7/9/10

Εκεί που πάντα βρέχει!...



Όχι στα σχέδια της ΕΥΔΑΠ για φράγμα εκτροπής στον ποταμό Κρικελοπόταμο!

Οταν ο λαός στόλιζε τα όπλα µε γαρίφαλα.


Η Επανάσταση των Γαριφάλων...

Το φασιστικό καθεστώς που είχε εγκαταστήσει ο Σαλαζάρ στην Πορτογαλία κρεµόταν σαν ώριµο φρούτο. Δεν χρειάστηκε παρά ένα δευτερεύον αίτηµα από τους πορτογάλους αξιωµατικούς που είχαν απαυδήσει από τους αποικιοκρατικούς πολέµους για να φέρει την πτώση του. Πραξικόπηµα ή επανάσταση; Οταν τα χαράµατα της 25ης Απριλίου 1974 άρµατα µάχης και συντάγµατα πεζικού µπήκαν στο κέντρο της Λισαβώνας, ο πληθυσµός αγνοούσε τα αίτια αυτού του στρατιωτικού ελιγµού. Επρόκειτο άραγε για ένα ακροδεξιό πραξικόπηµα κατά της πολιτικής κυβέρνησης του Μαρσέλο Καετάνο, ο οποίος το 1968 είχε διαδεχθεί τον Σαλαζάρ; Ή µήπως για ένα προληπτικό ελιγµό ενόψει µιας ανταρσίας ακόµη πιο απειλητικής από εκείνη της 14ης Μαρτίου, την οποία είχε καταστείλει αµέσως η εθνοφρουρά; Η απορία δεν θα κρατήσει πολύ.
Το ραδιόφωνο έχει ήδη δώσει το σύνθηµα για την επανάσταση, που δεν είναι άλλο από το απαγορευµένο τραγούδι του Ζέκα Αλφόνσο «Grandola vila morena»:
«Γκράντολα, πόλη σκούρα, γη της αδελφοσύνης, ο λαός είναι αυτός που προστάζει…». Και ο λαός µαθαίνει πως οι εξεγερµένοι στρατιωτικοί έχουν πια καταλάβει τα κυριότερα δηµόσια κτίρια, σχεδόν αναίµακτα (µε µόλις 4 νεκρούς), εξαναγκάζοντας σε µια διακριτική φυγή τον πρόεδρο της χώρας, ναύαρχο Αµέρικο Τόµας. Συµπληρώνοντας το πολιτικό κενό, το Κίνηµα των Ενόπλων Δυνάµεων (ΜFΑ) που βρίσκεται πίσω από όλα αυτά συγκροτεί εθνικό συµβούλιο, στο οποίο προεδρεύει ο στρατηγός Αντόνιο ντε Σπίνολα. Παράλληλα οργανώνει ένα επαναστατικό συµβούλιο µε ένοπλο τµήµα, το Copcon, το οποίο εµπιστεύεται στον ταξίαρχο Οτέλο ντε Καρβάλιο.
Τα γαρίφαλα µοιράζονται άφθονα στον λαό, που στολίζει µε αυτά τις κάννες των όπλων. Γίνονται έτσι το σύµβολο µιας επανάστασης αρχικώς µε αβέβαιους στόχους, που όµως έχει νοµιµοποιηθεί µε την αποκατάσταση της δηµοκρατίας. Ηδη επιστρέφουν από την εξορία οι κυριότεροι ηγέτες της αντιπολίτευσης, όπως ο κοµµουνιστής Αλβάρο Κουνιάλ και ο σοσιαλιστής Μάριο Σοάρες, ενώ ξεφυτρώνουν αριστερές οργανώσεις, αγροτικά συµβούλια και εργοστασιακές επιτροπές. Η επανάσταση της 25ης Απριλίου θα πρέπει να ανταποκριθεί στις ισχυρές κοινωνικές προσδοκίες και να λύσει το χρόνιο πρόβληµα των πορτογαλικών αποικιών. Κάτω από το ανήσυχο βλέµµα της Δύσης, η Επανάσταση των Γαριφάλων έχει αρχίσει.
«Στα αίτιά της, πέρα από τα πολιτικά, τα οικονοµικά και τα κοινωνικά, που τα βρίσκουµε σε όλες τις επαναστάσεις», γράφει ο ιστορικός Μπερνάρ Ντροζ, «θα πρέπει να προσθέσουµε τις εντάσεις από τους ατέλειωτους αποικιακούς πολέµους». Αλλά και τη λήξη της σύντοµης περιόδου φιλελευθεροποίησης του Καετάνο. Οι µεγάλοι γαιοκτήµονες έχουν καθηλώσει στη φτώχεια τούς αγρότες, από τους οποίους αντλεί κυρίως τη δύναµή του το Κοµµουνιστικό Κόµµα. Η µέχρι τότε παθητική εργατική τάξη αναλαµβάνει διστακτικά διεκδικητικό ρόλο. Και η µορφωµένη µεσαία τάξη, καθηλωµένη και αυτή από την καθεστωτική ολιγαρχία, αναζητεί το πρότυπό της στη γερµανική σοσιαλδηµοκρατία. Ολοι οι κοινωνικοί παράγοντες της επανάστασης έχουν πάρει τις θέσεις τους. Αποµένει ο στρατός. Από τη δεκαετία του 1960, στις πορτογαλικές κτήσεις στην Αφρική σηµειώνονται εξεγέρσεις: η Ανγκόλα το 1961, η Γουινέα-Μπισάου το 1963, η Μοζαµβίκη το 1965. Οι εθνικοαπαλευθερωτικοί πόλεµοι µοιάζουν να γίνονται µεταδοτικοί. Μια νέα γενιά αριστερών ηγετών, όπως ο Αγκοστίνο Νέτο στην Ανγκόλα, ο Αµίλκαρ Καµπράλ στη Γουινέα-Μπισάου, ο Σαµόρα Μασέλ στη Μοζαµβίκη, δηµιουργούν µια νέα κατάσταση στις απελευθερωµένες περιοχές. Απέναντι στους εξεγερµένους, η αποικιακή µητρόπολη κινητοποιείται δραστικά. Από 80.000 άνδρες το 1964, τα πορτογαλικά στρατεύµατα στην Αφρική έχουν φτάσει τους 235.000 το 1974. Οι αµφιβολίες όµως για την έκβαση αυτής της προσπάθειας έχουν αρχίσει να εµφιλοχωρούν στις τάξεις του στρατού. Και γίνεται εµφανής από µια αντιπαράθεση ανάµεσα στους νεαρούς αξιωµατικούς και τη στρατιωτική ολιγαρχία των στρατιωτικών ακαδηµιών. Οι πρώτοι, πιο εκτεθειµένοι στους κινδύνους του ανταρτοπόλεµου, ζητούν την εξοµοίωσή τους µε τους άλλους, ένα αίτηµα που στην αρχή γίνεται δεκτό αλλά κατόπιν απορρίπτεται. Η δυσαρέσκεια δεν θα αργήσει να αποκτήσει ριζοσπαστικό πολιτικό περιεχόµενο, που θα αµφισβητεί τη νοµιµότητα των πολέµων στην Αφρική. Ακόµη και ο συντηρητικός στρατηγός ντε Σπίνολα, όταν θα τολµήσει να εκφράσει και αυτός τις αµφιβολίες του µε το βιβλίο του «Η Πορτογαλία και το µέλλον της», το 1974, θα απαλλαγεί από τα καθήκοντά του, όπως και ο αρχηγός του γενικού επιτελείου, στρατηγός Κόστα Γκόµες, επειδή έδωσε την έγκρισή του για την έκδοση αυτού του βιβλίου. Από τα οχυρά της Αφρικής και κυρίως της Γουινέας-Μπισάου, το Κίνηµα των Ενόπλων Δυνάµεων οργανώνεται πια στην αποικιακή µητρόπολη και προετοιµάζει, χωρίς να το πάρουν µυρωδιά οι µυστικές υπηρεσίες, το πραξικόπηµα της 25ης Απριλίου.

Ρούσσος Βρανάς

************
Αναδημοσίευση από εδώ: Μεγάλες επαναστάσεις.

Η διπλή γλώσσα της πολιτικής.

Του Παντελη Μπουκαλα


Στην πολιτική υπάρχουν δύο τουλάχιστον γλώσσες: η επίσημη και η ανεπίσημη, η δημόσια και η παρασκηνιακή, η φανερή (που και αυτή βέβαια κρύπτεσθαι και κρύπτειν φιλεί, εκ παραδόσεως) και η απόκρυφη, των διαδρόμων και της ίντριγκας, που αδιαφορεί για το πλούσιο λεξιλόγιο και τα ρητορικά τεχνάσματα. Η επίσημη, στην οποία και συντάσσονται οι ομιλίες, κούφια από τον πολύ στόμφο και ακυρωμένη από τα συνήθη φτιασίδια, προορίζεται για να καταναλωθεί από το ευρύ κοινό, το κομματικό κατ’ αρχάς, το τηλεοπτικό έπειτα. Οι λέξεις της έχουν χάσει το νεύρο και την ουσία τους από την αφόρητη επανάληψη και δεν πείθουν ούτε καν τον χρήστη και εκφωνητή τους:
Πόσες επιπλέον «αλλαγές» μπορεί να υποσχεθεί το ΠΑΣΟΚ (το «νέο», το «καινούργιο», το «μοντέρνο» ή όπως αλλιώς ονομαστεί η τωρινή του αλλοιωμένη μορφή) χωρίς τον κίνδυνο να προκαλέσει αντιδραστικό γέλωτα στους ακροατές του, ακόμα και στους ίδιους τους οπαδούς του; Και ποιο πολιτικό νόημα να σχηματίσει και να υπερασπίσει το παραμυθητικό σύνθημα «Πρώτα ο πολίτης», με φόντο το οποίο αγόρευαν τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ στη διάρκεια των εργασιών του Εθνικού τους Συμβουλίου, όταν πάνω στο ίδιο φόντο δεν ήταν λίγοι όσοι διέκριναν να διαγράφεται αχνά η φιγούρα του κ. Τσοχατζόπουλου, του κ. Μαντέλη και τόσων άλλων «βαριδίων»;
Το νόημα στη μάλλον αθεράπευτα στρεβλωμένη πολιτική, όλο το νόημα, το διαθέτει η άλλη γλώσσα, η εσωτερική, η παρασκηνιακή, η μοναδική που κυριολεκτεί. Μ’ αυτήν την ωμή και αφτιασίδωτη γλώσσα, που αποπνέει εξουσία και μοιράζει εξουσία, διεκπεραιώνονται τα μυστικοσυμβούλια όπου οι σύντροφοι, μακριά από φώτα και κάμερες, μπορούν επιτέλους να πουν αυτά που κατά βάθος πιστεύουν για πρόσωπα, πράγματα και ιδεολογίες· μ’ αυτήν εξαπολύονται οι κοφτές απειλές και διενεργούνται οι εκβιασμοί, από τηλεφώνου ή πρόσωπο με πρόσωπο. Για τούτο και όσα συνέβησαν στους διαδρόμους του κλειστού γυμναστηρίου του Φαλήρου, όσα με συντροφική αβρότητα υποθέτουμε ότι διημείφθησαν ανάμεσα στον κ. Ραγκούση και τον κ. Μίχα πριν εναγκαλιστούν ανακουφισμένοι, έχουν περισσότερη σημασία από τις πρωτολογίες και τις δευτερολογίες του κ. Παπανδρέου ή του κ. Ξυνίδη.
Επισήμως, ας πούμε, ο κ. Παπανδρέου διαβεβαίωσε ότι το κόμμα του είναι το μοναδικό που εμπνέεται από το «όραμα» του «Καλλικράτη». Ανεπισήμως, ακόμα και ο ίδιος θα υποχρεωνόταν να ομολογήσει ότι το εν λόγω «όραμα» είναι τόσο ασθενικό ή προσχηματικό που δεν κατάφερε να συγκινήσει ούτε καν τους υπουργούς και τα στελέχη που πιέστηκαν να θέσουν υποψηφιότητα στις περιφερειακές εκλογές. Επισήμως, ακούσαμε πολλά και ωραία για διάλογο, διαφάνεια, ανοιχτή διαβούλευση. Την ίδια ώρα, η ανεπίσημη γλώσσα του παρασκηνίου, του παζαριού και της ίντριγκας είχε αναλάβει να φέρει αδιαφανώς εις πέρας τη δύσκολη δουλειά, να πείσει τους δύστροπους να άρουν τις επιφυλάξεις ή το βέτο τους.
Επισήμως, το ΠΑΣΟΚ διατείνεται ότι επέλεξε με αυστηρώς αυτοδιοικητικά κριτήρια να συμπορευτεί με τον κ. Καμίνη στην Αθήνα, τον κ. Μπουτάρη στη Θεσσαλονίκη, τον κ. Τατούλη στην Πελοπόννησο, επιχειρεί μάλιστα να εξομοιώσει τις τρεις αυτές περιπτώσεις, παρότι οι διαφορές τους είναι πρόδηλες. Και γιατί να μην τους πιστέψουμε; Δίκιο έχουν. Οσο δίκιο έχει και ο πρωθυπουργός όταν βαφτίζει «αλληλεγγύη» τους φόρους...
***********************
Αναδημοσίευση από εδώ: Η διπλή γλώσσα της πολιτικής.

