
21/3/09
ΒΕΛΑΝΙΔΟΔΑΣΟΣ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ.

ΒΡΑΧΩΡΙ
Πόσες μας θρέψανε στιγμές, και πως τις λησμονούμε!
Του Ζαλοκώστα το τραγούδι ακόμα το θυμούμαι,
ψάλτης του καθώς το ‘λεγα στων χρόνων μου των νέων
το λυρικό, το ακράταγο μεθύσι:
«Τριίππουρος πασάς κινεί από Βραχώρι πνέων
άγρια μίση ….».
Χαρά, τρισύλλαβο όνομα λαμπρόηχο, το Βραχώρι!
κ΄ εσύ λαμπρή, της Ρούμελης χαρά, δουλεύτρα κόρη,
κι’ αν άλλο πήρες, όνομα θαμμένο στα βιβλία,
μ΄ αρέσει τ’ αρματωλικό όνομά σου
με τούτο, και ολοζώντανη, τη βλέπει η φαντασία
τη ζωγραφιά σου.
Ηύρα μεσ’ στα λαγκάδια σου παρθένα κατατόπια.
Και από τους βράχους της Κλεισούρας, κάστρα σαν κυκλώπεια
πέρασα στα νερόχαρα του Αλάμπεη τα γιοφύρια
παιδί για να ‘ρθω ασήμαντο σ’ εσένα.
Κήποι, νερά, σπίτια πουλιά, γαστρούλες, παραθύρια
σ΄ Εσέ ήταν ένα.
Θυμούμαι: Κάποιας λίμνης σου φανταχτερής μια μέρα
θωριά, σα να με φτέρωσε σ΄ άλλου πλανήτη αέρα,
και τα΄ Ασπροπόταμου άκουσα κι από μακριά το ρέμα
να μου βουίζη, ορμή ενός πλάστη κόσμου.
Δειλός, οκνός, μα ορθώνονταν με ξαναμμένο το αίμα
τα νιάτα εμπρός μου.
Της Μούσας υποτακτικός, δικούς μου ανοίγω δρόμους
και δένω τις αγάπες μου στης αρμονίας τους νόμους.
-Πρόκοβε, γή, πληθαίνοντας το γνώριμο βοτάνι,
την ώρα, ηδονικά σαν το ροφούμε,
μεσ΄ στους αχνούς του γαλανούς πιο γαληνή μας κάνει
να τη χαρούμε.
Πρόκοβε, χώρα ευλογητή, καθάρια, καρποφόρα.
Μέρες και Μοίρες τάχα ποιες μας καρτερούνε, χώρα;
Και ο καταλύτης πόλεμος κι΄ η πλουτοδότρα ειρήνη
θυσίας βωμοί, πάντα να ζεί η Πατρίδα.
Για όσα περνούν ή μέλλονται βοηθός Θεός ας δίνη
θύμηση, ελπίδα.
«Το Βραχώρι εκάη»
Η Επανάσταση στο Βραχώρι (Αγρίνιο) το 1821, άργησε να εκδηλωθεί και τούτο οφείλεται στο ότι το Βραχώρι ήταν η έδρα ισχυρών Τουρκικών στρατευμάτων και το Τούρκικο Στρατιωτικό Κέντρο της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος. Ακόμη στο Βραχώρι (Αγρίνιο) ήσαν συγκεντρωμένοι πολλοί αξιωματούχοι Τούρκοι, επειδή ήταν και το διοικητικό κέντρο της περιοχής και επειδή είχε οικονομική εξάρτηση απευθείας από την εκάστοτε Βαλιδέ Σουλτάνα.
Το Βραχώρι (Αγρίνιο) λοιπόν, ήταν για την Δυτική Ελλάδα, ό,τι η Τριπολιτσά για την Πελοπόννησο. Τόσον ο Διονύσιος Κόκκινος,όσον και η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, αντλώντας από τον Ιωάννη Φιλήμωνα, γράφουν ότι στο Βραχώρι, κάθε διώροφη ή τριώροφη Τουρκική οικοδομή, ήταν τριγυρισμένη με διπλό και τριπλό καμμιά φορά τείχισμα και αυλόθυρες σε πολλές μεριές-μοναδικό φαινόμενο σε όλη την Ελλάδα – πράγμα που δηλώνει την άγρια τυραννία των Τούρκων και την τραγική θέση των Χριστιανικών οικογενειών, που ήσαν υπερδιπλάσιες των Τουρκικών. Η τυραννία έγινε αβάσταχτη ιδίως τις παραμονές της Επανάστασης, όταν στρατιωτικός διοικητής του Βραχωρίου ήταν ο Τουρκαλβανός Νούρκας Σέρβανης και πολιτικός διοικητής Αλάμπεης.
Όμως, μετά τα πρώτα επαναστατικά κρούσματα στην Αιτωλοακαρνανία, οι Τούρκοι άρχισαν ν’ ανησυχούν και ο φόβος τους μεγάλωσε, όταν στην πόλη άρχισαν να μαζεύονται και οι ομόθρησκοί τους της υπαίθρου. Και οι φόβοι τους βγήκαν αληθινοί: Στις 26 με 27 Μαϊου, (ή κατά τον Θ.Α.Χαβέλα στις 19 Μαϊου, ημέρα της Πεντηκοστής του Πάσχα), οι Επαναστατικές δυνάμεις της Αιτ/νίας καταλάβανε θέσεις γύρω από το Βραχώρι για να το εκπολιορκήσουν. Το βράδυ της 28ης Μαϊου 1821 ο κλοιός γύρω από το Βραχώρι είχε ολοκληρωθεί και τα χαράματα της ίδιας νύχτας (28-5-1821) άρχισε γενική επίθεση απ’ όλες τις μεριές, πρώτα προς τις απόκεντρες συνοικίες της πόλης. Η έφοδος αιφνιδίασε τους τούρκους, που πιστεύανε ότι οι Αιτωλοακαρνάνες δεν θα αποτολμούσαν επίθεση εναντίον του πανίσχυρου φρουρίου του Βραχωρίου.
Γιορτάζανε το «Ραμαζάνι» τους εκείνη την ημέρα και μόλις ακούσανε τους πυροβολισμούς των Ελλήνων, έντρομοι, σπεύσανε στα «ενδότερα» της πόλης. Οι πρώτοι ένοπλοι Έλληνες, που πατήσανε στην πόλη, βάλανε φωτιά στα πρώτα σπίτια. Και οι εντός της πόλης Βραχωρίτες όμως περιμένανε την επίθεση. Γιαυτό, μόλις άρχισε, βάλανε μόνοι τους φωτιά στα σπίτια τους, για να επιτείνουν τον πανικό στους Τούρκους. Οι επιθέσεις των πολιορκητών μεγάλωσαν, γιατί συνέχεια έφθαναν καινούργιες ενισχύσεις, που ανέβασαν τον αριθμό των Ελλήνων στις 4.000, όταν στις 5 Ιουνίου 1821 έφτασε στο Βραχώρι και ο Γιώργης Βαρβνακιώτης με πολλούς Ξηρομερίτες. Απεναντίας οι πολιορκούμενοι βρίσκονταν σε δύσκολη θέση, γιατί εν τω μεταξύ άρχισαν και οι διχόνοιες τους με τον Τουρκαλβανό Νούρκα Σέρβανη, που τους εγκατέλειψε κρυφά, παίρνοντας μαζί του όλους τους Τούρκικους θησαυρούς, αλλά συνελήφθηκε αργότερα από τους Έλληνες πολιορκητές, με τους οποίους ήλθε σε συμφωνία. Οπότε μετά, και οι έγκλειστοι στο Βραχώρι Τούρκοι, με τον Δερβέν αγά Ταχήρ Παπούλία, που δεν ήταν Αλβανός, υπογράψανε συμφωνία με τον Γ.Βαρνακιώτη, που υποχρέωνε τους Τούρκους να παραδώσουν τα όπλα και να πάνε όπου θέλουν.
Έτσι, στις 11 Ιουνίου 1821, έπεσε το Βραχώρι (Αγρίνιο), που ήταν το προπύργιο των Τούρκων στη Δυτική Ελλάδα. «Και ούτως εκυριεύθη το περίφημο Βραχώρι, η πρωτεύουσα της ηγεμονίας της υπό των Οθωμανών ονομαζομένης Κάρλελη», γράφει ο αγωνιστής Λάμπρος Κουτσονίκας στα απομνημονεύματά του.
Η λαϊκή μούσα αποθανάτισε την πολιορκία του Βραχωρίου με το εξής δημοτικό τραγούδι, που το έχει καταχωρημένο ο Πετρώφ στη συλλογή του.
Σ’ όλον τον κόσμο ξαστεριά,
σ’ όλον τον κόσμο ήλιος,
και στο Ζαπαντοβράχωρο
όλο καπνός κι αντάρα.
Καπιταναίοι τόκαψαν
καπιταναίοι το καίναι.
