24/3/10

ΑΦΥΠΝΙΖΕΤΑΙ Η ΦΥΣΗ!

Οι αρκούδες σήμαναν την άνοιξη.
Το εαρινό ξυπνητήρι χτύπησε για τα καλά στο Περιβαλλοντικό Κέντρο του «Αρκτούρου» στη Φλώρινα.

Oι αρκούδες ξύπνησαν στη Βόρεια Ελλάδα. Ο «ύπνος» τους, αν και σύντομος εφέτος, φαίνεται ότι ήταν ικανοποιητικός. Ο ήπιος, ως τα μέσα Ιανουαρίου, χειμώνας τις είχε κρατήσει ξύπνιες. Ακολούθησε όμως σφοδρή χιονόπτωση που τις έριξε σε χειμέριο ύπνο για περίπου δυόμισι μήνες. Στο, ακόμη και σήμερα, χιονισμένο Περιβαλλοντικό Κέντρο του «Αρκτούρου» στο Νυμφαίο της Φλώρινας έχουν πια ξυπνήσει οι 11 από τις 13 αρκούδες που φιλοξενούνται εκεί. Μόνο ο νεαρός Μίσα από το Βελιγράδι- μια 15χρονη ψηλή και αδύνατη αρκούδα με μακριά μουσούδα, η οποία αγαπά ιδιαίτερα τα πρωινά γεύματα- δεν λέει να... ανοίξει το μάτι του. Αλλά και η Τασούλα , αφού άνοιξε ένα... βλέφαρο και είδε το χιόνι, είπε να ξαναπέσει για ύπνο ώσπου να λιώσει τελείως. Ετσι πρόσθεσε και άλλα φύλλα στο... στρώμα της και ξανακοιμήθηκε, για να ξυπνήσει τελευταία όπως κάθε χρόνο. Αντίθετα, ο υπέργηρος σαρανταπεντάρης Ανδρέας - οι αρκούδες ζουν το πολύ 25 χρόνιαξύπνησε ακμαίος. Ο Γιωργάκης και η Ειρήνη μοιράστηκαν και εφέτος την ίδια φωλιά και ξύπνησαν ταυτόχρονα. Για τα υπόλοιπα μέλη της αρκουδοπαρέας, τον Μήτσο , την Κατερίνα και τον Κυριάκο , η περίοδος ύπνου και αφαγίας, αν και σύντομη, τους άνοιξε την όρεξη. Η μοναχική Βέσνα παραμένει νευρική, αφού δεν καλοκοιμήθηκε. Τελευταία έπεσε στη... φωλιά της, πρώτη σηκώθηκε. Η Μπάρμπαρα, ο Μανώλης, ο Γιώργος και ο Ντιουκ δείχνουν να «χόρτασαν» τον ύπνο, καθώς είναι ιδιαίτερα δραστήριοι.
«Είναι πολύ σημαντικό οι αρκούδες του καταφυγίου να πέφτουν σε ύπνο. Αυτό σημαίνει ότι βρίσκονται κοντά στον φυσιολογικό κύκλο» λέει η κυρία Βάσω Πετρίδου από τον «Αρκτούρο». Τα ζώα που φιλοξενούνται στο Νυμφαίο- σε ένα φυσικό δάσος οξιάς 50 στρεμμάτων- ζούσαν σε αιχμαλωσία όλη τους τη ζωή και δεν έχουν εκπαιδευθεί από τις μητέρες αρκούδες στη Φύση. «Είναι σημαντικό που έχουν προσαρμοστεί σε αυτόν τον φυσικό βιότοπο και έχουν αποκτήσει κατά το δυνατόν φυσικές συνήθειες. Οι περισσότερες αρκούδες μάλιστα έχουν φτιάξει μόνες τις φωλιές τους» επισημαίνει η κυρία Πετρίδου. Με τις άγριες αρκούδες της περιοχής, οι οποίες επίσης έχουν ξυπνήσει, επικοινωνούν μόνο οπτικά, διότι το καταφύγιο είναι περιφραγμένο. Οπως σημειώνει η κυρία Πετρίδου, «τα ζώα που πρέπει να παραμείνουν σε αιχμαλωσία, πρέπει να ζουν σε καταφύγια τα οποία αποτελούν φυσικό βιότοπο». Η κινητικότητα των αρκούδων μετά τη χειμερία νάρκη είναι αυξημένη, αν και δεν είναι εύκολο να συναντήσει κανείς αρκούδα στο δάσος- συνήθως οσφραίνεται την παρουσία του ανθρώπου προτού εκείνος αντιληφθεί τη δική της και απομακρύνεται.

Η κρυφή γοητεία του καπιταλισμού.

ΝΙΚΟΣ ΤΣΑΓΚΡΗΣ.

Λοιπόν, που λέτε, είμαστε εξαρτημένοι από τον καπιταλισμό, έτοιμοι να θυσιάσουμε οικονομικά και εργασιακά κεκτημένα υπέρ της σωτηρίας του καπιταλιστικού συστήματος. Αυτό αποτυπώθηκε και στα γκάλοπ για την απήχηση των «μέτρων σταθερότητας»: «Η πλειονότητα των Ελλήνων εργαζομένων βρίσκει θετικά τα κυβερνητικά μέτρα που προβλέπουν πάγωμα και περικοπές μισθών, γενναία αύξηση στην τιμή των καυσίμων, αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης...»!
Είναι δυνατόν;
Ναι, διότι είμαστε εξαρτημένοι απ’ τον καπιταλισμό, όπως οι καπνιστές από τη νικοτίνη. Εθισμένοι στα αγαθά του, στα λαμπερά παιχνίδια του. Τα καθρεφτάκια και τα κραγιόνια πλάνευ­αν τους Ινδιάνους και τους Αφρικανούς φύλαρχους (?) τα videogames, τα mp3 players και τα 3D phone ξετρελαίνουν εμάς και τα παιδιά μας: Ο καπιταλισμός βρίσκει και ξαναβρίσκει την κινητήρια δύναμή του στη δημιουργία αναγκών, λίγο ή πολύ τεχνητών, για κάθε άτομο, κάθε κοινωνία...
Είναι σαφές ότι το θέμα δεν αφορά μόνο τους Ελληνες, αλλά γενικότερα το ανθρώπινο είδος. Το οποίο, και διά μέσου των θρησκευτικών καθεστώτων αλλά και με το «πείραμα» του υπαρκτού σοσια­λι­σμού, απέδειξε ιστορικά πως δεν μπορεί να αντισταθεί στη γοητεία του καπιτα­λι­στι­κού συστήματος. Πως δεν αντέχει χωρίς τα αγαθά του καπι­ταλισμού ούτε προς χάριν της... «αιω­νιό­τητας», ούτε προς χάριν της «ισό­τητας και της κοινω­νικής δικαιοσύνης»: Εχω τη βεβαιότητα (ενθυμούμενος το πάθος των Μοσχοβιτών του ’80, στην περίοδο της ΕΣΣΔ, για ένα μπλουτζίν, ένα ζευγάρι νάιλον κάλτσες, έναν αναπτήρα Ronson...) ότι μια ισχυρή παράμετρος για την αναίμακτη ανατροπή του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ήταν η γοητεία που ασκούσαν τα λαμπερά αγαθά του καπιταλισμού στις κοινωνίες του «ανατολικού μπλοκ».
Να σώσουμε τον καπιταλισμό!
Να τον χρηματοδοτήσουμε από το υστέ­ρη­μά μας, να τον βοηθήσουμε να ξεπεράσει την κρίση! Είναι κάτι παράλογο, ειδικά όταν εκφράζεται από έναν λαό που μέχρι χθες οριζόταν ως λαός άναρχος, φημισμένος για την ανυπακοή του, την αντιεξουσια­στική ξεροκεφαλιά του.
Και όμως το κάνουμε, είμαστε "καθώς φαίνεται" έτοιμοι να το δεχτούμε αδιαμαρτύρητα!
Εν τέλει είμαστε μέτοχοι του καπιταλισμού!
Μέρος της κρίσης του και όχι μόνο της οικονομικής: «Υπάρχει κρίση πολιτισμού, κρίση στον ψυχισμό των ανθρώπων, η οποία εκδηλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο», είχε πει, λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Ελληνας στοχαστής Κώστας Αξελός.

23/3/10

Πενήντα ρήσεις του Ρήγα Βελεστινλή!


«Ὅποιος ἐλεύθερα συλλογᾶται συλλογᾶται καλά».Φυσικῆς ἀπάνθισμα, σελ. 24
«Κάλλιο ῾ναι μιᾶς ὥρας ἐλεύθερη ζωὴ παρὰ σαράντα χρόνια σκλαβιὰ καὶ φυλακή».Θούριος, στίχ. 7-8
«Ὅλοι χωρὶς ἐξαίρεσιν ἔχουν χρέος νὰ ἠξεύρουν γράμματα».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 22
«Ἐκ τῶν γραμμάτων γεννᾶται ἡ προκοπὴ μὲ τὴν ὁποίαν λάμπουν τὰ ἐλεύθερα ἔθνη».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 22
«Ὁ ἱερὸς τῆς πατρίδος ἔρως ἐμφωλεύει εἰς τὴν καρδίαν, καὶ ἡ καρδία δὲν γηράσκει ποτέ».Ἠθικὸς Τρίπους, σελ. 118
«Ἡ Πατρὶς ἔχει νὰ καταστήση σχολεῖα εἰς ὅλα τὰ χωρία διὰ τὰ ἀρσενικὰ καὶ θηλυκὰ παιδία».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 22
«Κάλλιο γιὰ τὴν πατρίδα κανένας νὰ χαθῇ ἢ νὰ κρεμάσῃ φούντα γιὰ ξένον στὸ σπαθί».Θούριος, στίχ. 57-58
«Γιὰ τὴν Πατρίδα ὅλοι νά ῾χωμεν μιὰ καρδιά».Θούριος, στίχ. 42
«Καιρὸς εἶν᾿ τῆς Πατρίδος ν᾿ ἀκοῦστε τὴ λαλιά».Θούριος, στίχ. 80
«Ἃς καταβάλουν εὐμενῶς ἕκαστος ἔρανον ὅ,τι βούλεται, ὁποῦ, βοηθούμενον πανταχοθεν, νὰ ἀναλάβῃ τὸ πεπτωκὸς Ἑλληνικὸν Γένος».Φυσικῆς Ἀπάνθισμα, σελ. θ´, «Πρὸς τοὺς ἀναγνώστας»
«Στὴν πίστιν τοῦ καθένας ἐλεύθερος νὰ ζῇ».Θούριος, στίχ. 43
«Οἱ ἄνθρωποι δὲν ἁμαρτάνουν, ἂν ἐρευνοῦν τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τὸν λόγον Του (τοῦ Δημιουργοῦ)».Φυσικῆς ἀπάνθισμα, σελ. 40
«Πάντοτε ἐπισφαλεῖς αἱ ἐπίνοιαι καὶ τῶν πλέον σοφῶν ἀνθρώπων».Φυσικῆς Ἀπάνθισμα, σελ. 64
«Ὑπὸ τὴν τυραννίαν τοῦ Ὀθωμανικοῦ δεσποτισμοῦ κανένας, ὁποιασδήποτε τάξεως καὶ θρησκείας, δὲν εἶναι σίγουρος μήτε διὰ τὴν ζωήν του, μήτε διὰ τὴν τιμήν του, μήτε διὰ τὰ ὑποστατικά του».Ἐπαναστατικὴ Προκήρυξις
«Νὰ μὴν ἀφεθῶσιν οὐδέποτε νὰ καταπατῶνται ὡς σκλάβοι εἰς τὸ ἑξῆς ἀπὸ τὴν ἀπάνθρωπον τυραννίαν».Ἐπαναστατικὴ Προκήρυξις
«Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, Χριστιανοὶ καὶ Τοῦρκοι, κατὰ φυσικὸν λόγον εἶναι ἴσοι».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 3
«Οἱ Νόμοι νἆν᾿ ὁ πρῶτος καὶ μόνος ὁδηγός».Θούριος, στίχ. 25
«Ὁ Νόμος εἶναι ὁ αὐτὸς διὰ τὸ πταῖσμα καὶ ἀμετάβλητος, ἤγουν δὲν παιδεύεται ὁ πλούσιος ὀλιγώτερον καὶ ὁ πτωχὸς περισσότερον διὰ τὸ αὐτὸ σφάλμα, ἀλλ᾿ ἴσια-ἴσια».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 3
«Ὁ Νόμος εἶναι ἐκείνη ἡ ἐλευθέρα ἀπόφασις, ὁποῦ μὲ τὴν συγκατάθεσιν ὅλου τοῦ λαοῦ ἔγινεν».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 4
«Ἡ Ἐλευθερία εἶναι ἐκείνη ἡ δύναμις ὁποῦ ἔχει ὁ ἄνθρωπος εἰς τὸ κάμῃ ὅλον ἐκεῖνο, ὁποῦ δὲν βλάπτει εἰς τὰ δίκαια τῶν γειτόνων του».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 6
«Τὸ ἠθικὸν σύνορον τῆς Ἐλευθερίας εἶναι τοῦτο τὸ ρητόν: Μὴ κάμῃς εἰς τὸν ἄλλον ἐκεῖνο ὁποῦ δὲν θέλεις νὰ σὲ κάμουν».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 6
«Τὸ δίκαιον τοῦ νὰ φανερώνωμεν τὴν γνώμην μας καὶ τοὺς συλλογισμούς μας, τόσον μὲ τὴν τυπογραφίαν, ὅσον καὶ μὲ ἄλλον τρόπον δὲν εἶναι ἐμποδισμένον».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 7
«Ὁ Νόμος ἔχει χρέος νὰ διαφεντεύῃ τὴν κοινὴν ἐλευθερίαν ὅλου τοῦ ἔθνους καὶ ἐκείνην τοῦ κάθε ἀνθρώπου».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 9
«Ὅλον τὸ ἔθνος ἀδικεῖται, ὅταν ἀδικεῖται ἕνας μόνος πολίτης».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 23
«Κανένας δὲν ἔχει τὸ δίκαιον νὰ στοχάζεται τὸν ἐαυτόν του ἀπαραβίαστον περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἄλλους».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 31
«Κανένας δὲν ἀντιστέκεται, ὅταν ἠξεύρῃ πὼς θὲ νὰ λάβῃ τὸ δίκαιόν του μὲ τὴν συνδρομὴν τοῦ Νόμου».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 33
«Ὅταν ἡ διοίκησις βιάζῃ, ἀθετῇ, καταφρονῇ τὰ δίκαια τοῦ λαοῦ καὶ δὲν εἰσακούῃ τὰ παράπονά του, τὸ νὰ κάμῃ ὁ λαὸς ἢ κάθε μέρος τοῦ λαοῦ ἐπανάστασιν, νὰ ἁρπάζῃ τὰ ἅρματα καὶ νὰ τιμωρῇ τοὺς τυράννους του, εἶναι τὸ πλέον ἱερὸν ἀπὸ ὅλα τὰ δίκαιά του καὶ τὸ πλέον ἀπαραίτητον ἀπὸ ὅλα τὰ χρέη του».Τὰ Δίκαια τοῦ Ἀνθρώπου, ἄρθρο 35
«Παρασταίνει ὅλον τὸ ’Εθνος τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὡς θεμέλιόν της ἐθνικῆς παραστήσεως καὶ ὄχι μόνον οἱ πλούσιοι καὶ οἱ προεστοί».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 21
«Κανένας πολίτης δὲν ἑξαιρεῖται ἀπὸ τὴν τιμίαν ὑποχρέωσίν του νὰ συνεισφέρῃ κατὰ τὴν δύναμιν καὶ τὰ πλούτη του τὰ εἰς δημοσίας ἀνάγκας δοσίματα».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 101
«Ἡ γενικὴ δύναμις τῆς Δημοκρατίας συνίσταται εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔθνος».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 107
«Ὡς πότ᾿ ὀφικιάλιος (ἀξιωματοῦχος) σὲ ξένους βασιλεῖς; ἔλα νὰ γίνῃς στῦλος δικῆς σου τῆς φυλῆς».Θούριος, στίχ. 55-56
«Οἱ Ἕλληνες... δέχονται ὅλους τοὺς ἀδικημένους ξένους καὶ ὅλους τοὺς ἐξωρισμένους ἀπὸ τὴν πατρίδα των δι᾿ αἰτίαν τῆς Ἐλευθερίας».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 120
«Γιὰ τὴν Ἐλευθερίαν νὰ ζώσωμεν σπαθί, πὼς εἴμασθ᾿ ἀντρειωμένοι, παντοῦ νὰ ξακουσθῇ».Θούριος, στίχ. 47-48
«Οἱ Ἕλληνες... ἀπαρνοῦνται καὶ δὲν δίδουν ὑποδοχὴν καὶ περιποίησιν εἰς τοὺς Τυράννους».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 120
«Οἱ Ἕλληνες... δὲν κάνουν ποτὲ εἰρήνην μὲ ἕνα ἐχθρόν, ὁποῦ κατακρατεῖ τὸν ἑλληνικὸν τόπον».Τὸ Σύνταγμα, ἄρθρο 121
«Ὡς πότε παλληκάρια, νὰ ζῶμεν στὰ στενὰ μονάχοι, σὰν λιοντάρια, στὲς ράχες, στὰ βουνά;».Θούριος, στίχ. 1-2
«Τί σ᾿ ὠφελεῖ ἂν ζήσῃς καὶ εἶσαι στὴ σκλαβιά; στοχάσου πὼς σὲ ψένουν καθ᾿ ὥραν στὴ φωτιά».Θούριος, στίχ. 9-10
«Συμβούλους προκομένους, μὲ πατριωτισμό, νὰ βάλωμεν εἰς ὅλα νὰ δίνουν ὁρισμόν».Θούριος, στίχ. 23-24
«Σταυρός, ἡ πίστις καὶ καρδιά, δουφέκια καὶ καλὰ σπαθιά, γκρεμίζουν Τυραννίαν, τιμοῦν Ἐλευθερίαν».Ὕμνος Πατριωτικός, στροφὴ 14
«Κ᾿ ἡ ἀναρχία ὁμοιάζει τὴν σκλαβιά».Θούριος, στίχ. 27
«Στὴν γνώμη τῶν τυράννων νὰ μὴν ἐλθῶ ποτέ, μήτε νὰ τοὺς δουλεύω, μήτε νὰ πλανηθῶ. Εἰς τὰ ταξίματά τους, γιὰ νὰ παραδοθῶ».Θούριος, στίχ. 33-35
«Σᾶς κράζῃ ἡ Ἑλλάδα, σᾶς θέλει, σᾶς πονεῖ ζητᾷ τὴν συνδρομήν σας μὲ μητρικὴν φωνή».Θούριος, στίχ. 85-86
«Μὲ μία καρδίαν ὅλοι, μιὰ γνώμην, μιὰ ψυχή, κτυπᾶτε τοῦ Τυράννου τὴν ρίζαν, νὰ χαθῇ».Θούριος, στίχ. 105-106
«Νὰ λάμψῃ πάλιν Λευθεριά, ὡς ἦτον τότε μιὰ φορά».Ὕμνος Πατριωτικός, στροφὴ 20
«Πῶς οἱ προπάτορές μας ὡρμοῦσαν σὰν θεριά, γιὰ τὴν ἐλευθερίαν πηδοῦσαν στὴ φωτιά».Θούριος στίχ. 117-118
«Νὰ σφάξωμεν τοὺς λύκους, ποὺ τὸν ζυγὸν βαστοῦν καὶ Χριστιανοὺς καὶ Τούρκους σκληρὰ τοὺς τυραννοῦν».Θούριος, στίχ. 121-122
«Εἰς τὴν δικαιοσύνην νὰ σκύψῃ ὁ ἐχθρός».Θούριος, στίχ. 124
«Αὐτοὶ (οἱ καπετανέοι) Τυράννους δὲν ψηφοῦν, κ᾿ ἐλεύθεροι στὸν κόσμον ζοῦν, πλοῦτος, ζωή, τιμή τους, εἶν᾿ μόνο τὸ σπαθί τους».Ὕμνος Πατριωτικός, στροφὴ 32
«Πάντοτε ἡ σταθερότης εἶναι πρᾶγμα ἐπαινετὸν αὐτὴ ἔχει τὰ πρωτεῖα πολλῶν ἄλλων ἀρετῶν».Ἠθικὸς Τρίπους, σελ. 187
«Σταθερὸς ἂς διαμένῃ στὴν φιλίαν του τινάς, γιὰ νὰ ἔχῃ τῆς ζωῆς του τὰς ἡμέρας του τερπνάς».Ἠθικὸς Τρίπους, σελ. 187