Ταξιδεύοντας με τον Αστεροειδή μου...

Το Τέλος.
...
- Απόψε ... ξέρεις ... μην έρθεις.
- Δεν θα σ' αφήσω καθόλου.
Όμως έδειχνε βυθισμένος σε σκέψεις .
- Θα μοιάζω σαν να έχω αρρωστήσει ... Θα μοιάζω σαν να 'μαι ετοιμοθάνατος. Κάπως έτσι θα είναι.Μην έρθεις να με δεις έτσι, δεν θ' αξίζει τον κόπο ...
- Δεν θα σ' αφήσω καθόλου. Μα έδειχνε σκεφτικός.
- Στο λέω αυτό ... είναι εξαιτίας του φιδιού. Δεν πρέπει να σε δαγκώσει ... τα φίδια είναι κακά. Αυτό μπορεί να σε δαγκώσει έτσι, για ευχαρίστηση.
- Δεν θα σ' εγκαταλείψω καθόλου. Όμως κάτι τον καθησύχασε:
- Είναι αλήθεια πως δεν τους έχει πια απομείνει δηλητήριο για το δεύτερο δάγκωμα ...
Κείνη τη νύχτα δεν τον είδα να μπαίνει στο δρόμο. Είχε φύγει αθόρυβα. Όταν μπόρεσα να τον προλάβω περπατούσε αποφασισμένος, με γρήγορο βήμα. Μου είπε μονάχα:
- Α! εδώ είσαι ...
Και μ' έπιασε απ' το χέρι. Όμως ανησυχούσε ακόμη:
- Έχεις κάνει λάθος. Θα πονέσεις. Θα μοιάζω με νεκρό, μα δεν θα 'μαι πραγματικά ...
Εγώ σώπαινα.
- Καταλαβαίνεις. Είναι πολύ μακριά. Δεν μπορώ να κουβαλάω τούτο 'δω το σώμα. Είναι πολύ βαρύ!
Εγώ σώπαινα.
- Όμως, θα 'ναι σαν κάποιος να 'χει παρατήσει ένα κουφάρι, μια παλιά δεντρόφλουδα. Δεν νιώθεις θλίψη βλέποντας παλιά δεντρόφλουδα ...
Εγώ σώπαινα.
Έχασε για λίγο το κουράγιο του. Όμως έκανε ακόμη μια προσπάθεια:
- Θα 'ναι όμορφα, ξέρεις. Κι εγώ το ίδιο θα κοιτάζω τ' αστέρια. Όλα τ' αστέρια θα 'χουν πηγάδια μ' ένα σκουριασμένο μαγκάνι. Όλα τ' αστέρια θα μου ρίχνουν νερό να πιω ...
Εγώ σώπαινα.
- Θα 'ναι τόσο όμορφα! Θα 'χεις πεντακόσια εκατομμύρια κουδουνάκια, θα 'χω πεντακόσια εκατομμύρια πηγές ...
Και σώπασε κι εκείνος, γιατί έκλαιγε ...
- Να εκεί είναι. Άφησέ με να κάνω ένα βήμα μόνος μου.
Και κάθισε γιατί φοβόταν. Είπε πάλι:
- Συ ξέρεις ... το λουλούδι μου. Είμαι υπεύθυνος γι' αυτό! Κι είναι τόσο αδύναμο. Κι είναι τόσο αθώο. Έχει τέσσερα αγκάθια όλα κι όλα για να προστατεύεται ενάντια σ' όλον τον κόσμο.
Κάθισα κι εγώ γιατί δεν μπορούσα πια να στέκομαι όρθιος. Είπε:
- Να ... Αυτό είν' όλο ...
Δίστασε λίγο ακόμη, ύστερα σηκώθηκε. Έκανε ένα βήμα. Ένιωσα να μου κόβεται η ανάσα.
Δεν έγινε τίποτε. Το μόνο που είδα, ήταν μια λάμψη κίτρινη κοντά στον αστράγαλό του. Για μια στιγμή απόμεινα ασάλευτος. Δεν φώναξε. Έπεσε απαλά, όπως πέφτει ένα δέντρο. Κι ούτε έκανε κάποιο θόρυβο, καθώς είχε πέσει πάνω στην άμμο.
**********
Τώρα πια, βέβαια, έχουν περάσει κιόλας έξι χρόνια. Δεν έχω ακόμη διηγηθεί σε κανένα τούτη την ιστορία. Οι σύντροφοι μου που είχαν έρθει να με δουν, φάνηκαν πολύ ευχαριστημένοι που με ξανά 'βλεπαν ζωντανό. Ήμουν λυπημένος, μα τους έλεγα: Είναι από την κούραση ...
Τώρα έχω παρηγορηθεί κάπως ... όχι ολότελα ωστόσο. Όμως ξέρω πολύ καλά πως έχει ξαναγυρίσει στο μικρό του πλανήτη γιατί, με το χάραμα της μέρας, δεν ξαναβρήκα το σώμα του. Δεν ήταν δα κι ένα σώμα τόσο βαρύ ... Και τη νύχτα μ' αρέσει ν' αφουγκράζομαι τ' αστέρια. Είναι σαν πεντακόσια εκατομμύρια κουδουνάκια ...
Μα να που έγινε κάτι παράξενα υπέροχο.
Στο φίμωτρο που είχα ζωγραφίσει για το μικρό πρίγκιπα, ξέχασα να προσθέσω το δερμάτινο λουρί! Ποτέ δεν θα μπορέσει να το δέσει στ' αρνί του. Κι έτσι αναρωτιέμαι: «Τι έχει γίνει στον πλανήτη του; Ίσως το αρνί να έφαγε το λουλούδι ...»
Άλλοτε πάλι λέω μέσα μου: «Σίγουρα όχι! Κάθε νύχτα ο μικρός πρίγκιπας σκεπάζει το λουλούδι του μ' ένα γυάλινο δοχείο και προσέχει πάρα πολύ το αρνάκι του ... «Τότε νιώθω ευτυχισμένος. Κι όλα τ' αστέρια γελούν γλυκά».
Μερικές φορές σκέπτομαι: «Καμιά φορά μπορεί να ξεχαστεί κι αυτό φτάνει. Κάποιο βράδυ ξέχασε να βάλλει το γυάλινο καπάκι ή το αρνάκι βγήκε χωρίς θόρυβο, όσο κρατούσε ακόμη η νύχτα ...» Τότε τα κουδουνάκια αλλάζουν κι αρχίζουν να κλαίνε! ...
Εδώ υπάρχει ένα μυστήριο πολύ μεγάλο. Για σας που αγαπάτε το ίδιο το μικρό πρίγκιπα, όπως και για μένα, τίποτε στο σύμπαν δεν είναι το ίδιο, αν σε κάποιο μέρος, κανείς δεν ξέρει που, ένα αρνάκι που ποτέ δεν το είδαμε, έχει φάει, ναι ή όχι ένα τριαντάφυλλο ...
Κοιτάξτε προσεχτικά τον ουρανό. Αναρωτηθείτε: το αρνί, ναι ή όχι, έφαγε το λουλούδι; Και αμέσως τότε θα δείτε πως όλα αλλάζουν ...
Και κανείς μεγάλος δεν θα καταλάβει ποτέ πως αυτό έχει τόσο μεγάλη σημασία!
Αυτό είναι, για μένα, το πιο όμορφο και το πιο θλιβερό τοπίο του κόσμου. Είναι τα ίδιο με το τοπίο της προηγούμενης σελίδας, όμως το σχεδίασα ακόμη μια φορά για να σας το δείξω καλύτερα. Σ' αυτό εδώ το μέρος εμφανίστηκε ο μικρός πρίγκιπας, κι ύστερα χάθηκε. Κοιτάξτε όσο μπορείτε πιο προσεχτικά τούτο το τοπίο, έτσι ώστε να 'σαστε σίγουροι πως θα το αναγνωρίσετε αν κάποια μέρα ταξιδέψετε στην Αφρική, μέσα στην έρημο. Και αν τύχει να περάσετε από 'κει, πολύ παρακαλώ σας, μη βιαστείτε, περιμένετε λίγο, ακριβώς κάτω απ' τ' αστέρι! Αν τότε ένα παιδί έρθει κοντά σας, αν γελάει, αν έχει κατάξανθα χρυσά μαλλιά, αν δεν απαντάει όταν του κάνετε ερωτήσεις, θα μαντέψετε με σιγουριά ποιος είναι. Τότε φανείτε ευγενικοί! Μην μ' αφήσετε στην τόση μου θλίψη: γράψτε μου γρήγορα πως ξαναγύρισε ...

**********************
(απόσπασμα απο τον "Μικρό Πρίγκιπα" του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ)

6/9/10

Το ΠΑΣΟΚ της εποχής του ΔΝΤ!

Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ.
Πιο θλιβερή από ποτέ ήταν η φετινή επέτειος της ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ. Η πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση Παπανδρέου δεν έχει καμία απολύτως σχέση όχι μόνο με τη Διακήρυξη της 3ης του Σεπτέμβρη του 1974, αλλά ούτε καν εφάπτεται σε κάποιο σημείο με το πνεύμα που διαπερνούσε το ιδρυτικό κείμενο του Πανελλήνιου Σοσιαλιστικού Κινήματος του Ανδρέα Παπανδρέου. Μόλις πέρυσι ο Γιώργος Παπανδρέου εμφανιζόταν ως εκπρόσωπος μιας σύγχρονης σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής, που έκανε πολλούς να πιστεύουν ότι η άνοδός του στην εξουσία θα σηματοδοτούσε την επιστροφή του ΠΑΣΟΚ στην ιδεολογικοπολιτική κοιτίδα του με σύγχρονους όρους.
Εγινε το εντελώς αντίθετο. Η σαρωτική νίκη που έδωσε ο ελληνικός λαός στον Γιώργο Παπανδρέου για να απαλλάξει τη χώρα από τη δεξιά διακυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή χρησιμοποιήθηκε από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ για να εφαρμόσει την πιο εφιαλτική, ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική που έχει υποστεί ποτέ η χώρα μας. Η ιδεολογική και πολιτική μετάλλαξη του ΠΑΣΟΚ υπό την ηγεσία του Γιώργου Παπανδρέου από τη στιγμή που αναρριχήθηκε στην εξουσία έχει τρομάξει και εξοργίσει τους Ελληνες, ενώ παράλληλα έχει προκαλέσει πλήρη σύγχυση στα μέλη, στους οπαδούς και στους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ.
Ανεξάρτητα από τις αιτίες, τις δικαιολογίες και τα προσχήματα, η ουσία είναι ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου ακολουθεί σήμερα μια ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική, πολύ δεξιότερη και πιο αντιλαϊκή από εκείνη που ευαγγελίζεται η ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά στις διακηρύξεις της.
Η βάσιμη υποψία ότι αν ποτέ κερδίσει την εξουσία η Δεξιά, θα ασκήσει πολιτική χειρότερη ακόμη και από αυτήν της κυβέρνησης του Γ. Παπανδρέου, δεν αποτελεί φυσικά παρηγοριά για το δράμα που ζει σήμερα ο ελληνικός λαός, βλέποντας τα όνειρά και τις ελπίδες του για μια καλύτερη ζωή να έχουν γίνει κομμάτια από την κυβέρνηση του "ΠΑΣΟΚ του ΔΝΤ".
Η πλήρης αποσυσπείρωση ακόμη και του ανώτατου στελεχικού δυναμικού του κυβερνώντος κόμματος έγινε εμφανής με θεαματικό τρόπο μέσα και από την παταγώδη αποτυχία του Γ. Παπανδρέου να πείσει κορυφαία στελέχη του ΠΑΣΟΚ να κατέβουν στις αυτοδιοικητικές εκλογές του Νοέμβρη ως υποψήφιοι περιφερειάρχες ή δήμαρχοι των μεγαλύτερων πόλεων της χώρας.
Ούτε έναν (!) υπουργό δεν κατόρθωσε να πείσει ο πρωθυπουργός, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις που τους άσκησε, να πάει για περιφερειάρχης - και μάλιστα με εξασφαλισμένη τη νίκη! Ούτε έναν υπουργό! Του αρνήθηκαν κατάμουτρα ακόμη και υπουργοί ανύπαρκτου πολιτικού παρελθόντος, τους οποίους ο ίδιος ανέδειξε (Μπιρμπίλη, Μπατζελή), ενώ από τα ραδιόφωνα και τις εφημερίδες τού διεμήνυαν δημοσίως την άρνησή τους όσοι είχαν ήδη ένα κάποιο όνομα (Καστανίδης, Διαμαντοπούλου, Λοβέρδος, αλλά και Μαγκριώτης, Κουκουλόπουλος κ.λπ.)!
Τα φληναφήματα περί περιφερειαρχών που δήθεν θα έχουν ρόλο "υπερυπουργών" και εξουσίες σημαντικότερες από εκείνες των υπουργών προορίζονται προς εντυπωσιασμό των αδαών πολιτών. Οι έμπειροι πολιτικοί δεν "μασάνε" τέτοιες ανοησίες. Αυτοί γνωρίζουν πολύ καλά πού ασκείται η εξουσία και πού μπορεί κανείς να γευθεί τις πάσης φύσεως υλικές απολαύσεις της, γι' αυτό και επέμειναν μέχρι τέλους στα "όχι" που είπαν στον Γ. Παπανδρέου, καταφέροντας πλήγμα στο κύρος του.
Μόνο τρεις υφυπουργοί υπέκυψαν στις πιέσεις του και συναίνεσαν να καθαιρεθούν ουσιαστικά από υφυπουργοί και να υποβιβαστούν σε "μεγαλονομάρχες". Και αυτοί λόγω ειδικών συνθηκών. Οι δύο (Σταύρος Αρναουτάκης και Μάρκος Μπόλαρης) επειδή το υπουργείο Οικονομίας στο οποίο βρίσκονταν πιθανότατα θα καταργηθεί στον ανασχηματισμό, οπότε χαμένοι για χαμένοι ήταν. Ο τρίτος (Απόστολος Κατσιφάρας) επειδή και ο υπουργός του ο Χάρης Καστανίδης, είχε κι αυτός αρνηθεί κατηγορηματικά στον πρωθυπουργό. Την απέραντη θλίψη ανθρώπου που τον πάνε για εκτέλεση είχε στο πρόσωπό του χθες, παρόλο που είναι βέβαιο ότι θα εκλεγεί με άνεση περιφερειάρχης. Είναι φανερό όμως ότι αυτός ο πολιτικός υποβιβασμός τού έχει στοιχίσει πάρα πολύ...
Αναμενόμενες ήταν πάντως οι αρνήσεις των υπουργών και άλλων στελεχών του ΠΑΣΟΚ. Ο νεοφιλελευθερισμός, τον οποίο πλέον υπηρετεί με πάθος το ΠΑΣΟΚ, έχει ως υπέρτατη αξία το προσωπικό συμφέρον του καθενός και την πλήρη αδιαφορία για οτιδήποτε κοινωνικό. Ακριβώς αυτό κάνουν και οι "αρνησίες" υπουργοί του ΠΑΣΟΚ: φροντίζουν το προσωπικό πολιτικό τους συμφέρον.
*****************
Αναδημοσίευση από εδώ : Το ΠΑΣΟΚ της εποχής του ΔΝΤ.

