
5/5/09
ΠΟΝΤΟΣ:Παναγία Σουμελά.
Η παλαιά μονή στον Πόντο.Η Μονή Παναγίας Σουμελά ή Μονή Σουμελά, είναι ένα πασίγνωστο χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι κοντά στην Τραπεζούντα, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού.
Σύμφωνα με την παράδοση, το 386 οι Aθηναίοι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου μετά από αποκάλυψη της Παναγίας, με σκοπό να ιδρύσουν το μοναχικό της κατάλυμα. Eκεί, σε σπήλαιο της απόκρημνης κατωφέρειας του όρους, σε υψόμετρο 1063 μέτρα, είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Aθηνιώτισσας, την οποία, πάντα κατά την παράδοση, εικονογράφησε ο Eυαγγελιστής Λουκάς.
Oι μοναχοί Bαρνάβας και Σωφρόνιος έκτισαν με τη συμπαράσταση της γειτονικής μονής Bαζελώνα κελί και στη συνέχεια εκκλησία μέσα στη σπηλιά, στην οποία είχε μεταφερθεί θαυματουργικά η εικόνα. Tο σοβαρό πρόβλημα της ύδρευσης του μοναστηριού λύθηκε, επίσης σύμφωνα με την παράδοση, κατά θαυματουργό τρόπο. H ανθρώπινη λογική αδυνατεί να απαντήσει στο θέαμα που βλέπουν και οι σημερινοί ακόμη προσκυνητές, να αναβλύζει αγιασματικό νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. Oι θεραπευτικές του ιδιότητες έκαναν πασίγνωστο το μοναστήρι όχι μόνο στους χριστιανούς, αλλά και στους μουσουλμάνους που ακόμη συνεχίζουν να το επισκέπτονται και να ζητούν τη χάρη της Παναγίας.
Kοντά στο σπήλαιο κτίστηκε το 1860 ένας πανοραμικός τετραώροφος ξενώνας 72 δωματίων και άλλοι λειτουργικοί χώροι για τις ανάγκες των προσκυνητών, καθώς και βιβλιοθήκη. Γύρω από τη μονή ανοικοδομήθηκαν μικροί ναοί αφιερωμένοι σε διάφορους αγίους.
Oι ιδρυτές του μοναστηριού συνέχισαν τη δράση τους και έξω από τον προσκηνυματικό χώρο. Σε απόσταση 12 χιλιομέτρων από τη μονή, απέναντι από το χωριό Σκαλίτα, έχτισαν το ναό του Aγίου Kωνσταντίνου και Eλένης και σε απόσταση δύο χιλιομέτρων το παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, στο οποίο οι μοναχοί το 1922 έκρυψαν την εικόνα της Mεγαλόχαρης, τον σταυρό του αυτοκράτορα Mανουήλ Γ΄ του Kομνηνού και το χειρόγραφο Eυαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου.
H μονή κατά καιρούς υπέφερε από τις επιδρομές των αλλόπιστων και των κλεπτών, εξ αιτίας της φήμης και του πλούτου που απέκτησε. Mερικά περιστατικά συνδέονται και με θαυματουργικές επεμβάσεις της Παναγίας για τη σωτηρία του μοναστηριού. Σε κάποια από αυτές τις επιδρομές λεηλατήθηκε από ληστές και, σύμφωνα πάντα με την παράδοση, καταστράφηκε, για να ανασυσταθεί από τον Tραπεζούντιο Όσιο Xριστόφορο το 644. Tη μονή προίκισαν με μεγάλη περιουσία και πολλά προνόμια, κτήματα, αναθήματα και κειμήλια οι αυτοκράτορες του Bυζαντίου και αργότερα κυρίως οι αυτοκράτορες της Tραπεζούντας Iωάννης B΄ Kομνηνός (1285-1293), Aλέξιος B΄ Kομνηνός (1293-1330), Bασίλειος Α΄ Kομνηνός (1332-1340).
Mεγάλοι ευεργέτες της μονής ήσαν ο Mανουήλ Γ΄ Kομνηνός (1390-1417), και ο Aλέξιος Γ΄ (1349-1390). O πρώτος προσέφερε στη μονή ανεκτίμητης αξίας Σταυρό με τιμιόξυλο, ο οποίος σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες, βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στο νέο της θρόνο, στην Kαστανιά της Bέροιας. O Aλέξιος Γ΄ (1349-1390), τον οποίο έσωσε η Mεγαλόχαρη από μεγάλη τρικυμία και τον βοήθησε να νικήσει τους εχθρούς της, σε ένδειξη ευγνωμοσύνης την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Tης χάρισε 48 χωριά και εγκατέστησε 40 μόνιμους φρουρούς για την ασφάλειά της. Γενικά προσέφερε τόσα πολλά ώστε να ανακηρυχθεί από τους μοναχούς ως «νέος Kτήτωρ». Mέχρι το 1650 σωζόταν έξω από την πύλη του ναού η ακόλουθη ιαμβική επιγραφή «Kομνηνός Aλέξιος εν Xριστώ σθένων / πιστός Bασιλεύς, Στερρός, Ένδοξος, Mέγας / Aεισέβαστος, Eυσεβής, Aυτοκράτωρ / Πάσης Aνατολής τε και Iβηρίας / Kτήτωρ πέφυκε της Mονής ταύτης νέος (1360 μ.X.) INΔ IΓ΄».
Πολλά από τα προνόμια που χορήγησαν οι Kομνηνοί στη μονή επικυρώθηκαν και επεκτάθηκαν επί Tουρκοκρατίας με σουλτανικά φιρμάνια και πατριαρχικά σιγίλλια. Oι σουλτάνοι Βαγιαζήτ Β΄, Σελήμ Α΄, Μουράτ Γ΄, Σελήμ Β΄, Iμπραήμ A΄, Μωάμεθ Δ΄, Σουλεϊμάν Β΄, Μουσταφά Β΄, Αχμέτ Γ΄, αναγράφονται στους κώδικες της μονής ως ευεργέτες.
H εύνοια την οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό έδειξαν οι αυτοκράτορες προς τη μονή δεν είναι απόρροια μόνον θρησκευτικότητας, αλλά και προσωπικής αντίληψης της θείας επέμβασης. Xαρακτηριστική είναι, όπως προαναφέραμε, η θαυματουργική διάσωση του Aλεξίου Γ΄, από φοβερό ναυάγιο. Aλλά και οι σουλτάνοι οι οποίοι ευεργέτησαν τη μονή είχαν προσωπικές εμπειρίες των θαυμάτων που επιτελούσε η Παναγία Σουμελά. Aναφέρεται η περίπτωση του σουλτάνου Σελήμ A΄ που θεραπεύτηκε από σοβαρή ασθένεια με τη βοήθεια του αγιάσματος της μονής.
Πολύτιμα έγγραφα και πολλά αρχαία χειρόγραφα φυλάγονταν στη βιβλιοθήκη του μοναστηριού, μέχρι τον ξεριζωμό. Mέσα στη βιβλιοθήκη της μονής βρήκε το 1868 ο ερευνητής Σάββας Iωαννίδης το πρώτο ελληνικό χειρόγραφο του Διγενή Aκρίτα.
Tα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Nεότουρκων και των Kεμαλικών, οι οποίοι φανάτιζαν τις άγριες και ληστρικές μουσουλμανικές ομάδες. Πολλές φορές έπεσαν θύματα ληστειών και καταστροφών. Tο 1922 οι Tούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι. Aφού πρώτα λήστεψαν όλα τα πολύτιμα αντικείμενα που υπήρχαν μέσα στη μονή, μετά έβαλαν φωτιά, για να σβήσουν τα ίχνη των εγκλημάτων τους ή για να ικανοποιήσουν το μίσος τους εναντίον των Eλλήνων. Oι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Aγίας Bαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Oσίου Xριστοφόρου και τον σταυρό του αυτοκράτορα της Tραπεζούντας Mανουήλ Kομνηνού.
Η σύγχρονη μονή στην Μακεδονία.
Mε ενέργειες του πρωθυπουργού της Eλλάδας Eλευθερίου Bενιζέλου, το 1930, όταν στα πλαίσια της προωθούμενης τότε ελληνοτουρκικής φιλίας ο Tούρκος πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού επισκέφτηκε την Αθήνα, δέχτηκε μια αντιπροσωπεία να πάει στον Πόντο και να παραλάβει τα σύμβολα της ορθοδοξίας και του ελληνισμού.
Tο 1930 ζούσαν μόνο δύο καλόγεροι του πανάρχαιου ιστορικού μοναστηριού. O υπέργηρος Iερεμίας στον Λαγκαδά της Θεσσαλονίκης, ο οποίος αρνήθηκε να πάει γιατί δεν τον άκουγαν τα πόδια του, ή γιατί δεν ήθελε να ξαναζήσει τις εφιαλτικές σκηνές της τουρκικής βαρβαρότητας και ο πανέμορφος, ζωηρός και ζωντανός Aμβρόσιος Σουμελιώτης, προϊστάμενος στην εκκλησία του Aγίου Θεράποντα της Tούμπας στη Θεσσαλονίκη. Aπό τον μοναχό Iερεμία έμαθε ο Aμβρόσιος την κρύπτη των ανεκτίμητων κειμηλίων. Στις 14 Οκτωβρίου έφυγε ο Aμβρόσιος, εφοδιασμένος με ένα κολακευτικό συστατικό έγγραφο της τουρκικής πρεσβείας για την Kωνσταντινούπολη και από εκεί για την Tραπεζούντα, με προορισμό την Παναγία Σουμελά. Λίγες μέρες αργότερα επέστρεφε στην Aθήνα όχι μόνο με τα σύμβολά μας, αλλά και με τον Πόντο, όπως είχε γράψει τότε ο υπουργός Προνοίας της κυβέρνησης του Eλευθερίου Bενιζέλου Λεωνίδας Iασωνίδης: «Eν Eλλάδι υπήρχαν οι Πόντιοι, αλλά δεν υπήρχεν ο Πόντος. Mε την εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήλθε και ο Πόντος».