25 Μαρτίου 1942.

Τα βάσανα της Κατοχής δεν ήτανε μόνο σκληρά σα διαμαντάτσαλο και κοφτερά σα σπασμένα γυαλιά ξυράφια... ήτανε σκέτο πηχτό αίμα. Γίνονταν αερικό στην ψυχή σου κι αν χρειαζότανε, καρφιά στα μάτια δάκρυα και μια μεγάλη πέτρα στην καρδιά σου. Αμα ήθελε, γινόταν πείνα και γουργούριζε στα άδεια άντερά σου.
Το βάσανο του Σήφη ήταν στο πόδι. Λες και ήθελε τη δυστυχία του στη γη να καρφώσει κι έπεφτε το κορμί του όλο δεξιά όταν περπατούσε. Είχε πενήντα τα εκατό αγκύλωση στα γόνατα. Κούτσαβλε... τον κορόιδευαν τα παιδιά, αλλά δεν είχε πρόβλημα. Οταν παίζαμε κρυφτό, έτρεχε πρώτος να ξελευτερωθεί να φτύσει στη μάνα. Προλάβαινε. Αμα έβλεπε τα ζόρια, έτρεχε μόνο με το 'να πόδι, πηδούσε σα διάολος και δεν τον έφτανε στα τελευταία μέτρα κανείς. Τον ίδιο δεν τον ένοιαζε και πολύ που τον λέγανε κούτσαβλο, η μάνα του, όμως, με τις πέτρες μας κυνηγούσε και μας έδερνε και του 'λεγε να μην έρχεται μαζί μας. Μόνο να μας βλέπει από μακριά. Αχ ρε, παιδιά... Ποιος είδε το θεό και δεν τόνε φοβήθηκε... Οπως μας κοίταζε από μακριά ο Σήφης, δε μας πήγαινε καλά. Λες και μας προκαλούσε. Σα να μας έριχνε με τα μάτια πετριές που δεν ήτανε μαζί μας. Κάτι δεν πήγαινε καλά, που μας έβλεπε και μας κογιονάριζε και έκανε ό,τι κάναμε κι εμείς. Με σχέδια μάς κορόιδευε. Ετσι μου 'σαι; Πιάνει ο Θανάσης και διπλώνει το πόδι του κι αρχίζει να τον μιμείται και να περπατά όπως εκείνος... πάνω - κάτω όπως η μπάλα το σφυρί πάνω στ' αμόνι του γύφτου πάνω - κάτω... και στο τέλος, για να προλάβει δήθεν, πήδαγε με το 'να πόδι και τερμάτιζε και πάλι τα ίδια. Κι εμείς οι άλλοι παρακολουθούσαμε σα θέατρο θεατές, μέχρι που βγαίνει η μάνα του έξω, ποιος ξέρει σα ποια κατάρα ποιας τραγωδίας... ν' ανεμίζουνε τα τσεμπέρια της, φουστάνια της, τα μαλλιά της, τα χέρια της σα φονικά όργανα θανάτου και φοβέρας και μαύρης καταιγίδας κατά πάνω μας. Γινήκαμε σκόνη εμείς. Πού να μας πιάσει... Ν' αρρωστήσει ο γιος σου... να πάθει τα ίδια..., οστεομυελίτιδα να πάθει..., φώναζε στη μάνα του Θανάση.
Στην Κατοχή είχαμε γίνει πια παλικαράκια. Εγώ μια μέρα που πνιγότανε ένας Γερμανός έπεσα και τόνε βοήθησα να βγει. Στη φουρτούνα θα τον σκοτώνανε τα κύματα πάνω στα βράχια. Δεν είχε πάτημα εκεί και ήταν γεμάτο αχινούς. Δεν μπορούσες να πατήσεις. Δεν έβγαινες από κει ούτε με μπονάτσα. Ητανε απότομα, κάνανε κρέμαση τα βράχια και του είχανε δώσει και δυο τρεις και τον είχανε ξεσκίσει. Πήγα απ' τα βαθιά και του φώναζα: «Ελα προς τα εδώ... έλα μέσα... θα πάμε να βγούμε από αλλού». Και ήρθε και πήγαμε και βγήκαμε απ' το αυλάκι.
Τον είχα γνωρίσει απ' την πρώτη στιγμή. Πριν καμιά βδομάδα είχε κατέβει στα βράχια που κολυμπούσαμε, με άλλους τρεις ακόμα, με τα μπιστόλια τους και τις ξιφολόγχες και μας έλεγε πως είχαμε σκοτώσει Γερμανούς, τους κόψαμε τ' αυτιά και τα περάσαμε σ' ένα σύρμα και τα 'χαμε κάνει στεφάνι και τα 'χαμε φορέσει στο κεφάλι μας και καμαρώναμε. (Είχανε βρει σκοτωμένους Ελληνες με τ' αυτιά στο κεφάλι και Γερμανούς χωρίς αυτιά.)
Θέλετε τώρα εμείς να σας κόψουμε τ' αυτιά, να τα περάσουμε στο σύρμα και να βάλουμε στα κεφάλια μας; Κι έρχεται με την ξιφολόγχη και μου πιάνει τ' αυτί, μου το τράβαγε και με την ξιφολόγχη έκανε το σχέδιο πως θα μου το κόψει.
Τα πιτσιρίκια όλα, από ποιος ξέρει ποια αντίδραση, γελούσαμε ή κάναμε σα χαζά. Πουλούσαμε τρέλα, κάναμε πως δεν καταλαβαίναμε. Κι εγώ ακόμα που μου κρατούσε τ' αυτί, δεν αντέδρασα. Εκανα πως γελούσα. Ούτε για μια στιγμή δεν του 'δειξα να καταλάβει ότι είχα πάρει χαμπάρι τι μου 'λεγε. Είχανε πέσει αλεξιπτωτιστές και ο κόσμος τούς είχε πετσοκόψει και κάθε μέρα εκτελούσανε διακόσιους διακόσιους, ολόκληρα χωριά ισοπεδώνανε. Αυτό γίνηκε την πρώτη μέρα. Υστερα πια δε μας ξαναφοβερίζανε, είναι η αλήθεια. Αφήνανε τα όπλα τους στα βράχια και κολυμπούσανε. Μάλλον πλενόντουσαν. Δεν ξέρανε καλό κολύμπι. Κολυμπούσανε, αλλά δεν ερχόντουσαν στα βαθιά. Ποιος ξέρει.. Φρεσκάρισε ο καιρός φαίνεται απότομα, τον παρασύρανε τα ρεύματα μέσα στα βαθιά νερά δίπλα στα βράχια και προσπαθούσε να βγει από κει, αλλά δε γινότανε αν είχε και το θεό μπάρμπα.
Και έρχεται ένας Γερμανός και μ' έψαχνε την άλλη μέρα. Και τι με θέλει τώρα ο Γερμανός... Δεν ήτανε να μη βάλει κακό ο νους σου. Εκτελούσανε κάθε μέρα. Και με πάει στο σπίτι του στρατηγού. Περάσαμε από δυο σκοπούς στην πόρτα. Ηταν ένας αξιωματικός που μιλούσε σαν Ελληνας ελληνικά. Εσύ μου λέει, βοήθησες τον Γερμανό χθες που πνιγότανε;
Αμάν σκέφθηκα... που ήτανε ματωμένος και ξεσκισμένος (τον πήρανε οι άλλοι Γερμανοί γρήγορα και δεν πρόσεξα) θα του 'χε κοπεί κανένα αυτί και θα πούνε πως εγώ του το 'κοψα.
Εγώ λέω έτρεξα να τόνε σώσω, αλλά δεν τον ακούμπησα καθόλου. Από μακριά του φώναζα τι να κάνει. Αν πήγαινα κοντά και τον έπιανα ή μ' έπιανε, θα είχαμε πνιγεί και οι δυο. Μόνος του σώθηκε, του είπα.
Εγώ μόνο του έδειξα από πού να βγει.
Και δε φοβήθηκες μου λέει, που ήτανε φουρτούνα, να μην πνιγείς κι εσύ;
Δεν ήτανε μεγάλη φουρτούνα του λέω, αλλά δεν ήξερε από πού να βγει.
Ο στρατηγός διάταξε να 'ρχεσαι εδώ κάθε μέρα και να παίρνεις ένα ψωμί. Και κτυπά τις μπότες του απότομα και τρόμαξα. Και μου διαβάζει ένα χαρτί σα να μου διάβαζε κάποια καταδίκη. Και καλό να σου κάνανε αυτοί οι άνθρωποι, βλοσυροί και ανέκφραστοι ήτανε. Ούτε που ξαναπάτησα εκεί κι ας πέθαινε ο κόσμος απ' την πείνα.
Αυτοί σκοτώνανε κόσμο και εκτελούσανε. Τι δουλειά είχα εγώ να πηγαίνω να μου δίνουνε ψωμί. Ασε που αρχίσανε τον κόσμο να τον καρφώνουνε οι ρουφιάνοι και μερικοί χωρίς κουκούλα... φανερά... Γερμανοί, δοσίλογοι, προδότες, ρουφιάνοι ήτανε από τη μια κι εμείς οι πατριώτες απ' την άλλη.
Δεν πήγα να πάρω ψωμί, αλλά όταν το 'μαθε ο Θανάσης πως άμα τους πιάσεις ας πούμε στο φιλότιμο σου δίνουνε ψωμί, σκέφθηκε να κάνει τον καραγκιόζη. Ητανε μίμος. Δεν έκανε μόνο τον κουτσό. Εκανε και τον μεθυσμένο (τότε πολλοί αλκοολικοί περπατούσανε στους δρόμους). Ξεσήκωσε σχέδια, έκανε οχταράκια και με δυσκολία στεκότανε όρθιος. Σκουντούφλαγε, έκανε λόξιγκας πως τον πιάνει και όλος καλοσύνη, τραγούδι και χαμόγελο, ερχόταν καταπάνω σου να σ' αγκαλιάσει.
Και έχει έρθει το αυτοκίνητο και μ' ανοιχτές τις πόρτες περιμένει το στρατηγό και προσπαθεί απ' το φανάρι του αυτοκινήτου ν' ανάψει ένα τεράστιο τσιγάρο που έχει στρίψει από ξερά χόρτα και χαρτί. Βάλανε οι Γερμανοί τα γέλια και του δώσανε ένα τσιγάρο και φωτιά. Πολλοί πιτσιρικάδες στην Κατοχή είχανε σιάξει κασελάκι και γυαλίζανε τα παπούτσια, τις μπότες που φορούσανε οι Γερμανοί. Και για να τους προσελκύσουνε τα λουστράκια να πάνε κοντά, τους φωνάζανε έξτρα πρίμα στούκα πουτς. Τα αεροπλάνα τα στούκας πηγαίνανε πολύ ψηλά και εφορμούσαν κάθετα στο στόχο και αμολούσαν τις βόμβες καρφωτά. Μας είχανε αφανίσει τότε... τρακόσα - τρακόσα στούκας πηγαίνανε μαζί. Βαριόμασταν να τα μετράμε. Οι Γερμανοί καμαρώνανε για τα στούκας. Αν τους έλεγες, λοιπόν, πως θα στα κάνω τα παπούτσια σου να μοιάζουνε με στούκας, ή ότι το λουστράρισμα θα είναι τέλειο όπως τα στούκας, κολακευόντουσαν κι έρχονταν κοντά.
Γελοιοποιούσαμε τα πάντα και προσπαθούσαμε να μείνουμε ζωντανοί. Δε δικαιολογήσαμε ποτέ την Πηνελόπη Δέλτα που αυτοκτόνησε μόλις μπήκαν στην Αθήνα οι Γερμανοί. Ούτε τον άλλο που τίναξε τα μυαλά του στον αέρα γιατί έχασε τα εργοστάσια. Δηλαδή, εμείς που γεννηθήκαμε φτωχοί, τι έπρεπε να κάνουμε; Να πεθάνουμε πριν την ώρα μας; Εντάξει... δε μας μορφώσανε, δε μας ξυπνήσανε, δεν μπορούμε να τα βγάλουμε πέρα με το μυαλό μας, θα παλέψουμε με την ψυχή και την καρδιά μας. Και η καρδιά μας δε θέλει να πεθάνει, θέλει να ζήσει...
Οι Γερμανοί βγάλανε φιρμάνι να παραδοθούν όλα τα ραδιόφωνα. Οποιοι έχουν ραδιόφωνο ή γαληνίτη με ακουστικά, θα εκτελούνται. Εμείς, όμως, είπαμε... θέλαμε να ζήσουμε. Θέλαμε να ξέρουμε τι γίνεται στον κόσμο και καμιά τριανταριά νέοι, κρυφά απ' τις μανάδες μας, πηγαίναμε σ' ένα σπίτι ανοίκιαστο, ακατοίκητο. Μαζευόμασταν δήθεν για πάρτι και ακούγαμε ραδιόφωνο. Μη ρωτάτε παραπάνω. Κανείς δε ρωτούσε τότε. Είχαμε γίνει όλοι παράνομοι, συνωμότες. Δε ρωτάς, δε λες, μόνο ακούς. Καινούριος δεν υπήρχε στην παρέα. Ημασταν όλοι οι παλιοί οι γνωστοί: Εγώ, ο Θανάσης, ο Σήφης ο κουτσός, ο Ακύλας, ο Πλάτων, η Ιοκάστη - αδέρφια ήταν αυτοί οι τρεις, ο μπαμπάς τους είχε σκοτωθεί την πρώτη μέρα που βομβάρδισαν οι Ιταλοί - ο Νικήτας, η Κατίνα, ο Μανούσος, ο Αντρέας ο πιο καλοντυμένος της παρέας (ο μπαμπάς του είχε σπουδάσει γιατρός στην Ιταλία) - κι άλλοι.
Παίζαμε τη ζωή μας κορόνα γράμματα για να μάθουμε νέα και μόλις φεύγαμε απ' το πάρτι πλακώνανε Γερμανοί γκεσταπίτες και κάνανε έρευνα να βρούνε το ραδιόφωνο. Αυτό γίνηκε τέσσερις - πέντε φορές. Μόλις φεύγαμε, πλακώνανε οι Γερμανοί που με το νου κι η γνώση κάποιος από μας την κάρφωνε, αλλά επειδή αυτός που είχε το ράδιο το εξαφάνιζε ποιος ξέρει πώς και δεν τον ήξερε και κανένας μας ποιος ήταν, οι Γερμανοί φεύγανε άπρακτοι πάντα βλαστημώντας. Σάιζε φωνάζανε. Φλαχτ, φλουχτ βρίζανε. Νομίζανε πως είχανε πιαστεί κορόιδα. Οτι κάποιος τους κορόιδευε, τους έκανε πλάκα.
Μου λέει ο Θανάσης: Πήρες χαμπάρι πως όταν μαζευτούμε ν' ακούσουμε Λονδίνο πριν καλά καλά τελειώσει η εκπομπή, ο Σήφης φεύγει πρώτος; Και γιατί βιάζεται να φύγει και πού πάει; Αυτός την καρφώνει, χίλια τα εκατό. Μας έχει άχτι από τότε που τον κοροϊδεύαμε μικρό. Μας την έχει φυλάξει και δε θα τη γλιτώσουμε απ' αυτόν. Το συζήτησα και με όλους τους άλλους. Αυτός την καρφώνει.
Και πότε πρόλαβε, ρε Θανάση, του λέω να γίνει χαφιές και συνεργάτης των Γερμανών; Αυτός έχει το ντέρτι του που κουτσαίνει κι ούτε έξω καλά καλά δε βγαίνει. Τώρα τελευταία έμαθα πως τον πιάνει και σεληνιασμός και δεν πάει απ' το σπίτι του πιο μακριά. Πότε στο διάολο γίνηκε ρουφιάνος;
Εμείς, μου λέει, βγάλαμε το συμπέρασμα πως αυτός είναι ο καταδότης και σκεφθήκαμε με τον Ακύλα πως σε δεκαπέντε μέρες που θα είναι η Εθνική μας γιορτή να σιάξουμε χαρτάκια να τα κολλήσουμε στους στύλους και στα ντουβάρια και να 'χουν τυπωμένη απάνω την ελληνική σημαία και να γράφουν «Ζήτω η 25η Μαρτίου 1821». Εσύ μου λέει, που έχεις δουλέψει σε τυπογραφείο και ξέρεις και ζωγραφίζεις, θα σου φέρω χοντρό μουσαμά να τόνε σκαλίσεις και άσπρη γομαλάκα και μπλε μελάνι να τα ανακατέψουμε και να τα κολλήσουμε να τα δει ο κόσμος να πάρει αέρα... να καταλάβει πως η Ελλάδα δεν πέθανε... είναι ζωντανή.
Τότε δούλευα δόντια. Στο εργαστήρι εκείνο με τα τροχάκια, τις φρέζες, τους δίσκους και τα σφυράκια, το έφτιαξα το στάμπο κι αρχίσαμε να τυπώνουμε τα σημαιάκια. Εβρασα και κόλλα με αλεύρι και μου λέει ο Θανάσης:
Δεν μπορούμε να πάμε δυο γι' αυτήν τη δουλειά, θα μας πάρουνε χαμπάρι. Ασε που και μόνος μου θα τα κολλήσω, δεν μπορεί... κάποιο μάτι θα βρεθεί. Λοιπόν, σκέφθηκα κάτι. Θα φορέσω μια τραγιάσκα βαθιά να μη με γνωρίζουνε και θα κουτσαίνω όπως ο Σήφης που και να με δούνε να νομίζουνε πως είναι αυτός. Ετσι κι έτσι, δικός τους έγινε. Ο,τι και να γίνει, θα γλιτώσουμε από έναν ρουφιάνο. Οταν ξημέρωσε 25 Μαρτίου, όλοι οι στύλοι του ηλεκτρικού, όλες οι κολόνες, όλα τα τηλεγραφόξυλα, είχανε κολλημένα χαρτάκια που γράφανε «Ζήτω η Ελλάς, Ζήτω η 25 Μαρτίου».
Δεν ήτανε χαρτάκια... ήτανε ηλιαχτίδες που τρυπούσαν το μαύρο σκοτάδι της Κατοχής... ήτανε φαΐ στα άδεια στομάχια μας... ήτανε μπάλσαμο στην απελπισία, στην κατάρα, στον πόλεμο... Και δεν έφτανε αυτή η χαρά. Βγάλανε ανακοίνωση οι Γερμανοί πως εκτελέσανε εφτά Ελληνες, γιατί κοροϊδεύανε τα στρατεύματα κατοχής και τα στέλνανε σε ανύπαρκτους στόχους για δικό τους όφελος. Και μέσα στα ονόματα ήτανε και του Αντρέα, του γιου του γιατρού, του φίλου μας.
Οταν συνήλθαμε απ' την έκπληξη - τι συνήλθαμε δηλαδή... ακόμα ο Θανάσης χτυπιέται - Ρε συ Γιώργη, μου λέει. Ο θεός το 'κανε και δε με είδε κανείς που κόλλαγα τα χαρτάκια, θα είχα πάρει στο λαιμό μου τον Σήφη. Δε θα το άντεχα...
Να κι ο Σήφης κουτσαίνοντας. Ρε, παιδιά... τι έμαθα για τον Αντρέα... Αλήθεια είναι; Αυτός μας κάρφωνε; Τώρα που ξεκαθάρισε το πράμα, σας το λέω. Το ράδιο το 'σιαξα εγώ, αλλά στριμώχτηκε το πράμα πολύ. Να μην το ξανακούσουμε ομαδικά. Να βρούμε ποιοι έσιαξαν και κόλλησαν τις σημαίες σήμερα στις κολόνες, να γράφουμε τις πιο ενδιαφέρουσες ειδήσεις και να τις κολλάμε να τις διαβάζει ο κόσμος. Καλά που έτρεχα από πίσω απ' το σπίτι και το εξαφάνιζα αμέσως το ράδιο, θα μας είχαν εκτελέσει όλους.
ΥΓ: Του Αντρέα ο μπαμπάς ο γιατρός ήταν πεμπτοφαλαγγίτης κατάσκοπος των Γερμανοϊταλών. Τον μάθαμε στην Ηπειρο. Τον είχαν επιστρατεύσει όταν σπούδαζε. Ολη την οικογένεια δεν την ξαναείδε κανείς.
Του Γιώργη Παπάζογλου.