5/9/10

Αριστερά και εκλογικές φιέστες...

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΟΥΣΗ
Καθηγητή του Παντείου Πανεπιστημίου
Επειδή όπου να 'ναι οδεύουμε προς εκλογές, καλό είναι να επισημάνουμε ορισμένες αρνητικές συνέπειες που μπορεί να προκύψουν από αυτές ανάλογα με τη στάση της αριστεράς, μια στάση η οποία μεταξύ άλλων πρέπει να αποτελέσει και κριτήριο ψήφου.
Κάθε φορά λοιπόν οι εκλογές, πέραν των άλλων, λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο σαν ανάπαυλα στους κανονικούς ή ακανόνιστους ρυθμούς της ζωής μας, σαν ένα είδος φιέστας σε σχέση με αυτούς. Ετσι, ξεφεύγουμε από την καθημερινότητά μας και μπαίνουμε στον αφηρημένο κόσμο των δίχως πραγματικό αντίκρισμα προγραμμάτων, των αλληλοκατηγοριών των δυνάμεων του δικομματισμού λες και αυτές έρχονται από άλλο πλανήτη, των ψεύτικων υποσχέσεων, των στείρων αντιπαραθέσεων...
Και ενώ κατά βάθος σχεδόν όλοι μας είμαστε βέβαιοι ότι τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει από το αποτέλεσμα των εκλογών, ούτε στην καθημερινή ζωή μας ούτε στην πορεία του τόπου, κάτι που αν πράγματι συνέβαινε και μάλιστα ριζοσπαστικά, είναι βέβαιο ότι αυτές είτε θα είχαν απαγορευτεί από τους κυρίαρχους είτε θα είχε επιδιωχτεί εκ των υστέρων να ακυρωθεί το αποτέλεσμά τους με τη βία, αυτές παρασύρουν και την αριστερά στην παραζάλη τους, την οδηγούν στο να ρίχνει για μεγάλα διαστήματα το κύριο βάρος της σε αυτές και να μετατρέπεται σε εκλογικό μηχανισμό, παραβλέποντας τις αγωνιστικές της δραστηριότητες, οι οποίες ιδιαίτερα σε περιόδους όπως η τωρινή έχουν σαφώς μεγαλύτερη σημασία από την εκλογική διαδικασία.
Λοιπόν έτσι, η αριστερά υπερεκτιμά συνήθως τη σημασία των εκλογών, και τούτο είτε δηλώνοντας ευθαρσώς τον θεσμολάγνο χαρακτήρα της είτε συγκαλύπτοντας τον κοινοβουλευτικό ρεφορμισμό της με μια ριζοσπαστική ρητορική, με συνέπεια στην κάθε περίπτωση να προτάσσει στην πράξη τις εκλογές απέναντι στην ανάπτυξη του λαϊκού αντικαπιταλιστικού κινήματος.
Μια τέτοια στάση όμως, πόσω μάλλον σε μια κρίσιμη περίοδο όπως το φθινόπωρο που μας έρχεται, οπότε και από τις αντιστάσεις που θα αναπτυχθούν θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό κατά πόσο θα ανατραπεί ή όχι η πολιτική ΠΑΣΟΚ-Ε.Ε.-ΔΝΤ, μπορεί να αποβεί μοιραία σε βάρος των λαϊκών συμφερόντων.
Από μια άλλη σκοπιά θα είναι μεγάλο λάθος αν ακόμη μια φορά οι εκλογές εκληφθούν από τα κόμματα της αριστεράς σαν μέσο καταγραφής της δύναμής τους και του εσωτερικού αριστερού συσχετισμού, αντί να αξιοποιηθούν στην κατεύθυνση διαμόρφωσης ενός λαϊκού αντικαπιταλιστικού -και όχι μόνον αντινεοφιλελεύθερου- αντιιμπεριαλιστικού μετώπου, μόνου ικανού να ανατρέψει την κυρίαρχη πολιτική.
Αν οι εκλογές, αντί να συμβάλουν στην κοινή δράση και το διάλογο των δυνάμεων της αριστεράς, γίνουν ακόμη μια αφορμή για να κατασπαραχτεί και η μια συνιστώσα της να καταγγέλλει την άλλη, αντί όλες μαζί να καταγγέλλουν και να πολεμούν το σύστημα που μας δυναστεύει, μάλλον θα το εξυπηρετήσουν παρά θα το φθείρουν.
Ετσι, λοιπόν, πέρα από το κριτήριο του εκλογικού καταποντισμού του ΠΑΣΟΚ ως του βασικού υπεύθυνου για την πρωτόφαντη αντιλαϊκή πολιτική και για την κατοχή της χώρας, κριτήρια στάσης στις εκλογές πρέπει να είναι από τη μια η συνεπής αγωνιστικότητα σε όλα τα μέτωπα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και από την άλλη η μετωπική πολιτική.
Οσοι αντιμετωπίζουν το αριστερό πολιτικό αλλά και κοινωνικό μέτωπο σαν υπερψήφιση μιας εκ των συνιστωσών της αριστεράς έστω και αν δεν συμφωνούν σε όλα μαζί της, όσοι ψευδώς, αυθαιρέτως, παραχαράσσοντας την ιστορική αλήθεια αλλά και σε αντίθεση με τις δικές τους διακηρύξεις περί αναγκαιότητας ενός λαϊκού μετώπου, δηλώνουν ότι «η πείρα που υπάρχει στη χώρα μας, αλλά και η αντίστοιχη σε άλλες χώρες της Ευρώπης, αποδεικνύει ότι όχι μόνο ισχυρό κίνημα κατά των αντιλαϊκών μέτρων δεν δημιουργήθηκε από τις αριστερές συνεργασίες και κοινές δράσεις με μίνιμουμ προγράμματα και στόχους, αλλά αυτές οδήγησαν στην απογοήτευση και σε διάλυση του λαϊκού κινήματος», όσοι το μόνο μέτωπο που τελικά δεν καταδικάζουν δημοσίως είναι εκείνο της κυβέρνησης Τζανετάκη, δεν είναι δυνατόν να επιβραβευθούν με την ψήφο όσων με συνέπεια επιδιώκουν το διάλογο και την κοινή δράση της αριστεράς.

******************
Αναδημοσίευση από εδώ: Αριστερά και εκλογικές φιέστες.

Ψήφος κατά... Μνημονίου;

Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ.
Κρίσιμο από πλευράς πολιτικής επικαιρότητας το ερώτημα: υπάρχει δυνατότητα μετατροπής των αυτοδιοικητικών εκλογών του Νοεμβρίου σε πολιτικό δημοψήφισμα με αντικείμενο ποιος είναι υπέρ και ποιος κατά του Μνημονίου Παπανδρέου - ΔΝΤ; Οχι. Κατηγορηματικά όχι, είναι η απάντηση. Ο λαός γνωρίζει άριστα ότι οι δημοτικές εκλογές δεν βγάζουν κυβερνήσεις. Δεν πρόκειται βεβαίως να πέσει ο Παπανδρέου, αν ο Φασούλας χάσει τον Πειραιά ή αν η ΝΔ με τον Γκιουλέκα ξαναπάρει τη Θεσσαλονίκη. Κανείς δεν έχει την αφέλεια να ελπίζει ότι η κυβέρνηση θα ξαναδώσει πίσω τους μισθούς και τις συντάξεις που λεηλάτησε, αν ο Κικίλιας πάρει την Αττική.
Αν ήταν βουλευτικές οι εκλογές του Νοεμβρίου, θα ήταν σίγουρα οι πιο βίαιες της μεταπολίτευσης. Ενδεχομένως θα βλέπαμε πετροβολισμούς ή και ξυλοδαρμούς υποψηφίων, άγριες συμπλοκές οπαδών, πάθος και μίσος χωρίς όρια. Είναι όμως δημοτικές, άρα ασήμαντου πολιτικού βάρους εκ φύσεως. Γι’ αυτό και οι πολίτες τις αντιμετωπίζουν με υπέρμετρη αδια­φο­ρία. Οι εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ, που είναι εξοργισμένοι με την κυβέρνηση, απλώς δεν θα πάνε να ψηφίσουν.
Φαιδρά τα περί «μετώπου» όσων αντιτίθενται στο Μνημόνιο. Επειδή ο Αντώνης Σαμαράς τάχθηκε αταλάντευτα κατά του Μνημονίου, αυτό συνεπάγεται ότι οι αριστεροί ψηφοφόροι π.χ. στον Δήμο Αθηναίων για να διατρανώσουν την αντίθεσή τους στο Μνημόνιο πρέπει στον δεύτερο γύρο να ψηφίσουν για δήμαρχο τον Νικήτα Κακλαμάνη, που είναι πολιτι­κός φίλος της Ντόρας Μπακογιάννη, η οποία είναι... υπέρ του Μνημονίου; Δεν μπο­­ρεί μέσω της εκλογής δημάρχων να συγκροτηθεί μέτωπο για ένα κορυφαίο πολιτικό θέμα όπως το Μνημόνιο, το οποίο συνιστά τη βιαιότερη καταβαράθρωση του βιοτικού επιπέδου των Ελλήνων που έλαβε χώρα ποτέ.
Ούτε η ΝΔ ούτε η Αριστερά αποτελούν κίνδυνο για το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές αυτές. Σε ό,τι αφορά στη ΝΔ, σε επίπεδο υποψηφίων οι επιλογές της στερούνται παντελώς πολιτικής ελκτικής δύναμης. Σε επίπεδο γενικότερου πολιτικού κλίματος, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη, γιατί αφενός δεν έχει καθόλου ξεχαστεί η αθλιότητα της διακυβέρνησης Καραμανλή και αφετέ­ρου η υπονομευτική δραστηριότητα της Ντόρας Μπακογιάννη εναντίον των υποψηφίων της ΝΔ συρρικνώνει ακόμη περισσότερο την απήχηση των νεοδημοκρατών υποψηφίων, καθώς τους φθείρει και τους αφαιρεί ψήφους από καθαρά δεξιά δεξαμενή ψηφοφόρων.
Χειρότερα είναι τα χάλια της Αριστεράς. Η επιρροή της στις εκλογές για την Τοπική Αυτοδιοίκηση, η οποία κάποτε αποτελούσε το κατ’ εξοχήν πεδίο λαϊκής απήχησης της Αριστεράς, μειώνεται με καλπάζοντες ρυθμούς. Με τη βοήθεια των μεταρρυθμίσεων διαρκούς διεύρυνσης των ορίων των δήμων μέσω συνενώσεων που ευνοούν τα δύο μεγάλα κόμματα, οι στρατιές δεκάδων αριστερών δημάρχων και πολλών εκατοντάδων αριστερών δημοτικών συμβούλων αποτελούν πλέον ανάμνηση ενός μακρινού πολιτικού παρελθόντος. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η Αριστερά όχι μόνο αδυνατεί να συμφωνήσει σε ενωτικούς υποψηφίους, αλλά και συνεχίζει να πολυδιασπάται.
Η επικράτηση του ΠΑΣΟΚ στις περιφερειακές και δημοτικές εκλογές είναι το πιθανότερο αποτέλεσμα βάσει των μέχρι τώρα δεδομένων - έστω και με εκατοντάδες χιλιάδες λιγότερους ψηφοφόρους. Οι οργισμένοι κατά της κυβέρνησης θα μείνουν σπίτια τους, κοινωνική έκρηξη δεν έχει ακόμη σημειωθεί και οι κομματικοί του αντίπαλοι είναι ανέτοιμοι πολιτικά και οργανωτικά να το αντιμετωπίσουν στις κάλπες και να του αμφισβητήσουν την εξουσία ακόμη και σε τοπικό επίπεδο.
Εκλογικό «κύκνειο άσμα» ενδέχεται όμως να αποτελέσει για το κυβερνών κόμμα η πιθανή νίκη του στις αυτοδιοι­κητικές εκλογές. Η αλαζονεία της κυβέρνησης θα ενισχυθεί πολύ.
«Ο λαός εγκρίνει το Μνημόνιο», είναι το προπαγανδιστικό σύνθημα που θα θέσει σε κυκλοφορία. «Τα υποζύγια αντέχουν, φορτώστε τα κι άλλο!» θα είναι η ανομολόγητη πολιτική γραμμή της μετά τις εκλογές. Ηδη διπλασιάζει σχε­δόν την τιμή του πετρελαίου θέρμανσης.
Η οργή του κόσμου όμως δεν θα έχει εκτονωθεί καθόλου. Η οικονομική και κοινωνική κατάσταση της χώρας θα συνεχίσει να επιδεινώνεται. Η έλλειψη πολιτικής διεξόδου, η οποία δρα καθησυχαστικά για την κυβέρνηση, θα συσσωρεύει εκρηκτικό δυναμικό στην κοινωνία. Μόνο η ζωή θα δείξει αν θα επικρατήσει η απάθεια του ραγιαδισμού ή το «γαία πυρί μειχθήτω»...

