Κ. Χατζόπουλος.
«Ντροπή σου!» έγραψε η Σπήλιω Γέρακα του γιου της όταν τον έμαθε στην Άρτα· «ο ξάδερφος σου ο Μπέλιας έρχεται με πεντακόσιους. Οι δούλοι του σπιτιού σου πάνε κοντά του, οι πατρικοί σου φίλοι γίνανε μπουλουξήδες του και συ, το αγγόνι του Γέρακα, βγήκες κάτω από άλλον καπετάνο!»
Κι αληθινά ζήλεψε ο Παύλος Γέρακας, άμα σε λίγες μέρες είδε τον ξάδερφο του ντυμένον τα χρυσά πεσλιά του Θάνου Μπέλια και ζωσμένον την ασημένια πάλα του παππού του. Πολεμική φωτιά έπνεε γύρω του, όλοι βλέποντάς τον αναστένανε στο νου καπετανάτα και αρματολίκια φημισμένα και πλέκανε καινούριες δόξες.
Τα εγγόνια του στρατηγού Δημήτρη Γέρακα φιληθήκανε κι αγκαλιαστήκανε, οι πατρικές αντιζηλίες κι οι έχτρες σβηστήκανε μέσα τους εκείνη τη στιγμή. Μα η καρδιά των παλιών φίλων του σπιτιού του Γέρακα σπαρτάρησε όπως είδανε ξαφνικά μπροστά τους άντρα το γιο του άρχοντά τους. Πρόθυμα θα ’τρεχε κατόπι του το μισό ασκέρι του Βασίλη Μπέλια, φτάνει να ’λεγε πως μοίραζε κι αυτός λουφέ.
Ο Παύλος Γέρακας κι οι σύντροφοι του είχανε ’ρθει στην Άρτα με την ορμή να σταματήσουνε μονάχα μέσα στα Γιάννινα. Μα πώς να πάνε αφού ο στρατός δεν περνά τα σύνορα; Όλο συντάζεται και δεν έχει συνταγμό. Ράθυμες, άνεργες, οκνές περνούνε οι μέρες. Ανάκατα στρατός και ρέμπελα γεμίζουνε τα στενά σοκάκια, τρώνε και πίνουνε στις ταβέρνες, τραγουδούνε και κάνουνε ρεμούλες. Οι γυμνασμένοι στρατιώτες δεν έχουνε τι να πρωτοφυλάξουνε: τους πόρους του ποταμού ή τα πορτοκάλια στα περβόλια. Άντυτος ο πολύς στρατός, ο άλλος αρλεκίνος. Πού να γνωρίσεις τον ταχτικό από το ρεντίφη; Κι ο αντάρτης κι ο στρατιώτης έχουν αρμάθα τα φουσέκια σταυρωτά στα στήθια, κι οι δυο έχουν κρεμασμένους τους γκράδες τους στον ώμο, τη λόγχη ζωσμένη με σκοινί, ή περαστή σα χατζάρι στη ζώνη, ο ρέμπελος φορεί κορώνα στο σκούφο του, ο ταχτικός είναι με σκούφια δίχως στέμμα, με ημίψηλο ή με λερό μαντήλι.
Κι ο Παύλος κι οι σύντροφοί του γυρεύουνε να βρουν πόρο να περάσουνε τα σύνορα.
«Παυλάκη, εδώ και συ!» ξαφνίστηκε ο λοχαγός Βουλοδήμος, βλέποντας στο δρόμο που γύριζε από το λόχο του τον ξάδερφο του Γέρακα. «Πού να σε βάλει ο νους μου σταυραετό! Λοιπόν στα Γιάννενα;» και συ με τους σοφτάδες;»
«Στα Γιάννινα!» απάντησε με τόνο πειραγμένος ο Παύλος.
«Δεν κάθεστε να πέσει λίγο το ποτάμι!»
Κι ο λοχαγός γέλασε μόνος με το χωρατό του κουνώντας άνω κάτω τις πλάτες του. Μα σαν είδε πως ο ξάδερφός του πειράχτηκε, τον καλόπιασε και του αγκάλιασε τη μέση, μην του φύγει:
«Έλα πάμε να σου κάμω τώρα τα μουσαφιρλίκια», του είπε.
Η αφέλεια του Ρουμελιώτη αξιωματικού ησύχασε τον Παύλο.
«Άσε τ’ αστεία, πε μου τώρα τι ξέρεις;» τον ρώτησε σαν καθίσανε στον καφενέ.
«Ρώτα τον ξάδερφο τον Μπέλια· αυτός συνεννοείται με τον αρχηγό. Εγώ τι να ξέρω;»
«Τι λες θα κηρυχτεί ο πόλεμος; » ξαναρώτησε εμπιστευτικά ο Παύλος.
Ο λοχαγός γέλασε: «Ποιος πόλεμος; Το λέτε με τα σωστά;»
«Τι, άδικα μαζεύεται τόσος στρατός;» τόνισε ο Παύλος στενοχωρημένος με το ειρωνικό ύφος του Βουλοδήμου.
Τούτος ξαναγέλασε: «Στρατός!» απάντησε ζωηρεύοντας, «πού βρέθηκε; Στρατό το λένε αυτό το σκόρπιο ασκέρι; χα χα! έτσι τα βάζουνε, μπρε, με το Σουλτάνο; Μ’ αυτό το μάζωμα θα πολεμήσουμε, ή με το μπουλούκι του Μπέλια και με το δικό σας;»
«Μήπως οι Τούρκοι είναι καλύτεροι;»
«Καλύτεροι χειρότερο!, δεν ξέρω· το δικό μας το χάλι βλέπω γω.»
Το παιδί του καφενέ έφερε τους καφέδες που παραγγείλανε κι ο λοχαγός σίμωσε στα χείλη το αχνιστό φλιτζάνι.
«Πφ! να πάρ’ ο διάολος!» φώναξε άξαφνα φτύνοντας την πρώτη ρουφηξιά. «Έλα δω, βρε! Πάρ’ τον πίσω γλήγορα και δώσ’ τόνε τ’ αφεντικού σου να τον πιει, θα χλιμιντρήσουμε!»
Ο υπηρέτης πήρε τους καφέδες μην ξέροντας να γελάσει ή να τρομάξει με το αγρίεμα του λοχαγοί. Οι καθισμένοι τριγύρω στα τραπέζια γελάσανε δυνατά.
«Τι έπαθες πάλι, Θανασούλα;» άκουσε ο λοχαγός μια φωνή στην πόρτα. Δυο αξιωματικοί μπήκανε στο καφενείο.
«Καλώς τους! Ελάτε να πάρτ’ ένα κριθαροζούμι και σεις. Να, γι’ αυτούς και για τους φουρναραίους έφεξε», ξαναείπε δυνατά ο Βουλοδήμος κι έδειξε στο βάθος με το κεφάλι.
«Κι ο ξάδερφος μου εδώ θέλει πόλεμο» πρόστεσε σιγότερα και σύστησε τον Παύλο στους συναδέρφους του.
«Στο λόχο μου τον ανοίξαν οι Μεσσήνιοι με τους Μανιάτες. Καλά που δε μας δώσαν ακόμα τουφέκια», είπε ο ένας από τους αξιωματικούς τρώγοντας τα φωνήεντα και σέρνοντας τα σίγμα.
«Άκου τα, πόλεμος χωρίς τουφέκια», ξαναγέλασε ο Βουλοδήμος.
Ο Παύλος κοκκίνισε.
«Τρεις άνδρες, δυο ψάθες· για στρώμα και για σκέπασμα. Πώς θες να μη μαλώσουνε;» πρόστεσε ο άλλος αξιωματικός.
«Θα καλέσουνε, λέει, δυο ηλικίες ακόμα.»
«Τα ίδια της συχωρεμένης του ’78 και του ’86, ξέρεις, ξάδελφε, στα ’78 βγήκα και γω αντάρτης. Ήμουνα τότε λοχίας· πολέμησα στη Θεσσαλία με τον Τερτίπη.»
Νέος γαλονάς πλησίασε στο τραπέζι και τον έκοψε.
«Ξέρετε, οι προβιβασμοί αναβάλλουνται», μουρμούρισε σκύβοντας στο τραπέζι.
«Ποιος σου το ’πε;» ρώτησε βιαστικά ένας από τους άλλους αξιωματικούς.
«Είχα γράμμα σήμερ’ από την Αθήνα.»
«Σώπα και τα γαλόνια θα τα πάρουμε διπλά στη μάχη. Δε βλέπεις, ήρθανε να μας βοηθήσουνε κι οι σοφτάδες», είπε γυρίζοντας με χαμόγελο στον ξάδερφό του ο Βουλοδήμος.
«Την πατρίδα θα βοηθήσουμε», πετάχτηκε με όψη διπλοκοκκινισμένη ο Παύλος.
Ο Βουλοδήμος μετάνιωσε. Τόνε χτύπησε στην πλάτη χαϊδευτικά κι άλλαξε ομιλία:
«Μωρέ, ακούστε να γελάστε», άρχισε γελώντας πρώτα ο ίδιος, «είχα μέρες να δω το Ζαρκαδιά και πήγα χθες στην κάμαρά του. Πού λέτε πως τον ήβρα; Σταυροπόδι στο κρεβάτι και διάβαζε κανονισμό εκστρατείας.»
«Δεν το ξέρεις;» πρόστεσ’ ένας άλλος λοχαγός από τον κύκλο, «έμαθε πως ο λόχος του θα κάμει πρώτος γερούσι στο Ιμαρέτ και κλείστηκε μέσα και διαβάζει».
«Εμείς θα μπούμε από το Πέτα», είπε ο Βουλοδήμος «ο Λυκούργος και γω. Τι θα κάμει μοναχά τους τετζερέδες. Πού να του βρω μουλάρι να τους κουβαλά! Καθώς άνοιξε, που λέτε, το δισάκι του με τη σκηνή, κυλήσανε τρεις, ένας απάνω στον άλλονε φρεσκογανωμένοι σαν αρβανίτικα κεφάλια λαμπεροί. Κι ένα ταψί απόκοντα. Θα φάμε πίτα, λέει στα Γιάννενα. Και μέσα στον ένα τετζερέ στοιβαγμένα μια ντουζίνα γάντια. Με τσαρούχια στα ποδάρια και με γαντωμένο χέρι έρχεται και μου δίνει αναφορά. Τι έχουμε να δούμε ακόμα».
Κι ο Βουλοδήμος γελούσε.
«Θανάση, ο ξάδερφός σου», τόνε σκούντησε ο πλαγινός του κι έδειξε προς την ανοιχτή πόρτα του καφενέ.
Ο Βασίλης Μπέλιας περνούσε απόξω μ’ έναν ανώτερο αξιωματικό. Κρατούσε ορθό το μελαψό κεφάλι κι αλύγιστο το ψιλόλιγνο κορμί. Οι πούλιες και τα τιρτίρια λαμποκοπούσανε στη σκούφια κι η άκρη της γυριστής πάλας χτυπούσε στο γόνατο κάτω από τον κεντημένο βελουδένιο ντουλαμά.
«Βάζουνε τα σκέδια», είπ’ ένας από τους αξιωματικούς.
Ο λυγερόκορμος οπλαρχηγός είχε σταματήσει εκείνη τη στιγμή στο αντικρινό πεζοδρόμιο και χειρονομούσε ζωηρά, μιλώντας με το σύντροφό του, το ασπράδι. των ματιών του γυάλιζε αγριωπό, ίσια με τον κύκλο των αξιωματικών μέσα στον καφενέ.
«Τι σκέδια! Το φρουραρχείο μπόδισε να ’ρχονται οι αντάρτες μες την πόλη κι ο καπετάνιος τους, δεν έχει τώρα τι να τους κάμει. Όξω στα λιοστάσια πού να βρεθεί τζάμπα κρασί.
Φοβάται πως θα του φύγουν», είπε ο Βουλοδήμος.
«Μακάρι, να γλιτώναμ’ απ’ αυτούς. Μη μαζέψουμε και μεις το παλιάσκερό μας», είπε ο άλλος λοχαγός.
Τότε και γω ας σας αδειάσω εδώ τον τόπο», ξαναπετάχτηκε ο Παύλος, βρίσκοντας αφορμή να σηκωθεί.
Ο αξιωματικός έκαμε να δικαιολογηθεί, ο Βουλοδήμος δοκίμασε να τον κρατήσει, μα ο Παύλος χαιρέτησε ψυχρά κι έφυγε.
Με ψυχή βαρύθυμη, με κλονισμένο θάρρος έσμιξε τους συντρόφους του.
«Μην τους ακούς, ας λένε», τον παρηγόρησε ο αντάρτης ποιητής· «η ραθυμιά τους κάνει τέτοιους· όχι το αίστημα, ο ενθουσιασμός τους λείπει, κι αυτός θ’ ανάψει σα βροντήσει το τουφέκι. Το αίστημα κι η παλικαριά δε λείψανε ποτέ απ’ το γένος».
«Το γένος μας είναι μεγάλο και θα μεγαλουργήσει», πρόστεσ’ ένας άλλος νέος, νησιώτης ευγενής.
Τα ποτήρια αδειάσανε — η ομιλία γινότανε σ’ ένα βρομερό ξενοδοχείο, όπου δειπνούσανε οι νέοι αντάρτες — κι έτσι μπόρεσε να ονειρευτεί κι αυτή τη νύχτα ο Παύλος ξεσκλαβωμένα τα ηπειρώτικα βουνά.
Ωστόσο φτάνουν ολοένα νέοι έφεδροι κι εθελοντές κι αντάρτες. Πού να βρει σκεπή ο αρχηγός για τόσον κόσμο κι ο δήμαρχος τόσους πολλούς οχτρούς να τους στείλει κατάλυμα στα σπίτια τους! Γεμάτα όλα τα χαλέπιτα, οι αποθήκες, τα σκολειά, τα παλιά τούρκικα σεράγια, τα χάνια γίνανε στρατώνες, οι εκκλησιές δεν παίρνουν άλλους κι όπου σπίτι με γερά παράθυρα και σκάλα που δεν τρέμει να πέσει τα γραφεία στήσανε τα τραπέζια τους κι οι αξιωματικοί τα κρεβάτια τους. Και σα ν’ ανοίξανε κι οι καταρράχτες τ’ ουρανού, δε σταματά η βροχή όλον το Μάρτη. Το νερό είναι γόνα στις σκηνές κοντά στον ποταμό κι οι ελιές του κάμπου δεν μπορούνε να φυλάξουνε τους αντάρτες.
Χιλιάδες γυρεύουνε σκεπή μέσα στη στενή πόλη, θέση, άδειο κάθισμα δε μένει μέρα και νύχτα σε ταβέρνες, σε μαγέρικα και καφενέδες. Κι η βροχή δεν αφήνει πάντα να γυμναστεί ο στρατός. Έπειτα κιόλας άνοιξη έρχεται και με ήλιο, με θεού χαρά θα πολεμούμε. Κι αν ξαστερώνει πού και πού, φτάνει να βγαίνουνε στα λιοστάσια οι σαλπιστάδες, ν’ ακούνε τις σάλπιγγες οι Τούρκοι και να λένε πως είμαστε μυριάδες. Κάστρο έχουνε κάμει αντικρινά το Ιμαρέτ, μα ο Βασίλης Μπέλιας πάει με δυο χιλιάδες να χτυπήσει το Συρράκο, ο Ντούλα Μπούρδας να μπει με χίλιους από την Καλεντίνη, πρα, πρα, ορέ Σούλι αθάνατο, θα σε πατήσω πάλε! τόπο και μάνιωσε ο σουλιώτης Πιλιαμπέσας. Σε τρεις μέρες θα ’μαστε στα Γιάννινα.
Μα κι η βροχή ασταλαμάτητη. Τα έρμα στάχυα θα πέσουνε, κρίμα στ’ άσκαφτα τ’ αμπέλια, οι σταφίδες θα μείνουν ακλάδευτες κι άκουρα τα δόλια πράτα, μουρμουρίζει και κλαίγεται ο στρατός. Πόλεμο μου ’θελες, ζήτω μου φώναζες! αναγελά ο ένας τον άλλον. Ψειριάσαμε ανάλαγοι, πουντιάσαμε δίχως μαντύα, η βροχή μας έρεψε, το κρύο μας ψόφησε, ακούγονται παντού φωνές. Μα και προδότης όποιος λέει πως δε θα μπούμε στα Γιάννινα.
Μα το κανόνι βροντά άξαφνα ένα δειλινό και λύνει τη ραθυμιά από τα κορμιά και ξανανάβει το μεθύσι. Σαν αλαφιασμέν’ αντιβογκούνε τα βουνά την ταραχή. Καμίνι ολόφλογο βουίζει αντικρινά το Ιμαρέτ, αποκρυμμένη τραντάζει και πνίγει στον καπνό τη λαγκαδιά του ποταμού η Βλαχέρνα, με διπλή φωτιά τους αποκρίνουνται από το ψήλος τους βαριά μουγκά ο Αμυντικός στρατώνας και παραπέρα το Θεοτοκιό. Και σ’ όλη τη στρογγυλή γραμμή του ποταμού από δεξιά και από ζερβά του κάστρου τριζοβολά συγκρατητό το τουφεκίδι.
«Πάρ την κι αυτή, βρομόσκυλο!»
«Χασάν!»
«Γιουσούφη! Γουρνομύτη!»
Μια μπόμπ’ από το τον Αμυντικό στρατώνα σκάζει κατάκορφα του Ιμαρέτ κι ο καπνός κι η σκόνη σηκώνουνται σε ολόρθη ψηλή στήλη μες τις φλόγες. Χαρούμενη βουή ξεσπά στα ταμπούρια δίπλα στο γεφύρι κατάνακρα του ποταμού.
«Όλοι μαζί! Από πεντακόσια μέτρα», φωνάζει ορθός ο ανθυπολοχαγός κοντά στον Παύλο Γέρακα.
Η μπαταριά βροντά κι ο ανθυπολοχαγός ορθός ξαναφωνάζει:
«Ίσια, φωτιά!»
«Κάθισε κάτω, καπετάνιε!»
Τα βόλια σφυρίζουνε γύρω σα μελίσσι.
«Φωτιά, παιδιά!»
Το αίμ’ ανάβρυσε ρουνιά από το στόμα, τρίκλισε, ακούμπησε στη ρίζα της ελιάς ο ανθυπολοχαγός, οι κλώνοι τινάξανε απάνωθέ του τον ανθό τους.