Μετά την επιτυχή – στην πρώτη της φάση – έκβαση της Επανάστασης στην Αιτωλ/νία και την εκδίωξη των Τούρκων, προέκυψε θέμα διοικητικής οργάνωσης της ελεύθερης πια περιοχής και εκλογής τοπικής Αρχής.
Όμως το θέμα, που αφορά στον Οργανισμό της διοίκησης Δυτικής Ελλάδας, οι ιστορικοί σκόπιμα το αφήνουν αδιευκρίνιστο, με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ότι πρώτος αντιλήφθηκε την ανάγκη του ο Μαυροκορδάτος.
Αυτό είναι λάθος. Γιατί ο στρατηγός Γεώργιος Βαρνακιώτης, αμέσως μετά την κατάληψη του Βραχωρίου, «συνεκάλεσε τους προκριτοτέρους άνδρας της Δυτικής Ελλάδος εν Αγρινίω και συνεκρότησε εκεί μυστικήν σύνοδον προς αποκατάστασιν προσωρινής τοπικής διοικήσεως, ήτις και ωνομάσθη Ιερουσία της Δυτικής Ελλάδος».
Το γεγονός αναφέρεται και σε έγγραφο του Αγώνα, που δημοσιεύεται από τον Ν. Φυσεντζίδη, και γράφει ότι «αμέσως ο καπετάν Ηεωργάκης εσύστησε γερουσία από τους παλιούς προεστώτας των επαρχιών και επάρχους εις τας επαρχίας».
Έδρα της Γερουσίας ορίσθηκε Βραχώρι.
Ο Μαυροκορδάτος όμως, που είχε φθάσει στο Μεσολόγγι στις 21 Ιουλίου 1821, κατάλαβε ότι για να προγματοποιήση τα πολιτικά του σχέδια και να αναλάβει την απόλυτη στρατιωτική και πολιτική διοίκηση της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος, έπρεπε να υπερσκελίσει την ιδρυθείσα υπό του Γ.Βαρνακιώτη Γερουσία της Δυτικής Ελλάδος, και να φαίνεται ότι η πολιτική της οργάνωση ανήκει σ’ αυτόν ευθύς εξαρχής. Και φυσικά ο μόνος τρόπος που μπορούσε να το πετύχει ήταν να συγκαλέσει Συνέλευση με πρόσωπα κατάλληλα και έμπιστά του, αφού ήδη προηγουμένως «παρέλυσε το καλώς υπό του Βαρνακιώτου διοργανισθέν Ελληνικόν σύστημα».
Η εντολή όμως έπρεπε να δοθεί «άνωθεν», δηλαδή από τον Δημήτριο Υψηλάντη. Εξέθεσε στον Υψηλάντη τις σκέψεις του για την (δήθεν) ανάγκη της διοικητικής οργανώσεως των επαρχιών της Δυτικής Ελλάδος υπό ενιαίαν αρχήν με έδρα το Μεσολόγγι. Ο δε Υψηλάντης ανέθεσε στον Αλ Μαυροκορδάτο την πολιτική οργάνωση ολοκλήρου της Στερεάς με τον τίτλον του πληρεξουσίου του.
Ο Μαυροκορδάτος άρχισε, από του δευτέρου δεκαημέρου του Σεπτεμβρίου, τις ενέργειές του στο Μεσολόγγι και το Βραχώρι και, ύστερα από αλλεπάλληλες επαφές, έστειλε στους προκρίτους επιστολές, όπου και καθοριζόταν η επίσημη έναρξη της Συνέλευσης της Δυτικής Ελλάδος την 1η Οκτωβρίου 1821 στο Βραχώρι, την επί Τουρκοκρατίας πρωτεύουσα του νομού.
Η συνέλευση όμως αυτή δεν έγινε, γιατί δεν εξασφαλίστηκε η συμμετοχή του στρατηγού Γ.Βαρνακιώτη, που ήταν απαραίτητη.
Ο Μαυροκορδάτος όμως, μετά από αλλεπάλληλες ενέργειες, πέτυχε να γίνει συνάντησή του με το Γ. Βαρνακιώτη και συμφώνησαν να γίνει η Συνέλευση στο Μεσολόγγι, στις 4 Νοεμβρίου 1821, που της δόθηκε η ονομασία «Συνέλευσις της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος» και κράτησε εξ (6) μέρες.
Η Συνέλευση εξέλεξε πρόεδρο τον Αλ. Μαυροκορδάτο, ίδρυσε δεκαμελή τοπική Διοίκηση, που πήρε την ονομασία «Γερουσία» και ψήφισε το «πρώτο Ελληνικό Πολίτευμα», αν μπορεί να το αποκαλέσει έτσι κανένας. Στο τέλος Νοεμβρίου 1821, έδρα της «Γερουσίας» ξανάγινε το Βραχώρι, επειδή κρίθηκε η θέση καταλληλότερη για το συντονισμό των ενεργειών της.
«Εδώ πλέον ο ομφαλός του Ρωμέϊκου, ήτοι της Δυτικής Στερεάς, έβλεπες κάποιον ίσκιον πολιτικής αρχής», γράφει ο Κασομούλης, που είχε έρθει στο Βραχώρι το καλοκαίρι του 1822.
Στο Βραχώρι, ο Αρχιγραμματέας της «Γερουσίας» εξέδιδε χειρόγραφη εφημερίδα με τίτλο ΑΧΕΛΩΟΣ. Σώζεται το φύλλο της 24/2/1822.
Το Σύνταγμα που ψήφισε η Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου την 1ην Ιανουαρίου 1822, διατήρησε τη «Γερουσία της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας». Το Βραχώρι εξακολούθησε να είναι έδρα της «Γερουσίας» μέχρι τής κατά τα τέλη Αυγούστου 182, ή το πιθανότερον κατά το δεύτερον δεκαπενθήμερον του Σεπτεμβρίου, πυρπολήσεως της πόλης του Βραχωριού, την οποίαν έκαψαν οι ΄Ελληνες κάτοικοι αυτής για να μη βρουν τίποτε οι κατερχόμενοι στο Μεσολόγγι Ομέρ Βρυώνης και Κιουταχής, . οπότε μετά η έδρα της ‘Γερουσίας’ μεταφέρθηκε στο Μεσολόγγι.
Η δεύτερη Εθνοσυνέλευση του Άστρους, με ψηφίσματά της στις 30 Μαρτίου 1823 κατάργησε τη Γερουσία της δυτικής Χέρσου Ελλάδος.
Ότι το Αγρίνιο παρέμεινε η όρα της Γερουσίας, μέχρι το κάψιμό του, προκύπτει από πολλές πηγές. Κατ’ αρχήν από το φύλλο που σώζεται, της εφημερίδας «Αχελώος» της 24/2/1822. Επίσης αναφέρεται από τον Σπηλιάδη στα απομνημονεύματά του (τόμος Α’ σ. 356) που αναφέρει εγκύκλιο της Γερουσίας από το Βραχώρι της 23ης/2/1822. Και ο Κάρπος Παπαδόπουλος («Απομνημονεύματα αγωνιστών του 21 «έκδοση Τσουκαλά», τόμος 13ος, σ. 168-169), αναφέρει τα από 22 και 27 Μαρτίου 1822 ψηφίσματα της Γερουσίας στο Βραχώρι. Τέλος και ο Ιωάννης Φιλήμων στην Ιστορία του της Ελληνικής Επαναστάσεως (τόμος Δ’ σ.σ. 507-508) αναφέρει ψήφισμα της Γερουσίας στο Βραχώρι της 12ης/3/22.
Ας δούμε όμως και τη στάση την οποίαν επέδειξαν οι Βραχωρίτες και στις αποφράδες ημέρες του Αγώνα, κατά το 1822, που η Επανάσταση κινδύνεψε σοβαρά από την εκστρατεία του Ομέρ Βρυώνη και του Κιουταχή στη Δυτική Ελλάδα, αφού όμως κάνουμε πρώτα μια μικρή αναφορά στη γεωγραφική και στη στρατηγική θέση του Βραχωρίου (Αγρινίου), πράγμα που θα μας βοηθήση και στην καλύτερη κατανόηση των όσων ακολουθούν.
Το Βραχώρι (Αγρίνιο) δεσπόζει του ενός από τους δύο δρόμους εισβολής των εχθρών στη Νότια Ελλάδα. Αυτός ο δρόμος, με βάση ανεφοδιασμού και αρχικό ορμητήριο τα Ιωάννινα, με δεύτερο σημαντικό σταθμό την Άρτα, περνούσε μέσα από τα περίφημα στενά του Μακρυνόρους, φυσικά οχυρά για τον αγωνιζόμενο και προχωρούσε προς το Βραχώρι, Μεσολόγγι και Ναύπακτο.
Αυτόν ακριβώς το δρόμο διάλεξαν οι Τούρκοι στρατηγοί Ομέρ Βρυώνης και κιουταχής, για να προελάσουν από την Άρτα προς την Νότια Ελλάδα και να καταπνίξουν την επανάσταση, μετά την Τουρκική νίκη στο Πέτα (4-7-1822).