Πανελλαδική Συνέλευση ΑΝΤΑΡΣΥΑ, 27-28 Μάρτη.

Με τα συνθήματα "Αντικαπιταλιστική ανατροπή, η μόνη λύση" και "Κλιμακώνουμε με Απεργίες, Διαδηλώσεις, Καταλήψεις", η ΑΝΤΑΡΣΥΑ καλεί τους αγωνιστές της Αρυστεράς στην Πανελλαδική της Συνέλευση.

Ενόψει της Συνέλευσης του Μετώπου, που θα πραγματοποιηθεί το Σάββατο 27 και την Κυριακή 28 Μαρτίου στο Σινέ Κεραμεικός στην Αθήνα, το Συντονιστικό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, έδωσε στη δημοσιότητα την πολιτική και την οργανωτική εισήγηση, προκειμένου να αποτελέσει αντικείμενο πλατιάς συζήτησης σε όλη την Ελλάδα.
Όπως αναφέρει το Συντονιστικό σε ανακοίνωσή του "Όποιες συντρόφισσες ή σύντροφοι επιθυμούν μπορούν να καταθέσουν ατομικά ή συλλογικά προτάσεις πάνω στις εισηγήσεις ή και δικά τους κείμενα πολιτικού προβληματισμού μέχρι και το Σάββατο 27 Μαρτίου. Ο προβληματισμός που θα αναπτυχθεί και οι προτάσεις που θα κατατεθούν και προφορικά κατά τη διάρκεια της Συνέλευσης θα καταγραφούν από επιτροπή που θα λειτουργήσει στα πλαίσια της συνέλευσης, προκειμένου να ενσωματωθούν στο μέτρο του δυνατού στο τελικό κείμενο και έτσι να εκδοθεί συναινετικά η τελική απόφαση της Συνέλευσης. Όλα τα κείμενα θα δημοσιοποιηθούν σε ειδικό δελτίο που θα εκδοθεί μετά τη Συνέλευση προκειμένου να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης σε κάθε τοπική ή κλαδική επιτροπή της ΑΝΤΑΡΣΥΑ."
Διαβάστε την Πολιτική Εισήγηση για την Συνέλευση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Διαβάστε την εισήγηση για την οργανωτική λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Παθήματα, γιατροί και γιατρικά στου Μακρυγιάννη τα γραφτά...