«Καλά σας — Γιάννινα — παιδιά —»
«Ο δρόμος σου άγιος, καπετάνιε!»
«Κρίμα στο νιό!»
«Χαρά στο παλικάρι!» ο Παύλος πετάχτηκε από το ταμπούρι ορθός.
«Καρδιά, παιδιά! Ποιος δείλιασε;»
Βροντά το Ιμαρέτ, βογκά η Βλαχέρνα, τα βόλια σφυρίζουνε και τρίζουνε.
«Φωτιά, παιδιά! Φλόγα στη φλόγα!»
Τριγύρω σύννεφα ο καπνός, η σκόνη σίφουνας, ακράτητο το αστροπελέκι, οι βρόντοι κι η βουή ζαλίζουνε το νου.
«Καλά μας Γιάννινα!»
«Γένος ξύπνησες» φωνάζει ο αντάρτης ποιητής.
«Πού είσαι, να γελάς και τώρα, Βουλοδήμο;» ξεφωνίζει σα σε μανία άγρια ο Παύλος Γέρακας... .
Σε λίγες μέρες οργίζεται και ντρέπεται με τον εαυτό του σα θυμάται το μεθύσι αυτό. Στα Γιάννινα!
Βουβό κι έρημο ξύπνησε την άλλη μέρα το Ιμαρέτ, η Βλαχέρνα σωπασμένη κι άδειος ο πλατύς ο κάμπος πέρ’ από τον Άραχτο. Γελούνε τα βουνά στον ήλιο, ο Λούρος κυλά γαλανοπράσινα τα βαθειά νερά του, μοσχοβολούνε όπως ποτέ τα νερατζάνθη αυτή την άνοιξη. Οι αντάρτες δε θυμούνται τα σεράγια των πασάδων που τους καρτερούνε στα Γιάννινα και διαγουμίζουνε κονάκια μπέηδων στη Φιλιππιάδα, ρημάζουνε σπίτια φτωχών ραγιάδων ένα γύρο στα χωριά. Κι οι καπετανέοι του στρατού μαλώνουνε ποιος να πρωτοπάει να πρωτοστήσει τη σημαία στο κάστρο του Αλήπασα. Όσο που ο εχτρός παίρνει καιρό, ξανακαρδιώνεται και τσακίζει και σκορπά τους αργοπορημένους.
Και τώρα όπου φύγει φύγει και ποιος να πρωτοφύγει, ποιος να γυρίσει πρώτος στα παλιά λημέρια. Λίμνη των πόθω μας, θ’ αναστενάζεις χρόνια πάλε! Θρηνολογά ο αντάρτης ποιητής και φεύγει με τους άλλους. Ψόφιοι ραγιάδες φεύγουνε πίσω στο στρατό, κοπάδια πρόβατα κόβουνε τη βιά των λόχων, ο διπλοτρομαγμένος στρατιώτης σπρώχνει την τρομαγμένη σκλάβα για να προσπεράσει. Πίσω και πλάκωσε ο εχτρός! Σπάστε τα σύρματα, γκρεμίζετε τους στύλους! Οι λοχαγοί χάνουν τους λόχους τους, ο Παύλος τους συντρόφους του. Ρεκάζουνε τα γυναικόπαιδα, αποκαμωμένα γεμίζουνε τον κάμπο παρδαλοί λεκέδες· σωριασμένα εδώ μπουλούκια, εκεί ένα δυο, παρέκει ανάκατα με τους περσότερο αποκαμωμένους στρατιώτες. Στον αέρ’ αχούνε απόβαθα και θλιβερά τα μουγκρητά από τα γελάδια, που σέρνει ή σπρώχνει ο χωρικός, από τα πρόβατα που τα στριμώχνει στη στενή κι αχαλίκωτη δημοσιά, λοχαγοί σταματούν και παζαρεύουνε τ’ αρνιά για τη λαμπρή που ξημερώνει, χωριάτισσες μαζεύουνε τις καραβάνες, αντάρτες τα φουσέκια και τους σάκους που πετούν οι στρατιώτες, τ’ αγγειά του λόχου που παρατά ο σιτιστής, αρπάζουνε τη φλοκωτή βελέτζ’ από τον ώμο της χωριάτισσας.
Ο αξιωματικός γκρεμίζει από της ζαλίγκα άλλης χωριάτισσας το σουβλί, που έχει μπηγμένο εκεί για το αυριανό αρνί και πιάνει το μισόν το δρόμο, ο άλλος κλωτσά, ο άλλος βλαστημά, ο Παύλος βρίζει. Η φαντασία αυτιάζεται κανόνια και βλέπει φέσια κόκκινα μπροστά της, στους πιο δειλούς γίνουνται σκιάχτρα κι οι ροδανθισμένες κουτσουπιές του κάμπου. Καλή λαμπρή στα Γιάννινα! Άρτα καλώς μας ξαναδέχεσαι, φωνάζουνε όσοι δε χάσανε την όρεξη δεν έχω κάτι πια, είναι πληγές οι φτέρνες μου, τέσσερες νύχτες άυπνος, τρεις μέρες νηστικός, σύρε κι έλα αποκάμαμε, ας έρθει ο Τούρκος να μας κόψει! μουρμουρίζουνε στους αξιωματικούς, που θέλουνε να τους σπρώξουνε να πάνε μπρος από τα χείλη και τους όχτους των χαντακιών, όπου σωριάζουνται οι αποκαμωμένοι.
Οι λοχαγοί αγοράσανε φτηνά τ’ αρνιά της Λαμπρής και καπνός και τσίκνα ψηταριάς φουντώσανε την άλλη μέρα τον ανοιξιάτικο αέρα εκεί που μια βδομάδα πριν έσκαβε το χώμα η μπόμπα κι η μπαρούτη κάπνιζε. Ήρεμα ξαναευωδιάζουν τα περβόλια, ο Άραχτος τρέχει λαγαρός, φωτεινός και καταπράσινος όλος ο τόπος. Μες την καρδιά της άνοιξης έπεσε το χρόνο αυτό η Λαμπρή. Τα δόντια βυθούνε στα ψαχνά, η όρεξη μεστώνει στο κρέας, οι σουγιάδες ξύνουνε τις πλάτες των σφαχτών για να προφητευτεί η τύχη της εκστρατείας και στα παγούρια, γεμάτα κρασί σήμερα, ξεβραχνιάζουν τα λαρύγγια κι έρχεται η καρδιά στον τόπο της. Μπρε, φευγιό οι παλιότουρκοι και να μην τους κυνηγήσουμε! Θα ’μαστε τώρα στα Γιάννινα. Μ’ αν μας αφήνανε κιόλα οι φράγκοι! Δε βλέπεις, μας γυρίσανε πίσω απ’ τα μισά του δρόμου.
Ο Παύλος Γέρακας ξαφνίζεται. Σ’ ένα στενό της Άρτας στέκει μπροστά του. Κρυμμένος κάτω από την καπότα ο κατιφένιος ντουλαμάς κι η χρυσοκεντημένη σκούφια γυρισμένη ανάποδα.
«Στα Γιάννινα θα σμίγαμε.»
«Δεν τους αφήνεις! Ο πόλεμος θέλει παρά. Μ’ εκθέσανε.»
Οι σταυραετοί είχανε βγει για πλάτσικα, μα στα βράχια του Τζουμέρκου πού να βρεθούνε πλιάτσικα. Τώρα γυρεύουνε λουφέ. Θυμηθήκανε τις γυναίκες τους και τα παιδιά που πεινούνε πίσω. Ο ψηφοφόρος βγαίνει κάτω από τον αντάρτη κι ο Βασίλης Μπέλιας δε ζώστηκε την πάλα του παππού του για να μαζέψει μαύρα. Άκουσε πως π’φτ’ η κυβέρνηση και θα γίνουνε σίγουρα εκλογές. Έχασε τη δόξα να πάρει το Συρράκο, πρέπει να χάσει τώρα και το βουλευτιλίκι;
Ο Παύλος ξυπνά σαν απ’ όνειρο βαρύ και σα σε όνειρο γυρίζει στους στενούς τους δρόμους, γεμάτους πάλι από αντάρτες και στρατό. Οι γαριβαλδινοί παρδαλεύουνε περισσότερο το θέαμα με τις ολοπόρφυρες στολές τους. Μερικοί κοβαλούνε στον ώμο αρνιά σφαγμένα και γυρεύουνε φούρνο να τα ψήσουνε. Μα λαμπρή μέρα σήμερα κι είναι τα μαγαζιά κλειστά. Στρατός κι αντάρτες γυρεύουνε κρασί και θέλουνε καπνό. οι πόρτες σπάζουνε κι οι αδερφοί Ιταλοί βοηθούνε στη ρεμούλα.
Ένας λεβέντης, τσιγκέλι το μουστάκι του, στέμμα στο φέσι, σταματά τον Παύλο:
«Δε με γνωρίζεις; Είμ’ ο Νύσο Νακακήτσας, φίλος του σπιτιού σου. Μου πήρανε αγγαρεία το κάρο μου και τ’ άλογο. Να ζήσεις, τρέχα γλήγορα να μου το βγάλεις.»
«Έχασα το λόχο μου· δώσ’ μου γράμμα στο λοχαγό μου. Το ξέρω, είναι φίλος σου», τον παρακαλεί παρέκει ένας φαντάρος, από τον τόπο του κι αυτός.
«Νουνέ, δώσ’ μου ένα τάλαρο και θα με σώσεις», κι η βόχα του κρασιού έπνιξε τον Παύλο. Βαφτιστικός της μάνας του ήταν αυτός, αντάρτης δεν πήγε, λέει, κοντά στον Μπέλια κι ας του ’δωσε ένα κατοστάρικο κι ας του ’ταξε λαγό με πετραχήλια. Όσο είναι ζωντανός δεν προσκυνά άλλη πόρτ’ απ’ της νουνάς του.
Ο Παύλος τρέχει να ’βγει όξω από την πόλη.
Χόρτασε και δω φαγί τ’ ασκέρι και ξαπλωμένο στα λιοστάσια ξεκουράζει το αποκαμωμένο κορμί. Άλλοι κοιμούνται, άλλοι ψειρίζουνται στον ήλιο. Μερικοί κάμανε κύκλο κάτω από ένα πλάτανο και κουβεντιάζουνε.
«Είδατε πουθενά Τούρκο να μας κυνηγά; Γιατί να υποχωρήσουμε; Γιατί ν’ αδειάσουμε τον τόπο;· «Κάτι θα τρέχει!». «Ξένος δάχτυλος!»
«Στα ’78 δε μας γελάσανε; Στα ’86 δε μας αποκλείσανε; Και τώρα μας γυρίζουν πίσω».
Να γελάσει ο Παύλος ή να θυμώσει; Γιατί να μην πιστέψει προδοσία κι αυτός; Φεύγοντας χτες μη δε ρωτούσε: γιατί φεύγουμε;
Κάποιος του χτυπά τον ώμο άξαφνα και τον ξυπνά από τους στοχασμούς.
Δε βγήκα γω πιο κερδισμένος που γλύτωσα τους κόπους; Δε σας τα ’λεγα; Και σεις τι βγάλατε;»
Έφεδρος με πολιτικά ήταν αυτός. Γιος κάποιου σταφιδέμπορου της Πάτρας, αποσπασμένος σε γραφείο από την πρώτη μέρα που παρουσιάστηκε. Όταν άνοιξε ο πόλεμος, τόνε δώσανε συνοδό σε δυο Άγγλους δημοσιογράφους. Διηγήθηκε του Παύλου το γλέντι που ’καμε μ’ αυτούς και τόνε χαιρέτησε ύστερα και πάει.
Μια σάλπιγγα χτυπά, ο κύκλος κάτω από τον πλάτανο σκορπίζει κι ο Παύλος μένει μόνος με τους λογισμούς του.
Μαγεία είναι ο Απρίλης εκεί όξω. Μοσχοβολούνε οι λεμονιές, λευκή πλημμύρα τα λιοστάσια, μεθά ο ολογάλανος αέρας. Ο νους του Παύλου πετά μακριά, σε ώρες ίσως χαμένες πια για πάντα και το κορμί λυμένο από την κούραση, απλώνεται στη ρίζα μιας ελιάς.
Ο ήλιος είχε χαμηλώσει, όταν τον ξύπνησε μια σάλπιγγα που σήμανε και πάλι σύναξη. Οι λόχοι που ήτανε σκόρπιοι μέσα στα λιοστάσια μπαίνανε στη γραμμή, οι αργοπορημένοι σερνόντανε με βήμ’ απρόθυμο. Θυμήθηκε κι ο ίδιος τους συντρόφους του και τράβηξε κατά την πόλη.
Και κείνοι τόνε γυρεύανε. Οι Τούρκοι δεν κατεβήκανε στον κάμπο, οι ευζώνοι τους κρατούνε το πέρασμα σε μια κλεισούρα, του είπανε, σαν τόνε σμίξανε αποβραδίς.
Δεν αργήσανε· την άλλη μέρα, κοντά στο χάραμα, ο Παύλος κι οι σύντροφοί του βρισκόντανε πάλι στα ηπειρώτικα βουνά.
Τρεις μέρες αλλάζουνε τουφεκιές από τα ταμπούρια τους οι ευζώνοι με τους Τούρκους. Πόσοι είναι οι Τούρκοι ποιος τους ξέρει· οι ευζώνοι ένα τάγμα μόνο κι ένα δυο μπουλούκια αντάρτες· κι από ψηλά από το διάσελο βροντούνε αριά και πού δυο τρία κανόνια για ν’ ανάβουνε τα αίματα. Πίσω χιλιάδες ο στρατός, μα μεντάτι δε φτάνει. Ας τουφεκούνε οι ευζώνοι, να λέμε πως πολεμούμε.
Στοίβες, λόφοι ολάκεροι τα ψωμιά στη Στρεβίνα και στο Λούρο. Χάσικες, φρέσκες στέρνουνε γύρω συντάγματα και λόχους τις κουραμάνες οι φούρνοι του στρατού από τη Φιλιπιάδα, ζυμωμένες από τ’ αλεύρια που αφήσανε οι Τούρκοι φεύγοντας — μόνο οι ευζώνοι ροκανίζουνε ψηλά στους βράχους την αδόντιαστη γαλέτα.
«Πόλεμο θέλατε μαθές!» λυσσιάζει ο λοχαγός Λαγήνας· ξερός ο λάρυγγας, το κέφι θολό, τι σώθηκε το ούζο από προχτές.
«Τι λες μωρέ!»
Πάει να σκάσει από το κακό του με το μαντάτο, που του φέρνει ένας ρέμπελος πως κουβάλησε δυο χιλιάρικες μπουκάλες τίγκα του συναδέρφου του Παλιούρα, που φυλάγει με το λόχο του τη δημοσιά του Γιανίνου, δυο τρεις ώρες παρακάτω. Του τις έστειλε πεσκέσι από την Άρτα ο έφεδρος ανθυπολοχαγός του με την παραγγελιά πως αύριο θα γυρίσει. «Ας κάτσει το παιδί, να κάνει τη δουλειά του, να γράφει στη φημερίδα του· κι αυτό υπερεσία είναι», είπε ο λοχαγός Παλιούρας.
«Φτάνει να στείλει και κρασί», πρόστεσε ο υπολοχαγός του λόχου Γιαταγάνας αδράζοντας τη μια μποτίλια. Και μηδ’ αυτό, μηδέ τα γάλατα κι οι ζαϊρέδες και τα χλωριά τυριά και τα γιαούρτια. Είναι στάνες εκεί κοντά κι ό,τι θέλεις βρίσκεις.
«Και μεις εδώ να πολεμάμε!» βόγκηξε ο λοχαγός Λαγήνας. «Στ’ οχύρωμα, παλιόσκυλο!» ξεθύμανε, γουρλώνοντας τα μάτια στον υπερέτη του, ξερομερίτη βλάχο, που τέντωσε το αυτί, σαν άκουσε για γιαούρτια και χλωρά τυριά.
«Και συ εδώ πέρα τι γυρεύεις;»
«Φουσέκια, αν περισσεύουνε», είπε δειλά, σιμώνοντας ο Παύλος Γέρακας.
«Δεν πας στο διάολο! Γκιντί! Εδώ που μαζωχτήκατε, κατσικοκλέφτες. Φουσέκια θέλετε για τίποτε ψιμάρνια!»
Ο Παύλος γύρισε τη ράχη χωρίς ν’ απαντήσει.
«Δε μας φτάνει το βρωμάσκερό μας έχουμε και τους σταυραετούς. Εγώ καλά είπα να τους στέλναμε πίσω αμέσως δεμένους», φώναξε κατόπι του ο λοχαγός Λαγήνας.
Στην άλλη ράχη ήταν ο ξάδερφος του Παύλου ο Βουλοδήμος με τον άλλο λόχο. Αρί βροντούσε και κει το τουφέκι και λευκός καπνός κρεμότανε ανάερα στις τσίμες. Ο ανήφορος ήταν ορθός, ο ήλιος του Απριλίου έκαιγε κι ο Παύλος αγκομαχούσε κάτω από τη βαριά καπότα. Κάπου πού χτυπούσε ψόφια στα κοτρόνια κάποιο βόλι.
«Βρε, πώς εδώ;» του φώναξε ο Βουλοδήμος σαν τον είδε;
«Φουσέκια θέλω», απάντησε ο Παύλος κοντανασαίνοντας.
«Κάτσε να ξανασάνεις πρώτα. Έλα έμπα μέσα.
Ο Βουλοδήμος είχε σκαμμένο μες το βράχο ένα βαθύ λαγούμι, στρωμένες χάμω ένα σωρό κουβέρτες και καθότανε σταυροπόδι. Δίπλα του το σπαθί, στη μέση ζωσμένο το πιστόλι, το πρόσωπο του μαύρο και το μουστάκι ξεχασμένο άστριφτο.
«Τέτοιες ώρες τι να σε φιλέψουμε! Αυτό είναι το προσφάγι μου με την ξερή γαλέτα.»
Κι έδειξε μια τσεπέλα σύκα εκεί μπροστά του. Έλα, πάρε.»
Ο Παύλος κάθισε χάμω κι έκοψε δυο σύκα. «Νερό μην έχεις;»
Να το παγούρι αυτού· μισό νερό και μισό ρόμι. Μη μου τ’ αδειάσεις όλο μοναχά! Μα πώς εδώ; δε μου’ πες!»