Όμως ο Ομέρ Βρυώνης και ο Κιουταχής δεν επωφελήθηκαν από την καταστροφή στο Πέτα, και από τον πανικό των Ελληνικών στρατευμάτων και πληθυσμών, ώστε να προελάσουν αμέσως προς το εσωτερικό και μόνο στις αρχές Αυγούστου του 1822 κινήθηκαν αργά.
Δεν επωφελήθηκαν όμως και οι Έλληνες της Αιτωλ/νίας από την Τουρκική αργοπορία, ώστε να οργανωθούν και να τους αποκρούσουν στα φυσικά οχυρά του Μακρυνόρους. Οι οπλαρχηγοί της Αιτωλ/νίας, αντί να ενωθούν και να αντιμετωπίσουν ενωμένοι την επερχόμενη λαίλαπα των Τούρκων, μάχονταν αναμέταξύ τους για τα αρματωλίκια και τη μοιρασιά των εθνικών προσόδων. «Όλη εκείνη η περιφέρεια είχε παραδοθεί στη λεηλασία. Την λεηλατούσαν οι Αρβανίτες, οι Τούρκοι και οι Έλληνες. Ο λαός της Ακαρνανίας, κουρασμένος και αηδιασμένος, έκαιγε κι αυτός ό,τι έμενε και τράβαγε για τον Κάλαμο». Αλλά και στην Αιτωλία, «όσοι κάτοικοι είχαν απομείνει στα χωριά τους τα έκαιαν και έφευγαν. Ο λαός, λοιπόν, της Αιτωλ/νίας στο σύνολό του, εκτός από τις προδοτικές εξαιρέσεις, έμεινε πιστός στην υπόθεση της δίκαιης επανάστασής του και «ο Τουρκικός στρατός επροχώρησε προς τα κάτω διαβαίνων και με κενάς τας αποθήκας».
Χαρακτηριστικό παράδειγμα της στάσης αυτής ολοκλήρου του λαού ήταν και το κάψιμο του Βραχωρίου (Αγρίνιο), για να μην πέσει όρθια στα χέρια του εχθρού, από τους ίδιους τους Βραχωρίτες αυθόρμιτα και ομόφωνα «ότε η απόφασις εγένετο περί αποτεφρώσεως της πόλεως» της Γερουσίας, που «υποπτευθείσα την εις Αγρίνιον εισβολήν των Τούρκων, καλέσασα τους προκριτοτέρους του τόπου συνήλθεν εν κοινώ συμβουλίω και άπαντες οι πρόκριτοι από νοινού έγνωσαν να πυρπολήσωσι την πόλην».
Ο Δ. Κόκκινος, που υπερτονίζει τη δραστηριότητα και το ρόλο του Μαυροκορδάτου στα σχετικά γεγονότα, γράφει ότι ο Μαυροκορδάτος επραγματοποίησε κατά την κρίσιμη εκείνη ώρα το αρχικό του σχέδιο περί της δηώσεως και της ερημώσεως της εγκαταλειπομένης χώρας, ώστε να καταστεί δύσκολος ο δρόμος του εχθρού, σχέδιο που ήδη το είχε εκθέσει με επιστολή του, στις 13 Αυγούστου 1822, στον Γ.Βαρνακιώτη, λέγοντάς του «περί του τρόπου της αμύνης και της επιθέσεως κατά του εχθρού, κατά την κάθοδόν του δια μέσου της χώρας. Επρότεινε να πυρπολυθούν τα πεδινά μέρη, όλα τα κέντρα, από τα οποία θα διήρχετο ο εχθρικός στρατός, και αυτό ακόμη το Βραχώρι».
Μετά την πυρπόληση της πόλης, ο Μαυροκορδάτος γράφει, την 1ην Οκτωβρίου 1822, προς τον Αντιπρόεδρον του Εκτελεστικού: «Το Βραχώρι εκάη, ομοίως και όλα τα χωρία και μαγαζιά τα ευρισκόμενα εις τον κάμπον κατά παραγγελίαν μου.
Πρέπει δε να είχε προηγηθεί και συζήτηση περί του στρατηγήματος «της καμμένης γης» μεταξύ Μαυροκορδάτου και Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας και πρώην Άρτης Ιγνατίου, όπως φαίνεται από επιστολή του τελευταίου προς τους Γ. Βαρνακιώτη και Ανδρέα Καρίσκο, την 30ην Οκτωβρίου 1822, από Πίζα Ιταλίας, μη γνωρίζοντας βέβαια ότι η πυρπόληση του Βραχωρίου είχε ήδη συντελεστεί: «Το πρόβλημα (=πρόταση) μου δια να γενή σκορποχώρι εις την ανάγκην, όσον δύσκολον και αν είναι, σας βεβαιώνω ότι είναι το μόνον σωτήριον… Οι Ρώσοι εσώθηκαν, διότι έκαυσαν την Μόσχαν…».
Η απόφαση όμως πάρθηκε συλλογικά από τη Γερουσία και υλοποιήθηκε από τους ίδιους τους Βραχωρίτες, που χωρίς διαμαρτυρία δέχθηκαν την απόφαση να κάψουν τα σπίτια τους και τα έκαψαν μόνοι τους.
Έτσι, τον Αύγουστο του 1822, στο τρίτο δεκαήμερο, κι αφού πια οι Τουρκικές δυνάμεις του κιουταχή είχαν φθάσει στην Αμφιλοχία, οι Βραχωρίτες «αυθόρμητοι κατέκαυσαν τας οικίας και περιουσίας των και «θέτοντας πυρ ο εις εις την οικίαν του άλλου επυρπόλησαν πάσαν την πόλιν». Ο άμαχος πληθυσμός κουβαλώντας μαζί του ό,τι μπορούσε απ’ το νοικοκυριό του, απομακρύνονταν απ’ την πόλη, βλέποντας τις βλόγες να υψώνονται στους ουρανούς.
Έτσι ο Κιουταχής, όταν πέρασε τον Αχελώο, «εισήλθεν εις το καιόμενον Βραχώρι», από τους ίδιους τους κατοίκους του, «την αυγήν της αυτής, καθ’ ην εισήλθεν εις αυτό».
Το κάψιμο όμως του Αγρινίου το γνωρίζουμε και από άλλες πηγές: Ο Δήμος Σκαλτσάς σε επιστολή του προς τον Κολοκοτρώνη, στις 3 Οκτωβρίου 1822, από το Λιδωρίκι, γράφει: «Όθεν ιδόντες οι καπεταναίοι μας τοιούτον κίνδυνον, έστειλαν και έκαυσαν όλα τα χωρία του κάμπου και το Βραχώρι, και δεν άφησαν ούτε καλύβι».
Επίσης ο αγωνιστής Αναγνώστης Κοντάκης, αυτόπτης μάρτυρας και αυτουργός της πυρπόλησης του Αγρινίου, γράφει στα απομνημονεύματά του: «Τα νερά του ποταμού ήταν πολύ χαμηλά, ώστε να σκεφθούμε να κρατήσουμε άμυνα. Αφού κάψαμε το Βραχώρι, όλα τα χωριά και τους μύλους του Βλοχού, περάσαμε τη λίμνη Σούδι».
Τέλος, σ’ ένα έγγραφο των εφόρων Μαλανδρίου πιθανότατα, προς τον Ανδρέα Ζαϊμη, γραμμένο στις 5 Οκτωβρίου 1822, διαβάζουμε: Έπειτα εμψυχώνονται οι Έλληνες δυνατά, βλέπουν και οι εχθροί ότι δεν τρέφονται εύκολα, ούτε στέκονται, επειδή και έκαυσαν όλα τα χωρία και επαρχίας εκείθεν οι καπιταναίοι, όπου δεν άφησαν σχεδόν ούτε καλύβι».
Και θα κλείσουμε το μικρό αυτό μελέτημα παραθέτοντας, σαν κατακλείδα ένα απόσπασμα από την ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Σπυρίδωνα Τρικούπη, που καταδεικνύει πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε και η πυρπόληση του Αγρινίου στην λύση της πρώτης πολιορκίας του Μεσολογγίου από τους Τούρκους και στον Ιερό Αγώνα γενικότερα. Γράφει λοιπόν: «Έκαυσαν και το Βραχώρι την αυγήν της αυτής ημέρας, καθ’ ην εισήλθεν εις αυτό περί το εσπέρας ο Κιουταχής. Έτσι οι Τούρκοι επροχώρησαν μεν πάντη ανηπερέαστοι εντός της Αιτωλίας, αλλ’ ουδεμού απήντων ψυχήν γεννητήν και πέριξ αυτών δεν έβλεπον ει μη καπνούς, φλόγας και παντελή ερημίαν».
Έτσι, όπως γνωρίζουμε άλλωστε και από ιστορικά εγχειρίδια, ο καμμένος κάμπος του Βραχωρίου έγινε και ο τάφος των πολιορκητών του Μεσολογγίου.
Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους
Ανάθεμα τους Γραικούς. Δεν αφήνουν ν' απολαύσουν την παλινόρθωσή τους. Φεουδάρχες, βασιλείς, πρίγκιπες με τα καλά τους γιόρταζαν μεθυστικά. Οι Επαναστάσεις τέλος, όπως λένε σήμερα η ιστορία τέλος. Και νάτη η κραυγή που τους τρόμαξε. Ετσι άρχισε κείνη η λαμπρή Επανάσταση των Ελλήνων ραγιάδων. Ή θα νικήσουν ή θα χαθούν. Εσπασε, λέει ο Μακρυγιάννης, το πουλί το τσόφλι του αυγού. Πίσω να γυρίσει, δεν μπορεί. Ή θα πετάξει ή θα χαθεί. Κόντεψε να χαθεί η Επανάσταση. Δεν αστειευόταν ο Ιμπραήμ. Οι κοτσαμπάσηδες λούφαξαν. Η ραγιάδικη συνείδηση τους οδηγούσε στο προσκύνημα. Τότε ορθώθηκε ο Κολοκοτρώνης κι άφησε να βγει ο φοβερός λόγος. Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους. Το 'πε και το 'κανε. Η Επανάσταση σώθηκε.
Θα μου πείτε, τι τα θέλω αυτά τα άγρια, τώρα που κι απ' τα σχολικά βιβλία διαγράφτηκαν. Τα θέλω. Οχι γιατί είμαι αιμοδιψής. Αλλά να, εκείνη η κραυγή, Ελευθερία ή θάνατος, δεν είναι απλός λόγος. Είναι η αρχή μιας ιστορίας, που ολοκληρώθηκε με κείνον το φοβερό και συνάμα άγιο λόγο: Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους. Θα μου πείτε πάλι, αυτά τότε, στην οθωμανική εποχή. Τώρα είναι αλλιώς. Η παγκοσμιοποίηση, η κυριαρχία και η φθορά των συνειδήσεων.
Αμ δε, απαντώ. Σιγά την Ιερά Συμμαχία της παγκοσμιοποίησης. Ας ακουστούν και οι δυο λόγοι και τότε πού να κρυφτούν δε θα 'χουν. Διαβάζω την ιστορία, όχι απ' τα σχολικά βιβλία. Το Μακρυγιάννη διαβάζω, τον Φωτάκο, τον Κασομούλη, τον Περεβό, τ' απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη. Διαβάζω, και θαυμάζω, και γρικώ πως ο λαός είναι ανίκητος, όσοι αιώνες σκλαβιάς κι αν περάσουν. Σίγουρα θα ορθωθεί και θα βαδίσει. Κι άντε να τον σταματήσουν.
Βάλθηκα να καταλάβω, γιατί ξαναγράφουν την ιστορία. Γιατί στο όνομα του ανθρωπισμού αποσιωπάται πως η βία είναι η μαμή της ιστορίας. Αν ο Κολοκοτρώνης δεν ανέμιζε το μαστίγιό του, δεν έβαζε φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους, θα 'χε πραγματωθεί η Ελευθερία; Οχι. Αν ήταν να 'ρθει από μόνη της, δε θα περίμενε χρόνους τετρακόσιους. Ηρθε ακριβώς μόλις οι σκυφτοί ραγιάδες ορθώθηκαν και είπαν τη μεγάλη πρόταση: Ελευθερία ή θάνατος. Ναι, υπήρξαν σκοτωμοί. Δε γινόταν αλλιώς. Οι Οθωμανοί δεν είπαν «χοσκελντί», καλώς ήρθατε. Δική σας η Τριπολιτσά. Δικά σας και τα κάστρα. Μουσαφίρηδες είμαστε, φεύγουμε. Γεια χαρά, αδέλφια.
Αυτά τα λέω εγώ, που συλλαβίζω την ιστορία. Καταλαβαίνω το άτεγκτο της Επανάστασης. Καταλαβαίνω πως την αντίσταση με αντίσταση πολλαπλάσια νικάς. Γράφει ο Φωτάκος. Στην αρχή της Επανάστασης οι ραγιάδες σκιάζονταν το θάνατο. Τρόμαξαν που είδαν τους πετσοκομμένους απ' τους Τούρκους ανθρώπους, μετά από μια μάχη. Σκιάζονταν και κοιτούσαν παγωμένοι. Δεν πλησίαζαν. Και τότε ο Κολοκοτρώνης ξεπέζεψε απ' τη φοράδα του. Βαριά περπατώντας, προχώρησε. Εφτασε στο πεδίο με τους διαμελισμένους Ελληνες. Εσκυφτε. Επαιρνε το κομμένο χέρι και το φιλούσε, παινεύοντάς το. Σήκωνε το κομμένο κεφάλι και το ασπαζόταν, θαυμάζοντας την ομορφιά του. Κι όλο έλεγε. Είναι οι δικοί μας άγιοι, οι δικοί μας οδηγοί. Κι έτσι ξεθάρρεψαν οι ζωντανοί και πλησίασαν. Κι όλοι μαζί έπλυναν, στόλισαν τα μέλη των νεκρών, τα έθαψαν, άναψαν τα καριοφίλια τους και χαιρέτισαν σε στάση προσοχής με μιαν άγρια κραυγή, καταλυτική. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ. Αυτό είναι το '21, ό,τι κι αν όψιμα λένε τόσοι και τόσοι.
Ιορδάνης Α. ΠΡΟΥΣΑΝΙΔΗΣ
ΜΑΡΙΑ Η ΠΕΝΤΑΓΙΩΤΙΣΣΑ
Και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλληκάρια!
Δεν υπάρχει σε όλη την Ελλάδα χωριό που να μην ακούγoνται συχνά οι στίχοι αυτοί. Τους τραγουδούν στους γάμους, στα πανηγύρια, στα γλέντια, σαν ύμνο στην αιωνία ομορφιά, σα δοξολόγημα στην περίφημη Μαρία την Πενταγιώτισσα, την ιστορική και μοιραία γυναίκα. Γιατί η Μαρία υπήρξε ένας από τους γυναικείους εκείνους χαρακτήρες, τους οποίους η φύσις προορίζει για τη συμπάθεια και το θαυμασμό των ανθρώπων, οπωσδήποτε και αν φερθούν στην κοινωνία. Οι Πενταγιοί, το μικρό χωριό της, έγινε για κάμποσο καιρό τόπος τρομερών γεγονότων, που θα τα έλεγε κανείς μυθιστορηματικά, αν δεν τα εβεβαίωναν αξιόπιστοι μαρτυρίαι. Στο χωριό αυτό, κατά τους πρώτους μετά την Ελλ. Επανάσταση χρόνους, ζούσε ο Δασκαλόπουλος, νοικοκύρης τίμιος και σεβαστός, αρκετά πλούσιος. Ο Δασκαλόπουλος είχε ένα γυιo, το Θανάση, και δυο κόρες, την Ελένη και τη Μαρία. Η Μαρία από μικρή άρχισε να δείχνει σημεία ζωηρής και ανυπόταχτης καλλονής. Σ’ όλο το χωριό είχε γίνει ονομαστή για τα μάτια της, τα «μεγάλα κρασογάλανα μάτια» που ετόξευαν στον ατενίζοντα αυτά κάποιο ρεύμα που θάμπωνε και μάγευε σαν τα μάτια της Γοργόνας. Με τον καιρό η Μαρία εμέστωσε σε αδρή κοπέλλα με θαυμασία κορμοστασιά, με εύγραμμα στήθη, ενώ το θείο πρόσωπό της έλαμπε σαν ήλιος. Και τα παλληκάρια του χωριού άρχισαν να δαιμονίζονται γι’ αυτή. Ο δρόμος από τον οποίον θα περνούσε η Μαρία για να φτάσει στη βρύση θα ήταν πάντα πιασμένος από τους νέους ερωτευμένους που περίμεναν το πέρασμά της. Τη νύχτα γύρω από το σπίτι της αντηχούσαν περιπαθή τραγούδια και τις Κυριακές, στο χοροστάσι, τα παλληκάρια εμάλωναν ποιο να πρωτοπιάσει στο συρτό το παχουλό και άσπρο χέρι της Μαρίας. Στην περιορισμένη εκείνη κοινωνία, ανάμεσα στις αυστηρές εκείνες ψυχές, όπου και απλώς να καλοκυττάξη κανείς τη γυναίκα ή την αδελφή του άλλου εθεωρείτο αμάρτημα ασυγχώρητο, τώρα εκυριαρχούσε μια αυθάδεια κι’ ένας ασυγκράτητος οργασμός. Θα έλεγε κανείς ότι η ομορφιά της λυγερής εκείνης ήρθε να καταπατήσει τις άγιες παραδόσεις, τη σεμνότητα και την αρετή του Ελληνικού χωριού.