  **********************
Αναδημοσίευση από εδώ : Ψήφος κατά... Μνημονίου;

4/9/10

Άνεμε σώσε!


Πάνω από τούτες τις μορφές των πλατανιών εδώ,
πάνω από τούτα τα έλατα διαβαίνει ο άνεμός μου,
ο μεθυσμένος μου άνεμος, ο φωτεινός και ο άγριος!
Ρεύμα του απείρου μου έρωτα, ατίθασε παφλασμέ,
φέγγοντας με τα αιώνια σου τινάγματα τον αέρα,
κουνάς τη νύχτα ολόκληρη σα νάσαι από μυριάδες
ταύρους που κατεβαίνουνε με ορμή.
Άνεμε σώσε!
Άνεμε βοήθα να πιαστώ απ’ τα φωτεινά κλαδιά σου
ν’ ανέβω πάνω απ’ τα θολά ποτάμια! Άνεμε σώσε!
Σήκωσε κι εναπόθεσε ψηλά, πάνω απ’ το χιόνι,
το νούφαρο με τ’ άγιο φως! Γλύτωσε της καρδιάς μου
τον λυπημένο αυγερινό! Στερέωσε το πεσμένο
το άσπρο σου αυτό εξαπτέρυγο, σαν κεραυνός να σκίζει
τη νύχτα πάνω απ’ τις κορφές όλες:
«Ειρήνη! Αγάπη!»


Νικηφόρος Βρεττάκος

Πες μου πόσο κρατάει ένα όνειρο;

Πόσο ψηλά πετάει ένα όνειρο;


Απλώνω τα χέρια ψηλά. Για να πιάσω τα όνειρα μου. Για να μοιράσω τις σκέψεις μου στα σύννεφα. Για να προφτάσω τη ζωή που δεν πρέπει να περάσει και να χαθεί...

Του Αγίου Αρχαίου...

Tου Παντελη Μπουκαλα.
H αλήθεια είναι ότι ξαφνιάστηκε. Εντάξει, εκλογές έρχονται, αλλά δεν είναι και μικρή η τιμή να σου πέμπει φάκελο με το ταχυδρομείο κοτζάμ δημοτικός σύμβουλος, της Αθήνας μάλιστα. Οταν πια διάβασε την κάρτα τα ’χασε εντελώς: «Για την ονομαστική σας εορτή σάς εύχομαι ολοψύχως Χρόνια Πολλά!» Ορίστε; Στα περασμένα πενήντα της δεν είχε γιορτάσει ποτέ το όνομά της. Δεν ήξερε καν ότι έχει ονομαστική εορτή. Ισα ίσα, από τις οικογενειακές αφηγήσεις είχε μάθει πως όταν πήγαν να τη βαφτίσουν, ο παπάς τα είχε στυλώσει. Αρνιόταν να τελέσει το μυστήριο. «Δεν υπάρχει τέτοιο όνομα χριστιανικό», έλεγε ο πεισματωμένος τυπολάτρης, που μπορεί να θυμόταν όσα σέρνουν στους αρχαίους ορισμένοι Πατέρες. «Υπάρχει και παραϋπάρχει», επέμενε πεισματωμένη και η μάνα του νηπίου· «το είχε η πεθερά μου. Αυτήν γιατί τη βάφτισε ο παπάς το 1900;» Προφανώς επειδή διάβαζε άλλο βαγγέλιο, ανθρωπινότερο.
Εν εγρηγόρσει λοιπόν ο δημοτικός μας σύμβουλος, ένας από τους τόσους μικρομάστορες των δημοσίων σχέσεων, είπε να μη στέλνει ευχετήριες κάρτες μόνο στους συνήθεις Γιάννηδες, τους Γιώργηδες και τις Μαρίες αλλά και στις Αφροδίτες, τις Ασπασίες, τις Διώνες, τις Ισμήνες, σε όσες και όσους φέρουν αρχαιοελληνικό όνομα. Και βρήκε την ευκαιρία με την καθιέρωση, τα τελευταία χρόνια, της 1ης Σεπτεμβρίου ως της ημέρας που εορτάζονται περί τις σαράντα αρχαιώνυμες οσίες - παρθένες που μέχρι πρότινος τις γνώριζαν μόνο οι μελετητές του Συναξαριστή.
Ποιος τα καθιερώνει αυτά τα πράγματα; Μα, το ξέρουμε και από τον Αγιο Βαλεντίνο: η τηλεόραση, ο μέγας θεσμοθέτης. Δίχως αυτήν, και δίχως την ταχύτητα και τη μαζικότητα του Ιντερνετ, όποια πρόθεση κι αν είχε η Εκκλησία να στεγάσει τους εορταστικώς άστεγους αρχαιώνυμους (ώστε να μην τους αφήνει έκθετους στον αρχαιοελληνικό παγανισμό και γίνουν ειδωλολάτρες), θα αποδεικνυόταν άγονη. Η πολιτική ούτε στις αγιοποιήσεις έλειψε ποτέ ούτε στη διεύρυνση του εορτολογίου, γιατί να λείψει τώρα; Κι ίσως γι’ αυτό οι πρώτοι που συντονίστηκαν με τη νέα γιορτή και στέλνουν ευχές είναι οι πολιτικοί, πνιγμένοι από την ψηφανασφάλειά τους.
**************************
Αναδημοσίευση από εδώ :Του Αγίου Αρχαίου...

Ο ουρανός φεύγει βαρύς.



Στίχοι: Σταύρος Κουγιουμτζής
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής

Ο ουρανός φεύγει βαρύς
πάνω από τη ζωή μου
μα η θύμησή σου έμεινε
να δένει την ψυχή μου

Δεν έχω μάτια να σε δω
καρδιά να σου μιλήσω
πέσαν τα χέρια μου νεκρά
και πώς να σε κρατήσω

Ο ουρανός φεύγει βαρύς
τα όνειρά μου παίρνει
και μες στην τόση μου φωτιά
άλλη φωτιά μου φέρνει

Δεν έχω μάτια να σε δω
καρδιά να σου μιλήσω
πέσαν τα χέρια μου νεκρά
και πώς να σε κρατήσω


3/9/10

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ.

