίνα στην εκπαίδευση επιχειρηματιών και στρατιωτών, ακόμη και στην κομματική οργάνωση, τον τρόπο που σκέφτονται οι νομάδες Μογγόλοι και οι συγκρούσεις τους με τους αγρότες Χαν, για την οικολογική καταστροφή που προκάλεσαν οι δεύτεροι με την μαζική καλλιέργεια.Το τοτεμικό σύμβουλο των νομάδων βοσκών είναι ο λύκος, ένα πλάσμα ελεύθερο, ανυπότακτο, το μόνο θηρίο που τα βάζει πάντα με άλλα δυνατότερα, που σαν νικηθεί, πεθαίνει σιωπηλός κοιτάζοντας κατάματα τον εχθρό, που δεν δαμάζεται, που δεν παραδίνεται ποτέ, που δεν ξεχνά ποτέ, που ουρλιάζει προς τον ουρανό, που ουρλιάζει στο φεγγάρι για να ακούγεται η φωνή του όσο πιο μακριά γίνεται, που είναι πιο έξυπνο από τον άνθρωπο, που λατρεύει το σκοτάδι, που είναι πιο ενωμένος και πιο επικεντρωμένος στην οικογένειά του από τους ανθρώπους, που προτιμά να πεθάνει παρά να ταπεινωθεί, που γνωρίζει τον καιρό, τη μορφολογία του εδάφους, που ξέρει στρατιωτική τακτική και στρατηγική, που είναι εξαιρετικά πειθαρχημένος, που δεν είναι άπληστος σαν τους ανθρώπους, που ο λύκος δεν σκοτώνει λύκο…..Εμείς είμαστε το μόνο είδος μέσα στη φύση, όπου ένα άτομο σκοτώνει το άλλο και μάλιστα μαζικά , τα θηρία είμαστε εμείς και κανένας άλλος, εμείς είμαστε οι… λύκοι του λύκου.Το τοτέμ του λύκου είναι η ψυχή του βοσκότοπου, το σύμβολο του ελεύθερου κι αδάμαστου πνεύματος των κατοίκων του, που έχει γαλουχήσει αμέτρητους Μογγόλους νομάδες και πολεμιστές και στο μυθιστόρημα του Ζιάνγκ Ρονγκ αποκτά συμβολικές διαστάσεις και ενσαρκώνει τη συνείδηση την οποία οφείλει να αποκτήσει ο κινέζικος λαός για να αλλάξει το πεπρωμένο του.«…Τελικά, νομίζω ότι δε βλέπεις το λύκο ως πραγματικό τοτέμ., Ξέρεις τι είναι; Μια πνευματική δύναμη ένα προς δέκα, προς εκατό, χίλιους, δέκα χιλιάδες. Προστατεύει τη μεγάλη ζωή στο βοσκότοπο. Ο ουρανός ανέκαθεν έβλεπε τη μεγάλη ζωή να κουμαντάρει τη μικρή, ότι η ζωή του ουρανού κουμαντάρει εκείνη των ανθρώπων. Δίχως τη ζωή του Ουρανού και της γης, τις είδους μικρή ζωή θα απέμενε για τους ανθρώπους; Αν τιμάς πραγματικά το τοτέμ του λύκου, πρέπει να στηρίξεις τον ουρανό και τη γη, τη φύση και τη μεγάλη ζωή του βοσκότοπου, οφείλεις να συνεχίσεις να παλεύεις όσο υπάρχει έστω κι ένας λύκος. Πίστεψε στην ιδέα ότι η μοίρα αλλάζει. Ο Τένγκερ θα προστατέψει τα βοσκοτόπια. Αν στηρίξεις τη μεγάλη ζωή, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να πεθάνεις μαζί με τις δυνάμεις που προσπαθούν να την καταστρέψουν. Η ψυχή σου θα ανεβεί στον Τένγκερ. Αυτός είναι άξιος θάνατος! Οι περισσότεροι λύκοι του βοσκότοπου πεθαίνουν στη μάχη!...».Το βραβευμένο αυτό μυθιστόρημα του Ζιανγκ Ρονγκ δεν κινητοποιεί μόνο τη συγκίνηση του αναγνώστη, αλλά σε καλεί να βυθιστείς στην αφήγηση, μια συνεκτική κινηματογραφική αφήγηση, που φωτίζει, δίχως ανούσιο εξωτισμό, την ψυχή και τον Μογγολικό – Κινεζικό τόπο, που αποδεικνύεται φιλόξενος μόνον για όσους έχουν μάτια να δουν πέρα από τον ορίζοντά του…
Ένα επικό μυθιστόρημα και ταυτόχρονα πολιτικό βιβλίο και οικολογικό μανιφέστο σε αφηγηματική μορφή.
Την άνοιξη του 2002 το 80% των λιβαδιών στο βοσκότοπο του Ολόν Μπουλάνγκ είναι πια έρημος. Σαν την έρημο Γκόμπι της Μογγολίας, σαν την έρημο Σαχάρα της Αφρικής. Η έρημος με τα παραμορφωτικά της είδωλα θα εκτρέψει τον ήρωα Τσεν Ζεν από την αθωότητα στην κοίτη της γνώσης και της ήδη συντελεσμένης οικολογικής καταστροφής.Βλέπουμε με συμπάθεια όσους παλεύουν με νύχια και δόντια (οι περιβαλλοντικές οργανώσεις στην Ελλάδα είναι : Greenpeace, Αρκτούρος, Ελληνικό Κέντρο Περίθαλψης Άγριων Ζώων, Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση – WWF Ελλάς) για τη διάσωση όσων ακόμη μπορούν να σωθούν (ζώα ή φυτά) αρκεί η δράση τους να μην προσκρούει στο μικρό ατομικό μας συμφέρον. Όμως όλοι βλέπουμε τη Γκόμπι και τη Σαχάρα και δεν βλέπουμε τον κόκκο της άμμου, την ατομική μας ευθύνη στην οικολογική καταστροφή. Όσο δε αποποιούμαστε αυτήν την ευθύνη, τόσο περισσότερο στερούμε από την επόμενη γενιά τη δυνατότητα να ζήσει σε ένα περιβάλλον αξιοβίωτο. Τελικά η Σαχάρα και η Γκόμπι είναι μέσα μας…
Σήμερα ο λύκος κινδυνεύει περισσότερο από την Κοκκινοσκουφίτσα!!!
«…Όλοι λένε πόσο υπέφερε ο τελευταίος αυτοκράτορας της Κίνας, σκεφτόταν ο Τσεν προχωρώντας πλάι του. Μα ο Μπίλτζι, ο τελευταίος νομάδας βοσκός υποφέρει πολύ περισσότερο. Πρέπει να είναι πιο δύσκολο να αποδεχτείς την καταστροφή ενός βοσκότοπου που μετρά δέκα χιλιάδες χρόνια ζωής από το να γίνεις μάρτυρας στην ανατροπή μιας χιλιόχρονης δυναστείας. Ο άλλοτε δραστήριος άνδρας είχε κλονιστεί, δάκρυα άρχισαν να κυλούν στις ρυτίδες του προσώπου του και να πέφτουν στις τούφες με τις άγριες μαργαρίτες.Ο ηλικιωμένος κλυδωνιζόταν στη σέλα καθώς το άλογό του προχωρούσε με βήματα βαριά. Έπειτα έκλεισε τα μάτια. Βραχνοί ήχοι βγήκαν από το λαρύγγι του και μπερδεύτηκαν με την ευωδιά από το καταπράσινο χορτάρι και τις μαργαρίτες. Στον Τσεν τα λόγια φάνηκαν σαν παιδικό τραγουδάκι:“Κελαηδούν οι κορυδαλλοί, έφτασε η άνοιξη,φωνάζουν οι μαρμότες, οι ορχιδέες άνθισαν,γκρίζοι γερανοί πετούν, ήρθαν οι βροχές,τα λυκόπουλα πετούν, ήρθαν οι βροχές”.Ο Τσεν Ζεν αναρωτήθηκε αν το ίδιο τραγουδάκι έλεγαν κάποτε τα παιδιά των Κουάν – ρονγκ, των Ούννων, των Τούρκων, των Τουνγκούς και των Κιτάν, αλλά και οι απόγονοι του Τζένγκινς Χαν. Θα τραγουδούσαν άραγε στο μέλλον και τα παιδιά του βοσκότοπου; Θα το καταλάβαιναν; Ή θα ήταν γεμάτα ερωτήσεις; Τι είναι οι κορυδαλλοί; Τι είναι η μαρμότα; Και οι γκρίζοι γερανοί; Οι λύκοι; Οι αγριόπαπιες; Τι είναι οι ορχιδέες; Πως είναι μια μαργαρίτα;….».
Βιογραφικό συγγραφέα
Ο Ζιανγκ Ρονγκ (ψευδώνυμο του Λου Τζιαμίν) γεννήθηκε στο Πεκίνο το 1946 και είναι καθηγητής πανεπιστημίου Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών στο Πεκίνο. Ο συγγραφέας είχε φυλακιστεί για δύο χρόνια λόγω του ρόλου του στην εξέγερση των φοιτητών της πλατείας Τιεν – Αν – Μεν, ενώ ακόμα και σήμερα απαγορεύεται να διδάξει στο πανεπιστήμιο.Το «Τοτέμ του Λύκου» είναι το πρώτο του βιβλίο. Βασίζεται στις εμπειρίες που έζησε ο συγγραφέας όταν εργάστηκε εθελοντικά στις άγονες στέπες της Εσωτερικής Μογγολίας κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης από το 1967 μέχρι το 1978 και όπου γνώρισε και έμαθε από κοντά τη ζωή των νομάδων και των λύκων. Χρειάστηκαν 30 χρόνια μελέτης και συλλογής και 6 χρόνια συγγραφής για να ολοκληρωθεί το βιβλίο, το οποίο τιμήθηκε με το Man Asian Booker και έχει κάνει περισσότερο από 20.000.000 πωλήσεις στην Κίνα. Τα δικαιώματά του έχουν πουληθεί σε 24 χώρες και ετοιμάζεται η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων της Κίνας .
Γράφει: ο ΚώσταςΤραχανάς
ΥΓ. Θα πρότεινα στους αναγνώστες, αφού διαβάσουν το οικολογικό αριστούργημα «Το Τοτέμ του λύκου» να ξαναδιαβάζουν τα κλασσικά ήδη οικολογικά βιβλία: «Ο Ασπροδόντης» του Τζακ Λόντον, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, «Λύκοι, σας παρακαλώ μην κλαίτε» του Φάρλεϋ Μόατ, εκδόσεις Χατζηνικολή, και «Το σμήνος» του Φρανκ Σέτσινγκ» εκδόσεις Καστανιώτη.
Ένα επικό μυθιστόρημα και ταυτόχρονα πολιτικό βιβλίο και οικολογικό μανιφέστο σε αφηγηματική μορφή.
Την άνοιξη του 2002 το 80% των λιβαδιών στο βοσκότοπο του Ολόν Μπουλάνγκ είναι πια έρημος. Σαν την έρημο Γκόμπι της Μογγολίας, σαν την έρημο Σαχάρα της Αφρικής. Η έρημος με τα παραμορφωτικά της είδωλα θα εκτρέψει τον ήρωα Τσεν Ζεν από την αθωότητα στην κοίτη της γνώσης και της ήδη συντελεσμένης οικολογικής καταστροφής.Βλέπουμε με συμπάθεια όσους παλεύουν με νύχια και δόντια (οι περιβαλλοντικές οργανώσεις στην Ελλάδα είναι : Greenpeace, Αρκτούρος, Ελληνικό Κέντρο Περίθαλψης Άγριων Ζώων, Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση – WWF Ελλάς) για τη διάσωση όσων ακόμη μπορούν να σωθούν (ζώα ή φυτά) αρκεί η δράση τους να μην προσκρούει στο μικρό ατομικό μας συμφέρον. Όμως όλοι βλέπουμε τη Γκόμπι και τη Σαχάρα και δεν βλέπουμε τον κόκκο της άμμου, την ατομική μας ευθύνη στην οικολογική καταστροφή. Όσο δε αποποιούμαστε αυτήν την ευθύνη, τόσο περισσότερο στερούμε από την επόμενη γενιά τη δυνατότητα να ζήσει σε ένα περιβάλλον αξιοβίωτο. Τελικά η Σαχάρα και η Γκόμπι είναι μέσα μας…
Σήμερα ο λύκος κινδυνεύει περισσότερο από την Κοκκινοσκουφίτσα!!!