H εικόνα φιλοξενήθηκε για 20 χρόνια στο Bυζαντινό Mουσείο της Aθήνας. Πρώτος ο Λεωνίδας Iασωνίδης πρότεινε το 1931 τον επανενθρονισμό της Παναγίας Σουμελά σε κάποια περιοχή της Eλλάδας. Συγκεκριμένα έγραψε στην εφημερίδα Πατρίς των Aθηνών: «Aναζητήσωμεν εν ταις Nέαις Xώραις παλαιάν τινά Σταυροπηγιακήν Mονήν, βραχώδη και ερυμνήν, παρεμφερή προς την εν Πόντω ερημωθείσαν, θα μετωνομάσωμεν αυτήν εις «Nέαν Παναγίαν Σουμελά» και θα δώσωμεν αυτήν εις ψυχικήν ανακούφισιν και παρηγορίαν εις τας τριακοσίας πενήντα χιλιάδας των Ποντίων, δι' ους δεν είνε προσιταί αι Aθήναι!. Kαι θα δίδεται ούτω και πάλιν η ευκαιρία εις τον γενναιόψυχον τούτον Λαόν να συγκροτή τας πανηγύρεις και να συνεχίζη τας τελετάς και να εμφανίζη τας αλησμονήτους εκείνας κοσμοσυρροάς κατά τας επετείους της Παρθένου εορτάς, ασπαζόμενος την εικόνα των 17 Ποντιακών αιώνων, αισθανόμενος τα παλαιά της συγκινήσεως ρίγη, αναβαπτιζόμενος εις την προς την πατρίδα πίστιν και τραγουδών εν συνοδεία της Ποντιακής λύρας το αλησμόνητο τραγούδι:
Eμέν Kρωμναίτε λένε με
Kανέναν κι φογούμαι.
Ση Σουμελάς την Παναγιάν
θα πάγω στεφανούμαι!»
Πράγματι, το 1951 ο Kρωμναίος οραματιστής και κτήτωρ Φίλων Kτενίδης έκανε πράξη την επιθυμία όλων των Ποντίων, με τη θεμελίωση της Νέας Παναγίας Σουμελά στις πλαγιές του Βερμίου στην Καστανιά της Βέροιας.
Κτηνωδία! Έπνιξαν αρκούδα με συρματόσκοινο...
Με συρμάτινες θηλιές που στήνουν σε περάσματα ζώων τα συμπαθή θηλαστικά αιχμαλωτίζονται και βρίσκουν αργό και βασανιστικό θάνατο. Μια τέτοια κτηνωδία αποκαλύφθηκε πρόσφατα στο νομό Ιωαννίνων, όπου κάποιοι «καταδίκασαν» μια αρκούδα στο δημοτικό διαμέρισμα Κεφαλόβρυσου σε θάνατο δι’ απαγχονισμού. Εκεί, σύμφωνα με πληροφορίες της οργάνωσης «Καλλιστώ», την προηγούμενη εβδομάδα σημειώθηκε νέο κρούσμα παράνομης εξόντωσης αρκούδας. Ο θάνατος του άγριου ζώου προήλθε από πνιγμό, αφού πρώτα παγιδεύτηκε από το λαιμό με συρμάτινη θηλιά. Σύμφωνα με τους ανθρώπους της περιβαλλοντικής οργάνωσης, αυτή η παράνομη μέθοδος σύλληψης και θανάτωσης ειδών άγριας πανίδας χρησιμοποιείται κυρίως για την παράνομη σύλληψη και θανάτωση αγριόχοιρων στη διάρκεια αλλά και εκτός κυνηγετικής περιόδου.
Οι συρμάτινες θηλιές τοποθετούνται συνήθως σε περάσματα ζώων, με σκοπό να τα παιδεύσουν και στη συνέχεια να τα εξοντώσουν. Αυτό συνέβη και στην περίπτωση της άτυχης αρκούδας, η οποία παγιδεύτηκε και τελικά κατέληξε με το πλέον μαρτυρικό τρόπο. Στην περιοχή βρέθηκαν μάλιστα σημάδια πάλης του ζώου, ενδεικτικά της απελπισμένης προσπάθειάς του να απεγκλωβιστεί από την παγίδα που του είχαν στήσει.
Οι πληροφορίες της «Καλλιστώς» αναφέρουν ότι η αρκούδα θάφτηκε πρόχειρα από τον υπαίτιο και αποτεφρώθηκε, με σκοπό να εξαφανιστεί κάθε ίχνος του περιστατικού, το οποίο είναι το τρίτο κρούσμα λαθροθηρίας σε διάστημα έξι μηνών στο νομό Ιωαννίνων.
Το φρικτό περιστατικό έρχεται να αποδείξει, σύμφωνα με την «Καλλιστώ», ότι ο πληθυσμός της αρκούδας βρίσκεται σε διαρκή κίνδυνο.
Γεώργιος Δροσίνης
Ο ποιητής, πεζογράφος και δημοσιογράφος Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε στις 9 Δεκεμβρίου 1859, σ' ένα αρχοντικό της Πλάκας. Καταγόταν από οικογένεια αγωνιστών του Μεσολογγίου. Χάρη στη φιλομάθειά του, αλλά και στις οικονομικές δυνατότητες που είχαν οι γονείς του, σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και στη συνέχεια Ιστορίας της Τέχνης στη Λειψία, στη Δρέσδη και στο Βερολίνο.Από το 1889 ως το 1897 υπήρξε διευθυντής του περιοδικού «Εστία», που ο ίδιος μετέτρεψε σε εφημερίδα το 1894. Την ίδια περίοδο ίδρυσε και διηύθυνε τα περιοδικά «Εθνική Αγωγή» και «Μελέτη», καθώς και το ετήσιο «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος». Το 1899 μαζί με τον Δημήτριο Βικέλα ίδρυσαν το «Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων», που εξέδωσε λογοτεχνικά έργα, λαογραφικές και άλλες μελέτες.
Το 1901 ίδρυσε τις σχολικές βιβλιοθήκες και το 1908 το εκπαιδευτικό μουσείο. Συνέβαλε, επίσης, στην ανέγερση του Οίκου Τυφλών, της Σεβαστοπούλειας Επαγγελματικής Σχολής και της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρίας. Από το 1914 ως το 1923 διετέλεσε τμηματάρχης Δημοτικής Εκπαίδευσης του Υπουργείου Παιδείας, συμβάλλοντας ουσιαστικά στη σύνταξη του Ιστορικού Λεξικού της Ελληνικής Γλώσσας και στην εφαρμογή του εκπαιδευτικού προγράμματος του Ελευθέριου Βενιζέλου. Το 1924, υπό τη διεύθυνσή του, οργανώθηκε το Μουσείο Κοσμητικών Τεχνών. Έγινε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών από την ίδρυσή της το 1926, διατέλεσε ο πρώτος Γραμματέας των Δημοσιευμάτων του Ιδρύματος (1926-1928) και τιμήθηκε με το Αριστείο των Γραμμάτων και Τεχνών. Στο χώρο της λογοτεχνίας πρωτοεμφανίστηκε το 1879 με ποιήματά του στα περιοδικά «Ραμπαγάς» και «Μη Χάνεσαι». Ένα χρόνο αργότερα κυκλοφόρησε η πρώτη του ποιητική συλλογή υπό τον τίτλο «Ιστοί Αράχνης», η σταδιοδρομία του, όμως, ως νέου ποιητή άρχισε το 1884 με τη συλλογή «Ειδύλλια».Ποιητής της νέας αθηναϊκής σχολής -όπως και ο Κωστής Παλαμάς, με τον οποίο υπήρξε στενός φίλος- χρησιμοποίησε τη δημοτική γλώσσα από τις πρώτες του δημιουργίες και άντλησε στοιχεία από τα δημοτικά τραγούδια και τη λαϊκή παράδοση. Ως πεζογράφος, χρησιμοποίησε αρχικά την καθαρεύουσα, για να στραφεί κι εκεί αργότερα στη δημοτική, με το διήγημά του «Το βοτάνι της αγάπης» (1901).
Πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1951, στην Κηφισιά.
Τι λοιπόν, της ζωής μας το σύνορο
θα το δείχνη ένα ορθό κηπαρίσσι;
Κι’ από ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίσαμε
τάφου γή θα μας έχη χωρίση;
Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε καί βλέπουμε
τούτο μόνο ζωή μας το λέμε;
Κι’ αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε
καί χαμένο στους τάφους το κλαίμε;
Σ’ ο,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
της ζωής μας ο κόσμος τελειώνη;
Τίποτ’άλλο; Στερνό μας απόριμμα
τό κορμί που πετιέται και λυώνη;
Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο
μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζη;
Κι’ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
μήπως πέρα απ’ τον τάφο αρχίζη;
Η ψυχή ταξειδεύτρα μεσ’ τ’άπειρο
σταλαμίδα νερού μήπως μοιάζη;
που ανεβαίνη στα νέφη απ’ τα πέλαγα
κι’απ’τα νέφη στούς κάμπους σταλάζη;
Μήπως ο,τι θαρρούμε βασίλεμμα
γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα;
Κι’αντί ν’άρθη μια νύχτα αξημέρωτη
ξημερώνει μιά αβράδυαστη μέρα;
Μήπως είναι η αλήθεια στο θάνατο;
Κι’η ζωή μήπως κρύβη την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζη μήπως πέθανε
κι’είναι αθάνατο ο,τι έχει πεθάνει;
θα το δείχνη ένα ορθό κηπαρίσσι;
Κι’ από ό,τι είδαμε, ακούσαμε, αγγίσαμε
τάφου γή θα μας έχη χωρίση;
Ό,τι αγγίζουμε, ακούμε καί βλέπουμε
τούτο μόνο ζωή μας το λέμε;
Κι’ αυτό τρέμουμε μήπως το χάσουμε
καί χαμένο στους τάφους το κλαίμε;
Σ’ ο,τι αγγίζουμε, ακούμε και βλέπουμε
της ζωής μας ο κόσμος τελειώνη;
Τίποτ’άλλο; Στερνό μας απόριμμα
τό κορμί που πετιέται και λυώνη;
Κάτι ανέγγιχτο, ανάκουστο, αθώρητο
μήπως κάτω απ’ τους τάφους ανθίζη;
Κι’ό,τι μέσα μας κρύβεται αγνώριστο
μήπως πέρα απ’ τον τάφο αρχίζη;
Η ψυχή ταξειδεύτρα μεσ’ τ’άπειρο
σταλαμίδα νερού μήπως μοιάζη;
που ανεβαίνη στα νέφη απ’ τα πέλαγα
κι’απ’τα νέφη στούς κάμπους σταλάζη;
Μήπως ο,τι θαρρούμε βασίλεμμα
γλυκοχάραμα αυγής είναι πέρα;
Κι’αντί ν’άρθη μια νύχτα αξημέρωτη
ξημερώνει μιά αβράδυαστη μέρα;
Μήπως είναι η αλήθεια στο θάνατο;
Κι’η ζωή μήπως κρύβη την πλάνη;
Ό,τι λέμε πως ζη μήπως πέθανε
κι’είναι αθάνατο ο,τι έχει πεθάνει;
4/5/09
Ανθρωποι, λύκοι και αρκούδες...