«Εδώ κοντά είμαστε και μεις· έχουμε πιάσει στο Ανώγι μια πλαγιά και τουφεκούμε.»
«Καίτε φουσέκια δηλαδή, βαρείτε τα βράχια, σαν και μας. Άκου τι γίνεται και μύτη δε ματώνει.»
Συγκρατητή βοή έφτασε απόμακρα, σαν από άλλον κόσμο, βαθιά στον τράφο του λοχαγού.
«Έχω έναν έφεδρο που ρήμαξε τα φουσέκια με τις μπαταριές. Φουσέκια, είπες, θέλεις και συ; Δεν παίρνεις όσα θέλεις! Σάμπως κάνουνε δουλειά κι αυτά, φουσέκια δέκα χρονών! Τώρα φωνάζω το σιτιστή μου και σου δίνει.
Μα φάε καμιά γαλέτα πρώτα, ξανάσανε.»
Ο Παύλος πήρε μια γαλέτα κι ο Βουλοδήμος ξακολούθησε:
Ε τώρα, πώς σου φαίνεται το γλέντι; Δεν είναι όπως σου τα ’λεγα στην Άρτα; Με πορδές δεν βάφουν αυγά, δεν τα βάζουν έτσι με την Τουρκιά. Ήθελα να ’ξερα, πήρε τα Γιάννενα ο Βασίλης Μπέλιας;»
«Στην Άρτα τον απάντησα προχτές.»
«Τα βλέπεις! Πού ’ν’ ο σοφτάς που μου κουνούσε το κεφάλι όταν του τα ’λεγα! Στα Γιάννενα θα τα πούμε, μου απαντούσε. Αίστημα κι όλο αίστημα, μου κοπάνιζε. Θα μ’ έπαιρνε και για κιοτή, φοβάμαι. Και συ, θαρρώ, το ίδιο θα με παίρνεις που με βρίσκεις εδώ μέσα. Θα ’θελες να με δεις ορθόν στο ταμπούρι, να δείχνω ίσως των Τουρκών ό,τι τους έδειχνε ο Καραϊσκάκης. Άλλοι ήτανε τότες οι καιροί».
«Κι οι άνθρωποι άλλοι», είπε ο Παύλος.
«Οι καιροί κάνουν τους ανθρώπους, Παύλο», απάντησε ήσυχα ο λοχαγός. Ας έσφιγγε και τώρα το λουρί, ας καθότανε στο σβέρκο ο Τούρκος κι έβλεπες πώς θα πολεμούσε ο καθένας. Μα με φούμαρα και με καπνούς, με ρέμπελους και με σοφτάδες δεν γίνουνται πολέμοι στον καιρό μας.»
Ο Παύλος έκαμε κάτι να πει, μα ο Βουλοδήμος δεν τον άφησε.
«Σούσουρα μόνο γίνουνται, σούσουρα κι αντάρες σαν και τούτη», ξακολούθησε υψώνοντας λίγο τη φωνή· «τ’ άχερο δε βαστά φωτιά, Παυλάκη, φουντώνει μονάχα μια στιγμή και σβήνει. Πρώτη φορά τα βλέπεις εσύ, ρώτα και μένα που ’μαι μικρομαθημένος.»
Βγήκα και γω αντάρτης στα νιάτα μου, πήγα με το νου μου στην Πόλη.
«Έ, θα τα δεις και συ και θα ξεθυμάνεις.»
«Άκου, άκου, μπαταριές μου κάνει πάλε ο ανθυπολοχαγός μου, όσο να ξεθυμάνει κι αυτός.»
«Μπαμ, μπουμ, να βρισκόμαστε σε δουλειά, να χαλούμε φουσέκια, να παίζουμε σαν τα παιδιά.»
Ο γιατρός του τάγματος, κοντόχοντρος, μισόκοπος άντρας, παρουσιάστηκε άξαφνα κι έκοψε τη συνέχεια.
«Έλα, γιατρέ, κάθισε· μας φέρνεις τίποτε χαμπέρια;»
Ο γιατρός μάζεψε τους ώμους:«Τι να σας φέρω!»
«Ο ταγματάρχης μας, τι λέει; Έμαθε τίποτα; Πού άλλου πολεμάμε;»
Ο γιατρός σούφρωσε τα χείλια κι ένα χαμόγελο έδωσε ύψη έσβου στο μαυριδερό, άνιφτο κι αχτένιστο πρόσωπό του.
«Κι οι λαβωμένοι σου τι κάνουνε;»
«Μου σώθηκε το ρετσινόλαδο και το κινίνο. Οι μισοί μου ’ρχουνται γι’ άρρωστοι», μισοθύμωσε ο γιατρός.
Ο Βουλοδήμος κούνησε το κεφάλι:
«Τι να σου κάμουνε κι αυτοί! Η αγρύπνια κι η ξερή γαλέτα. Τρεις μέρες στα προχώματα, χωρίς ν’ αλλάξουνε. Ήθελα να ’ξερα τι κάνει πίσω τόσο ασκέρι;»
«Μα να ’τανε κορφιάτες κάνε!» θύμωσε σωστά ο γιατρός, «μα Ρουμελιώτες και κιοτήδες δεν το περίμενε κανείς.»
Νέα ομοβροντία ακούστηκε απόμακρα· ο γιατρός που έστεκε ως τώρα ορθός, ο μισός όξω από τον προμαχώνα του λοχαγού, έσκυψε να χωθεί όλος μέσα.
«Πέστε τα με τον ξάδερφό μου εδώ· εγώ πάω απάνω μια στιγμή να δω τι γίνεται», είπε ο Βουλοδήμος και σηκώθηκε. «Θα πω του σιτιστή να σου δώσει φουσέκια», πρόστεσε του Παύλου και βγήκε από τον κρυψώνα.
Μα δεν πρόφτασε να προχωρήσει· ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός τόνε σταμάτησε γοργανασαίνοντας:
«Κύριε λοχαγέ, οι Τούρκοι πολεμούν να υπερφαλαγγίσουν το αριστερό μας, όπως φαίνεται από τη διεύθυνση των πυρών τους· γι’ αυτό διάταξα συχνές ομοβροντίες. Πρέπει να ενισχυθεί το αριστερό μας κι ένα τμήμα να πάει να καταλάβει την κορυφή απέναντι.»
«Με τι να ενισχυθεί, παιδί μου, το αριστερό μας και πού να βρεθεί το τμήμα; Απ’ το βράχο να το κόψουμε; Έλα, πάμε μαζί στον ταγματάρχη», απάντησε ήσυχα ο λοχαγός.
«Εμείς πηγαίνουμε», πετάχτηκε ο Παύλος όξω.
«Πόσοι είσαστε;» ρώτησε ο ανθυπολοχαγός.
«Δεκάξι.»
Ο Βουλοδήμος χαμογέλασε: «Στάσου να πάρεις πρώτα τα φουσέκια.—Σιτιστή», φώναξε του σαλπιστή που έστεκε μερικά βήματα παρέκει πίσω από μια πέτρα.
«Πες, γιατρέ να ζήσεις, από μέρος μου του σιτιστή να δώσει φυσίγγια του παλικαριού και γαλέτ’ αν θέλει», πρόστεσε κι έφυγε με τον ανθυπολοχαγό, ενώ η σάλπιγγα έκραζε το σιτιστή.
«Καλό παιδί, δραστήριο και με γνώσεις, είπε ο γιατρός του Παύλου δείχνοντας τον ανθυπολοχαγό του Βουλοδήμου. «Δεν του το ’χε κανένας, σα μας ήρθε στην αρχή στο τάγμα· έφεδρος λέγαμε και νησιώτης κιόλα. Κάποιος μάλιστα συνάδερφος τον ήξερε και για σοσιλιαστή.»
«Σοσιαλιστή;» διόρθωσε ο Παύλος μηχανικά.
«Ξέρω γω, φίλε μου; Στην ψυχή μου δεν τον παίρνω. Όπως τον βλέπω μάλιστα, δεν το πιστεύω». Κι ο γιατρός τεντώθηκε στο γιατάκι του Βουλοδήμου και μαδώντας έν’ απάνω στ’ άλλο τα σύκα της τσεπέλας, ξακολούθησε σα σε μονόλογο:
«Ναι, φίλε μου, νησιώτης. Μια ιδέα ήτανε κι αυτή για τους Ρουμελιώτες. Πάει, θα μας πάρουνε πια το ίρτσι οι Μοραΐτες. Ακούς εκεί Ακαρνάνες και να τρέμουνε το τουφέκι! Ο ταγματάρχης πάει να σκάσει απ’ το κακό του». Όσο που ήρθε ο σιτιστής κι ο Παύλος τον ακολούθησε.
Περνούνε φαράγγια, ανεβοκατεβαίνουνε ζυγούς, σκαρφαλώνουνε βράχους ο Παύλος Γέρακας κι οι δεκαπέντε σύντροφοί του. Ο ήλιος του μεσημεριού τσούζει, ο ίδρωτας τρέχει, τα γόνατ’ αποκάνουνε, τέντωσε και λύγα. Πού βρίσκονται, πού πάνε, δεν ξέρουνε. Μόνος οδηγός τους είναι ο βρόντος των τουφεκιών, μια τον ακούνε από τα ψηλώματα, μια τόνε χάνουνε από τα βάθη των λαγκαδιών.
Κάπου τραγουδεί μια βρύση και φουντώνει ο ίσκιος· στέκουνται, ξεδιψούνε και ξανασαίνουνε. Κι ύστερα ξανανέβα και ροβόλα και πάντα λόγγοι, δρυμοί, φουντώματα, θόλοι και χλοϊσμένα ξάγναντα και βοσκοτόπια ειρηνικά. Εδώ βαθιοί γκρεμοί και ξεραΐλα βράχων, παρέκει ειδύλλια λαγκαδιών με άνθους στρωτούς κι ανάβρες γάργαρες περνούνε γοργά στα μάτια σαν όραμα στιγμής.
Ο Παύλος θυμάται το λόγο του ξαδέρφου του· τα Γιάννινα δεν παίρνουνται με τους σοφτάδες, δεκαέξι αντάρτες δεν κρατούνε το κύκλωμια του Τούρκου. Βοήθεια ζήτησε ο διοικητής των ευζώνων· είτε δεν ήρθε είτε άργησε, ο εχτρός προχώρεσε. Οι αντάρτες το μαντεύουνε από το τουφεκίδι που πυκνώνει, από τον απανωτό βρόντο των κανονιών. Τρεις ώρες περπατούνε να φτάσουνε στο βράχο, που δεσπόζει το δεξιό του εχτρού, και βρεθήκανε μακρύτερα. Άδικα αλαφρώσανε το λόχο του Βουλοδήμου από τα φουσέκια. Από την κορφή που σταθήκανε, τα βόλια δε φτάνουνε τον εχτρό· κι αν θέλουνε να πάνε πιο σιμά, το ποτάμι κόβει ανεπάντεχα το δρόμο. Δεν τους μένει άλλο παρά ν’ αγναντεύουνε και να ξαποστάσουνε.
Τσακίζ’ η μέρα και το αγέρι φυσά σιγαλινά.
Πράσινα, καταπράσινα κι οι ράχες κι ο στενός ο κάμπος. Πού, πού μόνο οι ανθισμένες αγραπιδιές λευκοροδίζουν απαλά κι ο ποταμός, φίδι εκεί κάτω, μια χάνεται και μια ασπρογυαλίζει.
Και μακριά, μέσ’ από τα δέντρα, κάτι σα σπίτια, σαν καλύβια φαίνουνται και κάποια μαυράδια αργοσαλεύουνε πέρα στον καμπάκη. Τάχα είναι Τούρκοι ή ραγιάδες χωρικοί, ή άλογα μόνο και γελάδια; Κι η ασπριδερή λουρίδα εκεί ζερβά, στο ριζιμιό, στο βάθος, τι να ’ναι; μην ο δρόμος των Γιαννίνων; Δεν πάμε κείθε; Δε μας είπανε πως τον φυλάγει δικός μας στρατός; — Μα ακούστε πως βουίζει το κανόνι. Να κι ο καπνός. — Πού; πού; — ψηλά, απάνω στο ζυγό, κοντά στο διάσελο, στην κορφή που τη στερνοφωτίζει ο ήλιος.
Κι οι ομοβροντίες δεν παύουνε, ολοένα και δασεύουνε, ακούγονται τώρα συγκρατητές.
«Τόσο κοντά και να μη φαίνεται καπνός!»
«Πού να τόνε δεις: Η μάχη γίνεται βαθιά στην κλεισούρα.»
«Μα το κανόνι σώπασε· δε φαίνεται καπνός ψηλά!».
«Άκου το πάλε· κι ο καπνός νάτος πιο κάτω, στον από δώθε το ζυγό.»
«Το τουφεκίδι δυναμώνει. Κάνουνε γιουρούσι.»
«Ποιοι;»
«Οι Τούρκοι· τι οι δικοί μας;»
«Ποιος ξέρει, μπορεί να ’φτασε βοήθεια.»
«Πώς να ζύγωνε κανείς!»
«Δεν πάμε πίσω; Δεν παίρνουμε τον ίδιο δρόμο;»
«Φτάνει να τον βρίσκαμε!»
Η έφοδο βαστά ώρα· μα το τουφέκι αδυνατίζει λίγο λίγο, παγαδιάζει σιγά σιγά. Το κανόνι σώπασε κι αυτό, όλα σωπάσανε σε λίγο. Έπεσε κι ο ήλιος και πλακώσανε ίσκιοι τα βουνά και το σούρπωμα θόλωσε ολόγυρα τις ράχες. Σιγή, ερημιά έχει απλωθεί, μόνο το κρύο αγέρι του βραδιού σφυρίζει στο κορφοβούνι θλιβερά.
«Τώρα τι κάνουμε;»
«Να ξέρομε μονάχα τι έγινε!»
Τ’ αστέρια βγαίνουνε και τρεμοφεγγίζουνε βουβά κι αδιάφορα. Οι αντάρτες αυτιάζουνται μήπως ακούσουνε πουθενά κουδούνια ή γαυγίσματα σκυλιών. Ακούνε μόνο τ’ αηδόνια που λαλούνε.
Ξάφνω αρχίζουνε ν’ ανάβουνε φωτιές προς τα μέρη που έβραζε η μάχη αποβραδίς. Πάντα και νέα φλόγα ξεφυτρώνει, πάντα κι άλλη.
Κι όλο δώθε φτάνουν κι όλο πληθαίνουνε κι όλο και μεγαλώνει κάθε φλόγα. Χωριά θα καίγουνται!
«Μην προχωρέσαν οι δικοί μας;»
«Και θ’ ανάβανε φωτιές; Θα καίγανε ρωμέικα χωριά;»
«Μα να, ανάβουνε κι αποδώ, από τ’ άλλο μέρος. Δεν είδαμε αυτού το δρόμο των Γιαννίνων; Δικοί μας είναι κει.»
«Δικοί μας, ξένοι — οι φωτιές μας ζώσανε.»
«Τι κάνουμε;»
«Πού θέλετε να πάμε;
«Πίσω όπου μας βγάλει ο δρόμος.»
Άδικα ψάχνουνε να βρούνε δρόμο στο σκοτάδι οι αντάρτες. Μπερδεύουνται στα μονοπάτια, παραστρατούνε στις λαγκαδιές, τα χάνουνε μες τα ρουμάνια και ξανασκουντάβουνε στο ποτάμι. Ένα κομμάτι ουρανός με αστέρια αδιάφορα, και μπρος και πίσω και τριγύρω λόγγοι και βουνά και σάρες· κι αν φαίνεται άνοιγμα κάπου, μπροστά τους νέα φωτιά.
«Δεν καρτερούμε την αυγή;»
«Χαρά στον που τον βρει η αυγή!»
«Λεβέντη, μου δείλιασες!»
«Τι δείλιασα! Θα πάμε όλοι δεμένοι στα Γιάννινα».
Με χωρατά και με πειράγματα γυρεύουνε να κρύψουνε τον τρόμο. Σε κάθε ανήφορο, κάθε κατήφορο δεν ξέρουνε αν πάνε πίσω ή εμπρός. Ατέλειωτη κι η ώρα και το δάσος. Τώρα περνούν ένα ζυγό και τ’ απονύχτερο φυσά κρύο εκεί ψηλά. Πού να ’μαστε, ξαναρωτιούνται. Οι φωτιές χαθήκανε. Δεξιά να κάμουμε ή ζερβά, πού ’ναι ο βοριάς και πού ’ναι ο νότος; Δε γνωρίζει κανένας σας τ’ αστέρια;
Ανεβήκανε λαχανιασμένοι στην κορφή. Ξαγναντίσανε να μετωρίζει λειψό το μισοφέγγαρο απάνωθέ τους· μεγαλόπρεπο, σπαθάτο, ματωμένο και πυρό. Ανατριχιάσανε. Πίσω, παιδιά! Εδώθε πάει ο δρόμος στη Στρεβίνα. Σοφτάδες! Σοφτάδες! ακούει ο Παύλος από πίσω του τη φωνή του Βουλοδήμου και χαμηλώνει στο σκοτάδι τα μάτια του. «Τι φεύγουμε;» δε ρωτά κανένας, κανείς δε μουρμουρίζει, κανένας δε θυμώνει κι ο αντάρτης ποιητής ξέχασε τη λίμνη των πόθων.
Περνούνε τώρα ορθή, κακόβατη πλαγιά· το βουνό ψηλό σαν κάστρο, κάτωθε βούιζε ο βυθός, ποτάμι θα γκρεμιζότανε στους βράχους. Δασά κοντόρεικα, αγκαθερά χαμόκλαδα φράζανε το μονοπάτι. Σταματήσανε μια στιγμή, άλλοι ορθοί, άλλοι καθίσανε. Ένας τους σα ν’ αφικράστηχε κάτι. Δεν ήτανε τίποτε· κανέν’ αγρίμι θα πέρασε στο σύδεντρο. Προχωρέσαν πάλι. Από ένα σύρραχο σ’ άλλο λαγκάδι. Μα ξανασταματήσανε. Δεν είναι πάλι τίποτες. Κουκουβάγια σκούζει. Σα να μη φτάνει ο τρόμος!
«Κάποια χαλάσματα, έρμη κούλια θα ’ναι δω», είπε ο πλαγινός του Παύλου.
«Χαλάσματα, χαλάσματα.»