«…Όλοι λένε πόσο υπέφερε ο τελευταίος αυτοκράτορας της Κίνας, σκεφτόταν ο Τσεν προχωρώντας πλάι του. Μα ο Μπίλτζι, ο τελευταίος νομάδας βοσκός υποφέρει πολύ περισσότερο. Πρέπει να είναι πιο δύσκολο να αποδεχτείς την καταστροφή ενός βοσκότοπου που μετρά δέκα χιλιάδες χρόνια ζωής από το να γίνεις μάρτυρας στην ανατροπή μιας χιλιόχρονης δυναστείας. Ο άλλοτε δραστήριος άνδρας είχε κλονιστεί, δάκρυα άρχισαν να κυλούν στις ρυτίδες του προσώπου του και να πέφτουν στις τούφες με τις άγριες μαργαρίτες.Ο ηλικιωμένος κλυδωνιζόταν στη σέλα καθώς το άλογό του προχωρούσε με βήματα βαριά. Έπειτα έκλεισε τα μάτια. Βραχνοί ήχοι βγήκαν από το λαρύγγι του και μπερδεύτηκαν με την ευωδιά από το καταπράσινο χορτάρι και τις μαργαρίτες. Στον Τσεν τα λόγια φάνηκαν σαν παιδικό τραγουδάκι:“Κελαηδούν οι κορυδαλλοί, έφτασε η άνοιξη,φωνάζουν οι μαρμότες, οι ορχιδέες άνθισαν,γκρίζοι γερανοί πετούν, ήρθαν οι βροχές,τα λυκόπουλα πετούν, ήρθαν οι βροχές”.Ο Τσεν Ζεν αναρωτήθηκε αν το ίδιο τραγουδάκι έλεγαν κάποτε τα παιδιά των Κουάν – ρονγκ, των Ούννων, των Τούρκων, των Τουνγκούς και των Κιτάν, αλλά και οι απόγονοι του Τζένγκινς Χαν. Θα τραγουδούσαν άραγε στο μέλλον και τα παιδιά του βοσκότοπου; Θα το καταλάβαιναν; Ή θα ήταν γεμάτα ερωτήσεις; Τι είναι οι κορυδαλλοί; Τι είναι η μαρμότα; Και οι γκρίζοι γερανοί; Οι λύκοι; Οι αγριόπαπιες; Τι είναι οι ορχιδέες; Πως είναι μια μαργαρίτα;….».
Βιογραφικό συγγραφέα
Ο Ζιανγκ Ρονγκ (ψευδώνυμο του Λου Τζιαμίν) γεννήθηκε στο Πεκίνο το 1946 και είναι καθηγητής πανεπιστημίου Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών στο Πεκίνο. Ο συγγραφέας είχε φυλακιστεί για δύο χρόνια λόγω του ρόλου του στην εξέγερση των φοιτητών της πλατείας Τιεν – Αν – Μεν, ενώ ακόμα και σήμερα απαγορεύεται να διδάξει στο πανεπιστήμιο.Το «Τοτέμ του Λύκου» είναι το πρώτο του βιβλίο. Βασίζεται στις εμπειρίες που έζησε ο συγγραφέας όταν εργάστηκε εθελοντικά στις άγονες στέπες της Εσωτερικής Μογγολίας κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης από το 1967 μέχρι το 1978 και όπου γνώρισε και έμαθε από κοντά τη ζωή των νομάδων και των λύκων. Χρειάστηκαν 30 χρόνια μελέτης και συλλογής και 6 χρόνια συγγραφής για να ολοκληρωθεί το βιβλίο, το οποίο τιμήθηκε με το Man Asian Booker και έχει κάνει περισσότερο από 20.000.000 πωλήσεις στην Κίνα. Τα δικαιώματά του έχουν πουληθεί σε 24 χώρες και ετοιμάζεται η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων της Κίνας .
Γράφει: ο ΚώσταςΤραχανάς
ΥΓ. Θα πρότεινα στους αναγνώστες, αφού διαβάσουν το οικολογικό αριστούργημα «Το Τοτέμ του λύκου» να ξαναδιαβάζουν τα κλασσικά ήδη οικολογικά βιβλία: «Ο Ασπροδόντης» του Τζακ Λόντον, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, «Λύκοι, σας παρακαλώ μην κλαίτε» του Φάρλεϋ Μόατ, εκδόσεις Χατζηνικολή, και «Το σμήνος» του Φρανκ Σέτσινγκ» εκδόσεις Καστανιώτη.
Το τοτέμ του λύκου.
"Η ζωή ενός φοιτητή στα χρόνια της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα. Τα χρόνια που παρέμεινε στο άγριο μα φυσικό και αμόλυντο περιβάλλον της εσωτερικής Μογγολίας, οι σχέσεις του, οι γηγενείς φίλοι του, οι λύκοι, και οι σκληροί κανόνες ζωής. Μια αδιάκοπη πάλη για την, και με τη, Φύση και η τελικές συνέπειες του «εκπολιτισμού» της".
Συγγραφέας:Ζιανίγκ Ρόνγκ
Τίτλος:Το τοτέμ του λύκου
Μετάφραση:Xρύσα Μπανιά
Εκδότης:Εκδόσεις Ψυχογιός
Τίτλος:Το τοτέμ του λύκου
Μετάφραση:Xρύσα Μπανιά
Εκδότης:Εκδόσεις Ψυχογιός
Ο Ζιανγκ Ρόνγκ (Λου Τζιανμίν) γεννήθηκε στο Πεκίνο το 1946 και είναι καθηγητής πανεπιστημίου. Παρ’εμεινε φυλακισμένος για δυο χρόνια για το ρόλο του στην εξέγερση της πλατείας Τιεν-αν-μεν, ενώ ακόμα και σήμερα απαγορεύεται να διδάξει στο πανεπιστήμιο. Για το βιβλίο του αυτό, αποτέλεσμα πολυετών μελετών και προσωπικών εμπειριών, τιμήθηκε με το Man Asian Literary Prize.
Το τοτέμ, σαν λέξη, «είναι ζώο, πράγμα, ή φυσικό φαινόμενο το οποίο θεωρείται ότι με υπερφυσικό, μυστηριακό τρόπο, έχει αποκτήσει συγγένεια με άτομο, ομάδα ατόμων ή φυλή και λατρεύεται ως βοηθός των ανθρώπων» (Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη). Ο λύκος ανέκαθεν ασκούσε μια σαγήνη στον άνθρωπο γι’ αυτό και η λέξη πρωταγωνιστεί σε πολλά βιβλία και ταινίες. Στο βιβλίο αυτό όμως, ο λύκος έχει αναγορευτεί σε τοτέμ για τις Μογγολικές φυλές, που ζούσαν στην εσωτερική Μογγολία, στα βόρεια της Κίνας. Ο συγγραφέας, που σαν φοιτητής στην μορφωτική επανάσταση του Μάο Τσε Τουνγκ βρέθηκε εκεί για αναδιαπαιδαγώγηση και έζησε σαν τους ντόπιους για λίγα χρόνια, βάζει τον πρωταγωνιστή του, φοιτητή Τσεν Ζεν, να ζήσει στις άγριες συνθήκες της περιοχής, σε ένα φυσικό απείραχτο περιβάλλον με τρομερές εναλλαγές στις θερμοκρασίες και πολύ βαριούς χειμώνες. Στην περιοχή, που έχουν ήδη εισβάλλει οι πολιτιστικές ορδές των Κόκκινων φρουρών, που θα εκπολίτιζαν ανθρώπους και … περιβάλλον, τα άτομα είναι οργανωμένοι σε ταξιαρχίες, σώματα κ.λ.π. σαν στρατιωτικές μονάδες. Επιβραβεύονται ή τιμωρούνται με μόρια. Οι ανάγκες για σιτηρά για τον υπερπληθυσμό, αλλά και η αμάθεια ή/και ο φανατισμός του κάθε νεόκοπου επαναστάτη οδηγούν τις επιλογές τους για τις επεμβάσεις τους στην αιώνια ζωή της Φύσης. Η Λογική τους, ισχυρή και ασυμβίβαστη, κυριολεκτικά άτοπη όμως, αγνοεί και κυνηγά αμείλικτα και το λύκο που συνέβαλλε καθημερινά στην διατήρηση της υγείας του περιβάλλοντος. Μια συμβολή που προς τιμήν της, αλλά και σε με τον θαυμασμό για τον αδάμαστο χαρακτήρα του, τον είχε κάνει Τοτέμ για όσους ζούσαν αιώνες εκεί. Το τίμημα της εκπολιτιστικής επέμβασης, πανάκριβο, μόνιμο και ανεξίτηλο, θα το πληρώσει η μέχρι τότε επί αιώνες επιβιώσασα φύση.
Σε βιβλία σαν και αυτό θεωρώ πως δεν ταιριάζει να μιλάει κανείς για πλοκή με τα συνήθη μέτρα και σταθμά. Το Τοτέμ του Λύκου δεν είναι μια ακόμα ιστορία. Είναι ένα πραγματικό έπος για την παρθένα Φύση και για την ζωή ξεχωριστών ανθρώπων, που δύσκολα συναντάς πια γιατί αλέθονται από τους κανόνες της εμπορευματοποίησης . Η πλοκή βρίσκεται στην περιγραφή της κάθε ημέρας του καθενός από αυτούς που ακόμα και μια απλή πράξη τους, τι πράξη όμως, αν και ακαλλιέργητη από συγγραφικές τεχνικές, κρατάει άρρηκτα δεμένο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Τον παρασέρνει να ανασαίνει εκεί όπου ούτε η φαντασία του δεν θα είχε την δυνατότητα να τον πάει. Η πλοκή ζωντανεύει στα λόγια του γηραλέου Μπίλτζι, που είναι φορτωμένος από την σοφία της ζωής, στα ανέγγιχτα από τον άνθρωπο βοσκοτόπια, στα παιχνίδια και την αξιοπρέπεια του λυκόπουλου. Η πλοκή της καθημερινότητας ξεχειλίζει στα χέρια γυναικών αλλά και μικρών παιδιών, σε ψυχές «με ψυχή», που μοιάζουν σε πολλά με του Λύκου. Όλα μαζί σε παρασέρνουν σε αλλιώτικες προσεγγίσεις γεγονότων, εξελίξεων και εκτιμήσεων, σε μια επική πλοκή αληθινής ζωής. Οι λογικές της άμετρης αύξησης της παραγωγής , και τα επιχειρήματα που λογικοφανώς παραγνωρίζουν τον βιασμό της Φύσης, καταρρίπτονται από απλές παρατηρήσεις της μέσα στον χρόνο. Ποιος όμως τις βλέπει;
Η γλώσσα του Ζιανγκ Ρονγκ, είναι απλή. Κυλάει όμορφα και χωρίς να το καταλαβαίνεις, λειτουργώντας σαν κρυμμένος λύκος, σε παρασέρνει μυστηριακά ολοζώντανο μέσα σε σκηνές άγριας μάχης επιβίωσης (ανθρώπων ή λύκων) ή γαληνεμένης παρατήρησης της φύσης σε ένα αμόλυντο περιβάλλον. Αν ο Τζακ Λόντον έγινε γνωστός από το γράψιμό του για την φύση, και αν ο Ασπροδόντης έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο για την συμπεριφορά του, το λυκόπουλο του Τσεν Ζεν, η περιγραφόμενη παρθένα φύση μα και η καταστροφή της, αλλά και η «τύφλωση» του ανθρώπου, κάνουν αυτό το βιβλίο να δικαιούται να γίνει ένα είδος τοτέμ σε όλους μας. Τοτέμ που θα μας βοηθήσει να επιμένουμε ώστε να πάψει η ζωή να μετριέται με όρους αριθμών: δείκτες πωλήσεων, παραγωγής, τηλεθέασης, μπλα…μπλα…. Ένα Τοτέμ, που θα μας βοηθήσει να γελάμε αδιάφορα σε εκείνους, επιστήμονες ή μη, που παρ’ ότι καθημερινά διαπιστώνουν τις κραυγές διαμαρτυρίας της Γης λόγω του βιασμού της, ψιθυρίζουν «δεν έχει αποδειχτεί ακόμα», παραγνωρίζοντας πως η απόδειξη θα έρθει, οριστική και αμετάκλητη, με τον θάνατό του πλανήτη.