Από τον ΠΕΤΡΟ ΜΑΝΤΑΙΟ.
Ανηφορίζαμε, πριν από χρόνια, με τον Δημήτρη Παπαχρήστο, τις στροφές των Αγράφων μαγεμένοι από την ομορφιά του τοπίου.
Πλησιάζαμε τη λίμνη του Μέγδοβα, όταν, παραλίγο να τρακάρουμε, από θέαμα ανατριχιαστικό: μια κρεμασμένη, από τα ποδάρια, σε κλαδί δέντρου, νεκρή αλεπού. Ο φονιάς δεν αρκέστηκε στην εξόντωση. Με τρόπαιο (αποτρόπαιο) τη μακάβρια αιώρα σε κοινή θέα γουστάρισε, φαίνεται, να παραδειγματίσει τις ζωντανές αλεπούδες και να προειδοποιήσει: Προσοχή άνθρωπος!..
Στην ίδια -αποτροπιαστική- ομοταξία ανήκουν και αυτοί που, πρόσφατα, όπως σημειώνει («Ε», 6/4) ο Φίλης Καϊτατζής, πήρανε τα βουνά, από τη Βέροια έως το Καρπενήσι, ξεπαστρεύοντας (τουφεκίζοντας...) λύκους. Για «μαζική σφαγή» γράφει ο συνάδελφος. Κάποιος μάλιστα, πέρυσι -μας πληροφορεί η οργάνωση για την προστασία της άγριας πανίδας «Αρκτούρος»-, καμάρωνε που κατόρθωσε -μόνος του!- να ξεπαστρέψει δώδεκα! Για τους άπιστους υπάρχουν και φωτογραφικά πειστήρια: σωρός οι νεκροί λύκοι στα πόδια του μειδιώντος εκτελεστή...
Τι -και σε ποιους- να εξηγείς τώρα, πόσο ωφέλησε τον άνθρωπο η επί χιλιετίες συμβίωση (υπήρξαν και τέτοιες εποχές...) με το λύκο: Η ομάδα, η κατανομή έργου, η συνεργασία, η κοινότητα, η ασφαλής απομάκρυνση σε μεγάλες αποστάσεις από το χώρο κατοίκησης προς άγραν τροφής, το κυνήγι, ακόμα και η φροντίδα για τα παιδιά, είναι όλα μαθήματα που διδάχτηκε ο άνθρωπος από τη ζωή των λύκων! Τι να πεις στους «παλικαράδες» για τους -ελάχιστους- εναπομένοντες λύκους: προστατευόμενο είδος πρώτης προτεραιότητας σε όλη την Ευρώπη. Ή για τον νεαρό, ούτε τριών ετών, αρκούδο, που πυροβολήθηκε («Ε», 10/3) μόλις αφυπνιζόμενος («με σχεδόν άφθαρτα πέλματα»!) από χειμερία νάρκη, μέσα στο... Εθνικό Πάρκο της Βόρειας Πίνδου. Τι να πεις...
Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 23 Απριλίου 2009
Ανηφορίζαμε, πριν από χρόνια, με τον Δημήτρη Παπαχρήστο, τις στροφές των Αγράφων μαγεμένοι από την ομορφιά του τοπίου.
Πλησιάζαμε τη λίμνη του Μέγδοβα, όταν, παραλίγο να τρακάρουμε, από θέαμα ανατριχιαστικό: μια κρεμασμένη, από τα ποδάρια, σε κλαδί δέντρου, νεκρή αλεπού. Ο φονιάς δεν αρκέστηκε στην εξόντωση. Με τρόπαιο (αποτρόπαιο) τη μακάβρια αιώρα σε κοινή θέα γουστάρισε, φαίνεται, να παραδειγματίσει τις ζωντανές αλεπούδες και να προειδοποιήσει: Προσοχή άνθρωπος!..
Στην ίδια -αποτροπιαστική- ομοταξία ανήκουν και αυτοί που, πρόσφατα, όπως σημειώνει («Ε», 6/4) ο Φίλης Καϊτατζής, πήρανε τα βουνά, από τη Βέροια έως το Καρπενήσι, ξεπαστρεύοντας (τουφεκίζοντας...) λύκους. Για «μαζική σφαγή» γράφει ο συνάδελφος. Κάποιος μάλιστα, πέρυσι -μας πληροφορεί η οργάνωση για την προστασία της άγριας πανίδας «Αρκτούρος»-, καμάρωνε που κατόρθωσε -μόνος του!- να ξεπαστρέψει δώδεκα! Για τους άπιστους υπάρχουν και φωτογραφικά πειστήρια: σωρός οι νεκροί λύκοι στα πόδια του μειδιώντος εκτελεστή...
Τι -και σε ποιους- να εξηγείς τώρα, πόσο ωφέλησε τον άνθρωπο η επί χιλιετίες συμβίωση (υπήρξαν και τέτοιες εποχές...) με το λύκο: Η ομάδα, η κατανομή έργου, η συνεργασία, η κοινότητα, η ασφαλής απομάκρυνση σε μεγάλες αποστάσεις από το χώρο κατοίκησης προς άγραν τροφής, το κυνήγι, ακόμα και η φροντίδα για τα παιδιά, είναι όλα μαθήματα που διδάχτηκε ο άνθρωπος από τη ζωή των λύκων! Τι να πεις στους «παλικαράδες» για τους -ελάχιστους- εναπομένοντες λύκους: προστατευόμενο είδος πρώτης προτεραιότητας σε όλη την Ευρώπη. Ή για τον νεαρό, ούτε τριών ετών, αρκούδο, που πυροβολήθηκε («Ε», 10/3) μόλις αφυπνιζόμενος («με σχεδόν άφθαρτα πέλματα»!) από χειμερία νάρκη, μέσα στο... Εθνικό Πάρκο της Βόρειας Πίνδου. Τι να πεις...
Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 23 Απριλίου 2009
Βουνά Στερεάς Ελλάδας και Εύβοιας.
Γκιώνα 2.507 μ.
Βαρδούσια 2.495 μ.
Παρνασσός 2.457 μ.
Βελούχι 2.315 μ.
Οίτη 2.152 μ.
Δυτικά Άγραφα (Φτέρη) 2.128 μ.
Καλιακούδα 2.101 μ.
Ανατολικά Άγραφα (Σβόνι) 2.039 μ.
Χελιδόνα 1.975 μ.
Οξιά (Σαράνταινα) 1.926 μ.
Παναιτωλικό 1.924 μ.
Όρη Λιδορικίου 1.911 μ.
Όρη Βάλτου 1.852 μ.
Βουνά Κραββάρων (Κοκκινιάς) 1.832 μ.
Ελικώνας 1.748 μ.
Δίρφυς 1.743 μ.
Οθρη 1.726 μ.
Βουλγάρα-Μάρτσα 1.690 μ.
Ακαρνανικά όρη 1.589 μ.
Κίρφη 1.561 μ.
Όρη Ναυπακτίας (Ρηγάνι) 1.469 μ.
Ξεροβούνι Ευβοίας 1.417 μ.
Πάρνηθα 1.413 μ.
Κιθαιρώνας 1.409 μ.
Καλλίδρομο 1.399 μ.
Όχη 1.398 μ.
Γεράνεια 1.351 μ.
Καντήλι 1.246 μ.
Όλυμπος Ευβοίας 1.172 μ.
Πατέρας 1.131 μ.
Πεντέλη 1.109 μ.
Χλωμό 1.081 μ.
Υμηττός 1.026 μ.
Κτυπάς 1.021 μ
Πάστρα 1.016 μ.
Κασιδιάρης 1.011 μ.
Βαρδούσια 2.495 μ.
Παρνασσός 2.457 μ.
Βελούχι 2.315 μ.
Οίτη 2.152 μ.
Δυτικά Άγραφα (Φτέρη) 2.128 μ.
Καλιακούδα 2.101 μ.
Ανατολικά Άγραφα (Σβόνι) 2.039 μ.
Χελιδόνα 1.975 μ.
Οξιά (Σαράνταινα) 1.926 μ.
Παναιτωλικό 1.924 μ.
Όρη Λιδορικίου 1.911 μ.
Όρη Βάλτου 1.852 μ.
Βουνά Κραββάρων (Κοκκινιάς) 1.832 μ.
Ελικώνας 1.748 μ.
Δίρφυς 1.743 μ.
Οθρη 1.726 μ.
Βουλγάρα-Μάρτσα 1.690 μ.
Ακαρνανικά όρη 1.589 μ.
Κίρφη 1.561 μ.
Όρη Ναυπακτίας (Ρηγάνι) 1.469 μ.
Ξεροβούνι Ευβοίας 1.417 μ.
Πάρνηθα 1.413 μ.
Κιθαιρώνας 1.409 μ.
Καλλίδρομο 1.399 μ.
Όχη 1.398 μ.
Γεράνεια 1.351 μ.
Καντήλι 1.246 μ.
Όλυμπος Ευβοίας 1.172 μ.
Πατέρας 1.131 μ.
Πεντέλη 1.109 μ.
Χλωμό 1.081 μ.
Υμηττός 1.026 μ.
Κτυπάς 1.021 μ
Πάστρα 1.016 μ.
Κασιδιάρης 1.011 μ.
2/5/09
Μαχαλάς Ξηρομέρου.

Θέση - οικισμός
Οι Φυτείες είναι χτισμένες σε υψόμετρο 440 μ. σε θέση που δεσπόζει και αγναντεύει όλον τον κάμπο του Αγρινίου μέχρι τα Πανατωλικά όρη. Δυτικά αγναντεύει τα Ακαρνανικά και όλη την ενδοχώρα του Ξηρομέρου. Βόρεια το φαίνονται τα περίφημα Τζουμέρκα και τα περήφανα Άγραφα. Το κλίμα της είναι αρκετά υγιεινό με δροσερό καλοκαίρι.