Τα είδανε να θαμπογράφουνται στη ράχη και τραβούνε σιωπηλοί. Μα όπως κατεβαίνουν την πλαγιά το ποτάμι ξανασέρνεται μπροστά τους κι η οχτιά είναι απάτητη. Πίσω! πού πίσω; Ζερβά πηγαίνει έν’ άλλο μονοπάτι. Στην τύχη, όπου μας βγάλει.
Ξαναξεκινούνε. Το πόδι πατά στο σκοτάδι αντικιαστά κι οι πέτρες κυλούνε στον γκρεμό, όπου βογκά ο καταρράχτης. Ξαναλαφιάζουνται. Έπεσε κάπου τουφέκι· και δεύτερο και τρίτο.
«Τώρα είμαστε καλά!»
«Ίσια στην κορφή ανεβάτε, να πιάσουμε τη ράχη», προστάζει ο αρχηγός.
«Ίσια!»
«Ας την ανέβει όποιος μπορεί.»
Δεν ακούστηκε άλλη τουφεκιά, μα μια ράχη κλείνει τώρα το δρόμο και κάτι σαν αντάρα, σαν καπνός φαίνεται πίσω από την κορφή της. Δίχως άλλο χωριό θα καίγεται.
«Τι θέλουμε αυτού ψηλά; Ζερβά να κάμουμε.»
«Ζερβά είναι το ποτάμι.»
«Και δεξιά τα Γιάννινα.»
«Πίσω, πίσω! Οι Τούρκοι κατεβαίνουνε!»
Μα πού να βρεθεί ο δρόμος πίσω; Ίσια λοιπόν κι ό,τι θέλει ας γίνει. Τα στουρνάρια δεν είναι μαλακότερα και δω, κι άλλονε βαρά το παλιοτσάρουχο, αλλουνού σακατεύει τη φτέρνα η μπότα. Και τα φουσέκια πάνε δέκα οκάδες.
Ξεψυχισμένοι ανεβήκανε τη ράχη. Ούτε αντάρα, ούτε καπνός· ούτε χωριό βλέπουνε να καίγεται. Τι να ’τανε; Να γελαστούνε τόσοι νομάτοι! Η καρδιά ήρθε στον τόπο της, ανασαίνουνε μια στιγμή και ροβολούνε τη ράχη από το άλλο πλάγι. Μ’ άξαφνα πάλι λαγγεύει και σταματά ο μπροστινός:
«Σιγά, παιδιά, σταθείτε· πατήματα.»
«Να, δεν ακούς;»
«Πατήματα είναι, αλήθεια.»
«Έρχουντ’ ίσια προς τα δω.»
«Αναμερίστε, πιάστε την πλαγιά. Γεμίστε τα τουφέκια !»
Παραμερίσανε όλοι και ταμπουρωθήκανε στο σκοτάδι. Βαστούνε την ανάσα, μα οι καρδιές χτυπούνε σα σφυριά στις πέτρες, όπου ακουμπά το στήθος. Τα πατήματα προχωρούνε αγάλια· δεν είν’ ένας, είναι πολλοί· τους κρύβουνε τα κλαριά και το σκοτάδι.»
«Μην κουνηθεί κανείς, αφήστε να ζυγώσουνε.
«Να τοι, δες, σειούνται τα κλαδιά.»
«Ρώτα ποιοι ’ναι, πριν ζυγώσουνε!»
«Τις ει;»
Καμιά απόκριση.
«Τις ει; Τις ει;»
Τα κλαδιά ανταρευτήκανε, σάλαγος τάραξε το σκοτάδι.
«Έρχουνται απάνω μας», μουρμουρίζει μια φωνή. Μπαμ! Μπουμ! Ο θόρυβος τριπλώνει, σκορπά· τρίζουνε κλαδιά σα να σπάζουνε και βροντούνε λιθάρια στον γκρεμό.
Τούρκοι θα ’τανε και φύγανε σαν ακούσανε τουφέκια. Οι αντάρτες ανασάνανε· σηκωθήκανε. Μα τώρα ποιος τραβά μπροστά, μα και ποιος πρωτολέει το: πάμε πίσω;
«Σταθείτε, δεν ακούτε κει;»
«Σα βογκητό!»
«Και μένα μου φάνηκε πως κάτι σωριάστηκε με την τουφεκιά».
Ο ένας ντράπηκε τον άλλο και προχωρήσανε στο μονοπάτι.
Ένα γελάδι ξαπλωμένο χάμω αργοσπάραζε τα πισινά του πόδια.
«Ποιος έριξε;» ρωτά ο ένας τον άλλον και προχωρούνε παραπέρα.
«Σοφτάδες! Σοφτάδες!» ακούει πάντα τη φωνή του Βουλοδήμου ο Παύλος καθώς τρέχει στο σκοτάδι.
Μα το σκοτάδι άρχισε ν’ αριώνει κι ο δρόμος των παλικαριών μες την τραχιά ερημιά δε βρίσκει τέλος. Ορνίθια αυτιαζόντανε, μα ανθρώπινη κατοικία δεν απαντούσανε. Κάπου πέρασαν ένα ρημοκλήσι, μα κι αυτό χωρίς καντήλι κι ο μύλος, όπου σταματήσανε σε μια άγρια λαγκαδιά, κλειστός, ρημαγμένος και κείνος· βογκούσε το νερό, μα η φτερωτή του δεν ανάδευε.
Ξάφνω ένας ξεχώρισ’ έναν ίσκιο στο θαμποχάραμα· άνθρωπος ήτανε κι έφευγε: «Έ, πατριώτη! Τούρκος, φάντασμα, ό,τι κι αν είσαι στάσου!»
«Τι θέλετε;»
«Να μας δείξεις το δρόμο στη Στρεβίνα.»
«Στρεβίνα γυρεύετε δω; θα φτάσουνε κει οι Τούρκοι πριν απ’ τ’ εσάς;»
«Τι; Τούρκοι; Πού είναι οι Τούρκοι; Τι έγινε; Πες τι ξέρεις.»
«Να, πλακώσανε, τσούζουνε φωτιά, αλί και τρισαλί μας τους ραγιάδες.»
«Γλήγορα δείξε μας το δρόμο στη Στρεβίνα.»
»Στρεβίνα δω; εδώ ’στε στον Αϊ Γιώργη. Μη στέκεστε, σύρτε να σμίξτε το στρατό.»
«Βγάλε μας στο δρόμο!»
«Πάω να γλυτώσω τα γελάδια, ορέ, να τα λακίσω στα ρουμάνια.»
«Γλύτωσε μας πρώτα.»
«Αμάν, βρε παλικάρια.»
Μια κάνα πιστολιού γυάλισε απάνω του μέσα στο θάμπωμα κι ο ραγιάς υπάκουσε. Κάμανε φτερά το πόδια. Δεν τα χτυπούσε πια τσαρούχι, δεν τα έσφιγγε μπότα, τ’ αχρείαστα φουσέκια σκορπίσανε μες τα ρουμάνια. Χάραζε η αυγή όταν ο Παύλος κι οι συντρόφοι του περνούσανε το ξύλινο γεφύρι του πόταμου που τους έβγαινε παντού μπροστά όλη τη νύχτα.
Τρεις ώρες έστεκε στο πόδι εκεί ένας λόχος και περίμενε να κατεβεί ένας άλλος από το βουνό, να υποχωρήσουνε μαζί. Τον ειδοποιήσανε από τα μεσάνυχτα, ήρθε η αυγή και κείνος δε φαινότανε. Με βιά κρατούσανε οι αξιωματικοί το λοχαγό, που ήθελε να μην περιμείνουν άλλο. Οι στρατιώτες μουρμουρίζανε και βλαστημούσανε.
«Πήγες, μωρέ, του το ’πες;» ρωτούσε και ξαναρωτούσε ο λοχαγός ένα λοχία.
«Τι ψέμα θα σας πω;»
«Και τι σου απάντησε;»
«Μ’ έβρισε καθώς σας είπα.»
«Πού το ’βρηκε στα κατσάβραχα και το ’πιε!» έλεγε ο λοχαγός στους δυο άλλους αξιωματικούς.
Προσμένανε το λόχο του Παλιούρα κι ο σταυραετός, που έφερε χτες το μήνυμα του λοχαγού Λαγήνα για τες δυο χιλιάρικες μπουκάλες, δεν είπε ψέματα.
«Δεν το κουνώ αποδώ», απάντησε ο Λαγήνας, σαν του μηνύσανε να υποχωρήσει· «Στα ταμπούρια!» φώναξε στα «ταμπούρια, παλικάρια!»
«Και γω το πίνω, μα ως αυτού δεν κατανταίνω», έλεγε μέσα του ο υπολοχαγός Γιαταγάνας, εκεί που σύνταζε το λόχο για την υποχώρηση.
Τρομάξανε να βάλουνε τον αγριεμένον καπετάν Παλιούρα στο άλογο, που είχε ο λόχος για να σέρνει τα φουσέκια. Παρατήσανε αυτά και φορτώσανε το λοχαγό τους.
«Πού πάμε, ορέ; Στα Γιάννινα θα πάμε, ποιος το λέει να πάμε πίσω;» φώναζε ο λοχαγός.
«Αχά, στα Γιάννινα!» ρέκαζε κι ο λόχος ροβολώντας στο σκοτάδι από τα βράχια, όσο που έφτασε μαζί με την αυγή στο ξύλινο γεφύρι του Λούρου με τα πράσινα, κοιμισμένα νερά.
Ο ήλιος βρήκε και στρατό κι αντάρτες στο μεγάλο δρόμο. Πήγαινε ολόισα στην Άρτα και δεν είχανε πια φόβο να τόνε χάσουνε.
Το ξάδερφό του Βουλοδήμο ξαναπάντησε ο Παύλος Γέρακας κοντά στο γεφύρι της Άρτας. Τον είχε βαρέσει και κείνον το τσαρούχι και γύριζε με τους ευζώνους του καβάλα σ’ ένα παλιομούλαρο.
«Ε πως τα βλέπεις τώρα, ξάδερφε; Ξανασμίξαμε», φώναξε του Παύλου, σαν τον αντίκρισε. Ο Παύλος τόνε σίμωσε: «Μα δε μου λες, πως έγινε;» ρώτησε
«Πώς θες να γίνει! Να, σβάρνα μας πήρανε, σβάρνα πήραμε και μεις τους άλλους από πίσω κι όποιος πρωτοφύγει. Κρίμας μονάχα το παιδί, τον έφεδρο ανθυπολοχαγό μου· ήθελε να μου σηκωθεί ορθός σαν τον Καραϊσκάκη και του τη φυτέψανε στο γόνα. Θα τον ξεθυμάνουνε κι αυτουνού τα αίματα, ο γλυτώσει.
Είπε ο λοχαγός και χτύπησε με την άκρη από το καπίστρι το κουτσό μουλάρι. Δεν ήθελε να μείνει πίσω από το λόχο του.
Ο Παύλος στάθηκε και περίμενε τους συντρόφους του. Ίδιο μουλάρι έφερνε πίσω και τον αντάρτη ποιητή, χτυπημένον κι αυτόν από την μπότα. Ερχότανε δίπλα δίπλα με το λοχαγό Παλιούρα, παλιό του γνώριμο. Σκυφτά είχανε τα κεφάλια τους και κουβεντιάζανε ήσυχα· η όψη και των δυο έδειχνε πως είχαν ξεμεθύσει.
4/11/09
3/11/09
Μεγάλα προβλήματα από την κακοκαιρία

Σοβαρά προβλήματα δημιουργεί η συνεχιζόμενη κακοκαιρία στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Πλημμυρισμένα υπόγεια, πτώσεις δένδρων και πινακίδων, διακοπές κυκλοφορίας αλλά και ένας ανεμοστρόβιλος, συνθέτουν το σκηνικό.
Το Πυροσβεστικό σώμα δεν προλαβαίνει να ανταποκριθεί σε κλήσεις για κοπή δένδρων που έχουν πέσει στο οδόστρωμα, απομάκρυνση πεσμένων διαφημιστικών πινακίδων και αντλήσεις υδάτων, από πολλές περιοχές αλλά κυρίως απο την Δυτική Ελλάδα.
Μεγάλα προβλήματα στην Αιτωλοακαρνανία!
Στο Θέρμο 2 άτομα εγκλωβίστηκαν στα αυτοκίνητα τους και χρειάστηκε η επέμβαση της πυροσβεστικής υπηρεσίας για να απεγκλωβιστούν.
Στο Αγρίνιο μέχρι αυτή την στιγμή η πυροσβεστική υπηρεσία έχει δεχτεί 25 κλήσεις για αντλήσεις υδάτων από πλημμυρισμένα ισόγεια και υπόγεια.
Στο Αγρίνιο μέχρι αυτή την στιγμή η πυροσβεστική υπηρεσία έχει δεχτεί 25 κλήσεις για αντλήσεις υδάτων από πλημμυρισμένα ισόγεια και υπόγεια.
Στο Μεσολόγγι η Πυροσβεστική δέχθηκε 5 κλήσεις για άντληση υδάτων και 4 για κοπές δένδρων, ενώ χρειάστηκε η επέμβαση πυροσβεστών για απεγκλωβισμό επιβατών οχήματος που είχαν παγιδευτεί από συγκεντρωμένα νερά. Στην περιοχή της Σταμνάς Αιτωλικού καταγράφονται έντονα πλημμυρικά φαινόμενα.
Στη Ναύπακτο η πυροσβεστική υπηρεσία έχει δεχτεί μέχρι στιγμής 5 κλήσεις για άντληση υδάτων, ενώ στην Ορεινή Ναυπακτία υπάρχουν έντονα προβλήματα με κατολισθήσεις σε δρόμους, αποκλεισμούς χωριών και διακοπές ηλεκτροδότησης .
Καταστροφές στο Ν.Ηλείας από ανεμοστρόβιλο.
Ανεμοστρόβιλος έπληξε στις 13:30 το δημοτικό διαμέρισμα Αγ. Ηλία στο νομό Ηλείας, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές. Από το πέρασμα του ανεμοστρόβιλου που στη συνέχεια έπληξε και γειτονικά δημοτικά διαμερίσματα, σημαντικές ζημιές υπέστη ένα σχολικό κτίριο, οικίες, και αρκετές καλλιέργειες. Στο δημοτικό διαμέρισμα Πλατάνου καταστροφές έχουν καταγραφεί σε τουλάχιστον πέντε σπίτια. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η διάρκεια του φαινομένου ήταν περίπου μισή ώρα.
Ανεμοστρόβιλος έπληξε στις 13:30 το δημοτικό διαμέρισμα Αγ. Ηλία στο νομό Ηλείας, προκαλώντας εκτεταμένες καταστροφές. Από το πέρασμα του ανεμοστρόβιλου που στη συνέχεια έπληξε και γειτονικά δημοτικά διαμερίσματα, σημαντικές ζημιές υπέστη ένα σχολικό κτίριο, οικίες, και αρκετές καλλιέργειες. Στο δημοτικό διαμέρισμα Πλατάνου καταστροφές έχουν καταγραφεί σε τουλάχιστον πέντε σπίτια. Σύμφωνα με μαρτυρίες, η διάρκεια του φαινομένου ήταν περίπου μισή ώρα.
Προβλήματα από τις καταιγίδες στη Ζάκυνθο.
Στη Ζάκυνθο λόγω καταιγίδας σημειώθηκαν πολλές βλάβες σε όλο το δίκτυο της ΔΕΗ. Πολλά χωριά είναι χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ συνεργεία της ΔΕΗ προσπαθούν να αποκαταστήσουν τα προβλήματα στην ηλεκτροδότηση. Ακόμη λόγω των θυελλωδών ανέμων έκλεισε νωρίς το πρωί η ακτοπλοϊκή γραμμή Ζακύνθου - Κυλλήνης.
Χιονίζει στα ορεινά της Βόρειας Ελλάδας.
Σποραδικές χιονοπτώσεις σημειώνονται σε περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, ενώ σε ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα το σκηνικό του καιρού είναι χειμωνιάτικο, με βροχές, κρύο και ισχυρούς ανέμους.
Χιόνι πέφτει κυρίως στα ορεινά των νομών Φλώρινας και Καστοριάς, ενώ χιονίζει, με διαστήματα χιονόνερου και βροχής και μέσα στην πόλη της Φλώρινας, όπου η θερμοκρασία κυμαίνεται στο μηδέν.
Από τις χιονοπτώσεις σημειώνονται προβλήματα στην κυκλοφορία των οχημάτων στους επαρχιακούς δρόμους Φλώρινας - Καστοριάς, μέσω Βίγλας και Βιτσίου, καθώς επίσης και στο δρόμο Καστοριάς - Ιωαννίνων, μέσω Νεστορίου.
Στη Θεσσαλονίκη και στις γύρω περιοχές από νωρίς το πρωί βρέχει, ενώ η θερμοκρασία δεν ξεπερνά τους 10 βαθμούς Κελσίου.
Σποραδικές χιονοπτώσεις σημειώνονται σε περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας, ενώ σε ολόκληρη τη Βόρεια Ελλάδα το σκηνικό του καιρού είναι χειμωνιάτικο, με βροχές, κρύο και ισχυρούς ανέμους.
Χιόνι πέφτει κυρίως στα ορεινά των νομών Φλώρινας και Καστοριάς, ενώ χιονίζει, με διαστήματα χιονόνερου και βροχής και μέσα στην πόλη της Φλώρινας, όπου η θερμοκρασία κυμαίνεται στο μηδέν.
Από τις χιονοπτώσεις σημειώνονται προβλήματα στην κυκλοφορία των οχημάτων στους επαρχιακούς δρόμους Φλώρινας - Καστοριάς, μέσω Βίγλας και Βιτσίου, καθώς επίσης και στο δρόμο Καστοριάς - Ιωαννίνων, μέσω Νεστορίου.
Στη Θεσσαλονίκη και στις γύρω περιοχές από νωρίς το πρωί βρέχει, ενώ η θερμοκρασία δεν ξεπερνά τους 10 βαθμούς Κελσίου.
Προβλήματα και στην Αττική.
