19/5/09

Ορεινή Δωρίδα.


Εκεί και τότε, που η αρχιτεκτονική χάρη στην λιτότητά της, εναρμονίζεται και δένει με το φυσικό περιβάλλον.

Μονή Παντοκράτορος Αγγελοκάστρου.


Παλιοβούνα και Βαράσοβα.


Σαράνταινα.


ΟΧΙ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΑΡΑΝΤΑΙΝΑΣ.

Σαράνταινα.


Τα Βαρδούσια από την Σαράνταινα.

Σαράνταινα.

Το Βελούχι από την Σαράνταινα.

19η Μαΐου: Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.

Ενα σημαντικό μέρος του Ελληνισμού διαφυλάχθηκε μετά τη διάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας στα βόρεια της Μικράς Ασίας στον Πόντο. Βέβαια η άλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1461 σήμαινε για τον Ελληνισμό του Πόντου την απώλεια της ανεξαρτησίας του, αλλά όχι και την εθνική του συνείδηση.
Μέσα στην Οθωμανική αυτοκρατορία οι Πόντιοι αποτελούσαν το πιο αποκομμένο κομμάτι του Ελληνισμού, που ζούσαν σε μια περιοχή φτωχή, χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την κεντρική διοίκηση. Επιπλέον αποτελούσαν μειοψηφία μέσα σε ένα πλήθος αλλόθρησκων και αλλόγλωσσων λαών, όπως οι Κούρδοι και οι Αρμένιοι.
Παρ' όλα αυτά οι Πόντιοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη γλώσσα και τη θρησκεία τους, να αποκτήσουν κυρίαρχη οικονομική θέση στα αστικά κέντρα της περιοχής τους, να επιδείξουν έναν αξιόλογο δημογραφικό δυναμισμό που τους επέτρεψε να επεκταθούν και στις περιοχές του Καυκάσου και της Κριμαίας, και τέλος να αναπτύξουν μια σημαντική εκπαιδευτική δραστηριότητα.
Τα αίτια της οικονομικής ανάπτυξης θα πρέπει να αναζητηθούν αρχικά στην εκμετάλλευση των μεταλλείων της Αργυρούπολης, στη συνέχεια στη διάνοιξη του εμπορικού δρόμου Τραπεζούντας-Ταυρίδας και αργότερα των οικονομικών ανταλλαγών, μέσω θαλάσσης με τα λιμάνια του Ευξείνου Πόντου κυρίως εκείνα της Κριμαίας.
Η οικονομική ανάκαμψη συνδυάστηκε με δημογραφική άνοδο.Το 1865 οι Ελληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 άτομα, το 1880 σε 330.000 άτομα οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στα αστικά κέντρα. Ο ποντιακός ελληνισμός που ζούσε στις αρχές του 20ου αιώνα στις περιοχές Σινώπης, Αμάσειας, Τραπεζούντας, Σαμψούντας, Λαζικής, Αργυρούπολης, Σεβάστειας, Τοκάτης, και Νικόπολης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας αριθμούσε, σύμφωνα με υπολογισμούς του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των Οθωμανικών αρχών περίπου 600.000 άτομα. Παράλληλα στη νότια Ρωσία, στην περιοχή του Καυκάσου, την ίδια εποχή υπήρχαν περίπου 150.000 Πόντιοι, που είχαν μετοικίσει εκεί μετά την Αλωση της Τραπεζούντας από τους Οθωμανούς το 1461.
Φυσικό επακόλουθο της οικονομικής ανάπτυξης και της δημογραφικής αύξησης ήταν η εμφάνιση αρχικά και η ανάπτυξη ύστερα της εκπαιδευτικής δραστηριότητας.
Το 1860 υπήρχαν στην περιοχή του Πόντου 100 ελληνικά σχολεία, ενώ μετά την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας το 1919 τα σχολεία υπολογίζονταν σε 1401 με 86.000 μαθητές, με πιο φημισμένο το Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Βέβαια εκτός από τα σχολεία οι Πόντιοι διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες, και θέατρα, με τα οποία έκαναν αισθητό τόσο το υψηλό πνευματικό τους επίπεδο, όσο και το εθνικό τους φρόνημα.
Το 1915 ήταν μια χρονιά ορόσημο για τον Ποντιακό Ελληνισμό της Μικράς Ασίας. Τη χρονιά εκείνη, και ενώ όλα τα ευρωπαικά κράτη είχαν εμπλακεί στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Τούρκοι εκπόνησαν ένα σχέδιο εξόντωσης των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας. Τον Ιούνιο πραγματοποιήθηκε η εξορία και στη συνέχεια η σφαγή των Αρμενίων, ενώ αρχίζουν οι πρώτες βιοπραγίες εναντίον του ποντιακού στοιχείου.
Τον Δεκέμβριο του 1916 εκπονήθηκε από τους Τούρκους στρατηγούς Εμβέρ και Ταλαάτ σχέδιο εξόντωσης του άμαχου ελληνικού πληθυσμού του Πόντου που προέβλεπε: "Αμεση εξόντωση μόνον των ανδρών των πόλεων από 16-60 ετών και γενική εξορία όλων των ανδρών και γυναικοπαίδων των χωριών στα ενδότερα της Ανατολής με πρόγραμμα σφαγής και εξόντωσης". Το πρόγραμμα ξεκίνησε 15 ημέρες αργότερα και εφαρμόστηκε κυρίως στις περιοχές της Σαμψούντας και της Πάφρας.
Η περιοχή της Τραπεζούντας είχε γλυτώσει από τη μανία των Τούρκων διότι είχε καταληφθεί τον Απρίλιο του 1916 από τον ρωσικό στρατό.
Οταν όμως οι Ρώσοι εγκατέλειψαν την πόλη τον Φεβρουάριο του 1918, τότε ο μισός περίπου πληθυσμός της περιοχής εγκατέλειψε τις εστίες του και ακολούθησε τον ρωσικό στρατό κατά την υποχώρησή του. Οι περισσότεροι από τους πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Καυκάσου και των παραλίων της Γεωργίας. Οι Πόντιοι πίστευσαν ότι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου θα έφερνε και οριστικό τέρμα στα δεινά τους, αλλά διαψεύσθησαν.
Οι εκκλήσεις τους για να συμπεριληφθούν στο ελληνικό κράτος δεν εισακούστηκαν από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος θεωρούσε ότι ο Πόντος ήταν πολύ απομακρυσμένος από τις υπόλοιπες ελληνικές περιοχές με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η υπεράσπισή του από τις τουρκικές επιδρομές.
Σε αντάλλαγμα πρότεινε να προχωρήσουν οι Πόντιοι στη δημιουργία μιας ομοσπονδίας με τους Αρμένιους, και πράγματι ο αρχιεπίσκοπος Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης και ο πρόεδρος των Αρμενίων Αλέξανδρος Χατισιάν υπέγραψαν τον Ιανουάριο του 1920 συμφωνία για τη δημιουργία Ποντοαρμενικού κράτους.

Ομως τον Νοέμβριο του 1920 ο αρμενικός στρατός ηττήθηκε στο Ερζερούμ από τις δυνάμεις του Κεμάλ με αποτέλεσμα να συνθηκολογήσουν οι Αρμένιοι και να μείνουν οι Πόντιοι μόνοι τους. Εκτοτε και μέχρι τον Αύγουστο του 1922 ο Κεμάλ, έχοντας εκκαθαρίσει τα δευτερεύοντα μέτωπα στη Μικρά Ασία, προχώρησε ανενόχλητος στη σταδιακή εξόντωση του Ποντιακού Ελληνισμού. Οι πόλεις και τα χωριά κάηκαν, οι χωρικοί σφάχτηκαν, ατιμάστηκαν, εξορίστηκαν ή έφευγαν ομαδικά στα δάση και στα βουνά. Οσοι άνδρες συλλαμβάνονταν προωθούνταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Υπολογίζεται ότι στο διάστημα 1914-1922 εξοντώθηκαν περίπου 200.000 Πόντιοι.
Τον Οκτώβριο του 1922 με μεσολάβηση των συμμαχικών δυνάμεων η ελληνική κυβέρνηση και ο Κεμάλ συμφώνησαν να μεταφερθούν οι Ελληνες του Πόντου με τουρκικά καράβια στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί με ελληνικά στην Ελλάδα. Υπεύθυνος για την ομαλή μετακίνηση των προσφύγων ορίστηκε ο Αλέξανδρος Πάλλης.
Το πρώτο καράβι με πρόσφυγες ξεκίνησε από τη Σαμψούντα τον Νοέμβριο του 1922 για την Ελλάδα μέσω Κωνσταντινούπολης. Το προσφυγικό ρεύμα θα συνεχιστεί και σε όλη τη διάρκεια του 1923. Το 1924 οι χριστιανικοί πληθυσμοί του Πόντου περιελήφθηκαν στη ελληνοτουρκική σύμβαση για την ανταλλαγή των πληθυσμών. Οσοι άνδρες επέζησαν από εκείνους που είχαν συλληφθεί τα προηγούμενα χρόνια και υπηρετούσαν στα τάγματα εργασίας (αμελέ ταμπουρού), πέρασαν στην Ελλάδα είτε μέσω Σαμψούντας, είτε μέσω Συρίας. Δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για το ποσοστό των Ποντίων στο 1.220.000 πρόσφυγες που δέχθηκε η Ελλάδα στη δεκαετία του 1920. Τα ποντιακά σωματεία υπολογίζουν ότι περίπου 400.000 Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, κυρίως στους νομούς Δράμας, Κιλκίς, Καβάλας, Ξάνθης, Κοζάνης, Πρέβεζας και στα αστικά κέντρα Αθήνα, Πειραιά και Θεσσαλονίκη, εντασσόμενοι στην ελληνική κοινωνία.
Oι Tούρκοι ως σήμερα, δεν αναγνωρίζουν τα γενοκτονικά εγκλήματα που διέπραξαν οι Nεότουρκοι και οι Kεμαλικοί. Yπάρχουν, όμως, ορισμένα έγγραφα που τους διαψεύδουν.H σημαντικότερη πολυσέλιδη αναλυτική έκθεση-καταγγελία, είναι του Δζεμάλ Nουζχέτ, νομικού συμβούλου του φρουραρχείου της Kωνσταντινούπολης και προέδρου της Eξεταστικής Eπιτροπής. Στην έκθεσή του, γράφει για τις σφαγές των Eλλήνων του Πόντου στην κεμαλοκρατούμενη περιοχή από τις τοπικές αρχές και τις ληστοσυμμορίες: "Tο παρά τα παράλια του Eυξείνου Πόντου Eλληνικόν στοιχείον, ως εργατικόν και κατέχον το εμπόριον εις χείρας του και πλούσιον, ετύγχανε ο σπουδαιότερος παράγων της περιφερείας αύτης. O Kεμάλ, προς διατήρησιν των τσετών, έπρεπε όπως ετοιμάση έδαφος δράσεως δι` αυτάς και ως τοιούτον εύρε το της περιφερείας του Πόντου. Σφαγαί, αρπαγαί, εξοντώσεις και εκτοπισμοί εξετελέσθησαν ημιεπισήμως, τη συμμετοχή και στρατιωτικών και πολιτικών υπαλλήλων. Aι εξ χιλιάδες των Eλλήνων κατοίκων της Πάφρας, αποκλεισθείσαι εντός των εκκλησιών παρεδόθησαν εις το πυρ, και εντός αυτών εκάησαν όλοι: γέροντες, άνδρες, γυναίκες και παιδία! Ουδείς εσώθη. Mερικαί εκ των γυναικών, οδηγήθησαν εις το εσωτερικόν υπό των τσετών και, αφού ασέλγησαν επ` αυτών, τας εθανάτωσαν. Aι κινηταί περιουσίαι και τα χρήματα των Eλλήνων, ελεηλατήθησαν. Mετά το φρικώδες τούτο έργον, αι τσέται ήλθον εις τον δήμον Aλά-Tσάμ, όπου παρέταξαν εις γραμμήν τους 2.500 χριστιανούς κατοίκους, και παρασύραντες αυτούς εις τους πρόποδας των ορέων, τους εθανάτωσαν όλους. Eκ των 25.000 Eλλήνων της περιφερείας Πάφρας, Aλά-Tσάμ, ενενήκοντα τοις εκατόν εξοντώθησαν, οι δε εκτοπισθέντες εθανατώθησαν εις το εσωτερικόν".
H Ethel Thompson, που εργάστηκε στην Aμερικανική Eπιτροπή Περιθάλψεως, όταν επέστρεψε στην Aμερική, αφού πρώτα παραιτήθηκε από τη θέση της έδωσε στην εφημερίδα Daily Telegraph, την έκθεση που συνέταξε για τις κεμαλικές βαρβαρότητες: "Ως Aμερικανίδα πολίτις, μη συνδεομένη με οποιαδήποτε οργάνωση, τίποτα δεν μ` εμποδίζει, από του να καταγγείλω στον πολιτισμένο κόσμο, τις φρικαλεότητες που υπέστησαν οι Χριστιανοί, άνδρες, γυναίκες και παιδιά, από το Κεμαλικό Καθεστώς. Πήγα στην Ανατολία, για να συνδράμω το έργο της Aμερικανικής Επιτροπής Περιθάλψεως για τα ορφανά, χωρίς καμία πρόληψη όσον αφορά στις εθνότητες ή θρησκείες. Επέστρεψα με αίσθημα φρίκης και απογοήτευσης, αναλογιζόμενη ότι, εν έτει 1922 επιτρέπεται να ζουν υπό τέτοιες συνθήκες άτομα και να υπάρχουν τέτοιες κυβερνήσεις. Οι οφθαλμοί μου ακόμη διατηρούν το φρικώδες θέαμα, το οποίον είδα και δεν θα λησμονήσω, όπως δεν θα λησμονήσω ποτέ το ανοικτό εκείνο νεκροταφείο πέριξ του Χαρπούτ, μέσω του οποίου έζησα τον παρελθόντα χειμώνα. Επιθυμώ, οι γυναίκες της Aμερικής, οι οποίες έχουν επιρροή επί της Κυβέρνησης, να μπορέσουν να κάνουν κάτι για τα γυναικόπαιδα της Aνατολής, τα οποία αργοπεθαίνουν και υποφέρουν ανεκδιήγητα δεινά. Εμπορικά συμφέροντα, μικροζηλοτυπίες, εδαφικά πλεονεκτήματα πρέπει να τεθούν κατά μέρος για το συμφέρον του ανθρωπισμού. Φρονώ ότι είναι αίσχος να συμβαίνουν τέτοια πράγματα και είναι καιρός να γίνει κάτι τελειωτικό, ώστε να μην επαναληφθούν τέτοια κακουργήματα. Συζητήσεις και διαπραγματεύσεις λαμβάνουν χώρα, αν θα αποσταλεί ή όχι Aνακριτική Επιτροπή στην Ανατολή. Aνεξαρτήτως αυτών, η πράξη έγινε και οι παρούσες εκθέσεις είναι γεγονότα."H πρόταση της Ethel Thompson, παρόλο που πέρασαν από τότε πολλά χρόνια, είναι και σήμερα επίκαιρη. Πρέπει, δηλαδή, να γίνει κάτι τελειωτικό, για να μην ξανασυμβούν τα αίσχη του 1922. Ένας οικουμενικός αγώνας, θα βρει πολλούς λαούς σύμφωνους. Για να μην επαναληφθούν τα εγκλήματα, πρέπει να αποκαλύψουμε τους υπεύθυνους και τους λόγους που τους οδήγησαν σ` αυτές τις πράξεις. Nα ξεγυμνώσουμε την αλήθεια και να την παρουσιάσουμε ωμή στον αδέκαστο κριτή, την παγκόσμια κοινή γνώμη, που ξέρει να δικάζει και να καταδικάζει χωρίς ιδιοτέλειες.. Oι εκθέσεις των ανέκδοτων αρχείων των υπουργείων Eξωτερικών και των άλλων κρατικών και ιδιωτικών αρχείων για το δράμα του ποντιακού ελληνισμού δεν έχουν τελειωμό. Συνολικά, περισσότεροι από 353.000 Έλληνες του Πόντου, βρήκαν οικτρό θάνατο από τους Nεότουρκους και τους Kεμαλικούς στις πόλεις και τα χωριά, στις χαράδρες και τα βουνά, στις εξορίες και τις φυλακές, στα τάγματα εργασίας και τον τουρκικό στρατό ως Oθωμανοί πολίτες. Ο J. Gerard, προλογίζοντας το βιβλίο του G. Horton "H κατάρα της Aσίας", ο οποίος υπηρέτησε στη Σμύρνη, ως Γενικός Πρόξενος των Η.Π.Α., και υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, αναφέρει: "... Tο ότι είκοσι αιώνες μετά Xριστόν, μπόρεσε ένας μικρός και οπισθοδρομικός λαός, όπως οι Tούρκοι, να διαπράξει τέτοια εγκλήματα εναντίον του πολιτισμού και της προόδου του κόσμου, είναι ένα ζήτημα που θα έπρεπε να κάνει όλους τους ευσυνείδητους λαούς να σταθούν και να σκεφθούν... Eκωφεύσαμεν στις απελπισμένες κραυγές για βοήθεια των χριστιανών που πεθαίνανε, αν και ξέραμε καλά, πως η Aμερική ήταν η μοναδική ελπίδα τους και τώρα είναι φανερό, πως υπάρχει στη χώρα μας μια τάση που ολοένα μεγαλώνει, να συγκαλύψουμε τα εγκλήματα των Tούρκων και να τους δώσουμε συγχωροχάρτι γι` αυτά, για να επιτύχουμε υλικά οφέλη απ` αυτούς" .

