25/3/10

Να σώσουμε τα Παρθένα μας Βουνά!


Μηλιά Ευρυτανίας.


Ελβετία-Val Verzasca.


Ποιος είπε ότι δεν υπάρχει Παράδεισος;


Μαυροτσικλιτάρα.


ΠΑΝΤΑ ΨΗΛΑ!


24/3/10

Το φαράγγι της Κλεισούρας και τα όρνια.

Του Γιάννη Ρουσόπουλου

Το φαράγγι της Κλεισούρας αποτελεί για την Αιτωλοακαρνανία μνημείο ανεκτίμητης φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς. Τόπος της ομηρικής Πυλήνης – όπως πιθανολογείται – και ιστορικό πέρασμα με ενετικό μικρό οχυρό και βάσεις πετρογέφυρου στο ρέμα προς τα Φραγγουλαίικα. Εδώ συναντούμε και το σπηλαιομονάστηρο της Αγίας Ελεούσας. Πρόκειται για σκήτη σε σπήλαιο που μόνασε ο Γιάννης Γούναρης, ο άνθρωπος που έσωσε το Μεσολόγγι από την πρώτη οθωμανική πολιορκία. Το βατό ως σήμερα μονοπάτι μέσα στο φαράγγι, διασχίζει τα γκρεμνά ανηφορικά από απότομο βραχώδες πέρασμα και μας οδηγεί στον οικισμό Κάτω Αμπέλια.
Το τοπίο είναι έντονο, με μεγάλο γεωλογικό, ορνιθολογικό και βοτανικό ενδιαφέρον. Το βραχόφυτο Centaurea niederi ανθίζει κάθε άνοιξη κρεμασμένο στα γκρεμνά. Πρόκειται για σπάνιο φυτό με τοπικό ενδημισμό. Το συναντούμε αποκλειστικά και μόνο στα τέσσερα φαράγγια του Αράκυνθου που αναπτύσσονται μεταξύ της Κλεισούρας και του χωριού Ρέτσινα Μεσολογγίου, καθώς και σε μικρά γκρεμνά στους λόφους στη χερσόνησο του Αράξου. Σε συγκεκριμένες θέσεις του φαραγγιού ανθίζει κάθε Μάη ο λευκός κρίνος (Lilium albanicum) ή κρίνο της Παναγίας όπως είναι γνωστό. Στο φαράγγι φωλιάζουν όρνια, βραχοκιρκίνεζα, βουνοσταχτάρες, βραχοχελίδονα, κάργιες, κόρακες, γαλαζοκότσυφες, βραχοτσοπανάκοι, ενώ στην έκταση πλησίον του φαραγγιού φωλιάζουν ακόμα είδη όπως ο δενδρογέρακας, η γερακίνα, το ξεφτέρι, ο φιδαετός, ο πετρίτης κα. Οι λύκοι αποίκησαν την περιοχή πάλι τα τελευταία έτη, μετά από τρεις δεκαετίες απουσίας. Στα αναπτυγμένα και εκτεταμένα δάση με μεσογειακή πυκνή βλάστηση και φυλλοβόλες βελανιδιές που άπτονται του φαραγγιού ζουν θηλαστικά όπως ο αγριόχοιρος, το ζαρκάδι, η αγριόγατα κ ά.
Όλα αυτά συνθέτουν μια μοναδικότητα και απαντώνται πολύ κοντά στο μεγάλο υγροτοπικό σύμπλεγμα Μεσολογγίου – Δέλτα Αχελώου. Συλλειτουργούν ως ορεινό οικοσύστημα με αυτό των υγροτόπων, αποτελώντας παράλληλα γεωγραφική του συνέχεια. Γι’ αυτό η περιοχή έχει ενταχθεί υπό την αρμοδιότητα του Φορέα Διαχείρισης του Εθνικού Πάρκου Υγροτόπων Μεσολογγίου. Το 1970 περίπου, με την κατασκευή του δρόμου εντός του φαραγγιού, χάθηκε ο χρυσαετός που φώλιαζε. Κάπου στη δεκαετία του ’80 εξαφανιστήκαν από την ευρύτερη περιοχή του Αράκυνθου – Τριχωνίδας – Λυσιμαχείας αρπακτικά όπως ο σπιζαετός, ο κραυγαετός, και το χρυσογέρακο. Ακόμα παλαιότερα, αλλά άγνωστο πότε, χάθηκαν απειλούμενα είδη όπως ο γυπαετός, ο μαυρόγυπας, ο ασπροπάρης, ο βασιλαετός και ο σταυραετός.
Προ ολίγων ετών (το 2004 αν θυμάμαι) εκπονήθηκε από τη Ν. Αυτ/ση Αιτωλ/ας η «Μελέτη ανάδειξης φαραγγιού Κλεισούρας», η οποία κόστισε 200.000 ευρώ! Αντίστοιχες μελέτες κοστίζουν συνήθως ως 50.000 ευρώ. Βάσει του σκεπτικού της, ο χώρος αντιμετωπιζόταν όπως ένα αστικό ή περιαστικό άλσος κι όχι ως άγριο φυσικό οικοσύστημα, το οποίο αυθύπαρκτο αποτελεί οικότοπο προτεραιότητας και επίσης αποτελεί ενδιαίτημα απειλούμενων και ενδημικών ειδών των οδηγιών 92/43 και 79/409. Πρότεινε αρκετές κατασκευαστικές παρεμβάσεις, όπως κιόσκια, παγκάκια, πλακοστρώσεις κ.λπ. οικοδομικά.
Επίσης, πρότεινε την φωταγώγηση των γκρεμνών με προβολείς σε όλο το μήκος τους, χάριν εντυπωσιασμού των διερχομένων. Οι ανάδοχοι αλλά και αυτοί που παρήγγειλαν τη μελέτη ίσως δεν αντελήφθησαν την ανεπάρκεια που προκύπτει από προτάσεις όπως αυτή της φωταγώγησης. Πράγμα παντελώς ασύμβατο με την προστασία και ανάδειξη του εν λόγω χώρου. Απεναντίας, η ενέργεια αυτή θα επέφερε σοβαρή υποβάθμιση στους πληθυσμούς συνολικά των πουλιών του φαραγγιού, ενώ θα αποτελούσε αιτία αφανισμού για όλα τα είδη αρπακτικών και ιδιαίτερα για τα όρνια.
Προ διετίας περίπου, η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας χρηματοδότησε την φωταγώγηση του φαραγγιού όπως πρότεινε η μελέτη. Ξεκίνησε η τοποθέτηση συστήματος μεγάλων προβολέων στραμένων ψηλά προς τα κάθετα βράχια, όπως εφαρμόζεται αντίστοιχα σε κτίρια ή κάστρα. Αντιμετώπισε όμως αντίδραση από περιβαλλοντική οργάνωση και ενημερώθηκε (!!!) για το παράνομο της πράξης αυτής. Δηλαδή, η κοινωνία των πολιτών (έστω αυτών των λίγων), ενημέρωσε την Πολιτεία και τους μηχανισμούς της ότι αυτή η πράξη είναι ασύμβατη με την προστασία, είναι παράνομη και μας εκθέτει διεθνώς. Η Πολιτεία ως τότε δεν τα γνώριζε αυτά! Αντέδρασε επίσης αποτρεπτικά και η Ν. Αυτ/ση Αιτωλ/ας όταν ενημερώθηκε. Παρόλα αυτά, η εκκλησία προέβη πρόσφατα στην ενέργεια να τοποθετήσει προβολείς στην Αγία Ελεούσα, που φωτίζουν σήμερα τα βράχια πάνω από το μοναστήρι.

Το 1985 υπήρχε στο φαράγγι υγιής πληθυσμός από 30 τουλάχιστον όρνια (προσωπικές παρατηρήσεις). Το 2003 το είδος μελετήθηκε σχολαστικά, στα πλαίσια ενός μικρού προγράμματος (προστασία περιβάλλοντος και βιώσιμη ανάπτυξη) που χρηματοδότησε τότε το ΥΠΕΧΩΔΕ και που δεν αποπληρώθηκε ποτέ, όταν το 2004 άλλαξε η διοίκηση του υπουργείου, παρά το ότι είχε αισίως ολοκληρωθεί. Τότε φώλιασαν τέσσερα ζεύγη από ένα πληθυσμό 12 ντόπιων πουλιών, ο οποίος το χειμώνα γινόταν μεγαλύτερος (ως 28 άτομα), με την προσθήκη διαχειμαζόντων ατόμων από βορειότερες βαλκανικές χώρες. Φέτος (2010) φωλιάζουν μόλις δύο ζευγάρια. Κάνω τακτικά στάσεις εκεί διερχόμενος, συλλέγοντας πληροφορίες για την άγρια ζωή. Τα όρνια αρχίζουν το φώλιασμά τους τον Γενάρη και το ολοκληρώνουν τον Ιούλη.
Έχω φέτος εντοπίσει τις θέσεις των δύο φωλιών. Τις ημέρες αυτές κλωσούν το μοναδικό αβγό τους. Το Σάββατο όμως στις 13 Μαρτίου τα πουλιά ήταν απόντα από τις φωλιές και συνολικά από το φαράγγι. Άκουσα ψηλά στα γκρεμνά δυνατό ήχο τρυπανιού που δημιουργούσε έντονο αντίλαλο. Εντόπισα ομάδα αναρριχητών που διάνοιγε νέες αναρριχητικές διαδρομές, έτσι, αυθαίρετα. Τοποθετούσαν τις ατσάλινες ασφάλειες που θα μείνουν μόνιμα στο βράχο και θα εξυπηρετούν οποιονδήποτε πλέον θέλει να αναρριχηθεί εκεί. Όπως πρακτικά συμβαίνει, οι επόμενοι αναρριχητές που θα έλθουν, θα διανοίξουν κι αυτοί τις δικές τους διαδρομές. Σταδιακά δημιουργείται ένα πλέγμα διαδρομών, βαθμολογημένων ως προς τον βαθμό δυσκολίας και το χρόνο και το αναρριχητικό πεδίο καθιερώνεται και δέχεται πυκνές επισκέψεις. Τα νέα αυτά δεδομένα διαχέονται μέσω ορειβατικών εντύπων κ.λπ. στον κόσμο που ασκεί αυτή τη δραστηριότητα.
Όμως, για τη συγκεκριμένη θέση, αυτό σημαίνει την απαρχή ενός μόνιμου παράγοντα όχλησης. Η απρόσμενη ενόχληση που παρατήρησα εκδίωξε το όρνια από τις φωλιές τους και πιθανά να αποτέλεσε και αιτία καταστροφής των νεοσσών μέσα στα απροστάτευτα από το κρύο αβγά. Την Τρίτη 16 Μαρτίου επισκέφθηκα πάλι το φαράγγι. Τα δύο πουλιά ήταν στις φωλιές και συνέχιζαν το κλώσσημα των αυγών τους. Ενημερώνω ότι το όρνιο είναι πλέον από τα πιο σπάνια και απειλούμενα είδη της ελληνικής ορνιθοπανίδας και αποτελεί είδος – κριτήριο του δικτύου Natura. Το ερώτημα είναι πότε θα ξεπεράσουμε το στάδιο της αδιαφορίας και της ανεπάρκειας, ώστε να καταφέρουμε κάποτε να διαφυλάξουμε επί της ουσίας το πολυτιμότερο που έχουμε ως έθνος και χώρα. Τη φυσική μας κληρονομιά.

Επιδημία στα Κράβαρα.


ΣΚΡΙΠ: 3/9/1909

25 ΜΑΡΤΙΟΥ 1945.




Η ΕΕ αποφάσισε: μας πετάει στο ΔΝΤ!

Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ.