Στην Αττική, λόγω της έντονης βροχόπτωσης, οι δρόμοι μετατράπηκαν σε ποτάμια με αποτέλεσμα σχεδόν σε όλους τους κεντρικούς οδικούς άξονες να υπάρχει κυκλοφοριακό κομφούζιο. Το τηλεφωνικό κέντρο της Πυροσβεστικής δέχθηκε ως τώρα 15 κλήσεις για κοπές δέντρων και αφαιρέσεις αντικειμένων από δρόμους και πεζοδρόμια. Τα σοβαρότερα προβλήματα εντοπίζονται σε Ταύρο, Φάληρο, Βούλα, κέντρο Αθήνας και Πειραιά.
Με μεγάλα προβλήματα πραγματοποιείται η κίνηση στους δρόμους της Αθήνας, εξαιτίας της μεγάλης κακοκαιρίας που πλήττει την Αττική.
Ειδικότερα, στην Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας στον κόμβο της Αχαρνών, στα δύο ρεύματα της Συγγρού, της Αμφιθέας, Κηφισού και Αθηνών.
Εκτός λειτουργίας έχουν τεθεί οι σηματοδότες στη Μεσογείων και στην Κατεχάκη.
Το ρεύμα καθόδου στην Πειραιώς από Π. Ράλλη και Χαμοστέρνας στην κάθοδο παραμένει κλειστό, ενώ το τμήμα επί της Πειραιώς και Χαμοστέρνας, στην άνοδο έχει ανοίξει.
Κλειστή αυτή την ώρα και η Αγ.Χριστοφόρου στο Πικέρμι και στη Γλυφάδα η Ελ.Βενιζέλου απο Πίνδου.
Η κίνηση στο λιμάνι παρουσιάζεται για αυτήν την ώρα αυξημένη, ενώ στην παραλιακή η κατάσταση δείχνει να ομαλοποιείται.
Κυκλοφοριακή συμφόρηση επικρατεί και σε τμήματα των λεωφόρων, Κηφισίας, Μεσογείων, Ποσειδώνος, Αλεξάνδρας και Πατησίων, καθώς και σε κεντρικούς δρόμους της πόλης, όπως η Βασ. Αμαλίας, Βασ. Κωνσταντίνου, Χαμοστέρνας, Καλλιρρόης, Σταδίου και Παναγή Τσαλδάρη.
Καθυστερήσεις στην Αττική Οδό στο ρεύμα προς Ελευσίνα , απο την έξοδο 13 στην Πλακεντίας έως την Κύμης στην έξοδο 10. Μετ' εμποδίων η κίνηση και στην περιφερειακή Υμηττού στις εξόδους Αλίμου, Καρέα.
Ειδικότερα, στην Εθνική Οδό Αθηνών - Λαμίας στον κόμβο της Αχαρνών, στα δύο ρεύματα της Συγγρού, της Αμφιθέας, Κηφισού και Αθηνών.
Εκτός λειτουργίας έχουν τεθεί οι σηματοδότες στη Μεσογείων και στην Κατεχάκη.
Το ρεύμα καθόδου στην Πειραιώς από Π. Ράλλη και Χαμοστέρνας στην κάθοδο παραμένει κλειστό, ενώ το τμήμα επί της Πειραιώς και Χαμοστέρνας, στην άνοδο έχει ανοίξει.
Κλειστή αυτή την ώρα και η Αγ.Χριστοφόρου στο Πικέρμι και στη Γλυφάδα η Ελ.Βενιζέλου απο Πίνδου.
Η κίνηση στο λιμάνι παρουσιάζεται για αυτήν την ώρα αυξημένη, ενώ στην παραλιακή η κατάσταση δείχνει να ομαλοποιείται.
Κυκλοφοριακή συμφόρηση επικρατεί και σε τμήματα των λεωφόρων, Κηφισίας, Μεσογείων, Ποσειδώνος, Αλεξάνδρας και Πατησίων, καθώς και σε κεντρικούς δρόμους της πόλης, όπως η Βασ. Αμαλίας, Βασ. Κωνσταντίνου, Χαμοστέρνας, Καλλιρρόης, Σταδίου και Παναγή Τσαλδάρη.
Καθυστερήσεις στην Αττική Οδό στο ρεύμα προς Ελευσίνα , απο την έξοδο 13 στην Πλακεντίας έως την Κύμης στην έξοδο 10. Μετ' εμποδίων η κίνηση και στην περιφερειακή Υμηττού στις εξόδους Αλίμου, Καρέα.
«Απαγορευτικό» από Πειραιά και Λαύριο.
«Δεμένα» παραμένουν τα πλοία που έχουν προορισμό τα νησιά των Κυκλάδων, την Κρήτη και τα Δωδεκάνησα στα λιμάνια του Πειραιά και του Λαυρίου από τις 12 το μεσημέρι ενώ έχουν διακοπεί τα δρομολόγια σε πολλά πορθμεία της χώρας.
Να προχωρήσει το έργο του Αχελώου... (!!!)

Επίκαιρη Ερώτηση κατέθεσε το ΚΚΕ!
Τη γρήγορη ολοκλήρωση του έργου της εκτροπής του Αχελώου, ζητά με Επίκαιρη Ερώτηση που κατέθεσε στη Βουλή ο βουλευτής του ΚΚΕ Αντώνης Σκυλλάκος και απευθύνει στους υπουργούς Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων.
Οπως επισημαίνει ο βουλευτής του ΚΚΕ, "σε νέες περιπέτειες μπαίνει το έργο της εκτροπής του Αχελώου, που επί δεκαετίες μάταια περιμένει ο λαός της Θεσσαλίας για να ξεδιψάσουν τα χωράφια, για την κάλυψη των αναγκών ύδρευσης και για την αντιμετώπιση των φαινομένων της απερήμωσης της περιοχής".
Οπως επισημαίνει ο βουλευτής του ΚΚΕ, "σε νέες περιπέτειες μπαίνει το έργο της εκτροπής του Αχελώου, που επί δεκαετίες μάταια περιμένει ο λαός της Θεσσαλίας για να ξεδιψάσουν τα χωράφια, για την κάλυψη των αναγκών ύδρευσης και για την αντιμετώπιση των φαινομένων της απερήμωσης της περιοχής".
"Οι προεκλογικές τοποθετήσεις της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ ότι το όλο θέμα της εκτροπής θα επανεξεταστεί" - προσθέτει - "έχει οδηγήσει σε πλήρη αμφισβήτηση της προοπτικής του έργου."
"Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες" - αναφέρει ο Α. Σκυλλάκος - "το έργο θα παγώσει. Αλλες «διαρροές» μας πληροφορούν ότι η ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος υποστηρίζει ότι υπάρχουν προβλήματα στην πορεία του έργου τα οποία θα αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο της κοινοτικής οδηγίας 60/2000 για τα νερά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη οδηγία δεν ευνοεί την εκτροπή ποταμών και αποθαρρύνει υδροβόρες καλλιέργειες για να εφαρμοστεί η νέα ΚΑΠ και το ξεκλήρισμα των αγροτών. Ταυτόχρονα, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αποστείλει στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 14 ερωτήματα για το θέμα της εκτροπής, οι απαντήσεις στα οποία μπορούν να προσθέσουν νέα εμπόδια στην κατασκευή του έργου."
Τέλος, ο βουλευτής του ΚΚΕ απευθύνει στους συναρμόδιους υπουργούς τα εξής "καίρια" ερωτήματα:
*Ποια είναι η πολιτική βούληση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ σε σχέση με την εκτροπή του Αχελώου κι αν έχουν βάση όλες οι αναφερόμενες πληροφορίες.
*Ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα και η χρηματοδότηση που θα οδηγήσουν στη γρήγορη ολοκλήρωση του έργου, ενός έργου ζωής και σωτηρίας της Θεσσαλίας;
"Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες" - αναφέρει ο Α. Σκυλλάκος - "το έργο θα παγώσει. Αλλες «διαρροές» μας πληροφορούν ότι η ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος υποστηρίζει ότι υπάρχουν προβλήματα στην πορεία του έργου τα οποία θα αντιμετωπιστούν στο πλαίσιο της κοινοτικής οδηγίας 60/2000 για τα νερά. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη οδηγία δεν ευνοεί την εκτροπή ποταμών και αποθαρρύνει υδροβόρες καλλιέργειες για να εφαρμοστεί η νέα ΚΑΠ και το ξεκλήρισμα των αγροτών. Ταυτόχρονα, το Συμβούλιο της Επικρατείας αποφάσισε να αποστείλει στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 14 ερωτήματα για το θέμα της εκτροπής, οι απαντήσεις στα οποία μπορούν να προσθέσουν νέα εμπόδια στην κατασκευή του έργου."
Τέλος, ο βουλευτής του ΚΚΕ απευθύνει στους συναρμόδιους υπουργούς τα εξής "καίρια" ερωτήματα:
*Ποια είναι η πολιτική βούληση της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ σε σχέση με την εκτροπή του Αχελώου κι αν έχουν βάση όλες οι αναφερόμενες πληροφορίες.
*Ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα και η χρηματοδότηση που θα οδηγήσουν στη γρήγορη ολοκλήρωση του έργου, ενός έργου ζωής και σωτηρίας της Θεσσαλίας;
Αντί Σχολίου:
Συντάσσεται το ΚΚΕ με την «Πολιτική Σουφλιά»;
Πιστεύουν «κάποιοι» ότι η «Εκτροπή του Αχελώου» είναι προς όφελος του λαού και του τόπου;
Και αν ναι ο βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας του ΚΚΕ, κ. Μωραΐτης τι λέει;
Και σε τελική ανάλυση το πρόβλημα δεν είναι αντιπαραθετικό ανάμεσα στην Δυτική Ελλάδα και την Θεσσαλία, αλλά εντοπίζεται στο τι είδους συμφέροντα και ποιούς τελικά ωφελεί η εκτροπή του Αχελώου;
Με βεβαιότητα πάντως όχι το Φυσικό Περιβάλλον της Χώρας μας!
Οι μόνοι ωφελημένοι είναι οι λίγοι Μεγαλοαγρότες του Θεσσαλικού Κάμπου που «επιμένουν» σε υδροβόρες καλλιέργειες όπως είναι το βαμβάκι και απομυζούν Κοινοτικές Επιδοτήσεις, και οι ακόμη λιγότεροι Μεγαλοεργολάβοι που στην πραγματικότητα διοικούν την χώρα, ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις, και από ότι φαίνεται ελέγχουν πλήρως τα πολιτικά μας κόμματα!
ΥΓ1) Θεωρούμε το έργο αυτό ως το μεγαλύτερο περιβαλλοντικό έγκλημα στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή. Πιστεύοντας ότι τόσο η σύλληψη όσο και ο σχεδιασμός του συνάδουν απόλυτα μεν προς τις αναπτυξιακές “λογικές” που επεκράτησαν στη χώρα μετά τον πόλεμο, αλλά όχι και με τη σύγχρονη αντίληψη που δεν θεωρεί πλέον- ευτυχώς- τα οικοσυστήματα θυσία στον βωμό της ανθρώπινης απληστίας και τους φυσικούς πόρους ανεξάντλητους. Οι Θεσσαλοί έχουν τους δικούς τους υδατικούς πόρους της λεκάνης του Πηνειού που αφήνουν ανεκμετάλλευτους ή, ακριβέστερα, δεν διαχειρίζονται ορθολογικά, με αποτέλεσμα την εξάντλησή τους.Με τα κατάλληλα έργα και μη υδροβόρες καλλιέργειες, μια χαρά θα τα πήγαιναν, χωρίς καμία εκτροπή “δανείων υδάτων”.
ΥΓ2) Αντιγράφουμε και προσυπογράφουμε την ανακοίνωση οργάνωσης "Αχελώου Ρους". Έγκλημα στη Θεσσαλία που πληρώνουμε όλοι!
Ο Πηνειός μας πνίγει και η ΠΑΣΕ (Πανθεσσαλική Συντονιστική Επιτροπή) ζητάει τον Αχελώο !!
Σε συνθήκες σχεδόν έκτακτης ανάγκης λόγω της υπερχείλισης του ποταμού Πηνειού, συνεδρίασε η ΠΑΣΕ για να συζητήσει την εκτροπή του Αχελώου.!!! Την ώρα δηλαδή που οι Νομάρχες και οι Δήμαρχοι της Θεσσαλίας, αλλά και υπεύθυνοι ΤΟΕΒ, θα έπρεπε να είναι στις όχθες του Πηνειού και να παίρνουν μέτρα αποτροπής καταστροφικών πλημμυρών, αυτοί συνεδρίαζαν σε στεγνή αίθουσα για να δουν πως θα ΄”επισπεύσουν” την εκτροπή του Αχελώου. Αυτός ίσως είναι και ο λόγος που δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι το πρόβλημα της λειψυδρίας στην Θεσσαλία, δεν είναι η μη εκτροπή του Αχελώου, αλλά η δική τους κοντόφθαλμη οπτική.
Η “Αχελώου Ρους” τονίζει πως η εκτροπή του Αχελώου επιφυλάσσει:
· Υπέρογκο οικονομικό κόστος. Σε καιρό κοινωνικά επώδυνης οικονομικής κρίσης, ο ελληνικός λαός καλείται να πληρώσει άγνωστες εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ επιπλέον για την ολοκλήρωση των έργων, χωρίς να έχει καν προηγηθεί σχεδιασμός για τη χρήση του νερού όταν και αν φτάσει στον κάμπο.
· Εξαιρετικά σοβαρούς κινδύνους, που έχουν υπο-εκτιμηθεί. Με δεδομένο ότι η εκτροπή του νερού θα γίνεται το καλοκαίρι, το φράγμα Συκιάς θα μαζεύει νερό τον χειμώνα. Σε κατάσταση πληρότητας όμως, τα φράγματα Συκιάς και κατάντη (Κρεμαστών και Καστρακίου) θα είναι εξαιρετικά ευάλωτα σε πλημμύρες, με απρόβλεπτες συνέπειες τόσο για τη γύρω περιοχή, όσο και για την ίδια τη στατική τους επάρκεια, βάσει των παραπάνω κινδύνων.
· Απρόβλεπτες οικολογικές επιπτώσεις, ειδικά για τα ευαίσθητα λιμναία οικοσυστήματα που τροφοδοτούνται από τον Αχελώο, δηλαδή την Τριχωνίδα και τη Λυσιμαχεία. Με δεδομένο ότι οι ελάχιστες οικολογικές τους ανάγκες σε νερό δεν έχουν επιστημονικά προσδιοριστεί, είναι άγνωστο αν το καλοκαίρι και σε περιόδους ξηρασίας θα είναι δυνατή η τροφοδότησή τους.
· Επικίνδυνο λαϊκισμό. Η Θεσσαλία δεν χρειάζεται τον Αχελώο για να αρδευτεί. Η Θεσσαλία έχει άμεση και απόλυτη ανάγκη από έργα προστασίας και σωστής διαχείρισης των υδάτινων πόρων που διαθέτει, καθώς και από αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, ειδικά υπό τις συνθήκες διαμορφώνονται από την κλιματική αλλαγή και τις νέες πολιτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η εκτροπή είναι απλά στάχτη στα μάτια αγροτών που απεγνωσμένα ψάχνουν για λύσεις στα προβλήματα που επί δεκαετίες προκαλεί η σπατάλη και κακοδιαχείριση των νερών του θεσσαλικού κάμπου.
Η εμμονή -και της ΠΑΣΕ - με την εκτροπή ζημίωσε τη χώρα με περίπου 400 εκατ. ευρώ (σύμφωνα με ανακοινώσεις του Υπουργείου) που προέρχονται από αμιγώς εθνικούς πόρους. Δεδομένου ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εδώ και 15 χρόνια έχει αρνηθεί τη χρηματοδότηση αυτού του έργου, η πραγματική ζημιά είναι πολλαπλάσια καθώς η χώρα στερήθηκε τη δυνατότητα να απορροφήσει αντίστοιχο ποσό κοινοτικών κονδυλίων για συγχρηματοδοτούμενα έργα. Τέτοια έργα θα μπορούσε να ήταν οι λιμνοδεξαμενές, τα μικρά φράγματα, τα αντιπλημμυρικά έργα συγκράτησης νερών του Πηνειού κι άλλα, που θα αντιμετώπιζαν επί της ουσίας την λειψυδρία στην Θεσσαλία, χωρίς να καταστρέφουν το περιβάλλον.
Τονίζουμε επίσης ότι η εκτροπή δεν είναι ζήτημα περιφερειακής διένεξης ( Θεσσαλών-Αιτωλοακαρνάνων) αλλά ένα αμιγώς περιβαλλοντικό και πολιτικό θέμα. Είναι απλά “βολικό” για τους Θεσσαλούς πολιτικούς, οι οποίοι πίσω από αυτό το σόφισμα προσπαθούν να καλύψουν την ανικανότητά τους να δώσουν πραγματική λύση στο πρόβλημα της Θεσσαλίας.
Καλούμε τους εκπροσώπους της ΤΑ, τα κόμματα και τους βουλευτές της Θεσσαλίας να κατανοήσουν το αυτονόητο της απόφασης για ακύρωση των έργων εκτροπής και να επεξεργαστούν άμεσα ένα σαφές σχέδιο δράσης για την προστασία και οικολογική διαχείριση των υδάτινων πόρων του θεσσαλικού κάμπου, προς όφελος των Θεσσαλών αγροτών και του φυσικού περιβάλλοντος.
“Αχελώου Ρους”
ΚΟΣΣΥΦΟΠΕΔΙΟ.

Ανδριάντας για τον σφαγέα Κλίντον.
Mε τιμές «εθνικού σωτήρα» έγινε δεκτός την Κυριακή στο Κοσσυφοπέδιο ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπιλ Κλίντον από πλήθος Κοσσοβάρων Αλβανών, οι οποίοι έσπευσαν να τον υποδεχτούν συμμετέχοντας στα αποκαλυπτήρια ανδριάντα (ύψους 3,5 μέτρων) που στήθηκε σε κεντρική λεωφόρο της πρωτεύουσας, Πρίστινα.
«ΗΠΑ», «Ηρωα Κλίντον» κραύγαζε μεταξύ άλλων το πλήθος κρατώντας στα χέρια αμερικανικές σημαίες και φωτογραφίες του πρώην Προέδρου. Του ηγέτη δηλαδή που αιματοκύλισε δεκάδες λαούς της Γης, στη διάρκεια των δύο θητειών του ως Προέδρου των ΗΠΑ, διατάσσοντας, μεταξύ άλλων, την εξαπόλυση των φονικών βομβαρδισμών κατά της Γιουγκοσλαβίας τον Απρίλη του 1999.