Μενέλαος Λουντέμης
Το θυμότανε. Πάντα. Δυνατά. Τις μέρες και τις νύχτες. Σαν «όνειρο», σα μοσκοβολιά, κι έλεγε… -το ‘λεγε όλες τις στιγμές, και το παράγγελνε με πάθος στον εαυτό του– αν γλύτωνε, αν ξανανέβαινε στο φως, να ψάξει, να κοσκινίσει όλον τον κόσμο, ώσπου να την βρει –όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν…– και να σκύψει να της φιλήσει τα χέρια, να την γεμίσει με δακρυσμένα «ευχαριστώ».
Εκεί μέσα που τον έθαψαν, που τον είχαν σα λείψανο ριγμένο, λαχτάρισε και δίψασε. Δίψασε για ένα σημαδάκι χλόη, για μια σταλίτσα του απάνω κόσμου. Ένα γέλιο μικρού παιδιού ή ένα τζιτζίκι… Κάτι που να μη θυμίζει αυτόν τον μουχλιασμένο και πνιγερό τάφο. Εκεί κάτου τα ‘χε ξεχάσει όλα. Το χρώμα του κόσμου, τη μέρα. Τι χρώμα είχε, αλήθεια, η μέρα; Ήταν γαλάζια; ή άσπρη;… Γιατί εδώ τα μάτια του ήταν άχρηστα, περιττά. Εδώ ζούσε μόνο με τ’ αφτιά και τα δάχτυλα. Την πρώτη μέρα που τον κατέβασαν είχε μαζί του και τη μύτη του μα ύστερα την έχασε. Τον έπιασε καταρροή κι ανόστησαν όλα. Πρόφτασε μονάχα να μυριστεί ότι βρομούσε βαριά κι ανυπόφορα εκεί μέσα… Κάτι σαν υπόνομος, σαν λάκκος ψοφιμιών. Ότι βούιζε σα βαθύ πιθάρι. Ύστερα όλα μπερδεύτηκαν. Το σκοτάδι τα κατάπιε και τ’ αφάνισε όλα. Κάπως έτσι θα ‘πρεπε να ‘ναι στον άδη. Έτσι άχαρα, έτσι στυφά. Μόνο που τώρα πρέπει να του πάρουν αυτό τ’ όνομα, και να τον λένε «Απομόνωση». Θα του ταιριάζει περισσότερο.
Είχε μια πίκρα, που την έφερε μαζί του απ’ έξω. Ότι δεν πρόφτασε να δει το φεγγάρι. Το σπίτι που κρυβότανε ήταν παράμερο, σα μια γούβα, με τα παράθυρα πάντα κλειστά, πάντα, μέρα και νύχτα.
Ά… το φεγγάρι… Έπρεπε να είχε προφτάσει να το δει. Όμορφα είναι και με τον ήλιο, –ά, ναι…– και μ’ αυτόν, είναι πολύ όμορφα. Μα με το φεγγάρι… Μ’ αυτό είναι αλλιώτικα. Ο κόσμος γίνεται μαγευτικός, σαν παραμυθένιος. Σκέψου… Αυτός κι εκείνη –το Ολγάκι– με φεγγάρι. Βράδυ αττικό. Και το φλύαρο ζεστό χεράκι της χωμένο στο δικό του. Το Ολγάκι… Ακουμπισμένο απάνω του σφικτά στο ξύλινο καναπεδάκι. Κι από πάνω η ακακία με το φεγγάρι μπλεγμένο στα κλαριά της. «Ολγάκι… κόψε μου κείνο το χρυσό μήλο» –«Κλείσε τα μάτια να στο κόψω…». Το μάγουλό της, τρυφερό, μεταξένιο, τριβότανε μ’ ένα μικρό θρόισμα απάνω του. «Ώ, τι γλυκό και μοσκοβολημένο φεγγάρι…».
Τώρα που να είναι, τι να κάνει; Το Ολγάκι…
Ήταν τρυφερό, το μόνο τρυφερό συναπάντημα της ζωής του. Μικρό… ολομόναχο. Ανίδεο απ’ τη ζωή και τις παγίδες της. Γελούσε σα φρεσκοκομμένο ρόδι και δεν έβλεπε τους λύκους που ακόνιζαν γύρω της τα δόντια τους. Το είχε ανταμώσει λίγο πριν από το γκρεμό και τ’ άρπαξε και το ‘σφιξε πάνω στο τίμιο στήθος του. Και το καλόπιασε. Κείνη ακούμπησε στο μπράτσο του και πάτησε θαρρετά.
Μα αν γλύτωσε το Ολγάκι απ’ το γκρεμό κι απ’ τα δόντια των λύκων, άλλος γκρεμός, ένας αληθινός τάφος, ανοίχτηκε για τον ίδιο. Άλλοι λύκοι άρχισαν να μυρίζουν τα δικά του τα βήματα. Το κατάλαβε στην ώρα. Και της το ‘πε –κείνη έτρεμε…
–Ξέρεις, Ολγάκι. Το καταλαβαίνω, πως η ανάσα μου εδώ πάνου θα είναι λίγη. Μια μέρα θα με σύρουν σα φονιά, ναι, εμένα. Θα μου ζητήσουν να πατήσω το ψωμί μου. Να παραδώσω τους συντρόφους μου. Να βρίσω το δίκιο του νηστικού. Να πω ήμαρτον για όλα που αγάπησα. Κι εγώ θα πω «όχι». Και τότε, Ολγάκι, –δεν έχουμε καιρό να στο εξηγήσω γιατί– τότε μπορεί να με κρεμάσουν ανάποδα, ή να με θάψουν ζωντανό. Και να με κρατούν, κρεμασμένο ή θαμμένο, ώσπου να πέσω ν’ απαρνηθώ. Τότε, Ολγάκι, θα μείνεις ολομόναχο. Και πρέπει να σφίξεις τα δόντια σου. Παντού παραμονεύουνε λύκοι διψασμένοι για πλάσματα σαν και σένα. Πρέπει να σφίξεις τα δόντια και να περιμένεις ώσπου να με ξεθάψουνε –γιατί κάποτε θα με ξεθάψουνε. Θα κουραστούνε και θα με ξεθάψουνε. Τότε θα μου ξαναδώσεις πάλι να σφίξω το χεράκι σου… και δε θα τ’ αφήσω πια ποτέ.
Που να είναι άραγε τώρα το μικρό του, το ολόμικρό του Ολγάκι;…
Εδώ κάτου όλα ήταν μαύρα σαν κατράμι. Όλα σκεπασμένα με νύχτα πηχτή. Μπερδεμένα τα μερόνυχτα. Σμιγμένη η νύχτα με τη μέρα σε μια μόνη νύχτα χωρίς σύνορα. Είχε πάψει πια να μετράει, γιατί από πού ν’ αρχίσει; Με τι να μετρήσει; Εδώ ήταν όλα ένα μονοκόμματο σκοτάδι. Οι ώρες, τα λεπτά, οι μήνες και τα χρόνια. Τα ρολόγια και τα καλαντάρια, ήταν γι’ αυτούς που ζουν στο ξέφωτο του κόσμου, που έχουν τα μάτια, και που τους χρειάζονται τα μάτια. Εδώ «ζω» θα πει ψηλαφώ.
Έτσι σερνόταν αυτή η άσωτη μαυρίλα, έτσι λίμναζε αυτή η ασήκωτη πίσσα που απάνω τη λένε χρόνο. Κι έτσι θα σερνόταν, κι έτσι θα λίμναζε… αν…
Αν δεν γινότανε αυτό το θαμπωτικό και πρωτάκουστο, αν κάποτε, ξάφνου δεν γινόταν φως. Τι ήταν; Από πού ξεκίνησε; Τι ζητούσε;… Δεν ήξερε. Η αλήθεια είναι ότι έγινε, ότι κάποτε –μέσα στα βαθιά έγκατα– έπεσε φως. Μόλις το είδε, έτριψε καλά τα μάτια του, κούνησε το μυαλό του, μην ήταν ψέμα, μην τον περιπαίζανε τα όνειρα. Όχι. Ήταν αλήθεια! Σύρτηκε με τα τέσσερα και κόλλησε τα μάτια του στην τρυπούλα του κελιού. Ήταν φως! Ένα κορίτσι (όνειρο;…) ένα κορίτσι αλαφροπάτητο περνούσε με το φεγγάρι στο χέρι. Φίλησε το βρώμικο σανίδι της πόρτας… Ήταν φως! Η ζωή ήταν ακόμη στη θέση της! Μα δεν πρόφτασε να χαρεί. Χοντρά βήματα ακούστηκαν ξοπίσω της. Και μ’ όλο του το σάστισμα μπόρεσε να ξεχωρίσει τη βαριά σιλουέτα του Σβαρτς, του βασανιστή και σκυλάνθρωπου, που δέκα ολάκερα μερόνυχτα τον παίδευε, πριν τον θάψει εδώ μέσα. Ναι, ήταν αυτός. Μα που την πήγαινε την άγνωστη με το φεγγάρι; Δεν πρόφτασε να την μελετήσει καλά, είχε μόνο ξεχωρίσει τα μαλλιά της –χρυσά πίσω απ’ το φως, και το μπόι της, αρκετά ψηλό. Τίποτ’ άλλο. Τα βήματα πέρασαν κι έσβησαν.
Κάθισε να τρίβει τα μάτια του. Ήταν φως; Ήταν αλήθεια; Ο κόσμος πέρασε από δίπλα του γρήγορος σαν αστραπή, και χάθηκε πίσω απ’ το διάδρομο. Έχωσε το κεφάλι του μέσ’ στα μπράτσα κι απόμεινε κει. Πέρασαν ώρες, δε θυμόταν πόσες. Σίγουρα. Δεν ήταν αληθινό ό,τι έτρεξε. Του φάνηκε. Όλα τα ‘φερε ο πυρετός. Ο πυρετός απ’ τις κακοφορμισμένες πληγές του. Έτσι θα ήταν. Κρίμα…
Κοιμόταν. Τον είχε κλεφτοπάρει έτσι κουλουριασμένος, όπως έμενε. Μπορεί να ονειρεύτηκε κιόλα. Ένα όνειρο γεμάτο φεγγάρια, φεγγάρια και κορίτσια. Ένα παγκάκι μια ακακία… Μα τι ‘ταν αυτό; Σήκωσε το κεφάλι του. Το φεγγάρι. Το κορίτσι με το φεγγάρι ξαναπερνούσε. Όχι, δεν ήταν όνειρο… Δεν ήταν ψέμα… Αχ… εξαίσιο πέρασμα… χαμόγελο της ζωής. Υπάρχεις λοιπόν; Κι εσύ γυναίκα, όποια κι αν είσαι, να ‘σαι ευλογημένη. Αφού υπάρχει το φως όλα υπάρχουν. Τώρα μπορεί να κυλήσει όσος μαύρος χείμαρρος θέλει. Η ζωή υπήρχε! Και τον περίμενε.
Τότε ορκίστηκε. Αν ζούσε, αν ανέβαινε στο φως, να ψάξει, να την βρει, και να την βρει, και να την προσκυνήσει, όποια κι αν ήταν, όπως κι αν την έλεγαν. Γιατί τον δυνάμωνε, γιατί κατέβηκε στα τάρταρα, για να του φέρει το φως, και την εγκαρτέρηση.
Έτσι το θυμόταν: Δυνατά, επίμονα, με πάθος… Όλον τον κατοπινό καιρό, όσος ήταν. Τον όρκο τον είχε βάψει στις πληγές του. Το θυμόταν κι όταν σύρτηκαν οι βαριές αλυσίδες –γιατί κάποτε οι αλυσίδες σύρτηκαν– και τον πέταξαν ξανά στο φως. Θυμόταν και τα λόγια που αλλάξανε ξοπίσω του οι φύλακες. «Μπορείς απ’ την πέτρα την ξερή να βγάλεις νερό, απ’ αυτόν δε βγάζεις λέξη».
Δίπλα στο Ιεροξεταστήριο ήταν ένα καφενεδάκι. Κάθισε στην πρώτη καρέκλα που σκόνταψε. Κάθισε, γιατί δεν μπορούσε ούτε να δει, ούτε να σκεφτεί, ούτε να περπατήσει. Ακόμα ψηλαφούσε… Ήρθε ένας μεσόκοπος άντρας και στάθηκε από πάνω του.
–Από κάτω έρχεσαι;… του λέει με πονετική φωνή. Φαίνεσαι. Είσαι σα χασές. Να σου φέρω ένα καφεδάκι, παιδί μου, να στυλωθείς;
–Πόσον καιρό έχω; Τον ρωτά.
–Που να ξέρω… Πότε σε πιάσανε; πε μου και θα το βρούμε.
–Αρχές Απρίλη.
–Χμ… Σήμερα έχουμε τέλη του Νοέμβρη.
–Τέλη του Νοέμβρη;…
Εφτά μήνες… Εφτά ολοστρόγγυλους μήνες… Μόνο με ψωμί… Νερό και ψωμί, που του το πετούσαν αμίλητοι απ’ την τρυπίτσα. Αμίλητοι, για να μην ακούσει ανθρώπινη μιλιά, κι αναθαρρήσει…
Ο καφετζής ξαναγύρισε με το δίσκο.
–Πάρε, παιδί μου. Κι απόθεσε τον καφέ.
Δεν τον πρόσεξε. Έπεσε πάνω στο νερό με λαχανητό.
–Μπάρμπα… του λέει. Και γαντζώνει πάνω στο ρούχο του. Μπάρμπα, όποιος κι αν είσαι. Έκανα έναν όρκο εκεί κάτω. Και θέλω τώρα που βγήκα να τον ξεπληρώσω…
–Ποιον παιδί μου; Λέγε…
–Κάποτε… δεν ξέρω πότε. Μα μια μέρα… –ή μια νύχτα…, δε θυμάμαι– εκεί κάτω έγινε φως. Ένα κορίτσι…
–Άσε, ξέρω.
–Ξέρεις;
–Ναι, άσε, ξέρω… Να, εκειδά στο στενάκι κάθεται. Τη βλέπεις κείνη την πόρτα την κανελιά με το χερούλι; Έ, κει κάθεται.
–Ποιος; Το κορίτσι;
–Το κορίτσι. Δώσε στην πόρτα τρεις χτυπησιές και θα σ’ ανοίξουνε. Το ξέρω το κορίτσι. Είναι το τελευταίο κελεπούρι του Σβαρτς. Έχει καναδυό μήνες που το σπίτωσε.
–Του Σβαρτς;… Κάνει σαστισμένος. Και καλά, γιατί ο κύριος δεν πηγαίνει εκεί; Γιατί την κατεβάζει στον μαύρο κόσμο, κάτου στα έγκατα της γης;
–Άπιαστος κόσμος, παιδί μου, χαλασμένος, πώς το λένε… Να, είναι διότροπος, διεστραμμένος, βίδα… πώς το λένε;
–Άσε, μπάρμπα, κατάλαβα. Στην κανελιά πόρτα είπες; Άσε, κατάλαβα. Γεια σου…
Έχωσε τη σκούφια του βαθιά κι έφυγε. Παραπατούσε σα μεθυσμένος. Σερνόταν τοίχο-τοίχο ώσπου έφτασε στο χερούλι της καφετιάς πόρτας και κρεμάστηκε απάνω του. Ένα ξεπλυμένο μούτρο χάραξε την πόρτα και τον κοίταξε στυφά-στυφά.
–Πάαινε παρακάτω, χριστιανέ μου… Δεν έχει…
–Τι;
–Δεν έχουμε λιανά.
Έπιασε με δύναμη την πόρτα και την έσπρωξε μέσα.
–Λιανά;… Λιανά είπες; Για ποιον λοιπόν με πέρασες;
Η γριά τον μέτρησε φοβισμένη.
–Καλά… Κόπιασε. Μα τι ορίζεις;
–Θέλω… (Σταμάτησε. Τι ήθελε;… Σκούπισε τον ιδρώτα του). Θέλω τη… (Μα πως την έλεγαν;). Θέλω… Θέλω τη… την «απαυτή»… τη λεγάμενη του Σβαρτς.
–Χμ…Χμ… κάνει η γριά και ξερογλείφεται. Δεν είναι για τα δοντάκια σου, καψερέ μου. Πάαινε.
–Όχι, γιαγιά. Όχι, να μη χαρώ τα μάτια μου. Δεν…
–Πάαινε… πάαινε… Δεν είναι για κανέναν. Μη βλέπεις με κείνον. Έχει το λόγο της. Ποιον λόγο;… Κείνη ξέρει. Κάτι, λέει, της έταξε… Δεν είναι της «δουλειάς» το κορίτσι, μάτια μου. Τράβα.
–Γιαγιά… κάνει και της σταυρώνει τα χέρια. Δε με κατάλαβες. Δε με νοιάζει ποιανού είναι και τι κάνει. Εγώ θέλω μόνο να τη δω. Τίποτα άλλο. Μόνο να τη δω.
–Να τη δεις; Άλλο και τούτο! Και γιατί;
Κείνη την ώρα ακούστηκαν ξοπίσω βήματα.
–Να… πες τα στην ίδια… λέει η γριά. Άκου, Όλγα, κορίτσι μου. Στράφηκε. Κοντά του ήταν ένα τραπέζι…
–Τι είναι, γιαγιά; Ρώτησε το κορίτσι.
Τότε έγινε κάτι σα σεισμός. Μα αυτός ωστόσο δεν έπεσε. Στάθηκε αντίκρυ της σαν κέρινη σκιά… (Το μικρό του πάναγνο Ολγάκι…).
Κείνη έπαιξε με δύναμη τα μάτια. Ύστερα τα ‘κλεισε και περίμενε τα νύχια του. Δεν έγινε… Ο άνθρωπος που στεκότανε αντίκρυ της έβγαλε αργά-αργά το σκούφο του και γονάτισε. Κείνη έπεσε στα χέρια της γριάς. Κάτι ζεστό άγγιξε το μέτωπό της… Ένα ζεστό στόμα πέρασε σιγά, λεπτά, με ευλάβεια απ’ τα μαλλιά της… Κι ύστερα ξεμάκρυνε…
Άνοιξε τα μάτια της. Ο άνθρωπος με το φιλί έφευγε. Κι η τραγιάσκα του… ήταν ακόμη κρεμασμένη απ’ το χέρι… Της ήρθε να φωνάξει. Να τρέξει ξοπίσω του, να τον προφτάσει…, μα τα πόδια της ήταν κολλημένα. Ήθελε να του φωνάξει. Να περιμένει. Να δει πως θα πέφτει, και πως θα φιλεί ένα-ένα τα βήματά του… μα κείνος είχε ξεμακρύνει. Ακούστηκε να κλείνει ξοπίσω του η πόρτα.
Και τότε… Τότε κατάλαβε… –κι έμπηξε φωνή– κατάλαβε… πως στον τάφο που κατέβηκε για να τον βγάλει, έμεινε για πάντα θαμμένη η ίδια…



Υπάρχουν κάποια πάθη τόσο δυνατά...