Τώρα η μητέρα της Μαρίας πέθανε. Μετά έξη μήνες πέθανε και ο πατέρας της. Τα δυο κορίτσια μείνανε ορφανά. Ο Θανάσης, ο αδελφός τους, ερχότανε σπίτι από νύχτα σε νύχτα, γιατί όλη την ημέρα την περνούσε στα χωράφια και στ’ αμπέλια, φροντίζοντας για την πατρική περιουσία. Η Ελένη, αν και μεγαλύτερη, δε μπορούσε να επιβληθεί στη Μαρία, γιατί είχε αδύνατο χαρακτήρα. Έπειτα και αυτή σε λίγον καιρό παντρεύτηκε σ’ ένα χωριό της Ναυπάκτου και ακολούθησε τον άντρα της. Έτσι η Μαρία έμεινε μόνη, αφέντισσα του σπιτιού, της ομορφιάς της και της καρδιάς της.
Και τα παλληκάρια άρχισαν άφοβα πια τις ερωτικές τους επιθέσεις, τα λόγια, τα χαμόγελα, τα περιπαθή βλέμματα και τα τραγούδια. Και η λυγερή, της οποίας η φύση, δυνατή και ορμητική όσο και η καλλονή της, εφλόγιζε το ανθισμένο εκείνο κορμί μέσα σε τόσα νειάτα που την ετριγύριζαν, ελεύθερη πια από κάθε επίβλεψη παραδόθηκε ελαφρή, τρελλή, στο διαλεχτό της καρδιάς της, στον Τουρκάκη.
******
Ο Τουρκάκης ήταν παλληκάρι με αρκετή περιουσία, ένας από τους καλύτερους υποψηφίους γαμπρούς του χωριού. Πολλές λυγερές τον εκαμάρωναν για άντρα τους, περισσότερο όμως η Τασούλα, εξαδέλφη της Μαρίας. Και όταν η Μαρία παρασυρομένη από το πάθος της εξεμυστηρεύθη στην εξαδέλφη της τις σχέσεις της με τον Τουρκάκη και το σχεδιαζόμενο γάμο τους, η Τασούλα εμάνιασε και ορκίστηκε να εμποδίσει με όλα τα μέσα την ένωσή τους. Και επειδή άλλον τρόπο καταλληλότερο δεν είχε, ανεκοίνωσε στο Θανάση, τον αδελφό της Μαρίας, τους κρυφούς έρωτές της.
Ο Θανάσης ήτο πολύ φρόνιμο παλληκάρι και καθόλου δεν ήθελε παραδεχθεί ότι ο Τουρκάκης, στενός του φίλος, μπορούσε να επιβουλευθεί την τιμή του. Η Τασούλα όμως επέμενε καταγγέλλουσα πολλά και ωρισμένα σφάλματα της Μαρίας και του Τουρκάκη. Ο Θανάσης επείσθη να παραμονεύσει μόνος του και να βεβαιωθεί.
Μια μέρα, λοιπόν, προφασίστηκε ότι έφευγε για ταξείδι σε μακρυνό χωριό, εγύρισε κρυφά και κρύφτηκε στο πατάρι του σπιτιού, εκεί που οι χωρικοί αποθηκεύουν σιτάρι και άλλα χρήσιμα.
Ο Θανάσης δεν περίμενε και πολύ εκεί κρυμμένος. Η Μαρία, ανύποπτη, εκάλεσε ευθύς τον Τουρκάκη στο σπίτι της. Ο Θανάσης από το πατάρι έλαβε τρανή απόδειξη της ελαφρότητος της αδελφής του και της προδοσίας του φίλου του. Έξω φρενών από το θυμό του, επήδησε κάτου και όρμησε κατά του Τουρκάκη. Η Μαρία στην αρχή έμεινε ασάλευτη, σαστισμένη από το ξαφνικό φανέρωμα του αδελφού της® μα γρήγορα συνήλθε και βλέποντας τον ερωμένο της να κινδυνεύει έτρεξε να τον προστατεύσει. Ο Θανάσης εμάνιασε τότε πιο πολύ για την πράξη της αυτή. Έχοντας τώρα να παλαίψει με δυο, άρπαξε ένα τσεκούρι που βρέθηκε εκεί κοντά και χύμηξε κατά της Μαρίας, χτυπώντας την τυφλά. Η Μαρία έμπηξε τις φωνές: «-Βοήθεια! Βοήθεια! Με σκοτώνουν!». Έτρεξαν οι γείτονες και την εγλύτωσαν καταματωμένη.
******
Από τα χτυπήματα του Θανάση η Μαρία έμεινε αρκετές μέρες στο κρεββάτι. Άμα όμως σηκώθηκε και ξαναείδε τον εραστή της, τα πρώτα της λόγια ήταν η καταδίκη του αδελφού της.
-Θέλω να πιω αίμα απ’ το Θανάση! του είπε με έξαψη.
Ο Τουρκάκης στην αρχή θέλησε ν’ αντισταθεί στη φοβερή αυτή απαίτηση της ερωμένης του. Αλλ’ η Μαρία είχε την πειστική εκείνη ευγλωττία των ματιών, τη διαβολική εκείνη ευγλωττία, και ο Τουρκάκης δε μπόρεσε πια να πει όχι. Αποφασίστηκε, λοιπόν, μεταξύ τους να σκοτωθεί, να βγει από τη μέση ο Θανάσης. Να εξαφανισθεί μυστικά, ξαφνικά, ώστε ποτέ να μη μάθει ο κόσμος τι απέγινε. Και τη στιγμή εκείνη τα μάτια της Μαρίας της Πενταγιώτισσας έλαμπαν, όπως τα μάτια της αρχαίας Μήδειας, όταν απεφάσιζε το θάνατο του αδελφού της του Αψύρτου.
Ο Τουρκάκης εμπιστεύθηκε ο μυστικό του τούτο σε δυο συγγενείς του και εζήτησε τη συνδρομή τους. Και επειδή επλησίαζε η γιορτή της Αναλήψεως, -οπότε συνηθίζεται στα μέρη της Δωρίδος, εκείνοι που έχουν πρόβατα να προσκαλούν στις στάνες τους άλλους που δεν έχουν και να γλεντούν-, απεφασίσθη όπως οι δύο αυτοί καλέσουν το Θανάση στη δική τους στάνη, στο Ξεροβούνι.
Ο Θανάσης δέχτηκε την πρόταση και την ημέρα της Αναλήψεως οι τρεις νέοι έφαγαν και ήπιαν και τραγούδησαν στο Ξεροβούνι από το πρωΐ ως το βράδυ. Αλλ’ όταν ο Θανάσης επρότεινε να πάνε στο χωριό, ο ένας από τους φίλους τού είπεν εύθυμα, κρατώντας τον από τη φουστανέλλα:
-Κάτσε τώρα… Εδώ φάγαμε, εδώ και θα κοιμηθούμε!
Ο Θανάσης ήταν ζαλισμένος και από το κρασί. Δέχτηκε, λοιπόν, να μείνει. Και κοιμηθήκανε στο βουνό κατά σειρά, και οι τρεις κοντά στην άκρη ενός φοβερού και βαθυτάτου βαράθρου.
Ο Τουρκάκης παραμόνευε εκεί κοντά. Και όταν ένοιωσε ότι ο Θανάσης αποκοιμήθηκε, πήγε από πάνου του και τον εχτύπησε στο κεφάλι μ’ ένα τσεκούρι. Τότε ξύπνησαν και οι άλλοι δυο και τον αποτελείωσαν με τα μαχαίρια τους. Έπειτα του βγάλανε τα τσαπράζια, του πήρανε όσα χρήματα είχε επάνω του, τα ρούχα του, τον τυλίξανε στη φλοκάτα του και τον πετάξανε μέσα στον Κάρκαρο. Ο Κάρκαρος αυτός είναι βάραθρο κατασκότεινο και με γκρεμούς. Στο βάθος του υπάρχει πάντοτε νερό και ανακράζει γοερά μόλις ρίξεις μέσα το παραμικρό λιθαράκι.
Οι τρεις δολοφόνοι εγύρισαν ήσυχοι στο χωριό τους και ο Τουρκάκης πήγε στο σπίτι της Μαρίας και χτύπησε την πόρτα της. Εκείνη τον περίμενε με αγωνία. Ο Τουρκάκης έδωσε στην ερωμένη του τα τσαπράζια του αδελφού της, τα ματωμένα του ρούχα και το τσεκούρι - το όργανο του εγκλήματος. Η Μαρία ευχαριστήθηκε. Το ανθρώπινο αυτό ζώο, στο οποίον η Φύση είχε δώσει ωραία μορφή αγγελική, αλλά καρδιά τίγρεως, έπλυνε το αίμα από το τσεκούρι, εδίπλωσε τα ρούχα και τα τσαπράζια και τα ’κρυψε στο βάθος της κασέλλας της.
Ύστερ’ από λίγες μέρες παρατηρήθηκε στους Πενταγιούς η έλλειψις του Θανάση και οι συγγενείς και οι φίλοι του άρχισαν να συχνορωτούν γι’αυτόν τη Μαρία.