Δραματικές για τον ελληνικό λαό είναι οι εξελίξεις εν όψει της κρισιμότατης για τη χώρα μας αυριανής συνόδου κορυφής της ΕΕ. Η λυσσαλέα ανθελληνική στάση της Γερμανίδας καγκελαρίου Ανγκελα Μέρκελ κυριάρχησε εκβιαστικά καθώς απείλησε ευθέως τον Γάλλο πρόεδρο Νικολά Σαρκοζί ότι θα προκαλέσει ρήξη στις γαλλογερμανικές σχέσεις, αν συνεχίσει να υποστηρίζει την παροχή βοήθειας από την ΕΕ προς την Ελλάδα! Το Παρίσι υποχώρησε φυσικά υπό το βάρος αυτού του εκβιασμού και ήδη επεξεργάζεται από κοινού με το Βερολίνο σχέδιο παραπομπής της Ελλάδας στο... ΔΝΤ!
«Η Μέρκελ και ο Σαρκοζί έχουν ήδη προφανώς συμφωνήσει επί της αρχής να παραπέμψουν κατ’ αρχάς την Ελλάδα στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» έγραψε στην ηλεκτρονική έκδοσή της χθες η γερμανική οικονομική εφημερίδα «Χάντελσμπλατ» και αφού υπογράμμιζε ότι «η Μέρκελ παραμένει σταθερή στο «όχι» της σε ένα σύστημα διμερών δανείων της ευρωζώνης για την Ελλάδα», συνέχιζε αναλύοντας τους άξονες του γαλλογερμανικού σχεδίου:
«Σε περίπτωση ανάγκης μπορεί το ΔΝΤ να κάνει μια δανειακή ένεση στους Ελληνες, είπε η Μέρκελ ενώπιον της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματός της (CDU - CSU) σύμφωνα με πληροφορίες συμμετασχόντων στη συνεδρίαση. Αυτή η δανειακή ένεση θα μπορεί να συμπληρωθεί από εθελοντικά διμερή δάνεια μερικών κρατών της ΕΕ», τόνιζε η γερμανική εφημερίδα. Η σημαντικότατη αυτή πληροφορία επιβεβαιωνόταν πλήρως και από αξιόπιστες γαλλικές πηγές του προεδρικού περιβάλλοντος. Παρίσι και Βερολίνο επιθυμούν να έχουν έτοιμη την πρότασή τους πριν από την αυριανή έναρξη της συνόδου κορυφής της ΕΕ, έχοντας φυσικά εξασφαλίσει και τη συμφωνία του ΔΝΤ.
Για να την εγκρίνουν πριν από τη σύνοδο κορυφής των «27», ο Γάλλος πρόεδρος και ο Ισπανός πρωθυπουργός Χοσέ Λουίς Ροντρίγκεθ Θαπατέρο επιδιώκουν να συγκληθεί εκτάκτως αύριο το πρωί ειδική σύνοδος των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων των χωρών της ευρωζώνης.
Πρόκειται για καταστροφική για την Ελλάδα εξέλιξη, αν όντως το σχέδιο αυτό καταστεί απόφαση της ΕΕ αύριο ή μεθαύριο, πράγμα που βεβαίως προϋποθέτει τη συναίνεση σε αυτό και της κυβέρνησης Παπανδρέου. Αν η Μέρκελ κατορθώσει τελικά να πετάξει την Ελλάδα στα νύχια του ΔΝΤ, αυτό θα συνιστά τραγική αποτυχία της ελληνικής κυβέρνησης - κορυφαίο γεγονός που θα σφραγίσει οριστικά και αμετάκλητα την πρωθυπουργία και τη διακυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου και του ΠΑΣΟΚ.
Η προσπάθεια συγκάλυψης της παραπομπής της Ελλάδας στο ΔΝΤ με το «φύλλο συκής» της αιγίδας της ΕΕ δεν σώζει τίποτα, ούτε καθιστά πιο αποδεκτά τα μέτρα κοινωνικής αγριότητας και βαρβαρότητας εναντίον των εργαζομένων Ελλήνων που σηματοδοτεί η εξευτελιστική υποταγή μιας χώρας στο ΔΝΤ.
Ανάλογα με τις αντιστάσεις του ελληνικού λαού, θα μεθοδευτεί και η σταδιακή εφαρμογή των εξοντωτικών μέτρων. Αν οι Ελληνες εργαζόμενοι δείξουν τάσεις πλήρους κοινωνικού εξανδραποδισμού και δουλοφροσύνης όπως οι Ιρλανδοί, τότε θα προσλάβουν καταιγιστικό ρυθμό οι απολύσεις κατά δεκάδες χιλιάδες των εργαζομένων στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και η κατάλυση όλων των εργασιακών δικαιωμάτων στον ιδιωτικό - απελευθέρωση απολύσεων, κατάργηση συλλογικών συμβάσεων, δουλειά μόνο ορισμένες μέρες της εβδομάδας ή ώρες της ημέρας.
Αν οι Ελληνες αντισταθούν στο σχέδιο εξαθλίωσής τους που καταρτίζει η ΕΕ, τότε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ θα υποχρεωθεί να «ετεροχρονίσει», όπως έλεγε παλιότερα, ορισμένα μέτρα όπως π.χ. τη δραστική μείωση του ύψους των συντάξεων και την ολοκληρωτική κατεδάφιση της δημόσιας υγείας και παιδείας λόγω του οικονομικού στραγγαλισμού τους μέσω της δραστικής περικοπής των κρατικών κονδυλίων που θα διοχετεύονται στα εκπαιδευτικά ιδρύματα και στα νοσοκομεία.
Οι συμφορές που έφερε η υποταγή στο ΔΝΤ ευρωπαϊκών χωρών όπως η Λετονία, η Ουγγαρία και η Ρουμανία δεν αφήνουν περιθώρια αυταπατών ως προς το τι δυστυχία επιφυλάσσουν για την πατρίδα μας οι υποτιθέμενοι «εταίροι» της ΕΕ.
ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ:
Να πει το «όχι» ο Γ. Παπανδρέου!
Στη μιζέρια αποφάσισαν να ρίξουν την Ελλάδα οι ηγεμονικές δυνάμεις της ΕΕ. Απεργάζονται την εξαθλίωση του λαού μας. Πέρα από τον ίδιο τον ελληνικό λαό που πρέπει με την αντίστασή του να δείξει αν αξίζει να ζει ελεύθερος ή αν θα αποδεχθεί αυτή την Οικονομική Κατοχή της πατρίδας μας, ενώπιον ιστορικών ευθυνών βρίσκεται και η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.
Ηρθε η ώρα για τον πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου να πει το μεγάλο «όχι» σε αυτό το σχέδιο της Γερμανίας για υποταγή της χώρας μας στο ΔΝΤ. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ταυτίστηκε με την Ελλάδα της σχετικής ευημερίας των λαϊκών στρωμάτων. Δεν είναι επιτρεπτό ο γιος του να ταυτιστεί με την Ελλάδα της μιζέριας και της εξαθλίωσης, της φτώχειας και του διεθνούς διασυρμού.

Ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος στην δενδροφύτευση στον Υμηττό.

Καλές είναι οι δεντροφυτεύσεις κ.Υπουργέ και ειδικά όταν είναι μπροστά οι τηλεοπτικές κάμερες, τι γίνεται όμως με τα υπάρχοντα δάση που έχετε αφήσει εντελώς απροστάτευτα;


ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΡΘΕΝΑ ΔΑΣΗ ΤΗΣ ΝΑΥΠΑΚΤΙΑΣ!

Ο μπακαλιάρος του Ευαγγελισμού!

Οι Πορτογάλοι που τον μαγειρεύουν με χίλιους τρόπους τον αποκαλούν «πιστό» φίλο, οι Βάσκοι τον λένε «ψάρι του βουνού». Ο «φτωχογιάννης» κατά τους Ελληνες, από τον 15ο αιώνα που ήρθε στη χώρα μας, έθρεψε γενιές και γενιές, κέρδισε ακόμη και τους νησιώτες και κατάφερε να διεκδικήσει τη δική του ημέρα στο εθνικό μας εδεσματολόγιο. Η κατανάλωσή του επετράπη από την Εκκλησία δύο φορές μέσα στη Νηστεία της Σαρακοστής, την 25η Μαρτίου και την Κυριακή των Βαΐων. Πρώτοι τον πάστωσαν οι Βάσκοι, όταν ανακάλυψαν τους πλούσιους ψαρότοπους δίπλα στις ακτές της Νέας Γης, στις αρχές του 16ου αιώνα. Αργότερα οι Αγγλοι απέκτησαν τον έλεγχο του εμπορίου και πάστωναν τη δική τους πραμάτεια. Η εισαγωγή του μπακαλιάρου στη χώρα μας πιθανότατα οφείλεται σε εκείνους, αφού η ιστορία του εμπορίου μάς λέει ότι οι Αγγλοι τον αντάλλασσαν με σταφίδες στα λιμάνια της Πελοποννήσου.

Η ιστορία και μόνο του ψαρέματος του μπακαλιάρου είναι πηγή θρύλων, που ξεκίνησαν από τότε που οι Βίκινγκς κυνήγησαν τους μπακαλιάρους φθάνοντας στην άλλη άκρη της θάλασσας, που είχε ως αποτέλεσμα να ανακαλύψουν κατά λάθος τον Νέο Κόσμο.
Μετά ήρθαν οι αινιγματικοί Βάσκοι ψαράδες, οι οποίοι εμπορευματοποίησαν τον μπακαλιάρο από τον Μεσαίωνα. Οι Βάσκοι είχαν ανακαλύψει, άγνωστο πώς, τον μεγαλύτερο ψαρότοπο του κόσμου για μπακαλιάρο, δίπλα στις ακτές της Νέας Γης, και κράτησαν το μυστικό τους για 500 περίπου χρόνια, μέχρι που ο Κολόμβος έσπασε την πιάτσα. Για τους Βάσκους ο μπακαλιάρος ήταν και ο σκοπός αλλά και το μέσον για να τον πετύχουν. Το πάστωμα των ψαριών ήταν μια γνωστή τεχνική που εφαρμοζόταν στη Νότια Ευρώπη από αρχαιοτάτων χρόνων.
Όταν οι Βάσκοι πάστωσαν τον μπακαλιάρο, πέτυχαν δύο σημαντικότατα πράγματα. Κατ' αρχάς, το παστό ψάρι τους έτρεφε στα μακρινά και δύσκολα ταξίδια τους στον άγριο Βόρειο Ατλαντικό και, δεύτερον, είχαν στα χέρια τους ένα προϊόν το οποίο είχε μεγάλη διάρκεια ζωής και ήταν φθηνό, με αποτέλεσμα να γίνει το φαγητό για τις μάζες. Οι μάζες, επίσης, έπρεπε να νηστεύουν κατά την καθολική πίστη, o μπακαλιάρος ήταν νηστίσιμος και τα φρέσκα ψάρια, εκτός του ότι ήταν πανάκριβα, ήταν αδύνατον να τα βρεις στην ενδοχώρα.
Έτσι, λοιπόν, μέχρι να φτάσουν οι "επίσημοι" εξερευνητές στον Νέο Κόσμο, οι Βάσκοι είχαν το απόλυτο μονοπώλιο. Γύρω στο 1530 ο Ιταλός τυχοδιώχτης εξερευνητής Τζιοβάνι ντα Βεραζάνο, ο οποίος αφού πέρασε από τα στενά που αργότερα ονομάστηκαν προς τιμήν του και που σήμερα είναι είσοδος του λιμανιού της Νέας Υόρκης, έπλευσε βόρεια, όπου ανάμεσα στα καινούργια μέρη που ανακάλυψε στις ακτές τον Νέου Κόσμου, ανακάλυψε και καμιά πεντακοσαριά βασκικά ψαράδικα, τα οποία γνώριζαν το μέρος προ αιώνων.
Αργότερα, το ακρωτήριο στη συγκεκριμένη περιοχή που αρχικά ονομάστηκε Παλασβισίνο ντι Τζιοβάνι ντα Βεραζάνο μετονομάστηκε από κάποιον Άγγλο ονόματι Βαρθολομαίο Γκόσνολντ σε Cape Cod, δηλαδή Ακρωτήριο Μπακαλιάρος.
Στους αιώνες των εξερευνήσεων (16ος και 17ος), οι Ευρωπαίοι με επιμονή απέπλεαν προς δυσμάς, προκειμένου να φτάσουν εξ ανατολών στην Ασία και συνεχώς προσέκρουαν σ' αυτήν την τεράστια μάζα γης, που ακόμα τότε δεν είχαν καταλάβει πόσο τεράστια ήταν. Ο Β. Γκόσνολντ, λοιπόν, είχε πάει για να βρει μια συγκεκριμένη ρίζα, το sasafrass, το οποίο λανθασμένα νόμιζε ότι θεράπευε τη σύφιλη. Όταν "χτύπησε" κι αυτός στον Νέο Κόσμο, ναι μεν βρήκε αυτό που ήθελε, αλλά όταν γύρισε πίσω, είπε στους φίλους του ότι το καράβι του ήταν συνεχώς περιτριγυρισμένο από μπακαλιάρους.
Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου για τους Άγγλους, να βρουν ξανά το μέρος και να αρχίσουν και αυτοί το εμπόριο. Ψάρευαν, λοιπόν, ξέραιναν και πάστωναν το ψάρι στις ακτές όπου σήμερα βρίσκεται η πολιτεία Maine. Ο μπακαλιάρος έγινε αιτία πολέμων για τον έλεγχο των ψαρότοπων και της αγοράς. Κάποτε, οι ωκεανοί ήταν γεμάτοι από μπακαλιάρο, αλλά τώρα έχει μειωθεί τρομακτικά, γιατί συνεχίζει να ψαρεύεται και από περισσότερους, αλλά και από τεχνικά αρτιότερους ψαράδες.
Το πιο παράξενο, όμως, στην υπόθεση του μπακαλιάρου είναι το πώς από τη Νέα Γη έφτασε στην Ελλάδα. Ο παστός μπακαλιάρος θεωρείται τόσο Ελληνικός όσο και η εθνική μας γιορτή, του Ευαγγελισμού, στις 25 Μαρτίου. Κατά τη διάρκεια της Σαρακοστής η Εκκλησία επέτρεπε μόνο δύο φορές το ψάρι, του Ευαγγελισμού και των Βαΐων. Στις παραλίες και στα νησιά φυσικά τρώμε φρέσκο ψάρι, αλλά οπουδήποτε αλλού χωρίς αμφιβολία παστό μπακαλιάρο.
Αυτοί που είναι υπεύθυνοι για την παρουσία τον μπακαλιάρου στην ελληνική αγορά, κατά πάσα πιθανότητα είναι οι Άγγλοι. Εξετάζοντας την ιστορία τον εμπορίου μεταξύ Ελλάδας και Αγγλίας, διαπιστώνει κανείς ότι οι Άγγλοι έστελναν μεγάλες ποσότητες μπακαλιάρου, τον οποίο αντάλλασσαν με σταφίδες.
Ίσως, μάλιστα, γι' αυτό τον λόγο, στην Κορινθία, αλλά γενικότερα στην Πελοπόννησο, βρίσκουμε τον μεγαλύτερο πλούτο συνταγών με μπακαλιάρο. Εκεί μάλιστα, εκτός των άλλων, συναντάμε και συνταγές που περιέχουν και μπακαλιάρο με σταφίδες. Ο μπακαλιάρος πλακί με σταφίδες είναι κάτι σαν σήμα κατατεθέν. Σε πολλά μέρη, αλλά κυρίως στην Καλαμάτα, βρίσκουμε αρκετές συνταγές για τηγανητό μπακαλιάρο μαζί με όσπρια ή λαχανικά στην κατσαρόλα.
Έχω δει παστό μπακαλιάρο με σπανάκι, με κολοκύθια, με κολοκυθοκορφάδες, με σέσκουλα, ακόμα και με φρέσκα φασολάκια και μελιτζάνες. Μπακαλιάρος με ξερά φασόλια είναι επίσης ένα κοινό φαγητό, όπως ακόμα και ντολμαδάκια γεμιστά με ρύζι και μπακαλιάρο.
Αλλά δεν σταματάει, φυσικά, ο μπακαλιάρος στην Πελοπόννησο. Η χαρακτηριστική ψαρίλα του αγκαλιάζει όλη τη χώρα, από την φοβερή σε σκόρδο μπραντάδα της Σαντορίνης μέχρι τις μπακαλιαρόπιτες των Ιονίων και τον μπακαλιάρο με μπόλικο μαϊντανό της Κρήτης. Τα ψάρια του Αιγαίου, λοιπόν, θα πρέπει να ευγνωμονούν τους μπακαλιάρους, διότι εάν κάθε μπουκιά μπακαλιάρου που τρώμε στην Ελλάδα είχε ψαρευτεί στο Αιγαίο, στο Αιγαίο δεν θα είχαν απομείνει ούτε οι σμέρνες!