...που δεν μπορεί παρά να είναι αρετές.
(Αλμπέρ Καμύ )


Με αφορμή την συναυλία των U2 στην Αθήνα:

«Ματωμένη Κυριακή»
(Bloody Sunday για τους αγγλομαθείς, Domhnach na Fola στα ιρλανδικά)


Στο Ντέρρυ της Βόρειας Ιρλανδίας, στις 30 Ιανουαρίου 1972.
Σε μια πορεία διαμαρτυρίας που οργανώθηκε από την Ένωση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα της Βόρειας Ιρλανδίας, στην περιοχή Μπόγκσαϊντ, 26 ατομα πυροβολήθηκαν από τα μέλη του 1ου Τάγματος του Βρετανικού Συντάγματος Αλεξίπτωτων, του οποίου ηγούνταν ο Συνταγματάρχης Ντέρεκ Ουίλφορντ και ο υποδιοικητής (αργότερα Στρατηγός) Μάικ Τζάκσον. 13 άνθρωποι, 6 εκ των οποίων ήταν ανήλικοι, πέθαναν αμέσως, ενώ άλλος ένας πέθανε ύστερα από 4½ μήνες υποκύπτοντας στα τραύματά του. Δύο άτομα τραυματίστηκαν από οχήματα του στρατού. Πολλοί μάρτυρες, συμπεριλαμβανομένων και δημοσιογράφων, πιστοποιούν ότι όλοι όσοι πυροβολήθηκαν ήταν άοπλοι. Πέντε από εκείνους πυροβολήθηκαν στην πλάτη.

ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΡΘΕΝΑ ΒΟΥΝΑ ΜΑΣ!


ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΟΧΙ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΕΣ!

Η Διεθνής των Συμβούλων.

Tου Παντελη Μπουκαλα.
Μια φορά κι έναν καιρό, η πανάκεια κυκλοφορούσε στην αγορά με την ονομασία «Πολιτική Βούληση», που διαφημιζόταν σαν αποτελεσματικότερη και από την κατά Κοέλιο συνωμοσία του σύμπαντος προς ευόδωση των ονείρων ενός εκάστου. Σε μια χώρα υπό κηδεμονία, ωστόσο, το τελευταίο που θα μπορούσε να παρουσιάσει σαν όπλο της μια κυβέρνηση είναι η ελεύθερη πολιτική της βούληση· έχει και ο αυτοσαρκασμός τα όριά του. Εσχάτως, λοιπόν, και αφού πρώτα αναλάβαμε κάπως δυνάμεις στον μεσοσταθμό της Διαβούλευσης, μετατοπιστήκαμε (ή εκπέσαμε· ο καθείς και το ρήμα του) από την Πολιτική Βούληση στους Συμβούλους. Οι καλοί αυτοί άνθρωποι, παντογνώστες και θαυματουργοί, καθώς θρυλείται, αλλά και θεράποντες ενός φιλελληνισμού νέου τύπου, ανέλαβαν εκθύμως να επικουρήσουν τον πρωθυπουργεύοντα κ. Γ. Παπανδρέου, μήπως και δούμε επιτέλους λίγη από την ευτυχία που τρεις γενιές τώρα μας υπόσχεται η οικογένειά του.
Πόσοι είναι οι σύμβουλοι του πρωθυπουργού δεν είναι εξακριβωμένο· η καταμέτρηση συνεχίζεται. Υπάρχουν πάντως ανάμεσά τους πολεοδόμοι, όπως ο Ισπανός Γιόσεφ Αθεμπίγιο, οικονομολόγοι, όπως ο Ιταλός Τομάζο Πάντοα-Σιόπα, Σουηδοί κληρονόμοι μεγάλου ονόματος, όπως ο υιός Πάλμε, Αμερικανοί και Βρετανοί σοφοί, νομπελίστες κ. ο. κ. Πρόκειται, εν ολίγοις, για μια Διεθνή των Συμβούλων, δουλειά των οποίων, σύμφωνα με τους κυβερνητικούς προπαγανδιστές, είναι να προσφέρουν τεχνογνωσία για τη διαχείριση κρίσεων, την αγορά ομολόγων, τη βελτίωση της εικόνας της χώρας, την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας κ. λπ. κ. λπ.
Ακόμα και χρήσιμη θα μπορούσε να θεωρηθεί η παρουσία της Διεθνούς των Συμβούλων, αν έβλεπε κανείς τα μέλη της αποκομμένα από την ιδεολογία τους και αποδεχόταν πως η πολιτική είναι μια πολιτικώς ουδέτερη τεχνική και, δεύτερον, αν δεν υποψιαζόταν ότι ο πραγματικός της σκοπός είναι άλλος: να πειστούμε εμείς οι Βαλκάνιοι ότι διαθέτουμε έναν ηγέτη με αμέτρητους επιφανείς φίλους στα κέντρα αποφάσεων. Για να θαμπώσουν τους «ιθαγενείς» καταφτάνουν οι συμβουλάτορες και για να νομιμοποιήσουν την α λα Γ. Α. Παπανδρέου μέθοδο άσκησης της εξουσίας: μακράν της Βουλής, μακράν του υπουργικού συμβουλίου, που απλώς ακούει με δέος ή με μόλις αποκρυπτόμενη χασμώσα δυσθυμία τις πατερναλιστικές παραινέσεις του πρωθυπουργού ή τα μανιφέστα του, ερήμην του ίδιου κόμματος του οποίου τυπικώς ηγείται και με το οποίο τυπικώς επίσης συσκέπτεται.
Αυταρχικά διοίκησε και ο Ανδρέας Παπανδρέου, τόσο το κόμμα του όσο και τη χώρα. Αλλά ο αυταρχισμός του ήταν έκδηλος, μπρούτος, επιθετικός, αμέσως αναγνωρίσιμος, άρα μπορούσε ο καθείς να πάρει έγκαιρα τα μέτρα του. Ο υιικός αυταρχισμός, χαμογελαστός και στολισμένος με «διαβουλεύσεις», «ανοιχτές διακυβερνήσεις», «άμεσες δημοκρατίες» και «διεθνείς συμβούλων», είναι σαφώς περισσότερο ψευδαισθησιογόνος και παραπλανητικός. Και γι’ αυτό και διαβρωτικότερος.
****************
Αναδημοσίευση από εδώ:Η Διεθνής των Συμβούλων.