Γιώργος Πιπερόπουλος
Το τοτέμ, σαν λέξη, «είναι ζώο, πράγμα, ή φυσικό φαινόμενο το οποίο θεωρείται ότι με υπερφυσικό, μυστηριακό τρόπο, έχει αποκτήσει συγγένεια με άτομο, ομάδα ατόμων ή φυλή και λατρεύεται ως βοηθός των ανθρώπων» (Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη). Ο λύκος ανέκαθεν ασκούσε μια σαγήνη στον άνθρωπο γι’ αυτό και η λέξη πρωταγωνιστεί σε πολλά βιβλία και ταινίες. Στο βιβλίο αυτό όμως, ο λύκος έχει αναγορευτεί σε τοτέμ για τις Μογγολικές φυλές, που ζούσαν στην εσωτερική Μογγολία, στα βόρεια της Κίνας. Ο συγγραφέας, που σαν φοιτητής στην μορφωτική επανάσταση του Μάο Τσε Τουνγκ βρέθηκε εκεί για αναδιαπαιδαγώγηση και έζησε σαν τους ντόπιους για λίγα χρόνια, βάζει τον πρωταγωνιστή του, φοιτητή Τσεν Ζεν, να ζήσει στις άγριες συνθήκες της περιοχής, σε ένα φυσικό απείραχτο περιβάλλον με τρομερές εναλλαγές στις θερμοκρασίες και πολύ βαριούς χειμώνες. Στην περιοχή, που έχουν ήδη εισβάλλει οι πολιτιστικές ορδές των Κόκκινων φρουρών, που θα εκπολίτιζαν ανθρώπους και … περιβάλλον, τα άτομα είναι οργανωμένοι σε ταξιαρχίες, σώματα κ.λ.π. σαν στρατιωτικές μονάδες. Επιβραβεύονται ή τιμωρούνται με μόρια. Οι ανάγκες για σιτηρά για τον υπερπληθυσμό, αλλά και η αμάθεια ή/και ο φανατισμός του κάθε νεόκοπου επαναστάτη οδηγούν τις επιλογές τους για τις επεμβάσεις τους στην αιώνια ζωή της Φύσης. Η Λογική τους, ισχυρή και ασυμβίβαστη, κυριολεκτικά άτοπη όμως, αγνοεί και κυνηγά αμείλικτα και το λύκο που συνέβαλλε καθημερινά στην διατήρηση της υγείας του περιβάλλοντος. Μια συμβολή που προς τιμήν της, αλλά και σε με τον θαυμασμό για τον αδάμαστο χαρακτήρα του, τον είχε κάνει Τοτέμ για όσους ζούσαν αιώνες εκεί. Το τίμημα της εκπολιτιστικής επέμβασης, πανάκριβο, μόνιμο και ανεξίτηλο, θα το πληρώσει η μέχρι τότε επί αιώνες επιβιώσασα φύση.
Σε βιβλία σαν και αυτό θεωρώ πως δεν ταιριάζει να μιλάει κανείς για πλοκή με τα συνήθη μέτρα και σταθμά. Το Τοτέμ του Λύκου δεν είναι μια ακόμα ιστορία. Είναι ένα πραγματικό έπος για την παρθένα Φύση και για την ζωή ξεχωριστών ανθρώπων, που δύσκολα συναντάς πια γιατί αλέθονται από τους κανόνες της εμπορευματοποίησης . Η πλοκή βρίσκεται στην περιγραφή της κάθε ημέρας του καθενός από αυτούς που ακόμα και μια απλή πράξη τους, τι πράξη όμως, αν και ακαλλιέργητη από συγγραφικές τεχνικές, κρατάει άρρηκτα δεμένο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Τον παρασέρνει να ανασαίνει εκεί όπου ούτε η φαντασία του δεν θα είχε την δυνατότητα να τον πάει. Η πλοκή ζωντανεύει στα λόγια του γηραλέου Μπίλτζι, που είναι φορτωμένος από την σοφία της ζωής, στα ανέγγιχτα από τον άνθρωπο βοσκοτόπια, στα παιχνίδια και την αξιοπρέπεια του λυκόπουλου. Η πλοκή της καθημερινότητας ξεχειλίζει στα χέρια γυναικών αλλά και μικρών παιδιών, σε ψυχές «με ψυχή», που μοιάζουν σε πολλά με του Λύκου. Όλα μαζί σε παρασέρνουν σε αλλιώτικες προσεγγίσεις γεγονότων, εξελίξεων και εκτιμήσεων, σε μια επική πλοκή αληθινής ζωής. Οι λογικές της άμετρης αύξησης της παραγωγής , και τα επιχειρήματα που λογικοφανώς παραγνωρίζουν τον βιασμό της Φύσης, καταρρίπτονται από απλές παρατηρήσεις της μέσα στον χρόνο. Ποιος όμως τις βλέπει;
Η γλώσσα του Ζιανγκ Ρονγκ, είναι απλή. Κυλάει όμορφα και χωρίς να το καταλαβαίνεις, λειτουργώντας σαν κρυμμένος λύκος, σε παρασέρνει μυστηριακά ολοζώντανο μέσα σε σκηνές άγριας μάχης επιβίωσης (ανθρώπων ή λύκων) ή γαληνεμένης παρατήρησης της φύσης σε ένα αμόλυντο περιβάλλον. Αν ο Τζακ Λόντον έγινε γνωστός από το γράψιμό του για την φύση, και αν ο Ασπροδόντης έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο για την συμπεριφορά του, το λυκόπουλο του Τσεν Ζεν, η περιγραφόμενη παρθένα φύση μα και η καταστροφή της, αλλά και η «τύφλωση» του ανθρώπου, κάνουν αυτό το βιβλίο να δικαιούται να γίνει ένα είδος τοτέμ σε όλους μας. Τοτέμ που θα μας βοηθήσει να επιμένουμε ώστε να πάψει η ζωή να μετριέται με όρους αριθμών: δείκτες πωλήσεων, παραγωγής, τηλεθέασης, μπλα…μπλα…. Ένα Τοτέμ, που θα μας βοηθήσει να γελάμε αδιάφορα σε εκείνους, επιστήμονες ή μη, που παρ’ ότι καθημερινά διαπιστώνουν τις κραυγές διαμαρτυρίας της Γης λόγω του βιασμού της, ψιθυρίζουν «δεν έχει αποδειχτεί ακόμα», παραγνωρίζοντας πως η απόδειξη θα έρθει, οριστική και αμετάκλητη, με τον θάνατό του πλανήτη.
Γιώργος Πιπερόπουλος
Τζακ Λόντον.
Αμερικανός συγγραφέας που έγραψε πάνω από 50 βιβλία όπως «Το κάλεσμα της άγριας φύσης», «Μάρτιν Ήντεν», «Ο θαλασσόλυκος», «Οι άνθρωποι της αβύσσου».Πρωτοπόρος στην αγορά της εμπορικής μυθιστοριογραφίας σε λαϊκά περιοδικά, υπήρξε από τους πρώτους Αμερικανούς συγγραφείς που έκανε τεράστια οικονομική περιουσία μόνο από την συγγραφή βιβλίων. Γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1876 στο Σαν Φρανσίσκο και πέθανε στις 22 Νοεμβρίου 1916.
Σύντομο βιογραφικό.
Ο Τζακ Λόντον πιθανότατα να είχε στην αρχή της ζωής του το επώνυμο Chaney, επειδή ως βιολογικός πατέρας του φέρεται ο αστρολόγος Γουίλιαμ Τσάνεϋ. Εντούτοις τα μητρώα του Σαν Φρανσίσκο καταστράφηκαν σε σεισμό και δεν υπάρχουν πιστοποιητικά γάμου των γονέων του αλλά ούτε και πιστοποιητικό γέννησης του ίδιου. Μητέρα του ήταν πάντως η μουσικός και πνευματίστρια Φλώρα Γουέλμαν, μια ατίθαση και προοδευτική προσωπικότητα, με πολλές ανησυχίες και ενδιαφέροντα. Η Γουέλμαν έμεινε έγκυος και σύμφωνα με την ίδια, ο Τσάνεϋ της ζήτησε να προχωρήσει σε άμβλωση επειδή δεν ήθελε παιδιά. Εκεινη για να τον μεταπείσει αυτοπυροβολήθηκε. Εντούτοις ούτε η απόπειρα αυτοκτονίας έφερε απότέλεσμα και ο Τσάνεϋ την εγκατέλειψε. Τότε η Γουέλμαν πήρε το νεογέννητο αγόρι της και πήγε στο Οκλαντ, όπου λίγο αργότερα γνώρισε τον χήρο, ανάπηρο πολέμου Τζον Λόντον. Αυτός είχε δύο μικρές κόρες και αρκετά οικονομικά προβλήματα. Αναγνώρισε το γιο της Γουέλμαν και τον κατέγραψαν στα μητρώα ως Τζονι Λόντον -ο ίδιος άλλαξε το Τζόνι σε Τζακ όταν ενηλικιώθηκε.Σε ηλικία περίπου 20 χρόνων πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι ο Λόντον δεν ήταν ο βιολογικός του πατέρας και απευθύνθηκε στον Τσάνεϋ. Αυτός υποστήριξε ότι δεν είχε παντρευτεί την Γουέλμαν (παρ' ότι παντρεύτηκε πάνω από 4 φορές στη ζωή του) και ότι την εποχή που συζούσαν ήταν στείρος και δεν μπορούσε κατά συνέπεια να είναι ο πατέρας του. Υπαινιχθηκε επίσης ότι η Φλώρα Γουέλμαν στο ίδιο διάστημα διατηρούσε παράλληλες ερωτικές σχέσεις. Εντούτοις μια βιογράφος του Τζακ Λόντον, η Clarice Stasz σημειώνει ότι στα απομνημονεύματά του, ο Τσάνεϋ, αναφέρεται στην Γουελμαν "ως σύζυγό του". Επίσης, ότι σε ένα δημοσίευμα της εποχής η μητέρα του συγγραφέα αποκαλείται "Φλώρα Γουέλμαν Τσάνεϋ ". Ο Τσάνεϋ σύμφωνα με την Stasz, ήταν μια πολυδιάστατη και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που ασχοληθηκε κυρίως με την αστρολογία -πολλοί αστρολόγοι θεωρούν μάλιστα ότι την μετέτρεψε από κομπογιαννιτισμό σε μια περισσότερο ακριβή μέθοδο» Ασχολήθηκε πάντως και με τη συγγραφή και με τη δημιοσογραφία και με πολλά άλλα επαγγέλματα.
Τα νεότερα χρόνια.