Οι Φυτείες είναι σχετικά νέος οικισμός. το όνομα Φυτείες το πήρε το 1954, μέχρι τότε ονομάζονταν Μαχαλάς ή Μαχαλά. Χτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα πάνω σε εφτά λόφους με την συνένωση των οικισμών: Αγία Βαρβάρα, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Θεόδωρος, Γαδρί, Μανωλόπουλο, Παραπούγκι, Γαζί και Αγία Άννα. Η πρώτη αναφορά για το Μαχαλά (Mahale-IDjedid) γίνεται το 1732 όπου είχε 53 οικογένειες. το 1815 είχε 7 οικογένειες. το Γαζί αναφέρεται για τελευταία φορά το 1732 που είχε 16 οικογένειες (1521 30 οικ., 1562 75 οικ., 1642 22 οικ., 1684 9 οικ.). Την ίδια εποχή εγκαταλείπεται το Μανωλόπουλο. Τελευταία αναφέρεται το 1684 με 14 οικογένειες (1521 56 οικ., 1562 85 οικ., 1642 22 οικ., 1650 22 οικ.). Επίσης το Παραπούγκι (1521 18 οικ., 1562 25 οικ., 1684 6 οικ.) και ο Άγιος Γεώργιος (1521 8 οικ., 1562 15 οικ., 1732 11 οικ.). Η λέξη μαχαλάς είναι τουρκική και σημαίνει γειτονιά, συνοικισμός. Το παλιό όνομα της Μαχαλάς ήταν «Τριανταφυλλιές», και έμεναν σ’ αυτήν μόνο δέκα οικογένειες. Το όνομα λέγετε ότι άλλαξε εξ’ αιτίας του Ιωάννη Μαχαλιώτη, που είναι πρόγονος των Κολοβαίων, γιατί είχε γίνει η αιτία να τους χαρίσει το χαράτσι ο Πασάς των Ιωαννίνων. Στα χρόνια του Αλή πασά ήταν η έδρα του Δερβέναγα της περιοχής. Στη νότια έξοδο του χωριού υπάρχουν τα ερείπια της κούλιας του. Στη βόρεια πλευρά του χωριού πάνω στο λόφο έχει δημιουργηθεί ένα όμορο δασύλλιο. Στο πιο ψηλό μέρος του υψώματος σώζεται ένας παλιός ανεμόμυλος.
Ιστορία
Επί δεσποτείας του Αλή πασά ο Μουστάμπεης της Κόνιτσας κατέβηκε στην περιοχή και κατέλυσε στη Μαχαλά. Έτσι οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν καταλύματα στους Αλβανούς στρατιώτες του. αφού φορτώθηκε εφόδια και ζωοτροφές για 250 άντρες και άλογα αξίωσε να του προσφέρουν και πεσκέσι 100 πάστρα. Τελικά καταδέχτηκε να πάρει μόνο 45. Ένας τέτοιος εκβιασμός δεν επιτρέπονταν ούτε από τον Αλή, μόνο στον αρχηγό των αρματολών είχε δώσει τέτοιο δικαίωμα. Όμως οι δυστυχείς Μαχαλιώτες δεν ανάφεραν το γεγονός, γιατί θα γίνονταν στόχος των Αλβανών ληστών. Μετά την ήττα στο Πέτα το 1822 οργανώθηκε αμέσως στρατόπεδο στη Μαχαλά με 3.00 άντρες. Οι άντρες αυτοί ήταν από το Σύνταγμα των τακτικών και από εθελοντές που θέλησαν να συνεχίσουν, ενώ ένα μεγάλο μέρος από αυτούς πήρε πιστοποιητικά από το Μαυροκορδάτο και διαπεραιώθηκαν στα Επτάνησα και από εκεί οι Άγγλοι τους έστειλαν στις πατρίδες τους.
Από το Μαχαλά οργανώθηκε μια επιχείρηση εναντίον των δυνάμεων του Κιουταχή στο Λουτράκι, όμως απέτυχε γιατί οι Τούρκοι φάνηκαν προειδοποιημένοι και άρχισαν οι αλληλοϋποψίες και οι διχόνοιες με αποτέλεσμα να διαλυθεί το στρατόπεδο. Γενικά από πριν το ηθικό του Συντάγματος ήταν πολύ πεσμένο και ήταν χωρίς παπούτσια και χλαίνες. Ο Μαυροκορδάτος έδωσε εντολή να φύγουν για το Βραχώρι, όμως μόνο οι μισοί υπάκουσαν, οι υπόλοιποι έμειναν. Έφτασαν στο Βραχώρι στις 12 Αυγούστου. Στις 19 Αυγούστου ο Μαυροκορδάτος δίνει εντολή να κινηθούν προς την Κατούνα. Όμως, όταν έμαθαν ότι ο Ομερ Βρυώνης με 8.000 άντρες πέρασε στο Λουτράκι, γύρισαν πίσω στο Βραχώρι. Σε λίγες μέρες οι Τούρκοι μπήκαν στη Μαχαλά, σκότωσαν όσους βρήκαν και λεηλάτησαν το χωριό. Οι στρατιώτες στο Βραχώρι έβλεπαν στήλες καπνού και πήραν θέσεις άμυνας, οι κάτοικοι πήραν όμως τα βουνά αρνούμενοι να αμυνθούν. Οι στρατιώτες βρήκαν ευκαιρία και λεηλάτησαν τα σπίτια, τα μαγαζιά και τις αποθήκες και εγκατέλειψαν την περιοχή. Ύστερα από αυτό οι στρατιώτες αποφάσισαν αν γυρίσουν στο Μοριά, αδιαφορώντας για τις εντολές του Μαυροκορδάτου. Μαζί του έμεινε ο στρατηγός Νόρμαν, οι υπόλοιποι πέρασαν τον Εύηνο (Φειδάρη) ποταμό.
Τους Τούρκους τελικά σταμάτησαν στον Αετό (10 Αυγούστου 1822) ο Γ. Βαρνακιώτης, ο Θ. Γρίβας και άλλοι ντόπιοι οπλαρχηγοί. Από τη Μαχαλά ήταν ο διοικητής της Αιτωλοακαρνανίας επί Κούρτ πασά Πάνος Γαλάνης ή Μεγαπάνος. Ο Μεγαπάνος είχε μεγάλη περιουσία και έλαβε μέρος στον Αγώνα, όπως και όλη η οικογένειά του. Ο ίδιος συνελήφθηκε αιχμάλωτος το 1826 μετά την πτώση του Αιτωλικού, οδηγήθηκε στην Άρτα όπου εκτελέστηκε. Ήταν στενός φίλος του Μαυροκορδάτου και αντίπαλος του Καραϊσκάκη. Εκτός από την οικογένεια Μεγαπάνου πολλοί ήταν και οι άλλοι αγωνιστές από τη Μαχαλά που έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821.
Σύγχρονες Φυτείες
Το 1830, σύμφωνα με το Αρχείο Καποδίστρια, διέμεναν στη Μαχαλά 58 οικογένειες και σύμφωνα με τη δήλωσή τους είχαν όλες ιδιόκτητα κτήματα. Η καλλιεργήσιμη ιδιόκτητη γη ήταν 250 στρ. και η ακαλλιέργητη 5.217. Οι κάτοικοι δεν δήλωσαν καθόλου εθνική γη, όπως τους ζητήθηκε από την Κυβέρνηση Καποδίστρια, η οποία έκανε προσπάθεια να καταγράψει τα εθνικά κτήματα. Όμως οι κάτοικοι του Ξηρομέρου έδειξαν απροθυμία, μερικά χωρία δεν δήλωσαν ούτε τον αριθμό των οικογενειών.
Μετά την Επανάσταση ανήκει στο Δήμο Μαραθίας και στη συνέχεια στο Δήμο Εχίνου μέχρι το 1912 που έγινε αυτόνομη Κοινότητα. Ο από τις Φυτείες περνάει ο δημόσιος δρόμος από το Αγρίνιο προς τον Αστακό που έγινε το 1904 και άρχισε η συγκοινωνία με ταχυδρομικές άμαξες.
Σήμερα, λοιπόν, η παλιά Μαχαλά ονομάζεται Φυτείες, που σημαίνει τόπο με καλλιέργειες. Το 1954 το Υπουργείο Εσωτερικών είχε δώσει διαταγή να αλλάξουν όλα τα τούρκικα ονόματα και το κοινοτικό συμβούλιο της Μαχαλάς πρότεινε στο Υπουργείο τρία ονόματα ώστε να επιλεγεί ένα από αυτά. Πρότεινε λοιπόν τα ονόματα: α) Οζερεία, που σχετίζεται με την αρχαία πόλη που βρίσκεται βυθισμένη στην λίμνη Οζερός. β) Δύριον, που ήταν αρχαία πόλη κοντά στο Λιγοβίτσι, την οποία διεκδικούσε και η Σκουρτού. γ) Φοίτιον, σχετικό με την αρχαία πόλη του Φοιτία. Το Υπουργείο επέλεξε την Τρίτη, αλλάζοντάς το όμως ορθογραφικώς σε Φυτείες, από το ρήμα φυτεύω. Το 1954 δόθηκε το άνομα Φυτείες έτσι «που να έχει σχέση με τις καπνοφυτείες» Η μετονομασία έγινε με το Β.Δ. 11-5-1954 (ΦΕΚ. 101/24-5-1954).
Μετά την Επανάσταση οι Φυτείες μεγάλωσαν αρκετά και γνώρισαν μεγάλη ακμή, κυρίως εξ’ αιτίας της καπνοκαλλιέργειας. Από το 1998 είναι έδρα του Δήμου Φυτειών. Έχει, εκτός από νηπιαγωγείο και δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο.
Οι Φυτείες έχουν Πολιτιστικό Σύλλογο με το όνομα «Ακαρνανικό Φως» που τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει πλούσια δράση. Κάθε χρόνο διοργανώνει το καλοκαίρι πολιτιστικές εκδηλώσεις και τις μέρες των Χριστουγέννων αναβιώνει το έθιμο της τσιγαρίδας. Στην πλατεία του χωριού ανάβουν φωτιές και τα καζάνια βράζουν το χοιρινό λίπος. Το τσιγαρισμένο κρέας γεμίζει με τη μυρωδιά του τον αέρα και ανοίγει την όρεξη στους πολλούς παρευρισκόμενους. Ο Σύλλογος μοιράζει το κρέας σε όλους και κερνάει κρασί, ενώ ταυτόχρονα στην πλατεία γίνεται γλέντι. Άξιος αναφοράς είναι ο ποδοσφαιρικός σύλλογος Ακαρνανικός Φυτειών που αγωνίστηκε μέχρι την Δ’ Εθνική. Την περίοδο 2006/2007 αγωνίζονταν στην Α΄ Κατηγορία Αιτωλ/νίας όπου και τερμάτισε πρώτος με διαφορά κερδίζονταν πάλι την άνοδό του την Δ’ Εθνική. Την περίοδο 2007/2008 αγωνίζεται στην Δ ΄εθνική στο 5ο όμιλο.