-Ξέρω που πάει να κλέψει, απαντούσε στενοχωρημένη και κακότροπη η λυγερή, τον σκότωσαν, ζωντανός είναι, δεν ξέρω…
Κατά σύμπτωσιν, τις ημέρες εκείνες ήρθε από τη Βοϊτσά και η αδελφή της Ελένη να επισκεφθεί τους συγγενείς της και μην ξέροντας τίποτε για το κακούργημα.
Μόλις όμως μπήκε στο πατρικό σπίτι, η εξαδέλφη της Τασούλα έτρεξε να της ανακοινώσει την εξαφάνιση του Θανάση, τα προηγούμενα όλα και την υποψία ότι ο Θανάσης έπεσε θύμα της Μαρίας και του εραστού της.
-Άκου μένα που σου λέω: Αυτούνοι τόνε ξεμπεδέψανε, Ελένη μου!
Η Ελένη έτρεξε ευθύς και κατήγγειλε τούτο στο Δήμαρχο, ο οποίος το ανέφερε στον Έπαρχο και τον υπομοίραρχο Δωρίδος. Οι δυο τελευταίοι ήρθαν στους Πενταγιούς και άρχισαν ανακρίσεις.
Τις ενέργειες των αρχών εβοηθούσε και η Ελένη με τις ατομικές της αποκαλύψεις. Και αι ανακρίσεις επροχωρούσαν γρήγορα, επιβαρυντικές για τη Μαρία και τους συνενόχους της. Στο τέλος ο ανακριτής εζήτησε να πάνε όλοι στον Κάρκαρο, στα χείλη του οποίου διάκριναν ακόμη διατηρούμενες μερικές στάλες αίμα. Η Ελένη, έχοντας την υποψία ότι εκεί μέσα είχαν πετάξει τον αδελφό της, επρότεινε σε πολλούς συγχωρικούς της να κατέβουν εκεί και να ψάξουν, με την υπόσχεση να τους καλοπληρώσει. Αλλά κανείς δεν τολμούσε να το κάμει. Όλοι έτρεμαν τα σκοτεινά βάθη του γκρεμού και ήσαν επηρεασμένοι από τις απαίσιες παραδόσεις που λέγονται για τον Κάρκαρο στα μέρη εκείνα. Η Ελένη όμως επέμενε. Επρόσφερε αμοιβή δυο χωράφια και έτσι δυο χωρικοί επείσθησαν να κατεβούν και με πολύν κόπο μπόρεσαν ν’ ανακαλύψουν ανάμεσα στις πέτρες το σώμα του Θανάση και να το τραβήξουν επάνω με σχοινιά. Σχεδόν ήτο αγνώριστος.
Τότε το έγκλημα έγινε ολοφάνερο με όλη του τη φρίκη. Εναντίον των δολοφόνων και της Μαρίας εβγήκε ένταλμα, συνελήφθησαν και εκλείσθησαν όλοι στις φυλακές Λαμίας.
******
Αλλά και στη Λαμία η εμορφιά της Μαρίας ήταν γραφτό να φέρει άλλα δυστυχήματα. Όμοια με τα ξωτικά εκείνα λουλούδια των αγρίων δασών, που λένε πως η μυρωδιά τους θανατώνει εκείνον που τα πλησιάζει, η Πενταγιώτισσα ήταν από τη φύση προορισμένη να φέρνει την καταστροφή στα σπίτια.
Δεν πέρασαν πολλές ημέρες από το κλείσιμο της Μαρίας στις φυλακές Λαμίας, και ο δεσμοφύλακας, άνθρωπος σαραντάρης πια, ερωτοχτυπήθηκε μαζί της. Η πανούργα γυναίκα κατάλαβε αμέσως ότι τον είχε στη διάθεσή της. Χωρίς πολλά λόγια τού είπε ότι θα συγκατένευε να τον παντρευτεί, αν αυτός εφρόντιζε να την απαλλάξει από την κατηγορία. Ο ερωτοχτυπημένος δεσμοφύλακας δέχθηκε με χαρά μεγάλη την πρόταση. Σύμφωνα με την απαίτηση της Μαρίας, άφησε να δραπετεύσει δήθεν από τη φυλακή ο Τουρκάκης. Έπειτα ο δεσμοφύλακας έφτασε και στο έγκλημα: Για να διευκολύνει το γάμο του με την ωραία φυλακισμένη, σε στιγμή μεγάλης εξάψεως του πάθους του εφαρμάκωσε ο άθλιος τη γυναίκα του και το παιδί του, για να μην τους έχει εμπόδιο στους σκοπούς του! Και όλα αυτά τα έκανε τόσο μαστόρικα, ώστε να μη διαγείρει υποψίες…
Σε λίγον καιρό έγινε και η δίκη της Μαρίας και των συνενόχων της στο Μεσολόγγι. Και διότι οι ένορκοι δεν ευρήκαν, φαίνεται, «επαρκείς αποδείξεις», τους εκήρυξαν όλους αθώους.
Ο δεσμοφύλακας -που είχε ακολουθήσει τη Μαρία εκεί και εκόπη για την απαλλαγή της- άρχισε τώρα να της θυμίζει τις υποσχέσεις της και τις θυσίες που είχε κάνει για χάρη της. Η Μαρία ούτε ναι έλεγε, ούτε όχι. Φαινότανε πως ακούει με ευμένεια τα λόγια του, ώσπου έφθασαν στη Βιτρινίτσα, το επίνειον της Δωρίδος, από το οποίον θα επήγαιναν στους Πενταγιούς. Εκεί η παμπόνηρη Μαρία έβαλε τους συμπατριώτες της, όσοι είχαν έρθει για τη δίκη, και τον τσάκισαν στο ξύλο και τον έδιωξαν κακήν κακώς.
******
Έτσι η Μαρία εγύρισε με τους συντρόφους της στο χωριό της, πάντοτε δροσερή, πάντοτε εύσαρκη, αλλά και πάντοτε τρελλή. Οι χωρικοί και προ πάντων αι γυναίκες την περιφρονούσαν για τον τρόπο που ζούσε, αλλά και η Μαρία από πείσμα, ποδοπατώντας τα έθιμα, άρχισε να ζει πιο ελεύθερα τώρα. Ο Τουρκάκης, φυγόδικος πια, δεν τολμούσε να φανεί στους Πενταγιούς. Η Μαρία έπιασε άλλον εραστή, και έπειτα άλλον και -το χειρότερο- τους εδιάλεγε μεταξύ των συγγενών της. Παραδινόταν στον ένα εξάδελφό της και έπειτα τον άλλαζε με άλλον συγγενή. Συζούσε για κάμποσο καιρό με τον έναν εραστή και έξαφνα από ιδιοτροπία του ’κλεινε την πόρτα.
Στο μεταξύ έβριζε τους συγχωριανούς της και τις γυναίκες τους και όταν την κατηγορούσαν έλεγε πρόστυχες βρισιές. Όταν οι γέροι συγγενείς της έκαναν να τη συμβουλέψουν, εκείνη γελούσε περιφρονητικά. Και στην αδελφή της, από καιρό σε καιρό, με πεισματάρικη αναίδεια παρήγγελνε τα αίσχη της!.
Οι συμπατριώτες της, για να τη στιγματίσουν και για να παραδώσουν στο αιώνιο ανάθεμα τα κακουργήματά της, έκαμαν ευθύς το τραγούδι της. Το δημοσιεύουμε ολόκληρο, γιατί μόνο λίγοι το ξέρουν:
Στα Σάλωνα σφάζουν τραγιά και στο Χρισσό κριάρια
Και στης Μαρίας την ποδιά σφάζονται παλληκάρια.
Κλείσε τα παραθύρια σου και σκέπασ’ τη φωτιά σου
Να μη φανεί ο ασίκης σου, όπ’ έχεις στην ποδιά σου.
Τι ’ ν’ το κακό οπώ’ καμες στο δόλιο το Θανάση;
Τον αδελφό σου σκότωσες, τον Τούρκο για να πάρεις.
Στον Κάρκαρο τον έριξες, στον Κάρκαρο τον ρίχνεις.
Κανείς δεν κάνει απόφαση να μπει για να τον βγάλει.
Ο Γιάννης κάνει απόφαση να μπει για να τον βγάλει.
Παίρνει πεντάδιπλα σχοινιά με δεκοχτώ φανάρια.
Σαν μπήκε και τον έβγαλε στο αίμα βουτημένον
Και η Μαρία λιγοψυχά και πέφτει να πεθάνει.