18/5/09

ΜΑΥΡΟΛΙΘΑΡΙ.


Εκλογείς και υποψήφιοι...

του Γεωργίου Σουρή (1853-1919)

Ανοίγει ένα κι άλλο βουλευτικό παλάτι,
και τόσων δεσποινίδων χεράκια τρυφερά
την λερωμένη σφίγγουν χερούκλα του χωριάτη,
και στο χαλί πατούνε ποδάρια βρομερά.
Μην κάθεσθε απ΄ έξω, στη σάλα μας ορίστε,
μη στέκεσθε ολόρθος, στον καναπέ καθίστε.

Τι κάνει ο κουμπάρος; ρωτούνε στα σαλόνια,
μα έξαφνα τους λένε οι φίλοι του χωριάτες
πως ο πτωχός κουμπάρος εδώ και τρία χρόνια
τον ύπνον των δικαίων στα μνήματα κοιμάται.
Καλέ αλήθεια λέτε πως πέθαν΄ ο καημένος;
Μα τι χρυσός κουμπάρος, και νάναι πεθαμένος!

Τι κάνει η κουμπάρα; ο ψυχογιός τι κάνει;
κι ο Κωνσταντής ο βλάμης δουλεύει με το κάρρο;
― Αμμί κι αυτός ο μαύρος κοντεύει ν΄ αποθάνει,
και γρήγορα θα πάει να εύρει τον κουμπάρο!
― Μωρέ κι αυτός πεθαίνει; μου έρχεται να σκάσω...
ακούς εκεί δυο ψήφους εις το χωριό να χάσω!

Οι υποψήφιοί μας με τόση προθυμία
για μας τους εκλογείς τους φροντίζουνε να μάθουν·
πω! πω! και αν ερχόταν καμιά επιδημία,
τι συμφορά μεγάλη ηθέλανε να πάθουν!
Να χάσουν τόσους ψήφους σε τούτη τη στιγμή;
τι θάνατος για τούτους και πόσοι στεναγμοί!

Φθάνει να είσαι μόνο δημότης περασμένος,
και αν πεθάνεις δίχως κανένας να σε κλάψει,
ο υποψήφιός σου θα κλάψει ο καημένος,
και μια νεκρολογία ίσως για σένα γράψει.
Και τι τιμή μεγάλη και ύψος μεγαλείου
τα δάκρυα να έχεις ενός υποψηφίου!

Ω εκλογείς δημόται, αν θέλετε τωόντι
μεγάλη να ιδείτε την κλασική σας γη,
μη σας πονέσει τώρα ούτ΄ ένα μόνο δόντι
προτού να τελειώσει η νέα εκλογή.
Φορέσετε φανέλλες και μάλλινα τσουράπια,
και τρώγετε ακόμη και του σιδήρου χάπια.

Με γούνες και ταμπάρα στους δρόμους περπατείτε,
για τη ζωή σας τώρα μεγάλη προσοχή,
σόμπες, φωτιές στα σπίτια ωσότου να καείτε,
μακριά από το κρύο, τη λάσπη, τη βροχή.
Φαγί, κρασί και γλέντι, αυτά τα τρία μόνο,
και ο Μπουρδούσης τώρα αξίζει ένα θρόνο.

Και άμα βασιλέψει της εκλογής η μέρα,
και δούμε τους καινούργιους αντιπροσώπους, τότε
πηγαίνετε, αν θέτε, στα Θυμαράκια πέρα,
ν΄ αναπαυθείτε λίγο, καλοί μου συνδημόται.
Ούτε λεπτό πια ένα θ΄ αξίζει η ζωή σας,
και ούτε θα σας κλαίει ο νέος βουλευτής σας.

Στους τάφους σας μονάχα η δόξα θα κατέβει,
τις νίκες μας να ψάλλει, την Πούντα και την Πόλη,
και γύρω σας μαρούλια και σκόρδα θα φυτεύει,
να τρώτε κάπου κάπου σ΄ αυτό το περιβόλι.
Και ίσως σας τρομάξει καμιά φορά στο μνήμα
ο λόγος του Δε Κάστρου απ΄ της βουλής το βήμα.-

Από το περιοδικό Μη χάνεσαι, τόμος 2, αριθμός 229 (1881), σ. 5.

Μπαμπαλιό.


Η τεχνητή λίμνη Καστρακίου στο Μπαμπαλιό, και στο βάθος τα Βουνά του Βάλτου.

Ξηρόμερο...


Σε πρώτο πλάνο η Λίμνη Αμβρακία, και πίσω της ο Μπούμστος χιονισμένος.

Συρράκο.


Η Βλαχοπούλα.