Στην Αθήνα ιδρύθηκε ο Σύλλογος Φυτειωτών Αθήνας «Το Λιγοβίτσι». Ο Σύλλογος πραγματοποιεί εκδηλώσεις και εκδίδει εφημερίδα με τίτλο «Φυτειώτικα Νέα».
Ιωάννης Νεομάρτυρας
Ο Ιωάννης ήταν Τούρκος την καταγωγή από την Κόνιτσα της Ηπείρου. Ήταν γιος του Χασάν και γεννήθηκε το 1790. Ο πατέρας του ήταν δερβίσης ιερωμένος. Ο Ιωάννης σε ηλικία 20 ετών κατέβηκε στα Γιάννενα και έγινε και αυτός δερβίσης. Στη συνέχεια κατέβηκε στο Αγρίνιο, όπου είχε αρκετούς Μουσουλμάνους. Εκεί όμως γνώρισε τον χριστιανισμό και πίστεψε κρυφά. Όταν ο προστάτης του μουσουλμάνος έφυγε για τα Γιάννενα πέταξε τα διακριτικά του δερβίση και ανέβηκε στα βουνά ζώντας ως χριστιανός. Όμως κανείς ιερέας δεν τολμούσε να τον βαφτίσει χριστιανό, γιατί φοβόταν την εκδίκηση των Τούρκων. Έτσι έφυγε σε λίγο για την Ιθάκη όπου βαπτίστηκε και πήρε το όνομα Ιωάννης. Γύρισε και ζούσε στο Ξηρόμερο στο χωρίο Μαχαλά. Παντρεύτηκε και ζούσε στο Ξηρόμερο χριστιανική ζωή. Ο πατέρας του κατάφερε να τον εντοπίσει και έστειλε ανθρώπους κρυφά να τον μεταπείσουν, αλλά δεν τα κατάφεραν και γύρισαν πίσω άπρακτοι. Όμως γρήγορα αναγνωρίστηκε από τους ένα μουσελίμη και συνελήφθηκε. Του ζητήθηκε να απαρνηθεί τον χριστιανισμό, όμως αρνήθηκε και δήλωσε ότι προτιμάει να πεθάνει χριστιανός. Υφίσταται φριχτά βασανιστήρια και στο τέλος αποκεφαλίζεται στις 23 Σεπτεμβρίου 1814, όπου και εορτάζεται η μνήμη του.
Πριν μερικά χρόνια ανεγέρθηκε ναός στη Μνήμη του στις Φυτείες, στην είσοδο του χωριό ερχόμενοι από Αγρίνιο. Τοιχογραφία του Αγίου υπάρχει στον ναό Αγίου Χριστοφόρου στο Αγρίνιο, που έγινε από τον Αγρινιώτη επίσκοπο Ευρύπου Βασίλειο Παναγιωτόπουλο και είναι αφιερωμένη στην μνήμη των αγωνιστών που κρεμάστηκαν από τις δυνάμεις κατοχής την Μεγάλη Παρασκευή του 1944 στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου. Όλοι οι άγιοι της Αιτωλοακαρνανίας γιορτάζουν μαζί την Κυριακή του Τυφλού.
Οι Φυτείες είναι χτισμένες σε υψόμετρο 440 μ. σε θέση που δεσπόζει και αγναντεύει όλον τον κάμπο του Αγρινίου μέχρι τα Πανατωλικά όρη. Δυτικά αγναντεύει τα Ακαρνανικά και όλη την ενδοχώρα του Ξηρομέρου. Βόρεια το φαίνονται τα περίφημα Τζουμέρκα και τα περήφανα Άγραφα. Το κλίμα της είναι αρκετά υγιεινό με δροσερό καλοκαίρι.
Οι Φυτείες είναι σχετικά νέος οικισμός. το όνομα Φυτείες το πήρε το 1954, μέχρι τότε ονομάζονταν Μαχαλάς ή Μαχαλά. Χτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα πάνω σε εφτά λόφους με την συνένωση των οικισμών: Αγία Βαρβάρα, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Θεόδωρος, Γαδρί, Μανωλόπουλο, Παραπούγκι, Γαζί και Αγία Άννα. Η πρώτη αναφορά για το Μαχαλά (Mahale-IDjedid) γίνεται το 1732 όπου είχε 53 οικογένειες. το 1815 είχε 7 οικογένειες. το Γαζί αναφέρεται για τελευταία φορά το 1732 που είχε 16 οικογένειες (1521 30 οικ., 1562 75 οικ., 1642 22 οικ., 1684 9 οικ.). Την ίδια εποχή εγκαταλείπεται το Μανωλόπουλο. Τελευταία αναφέρεται το 1684 με 14 οικογένειες (1521 56 οικ., 1562 85 οικ., 1642 22 οικ., 1650 22 οικ.). Επίσης το Παραπούγκι (1521 18 οικ., 1562 25 οικ., 1684 6 οικ.) και ο Άγιος Γεώργιος (1521 8 οικ., 1562 15 οικ., 1732 11 οικ.). Η λέξη μαχαλάς είναι τουρκική και σημαίνει γειτονιά, συνοικισμός. Το παλιό όνομα της Μαχαλάς ήταν «Τριανταφυλλιές», και έμεναν σ’ αυτήν μόνο δέκα οικογένειες. Το όνομα λέγετε ότι άλλαξε εξ’ αιτίας του Ιωάννη Μαχαλιώτη, που είναι πρόγονος των Κολοβαίων, γιατί είχε γίνει η αιτία να τους χαρίσει το χαράτσι ο Πασάς των Ιωαννίνων. Στα χρόνια του Αλή πασά ήταν η έδρα του Δερβέναγα της περιοχής. Στη νότια έξοδο του χωριού υπάρχουν τα ερείπια της κούλιας του. Στη βόρεια πλευρά του χωριού πάνω στο λόφο έχει δημιουργηθεί ένα όμορο δασύλλιο. Στο πιο ψηλό μέρος του υψώματος σώζεται ένας παλιός ανεμόμυλος.
Ιστορία
Επί δεσποτείας του Αλή πασά ο Μουστάμπεης της Κόνιτσας κατέβηκε στην περιοχή και κατέλυσε στη Μαχαλά. Έτσι οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν καταλύματα στους Αλβανούς στρατιώτες του. αφού φορτώθηκε εφόδια και ζωοτροφές για 250 άντρες και άλογα αξίωσε να του προσφέρουν και πεσκέσι 100 πάστρα. Τελικά καταδέχτηκε να πάρει μόνο 45. Ένας τέτοιος εκβιασμός δεν επιτρέπονταν ούτε από τον Αλή, μόνο στον αρχηγό των αρματολών είχε δώσει τέτοιο δικαίωμα. Όμως οι δυστυχείς Μαχαλιώτες δεν ανάφεραν το γεγονός, γιατί θα γίνονταν στόχος των Αλβανών ληστών. Μετά την ήττα στο Πέτα το 1822 οργανώθηκε αμέσως στρατόπεδο στη Μαχαλά με 3.00 άντρες. Οι άντρες αυτοί ήταν από το Σύνταγμα των τακτικών και από εθελοντές που θέλησαν να συνεχίσουν, ενώ ένα μεγάλο μέρος από αυτούς πήρε πιστοποιητικά από το Μαυροκορδάτο και διαπεραιώθηκαν στα Επτάνησα και από εκεί οι Άγγλοι τους έστειλαν στις πατρίδες τους.
Από το Μαχαλά οργανώθηκε μια επιχείρηση εναντίον των δυνάμεων του Κιουταχή στο Λουτράκι, όμως απέτυχε γιατί οι Τούρκοι φάνηκαν προειδοποιημένοι και άρχισαν οι αλληλοϋποψίες και οι διχόνοιες με αποτέλεσμα να διαλυθεί το στρατόπεδο. Γενικά από πριν το ηθικό του Συντάγματος ήταν πολύ πεσμένο και ήταν χωρίς παπούτσια και χλαίνες. Ο Μαυροκορδάτος έδωσε εντολή να φύγουν για το Βραχώρι, όμως μόνο οι μισοί υπάκουσαν, οι υπόλοιποι έμειναν. Έφτασαν στο Βραχώρι στις 12 Αυγούστου. Στις 19 Αυγούστου ο Μαυροκορδάτος δίνει εντολή να κινηθούν προς την Κατούνα. Όμως, όταν έμαθαν ότι ο Ομερ Βρυώνης με 8.000 άντρες πέρασε στο Λουτράκι, γύρισαν πίσω στο Βραχώρι. Σε λίγες μέρες οι Τούρκοι μπήκαν στη Μαχαλά, σκότωσαν όσους βρήκαν και λεηλάτησαν το χωριό. Οι στρατιώτες στο Βραχώρι έβλεπαν στήλες καπνού και πήραν θέσεις άμυνας, οι κάτοικοι πήραν όμως τα βουνά αρνούμενοι να αμυνθούν. Οι στρατιώτες βρήκαν ευκαιρία και λεηλάτησαν τα σπίτια, τα μαγαζιά και τις αποθήκες και εγκατέλειψαν την περιοχή. Ύστερα από αυτό οι στρατιώτες αποφάσισαν αν γυρίσουν στο Μοριά, αδιαφορώντας για τις εντολές του Μαυροκορδάτου. Μαζί του έμεινε ο στρατηγός Νόρμαν, οι υπόλοιποι πέρασαν τον Εύηνο (Φειδάρη) ποταμό.
Τους Τούρκους τελικά σταμάτησαν στον Αετό (10 Αυγούστου 1822) ο Γ. Βαρνακιώτης, ο Θ. Γρίβας και άλλοι ντόπιοι οπλαρχηγοί. Από τη Μαχαλά ήταν ο διοικητής της Αιτωλοακαρνανίας επί Κούρτ πασά Πάνος Γαλάνης ή Μεγαπάνος. Ο Μεγαπάνος είχε μεγάλη περιουσία και έλαβε μέρος στον Αγώνα, όπως και όλη η οικογένειά του. Ο ίδιος συνελήφθηκε αιχμάλωτος το 1826 μετά την πτώση του Αιτωλικού, οδηγήθηκε στην Άρτα όπου εκτελέστηκε. Ήταν στενός φίλος του Μαυροκορδάτου και αντίπαλος του Καραϊσκάκη. Εκτός από την οικογένεια Μεγαπάνου πολλοί ήταν και οι άλλοι αγωνιστές από τη Μαχαλά που έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821.