2/9/10

Ο πόθος τρώει τα σωθικά

Κώστας Μουρσελάς
«Γιατί είσαι τόσο ακοινώνητος; Στο κάτω κάτω από σένα τη γνώρισα, γυναίκα φίλου σου είναι, εσύ τους πρωτόφερες στο σπίτι. Τι σ' έχει πιάσει; Γιατί τους βαριέσαι; Τι σου έκαναν;».
Και βέβαια, δεν τους βαριόμουνα και βέβαια τίποτα δεν μου έκαναν και ακριβώς εκεί είναι το πρόβλημα. Το αντίθετο μάλιστα...
«Ρε Γιαννούλα μου, ρε γυναικούλα μου, άσε τις υποθέσεις, ποιος σου είπε ότι τους βαριέμαι; Και ποιος σου είπε ότι μου έκαναν;».
Της εξήγησα πως απλούστατα δεν το βρίσκω καθόλου ευγενικό να μπερδευόμαστε συνεχώς στα πόδια τους και πως παρατράβηξε αυτό το πηγαινέλα στα σπίτια μας και πως φοβάμαι ότι στο τέλος θα σκυλοβαρεθεί ο ένας τον άλλον...
Δεν πειθόταν. Αντίθετα, θεωρούσε τουλάχιστον ακατανόητη την άρνησή μου. «Εσύ να σκυλοβαρεθείς τη Βάσω και τον Μήτσο; Αποκλείεται, με δουλεύεις».
Και φυσικά τη δούλευα. Αλλά τι κάνουμε και πώς ξεπερνιέται το πρόβλημα;
Είναι και που ο Μήτσος, ο άντρας της, είναι τόσο αθώος, τόσο ανυποψίαστος ­ πού να φανταστεί τι μου συμβαίνει ­ μπουμπούνας ο κερατάς, εκεί, σώνει και καλά να θέλει τον ίδιο τον εμπρηστή μέσα στο σπίτι του.
Είναι και που η δουλειά του χειροτερεύει τα πράγματα· περιοδεύων πλασιέ, από Αθήνα μέχρι Γρεβενά και από Γρεβενά μέχρι Κοζάνη.
«Κωσταντή», να μου λέει, «άσε τις κουταμάρες ότι μας κουράσατε και τέτοια και κοίτα, τα βράδια που λείπω, να 'ρχεστε στη Βασούλα, να της κάνετε παρέα· μην την αφήνετε μόνη, σε παρακαλώ... Εκτός του ότι φοβάται, είναι και...».
Τον έκοψα, να μη συνεχίσει· αν τον άφηνα, θ' άρχιζε πάλι τις αποκαλύψεις, τα γιατί και τα διότι.
«Μυστήριος είσαι. Τι μύγα σε τσίμπησε; Πρώτη φορά μιλάμε για τη Βάσω; Τι σ' έχει πιάσει τελευταία κι αντιδράς έτσι; Συμβαίνει τίποτα;».
Ώρες είναι, με τις γελοίες αντιδράσεις μου, ν' αρχίσει να υποψιάζεται. Του εξήγησα πως τίποτα δεν συμβαίνει και πως απλώς, ειδικά σήμερα, και όχι τελευταία, δεν θέλω να ξέρω τίποτα, δεν θέλω ν' ακούω τίποτα.
Πάντως, ό,τι και να πούμε τώρα, γεγονός είναι πως το πράγμα έχει αρχίσει να παίρνει επικίνδυνες διαστάσεις και κινδυνεύει αυτή η ιστορία να εξελιχθεί σε εν ενεργεία ηφαίστειο που κανείς δεν ξέρει πότε και πώς θα εκραγεί. Και το χειρότερο είναι που δεν έχω κάποιον να του κουβεντιάσω το πρόβλημα, να του πω τα καθέκαστα. Μόνο ο Μήτσος και ο Σταυρόπουλος είναι οι τακτικοί μου εξομολόγοι. Ο Μήτσος αποκλείεται για ευνόητους λόγους ­ τι να του πω; Τρελαίνομαι για τη γυναίκα σου; ­ από την άλλη, ο Σταυρόπουλος δεν έχει χρόνο, πνίγεται. Εν τω μεταξύ, ο Μήτσος συνέχιζε το τροπάρι του, πως όχι ότι δηλαδή συμβαίνει τίποτα με τη Βάσω, αλλά να, οι φύλακες ας έχουν και λίγη γνώση, μια και δώδεκα χρόνια γάμου και χωρίς παιδιά, πώς να το κάνουμε, σε ρουτινιάζουν, οπότε, όσο θα λείπει σε περιοδεία, καλύτερα να βρίσκεται μαζί μας, σε σίγουρα χέρια, παρά... «Κακά τα ψέματα δυο νύχτες την εβδομάδα μόνη της η Βάσω, δεν ξέρεις πού τη βγάζουν...».
Ελεγε, έλεγε και πώς να τον σταματήσω.«Δύσκολο είναι, Κωνσταντή, ν' αρχίσει δηλαδή να δουλεύει ο διάβολος στο μυαλό της;».
«Έλα ρε Μήτσο, φοβάσαι πως η Βάσω σ' αυτή την ηλικία θα... Σαραντάρισε πια, μη λες κουταμάρες· άσε που αυτή πίνει νερό στ' όνομά σου...».
Και δεν έλεγα ψέματα. Έπινε νερό στ' όνομά του. Τον αγαπούσε και τον ήθελε. Την έβρισκε μαζί του. Όλοι το ξέραμε. Δεν ήταν χαζός ο Μήτσος. Αθώος ήταν. Εύπιστος ήταν. Παιδί ήταν. Και ωραίος και αρρενωπός και ευχάριστος και αυθεντικός... Ό, τι χρειάζεται λίγο πολύ για να σ' ερωτευθεί εφ' όρου ζωής μια γυναίκα.
«Εντάξει, Κωνσταντή, δεν λέω, μια χαρά τα πάμε. Και στο κρεβάτι δεν την πιάνεις τη Βάσω, το ξέρεις, δεν έχω παράπονο, αλλά, είπαμε, ο διάβολος έχει πολλά ποδάρια...».
Ήθελα να τον διακόψω, να μη ρίχνει λάδι στη φωτιά... «Ρε Μήτσο, εντάξει, κατάλαβα, δεν χρειάζονται λεπτομέρειες...». «Μα ρε φίλε, αν δεν τα πω σε σένα, σε ποιον θα τα πω; Έχω άλλον που εμπιστεύομαι; Απλώς, θέλω να ξέρεις λεπτομέρειες, για να με καταλάβεις, το χρειάζομαι».
Προσπάθησε να μου εξηγήσει πως η Βάσω του είναι το κάτι άλλο, παθιασμένη, κανονική σκύλα στον έρωτα και μόνον αν το χωνέψω αυτό, θα μπορέσω να δικαιολογήσω και τις αγωνίες του.
Δεν κατάλαβα ακριβώς πού το πήγαινε, αλλά ώρες είναι να εξελιχθεί ο Μήτσος σε δεύτερο Κανδαύλη και να με βάλει πίσω από καμιά κουρτίνα για να παρακολουθήσω καμιά συνεύρεσή του με τη Βάσω, για να βεβαιωθώ πόσο σκύλα είναι στο κρεβάτι.
Τον ρώτησα, γιατί αγωνιά τόσο, τι τον έχει πιάσει και μου είπε πως αγωνιά, γιατί δεν ξέρει αν την καλύπτει, αν ανταποκρίνεται, επιτέλους, στις καύλες της.
«Στα λέω έτσι ωμά ­ μεγαλώσαμε κιόλας ­ πώς αλλιώς να στο πω; Δεν ξέρω πια αν της επαρκώ, αδελφέ, αν τη γεμίζω. Κατάλαβες τώρα τι μ' έχει πιάσει;».
Και για να το καταλάβω καλύτερα, μου είπε, πως αν η Βάσω ήταν πουτάνα, να ξέρω πως θα ήταν η ακριβότερη στον κόσμο και πως αν ξεχάσουμε πως είναι η γυναίκα του, κάθε κρεβάτι της θα έπιανε το εκατομμύριο και βάλε.
Του είπα πως δεν θέλω ν' ακούω κουταμάρες και πως ν' αφήσει τις μαλακίες, γιατί κι αυτός είναι μια χαρά άνθρωπος και αν θέλει να ξέρει «της πέφτεις και πολύς της Βάσως» και εν πάση περιπτώσει, αν ψάχνει για το εκατομμύριο, εγώ, και να 'θελα, δεν το 'χω να του το δώσω. Γέλασε με τ' αστείο, που βέβαια δεν ήταν καθόλου αστείο...
Και δεν είναι ότι δεν γουστάρω τη γυναίκα μου ή ότι εκείνη δεν γουστάρει τον άντρα της, πράγμα που θα τα διευκόλυνε όλα. Το αντίθετο.
Ο Σταυρόπουλος, όταν επιτέλους κατάφερα να τον κουβαλήσω στο σπίτι ­ «Έναν καφέ ρε, σε θέλω, επείγομαι». «Εντάξει, αλλά μόνο για έναν, γιατί πνίγομαι» ­ αντί να μου δώσει κάποιες ελπίδες ο μπάσταρδος ότι θα λήξει άδοξα και ήρεμα αυτό το μαρτύριο, αποδείχθηκε καταπέλτης και αμείλικτος.
Τον άκουγα ­ να μου λέει πως οσονούπω η τραγωδία ξεσπά και πως να μην ελπίζω σε παροδικές λύσεις ­ και τρελαινόμουν, τόσο μαύρα μού τα περιέγραψε.
«Αν είναι όπως μου τα λες, μην έχεις αυταπάτες. Είναι σαν να έχει συμβεί, δεν αποτρέπεται».
«Μη μου λες κουταμάρες. Εγώ με τη Βάσω; Ποτέ. Να κάνω τέτοιο πράγμα στον Μήτσο εγώ; Μην το συζητάς. Πρώτα πρώτα αυτή δεν έχει ιδέα, δεν ξέρει τίποτα, ούτε θα μπορούσε να πιστέψει ότι εγώ ­ τόσο φίλοι με τον Μήτσο ­ θα τολμούσα ποτέ να της ζητήσω μια σχέση, το κεφάλι της κόβει...».
Έλεγα, έλεγα, αλλά ο Σταυρόπουλος χαμογελούσε ειρωνικότατα και δεν πειθόταν με τίποτα.
«Οι ιδέες, φίλτατε Κωνσταντή, δεν είναι αέρας κοπανιστός. Τι τις πέρασες; Σου μπήκε η ιδέα; Τελείωσε, η διαδρομή άρχισε, είναι πια υπαρκτό γεγονός, ταξιδεύει, δεν είναι ούτε άοσμη ούτε αόρατη ούτε διακριτική. Περπατάει, φαίνεται, έχει σάρκα και οστά, μην είσαι μαλάκας, λοιπόν, έχει σχήμα η ιδέα, έχει παρουσία, πιάνει χώρο, εκτοπίζει τον αέρα, προκαλεί τα στοιχεία της φύσης, φέρνει βροχή, καταιγίδα, χαλάζι. Άσε λοιπόν τα σάπια, τελείωσε».
Του εξήγησα πως ήταν απλώς μια φευγαλέα στιγμή, πως δεν πρόκειται ούτε για έρωτα ούτε για τίποτα βαθύτερα αισθήματα. Μια φευγαλέα στιγμή ήταν. Μια αιφνίδια επιθυμία, μια φευγαλέα ματιά, μια μπλούζα που βγαίνει, ένα γυμνό στήθος, η ρώγα του, μια μισάνοιχτη πόρτα, ένας καθρέφτης στο φύλλο μιας μισάνοιχτης ντουλάπας, για δευτερόλεπτα, όταν την είδα, την ώρα που καθόμουν σε μια πολυθρόνα απέναντι στον καθρέφτη, καθώς την περιμέναμε ­ η Γιάννα και εγώ ­ ν' αλλάξει, να ντυθεί για να πάμε στο θέατρο. Απογευματινή θα πηγαίναμε. «Αυτό ήταν όλο, σ' ορκίζομαι, μια φευγαλέα ματιά. Μόνο». Ούτε μ' άκουγε.
«Ίσως, αν δεν ήταν ερεθισμένη η ρώγα της· αυτή άρχισε να δουλεύει μέσα μου. Η ερεθισμένη ρώγα της. Αυτή η γαμημένη εικόνα δεν μου φεύγει με τίποτα, με πεθαίνει. Και είναι αστείο, είναι γελοίο και να το σκέφτεται κανείς. Δεν είναι δυνατόν... Αλλά ναι, έχεις δίκιο. Σού μπήκε η ιδέα; Πάει, ταξιδεύει, φουντώνει, σε καίει, δεν αποβάλλεται, δεν καρατομείται. Εκεί να με βασανίζει, η πόρνη, να με συνεπαίρνει».
Του είπα πως δεν γράφω πια, πως δεν έχω κέφι για τίποτα, πως την ονειρεύομαι, πως τη φέρνω στη στάση που θέλω, τη στιγμή που θέλω, πως παραμονεύω πότε θα σκύψει, πότε θ' ανοίξει η φούστα της, πότε θα ξεπροβάλει η γάμπα της, πως όλα της με μαγεύουν, με φτιάχνουν, μ' ερεθίζουν.
Πάνω που τελείωνε ο Σταυρόπουλος και τον δεύτερο καφέ του, πάνω που σηκωνόταν πανικόβλητος να φύγει, γιατί άργησε ­ είχε όντως νυχτώσει για καλά ­ πάνω που μου έλεγε να εξαφανισθώ, αλλιώς, να ξέρω, πως όλα θα πάρουν τον δρόμο τους, γιατί τίποτα δεν μένει αμετακίνητο, γιατί τίποτα πια δεν θα είναι ίδιο όπως πρώτα στις σχέσεις μας και γιατί ­ αυτό να το χωνέψω καλά ­ τίποτα δεν μπορεί ν' αντισταθεί στις απαιτήσεις του σώματος, πάνω που μου έλεγε πως από μια άποψη είμαι και τυχερός και πως μακάρι να είχε γεννηθεί και σε εκείνον ένα τέτοιο πάθος, γιατί εκείνος δεν θα ήταν τόσο ηλίθιος να μην το ζήσει μέχρι κεραίας, πάνω που εκείνη τη στιγμή έμπαινε στο σπίτι και η γυναίκα μου, πάνω στην ώρα χτυπά και το τηλέφωνο.
Ήταν η Βάσω! Άλλη σατανική συγκυρία. Ούτε λίγο ούτε πολύ, μας είπε καθάρματα, γιατί της την κοπανίσαμε χθες και δεν πήγαμε, ενώ ξέραμε ότι έλειπε ο Μήτσος και απ' ό,τι φαίνεται πάμε να της την κοπανίσουμε και σήμερα κι ας είναι πανσέληνος, που σηκώνει ξενύχτι και λακριντί και όνειρο, αλλά δεν σφάξανε, δεν θα μας κάνει τη χάρη και για να μη μας κουράζει, θα έρθει εκείνη.
Ο Σταυρόπουλος, που περίμενε να τελειώσει το τηλεφώνημα ­ που σίγουρα είχε καταλάβει ποιος ήταν ­ χαμογελώντας πονηρά, μου πετά ένα ειρωνικότατο «Ο Θεός μαζί σου» και έφυγε.
Η γυναίκα μου επέμενε σώνει και καλά να της εξηγήσω τι εννοούσε ο Σταυρόπουλος με το ο Θεός μαζί σου, που μου είπε. «Ξέρω εγώ τι εννοούσε; Ρώτα τον. Τρέξε να τον προλάβεις και ρώτα τον».
Και βέβαια, κατέφθασε η Βάσω· και βέβαια η βραδιά ­ ευτυχώς ­ κύλησε ακίνδυνα και μελαγχολικά· και βέβαια η γυναίκα μου, για πρώτη φορά, μας είπε ότι κάτι κακό περιτριγυρίζει το σπίτι μας, ότι διαισθάνεται πως κάτι τρέχει και βέβαια της είπα πως λέει ανοησίες και πως την έχει επηρεάσει η ηλίθια φράση του Σταυρόπουλου, γιατί κατά τα άλλα δεν τρέχει τίποτα!
Έτσι κάπως ­ άκεφα και μελαγχολικά ­ κύλησαν οι ώρες, μέχρι που ξαφνικά σηκώνεται η Βάσω και μας λέει, πως εντάξει, κατάλαβε, ώρα να φεύγει, γιατί βλέπει πως μάλλον η παρουσία της θα φταίει που χάλασε η βραδιά μας.
«Τρελάθηκες;» της λέει η Γιάννα. «Εσύ φταις; Ο δικός μου, που δεν ξέρω τι διάβολο έχει, τι του είπε ο Σταυρόπουλος και βουβάθηκε». Η Βάσω, μου ζήτησε, αν θέλω, να την πετάξω με τ' αμάξι μέχρι το σπίτι της, γιατί ήρθε με ταξί και γιατί πού να τρέχει νυχτιάτικα να βρει πάλι ταξί και «άντε ξεκουνήσου τεμπέλαρε» και εγώ πέταξα στη γυναίκα μου ένα «δεν την πας εσύ, που είσαι και καλό κορίτσι;». «Όχι να την πας εσύ, που είσαι και κακό παιδί».
Και έτσι την πήγα. Σε όλη τη διαδρομή κοιτούσα μόνο μπροστά και σκεφτόμουν τι προφάσεις θα βρω, για να μην την ακολουθήσω μέχρι την πόρτα της πολυκατοικίας της, όπως συνήθως γινόταν ή τουλάχιστον να καταφέρω να μην ανέβω στον όροφο, όπως συνήθως γινόταν. «Πάση θυσία να το αποφύγω, να το αποφύγω...», έλεγα και ξανάλεγα μέσα μου.
Ήταν και που το σπίτι της ­ κάπου κοντά στο Φάληρο ­ βλέπει κατ' ευθείαν στη θάλασσα, ήταν και που, σε πανσέληνο, από το σπίτι της φαίνεται το φεγγάρι, ήταν και που πάντα, σε κάθε πανσέληνο, τα καλοκαίρια, ο κόσμος να χαλάσει, θα μας φώναζαν να απολαύσουμε το θέαμα από το μπαλκόνι τους, ήταν και που λέγονται τόσα για το τι μπορεί να συμβαίνει στην ψυχή μας μια νύχτα με πανσέληνο, ήταν και που απόψε, δεν ξέρω τι διάβολο άρωμα είχε βάλει επάνω της και μοσχομύριζε τόσο...
Της το είπα, δεν άντεξα, «τι διάβολο κολόνια έβαλες, ρε Βάσω;». «Δεν έχω βάλει καμιά κολόνια, η ιδέα σου είναι· έλα κοντά να με μυρίσεις». Και πήγα κοντά και τη μύρισα. Πράγματι, δεν είχε βάλει κολόνια. Και όμως μύριζε. Εξουθενωτικά, απελπισμένα.
«Τι κάθεσαι;». Δεν θα βγεις από το αμάξι; Δεν θα 'ρθεις επάνω; Τι άλλαξε; Θα μ' αφήσεις ν' ανέβω μόνη;».
Και βγήκα από το αμάξι και πήγα επάνω και δεν την άφησα μόνη.
Στο ασανσέρ αμίλητοι, στο πλατύσκαλο του τρίτου αμίλητοι και μέχρι να βγάλει το κλειδί, ν' ανοίξει την πόρτα, αμίλητοι.
Εκείνη να κοιτάζει συνέχεια εμένα και εγώ το δάπεδο. Και το άρωμά της ν' απλώνεται, να με διαπερνά. «Θα το βάλω στα πόδια, πρέπει να το βάλω στα πόδια, δεν γίνεται, δεν βγαίνει, δεν πάει άλλο, να φύγω κι ας πει ό,τι θέλει, δεν θα μπω μέσα· και να μου το προτείνει, δεν θα μπω, τέρμα, ας τελειώσει και η φιλία και το μεθύσι και το πάθος, δεν γίνεται, δεν πάει...».
Η πόρτα άνοιξε και μου κάνει τόπο να περάσω πρώτος ­ τετέλεσθαι είπα ­ και πέρασα πρώτος και η πόρτα έκλεισε πίσω μας και κείνη πέταξε την τσάντα και τα κλειδιά της στο πάτωμα· ούτε καν σε πολυθρόνα.
Γύρισα να τη δω. Από την μπαλκονόπορτα έμπαινε ήδη το φεγγάρι και την έλουζε ολόκληρη. Όλα έγιναν ασημένια· και τα μάτια της και το δέρμα της και το φόρεμα και ο χώρος. Όλα γέμισαν από φεγγάρι και ασήμι.
Προχώρησε και πήγε και άνοιξε η τζαμαρία της μπαλκονόπορτας. Έβλεπα τώρα την πλάτη της, καθώς οι ακτίνες του φεγγαριού τη διαπερνούσαν και τη γύμνωναν μπροστά μου. Γύρισε αργά προς το μέρος μου και με πλησίασε. Πρώτα με κοίταξε, επίμονα και βαθιά. Το βλέμμα της, δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, γινόταν όλο και πιο διαπεραστικό, σκληρό, αβυσσαλέο. Και ξαφνικά, μου δίνει ένα φοβερό σκαμπίλι.
«Κάθαρμα!», μου λέει. «Δεν θα με προδώσεις ποτέ, δεν θα το πεις σε κανέναν ποτέ, θα σε πνίξω».
Κάτι πήγα να πω... «Σκάσε. Δεν θα πεις λέξη· ούτε τώρα ούτε ποτέ. Ξέρω πότε άρχισε το κακό. Ξέρω καλά. Ξέρω τη στιγμή, το δευτερόλεπτο. Είδα τη ματιά σου, τότε στον καθρέφτη...
Μια φορά μόνο και ποτέ πια. Να το θυμάσαι, ποτέ πια. Δεν σ' αγαπώ, δεν είμαι ερωτευμένη, δεν θ' αγαπήσω άλλον από τον Μήτσο. Αυτό να το θυμάσαι. Σκάσε. Τα κατάλαβα όλα. Έναν μήνα τώρα βλέπω το μαρτύριό σου, αλλά εσύ, ηλίθιε, δεν βλέπεις το δικό μου».
Εν τω μεταξύ, όπως ήταν αγριεμένη, απελπισμένη, σχεδόν με βάρβαρες κινήσεις και ενώ μιλούσε, μου είχε ήδη βγάλει το παντελόνι και το σλιπ και το πουκάμισο ­ σκίστηκε σχεδόν ­ ακόμα και τα παπούτσια μου. Δεν με άφησε να τα βγάλω εγώ, ήθελε μόνη της, εκείνη, με δικές τις κινήσεις, με δικές της πρωτοβουλίες.
Ήθελε μάλλον να έχει την πλήρη ευθύνη αυτή.
Και μιλούσε συνέχεια, μιλούσε και όλο επαναλάμβανε, να το θυμάμαι, μια φορά μόνο και ποτέ πια, ποτέ πια...
Εγώ, κάποια στιγμή μόνο, πρόσθεσα «ας το ελπίσουμε πως μια φορά μόνο και ποτέ πια».
Και όλα συνέβησαν εκεί, πίσω από την κλειστή πόρτα, πάνω στο γυμνό πάτωμα και όλα άρχισαν με ένα απελπισμένο, σπαρακτικό αγκάλιασμα, τρομακτικό, θανατηφόρο!
Δεν έβγαιναν πια λέξεις. Μουγκρητά, ανάσες, σάλια, ιδρώτας. Είχε σηκωθεί και ψηλότερα το φεγγάρι, είχε αρχίσει να φυσά κι ένα δροσερό αεράκι, μάλλον από κάποιο μακρινό μελτέμι που έφτανε ώς εδώ.
Από μακριά ακουγόταν μια σειρήνα ασθενοφόρου και κάποια στιγμή από το βάθος του σπιτιού άρχισε να χτυπά το τηλέφωνο. Κανείς μας δεν σηκώθηκε να το πιάσει. Μάλλον θα ήταν η γυναίκα μου που ανησυχούσε και φοβόταν πως απόψε κάτι κακό θα συνέβαινε στο σπίτι.