Ο Μακρυγιάννης γεννήθηκε τον Ιανουάριο του 1797, σ’ ένα λόγγο, στο χωριό Αβορίτι έξω από το Λιδορίκι. Κι όπως γράφει ο ίδιος: «Είχε πάει η μητέρα μου να μαζώξει καλαμποκιές για τα ζώα και με γέννησε και με τύλιξε με τις καλαμποκιές... μόνη της η καημένη κι αποσταμένη εκιντύνεψε και αυτείνη τότε κι εγώ. Ξελεχώνεψε και συγυρίστη, φορτώθη ολίγα ξύλα και έβαλε χόρτα απάνου εις τα ξύλα και από πάνου εμένα και επήγε εις το χωρίον. Σε κάμποσον καιρόν έγιναν τρία φονικά εις το σπίτι μας και χάθη ο πατέρας μου». Και ο βιογράφος του, Γιάννης Βλαχογιάννης, συμπληρώνει: «Η μήτηρ του αφού τον εγέννησε επί των τραχέων ορέων της Δωρίδος, τον εγαλούχησεν επί ολόκληρον τετραετίαν ως θρεφτάρι».
Από εφτά χρονών παιδί άρχισε να δουλεύει στη Λειβαδιά όπου είχαν καταφύγει. Μέχρι 15 ετών πολλά υπέφερε. Από ηλικίας 19 ετών μέχρι των αρχών του 1821, ασχολήθηκε με το εμπόριο και κέρδισε αρκετά ώστε, όταν άρχισε ο αγώνας, είχε ικανή περιουσία. Κατά την πορεία της επανάστασης για την λευτεριά της πατρίδος, ξόδεψε το βιός του για να βοηθήσει τον απελευθερωτικό αγώνα. Σε ηλικία 23 ετών, μυείται στην Φιλική Εταιρεία. Και από τότε ο άδολος αυτός πατριδοφύλακας έλαβε μέρος σε πολλές μάχες με αφοβία, ανδρεία, αυτοθυσία: στη μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Άρτας, στη μάχη για την άλωση της Υπάτης, στη μάχη της Βελίτσας, στην πολιορκία του Νεοκάστρου, στους Μύλους του Ναυπλίου, στην άλωση και την πολιορκία της Ακρόπολης και σε όλες τις μάχες που δόθηκαν στις γύρω θέσεις του στρατοπέδου του Πειραιά με τον στρατό του Κιουταχή.
Στην Άρτα τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον κλείσανε στο κάστρο, εβδομήντα πέντε μέρες τον τυράννησαν με βασανιστήρια, ό­­μως δεν μαρτύρησε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Παρά λίγο γλίτωσε το κρέμασμα. Άλλη φορά, γράφει ο ίδιος, «πήγαν να με χαλάσουνε και μ’ έβαλαν σ’ ένα μπουντρούμι κι απ’ τα χτυπήματα επρήστηκε το σώμα μου και κοντήλιασε και ήμουν εις θάνατο. Έταξα αρκετά χρήματα ενού Αρβανίτη να βγω να μη ιδή γιατρός και να πάρω και γιατρικά και τα χρήματα». «Ανήρ τοιούτος δεν έμελλε ταχέως να αποθάνη», συμπληρώνει ο Βλαχογιάννης, «τότε, και πολλάκις ύστερον», έδειξεν ότι «η ψυχή του ήτανε βαθειά».
Σε μερικές από τις μάχες αυτές ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές και κέρδισε πληγές που τον βασάνιζαν ως το τέλος της ζωής του. Την πρώτη πληγή στη μάχη του Πέτα, όπου «σκοτώθηκαν τρεις από μας και έξι πληγωμένοι. Επληγώθηκα κι εγώ ολίγον εις το δεξί ποδάρι», γράφει. Κατά την φυγή των προσφύγων από την Άρτα, ανέλαβε να προστατεύσει τους δυστυχείς Αρτηνούς οπού έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί, τότε όπως γράφει «πούντιασα εις τον δρόμον κι από το κιντέρι μου (στεναχώρια) αρρώστησα και πήγα να πεθάνω. Είχα πέντε γιατρούς. Άνοιξε η μύτη μου και δεν στανιάριζε, το αίμα πήγαινε λεγένια και μόβαιναν φτήλια μέσα. Κι έκαμα άρρωστος εις τον κίντυνον ως το Μάρτη. Πιάστηκαν τα ποδάρια μου, δεν έβλεπα κι’ από τα μάτια. Αφού ήμουν αδύνατος πολύ και δεν μπορούσα να κινηθώ ήρθε ο αδερφός μου και με πήρε εις το Σάλωνα, σ’ ένα χωρίον ονομαζόμενον Σερνικάκι. Και εκεί αλλάζοντας τον αγέρα, ανάλαβα από αυτό και περιποίησιν συγγενική».
Τον Ιούνιο του 1825 δόθηκε η νικηφόρα μάχη στους Μύλους του Ναυπλίου, όπου αποφασιστική στάθηκε η συμμετοχή του Μακρυγιάννη ο οποίος «έδειξε απαράμιλλα θαύματα ηρωισμού». Εκεί όμως, πυροβολώντας τον οι Τούρκοι, τον λάβωσαν σοβαρά στο δεξί χέρι. Το μολύβι που τον χτύπησε ήταν μεγάλο, «από μουσκέτο», και «τούφαγε» όλα τα κόκαλα. «Μόπεσε το σπαθί από το χέρι, δεν βαστιέταν το αίμα, τύλιξα το χέρι εις το πουκάμισο να μην ιδούνε οι άνθρωποι. Αφού ο πόλεμος τελείωσε με πήραν και με πήγαν εις την φρεγάδα την Γαλλική γύρευαν να με κρατήσουν μέσα εις την φρεγάδα δια να με γιατρέψουν. Εγώ δεν θέλησα. Μόδεσαν οι γιατροί το χέρι». Όμως «η πληγή του χεριού μου πήγαινε κακά. Πρήστηκε το χέρι μου και γίνη τούμπανο. Γύρευαν να μου το κόψουνε εις τον νώμον οι γιατροί, γιατί καγγραίνιασε, τριανταοχτώ μερόνυχτα δεν έκλεισα μάτι. Μ’ ετοίμασαν εις θάνατον, έφερε όλα τα σύνεργα ο γιατρός να μου το κόψη». Γλύτωσε τον ακρωτηριασμό τότε στο Ανάπλι, γιατί, όπως μας πληροφορεί στη συνέχεια, όταν πήγε ο γιατρός για να του κόψει το «τουμπανιασμένο» χέρι του, ο Μακρυγιάννης σηκώθηκε πάνω και τον κυνήγησε με το γιαταγάνι του «και γκρεμίστη κάτου από την σκάλα –ο γιατρός– και γλύτωσε, ειδέ θα τον πάστρευα».
Και έφυγε από το Ανάπλι και ήρθε στην Αθήνα, όπου βρισκόταν τότε ο φημισμένος εμπειρικός Τούρκος γιατρός, ο Χασάν Αγά Κούρταλης, γνωστός ιδιαίτερα στα στρατεύματα της Ανατολικής Ευρώπης, όπου είχε δράσει. Ο Οθωμανός αυτός γιατρός είχε φτάσει στην Αθήνα, ακολουθώντας το σώμα του Ανδρούτσου. Ο Μακρυγιάννης τον γνώριζε από τον καιρό που πολεμούσε με τον Οδυσσέα στη Ρούμελη –τον είχε εμπιστοσύνη– και πράγματι πέρασε ο κίνδυνος και σε έξι μήνες μετά παντρεύτηκε την Αικατερίνη Σκουζέ.
Το τσακισμένο χέρι του όμως δεν έγινε ποτέ εντελώς καλά, γι’ αυτό, όταν κατετάχθη στο τακτικό σώμα, «εγυμνάζετο ως απλούς στρατιώτης δια ξυλίνου όπλου ένεκα του τραύματός του».
Στις μάχες που έγιναν γύρω από την Ακρόπολη, τον Οκτώβριο του 1826, τραυματίστηκε σοβαρότερα από κάθε άλλη φορά στο κεφάλι. Να πώς το περιγράφει ο ίδιος: «Με ντουφέκισαν οι Τούρκοι, τους ντουφέκιασα κι εγώ εις τον σωρό. Μου δίνουν ένα ντουφέκι και με πληγώνουν εις τον λαιμόν. Τότε έπεσα. Ο τόπος ήταν στενός, οι άνθρωποι τζακίστηκαν πατούσαν απάνου μου και διάβαιναν και, στενός ο τόπος, μ’ αφάνισαν. Έβλεπαν και τα αίματα, έλπιζαν ότι είμαι σκοτωμένος». Μα σε λίγο σηκώθηκε όρθιος και «μισο-ντραλισμένος» πολεμούσε με τους άλλους περισσότερο από τρεις ώρες. Οι Τούρκοι όμως όρμησαν και τον ξαναπλήγωσαν στο κεφάλι, «εις την κορφή. Γιόμωσε το σώμα μου αίμα». Οι άνθρωποί του γύρευαν να τον πάρουν μέσα στο κάστρο της Ακρόπολης, μα αυτός αρνιόταν. «Ξαναλαβώνομαι κι εγώ πίσω εις το κεφάλι πολύ κακά». Το μπάλωμα του φεσιού του έφτασε ως μέσα στα κόκαλα κι ακούμπησε «εις την πέτζα του μυαλού».
Την αυγή πιάστηκε ο πόλεμος, τελείωσε το βράδυ. Η κατάστασή του, ύστερα από τις λαβωματιές, ήταν τόσο άσχημη που ούτε ο γιατρός ο Κούρταλης δεν δέχονταν να τον «επιχειριστή» γιατί ήταν βαριά και είχε στραγγίξει το αίμα του όλο. Ο γιατρός τον ανέλαβε, αφού πρώτα ζήτησε υπογραφές όλων όσων βρίσκονταν μέσα στο κάστρο, που έγραφαν πως δεν θα έχει καμιά υποψία ο ίδιος, αν τελικά πέθαινε ο Μακρυγιάννης. «Τότε με ’πιχειρίστη, κινδύνεψα να πεθάνω από τους πόνους του κεφαλιού και το πάτημα όπου μόκαναν εις το σώμα μου, στην μέση μου, κάτι μου χάλασε μέσα αυτό το πάτημα και με πάγει αίμα ως σήμερα». Γι’ αυτό και ο Βλαχογιάννης γράφει ότι: «Σωματικώς ο Μακρυγιάννης ήτο πλέον ανάπηρος ένεκα του πλήθους των πληγών. Αφ’ ης ημέρας έλαβεν επί της κεφαλής τα βαρέα τραύματα πολέμων υπέρ της Ακροπόλεως, μέχρι τέλους του 1832 τρις και τετράκις είχεν ασθενήση σοβαρώς. Εν Πειραιεί εμάχετο έχων όλον σχεδόν το σώμα εντός επιδέσμων. Η κεφαλή, η δεξιά χειρ και η οσφύς ήταν συντετριμμέναι, υπέφερε λίαν επί της φλογώσεως των πληγών». Οι πληγές αυτές αφόρμιζαν κάθε τόσο. «Τα τραύματά του, τα αενάως φλέγοντα και στάζοντα ήσαν προς αυτόν η τραγικώς συμβολική εικών των αστείρευτων τραυμάτων της πατρίδος».
Από σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά της περιόδου 1835-1838 παρουσιάζουμε αποσπάσματα για την κατάσταση του Μακρυγιάννη: «Επί του μετωπικού και του κατ’ ινίου οστού παρατηρούνται κοιλότητες άνευ σχεδόν οστών... Τοιαύτα τραύματα παράγουσι ζάλας, συμφορήσεις, διαρκείς κεφαλαλγίας», Δρ. Λιντερμάουερ, βασιλικός ελληνικός αρχίατρος.
«Οι υποφαινόμενοι ιατροί επισκεφθέντες τον στρατηγόν Μακρυγιάννη πάσχοντα από φλεγμονών πρώτον του βραχίονος εκ των παλαιών τραυμάτων και εις εμπύωσιν αποσταθείσαν και ύστερον από σποραδική χολέραν, από την οποίαν μόλις δια της ιατρικής τέχνης εσώθη, πιστοποιούμεν ότι δεν δύναται να υποφέρη κακουχίας και κόπους και να είναι μακράν ιατρικής βοηθείας». Δημ. Μαυροκορδάτος, καθηγητής, γιατρός Ν. Κωστής.
Επειδή ο Μακρυγιάννης ήταν ο εμπνευστής και ο βασικός εμψυχωτής της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια της μοναρχίας.
Τον Απρίλιο του 1851, με το συκοφαντικό αιτιολογικό ότι οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα, ετέθη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Τον Δεκαπενταύγουστο μεταφέρεται άρρωστος στις φυλακές του Μεντρεσέ, «και τον ραπίσανε, τον προπηλακίσανε, και τον κρίνουνε σε μια δίκη που ήτανε μια μεγάλη αδιαντροπιά», γράφει ο Σεφέρης.
Να τι έστειλε διαμαρτυρόμενος στις εφημερίδες ο ίδιος ο Μακρυγιάννης – καμιά όμως δεν τόλμησε να δημοσιεύσει τη διαμαρτυρία του αυτή. «Πότε ακούσατε ότι είμαι θηρίον εις την κοινωνίαν; Πότε έβλαψα την πατρίδα; Έχω δύο πληγάς εις την κεφαλήν, άλλην εις τον λαιμόν, άλλην εις την χείραν, ήτις ως εκ τούτου δεν έχει κόκκαλα, άλλην εις την πόδα και άλλην εις την γαστέρα, και είμαι ζωσμένος με τα σίδερα και φυλάττω τα έντερα εντός αυτής. Αυτάς τας πληγάς τας έλαβον δια την πατρίδα και όταν αλλάξη ο καιρός, οι δριμύτατοι πόνοι με καθιστώσι παράφρονα».
Μετά λίγες μέρες, τον μεταφέρουν από τις φυλακές στο απομονωτήριο του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. «Αφού προηγουμένως ο μοίραρχος Πτολεμαίος τον ερράπισε, τον ωδήγησε πεζή χλευαζόμενον και ωθούμενον δια των υποκοπάνων υπό των στρατιωτών εις το Νοσοκομείον, όπου εφυλάκισεν εις στενόν και άθλιον δωμάτιον. Εν αυτώ μένων έπασχεν ο Μακρυγιάννης υπό της υγρασίας και δυσωδίας». Τον Μάρτιο του 1853 καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο «ένοχος εσχάτης προδοσίας». Από το δικαστήριο ωδηγήθηκε στη φυλακή, πάλι μέσα στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Μιλώντας για την παραμονή του εκεί ο γιατρός Γούδας είπε ότι «ο Μακρυγιάννης ετάφη ζων». Ο αρχίατρος Τράιμπερ, που τον επισκέφτηκε, γράφει πως το δωμάτιό του ήταν «δυσωδέστατον και ρυπαρότατον». Η ποινή του θανάτου μετεβλήθη και τον Σεπτέμβριο της άλλης χρονιάς, 1854, αποφυλακίστηκε.
Όμως η διαμονή του στη φυλακή και νέες αρρώστιες –κήλη και προστάτης– τον είχαν εξαντλήσει σωματικώς. Παρ’ όλα αυτά, «δεν έχασε, ψηλός και λεπτός ως ήτο, τον αέρα της λεβεντιάς της ουδέποτε γηρασκούσης, αλλά θαλλούσης πάντοτε». Παρά την αποφυλάκισή του δεν έλειψαν οι εναντίον του ενοχλήσεις. Να τι γράφει το 1859. «Αφού με λευτέρωσαν και πήγα εις το χαλασμένο μου σπίτι... μ’ ανάδωσαν οι πληγές την μια Λαμπρή επέρσι και την Λαμπρή οπού πέρασε ... πήγα εις την σπηλιά οπούνε εις το περιβόλι μου να ξανασάνω και με στανιό και ακουμπώντα με το ξύλο έσωσα εκεί, μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες πάνω μου “Φάγε από αυτές στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χόρτασης, οπούθελες να κάμης σύνταγμα”. Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι από τα αγκυλώματα, και με πάγει ως την σήμερον το όμπυον, και το αίμα από μπροστά και από πίσω, εσάπισα, εσκουλίκιασα. Κι ανήμερα με χτύπησαν πολύ, έμεινα νεκρός, δεν στανόμου, ζωντανός είμαι ή πεθαμένος».
Στις 27 Απριλίου 1864, πέθανε «εξ υπερβαλλούσης σωματικής εξαντλήσεως». Στον επικήδειό του λόγο, ο ιατρός Αναστάσιος Γούδας είπε: «Αποκαλύψατε την κεφαλήν και θέλετε εύρη ανωτέρω του δεξιού μετώπου εν πολύτιμον παράσημον, μίαν ουλήν και υπ’ αυτήν κάταγμα μετ’ εισθλάσεως, αποκαλύψατε τον τράχηλον και θέλετε εύρη πολυτιμότερον παράσημον, σφαίραν εχθρικήν εγκυστωμένην και άχρι της σήμερον εις τας σάρκας του στρατηγού. Αποκαλύψατε το στήθος και θέλετε ιδή δια μιας τρία συνάμα έτι πολυτιμότερα παράσημα, τρεις μεγάλας ουλάς. Αποκαλύψατε τον αριστερόν βραχίονα και θέλετε εύρη το μέγιστον ίσως των παρασήμων, απηρχαιωμένον κάταγμα μετά τινός δυσμορφίας. Αποκαλύψατε τον δεξιόν μηρόν και επ’ αυτού θέλετε εύρη παράσημον πολυτιμότερον πάσης οιασδήποτε ταινίας, μίαν δηλαδή τεραστίαν ουλήν. Αι πληγαί συχνά ηνοίγοντο αιμορροούσαι. Ο εξ αυτών πυρετός κατεβίβρωσκεν αυτόν. Η ζωή αυτού διήρχετο σχεδόν επί της κλίνης. Βαρείαι νόσοι επήρχοντο, η δε ανάρρωσις εγίνετο βραδυτάτη. Ταύτα ήσαν τα αγαθά ων έλαχεν ο Μακρυγιάννης ως αμοιβής των υπέρ της πατρίδος εξόχων υπηρεσιών αυτού. Πληγαί και ασθένειαι πολυώδυνοι, και μετ’ αυτών πενία δυσθεράπευτος ομοίως ως εκείναι».
Στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε επίσης και για τον θάνατο του Γκούρα κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως όταν «εις απάνου εις την φωτιάν τον βάρεσαν εις τον αμήλιγγα και δεν μίλησε τελείως». Επίσης για τον θάνατο του Καραϊσκάκη, στο Φάληρο. Προηγουμένως ο Μακρυγιάννης περιγράφει πως φτιάχνοντας ταμπούρια μέσα στα βαλτόνερα «ήμαστε μέσα εις το νερό νύχτα και ημέρα. Μίαν βραδειά έβρεξε και γιόμωσε το καμίνι εις το νερόν κι από αυτό, όπου ήμουν αδύνατος μ’ έπιασε μια στένωση σαν χτικιόν» (πιθανόν από βρογχόσπασμο, δύσπνοια). Ο Καραϊσκάκης τραυματισμένος «ήταν βαρεμένος εις τα’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά ... Μας είπε με χωρατά. Εγώ πεθαίνω όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν».
Ακόμη έχουμε στα απομνημονεύματα την περιγραφή ενός πολύ γενναίου περιστατικού που έχει ιατρικό ενδιαφέρον: «Ένας ατρόμητος άντρας από τους Κολοβάτες (είναι του Σαλώνου χωριόν), τον λέμε Μήτρο Καθάριον (αλήθεια καθάριος κι’ ατίμητος είναι), αφού τζακιστήκαμε στην χώρα και τραβηχτήκαμε εις το ψήλωμα, οι ειδικοί μας όλοι κ’ εμείς φκειάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε. Αυτός ο δυστυχής ήταν μέσα εις την χώραν σε σπίτι μπασμένος. Αφού φύγαμε εμείς, αυτός έμεινε μόνος του. Του ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου του, παίρνει ένα γιαταγάνι τούρκικον και σκοτώνει τέσσερους, κι εκεί οπού τον πολεμούσαν του δίνουν μίαν μαχαιριά εις την κοιλιά και σκοτώνει τον Τούρκον και με το μαχαίρι εις την κοιλιάν ήρθε εκεί όπου είμαστε εμείς, εις το ταμπούρι. Και δεν του πειράξαμεν το μαχαίρι, με τούτο εις την κοιλιά τον πήγαμε εκεί οπούταν οι ειδικοί μας και ήταν ο γιατρός, και τόβγαλε το μαχαίρι και με των μερμήγκων τα κεφάλια τόρραψε την κοιλιά. Και τράβηξε ο καϊμένος ένα χρόνον να γιατρευθή. Γέρευε και πάλε ξηλώνεταν, κι έβγαιναν οι κοπριές από την κοιλιά οπούταν η πληγή. Και ζη τώρα και δεν έχει ψωμί να φάγη».
Ο Βλαχογιάννης, επεξηγώντας την ραφή των τραυμάτων «δια κεφαλών μυρμήγκων»,­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­­ γράφει: έβαζαν μεγάλα μυρμήγκια να δαγκάσουν τα χείλη του τραύματος και μόλις αυτά κλείναν τα σαγόνια τους τα αποκεφάλιζαν. Κόβοντας το σώμα τους δηλαδή, αμέσως, έμενε το κεφάλι τους που σχημάτιζε έτσι «βελονιά ικανώς ισχυράν. Η δια κεφαλών μυρμήγκων ραφή των τραυμάτων υπάρχει και παρ’ αγρίοις λαοίς».
Το 1851 ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει ένα άλλο έργο που ονομάστηκε «Οράματα και θάματα». Εδώ αφηγείται θαύματα που συνέβησαν στον ίδιο, σε δικούς του και στην πατρίδα. «Τα 1837, γράφει, μου άνοιξαν οι πληγές του σώματός μου και έκανα αστενής τέσσερους μήνες. Είχα οχτώ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οι ελπίδες και από μέναν και απ’ όλους τους γιατρούς...». Από τους γιατρούς αυτούς που έκαμαν ό,τι μπορούσαν και ό,τι επέβαλε η επιστήμη τους και η εμπειρία τους –επιστήμονες και εμπειρικούς– γνωστοί είναι: ο συγγενής του οικογενειακός γιατρός Αλέξανδρος, ο Πέτρος Ηπίτης, που είχε χρηματίσει και γιατρός του Υψηλάντη, ο ιατρο-χειρούργος Άγγελος Οικονόμου από το Δίστομο, ο Αναστάσιος Γούδας, ο αρχίατρος Δρ. Α. Λιντερμάουερ, ο Αν. Γεωργιάδης Λευκίας, ο Ι. Βούρος, ο Δ. Μαυροκορδάτος, ο Χασάν αγάς Κούρταλης.
***
Τη βελτίωση της υγείας του την αποδίδει στον Θεό «τον αληθόν γιατρόν», όπως γράφει. Και συνεχίζει: «Τους γιατρούς τους πλερώνομεν τον κα­θένα από ’να και από δύο τάλιρα την βίζιτα, και δεν μας γιατρεύουν, μας αποφασίζουν εις θάνατον. Αυτός ο γιατρός όπου μας ανασταίνει και μας διατηρεί, δεν του δίνομεν πλερωμήν, να μην τον δοξάσουμε και να τον ευχαριστήσομεν;».
Η γνώμη του για τους γιατρούς της εποχής του, που όχι δεν γιάτρευαν τον άρρωστο, αν και πληρώνονταν ακριβά, αλλά και τον είχαν ξεγραμμένο, έχει βέβαια κάποια δόση υπερβολής, γράφει ο Άγγελος Παπακώστας. Όμως ο Μακρυγιάννης είχε πάθει πολλά. Οι γιατροί του Ναυπλίου όχι μόνο του αφαίρεσαν δύο πλευρές άσκοπα, αλλά και σκόπευαν να του κόψουν το χέρι, μετά τη μάχη στους Μύλους.
Περιγράφει ακόμη τη θαυματουργική ίαση της γυναίκας του που «σάπισαν τα στήθη της, την πονούσαν, οπού δεν κοιμόταν νύχτα και ημέρα. Αδυνάτισε πολύ από τα αίματα, από πλήθος αβδέλλες και γλιστήρια (κλύσματα) και γιατρικά, πλέον φρένιασε». Όμως έγινε καλά η «χιλιδόνα του» (η γυναίκα του) και «δεν έμειναν ορφανά τόσα αδύνατα χιλιδονάκια». Σημειώνουμε πως είχε συνολικά δώδεκα παιδιά από τα οποία, σε μικρή ηλικία, πέθαναν τα έξι.
Αναφέρεται και σε θαυματουργική θεραπεία από την Μεγαλόχαρη ενός παιδιού του «που έβγαλε το τρικούκουλο (δοθιήνες) και του άνοιξαν σε όλο του το σώμα είκοσι πέντε τρύπες και δεν μπόρεσαν να το γιατρέψουν όλ’ οι ιατροί της Αθήνας και απ’ όξω άλλοι πραχτικοί».
Αναφέρεται ακόμη σ’ ενός αγωνιστού παιδί «που όταν σκοτώθη ο πατέρας του ετρελάθη και ξέκλαγε (ξέσχιζε) τα σκουτιά του και μνήσκει έτσι καθώς γεννήθη, κατήντησε να μην ζυγώνει ο άνθρωπος πλησίον του, τον είχαν δεμένο ως οχτώ μήνες, όπου ήταν και ποδάρια και χέρια πιασμένα». Αυτό το παιδί το έστειλε με την μητέρα του και την αδερφή του στην Βαγγελίστρα της Τήνου και «ξημερώνοντας της χάρης της πάγει μια κοκκινοφόρα και το έλυσε και τότε αισθάνθη ο άνθρωπος σε τι κατάσταση ήτον, και ήβρε τα σκουτιά του μόνος του, και πήγε εις την Εκκλησίαν και θιάμαξε ο κόσμος όλος».
Σ’ αυτό το βιβλίο περιγράφει και πάλι τη μάχη στην Ακρόπολη «Όταν επληγώθηκα εις το Κάστρος των Αθηνών, μιαν ημέρα πήρα τρεις πληγές. Τότε οι άνθρωποι έλπιζαν ότ’ είμαι τελειωμένος και πατούσαν απάνω μου. Οι πληγές κι αυτό το πάτημα, ήρθα εις τον θάνατο... αυτό το μέρος εις την κοιλιά μου έκανε ένα σύνασμα αίμα, σαν λάσπη του βαενιού. Όταν βγήκα έξω, μετά καιρό, εις τ’ Ανάπλι, μου είχε γένει εν’ απόστημα και μια πέτρα. Μαζώχτηκαν γιατροί από τα καράβια τα ξένα και οι ντόπιοι και μου διόρισαν μια κούρα με μαλαχτικά, με αβδέλες και άλλα μπάνια. Τέσσερους μήνες, διαλύθη αυτό. Από τότε εις τα 1849 (δηλαδή 23 χρόνια μετά), με ήβρε το ίδιον. Αίμα και συγχρόνως αδύνατος ο τόπος εκεί. Μιαν ημέρα έκανα τις μετάνοιες μου, αιστάνθηκα πόνο, βγαίνει και το ξίγκι μου (κήλη). Πλακώσανε οι γιατροί, μου το ’δεσαν καλά».
Ο Μακρυγιάννης δεν υπέφερε μόνο από «τις αστένειές του» αλλά και από τις συνέπειες της πολεμικής του κατά της αδικίας και ιδιοτέλειας ορισμένων φορέων της εξουσίας που άφηναν τους αγωνιστές που είχαν θυσιάσει τα πάντα για την ελευθερία «να διακονεύσουν και να ταλαιπωρούνται ξιπόλητοι γυμνοί, νηστικοί στα σοκάκια εκείνης της ματοκυλισμένης πατρίδος» αντίθετα με άλλους που «βάνοντας την αρετή στα σίδερα, γύμνωσαν τον τόπο με το πλιάτσικο».
Τελειώνοντας, μια συγκινητική εικόνα που δείχνει το ψυχικό του μεγαλείο. Μετά την καταδικαστική απόφαση σε θάνατο από το δικαστήριο, οδηγήθηκε από τους χωροφύλακες στη φυλακή του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. Τότε, όπως γράφει η εφημερίδα Αιών, στις 13/3/1853, «διερχόμενος όπισθεν της Ακροπόλεως και ιδών την θέσιν όπου άλλοτε επληγώθη πολεμών υπέρ της πατρίδος κατά των τυράννων αυτής, ήρξατο άδων αρματολικόν τραγούδιον ηρωϊκόν μετά καρδίας γενναίας, δια φωνής καθαρός και ατρόμου, συγκινήσας τους ακούοντας μέχρι δακρύων».
Μια από τις χάρες του Μακρυγιάννη, έγραφε ο Γ. Σεφέρης, είναι το συναίσθημα πως έχουμε στο πλάι μας έναν οδηγό –τόσο ανθρώπινο– που είναι στο μέτρο των πραγμάτων και των όντων.
Γιάννης Πατσώνης
Πηγές:
• Μακρυγιάννη, Απομνημονεύματα, εκδόσεις Γαλαξίας, Δωρικός, Ζαχαρόπουλος, Μέλισσα (εισαγωγή Σπύρου Ασδραχά), Μπάυρον.
• Γ. Σεφέρης, Δοκιμές (ένας Έλληνας: ο Μακρυγιάννης).
• Δ. Σταμέλος, Μακρυγιάννης – Το χρονικό μιας εποποιίας, Εστία.
• Γ. Μαρρές, Μακρυγιάννης – ένας γενναίος πατριδοφύλακας, Καλέντης.
• Μακρυγιάννη, Οράματα και θάματα, (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).
• Τετράδια Ευθύνης: «Για τον Μα­κρυ­γιάν­νη».