Σύγχρονες Φυτείες
Το 1830, σύμφωνα με το Αρχείο Καποδίστρια, διέμεναν στη Μαχαλά 58 οικογένειες και σύμφωνα με τη δήλωσή τους είχαν όλες ιδιόκτητα κτήματα. Η καλλιεργήσιμη ιδιόκτητη γη ήταν 250 στρ. και η ακαλλιέργητη 5.217. Οι κάτοικοι δεν δήλωσαν καθόλου εθνική γη, όπως τους ζητήθηκε από την Κυβέρνηση Καποδίστρια, η οποία έκανε προσπάθεια να καταγράψει τα εθνικά κτήματα. Όμως οι κάτοικοι του Ξηρομέρου έδειξαν απροθυμία, μερικά χωρία δεν δήλωσαν ούτε τον αριθμό των οικογενειών.
Μετά την Επανάσταση ανήκει στο Δήμο Μαραθίας και στη συνέχεια στο Δήμο Εχίνου μέχρι το 1912 που έγινε αυτόνομη Κοινότητα. Ο από τις Φυτείες περνάει ο δημόσιος δρόμος από το Αγρίνιο προς τον Αστακό που έγινε το 1904 και άρχισε η συγκοινωνία με ταχυδρομικές άμαξες.
Σήμερα, λοιπόν, η παλιά Μαχαλά ονομάζεται Φυτείες, που σημαίνει τόπο με καλλιέργειες. Το 1954 το Υπουργείο Εσωτερικών είχε δώσει διαταγή να αλλάξουν όλα τα τούρκικα ονόματα και το κοινοτικό συμβούλιο της Μαχαλάς πρότεινε στο Υπουργείο τρία ονόματα ώστε να επιλεγεί ένα από αυτά. Πρότεινε λοιπόν τα ονόματα: α) Οζερεία, που σχετίζεται με την αρχαία πόλη που βρίσκεται βυθισμένη στην λίμνη Οζερός. β) Δύριον, που ήταν αρχαία πόλη κοντά στο Λιγοβίτσι, την οποία διεκδικούσε και η Σκουρτού. γ) Φοίτιον, σχετικό με την αρχαία πόλη του Φοιτία. Το Υπουργείο επέλεξε την Τρίτη, αλλάζοντάς το όμως ορθογραφικώς σε Φυτείες, από το ρήμα φυτεύω. Το 1954 δόθηκε το άνομα Φυτείες έτσι «που να έχει σχέση με τις καπνοφυτείες» Η μετονομασία έγινε με το Β.Δ. 11-5-1954 (ΦΕΚ. 101/24-5-1954).
Μετά την Επανάσταση οι Φυτείες μεγάλωσαν αρκετά και γνώρισαν μεγάλη ακμή, κυρίως εξ’ αιτίας της καπνοκαλλιέργειας. Από το 1998 είναι έδρα του Δήμου Φυτειών. Έχει, εκτός από νηπιαγωγείο και δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο.
Οι Φυτείες έχουν Πολιτιστικό Σύλλογο με το όνομα «Ακαρνανικό Φως» που τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει πλούσια δράση. Κάθε χρόνο διοργανώνει το καλοκαίρι πολιτιστικές εκδηλώσεις και τις μέρες των Χριστουγέννων αναβιώνει το έθιμο της τσιγαρίδας. Στην πλατεία του χωριού ανάβουν φωτιές και τα καζάνια βράζουν το χοιρινό λίπος. Το τσιγαρισμένο κρέας γεμίζει με τη μυρωδιά του τον αέρα και ανοίγει την όρεξη στους πολλούς παρευρισκόμενους. Ο Σύλλογος μοιράζει το κρέας σε όλους και κερνάει κρασί, ενώ ταυτόχρονα στην πλατεία γίνεται γλέντι. Άξιος αναφοράς είναι ο ποδοσφαιρικός σύλλογος Ακαρνανικός Φυτειών που αγωνίστηκε μέχρι την Δ’ Εθνική. Την περίοδο 2006/2007 αγωνίζονταν στην Α΄ Κατηγορία Αιτωλ/νίας όπου και τερμάτισε πρώτος με διαφορά κερδίζονταν πάλι την άνοδό του την Δ’ Εθνική. Την περίοδο 2007/2008 αγωνίζεται στην Δ ΄εθνική στο 5ο όμιλο.
Στην Αθήνα ιδρύθηκε ο Σύλλογος Φυτειωτών Αθήνας «Το Λιγοβίτσι». Ο Σύλλογος πραγματοποιεί εκδηλώσεις και εκδίδει εφημερίδα με τίτλο «Φυτειώτικα Νέα».
Ιωάννης Νεομάρτυρας
Ο Ιωάννης ήταν Τούρκος την καταγωγή από την Κόνιτσα της Ηπείρου. Ήταν γιος του Χασάν και γεννήθηκε το 1790. Ο πατέρας του ήταν δερβίσης ιερωμένος. Ο Ιωάννης σε ηλικία 20 ετών κατέβηκε στα Γιάννενα και έγινε και αυτός δερβίσης. Στη συνέχεια κατέβηκε στο Αγρίνιο, όπου είχε αρκετούς Μουσουλμάνους. Εκεί όμως γνώρισε τον χριστιανισμό και πίστεψε κρυφά. Όταν ο προστάτης του μουσουλμάνος έφυγε για τα Γιάννενα πέταξε τα διακριτικά του δερβίση και ανέβηκε στα βουνά ζώντας ως χριστιανός. Όμως κανείς ιερέας δεν τολμούσε να τον βαφτίσει χριστιανό, γιατί φοβόταν την εκδίκηση των Τούρκων. Έτσι έφυγε σε λίγο για την Ιθάκη όπου βαπτίστηκε και πήρε το όνομα Ιωάννης. Γύρισε και ζούσε στο Ξηρόμερο στο χωρίο Μαχαλά. Παντρεύτηκε και ζούσε στο Ξηρόμερο χριστιανική ζωή. Ο πατέρας του κατάφερε να τον εντοπίσει και έστειλε ανθρώπους κρυφά να τον μεταπείσουν, αλλά δεν τα κατάφεραν και γύρισαν πίσω άπρακτοι. Όμως γρήγορα αναγνωρίστηκε από τους ένα μουσελίμη και συνελήφθηκε. Του ζητήθηκε να απαρνηθεί τον χριστιανισμό, όμως αρνήθηκε και δήλωσε ότι προτιμάει να πεθάνει χριστιανός. Υφίσταται φριχτά βασανιστήρια και στο τέλος αποκεφαλίζεται στις 23 Σεπτεμβρίου 1814, όπου και εορτάζεται η μνήμη του.
Πριν μερικά χρόνια ανεγέρθηκε ναός στη Μνήμη του στις Φυτείες, στην είσοδο του χωριό ερχόμενοι από Αγρίνιο. Τοιχογραφία του Αγίου υπάρχει στον ναό Αγίου Χριστοφόρου στο Αγρίνιο, που έγινε από τον Αγρινιώτη επίσκοπο Ευρύπου Βασίλειο Παναγιωτόπουλο και είναι αφιερωμένη στην μνήμη των αγωνιστών που κρεμάστηκαν από τις δυνάμεις κατοχής την Μεγάλη Παρασκευή του 1944 στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου. Όλοι οι άγιοι της Αιτωλοακαρνανίας γιορτάζουν μαζί την Κυριακή του Τυφλού.
Αρχοντοχώρι.
Το Αρχοντοχώρι είναι ένα ορεινό χωριό στην καρδιά του Ξηρομέρου στις πρόποδες των Ακαρνανικών βουνών. Βρίσκεται χτισμένο στη νότια πλαγιά του όρους Μπούμιστος σε υψόμετρο 480 μ. Ο Μπούμιστος είναι το δεύτερο σε ύψος βουνό των Ακαρνανικών με υψόμετρο 1473 μ. Το χωριό είναι παλαιότατο και ήταν χτισμένο βορειοανατολικά στη θέση Αρχοντικά, όπου σώζονται τα λείψανά του. Στη σημερινή θέση το χωριό άρχισε να μεταφέρεται σταδιακά από τον 16ο μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα. Κατά την Τουρκοκρατία υπέστη πολλές λεηλασίες και καταστροφές από τους Τουρκαλβανούς και απλώνονταν από τα Αρχοντικά, μέχρι τον ερειπωμένο ναό του Αγίου Προκοπίου. Σήμερα έχει μεταφερθεί λίγο χαμηλότερα και φτάνει σχεδόν μέχρι το νεκροταφείο. Το τοπίο του χωριού είναι πετρώδες και ξηρό με ασβεστολιθικά πετρώματα. Στον Κάμπο τα εδάφη είναι ψαμμολιθικά και αργιλώδη και γι’ αυτό ευνοούν την ανάπτυξη της ελιάς. Γύρω από το χωρίο είναι πραγματικό Ξηρόμερο, θα μπορούσαμε να πούμε. Παλαιότερα το χωριό υδρεύονταν από στέρνες. Στην πλαγιά του Μπούμιστου κυριαρχούν οι ασφάκες. Τα δέντρα είναι πολύ ελάχιστα στην πλευρά αυτή του βουνού, ενώ αντίθετα στην άλλη του πλευρά υπάρχουν πηγές και ένα πυκνό δάσος μαύρης ελάτης. Μέσα στο χωριό κυριαρχούσαν από χρόνια οι αμυγδαλιές. Η περιφέρεια του χωριού είναι τεράστια. Αρχίζει από την κορυφή του Μπούμιστου και νότια φτάνει κοντά στο Βασιλόπουλο και ανατολικά στο Καλαβούνι και λίγο έξω από τον Αετό. Νοτιοδυτικά φτάνει μέχρι την παραλία έξω από το Μύτικα και μέχρι την ακτή Αγριελία στη Βελά. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την ελαιοκομία (για παραγωγή λαδιού μόνο), την κτηνοτροφία και μέχρι πρόσφατα την καπνοκαλλιέργεια. Στη δεκαετία του ’70 υπολογίζονταν ότι υπήρχαν στο χωριό γύρω στα 20.000 γιδοπρόβατα και βοοειδή.Σύμφωνα με την παράδοση, το πρώτο όνομα του χωριού ήταν Τσοπάνος.