Ο Τζακ Λόντον γεννήθηκε κοντά στην Third and Brannan Streets του Σαν Φρανσίσκο. Το σπίτι στο οποίο ζούσε η μητέρα του με τον Τσάνεϋ κάηκε στον σεισμό του 1906. Το 1953 στήθηκε εκεί αναμνηστική πλακέτα από την "California Historical Society". Ο Λόντον υπήρξε στην πραγματικότητα αυτοδίδακτος, κυρίως διαβάζοντας βιβλία στην δημόσια βιβλιοθήκη του Σαν Φρανσίσκο. Το 1895 διάβασε το μυθιστόρημα Signa της Quida, που περιέγραφε τις περιπέτειες ενός ατίθασου αγροτόπαιδου, που κατόρθωσε να γίνει φημισμένος καλλιτέχνης της Όπερας. Η επιτυχία αυτού του αγοριού του ενέπνευσε την λαχτάρα να πετύχει κι ο ίδιος στη λογοτεχνία.
Ένα ακόμη σημαντικό γεγονός υπήρξε η επαφή του με την βιβλιοθήκη του Όκλαντ και με την επιμελήτρια της βιβλιοθήκης Ίνας Κούλμπριθ, η οποία αργότερα έγινε εθνική ποιήτρια και ένα από τα πλέον σημαντικά πρόσωπα στο λογοτεχνικό κύκλο του Σαν Φρανσίσκο.
Αφού για αρκετό καιρό απασχολήθηκε ωςεργάτης και σαν μέλος του "Kelly's Army", επέστρεψε στο Όκλαντ και ξεκίνησε να φοιτά στο γυμνάσιο, όπου άρχισε να γράφει άρθρα στο περιοδικό του γυμνασίου. Η πρώτη ιστορία που δημοσίευσε είχε τίτλο «Τυφώνας στις ακτές της Ιαπωνίας». Σε αυτήν περιέγραφε τις εμπειρίες του ως ναυτικός.
Διακαής πόθος του Τζακ Λόντον ήταν να φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Έτσι, το καλοκαίρι του 1896, έπειτα από εξοντωτικό διάβασμα τα κατάφερε, αλλά οικονομικές δυσκολίες τον ανάγκασαν να αφήσει τις σπουδές του το 1897 χωρίς να κατορθώσει ποτέ να αποφοιτήσει. Ο Κίνγκμαν έγραψε : «δεν υπάρχουν αναφορές ότι ο Λόντον είχε δραστηριοποιηθεί συγγραφικά σε κάποιο φοιτητικό περιοδικό».
Την περίοδο που ο Λόντον ζούσε σε μια νοικιασμένη βίλα στο Λέικ Μέριτ (Lake Merritt) στο Όκλαντ, συναντά τον ποιητή Τζωρτζ Στέρλινγκ και από εκείνη τη στιγμή οι δυο τους γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Το 1902 Ο Στέρλινγκ βοηθά τον Λόντον να βρει το δικό του σπίτι κοντά στο Πίντομντ. Στην αλληλογραφία που διατηρούσαν οι Λόντον και Στέρλινγκ ο Λόντον τον προσφωνεί σα «Έλληνα» εξ αιτίας της αετίσιας μύτης του και του κλασικού του προφίλ, υπογράφοντας σαν «Λύκος». Ο Λόντον αργότερα εμπνέεται και περιγράφει τον φίλο του ως Ρας Μπρίσεντεν (Russ Brissenden) στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Μάρτιν Ήντεν» το 1909 και σαν Μαρκ Χωλ (Mark Hall) στην «Κοιλάδα του Φεγγαριού» το 1913.
Προς το τέλος της ζωής του ο Λόντον είναι πλέον κάτοχος μια μεγάλης βιβλιοθήκης αποτελούμενης από 15.000 τίτλους. Κάνοντας λόγο για αυτήν αναφέρει ότι «ήταν το μέσον της επιτυχίας» του."
Στις 25 Ιουλίου του 1897 ο Λόντον και ο κουνιάδος του Τζέιμς Σέπαρντ σαλπάρουν για το Κλόνταϊκ, όπου ο πυρετός του χρυσού παρασύρει τους πάντες. Στο Κλόνταϊκ αργότερα θα διαδραματιστεί η πρώτη από τις ιστορίες του που θα σημειώσει επιτυχία. Η περίοδος αυτή θα αποβεί επιβλαβής για την υγεία του. Όπως και τόσοι άλλοι που έζησαν την περίοδο αυτή του «πυρετού του χρυσού» σε συνθήκες υποσιτισμού, ο Λόντον προσβάλλεται από σκορβούτο. Τα ούλα του άρχισαν να πρήζονται με αποτέλεσμα τελικά να χάσει τέσσερα από τα μπροστινά του δόντια. Ταυτόχρονα έχει επίμονο πόνο στην κοιλιά και στους μυς των ποδιών και το πρόσωπό του έχει γεμίσει με πληγές και έλκη. Ευτυχώς για κείνον, αλλά και για άλλους που είχαν προσβληθεί από διάφορες ασθένειες, ο ιερωμένος Ουΐλιαμ Τζατζ {William Judge), «Ο άγιος του Ντόσον», όπως τον αποκαλούσαν, παρείχε καταφύγιο, φροντίδα, τροφή και κάθε δυνατή ιατρική φροντίδα. Έτσι, ο Λόντον μπόρεσε να αναρρώσει και μπορεί να πει κανείς ότι η ζωή του σώθηκε χάρις στον Ιησουίτη ιερέα.
Ο Λόντον, επιβιώνοντας από τις κακουχίες του Κλόνταϊκ εμπνέεται εκείνη την εποχή το καλλίτερο αφήγημά του: Το «To Build a Fire».
Επιστρέφοντας στο Όκλαντ το 1898 εντείνει τις προσπάθειές του για να μπει δυναμικά στον χώρο των εκδόσεων, κάτι που περιγράφει αργότερα στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «Μάρτιν Ήντεν». Το πρώτο του αφήγημα που είδε δημοσιευμένο, ήταν το «Πάνω στα ίχνη του ανθρώπου». Το περιοδικό Overland Monthly του πρόσφερε μόνο 5 $ και ο Λόντον αρχίζει να σκέφτεται σοβαρά την συγγραφική του καριέρα, βιοποριστικά πλέον. Όταν οι εκδόσεις The Black Cat δέχονται το αφήγημά του «Χίλιοι θάνατοι» πληρώνοντας 40$, λέει «κυριολεκτικά και λογοτεχνικά ήταν σωτηρία για μένα εκείνα τα πρώτα χρήματα που κέρδισα».
Ο Λόντον ευτυχώς βρίσκεται στην καταλληλότερη εποχή για την συγγραφική του καριέρα. Ξεκινά την στιγμή που κάνει την εμφάνιση της μια νέα τυπογραφική τεχνολογία που ελαττώνει το κόστος στην έκδοση των περιοδικών. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την εκρηκτική ανάπτυξη στις πωλήσεις των περιοδικών ευρείας κυκλοφορίας και κάνει την αγορά των περιοδικών που δημοσιεύουν αφηγήματα πολύ ισχυρή. Το 1900 κερδίζει 2.500 $ από την πώληση των αφηγημάτων του, που σε σημερινά χρήματα (2007) είναι περίπου 25.000$ την ημέρα! Η καριέρα του βρίσκεται πλέον σε πολύ καλό δρόμο.
Μεταξύ των αφηγημάτων που πώλησε σε περιοδικά, ήταν και η «Μπατάβια» ή «Diable», δυο διαφορετικές εκδόσεις της ίδιας ιστορίας. Ένα σκληρός Γαλλοκαναδός φέρεται με σκληρό τρόπο στον σκύλο του, ο οποίος για να τον εκδικηθεί τον σκοτώνει. Ο Λόντον ήταν κριτικός στο να παρουσιάζει ένα σκύλο σαν ενσάρκωση ενός δαίμονα. Έλεγε ότι κάποιες φορές ο άνθρωπος συμπεριφέρεται με τόσο σκληρό τρόπο, που προκαλεί στα ζώα αντίστοιχη συμπεριφορά και αυτό ήταν κάτι που θα το δούμε και σε μετέπειτα ιστορίες του.
Ο πρώτος του γάμος (1900-1904).
Ο Τζακ Λόντον παντρεύτηκε την Μπες Μάντερν στις 7 Απριλίου 1900 την ίδια μέρα που δημοσιευόταν το αφήγημά του «Ο γιος του λύκου». Την Μπες την ήξερε πολλά χρόνια καθώς ήταν στο φιλικό του περιβάλλον. Η Stasz γράφει : «και οι δύο ήξεραν ότι δεν παντρεύονταν από αγάπη, αλλά από φιλία και από την πίστη ότι θα έκαναν υγιή παιδιά.»] Ο Κίνγκμαν έλεγε : «ένοιωθαν άνετα όταν βρίσκονταν μαζί.. Ο Τζακ το είχε ξεκαθαρίσει στην Μπες ότι δεν την αγαπούσε αλλά την συμπαθούσε τόσο ώστε του ήταν αρκετό για να την παντρευτεί»
Κατά την διάρκεια του γάμου του, ο Τζακ Λόντον συνέχισε την φιλία του με την συγγραφέα Άννα Στράνσκι την συνδημιουργό του «Οι επιστολές των Κάμπτον - Γουέϊς», μιας νουβέλας που είχε ως θέμα την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δυο γυναικών, που συζητούν φιλοσοφικά για την αγάπη. Η Άννα έγραφε σαν «Ντέιν Κάμπτον» που υποστήριζε την ρομαντική πλευρά του γάμου και ο Τζακ σαν «Χέρμπερτ Γουέϊς», όπου υπερασπιζόταν την επιστημονική άποψη, επηρεασμένος από τον Δαρβινισμό και την Ευγονική. Στο μυθιστόρημα αυτό οι φανταστικοί αυτοί αντίθετοι χαρακτήρες των δυο γυναικών, περιγράφονται σαν:
[Η πρώτη γυναίκα είναι] τρελή, ακόλαστη, θαυμάσια, ανήθικη και γεμάτη ζωή. Το αίμα μου σφυροκοπά καυτό ακόμα τώρα που δημιουργώ το χαρακτήρα αυτής της γυναίκας [η δεύτερη είναι] η περήφανη γυναίκα, η τέλεια μητέρα, το ζεστό αγκάλιασμα για ένα παιδί. Ξέρετε τον χαρακτήρα των γυναικών που όλοι τις ξέρουμε κι εγώ τις αποκαλώ σαν «μητέρες των ανθρώπων». Και όσο υπάρχουν στη γη τέτοιες γυναίκες θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε στους ανθρώπους. Η μια είναι η ερωτική γυναίκα, αλλά η άλλη είναι η γυναίκα μητέρα, το υψηλότερο και το ιερότερο στην ιεραρχία της ζωής.
Η Γουέϊς δηλώνει:
«Σκοπεύω να εξετάσω την υπόθεσή μου με λογική … για ποιο λόγο παντρεύομαι τον Χέστερ Στέμπινς. Δεν με ωθεί μια αρχέγονη κτηνώδης σεξουαλική παρόρμηση, ούτε κάποια παρωχημένη ρομαντική τρέλα. Ο λόγος αυτής της σχέσης είναι βασισμένος στην λογική, στην υγεία και την συμβατότητα. Ο νους μου θα απολαύσει αυτή τη σχέση»
Ο Λόντον εξηγώντας γιατί οδηγήθηκε σε ένα γυναικείο χαρακτήρα που σκοπεύει να παντρευτεί, εξηγεί μέσω της Γουέις:
«ήταν η φύση της Μητέρας που φωνάζει μέσα μας, στον κάθε άντρα και στην κάθε γυναίκα, ακατάπαυτα και αιώνια: «ΑΠΟΓΟΝΟΙ, ΑΠΟΓΟΝΟΙ, ΑΠΟΓΟΝΟΙ»
Στην συζυγική τους ζωή, ο Τζακ, αποκαλούσε την Μπες χαϊδευτικά σαν «μητέρα-κορίτσι» κι εκείνη τον φώναζε «μπαμπάς-αγόρι».