Αναδημοσίευση απο το περιοδικό:

Τα μυαλά σου και μια λίρα και του μπογιατζή ο κόπανος!

Την εποχή της Τουρκοκρατίας υπήρχε στην Αθήνα ένας απαίσιος Αλβανός, που γύριζε στα διάφορα σπίτια των Χριστιανών και μάζευε τον καθιερωμένο κεφαλικό φόρο. Ονομαζόταν Κιουλάκ Βογιατζή. Ήταν δύο μέτρα περίπου ψηλός και το άγριο πρόσωπο του ήταν κατάμαυρο και βλογιοκομμένο. Οι Έλληνες, μόνο που τον έβλεπαν, τους κοβόταν η ανάσα.
Ο λόρδος Βύρωνας που τον γνώρισε από κοντά, γράφει ότι έμοιαζε σαν δαίμονας, που ξεπήδησε από την κόλαση κι ότι τα παιδιά πάθαιναν ίλιγγο τρόμου, όταν τον αντίκριζαν, ξαφνικά μπροστά τους.
Ο Κιουλάκ Βογιατζή κρατούσε πάντοτε στα χέρια του ένα κοντόχοντρο κόπανο και με αυτόν απειλούσε τους Χριστιανούς. Έλεγε, δηλαδή ότι θα τους σπάσει το κεφάλι, αν δεν του έδιναν μια χρυσή λίρα ή δύο φλουριά, όπως απαιτούσε ο κεφαλικός φόρος κάθε έξι μήνες.
Ο Αλβανός, όμως αυτός ήταν τόσο κουτός, ώστε δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τα διάφορα νομίσματα της εποχής εκείνης. Έτσι, πολλοί Έλληνες που δεν είχαν να πληρώσουν, του έδιναν μερικές μπρούτζινες δεκάρες, που τις γυάλιζαν προηγούμενα, για να φαίνονται χρυσές και τον ξαπόστελναν. Από τότε, λοιπόν, έμεινε η φράση που τη λέμε, συνήθως για τους ελαφρόμυαλους.
Μπογιατζής δεν ήταν άλλος από το Κιουλάκ Βογιατζή με τον κόπανο του.

Η παράδοση ως πολιτική πράξη.