Πήρε το όνομα από την πρώτη οικογένεια κτηνοτρόφων που εγκαταστάθηκε εκεί. Ιστορικά το χωριό χρονολογείται από τον 5ο π.Χ. αιώνα. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου τάχθηκε με το πλευρό των Αθηναίων. Το μέρος που χτίστηκε του εξασφάλιζε προστασία, κυρίως από τη θάλασσα και τους πειρατές που κατά καιρούς λεηλατούσαν τα παράλια της Ακαρνανίας. Αυτό έκανε τους κατοίκους των χωριών του Κάμπου Μερδενίκου και Κανδήλας (Κανδήλες, αναφέρονται στη Βυζαντινή εποχή, ως τέσσερα χωριά και των Αλυζίων παλαιότερα) να αναζητήσουν ένα πιο ασφαλές μέρος να χτίσουν τα σπίτια του. Το μέρος που είναι χτισμένη η Ζάβιτσα είναι σχεδόν απρόσιτο από την πλευρά της θάλασσας, αφού το στενό περάσματα προς τη θάλασσα μπορούσε εύκολα να φυλαχτεί. Ένα άλλο πέρασμα προς τη θάλασσα είναι, από την περιοχή της Ντοργοβίτσας, η Βερίνα ή Διαβολολαγκάδα. Όμως αυτό δεν ξεκινάει από μέρος, που συνήθως αποβιβάζονταν οι πειρατές. Τη βυζαντινή εποχή το χωριό ονομάζονταν Ζάβιτσα. Το όνομα είναι βυζαντινής προέλευσης. Για ένα διάστημα πέρασε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου (1204-1405) και ύστερα, μέχρι την Τουρκική κατάκτηση (1460), στον Κάρολο Α΄ Τόκκο.
Επί Τουρκοκρατίας ήταν μεγάλο και πλούσιο χωριό με πολλούς άρχοντες και αρχοντικά. Γι’ αυτό πήρε και το όνομα Αρχοντοχώρι αργότερα. Ένα δημοτικό τραγούδι λέει: «στο Βάρνακα τα καπετανάτα, στη Ζάβιτσα τ’ αρχοντάτα». Πράγματι ακόμα και σήμερα είναι εντυπωσιακά μερικά σπίτια που σώζονται. Στη θέση Αρχοντικά μπορεί να δει κανείς τα ερείπια πολλών αρχοντικών. Ενώ πάνω από το χωριό μπορεί να θαυμάσει τον πετρόχτιστο ανεμόμυλο.Η περιοχή Ντοργοβίτσα ανήκει στο Αρχοντοχώρι. Εκεί παλιότερα ήταν οικισμός. Το όνομα είναι σλάβικο (οι Δραγοβίτες ή Δρογοβίτες ήταν Σλαβική φυλή που μετείχε στην Τρίτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης 617-619 μ.Χ). Επί Τουρκοκρατίας (1450-1684) αναφέρεται ένας οικισμός Dragovitsa που το 1562 είχε 65 οικογένειες. Επίσης στην περιοχή του Αρχοντοχωρίου στο Μέγα Όρος (υψ. 697) βρίσκεται το οχυρό της αρχαίας Αλυζίας Καστρί που δέσποζε στο θαλάσσια περιοχή της αρχαίας πόλης και ένας αμυντικός πύργος στο δρόμο προς τον κάμπο. Στην περιοχή Δρυμώνα βρέθηκε ιερό της θεάς Αρτέμιδας. Από το χωριό πέρασε ο Κοσμάς ο Αιτωλός μετά τη επίσκεψή του στη Μονή Ρόμβης και το Βάρνακα (1774). Μίλησε στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής και τους παρακίνησε να χτίσουν τον Ναό του Αγίου Νικολάου εκεί που είναι το νεκροταφείο και το ναό του Αγίου Αθανασίου στα Αρχοντικά.Στις αρχές του 16ου αιώνα το χωριό είχε 96 οικογένειες. Το 1642 έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του με 225 οικογένειες. Από εδώ αρχίζει η σταδιακή μείωση του πληθυσμού. Το 1684 είχε 40 οικογένειες και 70 το 1815. Την εποχή της Τουρκοκρατίας πολλοί κάτοικοι της Ζάβιτσας μετοίκησαν στα νησιά Κάλαμος, Ιθάκη, Λευκάδα, Μεγανήσι και αλλού. Το 1844 είχε 696 κατ. Το 1920 είχε 1067 κατ. Το 1940 είχε 1040. Το 1951 είχε 1.109 κατ. Το 1971 είχε 1551 κατ. και το 1981 είχε 1181 κατ.
Μετονομάστηκε επίσημα σε Αρχοντοχώρι το 1927 (Β.Δ. 9-9-1927 φεκ 206/Α/1927). Από τη Ζάβιτσα κατάγονται πολλές οικογένειες πλουσίων και προεστών που μετά την Επανάσταση του 1821 μετοίκησαν στη Μύτικα, στον Αστακό, στην Κανδήλα (κυρίως μετά το 1880), αλλά και σε άλλα μέρη, όπως η οικογένεια του Καραπάνου στην Άρτα. Απόγονος της οικογένειας αυτής ήταν ο βουλευτής επί Χ. Τρικούπη Κωνσταντίνος Καραπάνος. Πολύ σπουδαία οικογένεια προεστών ήταν η οικογένεια Ζαβογιάννη. Ο Παπαστάμος Ζαβογιάννης την περίοδο του Αγώνα είχε μαγαζί στην παραλία στη θέση Παλιομάγαζα και τροφοδοτούσε με εφόδια τους Αγωνιστές.Στη Ζάβιτσα έμενε και ο Δήμος Τσέλιος ή Δημοτσέλιος. Ο Τσέλιος ήταν γόνος παλιάς αρματολικής οικογένειας που κατάγονταν από την Κεφαλλονία και λεγόνταν Φερεντίνος. Γεννήθηκε στο Μεγανήσι Λευκάδος, όπου έμενε η οικογένεια του. Έφυγε κλέφτης μικρός, γιατί είχε σκοτώσει δύο Τουρκαλβανούς. Πήρε το προσωνύμιο τσέλιος που σημαίνει στα αρβανίτικα φοβερός, ατρόμητος, που προκαλούσε φόβο στους εχθρούς του. Κατά την παράδοση ο Τσέλιος γεννήθηκε στη Ζάβιτσα απ’ όπου ήταν η μάνα του.Γνωστός είναι και ο δάσκαλος και προεστός από τη Ζάβιτσα Φώτης Καραπάνος, που έλαβε μέρος στις πολιτικές διεργασίες του Αγώνα. Δεν ήταν λίγοι οι Ζαβιτσάνοι οπλαρχηγοί που έλαβαν μέρος στον Αγώνα του 1821 επικεφαλής πολλών συγχωριανών τους αγωνιστών, όπως ο Ευστάθιος Χεινόπωρος, ο Λιοπύρης, ο Πεταλιάς, ο Δρακάς ή Κρίθιμος, ο Ρούπας, ο Νίκος Φράγκος ή Φραγκογιάννης, ο Αναγνώστης Καραγιάννης, ο Κωνσταντίνος Καραπάνος κ.α. Στην Επανάσταση ήταν γνωστός και ο ανιψιός του Δημοτσέλιο Νίκος Τσέλιος που μετοίκησε στο Δραγαμέστο.
Γύρω από το χωριό κυριαρχεί η χαμηλή βλάστηση από πουρνάρια, φυλίκια και ασφάκες και δεσπόζουν ορεινοί όγκοι με κυρίαρχο το Μπούμιστο. Στον κάμπο κυριαρχεί το ασημοπράσινο χρώμα των φύλλων της ελιάς. Οι απέραντοι ελαιώνες του Κάμπου καλύπτουν κάθε σπιθαμή γης μέχρι τη θάλασσα και ως πάνω από την Κανδήλα και την Παναγούλα. Στο τέλος αυτού του απέραντου ελαιώνα του, υπάρχουν απίθανες και φιλόξενες παραλίες με όμορφα καταστήματα. Οι παραλίες αυτές κατακλύζονται κάθε καλοκαίρι από πλήθος τουριστών. Το Αρχοντοχώρι είναι, ίσως, το μοναδικό χωριό που διαθέτει τέτοια ποικιλία εδαφών και οικοσυστημάτων. Αλπικό τοπίο στο Μπούμιστο, ξηρό και ζεστό στο χωριό το καλοκαίρι και ξηρό και κρύο το χειμώνα, υγρό και ζεστό στο Κάμπο και δροσερό στη παράλια ζώνη. Για όλους αυτούς τους λόγους, το Αρχοντοχώρι, «όνομα και πράγμα» θα λέγαμε αποτελεί πραγματικά έναν ξεχωριστό και μοναδικό προορισμό για τον κάθε επισκέπτη.
Πήρε το όνομα από την πρώτη οικογένεια κτηνοτρόφων που εγκαταστάθηκε εκεί. Ιστορικά το χωριό χρονολογείται από τον 5ο π.Χ. αιώνα. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου τάχθηκε με το πλευρό των Αθηναίων. Το μέρος που χτίστηκε του εξασφάλιζε προστασία, κυρίως από τη θάλασσα και τους πειρατές που κατά καιρούς λεηλατούσαν τα παράλια της Ακαρνανίας. Αυτό έκανε τους κατοίκους των χωριών του Κάμπου Μερδενίκου και Κανδήλας (Κανδήλες, αναφέρονται στη Βυζαντινή εποχή, ως τέσσερα χωριά και των Αλυζίων παλαιότερα) να αναζητήσουν ένα πιο ασφαλές μέρος να χτίσουν τα σπίτια του. Το μέρος που είναι χτισμένη η Ζάβιτσα είναι σχεδόν απρόσιτο από την πλευρά της θάλασσας, αφού το στενό περάσματα προς τη θάλασσα μπορούσε εύκολα να φυλαχτεί. Ένα άλλο πέρασμα προς τη θάλασσα είναι, από την περιοχή της Ντοργοβίτσας, η Βερίνα ή Διαβολολαγκάδα. Όμως αυτό δεν ξεκινάει από μέρος, που συνήθως αποβιβάζονταν οι πειρατές. Τη βυζαντινή εποχή το χωριό ονομάζονταν Ζάβιτσα. Το όνομα είναι βυζαντινής προέλευσης. Για ένα διάστημα πέρασε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου (1204-1405) και ύστερα, μέχρι την Τουρκική κατάκτηση (1460), στον Κάρολο Α΄ Τόκκο.