Το πρώτο τους παιδί, η Τζόαν, γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1901 και το δεύτερο η Μπέσυ (αργότερα την φώναζαν Μπέκυ) στις 20 Οκτωβρίου 1902.
Σε ένα φωτογραφικό λεύκωμα, του οποίου η Τζόαν Λόντον δημοσίευσε κάποια τμήματα στα απομνημονεύματά της «Ο Τζακ Λόντον και οι κόρες του», που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του, είναι εμφανής η ευτυχία που ένοιωθε ο Λόντον μαζί με τα παιδιά του. Ο γάμος του ήταν κάτω από συνεχές άγχος. Ο Κίνγκμαν (1979) λέει ότι από το 1903 «Η αποσύνθεση…φαινόταν αναπόφευκτη… η Μπέσυ εξαιρετική γυναίκα αλλά οι δυο τους ήταν εξαιρετικά αταίριαστοι. Δεν υπήρχε αγάπη. Ακόμα και η συντροφικότητα και ο σεβασμός είχαν φύγει μετά τον γάμο». Παρόλ' αυτά, «Ο Τζακ εξακολουθούσε να είναι τόσο καλός και ευγενικός με την Μπέσυ, ώστε ο Τζων Κλούντσλευ, που ήταν φιλοξενούμενος στο σπίτι τους το Φεβρουάριο του 1903, δεν υποψιάσθηκε την διάλυση του γάμου τους.»
Σύμφωνα με τον Ιωσήφ Νόελ (1940) «Η Μπέσυ ήταν η αιώνια μητέρα. Στην αρχή είχε αφοσιωθεί στον Τζακ, διορθώνοντας τα χειρόγραφά του και τις αδυναμίες του στην χρήση της γραμματικής, αλλά όταν ήρθαν τα παιδιά δόθηκε ολοκληρωτικά σ’ αυτά. Αυτά ήταν η πρώτης της επιλογή και αυτό ήταν το πρώτο της σφάλμα. «Ο Τζακ παραπονέθηκε στον Νόελ και στον Τζωρτζ Στέρλινγκ ότι «εκείνη είχε αφιερωθεί στην αγνότητα. Όταν της λέω ότι η ηθικής της είναι η μόνη απόδειξη της χαμηλής της πίεσης, εκείνη με μισεί. Για χάρη της καταραμένης της αγνότητας, είναι ικανή να πουλήσει εμένα και τα παιδιά. Είναι φοβερό. Κάθε φορά που επιστρέφω σπίτι έπειτα από ξενύχτι, δεν με αφήνει να είμαι στο ίδιο δωμάτιο μαζί της.» Η Σταζ πίστευε αυτός ήταν ένας τρόπος της Μπέσυ για δείξει ότι φοβόταν μήπως και ο Τζακ της μετέδιδε κάποια αφροδίσια αρρώστια από τις πόρνες με τις οποίες εκείνος κοιμόταν.
Στις 24 Ιουλίου 1903, ο Τζακ είπε στην Μπέσυ ότι θα έφευγε και έφυγε. Σε όλη τη διάρκεια του 1904 ο Τζακ και η Μπέσυ διαπραγματεύονταν τους όρους του διαζυγίου και στις 11 Νοεμβρίου 1904 υπέγραψαν το διαζύγιο.
Ο δεύτερος γάμος.
Μετά από το διαζύγιο με την Μπέσυ, ο Τζακ παντρεύεται το 1905 την Τσάρμιαν Κίτρετζ. Ο βιογράφος Ρας Κίνγκμαν έγραψε ότι η Τσάρμιαν ήταν «η αδελφή ψυχή του Τζακ, το ιδανικό ταίριασμα».
Ο Τζακ σύγκρινε την «γυναίκα μητέρα» και την «γυναίκα σύντροφο» στο βιβλίο του «Οι επιστολές των Κάμπτον - Γουέϊς». Αποκαλούσε χαϊδευτικά την Μπέσυ «μητέρα-κορίτσι» και την Τσάρμιαν «γυναίκα-σύντροφο»[ Η θεία και θετή μητέρα της Τσάρμιαν, Βικτώρια Γούντχολ, την είχε αναθρέψει χωρίς σεμνοτυφία. Σχεδόν όλοι οι βιογράφοι υπαινίσσονται την ασυγκράτητη σεξουαλικότητα της Τσάρμιαν. Ο Νόελ γράφει πονηρά "a young woman named Charmian Kittredge began running out to Piedmont with foils, still masks, padded breast plates, and short tailored skirts that fitted tightly over as nice a pair of hips as one might find anywhere". Η Stasz λέει ξεκάθαρα «η διαπίστωση ότι η κομψή και ευπρεπής κυρία ήταν, στις ιδιωτικές τους στιγμές, γεμάτη πάθος και σεξουαλικότητα ήταν σαν την ανακάλυψη ενός μυστικού θησαυρού.» και ο Κέρσοου με χυδαίο τρόπο "At last, here was a woman who adored fornication, expected Jack to make her climax, and to do so frequently, and who didn't burst into tears when the sadist in him punched her in the mouth."
Ο Νόελ (Noel) (1940) αποκαλεί τα γεγονότα από το 1903 ως 1905 «ένα οικογενειακό δράμα που θα συγκινούσε την πένα του Ίψεν». Σε γενικές γραμμές ο Τζακ δεν υπήρξε πιστός στους γάμους του και συχνά επιζητούσε τις εξωγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις. Στην Τσάρμιαν βρήκε όχι μόνο μια τολμηρή, δραστήρια και σεξουαλική σύντροφο, αλλά και σύντροφο της ζωής του μέχρι τον θάνατό του."
Προσπάθησαν να κάνουν παιδιά. Παρ΄όλα αυτά, ένα παιδί πέθανε κατά τη διάρκεια του τοκετού και μια άλλη εγκυμοσύνη διακόπηκε με αποβολή.
Το Ιδανικό Ράντσο (1910-1917).
Το 1910 ο Τζακ Λόντον αγόρασε ένα αγρόκτημα 1.000 στρεμάτων (4 χλμ²) στο Glen Ellen, στην κομητεία Sonoma County της Καλιφόρνια, για $26.000. Ο ίδιος έλεγε γι’ αυτό, ότι «μετά τη σύζυγό μου, το αγρόκτημα είναι για μένα το πιο αγαπημένο πράγμα στον κόσμο».
Πάσχισε πολύ για να καταστήσει το αγρόκτημα μια πετυχημένη οικονομικά επιχείρηση. Η συγγραφή ήταν πάντοτε επικερδής για το Λόντον, αλλά τώρα πλέον έγινε ο μοναδικός του σκοπός: «Δεν γράφω για κανέναν άλλο λόγο πέρα από το να προσθέσω περισσότερη ομορφιά σ αυτό. Τώρα πια γράφω ένα βιβλίο με μοναδικό σκοπό να προσθέσω τρία ή τετρακόσια στρέμματα στο θαυμάσιο κτήμα μου.»
Μετά το 1910 τα λογοτεχνικά έργα του Λόντον ήταν συνήθως έργα εμπορικά, που γράφτηκαν από την ανάγκη του να εξασφαλίσει τα κατάλληλα έσοδα για την συντήρηση του αγροκτήματος. Η Τζόαν Λόντον έγραψε ότι μετά το 1910 «λίγοι κριτικοί ασχολήθηκαν για να ασκήσουν κριτική πάνω στο έργο του Λόντον, γιατί πλέον ήταν ολοφάνερο ότι ο Τζακ δεν προσπαθούσε πια να γράψει καλά.»
Η Stasz έχει γράψει ότι ο Λόντον «είχε βαθειά μέσα του το αγροτικό όραμα το οποίο εξέφρασε στα λεγόμενα «αγροτικά» μυθιστορήματά του, και σε νεότερη έκδοση του «Μάρτιν Ήντεν».. αυτοδίδακτος στους τρόπους καλλιέργειας της γης, μελετώντας τα διάφορα επιστημονικά εγχειρίδια και γεωργικά βιβλία, συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός συστήματος για την αγροτική εξέλιξη τέτοιο , ώστε σήμερα θα επιδοκιμάζονταν για την οικολογική του θεώρηση».
Ένοιωθε περήφανος για την δημιουργία του πρώτου σιλό (αποθήκη σιτηρών) στην Καλιφόρνια, το οποίο σχεδίασε μόνος του, μετατρέποντάς το σε αποθήκη, από ένα πρώην κυκλικό χοιροστάσιο. Ήλπιζε να κατορθώσει και να προσαρμόσει την με φρόνηση καλλιέργεια ασιατικής γης, στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το αγρόκτημα ήταν, από κάθε πλευρά μια κολοσσιαία αποτυχία. Αναλυτές που είδαν με συμπάθεια την προσπάθειά του αναφέρουν σαν αιτίες της αποτυχίας την κακή τύχη και τα ξεπερασμένα μέσα που χρησιμοποιούσε. Όσοι ήταν επικριτικοί μαζί του, όπως ο Κέβιν Σταρ, πιστεύουν ότι ο Λόντον υπήρξε απλά ένα κακός διαχειριστής της επιχείρησης, γεγονός που γινόταν περισσότερο έντονο εξαιτίας του αλκοολισμού του. Μεταξύ του 1910 και 1916, έλειπε από το αγρόκτημα έξι μήνες τον χρόνο εξ αιτίας διαφόρων δραστηριοτήτων. Ήθελε να δείχνει μεγάλος και δυνατός διευθυντής, αλλά ήταν ανεπαρκής στις λεπτομέρειες. Όσοι δούλευαν για τον Λόντον, οι εργάτες του, γελούσαν με τις προσπάθειές του να δείξει ότι ήταν μεγάλος γαιοκτήμονας ενώ δεν ήταν τίποτε περισσότερο από το χόμπι ενός πλούσιου ανθρώπου.
Το Ιδανικό αγρόκτημα του Τζακ Λόντον είναι τώρα το National Historic Landmark.
Κατηγορίες για λογοκλοπή.
Ο Τζακ Λόντον κατηγορήθηκε πολλές φορές για λογοκλοπή κατά την διάρκεια της καριέρας του. Γινόταν στόχος για τέτοιες κατηγορίες όχι μόνο επειδή ήταν επιτυχημένος συγγραφέας αλλά και λόγο τρόπου με τον οποίο εργαζόταν.
Σε μια επιστολή που έγραψε στον Έλβιν Χόφμαν, του έλεγε «expression, you see—with me—is far easier than invention.» Αγόραζε την πλοκή για την ιστορίες του από τον νεαρό Σίνκλαιρ Λιούις και χρησιμοποιούσε στοιχεία που συνέλλεγε από εφημερίδες και περιοδικά τα οποία χρησιμοποιούσε για να βασίσει τις ιστορίες.
Ο Γιανκγ Έγκερτον υποστήριξε ότι η ιστορία του Λόντον «Το κάλεσμα της άγριας φύσης» ήταν αντιγραφή από το βιβλίο του ίδιου με τίτλο «My Dogs in the Northland». Ο Λόντον απάντησε, ότι είχε πράγματι χρησιμοποιήσει το βιβλίο του Έγκερτον σαν πηγή άντλησης στοιχείων και του έγραψε μια επιστολή ευχαριστώντας τον.