Το να ασχολείσαι με την παράδοσή σου έχει από μόνο του μια αντίφαση: Με την παράδοσή σου δεν ασχολείσαι. Τη ζεις από μέσα, τη βιώνεις, υπάρχει σε κάθε ενέργειά σου. Ασχολείσαι μόνο με την παράδοση των άλλων, ως παρατηρητής ή ενδιαφερόμενος. Αυτά βέβαια καταρχήν. Γιατί εν τω μεταξύ έχουν συμβεί πολλά. Δύο παράγοντες έχουν συμβάλει στην υποχώρηση έως και εξαφάνιση της παράδοσης των ελληνικών πληθυσμών κατά τον 20ο αιώνα: Η Μικρασιατική Καταστροφή και η αστυφιλία. Η πρώτη κατάφερε μέσα σε τρεις γενιές, με τη συνδρομή βεβαίως του ελλαδικού κράτους και της πολιτικής της λήθης και του στιγματισμού των προσφύγων, να μετατρέψει τους Μικρασιάτες σε Παλαιοελλαδίτες. Μόνο μικρές εστίες σε κάποια προσφυγικά χωριά διατηρούν ακόμα στοιχεία της παλιάς πατρίδας. Φωτεινή εξαίρεση ανάμεσα μέσα στους Μικρασιάτες οι ποντιακοί πληθυσμοί, που κρατούν από πείσμα την ταυτότητά τους και διεκδικούν πολύ περισσότερα σε μαζικό επίπεδο.Η ερήμωση της υπαίθρου μετά τον πόλεμο και η αθρόα προσέλευση και συσσώρευση των αγροτικών πληθυσμών στις πόλεις επιτέλεσε ανάλογο έργο ως προς τους πληθυσμούς της παλαιάς Ελλάδας. Μέσα σε δύο γενιές, μεγάλο ποσοστό των πληθυσμών που έλκουν την καταγωγή τους από την επαρχία μεταβλήθηκε σε Αθηναίους. Και λέμε Αθηναίους, παρ’ όλο που η προσφυγιά και η εσωτερική μετανάστευση κατευθύνθηκαν και αλλού, γιατί στην Αθήνα σημειώθηκε μια υπερσυσσώρευση αφενός, ενώ αφετέρου η εγκατάσταση σε άλλες μεγάλες πόλεις δεν έχει τα καταστροφικά, από πλευράς ταυτότητας, χαρακτηριστικά της Αθήνας. Οι πρωτεύουσες νομών, της Θεσσαλονίκης συμπεριλαμβανομένης, διατηρούν την ταυτότητα του περιβάλλοντος χώρου, αν και η επίθεση του λάιφ στάιλ είναι πολύ ισχυρή πλέον και εκεί. Όμως ο μισός πληθυσμός πια βρίσκεται στην Αθήνα.Αυτό που συντελέστηκε στην Αθήνα είναι μια λευκή γενοκτονία. Μια γενοκτονία μνήμης, παράδοσης, ταυτότητας ανθρώπων ως έφτασαν πρόσωπα και η επόμενη γενιά τους είχε ήδη γίνει άτομο, δίχως συνείδηση από πού έρχεται. Αυτό φαίνεται σε κάθε πτυχή της δραστηριότητας της γενιάς που μεγάλωσε μετά το ‘70. Ακούει αμερικάνικων προδιαγραφών μουσική, μιλάει μια γλώσσα που περιέχει πολλές αγγλικές λέξεις, γράφει με λατινικούς-αγγλικούς χαρακτήρες, αδυνατεί να εκφραστεί με ελληνικούς όρους, υποτιμά κάθε στοιχείο που τη δένει με την καταγωγή της. Και κάθε γενιά, από το ‘70 και μετά, παρουσιάζει αυτά τα χαρακτηριστικά σε μαζικότερο και πιο έντονο βαθμό. Το χάσμα μεταξύ Αθήνας και επαρχίας σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο έχει πια και την έκφρασή του σε προσωπικό επίπεδο. Κι αν υπάρχει κάποια προοπτική γεφύρωσης, αυτή είναι προς την κατεύθυνση της μίμησης της Αθήνας και της υιοθέτησης των προτύπων της.Αξίζει να κάνουμε μια ιδιαίτερη αναφορά στο θέμα της μουσικής, αφού αποτελεί άμεσο παράγοντα εκδήλωσης της διάθεσης του ανθρώπου, ιδίως στο επίπεδο του γλεντιού, της έκστασης, της χαράς, αλλά και του πόνου. Οι Αθηναίοι (μ’ αυτό τον όρο θα αποκαλούμε όλους όσοι αποτελούν θύματα της λευκής γενοκτονίας) ακούν τη μουσική που επιβάλλει ένα συγκεκριμένο σύστημα μιας πολιτιστικής βιομηχανίας. Έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε αυτή τη μουσική «ξένη», όμως δεν ισχύει αυτό. Δεν είναι μουσική της Ινδίας, του Ιράν, της Λατινικής Αμερικής. Είναι η μουσική που παράγεται στις ΗΠΑ και στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, οι οποίες συνεχίζουν την αποικιοκρατία και μέσα από τη μουσική. Ακόμα και τα ακούσματα της «προοδευτικής» νεολαίας είναι αυτά ακριβώς που εκφράζουν τους προοδευτικούς κύκλους των συγκεκριμένων χωρών, δείχνοντας ότι τελικά το μέσο είναι το μήνυμα: Ο πολιτιστικός σου δυνάστης δεν σε καταπιέζει. Σου προσφέρει μια μεγάλη γκάμα έκφρασης από την οποία μπορείς να διαλέξεις. Είσαι συντηρητικός; Έχουμε προϊόν. Είσαι αριστερός; Έχουμε και για σένα. Είσαι αντιεξουσιαστής; Πάρε κι εσύ. Όλοι μπορείτε να εκφραστείτε μέσα από τους δρόμους που σας δείχνουμε. Ακόμα και τα στοιχεία των επιμέρους παραδόσεων των λαών που καταδυναστεύουμε δεν είναι για πέταμα. Οι πρωτοποριακοί μας καλλιτέχνες θα εντάξουν και κάποιες τέτοιες φόρμες στο ρεπερτόριό τους, προβάλλοντάς τες ως Έθνικ. Ο μόνος αντίστοιχος πόλος παγκοσμίως είναι η Ινδία και το Μπόλιγουντ, που έχει μεγάλη απήχηση στην ευρύτερη γεωγραφική της περιοχή και αποτελεί ένα σημείο αναφοράς ανεξάρτητο από την κουλτούρα της Δύσης. Οι υπόλοιπες παραδόσεις είναι εσωτερικής και φθίνουσας απεύθυνσης κάτω από την πίεση της παγκοσμιοποιημένης πολιτιστικής πρότασης.Το πόσο είμαστε όλοι εμποτισμένοι από αυτό το πνεύμα, όσο κι αν αντιστεκόμαστε, φαίνεται από την ευκολία που μας έρχονται και έμας στο στόμα οι αγγλικές λέξεις του συρμού, ενώ μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την αντίστοιχη ελληνική. Κι ακόμα φαίνεται από την ευκολία με την οποία βάζουμε το λατινικό αλφάβήτο στο γράψιμό μας. Κανονικά, δεν πρέπει να τη χρησιμοποιούμε καθόλου. Έχουμε τη δυνατότητα να αποδώσουμε την αγγλική λέξη με ελληνικά γράμματα. Τυχόν αντίλογος θα πει ότι είναι πιο κοντά στη σωστή απόδοση να γράψεις τη λέξη με το αλφάβητό της, πετυχαίνεις πιο πιστή απόδοση. Ναι, αλλά δεν είναι κανείς υποχρεωμένος να ξέρει αγγλικά, όσο κι αν στην πράξη ο βομβαρδισμός από πινακίδες και επιγραφές ξενόγλωσσες μας έχει εξοικειώσει θέλοντας και μη. Τι γίνεται όμως με τις λέξεις που δεν είναι αγγλικές, αλλά εμείς επιμένουμε να τις γράφουμε στ’ αγγλικά; Πόσες φορές δεν έχουμε δεί τον Λένιν, τον Οσάμα Μπιν Λάντεν, τον Γκάντι, τον Ζάο Ζιγιάνγκ να γράφονται με λατινικούς χαρακτήρες; Αν ισχύει η αρχή της ορθής απόδοσης, θα πρέπει να τους γράψομε στα κυριλλικά, αραβικά, ινδικά και κινέζικα αντίστοιχα. Απλώς, η διείσδυση της δυτικής κουλτούρας είναι τόσο μεγάλη ώστε πλέον έχουμε χάσει τον έλεγχο. Για να αντιδράσουμε, θα πρέπει να ξανακοιτάξομε όλα αυτά τα θέματα από την αρχή.Με την υποχώρηση των τοπικών παραδόσεων, δημιουργείται ένας πληθυσμός άχρωμος, δίχως ταυτότητα και ρίζες, επομένως δίχως παρελθόν. Άρα, έτοιμος να καταναλώσει ό,τι του σερβίρουν, να εκφραστεί με βάση τις επιταγές της μόδας, του συρμού, του λάιφ στάιλ. Και πια να προσεγγίζει τον άλλον με βάση στοιχεία ατομικότητας, όχι ως συλλογικότητα. Δεν έχει ο πληθυσμός αυτός μια δεξαμενή εθίμων και μηχανισμών καθοριζόμενων από την επί αιώνες διαμορφούμενη ταυτότητά του και στους οποίους θα εμβαπτίσει οτιδήποτε καινούργιο συναντήσει, ώστε να το διαμορφώσει με βάση τις δικές του παραδόσεις. Κι όμως, αυτό γινόταν πάντα, σε οποιεσδήποτε συντεταγμένες και συστήματα. Δεν μπορεί για πάντα ένας λαός να απομονώνεται από τον υπόλοιπο κόσμο. Έρχεται σε επαφή με άλλους λαούς, παίρνει και δίνει, ανταλλάσσει εμπειρίες και ενσωματώνει στην παράδοσή του τα στοιχεία εκείνα που ταιριάζουν, διαμορφωμένα καταπώς το κρίνει σκόπιμο. Όμως εδώ δεν έχουμε τέτοια περίπτωση. Ο πληθυσμός εκείνος που έχει καταντήσει λευκό χαρτί, τάμπουλα ράζα, δεν θα μπορεί να συμμετάσχει σ’ αυτό το γοητευτικό πάρε-δώσε. Δεν θα έχει τι να δώσει, αλλά κι αυτοί που τον προορίζουν για απλό καταναλωτή δεν θέλουν να πάρουν τίποτα απ’ αυτόν. Θέλουν μόνο να δώσουν κάτι, ακριβώς όπως το πουλάνε, δίχως παραλλαγές, ομοιόμορφο και στεγνό. Αυτή η τάση διαπερνά την κοινωνία μας πέρα για πέρα, με τρόπο συνολικό. Πιο συνολικό από τον τρόπο με τον οποίο ο νέος διαχωρισμός μεταξύ οπαδών της παγκοσμιοποίησης και της Νέας Τάξης διαπερνά το πολιτικό φάσμα. Γιατί στο πολιτικό επίπεδο κάτι αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε και όλο και περισσότεροι θα προστεθούν στο μέλλον. Και επιμέρους αγώνες όπως αυτοί κατά του τούρκικου επεκτατισμού, του πολέμου στο Ιράκ και του βιβλίου Ιστορίας της 6ης Δημοτικού ξεκαθαρίζουν το τοπίο ακόμα περισσότερο. Όμως στην πολιτιστική διάσταση η κυριαρχία του βορειοατλαντικού μοντέλου είναι γενικευμένη, αφού την ενστερνίζονται τόσο οι υπέρ, όσο και, ασυνείδητα, πολλοί που είναι κατά της παγκοσμιοποίησης, δηλαδή οι περισσότεροι από εμάς. Και είναι χαρακτηριστικό ότι με την παράδοσή μας είναι δεμένοι ακόμα κυρίως πληθυσμοί που δεν έχουν μεγάλη πολιτική συνειδητοποίηση, ενώ οι πιο «προβληματισμένοι» έχουν ήδη χάσει αυτή την επαφή. Κι αν έρχονται σε επαφή ξανά μαζί της, είναι συχνά διά της τεθλασμένης, μέσω προβληματισμών που θέτει το κίνημα και που βρίσκουν εφαρμογή και στην εμβάπτιση –και έτσι νομιμοποίηση- της παράδοσης στην κολυμπήθρα των ιδεών. Έτσι, τα οικολογικά κηρύγματα περί εντοπιότητας έδωσαν σε αρκετούς την αφορμή να σκύψουν πάνω από τα στοιχεία της ταυτότητάς μας. Παλιότερα, όταν η Ελλάδα ανακάλυπτε την Ινδία μέσα από τη Ναργκίς και τις διασκευές του Μπάμπη Μπακάλη, οι τότε προοδευτικοί μας την προσέγγισαν κυριολεκτικά μέσω Αμερικής, από το κίνημα των χίπις και του ‘68. Είναι όμως κακό αυτό; Και πάλι δεν ξαναβρίσκουμε την επαφή με τον ομφάλιο λώρο μας, έστω και κατόπιν περιπλάνησης; Δεν είναι, βέβαια. Κι ευτυχώς που έτσι τουλάχιστον συναντάμε πάλι τις ρίζες μας. Όμως αυτό το φαινόμενο είναι περιορισμένο και επιπλέον αποτελεί εγκεφαλική προσέγγιση μάλλον παρά βιωματική. Είναι όμως θετικό το ότι συμβαίνει στον όποιο βαθμό, έστω και με αυτόν τον τρόπο, αφού έτσι επιτυγχάνεται ξανά σύνδεση με την ταυτότητά μας. Όμως αυτό πρέπει να γίνεται με σεβασμό στους βιωματικούς φορείς της παράδοσής μας, λαμβάνοντας υπόψη και τον αυθόρμητο τρόπο με τον οποίο εκφράζουν αυτή τη βιωματικότητα. Τυφλή μίμηση ή αφ’ υψηλού κριτική μπορεί να καταντήσει γελοία. Από την άλλη, κι οι ίδιοι κάνουν αγώνα να κρατήσουν την ταυτότητά μας παρά τις αντίξοες συνθήκες, διαμορφώνουν πολιτική πάνω σ’ αυτό και αποτελούν βασική συνιστώσα στον αντιπαγκοσμιοποιητικό αγώνα, όσο κι αν δεν συνειδητοποιούν μερικές φορές πόσο βάρος έχει η προσπάθειά τους. Όμως, οι έστω και μέσω της πολιτικής, εραστές της παράδοσης παραμένουν λίγοι, τη στιγμή που πολιτικά πολύ περισσότεροι αγωνίζονται κατά της παγκοσμιοποίησης. Έχουμε λοιπόν ήδη ένα πρόβλημα βαθιά ριζωμένο στις τάξεις μας. Και δεν μιλάμε για τις νεοταξικές συνιστώσες του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ, όπως ο Συνασπισμός, που έχει καταντήσει στερημένος κάθε ταυτότητας και ανίκανος να διαγνώσει τα προβλήματα της κοινωνίας μας και να προτείνει λύσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι νέοι «ιστορικοί» μας, με την οθωμανική και δυτικόδουλη προσέγγιση που περνούν μέσα από τους εκπαιδευτικούς ιδεολογικούς μηχανισμούς στα παιδιά μας. Αυτοί, βέβαια, δεν μας ενδιαφέρουν. Εμείς μιλάμε για τους συνειδητοποιημένους κατά της Νέας Τάξης, τους δικούς μας ανθρώπους, που δίνουμε μαζί μάχες για την Κύπρο, το Ιράκ, την Ιστορία μας. Μας ενδιαφέρει λοιπόν να μπορούμε να λειτουργούμε με βάση τη ταυτότητά μας, κυρίως όταν στο παγκόσμιο χωριό της ομοιομορφίας των Αμερικάνων αντιπαραθέτομε μια Οικουμένη που μπορεί και συνδέει τις επιμέρους ισότιμες κουλτούρες μέσα από την τεχνολογία. Αυτό προϋποθέτει πως έχουμε μια κουλτούρα για να επικοινωνήσουμε με τους άλλους, να δώσουμε και να πάρουμε. Πώς θα πάμε στην Τσιάπας να βρούμε τους Ζαπατίστας, όταν το βράδυ στους καταυλισμούς των εξεγερμένων, στη γιορτή που θα γίνεται, αυτοί θα τραγουδούν και θα χορεύουν τα τραγούδια τους; Εμείς τι θα τραγουδήσουμε και τι θα χορέψουμε, ραπ ή ροκ; Αυτή θα είναι η πολιτιστική μας συνάντηση; Υπό αυτές τις συνθήκες, οι σύλλογοι που καλλιεργούν τον παραδοσιακό χορό, μουσική και λαογραφία, παίζουν ασυνείδητα έναν ρόλο σημαντικό στην κατεύθυνση που θέλουμε. Αποτελούν ντε φάκτο εστίες αντίστασης στη Νέα Τάξη, θα πρέπει ωστόσο να πάρουν πιο ενεργό ρόλο σ’ αυτό τον αγώνα. Δεν είναι όμως δεδομένο κάτι τέτοιο, ούτε θα γίνει έτσι κι αλλιώς. Αντίθετα, κάποιοι παράγοντες στους συλλόγους αυτούς, που ωθούνται από προσωπικές φιλοδοξίες και που τους χρησιμοποιούν για την ευόδωση δικών τους σκοπών, συνιστούν τροχοπέδη στην εξέλιξη που θα πρέπει να έχουν και χρειάζεται να απομονωθούν. Αυτό σημαίνει και επαναπροσδιορισμό του χαρακτήρα των σωματείων, αφού αρκετά λειτουργούν απλώς ως παραδοσιακά μπαλέτα και ως χώροι προώθησης προσωπικών φιλοδοξιών. Η καλλιέργεια της λαογραφίας και της ιστορίας από τα ίδια τα μέλη θα λειτουργήσει προς μια συνολική θεώρηση της παράδοσης και της περιοχής που υπηρετεί ο σύλλογος και θα εμπεδώσει την αντίληψη της συνέχειας, γενιά προς γενιά, στον χώρο. Αν αυτό δεν γίνει, οι σύλλογοι είτε θα σβήσουν, έχοντας όλο και λιγότερη συμμετοχή, είτε θα ενταχθούν στους μηχανισμούς της Νέας Τάξης ως μουσειακές «έθνικ», αναπαραγωγές ενός ήδη νεκρού σώματος.Ο εχθρός είναι παντού, βρίσκεται ήδη εντός των πυλών. Δεν τον συνειδητοποιούμε πάντα κι αυτό είναι η αδυναμία μας. Πρώτα θα τον πολεμήσουμε μέσα μας, κι αν νικήσουμε, ο υπόλοιπος αγώνας θα είναι το εύκολο κομμάτι.
Μανώλης Εγγλέζος - Δεληγιαννάκης.

Ελληνική παράδοση και μεσαιωνικός ελληνισμός.