Η προετοιμασία.
Φροντίζουμε να τον αγοράσουμε δύο ημέρες νωρίτερα γιατί απαιτείται κάποια διαδικασία. Πλένουμε καλά το ψάρι από το πολύ αλάτι, αφαιρούμε με ψαλίδι το τέλος της ουράς και τα πτερύγια και με ένα κοφτερό μαχαίρι το κόβουμε σε μερίδες. Καθώς κόβουμε, βλέπουμε ότι η πέτσα του με λίγη προσπάθεια αποχωρίζεται από τη σάρκα. Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα: άλλοι τον θέλουν χωρίς πέτσα, άλλοι θεωρούν ότι στο τηγάνισμα η πέτσα φουσκώνει και γίνεται λιχουδιά. Αν σκοπεύετε να τον μαγειρέψετε σε κροκέτες, τότε θα του αφαιρέσετε οπωσδήποτε την πέτσα. Βάζουμε τα κομμάτια σε ένα μεγάλο μπολ και τα σκεπάζουμε με νερό. Κανονικά, ένα εικοσιτετράωρο αρκεί για να είναι ο μπακαλιάρος βρώσιμος, αφού βεβαίως έχουμε τον νου μας να του αλλάζουμε το νερό 4-5 φορές μέσα στην ημέρα. Μερικοί τον προτιμούν με λίγο παραπάνω αλατάκι. Αν εσείς τον θέλετε εντελώς ανάλατο, τότε προσθέστε άλλη μία ημέρα στο ξαλμύρισμα και στις αλλαγές νερού.
Το τελευταίο νερό πρέπει να είναι χλιαρό. Ετσι θα γίνει πιο τρυφερός.
Οταν μαλακώσει, τα κόκαλά του αφαιρούνται πιο εύκολα. Κάνουμε μια προσπάθεια να τον ελαφρύνουμε από τα πιο εμφανή.
Τον σκουπίζουμε πολύ καλά, πιέζοντας τα κομμάτια ανάμεσα σε χαρτί κουζίνας.
Τα κομμάτια που θα περισσέψουν, τα κλείνουμε καλά σε πλαστική σακουλίτσα και τα διατηρούμε στην κατάψυξη.
Οταν μιλούν οι ειδικοί.
Ο κ. Γιάννης Βασιλόπουλος του «Μανδραγόρα»», δηλωμένος εραστής του «καλύτερου», έχει καταλήξει στις επιλογές του: «Φέρνω μόνο ισλανδικό μπακαλιάρο, για την καλύτερη ποιότητα του ψαριού, τη λευκή και νόστιμη σάρκα του. Εχω βρει όμως και μια σπάνια νοστιμιά:τα μάγουλα του ψαριού σε υγράλατη μορφή, το πιο νόστιμο κομμάτι του μπακαλιάρου. Τηγανητά με κουρκούτιδίνουν την πιο γκουρμέ εκδοχή του “φτωχογιάννη”». Οσο για τα μυστικά του ειδήμονα, για να μη σας πιάσουν κορόιδο, συμβουλεύει: «Το φιλέτο πρέπει να είναι παχύ και όχι λεπτό σαν τσιγαρόχαρτο. Η επιφάνεια πρέπει να είναι λευκή και να μην έχει πληγές. Το θαμπό, υποκίτρινο χρώμα σημαίνει είτε πως είναι μπαγιάτικος είτε πως κάτι δεν πήγε καλά στο πάστωμα. Οι γκρίζες παράλληλες γραμμές από την πλευρά του δέρματος αποδεικνύουν ότι όντως πρόκειται για μπακαλιάρο και όχι για κάποιο άλλο ψάρι- καθ΄ ότι συμβαίνει να κυκλοφορούν σε υγράλατη μορφή και άλλα, πιο δεύτερα ψάρια».
Το κουρκούτι.
Οι συνταγές για κουρκούτι θα μπορούσαν από μόνες τους να γεμίσουν ένα ολόκληρο βιβλίο. Η κλασική, που πετυχαίνει πάντα, περιλαμβάνει 1/2 φλ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις, 1 κ.σ. ελαιόλαδο, 2 κ.σ. ρακή ή ένα σφηνάκι μπίρα, κ.γ. ζάχαρη, λίγο αλάτι. Ανακατεύουμε όλα τα υλικά με όσο νερό χρειαστεί για να έχουμε ένα παχύρρευστο κουρκούτι. Το κρύο νερό στο κουρκούτι είναι σημαντικό γιατί εμποδίζει το ψάρι να απορροφήσει πολύ λάδι. Μουλιάζουμε καλά τον μπακαλιάρο στο κουρκούτι.
Το κουρκούτι που περισσεύει δεν το πετάμε. Σε ένα καθαρό τηγάνι με φρέσκο λάδι φτιάχνουμε τηγανίτες που θα σερβίρουμε με μέλι και κανέλα. Αλλωστε αρέσουν στα παιδιά περισσότερο από τον μπακαλιάρο. Με ένα κουτάλι της σούπας ρίχνουμε τον χυλό στο καυτό λάδι, πολύ αραιά, για να μην κολλήσουν μεταξύ τους τα κομμάτια.
Αν θέλουμε πιο πικάντικο κουρκούτι μπορούμε να προσθέσουμε 1 κ.γ. γλυκιά πάπρικα.
Πού θα ψωνίσουμε τον καλύτερο;
Στη λαϊκή, στη Βαρβάκειο Κεντρική Αγορά, στα μαγαζιά με παραδοσιακά προϊόντα και στις ειδικές προθήκες που στήνουν τα μεγάλα σουπερμάρκετ εν όψει των ημερών, θα βρείτε υγράλατο μπακαλιάρο. Παντού οι τιμές είναι πάνω- κάτω ίδιες. Τον παστό τον βρίσκουμε σε ολόκληρη ράχη, σε φιλέτο, αλλά και ξαλμυρισμένο στα κατεψυγμένα. Μακράν νοστιμότερος είναι αυτός της ράχης, με μόνο ελάττωμα τα κοκαλάκια του. Με παχιά, μαλακιά σάρκα, παραδόξως πιο αφράτος και πιο μαλακός από το φιλέτο. Ρωτήστε, επίσης, από πού κρατάει η σκούφια του: ο ισλανδικός είναι πολύ πιο νόστιμος και με πιο κρουστή σάρκα από τον νορβηγικό. Ενα φύλλο για 12-14 μερίδες κοστίζει περίπου 25 ευρώ.
Το τηγάνισμα.
Ελαιόλαδο ή σπορέλαιο; Τα γούστα διίστανται. Αρκεί να βάλετε άφθονο λάδι και να το κάψετε αρκετά. Ο μπακαλιάρος δεν θέλει πολύ τηγάνισμα: 2-3 λεπτά από κάθε πλευρά, ώσπου να ροδίσει.
Ακολούθως στραγγίζουμε τα κομμάτια σε απορροφητικό χαρτί κουζίνας. Με χίλιους τρόπους Εκτός από τηγανητός, μαγειρεύεται επίσης στον φούρνο ή στην κατσαρόλα- όπου γίνεται πιο τρυφερός- με πατάτες, με όλων των ειδών τα άγρια και ήμερα χόρτα και μυρωδικά, με κουνουπίδι, με μπάμιες, με κολοκυθάκια, με πιπεριές, με κολοκυθοκορφάδες, με μαυρομάτικα, με φρέσκα φασολάκια, με δαμάσκηνα ή σταφίδες, σε λαχανοντολμάδες ή μαρουλοντολμάδες, κακαβιά, στιφάδο, πλακί, με μαϊντανό και λευκό κρασί, με πράσα αλλά και πίτα, όπως στην Κεφαλλονιά. Λεμονάτος ή με ντομάτα, ανάλογα με τη διάθεση.

πηγή: TO BHMA

Τζούλια!!!

Η κατάσταση απερίγραπτη. Να πιάνεις τη μύτη και να τρέχεις σε άλλον πλανήτη. Γι΄ αυτό προς υπεράσπιση της Τζούλιας, λοιπόν. Γιατί η πορδή έγινε τεράστιο θέμα προκειμένου να καλύψει τον γενικότερο ορυμαγδό. Μπροστά στη γενική, τρισδιάστατη πορνογραφία, τη χυδαία και καθημερινή, η δική της φαντάζει σαν αταξία νηπιακή.

Εχουμε και λέμε. Τα γράφω ανάκατα όπως έρχονται στο κεφάλι κάθε ταλαίπωρου πολίτη. Πορνογραφία ακόμα και της έσχατης αισθητικής τα σίριαλ της ντροπής. Πορνογραφία στη λαϊκή ευαισθησία τα παράθυρα πολιτικών και λοιπών ειδικών. Πορνογραφία σε κάθε ίχνος κοινωνικής δικαιοσύνης τα οικονομικά μέτρα της λαϊκής σφαγής. Πορνογραφία σε όλα τα περίπτερα. Πορνογραφία στο Ιnternet. Πορνογραφία για την πίστη κάθε προσκυνητή η οργανωμένη ακαμψία της εκκλησιαστικής ηγεσίας. Πορνογραφία η κοσμική ζωή. Πορνογραφία που ασελγεί παρά φύση στις σάρκες της πατρίδας η λαμογιά, η διαπλοκή, η κερδοσκοπία και η συναλλαγή. Πορνογραφία ναρκωτικών, οργανωμένου εγκλήματος και πορνείας το ιστορικό κέντρο της Αθήνας. Πορνογραφία στην ψυχή και στα όνειρα της Νεολαίας, του φόβου και της ανεργίας. Πορνογραφία τα κάτεργα εργασίας. Πορνογραφία η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα, ο τρόμος, οι στερήσεις, ο ιδρώτας και το αίμα των αθώων αμνών. Πορνογραφία επικών διαστάσεων η συντριβή κάθε ίχνους συνοχής και αλληλεγγύης της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Πορνογραφία το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας. Πορνογραφία η κάθε κυβερνητική πολιτική. Πορνογραφία η μισθωτή εργασία. Πορνογραφία η κομματική πελατεία. Πορνογραφία η αναξιοκρατία. Πορνογραφία η μεταπρατική, καπιταλιστική διαδικασία.


Η Ελλάδα, ένα απέραντο κινηματογραφικό στούντιο αλλεπάλληλων σκληρών πορνογραφικών ταινιών. Με παραγωγό και προαγωγό την παρασιτική πλουτοκρατία. Σκηνοθέτη την πολιτική εξουσία. Και υποζύγια τον κατακρεουργημένο λαό. Θεέ μου, δεν αντέχω άλλο να βλέπω τόσο πόνο χωρίς να μπορώ να κάνω κάτι για να εκδικηθώ!


ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΝΙΚΑΣ

ΑΦΥΠΝΙΖΕΤΑΙ Η ΦΥΣΗ!

Οι αρκούδες σήμαναν την άνοιξη.
Το εαρινό ξυπνητήρι χτύπησε για τα καλά στο Περιβαλλοντικό Κέντρο του «Αρκτούρου» στη Φλώρινα.

Oι αρκούδες ξύπνησαν στη Βόρεια Ελλάδα. Ο «ύπνος» τους, αν και σύντομος εφέτος, φαίνεται ότι ήταν ικανοποιητικός. Ο ήπιος, ως τα μέσα Ιανουαρίου, χειμώνας τις είχε κρατήσει ξύπνιες. Ακολούθησε όμως σφοδρή χιονόπτωση που τις έριξε σε χειμέριο ύπνο για περίπου δυόμισι μήνες. Στο, ακόμη και σήμερα, χιονισμένο Περιβαλλοντικό Κέντρο του «Αρκτούρου» στο Νυμφαίο της Φλώρινας έχουν πια ξυπνήσει οι 11 από τις 13 αρκούδες που φιλοξενούνται εκεί. Μόνο ο νεαρός Μίσα από το Βελιγράδι- μια 15χρονη ψηλή και αδύνατη αρκούδα με μακριά μουσούδα, η οποία αγαπά ιδιαίτερα τα πρωινά γεύματα- δεν λέει να... ανοίξει το μάτι του. Αλλά και η Τασούλα , αφού άνοιξε ένα... βλέφαρο και είδε το χιόνι, είπε να ξαναπέσει για ύπνο ώσπου να λιώσει τελείως. Ετσι πρόσθεσε και άλλα φύλλα στο... στρώμα της και ξανακοιμήθηκε, για να ξυπνήσει τελευταία όπως κάθε χρόνο. Αντίθετα, ο υπέργηρος σαρανταπεντάρης Ανδρέας - οι αρκούδες ζουν το πολύ 25 χρόνιαξύπνησε ακμαίος. Ο Γιωργάκης και η Ειρήνη μοιράστηκαν και εφέτος την ίδια φωλιά και ξύπνησαν ταυτόχρονα. Για τα υπόλοιπα μέλη της αρκουδοπαρέας, τον Μήτσο , την Κατερίνα και τον Κυριάκο , η περίοδος ύπνου και αφαγίας, αν και σύντομη, τους άνοιξε την όρεξη. Η μοναχική Βέσνα παραμένει νευρική, αφού δεν καλοκοιμήθηκε. Τελευταία έπεσε στη... φωλιά της, πρώτη σηκώθηκε. Η Μπάρμπαρα, ο Μανώλης, ο Γιώργος και ο Ντιουκ δείχνουν να «χόρτασαν» τον ύπνο, καθώς είναι ιδιαίτερα δραστήριοι.
«Είναι πολύ σημαντικό οι αρκούδες του καταφυγίου να πέφτουν σε ύπνο. Αυτό σημαίνει ότι βρίσκονται κοντά στον φυσιολογικό κύκλο» λέει η κυρία Βάσω Πετρίδου από τον «Αρκτούρο». Τα ζώα που φιλοξενούνται στο Νυμφαίο- σε ένα φυσικό δάσος οξιάς 50 στρεμμάτων- ζούσαν σε αιχμαλωσία όλη τους τη ζωή και δεν έχουν εκπαιδευθεί από τις μητέρες αρκούδες στη Φύση. «Είναι σημαντικό που έχουν προσαρμοστεί σε αυτόν τον φυσικό βιότοπο και έχουν αποκτήσει κατά το δυνατόν φυσικές συνήθειες. Οι περισσότερες αρκούδες μάλιστα έχουν φτιάξει μόνες τις φωλιές τους» επισημαίνει η κυρία Πετρίδου. Με τις άγριες αρκούδες της περιοχής, οι οποίες επίσης έχουν ξυπνήσει, επικοινωνούν μόνο οπτικά, διότι το καταφύγιο είναι περιφραγμένο. Οπως σημειώνει η κυρία Πετρίδου, «τα ζώα που πρέπει να παραμείνουν σε αιχμαλωσία, πρέπει να ζουν σε καταφύγια τα οποία αποτελούν φυσικό βιότοπο». Η κινητικότητα των αρκούδων μετά τη χειμερία νάρκη είναι αυξημένη, αν και δεν είναι εύκολο να συναντήσει κανείς αρκούδα στο δάσος- συνήθως οσφραίνεται την παρουσία του ανθρώπου προτού εκείνος αντιληφθεί τη δική της και απομακρύνεται.