Επί Τουρκοκρατίας ήταν μεγάλο και πλούσιο χωριό με πολλούς άρχοντες και αρχοντικά. Γι’ αυτό πήρε και το όνομα Αρχοντοχώρι αργότερα. Ένα δημοτικό τραγούδι λέει: «στο Βάρνακα τα καπετανάτα, στη Ζάβιτσα τ’ αρχοντάτα». Πράγματι ακόμα και σήμερα είναι εντυπωσιακά μερικά σπίτια που σώζονται. Στη θέση Αρχοντικά μπορεί να δει κανείς τα ερείπια πολλών αρχοντικών. Ενώ πάνω από το χωριό μπορεί να θαυμάσει τον πετρόχτιστο ανεμόμυλο.Η περιοχή Ντοργοβίτσα ανήκει στο Αρχοντοχώρι. Εκεί παλιότερα ήταν οικισμός. Το όνομα είναι σλάβικο (οι Δραγοβίτες ή Δρογοβίτες ήταν Σλαβική φυλή που μετείχε στην Τρίτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης 617-619 μ.Χ). Επί Τουρκοκρατίας (1450-1684) αναφέρεται ένας οικισμός Dragovitsa που το 1562 είχε 65 οικογένειες. Επίσης στην περιοχή του Αρχοντοχωρίου στο Μέγα Όρος (υψ. 697) βρίσκεται το οχυρό της αρχαίας Αλυζίας Καστρί που δέσποζε στο θαλάσσια περιοχή της αρχαίας πόλης και ένας αμυντικός πύργος στο δρόμο προς τον κάμπο. Στην περιοχή Δρυμώνα βρέθηκε ιερό της θεάς Αρτέμιδας. Από το χωριό πέρασε ο Κοσμάς ο Αιτωλός μετά τη επίσκεψή του στη Μονή Ρόμβης και το Βάρνακα (1774). Μίλησε στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής και τους παρακίνησε να χτίσουν τον Ναό του Αγίου Νικολάου εκεί που είναι το νεκροταφείο και το ναό του Αγίου Αθανασίου στα Αρχοντικά.Στις αρχές του 16ου αιώνα το χωριό είχε 96 οικογένειες. Το 1642 έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του με 225 οικογένειες. Από εδώ αρχίζει η σταδιακή μείωση του πληθυσμού. Το 1684 είχε 40 οικογένειες και 70 το 1815. Την εποχή της Τουρκοκρατίας πολλοί κάτοικοι της Ζάβιτσας μετοίκησαν στα νησιά Κάλαμος, Ιθάκη, Λευκάδα, Μεγανήσι και αλλού. Το 1844 είχε 696 κατ. Το 1920 είχε 1067 κατ. Το 1940 είχε 1040. Το 1951 είχε 1.109 κατ. Το 1971 είχε 1551 κατ. και το 1981 είχε 1181 κατ.
Μετονομάστηκε επίσημα σε Αρχοντοχώρι το 1927 (Β.Δ. 9-9-1927 φεκ 206/Α/1927). Από τη Ζάβιτσα κατάγονται πολλές οικογένειες πλουσίων και προεστών που μετά την Επανάσταση του 1821 μετοίκησαν στη Μύτικα, στον Αστακό, στην Κανδήλα (κυρίως μετά το 1880), αλλά και σε άλλα μέρη, όπως η οικογένεια του Καραπάνου στην Άρτα. Απόγονος της οικογένειας αυτής ήταν ο βουλευτής επί Χ. Τρικούπη Κωνσταντίνος Καραπάνος. Πολύ σπουδαία οικογένεια προεστών ήταν η οικογένεια Ζαβογιάννη. Ο Παπαστάμος Ζαβογιάννης την περίοδο του Αγώνα είχε μαγαζί στην παραλία στη θέση Παλιομάγαζα και τροφοδοτούσε με εφόδια τους Αγωνιστές.Στη Ζάβιτσα έμενε και ο Δήμος Τσέλιος ή Δημοτσέλιος. Ο Τσέλιος ήταν γόνος παλιάς αρματολικής οικογένειας που κατάγονταν από την Κεφαλλονία και λεγόνταν Φερεντίνος. Γεννήθηκε στο Μεγανήσι Λευκάδος, όπου έμενε η οικογένεια του. Έφυγε κλέφτης μικρός, γιατί είχε σκοτώσει δύο Τουρκαλβανούς. Πήρε το προσωνύμιο τσέλιος που σημαίνει στα αρβανίτικα φοβερός, ατρόμητος, που προκαλούσε φόβο στους εχθρούς του. Κατά την παράδοση ο Τσέλιος γεννήθηκε στη Ζάβιτσα απ’ όπου ήταν η μάνα του.Γνωστός είναι και ο δάσκαλος και προεστός από τη Ζάβιτσα Φώτης Καραπάνος, που έλαβε μέρος στις πολιτικές διεργασίες του Αγώνα. Δεν ήταν λίγοι οι Ζαβιτσάνοι οπλαρχηγοί που έλαβαν μέρος στον Αγώνα του 1821 επικεφαλής πολλών συγχωριανών τους αγωνιστών, όπως ο Ευστάθιος Χεινόπωρος, ο Λιοπύρης, ο Πεταλιάς, ο Δρακάς ή Κρίθιμος, ο Ρούπας, ο Νίκος Φράγκος ή Φραγκογιάννης, ο Αναγνώστης Καραγιάννης, ο Κωνσταντίνος Καραπάνος κ.α. Στην Επανάσταση ήταν γνωστός και ο ανιψιός του Δημοτσέλιο Νίκος Τσέλιος που μετοίκησε στο Δραγαμέστο.
Γύρω από το χωριό κυριαρχεί η χαμηλή βλάστηση από πουρνάρια, φυλίκια και ασφάκες και δεσπόζουν ορεινοί όγκοι με κυρίαρχο το Μπούμιστο. Στον κάμπο κυριαρχεί το ασημοπράσινο χρώμα των φύλλων της ελιάς. Οι απέραντοι ελαιώνες του Κάμπου καλύπτουν κάθε σπιθαμή γης μέχρι τη θάλασσα και ως πάνω από την Κανδήλα και την Παναγούλα. Στο τέλος αυτού του απέραντου ελαιώνα του, υπάρχουν απίθανες και φιλόξενες παραλίες με όμορφα καταστήματα. Οι παραλίες αυτές κατακλύζονται κάθε καλοκαίρι από πλήθος τουριστών. Το Αρχοντοχώρι είναι, ίσως, το μοναδικό χωριό που διαθέτει τέτοια ποικιλία εδαφών και οικοσυστημάτων. Αλπικό τοπίο στο Μπούμιστο, ξηρό και ζεστό στο χωριό το καλοκαίρι και ξηρό και κρύο το χειμώνα, υγρό και ζεστό στο Κάμπο και δροσερό στη παράλια ζώνη. Για όλους αυτούς τους λόγους, το Αρχοντοχώρι, «όνομα και πράγμα» θα λέγαμε αποτελεί πραγματικά έναν ξεχωριστό και μοναδικό προορισμό για τον κάθε επισκέπτη.
Οι περιπέτειες ενός τσαλαπετεινού…
Δημοσιεύτηκε στις 01.05.2009 στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας “ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ” (Ημερήσια εφημερίδα Αιτωλίας και Ακαρνανίας).
Ο τσαλαπετεινός της φωτογραφίας εντοπίστηκε σε αγροτική έκταση λίγο έξω απ’ το Αγρίνιο. Στα Κοκκινοπήλια συγκεκριμένα. Ήταν τραυματισμένος από όπλο κυνηγού και, με σπασμένη τη μια του φτερούγα, δεν μπορούσε ασφαλώς να πετάξει. Τον εντόπισε φίλος, τακτικός αναγνώστης της εφημερίδας μας, ο οποίος και περιέθαλψε το δύσμοιρο πτηνό.
Κατάλαβε όμως ότι δεν μπορεί να το σώσει και έτσι απευθύνθηκε στο ΚΕΠΕΤΡΙ (Κέντρο Περιβάλλοντος Τριχωνίδας) για να ρωτήσει τι έπρεπε να κάνει. Με τις οδηγίες που πήρε μπόρεσε να παράσχει ουσιαστικές υπηρεσίες φροντίδας και στη συνέχεια «ταχυδρόμησε» τον τραυματία τσαλαπετεινό στην Αίγινα και στο εκεί Κέντρο Προστασίας Άγριων Πτηνών, ώστε να αναλάβουν οι ειδικοί και να σωθεί το πανέμορφο αυτό πουλί. Στήθηκε δηλαδή μια μικρή επιχείρηση για τη σωτηρία του.
Να σημειωθεί ότι οι τσαλαπετεινοί είναι προστατευόμενο είδος. Ο κυνηγός που το πυροβόλησε… ή εντελώς άσχετος ήταν ή εγκληματίας. Ή και τα δύο!
Κατάλαβε όμως ότι δεν μπορεί να το σώσει και έτσι απευθύνθηκε στο ΚΕΠΕΤΡΙ (Κέντρο Περιβάλλοντος Τριχωνίδας) για να ρωτήσει τι έπρεπε να κάνει. Με τις οδηγίες που πήρε μπόρεσε να παράσχει ουσιαστικές υπηρεσίες φροντίδας και στη συνέχεια «ταχυδρόμησε» τον τραυματία τσαλαπετεινό στην Αίγινα και στο εκεί Κέντρο Προστασίας Άγριων Πτηνών, ώστε να αναλάβουν οι ειδικοί και να σωθεί το πανέμορφο αυτό πουλί. Στήθηκε δηλαδή μια μικρή επιχείρηση για τη σωτηρία του.
Να σημειωθεί ότι οι τσαλαπετεινοί είναι προστατευόμενο είδος. Ο κυνηγός που το πυροβόλησε… ή εντελώς άσχετος ήταν ή εγκληματίας. Ή και τα δύο!
Το γεγονός όμως ότι κάποιοι άλλοι πολίτες όχι μόνο δεν αδιαφόρησαν, αλλά μπήκαν στον κόπο να περιθάλψουν το πανέμορφο αυτό πουλί και να το στείλουν στο «νοσοκομείο» στην Αίγινα, δείχνει ότι… επιτέλους κάτι έχει αλλάξει.
Ότι οι κάτοικοι της περιοχής έχουν αλλάξει. Πράγματα που κάποτε θα τα προσεγγίζαμε με μια εντελώς ωχαδελφιστική αντίληψη, πλέον συγκινούν τους ανθρώπους που και ευαισθησία έχουν και ανησυχίες.
Σ’ αυτούς οφείλουμε ένα μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)