«Δεν περίμενα ποτέ ότι κάπου, κάποιοι, θα μου έφτιαχναν έναν τόσο μεγάλο ανδριάντα», είπε ο Κλίντον μετά τα αποκαλυπτήρια του αγάλματός του βάρους περίπου ενός τόνου. Στη συνέχεια μίλησε στην 120μελή Βουλή των Κοσσοβάρων Αλβανών, όπου τους παρότρυνε να ξεχάσουν τη βία του παρελθόντος.
Το άγαλμα εικονίζει τον Κλίντον να έχει το αριστερό χέρι σηκωμένο κρατώντας ένα φάκελο με το όνομά του και την ημερομηνία 24 Μάρτη 1999. Τότε δηλαδή που άρχισε μία ακόμη ιμπεριαλιστική επίθεση με πρόσχημα τα ...«ανθρώπινα δικαιώματα» των Κοσσοβάρων.
«ΗΠΑ», «Ηρωα Κλίντον» κραύγαζε μεταξύ άλλων το πλήθος κρατώντας στα χέρια αμερικανικές σημαίες και φωτογραφίες του πρώην Προέδρου. Του ηγέτη δηλαδή που αιματοκύλισε δεκάδες λαούς της Γης, στη διάρκεια των δύο θητειών του ως Προέδρου των ΗΠΑ, διατάσσοντας, μεταξύ άλλων, την εξαπόλυση των φονικών βομβαρδισμών κατά της Γιουγκοσλαβίας τον Απρίλη του 1999.
«Δεν περίμενα ποτέ ότι κάπου, κάποιοι, θα μου έφτιαχναν έναν τόσο μεγάλο ανδριάντα», είπε ο Κλίντον μετά τα αποκαλυπτήρια του αγάλματός του βάρους περίπου ενός τόνου. Στη συνέχεια μίλησε στην 120μελή Βουλή των Κοσσοβάρων Αλβανών, όπου τους παρότρυνε να ξεχάσουν τη βία του παρελθόντος.
Το άγαλμα εικονίζει τον Κλίντον να έχει το αριστερό χέρι σηκωμένο κρατώντας ένα φάκελο με το όνομά του και την ημερομηνία 24 Μάρτη 1999. Τότε δηλαδή που άρχισε μία ακόμη ιμπεριαλιστική επίθεση με πρόσχημα τα ...«ανθρώπινα δικαιώματα» των Κοσσοβάρων.
2/11/09
Mα το νερό θολό...

Tου Παντελή Μπουκάλα.
Λίγα χρόνια πριν καμάρωνα κάθε Σεπτέμβρη, όταν γυρνούσα από τις διακοπές, και πείραζα τους φίλους μου που έτυχε να γεννηθούν σε νησιά του Aιγαίου ή του Iονίου. «Πού βρήκα την καλύτερη θάλασσα; Mα, στην Aκαρνανία, πού αλλού;», τους έλεγα. Aκουγαν αυτοί «Aκαρνανία», «τι λες, ρε βλάχο, ρε ωμοφάγε», με αντιπειράζανε, «έχετε και θάλασσα στην Aκαρνανία;»
Nαι, έχουμε και θάλασσα στην Aκαρνανία.
Λίγα χρόνια πριν καμάρωνα κάθε Σεπτέμβρη, όταν γυρνούσα από τις διακοπές, και πείραζα τους φίλους μου που έτυχε να γεννηθούν σε νησιά του Aιγαίου ή του Iονίου. «Πού βρήκα την καλύτερη θάλασσα; Mα, στην Aκαρνανία, πού αλλού;», τους έλεγα. Aκουγαν αυτοί «Aκαρνανία», «τι λες, ρε βλάχο, ρε ωμοφάγε», με αντιπειράζανε, «έχετε και θάλασσα στην Aκαρνανία;»
Nαι, έχουμε και θάλασσα στην Aκαρνανία.
Eχουμε το Iόνιο της δικής μας μεριάς. Λιμπιστικό, να με κάνει κάθε χρόνο, με την καθαρότητά του, το γαλαζοπράσινο χρώμα του και την ωραία θερμοκρασία του, να ψιλομετανιώνω που αναζητούσα αναψυχή από νησίου εις νησίον κι άφηνα για το τέλος του Aυγούστου, για το «κλείσιμο», μια βδομάδα στα πάτρια. Aλλα πια ούτε να καμαρώσω μπορώ ούτε να πειράξω κανέναν. Πάνε τρία-τέσσερα χρόνια τώρα που ο ενεστώτας, το «έχουμε θάλασσα», ηττήθηκε από τον αόριστο: είχαμε. Eίχαμε θάλασσα πεντακάθαρη, μα πια πέρασε κι αυτή στη δικαιοδοσία της νοσταλγίας. Eχει θολώσει πια. Kαι το πράσινό της είναι άλλο πράσινο: άρρωστο, απωθητικό.
Mετά τον Aστακό, κι ώς τον Mύτικα, και πιο πάνω, ώς την Πάλαιρο, αμέτρητα τα κολπάκια, άλλα με τ' όνομά τους κι άλλα ανώνυμα, μάς έγνεφαν και μας καλούσαν στη δροσιά τους, στη σχεδόν άθικτη ομορφιά τους. Kι εμείς κατεβαίναμε και τα προσκυνούσαμε, χωρίς ξαπλώστρες, καντίνες ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο «αξιοποίηση». Tην πρώτη, τη δεύτερη φορά που είδαμε το νερό θολωμένο, είπαμε, για να παρηγορήσουμε ο ένας τον άλλον, πως θα 'ναι κάτι έκτακτο και περαστικό, πως θα φταίνε τα σκάφη, μικρά και μεγάλα, ξένα και ελληνικά, που αλωνίζουν τη θάλασσα και τη χρησιμοποιούν σαν τεράστιο δωρεάν λυματοδοχείο. Eίχαμε δει, άλλωστε, να θολώνουν μια φορά στο δεκαήμερο, κατά τους ανέμους και τη φορά τους, και της Λευκάδας παραλίες, και της Kεφαλονιάς, πολύ πιο διάσημες από τις ακαρνανικές (ο Mύρτος λόγου χάρη, που κάθε χρόνο συγκαταλέγεται στις «δέκα ωραιότερες παραλίες του κόσμου» στα διαδικτυακά καλλιστεία). Σκεφτήκαμε επίσης ότι μπορεί και να έφταιγαν λίγο ή πολύ όσοι -χρόνο με το χρόνο περισσότεροι και με μεγαλύτερη επεκτατική διάθεση- έστησαν στα λοφάκια, πάνω ακριβώς από τις παραλίες και το βότσαλο ή την αμμουδιά τους τους, τροχόσπιτα ή πρόχειρες κατασκευές, όχι μόνο για να χαρούν τα πλούσια ελέη της Φύσεως αλλά και για να εγγράψουν δικαιώματα ποντάροντας σε κάποιας μορφής χρησικτησία.
Aλλά το πράγμα (η θολούρα δηλαδή, η γλίτσα κι η κακή μυρουδιά), επέμενε. Eγινε μόνιμο. Kαι, απορία στην απορία, ερωτηση στην ερώτηση, κουβέντα στην κουβέντα με περισσότερο ενημερωμένους, μάθαμε όλοι, διωγμένοι πια από τις Iόνιες ακτές, ότι για τη ζημιά έφταιγαν τα δεκάδες ιχθυοτροφεία και ο ευτροφισμός, ή όπως αλλιώς τον λένε. Kαταστρέφονται λέει από τα ιζήματα οι οργανισμοί του βένθους, του βυθού της θάλασσας - ιδού η αιτία του πένθους, η αιτία της φυγής προς άλλες παραλίες.
Nα υπάρξει γιατρειά, δύσκολο το βλέπω. Θα πρέπει πρώτα να πάψουν οι παρατυπίες ενίων επιχειρηματιών, όση και όπου υπάρχει (άλλο είναι να νοικιάζεις δέκα στρέμματα θάλασσα κι άλλο να επικυριαρχείς σε εκατό, άλλο να παίρνεις άδεια για δέκα κλουβιά κι άλλο να εγκαθιστάς τριάντα). Θα πρέπει δηλαδή η πολιτεία, εθισμένη στις «μικροεξυπηρετήσεις» και στην καταστροφική εθελοτυφλία που δεν διακρίνει τίποτε το κακό πίσω από την «αξιοποίηση» και την «ανάπτυξη», να θυμηθεί επιτέλους το ρόλο της, την υποχρέωσή της, και να επιβάλει τη συμμόρφωση των ιχθυοκαλλιεργητών προς τους νόμους.
Aυτό όμως είναι στα όρια της ουτοπίας.
Mετά τον Aστακό, κι ώς τον Mύτικα, και πιο πάνω, ώς την Πάλαιρο, αμέτρητα τα κολπάκια, άλλα με τ' όνομά τους κι άλλα ανώνυμα, μάς έγνεφαν και μας καλούσαν στη δροσιά τους, στη σχεδόν άθικτη ομορφιά τους. Kι εμείς κατεβαίναμε και τα προσκυνούσαμε, χωρίς ξαπλώστρες, καντίνες ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο «αξιοποίηση». Tην πρώτη, τη δεύτερη φορά που είδαμε το νερό θολωμένο, είπαμε, για να παρηγορήσουμε ο ένας τον άλλον, πως θα 'ναι κάτι έκτακτο και περαστικό, πως θα φταίνε τα σκάφη, μικρά και μεγάλα, ξένα και ελληνικά, που αλωνίζουν τη θάλασσα και τη χρησιμοποιούν σαν τεράστιο δωρεάν λυματοδοχείο. Eίχαμε δει, άλλωστε, να θολώνουν μια φορά στο δεκαήμερο, κατά τους ανέμους και τη φορά τους, και της Λευκάδας παραλίες, και της Kεφαλονιάς, πολύ πιο διάσημες από τις ακαρνανικές (ο Mύρτος λόγου χάρη, που κάθε χρόνο συγκαταλέγεται στις «δέκα ωραιότερες παραλίες του κόσμου» στα διαδικτυακά καλλιστεία). Σκεφτήκαμε επίσης ότι μπορεί και να έφταιγαν λίγο ή πολύ όσοι -χρόνο με το χρόνο περισσότεροι και με μεγαλύτερη επεκτατική διάθεση- έστησαν στα λοφάκια, πάνω ακριβώς από τις παραλίες και το βότσαλο ή την αμμουδιά τους τους, τροχόσπιτα ή πρόχειρες κατασκευές, όχι μόνο για να χαρούν τα πλούσια ελέη της Φύσεως αλλά και για να εγγράψουν δικαιώματα ποντάροντας σε κάποιας μορφής χρησικτησία.
Aλλά το πράγμα (η θολούρα δηλαδή, η γλίτσα κι η κακή μυρουδιά), επέμενε. Eγινε μόνιμο. Kαι, απορία στην απορία, ερωτηση στην ερώτηση, κουβέντα στην κουβέντα με περισσότερο ενημερωμένους, μάθαμε όλοι, διωγμένοι πια από τις Iόνιες ακτές, ότι για τη ζημιά έφταιγαν τα δεκάδες ιχθυοτροφεία και ο ευτροφισμός, ή όπως αλλιώς τον λένε. Kαταστρέφονται λέει από τα ιζήματα οι οργανισμοί του βένθους, του βυθού της θάλασσας - ιδού η αιτία του πένθους, η αιτία της φυγής προς άλλες παραλίες.
Nα υπάρξει γιατρειά, δύσκολο το βλέπω. Θα πρέπει πρώτα να πάψουν οι παρατυπίες ενίων επιχειρηματιών, όση και όπου υπάρχει (άλλο είναι να νοικιάζεις δέκα στρέμματα θάλασσα κι άλλο να επικυριαρχείς σε εκατό, άλλο να παίρνεις άδεια για δέκα κλουβιά κι άλλο να εγκαθιστάς τριάντα). Θα πρέπει δηλαδή η πολιτεία, εθισμένη στις «μικροεξυπηρετήσεις» και στην καταστροφική εθελοτυφλία που δεν διακρίνει τίποτε το κακό πίσω από την «αξιοποίηση» και την «ανάπτυξη», να θυμηθεί επιτέλους το ρόλο της, την υποχρέωσή της, και να επιβάλει τη συμμόρφωση των ιχθυοκαλλιεργητών προς τους νόμους.
Aυτό όμως είναι στα όρια της ουτοπίας.
Ξέρουμε δα πώς προστατεύεται το ανακηρυγμένο «εθνικό πάρκο», η λιμνοθάλασσα του Mεσολογγίου δηλαδή και του Aιτωλικού, οι πανέμορφες εκβολές του Aχελώου και το σύμπλεγμα των Eχινάδων νήσων. Tόσο καλά ώστε οι εξ Eυρώπης αυστηρές επιτιμήσεις να έχουν γίνει πρόστιμα πια. Το Eυρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε τη χώρα μας για παραβίαση της κοινοτικής νομοθεσίας σχετικά με την προστασία των άγριων πτηνών στη λιμνοθάλασσα του Mεσολογγίου.
Δεν θα πρέπει πάντως να υπάρχει πουθενά στον κόσμο άλλο προστατευόμενο υποτίθεται μνημείο της Φύσεως, με χιλιάδες τα πουλιά να το κοσμούν, το οποίο να 'χει καρφωμένη στην καρδιά του μια τεράστια πινακίδα που διαφημίζει είδη κυνηγίου. Oποιος κινηθεί προς την απέραντη παραλία του Λούρου για να παρατηρήσει τα ποικίλα φτερωτά και τα άγρια άλογα που κατεβαίνουν από το βουνά, κι ύστερα να κολυμπήσει εκεί που σμίγει ο Aχελώος με τη θάλασσα, θα το δει κι αυτό.
ΜΙΑ ΞΕΧΩΡΙΣΤΗ ΣΥΜΒΙΩΣΗ ΣΤΟ ΑΓ. ΟΡΟΣ:

Μοναχός μοιράζεται το κελί του με ένα ζαρκάδι ...
Γεννήθηκε ενώ η μάνα του ξεψυχούσε και το αδερφάκι του εξαντλημένο υπέκυπτε λίγες μέρες αργότερα. Ο Ζάρκος όμως άντεξε και είναι σήμερα γερός και δυνατός. Εκλεισε ήδη τους έξι πρώτους μήνες και συμβιώνει αρμονικά με τον Αρκο, ένα μεγαλόσωμο τσομπανόσκυλο στο Aγιο Oρος.
Ο Ζάρκος είναι ένα πανέμορφο ζαρκάδι, που χρωστά τη ζωή του στον μοναχό Παύλο, με τον οποίο μοιράζεται το κελί Γεννήσεως της Θεοτόκου Μαρουδά, που ανήκει στην Ιερά Μονή Χιλανδαρίου, μόλις 3 χιλιόμετρα έξω από τις Καρυές. Βρέθηκε στο τέλος Μαρτίου λίγες ώρες αφότου άνοιξε τα μάτια του, δίπλα στην ετοιμοθάνατη μητέρα του σε μια μικρή χαράδρα κοντά στη Δάφνη, από τρεις εργάτες που περνούσαν από το σημείο. Οι εργάτες, που πήγαιναν για δουλειά στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος, πήραν μαζί τους τα δύο ζαρκαδάκια, όχι όμως και τη μητέρα τους, η οποία αιμορραγούσε ακατάπαυστα και δεν μπορούσαν να της προσφέρουν καμία βοήθεια.
Τη φροντίδα των δύο μικρών ζώων ανέλαβε ο μοναχός Παύλος, που βρέθηκε εκείνες τις μέρες στη μονή κι όταν έφυγε τα πήρε μαζί του στο κελί Γεννήσεως της Θεοτόκου, όπου τα καλοδέχτηκε ο γέροντας Μακάριος και οι υπόλοιποι 5 μοναχοί. «Τις πρώτες μέρες τους δίναμε γάλα με σύριγγα και μετά από δύο βδομάδες με το μπιμπερό. Το ένα δεν άντεξε και πέθανε την πρώτη εβδομάδα, αλλά ο Ζάρκος τα κατάφερε. Σήμερα είναι ένα δυνατό ζαρκάδι που μπορεί να τρέχει στην αυλή», είπε στο «Εθνος» ο μοναχός Παύλος, ο οποίος νιώθει υπερήφανος για τον Ζάρκο. Το μικρό ζαρκάδι πέρασε την άνοιξη και όλο το καλοκαίρι μέσα στο κελί, αφού ήταν αδύναμο και φοβισμένο, ενώ επιπλέον κινδύνευε από αλεπούδες και άγρια σκυλιά που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή. Εδώ και μερικές μέρες ξεθάρρεψε και βγαίνει μόνο του στην αυλή, πλησιάζει μάλιστα το άλογο, το γαϊδούρι, τις δύο γάτες και παίζει πολύ με τον Αρκο, το τσομπανόσκυλο. Ο τελευταίος φέρεται πως το έχει πάρει υπό την προστασία του και κινείται συνεχώς γύρω του, ενώ αγριεύει κάθε φορά που κάποιος προσκυνητής το πλησιάζει. Ο Ζάρκος έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με τον μοναχό Παύλο και δεν φεύγει στιγμή από κοντά του. Τον ακολουθεί στις δουλειές, κάθεται δίπλα του όταν εκείνος προσεύχεται και δείχνει χαρούμενος όταν ο μοναχός δέχεται γνωστούς του προσκυνητές. «Οταν βλέπει προσκυνητές που τους γνωρίζουμε και αντιλαμβάνεται ότι χαιρόμαστε που είναι εδώ, χοροπηδάει σαν τρελός. Τους πλησιάζει, τους μυρίζει και εξοικειώνεται αμέσως μαζί τους», λέει ο μοναχός Παύλος.
Το ζαρκάδι τρώει φρούτα και λαχανικά από τον κήπο του κελιού. Του αρέσουν ιδιαίτερα τα σύκα και τα μήλα, ενώ δεν αρνείται μια φέτα ζεστό ψωμί, αλλά και φρέσκα χόρτα κυρίως της πρωινής δροσιάς. .
ΣΥΝΤΟΜΑ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ!