Η κρυφή γοητεία του καπιταλισμού.

ΝΙΚΟΣ ΤΣΑΓΚΡΗΣ.

Λοιπόν, που λέτε, είμαστε εξαρτημένοι από τον καπιταλισμό, έτοιμοι να θυσιάσουμε οικονομικά και εργασιακά κεκτημένα υπέρ της σωτηρίας του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό αποτυπώθηκε και στα γκάλοπ για την απήχηση των «μέτρων σταθερότητας»: «Η πλειονότητα των Ελλήνων εργαζομένων βρίσκει θετικά τα κυβερνητικά μέτρα που προβλέπουν πάγωμα και περικοπές μισθών, γενναία αύξηση στην τιμή των καυσίμων, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης...»!
Είναι δυνατόν;
Ναι, διότι είμαστε εξαρτημένοι απ’ τον καπιταλισμό, όπως οι καπνιστές από τη νικοτίνη. Εθισμένοι στα αγαθά του, στα λαμπερά παιχνίδια του. Τα καθρεφτάκια και τα κραγιόνια πλάνευ­αν τους Ινδιάνους και τους Αφρικανούς φύλαρχους (?) τα videogames, τα mp3 players και τα 3D phone ξετρελαίνουν εμάς και τα παιδιά μας: Ο καπιταλισμός βρίσκει και ξαναβρίσκει την κινητήρια δύναμή του στη δημιουργία αναγκών, λίγο ή πολύ τεχνητών, για κάθε άτομο, κάθε κοινωνία...
Είναι σαφές ότι το θέμα δεν αφορά μόνο τους Ελληνες, αλλά γενικότερα το ανθρώπινο είδος. Το οποίο, και διά μέσου των θρησκευτικών καθεστώτων αλλά και με το «πείραμα» του υπαρκτού σοσια­λι­σμού, απέδειξε ιστορικά πως δεν μπορεί να αντισταθεί στη γοητεία του καπιτα­λι­στι­κού συστήματος. Πως δεν αντέχει χωρίς τα αγαθά του καπι­ταλισμού ούτε προς χάριν της... «αιω­νιό­τητας», ούτε προς χάριν της «ισό­τητας και της κοινω­νικής δικαιοσύνης»: Εχω τη βεβαιότητα (ενθυμούμενος το πάθος των Μοσχοβιτών του ’80, στην περίοδο της ΕΣΣΔ, για ένα μπλουτζίν, ένα ζευγάρι νάιλον κάλτσες, έναν αναπτήρα Ronson...) ότι μια ισχυρή παράμετρος για την αναίμακτη ανατροπή του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν η γοητεία που ασκούσαν τα λαμπερά αγαθά του καπιταλισμού στις κοινωνίες του «ανατολικού μπλοκ».
Να σώσουμε τον καπιταλισμό!
Να τον χρηματοδοτήσουμε από το υστέ­ρη­μά μας, να τον βοηθήσουμε να ξεπεράσει την κρίση! Είναι κάτι παράλογο, ειδικά όταν εκφράζεται από έναν λαό που μέχρι χθες οριζόταν ως λαός άναρχος, φημισμένος για την ανυπακοή του, την αντιεξουσια­στική ξεροκεφαλιά του.
Και όμως το κάνουμε, είμαστε "καθώς φαίνεται" έτοιμοι να το δεχτούμε αδιαμαρτύρητα!
Εν τέλει είμαστε μέτοχοι του καπιταλισμού!
Μέρος της κρίσης του και όχι μόνο της οικονομικής: «Υπάρχει κρίση πολιτισμού, κρίση στον ψυχισμό των ανθρώπων, η οποία εκδηλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο», είχε πει, λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Ελληνας στοχαστής Κώστας Αξελός.

23/3/10

Πενήντα ρήσεις του Ρήγα Βελεστινλή!


«Ὅποιος ἐλεύθερα συλλογᾶται συλλογᾶται καλά».Φυσικῆς ἀπάνθισμα, σελ. 24
«Κάλλιο ῾ναι μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωὴ παρὰ σαράντα χρόνια σκλαβιὰ καὶ φυλακή».Θούριος, στίχ. 7-8
«Ὅλοι χωρὶς ἐξαίρεσιν ἔχουν χρέος νὰ ἠξεύρουν γράμματα».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 22
«Ἐκ τῶν γραμμάτων γεννᾶται ἡ προκοπὴ μὲ τὴν ὁποίαν λάμπουν τὰ ἐλεύθερα ἔθνη».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 22
«Ὁ ἱερὸς τῆς πατρίδος ἔρως ἐμφωλεύει εἰς τὴν καρδίαν, καὶ ἡ καρδία δὲν γηράσκει ποτέ».Ἠθικὸς Τρίπους, σελ. 118
«Ἡ Πατρὶς ἔχει νὰ καταστήση σχολεῖα εἰς ὅλα τὰ χωρία διὰ τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ παιδία».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 22
«Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα κανένας νὰ χαθῇ ἢ νὰ κρεμάσῃ φούντα γιὰ ξένον στὸ σπαθί».Θούριος, στίχ. 57-58
«Γιὰ τὴν Πατρίδα ὅλοι νά ῾χωμεν μιὰ καρδιά».Θούριος, στίχ. 42
«Καιρὸς εἶν᾿ τῆς Πατρίδος ν᾿ ἀκοῦστε τὴ λαλιά».Θούριος, στίχ. 80
«Ἃς καταβάλουν εὐμενῶς ἕκαστος ἔρανον ὅ,τι βούλεται, ὁποῦ, βοηθούμενον πανταχοθεν, νὰ ἀναλάβῃ τὸ πεπτωκὸς Ἑλληνικὸν Γένος».Φυσικῆς Ἀπάνθισμα, σελ. θ´, «Πρὸς τοὺς ἀναγνώστας»
«Στὴν πίστιν τοῦ καθένας ἐλεύθερος νὰ ζῇ».Θούριος, στίχ. 43
«Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἁμαρτάνουν, ἂν ἐρευνοῦν τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τὸν λόγον Του (τοῦ Δημιουργοῦ)».Φυσικῆς ἀπάνθισμα, σελ. 40
«Πάντοτε ἐπισφαλεῖς αἱ ἐπίνοιαι καὶ τῶν πλέον σοφῶν ἀνθρώπων».Φυσικῆς Ἀπάνθισμα, σελ. 64
«Ὑπὸ τὴν τυραννίαν τοῦ Ὀθωμανικοῦ δεσποτισμοῦ κανένας, ὁποιασδήποτε τάξεως καὶ θρησκείας, δὲν εἶναι σίγουρος μήτε διὰ τὴν ζωήν του, μήτε διὰ τὴν τιμήν του, μήτε διὰ τὰ ὑποστατικά του».Ἐπαναστατικὴ Προκήρυξις
«Νὰ μὴν ἀφεθῶσιν οὐδέποτε νὰ καταπατῶνται ὡς σκλάβοι εἰς τὸ ἑξῆς ἀπὸ τὴν ἀπάνθρωπον τυραννίαν».Ἐπαναστατικὴ Προκήρυξις
«Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, Χριστιανοὶ καὶ Τοῦρκοι, κατὰ φυσικὸν λόγον εἶναι ἴσοι».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 3
«Οἱ Νόμοι νἆν᾿ ὁ πρῶτος καὶ μόνος ὁδηγός».Θούριος, στίχ. 25
«Ὁ Νόμος εἶναι ὁ αὐτὸς διὰ τὸ πταῖσμα καὶ ἀμετάβλητος, ἤγουν δὲν παιδεύεται ὁ πλούσιος ὀλιγώτερον καὶ ὁ πτωχὸς περισσότερον διὰ τὸ αὐτὸ σφάλμα, ἀλλ᾿ ἴσια-ἴσια».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 3
«Ὁ Νόμος εἶναι ἐκείνη ἡ ἐλευθέρα ἀπόφασις, ὁποῦ μὲ τὴν συγκατάθεσιν ὅλου τοῦ λαοῦ ἔγινεν».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 4
«Ἡ Ἐλευθερία εἶναι ἐκείνη ἡ δύναμις ὁποῦ ἔχει ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸ κάμῃ ὅλον ἐκεῖνο, ὁποῦ δὲν βλάπτει εἰς τὰ δίκαια τῶν γειτόνων του».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 6
«Τὸ ἠθικὸν σύνορον τῆς Ἐλευθερίας εἶναι τοῦτο τὸ ρητόν: Μὴ κάμῃς εἰς τὸν ἄλλον ἐκεῖνο ὁποῦ δὲν θέλεις νὰ σὲ κάμουν».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 6
«Τὸ δίκαιον τοῦ νὰ φανερώνωμεν τὴν γνώμην μας καὶ τοὺς συλλογισμούς μας, τόσον μὲ τὴν τυπογραφίαν, ὅσον καὶ μὲ ἄλλον τρόπον δὲν εἶναι ἐμποδισμένον».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 7
«Ὁ Νόμος ἔχει χρέος νὰ διαφεντεύῃ τὴν κοινὴν ἐλευθερίαν ὅλου τοῦ ἔθνους καὶ ἐκείνην τοῦ κάθε ἀνθρώπου».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 9
«Ὅλον τὸ ἔθνος ἀδικεῖται, ὅταν ἀδικεῖται ἕνας μόνος πολίτης».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 23
«Κανένας δὲν ἔχει τὸ δίκαιον νὰ στοχάζεται τὸν ἐαυτόν του ἀπαραβίαστον περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 31
«Κανένας δὲν ἀντιστέκεται, ὅταν ἠξεύρῃ πὼς θὲ νὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του μὲ τὴν συνδρομὴν τοῦ Νόμου».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 33
«Ὅταν ἡ διοίκησις βιάζῃ, ἀθετῇ, καταφρονῇ τὰ δίκαια τοῦ λαοῦ καὶ δὲν εἰσακούῃ τὰ παράπονά του, τὸ νὰ κάμῃ ὁ λαὸς ἢ κάθε μέρος τοῦ λαοῦ ἐπανάστασιν, νὰ ἁρπάζῃ τὰ ἅρματα καὶ νὰ τιμωρῇ τοὺς τυράννους του, εἶναι τὸ πλέον ἱερὸν ἀπὸ ὅλα τὰ δίκαιά του καὶ τὸ πλέον ἀπαραίτητον ἀπὸ ὅλα τὰ χρέη του».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 35
«Παρασταίνει ὅλον τὸ ’Εθνος τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὡς θεμέλιόν της ἐθνικῆς παραστήσεως καὶ ὄχι μόνον οἱ πλούσιοι καὶ οἱ προεστοί».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 21
«Κανένας πολίτης δὲν ἑξαιρεῖται ἀπὸ τὴν τιμίαν ὑποχρέωσίν του νὰ συνεισφέρῃ κατὰ τὴν δύναμιν καὶ τὰ πλούτη του τὰ εἰς δημοσίας ἀνάγκας δοσίματα».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 101
«Ἡ γενικὴ δύναμις τῆς Δημοκρατίας συνίσταται εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔθνος».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 107
«Ὡς πότ᾿ ὀφικιάλιος (ἀξιωματοῦχος) σὲ ξένους βασιλεῖς; ἔλα νὰ γίνῃς στῦλος δικῆς σου τῆς φυλῆς».Θούριος, στίχ. 55-56
«Οἱ Ἕλληνες... δέχονται ὅλους τοὺς ἀδικημένους ξένους καὶ ὅλους τοὺς ἐξωρισμένους ἀπὸ τὴν πατρίδα των δι᾿ αἰτίαν τῆς Ἐλευθερίας».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 120
«Γιὰ τὴν Ἐλευθερίαν νὰ ζώσωμεν σπαθί, πὼς εἴμασθ᾿ ἀντρειωμένοι, παντοῦ νὰ ξακουσθῇ».Θούριος, στίχ. 47-48
«Οἱ Ἕλληνες... ἀπαρνοῦνται καὶ δὲν δίδουν ὑποδοχὴν καὶ περιποίησιν εἰς τοὺς Τυράννους».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 120
«Οἱ Ἕλληνες... δὲν κάνουν ποτὲ εἰρήνην μὲ ἕνα ἐχθρόν, ὁποῦ κατακρατεῖ τὸν ἑλληνικὸν τόπον».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 121
«Ὡς πότε παλληκάρια, νὰ ζῶμεν στὰ στενὰ μονάχοι, σὰν λιοντάρια, στὲς ράχες, στὰ βουνά;».Θούριος, στίχ. 1-2
«Τί σ᾿ ὠφελεῖ ἂν ζήσῃς καὶ εἶσαι στὴ σκλαβιά; στοχάσου πὼς σὲ ψένουν καθ᾿ ὥραν στὴ φωτιά».Θούριος, στίχ. 9-10
«Συμβούλους προκομένους, μὲ πατριωτισμό, νὰ βάλωμεν εἰς ὅλα νὰ δίνουν ὁρισμόν».Θούριος, στίχ. 23-24
«Σταυρός, ἡ πίστις καὶ καρδιά, δουφέκια καὶ καλὰ σπαθιά, γκρεμίζουν Τυραννίαν, τιμοῦν Ἐλευθερίαν».Ὕμνος Πατριωτικός, στροφὴ 14
«Κ᾿ ἡ ἀναρχία ὁμοιάζει τὴν σκλαβιά».Θούριος, στίχ. 27
«Στὴν γνώμη τῶν τυράννων νὰ μὴν ἐλθῶ ποτέ, μήτε νὰ τοὺς δουλεύω, μήτε νὰ πλανηθῶ. Εἰς τὰ ταξίματά τους, γιὰ νὰ παραδοθῶ».Θούριος, στίχ. 33-35
«Σᾶς κράζῃ ἡ Ἑλλάδα, σᾶς θέλει, σᾶς πονεῖ ζητᾷ τὴν συνδρομήν σας μὲ μητρικὴν φωνή».Θούριος, στίχ. 85-86
«Μὲ μία καρδίαν ὅλοι, μιὰ γνώμην, μιὰ ψυχή, κτυπᾶτε τοῦ Τυράννου τὴν ρίζαν, νὰ χαθῇ».Θούριος, στίχ. 105-106
«Νὰ λάμψῃ πάλιν Λευθεριά, ὡς ἦτον τότε μιὰ φορά».Ὕμνος Πατριωτικός, στροφὴ 20
«Πῶς οἱ προπάτορές μας ὡρμοῦσαν σὰν θεριά, γιὰ τὴν ἐλευθερίαν πηδοῦσαν στὴ φωτιά».Θούριος στίχ. 117-118
«Νὰ σφάξωμεν τοὺς λύκους, ποὺ τὸν ζυγὸν βαστοῦν καὶ Χριστιανοὺς καὶ Τούρκους σκληρὰ τοὺς τυραννοῦν».Θούριος, στίχ. 121-122
«Εἰς τὴν δικαιοσύνην νὰ σκύψῃ ὁ ἐχθρός».Θούριος, στίχ. 124
«Αὐτοὶ (οἱ καπετανέοι) Τυράννους δὲν ψηφοῦν, κ᾿ ἐλεύθεροι στὸν κόσμον ζοῦν, πλοῦτος, ζωή, τιμή τους, εἶν᾿ μόνο τὸ σπαθί τους».Ὕμνος Πατριωτικός, στροφὴ 32
«Πάντοτε ἡ σταθερότης εἶναι πρᾶγμα ἐπαινετὸν αὐτὴ ἔχει τὰ πρωτεῖα πολλῶν ἄλλων ἀρετῶν».Ἠθικὸς Τρίπους, σελ. 187
«Σταθερὸς ἂς διαμένῃ στὴν φιλίαν του τινάς, γιὰ νὰ ἔχῃ τῆς ζωῆς του τὰς ἡμέρας του τερπνάς».Ἠθικὸς Τρίπους, σελ. 187