Προς κατάρρευση η Ιρλανδία.

Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ.

Καταπέλτης ο τίτλος στην πρώτη σελίδα της χθεσινής έκδοσης της αμερικανικής εφημερίδας "Χέραλντ Τρίμπιουν" - δηλαδή της παγκόσμιας έκδοσης των "Τάιμς της Νέας Υόρκης": "Η Αγγλο-ιρλανδική Τράπεζα φέρνει την Ιρλανδία στο χείλος της κατάρρευσης - Οι αξιωματούχοι αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν το πλήγμα υπερβολικών διαστάσεων του δανειακού ξεφαντώματος της τράπεζας!". Από την αρχή της ανάλυσής του ο αρθρογράφος θέτει το ερώτημα χωρίς περιστροφές: "Μπορεί μια τράπεζα να οδηγήσει σε κατάρρευση μια χώρα; Η Αγγλο-ιρλανδική, η μεσαίου μεγέθους τράπεζα που η ασωτία της την κατέστησε σύμβολο των υπερβολών της φούσκας των ακινήτων στην Ιρλανδία, κάνει ό,τι μπορεί περισσότερο για να βρει την απάντηση", γράφει.
Η ερώτηση είναι ρητορική. Από την περίπτωση της Ισλανδίας γνωρίζουμε ήδη ότι τρεις τράπεζες, με βαρύνοντα τον ρόλο μίας εξ αυτών, είναι υπεραρκετές για να χρεοκοπήσουν μια χώρα τόσο μικρή όσο η Ισλανδία, με μόνο 320.000 κατοίκους και ΑΕΠ μόλις 14 δισεκατομμύρια ευρώ. Η Ιρλανδία, που εμφάνιζε ΑΕΠ και πληθυσμό κάπου 13-14 φορές μεγαλύτερο, σίγουρα δεν είναι το ίδιο. Θα αντέξει όμως;
Καθόλου σίγουρο δεν είναι αυτό. Σηκώνονται όρθιες οι τρίχες του κεφαλιού όποιου διαβάσει τα νούμερα: πάνω από 8,2 δισεκατομμύρια ευρώ ζημιές εμφάνισε η Αγγλο-ιρλανδική Τράπεζα στο πρώτο εξάμηνο του 2010, με αποτέλεσμα η ιρλανδική κυβέρνηση να σπεύσει να της χορηγήσει 8 δισεκατομμύρια ευρώ, ανεβάζοντας έτσι στα 22 δισεκατομμύρια ευρώ το συνολικό ποσό που έχει πάρει από το κράτος αυτή η τράπεζα από πέρυσι!
Οι αναλυτές υπολογίζουν ότι μόνο αυτή η τράπεζα θα πάρει συνολικά από την ιρλανδική κυβέρνηση γύρω στα 35 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο... 22% του ΑΕΠ της Ιρλανδίας! Μία τράπεζα θα φάει το 22% του ΑΕΠ μιας χώρας! Ασύλληπτο. Συνολικά η διάσωση των ιρλανδικών τραπεζών θα κοστίσει στην κυβέρνηση της Ιρλανδίας γύρω στα 80 με 90 εκατομμύρια ευρώ - δηλαδή περίπου το 50% του ΑΕΠ της χώρας.
Το οικονομικό έγκλημα που έχει διαπράξει με απίστευτο θράσος η δεξιά κυβέρνηση της Ιρλανδίας είναι ότι φόρτωσε απευθείας στις πλάτες των πολιτών τα χρέη των τραπεζιτών. Εχει συστήσει από τις αρχές του χρόνου το Εθνικό Γραφείο Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων (ΝΑΜΑ στα Αγγλικά), αποστολή του οποίου είναι να αγοράσει σε χαμηλότερη τιμή όσα δάνεια έχουν χορηγήσει οι τράπεζες σε... χρεοκοπημένες εταιρείες! Δάνεια δηλαδή που δεν πρόκειται να εισπραχθούν ποτέ και τα οποία θα πληρωθούν με τα λεφτά των φορολογούμενων πολιτών, των οποίων η κυβέρνηση έχει ήδη λεηλατήσει και περικόψει τους μισθούς και τις συντάξεις!
Το τι πλιάτσικο γίνεται αυτήν τη στιγμή στην Ιρλανδία δεν περιγράφεται. Από τη στιγμή που βρήκαν ηλίθιους για να τους φορτώσουν τα χρέη τους, οι Ιρλανδοί τραπεζίτες οργιάζουν. Εχουν κάθε συμφέρον να μεταφέρουν στο κράτος όσο το δυνατόν περισσότερα δάνεια και να παίρνουν πραγματικά λεφτά από την κυβέρνηση!
Η Αγγλο-ιρλανδική Τράπεζα μόλις πέρυσι, όταν την ανέλαβε η κυβέρνηση, εμφάνιζε στα βιβλία της ότι έχει χορηγήσει δάνεια ύψους 75 δισεκατομμυρίων ευρώ. Φέτος κατατάσσει τα δάνεια που μπορούν να εισπραχθούν στο ύψος μόνο των... 12 δισ. ευρώ! Εχει ήδη πασάρει στο κράτος δάνεια άνω των 30 δισ. ευρώ, τα οποία είναι αδύνατον να εισπραχθούν και έχει ήδη πάρει από την κυβέρνηση 22 δισ., όπως προαναφέραμε!
Μιλάμε για οικονομικά σκάνδαλα απίστευτων διαστάσεων, μπροστά στα οποία ωχριούν τα ελληνικά. Το 2006 π.χ. κατασκευαστική εταιρεία εμφανίζει κόστος αγοράς μιας διάσπαρτης με χαλίκια περιοχής 100 στρεμμάτων το απίθανο ποσό των 412 εκατομμυρίων ευρώ.
Η Αγγλο-ιρλανδική Τράπεζα της χορηγεί δάνειο 300 εκατομμυρίων και σήμερα η έκταση αυτή, αν υπήρχε αγοραστής, θα έπιανε το πολύ... 20 εκατομμύρια ευρώ! Φανταστείτε τα εκατοντάδες εκατομμύρια που τσέπωσαν οι εργολάβοι και οι τραπεζίτες που τους χορήγησαν το δάνειο, το οποίο σήμερα πληρώνουν οι Ιρλανδοί εργαζόμενοι και συνταξιούχοι! Απερίγραπτο αίσχος...
Διπρόσωποι:
Αισχρή στάση των Ευρωπαίων.
Εξοργιστική είναι η διαφορά χειρισμού εκ μέρους των μεγάλων ευρωπαϊκών εφημερίδων των περιπτώσεων της Ελλάδας και της Ιρλανδίας. Επί μήνες λοιδορούσαν και κατεξευτέλιζαν τη χώρα μας με πρωτοσέλιδα δημοσιεύματα, εμάς που δεν είχαμε φανεί πουθενά ασυνεπείς στις υποχρεώσεις μας ως κράτος, μέχρι να υποχρεώσουν τον ούτως ή άλλως πρόθυμο Γ. Παπανδρέου να υπαγάγει την Ελλάδα στο ταπεινωτικό καθεστώς ξένης οικονομικής επικυριαρχίας. Για την Ιρλανδία, όμως, με όλα αυτά τα αίσχη που περιγράφουμε, δεν υπάρχει ούτε ένα επικριτικό ευρωπαϊκό δημοσίευμα. Μόνο ασήμαντα "αντικειμενικοφανή" ρεπορτάζ, θαμμένα στις οικονομικές σελίδες, χωρίς καμία πολιτική προέκταση.

*********************
Αναδημοσίευση από εδώ : Προς κατάρρευση η Ιρλανδία.

Πρωινό Τσιγάρο.



Στίχοι: Αλκαίος Άλκης
Μουσική: Μαυρουδής Νότης

Χαράζει η μέρα και η πόλη έχει ρεπό
στη γειτονιά μας καπνίζει ένα φουγάρο
κι εγώ σε ζητάω σαν πρωινό τσιγάρο
και σαν καφέ πικρό και σαν καφέ πικρό

Άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή
και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη Δύση
και γω σε γυρεύω σαν μοιραία λύση
και σαν Ανατολή και σαν Ανατολή

Βγήκε ο ήλιος το ράδιο διαπασών
μ' ένα χασάπικο που κλαίει για κάποιον Τάσο
κι εγώ σε ποντάρω κι ύστερα πάω πάσο
σ' ένα καρέ τυφλών σ' ένα καρέ τυφλών

Περί τσιγάρου...