-Θα πανδρευθήτε, παιδιά, ή να πανδρευτώ;
Τοιαύτην τινά νουθεσίαν μετ’ απειλής απηύθυνεν επανειλημμένως εις τους υιούς του ο γερο-Σαράντος, πάρεδρος του ωραίου και μαγευτικού χωρίου, γέρων εξηνταπέντε ετών, με κόκκινα μάγουλα και με σιδηράν υγείαν. Και ήτο ικανός, αν δεν τον ήκουαν, να το κάμει. Εις τας χωρικάς οικίας, βλέπεις, η γυνή δεν χρησιμεύει μόνον ως γυνή, ως οικοκυρά και ως μήτηρ, αλλ’ ο προορισμός της ευρύνεται όσον είναι ευρύς ο ορίζων του δροσερού χωρίου, κειμένου εις το κέντρον γοητευτικού οροπεδίου ανάμεσα εις τέσσαρας εξεχούσας ράχεις, όπου ευωδιάζει ο θύμος, η φασκομηλιά και το ύσσωπον, και όπου τα πεύκα, ως χειροκρατούμενα παιδία, σείονται όλα ομού με μίαν ομοιόμορφον κίνησιν από την αυτήν ριπήν του βορρά, του καταφερομένου από του ύψους της επιβλητικής Πεντέλης. Εκεί η γυνή τρέχει κατόπιν του ανδρός εις το χωράφι, τον βοηθεί εις όλας τας εργασίας, με την αριστεράν κρατούσα εις την αγκάλην το τελευταίον της τρίμηνον νεογνόν, με την δεξιάν συλλέγουσα χόρτα διά την προβατίναν ή λάχανα διά το εσπερινόν δείπνον, και πολλάκις αποκοιμίζουσα το βρέφος επί της χλόης, υπό την αμυγδαλέαν ανθούσαν ή υπό την μηλέαν φυλλορροούσαν, ασχολείται αυτή να βοτανίζει, να σκαλίζει ή και να σκάπτει ενίοτε. Χωρική δε οικία χωρίς γυναίκα θα ήτο ως ερημία χωρίς όασιν.
Ήκουαν την νουθεσίαν του γέροντος ο Στάμος και ο Ζήσος, οι δύο αδελφοί, και δεν επίστευον ότι ήτο ικανός να πραγματοποιήσει την απειλήν του, και ανέβαλλον από ημέρας εις ημέραν την περί γάμου σκέψιν. Αλλ’ ο Ζήσος, ο νεώτερος, εκλήθη κατά το έτος εκείνο να υπηρετήσει εις τον στρατόν, ο δε Στάμος, μένων εις το χωρίον και γεωργών, υπέσχετο εις τον πατέρα του ότι, άμα αφεθεί ο Ζήσος και επιστρέψει, τότε αυτός θα υπανδρευθεί. Αλλ’ ένεκα της απουσίας του Ζήσου η μοναξία της οικίας εφαίνετο μεγαλυτέρα και η ανάγκη του βοηθού ήτο μάλλον επαισθητή. Κατά δε την Μεγάλην Εβδομάδα, ότε λαβών άδειαν απουσίας ο Ζήσος, ήλθε να τους ιδεί, παραδόξως ο γέρων είχε παύσει να ομιλεί περί γάμου εις τον Στάμον.
Ο Στάμος εικοσιτετραέτης, ήτο υψηλός, ευτραφής, αφρόξανθος την τρίχα, ήσυχος, απονήρευτος, με αόριστον βλέμμα και με άχρουν του προσώπου την έκφρασιν. Ο Ζήσος εικοσιδιέτης, ήτο ολίγον τι βραχύτερος το ανάστημα, λιγνός, με καστανήν κόμην, πονηρός το βλέμμα, γοργός κι ευκίνητος. Την εσπέραν της Μεγάλης Πέμπτης, τρεις ημέρας μετά την άφιξιν του Ζήσου ελθόντος επ’ αδεία, είχον καθίσει περί την τράπεζάν των, σταυροπόδι κι οι τρεις επί του εδάφους της καλύβης, του αμαυρού και μη επιχρισθέντος πλέον με ασβέστην από του θανάτου της γρια-Σαράνταινας (ήτον καλή νοικοκυρά και προκομμένη πολύ, η μακαρίτισσα, Θεός σχωρέσ’ την!) και συνωμίλουν περί των αγρών των, περί των τελευταίων βροχών, προμηνυουσών ευφορίαν κατά το έτος εκείνο.
Αίφνης εισέρχεται η γραία Σιδερή, χωρική χήρα, με δύο υιούς εγγάμους, οίτινες την είχαν αφήσει εις την τύχην της, και με κόρην άγαμον, και καλησπερίζει τους τρεις άνδρας. Ο γέρων πάρεδρος της έδειξε σκαμνίον να καθίσει, και η γραία, εξηκοντούτις, εύρωστος, με κολπούμενα στήθη, διατηρούσα ίχνη καλλονής, ήρχισε, θαρρετή, να ομιλεί ελληνοαλβανιστί προς τον μπαρμπα-Σαράντην.
Η Φλώρα της, έχει μείνει ορφανή εις ηλικίαν οκτώ ετών, και ο μεγάλος ο γυιος της, διά να την ξεφορτωθεί, χωρίς να ερωτήσει την μητέρα του, την έδωκεν ως ψυχοπαίδαν, τάχα, πράγματι ως δούλαν εις ένα σπίτι, μέσα εις τας Αθήνας. Εκεί επολιτίσθη και άλλαξε την φορεσιά της (ντήοϊ φορεσιές) κι εξέχασε να ομιλεί αλμπιρίστι, κι έμαθε να ομιλεί σκληρίστι. Εις τα χέρια εκείνης της οικογενείας, εμεγάλωσε, κι έγινε δεκαεπτά χρονών, και τότε απέθανεν η κυρά της. Σαν απέθανεν η κυρά της, και είχε μεγαλώσει κι αυτή, δεν ημπορούσε «να κάμει χωριό» με τον αφέντη της, γιατί δεν ήτον, αν και με κατάλαβες, από ’κείνες που ξέρεις (αγιό σ’ ίστεν νκάτο τσεντή) κι έτσι ένα πρωί, σηκώνεται και παίρνει τα ρουχαλάκια της, και φεύγει. Της είπαν να πάει σ’ ένα άλλο σπίτι τίμιο, να υπηρετεί, μα αυτή δεν έστρεξε, κι έβαλε τα πράματά της μέσα εις το πρώτο κάρο, που έφευγε για τα Μεσόγεια, εμβήκε κι αυτή μέσα, κι επήγε στο Χαλάνδρι, που ήτον πανδρεμένος ο μικρότερος αδελφός της, ο άλλος, όχι εκείνος που την έβαλε ψυχοπαίδα στ’ Αθηναίικο σπίτι. Γιατί πρώτα, όσο ήτον ανύπανδρος ο δεύτερος ο γυιος της, τα είχαν κι οι δύο αμοίραστα, τα †πατροδικά† τους, κι εμάλωναν κάθε μέρα, ως που το ’ριξαν έξω, και δεν τα εκοίταζαν καλά, κι έτσι τ’ αμπέλια απόμειναν κλάρες, κι εχέρσωσαν, και δεν έκαναν πλια ούτε για «μισόν καιρό» το κρασί της χρονιάς τους. Και τα ποτιστικά πάλι τα μοίρασαν κι είχαν συμφωνία για το νερό, «ήλιο-μπήλιο» ο ένας, «ήλιο-μπήλιο» ο άλλος. Κι ύστερα, σαν υπανδρεύθη ο δεύτερος ο γυιος της στο Χαλάνδρι, ετράβηξε χέρι, και τα μοίρασαν όλα κι έτσι ηύρε κι αυτή την ησυχία της, οπού δεν επρόκανε πρώτα να τους μονοιάζει, που μάλωναν κάθε λίγο. Τώρα, σαν επήγε η Φλώρα στο Χαλάνδρι, έμεινε στο σπίτι του αδερφού της δυο-τρεις ’βδομάδες, ως που τα χάλασαν με τη νύφη της – νύφη κι ανδραδέλφη δεν κάνουν, βλέπεις, σ’ ένα σπίτι – κι έτσι η Φλώρα εσηκώθη, κι επήρε τα ρουχάκια της, και τα εφόρτωσε σ’ ένα κάρο, κι ανέβηκε κι αυτή απάνου στο κάρο, κι ήρθε στο χωριό, στη μητέρα της. Είναι τρεις ’βδομάδες που ήρθε, μα κρύβεται μες στο σπιτάκι, και κανείς δεν την είδε. Μόνον μια φορά την είχε καταφέρει, εψές, να βγει να πάρει λίγο τον αέρα της, και την έστειλε ν’ αλλάξει την προβατίνα, που την είχε δεμένη έξω στο χωράφι.
«Είναι μια κοπέλα ως κει επάνου, (νι βαζ εγγλιάτ ιστ ελάρτ) και δε θα την αφήσει με τις φούστες, που φορεί. Θα την φορέσει “τσεμπέρ ε ποδέ έδε γγούνε εδέ κεμίσι νε κεντήμ εδέ πεσκούλια”. Έχει αυτή μπόλιες να της φορέσει. Είναι απ’ τα μικρά της χρόνια δουλευτάρισσα, και γλήγορα πάλι θα συνηθίσει στα όξου. Ο μεγάλος ο γυιος της εδέχθηκε να της δώσει τρία στρέμματα χωράφι και δυο προβατίνες, και τον άλλον τον μικρό, αυτή, η γριά Σιδερή, θα τον καταφέρει να της δώσει κάτι τι, της Φλώρας, για να την πανδρέψουνε. Ο άνδρας της ο συχωρεμένος (τον θυμάται καλά ο κυρ Σαράντης) δεν ήτον ζευγολάτης σαν τους γυιους του, ήτον Βλάχος, τσοπάνης στο βουνό, και της βρίσκονται ακόμη κάτι φλωριά για να στολίσει την ποδιά της Φλώρας. Κάνει να της δίνει κι ο αφεντικός της, στην Αθήνα, απάνου από πεντακόσιες δραχμές για τους μισθούς της, και στο δικαστήριο, αν χρειασθεί, θα πάνε για να βρουν το δίκιο τους. Πιστεύει πως η Φλώρα της θα γίνει καλή νοικοκυρά, γιατί εφύλαξε την τιμή της, και κοντά στις δουλειές του χωραφιού, έμαθε, μες στην Αθήνα, και τις δουλειές του σπιτιού καλύτερ’ από κάθε μία. Αυτά είχε να πει.»
Ο γερο-Σαράντης ήκουσε ψυχρώς την εξήγησιν ταύτην της γραίας Σιδερής, εις το τέλος της οποίας, υπενοείτο πρότασις περί γάμου. Ο Στάμος ήκουε σχεδόν αλλόφρων, ως να μη ενόει τι ήθελε να είπει η γραία χωρική. Μόνος ο Ζήσος ήκουσε μετά προσοχής, κι έδειξέ τινα συγκίνησιν όταν ήκουσε το όνομα της ηρωίδος, και τον υπαινιγμόν, ον έκαμεν η γραία ομιλούσα περί της φυγής της κόρης της εκ της αθηναϊκής οικίας, μετά τον θάνατον της κυρίας της.
Εις την πρότασιν απήντησεν ο γέρων πάρεδρος δι’ αοριστιών και δι’ αναβολών, λέγων ότι δεν έκαμεν ακόμη σκέψιν με τους υιούς του περί γάμου (ενταύθα ο Ζήσος εστράφη κι εκοίταξεν επιτιμητικώς τον πατέρα του) ότι τα παιδιά του είν’ ελεύθερα να νυμφευθώσιν ή όχι και ότι έχουν καιρόν. Η γραία Σιδερή εξήλθε με μαραμμένον το ήθος.
Μόλις εκρύβη αύτη κάμψασα την προς τα δεξιά πρώτην γωνίαν, και όπισθεν του φράκτου αριστερόθεν, ενώ ενύκτωνεν ήδη, εξήλθεν η γειτόνισσα η Γιωργούλα. Αύτη είχεν ιδεί την γραίαν εισερχομένην εις τον οικίσκον του μπαρμπα-Σαράντου, και οκλάζουσα όπισθεν του φράκτου, επαραμόνευεν εκεί εις το προαύλιον. Ίσως να ηκροάτο, τι έλεγεν μέσα εις την καλύβην.