-Τίνος τα λες αυτά Μαριά και Τουρκοπιστωμένη;
Εσύ ’σουν που τον σκότωσες και τώρα θα τον κλάψεις;
Το πρώτο δίστιχο είναι ο μεγαλύτερος στη γυναικεία ομορφιά ύμνος. Οι λοιποί στίχοι είναι καταγγελία του σφάλματος της Μαρίας. Αλλ’ όπως πάντοτε συμβαίνει σύμφωνα με τους νόμους της φύσεως, αντιστέκεται στη δύναμη του χρόνου μόνον ό,τι είναι μέγα και έξοχο. Το σφάλμα της λυγερής σχεδόν λησμονήθηκε τώρα. Μόλις και μετά βίας θα μπορέσει ο περίεργος διαβάτης ν’ ακούσει μεταξύ των τόσων συμπατριωτών της την ιστορία της Μαρίας από το στόμα κανενός γέρου. Και μόνο η ομορφιά της θα ζει αθάνατη με το δημοτικό τραγούδι στους γάμους, στους χορούς, στα πανηγύρια του Ελληνικού λαού, γιατί και η μουσική του είναι μια από τις πιο μελωδικές και τις πιο λεβέντικες.
Μεσολόγγι: οι τελευταίες μέρες της πολιορκίας...
"Eνθυμήματα στρατιωτικά της επαναστάσεως των Eλλήνων. Aπό τα 1821 μέχρι των 1833",
τ. B', επιμ. Γ. Bλαχογιάννης, Aθήνα, 1940, σ. 241-242, 242-243 και 256 αντίστοιχα.
20/3/09
ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Ο Αλής, εκτιμώντας τις ικανότητές του, του ανέθεσε το αρματολίκι της Λιβαδειάς. Πριν φύγει, ο Οδυσσέας αρραβωνιάστηκε την εξαιρετικής ομορφιάς Ελένη Καρέλη, πλούσια κόρη του Χρήστου Καρέλη από τους Καλαρρύτες που ήταν θαλαμηπόλος της κυρά Βασιλικής, την οποία και παντρεύεται το 1815. Η Ελένη Καρέλη (είχε γεννηθεί το 1786 μεγάλωσε στην αυλή του Αλή Πασά) τον ακολούθησε σε όλες τις περιπέτειες της ζωής του . Το 1824 ο Οδυσσέας και η γυναίκα του απέκτησαν στις Λιβανάτες Φθιώτιδας ένα γιο, που του έδωσαν το όνομα Λεωνίδας , ανάμνηση της νίκης της Γραβιάς Τον Λεωνίδα παρέλαβε ο βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος στο Μόναχο για να σπουδάσει αλλά αρρώστησε και πέθανε σε ηλικία 12 ετών το 1837.
O Οδυσσέας Ανδρούτσος ήταν ο αντιπροσωπευτικός τύπος του αντρειωμένου παλικαριού. Μάλλον ψηλός, με πλατιά στήθια και μεγάλο μέτωπο. Τα πλούσια μαλλιά του ήταν ξανθά, όπως και το μουστάκι του. Η όψη του, όταν οργιζόταν, γινόταν φοβερή. Οι φυσικές του δυνάμεις, όπως τις περιγράφει η παράδοση, ήταν εκπληκτικές. Μπορούσε να κρατάει με τα δυο του χέρια δυο τραγιά, από ένα στο καθένα, ενώ άλλοι τα έγδερναν. Η ταχυποδία του παροιμιώδης. Λένε ότι καυχήθηκε στον Αλή πως μπορούσε να συναγωνιστεί σε ανήφορο, στη γρηγοράδα το πιο καλό του άλογο. Το αγώνισμα έγινε και νικητής βγήκε ο Οδυσσέας. Τότε ο Αλής του χάρισε τρεις πολύτιμους «ιμαμέδες» (επιστόμια τσιμπουκιού από κεχριμπάρι). Η ευθυβολία του επίσης ξακουστή και στο κοντάρι-τζιρίτι-αξεπέραστος. Στο πάλεμα κανένας δεν γλίτωνε. Κανένας απ'; τους αγωνιστές της Επανάστασης δεν βρέθηκε τόσο ευνοημένος απ'; τη φύση, και την καταγωγή, ώστε να αναγνωριστεί από όλους ως ο φυσικός αρχηγός της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδος. Ο Αλής, εκτιμώντας τις ικανότητές του, του ανέθεσε το αρματολίκι της Λιβαδειάς. Ο λαός αγάπησε τον Οδυσσέα αμέσως, ιδιαίτερα λόγω της έχθρας του προς τους άρχοντες, τους κοτζαμπάσηδες, που απομυζούσαν τη φτωχολογιά. Πρώτη του ενέργεια ήταν, όπως γράφει ο Κασομούλης: «Τους έκοψε τα χουλιάρια από τις επαρχίες». Άλλη του ενέργεια ήταν να απαλλάξει τον τόπο από τους κλέφτες που βασάνιζαν την περιοχή. Διέλυσε τις κλέφτικες ομάδες και ανάγκασε τους πιο πολλούς να μείνουν κοντά του. Με το σκόρπισμα των κλεφτών κυριαρχούσε απόλυτη ασφάλεια στην περιοχή του. Μετά έπρεπε να εκτελέσει και την εντολή του Αλή, την πιο δύσκολη. Ο Αλής είχε βάλει στο μάτι τη Θήβα και την Αθήνα που ανήκαν σε ξεχωριστή διοίκηση (σαντζάκι), στην Εύβοια. Έπρεπε να δημιουργηθούν ταραχές ώστε ο πασάς της περιοχής να θεωρηθεί ανίκανος. Έστειλε τον Μανίκα με 60 παλικάρια στην Εύβοια που λεηλάτησαν την περιοχή της Λίμνης και γύρισαν πίσω. Στη συνέχεια μαθαίνει ότι σε λίγο ο νεοδιορισμένος βοεβόδας θα περνούσε από κει, πηγαίνοντας για τον Μοριά. Στέλνει τότε τον Μανίκα με τον Γκούρα στην Πέτρα να παραφυλάξουν. Ώσπου να πάει όμως ο Μανίκας, ο βοεβόδας είχε περάσει. Βλέποντας όμως μια συνοδεία από Τούρκους και νομίζοντας ότι είναι ο βοεβόδας, τους σκότωσαν όλους. Αυτούς που σκότωσαν ήταν ο Τατάρ αγάς (αρχιταχυδρόμος) με τη συνοδεία του.
Όταν άρχισε η διαμάχη του Αλή με το σουλτάνο (1820), έφυγε για τους Παξούς. Το 1816 ο Ανδρούτσος έγινε αρματολός και το 1818 φιλικός .
Το 1821 οργάνωσε δικό του σώμα, πήγε στην Ανατολική Στερεά και έγινε ήρωας με την επιτυχία του στη μάχη της Γραβιάς στις 8 Μαΐου 1821 . Από τότε το άστρο του ανεβαίνει συνέχεια. Οι καπεταναίοι της Στερεάς, εκτιμώντας την αναμφισβήτητη στρατηγική του ικανότητα, τον προτείνουν στην εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου (1822) για αρχιστράτηγο. Η πρόταση έγινε δεκτή παρά τη λυσσώδη αντίδραση των προκρίτων, που τον έβλεπαν ως επικίνδυνο πολιτικό αντίπαλο, λόγω της μεγάλης του επιρροής στο λαό. Επακολούθησαν όμως μερικές παρεξηγήσεις, που οδήγησαν στην καθαίρεση του Ανδρούτσου. Εκείνος όμως εξακολούθησε και έτσι να αγωνίζεται για την πατρίδα.
Μετά την καταστροφή του Δράμαλη, στην οποία συνέβαλε σημαντικά με τη διακοπή των εφοδιοπομπών του Τούρκου στρατηγού, το γόητρο των στρατιωτικών, που είχε υποσκάψει ο Ι. Κωλέττης, αναστηλώθηκε και από το 1822 ο Ανδρούτσος έγινε αρχηγός των Αθηνών. Το 1823 βοήθησε στην καταστροφή των λειψάνων του Δράμαλη κατά τη μετάβασή του στο Αργος για τη Β΄ Εθνική Συνέλευση. Εκεί όμως οι σύνεδροι διασπάστηκαν σε στρατιωτικούς και πολιτικούς και ο Ανδρούτσος έφυγε για την Εύβοια, από όπου έδιωξε τις τουρκικές δυνάμεις, που είχαν πάει να βοηθήσουν τον Ομέρ πασά. Οι πολιτικοί όμως εξακολουθούσαν να τον συκοφαντούν, γιατί καταλάβαιναν ότι, εφόσον εξακολουθούσε να λάμπει το αστέρι του στο ελληνικό στερέωμα, αυτοί θα έμεναν στη σκιά.