Η αμεσότερη επαφή με την αρχαία ελληνική δημιουργία που παρατηρείται τον 10ο και τον 11ο αιώνα, ύστερα από την «αναγέννηση» του 9ου αιώνα, αποτέλεσμα της πνευματικής αναταραχής που προκάλεσε η εικονομα­χία, αρχίζει βέβαια να ξανασυνδέει στη συνείδηση μερι­κών από τους σημαντικότερους αντιπροσώπους της κί­νησης αυτής το πολιτιστικό παρόν με την ελληνική πα­ράδοση. Η έννοια Έλλην-ελληνικός, χωρίς να πάψει να σημαίνει κυρίως τον ειδωλολάτρη, αρχίζει να ξαναποχτά για μερικούς το πολιτιστικό της περιεχόμενο. Ήδη στον Φώτιο, καθαρότερα στους ανθρωπιστές του 11ου αιώνα με κύριο εκπρόσωπο τον Ψελλό, διακρίνουμε καθαρά μια σταθερή προσπάθεια αποκατάστασης της καταδι­κασμένης ως τα τότε ελληνικής παιδείας και γενικότερα της ελληνικής σκέψης, με την προβολή των στοιχείων εκείνων που όχι μόνο δεν αντίκεινται στη χριστιανική πί­στη, αλλά κατά κάποιον τρόπο την προετοίμαζαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο λόγιος μητροπολίτης Ιωάννης Μαυρόπους, δάσκαλος του Ψελλού, προσεύχεται στον Χρι­στό για τη σωτηρία της ψυχής του Πλάτωνα και του Πλουτάρχου, γιατί με τη ζωή τους και τη σκέψη τους ήταν κοντά στον νόμο που κήρυξε ο Χριστός. Η αποκα­τάσταση όμως αυτή της ελληνικής παιδείας, που ξεχωρίζεται από την ελληνική θρησκεία, δεν μπορεί ακόμα να επιβληθεί γενικά. Η ελληνική παράδοση δεν μπορεί να θεωρηθεί ακόμα ως προγονική κληρονομιά. Εξακολου­θεί να προκαλεί την αντίδραση της μεγάλης μερίδας των βυζαντινών λογίων και κυρίως του ορθόδοξου κλήρου, που υποστηρίζεται από το επίσημο κράτος. Οι περισσό­τεροι από τους αντιπροσώπους της αναγεννητικής αυ­τής κίνησης, ο Λέων ο Μαθηματικός (9ος αι.), ο Φώτιος (9ος-10ος αι.), ο Ψελλός (11ος αι.) και άλλοι κατηγο­ρούνται ως ελληνίζοντες και μάγοι και υποχρεώνονται να απολογηθούν και να τονίσουν όχι μόνο την απόσταση που χωρίζει τη χριστιανική πίστη από την ελληνική σκέ­ψη, αλλά και την ανωτερότητα του δικού τους βυζαντι­νού χριστιανικού πολιτισμού, που στηρίζεται στην αλή­θεια, εν σχέσει με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που, παρά τη θαυμαστή του λαμπρότητα της έκφρασης, εκήρυττε ψεύτικα ιδεώδη.
Το επίσημο λοιπόν αυτό πολιτιστικό ρεύμα, που κα­τευθύνεται από τους αυλικούς και γενικότερα από τους ανώτερους κοινωνικούς κύκλους της Κωνσταντινούπολης και μερικών άλλων μεγάλων κέντρων της Αυτοκρατορίας και απευθύνεται σε έναν περιορισμένο κύκλο γαιοκτημόνων-αξιωματούχων της Αυτοκρατορίας και της εκκλη­σίας, με ποικίλη εθνολογική προέλευση, εκφράζει κατά πρώτο λόγο, με το περιεχόμενό του, τον οικουμενικό και χριστιανικό χαρακτήρα της Αυτοκρατορίας.
Συνοψίζοντας σε ένα γενικότατο διάγραμμα την ως εδώ εξέλιξη του Ελληνισμού, διακρίνουμε στην εξέλιξη τούτη δύο κύριες κατευθύνσεις. Πρώτα-πρώτα μια στα­θερή πορεία προς την ενότητα: συγχώνευση των διαφό­ρων ελληνικών φύλων με τα αυτόχθονα στοιχεία της κυ­ρίως Ελλάδας και των νησιών της, είσοδος στο πανελλή­νιο τούτο σύνολο νέων βορειοτέρων λαών περισσότερο ή λιγότερο συγγενικών, στενότερος σύνδεσμος των διαφό­ρων ελληνικών ομάδων που βρίσκονται ήδη από την αρ­χαιότητα διασκορπισμένες στα διάφορα σημεία της Ανατολής. Η πορεία προς την ενότητα δεν διακόπτεται με την εξάπλωση του Ελληνισμού σε όλο και μεγαλύτε­ρους χώρους, γιατί συνοδεύεται με τον εξελληνισμό ενός μεγάλου μέρους των ξένων εθνολογικά λαών, που ανάμεσά τους εγκαταστάθηκε ο Ελληνισμός, και με μια όλο και πιο βαθειά πολιτική, οικονομική και πολιτιστική ενό­τητα. Η πορεία τούτη οδήγησε στη δημιουργία ενός ενι­αίου ελληνικού λαού, μιας ελληνικής εθνότητας, με συν­είδηση της ιστορικής του συνέχειας.
Έπειτα από την εμφάνιση μιας οικουμενικής τάσης, που αρχίζει να εμφανίζεται από την ελληνιστική εποχή, αναπτύσσεται κατά τη ρωμαϊκή περίοδο και κυριαρχεί με τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η ιδέα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και ο Χριστιανισμός που συνδέουν τώ­ρα τον Ελληνισμό με τους άλλους λαούς που συγκρο­τούν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, προκαλούν ένα σοβα­ρό ρήγμα στη συνείδηση της ιστορικής του συνέχειας, ρήγμα που φαίνεται καθαρότερα στον επίσημο πολιτισμό της Αυτοκρατορίας, που, παρ’ όλο το ελληνικό του υπόστρωμα, θέλει να εκφράσει την οικουμενικότητα της Αυτοκρατορίας, και που το πολιτιστικό χάσμα που τη χαρακτηρίζει, τον απομακρύνει όλο και περισσότερο από τις λαϊκές του ρίζες. Η αυτοκρατορική και χριστια­νική αυτή οικουμενικότητα αναστέλλει για κάμποσους αιώνες την ανάπτυξη στον λαό αυτό, ή στην εθνότητα αυτή, μιας εθνικής συνείδησης και τη μεταβολή της σε τελειωμένο έθνος, δεν είχε όμως διασπάσει την ενότητα του ως λαού, ως εθνότητας.
Πράγματι, η εθνολογική διάκριση ανάμεσα στους διαφόρους λαούς-εθνότητες της Αυτοκρατορίας, έστω και λόγω των γλωσσικών τους διαφορών, που για τους συγχρόνους ήταν δείγμα περισσότερο ή λιγότερο εθνο­λογικών διαφορών, δεν είχε πάψει να υφίσταται. Τα πα­ραδείγματα αφθονούν. Απλή ανάγνωση των Βυζαντινών ιστορικών και χρονογράφων –το παράδειγμα του περί θεμάτων του Κωνσταντίνου Πορφυρογέννη­του είναι αρ­κετό– δείχνει τις εθνολογικές αυτές διακρίσεις. Οι Έλληνες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, δίπλα στο κοι­νό όνομα Ρωμαίος (Ρωμιός), που δίνεται σε όλους του υπηκόους της Αυτοκρατορίας ανεξάρτητα από εθνολο­γική προέλευση, χρησιμοποιούν ήδη από τον 6ο αιώνα τον όρο Γραικός, παλαιό όνομα των Ελλήνων, όταν θέ­λουν να δηλώσουν την ελληνική τους εθνότητα και να διακριθούν από τους μη ελληνικούς πληθυσμούς της Αυ­τοκρατορίας. Τον όρο Γραικός τον βρίσκουμε στον ιστορικό Πρίσκο (6ος αι.), που αναφέρει ότι κάποιος που μι­λάει ελληνικά θεωρείται «Γραικός το γένος», στον Προ­κόπιο, που τον χρησιμοποιεί δίπλα στον όρο Έλλην για τους κατοίκους της Ελλάδας, στον Ησύχιο που ερμηνεύει «Γραικός, Έλλην», στον Θεόδωρο Στουδίτη, στον Κων­σταντίνο Πορφυρογέννητο (10ος αι.), στον Κεδρηνό και σε άλλους. Στους μεταγενέστερους ιστορικούς ο όρος απαντά συχνότερα. Άλλωστε ο ίδιος ο όρος Έλλην, αν είχε χάσει την εθνολογική του σημασία για τους λογίους, είναι πολύ πιθανόν ότι διατηρήθηκε, δίπλα στον όρο Ρω­μαίος, στον ελληνικό λαό, όπως φαίνεται από μερικά δη­μοτικά τραγούδια, που, μολονότι δεν είναι αρχαιότερα από τον 15ο αιώνα, μπορούν να απηχούν παλαιότερες καταστάσεις. Ιδιαίτερα ο όρος φαίνεται να διατηρήθηκε στους κατοίκους της Ελλάδας, η οποία κράτησε άλλω­στε το όνομά της ως όνομα γεωγραφικής ενότητας, και στην οποία το όνομα ελλαδικός που δίδεται στους κα­τοίκους, ήδη πριν από τον 6ο αιώνα, υπενθυμίζει την ελ­ληνική τους καταγωγή· ακόμη, σε περιοχές όπως τα δυ­τικά παράλια της Μικράς Ασίας, και κυρίως τα παράλια του Πόντου, όπου η ανάμνηση της ελληνικής καταγωγής των κατοίκων τους έμεινε ζωντανή. Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος διακρίνει εθνολογικά τους κατοίκους της Μάνης από τους γείτονες Σλάβους του Ταϋγέτου και ξέρει ότι κατάγονται «εκ των παλαιοτέρων Ρωμαί­ων», και, ακόμη, ότι στην εποχή του «παρά των εντο­πίων Έλληνες προσαγορεύονται», γιατί σε παλαιότερα χρόνια ήταν ειδωλολάτρες «κατά τους παλαιούς Έλλη­νας». Ο ίδιος, μιλώντας για το θέμα Παφλαγονίας και το «έθνος» των Παφλαγόνων, διακρίνει τις παραθαλάσιες πόλεις (Σινώπη, Αμάσεια, Τήιον και Αμινσός), για τις οποίες γράφει: «Ελληνίδες εισί πόλεις και Ελλήνων άποικοι». Το θέμα Χαλδαίας και η Τραπεζούς «Ελλή­νων εισί αποικίαι». Ας προστεθεί, ακόμα, ότι η γλώσσα που μιλούν οι Έλληνες της Αυτοκρατορίας δεν έπαψε να ονομάζεται ελληνική.
Η χρήση αυτή του όρου Έλλην με την εθνολογική του σημασία και η κάποια ταύτιση του όρου Ρωμαίος με τον όρο Έλλην θα γενικευθούν στους κατοπινούς αιώνες. Από τους ελληνιστικούς λοιπόν χρόνους, και κυρίως από τον 3ο μ.Χ. αιώνα, μέσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και ύστερα στο Βυζάντιο, η εξάπλωση του αρχαίου Ελληνισμού στην Ανατολή και η συνεχής αφομοίωση ξέ­νων στοιχείων, εθνολογικών και πολιτιστικών, καταλήγει στον σχηματισμό μιας νέας ιστορικής σύνθεσης, με δια­φορετικές εθνολογικές αναλογίες και διαφορετικό συν­ειδησιακό περιεχόμενο, στον μεσαιωνικό ή βυζαντινό Ελληνισμό. Οι διαφορές αυτές, που τονίζονται άλλωστε από τον ίδιο τον βυζαντινό Ελληνισμό, ως το σημείο που να ξεχωρίσει ο ίδιος τον εαυτό του από τον αρχαίο, να απαρνηθεί το ίδιο του το όνομα και να διακόψει στη συν­είδησή του την πολιτιστική του συνέχεια, επιβάλλουν βέβαια την ποιοτική διαφοροποίηση του μεσαιωνικού Ελληνισμού από τον αρχαίο (το επίθετο μεσαιωνικός δεν εκφράζει εδώ μόνο μια χρονολογική αλλά και κάποια ποιοτική διαφορά). Όμως τα στοιχεία της αδιάκοπης πολιτιστικής και ως ένα σημείο της εθνολογικής συνέχει­ας, που, έστω και λανθάνοντα στη συνείδησή του, υπάρ­χουν και δρουν στην πραγματικότητα (το πιο χειροπια­στό είναι η ελληνική γλώσσα), εμποδίζουν να δούμε στον μεσαιωνικό Ελληνισμό έναν νέο λαό, μια καινούργια εθνότητα, άσχετη, ή με κάποια μόνο μακρινή σχέση με τον αρχαίο Ελληνισμό, αλλά μας κάνουν να βλέπουμε σε αυτόν μια νέα φάση του ίδιου λαού, που με την ενηλι­κίωση αλλάζει τη φυσιογνωμία του. 0 ίδιος αυτός λαός, η ίδια αυτή εθνότητα, όταν οι νέες συνθήκες θα προκα­λέσουν το προοδευτικό αδυνάτισμα της Αυτοκρατορίας, ως τη διάλυσή της, και κατά συνέπεια την υποχώρηση της οικουμενικής χριστιανικής ιδέας, θα αρχίσει να παίρ­νει συνείδηση του εαυτού του και της ιστορικής του συν­έχειας, να ξανασυνδέεται με τον αρχαίο Ελληνισμό και, γεφυρώνοντας το πολιτιστικό του χάσμα, να δημιουργεί ξανά έναν πολιτισμό με λαϊκές ρίζες, με έναν λόγο να δημιουργεί ελληνική εθνική συνείδηση.

Νί­κου Σβο­ρώ­νου, Το Ελ­λη­νι­κό έ­θνος, γέ­νε­ση και δια­μόρ­φω­ση του νέ­ου ελ­λη­νι­σμού, πρό­λο­γος Σπύ­ρου Ασ­δρα­χά, Εκ­δό­σεις “Πό­λις”, Αθήνα 2004, σσ. 58-70.

Lilium candidum: η απογείωση της άγριας φύσης στα Βουνά μας.


Να σώσουμε τα Παρθένα Ελατοδάση της Ναυπακτίας!



Στις σάρες της Καλιακούδας


Ποταμός Κότσαλος.

Οι "Φίλοι των Ποταμών" βρέθηκαν με τα καγιάκ τους στο Ποταμό Κότσαλο !
Ο ποταμός Κότσαλος είναι ένας απ' τους μεγάλους παραπόταμους του Εύηνου. Αποστραγγίζει τα δυτικά βουνά της Ναυπακτίας, από την Άνω Χώρα και το Σίμο, μέχρι την Αμπελακιώτισσα και τον Πλάτανο. Στο επάνω τμήμα του, μεταξύ Άνω Χώρας και Αμπελακιώτισσας, είναι το στενό φαράγγι του Κάκαβου, το οποίο είναι και επισκέψιμο μέσω ενός πετρόχτιστου μονοπατιού που παλιά ένωνε τα δυο χωριά και το οποίο επισκευάστηκε πρόσφατα.
Μετά την έξοδο του Κάκαβου, κάτω απ' τη Πόδο, το ποτάμι κυλάει ανάμεσα σε βαθιά, δασωμένα φαράγγια. Μια ιδέα του ποταμού μπορούμε να πάρουμε από ψηλά, ακολουθώντας το χωματόδρομο από Ποκίστα προς Μηλιά, Δορβιτσιά και Πόδο.
Το Σάββατο 20 Μαρτίου προσεγγίσαμε απ' αυτή ακριβώς τη διαδρομή τον Κότσαλο και ακολουθήσαμε με τα καγιάκ μας τη ροή του, από τη γέφυρα Πόδου - Αμπελακιότισας ως τη γέφυρα Ποκίστας - Πλάτανου. Ενδιάμεσα περάσαμε κι απ' τη γέφυρα της Χόμορης.Το ποτάμι είναι πολύ όμορφο. Δασωμένο με πλατάνια σ' όλη του την πορεία και στολισμένο με βράχινα χαμηλά φαράγγια, που όμως δεν απαγορεύουν την πρόσβαση με τα πόδια. Στην κατά τη ροή δεξιά όχθη μάλιστα, υπάρχει στο πρώτο κομμάτι και παλιό πέτρινο μονοπάτι. Μετά τη Χόμορη, πέφτει απ' τ' αριστερά και ένα ακόμη μεγάλο ρέμα, η Δρακόβρυση.
Δυστυχώς σε αυτό το κομμάτι του ποταμού δεν συναντήσαμε κάποια τοξωτή γέφυρα, απ' αυτές που κοσμούν τα περισσότερα ελληνικά ποτάμια - μόνο κάτι ερείπια πριν τη γέφυρα της Χόμορης. Τα εναπομείναντα πέτρινα γεφύρια είναι πιο ψηλά στον Κάκαβο και πιο χαμηλά, μετά τη Δορβιτσιά. Συναντήσαμε όμως ένα τοπίο εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς και μια εικόνα που θα μείνει για πάντα χαραγμένη στη μνήμη.
Στο φαράγγι της Χόμορης, στα μισά περίπου για τη γέφυρα της Ποκίστας, τα δέντρα που στέκονται ψηλά πάνω απ' τις δυο όχθες, έχουν λυγίσει τα κλαριά τους φτιάχνοντας μια φυσική αψίδα που υποδέχεται και τιμά τους τυχερούς επισκέπτες. Αυτή την εικόνα θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας.

Δυστυχώς, ο Κότσαλος, όπως και τα μικρότερα ρέματα που τον τροφοδοτούν, η Δρακόβρυση και το Ξηρόρεμα του Πόδου, απειλούνται άμεσα από την κατασκευή υδροηλεκτρικών έργων. Έχουν κατατεθεί αιτήσεις και έχουν εκδοθεί άδειες παραγωγής για τρία υδροηλεκτρικά έργα, το ένα μάλιστα δίδυμο.

Στο χάρτη επάνω (τμήμα του υπό κατασκευή χάρτη με τα σχεδιαζόμενα υδροηλεκτρικά στην Ελλάδα) βλέπετε στο κέντρο τα τρία σχεδιαζόμενα υδροηλεκτρικά στον Κότσαλο. Αριστερά ανάλογα ΥΗΕ στα Φιδάκια και δεξιά στο Μόρνο. (Μπορείτε πάντα να κλικάρετε πάνω στη φωτό για μεγαλύτερη διάσταση).
Μικρό ΥΗΕ Ρέμα Κότσαλος & Ρέμα Δρακόβρυση.
Ισχύς: 2.79 MWΦορέας: ΑΜΙΑΝΤΙΤ Greek Power AE.
Θέση 1ης Υδροληψίας στο συμβολή του ρέματος της Χόμορης.
Θέση 2ης Υδροληψίας στο ρέμα της Δρακόβρυσης στο ύψος της Μηλιάς.
Θέση Υδροηλεκτρικού Σταθμού στον Κότσαλο, στο ύψος της Αγίας Τριάδας.
Βρίσκεται στο στάδιο αδειοδότησης. Έχει την Άδεια Παραγωγής ΑΔ-00431.
Μικρό ΥΗΕ Πόδος, Ρέμα Ξηρόρεμα.
Ισχύς: 0.60 MW.
Φορέας: Ηλέκτωρ ΑΕ.
Θέση Υδροληψίας στο ρέμα Ξηρόρεμα, στη θέση του δρόμου από την Πόδο.
Θέση Υδροηλεκτρικού Σταθμού στη συμβολή με τον Κότσαλο, 300 περίπου μέτρα μετά τη γέφυρα Πόδος - Αμπελακιώτισσα.
Βρίσκεται στο στάδιο αδειοδότησης. Έχει την Άδεια Παραγωγής ΑΔ-00424.
Το τρίτο υδροηλεκτρικό είναι περίπου 1200 μέτρα μετά
Μικρό ΥΗΕ Πηγή Κότσαλου.
Ισχύς: 3.18 MW.
Φορέας: Ηλέκτωρ ΑΕ.
Θέση Υδροληψίας στον Κότσαλο 1200 περίπου μέτρα ανάντι της γέφυρας Ποκίστας-Πλάτανου.
Θέση Υδροηλεκτρικού Σταθμού 1000 περίπου μέτρα μετά τη γέφυρα Ποκίστας-Πλάτανου.
Βρίσκεται στο στάδιο αδειοδότησης. Έχει την Άδεια Παραγωγής ΑΔ-00426.
Να σημειώσω εδώ πως εφόσον έχει δοθεί Άδεια Παραγωγής, το έργο μπορεί να γίνει εφόσον δεν υπάρχουν αντιρρήσεις από το Δασαρχείο, την Αρχαιολογία, τις τοπικές κοινότητες και δημοτικές αρχές.
Οι Φίλοι των Ποταμών βρέθηκαν στον Κότσαλο και πιστεύουν πως το όμορφο αυτό ποτάμι μπορεί να αξιοποιηθεί τουριστικά, είτε ως προορισμός για καγιάκ, μια και το επίπεδο δυσκολίας που συναντάμε είναι εύκολο έως μέτριο, είτε ως γενικός φυσιολατρικός προορισμός.

Το υπάρχον πέτρινο μονοπάτι που κατασκεύασαν οι παλιοί στα βράχινα τοιχώματα του Κότσαλου (φωτό επάνω), σίγουρα μπορεί να συντηρηθεί - συμπληρωθεί και ν' αποτελέσει μια υπέροχη πεζοπορική εκδρομή, όπως αυτή που υπάρχει και το επάνω τμήμα του Κότσαλου, το φαράγγι του Κάκαβου.
Η ομορφιά είναι εκεί. Θα την αφήσουμε να χαθεί; Οι δυνατότητες πρόσβασης και αξιοποίησής της για έναν υγιειή φυσιολατρικό τουρισμό είναι στο χέρι μας.