Τον Ιούλιο του 1902 δημοσιεύτηκαν τον ίδιο μήνα δυο μυθιστορήματα. Το «Moon-Face» του Τζακ Λόντον στο περιοδικό San Francisco Argonaut και το «The Passing of Cock-eye Blacklock» του Φρανκ Νόρις στο περιοδικό Century. Οι εφημερίδες σύγκριναν τις δυο ιστορίες τις οποίες ο Λόντον χαρακτήριζε σαν «αρκετά διαφορετικές στον τρόπο που είχαν δουλευτεί, αλλά, προφανώς ίδιες στην κεντρική ιδέα». Ο Τζακ Λόντον διευκρίνισε ότι και οι δυο συγγραφείς είχαν βασίσει την ιστορία τους στις ίδιες περιγραφές των εφημερίδων. Στη συνέχεια, αποκαλύφθηκε ότι ακόμη ένας συγγραφέας, ο Τσαρλς Φόρεστ Μακλάρεν είχε δημοσιεύσει ένα μυθιστόρημα βασισμένο στο ίδιο γεγονός.
Οι πολιτικές ιδέες.
Ο Τζακ Λόντον έγινε σοσιαλιστής σε ηλικία 20 ετών. Πριν απ' αυτό, ήταν γεμάτος αισιοδοξία που προρχόταν από την δύναμη και την υγεία που τον κατέκλυζε. Ήταν ένας τραχύς ατομιστής, που αγωνίστηκε σκληρά να για τα καταφέρει σε κάθε βήμα της ζωής του. Αλλά, όπως περιγράφει στο δοκίμιό του «Πώς έγινα Σοσιαλιστής», τα μάτια του άνοιξαν καθώς ανακατεύτηκε και συναναστράφηκε με τον κόσμο, τους φτωχούς και τους άπορους. Η αισιοδοξία που ένοιωθε εξανεμίστηκαν και ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναδούλευε πιο σκληρά απ' όσο έπρεπε. Γράφει ότι σταμάτησε να είναι ατομιστής και αναγεννήθηκε σε σοσιαλιστή προσχωρώντας αρχικά στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1896. Το 1901 άφησε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και προσχώρησε στο Σοσιαλιστικό κόμμα της Αμερικής.
Το 1896, στα «Χρονικά του Σαν Φρανσίσκο», εξιστορεί ότι όταν ήταν 20 ετών έδινε ομιλίες μπροστά σε κόσμο για τον Σοσιαλισμό, τις νύχτες στο πάρκο του Όκλαντ και ότι συνελήφθη γι' αυτές τις δραστηριότητες το 1897.
Έθεσε, ανεπιτυχώς, υποψηφιότητα ως Σοσιαλιστής υποψήφιος δήμαρχος στις εκλογές του 1901 στο Όκλαντ, λαμβάνοντας 245 μόνο ψήφους) και το 1905, σε επόμενη υποψηφιότητα, έλαβε 981 ψήφους. Έκανε περιοδείες σε ολόκληρη την χώρα μιλώντας για τον σοσιαλισμό και δημοσίευσε αυτές τις ομιλίες σε μια συλλογή δοκιμίων. (Ο Πόλεμος των Τάξεων το 1905 και Επανάσταση και άλλα δοκίμια το 1910).
Συχνά υπέγραφε τις επιστολές του με το «Ημέτερος για την Επανάσταση».
Το έργο του.
Αφηγήματα:
Cover of Turtles of Tasman by Jack London
Σύντομο βιογραφικό.
Ο Τζακ Λόντον πιθανότατα να είχε στην αρχή της ζωής του το επώνυμο Chaney, επειδή ως βιολογικός πατέρας του φέρεται ο αστρολόγος Γουίλιαμ Τσάνεϋ. Εντούτοις τα μητρώα του Σαν Φρανσίσκο καταστράφηκαν σε σεισμό και δεν υπάρχουν πιστοποιητικά γάμου των γονέων του αλλά ούτε και πιστοποιητικό γέννησης του ίδιου. Μητέρα του ήταν πάντως η μουσικός και πνευματίστρια Φλώρα Γουέλμαν, μια ατίθαση και προοδευτική προσωπικότητα, με πολλές ανησυχίες και ενδιαφέροντα. Η Γουέλμαν έμεινε έγκυος και σύμφωνα με την ίδια, ο Τσάνεϋ της ζήτησε να προχωρήσει σε άμβλωση επειδή δεν ήθελε παιδιά. Εκεινη για να τον μεταπείσει αυτοπυροβολήθηκε. Εντούτοις ούτε η απόπειρα αυτοκτονίας έφερε απότέλεσμα και ο Τσάνεϋ την εγκατέλειψε. Τότε η Γουέλμαν πήρε το νεογέννητο αγόρι της και πήγε στο Οκλαντ, όπου λίγο αργότερα γνώρισε τον χήρο, ανάπηρο πολέμου Τζον Λόντον. Αυτός είχε δύο μικρές κόρες και αρκετά οικονομικά προβλήματα. Αναγνώρισε το γιο της Γουέλμαν και τον κατέγραψαν στα μητρώα ως Τζονι Λόντον -ο ίδιος άλλαξε το Τζόνι σε Τζακ όταν ενηλικιώθηκε.Σε ηλικία περίπου 20 χρόνων πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι ο Λόντον δεν ήταν ο βιολογικός του πατέρας και απευθύνθηκε στον Τσάνεϋ. Αυτός υποστήριξε ότι δεν είχε παντρευτεί την Γουέλμαν (παρ' ότι παντρεύτηκε πάνω από 4 φορές στη ζωή του) και ότι την εποχή που συζούσαν ήταν στείρος και δεν μπορούσε κατά συνέπεια να είναι ο πατέρας του. Υπαινιχθηκε επίσης ότι η Φλώρα Γουέλμαν στο ίδιο διάστημα διατηρούσε παράλληλες ερωτικές σχέσεις. Εντούτοις μια βιογράφος του Τζακ Λόντον, η Clarice Stasz σημειώνει ότι στα απομνημονεύματά του, ο Τσάνεϋ, αναφέρεται στην Γουελμαν "ως σύζυγό του". Επίσης, ότι σε ένα δημοσίευμα της εποχής η μητέρα του συγγραφέα αποκαλείται "Φλώρα Γουέλμαν Τσάνεϋ ". Ο Τσάνεϋ σύμφωνα με την Stasz, ήταν μια πολυδιάστατη και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που ασχοληθηκε κυρίως με την αστρολογία -πολλοί αστρολόγοι θεωρούν μάλιστα ότι την μετέτρεψε από κομπογιαννιτισμό σε μια περισσότερο ακριβή μέθοδο» Ασχολήθηκε πάντως και με τη συγγραφή και με τη δημιοσογραφία και με πολλά άλλα επαγγέλματα.
Τα νεότερα χρόνια.
Ο Τζακ Λόντον γεννήθηκε κοντά στην Third and Brannan Streets του Σαν Φρανσίσκο. Το σπίτι στο οποίο ζούσε η μητέρα του με τον Τσάνεϋ κάηκε στον σεισμό του 1906. Το 1953 στήθηκε εκεί αναμνηστική πλακέτα από την "California Historical Society". Ο Λόντον υπήρξε στην πραγματικότητα αυτοδίδακτος, κυρίως διαβάζοντας βιβλία στην δημόσια βιβλιοθήκη του Σαν Φρανσίσκο. Το 1895 διάβασε το μυθιστόρημα Signa της Quida, που περιέγραφε τις περιπέτειες ενός ατίθασου αγροτόπαιδου, που κατόρθωσε να γίνει φημισμένος καλλιτέχνης της Όπερας. Η επιτυχία αυτού του αγοριού του ενέπνευσε την λαχτάρα να πετύχει κι ο ίδιος στη λογοτεχνία.
Ένα ακόμη σημαντικό γεγονός υπήρξε η επαφή του με την βιβλιοθήκη του Όκλαντ και με την επιμελήτρια της βιβλιοθήκης Ίνας Κούλμπριθ, η οποία αργότερα έγινε εθνική ποιήτρια και ένα από τα πλέον σημαντικά πρόσωπα στο λογοτεχνικό κύκλο του Σαν Φρανσίσκο.
Αφού για αρκετό καιρό απασχολήθηκε ωςεργάτης και σαν μέλος του "Kelly's Army", επέστρεψε στο Όκλαντ και ξεκίνησε να φοιτά στο γυμνάσιο, όπου άρχισε να γράφει άρθρα στο περιοδικό του γυμνασίου. Η πρώτη ιστορία που δημοσίευσε είχε τίτλο «Τυφώνας στις ακτές της Ιαπωνίας». Σε αυτήν περιέγραφε τις εμπειρίες του ως ναυτικός.
Διακαής πόθος του Τζακ Λόντον ήταν να φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Έτσι, το καλοκαίρι του 1896, έπειτα από εξοντωτικό διάβασμα τα κατάφερε, αλλά οικονομικές δυσκολίες τον ανάγκασαν να αφήσει τις σπουδές του το 1897 χωρίς να κατορθώσει ποτέ να αποφοιτήσει. Ο Κίνγκμαν έγραψε : «δεν υπάρχουν αναφορές ότι ο Λόντον είχε δραστηριοποιηθεί συγγραφικά σε κάποιο φοιτητικό περιοδικό».
Την περίοδο που ο Λόντον ζούσε σε μια νοικιασμένη βίλα στο Λέικ Μέριτ (Lake Merritt) στο Όκλαντ, συναντά τον ποιητή Τζωρτζ Στέρλινγκ και από εκείνη τη στιγμή οι δυο τους γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Το 1902 Ο Στέρλινγκ βοηθά τον Λόντον να βρει το δικό του σπίτι κοντά στο Πίντομντ. Στην αλληλογραφία που διατηρούσαν οι Λόντον και Στέρλινγκ ο Λόντον τον προσφωνεί σα «Έλληνα» εξ αιτίας της αετίσιας μύτης του και του κλασικού του προφίλ, υπογράφοντας σαν «Λύκος». Ο Λόντον αργότερα εμπνέεται και περιγράφει τον φίλο του ως Ρας Μπρίσεντεν (Russ Brissenden) στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Μάρτιν Ήντεν» το 1909 και σαν Μαρκ Χωλ (Mark Hall) στην «Κοιλάδα του Φεγγαριού» το 1913.
Προς το τέλος της ζωής του ο Λόντον είναι πλέον κάτοχος μια μεγάλης βιβλιοθήκης αποτελούμενης από 15.000 τίτλους. Κάνοντας λόγο για αυτήν αναφέρει ότι «ήταν το μέσον της επιτυχίας» του."
Στις 25 Ιουλίου του 1897 ο Λόντον και ο κουνιάδος του Τζέιμς Σέπαρντ σαλπάρουν για το Κλόνταϊκ, όπου ο πυρετός του χρυσού παρασύρει τους πάντες. Στο Κλόνταϊκ αργότερα θα διαδραματιστεί η πρώτη από τις ιστορίες του που θα σημειώσει επιτυχία. Η περίοδος αυτή θα αποβεί επιβλαβής για την υγεία του. Όπως και τόσοι άλλοι που έζησαν την περίοδο αυτή του «πυρετού του χρυσού» σε συνθήκες υποσιτισμού, ο Λόντον προσβάλλεται από σκορβούτο. Τα ούλα του άρχισαν να πρήζονται με αποτέλεσμα τελικά να χάσει τέσσερα από τα μπροστινά του δόντια. Ταυτόχρονα έχει επίμονο πόνο στην κοιλιά και στους μυς των ποδιών και το πρόσωπό του έχει γεμίσει με πληγές και έλκη. Ευτυχώς για κείνον, αλλά και για άλλους που είχαν προσβληθεί από διάφορες ασθένειες, ο ιερωμένος Ουΐλιαμ Τζατζ {William Judge), «Ο άγιος του Ντόσον», όπως τον αποκαλούσαν, παρείχε καταφύγιο, φροντίδα, τροφή και κάθε δυνατή ιατρική φροντίδα. Έτσι, ο Λόντον μπόρεσε να αναρρώσει και μπορεί να πει κανείς ότι η ζωή του σώθηκε χάρις στον Ιησουίτη ιερέα.