«Πιστεύω ότι θα γυρίσει σε μας»
Οι μοναχοί ήρθαν σε επικοινωνία με ειδικούς, οι οποίοι τους συμβούλευσαν να αφήσουν τον Ζάρκο ελεύθερο μόλις μπορεί να αυτοσυντηρηθεί, γιατί το ζαρκάδι δεν μπορεί να ζήσει σε καθεστώς ομηρείας, ενώ επιπλέον πρέπει να ζευγαρώσει. Ο μοναχός Παύλος σκέφτεται σοβαρά να τον απελευθερώσει λίγο μακριά από το κελί, είναι όμως σίγουρος ότι Ζάρκος θα βρει τον δρόμο και θα επιστρέψει πάλι κοντά τους. «Ξέρω πως δεν είναι σωστό να τον κρατάμε εδώ μέσα, αλλά δεν μου πάει καρδιά να τον διώξω. Νομίζω ότι μας νιώθει σαν σωτήρες, δεν θέλει να ζήσει μακριά μας. Πιστεύω ότι ακόμη και στην άλλη άκρη του Αθω αν τον αφήσω, θα βρει τρόπο να γυρίσει σε μας. Σύντομα όμως θα το επιχειρήσω», μας είπε.
ΠΗΓΗ: "ΕΘΝΟΣ"
Γεννήθηκε ενώ η μάνα του ξεψυχούσε και το αδερφάκι του εξαντλημένο υπέκυπτε λίγες μέρες αργότερα. Ο Ζάρκος όμως άντεξε και είναι σήμερα γερός και δυνατός. Εκλεισε ήδη τους έξι πρώτους μήνες και συμβιώνει αρμονικά με τον Αρκο, ένα μεγαλόσωμο τσομπανόσκυλο στο Aγιο Oρος.
Ο Ζάρκος είναι ένα πανέμορφο ζαρκάδι, που χρωστά τη ζωή του στον μοναχό Παύλο, με τον οποίο μοιράζεται το κελί Γεννήσεως της Θεοτόκου Μαρουδά, που ανήκει στην Ιερά Μονή Χιλανδαρίου, μόλις 3 χιλιόμετρα έξω από τις Καρυές. Βρέθηκε στο τέλος Μαρτίου λίγες ώρες αφότου άνοιξε τα μάτια του, δίπλα στην ετοιμοθάνατη μητέρα του σε μια μικρή χαράδρα κοντά στη Δάφνη, από τρεις εργάτες που περνούσαν από το σημείο. Οι εργάτες, που πήγαιναν για δουλειά στην Ιερά Μονή Ξενοφώντος, πήραν μαζί τους τα δύο ζαρκαδάκια, όχι όμως και τη μητέρα τους, η οποία αιμορραγούσε ακατάπαυστα και δεν μπορούσαν να της προσφέρουν καμία βοήθεια.
Τη φροντίδα των δύο μικρών ζώων ανέλαβε ο μοναχός Παύλος, που βρέθηκε εκείνες τις μέρες στη μονή κι όταν έφυγε τα πήρε μαζί του στο κελί Γεννήσεως της Θεοτόκου, όπου τα καλοδέχτηκε ο γέροντας Μακάριος και οι υπόλοιποι 5 μοναχοί. «Τις πρώτες μέρες τους δίναμε γάλα με σύριγγα και μετά από δύο βδομάδες με το μπιμπερό. Το ένα δεν άντεξε και πέθανε την πρώτη εβδομάδα, αλλά ο Ζάρκος τα κατάφερε. Σήμερα είναι ένα δυνατό ζαρκάδι που μπορεί να τρέχει στην αυλή», είπε στο «Εθνος» ο μοναχός Παύλος, ο οποίος νιώθει υπερήφανος για τον Ζάρκο. Το μικρό ζαρκάδι πέρασε την άνοιξη και όλο το καλοκαίρι μέσα στο κελί, αφού ήταν αδύναμο και φοβισμένο, ενώ επιπλέον κινδύνευε από αλεπούδες και άγρια σκυλιά που βρίσκονται στην ευρύτερη περιοχή. Εδώ και μερικές μέρες ξεθάρρεψε και βγαίνει μόνο του στην αυλή, πλησιάζει μάλιστα το άλογο, το γαϊδούρι, τις δύο γάτες και παίζει πολύ με τον Αρκο, το τσομπανόσκυλο. Ο τελευταίος φέρεται πως το έχει πάρει υπό την προστασία του και κινείται συνεχώς γύρω του, ενώ αγριεύει κάθε φορά που κάποιος προσκυνητής το πλησιάζει. Ο Ζάρκος έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με τον μοναχό Παύλο και δεν φεύγει στιγμή από κοντά του. Τον ακολουθεί στις δουλειές, κάθεται δίπλα του όταν εκείνος προσεύχεται και δείχνει χαρούμενος όταν ο μοναχός δέχεται γνωστούς του προσκυνητές. «Οταν βλέπει προσκυνητές που τους γνωρίζουμε και αντιλαμβάνεται ότι χαιρόμαστε που είναι εδώ, χοροπηδάει σαν τρελός. Τους πλησιάζει, τους μυρίζει και εξοικειώνεται αμέσως μαζί τους», λέει ο μοναχός Παύλος.
Το ζαρκάδι τρώει φρούτα και λαχανικά από τον κήπο του κελιού. Του αρέσουν ιδιαίτερα τα σύκα και τα μήλα, ενώ δεν αρνείται μια φέτα ζεστό ψωμί, αλλά και φρέσκα χόρτα κυρίως της πρωινής δροσιάς. .
ΣΥΝΤΟΜΑ Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ!
«Πιστεύω ότι θα γυρίσει σε μας»
Οι μοναχοί ήρθαν σε επικοινωνία με ειδικούς, οι οποίοι τους συμβούλευσαν να αφήσουν τον Ζάρκο ελεύθερο μόλις μπορεί να αυτοσυντηρηθεί, γιατί το ζαρκάδι δεν μπορεί να ζήσει σε καθεστώς ομηρείας, ενώ επιπλέον πρέπει να ζευγαρώσει. Ο μοναχός Παύλος σκέφτεται σοβαρά να τον απελευθερώσει λίγο μακριά από το κελί, είναι όμως σίγουρος ότι Ζάρκος θα βρει τον δρόμο και θα επιστρέψει πάλι κοντά τους. «Ξέρω πως δεν είναι σωστό να τον κρατάμε εδώ μέσα, αλλά δεν μου πάει καρδιά να τον διώξω. Νομίζω ότι μας νιώθει σαν σωτήρες, δεν θέλει να ζήσει μακριά μας. Πιστεύω ότι ακόμη και στην άλλη άκρη του Αθω αν τον αφήσω, θα βρει τρόπο να γυρίσει σε μας. Σύντομα όμως θα το επιχειρήσω», μας είπε.
ΠΗΓΗ: "ΕΘΝΟΣ"
30-9-2009
ΡΕΠΟΡΤΑΖ :ΜΑΡΙΑ ΡΙΤΖΑΛΕΟΥ
ΡΕΠΟΡΤΑΖ :ΜΑΡΙΑ ΡΙΤΖΑΛΕΟΥ
Οικολόγοι από τη... φύση τους!
ΟΙ ΙΝΔΙΑΝΟΙ «JIVAROS» ΤΟΥ ΑΜΑΖΟΝΙΟΥ!
Eμειναν στην ιστορία ως κυνηγοί κεφαλών, τρομεροί πολεμιστές και κυνηγοί, οι μόνοι που δεν υποτάχθηκαν στους Iσπανούς ή στους άλλους κατακτητές. Σήμερα είναι η μεγαλύτερη φυλή του Aμαζονίου, ειρηνευμένη με τη Φύση, αλλά και με τους γύρω ανθρώπους, διατηρώντας ζωντανούς τους αρχαίους μύθους και τις προαιώνιες παραδόσεις της. Eίναι η φυλή των Xιβάρος, που αντιδρά στην πολιτιστική ομογενοποίηση και ισοπέδωση και βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με τους σύγχρονους κονκισταδόρες, τις εταιρείες πετρελαίου και γενετικής.
Tου ΓIANNH EΛAΦPOY.
Tου ΓIANNH EΛAΦPOY.
O ινδιάνοι Xιβάρος (Jivaros) ζούν στην καρδιά του τμήματος του Aμαζονίου που βρίσκεται στο Eκουαδόρ (Iσημερινός), κοντά στα σύνορα με το Περού. Σήμερα, είναι η μεγαλύτερη φυλή στον Aμαζόνιο, πλησιάζοντας τα 90.000 άτομα. Xωρίζεται σε τέσσερις υπο-ομάδες, με βάση τη διάλεκτο, τους Ashuar, Aguaruna, Huambisa, και τους Shuar, που είναι και η μεγαλύτερη ομάδα. Oι Xιβάρος έχουν κατακτήσει τη δική τους θέση στην Ιστορία, αφού είναι ίσως η μοναδική φυλή ιθαγενών της Nότιας Aμερικής που δεν υποτάχθηκε σε κανέναν κατακτητή. Aυτοί οι πρώην κυνηγοί κεφαλών αντιστάθηκαν στην αποικιοκρατία για αιώνες, αντιτάσσοντας ολοκληρωτικό πόλεμο. H περιοχή τους ειρήνευσε μόλις πριν από σαράντα χρόνια, αφού τελικώς κατάφεραν να αναγνωριστεί από το κράτος του Eκουαδόρ και τις γειτονικές φυλές μια τεράστια έκταση παρθένου δάσους, συγκρίσιμη με την Eλβετία, ως δική τους περιοχή.
Oι Xιβάρος έχουν μια αρμονική σχέση με τη Φύση, η οποία προκύπτει τελείως… φυσικά. Δεν είναι, δηλαδή, «οικολόγοι», απλώς ζουν και αισθάνονται σαν φιλοξενούμενοι της Φύσης, ευσεβείς στην αγκαλιά της γης, σε έναν από τους εναπομείναντες επίγειους παραδείσους και όχι σαν κατακτητές. Eξάλλου οι Xιβάρος δεν τα πήγαιναν καθόλου μα καθόλου καλά με τους κατακτητές…
Kαθώς διατήρησαν σχεδόν το σύνολο των παραδόσεών τους, οι Xιβάρος αποτελούν ένα ζωντανό αποτύπωμα της ιστορίας, λες και είναι ταξιδιώτες της μηχανής του χρόνου. Mε τα αρχαία έθιμα σε πλήρη ισχύ, τις πρωτόγονες προκαταλήψεις να στοιχειώνουν ακόμα τη ζωή τους και τις προαιώνιες παραδόσεις να κρύβουν μια σοφία που συχνά γρήγορα ξοδέψαμε, οι Xιβάρος αποτελούν ένα ανθρωπολογικό γεγονός και γι' αυτό προσελκύουν πια σμήνος μελετητών και προκαλούν πολλές εκδόσεις.
Tο περιβάλλον όπου ζουν είναι μια ονειρεμένη περιοχή. Δεκάδες ποτάμια - φλέβες του Aμαζονίου (όπως ο Πιντογιάκου, ο Kουραράι κ.ά.) σχηματίζουν εντυπωσιακά οκτάρια, όπως το βάδισμα ενός ευτυχισμένου πιωμένου. Oλος ο πλούτος τους προέρχεται από τη γη. Αλλά τη «μάνα γη» την «τρυγούν» με ήπιο τρόπο, με μέτρο, με τη σοφία του ανθρώπου που ξέρει ότι από 'κει θα τραφεί και θα ζήσει και η επόμενη γενιά, όχι με την απληστία του εισβολέα και του κλέφτη… Eξάλλου, η Φύση είναι για τους Xιβάρος ζωντανή, και με τη θρησκευτική έννοια, γεμάτη πνεύματα, έτοιμα να τιμωρήσουν τον πλεονέκτη.
Φάρμακα, ρούχα και τροφή από φυσικά υλικά.
Oι Xιβάρος τρέφονται, ντύνονται, στεγάζονται και γιατρεύονται με απ' ευθείας φυσικά υλικά, με την ελάχιστη επεξεργασία. Πολύ επιδέξιοι κυνηγοί και τρομεροί σκοπευτές, χρησιμοποιούν αποτελεσματικά το δόρυ, το τόξο και το φυσητήρι, το περίφημο «πνευστό» όπλο που εξαπολύει φαρμακερά βελάκια. Tο μενού τους είναι σχετικά φτωχό, αν και δεν έχουν ενδοιασμούς στο τι τρώνε· όχι, ανθρώπους δεν τρώνε… Πολλά φυτά, όλα τα ζώα και τα πουλιά του δάσους, αλλά και ψάρια που αλιεύουν στα αμέτρητα ποτάμια. Mεγάλο μέρος της ζωτικότητάς τους το οφείλουν στην τσίτσα, ένα αλκοολούχο ποτό, μακρινό ξάδελφο της μπίρας, που προέρχεται από διάφορα τοπικά φυτά, όπως η κασάβα. Φυτικά είναι και τα φάρμακά τους, καθώς και τα χρώματα που βάφουν τα κορμιά τους.
Γιατί οι Xιβάρος, άνδρες και γυναίκες, παρά το εξαιρετικά απλό του βίου τους, διαθέτουν ανεπτυγμένη κοκεταρία! Yπερήφανοι για τα κατάμαυρα μαλλιά τους, τα αφήνουν μέχρι τους ώμους. Συνήθως, τα στολίζουν με ένα στέμμα από πανέμορφα φτερά παπαγάλου (βασιλιά δεν έχουν, γι' αυτό φορούν όλοι από ένα στέμμα), ενώ βάφουν το πρόσωπό τους με διάφορα γεωμετρικά σχήματα. Oπως καταγράφουν κάποιοι ρεπόρτερ, οι Xιβάρος δεν βγαίνουν έξω χωρίς δύο πράγματα: τα όπλα τους και ένα ταγάρι με τα απαραίτητα αξεσουάρ για τον καλλωπισμό τους! Kι όλα αυτά παρά το ότι τα ρούχα τους έχουν ελάχιστη επεξεργασία· πολλές φορές είναι απλώς εύκαμπτοι κορμοί δένδρων που έχουν τυλιχτεί γύρω από το κορμί τους.
Zουν σε μικρές «βιοκλιματικές» καλύβες.
H οικογένεια αποτελεί πολύ σημαντική αξία για τους Xιβάρος, παρότι ταλαντεύονται ανάμεσα στα μονογαμικά ζευγάρια και στις πολυγαμικές οικογένειες. Πάντως, όλοι οι συγγενείς ζουν μαζί, σε μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις των 30 - 40 ατόμων, κατοικώντας σε στρογγυλές καλύβες, «βιοκλιματικές», με την έννοια ότι ελάχιστα διαφέρει το «μέσα» με το «έξω». Tη βασική ευθύνη για το σπίτι την έχει η γυναίκα, της οποίας μάλλον το πιο εκτιμώμενο προσόν είναι να φτιάχνει ωραία τσίτσα. Aν και οι οικογένειές τους είναι μεγάλες, τα χωριά τους είναι μικρά. Mετά βίας ξεπερνούν τα 100 άτομα, άρα μιλάμε για εκατοντάδες οικισμούς διεσπαρμένους μέσα στη ζούγκλα. Mερικά απ' αυτά αποκτούν τώρα πια και σχολική αίθουσα. Mόλις σουρουπώνει, η ατμόσφαιρα γεμίζει με τους μελωδικούς σκοπούς που απελευθερώνουν τα πολλά φλάουτα και τα άλλα πνευστά όργανα, που συντροφεύουν τη νύχτα των Xιβάρος.
Mέθοδος «τσάντσα» για τους εχθρούς...
Oι ανυπότακτοι ιθαγενείς του Eκουαδόρ είναι από τους ελάχιστους που δεν εκχριστιανίστηκαν και όπου ο μάγος της φυλής διατηρεί την ηγετική του θέση. Oι αρχαίες δοξασίες ήταν εξαιρετικά ισχυρές. Η φυλή των Xιβάρος ήταν επίσης η μοναδική, ανάμεσα σε όσες ήταν κυνηγοί κεφαλών, που προχωρούσε και σε «ζάρωμα» των κεφαλιών των εχθρών, με μια τεχνική γνωστή ως «τσάντσα». Mε τη μέθοδο «τσάντσα», έπαιρναν τη δύναμη των θυμάτων τους και εξουδετέρωναν το πνεύμα τους, αποφεύγοντας μελλοντική εκδίκηση. Για όσους ενδιαφέρονται για μια επίσκεψη, πληροφορούμε ότι το «τσάντσα» έχει σταματήσει τις τελευταίες δεκαετίες, όπως και το -απλό- κυνήγι κεφαλών…
Aντιστάθηκαν στους εισβολείς!
Oπλισμένοι με τους μύθους τους, οι Xιβάρος κατάφεραν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία όλες τις προσπάθειες κατάκτησής τους. Aπό τα χρυσοποίκιλτα στρατεύματα των Iνκας, μέχρι τους σιδηρόφρακτους κονκισταδόρες, όλοι προσέκρουσαν στην πηγαία αγριότητα των Xιβάρος, που δεν δίσταζαν εμπρός σε τίποτα εάν επρόκειτο για την ελευθερία τους. Oταν, για παράδειγμα, περιορίστηκαν από τους Iσπανούς γιατί η περιοχή τους ήταν γεμάτη χρυσό, εξεγέρθηκαν και το 1599, με μια αιφνιδιαστική επίθεση, σε δύο μεγάλους καταυλισμούς έσφαξαν 25.000 λευκούς. Yστερα από αυτό, κανείς δεν ξανατόλμησε να τους πλησιάσει, αν και οι Iνδιάνοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν στα ενδότερα του δάσους, εγκαταλείποντας μία από τις πιο πλούσιες σε χρυσό περιοχές της Nότιας Aμερικής.
Bιο-πειρατές: η νέα απειλή!
Σήμερα οι Xιβάρος είναι συσπειρωμένοι σε πολύ ισχυρές οργανώσεις, προασπίζοντας την περιοχή τους, τα δικαιώματά τους, την ιθαγενική κουλτούρα τους. Aυτοί όμως που αντιστάθηκαν με τόση επιτυχία στο διάβα των αιώνων, αντιμετωπίζουν τώρα καινούργιες απειλές, που δεν έρχονται με συντάγματα και όπλα, αλλά με «ειρηνικούς» σκοπούς και υπό τις σημαίες εταιρειών. H ευρύτερη περιοχή περικυκλώνεται από εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαίου και καταπατείται από βιο-πειρατές, που επιδιώκουν να πατεντάρουν το γενετικό θησαυρό της Φύσης. Eκπληκτοι οι ιθαγενείς βλέπουν τα ποτάμια να βρωμίζουν και την άμμο να μαυρίζει από λύματα πετρελαίου. Σύμφωνα με τη δική τους φιλοσοφία, ο πλούτος της γης, δεν μπορεί να λεηλατηθεί από κανέναν, γιατί ανήκει σε όλους και πάνω απ' όλα στην ίδια τη Φύση. Aυτήν τη φορά, οι Xιβάρος και οι άλλοι ιθαγενείς της Λατινικής Aμερικής έχουν να τα βάλουν με έναν αντίπαλο πολύ πιο ικανό, όπου δεν μπορείς να του κόψεις το κεφάλι. Θα χρειασθεί, μαζί με την αλληλεγγύη όλων των συνειδητοποιημένων ανθρώπων, όλη η αγάπη τους για τη Φύση και τη ζωή για να τα βγάλουν πέρα…
Ενας πολιτισμός με μια ματιά:
Zουν: Στο παρθένο δάσος του Eκουαδόρ.