Εισήλθεν εξυπόλυτη, με την μπόλιαν της ανεμίζουσαν, ορμητική, ως άελλα, και ευθύς μετά την καλησπέραν, ήρχισε, χωρίς να παίρνει ανασασμόν, να λέγει:
-Τι σας είπ’ αυτή; Μην ήρθε να σας φορτώσει την τσούπα της; Τα μάτια σου
τέσσερα, Στάμο! Την ξέρετε τι παστρικιά είναι η κόρη της; Η πομπιωμένη, που κυλιότανε τόσα χρόνια στα ξένα σπίτια, μες στην Αθήνα, και ποιος ξέρει τι μπομπές, τι ρεζιλίκια έπαθε, που την έκαναν και την έδειχναν τ’ αφεντικά της ως που την έδιωξαν απ’ το σπίτι (ποιος ξέρει αν δεν την έπιασαν κλέφτρα;) και τώρα θέλει να μας κάμει την τίμια, να νοικοκυρευτεί, κιόλας! Το νου σου, Στάμο! Κοίταξε, μη σε καταφέρουν και σου τήνε φορτώσουνε! Δεν έχουμε τάχα κορίτσια να σου δώσουμε, κι είναι καμμιά ανάγκη να ξεπέσεις σ’ αυτή; Να σε ιδώ, Στάμο!
Αυτά και πολλά άλλα είπε μετά βίας και ορμής παραφόρου η Γιωργούλα, ως να επήδων αι λέξεις συνωθούμεναι και διαγκωνιζόμεναι από το στόμα της. Ο γέρων πάρεδρος έκαμνε νεύματα απελπιστικά, μη δυνάμενος ν’ ανακόψει τον χείμαρρον των λόγων της, θέλων να βεβαιώσει ότι η γραία Σιδερή ουδέν τοιούτον επρότεινε, και μη ευρίσκων στιγμήν διά να το παρενείρει. Τέλος ο ρους των λόγων έγινε βραδύτερος, και ο γέρων επρόφθασε να είπει:
-Δεν είναι τίποτε, κυρα-Γιωργούλα, ησύχασε. Ξέρω εγώ τι θα κάμω.
-Αν ήτον καθαρή, επανέλαβε με νέαν ορμήν η Γιωργούλα, χωρίς να δώσει προσοχήν εις την διακοπήν του γερο-Σαράντου, έπρεπε να βγαίνει στον κόσμο να τήνε βλέπουνε. Γιατί κρύβεται, και δε βγαίνει από το σπίτι, και ψυχή δεν την είδε, που έχει ένα μήνα στο χωριό; Άνθρωπος που έχει καθαρό αυτό (τύψασα το μέτωπον) δε φοβάται, δεν κρύβεται. Έχει μπομπές καμωμένες, και για δαύτο κρύβεται και δε βγαίνει στον κόσμο.
Επρόσθεσε πολλά άλλα η Γιωργούλα και είτα, μ’ ελαφρόν βήμα, τρέχουσα, ξυπόλυτη, με την ποδιάν ανεμίζουσαν, εξήλθεν ειπούσα: «έχω τις αυγοκουλούρες φουρνισμένες, και πάω να ξεφουρνίσω. Να με συμπαθάτε για το θάρρος!»
Μετά το δείπνον εξήλθεν ο Ζήσος και μετέβη εις το μαγαζείον του χωριού, όπου εντάμωσε δύο ή τρεις φίλους του, κι εξετάσας αυτούς μ’ επιτήδειον τρόπον, έμαθε διατί η Γιωργούλα ωμίλει με τόσον θάρρος εις τον πατέρα του, και διατί ο γέρων έπαυσε να κάμνει λόγον εις τον Στάμον περί γάμου. Η Γιωργούλα είχε μίαν αδελφήν χήραν, ήτις, μετά τον θάνατον του συζύγου της, επισυμβάντα προ ολίγων μηνών, ήλθε και κατώκησεν εις το χωρίον της γεννήσεώς της, πλησίον της αδελφής της. Την χήραν ταύτην αδελφήν, μεσόκοπην, καλοκαμωμένην, επροξένευεν η Γιωργούλα εις τον μπαρμπα-Σαράντον τον ίδιον. Και εις τον γέροντα φαίνεται ότι δεν απήρεσκον αι προτάσεις.
Η Γιωργούλα ευλόγως εσκέπτετο, ότι εν όσω έμενον άγαμοι οι δύο νέοι, ευκολώτερον θα ήτο να καταφέρει τον γέροντα να νυμφευθεί αυτός. Και διά τούτο αντέπραττεν εις πάσαν πρότασιν γινομένην διά τον Στάμον, κι έτρεχε να «βάλει μαναφούκια», οσάκις προξενιά τις διά τον νέον επαρουσιάζετο.
Ο Στάμος, καίτοι μένων διαρκώς εις το χωρίον, εφαίνετο πλέων εις μακαρίαν άγνοιαν ως προς παν το συμβαίνον πέριξ της πατρικής οικίας. Ο Ζήσος όμως τα ανεκάλυψεν όλα «μονοβραδιά».
Ο Πάνος ο Δημούλης εκοιμάτο ακόμη επί της παχείας στρωμνής της αναπαυτικής κλίνης, εις ένα θάλαμον του εξοχικού μεγάρου, μετά ραστώνης ηδυπαθούς, κι εφαίνετο ότι δεν είχε κοιμηθεί ποτέ του επί παρομοίας κλίνης. Είχε καταβιβάσει τα αμπαζούρια και τα παραπετάσματα των παραθύρων, και είχε σχηματίσει τεχνητήν νύκτα, διά να παρατείνει επί τινας ακόμη ώρας την εν μακαριότητι και ονείροις εντρύφησιν. Ο ήλιος ήτο ήδη δύο κοντάρια υψηλά εις τον ορίζοντα. Ο Πάνος ο Δημούλης το ήξευρεν, αλλ’ επροσποιείτο εις τον εαυτόν του ότι δεν το ηξεύρει. Είχεν απόφασιν να ψευσθεί περί τούτου και προς τον εαυτόν του και προς τους άλλους, και ησθάνετο κρυφίαν χαράν, διότι η συντροφιά του είχεν εξέλθει εις πρωινήν εκδρομήν πέριξ του χωρίου, χωρίς αυτόν. Είς εκ της συντροφίας, ο οικειότερος προς αυτόν, είχε τολμήσει να εισέλθει την αυγήν εις τον κοιτώνα, προσπαθών να τον εξυπνίσει. Ήτο ο σπουδαστής της φιλολογίας, ο Παύλος ο Βαλέντιος, όστις έτρεφεν ιδιάζουσαν στοργήν προς την αλβανικήν γλώσσαν, και ισχυρίζετο ότι όλαι αι ρίζαι των αλβανικών λέξεων ανευρίσκονται εις τας αρχαίας ελληνικάς λέξεις.
-Γκρου, ρε Πάνο! του εφώναξεν αλβανίζων. Πάνο, γκρου!
Και είτα προσέθηκε:
-Δεν ξέρεις, καημένε, ότι το γκρου (σηκώσου) είναι το ομηρικόν έγρεο;
Ο Πάνος είχε μεγάλην διάθεσιν να τον στείλει εις τον διάβολον, και αυτόν και τα ομηρικά του και την γλωσσολογίαν του. Αλλ’ ως ο μετά την ήτταν τραυματίας, ο έχων συμφέρον να κάμνει τον ψόφιον, διά να μην τον αποτελειώσωσιν οι εχθροί, είχε και αυτός συμφέρον να κάμνει τον κοιμώμενον, διά να μην αναγκασθεί να χάσει όλην την γλύκαν του πρωινού ύπνου. Εγύρισε λοιπόν από το άλλο πλευρόν, ξηροτανυσθείς κα ψελλίσας ακατανοήτους συλλαβάς προς τον Παύλον τον Βαλέντιον, όστις τον άφησεν ήσυχον κα απήλθε.
Κατά την εκ του περιπάτου όμως επιστροφήν, ο Παύλος μετέβη κατ’ ευθείαν εις τον θάλαμον όπου εκοιμάτο ο Δημούλης. Τότε ο νέος ηγέρθη, ενίφθη, ενεδύθη, κι εμέμφετο τον υπηρέτην ότι είχε κλείσει όλα τα παράθυρα, και ούτω «εβγήκε ο ήλιος, χωρίς να το καταλάβει».
Επρογευμάτισαν με καφέν, με βρούβες, σπαράγγια, εκλεκτάς ελαίας και μαύρον οίνον, κι εσχεδίαζαν να εξέλθουν όλοι εις μακρινήν εκδρομήν, με τα δίκαννά των, αλλ’ ο Πάνος ο Δημούλης, όστις εβαρύνετο και τας εκδρομάς και τας θορυβώδεις κοινοτοπίας των συντρόφων του, «ξεκλέφθηκε» κι εβγήκε μόνος, χωρίς να τον παρατηρήσει κανείς. Εξήλθεν έξω της αρχοντικής επαύλεως, της ανηκούσης εις πλούσιον κτηματίαν, όπου εφιλοξενείτο χάριν των εορτών του Πάσχα, και ανήλθεν εις τον λόφον πατών επί του άκρου όχθου του χωραφίου και ως να μη είχε χορτάσει τον ύπνον, εκάθισεν επί της χλόης, κι εξηπλώθη εκεί εις το προσήλιον. Το κατωφερές χωράφιον ήτο εσπαρμένον κριθήν, και οι στάχυες (ήτο περί τας 20 Απριλίου), υψηλοί ήδη έως το γόνυ, εκυμάτιζον υπό την πνοήν της αύρας του βουνού, με χρυσοπρασίνους εναλλαγάς γλυκυτάτων αποχρώσεων υπό τας ακτίνας του ηλίου. Το οροπέδιον όλον ηλιοφεγγές ευωδίαζεν άνοιξιν και ζωήν, τα δένδρα όλα και οι θάμνοι ανθούντα εστεφάνουν λόφους και κοιλάδας, το χόρτον ηύξανεν εις τον ήλιον, τα αρνάκια περιχαρή έτρεχον χαριέντως ακούοντα τους βελασμούς των αμνάδων, και μυριάδες στρουθίων εκελάδουν χαρμονικώς εις τα δάση. Ο Πάνος ο Δημούλης είχε τον σχοίνον ως προσκέφαλον, την χλόην ως στρώμα κι έλεγε: «Τι γλυκά ημπορεί να κοιμηθεί κανείς εδώ!»
Εκείνην την στιγμήν εφάνη εις την άλλην άκραν του αγρού μία κόρη ανερχομένη τον όχθον, δι’ ου και αυτός είχεν ανέλθει εις το ύψος του λόφου. Ήτο χωριατοπούλα, φορούσε την μπόλια, την ποδιάν και την μανδήλαν της, με τας πλεξίδας μακράς κρεμαμένας έως την μέσην, συμπεπλεγμένας με ταινίαν κοκκίνην μεταξωτήν, με τα στέρνα εύκολπα σχηματισμένα όπισθεν της εμπροσθέλας της της λευκής. Έβαινε με ελαφρόν αλλά και δειλόν βήμα, ως κόρη ήτις είχεν απομάθει προ πολλού την έξιν του να βαδίζει εις τα λιβάδια, και δεν είχε παρατηρήσει τον Πάνον τον Δημούλην, του οποίου η κεφαλή επεπροσθείτο υπό τινος θάμνου, το δε σώμα ήτο ανακεκλιμένον επί της χλόης. Ήτο υψηλή, λιγνή, και καθ’ όσον ανήρχετο τον λόφον, ο Πάνος ο Δημούλης έβλεπε το πρόσωπόν της ως σύνολον, χωρίς να διακρίνει τους χαρακτήρας, λάμπον ώς τινα αίγλην, κι εμάντευεν ότι ήτο ωραία. Α! οποία ποιητική εμφάνισις!
Ο Πάνος ο Δημούλης ησθάνετο την στιγμήν εκείνην επανερχόμενα εις την μνήμην του όλα τα όνειρα, όλας τας μυστηριώδεις τέρψεις, όλας τας ανεξηγήτους φρικιάσεις της πρώτης νεότητος, της ώρας καθ’ ην εξεγείρεται το πρώτον η καρδία, και η ζωή γίνεται έν με τον έρωτα, και η ποίησις υποκαθιστά την πραγματικότητα εις το πνεύμα. Α! περικαλλής μορφή! Α! όνειρον! Α! οπτασία! Ω! καλλίμορφος χωριατοπούλα.