25 Μαρτίου 1942.

Τα βάσανα της Κατοχής δεν ήτανε μόνο σκληρά σα διαμαντάτσαλο και κοφτερά σα σπασμένα γυαλιά ξυράφια... ήτανε σκέτο πηχτό αίμα. Γίνονταν αερικό στην ψυχή σου κι αν χρειαζότανε, καρφιά στα μάτια δάκρυα και μια μεγάλη πέτρα στην καρδιά σου. Αμα ήθελε, γινόταν πείνα και γουργούριζε στα άδεια άντερά σου.
Το βάσανο του Σήφη ήταν στο πόδι. Λες και ήθελε τη δυστυχία του στη γη να καρφώσει κι έπεφτε το κορμί του όλο δεξιά όταν περπατούσε. Είχε πενήντα τα εκατό αγκύλωση στα γόνατα. Κούτσαβλε... τον κορόιδευαν τα παιδιά, αλλά δεν είχε πρόβλημα. Οταν παίζαμε κρυφτό, έτρεχε πρώτος να ξελευτερωθεί να φτύσει στη μάνα. Προλάβαινε. Αμα έβλεπε τα ζόρια, έτρεχε μόνο με το 'να πόδι, πηδούσε σα διάολος και δεν τον έφτανε στα τελευταία μέτρα κανείς. Τον ίδιο δεν τον ένοιαζε και πολύ που τον λέγανε κούτσαβλο, η μάνα του, όμως, με τις πέτρες μας κυνηγούσε και μας έδερνε και του 'λεγε να μην έρχεται μαζί μας. Μόνο να μας βλέπει από μακριά. Αχ ρε, παιδιά... Ποιος είδε το θεό και δεν τόνε φοβήθηκε... Οπως μας κοίταζε από μακριά ο Σήφης, δε μας πήγαινε καλά. Λες και μας προκαλούσε. Σα να μας έριχνε με τα μάτια πετριές που δεν ήτανε μαζί μας. Κάτι δεν πήγαινε καλά, που μας έβλεπε και μας κογιονάριζε και έκανε ό,τι κάναμε κι εμείς. Με σχέδια μάς κορόιδευε. Ετσι μου 'σαι; Πιάνει ο Θανάσης και διπλώνει το πόδι του κι αρχίζει να τον μιμείται και να περπατά όπως εκείνος... πάνω - κάτω όπως η μπάλα το σφυρί πάνω στ' αμόνι του γύφτου πάνω - κάτω... και στο τέλος, για να προλάβει δήθεν, πήδαγε με το 'να πόδι και τερμάτιζε και πάλι τα ίδια. Κι εμείς οι άλλοι παρακολουθούσαμε σα θέατρο θεατές, μέχρι που βγαίνει η μάνα του έξω, ποιος ξέρει σα ποια κατάρα ποιας τραγωδίας... ν' ανεμίζουνε τα τσεμπέρια της, φουστάνια της, τα μαλλιά της, τα χέρια της σα φονικά όργανα θανάτου και φοβέρας και μαύρης καταιγίδας κατά πάνω μας. Γινήκαμε σκόνη εμείς. Πού να μας πιάσει... Ν' αρρωστήσει ο γιος σου... να πάθει τα ίδια..., οστεομυελίτιδα να πάθει..., φώναζε στη μάνα του Θανάση.
Στην Κατοχή είχαμε γίνει πια παλικαράκια. Εγώ μια μέρα που πνιγότανε ένας Γερμανός έπεσα και τόνε βοήθησα να βγει. Στη φουρτούνα θα τον σκοτώνανε τα κύματα πάνω στα βράχια. Δεν είχε πάτημα εκεί και ήταν γεμάτο αχινούς. Δεν μπορούσες να πατήσεις. Δεν έβγαινες από κει ούτε με μπονάτσα. Ητανε απότομα, κάνανε κρέμαση τα βράχια και του είχανε δώσει και δυο τρεις και τον είχανε ξεσκίσει. Πήγα απ' τα βαθιά και του φώναζα: «Ελα προς τα εδώ... έλα μέσα... θα πάμε να βγούμε από αλλού». Και ήρθε και πήγαμε και βγήκαμε απ' το αυλάκι.
Τον είχα γνωρίσει απ' την πρώτη στιγμή. Πριν καμιά βδομάδα είχε κατέβει στα βράχια που κολυμπούσαμε, με άλλους τρεις ακόμα, με τα μπιστόλια τους και τις ξιφολόγχες και μας έλεγε πως είχαμε σκοτώσει Γερμανούς, τους κόψαμε τ' αυτιά και τα περάσαμε σ' ένα σύρμα και τα 'χαμε κάνει στεφάνι και τα 'χαμε φορέσει στο κεφάλι μας και καμαρώναμε. (Είχανε βρει σκοτωμένους Ελληνες με τ' αυτιά στο κεφάλι και Γερμανούς χωρίς αυτιά.)
Θέλετε τώρα εμείς να σας κόψουμε τ' αυτιά, να τα περάσουμε στο σύρμα και να βάλουμε στα κεφάλια μας; Κι έρχεται με την ξιφολόγχη και μου πιάνει τ' αυτί, μου το τράβαγε και με την ξιφολόγχη έκανε το σχέδιο πως θα μου το κόψει.
Τα πιτσιρίκια όλα, από ποιος ξέρει ποια αντίδραση, γελούσαμε ή κάναμε σα χαζά. Πουλούσαμε τρέλα, κάναμε πως δεν καταλαβαίναμε. Κι εγώ ακόμα που μου κρατούσε τ' αυτί, δεν αντέδρασα. Εκανα πως γελούσα. Ούτε για μια στιγμή δεν του 'δειξα να καταλάβει ότι είχα πάρει χαμπάρι τι μου 'λεγε. Είχανε πέσει αλεξιπτωτιστές και ο κόσμος τούς είχε πετσοκόψει και κάθε μέρα εκτελούσανε διακόσιους διακόσιους, ολόκληρα χωριά ισοπεδώνανε. Αυτό γίνηκε την πρώτη μέρα. Υστερα πια δε μας ξαναφοβερίζανε, είναι η αλήθεια. Αφήνανε τα όπλα τους στα βράχια και κολυμπούσανε. Μάλλον πλενόντουσαν. Δεν ξέρανε καλό κολύμπι. Κολυμπούσανε, αλλά δεν ερχόντουσαν στα βαθιά. Ποιος ξέρει.. Φρεσκάρισε ο καιρός φαίνεται απότομα, τον παρασύρανε τα ρεύματα μέσα στα βαθιά νερά δίπλα στα βράχια και προσπαθούσε να βγει από κει, αλλά δε γινότανε αν είχε και το θεό μπάρμπα.
Και έρχεται ένας Γερμανός και μ' έψαχνε την άλλη μέρα. Και τι με θέλει τώρα ο Γερμανός... Δεν ήτανε να μη βάλει κακό ο νους σου. Εκτελούσανε κάθε μέρα. Και με πάει στο σπίτι του στρατηγού. Περάσαμε από δυο σκοπούς στην πόρτα. Ηταν ένας αξιωματικός που μιλούσε σαν Ελληνας ελληνικά. Εσύ μου λέει, βοήθησες τον Γερμανό χθες που πνιγότανε;
Αμάν σκέφθηκα... που ήτανε ματωμένος και ξεσκισμένος (τον πήρανε οι άλλοι Γερμανοί γρήγορα και δεν πρόσεξα) θα του 'χε κοπεί κανένα αυτί και θα πούνε πως εγώ του το 'κοψα.
Εγώ λέω έτρεξα να τόνε σώσω, αλλά δεν τον ακούμπησα καθόλου. Από μακριά του φώναζα τι να κάνει. Αν πήγαινα κοντά και τον έπιανα ή μ' έπιανε, θα είχαμε πνιγεί και οι δυο. Μόνος του σώθηκε, του είπα.
Εγώ μόνο του έδειξα από πού να βγει.
Και δε φοβήθηκες μου λέει, που ήτανε φουρτούνα, να μην πνιγείς κι εσύ;
Δεν ήτανε μεγάλη φουρτούνα του λέω, αλλά δεν ήξερε από πού να βγει.
Ο στρατηγός διάταξε να 'ρχεσαι εδώ κάθε μέρα και να παίρνεις ένα ψωμί. Και κτυπά τις μπότες του απότομα και τρόμαξα. Και μου διαβάζει ένα χαρτί σα να μου διάβαζε κάποια καταδίκη. Και καλό να σου κάνανε αυτοί οι άνθρωποι, βλοσυροί και ανέκφραστοι ήτανε. Ούτε που ξαναπάτησα εκεί κι ας πέθαινε ο κόσμος απ' την πείνα.
Αυτοί σκοτώνανε κόσμο και εκτελούσανε. Τι δουλειά είχα εγώ να πηγαίνω να μου δίνουνε ψωμί. Ασε που αρχίσανε τον κόσμο να τον καρφώνουνε οι ρουφιάνοι και μερικοί χωρίς κουκούλα... φανερά... Γερμανοί, δοσίλογοι, προδότες, ρουφιάνοι ήτανε από τη μια κι εμείς οι πατριώτες απ' την άλλη.
Δεν πήγα να πάρω ψωμί, αλλά όταν το 'μαθε ο Θανάσης πως άμα τους πιάσεις ας πούμε στο φιλότιμο σου δίνουνε ψωμί, σκέφθηκε να κάνει τον καραγκιόζη. Ητανε μίμος. Δεν έκανε μόνο τον κουτσό. Εκανε και τον μεθυσμένο (τότε πολλοί αλκοολικοί περπατούσανε στους δρόμους). Ξεσήκωσε σχέδια, έκανε οχταράκια και με δυσκολία στεκότανε όρθιος. Σκουντούφλαγε, έκανε λόξιγκας πως τον πιάνει και όλος καλοσύνη, τραγούδι και χαμόγελο, ερχόταν καταπάνω σου να σ' αγκαλιάσει.
Και έχει έρθει το αυτοκίνητο και μ' ανοιχτές τις πόρτες περιμένει το στρατηγό και προσπαθεί απ' το φανάρι του αυτοκινήτου ν' ανάψει ένα τεράστιο τσιγάρο που έχει στρίψει από ξερά χόρτα και χαρτί. Βάλανε οι Γερμανοί τα γέλια και του δώσανε ένα τσιγάρο και φωτιά. Πολλοί πιτσιρικάδες στην Κατοχή είχανε σιάξει κασελάκι και γυαλίζανε τα παπούτσια, τις μπότες που φορούσανε οι Γερμανοί. Και για να τους προσελκύσουνε τα λουστράκια να πάνε κοντά, τους φωνάζανε έξτρα πρίμα στούκα πουτς. Τα αεροπλάνα τα στούκας πηγαίνανε πολύ ψηλά και εφορμούσαν κάθετα στο στόχο και αμολούσαν τις βόμβες καρφωτά. Μας είχανε αφανίσει τότε... τρακόσα - τρακόσα στούκας πηγαίνανε μαζί. Βαριόμασταν να τα μετράμε. Οι Γερμανοί καμαρώνανε για τα στούκας. Αν τους έλεγες, λοιπόν, πως θα στα κάνω τα παπούτσια σου να μοιάζουνε με στούκας, ή ότι το λουστράρισμα θα είναι τέλειο όπως τα στούκας, κολακευόντουσαν κι έρχονταν κοντά.
Γελοιοποιούσαμε τα πάντα και προσπαθούσαμε να μείνουμε ζωντανοί. Δε δικαιολογήσαμε ποτέ την Πηνελόπη Δέλτα που αυτοκτόνησε μόλις μπήκαν στην Αθήνα οι Γερμανοί. Ούτε τον άλλο που τίναξε τα μυαλά του στον αέρα γιατί έχασε τα εργοστάσια. Δηλαδή, εμείς που γεννηθήκαμε φτωχοί, τι έπρεπε να κάνουμε; Να πεθάνουμε πριν την ώρα μας; Εντάξει... δε μας μορφώσανε, δε μας ξυπνήσανε, δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα με το μυαλό μας, θα παλέψουμε με την ψυχή και την καρδιά μας. Και η καρδιά μας δε θέλει να πεθάνει, θέλει να ζήσει...
Οι Γερμανοί βγάλανε φιρμάνι να παραδοθούν όλα τα ραδιόφωνα. Οποιοι έχουν ραδιόφωνο ή γαληνίτη με ακουστικά, θα εκτελούνται. Εμείς, όμως, είπαμε... θέλαμε να ζήσουμε. Θέλαμε να ξέρουμε τι γίνεται στον κόσμο και καμιά τριανταριά νέοι, κρυφά απ' τις μανάδες μας, πηγαίναμε σ' ένα σπίτι ανοίκιαστο, ακατοίκητο. Μαζευόμασταν δήθεν για πάρτι και ακούγαμε ραδιόφωνο. Μη ρωτάτε παραπάνω. Κανείς δε ρωτούσε τότε. Είχαμε γίνει όλοι παράνομοι, συνωμότες. Δε ρωτάς, δε λες, μόνο ακούς. Καινούριος δεν υπήρχε στην παρέα. Ημασταν όλοι οι παλιοί οι γνωστοί: Εγώ, ο Θανάσης, ο Σήφης ο κουτσός, ο Ακύλας, ο Πλάτων, η Ιοκάστη - αδέρφια ήταν αυτοί οι τρεις, ο μπαμπάς τους είχε σκοτωθεί την πρώτη μέρα που βομβάρδισαν οι Ιταλοί - ο Νικήτας, η Κατίνα, ο Μανούσος, ο Αντρέας ο πιο καλοντυμένος της παρέας (ο μπαμπάς του είχε σπουδάσει γιατρός στην Ιταλία) - κι άλλοι.
Παίζαμε τη ζωή μας κορόνα γράμματα για να μάθουμε νέα και μόλις φεύγαμε απ' το πάρτι πλακώνανε Γερμανοί γκεσταπίτες και κάνανε έρευνα να βρούνε το ραδιόφωνο. Αυτό γίνηκε τέσσερις - πέντε φορές. Μόλις φεύγαμε, πλακώνανε οι Γερμανοί που με το νου κι η γνώση κάποιος από μας την κάρφωνε, αλλά επειδή αυτός που είχε το ράδιο το εξαφάνιζε ποιος ξέρει πώς και δεν τον ήξερε και κανένας μας ποιος ήταν, οι Γερμανοί φεύγανε άπρακτοι πάντα βλαστημώντας. Σάιζε φωνάζανε. Φλαχτ, φλουχτ βρίζανε. Νομίζανε πως είχανε πιαστεί κορόιδα. Οτι κάποιος τους κορόιδευε, τους έκανε πλάκα.
Μου λέει ο Θανάσης: Πήρες χαμπάρι πως όταν μαζευτούμε ν' ακούσουμε Λονδίνο πριν καλά καλά τελειώσει η εκπομπή, ο Σήφης φεύγει πρώτος; Και γιατί βιάζεται να φύγει και πού πάει; Αυτός την καρφώνει, χίλια τα εκατό. Μας έχει άχτι από τότε που τον κοροϊδεύαμε μικρό. Μας την έχει φυλάξει και δε θα τη γλιτώσουμε απ' αυτόν. Το συζήτησα και με όλους τους άλλους. Αυτός την καρφώνει.
Και πότε πρόλαβε, ρε Θανάση, του λέω να γίνει χαφιές και συνεργάτης των Γερμανών; Αυτός έχει το ντέρτι του που κουτσαίνει κι ούτε έξω καλά καλά δε βγαίνει. Τώρα τελευταία έμαθα πως τον πιάνει και σεληνιασμός και δεν πάει απ' το σπίτι του πιο μακριά. Πότε στο διάολο γίνηκε ρουφιάνος;
Εμείς, μου λέει, βγάλαμε το συμπέρασμα πως αυτός είναι ο καταδότης και σκεφθήκαμε με τον Ακύλα πως σε δεκαπέντε μέρες που θα είναι η Εθνική μας γιορτή να σιάξουμε χαρτάκια να τα κολλήσουμε στους στύλους και στα ντουβάρια και να 'χουν τυπωμένη απάνω την ελληνική σημαία και να γράφουν «Ζήτω η 25η Μαρτίου 1821». Εσύ μου λέει, που έχεις δουλέψει σε τυπογραφείο και ξέρεις και ζωγραφίζεις, θα σου φέρω χοντρό μουσαμά να τόνε σκαλίσεις και άσπρη γομαλάκα και μπλε μελάνι να τα ανακατέψουμε και να τα κολλήσουμε να τα δει ο κόσμος να πάρει αέρα... να καταλάβει πως η Ελλάδα δεν πέθανε... είναι ζωντανή.
Τότε δούλευα δόντια. Στο εργαστήρι εκείνο με τα τροχάκια, τις φρέζες, τους δίσκους και τα σφυράκια, το έφτιαξα το στάμπο κι αρχίσαμε να τυπώνουμε τα σημαιάκια. Εβρασα και κόλλα με αλεύρι και μου λέει ο Θανάσης:
Δεν μπορούμε να πάμε δυο γι' αυτήν τη δουλειά, θα μας πάρουνε χαμπάρι. Ασε που και μόνος μου θα τα κολλήσω, δεν μπορεί... κάποιο μάτι θα βρεθεί. Λοιπόν, σκέφθηκα κάτι. Θα φορέσω μια τραγιάσκα βαθιά να μη με γνωρίζουνε και θα κουτσαίνω όπως ο Σήφης που και να με δούνε να νομίζουνε πως είναι αυτός. Ετσι κι έτσι, δικός τους έγινε. Ο,τι και να γίνει, θα γλιτώσουμε από έναν ρουφιάνο. Οταν ξημέρωσε 25 Μαρτίου, όλοι οι στύλοι του ηλεκτρικού, όλες οι κολόνες, όλα τα τηλεγραφόξυλα, είχανε κολλημένα χαρτάκια που γράφανε «Ζήτω η Ελλάς, Ζήτω η 25 Μαρτίου».
Δεν ήτανε χαρτάκια... ήτανε ηλιαχτίδες που τρυπούσαν το μαύρο σκοτάδι της Κατοχής... ήτανε φαΐ στα άδεια στομάχια μας... ήτανε μπάλσαμο στην απελπισία, στην κατάρα, στον πόλεμο... Και δεν έφτανε αυτή η χαρά. Βγάλανε ανακοίνωση οι Γερμανοί πως εκτελέσανε εφτά Ελληνες, γιατί κοροϊδεύανε τα στρατεύματα κατοχής και τα στέλνανε σε ανύπαρκτους στόχους για δικό τους όφελος. Και μέσα στα ονόματα ήτανε και του Αντρέα, του γιου του γιατρού, του φίλου μας.
Οταν συνήλθαμε απ' την έκπληξη - τι συνήλθαμε δηλαδή... ακόμα ο Θανάσης χτυπιέται - Ρε συ Γιώργη, μου λέει. Ο θεός το 'κανε και δε με είδε κανείς που κόλλαγα τα χαρτάκια, θα είχα πάρει στο λαιμό μου τον Σήφη. Δε θα το άντεχα...
Να κι ο Σήφης κουτσαίνοντας. Ρε, παιδιά... τι έμαθα για τον Αντρέα... Αλήθεια είναι; Αυτός μας κάρφωνε; Τώρα που ξεκαθάρισε το πράμα, σας το λέω. Το ράδιο το 'σιαξα εγώ, αλλά στριμώχτηκε το πράμα πολύ. Να μην το ξανακούσουμε ομαδικά. Να βρούμε ποιοι έσιαξαν και κόλλησαν τις σημαίες σήμερα στις κολόνες, να γράφουμε τις πιο ενδιαφέρουσες ειδήσεις και να τις κολλάμε να τις διαβάζει ο κόσμος. Καλά που έτρεχα από πίσω απ' το σπίτι και το εξαφάνιζα αμέσως το ράδιο, θα μας είχαν εκτελέσει όλους.
ΥΓ: Του Αντρέα ο μπαμπάς ο γιατρός ήταν πεμπτοφαλαγγίτης κατάσκοπος των Γερμανοϊταλών. Τον μάθαμε στην Ηπειρο. Τον είχαν επιστρατεύσει όταν σπούδαζε. Ολη την οικογένεια δεν την ξαναείδε κανείς.
Του Γιώργη Παπάζογλου.

Πανελλαδική Συνέλευση ΑΝΤΑΡΣΥΑ, 27-28 Μάρτη.

Με τα συνθήματα "Αντικαπιταλιστική ανατροπή, η μόνη λύση" και "Κλιμακώνουμε με Απεργίες, Διαδηλώσεις, Καταλήψεις", η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλεί τους αγωνιστές της Αρυστεράς στην Πανελλαδική της Συνέλευση.

Ενόψει της Συνέλευσης του Μετώπου, που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 27 και την Κυριακή 28 Μαρτίου στο Σινέ Κεραμεικός στην Αθήνα, το Συντονιστικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έδωσε στη δημοσιότητα την πολιτική και την οργανωτική εισήγηση, προκειμένου να αποτελέσει αντικείμενο πλατιάς συζήτησης σε όλη την Ελλάδα.
Όπως αναφέρει το Συντονιστικό σε ανακοίνωσή του "Όποιες συντρόφισσες ή σύντροφοι επιθυμούν μπορούν να καταθέσουν ατομικά ή συλλογικά προτάσεις πάνω στις εισηγήσεις ή και δικά τους κείμενα πολιτικού προβληματισμού μέχρι και το Σάββατο 27 Μαρτίου. Ο προβληματισμός που θα αναπτυχθεί και οι προτάσεις που θα κατατεθούν και προφορικά κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης θα καταγραφούν από επιτροπή που θα λειτουργήσει στα πλαίσια της συνέλευσης, προκειμένου να ενσωματωθούν στο μέτρο του δυνατού στο τελικό κείμενο και έτσι να εκδοθεί συναινετικά η τελική απόφαση της Συνέλευσης. Όλα τα κείμενα θα δημοσιοποιηθούν σε ειδικό δελτίο που θα εκδοθεί μετά τη Συνέλευση προκειμένου να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης σε κάθε τοπική ή κλαδική επιτροπή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ."
Διαβάστε την Πολιτική Εισήγηση για την Συνέλευση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Διαβάστε την εισήγηση για την οργανωτική λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Παθήματα, γιατροί και γιατρικά στου Μακρυγιάννη τα γραφτά...

Ο Μακρυγιάννης γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1797, σ’ ένα λόγγο, στο χωριό Αβορίτι έξω από το Λιδορίκι. Κι όπως γράφει ο ίδιος: «Είχε πάει η μητέρα μου να μαζώξει καλαμποκιές για τα ζώα και με γέννησε και με τύλιξε με τις καλαμποκιές... μόνη της η καημένη κι αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε κι εγώ. Ξελεχώνεψε και συγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και επήγε εις το χωρίον. Σε κάμποσον καιρόν έγιναν τρία φονικά εις το σπίτι μας και χάθη ο πατέρας μου». Και ο βιογράφος του, Γιάννης Βλαχογιάννης, συμπληρώνει: «Η μήτηρ του αφού τον εγέννησε επί των τραχέων ορέων της Δωρίδος, τον εγαλούχησεν επί ολόκληρον τετραετίαν ως θρεφτάρι».
Από εφτά χρονών παιδί άρχισε να δουλεύει στη Λειβαδιά όπου είχαν καταφύγει. Μέχρι 15 ετών πολλά υπέφερε. Από ηλικίας 19 ετών μέχρι των αρχών του 1821, ασχολήθηκε με το εμπόριο και κέρδισε αρκετά ώστε, όταν άρχισε ο αγώνας, είχε ικανή περιουσία. Κατά την πορεία της επανάστασης για την λευτεριά της πατρίδος, ξόδεψε το βιός του για να βοηθήσει τον απελευθερωτικό αγώνα. Σε ηλικία 23 ετών, μυείται στην Φιλική Εταιρεία. Και από τότε ο άδολος αυτός πατριδοφύλακας έλαβε μέρος σε πολλές μάχες με αφοβία, ανδρεία, αυτοθυσία: στη μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Άρτας, στη μάχη για την άλωση της Υπάτης, στη μάχη της Βελίτσας, στην πολιορκία του Νεοκάστρου, στους Μύλους του Ναυπλίου, στην άλωση και την πολιορκία της Ακρόπολης και σε όλες τις μάχες που δόθηκαν στις γύρω θέσεις του στρατοπέδου του Πειραιά με τον στρατό του Κιουταχή.
Στην Άρτα τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον κλείσανε στο κάστρο, εβδομήντα πέντε μέρες τον τυράννησαν με βασανιστήρια, ό­­μως δεν μαρτύρησε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Παρά λίγο γλίτωσε το κρέμασμα. Άλλη φορά, γράφει ο ίδιος, «πήγαν να με χαλάσουνε και μ’ έβαλαν σ’ ένα μπουντρούμι κι απ’ τα χτυπήματα επρήστηκε το σώμα μου και κοντήλιασε και ήμουν εις θάνατο. Έταξα αρκετά χρήματα ενού Αρβανίτη να βγω να μη ιδή γιατρός και να πάρω και γιατρικά και τα χρήματα». «Ανήρ τοιούτος δεν έμελλε ταχέως να αποθάνη», συμπληρώνει ο Βλαχογιάννης, «τότε, και πολλάκις ύστερον», έδειξεν ότι «η ψυχή του ήτανε βαθειά».
Σε μερικές από τις μάχες αυτές ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές και κέρδισε πληγές που τον βασάνιζαν ως το τέλος της ζωής του. Την πρώτη πληγή στη μάχη του Πέτα, όπου «σκοτώθηκαν τρεις από μας και έξι πληγωμένοι. Επληγώθηκα κι εγώ ολίγον εις το δεξί ποδάρι», γράφει. Κατά την φυγή των προσφύγων από την Άρτα, ανέλαβε να προστατεύσει τους δυστυχείς Αρτηνούς οπού έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί, τότε όπως γράφει «πούντιασα εις τον δρόμον κι από το κιντέρι μου (στεναχώρια) αρρώστησα και πήγα να πεθάνω. Είχα πέντε γιατρούς. Άνοιξε η μύτη μου και δεν στανιάριζε, το αίμα πήγαινε λεγένια και μόβαιναν φτήλια μέσα. Κι έκαμα άρρωστος εις τον κίντυνον ως το Μάρτη. Πιάστηκαν τα ποδάρια μου, δεν έβλεπα κι’ από τα μάτια. Αφού ήμουν αδύνατος πολύ και δεν μπορούσα να κινηθώ ήρθε ο αδερφός μου και με πήρε εις το Σάλωνα, σ’ ένα χωρίον ονομαζόμενον Σερνικάκι. Και εκεί αλλάζοντας τον αγέρα, ανάλαβα από αυτό και περιποίησιν συγγενική».
Τον Ιούνιο του 1825 δόθηκε η νικηφόρα μάχη στους Μύλους του Ναυπλίου, όπου αποφασιστική στάθηκε η συμμετοχή του Μακρυγιάννη ο οποίος «έδειξε απαράμιλλα θαύματα ηρωισμού». Εκεί όμως, πυροβολώντας τον οι Τούρκοι, τον λάβωσαν σοβαρά στο δεξί χέρι. Το μολύβι που τον χτύπησε ήταν μεγάλο, «από μουσκέτο», και «τούφαγε» όλα τα κόκαλα. «Μόπεσε το σπαθί από το χέρι, δεν βαστιέταν το αίμα, τύλιξα το χέρι εις το πουκάμισο να μην ιδούνε οι άνθρωποι. Αφού ο πόλεμος τελείωσε με πήραν και με πήγαν εις την φρεγάδα την Γαλλική γύρευαν να με κρατήσουν μέσα εις την φρεγάδα δια να με γιατρέψουν. Εγώ δεν θέλησα. Μόδεσαν οι γιατροί το χέρι». Όμως «η πληγή του χεριού μου πήγαινε κακά. Πρήστηκε το χέρι μου και γίνη τούμπανο. Γύρευαν να μου το κόψουνε εις τον νώμον οι γιατροί, γιατί καγγραίνιασε, τριανταοχτώ μερόνυχτα δεν έκλεισα μάτι. Μ’ ετοίμασαν εις θάνατον, έφερε όλα τα σύνεργα ο γιατρός να μου το κόψη». Γλύτωσε τον ακρωτηριασμό τότε στο Ανάπλι, γιατί, όπως μας πληροφορεί στη συνέχεια, όταν πήγε ο γιατρός για να του κόψει το «τουμπανιασμένο» χέρι του, ο Μακρυγιάννης σηκώθηκε πάνω και τον κυνήγησε με το γιαταγάνι του «και γκρεμίστη κάτου από την σκάλα –ο γιατρός– και γλύτωσε, ειδέ θα τον πάστρευα».
Και έφυγε από το Ανάπλι και ήρθε στην Αθήνα, όπου βρισκόταν τότε ο φημισμένος εμπειρικός Τούρκος γιατρός, ο Χασάν Αγά Κούρταλης, γνωστός ιδιαίτερα στα στρατεύματα της Ανατολικής Ευρώπης, όπου είχε δράσει. Ο Οθωμανός αυτός γιατρός είχε φτάσει στην Αθήνα, ακολουθώντας το σώμα του Ανδρούτσου. Ο Μακρυγιάννης τον γνώριζε από τον καιρό που πολεμούσε με τον Οδυσσέα στη Ρούμελη –τον είχε εμπιστοσύνη– και πράγματι πέρασε ο κίνδυνος και σε έξι μήνες μετά παντρεύτηκε την Αικατερίνη Σκουζέ.
Το τσακισμένο χέρι του όμως δεν έγινε ποτέ εντελώς καλά, γι’ αυτό, όταν κατετάχθη στο τακτικό σώμα, «εγυμνάζετο ως απλούς στρατιώτης δια ξυλίνου όπλου ένεκα του τραύματός του».
Στις μάχες που έγιναν γύρω από την Ακρόπολη, τον Οκτώβριο του 1826, τραυματίστηκε σοβαρότερα από κάθε άλλη φορά στο κεφάλι. Να πώς το περιγράφει ο ίδιος: «Με ντουφέκισαν οι Τούρκοι, τους ντουφέκιασα κι εγώ εις τον σωρό. Μου δίνουν ένα ντουφέκι και με πληγώνουν εις τον λαιμόν. Τότε έπεσα. Ο τόπος ήταν στενός, οι άνθρωποι τζακίστηκαν πατούσαν απάνου μου και διάβαιναν και, στενός ο τόπος, μ’ αφάνισαν. Έβλεπαν και τα αίματα, έλπιζαν ότι είμαι σκοτωμένος». Μα σε λίγο σηκώθηκε όρθιος και «μισο-ντραλισμένος» πολεμούσε με τους άλλους περισσότερο από τρεις ώρες. Οι Τούρκοι όμως όρμησαν και τον ξαναπλήγωσαν στο κεφάλι, «εις την κορφή. Γιόμωσε το σώμα μου αίμα». Οι άνθρωποί του γύρευαν να τον πάρουν μέσα στο κάστρο της Ακρόπολης, μα αυτός αρνιόταν. «Ξαναλαβώνομαι κι εγώ πίσω εις το κεφάλι πολύ κακά». Το μπάλωμα του φεσιού του έφτασε ως μέσα στα κόκαλα κι ακούμπησε «εις την πέτζα του μυαλού».
Την αυγή πιάστηκε ο πόλεμος, τελείωσε το βράδυ. Η κατάστασή του, ύστερα από τις λαβωματιές, ήταν τόσο άσχημη που ούτε ο γιατρός ο Κούρταλης δεν δέχονταν να τον «επιχειριστή» γιατί ήταν βαριά και είχε στραγγίξει το αίμα του όλο. Ο γιατρός τον ανέλαβε, αφού πρώτα ζήτησε υπογραφές όλων όσων βρίσκονταν μέσα στο κάστρο, που έγραφαν πως δεν θα έχει καμιά υποψία ο ίδιος, αν τελικά πέθαινε ο Μακρυγιάννης. «Τότε με ’πιχειρίστη, κινδύνεψα να πεθάνω από τους πόνους του κεφαλιού και το πάτημα όπου μόκαναν εις το σώμα μου, στην μέση μου, κάτι μου χάλασε μέσα αυτό το πάτημα και με πάγει αίμα ως σήμερα». Γι’ αυτό και ο Βλαχογιάννης γράφει ότι: «Σωματικώς ο Μακρυγιάννης ήτο πλέον ανάπηρος ένεκα του πλήθους των πληγών. Αφ’ ης ημέρας έλαβεν επί της κεφαλής τα βαρέα τραύματα πολέμων υπέρ της Ακροπόλεως, μέχρι τέλους του 1832 τρις και τετράκις είχεν ασθενήση σοβαρώς. Εν Πειραιεί εμάχετο έχων όλον σχεδόν το σώμα εντός επιδέσμων. Η κεφαλή, η δεξιά χειρ και η οσφύς ήταν συντετριμμέναι, υπέφερε λίαν επί της φλογώσεως των πληγών». Οι πληγές αυτές αφόρμιζαν κάθε τόσο. «Τα τραύματά του, τα αενάως φλέγοντα και στάζοντα ήσαν προς αυτόν η τραγικώς συμβολική εικών των αστείρευτων τραυμάτων της πατρίδος».
Από σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά της περιόδου 1835-1838 παρουσιάζουμε αποσπάσματα για την κατάσταση του Μακρυγιάννη: «Επί του μετωπικού και του κατ’ ινίου οστού παρατηρούνται κοιλότητες άνευ σχεδόν οστών... Τοιαύτα τραύματα παράγουσι ζάλας, συμφορήσεις, διαρκείς κεφαλαλγίας», Δρ. Λιντερμάουερ, βασιλικός ελληνικός αρχίατρος.
«Οι υποφαινόμενοι ιατροί επισκεφθέντες τον στρατηγόν Μακρυγιάννη πάσχοντα από φλεγμονών πρώτον του βραχίονος εκ των παλαιών τραυμάτων και εις εμπύωσιν αποσταθείσαν και ύστερον από σποραδική χολέραν, από την οποίαν μόλις δια της ιατρικής τέχνης εσώθη, πιστοποιούμεν ότι δεν δύναται να υποφέρη κακουχίας και κόπους και να είναι μακράν ιατρικής βοηθείας». Δημ. Μαυροκορδάτος, καθηγητής, γιατρός Ν. Κωστής.
Επειδή ο Μακρυγιάννης ήταν ο εμπνευστής και ο βασικός εμψυχωτής της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια της μοναρχίας.
Τον Απρίλιο του 1851, με το συκοφαντικό αιτιολογικό ότι οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα, ετέθη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Τον Δεκαπενταύγουστο μεταφέρεται άρρωστος στις φυλακές του Μεντρεσέ, «και τον ραπίσανε, τον προπηλακίσανε, και τον κρίνουνε σε μια δίκη που ήτανε μια μεγάλη αδιαντροπιά», γράφει ο Σεφέρης.
Να τι έστειλε διαμαρτυρόμενος στις εφημερίδες ο ίδιος ο Μακρυγιάννης – καμιά όμως δεν τόλμησε να δημοσιεύσει τη διαμαρτυρία του αυτή. «Πότε ακούσατε ότι είμαι θηρίον εις την κοινωνίαν; Πότε έβλαψα την πατρίδα; Έχω δύο πληγάς εις την κεφαλήν, άλλην εις τον λαιμόν, άλλην εις την χείραν, ήτις ως εκ τούτου δεν έχει κόκκαλα, άλλην εις την πόδα και άλλην εις την γαστέρα, και είμαι ζωσμένος με τα σίδερα και φυλάττω τα έντερα εντός αυτής. Αυτάς τας πληγάς τας έλαβον δια την πατρίδα και όταν αλλάξη ο καιρός, οι δριμύτατοι πόνοι με καθιστώσι παράφρονα».
Μετά λίγες μέρες, τον μεταφέρουν από τις φυλακές στο απομονωτήριο του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. «Αφού προηγουμένως ο μοίραρχος Πτολεμαίος τον ερράπισε, τον ωδήγησε πεζή χλευαζόμενον και ωθούμενον δια των υποκοπάνων υπό των στρατιωτών εις το Νοσοκομείον, όπου εφυλάκισεν εις στενόν και άθλιον δωμάτιον. Εν αυτώ μένων έπασχεν ο Μακρυγιάννης υπό της υγρασίας και δυσωδίας». Τον Μάρτιο του 1853 καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο «ένοχος εσχάτης προδοσίας». Από το δικαστήριο ωδηγήθηκε στη φυλακή, πάλι μέσα στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Μιλώντας για την παραμονή του εκεί ο γιατρός Γούδας είπε ότι «ο Μακρυγιάννης ετάφη ζων». Ο αρχίατρος Τράιμπερ, που τον επισκέφτηκε, γράφει πως το δωμάτιό του ήταν «δυσωδέστατον και ρυπαρότατον». Η ποινή του θανάτου μετεβλήθη και τον Σεπτέμβριο της άλλης χρονιάς, 1854, αποφυλακίστηκε.
Όμως η διαμονή του στη φυλακή και νέες αρρώστιες –κήλη και προστάτης– τον είχαν εξαντλήσει σωματικώς. Παρ’ όλα αυτά, «δεν έχασε, ψηλός και λεπτός ως ήτο, τον αέρα της λεβεντιάς της ουδέποτε γηρασκούσης, αλλά θαλλούσης πάντοτε». Παρά την αποφυλάκισή του δεν έλειψαν οι εναντίον του ενοχλήσεις. Να τι γράφει το 1859. «Αφού με λευτέρωσαν και πήγα εις το χαλασμένο μου σπίτι... μ’ ανάδωσαν οι πληγές την μια Λαμπρή επέρσι και την Λαμπρή οπού πέρασε ... πήγα εις την σπηλιά οπούνε εις το περιβόλι μου να ξανασάνω και με στανιό και ακουμπώντα με το ξύλο έσωσα εκεί, μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες πάνω μου “Φάγε από αυτές στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χόρτασης, οπούθελες να κάμης σύνταγμα”. Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι από τα αγκυλώματα, και με πάγει ως την σήμερον το όμπυον, και το αίμα από μπροστά και από πίσω, εσάπισα, εσκουλίκιασα. Κι ανήμερα με χτύπησαν πολύ, έμεινα νεκρός, δεν στανόμου, ζωντανός είμαι ή πεθαμένος».
Στις 27 Απριλίου 1864, πέθανε «εξ υπερβαλλούσης σωματικής εξαντλήσεως». Στον επικήδειό του λόγο, ο ιατρός Αναστάσιος Γούδας είπε: «Αποκαλύψατε την κεφαλήν και θέλετε εύρη ανωτέρω του δεξιού μετώπου εν πολύτιμον παράσημον, μίαν ουλήν και υπ’ αυτήν κάταγμα μετ’ εισθλάσεως, αποκαλύψατε τον τράχηλον και θέλετε εύρη πολυτιμότερον παράσημον, σφαίραν εχθρικήν εγκυστωμένην και άχρι της σήμερον εις τας σάρκας του στρατηγού. Αποκαλύψατε το στήθος και θέλετε ιδή δια μιας τρία συνάμα έτι πολυτιμότερα παράσημα, τρεις μεγάλας ουλάς. Αποκαλύψατε τον αριστερόν βραχίονα και θέλετε εύρη το μέγιστον ίσως των παρασήμων, απηρχαιωμένον κάταγμα μετά τινός δυσμορφίας. Αποκαλύψατε τον δεξιόν μηρόν και επ’ αυτού θέλετε εύρη παράσημον πολυτιμότερον πάσης οιασδήποτε ταινίας, μίαν δηλαδή τεραστίαν ουλήν. Αι πληγαί συχνά ηνοίγοντο αιμορροούσαι. Ο εξ αυτών πυρετός κατεβίβρωσκεν αυτόν. Η ζωή αυτού διήρχετο σχεδόν επί της κλίνης. Βαρείαι νόσοι επήρχοντο, η δε ανάρρωσις εγίνετο βραδυτάτη. Ταύτα ήσαν τα αγαθά ων έλαχεν ο Μακρυγιάννης ως αμοιβής των υπέρ της πατρίδος εξόχων υπηρεσιών αυτού. Πληγαί και ασθένειαι πολυώδυνοι, και μετ’ αυτών πενία δυσθεράπευτος ομοίως ως εκείναι».
Στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε επίσης και για τον θάνατο του Γκούρα κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως όταν «εις απάνου εις την φωτιάν τον βάρεσαν εις τον αμήλιγγα και δεν μίλησε τελείως». Επίσης για τον θάνατο του Καραϊσκάκη, στο Φάληρο. Προηγουμένως ο Μακρυγιάννης περιγράφει πως φτιάχνοντας ταμπούρια μέσα στα βαλτόνερα «ήμαστε μέσα εις το νερό νύχτα και ημέρα. Μίαν βραδειά έβρεξε και γιόμωσε το καμίνι εις το νερόν κι από αυτό, όπου ήμουν αδύνατος μ’ έπιασε μια στένωση σαν χτικιόν» (πιθανόν από βρογχόσπασμο, δύσπνοια). Ο Καραϊσκάκης τραυματισμένος «ήταν βαρεμένος εις τα’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά ... Μας είπε με χωρατά. Εγώ πεθαίνω όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν».
Ακόμη έχουμε στα απομνημονεύματα την περιγραφή ενός πολύ γενναίου περιστατικού που έχει ιατρικό ενδιαφέρον: «Ένας ατρόμητος άντρας από τους Κολοβάτες (είναι του Σαλώνου χωριόν), τον λέμε Μήτρο Καθάριον (αλήθεια καθάριος κι’ ατίμητος είναι), αφού τζακιστήκαμε στην χώρα και τραβηχτήκαμε εις το ψήλωμα, οι ειδικοί μας όλοι κ’ εμείς φκειάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε. Αυτός ο δυστυχής ήταν μέσα εις την χώραν σε σπίτι μπασμένος. Αφού φύγαμε εμείς, αυτός έμεινε μόνος του. Του ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου του, παίρνει ένα γιαταγάνι τούρκικον και σκοτώνει τέσσερους, κι εκεί οπού τον πολεμούσαν του δίνουν μίαν μαχαιριά εις την κοιλιά και σκοτώνει τον Τούρκον και με το μαχαίρι εις την κοιλιάν ήρθε εκεί όπου είμαστε εμείς, εις το ταμπούρι. Και δεν του πειράξαμεν το μαχαίρι, με τούτο εις την κοιλιά τον πήγαμε εκεί οπούταν οι ειδικοί μας και ήταν ο γιατρός, και τόβγαλε το μαχαίρι και με των μερμήγκων τα κεφάλια τόρραψε την κοιλιά. Και τράβηξε ο καϊμένος ένα χρόνον να γιατρευθή. Γέρευε και πάλε ξηλώνεταν, κι έβγαιναν οι κοπριές από την κοιλιά οπούταν η πληγή. Και ζη τώρα και δεν έχει ψωμί να φάγη».
Ο Βλαχογιάννης, επεξηγώντας την ραφή των τραυμάτων «δια κεφαλών μυρμήγκων»,­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­ γράφει: έβαζαν μεγάλα μυρμήγκια να δαγκάσουν τα χείλη του τραύματος και μόλις αυτά κλείναν τα σαγόνια τους τα αποκεφάλιζαν. Κόβοντας το σώμα τους δηλαδή, αμέσως, έμενε το κεφάλι τους που σχημάτιζε έτσι «βελονιά ικανώς ισχυράν. Η δια κεφαλών μυρμήγκων ραφή των τραυμάτων υπάρχει και παρ’ αγρίοις λαοίς».
Το 1851 ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει ένα άλλο έργο που ονομάστηκε «Οράματα και θάματα». Εδώ αφηγείται θαύματα που συνέβησαν στον ίδιο, σε δικούς του και στην πατρίδα. «Τα 1837, γράφει, μου άνοιξαν οι πληγές του σώματός μου και έκανα αστενής τέσσερους μήνες. Είχα οχτώ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οι ελπίδες και από μέναν και απ’ όλους τους γιατρούς...». Από τους γιατρούς αυτούς που έκαμαν ό,τι μπορούσαν και ό,τι επέβαλε η επιστήμη τους και η εμπειρία τους –επιστήμονες και εμπειρικούς– γνωστοί είναι: ο συγγενής του οικογενειακός γιατρός Αλέξανδρος, ο Πέτρος Ηπίτης, που είχε χρηματίσει και γιατρός του Υψηλάντη, ο ιατρο-χειρούργος Άγγελος Οικονόμου από το Δίστομο, ο Αναστάσιος Γούδας, ο αρχίατρος Δρ. Α. Λιντερμάουερ, ο Αν. Γεωργιάδης Λευκίας, ο Ι. Βούρος, ο Δ. Μαυροκορδάτος, ο Χασάν αγάς Κούρταλης.
***
Τη βελτίωση της υγείας του την αποδίδει στον Θεό «τον αληθόν γιατρόν», όπως γράφει. Και συνεχίζει: «Τους γιατρούς τους πλερώνομεν τον κα­θένα από ’να και από δύο τάλιρα την βίζιτα, και δεν μας γιατρεύουν, μας αποφασίζουν εις θάνατον. Αυτός ο γιατρός όπου μας ανασταίνει και μας διατηρεί, δεν του δίνομεν πλερωμήν, να μην τον δοξάσουμε και να τον ευχαριστήσομεν;».
Η γνώμη του για τους γιατρούς της εποχής του, που όχι δεν γιάτρευαν τον άρρωστο, αν και πληρώνονταν ακριβά, αλλά και τον είχαν ξεγραμμένο, έχει βέβαια κάποια δόση υπερβολής, γράφει ο Άγγελος Παπακώστας. Όμως ο Μακρυγιάννης είχε πάθει πολλά. Οι γιατροί του Ναυπλίου όχι μόνο του αφαίρεσαν δύο πλευρές άσκοπα, αλλά και σκόπευαν να του κόψουν το χέρι, μετά τη μάχη στους Μύλους.
Περιγράφει ακόμη τη θαυματουργική ίαση της γυναίκας του που «σάπισαν τα στήθη της, την πονούσαν, οπού δεν κοιμόταν νύχτα και ημέρα. Αδυνάτισε πολύ από τα αίματα, από πλήθος αβδέλλες και γλιστήρια (κλύσματα) και γιατρικά, πλέον φρένιασε». Όμως έγινε καλά η «χιλιδόνα του» (η γυναίκα του) και «δεν έμειναν ορφανά τόσα αδύνατα χιλιδονάκια». Σημειώνουμε πως είχε συνολικά δώδεκα παιδιά από τα οποία, σε μικρή ηλικία, πέθαναν τα έξι.
Αναφέρεται και σε θαυματουργική θεραπεία από την Μεγαλόχαρη ενός παιδιού του «που έβγαλε το τρικούκουλο (δοθιήνες) και του άνοιξαν σε όλο του το σώμα είκοσι πέντε τρύπες και δεν μπόρεσαν να το γιατρέψουν όλ’ οι ιατροί της Αθήνας και απ’ όξω άλλοι πραχτικοί».
Αναφέρεται ακόμη σ’ ενός αγωνιστού παιδί «που όταν σκοτώθη ο πατέρας του ετρελάθη και ξέκλαγε (ξέσχιζε) τα σκουτιά του και μνήσκει έτσι καθώς γεννήθη, κατήντησε να μην ζυγώνει ο άνθρωπος πλησίον του, τον είχαν δεμένο ως οχτώ μήνες, όπου ήταν και ποδάρια και χέρια πιασμένα». Αυτό το παιδί το έστειλε με την μητέρα του και την αδερφή του στην Βαγγελίστρα της Τήνου και «ξημερώνοντας της χάρης της πάγει μια κοκκινοφόρα και το έλυσε και τότε αισθάνθη ο άνθρωπος σε τι κατάσταση ήτον, και ήβρε τα σκουτιά του μόνος του, και πήγε εις την Εκκλησίαν και θιάμαξε ο κόσμος όλος».
Σ’ αυτό το βιβλίο περιγράφει και πάλι τη μάχη στην Ακρόπολη «Όταν επληγώθηκα εις το Κάστρος των Αθηνών, μιαν ημέρα πήρα τρεις πληγές. Τότε οι άνθρωποι έλπιζαν ότ’ είμαι τελειωμένος και πατούσαν απάνω μου. Οι πληγές κι αυτό το πάτημα, ήρθα εις τον θάνατο... αυτό το μέρος εις την κοιλιά μου έκανε ένα σύνασμα αίμα, σαν λάσπη του βαενιού. Όταν βγήκα έξω, μετά καιρό, εις τ’ Ανάπλι, μου είχε γένει εν’ απόστημα και μια πέτρα. Μαζώχτηκαν γιατροί από τα καράβια τα ξένα και οι ντόπιοι και μου διόρισαν μια κούρα με μαλαχτικά, με αβδέλες και άλλα μπάνια. Τέσσερους μήνες, διαλύθη αυτό. Από τότε εις τα 1849 (δηλαδή 23 χρόνια μετά), με ήβρε το ίδιον. Αίμα και συγχρόνως αδύνατος ο τόπος εκεί. Μιαν ημέρα έκανα τις μετάνοιες μου, αιστάνθηκα πόνο, βγαίνει και το ξίγκι μου (κήλη). Πλακώσανε οι γιατροί, μου το ’δεσαν καλά».
Ο Μακρυγιάννης δεν υπέφερε μόνο από «τις αστένειές του» αλλά και από τις συνέπειες της πολεμικής του κατά της αδικίας και ιδιοτέλειας ορισμένων φορέων της εξουσίας που άφηναν τους αγωνιστές που είχαν θυσιάσει τα πάντα για την ελευθερία «να διακονεύσουν και να ταλαιπωρούνται ξιπόλητοι γυμνοί, νηστικοί στα σοκάκια εκείνης της ματοκυλισμένης πατρίδος» αντίθετα με άλλους που «βάνοντας την αρετή στα σίδερα, γύμνωσαν τον τόπο με το πλιάτσικο».
Τελειώνοντας, μια συγκινητική εικόνα που δείχνει το ψυχικό του μεγαλείο. Μετά την καταδικαστική απόφαση σε θάνατο από το δικαστήριο, οδηγήθηκε από τους χωροφύλακες στη φυλακή του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Τότε, όπως γράφει η εφημερίδα Αιών, στις 13/3/1853, «διερχόμενος όπισθεν της Ακροπόλεως και ιδών την θέσιν όπου άλλοτε επληγώθη πολεμών υπέρ της πατρίδος κατά των τυράννων αυτής, ήρξατο άδων αρματολικόν τραγούδιον ηρωϊκόν μετά καρδίας γενναίας, δια φωνής καθαρός και ατρόμου, συγκινήσας τους ακούοντας μέχρι δακρύων».
Μια από τις χάρες του Μακρυγιάννη, έγραφε ο Γ. Σεφέρης, είναι το συναίσθημα πως έχουμε στο πλάι μας έναν οδηγό –τόσο ανθρώπινο– που είναι στο μέτρο των πραγμάτων και των όντων.
Γιάννης Πατσώνης
Πηγές:
• Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εκδόσεις Γαλαξίας, Δωρικός, Ζαχαρόπουλος, Μέλισσα (εισαγωγή Σπύρου Ασδραχά), Μπάυρον.
• Γ. Σεφέρης, Δοκιμές (ένας Έλληνας: ο Μακρυγιάννης).
• Δ. Σταμέλος, Μακρυγιάννης – Το χρονικό μιας εποποιίας, Εστία.
• Γ. Μαρρές, Μακρυγιάννης – ένας γενναίος πατριδοφύλακας, Καλέντης.
• Μακρυγιάννη, Οράματα και θάματα, (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).
• Τετράδια Ευθύνης: «Για τον Μα­κρυ­γιάν­νη».

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό:

Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος!

Την εποχή της Τουρκοκρατίας υπήρχε στην Αθήνα ένας απαίσιος Αλβανός, που γύριζε στα διάφορα σπίτια των Χριστιανών και μάζευε τον καθιερωμένο κεφαλικό φόρο. Ονομαζόταν Κιουλάκ Βογιατζή. Ήταν δύο μέτρα περίπου ψηλός και το άγριο πρόσωπο του ήταν κατάμαυρο και βλογιοκομμένο. Οι Έλληνες, μόνο που τον έβλεπαν, τους κοβόταν η ανάσα.
Ο λόρδος Βύρωνας που τον γνώρισε από κοντά, γράφει ότι έμοιαζε σαν δαίμονας, που ξεπήδησε από την κόλαση κι ότι τα παιδιά πάθαιναν ίλιγγο τρόμου, όταν τον αντίκριζαν, ξαφνικά μπροστά τους.
Ο Κιουλάκ Βογιατζή κρατούσε πάντοτε στα χέρια του ένα κοντόχοντρο κόπανο και με αυτόν απειλούσε τους Χριστιανούς. Έλεγε, δηλαδή ότι θα τους σπάσει το κεφάλι, αν δεν του έδιναν μια χρυσή λίρα ή δύο φλουριά, όπως απαιτούσε ο κεφαλικός φόρος κάθε έξι μήνες.
Ο Αλβανός, όμως αυτός ήταν τόσο κουτός, ώστε δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα διάφορα νομίσματα της εποχής εκείνης. Έτσι, πολλοί Έλληνες που δεν είχαν να πληρώσουν, του έδιναν μερικές μπρούτζινες δεκάρες, που τις γυάλιζαν προηγούμενα, για να φαίνονται χρυσές και τον ξαπόστελναν. Από τότε, λοιπόν, έμεινε η φράση που τη λέμε, συνήθως για τους ελαφρόμυαλους.
Μπογιατζής δεν ήταν άλλος από το Κιουλάκ Βογιατζή με τον κόπανο του.