Η αδικαιολόγητη καταφορά και η μειωτική πολλές φορές μεταχείριση έφερε τα αποτελέσματά της. Αγανακτισμένος ο Οδυσσέας άρχισε να συνεννοείται με τους εχθρούς και συγκεκριμένα με τον Ομέρ πασά της Εύβοιας. Έτσι ζήτησε από τον Ιμέρ ενισχύσεις από 600 Αλβανούς πεζούς και ιππείς με τους οποίους βάδισε προς τις Λιβανάτες. Ο Γκούρας με τον Κατσικογιάννη, Ρούκη και Κριεζώτη, με πολύ μεγαλύτερες δυνάμεις, πρόλαβαν και έπιασαν τα υψηλότερα και οχυρώτερα σημεία της περιοχής Λιβανατών Στις 31 Μαρτίου και 1 Απριλίου του 1825 έγινε μάχη μεταξύ των δύο παρατάξεων. Ο αδελφός του Οδυσσέα Γιαννάκης που ήταν κυκλωμένος στο μοναστήρι της Βιλιβούς με 70 άντρες παραδόθηκε μαζί με τον 14χρονο αδελφό του Πάνο και προσχώρησε στις δυνάμεις του Γκούρα στις οποίες είχε προσωρήσει και ο άλλος αδελφός του Βαγγέλης .
Ο Ανδρούτσος, που δεν ήθελε να χυθεί αδερφικό αίμα, απέφυγε τις συμπλοκές, όσο μπορούσε. Ο Γκούρας τότε ανέλαβε εκ μέρους της κυβέρνησης Κωλέττη να τον πείσει να παραδοθεί με την υπόσχεση ότι τίποτε δεν είχε να φοβηθεί. Εκείνος δέχτηκε. Και στην αρχή έμεινε πραγματικά ελεύθερος. Αργότερα όμως τον περιόρισαν στο μοναστήρι του Δομοκού, πάνω στον Ελικώνα, απ' όπου σε λίγο τον πήραν δέσμιο, τον μετέφεραν στην Αθήνα και τον φυλάκισαν στον ενετικό πύργο της Ακρόπολης.
Εκεί οι δεσμοφύλακές του τον βασάνισαν πολλές ημέρες, για να τους αποκαλύψει πού είχε κρυμμένους τους θησαυρούς του. Όταν όμως είδαν ότι δεν κατόρθωσαν τίποτε, αποφάσισαν να απαλλαγούν τελείως από την παρουσία του. Ο Γκούρας, που ήταν παλαιότερα πρωτοπαλίκαρό του, έδωσε την έγκρισή του και οι εχθροί του αρχιστράτηγου Μήτσος της Τριανταφυλλίνας, Ι. Μαμούρης και Παπακώστας τον στραγγάλισαν και τον έριξαν έπειτα από την Ακρόπολη. Στο μικρό παραθύρι του πύργου έδεσαν ένα σκοινί και παρέστησαν έτσι τη δολοφονία ως ατύχημα απόδρασης. Στο μητρώο των αξιωματικών του Αγώνα αναγράφεται ότι σκοτώθηκε στην Ακρόπολη από άγνωστους. Πολυτάραχη η ζωή και αμφιλεγόμενη η δράση του πολέμαρχου Οδυσσέα. Η Πολιτεία τον κατέταξε στην εξαίρετο τάξη των επίλεκτων αγωνιστών του΄21 μαζί με τον Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη, Μπότσαρη κ.ά. Αναίρεσε την κατηγορία της προδοσίας και παραδέχτηκε ότι δεν πρόδωσε αλλά συνθηκολόγησε με τον εχθρό. Το 1865 πήραν τα οστά του που ήταν σε μια γωνιά στην ακρόπολη και τα εναπόθεσαν στο Α΄ νεκροταφείο...
Ο Λόγος στην Πνύκα
Παιδιά μου!
Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και δια την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και δια τους παλαιούς Έλληνας, οποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, οποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, δια ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους, αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς καί ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητες και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμη τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.
Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι καί τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξη ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον ένα έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, καί του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξη, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέρνοντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμερα χειρότερα· διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές οπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Καί τοιουτοτρόπως κάθε ήμερα ο λαός ελίγνευε καί επτώχαινε.
Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.
Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε «πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα», αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.
Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν άρμάδα...
Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοι σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ήμερα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, δια να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του Θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.
Τελειώνω το λόγο μου. Ζήτω ο Βασιλεύς μας Όθων! Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι! Ζήτω η Ελληνική Νεολαία!
19/3/09
Η Επανάσταση του 1821 και η παραχάραξή της.
Το τελικό συμπέρασμα είναι, όπως όλα τα ιστορικά γεγονότα, αντιφατικό. Από τη μια πλευρά, υπήρξε μια εθνική ανεξαρτησία ενός τμήματος του ελληνισμού. Από την άλλη όμως, αποδείχτηκε ότι οι οικονομικές και κοινωνικές προϋποθέσεις για μια καθαρά αστική, καθαρά καπιταλιστική εξέλιξη στο επίπεδο των προηγμένων καπιταλιστικών χωρών της Δυτικής Ευρώπης ήταν εξαιρετικά αδύναμες αν όχι ανύπαρκτες. Ετσι, η Ελλάδα πέρασε από την απολυταρχία του Καποδίστρια στην απολυταρχία της απόλυτης μοναρχίας πάντα υπό την επιρροή των ξένων δυνάμεων, ιδιαίτερα της Αγγλίας και της Γαλλίας και, μετά την παραχώρηση των Επτανήσων, στην αποκλειστική επιρροή της Αγγλίας που αντικαταστάθηκε πολύ αργότερα από το δόγμα Τρούμαν και το σχέδιο Μάρσαλ που, mutatis mutandis, ισχύουν ως σήμερα. Ο αγωνιζόμενος λαός μας έχει ανάγκη την Ιστορία του. Πρέπει να κάνει κτήμα του τα ιστορικά αυτά διδάγματα, αν θέλει οι αγώνες και οι θυσίες του να μην έχουν την τύχη του 1821. Τα λόγια αυτά είναι του Γιάννη Ζέβγου, που έπεσε σε μέρες σαν τη σημερινή (20 Μάρτη του 1947) πριν από εξήντα χρόνια.
Πηγές:
1. Κ. Μαρξ, Das Kapital, Buch I., Erster Abschnitt, Kapitel 3, 113 (Ullmann Verlag): Die Natural form der Grundrente bildet eines der Selbsterhaltungsgeheimnisse des turkischen Reichs.
2. Μαρξ - Ενγκελς, British Politics (1853), Collected Works, 12 (Moscow 1979), 8.
3. Φ. Ενγκελς, The Turkish Question (1853), Collected Works 12 (Moscow 1979), 26.,
4. Κ. Μαρξ, The Greek insurrection (1854), Collected Works 13 (Moscow 1980), 72.
5. Β. Ι. Λένιν, Ο prave nacii na samoopredelenije, Izbrannye pro'izvedenija I (Moskva 1975), 569-621, εδώ 578 και, επίσης, 573: primer balkanskich gosudarstv fozhe govorit protiv nee, ibo vsiakii vidit teper', shto na'ilushchte uslovija razvitija kapitalizma na Balkanach sozdajutsia kak raz ν mere sozdanija na etom poluostrove samostojatel 'nych nacional 'nych gosudarstv.
6. Β. Ι. Λένιν, Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία, Απαντα 3, Αθήνα (ΣΕ), 187, 339, αλλά και πρόλογο στη Β' έκδοση, 14.
7. Λ. Παπανικολάου, Κοινωνική ιστορία της ελληνικής επανάστασης του 19ου αιώνα, Αθήνα (ΣΕ) 1991, 68 και 76.
8. Γ. Ζέβγος, Σύντομη μελέτη της Νεοελληνικής Ιστορίας, Αθήνα (Διόνυσος, χ.χ.). Ι, 37.
9. Πρβλ. Ζέβγο, στο ίδιο, 1, 85.
10. Φρ. Ενγκελς, The Turkish Question (1853), Collected Works 12 (Moscow 1979), 23.
11. Παπανικολάου, στο ίδιο, 79.
12. Παπανικολάου, στο ίδιο, 90.
13. Ζέβγος, Ι, 47.
14. Ι. Φιλήμονος, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναυπλία 1834, 96.
15. Παπανικολάου, στο ίδιο, 146 και 168.
16. Κ. Μαρξ, The Greek insurrection (1854), Collected Works 13 (Moscow 1980), 71.
17. Ζέβγος Ι, 78.
18. Ζέβγος Ι, 79.
19. Ι.Β. Στάλιν, Ο Μαρξισμός και το εθνικό ζήτημα, Απαντα 2, 344.
20. Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, Αθήναι 1969 (Πάπυρος), Α', 99.
21. Παπανικολάου, στο ίδιο, 211.
22. Ζέβγος, Ι, 102.
23. Φωτάκου, Απομνημονεύματα περί της ελληνικής επαναστάσεως, Αθήναι 1955, 454.
24. Κ. Μαρξ, Herr Vogt (1860), Collected Works 17 (Moscow 1981), 143.
25. Κ. Μαρξ στον Φρ. Ενγκελς, 3 Μάη 1854, Collected Works 39 (Moscow 1983), 447.
26. Ζέβγος, I, 103 - 110.
*Ο Τηλέμαχος Λουγγής είναι Πρόεδρος του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών.