Η νεάνις ανέβη έως το ήμισυ του ανωφερούς όχθου, είτα έκυψε κατά γης. Εκεί, πλησίον της αποσκαφής, εις το σύνορον το χωρίζον το μέγα κριθόσπαρτον χωράφιον από άλλους εγγύς αγρούς, ήτο δεμένη μία αμνάς με το αρνίον κι έβοσκε. Φαίνεται ότι η χωρική νεάνις είχεν έλθει «διά ν’ αλλάξει την προβατίνα». Έκυψεν, εξέχωσε τον πάλον, και σύρουσα διά του σχοινίου την αμνάδα, την μετέφερεν ολίγον απωτέρω, όπισθεν των θάμνων, κι εκεί εκ νέου έκυψεν, ενέπηξε, κτυπώσα διά λίθου, τον πάλον εις την γην, κι εκεί την άφησε να βόσκει. Α! η προβατίνα! Α! το μικρόν αρνάκι! Τι τρυφερόν, τι λευκόμαλλον που ήτο, και πόσον γλυκά εβέλαζε! Τι ήλθες, ω Βλαχοπούλα! Τι θέλεις από εμέ; (έλεγε καθ’ εαυτόν εν εξάρσει ο Πάνος ο Δημούλης). Φύγε, ω Βλαχοπούλα. Μη με κολάζεις χωρίς να με συμπονείς! Μη με ενοχλείς, χωρίς να με γνωρίζεις! Πώς να καταπραΰνω την φαντασίαν μου, σήμερον, Μέγα Σάββατον; Πώς να υπάγω να μεταλάβω, την νύκτα, εις την Ανάστασιν, ω Βλαχοπούλα; Αλλ’ εγώ διά τούτο ήλθα εις το χωρίον, αφού εξωμολογήθην, χθες, διά να μη προλάβω να κάμω άλλα «κρίματα» έως ου αξιωθώ να μεταλάβω αύριον. Και τώρα, πώς να μεταλάβω, ω Βλαχοπούλα!
Η νεάνις, αφού ήλλαξε την προβατίναν, εστάθη ορθία επί τινας στιγμάς, ρίπτουσα βλέμματα τριγύρω εις τους λόφους. Τι εσκέπτετο άρα; Ησθάνετο πόσον ισχυρά είναι η φύσις, ήτις δεν εξαντλείται από καταβολής κόσμου μετά τόσην και τόσην παραγωγήν, και πόσον ευμενής η άνοιξις, ήτις δεν εβαρύνθη να επανέρχεται κανονικώς κατ’ έτος, με τόσην μονοτονίαν και τόσην καλλονήν; Ή ενόει τι θα είπει το «ως εμεγαλύνθη τα έργα σου, Κύριε!» και είχεν ακούσει ποτέ το «ουκ ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον Κτίσαντα»; Ήτο χριστιανή; Ήτο ειδωλολάτρις; Τι ήτο;
Τίποτε απ’ όλα αυτά. Ήτο Βλαχοπούλα.
Την στιγμήν εκείνην, ενώ ο Πάνος ο Δημούλης έκαμνε τας ακαίρους και υπερβολικάς ταύτας σκέψεις, και η νεάνις ίστατο βλέπουσα αορίστως εις τα πέριξ, τρίτον πρόσωπον ενεφανίσθη εις την σκηνήν. Ήτο στρατιώτης του πεζικού, λιγνός, καλοκαμωμένος, με καστανήν κόμην και λεπτόν μύστακα. Επλησίασεν εις την νέαν, ήτις κατ’ αρχάς ηθέλησε να τραπεί εις φυγήν, είτα αφήκε κραυγήν εκπλήξεως αναγνωρίσασα αυτόν.
- Συ είσαι, Φλώρα! ανέκραξεν ο στρατιώτης.
Α! η Βλαχοπούλα έχασε διά μιάς όλην την ποίησίν της διά τον Πάνον Δημούλην. Ήτο λοιπόν ανάγκη να κάμει εξοχικήν εκδρομήν, να δεχθεί την φιλοξενίαν του πλουσίου ιδιοκτήτου της επαύλεως, να έλθει να κάμει Πάσχα εις το χωρίον, να κοιμηθεί σχεδόν ως το μεσημέρι το Μέγα Σάββατον, διατί; διά να γίνει μάρτυς των ερώτων ενός στρατιώτου; Αλλά δεν συνήντα καθ’ εκάστην εις την λεωφόρον του Πανεπιστημίου και εις την πλατείαν του Συντάγματος τόσους και τόσους φαντάρους, ή και σκαπανείς, ή και ελάτας, παρακολουθούντας βήμα προς βήμα τας τροφούς με τα λευκόπεπλα βρέφη των κυριών των, μετ’ ακκισμών στρεφομένας οπίσω και ανταλλασσούσας φιλικάς λέξεις, ή πυροσβέστας εντρυφώντας εις ατελεύτητον συνδιάλεξιν με τας μαγειρίσσας, εις το παράθυρον του ισογείου, εις όλας τας συνοικίας των Αθηνών; Και οι φαντάροι δεν ηρκούντο λοιπόν πλέον εις τες παραμάννες και εις τα δουλικά της πρωτευούσης, αλλ’ εξήρχοντο και εις τα χωρία θηρεύοντες χωριατοπούλας;
Την νύκτα εκείνην της Μεγάλης Πέμπτης, η Φλώρα, η πτωχή κόρη, χωρίς να υποπτεύει το διάβημα εις το οποίον είχε προβεί η μήτηρ της πλησίον του μπαρμπα-Σαράντου, μήτε τα «μαναφούκια» τα οποία έσπευσε να βάλει η φουρνάρισσα η Γιωργούλα εις την οικίαν του παρέδρου, είχε ζαρώσει, κατά το σύνηθες, εις μίαν γωνίαν του πτωχού οικίσκου, μεταξύ δέσμης καυσοξύλων και της γάττας, ήτις εκοιμάτο παραπλεύρως, χωμένη εις το πενιχρόν σκέπασμα δι’ ου ήτο τυλιγμένη η νεάνις. Η μάννα της έρρεγχεν εξηπλωμένη εκείθεν της εστίας, όπου και άνδρες ακόμη ολίγοι δύνανται να ρέγχωσιν. Η απλοϊκή γυνή εφαντάζετο ότι η Φλώρα της, μόλις επιστρέψασα εις το χωρίον, θα εύρισκε πολλούς και προθύμους γαμβρούς. Και ουδ’ ησθάνθη καν απογοήτευσιν μετά δύο ή τρία ανωφελή διαβήματα, όσα είχε κάμει πλησίον είς τινας οικογενείας, και σήμερον ακόμη πλησίον του μπαρμπα-Σαράντου. Η φήμη, προδραμούσα εις το χωρίον, έλεγεν ότι η Φλώρα εδιώχθη, όχι ότι έφυγεν οικειοθελώς από την εν Αθήναις οικίαν, και καλοθελήτριαι χωρικαί δεν έλειπαν πρόθυμοι να ρίπτωσιν εναύσματα εις την φλόγα της δυσφημίας, μετά της αυτής ευκολίας, μεθ’ ης έρριπτον ξηρά κλαδιά εις τον φούρνον, ον ήθελον ν’ ανάψωσιν. Η γραία εκοιμάτο και ωνειρεύετο την Φλώραν της στολισμένην κι εύμορφην νύμφην, φορούσαν «τσεμπέρι και ποδιάν και σιγούνι και υποκάμισον κεντητόν και πεσκούλια και κολλαΐναν με φλωριά». Και ομιλούσα εις τον ύπνον της υπεψιθύριζε: «Τσεμπέρ ε ποδέ εδέ γγούνε εδέ κεμίσι νε κεντήμ εδέ φλουρέ!»
Η Φλώρα όμως δεν είχεν ύπνον, κι εσυλλογίζετο πικρώς την φτώχειαν της, την κακομοιριάν της, την ατυχίαν της. Και η ζωή της όλη επανήρχετο εις την μνήμην της πένθιμος, θλιβερά, ως ερημία άβατος και άνυδρος, ως εσχατιά πλήρης ερειπίων καπνιζόντων και αποτεφρωμένων κορμών. Οκταέτις, χάσασα τον πατέρα της, εδόθη, χάρις εις την σκληρότητα του αδελφού της, ως θεραπαινίς εις ξένον οίκον. Και κατ’ αρχάς επερνούσε καλά, διότι η κυρία της έτυχε να είναι διακριτική και φιλάνθρωπος. Εις τας χείρας αυτής εμεγάλωσε, κι εγκαρδίως επόνεσε το σπίτι. Αλλ’ όταν ήρχισε να μεγαλώνει, ο αφέντης της, πλούσιος ιδιοκτήτης εν Αθήναις, πεντηκοντούτης, υψηλός, ευτραφής, μελαψός το πρόσωπον, μαύρος τα χείλη, ήρχισε να της ρίπτει ερωτικά βλέμματα και άπαξ ή δις εζήτησε να την θωπεύσει. Αύτη αντεστάθη αγρίως, τον ηπείλησεν ότι θα τον καταγγείλει εις την κυρίαν της. Εκείνος τότε περιεμαζεύθη, και της ωρκίσθη ότι δεν θα το ξανακάμει. Και άλλως η κόρη εσυστέλλετο να ομιλήσει περί τοιούτου πράγματος εις την κυρίαν της. Αλλ’ όταν, μετά τινα χρόνον, η δυστυχής γυνή απέθανεν, η Φλώρα, καταληφθείσα υπό αορίστου φόβου, ητοιμάζετο να φύγει αυθημερόν από την οικίαν. Αλλ’ η αδελφή της θανούσης, σύζυγος λοχαγού, κατοικούσα παρακειμένην οικίαν (αι δύο οικίαι δίδυμοι, απαράλλακτοι την αρχιτεκτονικήν, ηυλίζοντο από τον αυτόν περίβολον και είχον την αυτήν είσοδον εκ του δρόμου) την ικέτευσεν εξορκίσασα αυτήν εις την προσφιλή μνήμην της νεκράς, χάριν των ορφανών της, τεσσάρων τον αριθμόν, όλων μικροτέρων της δεκαετούς ηλικίας, να μείνει επί τινα χρόνον. Η Φλώρα πιεσθείσα υπήκουσε.
Κατά τον αυτόν χρόνον, ο λοχαγός είχε προσλάβει κατ’ οίκον ως υπηρέτην στρατιώτην τινά του λόχου του, ονόματι Ζήσον. Ο νέος εφαίνετο χωρικός, και ήτο αφελής τους τρόπους. Δεν εκοίταζε την Φλώραν (ήτις είχε γίνει ωραιοτάτη κοπέλα πράγματι, με ροδίνας παρειάς, με γλυκύτατον ήθος και με λιγυρόν ανάστημα), καθώς κοιτάζουσιν άλλοι, προπετώς, αναιδώς, επιμόνως. Την εκοίταζε κρυφά, γλυκά, ήσυχα, και η κόρη ήρχισε να συγκινήται. Ο νέος δεν της είπε ποτέ απρεπή λόγον, δεν της έκαμεν άσχημον κίνημα. Όταν δε τυχόν τα βλέμματά των συνηντώντο, ο Ζήσος εταπείνου το ιδικόν του.
Μιά των ημερών, ένα μήνα μετά τον θάνατον της κυρίας της, ενώ ο χηρεύσας κτηματίας ανέβαινε διά να γευματίσει, κατέλαβε τον Ζήσον κατοπτεύοντα την Φλώραν από του ιδικού του παραθύρου εις το ιδικόν της, και του εφάνη ότι η Φλώρα απήντα μειδιώσα εις τα βλέμματά του. Τότε, ο άνθρωπος με τα μαύρα χείλη, όστις είχεν αφήσει να κοιμηθεί προς καιρόν το προς την χωριατοπούλαν πάθος του, το ησθάνθη αποτόμως εξυπνούν. Εις την καρδίαν του ο έρως εζευγαρώθη με την ζηλοτυπίαν. Εμελέτησε δε να μεταχειρισθεί την ανταλλαγήν των βλεμμάτων, την οποίαν του εφάνη ότι είδεν, ως όπλον κατά της Φλώρας.