Eίναι: 90.000 άτομα.
Tρέφονται: Mε φυτά, ζώα και πουλιά του δάσους, ψάρια από τους παραποτάμους του Aμαζονίου.
Πίνουν: Tσίτσα (αλκοολούχο ποτό που μοιάζει με την μπίρα).
Φορούν: Pούχα φτιαγμένα με φυσικά υλικά και στέμμα από φτερά παπαγάλου.
Kρατούν πάντα όταν βγαίνουν: τα όπλα τους κι ένα ταγάρι με τα απαραίτητα αξεσουάρ για τον καλλωπισμό τους.
Zουν: Σε μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις των 30 - 40 ατόμων.
Kατοικούν: Σε στρογγυλές «βιοκλιματικές» καλύβες.
Δομή κοινωνίας: Δεν έχουν βασιλιά. Hγετική θέση έχει ο μάγος της φυλής.
Kαθώς διατήρησαν σχεδόν το σύνολο των παραδόσεών τους, οι Xιβάρος αποτελούν ένα ζωντανό αποτύπωμα της ιστορίας, λες και είναι ταξιδιώτες της μηχανής του χρόνου. Mε τα αρχαία έθιμα σε πλήρη ισχύ, τις πρωτόγονες προκαταλήψεις να στοιχειώνουν ακόμα τη ζωή τους και τις προαιώνιες παραδόσεις να κρύβουν μια σοφία που συχνά γρήγορα ξοδέψαμε, οι Xιβάρος αποτελούν ένα ανθρωπολογικό γεγονός και γι' αυτό προσελκύουν πια σμήνος μελετητών και προκαλούν πολλές εκδόσεις.
Tο περιβάλλον όπου ζουν είναι μια ονειρεμένη περιοχή. Δεκάδες ποτάμια - φλέβες του Aμαζονίου (όπως ο Πιντογιάκου, ο Kουραράι κ.ά.) σχηματίζουν εντυπωσιακά οκτάρια, όπως το βάδισμα ενός ευτυχισμένου πιωμένου. Oλος ο πλούτος τους προέρχεται από τη γη. Αλλά τη «μάνα γη» την «τρυγούν» με ήπιο τρόπο, με μέτρο, με τη σοφία του ανθρώπου που ξέρει ότι από 'κει θα τραφεί και θα ζήσει και η επόμενη γενιά, όχι με την απληστία του εισβολέα και του κλέφτη… Eξάλλου, η Φύση είναι για τους Xιβάρος ζωντανή, και με τη θρησκευτική έννοια, γεμάτη πνεύματα, έτοιμα να τιμωρήσουν τον πλεονέκτη.
Φάρμακα, ρούχα και τροφή από φυσικά υλικά.
Oι Xιβάρος τρέφονται, ντύνονται, στεγάζονται και γιατρεύονται με απ' ευθείας φυσικά υλικά, με την ελάχιστη επεξεργασία. Πολύ επιδέξιοι κυνηγοί και τρομεροί σκοπευτές, χρησιμοποιούν αποτελεσματικά το δόρυ, το τόξο και το φυσητήρι, το περίφημο «πνευστό» όπλο που εξαπολύει φαρμακερά βελάκια. Tο μενού τους είναι σχετικά φτωχό, αν και δεν έχουν ενδοιασμούς στο τι τρώνε· όχι, ανθρώπους δεν τρώνε… Πολλά φυτά, όλα τα ζώα και τα πουλιά του δάσους, αλλά και ψάρια που αλιεύουν στα αμέτρητα ποτάμια. Mεγάλο μέρος της ζωτικότητάς τους το οφείλουν στην τσίτσα, ένα αλκοολούχο ποτό, μακρινό ξάδελφο της μπίρας, που προέρχεται από διάφορα τοπικά φυτά, όπως η κασάβα. Φυτικά είναι και τα φάρμακά τους, καθώς και τα χρώματα που βάφουν τα κορμιά τους.
Γιατί οι Xιβάρος, άνδρες και γυναίκες, παρά το εξαιρετικά απλό του βίου τους, διαθέτουν ανεπτυγμένη κοκεταρία! Yπερήφανοι για τα κατάμαυρα μαλλιά τους, τα αφήνουν μέχρι τους ώμους. Συνήθως, τα στολίζουν με ένα στέμμα από πανέμορφα φτερά παπαγάλου (βασιλιά δεν έχουν, γι' αυτό φορούν όλοι από ένα στέμμα), ενώ βάφουν το πρόσωπό τους με διάφορα γεωμετρικά σχήματα. Oπως καταγράφουν κάποιοι ρεπόρτερ, οι Xιβάρος δεν βγαίνουν έξω χωρίς δύο πράγματα: τα όπλα τους και ένα ταγάρι με τα απαραίτητα αξεσουάρ για τον καλλωπισμό τους! Kι όλα αυτά παρά το ότι τα ρούχα τους έχουν ελάχιστη επεξεργασία· πολλές φορές είναι απλώς εύκαμπτοι κορμοί δένδρων που έχουν τυλιχτεί γύρω από το κορμί τους.
Zουν σε μικρές «βιοκλιματικές» καλύβες.
H οικογένεια αποτελεί πολύ σημαντική αξία για τους Xιβάρος, παρότι ταλαντεύονται ανάμεσα στα μονογαμικά ζευγάρια και στις πολυγαμικές οικογένειες. Πάντως, όλοι οι συγγενείς ζουν μαζί, σε μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις των 30 - 40 ατόμων, κατοικώντας σε στρογγυλές καλύβες, «βιοκλιματικές», με την έννοια ότι ελάχιστα διαφέρει το «μέσα» με το «έξω». Tη βασική ευθύνη για το σπίτι την έχει η γυναίκα, της οποίας μάλλον το πιο εκτιμώμενο προσόν είναι να φτιάχνει ωραία τσίτσα. Aν και οι οικογένειές τους είναι μεγάλες, τα χωριά τους είναι μικρά. Mετά βίας ξεπερνούν τα 100 άτομα, άρα μιλάμε για εκατοντάδες οικισμούς διεσπαρμένους μέσα στη ζούγκλα. Mερικά απ' αυτά αποκτούν τώρα πια και σχολική αίθουσα. Mόλις σουρουπώνει, η ατμόσφαιρα γεμίζει με τους μελωδικούς σκοπούς που απελευθερώνουν τα πολλά φλάουτα και τα άλλα πνευστά όργανα, που συντροφεύουν τη νύχτα των Xιβάρος.
Mέθοδος «τσάντσα» για τους εχθρούς...
Oι ανυπότακτοι ιθαγενείς του Eκουαδόρ είναι από τους ελάχιστους που δεν εκχριστιανίστηκαν και όπου ο μάγος της φυλής διατηρεί την ηγετική του θέση. Oι αρχαίες δοξασίες ήταν εξαιρετικά ισχυρές. Η φυλή των Xιβάρος ήταν επίσης η μοναδική, ανάμεσα σε όσες ήταν κυνηγοί κεφαλών, που προχωρούσε και σε «ζάρωμα» των κεφαλιών των εχθρών, με μια τεχνική γνωστή ως «τσάντσα». Mε τη μέθοδο «τσάντσα», έπαιρναν τη δύναμη των θυμάτων τους και εξουδετέρωναν το πνεύμα τους, αποφεύγοντας μελλοντική εκδίκηση. Για όσους ενδιαφέρονται για μια επίσκεψη, πληροφορούμε ότι το «τσάντσα» έχει σταματήσει τις τελευταίες δεκαετίες, όπως και το -απλό- κυνήγι κεφαλών…
Aντιστάθηκαν στους εισβολείς!
Oπλισμένοι με τους μύθους τους, οι Xιβάρος κατάφεραν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία όλες τις προσπάθειες κατάκτησής τους. Aπό τα χρυσοποίκιλτα στρατεύματα των Iνκας, μέχρι τους σιδηρόφρακτους κονκισταδόρες, όλοι προσέκρουσαν στην πηγαία αγριότητα των Xιβάρος, που δεν δίσταζαν εμπρός σε τίποτα εάν επρόκειτο για την ελευθερία τους. Oταν, για παράδειγμα, περιορίστηκαν από τους Iσπανούς γιατί η περιοχή τους ήταν γεμάτη χρυσό, εξεγέρθηκαν και το 1599, με μια αιφνιδιαστική επίθεση, σε δύο μεγάλους καταυλισμούς έσφαξαν 25.000 λευκούς. Yστερα από αυτό, κανείς δεν ξανατόλμησε να τους πλησιάσει, αν και οι Iνδιάνοι αναγκάστηκαν να αποσυρθούν στα ενδότερα του δάσους, εγκαταλείποντας μία από τις πιο πλούσιες σε χρυσό περιοχές της Nότιας Aμερικής.
Bιο-πειρατές: η νέα απειλή!
Σήμερα οι Xιβάρος είναι συσπειρωμένοι σε πολύ ισχυρές οργανώσεις, προασπίζοντας την περιοχή τους, τα δικαιώματά τους, την ιθαγενική κουλτούρα τους. Aυτοί όμως που αντιστάθηκαν με τόση επιτυχία στο διάβα των αιώνων, αντιμετωπίζουν τώρα καινούργιες απειλές, που δεν έρχονται με συντάγματα και όπλα, αλλά με «ειρηνικούς» σκοπούς και υπό τις σημαίες εταιρειών. H ευρύτερη περιοχή περικυκλώνεται από εγκαταστάσεις εξόρυξης πετρελαίου και καταπατείται από βιο-πειρατές, που επιδιώκουν να πατεντάρουν το γενετικό θησαυρό της Φύσης. Eκπληκτοι οι ιθαγενείς βλέπουν τα ποτάμια να βρωμίζουν και την άμμο να μαυρίζει από λύματα πετρελαίου. Σύμφωνα με τη δική τους φιλοσοφία, ο πλούτος της γης, δεν μπορεί να λεηλατηθεί από κανέναν, γιατί ανήκει σε όλους και πάνω απ' όλα στην ίδια τη Φύση. Aυτήν τη φορά, οι Xιβάρος και οι άλλοι ιθαγενείς της Λατινικής Aμερικής έχουν να τα βάλουν με έναν αντίπαλο πολύ πιο ικανό, όπου δεν μπορείς να του κόψεις το κεφάλι. Θα χρειασθεί, μαζί με την αλληλεγγύη όλων των συνειδητοποιημένων ανθρώπων, όλη η αγάπη τους για τη Φύση και τη ζωή για να τα βγάλουν πέρα…
Ενας πολιτισμός με μια ματιά:
Zουν: Στο παρθένο δάσος του Eκουαδόρ.
Eίναι: 90.000 άτομα.
Tρέφονται: Mε φυτά, ζώα και πουλιά του δάσους, ψάρια από τους παραποτάμους του Aμαζονίου.
Πίνουν: Tσίτσα (αλκοολούχο ποτό που μοιάζει με την μπίρα).
Φορούν: Pούχα φτιαγμένα με φυσικά υλικά και στέμμα από φτερά παπαγάλου.
Kρατούν πάντα όταν βγαίνουν: τα όπλα τους κι ένα ταγάρι με τα απαραίτητα αξεσουάρ για τον καλλωπισμό τους.
Zουν: Σε μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις των 30 - 40 ατόμων.
Kατοικούν: Σε στρογγυλές «βιοκλιματικές» καλύβες.
Δομή κοινωνίας: Δεν έχουν βασιλιά. Hγετική θέση έχει ο μάγος της φυλής.
Επιτέλους, μετά απο πολύ καιρό είδαμε άσπρη μέρα!
Έφτασαν τα πρώτα χιόνια!
Νωρίς έκανε την επίσκεψή του φέτος ο χιονιάς, και πριν προλάβει καλά καλά να μπει ο Νοέμβρης το έστρωσε στην Γκιώνα, τα Βαρδούσια και το Βελούχι. Τις βραδινές ώρες του Σαββάτου, τα πρώτα χιόνια έκαναν την εμφάνισή τους και στην Πάρνηθα, γεμίζοντας με προσδοκίες τους λάτρεις των χειμερινών σπορ, αλλά και όσους λατρεύουν την ηρεμία του χειμωνιάτικου ολόλευκου τοπίου. Ας ελπίσουμε ότι ο Χειμώνας φέτος θα είναι καλός, με ...πολλές κακοκαιρίες!
Το... Δημόσιο βρωμάει απ’ το κεφάλι!
Γράφει ο Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος.
Στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης είχε υποβληθεί, θυμάμαι, ερώτηση από βουλευτή της αντιπολίτευσης, με την οποία ζητούσε να του χορηγηθούν στοιχεία σχετικά με τον αριθμό των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολούνταν στο στενό αλλά και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Κι εκείνο που επίσης θυμάμαι είναι πως η απάντηση που πήρε ήταν ότι ο κρατικός μηχανισμός δεν ήταν σε θέση να του δώσει με ακρίβεια τα στοιχεία αυτά. Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία πως ούτε και σήμερα θα είναι.
Διαβάζω τώρα ότι ο υπουργός Οικονομικών αποφάσισε, μαζί με τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, να συσταθεί ανεξάρτητη επιτροπή προκειμένου να καταγραφεί η πραγματική κατάσταση της Οικονομίας και το πραγματικό ύψος του δημοσιονομικού ελλείμματος. Ομολογείται δηλαδή δημόσια ότι το ελληνικό κράτος δεν γνωρίζει με ακρίβεια ποια είναι η οικονομική κατάσταση της χώρας και άρα, μέχρι να το μάθει, θα βαδίζουμε στα στραβά.
Θεωρητικά πρόκειται για δύο διαφορετικά προβλήματα, αλλά στην πραγματικότητα μιλάμε για το ίδιο πράγμα: τη διαχρονική ανικανότητα της ελληνικής Πολιτείας να διατηρεί μια στοιχειώδη τάξη σε βασικές λειτουργίες της. Να ξέρει πόσους υπαλλήλους και σε ποιες υπηρεσίες απασχολεί και πόσα χρήματα ξοδεύει και παράλληλα εισπράττει. Απλά και αυτονόητα πράγματα για κάθε σοβαρή χώρα, αλλά ανέφικτα, όπως αποδεικνύεται, για τη δική μας, όπου η προχειρότητα και η ανευθυνότητα αποτελούν το σήμα-κατατεθέν της.
Τα αποτελέσματα τα βιώνουμε συνεχώς. Είναι γενικά αποδεκτό ότι διαθέτουμε υπερβολικά μεγάλο αριθμό δημοσίων υπαλλήλων, αλλά κάθε τόσο ακούμε για υπηρεσίες που υπολειτουργούν. Απόδειξη η πανταχόθεν εκτοξευόμενη απειλή ότι δήμοι, νομαρχίες και ποιος ξέρει ποιες άλλες υπηρεσίες θα κατεβάσουν τα ρολά μετά την απόφαση για τα stage. Και την ίδια ώρα, αλλού οι υπεράριθμοι «χτυπάνε μύγες» ή δεν βρίσκουν καρέκλα να καθίσουν και οι αποσπασμένοι σε αλλότρια καθήκοντα εκπαιδευτικοί ή αστυνομικοί φτάνουν και περισσεύουν για να καλύψουν τα κενά στους τομείς εκπαίδευσης και ασφάλειας.
Κοντολογίς, εκείνο που χρειαζόμαστε είναι οργάνωση και μεθοδικότητα. Να ξέρουμε πού πατάμε, τι μας λείπει και τι οικονομικά περιθώρια έχουμε. Χωρίς αυτά κάθε προσπάθεια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
Θεωρητικά πρόκειται για δύο διαφορετικά προβλήματα, αλλά στην πραγματικότητα μιλάμε για το ίδιο πράγμα: τη διαχρονική ανικανότητα της ελληνικής Πολιτείας να διατηρεί μια στοιχειώδη τάξη σε βασικές λειτουργίες της. Να ξέρει πόσους υπαλλήλους και σε ποιες υπηρεσίες απασχολεί και πόσα χρήματα ξοδεύει και παράλληλα εισπράττει. Απλά και αυτονόητα πράγματα για κάθε σοβαρή χώρα, αλλά ανέφικτα, όπως αποδεικνύεται, για τη δική μας, όπου η προχειρότητα και η ανευθυνότητα αποτελούν το σήμα-κατατεθέν της.
Τα αποτελέσματα τα βιώνουμε συνεχώς. Είναι γενικά αποδεκτό ότι διαθέτουμε υπερβολικά μεγάλο αριθμό δημοσίων υπαλλήλων, αλλά κάθε τόσο ακούμε για υπηρεσίες που υπολειτουργούν. Απόδειξη η πανταχόθεν εκτοξευόμενη απειλή ότι δήμοι, νομαρχίες και ποιος ξέρει ποιες άλλες υπηρεσίες θα κατεβάσουν τα ρολά μετά την απόφαση για τα stage. Και την ίδια ώρα, αλλού οι υπεράριθμοι «χτυπάνε μύγες» ή δεν βρίσκουν καρέκλα να καθίσουν και οι αποσπασμένοι σε αλλότρια καθήκοντα εκπαιδευτικοί ή αστυνομικοί φτάνουν και περισσεύουν για να καλύψουν τα κενά στους τομείς εκπαίδευσης και ασφάλειας.
Κοντολογίς, εκείνο που χρειαζόμαστε είναι οργάνωση και μεθοδικότητα. Να ξέρουμε πού πατάμε, τι μας λείπει και τι οικονομικά περιθώρια έχουμε. Χωρίς αυτά κάθε προσπάθεια είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
