Ο Λόντον, επιβιώνοντας από τις κακουχίες του Κλόνταϊκ εμπνέεται εκείνη την εποχή το καλλίτερο αφήγημά του: Το «To Build a Fire».
Επιστρέφοντας στο Όκλαντ το 1898 εντείνει τις προσπάθειές του για να μπει δυναμικά στον χώρο των εκδόσεων, κάτι που περιγράφει αργότερα στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «Μάρτιν Ήντεν». Το πρώτο του αφήγημα που είδε δημοσιευμένο, ήταν το «Πάνω στα ίχνη του ανθρώπου». Το περιοδικό Overland Monthly του πρόσφερε μόνο 5 $ και ο Λόντον αρχίζει να σκέφτεται σοβαρά την συγγραφική του καριέρα, βιοποριστικά πλέον. Όταν οι εκδόσεις The Black Cat δέχονται το αφήγημά του «Χίλιοι θάνατοι» πληρώνοντας 40$, λέει «κυριολεκτικά και λογοτεχνικά ήταν σωτηρία για μένα εκείνα τα πρώτα χρήματα που κέρδισα».
Ο Λόντον ευτυχώς βρίσκεται στην καταλληλότερη εποχή για την συγγραφική του καριέρα. Ξεκινά την στιγμή που κάνει την εμφάνιση της μια νέα τυπογραφική τεχνολογία που ελαττώνει το κόστος στην έκδοση των περιοδικών. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την εκρηκτική ανάπτυξη στις πωλήσεις των περιοδικών ευρείας κυκλοφορίας και κάνει την αγορά των περιοδικών που δημοσιεύουν αφηγήματα πολύ ισχυρή. Το 1900 κερδίζει 2.500 $ από την πώληση των αφηγημάτων του, που σε σημερινά χρήματα (2007) είναι περίπου 25.000$ την ημέρα! Η καριέρα του βρίσκεται πλέον σε πολύ καλό δρόμο.
Μεταξύ των αφηγημάτων που πώλησε σε περιοδικά, ήταν και η «Μπατάβια» ή «Diable», δυο διαφορετικές εκδόσεις της ίδιας ιστορίας. Ένα σκληρός Γαλλοκαναδός φέρεται με σκληρό τρόπο στον σκύλο του, ο οποίος για να τον εκδικηθεί τον σκοτώνει. Ο Λόντον ήταν κριτικός στο να παρουσιάζει ένα σκύλο σαν ενσάρκωση ενός δαίμονα. Έλεγε ότι κάποιες φορές ο άνθρωπος συμπεριφέρεται με τόσο σκληρό τρόπο, που προκαλεί στα ζώα αντίστοιχη συμπεριφορά και αυτό ήταν κάτι που θα το δούμε και σε μετέπειτα ιστορίες του.
Ο πρώτος του γάμος (1900-1904).
Ο Τζακ Λόντον παντρεύτηκε την Μπες Μάντερν στις 7 Απριλίου 1900 την ίδια μέρα που δημοσιευόταν το αφήγημά του «Ο γιος του λύκου». Την Μπες την ήξερε πολλά χρόνια καθώς ήταν στο φιλικό του περιβάλλον. Η Stasz γράφει : «και οι δύο ήξεραν ότι δεν παντρεύονταν από αγάπη, αλλά από φιλία και από την πίστη ότι θα έκαναν υγιή παιδιά.»] Ο Κίνγκμαν έλεγε : «ένοιωθαν άνετα όταν βρίσκονταν μαζί.. Ο Τζακ το είχε ξεκαθαρίσει στην Μπες ότι δεν την αγαπούσε αλλά την συμπαθούσε τόσο ώστε του ήταν αρκετό για να την παντρευτεί»
Κατά την διάρκεια του γάμου του, ο Τζακ Λόντον συνέχισε την φιλία του με την συγγραφέα Άννα Στράνσκι την συνδημιουργό του «Οι επιστολές των Κάμπτον - Γουέϊς», μιας νουβέλας που είχε ως θέμα την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δυο γυναικών, που συζητούν φιλοσοφικά για την αγάπη. Η Άννα έγραφε σαν «Ντέιν Κάμπτον» που υποστήριζε την ρομαντική πλευρά του γάμου και ο Τζακ σαν «Χέρμπερτ Γουέϊς», όπου υπερασπιζόταν την επιστημονική άποψη, επηρεασμένος από τον Δαρβινισμό και την Ευγονική. Στο μυθιστόρημα αυτό οι φανταστικοί αυτοί αντίθετοι χαρακτήρες των δυο γυναικών, περιγράφονται σαν:
[Η πρώτη γυναίκα είναι] τρελή, ακόλαστη, θαυμάσια, ανήθικη και γεμάτη ζωή. Το αίμα μου σφυροκοπά καυτό ακόμα τώρα που δημιουργώ το χαρακτήρα αυτής της γυναίκας [η δεύτερη είναι] η περήφανη γυναίκα, η τέλεια μητέρα, το ζεστό αγκάλιασμα για ένα παιδί. Ξέρετε τον χαρακτήρα των γυναικών που όλοι τις ξέρουμε κι εγώ τις αποκαλώ σαν «μητέρες των ανθρώπων». Και όσο υπάρχουν στη γη τέτοιες γυναίκες θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε στους ανθρώπους. Η μια είναι η ερωτική γυναίκα, αλλά η άλλη είναι η γυναίκα μητέρα, το υψηλότερο και το ιερότερο στην ιεραρχία της ζωής.
Η Γουέϊς δηλώνει:
«Σκοπεύω να εξετάσω την υπόθεσή μου με λογική … για ποιο λόγο παντρεύομαι τον Χέστερ Στέμπινς. Δεν με ωθεί μια αρχέγονη κτηνώδης σεξουαλική παρόρμηση, ούτε κάποια παρωχημένη ρομαντική τρέλα. Ο λόγος αυτής της σχέσης είναι βασισμένος στην λογική, στην υγεία και την συμβατότητα. Ο νους μου θα απολαύσει αυτή τη σχέση»
Ο Λόντον εξηγώντας γιατί οδηγήθηκε σε ένα γυναικείο χαρακτήρα που σκοπεύει να παντρευτεί, εξηγεί μέσω της Γουέις:
«ήταν η φύση της Μητέρας που φωνάζει μέσα μας, στον κάθε άντρα και στην κάθε γυναίκα, ακατάπαυτα και αιώνια: «ΑΠΟΓΟΝΟΙ, ΑΠΟΓΟΝΟΙ, ΑΠΟΓΟΝΟΙ»
Στην συζυγική τους ζωή, ο Τζακ, αποκαλούσε την Μπες χαϊδευτικά σαν «μητέρα-κορίτσι» κι εκείνη τον φώναζε «μπαμπάς-αγόρι».
Το πρώτο τους παιδί, η Τζόαν, γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1901 και το δεύτερο η Μπέσυ (αργότερα την φώναζαν Μπέκυ) στις 20 Οκτωβρίου 1902.
Σε ένα φωτογραφικό λεύκωμα, του οποίου η Τζόαν Λόντον δημοσίευσε κάποια τμήματα στα απομνημονεύματά της «Ο Τζακ Λόντον και οι κόρες του», που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του, είναι εμφανής η ευτυχία που ένοιωθε ο Λόντον μαζί με τα παιδιά του. Ο γάμος του ήταν κάτω από συνεχές άγχος. Ο Κίνγκμαν (1979) λέει ότι από το 1903 «Η αποσύνθεση…φαινόταν αναπόφευκτη… η Μπέσυ εξαιρετική γυναίκα αλλά οι δυο τους ήταν εξαιρετικά αταίριαστοι. Δεν υπήρχε αγάπη. Ακόμα και η συντροφικότητα και ο σεβασμός είχαν φύγει μετά τον γάμο». Παρόλ' αυτά, «Ο Τζακ εξακολουθούσε να είναι τόσο καλός και ευγενικός με την Μπέσυ, ώστε ο Τζων Κλούντσλευ, που ήταν φιλοξενούμενος στο σπίτι τους το Φεβρουάριο του 1903, δεν υποψιάσθηκε την διάλυση του γάμου τους.»
Σύμφωνα με τον Ιωσήφ Νόελ (1940) «Η Μπέσυ ήταν η αιώνια μητέρα. Στην αρχή είχε αφοσιωθεί στον Τζακ, διορθώνοντας τα χειρόγραφά του και τις αδυναμίες του στην χρήση της γραμματικής, αλλά όταν ήρθαν τα παιδιά δόθηκε ολοκληρωτικά σ’ αυτά. Αυτά ήταν η πρώτης της επιλογή και αυτό ήταν το πρώτο της σφάλμα. «Ο Τζακ παραπονέθηκε στον Νόελ και στον Τζωρτζ Στέρλινγκ ότι «εκείνη είχε αφιερωθεί στην αγνότητα. Όταν της λέω ότι η ηθικής της είναι η μόνη απόδειξη της χαμηλής της πίεσης, εκείνη με μισεί. Για χάρη της καταραμένης της αγνότητας, είναι ικανή να πουλήσει εμένα και τα παιδιά. Είναι φοβερό. Κάθε φορά που επιστρέφω σπίτι έπειτα από ξενύχτι, δεν με αφήνει να είμαι στο ίδιο δωμάτιο μαζί της.» Η Σταζ πίστευε αυτός ήταν ένας τρόπος της Μπέσυ για δείξει ότι φοβόταν μήπως και ο Τζακ της μετέδιδε κάποια αφροδίσια αρρώστια από τις πόρνες με τις οποίες εκείνος κοιμόταν.
Στις 24 Ιουλίου 1903, ο Τζακ είπε στην Μπέσυ ότι θα έφευγε και έφυγε. Σε όλη τη διάρκεια του 1904 ο Τζακ και η Μπέσυ διαπραγματεύονταν τους όρους του διαζυγίου και στις 11 Νοεμβρίου 1904 υπέγραψαν το διαζύγιο.
Ο δεύτερος γάμος.
Μετά από το διαζύγιο με την Μπέσυ, ο Τζακ παντρεύεται το 1905 την Τσάρμιαν Κίτρετζ. Ο βιογράφος Ρας Κίνγκμαν έγραψε ότι η Τσάρμιαν ήταν «η αδελφή ψυχή του Τζακ, το ιδανικό ταίριασμα».
Ο Τζακ σύγκρινε την «γυναίκα μητέρα» και την «γυναίκα σύντροφο» στο βιβλίο του «Οι επιστολές των Κάμπτον - Γουέϊς». Αποκαλούσε χαϊδευτικά την Μπέσυ «μητέρα-κορίτσι» και την Τσάρμιαν «γυναίκα-σύντροφο»[ Η θεία και θετή μητέρα της Τσάρμιαν, Βικτώρια Γούντχολ, την είχε αναθρέψει χωρίς σεμνοτυφία. Σχεδόν όλοι οι βιογράφοι υπαινίσσονται την ασυγκράτητη σεξουαλικότητα της Τσάρμιαν. Ο Νόελ γράφει πονηρά "a young woman named Charmian Kittredge began running out to Piedmont with foils, still masks, padded breast plates, and short tailored skirts that fitted tightly over as nice a pair of hips as one might find anywhere". Η Stasz λέει ξεκάθαρα «η διαπίστωση ότι η κομψή και ευπρεπής κυρία ήταν, στις ιδιωτικές τους στιγμές, γεμάτη πάθος και σεξουαλικότητα ήταν σαν την ανακάλυψη ενός μυστικού θησαυρού.» και ο Κέρσοου με χυδαίο τρόπο "At last, here was a woman who adored fornication, expected Jack to make her climax, and to do so frequently, and who didn't burst into tears when the sadist in him punched her in the mouth."
Ο Νόελ (Noel) (1940) αποκαλεί τα γεγονότα από το 1903 ως 1905 «ένα οικογενειακό δράμα που θα συγκινούσε την πένα του Ίψεν». Σε γενικές γραμμές ο Τζακ δεν υπήρξε πιστός στους γάμους του και συχνά επιζητούσε τις εξωγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις. Στην Τσάρμιαν βρήκε όχι μόνο μια τολμηρή, δραστήρια και σεξουαλική σύντροφο, αλλά και σύντροφο της ζωής του μέχρι τον θάνατό του."
Προσπάθησαν να κάνουν παιδιά. Παρ΄όλα αυτά, ένα παιδί πέθανε κατά τη διάρκεια του τοκετού και μια άλλη εγκυμοσύνη διακόπηκε με αποβολή.
Το Ιδανικό Ράντσο (1910-1917).
Το 1910 ο Τζακ Λόντον αγόρασε ένα αγρόκτημα 1.000 στρεμάτων (4 χλμ²) στο Glen Ellen, στην κομητεία Sonoma County της Καλιφόρνια, για $26.000. Ο ίδιος έλεγε γι’ αυτό, ότι «μετά τη σύζυγό μου, το αγρόκτημα είναι για μένα το πιο αγαπημένο πράγμα στον κόσμο».
Πάσχισε πολύ για να καταστήσει το αγρόκτημα μια πετυχημένη οικονομικά επιχείρηση. Η συγγραφή ήταν πάντοτε επικερδής για το Λόντον, αλλά τώρα πλέον έγινε ο μοναδικός του σκοπός: «Δεν γράφω για κανέναν άλλο λόγο πέρα από το να προσθέσω περισσότερη ομορφιά σ αυτό. Τώρα πια γράφω ένα βιβλίο με μοναδικό σκοπό να προσθέσω τρία ή τετρακόσια στρέμματα στο θαυμάσιο κτήμα μου.»
Μετά το 1910 τα λογοτεχνικά έργα του Λόντον ήταν συνήθως έργα εμπορικά, που γράφτηκαν από την ανάγκη του να εξασφαλίσει τα κατάλληλα έσοδα για την συντήρηση του αγροκτήματος. Η Τζόαν Λόντον έγραψε ότι μετά το 1910 «λίγοι κριτικοί ασχολήθηκαν για να ασκήσουν κριτική πάνω στο έργο του Λόντον, γιατί πλέον ήταν ολοφάνερο ότι ο Τζακ δεν προσπαθούσε πια να γράψει καλά.»
Η Stasz έχει γράψει ότι ο Λόντον «είχε βαθειά μέσα του το αγροτικό όραμα το οποίο εξέφρασε στα λεγόμενα «αγροτικά» μυθιστορήματά του, και σε νεότερη έκδοση του «Μάρτιν Ήντεν».. αυτοδίδακτος στους τρόπους καλλιέργειας της γης, μελετώντας τα διάφορα επιστημονικά εγχειρίδια και γεωργικά βιβλία, συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός συστήματος για την αγροτική εξέλιξη τέτοιο , ώστε σήμερα θα επιδοκιμάζονταν για την οικολογική του θεώρηση».
Ένοιωθε περήφανος για την δημιουργία του πρώτου σιλό (αποθήκη σιτηρών) στην Καλιφόρνια, το οποίο σχεδίασε μόνος του, μετατρέποντάς το σε αποθήκη, από ένα πρώην κυκλικό χοιροστάσιο. Ήλπιζε να κατορθώσει και να προσαρμόσει την με φρόνηση καλλιέργεια ασιατικής γης, στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το αγρόκτημα ήταν, από κάθε πλευρά μια κολοσσιαία αποτυχία. Αναλυτές που είδαν με συμπάθεια την προσπάθειά του αναφέρουν σαν αιτίες της αποτυχίας την κακή τύχη και τα ξεπερασμένα μέσα που χρησιμοποιούσε. Όσοι ήταν επικριτικοί μαζί του, όπως ο Κέβιν Σταρ, πιστεύουν ότι ο Λόντον υπήρξε απλά ένα κακός διαχειριστής της επιχείρησης, γεγονός που γινόταν περισσότερο έντονο εξαιτίας του αλκοολισμού του. Μεταξύ του 1910 και 1916, έλειπε από το αγρόκτημα έξι μήνες τον χρόνο εξ αιτίας διαφόρων δραστηριοτήτων. Ήθελε να δείχνει μεγάλος και δυνατός διευθυντής, αλλά ήταν ανεπαρκής στις λεπτομέρειες. Όσοι δούλευαν για τον Λόντον, οι εργάτες του, γελούσαν με τις προσπάθειές του να δείξει ότι ήταν μεγάλος γαιοκτήμονας ενώ δεν ήταν τίποτε περισσότερο από το χόμπι ενός πλούσιου ανθρώπου.
Το Ιδανικό αγρόκτημα του Τζακ Λόντον είναι τώρα το National Historic Landmark.
Κατηγορίες για λογοκλοπή.
Ο Τζακ Λόντον κατηγορήθηκε πολλές φορές για λογοκλοπή κατά την διάρκεια της καριέρας του. Γινόταν στόχος για τέτοιες κατηγορίες όχι μόνο επειδή ήταν επιτυχημένος συγγραφέας αλλά και λόγο τρόπου με τον οποίο εργαζόταν.
Σε μια επιστολή που έγραψε στον Έλβιν Χόφμαν, του έλεγε «expression, you see—with me—is far easier than invention.» Αγόραζε την πλοκή για την ιστορίες του από τον νεαρό Σίνκλαιρ Λιούις και χρησιμοποιούσε στοιχεία που συνέλλεγε από εφημερίδες και περιοδικά τα οποία χρησιμοποιούσε για να βασίσει τις ιστορίες.
Ο Γιανκγ Έγκερτον υποστήριξε ότι η ιστορία του Λόντον «Το κάλεσμα της άγριας φύσης» ήταν αντιγραφή από το βιβλίο του ίδιου με τίτλο «My Dogs in the Northland». Ο Λόντον απάντησε, ότι είχε πράγματι χρησιμοποιήσει το βιβλίο του Έγκερτον σαν πηγή άντλησης στοιχείων και του έγραψε μια επιστολή ευχαριστώντας τον.
Τον Ιούλιο του 1902 δημοσιεύτηκαν τον ίδιο μήνα δυο μυθιστορήματα. Το «Moon-Face» του Τζακ Λόντον στο περιοδικό San Francisco Argonaut και το «The Passing of Cock-eye Blacklock» του Φρανκ Νόρις στο περιοδικό Century. Οι εφημερίδες σύγκριναν τις δυο ιστορίες τις οποίες ο Λόντον χαρακτήριζε σαν «αρκετά διαφορετικές στον τρόπο που είχαν δουλευτεί, αλλά, προφανώς ίδιες στην κεντρική ιδέα». Ο Τζακ Λόντον διευκρίνισε ότι και οι δυο συγγραφείς είχαν βασίσει την ιστορία τους στις ίδιες περιγραφές των εφημερίδων. Στη συνέχεια, αποκαλύφθηκε ότι ακόμη ένας συγγραφέας, ο Τσαρλς Φόρεστ Μακλάρεν είχε δημοσιεύσει ένα μυθιστόρημα βασισμένο στο ίδιο γεγονός.
Οι πολιτικές ιδέες.
Ο Τζακ Λόντον έγινε σοσιαλιστής σε ηλικία 20 ετών. Πριν απ' αυτό, ήταν γεμάτος αισιοδοξία που προρχόταν από την δύναμη και την υγεία που τον κατέκλυζε. Ήταν ένας τραχύς ατομιστής, που αγωνίστηκε σκληρά να για τα καταφέρει σε κάθε βήμα της ζωής του. Αλλά, όπως περιγράφει στο δοκίμιό του «Πώς έγινα Σοσιαλιστής», τα μάτια του άνοιξαν καθώς ανακατεύτηκε και συναναστράφηκε με τον κόσμο, τους φτωχούς και τους άπορους. Η αισιοδοξία που ένοιωθε εξανεμίστηκαν και ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναδούλευε πιο σκληρά απ' όσο έπρεπε. Γράφει ότι σταμάτησε να είναι ατομιστής και αναγεννήθηκε σε σοσιαλιστή προσχωρώντας αρχικά στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1896. Το 1901 άφησε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και προσχώρησε στο Σοσιαλιστικό κόμμα της Αμερικής.
Το 1896, στα «Χρονικά του Σαν Φρανσίσκο», εξιστορεί ότι όταν ήταν 20 ετών έδινε ομιλίες μπροστά σε κόσμο για τον Σοσιαλισμό, τις νύχτες στο πάρκο του Όκλαντ και ότι συνελήφθη γι' αυτές τις δραστηριότητες το 1897.
Έθεσε, ανεπιτυχώς, υποψηφιότητα ως Σοσιαλιστής υποψήφιος δήμαρχος στις εκλογές του 1901 στο Όκλαντ, λαμβάνοντας 245 μόνο ψήφους) και το 1905, σε επόμενη υποψηφιότητα, έλαβε 981 ψήφους. Έκανε περιοδείες σε ολόκληρη την χώρα μιλώντας για τον σοσιαλισμό και δημοσίευσε αυτές τις ομιλίες σε μια συλλογή δοκιμίων. (Ο Πόλεμος των Τάξεων το 1905 και Επανάσταση και άλλα δοκίμια το 1910).
Συχνά υπέγραφε τις επιστολές του με το «Ημέτερος για την Επανάσταση».
Το έργο του.
Αφηγήματα:
Cover of Turtles of Tasman by Jack London
Μυθιστορήματα:
Daughter of the Snows (1902)
Children of the Frost (1902)
The Call of the Wild (1903)
The Kempton-Wace Letters (1903) The Sea-Wolf (1904)
The Game (1905)
White Fang (1906)
Before Adam (1907)
The Iron Heel (1908)
Martin Eden (1909)
Burning Daylight (1910)
Adventure (1911)
The Scarlet Plague (1912)
The Abysmal Brute (1913)
The Valley of the Moon (1913)
The Mutiny of the Elsinore (1914)
The Star Rover (1915)
The Little Lady of the Big House (1916)
Jerry of the Islands (1917)
Michael, Brother of Jerry (1917)
Hearts of Three (1920)
The Assassination Bureau, Ltd (1963)
Συλλογές διηγημάτων:
Tales of the Fish Patrol (1906)
Smoke Bellew (1912)
The Turtles of Tasman (1916)
Απομνημονεύματα:
The Road (1907)
John Barleycorn (1913)
Δοκίμια:
The People of the Abyss (1903)
Revolution, and other Essays (1910)
The Cruise of the Snark (1913)
How I became a socialist
Αφηγήματα:
"Diable-A Dog"
"An Odyssey of the North"
"To the Man on Trail"
"To Build a Fire"
"The Law of Life"
"Moon-Face"
"The Leopard Man's Story" (1903)
"Negore the Coward" (1904)
"Love of Life"
"All Gold Canyon"
"The Apostate"
"In a Far Country"
"The Chinago"
"A Piece of Steak"
"Good-by, Jack"
"Samuel"
"Told in the Drooling Ward"
"The Mexican"
"The Red One"
"The White Silence"
"The Madness of John Harned"
"A Thousand Deaths"
"The Rejuvenation of Major Rathbone"
"Even unto Death"
"A Relic of the Pliocene"
"The Shadow and the Flash"
"The Enemy of All the World"
"A Curious Fragment"
"Goliah"
"The Unparalled Invasion"
"When the World was Young"
"The Strength of the Strong"
"War"
"The Scarlet Plague"
"The Red One"
"The Seed of McCoy"
Θεατρικά:
The Acorn Planter: a California Forest Play (1916)
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