Ήτο περί το πρώτον λάλημα του πετεινού, και η Φλώρα εκοιμάτο εις το μικρόν της δωμάτιον το συνεχόμενον με το μαγειρείον, όταν ηκούσθη σιγανόν βήμα εις τον διάδρομον και ελαφρός τριγμός εις την θύραν του θαλάμου της, ως να εδοκίμαζέ τις να την ανοίξει. Η θύρα δεν έκλειε καλώς με το μάνδαλον και η κόρη είχε βάλει μίαν καρέκλαν ως στήριγμα όπισθεν και ένα σιδηρούν μοχλόν ως αντηρίδα. Όλα ταύτα διότι, έχουσα παλαιάς αφορμάς, δεν είχε παύσει ποτέ να δυσπιστεί προς τον κύριόν της. Αλλ’ η μία ύαλος του προς τον διάδρομον μικρού παραθύρου, τρεις σπιθαμάς μόλις απέχοντος της θύρας, ευρέθη την εσπέραν εκείνην ημίθραυστος. Η Φλώρα δεν είχε μάθει ποτέ τίς την είχε θραύσει. Ίσως ο μικρός του κυρίου της να την είχε σπάσει αυθημερόν, και αυτή δεν το είχε παρατηρήσει, εκτός αν την έθραυσεν ο ίδιος ο αφέντης της, τίς οίδεν; Η Φλώρα δεν ήθελε να κολασθεί άδικα, και όμως το υπώπτευσεν.
Η χειρ του προσπαθούντος έξωθεν να παραβιάσει την θύραν, εισήχθη σιγά-σιγά διά του ρήγματος της υάλου. Η χειρ εστράφη προς το μέρος της θύρας, είτα εσταμάτησε πάλιν, ως να εφοβήθη τον κρότον ον επροξένησεν. Είτα και πάλιν εξηπλώθη εγγύτερον προς την θύραν. Η κοιμωμένη κόρη αφήκε στεναγμόν κι εκινήθη επί της κλίνης, κι επί πέντε λεπτά, ο άνθρωπος με την διά της υάλου <εισηγμένην> χείρα εστάθη, συνέχων την αναπνοήν του, κατοπτεύων προσεκτικώς την καθεύδουσαν.
Είτα μικρόν κατά μικρόν, αθορύβως, και μετ’ άκρας προφυλάξεως, όλος ο πήχυς μέχρι του αγκώνος, είτα και ο βραχίων, εισήχθη εις τα έσω του θαλάμου. Έφθασε την καρέκλαν, την έδραξε, και την ώθησεν αψοφητί προς τα ένδον. Η καρέκλα απεμακρύνθη δύο σπιθαμάς, αλλ’ η θύρα δεν ενέδιδε. Τότε ο άνθρωπος με την εισηγμένην χείρα είλκυσε την θύραν προς τα εντός, αλλ’ αυτή δεν ήνοιγεν. Εφαίνετο έχουσα και άλλο στήριγμα εκτός της καθέκλας. Τω όντι είχε τον μοχλόν, τον οποίον ο βιαστής της θύρας δεν έβλεπεν, εις το ασθενές φως της με ύδωρ και έλαιον κανδήλας, την οποίαν είχεν η νεάνις εις το δωμάτιόν της. Τέλος ο σιδηρούς μοχλός έπεσε μετά κρότου και η θύρα ήνοιξεν.
Ο άνθρωπος με τα μελανά χείλη έσπευσε να εισέλθει. Αλλ’ εκεί ευρέθη αντιμέτωπος της Φλώρας, ήτις εξυπνήσασα αποτόμως, ανετινάχθη, επήδησε περίτρομος από της κλίνης, ρήξασα κραυγήν, και κύψασα ήρπασεν από του δαπέδου τον σιδηρούν μοχλόν…
Ο πλούσιος ιδιοκτήτης, χωρίς να πτοηθεί, ήρχισε να ψιθυρίζει προς την νέαν «άσχημα λόγια».
-Σιώπα, Φλώρα, ησύχασε, καημένη, Φλώρα!… Αχ! πώς σε λαχταρώ… Φλώρα
μου! Φλώρα μου!
-Φεύγ’ απ’ εδώ! έκραξεν αγρίως εκείνη.
Ο μελαψός άνθρωπος ηθέλησε να την περιβάλει με τους βραχίονας, αλλ’ εκείνη επρότεινε τον μοχλόν.
-Φεύγα! Το βλέπεις αυτό; Θα σε χτυπήσω… θα φωνάξω τους γειτόνους σου…
θα κράξω το λοχαγό…
-Ξέρω γιατί θα τον φωνάξεις το λοχαγό, είπε μετά λύσσης ο χήρος… τα ’χεις
φτιαγμένα με τον υπηρέτη του, και καλοπερνάς, σκύλα!… Σας είδα εγώ…
-Ψέματα! Ψέματα! έκραξεν εν αγανακτήσει η Φλώρα. Είσαι ψεύτης, άτιμος!…
- Βρίσε με, Φλώρα, βρίσε με, δείρε με, κάμε με ό,τι θέλεις… μόνον άφες με να…
Κι εξέτεινε την χείρα να την συλλάβει. Αλλ’ η Φλώρα, ταχεία ως αστραπή, ύψωσε τον σιδηρούν μοχλόν, και του εξήρανε την χείρα.
- Ωχ! σκύλα…
-Φεύγα, φεύγα! θα φας κι άλλη…
-Αχ! άθλια! βρώμα!... αλλού ξέρεις να κάνεις ψυχικά… σ’ εμένα, τον αφέντη σου, που σε πήρα στο σπίτι μου και σε ανάστησα, κάνεις την τίμια… Ωχ! Ωχ!
Έτριβε τον πληγέντα αριστερόν του βραχίονα με την δεξιάν του χείρα.
- Φεύγα, τώρα!
Ο άνθρωπος με τον πληγέντα βραχίονα, ηρεύνησεν εις το θυλάκιόν του, κι εξήγαγε το ρεβόλβερ γεμάτον. Αλλά μόλις ύψωσε την παλάμην, και η Φλώρα, αισθανθείσα αμυδρώς τον κίνδυνον, του κατέφερε διά του σιδηρού μοχλού σφοδροτάτην πληγήν εις τον δεξιόν βραχίονα.
Η χειρ του κατέπεσεν αδρανής, και το ρεβόλβερ εκυλίσθη εις τους πόδας της Φλώρας. Ο άνθρωπος έφυγε γογγύζων, ολολύζων, βλασφημών, με τους δύο βραχίονας απεξηραμμένους.
Η Φλώρα εμόχλευσεν εκ νέου την θύραν, ωχύρωσε το παράθυρον με την τράπεζαν, με τες καθέκλες, με προσκεφάλαια και οθόνας, και καταβιβάσασα την στρωμνήν της από της κλίνης, τας μεν σανίδας και τα στρίποδα έβαλεν επικουρίαν εις την οχύρωσιν της θύρας και του παραθύρου, αυτή δε κατεκλίθη κάτω εις το πάτωμα, χωρίς να κοιμηθεί.
Άμα τη ανατολή της ημέρας, ητοίμασε την αποσκευήν της και ανεχώρησε διά το χωρίον, χωρίς να διηγηθεί ούτε εις την σύζυγον του λοχαγού τι είχε συμβεί. Ο άνθρωπος με τα μελανά χείλη ενοσηλεύθη κρυφά εις την οικίαν του, και εις την γυναικαδέλφην του διηγήθη ότι η Φλώρα του έκλεψεν ασημένια κουτάλια και χρήματα κι έφυγε.
-Συ είσαι, Φλώρα! εφώνησεν ο ωραίος στρατιώτης αναγνωρίσας την νέαν.
Και πώς εδώ;
-Εδώ είναι το χωριό μου! απήντησεν η Φλώρα.
-Δε μου είπες ποτέ πως είσαι χωριανή μου, είπεν ο στρατιώτης.
-Κι ελόγου σου δε μου είπες ποτέ πως είσαι χωριανός μου. Τώρα αφέθηκες;
-Επήρα άδεια κι ήρθα. Και συ πώς έφυγες απ’ το σπίτι του αφεντικού σου,
Φλώρα;
Η νεάνις ηρυθρίασεν, αλλ’ ερύθημα οργής και μίσους, όχι αισχύνης.
-Μην τα ρωτάς αυτά, είπε.
-Πε μου εμένα την αλήθεια, Φλώρα, γιατί σου θέλω το καλό σου, είπεν ο
Ζήσος
- Και τι σ’ έχω, να σου την πω; απήντησε μειδιώσα η κόρη.
-Ήθελα να ξέρω τα όσα έπαθες, γιατί η μάννα σου προχθές το βράδυ μας είπε, στο σπίτι μας, τα μισά.
-Και πώς ήρθε η μάννα μου στο σπίτι σας; ηρώτησεν ανήσυχος η νέα.
-Ήρθε να σε προξενέψει στον αδερφό μου, για γυναίκα του, μα ο Στάμος δεν
σε θέλει.
-Ας είναι καλά το γινάτι του, είπεν η Φλώρα, εγώ δεν ήξερα χαμπάρι.
- Εγώ όμως σε θέλω, Φλώρα, είπεν αφελώς ο νεαρός χωρικός. Και αν δεν σε
θέλει ο αδελφός μου, τόσο καλύτερα, γιατί θα σε πάρω εγώ.
Η Φλώρα υπεμειδίασεν ερυθριώσα.
-Και για να σε πάρω, είναι καλά να ξέρω το τι έτρεξε, εξηκολούθησεν ο νέος.
Ο αφέντης σου όταν έφυγες, ξέρεις τι της είπε, της γυναίκας του λοχαγού, της κυράς μου;
-Τι θα της είπεν; είπε πικρώς μειδιώσα η Φλώρα· χωρίς άλλο θα είπε πως του
’κλεψα τίποτε.
-Αυτό· είπεν ότι του ’κλεψες ασημένια, και λεφτά.
Η Φλώρα εστέναξε και ύψωσεν άνω τους οφθαλμούς.
-Δε μου λες, είπε, τον είδες τον αφέντη μου διόλου, τότε κοντά που έφυγα;
-Όχι· ήταν άρρωστος από πυρετό, κι έμεινε ένα μήνα στα ρούχα…
- Τι πυρετό! τα μπράτσα του τα δυο το ξέρουνε κι η βέργα η σιδερένια η χοντρή
κι ο Θεός που μας είδε.
Και διηγήθη εν ολίγοις πώς ο κύριός της εζήτησε να την βιάσει, και πώς αυτή τον εκτύπησε διά του σιδηρού μοχλού.
Όλον σχεδόν τον ανωτέρω διάλογον, τον ήκουεν ο Πάνος ο Δημούλης, εξηπλωμένος επί της χλόης εις την κορυφήν του λόφου, και ανέχων επί των θάμνων την κεφαλήν.
Ως ενόησεν ο αναγνώστης, η γραία Σιδερή είχε φορέσει εις την κόρην της τες μπόλιες και τες ποδιές και όλα όσα ωνειροπόλει, πλην των φλωρίων, τα οποία ήσαν προωρισμένα διά τας νύμφας. Την είχε καταφέρει δε, δευτέραν ή τρίτην φοράν μετά τον ερχομόν της, να εξέλθει του οικίσκου και να υπάγει ολίγα βήματα έξω του χωρίου, διά ν’ αλλάξει την προβατίναν της. Κι εκεί που άλλαζε την προβατίναν, ανελπίστως συνήντησε τον Ζήσον, τον παλαιόν γνώριμόν της εις την πόλιν, και παλαιότερον χωριανόν της εις τα Μεσόγεια.
Την επαύριον ήτο Πάσχα, μεγάλη ημέρα, καθ’ ην πάμπολλαι σούβλαι περιεστρέφοντο με τα σφαχτά εις το πυρ, και αμέτρητες κανάτες με αφρίζοντα ρητινίτην έφεραν πολλές γύρες διά κοινού ποτηρίου, από στόματος εις στόμα, εις τας οικίας των χωρικών. Και περί την εσπέραν, ο Πάνος ο Δημούλης, με τον Παύλον τον Βαλέντιον και με όλην την συντροφιάν του, επανήλθε μελαγχολικός εις την πόλιν, φθονών ολοψύχως τον Ζήσον, τον εν αδεία στρατιώτην, τον υιόν του παρέδρου Σαράντη, όστις έμελλε, μετά μίαν εβδομάδα, να στεφθεί εις γάμον μετά της ωραίας λιγυράς Βλαχοπούλας, αποκαθιστών, διά μιάς πράξεως, την νέαν εις την υπόληψίν της, εξασφαλίζων την ιδίαν του ευτυχίαν, αφήνων εις τα κρύα τον αναποφάσιστον Στάμον, ματαιών τας ραδιουργίας της γειτόνισσας της Γιωργούλας, και απαλλάττων τον γέροντα πατέρα του της φροντίδος του να ζητεί εις το γήρας του να νυμφευθεί ο ίδιος, χάριν των διπλών αναγκών της οικίας και του αγρού.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1892)