Αναδημοσίευση απο το blog "Οι Φίλοι των Ποταμών" : Ποταμός Κότσαλος

Γιατί μας στηρίζει η Γαλλία!

Γράφει ο Γιώργος Δελαστίκ.
Εντυπωσιακή είναι η στήριξη που παρέχει η Γαλλία προς την Ελλάδα. Υποστηρίζει με σαφήνεια και χωρίς ταλαντεύσεις ότι πρέπει η ΕΕ να υποσχεθεί χωρίς περιστροφές οικονομική βοήθεια, αν η Αθήνα τη χρειαστεί. Είναι κατηγορηματικά αντίθετη σε προσφυγή της χώρας μας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Προσπαθεί με όσες δυνατότητες έχει να πιέσει τη Γερμανία να συναινέσει στην παροχή βοήθειας προς την Ελλάδα, αλλά η καγκελάριος Μέρκελ εμφανίζεται κατηγορηματικά αντίθετη, τουλάχιστον μέχρι στιγμής. Υπάρχουν αναμφίβολα δύο τουλάχιστον λόγοι που εξηγούν με οικονομικούς όρους τη γαλλική συμπαράσταση προς την Ελλάδα.
Ο πρώτος είναι ότι οι γαλλικές τράπεζες είναι αυτές που έχουν δανείσει το ελληνικό κράτος περισσότερο από τις τράπεζες οποιασδήποτε άλλης χώρας - περίπου 75 δισεκατομμύρια ευρώ. Εχουν επομένως κάθε συμφέρον οι Γάλλοι να βοηθηθεί η ελληνική οικονομία να λειτουργεί ομαλά, ώστε να είναι σε θέση να εκπληρώνει τις δανειακές υποχρεώσεις της. Ο δεύτερος λόγος είναι ότι το Παρίσι θέλει να διασφαλίσει ότι η Αθήνα θα αγοράσει όντως τις έξι γαλλικές φρεγάτες όπως έχουν συμφωνήσει, άρα έχει κάθε συμφέρον η Γαλλία να καλλιεργεί καλές πολιτικές σχέσεις με την ελληνική κυβέρνηση.

Μια ματιά στον γαλλικό Τύπο των τελευταίων ημερών όμως αρκεί για να πείσει τον καθένα ότι θα ήταν εξαιρετικά επιδερμική μια ανάλυση που θα περιόριζε σε αυτούς μόνο τους λόγους την εξήγηση της γαλλικής στάσης. Υπάρχουν πολύ βαθύτερες αιτίες που οδηγούν σε αντιπαράθεση το Παρίσι με το Βερολίνο και οι οποίες έρχονται τώρα στην επιφάνεια.
Φωτιά και λάβρα εναντίον της Γερμανίας ήταν το προχθεσινό φύλλο της γαλλικής εφημερίδας «Μοντ». Πρέπει να ανατρέξει κανείς μισόν αιώνα πίσω, στις αρχές της δεκαετίας του 1960, για να ξαναβρεί ανάλογα έντονο αντιγερμανικό κλίμα.
«Η ελληνική κρίση απειλεί το γαλλογερμανικό ζεύγος» ήταν ο τίτλος της πρώτης σελίδας. «Φουντώνει η συζήτηση για τον εγωισμό της Γερμανίας που άρχισε το Παρίσι» ανέφερε ο υπότιτλος. «Μέσα από το ζήτημα της βοήθειας προς την Ελλάδα παίζεται ένα ματς Γαλλίας - Γερμανίας, τίθενται σε αντιπαράθεση δύο αντιλήψεις για την Ευρώπη ... Πρώτη ευρωπαϊκή δύναμη και τέταρτη παγκόσμια, η Γερμανία απομονώνεται στην Ευρώπη», διαπίστωνε η «Μοντ».
Κατηγορούσε ευθέως τη Γερμανίδα καγκελάριο Μέρκελ ότι «μπλέκεται σε αντιφάσεις: πώς να αντλεί όλα τα πλεονεκτήματα από την ενιαία αγορά και το ενιαίο νόμισμα, να πραγματοποιεί το 44% των εξαγωγών της στην ΕΕ και επομένως να ζει από τη χρέωση των γειτόνων της και ταυτόχρονα να γυρίζει την πλάτη σε μια χώρα που έχει χρεωθεί».
Η «Μοντ» υποστήριζε μάλιστα ότι πέτυχε ο στόχος της γαλλικής ηγεσίας «να ανοίξει τον διάλογο για την ευθύνη της πρώτης ευρωπαϊκής δύναμης», της Γερμανίας.
Η ουσία είναι ότι την τελευταία 15ετία η Γερμανία διατήρησε μεν το τμήμα της αγοράς της ζώνης του ευρώ (από 25% το 1995 ανέβηκε στο 27% το 2009), αλλά η σχετική της θέση ενισχύθηκε πολύ, καθώς το μερίδιο της Γαλλίας μειώθηκε πολύ (από 18,5% σε μόλις 12,9%), όπως και της Ιταλίας που έπεσε από το 17% στο 10%.
Αξιοποιώντας την ενιαία αγορά της ΕΕ, την οποία διαμόρφωσε κατά τα συμφέροντά της, η Γερμανία πλουτίζει με τα λεφτά των εταίρων της: το ποσοστό των εξαγωγών στο συνολικό γερμανικό ΑΕΠ ήταν 23,1% το 1994, αλλά το 2008 είχε εκτιναχθεί στο 47,3%! Υπερδιπλασιάστηκε, αν και υποχώρησε στο 40,8% το 2009 λόγω της κρίσης στις υπόλοιπες χώρες.
Επιδιώκοντας τώρα το Βερολίνο, το οποίο βγήκε συγκριτικά κερδισμένο από την κρίση, να επιβάλει όρους αυστηρότατης δημοσιονομικής πειθαρχίας σε όλες τις χώρες της ΕΕ σε βαθμό μάλιστα που ούτε καν προβλέπεται από τις συνθήκες του Μάαστριχτ και της Λισαβόνας, αποσκοπεί στην πραγματικότητα να παγιώσει την ενισχυμένη ηγεμονική θέση του μέσα στην ΕΕ. Αλλάζει δηλαδή τους συσχετισμούς τους ενδοευρωπαϊκούς υπέρ του, γι’ αυτό και διαμαρτύρεται πρώτη από όλες τις άλλες χώρες σε αυτό το επίπεδο η Γαλλία, η οποία θα είναι η μεγάλη χαμένη αν περάσει η γερμανική γραμμή.
Οταν υποστηρίζει, λοιπόν, την Ελλάδα ο Σαρκοζί δεν το κάνει μόνο για να προασπίσει τα γαλλικά συμφέροντα στη χώρα μας. Δρα πρωτίστως στο πολύ σημαντικότερο πλαίσιο της διαφύλαξης του ρόλου της Γαλλίας έναντι της Γερμανίας σε πανευρωπαϊκή κλίμακα. Αυτό αποτελεί βάση στενότερης συμμαχίας με την Ελλάδα.
«ΜΟΝΤ»: «Τύφλωση» είναι η πίστη στο ΔΝΤ!
Υπερασπίζεται θερμά τη χώρα μας ο οικονομολόγος Ζαν - Πιέρ Παζέ, σε άρθρο του στη «Μοντ», με τίτλο «Η Ελλάδα, πάρα πολύ βολικός αποδιοπομπαίος τράγος». Τονίζει όμως ότι συνιστά «μεγάλη τύφλωση να παρουσιάζει κανείς το ΔΝΤ ως αλάθητο κάτοχο μιας παγκόσμιας γνώσης που αρκεί να το καλέσει κανείς γιατί «το ΔΝΤ ξέρει να φτιάξει τα πράγματα»» και υπογραμμίζει: «Δεν πρέπει να ξεχνάμε εκείνες τις καταστροφικές συνέπειες στις οποίες οδήγησαν τα σχέδια προσαρμογής των δημόσιων οικονομικών που έθεσε σε εφαρμογή για να θεραπεύσει τις ασθενείς χώρες...». Χαρακτηρίζει δε «καταστροφικό και ανεύθυνο να θεωρεί κανείς ότι η υπόθεση αφορά μόνο τους Ελληνες».

Ο Μητσοτάκης επαινεί την ... Μπιρμπίλη!


Έδωσε συνέντευξη χθές ο πρώην πρωθυπουργός και επίτιμος πρόεδρος της ΝΔ Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, στον τηλεοπτικό σταθμό ΣΚΑΪ και το δημοσιογράφο Αλέξη Παπαχελά. Δεν θα σχολιάσουμε τα όσα είπε για την κρίση, τις αιτίες της, τους τρόπους αντιμετώπισής της και την σημερινή πολιτική πραγματικότητα! Θα σταθούμε στην απάντηση που έδωσε όταν ρωτήθηκε για το ποιούς Υπουργούς της σημερινής Κυβέρνησης εμπιστεύεται και εκτιμά: τον Παπακωνσταντίνου και την... Μπιρμπίλη! Μετά από αυτό εμείς τι να γράψουμε και τι να πούμε παρά να ευχηθούμε στην κα. Υπουργό Περιβάλλοντος «και εις ανώτερα»!!! Σίγουρα είσαι σε καλό δρόμο, αν σε επαινεί ο ... επίτιμος!

ΥΓ) Όχι,... δεν ελπίζουμε στην «κακοτύχια» της κα. Μπιρμπίλη μετά την αναφορά του ονόματός της από τον Επίτιμο, και απευχθόμασθε οτιδήποτε αρνητικό μπορεί να της συμβεί στην Υγεία της και την Προσωπική της Ζωή! Απλά και μόνο σχολιάζουμε το γεγονός και αφήνουμε τα συμπεράσματα σε εσάς!

Το αρχαιότερο τεχνικό έργο στον Κόσμο...

Στην Καλαμπάκα στο σπήλαιο της Θεόπετρας!

Το αρχαιότερο τεχνικό έργο της Ελλάδας, πιθανόν μάλιστα και του κόσμου, βρίσκεται στο σπήλαιο της Θεόπετρας στην Καλαμπάκα και μετρά 23.000 έτη. Πρόκειται για ένα πέτρινο τείχος που είχε κατασκευαστεί στην είσοδο του σπηλαίου περιορίζοντας έτσι το άνοιγμά της κατά τα 2/3. Η κατασκευή αυτή _ λιθοσωρός για την ακρίβεια _ μελετήθηκε και χρονολογήθηκε με τη μέθοδο της οπτικής φωταύγειας στο εργαστήριο αρχαιομετρίας του κέντρου «Δημόκριτος», από όπου χθες παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα. Η ηλικία μάλιστα συμπίπτει απόλυτα με την ψυχρότερη περίοδο της τελευταίας παγετώδους εποχής υποδηλώνοντας ότι οι παλαιολιθικοί οικιστές του σπηλαίου είχαν κατασκευάσει αυτό το τείχος στην είσοδό του προκειμένου να προστατευθούν από το δριμύ ψύχος της εποχής.
Υπολείμματα φωτιάς, εργαλεία από πυριτόλιθο και χαλαζία, πρώιμα κοσμήματα από δόντια ελαφιού, λίθινα εργαλεία και κεραμική έχουν έρθει στο φως στο προϊστορικό σπήλαιο της Θεόπετρας κατά τις ανασκαφές που διεξάγει εδώ και 25 χρόνια η δρ Νίνα Κυπαρίσση-Αποστολίκα, έφορος Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδος του ΥΠΠΟ. Οι ανθρώπινοι σκελετοί που έχουν βρεθεί είναι ελάχιστοι. Αντιθέτως, πολλά είναι τα οστά ζώων από όλες τις περιόδους χρήσης του σπηλαίου.
Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελούν και τα ευρήματα της μεσολιθικής εποχής, που σχετίζονται με την κεραμική και την καλλιέργεια. Είναι καρποί (κριθάρι, σιτάρι, φακή) τόσο σε άγρια (παλαιολιθική εποχή) όσο και σε καλλιεργημένη μορφή, αποδεικνύοντας ότι οι άνθρωποι εκείνοι είχαν ανακαλύψει μόνοι τους την καλλιέργεια, η οποία ήρθε ως αποτέλεσμα προσπαθειών χιλιετιών και ίσως όχι από τη μετάδοση εμπειριών λόγω των μετακινήσεων πληθυσμών από τη Μέση Ανατολή.
Την Θεόπετρα, τη συναντάμε στα δυτικά της Εθνικής Οδού Τρικάλων- Ιωαννίνων κτισμένη στην πλαγιά ενός βραχώδους λόφου, πρώτος της σειράς του γεωλογικού φαινομένου των Mετεωρίτικων βράχων που ατενίζει ο επισκέπτης στη συνέχεια της διαδρομής. Στα ΒΑ ενός βραχώδους ασβεστολιθικού όγκου, στη θέση «Μούτα» βρίσκεται το Σπήλαιο της Θεόπετρας. Το σπήλαιο της Θεόπετρας αποτελείται από μία κύρια αίθουσα 24 Χ 30 μέτρων με μικρές κόγχες στην περιφέρεια, ενώ η είσοδός του είναι αψιδωτή και μεγάλη και από κει βλέπει κανείς απέναντι στα Μετέωρα. Ο σχηματισμός του τοποθετείται στην ανώτερη κρητιδική περίοδο, δηλαδή 137 ως 65 εκατομμύρια χρόνια πίσω. Ουδείς γνώριζε πάντως τη σημασία του ως τη στιγμή που άρχισε η ανασκαφή, οπότε και σταμάτησε να χρησιμοποιείται για τον σταβλισμό ζώων. Το σπήλαιο της Θεόπετρας σηματοδοτεί ένα πάρα πολύ σπάνιο εύρημα για τον Ελλαδικό χώρο αλλά και το μοναδικό για τη Θεσσαλία, την εκπροσώπηση και των τριών εποχών στον ίδιο χώρο, γιατί σε άλλα σπήλαια βρέθηκαν ευρήματα ή της Μέσης Παλαιολιθικής ή της Ανώτερης Παλαιολιθικής σε συνέχεια με Νεολιθική. «Είναι η μόνη προϊστορική θέση του ελληνικού χώρου με ακολουθία επιχώσεων από την ανώτερη και μέση παλαιολιθική εποχή, τη μεσολιθική και τη νεολιθική, γεγονός που αποδεικνύει τη συνέχεια του πολιτισμού στον ελλαδικό χώρο πολύ πριν από τη νεολιθική εποχή» λέει η ανασκαφέας, τονίζοντας τη σημασία του σπηλαίου για ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. Σήμερα εξάλλου το σπήλαιο είναι επισκέψιμο για το κοινό.
Η χρονολόγηση πραγματοποιήθηκε από την ερευνητική ομάδα του κ. Ν. Ζαχαριά, επίκουρου καθηγητή του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, και του δρ. Ι. Μπασιάκου, διευθυντή Ερευνών του ΕΚΕΦΕ «Δημόκριτος».
Αναζητώντας τον έλληνα Νεάντερταλ.
Ανθρώπινα αποτυπώματα, πιθανότατα τεσσάρων παιδιών _ το ένα γυμνό και τα άλλα καλυμμένα _, έχουν αποκαλυφθεί στα βαθύτερα στρώματα του σπηλαίου, όπου τα κατάλοιπα φωτιάς χρονολογήθηκαν με τη μέθοδο του Ανθρακα 14 περίπου στο 45000 π.Χ. Τα αποτυπώματα είναι στη σειρά, το ένα πίσω από το άλλο, και η μελέτη τους μπορεί να οδηγήσει στην αναζήτηση της ύπαρξης του προγενέστερου ανθρώπινου τύπου, και συγκεκριμένα του Homo Sapiens Νeanderthalensis. Να σημειωθεί ότι η παρουσία αυτού του ανθρώπου στην Ευρώπη τοποθετείται πριν από 40.000 χρόνια, χρονολογία που ταιριάζει με τις ηλικίες της Θεόπετρας. Ειναι η εποχή πάντως κατά κατά την οποία έγινε η μετάβαση στον σύγχρονο τύπο ανθρώπου, τον Homo Sapiens Sapiens. Σε περίπτωση λοιπόν που αποκαλυφθεί στη Θεόπετρα ένας ανθρώπινος σκελετός που να αντιστοιχεί σε αυτές τις ηλικίες, τότε μπορεί να επιβεβαιωθεί αν εκείνη την εποχή υπήρχε ή όχι ο άνθρωπος Neanderthal και στον ελλαδικό χώρο.