ΚΡΥΦΑ ΧΑΡΑΜΑΤΑ

Του Γιάννη Βλαχογιάννη
Τα δυο γεροντάκια ο παππούς ο ενενηντάρης και η κυρα-μάνα ακόμα πιο τρανή στα χρόνια, λούφαζαν, καθώς πάντα, στην ισόγεια κάμαρη κατά την πίσω αυλή. Και προς το δρόμο, μέσ’ το πλατύστενο το μαγερειό, με το γυμνό του πάτο ολόλευκο από τ’ ασβεστοχυλίσματα, στον τοίχο την παραμονή γιορτής, θροΐζαν, κι αλώνιζαν με τις γλώσσες οι αγγόνες και οι αγγονίτσες, όχι λιγοστές, εφτά με το συμπάθειο, θυγατέρες του Λια του Καστελιώτη, με τις προίκες έτοιμες, μια χιλιάδα τάλαρα η καθεμιά, και με τα προικιά στο γιούκο είτε και στον αργαλειό.
Στην πίσω αυλή, του Λια η γυναίκα κάτι καταγίνεται, σκυμμένη εκεί στα λιγοστά λαχανικά. Ησυχία είναι τριγύρω, και στο στενοδρόμι αυτό το πισινό μόνο κανένα σιγανό ναύτη περπάτημα τέτοιαν ώρα ακούγεται σέρνοντας από το σπίτι στο λιμάνι.
Κοντεύει μεσημέρι, και του Λια η γυναίκα, ενώ βοτανίζει εκεί, άξαφνα ένα ξάφνισμα τη συναρπάζει. Από το τρίξιμο της σκάλας που φέρνει στ’ απάνου πατώματα, γύρισε να δει –και τί είδε ; Το γέρο τον παππού –που δεν σπάραζε ποτέ απ’ την κάμαρη του, χρόνια τώρα, μαζί με τη γριά∙ και σωριασμένος στο παραγώνι, νόμιζες ζητούσε θερμασιά χειμώνα καλοκαίρι– τώρα, να, με τα τέσσερα τον είδε εκεί συρτά, σκαρφαλωτά στη σκάλα να προβαίνει.
- Χριστός κι η Παναγιά, πού πάει ;
Ήταν από τα πιο παράξενα. Χρόνια είχε να φανεί ο γέρος στο απάνου πάτωμα, το ίδιο κι η γριά του. Όπου ο ύπνος εκεί και το φαΐ τους κι όλα χώρια από τ’ άλλο σπίτι. Από τότες που ’χανε χάσει το πρώτο τους παιδί με το καράβι του γέρου χτίσμα, εκεί που αρμένιζε και πάλευε μ’ ανθρώπους και στοιχειά, από τότε κλειστήκανε τα γεροντάκια, κατάδικα σε φυλακή. Και δεν ήτανε απ’ αυτό μονάχα, ήτανε και τα βαρειά τα γηρατειά. Κι απ’ τη μικρή την κάμαρη δεν το κουνούσαν πια. Κι ο Λιας ο γιος τους, δευτερόκλαδος αυτός κι όμοια άξιος με τον άλλο έφτεισε καράβι δεύτερο, πήρε γυναίκα, ανάστησε παιδιά –όλα θηλυκά τα βλοημένα, ας έχουνε καλή ζωή – πήγε κι ήρθε στο νησί, έστρωσε τραπέζια, κι έστησε τραγούδια, κι έκαμε χαρές και χαροκόπια, μα τα γεροντάκια δεν τα κατάφερε ποτέ να βγουν από το καμαράκι.
Εδώ και λίγες μέρες είχε γυρίσει απ’ άλλο ταξίδι πάλι ο Λιας έφαγε κ’ ήπιε σπίτι με τους φίλους, μα είχε πάψει πια να γυρεύει και καλά να καταφέρει τους γέρους του γονιούς να ξεκολλήσουν από την τρύπα τους. Και τώρα να το, ξαφνικά, το γεροντάκι, ακάλεστο, βγήκε από την τρύπα του και πήρε δρόμο. Πού, και πώς ;
Τον έτρεμε του Λια η γυναίκα το γέρο πεθερό από μικρή νυφούλα. Γιατ’ ήταν αυστηρός, σαν παλιός ναυτικός ο ίδιος, και δεν έπαιρνε από λόγια. Και εκείνη δεν έβγαλε φωνή αν και φοβήθηκε το γεροντάκι μην πέσει και τσακιστεί απ’ τη σκάλα. Κι έμεινε από πίσω του να τον κοιτάζει ορθή, βαστώντας κάτι σαλατικά στα χέρια. Έτσι τον άφησε ως απάνου ν’ ανεβεί, κι ύστερα να κάμει την παλιόπορτα να σειστεί από τα τρανταχτά τινάγματα, ως που ήρθε από μέσα κάποιος να του ανοίξει.
Αφού τον άφησε και μπήκε, έτρεξε η γυναίκα το γύρω του σπιτιού και βγήκε στην άλλη τη μπροστινήν αυλή, κι εκεί από το χαμηλό του μαγερειού παράθυρο είπε το χαμπέρι το τρανό στις θυγατέρες της.
Σύγκαιρα αυτές με τ’ άκουσμα, δείξανε την ίδια πιθυμιά στα μάτια, και θα τρέχαν τώρα από τις σκάλες από τις πόρτες, απ’ τις χαραμάδες, που άφηνε το πάτωμα, να κρυφοδούνε και να κρυφακούσουν, αν της μάνας η στεγνή ματιά κι η όψη η σοβαρή δεν τις αντίκοβε. Και μείναν εκεί όλες, βουβές και ξαφνισμένες σαν όρνιθες που μαντεύουν κάπου τριγύρω το γεράκι.
Απ’ την μικρή την κάμαρα η κυρά-μάνα κάτι ακουγότανε σα ν’ αναδεύει, κάτι σα να κράζει μουγγωτά.
-Γέρο … ε γέρο, που είσαι λέω
Έφτανε η μιλιά της ως των γυναικών τ’ αφτιά.
Η γριά απογύρευε το τρυφερό της ταίρι. Είχε ξαφνιστεί κι αυτή από τ’ απίστευτο το κάμωμά του, που τον έχασε από το πλευρό της.
Στην πόρτα είχ’ έρθει και του άνοιξε, και βρέθηκε μπροστά του ο γιος του ο Λιας. Αυτός ο αλύγιστος θαλασσινός, που τ’ άτρομο το μάτι του ήξερε ν’ αντισταθεί σε κάθε φόβου απάντημα, έδειξε τρόμο τώρα κι έδειξε λαχτάρισμα∙ κι ο νους του, μαθημένος πάντα απ’ των κιντύνων τις φοβέρες, πήγε αμέσως, τάχα, σε κάποια συφορά που πλάκωνε το σπίτι. Ήτανε και του άλλου καραβιού το χάσιμο αντάμα με τον αδερφό μου, ακόμα όχι πολύ παλιό …
- Τί είναι πατέρα; έκραξε δυνατά. Κανά κακό χαμπέρι;
Εκείνος άλαλος τον έσπρωξε με το ’να χέρι θέλοντας να περάσει. Και τότε, πίσω από του γιου του το κορμί, που του ’φραζε την όψη, διάπλατη η σάλα ανοίχτηκε, κι ο γέρος είδε … Στρωμένοι καταγής στο πάτωμα, τριάντα ναυτικοί, άντρες απ’ το δικό τους το καράβι κι άλλοι, σε δυο σειρές αραδιαστοί, όπως σε φαγοπότι, δένανε φουσέκια.
Στάθηκε ο γέρος. Έδειξε σαν τότε να αποξύπνησε, και σα να ονειριαζόταν ως την ώρα∙ το γιο του κοίταξε με μάτια τεντωμένα κόκκινα κι ωμά απ’ τα χρόνια τα πολύπαθα κ’ είπε αυτά τα λόγια μονάχα με θυμό.
-Παιδί μου Λια τι πράματα είν’ αυτά;
-Για το καράβι πατέρα, πατέρα, είπε ο Λιας λιγόλογος με σεβασμό παιδιού κι όχι άντρα όπως αυτός … Κιντυνέψαμε τώρα στο γυρισμό … μας πέσαν οι Αλτζερίνοι, μα ο καιρός οι Ασμλιγριριαζ ήτανε δικός μας. Και τώρα το ταξίδι μας θα είναι πιο μακρυνό∙ είμαστε για τη Μπαρτσελόνα κι έχουμε ανάγκη από μεγάλη τοιμασιά και στο δρόμο ποιος ξέρει τί μας βρίσκει …
- Τίνος τα λες αυτά παιδί μου Λια ; είπε ο γέρος πάλι. Είναι για ταξίδι όλα τα μπαρούτια αυτά, είναι, για ταξίδι ; Άλλα πράματα είν’ αυτά.
- Βλέπεις πατέρα είμαστε και κομματιασμένοι στο νησί … Έχουμε οχτρούς … το ντουφέκι τοιμάζεται ν’ ανάψει πάλι …
- Τίνος τα λες αυτά παιδί μου Λια ; Και δεν το ξέρω ’γω πως φιλιωθήκατε όλοι και πως έδεσες το σπίτι μας στενά με τους παλιούς οχτρούς μας ; Αλλάξατε και λόγια για συμπεθεριά … μα ας είναι καλά η μικρή αγγόνα που ’ρχεται και τα μαρτυράει όλα της γριάς ..
- Όχι πατέρα, δεν είναι απ’ αυτό …
- Με γελάς και κρύβεσαι από μένα. Αυτά δεν είναι πράματα καλά, παιδί μου Λια …
- Μη κλαις, πατέρα …
- Κυβέρνα το κεφάλι σου. Έχεις εφτά παιδιά ! Μη λησμονάς το πώς τ’ απόχτησες αυτό το που ’χεις τώρα, το καράβι … Θα χαλάσεις το σπίτι σου, παιδί μου Λια θα πας κι εσύ χαμένος μ’ εμάς όλους …
- Πατέρα ησύχασε, είπα ! Μην κλαις … αφού το θέλεις, αφού το θέλεις, δεν το κρύβω, ναι … Όλα τα δίνω, και παιδιά και σπίτι – φτάνει να δούμε λευτεριά …
- Αχ, αχ, παιδί μου, Λια με φάγανε τα φίδια … το κατάλαβα. Άκουσα από κει που κείτομαι … είπα∙ «τί θέλουν τ’ ανεβάσματα, τα σύρε-κι έλα σπίτι».
- Μην κλαις … σου το ’πα τώρα∙ όλα είναι έτοιμα ! Θα το σηκώσουμε, πατέρα, για την πατρίδα όλα θα τα ρίξουμε στη θάλασσα … Ας πάνε και κορίτσια και προικιά τους κι όλο το σόι σύρριζα – για την πατρίδα !
Χοντρά δάκρυα κυλούν αυλάκια ανάμεσα από τα σκαμμένα μάγουλα του γέρου. Μα τώρα η όψη του χαμογελάει∙ έχει αυτός άξαφνα γαληνέψει. Κοιτάζει τους ανθρώπους που σκυφτοί δουλεύουν, και κάνουνε πως δεν ακούν. Σκουντά ένανε με το πόδι χαμογελαστά :
- Εσύ, βρε ζουλάπι, κάνεις σαν τον κουφό αστακό ε; Μαναβέλα που σου χρειάζεται, ζουλάπι! Έλεγα κι εγώ … Βρε, εμένα σεις θα με γελάσετε, ζουλάπια ; Ας είναι να ’χετε την ευκή μου … κι εσύ, παιδί μου Λια νάχεις την ευκή μου !
Του φιλεί ο Λιας το χέρι. Οι άλλοι σηκωτοί, και σκύβουν το κεφάλι και περνούνε με τα χέρια σταυρωτά στα στήθια, και φιλούν κι αυτοί ..
Σαν παλληκάρι ο γέρος βγαίνει από την άλλη τώρα, την μεγάλη πόρτα, και κατεβαίνει ανάλαφρα σα να ξανάνιωσε. Σε λίγο βρίσκεται από την αυλή στο μαγερειό. Οι γυναίκες βάζουν όλες μια φωνή ξαφνιασμένη τάχα, με χαρά μεγάλη γιομάτη για τον ξένο που φανίστηκε :
- Μπα καλώς τον τόν παππού ! Μπα καλώς μας ώρισες ! φωνάζουν τα κορίτσια.
- Σωπάτε σεις, ζουλάπια! λέει ο γέρος τάχα θυμωμένος∙ μα εσύ βρε νύφη κρύβεσαι κι εσύ; … Τί στέκεστ’ έτσι όλοι σας σαν χάνοι … Κάνετε τον κουτό ε; Μαναβέλα!
- Τι παππού, δεν ξέρουμε τίποτα οι κακομοίρες … λέει η πιο μεγάλη αγγόνα με πονηρό χαμόγελο.
- Οι κακομοίρες ε; Αμή το καζάνι με το ρύζι και το κριάς στο πλάι απ’ τη φωτιά; Δεν καταλαβαίνω ’γω, ε; Μαναβέλα!
Απότομα γυρίζει κι από κει, και φεύγει. Της κυρα μάνας η κλάψα η άπαυτη φτάνει από το καμαράκι. Και της αποκρίνεται τώρα άλλη βροντερή φωνή : ..
- Γέρο πού ήσουνα; Τι γίνηκες;
- Εδώ ήμουνα, μ’ έχασες; Κοίταξε μη με χάσεις ζάχαρη μου … πού ήμουνα – δική μου δουλειά! Εσύ να μην ανακατεύεσαι! Να κοιτάζεις αυτού τη γωνιά σου και τη στάχτη σου… Εγώ ξέρω πού ήμουνα! Δεν έχω λόγο να δώσω στις γυναίκες ! Χίλιες φορές σου το κοπανάω να μην ανακατεύεσαι στον αντρώνε τις δουλειές! Να μάθεις να σωπαίνεις. Να κάνεις λίγο τον κουφό .. είσαι κουφή που είσαι ! Έλα τώρα, σήκω, θα φάμε μαζί με τους άλλους … Έχουμε ξένους σπίτι μας!

Κρανιά Ασπροποτάμου.


Γκαμήλα.


ΕΚΕΙΝΕΣ ΤΙΣ ΜΕΡΕΣ

Του Μανώλη ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ

… Κατά το σούρπο, τις πιο πολλές φορές, συναντιόμασταν σε μια γωνιά του πάρκου. Ήτανε μια αποτραβηγμένη γωνιά στα πιο απόμερα δρομάκια, ανάμεσα σε δέντρα πυκνά, πλάι σ’ ένα περίπτερο ερειπωμένο. Δεν ξέρω τι μπορούσε να θυμίζει ένα ερειπωμένο περίπτερο με τα γύρω πυκνά δέντρα, εμείς το λέγαμε «στους τροπικούς» και κει πηγαίναμε τα σούρπα και πλαγιάζαμε πάνω στο ζεστό χορτάρι.
Πλήθος πολύ τριγυρνούσε άσκοπα κείνες τις ώρες, τα μικρά τρέχανε, παίζανε ή κλαίγανε γοερά χωρίς λόγο στη μέση του δρόμου, οι μανάδες μασουλούσανε σπόρια και φλυαρούσανε για την ακρίβεια της ζωής και για τα παιδιά τους που μπερμπαντέψανε τώρα με τον πόλεμο, και γυρνούσανε όλη μέρα στα σοκάκια. Τα κορίτσια σκύβανε και κόβανε τρυφερά λουλούδια, τα μυρίζανε και τα καρφιτσώνανε στο στήθος τους, ύστερα τα βαριούνταν και τα πετούσανε αδιάφορα, όπου τύχει, δίπλα σε παλιόχαρτα και σε σάπια αυγά. Αυστηρές πινακίδες, λείψανα μιας παλιάς εποχής, αμύνονταν ακόμα ψυχρές κι επιβλητικές : «Αγαπάτε τα άνθη και τα φυτά». «Μη βαδίζετε επί της χλόης». Απαγορεύεται το πτύειν»!
Το καλοκαίρι βάραινε εξαντλητικό, ένα καλοκαίρι ταλαιπωρημένο κι ανήσυχο. Μοιάζουν αλήθεια όλα τα καλοκαίρια, μα τούτο στο βάθος ήτανε τόσο διαφορετικό, ένα καλοκαίρι χωρίς αρχή και χωρίς τέλος, γιομάτο κρυφές προσδοκίες και μέρες νεκρές.
Ξαπλώναμε στο πατημένο χορτάρι, ο καθένας διηγιότανε στους άλλους πως πέρασε η μέρα, που πήγε, τι είπε, τι άκουσε, πως τραβούσε η δουλειά. Άναβε πότε-πότε μια μικρή μα ξεθύμανε γρήγορα, ένας κάπνιζε σιωπηλά κι άφηνε το μισό σε κάποιον άλλον. Τα τσιγάρα είναι τόσο ακριβά…
…Ο Σπύρος ήταν ευχαριστημένος∙ κατάφερε να βρει δουλειά σ’ ένα μικρό φροντιστήριο που άνοιξε τώρα κοντά. Πέτυχε καλές γνωριμίες, του φέρνανε κάθε τόσο και καινούργιους μαθητές, έβρισκε τον καιρό ανάμεσα σε δυο παραδόσεις να κουβεντιάζουνε και λίγο. Με μερικούς ξανοίχτηκε αρκετά, τα ’πανε μια χαρά, αύριο μπορούσαμε να μας τους έφερνε, ήτανε όλοι τους καλά παιδιά. Ο Σπύρος κορόιδευε την τέχνη, δεν μπορούσε να χωνέψει πως υπάρχουνε άνθρωποι που χάνουνε τον καιρό τους και διαβάζουνε λογοτεχνία, αυτός είχε σπουδάσει Φυσική, αγαπούσε βαθιά την επιστήμη. Όμως αυτά ήταν όλα λόγια γιατί ξέραμε πως έγραφε κι ο ίδιος και μάλιστα, το χειρότερο, πως έγραφε και ποιήματα, μα έτσι ήτανε πάντα : βαρύς και λιγόλογος, ήθελε με μια περίεργη επιμονή να δείχνει ακόμα και στους φίλους του πως είναι ολότελα διαφορετικός απ’ ότι τον φαντάζεται κανένας.
Κάποτε, άρχισε να ’ρχεται μαζί μας κι η Σοφία. Η Σοφία ήταν ένα παράξενο κορίτσι, από κείνα τα κορίτσια που πρώτη φορά συναντάς στη ζωή σου. Σε κοίταζε μ’ ένα αλλόκοτο βλέμμα, μιλούσε δυνατά για την Επανάσταση, δεν ήξερε τι θα πει φόβος. Αυτή διάβαζε πολύ κι ακατάστατα με μια μανίαν αχόρταγη, στα χέρια της κράταγε πάντα δυο και τρία βιβλία.
Μας ξάφνιασε έτσι απότομα όπως ήρθε, κανείς μας δεν ένιωσε ακόμα ένα κορίτσι δίπλα του που να μη σου μιλά μόνο για τον έρωτα, μα να ξεχειλίζει από πόθο ζωής να λαχταρά ν’ αγκαλιάσει κάθετι και να γευτεί. Τώρα θυμάμαι πόσο ήτανε γεμάτη αντιφάσεις και ανικανοποίητη∙ πολλές φορές μας κορόιδευε, έλεγε πως δεν πίστευε πια σε τίποτα, δεν ήταν λόγος αυτός να χάνουμε τα νιάτα μας, γι’ αυτές τις αοριστίες, τα χρόνια περνούσανε και μεις θα τα κλαίγαμε μια μέρα∙ άλλοτε πάλι την έπιανε μια ανεξήγητη θέρμη και χανότανε ολάκερες μέρες κι ύστερα γύριζε σκονισμένη κι ατίθαση και μας έβριζε τεμπέληδες κι αλήτες που δεν σηκωνόμασταν και μεις για το βουνό, μόνο ξαπλώναμε στο χορτάρι στις απόμερες γωνιές του πάρκου και ξεγελιόμαστε πως κάτι κάνουμε και μεις.
Ήτανε φίλοι με τον Αργύρη χρόνια, γνωρίζονταν από μικρά παιδιά τότες που παίζανε μαζί στο Διοικητήριο. Του άρεζε να την αφήνει να μιλάει ώρα πολύ, αυτός που σπάνια μιλούσε και πάντα μετρημένα και τελειωτικά. Είχε την ηλικία μας μα ήτανε τόσο σοβαρός κι απλός που τον ξεχώριζες αμέσως. Δίπλα του ένιωθες ένα περίεργο αίσθημα ασφάλειας, το χέρι του δεν έτρεμα ποτέ, το μάτι του έπαιζε σίγουρο κι αποφασιστικό. Αυτός, ναι, ήτανε ένας πραγματικός επαναστάτης, είχε δίκιο η Σοφία που μας έβριζε αλήτες. Αυτός δεν ήξερε συμβιβασμούς και σούπα-μούπες, αναβολές και κούραση, τραβούσε ολόισα στο σκοπό του ατρόμητος και λεβέντης και δε λογάριαζε τίποτα. Συνηθίσαμε να λέμε : αυτό θα το ’κανε ο Αργύρης, για κάτι που στάθηκε δύσκολο να το πετύχουμε μεις, κι έμεινε και το λέμε κι ακόμα.
Όμως ποιος ο λόγος να κάθομαι τώρα δα και να διηγούμαι τούτες τις ιστορίες για τους φίλους : όλα αυτά, μπορεί να μην ενδιαφέρουνε πια κανέναν, είνε προσωπικές ιστορίες και στο κάτω-κάτω για τους άλλους δε λένε τίποτα σπουδαίο. Μα να, τώρα που πήρα τον κατήφορο, θα σταθώ μια στιγμή να δω τον «Γέρο» έτσι όπως έρχεται στενός και καμπούρης έτσι σα νάτανε τότες. Ερχότανε σπάνια και μας έβλεπε, καμιά Κυριακή. Διακρίναμε από μακριά την σταχτιά του ρεπούμπλικα που του παράχωνε τ’ αυτιά χειμώνα-καλοκαίρι, το λυγισμένο του βάδισμα, και χαιρόμασταν πούταν αυτός κ’ ερχόταν να μας δει.
Δεν μπορούσε να ’βρισκε καμιάν ευχαρίστηση στην παρέα μας, μας περνούσε είκοσι κι εικοσιπέντε χρόνια, ένας άντρα βασανισμένος με γκρίζα μαλλιά. « Αν ήμουν παντρεμένος θα ’χα παιδιά τώρα σαν και σας», έλεγε και ξανάλεγε έτσι στ’ αστεία και στα πεταχτά, μα ίσως στο βάθος με κάποιο πόνο κρυφό.
Τις μέρες που ’ρχότανε, δε μιλούσαμε καθόλου. Κρεμόμασταν απ’ τα λόγια του και τον ακούγαμε ώρες πολλές. Αυτός δα είχε χρόνια και χρόνια στο κίνημα. Ήξερε όλους τους παλιούς αγωνιστές, μοιραστήκανε το ίδιο ξεροκόμματο χρόνια και χρόνια μέσα στα μπουντρούμια. Μιλούσε με συγκίνηση για το 17, για το 22, το 33, το 36, δεν ξεχνιούνται αυτά τα πράγματα έτσι εύκολα. Γύρισε και τη Ρωσία κι όλη η νοσταλγία του ήτανε γι’ αυτήνα.
Τι όμορφα που έπεφτε το βράδι. Τα ξεχνούσες όλα εκείνη τη στιγμή, ένα δροσερό αεράκι φυσούσε, γύρω πλανιότανε μια λεπτή μυρουδιά.
Ύστερα κάποιος κοίταζε νευρικά το ρολόγι του και τιναζόταν όρθιος. Σε δέκα λεφτά έπρεπε να όλοι να κλειστούμε στα σπίτια μας. Άρχιζε μια νύχτα σκοτεινή και πνιχτή, ένα ατέλειωτο προμήνυμα θανάτου.
Ύστερα θυμάσαι, το καλοκαίρι μίκραινε, μίκραινε∙ οι μέρες πνίγανε περισσότερο ένα σφιχτό δαχτυλίδι. Οι βουεροί δρόμοι αρχίσανε να ερημώνονται νωρίς απ’ το σούρπο. Μείναμε λίγοι, μαζευόμασταν σε μιαν απόμερη γωνία του πάρκου και το χορτάρι ήταν υγρό. Τα παιδάκια ερχότανε πάλι και παίζανε κι ο ήλιος τάβλεπε μια στιγμή και γελούσε κι ύστερα τον κατάπινε τα σύννεφα και λησμονιούνταν μέρες ολάκερες. Τα λουλούδια γέρνανε μαραμένα και περιμένανε μάταια ναρθούν τα κορίτσια τρυφερά να τα καρφιτσώσουν στο στήθος τους για μια στιγμή, κ’ ύστερα ας τα πετούσανε με αδιαφορία όπου τύχει, δίπλα στα παλιόχαρτα και στα σάπια αυγά. («Απαγορεύεται το πτύειν», «Αγαπάτε τα άνθη και τα φυτά»).
Ο Αργύρης είχε φύγει πάει πολύ καιρός, ο Αργύρης σκοτώθηκε στις απάνω γειτονιές, όλοι το ξέραμε μα κανείς δεν μιλούσε. Λέγαμε τ’ όνομα του, τον θυμούμασταν, ψιθυρίζαμε πώς να τώρα δα πήραμε ειδήσεις του κι είναι καλά, κι όπου να ’ναι θα γυρίσει, κι όμως ο καθένας το ’ξερε πως ο Αργύρης δεν ήτανε πια να γυρίσει, πως ο Αργύρης σκοτώθηκε.
Έπειτα, ένα βράδυ, ο Γιώργης μας χαιρέτησε σιωπηλά, θα ’φευγε τα χαράματα για κει που το καλοκαίρι δεν έπεφτε πνιχτό και εξαντλημένο, εκεί που τα τραγούδια δεν πεθαίνουνε στα χείλια. Τον βλέπαμε πολύ λίγο τον τελευταίο καιρό, ήτανε πάντα αξούριστος κι αδύνατος, κοιμότανε εδώ και κει, πολλές φορές δεν είχε τίποτα να φάει, ένα αγρίμι κυνηγημένο.
Κανείς μας δεν μίλησε κείνο το βράδυ, καπνίσαμε τσιγάρα, κάτι μας πλάκωσε βαριά χωρίς έλεος, κάτι ψιθύριζε μέσα μας χωρίς απάντηση κ’ ικανοποίηση.
Μάθαμε και για το «Γέρο» πως τον πιάσανε ένα πρωί από το σπίτι του. Αυτόν δα το ξέρανε, και όποτε θέλανε τον είχανε στο χέρι. Πέρασε κι απ’ το στρατόπεδο, ύστερα τον φορτώσανε στο τραίνο. Αφήσανε την τελευταία μέρα τη Σοφία και πήγε και τον είδε από μακριά. Μας έστειλε κι ένα σημείωμα : «Εγώ ’μαι ράτσα γερή, μη φοβάστε∙ είναι όλα αυτά παιχνιδάκια καινούργια για μένα. Καλά που δεν είμαι παντρεμένος και δεν έχω παιδιά σαν και σας…» κι άλλα δυο-τρία λόγια έτσι σα στ’ αστεία και στα πεταχτά.
… Δε βαριέσαι. Μιαν ιστορία κι αυτή σαν όλες τις άλλες. Μια φούχτα σύντροφοι, που σκορπιστήκανε μια μέρα…τι σε νοιάζει. Η Επανάσταση προχωρούσε. Προχωρούσε κι άνοιγε το δρόμο ανάμεσα στα στενά σοκάκια που παραμόνευε ο θάνατος, στα απάτητα βουνά που τραγουδούσαν τα νιάτα, στα σκοτωμένα παλικάρια που λιώνανε στις χαράδρες, στους σκλάβους που σπάζανε τις πέτρες βουβοί και σκελετωμένοι. Αυτή πατούσε πάνω στον χωρισμό και γεννούσε καινούργιους συντρόφους … αυτή δεν είχε τον καιρό να φιλήσει εκείνους που φεύγανε… η Επανάσταση προχωρούσε, ε και συ τι κάθεσαι και λες ιστορίες παλιές χωρίς ενδιαφέρον, ιστορίες τόσο γελοία ασήμαντες, τόσο κοινές, δε βαριέσαι ! …

Από το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα»