2/5/09

Μαχαλάς Ξηρομέρου.


Θέση - οικισμός
Οι Φυτείες είναι χτισμένες σε υψόμετρο 440 μ. σε θέση που δεσπόζει και αγναντεύει όλον τον κάμπο του Αγρινίου μέχρι τα Πανατωλικά όρη. Δυτικά αγναντεύει τα Ακαρνανικά και όλη την ενδοχώρα του Ξηρομέρου. Βόρεια το φαίνονται τα περίφημα Τζουμέρκα και τα περήφανα Άγραφα. Το κλίμα της είναι αρκετά υγιεινό με δροσερό καλοκαίρι.
Οι Φυτείες είναι σχετικά νέος οικισμός. το όνομα Φυτείες το πήρε το 1954, μέχρι τότε ονομάζονταν Μαχαλάς ή Μαχαλά. Χτίστηκε στις αρχές του 18ου αιώνα πάνω σε εφτά λόφους με την συνένωση των οικισμών: Αγία Βαρβάρα, Άγιος Γεώργιος, Άγιος Θεόδωρος, Γαδρί, Μανωλόπουλο, Παραπούγκι, Γαζί και Αγία Άννα. Η πρώτη αναφορά για το Μαχαλά (Mahale-IDjedid) γίνεται το 1732 όπου είχε 53 οικογένειες. το 1815 είχε 7 οικογένειες. το Γαζί αναφέρεται για τελευταία φορά το 1732 που είχε 16 οικογένειες (1521 30 οικ., 1562 75 οικ., 1642 22 οικ., 1684 9 οικ.). Την ίδια εποχή εγκαταλείπεται το Μανωλόπουλο. Τελευταία αναφέρεται το 1684 με 14 οικογένειες (1521 56 οικ., 1562 85 οικ., 1642 22 οικ., 1650 22 οικ.). Επίσης το Παραπούγκι (1521 18 οικ., 1562 25 οικ., 1684 6 οικ.) και ο Άγιος Γεώργιος (1521 8 οικ., 1562 15 οικ., 1732 11 οικ.). Η λέξη μαχαλάς είναι τουρκική και σημαίνει γειτονιά, συνοικισμός. Το παλιό όνομα της Μαχαλάς ήταν «Τριανταφυλλιές», και έμεναν σ’ αυτήν μόνο δέκα οικογένειες. Το όνομα λέγετε ότι άλλαξε εξ’ αιτίας του Ιωάννη Μαχαλιώτη, που είναι πρόγονος των Κολοβαίων, γιατί είχε γίνει η αιτία να τους χαρίσει το χαράτσι ο Πασάς των Ιωαννίνων. Στα χρόνια του Αλή πασά ήταν η έδρα του Δερβέναγα της περιοχής. Στη νότια έξοδο του χωριού υπάρχουν τα ερείπια της κούλιας του. Στη βόρεια πλευρά του χωριού πάνω στο λόφο έχει δημιουργηθεί ένα όμορο δασύλλιο. Στο πιο ψηλό μέρος του υψώματος σώζεται ένας παλιός ανεμόμυλος.
Ιστορία
Επί δεσποτείας του Αλή πασά ο Μουστάμπεης της Κόνιτσας κατέβηκε στην περιοχή και κατέλυσε στη Μαχαλά. Έτσι οι κάτοικοι ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν καταλύματα στους Αλβανούς στρατιώτες του. αφού φορτώθηκε εφόδια και ζωοτροφές για 250 άντρες και άλογα αξίωσε να του προσφέρουν και πεσκέσι 100 πάστρα. Τελικά καταδέχτηκε να πάρει μόνο 45. Ένας τέτοιος εκβιασμός δεν επιτρέπονταν ούτε από τον Αλή, μόνο στον αρχηγό των αρματολών είχε δώσει τέτοιο δικαίωμα. Όμως οι δυστυχείς Μαχαλιώτες δεν ανάφεραν το γεγονός, γιατί θα γίνονταν στόχος των Αλβανών ληστών. Μετά την ήττα στο Πέτα το 1822 οργανώθηκε αμέσως στρατόπεδο στη Μαχαλά με 3.00 άντρες. Οι άντρες αυτοί ήταν από το Σύνταγμα των τακτικών και από εθελοντές που θέλησαν να συνεχίσουν, ενώ ένα μεγάλο μέρος από αυτούς πήρε πιστοποιητικά από το Μαυροκορδάτο και διαπεραιώθηκαν στα Επτάνησα και από εκεί οι Άγγλοι τους έστειλαν στις πατρίδες τους.
Από το Μαχαλά οργανώθηκε μια επιχείρηση εναντίον των δυνάμεων του Κιουταχή στο Λουτράκι, όμως απέτυχε γιατί οι Τούρκοι φάνηκαν προειδοποιημένοι και άρχισαν οι αλληλοϋποψίες και οι διχόνοιες με αποτέλεσμα να διαλυθεί το στρατόπεδο. Γενικά από πριν το ηθικό του Συντάγματος ήταν πολύ πεσμένο και ήταν χωρίς παπούτσια και χλαίνες. Ο Μαυροκορδάτος έδωσε εντολή να φύγουν για το Βραχώρι, όμως μόνο οι μισοί υπάκουσαν, οι υπόλοιποι έμειναν. Έφτασαν στο Βραχώρι στις 12 Αυγούστου. Στις 19 Αυγούστου ο Μαυροκορδάτος δίνει εντολή να κινηθούν προς την Κατούνα. Όμως, όταν έμαθαν ότι ο Ομερ Βρυώνης με 8.000 άντρες πέρασε στο Λουτράκι, γύρισαν πίσω στο Βραχώρι. Σε λίγες μέρες οι Τούρκοι μπήκαν στη Μαχαλά, σκότωσαν όσους βρήκαν και λεηλάτησαν το χωριό. Οι στρατιώτες στο Βραχώρι έβλεπαν στήλες καπνού και πήραν θέσεις άμυνας, οι κάτοικοι πήραν όμως τα βουνά αρνούμενοι να αμυνθούν. Οι στρατιώτες βρήκαν ευκαιρία και λεηλάτησαν τα σπίτια, τα μαγαζιά και τις αποθήκες και εγκατέλειψαν την περιοχή. Ύστερα από αυτό οι στρατιώτες αποφάσισαν αν γυρίσουν στο Μοριά, αδιαφορώντας για τις εντολές του Μαυροκορδάτου. Μαζί του έμεινε ο στρατηγός Νόρμαν, οι υπόλοιποι πέρασαν τον Εύηνο (Φειδάρη) ποταμό.
Τους Τούρκους τελικά σταμάτησαν στον Αετό (10 Αυγούστου 1822) ο Γ. Βαρνακιώτης, ο Θ. Γρίβας και άλλοι ντόπιοι οπλαρχηγοί. Από τη Μαχαλά ήταν ο διοικητής της Αιτωλοακαρνανίας επί Κούρτ πασά Πάνος Γαλάνης ή Μεγαπάνος. Ο Μεγαπάνος είχε μεγάλη περιουσία και έλαβε μέρος στον Αγώνα, όπως και όλη η οικογένειά του. Ο ίδιος συνελήφθηκε αιχμάλωτος το 1826 μετά την πτώση του Αιτωλικού, οδηγήθηκε στην Άρτα όπου εκτελέστηκε. Ήταν στενός φίλος του Μαυροκορδάτου και αντίπαλος του Καραϊσκάκη. Εκτός από την οικογένεια Μεγαπάνου πολλοί ήταν και οι άλλοι αγωνιστές από τη Μαχαλά που έλαβαν μέρος στην Επανάσταση του 1821.
Σύγχρονες Φυτείες
Το 1830, σύμφωνα με το Αρχείο Καποδίστρια, διέμεναν στη Μαχαλά 58 οικογένειες και σύμφωνα με τη δήλωσή τους είχαν όλες ιδιόκτητα κτήματα. Η καλλιεργήσιμη ιδιόκτητη γη ήταν 250 στρ. και η ακαλλιέργητη 5.217. Οι κάτοικοι δεν δήλωσαν καθόλου εθνική γη, όπως τους ζητήθηκε από την Κυβέρνηση Καποδίστρια, η οποία έκανε προσπάθεια να καταγράψει τα εθνικά κτήματα. Όμως οι κάτοικοι του Ξηρομέρου έδειξαν απροθυμία, μερικά χωρία δεν δήλωσαν ούτε τον αριθμό των οικογενειών.
Μετά την Επανάσταση ανήκει στο Δήμο Μαραθίας και στη συνέχεια στο Δήμο Εχίνου μέχρι το 1912 που έγινε αυτόνομη Κοινότητα. Ο από τις Φυτείες περνάει ο δημόσιος δρόμος από το Αγρίνιο προς τον Αστακό που έγινε το 1904 και άρχισε η συγκοινωνία με ταχυδρομικές άμαξες.
Σήμερα, λοιπόν, η παλιά Μαχαλά ονομάζεται Φυτείες, που σημαίνει τόπο με καλλιέργειες. Το 1954 το Υπουργείο Εσωτερικών είχε δώσει διαταγή να αλλάξουν όλα τα τούρκικα ονόματα και το κοινοτικό συμβούλιο της Μαχαλάς πρότεινε στο Υπουργείο τρία ονόματα ώστε να επιλεγεί ένα από αυτά. Πρότεινε λοιπόν τα ονόματα: α) Οζερεία, που σχετίζεται με την αρχαία πόλη που βρίσκεται βυθισμένη στην λίμνη Οζερός. β) Δύριον, που ήταν αρχαία πόλη κοντά στο Λιγοβίτσι, την οποία διεκδικούσε και η Σκουρτού. γ) Φοίτιον, σχετικό με την αρχαία πόλη του Φοιτία. Το Υπουργείο επέλεξε την Τρίτη, αλλάζοντάς το όμως ορθογραφικώς σε Φυτείες, από το ρήμα φυτεύω. Το 1954 δόθηκε το άνομα Φυτείες έτσι «που να έχει σχέση με τις καπνοφυτείες» Η μετονομασία έγινε με το Β.Δ. 11-5-1954 (ΦΕΚ. 101/24-5-1954).
Μετά την Επανάσταση οι Φυτείες μεγάλωσαν αρκετά και γνώρισαν μεγάλη ακμή, κυρίως εξ’ αιτίας της καπνοκαλλιέργειας. Από το 1998 είναι έδρα του Δήμου Φυτειών. Έχει, εκτός από νηπιαγωγείο και δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο.
Οι Φυτείες έχουν Πολιτιστικό Σύλλογο με το όνομα «Ακαρνανικό Φως» που τα τελευταία χρόνια έχει αναπτύξει πλούσια δράση. Κάθε χρόνο διοργανώνει το καλοκαίρι πολιτιστικές εκδηλώσεις και τις μέρες των Χριστουγέννων αναβιώνει το έθιμο της τσιγαρίδας. Στην πλατεία του χωριού ανάβουν φωτιές και τα καζάνια βράζουν το χοιρινό λίπος. Το τσιγαρισμένο κρέας γεμίζει με τη μυρωδιά του τον αέρα και ανοίγει την όρεξη στους πολλούς παρευρισκόμενους. Ο Σύλλογος μοιράζει το κρέας σε όλους και κερνάει κρασί, ενώ ταυτόχρονα στην πλατεία γίνεται γλέντι. Άξιος αναφοράς είναι ο ποδοσφαιρικός σύλλογος Ακαρνανικός Φυτειών που αγωνίστηκε μέχρι την Δ’ Εθνική. Την περίοδο 2006/2007 αγωνίζονταν στην Α΄ Κατηγορία Αιτωλ/νίας όπου και τερμάτισε πρώτος με διαφορά κερδίζονταν πάλι την άνοδό του την Δ’ Εθνική. Την περίοδο 2007/2008 αγωνίζεται στην Δ ΄εθνική στο 5ο όμιλο.
Στην Αθήνα ιδρύθηκε ο Σύλλογος Φυτειωτών Αθήνας «Το Λιγοβίτσι». Ο Σύλλογος πραγματοποιεί εκδηλώσεις και εκδίδει εφημερίδα με τίτλο «Φυτειώτικα Νέα».
Ιωάννης Νεομάρτυρας
Ο Ιωάννης ήταν Τούρκος την καταγωγή από την Κόνιτσα της Ηπείρου. Ήταν γιος του Χασάν και γεννήθηκε το 1790. Ο πατέρας του ήταν δερβίσης ιερωμένος. Ο Ιωάννης σε ηλικία 20 ετών κατέβηκε στα Γιάννενα και έγινε και αυτός δερβίσης. Στη συνέχεια κατέβηκε στο Αγρίνιο, όπου είχε αρκετούς Μουσουλμάνους. Εκεί όμως γνώρισε τον χριστιανισμό και πίστεψε κρυφά. Όταν ο προστάτης του μουσουλμάνος έφυγε για τα Γιάννενα πέταξε τα διακριτικά του δερβίση και ανέβηκε στα βουνά ζώντας ως χριστιανός. Όμως κανείς ιερέας δεν τολμούσε να τον βαφτίσει χριστιανό, γιατί φοβόταν την εκδίκηση των Τούρκων. Έτσι έφυγε σε λίγο για την Ιθάκη όπου βαπτίστηκε και πήρε το όνομα Ιωάννης. Γύρισε και ζούσε στο Ξηρόμερο στο χωρίο Μαχαλά. Παντρεύτηκε και ζούσε στο Ξηρόμερο χριστιανική ζωή. Ο πατέρας του κατάφερε να τον εντοπίσει και έστειλε ανθρώπους κρυφά να τον μεταπείσουν, αλλά δεν τα κατάφεραν και γύρισαν πίσω άπρακτοι. Όμως γρήγορα αναγνωρίστηκε από τους ένα μουσελίμη και συνελήφθηκε. Του ζητήθηκε να απαρνηθεί τον χριστιανισμό, όμως αρνήθηκε και δήλωσε ότι προτιμάει να πεθάνει χριστιανός. Υφίσταται φριχτά βασανιστήρια και στο τέλος αποκεφαλίζεται στις 23 Σεπτεμβρίου 1814, όπου και εορτάζεται η μνήμη του.
Πριν μερικά χρόνια ανεγέρθηκε ναός στη Μνήμη του στις Φυτείες, στην είσοδο του χωριό ερχόμενοι από Αγρίνιο. Τοιχογραφία του Αγίου υπάρχει στον ναό Αγίου Χριστοφόρου στο Αγρίνιο, που έγινε από τον Αγρινιώτη επίσκοπο Ευρύπου Βασίλειο Παναγιωτόπουλο και είναι αφιερωμένη στην μνήμη των αγωνιστών που κρεμάστηκαν από τις δυνάμεις κατοχής την Μεγάλη Παρασκευή του 1944 στην κεντρική πλατεία του Αγρινίου. Όλοι οι άγιοι της Αιτωλοακαρνανίας γιορτάζουν μαζί την Κυριακή του Τυφλού.

Αρχοντοχώρι.

Ζάβιτσα
Το Αρχοντοχώρι είναι ένα ορεινό χωριό στην καρδιά του Ξηρομέρου στις πρόποδες των Ακαρνανικών βουνών. Βρίσκεται χτισμένο στη νότια πλαγιά του όρους Μπούμιστος σε υψόμετρο 480 μ. Ο Μπούμιστος είναι το δεύτερο σε ύψος βουνό των Ακαρνανικών με υψόμετρο 1473 μ. Το χωριό είναι παλαιότατο και ήταν χτισμένο βορειοανατολικά στη θέση Αρχοντικά, όπου σώζονται τα λείψανά του. Στη σημερινή θέση το χωριό άρχισε να μεταφέρεται σταδιακά από τον 16ο μέχρι τις αρχές του 17ου αιώνα. Κατά την Τουρκοκρατία υπέστη πολλές λεηλασίες και καταστροφές από τους Τουρκαλβανούς και απλώνονταν από τα Αρχοντικά, μέχρι τον ερειπωμένο ναό του Αγίου Προκοπίου. Σήμερα έχει μεταφερθεί λίγο χαμηλότερα και φτάνει σχεδόν μέχρι το νεκροταφείο. Το τοπίο του χωριού είναι πετρώδες και ξηρό με ασβεστολιθικά πετρώματα. Στον Κάμπο τα εδάφη είναι ψαμμολιθικά και αργιλώδη και γι’ αυτό ευνοούν την ανάπτυξη της ελιάς. Γύρω από το χωρίο είναι πραγματικό Ξηρόμερο, θα μπορούσαμε να πούμε. Παλαιότερα το χωριό υδρεύονταν από στέρνες. Στην πλαγιά του Μπούμιστου κυριαρχούν οι ασφάκες. Τα δέντρα είναι πολύ ελάχιστα στην πλευρά αυτή του βουνού, ενώ αντίθετα στην άλλη του πλευρά υπάρχουν πηγές και ένα πυκνό δάσος μαύρης ελάτης. Μέσα στο χωριό κυριαρχούσαν από χρόνια οι αμυγδαλιές. Η περιφέρεια του χωριού είναι τεράστια. Αρχίζει από την κορυφή του Μπούμιστου και νότια φτάνει κοντά στο Βασιλόπουλο και ανατολικά στο Καλαβούνι και λίγο έξω από τον Αετό. Νοτιοδυτικά φτάνει μέχρι την παραλία έξω από το Μύτικα και μέχρι την ακτή Αγριελία στη Βελά. Οι κάτοικοι ασχολούνται με την ελαιοκομία (για παραγωγή λαδιού μόνο), την κτηνοτροφία και μέχρι πρόσφατα την καπνοκαλλιέργεια. Στη δεκαετία του ’70 υπολογίζονταν ότι υπήρχαν στο χωριό γύρω στα 20.000 γιδοπρόβατα και βοοειδή.Σύμφωνα με την παράδοση, το πρώτο όνομα του χωριού ήταν Τσοπάνος.
Πήρε το όνομα από την πρώτη οικογένεια κτηνοτρόφων που εγκαταστάθηκε εκεί. Ιστορικά το χωριό χρονολογείται από τον 5ο π.Χ. αιώνα. Κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου τάχθηκε με το πλευρό των Αθηναίων. Το μέρος που χτίστηκε του εξασφάλιζε προστασία, κυρίως από τη θάλασσα και τους πειρατές που κατά καιρούς λεηλατούσαν τα παράλια της Ακαρνανίας. Αυτό έκανε τους κατοίκους των χωριών του Κάμπου Μερδενίκου και Κανδήλας (Κανδήλες, αναφέρονται στη Βυζαντινή εποχή, ως τέσσερα χωριά και των Αλυζίων παλαιότερα) να αναζητήσουν ένα πιο ασφαλές μέρος να χτίσουν τα σπίτια του. Το μέρος που είναι χτισμένη η Ζάβιτσα είναι σχεδόν απρόσιτο από την πλευρά της θάλασσας, αφού το στενό περάσματα προς τη θάλασσα μπορούσε εύκολα να φυλαχτεί. Ένα άλλο πέρασμα προς τη θάλασσα είναι, από την περιοχή της Ντοργοβίτσας, η Βερίνα ή Διαβολολαγκάδα. Όμως αυτό δεν ξεκινάει από μέρος, που συνήθως αποβιβάζονταν οι πειρατές. Τη βυζαντινή εποχή το χωριό ονομάζονταν Ζάβιτσα. Το όνομα είναι βυζαντινής προέλευσης. Για ένα διάστημα πέρασε στο Δεσποτάτο της Ηπείρου (1204-1405) και ύστερα, μέχρι την Τουρκική κατάκτηση (1460), στον Κάρολο Α΄ Τόκκο.
Επί Τουρκοκρατίας ήταν μεγάλο και πλούσιο χωριό με πολλούς άρχοντες και αρχοντικά. Γι’ αυτό πήρε και το όνομα Αρχοντοχώρι αργότερα. Ένα δημοτικό τραγούδι λέει: «στο Βάρνακα τα καπετανάτα, στη Ζάβιτσα τ’ αρχοντάτα». Πράγματι ακόμα και σήμερα είναι εντυπωσιακά μερικά σπίτια που σώζονται. Στη θέση Αρχοντικά μπορεί να δει κανείς τα ερείπια πολλών αρχοντικών. Ενώ πάνω από το χωριό μπορεί να θαυμάσει τον πετρόχτιστο ανεμόμυλο.Η περιοχή Ντοργοβίτσα ανήκει στο Αρχοντοχώρι. Εκεί παλιότερα ήταν οικισμός. Το όνομα είναι σλάβικο (οι Δραγοβίτες ή Δρογοβίτες ήταν Σλαβική φυλή που μετείχε στην Τρίτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης 617-619 μ.Χ). Επί Τουρκοκρατίας (1450-1684) αναφέρεται ένας οικισμός Dragovitsa που το 1562 είχε 65 οικογένειες. Επίσης στην περιοχή του Αρχοντοχωρίου στο Μέγα Όρος (υψ. 697) βρίσκεται το οχυρό της αρχαίας Αλυζίας Καστρί που δέσποζε στο θαλάσσια περιοχή της αρχαίας πόλης και ένας αμυντικός πύργος στο δρόμο προς τον κάμπο. Στην περιοχή Δρυμώνα βρέθηκε ιερό της θεάς Αρτέμιδας. Από το χωριό πέρασε ο Κοσμάς ο Αιτωλός μετά τη επίσκεψή του στη Μονή Ρόμβης και το Βάρνακα (1774). Μίλησε στο ναό της Ζωοδόχου Πηγής και τους παρακίνησε να χτίσουν τον Ναό του Αγίου Νικολάου εκεί που είναι το νεκροταφείο και το ναό του Αγίου Αθανασίου στα Αρχοντικά.Στις αρχές του 16ου αιώνα το χωριό είχε 96 οικογένειες. Το 1642 έφτασε στη μεγαλύτερη ακμή του με 225 οικογένειες. Από εδώ αρχίζει η σταδιακή μείωση του πληθυσμού. Το 1684 είχε 40 οικογένειες και 70 το 1815. Την εποχή της Τουρκοκρατίας πολλοί κάτοικοι της Ζάβιτσας μετοίκησαν στα νησιά Κάλαμος, Ιθάκη, Λευκάδα, Μεγανήσι και αλλού. Το 1844 είχε 696 κατ. Το 1920 είχε 1067 κατ. Το 1940 είχε 1040. Το 1951 είχε 1.109 κατ. Το 1971 είχε 1551 κατ. και το 1981 είχε 1181 κατ.
Μετονομάστηκε επίσημα σε Αρχοντοχώρι το 1927 (Β.Δ. 9-9-1927 φεκ 206/Α/1927). Από τη Ζάβιτσα κατάγονται πολλές οικογένειες πλουσίων και προεστών που μετά την Επανάσταση του 1821 μετοίκησαν στη Μύτικα, στον Αστακό, στην Κανδήλα (κυρίως μετά το 1880), αλλά και σε άλλα μέρη, όπως η οικογένεια του Καραπάνου στην Άρτα. Απόγονος της οικογένειας αυτής ήταν ο βουλευτής επί Χ. Τρικούπη Κωνσταντίνος Καραπάνος. Πολύ σπουδαία οικογένεια προεστών ήταν η οικογένεια Ζαβογιάννη. Ο Παπαστάμος Ζαβογιάννης την περίοδο του Αγώνα είχε μαγαζί στην παραλία στη θέση Παλιομάγαζα και τροφοδοτούσε με εφόδια τους Αγωνιστές.Στη Ζάβιτσα έμενε και ο Δήμος Τσέλιος ή Δημοτσέλιος. Ο Τσέλιος ήταν γόνος παλιάς αρματολικής οικογένειας που κατάγονταν από την Κεφαλλονία και λεγόνταν Φερεντίνος. Γεννήθηκε στο Μεγανήσι Λευκάδος, όπου έμενε η οικογένεια του. Έφυγε κλέφτης μικρός, γιατί είχε σκοτώσει δύο Τουρκαλβανούς. Πήρε το προσωνύμιο τσέλιος που σημαίνει στα αρβανίτικα φοβερός, ατρόμητος, που προκαλούσε φόβο στους εχθρούς του. Κατά την παράδοση ο Τσέλιος γεννήθηκε στη Ζάβιτσα απ’ όπου ήταν η μάνα του.Γνωστός είναι και ο δάσκαλος και προεστός από τη Ζάβιτσα Φώτης Καραπάνος, που έλαβε μέρος στις πολιτικές διεργασίες του Αγώνα. Δεν ήταν λίγοι οι Ζαβιτσάνοι οπλαρχηγοί που έλαβαν μέρος στον Αγώνα του 1821 επικεφαλής πολλών συγχωριανών τους αγωνιστών, όπως ο Ευστάθιος Χεινόπωρος, ο Λιοπύρης, ο Πεταλιάς, ο Δρακάς ή Κρίθιμος, ο Ρούπας, ο Νίκος Φράγκος ή Φραγκογιάννης, ο Αναγνώστης Καραγιάννης, ο Κωνσταντίνος Καραπάνος κ.α. Στην Επανάσταση ήταν γνωστός και ο ανιψιός του Δημοτσέλιο Νίκος Τσέλιος που μετοίκησε στο Δραγαμέστο.
Γύρω από το χωριό κυριαρχεί η χαμηλή βλάστηση από πουρνάρια, φυλίκια και ασφάκες και δεσπόζουν ορεινοί όγκοι με κυρίαρχο το Μπούμιστο. Στον κάμπο κυριαρχεί το ασημοπράσινο χρώμα των φύλλων της ελιάς. Οι απέραντοι ελαιώνες του Κάμπου καλύπτουν κάθε σπιθαμή γης μέχρι τη θάλασσα και ως πάνω από την Κανδήλα και την Παναγούλα. Στο τέλος αυτού του απέραντου ελαιώνα του, υπάρχουν απίθανες και φιλόξενες παραλίες με όμορφα καταστήματα. Οι παραλίες αυτές κατακλύζονται κάθε καλοκαίρι από πλήθος τουριστών. Το Αρχοντοχώρι είναι, ίσως, το μοναδικό χωριό που διαθέτει τέτοια ποικιλία εδαφών και οικοσυστημάτων. Αλπικό τοπίο στο Μπούμιστο, ξηρό και ζεστό στο χωριό το καλοκαίρι και ξηρό και κρύο το χειμώνα, υγρό και ζεστό στο Κάμπο και δροσερό στη παράλια ζώνη. Για όλους αυτούς τους λόγους, το Αρχοντοχώρι, «όνομα και πράγμα» θα λέγαμε αποτελεί πραγματικά έναν ξεχωριστό και μοναδικό προορισμό για τον κάθε επισκέπτη.

Οι περιπέτειες ενός τσαλαπετεινού…

Δημοσιεύτηκε στις 01.05.2009 στη διαδικτυακή έκδοση της εφημερίδας “ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ” (Ημερήσια εφημερίδα Αιτωλίας και Ακαρνανίας).





Ο τσαλαπετεινός της φωτογραφίας εντοπίστηκε σε αγροτική έκταση λίγο έξω απ’ το Αγρίνιο. Στα Κοκκινοπήλια συγκεκριμένα. Ήταν τραυματισμένος από όπλο κυνηγού και, με σπασμένη τη μια του φτερούγα, δεν μπορούσε ασφαλώς να πετάξει. Τον εντόπισε φίλος, τακτικός αναγνώστης της εφημερίδας μας, ο οποίος και περιέθαλψε το δύσμοιρο πτηνό.
Κατάλαβε όμως ότι δεν μπορεί να το σώσει και έτσι απευθύνθηκε στο ΚΕΠΕΤΡΙ (Κέντρο Περιβάλλοντος Τριχωνίδας) για να ρωτήσει τι έπρεπε να κάνει. Με τις οδηγίες που πήρε μπόρεσε να παράσχει ουσιαστικές υπηρεσίες φροντίδας και στη συνέχεια «ταχυδρόμησε» τον τραυματία τσαλαπετεινό στην Αίγινα και στο εκεί Κέντρο Προστασίας Άγριων Πτηνών, ώστε να αναλάβουν οι ειδικοί και να σωθεί το πανέμορφο αυτό πουλί. Στήθηκε δηλαδή μια μικρή επιχείρηση για τη σωτηρία του.
Να σημειωθεί ότι οι τσαλαπετεινοί είναι προστατευόμενο είδος. Ο κυνηγός που το πυροβόλησε… ή εντελώς άσχετος ήταν ή εγκληματίας. Ή και τα δύο!
Το γεγονός όμως ότι κάποιοι άλλοι πολίτες όχι μόνο δεν αδιαφόρησαν, αλλά μπήκαν στον κόπο να περιθάλψουν το πανέμορφο αυτό πουλί και να το στείλουν στο «νοσοκομείο» στην Αίγινα, δείχνει ότι… επιτέλους κάτι έχει αλλάξει.
Ότι οι κάτοικοι της περιοχής έχουν αλλάξει. Πράγματα που κάποτε θα τα προσεγγίζαμε με μια εντελώς ωχαδελφιστική αντίληψη, πλέον συγκινούν τους ανθρώπους που και ευαισθησία έχουν και ανησυχίες.
Σ’ αυτούς οφείλουμε ένα μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ.

Αφιέρωμα στην Ναυπακτία...

Η Ορεινή Ναυπακτία είναι μια απ’ τις πιο ορεινές περιοχές της χώρας μας, καταλαμβάνει το δυτικό κομμάτι του νομού της Αιτωλοακαρνανίας και γεωγραφικά οριοθετείται ανατολικά με τον ποταμό Μόρνο και το νομό Φωκίδος, βόρεια με το νομό Ευρυτανίας και δυτικά με τη ροή του Εύηνου ποταμού.
Όλη αυτή η ορεινή περιοχή που πραγματικά είναι απ’ τις πιο δύσβατες που υπάρχουν στη χώρα μας, πλημμυρίζεται από πυκνά δάση, από έλατα, πλατάνια, οξιές, δρυς, βαθιές χαράδρες, ποτάμια και δημιουργεί ένα πέπλο μοναδικού φυσικού κάλλους και ανέγγιχτης ομορφιάς.
Πολλά ψηλά βουνά δημιουργούν ένα σύνολο ορεινών κορυφογραμμών που μέσα τους απλώνονται μοναδικής γραφικότητας παραδοσιακά χωριά. Σε μόλις 3 ώρες από την Αθήνα και σε απόσταση 30-80 χλμ. από την πόλη της Ναυπάκτου, αρχίζουν να ξεπροβάλουν ένα-ένα, χωριά, με παραδοσιακό χρώμα, βυθισμένα στα έλατα, στις καστανιές, τις οξυές, σ’ ένα πυκνό δάσος και μία ορεινή φύση που μαγεύει.
Τα πιο σημαντικά απ’ αυτά, η Άνω Χώρα, η Κάτω Χώρα, η Λιμνίτσα, η Τερψιθέα, η Ελατού, η Αμπελακιώτισσα, ο Πλάτανος, το Κοκκινοχώρι, θα αποτελέσουν τη βάση μας για να περιηγηθούμε και να εξερευνήσουμε την περιοχή της Ορεινής Ναυπακτίας.
Η περιοχή της Ορεινής Ναυπακτίας, παλαιότερα γνωστή με το όνομα Κράββαρα, περιστοιχίζεται από ψηλές κορυφές βουνών που φτάνουν ως και τα 1800 μ.
Οι πιο σημαντικές κορυφές είναι: Ψηλός Σταυρός 1509 μ., Κοκκινιάς 1831 μ., Ξεροβούνι 1573 μ., Αρδίνης 1718 μ., Τσεκούρα 1734 μ., Κερασοβούνι (Ομάλια) 1708 μ., Τσακαλάκι 1713 μ., Μακρυνόρος 1562 μ. και νότια το Ρηγάνι 1472 μ.
Ο ποταμός της Ορεινής Ναυπακτίας, ο Εύηνος, συγκεντρώνει το ενδιαφέρον όσων δραστηριοποιούνται με τον εναλλακτικό τουρισμό. Προσφέρεται για κανώ, καγιάκ και ράφτινγκ και οι εταιρίες εναλλακτικού τουρισμού διοργανώνουν συχνά εκδρομές.
Η Ορεινή Ναυπακτία είναι διάσπαρτη από μοναστήρια. Στην Αμπελακιώτισσα αξίζει να επισκεφτείτε την εκκλησία του Αγ. Νικολάου με το υπέροχο ξυλόγλυπτο τέμπλο του 18ου αιώνα. Πολύ παλιά είναι και η μονή της Αμπελακιώτισσας, που σύμφωνα με την παράδοση, η εικόνα της Παναγίας προέρχεται απ’ τα Αμπελάκια της Θεσσαλίας και βρέθηκε το 1455. Απ’ τα πιο ανεπτυγμένα τουριστικά χωριά της Ορεινής Ναυπακτίας είναι η Άνω Χώρα, που ήταν και το παραδοσιακό κεφαλοχώρι των Κραββάρων.
Η Άνω Χώρα, η οποία συνδέεται με μονοπάτια και δρόμο με την Κάτω Χώρα, διαθέτει και τους περισσότερους παραδοσιακούς ξενώνες της περιοχής. Στον Πλάτανο θα δείτε τον ανδριάντα του Καραϊσκάκη. Εδώ ο αρχιστράτηγος της Ρούμελης είχε το αρχηγείο του.
Η Ορεινή Ναυπακτία είναι ιδανικός προορισμός για τους λάτρεις του jeeping safari, των αναρριχητών, αλλά πάνω απ’ όλα των πεζοπόρων. Όλη η περιοχή συνδέεται με μοναδικά φυσικά μονοπάτια και προσφέρεται για αναβάσεις και εξερευνήσεις.
Τα σημαντικότερα χωριά...
H Λιμνίτσα είναι το πρώτο χωριό της περιοχής που συναντάτε καθώς έρχεστε είτε από Nαύπακτο είτε από Λιδωρίκι και από εκεί αρχίζει στην ουσία η πολλή βλάστηση. Θα δείτε σπίτια βαμμένα με χαρούμενα χρώματα και ταβέρνες. Θα βρείτε ψητά, μαγειρευτά, θα βρείτε εσπρέσο (νομίζω Illy) και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Oλα αυτά γιατί είναι πέρασμα και στέκι κυνηγών. Eίναι ένα χωριό πέρασμα. H Tερψιθέα είναι ένα χωριό που, όπως το λέει το όνομά του, έχει μιαν εξαίρετη θέα στην κοιλάδα και στα γύρω βουνά όπου υπάρχει και κάποια στοιχειώδης τουριστική κίνηση. Mετά τη Λιμνίτσα ο δρόμος συνεχίζει ανεβαίνοντας όλο στροφές. Eίναι χτισμένη σε 800 υψόμετρο και λίγο έξω από το χωριό υπάρχουν δύο νερόμυλοι, ο Nτεμισιάς (1880) και ο Σκαρούς (1890). Eδώ υπάρχει ένας καλός ξενώνας και λόγω αυτού και κάποια στοιχειώδης τουριστική κίνηση.
Aπό την Tερψιθέα για Eλατού είναι μόνον 7 χλμ. Tο χωριό κτίστηκε το 1829 στα 1.050 μ. και μέχρι το 1928 είχε το σλάβικο όνομα Eλετσού (=ευήλιο μέρος). Eκεί εγκαταστάθηκαν αρκετοί αγωνιστές του '21. Eίναι ένα πολύ όμορφο χωριό με έναν εντυπωσιακά καλό ξενώνα. Aπό την Eλατού και πάνω η δασοκάλυψη γίνεται μεγαλύτερη.
Aπό εκεί, άλλα 9 χλμ. για την Aνω Xώρα (Mεγάλη Λομποτινά) το πιο τουριστικά γνωστό χωριό της Ορεινής Nαυπακτίας. H Aνω Xώρα (μεγάλη Λομποτινά), είναι η πρωτεύουσα του Δήμου Aποδοτίας, έχει 404 κατοίκους και είναι χτισμένη στα 1.050 υψόμετρο. Γύρω της περιβάλλεται από ορεινούς όγκους που είναι όλοι τους αποφύσεις των Bαρδουσίων. Tο χωριό παρουσιάζει μεγάλες υψομετρικές διαφορές (φθάνουν τα 200 μ.) και έχει την καλύτερη τουριστική υποδομή της περιοχής. Mη φανταστείτε καμιά Mύκονο του χειμώνα. Eχει απλώς ένα καλό ξενοδοχείο, καλούς ξενώνες και 2 - 3 καλές ταβέρνες. Tο ξενοδοχείο CRYSTAL, ή μάλλον η διεύθυνσή του, είναι «υπεύθυνη» για την κάποια φήμη που έχει αποκτήσει η περιοχή. Nα 'ναι καλά η ιδιωτική πρωτοβουλία. Oι τρεις ξενώνες είναι καινούργιοι. Λόγω του κόσμου που πηγαίνει είναι και το πιο «ζωντανό» μέρος της περιοχής.
Tο χωριό έχει και μια κάτω γειτονιά που λέγεται Kάτω Xώρα και απέχει 5 χλμ. Eίναι χτισμένη στα 800 μ. και υπάρχει ταβέρνα κι ένας πολύ ωραίος ξενώνας.
Για την Aμπελακιώτισσα (Kοζίτσα) θα χρειαστεί να κάνετε άλλα 7 χλμ. Bρίσκεται, διαγωνίως, απέναντι από την Aνω Xώρα, χτισμένη στις ελατοσκέπαστες ανατολικές πλαγιές του Aη Λια. Aπέναντί της υψώνονται οι ορεινοί όγκοι της Tσεκούρας και της Παναγιάς, ένα σύμπλεγμα πολυδαίδαλο με τραχείς βράχους και δασωμένες ρεματιές, ένα τοπίο πραγματικά υποβλητικό. Bρίσκεται στα 900 υψόμετρο και είναι ένα από τα αρχαιότερα χωριά της Ορεινής Nαυπακτίας. Tο παλιό της όνομα «Kοζίτσα» σήμαινε στα Σλάβικα γιδότοπος. Tο νέο της όνομα το οφείλει στη Mονή της Παναγίας της Aμπελακιώτισσας και συγκεκριμένα σ' ένα εικόνισμα της Παναγίας που χάθηκε από τα Aμπελάκια της Θεσσαλίας και βρέθηκε σαν από θαύμα εκεί. Στο χωριό υπάρχει ένας πολύ όμορφος και «ζεστός» ξενώνας που σερβίρει φαγητό και φρέσκο σπιτικό ψωμί.
H Γραμμένη Oξυά αν έχετε διάθεση για αρκετό οδήγημα στους δρόμους της Oρεινής Nαυπακτίας. Δεν λέω, πανέμορφοι και γραφικότατοι. Oμως πολύ στενοί και με πολλές στροφές. H Γραμμένη Oξυά λοιπόν βρίσκεται βορειότερα, στα σύνορα με την Eυρυτανία και είναι ένα από τα ομορφότερα χωριά της Nαυπακτίας. Tο όνομα το οφείλει στην μεγάλη δασοκάλυψη της περιοχής από οξυά και είναι μάλλον και το νοτιότερο σημείο της Eυρώπης με τέτοια βλάστηση.
Αξίζει ακόμα να δείτε...
Mονή της Παναγιάς της Aμπελακιώτισσας - Aγ. Πολυκάρπου που βρίσκεται στην άκρη του χωριού. Kειμήλια της Mονής είναι η εικόνα της Παναγίας (έργο του Eυαγγελιστή Λουκά όπως λέγεται), το χέρι του Aγίου Πολυκάρπου και ο Eπιτάφιος, έργο της Πολίτισσας κεντίστρας Mαριώρας.
Tο Φαράγγι του Kακάβου κοντά στο Mοναστήρι. Ξεκινάτε από ένα σηματοδοτημένο μονοπάτι στις παρυφές του χωριού και κατεβαίνετε προς τα κάτω στον ποταμό Kότσαλο. Πρόκειται για πεζοπορία των 45 λεπτών και η διαδρομή είναι υπέροχη, μέσα από ψηλές υπεραιωνόβιες καστανιές, έλατα και κέδρους. Tο μονοπάτι συνεχίζει και συνδέεται με την Aνω Xώρα. Για τους λάτρεις της πεζοπορίας υπάρχει ακόμα και η επίσκεψη στην κορυφή της Tσεκούρας που είναι περίπου 1,5 ώρα πεζοπορία.
Tο Λιδωρίκι και το Φράγμα του Mόρνου αν η διαδρομή σας φέρει από εκεί. Kτισμένο αμφιθεατρικά πάνω από τη λίμνη του Mόρνου στα 800 υψόμετρο στις υπώρειες της Γκιώνας, έχει έκδηλα τα σημάδια της πατίνας του χρόνου και γιατί όχι της φθοράς, αλλά ασκεί κάποια γοητεία. Tο Λιδωρίκι των 1.500 κατοίκων είναι πολύ γνωστό για τα γαλακτομικά του προϊόντα. Aπό την πόλη για το φράγμα του Mόρνου, μπορείτε να ακολουθήσετε είτε τη διαδρομή που περνάει από τις βόρειες όχθες της λίμνης ή από τις νότιες που είναι πιο κοντά. H διαδρομή από Bορράν είναι πολύ πιο γραφική και θα περάσετε και από το Kάλλιο (Bελούχοβο) που είναι μισοβυθισμένο στο Mόρνο. Δεν έχει παρά ελάχιστα σπίτια, γιατί μόνον όσα βρίσκονταν ψηλά γλίτωσαν.
Και στην πρωτεύουσα!
Aφού ήρθατε μέχρις εδώ αξίζει να δείτε και την ωραία Nαύπακτο. H ονομασία της Nαυπάκτου προέρχεται από τις λέξεις ναύς (= πλοίο) και πήγνυμι (= κατασκευάζω). Eκεί όπου κατασκευάζονταν τα πλοία. Xάρη στην προνομιακή γεωγραφική της θέση, σαν νησιά αλλά και σαν απόρθητη καστροπολιτεία, πατώντας με το ένα πόδι στην Στερεά Eλλάδα και δίπλα στην Πελοπόννησο, γνώρισε μέρες δόξας. Kαι κέντρισε φυσικά το ενδιαφέρον ουκ ολίγων κατακτητών, στους περισσότερους από τους οποίους αντιστάθηκε σθεναρά.
Aπό τότε οι καιροί έχουν αλλάξει αλλά θα διαπιστώσετε και μόνοι σας πως ούτε εσείς θα μπορέσετε να αντισταθείτε στην γοητεία της. Για να δείτε τα Mποτσαραίικα, το μικρό και το μεγάλο Kάστρο, να πιείτε τα ουζάκια σας στο Παλιό Λιμάνι ή να επισκεφθείτε τα μπαράκια και τα καφέ της.
Το κάστρο της Ναυπάκτου...
Oσοι έχουν επισκεφθεί τη Nαύπακτο, αναμφισβήτητα έχουν κυρίως στο μυαλό τους την εικόνα του γραφικού κάστρου που δεσπόζει στο λιμάνι της. Λίγοι όμως γνωρίζουν το δεύτερο εντυπωσιακό φρούριο, που είναι χτισμένο στην κορυφή υψώματος πίσω από την πόλη.
Kατά τον 13ο αιώνα έγινε κέντρο του Δεσποτάτου της Hπείρου, ενώ γνώρισε εναλλαγές κυριαρχίας μεταξύ Aλβανών τοπαρχών και Aνδεγαυών της Nεάπολης. Eν συνεχεία κατακτήθηκε από τους Eνετούς, οι οποίοι ενίσχυσαν τις οχυρώσεις και την κατέστησαν ακμαίο οικονομικό κέντρο.
Tο 1477, η Nαύπακτος πολιορκήθηκε ανεπιτυχώς από 30.000 Tούρκους επί τρεις μήνες αλλά το 1499 κατελήφθη από τον σουλτάνο Bαγιαζήτ B΄. H Tουρκοκρατία διήρκεσε ώς τα τέλη της Eπανάστασης (1829) νε εξαίρεση ένα σύντομο διάλειμμα ενετοκρατίας (1687 - 1690).
Ωστόσο, η σημερινή μορφή του φρουρίου της είναι αποτέλεσμα κυρίως οχυρωματικών επεμβάσεων των Eνετών. Oι οχυρώσεις της πόλης ήταν ιδιαίτερα ισχυρές και, ως εκ τούτου, η Nαύπακτος δεν κατελήφθη ποτέ ύστερα από έφοδο. Tα τείχη της ξεκινούσαν από τον πυρήνα του κάστρου, ψηλά στο λόφο και έφθαναν ώς την παραλία.
Σε μερικά σημεία τους διακρίνονται ακόμη ίχνη αρχαιοελληνικής τοιχοδομίας (κυκλώπεια τείχνη), ενώ ο οχυρωμένος χώρος διαιρείτο με εγκάρσιες σειρές τειχών σε τέσσερις ή πέντε ζώνες.
H πόλη βρισκόταν στη χαμηλότερη ζώνη, εκεί όπου βρίσκεται το λιμάνι, η στενή είσοδος του οποίου προστατεύεται από δύο στρογγυλούς πύργους. Oι οχυρώσεις του κάστρου ενισχύονταν με επικλινείς προμαχώνες. Φτάνοντας στο υψηλότερο σημείο του κάστρου, στο μέσον του δεύτερου περίβολου βρίσκεται η περίφημη «σιδηρόπορτα», από την οποία σώζεται ένα φύλλο. Στην είσοδό της υπάρχει μία από τις πολλές βρύσες που υδροδοτούσαν την πόλη. Tο ανώτερο σημείο του κάστρου ονομάζεται Iτς Kαλέ και η προσέγγισή του είναι μάλλον εύκολη. Στο εσωτερικό του υπήρχαν αποθήκες και τεράστιες υδατοδεξαμενές, ενώ σήμερα είναι κατάφυτο από δέντρα.
Tα τείχη είναι ψηλά και στη βόρεια, τη δυτική και τη νότια πλευρά είναι χτισμένα στο χείλος απόκρημνου εδάφους. Στη δυτική πλευρά υπήρχε υπόγειο μυστικό πέρασμα, που οδηγούσε κρυφά τους αμυνόμενους έξω από τα τείχη.

Απόδραση στη μαγευτική φύση της Ναυπακτίας…

Η γνωριμία με τα γραφικά χωριά της Ορεινής Ναυπακτίας, μένει αξέχαστη σε κάθε ταξιδιώτη. Η υπέροχη φύση, τα πυκνά καταπράσινα δάση, τα μικρά παραδοσιακά χωριουδάκια που απλώνονται στις πλάγιες της Πίνδου δημιουργούν εκπληκτικές εικόνες που αιχμαλωτίζουν τις αισθήσεις. Η Ορεινή Ναυπακτία αποτελείται από ένα σύμπλεγμα χωριών που διακρίνονται για το πλούσιο φυσικό περιβάλλον τους. Ενώνονται μεταξύ τους με μικρούς επαρχιακούς δρόμους και μονοπάτια δύσβατα χαραγμένα από τα παλιά χρόνια. Όλοι αυτοί οι γραφικοί οικισμοί και τα παραδοσιακά χωριουδάκια ανήκουν διοικητικά σε τρεις δήμους. Τον Δήμο Αποδοτίας με έδρα του την Άνω Χώρα, τον Δήμο Πυλήνης με έδρα του το χωριό Σίμη και τον Δήμο Πλατάνου με έδρα του τον ομώνυμο οικισμό Πλατάνου. Χαρακτηριστικό τους είναι ότι περιβάλλονται από πυκνά δάση βελανιδιάς, ελάτων, οξιάς, πλατανιών και καστανιών. Πηγές με γάργαρο τρεχούμενο νερό και παραδοσιακές βρύσες στολίζουν τις πλατείες χωριών και τους δρόμους που συνδέουν μεταξύ τους τα χωριά.
Τα τελευταία χρόνια στα περισσότερα χωριά της Ορεινής Ναυπακτίας έγιναν αναπαλαιώσεις των παλαιών κατοικιών. Σε πολλά χωριά κτίστηκαν και νέα σπίτια με σεβασμό πάντα στην αρχιτεκτονική παράδοση. Όπως, στην Άνω Χώρα, στον Πλάτανο, στη Τερψιθέα, στην Ελατού, στα Κρυονέρια, στην Αράχοβα, στο Νεοχώρι, στη Σίμο, στη Λιμνίτσα, στην Αναβρυτή, στην Ελατόβρυση κ.ά. Αυτά κυρίως τα χωριά ανέπτυξαν τις τουριστικές τους υποδομές και προσελκύουν τους επισκέπτες της Ορεινής Ναυπακτίας. Στην αρχιτεκτονική δόμηση των οικισμών της Ορεινής Ναυπακτίας, συναντάμε εμφανείς επιδράσεις από τη λαϊκή αρχιτεκτονική της Ηπείρου. Το υλικό που είναι κτισμένα όλα τα παλιά σπίτια στη Ναυπακτία είναι συνήθως ο σχιστόλιθος, πέτρα σκληρή και ανθεκτική. Στα παλιότερα σπίτια χρησιμοποιούσαν και για τη σκεπή επίσης σχιστολιθικές πλάκες, αφού η περιοχή διαθέτει άφθονα σχιστολιθικά πετρώματα. Η Ορεινή Nαυπακτία βρίσκεται σε μια ιδιαίτερα προνομιακή γεωγραφική θέση. Περιβάλλεται από τα ανατολικά από τον ποταμό Μόρνο, δυτικά από τον ποταμό Ευήνο και βόρεια και νότια από τον Πατραϊκό και Κορινθιακό κόλπο. Η ευρύτερη περιοχή έχει εξελιχθεί σε δημοφιλή τουριστικό προορισμό, καθώς προσφέρει στους εκδρομείς αυτό που αναζητάνε. Απόδραση από την καθημερινότητα, επαφή με φύση, χαλάρωση, ηρεμία και ξεγνοιασιά. Προγραμματίστε τις διακοπές σας στην Ορεινή Ναυπακτία και οργανώστε έτσι το οδοιπορικό σας στα πανέμορφα χωριά της, ώστε να προλάβετε να δείτε όσα περισσότερα μπορείτε. Καθένα από αυτά αξίζει την προσοχή σας και σίγουρα όλοι οι σταθμοί στην περιήγησή σας θα σας γεμίσουν με υπέροχες εικόνες.
Που θα πάτε – τι θα δείτε...
Ξεκινώντας την γνωριμία σας με την Ορεινή Ναυπακτία και ακολουθώντας πορεία προς τα ανατολικά του νομού Αιτωλοακαρνανίας, θα συναντήσετε τα χωριά του Δήμου Αποδοτίας. Η περιοχή του Δήμου Αποδοτίας διακρίνεται για τις απαράμιλλες φυσικές ομορφιές της, αλλά και για την πλούσια ιστορία της καθώς σε πολλά χωριά έχουν βρεθεί αρχαιολογικά ευρήματα.
Η Άνω Χώρα είναι η έδρα του Δήμου Αποδοτίας κι ένα από τα ομορφότερα χωριά της ορεινής Ναυπακτίας. Ο οικισμός είναι κτισμένος σε υψόμετρο 1050 μ. Περιβάλλεται από ορεινούς όγκους και απέραντα δάση με έλατα και καστανιές. Το παλιό όνομα του χωριού ήταν Μεγάλη Λομποτινά και υπήρξε σημαντικός οικισμός από το 15ο αιώνα, όπου άκμασε οικονομικά. Σήμερα η Άνω Χώρα αποτελεί σημαντικό πόλο έλξης για τους επισκέπτες της περιοχής, καθώς τους παρέχει την ευκαιρία να αποδράσουν από την καθημερινότητα. Περπατώντας στα πέτρινα πλακόστρωτα σοκάκια του χωριού, αναπνέοντας τον καθαρό αέρα του βουνού και ζώντας για λίγο σ’ ένα περιβάλλον όπου το χθες συνδέεται δημιουργικά με το σήμερα, κάθε ταξιδιώτης ξεφεύγει από την ρουτίνα του.
Η Τερψιθέα, είναι ένα χαρακτηριστικό ρουμελιώτικο χωριό, κτισμένο σε υψόμετρο 800 μ. Κι εδώ τα σπίτια απλώνονται αμφιθεατρικά και διαθέτουν εκπληκτική θέα προς τις γύρω βουνοκορυφές του Τρικόρφου και του Βλαχόβουνου μέχρι το Παναχαϊκό της Πελοποννήσου και τον Κορινθιακό κόλπο.
Το χωριό Αμπελακιώτισσα απλώνεται στις βορειοανατολικές πλαγιές του βουνού Αη-Λιάς. Περιβάλλεται από δασωμένες εκτάσεις στις οποίες κυριαρχούν τα έλατα, οι κέδροι και τα πλατάνια. Από το χωριό διέρχεται ο ποταμός Κότσαλος οποίος είναι ο σπουδαιότερος παραπόταμος του Ευήνου ποταμού. Το όνομα Αμπελακιώτισσα το χωριό το πήρε από το ομώνυμο μοναστήρι που βρίσκεται στην περιοχή και χρονολογείται από το 1455. Σύμφωνα με την παράδοση η εικόνα της Παναγίας που βρέθηκε στο σημείο που κτίστηκε το μοναστήρι προέρχεται από τα Αμπελάκια Θεσσαλίας.
Τα Κρυονέρια είναι κτισμένα στη βορειοδυτική πλαγιά του ορεινού όγκου Φτεροπύργου, που αποτελεί τη συνέχεια του όρους Τσεκούρι. Το χωριό πήρε το όνομά του από τα κρύα νερά που ρέουν άφθονα στην περιοχή. Από τα αξιοθέατα της περιοχής αξίζει να επισκεφθείτε το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου που βρίσκεται στη μέση της πλαγιάς Αετόραχης και ιδρύθηκε το 1805 από τον πρώτο του ηγούμενο τον Δαμιανό.
Συνεχίζοντας το οδοιπορικό μας και κατευθυνόμενοι προς το δυτικό άκρο της Ναυπακτίας φτάνουμε στα όρια του δήμου Πλατάνου. Εδώ, το πλούσιο φυσικό περιβάλλον με την άγρια ομορφιά του και η παραδοσιακή αρχιτεκτονική εντυπωσιάζουν κάθε επισκέπτη. Επίνειο της περιοχής είναι το χωριό Πλάτανος, που αποτελεί και την έδρα του Δήμου Πλατάνου. Πρόκειται για ένα αρχοντικό κεφαλοχώρι, κτισμένο στην πλαγιά του βουνού «Αλωνάκι», σε υψόμετρο 880 μ. Τα πέτρινα σπίτια με τις κεραμιδένιες στέγες και οι όμορφοι οι λιθόστρωτοι δρόμοι δημιουργούν νοσταλγικές εικόνες. Ο Πλάτανος κτίστηκε γύρω στο 1630 και γνώρισε μεγάλη ακμή από τα μέσα του 20ου αιώνα. Μάλιστα για ένα μικρό χρονικό διάστημα στο χωριό έμεινε ο ήρωας της επανάστασης Γεώργιος Καραϊσκάκης.
Η Αράχοβα είναι ένα ακόμη κεφαλοχώρι κτισμένο στην πλαγιά της «Κοκκινιάς», σε υψόμετρο 960 μ. που αξίζει να επισκεφθείτε. Προσελκύει πολλούς επισκέπτες καθ’ όλη την διάρκεια του έτους. Συνδυάζει φυσική ομορφιά και γραφικότητα.
Η περιοχή φημίζεται για το υγιεινό της κλίμα, τα τρεχούμενα νερά και την πυκνή βλάστηση. Το χωριό Κλεπά βρίσκετια σε υψόμετρο 825 μ. Περιβάλλεται από τα ελατοσκεπή βουνά των Βαρδουσίων, της Γραμμένης Οξυάς, της Σαράνταινας, του Τσεκουριού και του Κοκκινιά. Χαρακτηριστικό του είναι τα άφθονα τρεχούμενα κρυσταλλένια νερά. Ο χείμαρρος Μέγα Ρεύμα χωρίζει το χωριό σε δύο τμήματα.
Ολοκληρώνοντας την γνωριμία μας με τα χωριά της Ορεινής Ναυπακτίας και με κατεύθυνση προς τα βορειοανατολικά του δήμου Ναυπάκτου συναντάμε τον δήμο Πυλήνης και τους μικρούς όμορφους οικισμούς του. Για πολλούς η περιοχή αυτή θεωρείτε ως μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες της Ελλάδας, από οικολογική και περιβαλλοντική άποψη. Διακρίνεται για τα εκπληκτικά τοπία της, τις ανέγγιχτες ομορφιές της και τους γραφικούς οικισμούς της. Τα απέραντα δάση προσφέρονται για περιπατητικές διαδρομές, ενώ οι ζεστοί και φιλόξενοι κάτοικοι θα κερδίσουν τη συμπάθειά σας.
Το γραφικό κεφαλοχώρι Σίμος είναι η έδρα του δήμου Πυλήνης. Απέχει 30 χλμ από τη Ναύπακτο. Είναι κτισμένο αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 850 μ. στο νοτιοδυτικό μέρος του όρους Καλπάκι. Σεργιανίζοντας στους δρόμους του θα παρατηρήσετε ότι τα περισσότερα σπίτια είναι πέτρινα. Μερικά από αυτά έχουν χαρακτηρισθεί διατηρητέα και ανακαινίζονται ώστε να αποκτήσουν την παλιά τους αίγλη. Αξίζει να σημειωθεί ότι διατηρητέο μνημείο είναι και η εκκλησία του χωριού που ιδρύθηκε το 1860 και είναι αφιερωμένη στην Παναγία. Πρόκειται για τρίκλιτη βασιλική ηπειρωτικού τύπου που αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της μεταβυζαντινής εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της ορεινής Ναυπακτίας.
Το χωριό Παλαιόπυργος είναι κτισμένο σε υψόμετρο 720 μ. Χαρακτηριστικό του χωριού είναι ότι τα σπίτια είναι διασκορπισμένα σε οκτώ μαχαλάδες,. Ο λόγος που οικοδομήθηκε κατά αυτό τον τρόπο είναι η ύπαρξη διάσπαρτων πηγών μικρής σχετικά παροχής νερού. Το χωριό πήρε το όνομά του από τα ερείπια του πύργου που ήταν κτισμένος στη τοποθεσία Μαραθιάς. Στο χωριό έχουν βρεθεί αρχαιολογικά ευρήματα, τα οποία αποδεικνύουν ότι η περιοχή κατοικούνταν από τον 3ο π.Χ. αιώνα.
ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ : ΑΝΘΗ ΚΟΝΤΟΣΩΡΟΥ

1/5/09

Στα χιονισμένα ορεινά της Nαυπακτίας...

ΘΟΔΩΡΗΣ AΘANAΣIAΔHΣ.

Bρισκόμαστε στα όρια Eυρυτανίας και Aιτωλοακαρνανίας. Tο λευκό τοπίο προδιαθέτει για παρέα γύρω από το φουντωμένο τζάκι, με τα κάστανα να ψήνονται στην πυροστιά και το ντόπιο τσίπουρο να ρέει άφθονο στα ποτήρια... Έξω τα πιτσιρίκια, εν μέσω χιονοπόλεμου, στήνουν χιονάνθρωπους κάτω από τα φορτωμένα έλατα, ενώ οι πιο τολμηροί ενήλικοι επιχειρούν περιπλανήσεις στα στρωμένα με χιόνι μονοπάτια... Bέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να ξεγελαστείς και να πιστέψεις πως οι απολαύσεις του χιονιού θα σου χαριστούν εύκολα. Oι δρόμοι που οδηγούν στα δασωμένα βουνά της Nαυπακτίας δεν είναι και οι καλύτεροι. Άφθονες στροφές, σε κάποια σημεία κακό οδόστρωμα, κατολισθήσεις, διαρκές ανεβοκατέβασμα, ελλιπής σήμανση, είναι μερικά μόνο από τα προβλήματα που θα αντιμετωπίσουν οδηγός και συνεπιβάτες. Όμως, μια ματιά από το παράθυρο αρκεί για να αποζημιωθείς με τον καλύτερο τρόπο.
Aνηφορίζοντας για την Eλατού...
● Δύο είναι οι οδικοί άξονες που επιχειρούν μια εγκάρσια τομή στην τραχιά ενδοχώρα της ορεινής Nαυπακτίας. Kαι οι δύο ξεκινούν από τη Nαύπακτο και από μηδενικό υψόμετρο στις ακτές και καταλήγουν στα 1.000, 1.100 μέτρα, όπου βρίσκονται και τα περισσότερα χωριά. H μια διαδρομή οδηγεί στην Eλατού και στην Άνω Xώρα, τα πιο γνωστά πια και καταξιωμένα ορεινά θέρετρα της περιοχής. H άλλη τραβά λίγο πιο δυτικά για Πόκιστα, Σίμο, Πλάτανο και ολοκληρώνεται στις όχθες της τεχνητής λίμνης του Eύηνου, στα όρια με το νομό Eυρυτανίας.
● Aφήνοντας πίσω τη ναυτική καστροπολιτεία, οδηγούμε προς την ανατολική έξοδο της πόλης και βγαίνουμε εύκολα στο χωριό Kάτω Δάφνη (5 χλμ.) όπου ο δρόμος διακλαδώνεται: Aν περάσουμε τη γέφυρα, θα ανηφορίσουμε για τα θέρετρα της Eλατούς και της Άνω Xώρας. Aν ακολουθήσουμε το αριστερό παρακλάδι, συνεχίζουμε πάντα σε ασφάλτινο οδόστρωμα για Πόκιστα, Σίμο, Πλάτανο και τα άλλα χωριά. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, φροντίζουμε να ανεφοδιαστούμε με καύσιμα, αφού εδώ στη Δάφνη λειτουργεί το μοναδικό πρατήριο της περιοχής.
Oι καλύτερες διαδρομές...
Προς Πλάτανο - λίμνη Eύηνου: Tα πρώτα 5-6 χιλιόμετρα εξελίσσονται ομαλά πλάι στη φαρδιά κοίτη του ποταμού Mόρνου. Στη συνέχεια αρχίζει ένα τρομερό στριφογύρισμα που θα μας ανεβάσει γρήγορα σε υψόμετρο 1.000 μέτρων. Περνάμε διαδοχικά τα χωριά Σίμος και Πόκιστα. Aνεμοδαρμένα τοπία, έλατα, ομίχλη, μοναχικά χωριά και λιγοστές καμινάδες που καπνίζουν είναι οι πρώτες εικόνες που μας καλωσορίζουν στην ορεινή Nαυπακτία. Mετά την Πόκιστα αρχίζει η κατάβαση, έως τις όχθες του Kότσαλου ποταμού (8 χλμ.), που κυλά τα νερά του με δύναμη και ορμή ανάμεσα σε βράχια και γεροδεμένα πλατάνια. Tο όμορφο κεφαλοχώρι απλώνει τις δύο πετρόχτιστες γειτονιές του σε υψόμετρο 800-1.000 μέτρων στις πλαγιές του βουνού Aλωνάκι (στα 1.425 μ.) και απέχει από τη Nαύπακτο 55 χιλιόμετρα. Eξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το Mουσείο Eθνικής Aντίστασης με σπάνιο φωτογραφικό υλικό. Eπίσης, λειτουργεί και αξιόλογο λαογραφικό μουσείο. Aπό τον Πλάτανο, ο δρόμος χάνεται όλο και πιο βαθιά στην αγκαλιά των βουνών. Σε αυτό το σημείο, σχεδόν πάντα το χειμώνα, θα συναντήσουμε χιόνι ή πάγο και χρειάζεται προσοχή. Περνάμε το Xάνι Λιόλιου και κατηφορίζουμε για 10 χιλιόμετρα έως τον οικισμό Άγιος Δημήτριος και τις όχθες της νεότευκτης λίμνης που σχηματίστηκε εδώ, σε υψόμετρο 750 μέτρων, από τα νερά του Eύηνου ποταμού, μετά την ανύψωση του φράγματος.
Προς Eλατού - Άνω Xώρα: H ανάβαση αρχίζει αμέσως μετά το χωριό Δάφνη και σύντομα χάνεται από το οπτικό μας πεδίο το γαλάζιο του Kορινθιακού κόλπου. Στη θέση «Xάνι Pέρεσης», ο Mόρνος, που έρχεται από τα ανατολικά, συναντιέται με το ποτάμι της Eλατούς, το οποίο κατεβαίνει από το βορρά. Περνάμε τη γέφυρα, αφήνουμε πίσω το δρόμο που φεύγει για τα χωριά του Λιδορικίου και ανηφορίζουμε. Πρώτα συναντάμε το χωριό Λιμνίτσα στα 650 μέτρα υψόμετρο και ακολουθεί η Tερψιθέα. Aπό εδώ και πάνω η όψη του τοπίου πραγματικά αλλάζει, καθώς εμφανίζονται τα πρώτα έλατα. Σε λίγο, πίσω από τις κορυφές των ψηλόκορμων δέντρων ξεπροβάλλουν ο ξενώνας και τα πρώτα σπίτια της Eλατούς. Στη συνέχεια κατηφορίζουμε για την όμορφη Άνω Xώρα (9 χλμ.) που ξεχωρίζει ανάμεσα στα έλατα.
Προσοχή στο χιόνι...
H ευρύτερη περιοχή της ορεινής Nαυπακτίας προσφέρεται για πολλές εκτός δρόμου διαδρομές. Όμως οι περισσότεροι από τους χωμάτινους ή δασικούς δρόμους, καθώς «σκαρφαλώνουν» σε μεγάλα υψόμετρα, πιάνουν πολύ χιόνι και σπάνια εκχιονίζονται. Aκόμη κι αν έχετε τετρακίνητο όχημα και ανάλογη πείρα σε δύσκολες καταστάσεις, θα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο, ειδικά ετούτη την εποχή, να επιχειρήσετε κάποια ανάλογη εξόρμηση. Πάντως, ενδεικτικά να αναφέρουμε τη διαδρομή Aμπελακιώτισσα - Περδικόβρυση (16 χλμ.), Kρυονέρια - Περδικόβρυση (12 χλμ.) και Άνω Xώρα - Eλατού (μέσω Aϊ-Γιάννη, 17 χλμ.), τρεις ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες διασχίσεις που μπορείτε να πραγματοποιήσετε την άνοιξη ή το καλοκαίρι χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, θα πρέπει να γνωρίζετε τις δυνατότητες του οχήματός σας και να έχετε ενημερωθεί για την κατάσταση των δρόμων.
Eιδικές διαδρομές...
● Aπό την Άνω Xώρα ένας καινούργιος ασφαλτοστρωμένος δρόμος φεύγει δυτικά και οδηγεί, έπειτα από 16 χιλιόμετρα εξαιρετικά ευχάριστης πορείας, στο χωριό Aμπελακιώτισσα, όπου βρίσκεται το ομώνυμο μοναστήρι (του 15ου αιώνα).
● Φτάνοντας στο φράγμα του Eύηνου, όσοι νομίσετε ότι εδώ τελείωσε το οδοιπορικό στα βουνά της Pούμελης, μάλλον θα εκπλαγείτε, καθώς από εδώ ξεκινούν αρκετές ακόμη ευχάριστες διαδρομές σε άσφαλτο, με ορεινό βέβαια πάντα χαρακτήρα. Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα είναι αυτή που συνεχίζει για Δομνίστα - Kρίκελλο (νομός Eυρυτανίας) κι από εκεί, μέσω της ορεινής διάβασης «Kοκκάλια», ο ταξιδιώτης καταλήγει στις Pάχες Tυμφρηστού, κοντά στο Kαρπενήσι. Ένας ακόμη δρόμος τραβά ανατολικά, παράλληλα με την κοίτη του Eύηνου ποταμού, για Γραμμένη Oξιά και Aρτοτίνα, στα όρια των νομών Αιτωλοακαρνανίας και Φωκίδας.
● Aπό την Aμπελακιώτισσα, λίγο πριν μπούμε στο χωριό και πριν περάσουμε τη γέφυρα, θα δούμε δεξιά ένα χωμάτινο δρόμο που οδηγεί στο χωριό Πόδος (3 χλμ.). Aπό εκεί συνεχίζουμε για 16 χιλιόμετρα μέσα από μια θαυμάσια διαδρομή -που όμως μπορεί να κρύβει αρκετές παγίδες στο οδόστρωμα- και βγαίνουμε στο χωριό Xόμορη, όπου πατώντας πλέον σε άσφαλτο, συνεχίζουμε για Πλάτανο ή Φράγμα Eύηνου. Σημεία με την καλύτερη θέαAνηφορίζοντας από Nαύπακτο για Eλατού ή Πλάτανο απολαμβάνουμε την καλύτερη άποψη του Kορινθιακού κόλπου κι από θέση προνομιακή βλέπουμε τη νεότευκτη γέφυρα που συνδέει το Pίο με το Aντίρριο. Mετά την Eλατού θα βγούμε σε χαρακτηριστικό διάσελο απ’ όπου άξαφνα ο ορίζοντας ανοίγει για να μας αποκαλύψει τα χωριά Άνω και Kάτω Xώρα, τη χαράδρα του Kάκκαβου και το πανόραμα των Nαυπακτικών βουνών. Mετά το Xάνι Λιόλιου, στο δρόμο για Φράγμα Eύηνου, ο ταξιδιώτης θα δει από υψόμετρο 1.200 μέτρων την τεχνητή λίμνη να λαμποκοπά πίσω από τις χιονισμένες ελατοβελόνες. Eξαιρετική θέα στη λεκάνη της προσφέρουν τα χωριά Kλεπά και Aράχοβα στην προτεινόμενη διαδρομή για Δομνίστα - Kρίκελλο (Eυρυτανία).

ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ.







ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ...


30/4/09

1η ΜΑΗ...


Για ένα κομμάτι ψωμί...


Για ένα κομμάτι ψωμί,

δε φτάνει μόνο η δουλειά.

Για ένα κομμάτι ψωμί,

πρέπει να δώσεις πολλά.

Δεν φτάνει μόνο το μυαλό σου,

δε φτάνει μόνο το κορμί σου.

Το πιο σπουδαίο είν' η ψυχή σου, δικέ μου.

Έχει τους νόμους τους αυτή η ιστορία,

δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Θα σου κρεμάσουνε μια μπάλα

και θα τραβιέσαι μ' αυτήν μέρα - νύχτα.

Έχεις κανάλι πολύ να τραβήξεις,

μέχρι να πάψεις να λες -"μα τι τρέχει;"

Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία,

δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Για ένα κομμάτι ψωμί,

δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Για ένα κομμάτι ψωμί,

θα πιεις φαρμάκια πολλά.

Θα σε πετάνε από δω κι από κει

θα λαχανιάζει η ψυχή σου.

Θα φτύσεις αίμα απ' το στόμα, δικέ μου.

Έχει τους νόμους της αυτή η ιστορία,

δεν φτάνει μόνο η δουλειά.

Για ένα κομμάτι ψωμί,

θα 'χεις ξεχάσει πολλά.

Για ένα κομμάτι ψωμί,

θα 'χεις πληρώσει ακριβά.

Και κάποια μέρα θα σε λύσουν,

μα θα φοβάσαι να φύγεις, θα τρέμεις.

Θα σε κλωτσάνε και θα σ' αρέσει, δικέ μου.

Σαν το σκυλί τους θα σ' έχουν, δικέ μου,

μα δε θα έχεις ψυχή να το νοιώσεις,

θα είναι για σένα αργά.


Χάρης & Πάνος Κατσιμίχας

ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ:Οι πρώτοι γιορτασμοί στην Ελλάδα


Στις 20 Ιούλη του 1889, το ιδρυτικό συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς κατέληξε σε μια απόφαση που σφράγισε την ιστορία του εργατικού κινήματος σε ολόκληρο τον κόσμο. «Σκοπός μας - έλεγε η απόφαση (1)- είναι να οργανωθεί μια μεγαλειώδης διαδήλωση σε συγκεκριμένη ημερομηνία, με τέτοιο τρόπο ώστε ταυτόχρονα σ' όλες τις χώρες και σ' όλες τις πόλεις, την ίδια συμφωνημένη ημέρα, οι εργάτες να απαιτήσουν απ' τις δημόσιες αρχές να μειώσουν με νόμο την εργάσιμη ημέρα στις οκτώ ώρες και να εφαρμόσουν στην πράξη τις υπόλοιπες αποφάσεις του Συνεδρίου του Παρισιού. Εχοντας υπόψη το γεγονός ότι μια παρόμοια διαδήλωση έχει ήδη αποφασιστεί για την 1η Μαΐου 1890 από την Αμερικάνικη Ομοσπονδία Εργασίας στο Συνέδριό της, το οποίο συνήλθε στο Σαιντ Λούις τον Δεκέμβριο του 1888, η ημερομηνία αυτή υιοθετείται και για την διεθνή διαδήλωση. Οι εργάτες των διαφόρων χωρών θα πρέπει να οργανώσουν την διαδήλωση αυτή σύμφωνα με τις συνθήκες που τους έχουν επιβληθεί απ' την συγκεκριμένη κατάσταση κάθε χώρας». Ετσι γεννήθηκε η Εργατική Πρωτομαγιά. Ομως δε γεννήθηκε τυχαία, ούτε αυθαίρετα επιλέχθηκε η 1η Μάη κάθε έτους να είναι η μέρα όπου η εργατική τάξη σε όλο τον πλανήτη θα απεργεί και θα διεκδικεί μαχητικά την ικανοποίηση των αιτημάτων της. Λίγα χρόνια πριν το συνέδριο του Παρισιού, η εργατική τάξη των Ηνωμένων Πολιτειών σφράγιζε ανεξίτηλα την Πρωτομαγιά με τα χρώματα της ταξικής πάλης που διεξάγει το προλεταριάτο κατά των αστών.
Το 1884, στο συνέδριό της η νεοσύστατη, τότε, Αμερικανική Ομοσπονδία Εργασίας αποφάσισε ότι η 1η Μάη του 1886 θα είναι μέρα ενός εκτεταμένου απεργιακού αγώνα των εργατών, με σκοπό την καθιέρωση του Οκταώρου. Την απόφαση αυτή, στη συνέχεια, την πήρε στα χέρια της η ίδια η εργατική τάξη των Ηνωμένων Πολιτειών και την έκανε πράξη. Οσο, δε, πλησίαζε η εν λόγω ημερομηνία, τόσο περισσότερο ζούσαν οι Αμερικανοί εργάτες τον πυρετό της μάχης.
Στην Πρωτομαγιάτικη απεργία του 1886 στις ΗΠΑ γύρω στο μισό εκατομμύριο εργάτες παράτησαν τη δουλιά τους και συνενώθηκαν στους δρόμους του αγώνα. Σημαντικές απεργίες και διαδηλώσεις έγιναν στις περισσότερες από τις μεγάλες πόλεις, αλλά και στις μικρές πόλεις και κωμοπόλεις. Επίκεντρο, όμως, του αγώνα αναδείχτηκε το Σικάγο, με 90.000 διαδηλωτές στους δρόμους. Ηταν τόσο μεγάλη και τόσο επιβλητική η κινητοποίηση της εργατικής τάξης του Σικάγο που οι καπιταλιστές θεώρησαν πως έπρεπε να επιβληθούν δυναμικά. Ετσι πραγματοποίησαν ένα από τα πιο επαίσχυντα εγκλήματά τους σε βάρος των εργατών. Στις 3 Μάη, η αστυνομία πυροβόλησε εν ψυχρώ εναντίον εργατών που διαδήλωναν - κατά των απεργοσπαστών - έξω από το εργοστάσιο θεριστικών μηχανών Μακ Κόρμικ. Το αποτέλεσμα ήταν να δολοφονηθούν εν ψυχρώ 4 διαδηλωτές και να τραυματιστούν αρκετοί. Την επομένη, 4 Μάη, η εργατική τάξη του Σικάγο πραγματοποίησε διαδήλωση διαμαρτυρίας στο Χέιμαρκετ, όπου κάποιος προβοκάτορας έριξε βόμβα, σκοτώνοντας έναν και τραυματίζοντας πάνω από 70 αστυνομικούς. Οι υπόλοιποι αστυνομικοί ανασυγκροτήθηκαν κι άρχισαν να πυροβολούν εναντίον του πλήθους, προκαλώντας πλήθος τραυματιών και τουλάχιστον έναν νεκρό. Τις επόμενες μέρες πέθαναν άλλοι έξι τραυματίες αστυνομικοί, αλλά ο θάνατός τους ήταν συνέπεια τραυματισμών που υπέστησαν από τους αδιάκριτους πυροβολισμούς των συναδέλφων τους.
Η, από κάθε άποψη, τραγωδία του Χέιμαρκετ έδωσε την ευκαιρία στο αστικό κράτος να προχωρήσει σε συλλήψεις εργατών ηγετών. Συγκεκριμένα, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε σκηνοθετημένη δίκη οκτώ άνθρωποι που είτε δε βρίσκονταν στην πλατεία του Χέιμαρκετ όταν ρίχτηκε η βόμβα είτε δεν ήταν σε θέση έμμεσα ή άμεσα να έχουν την παραμικρή εμπλοκή σ' αυτήν την υπόθεση. Τελικά, από τους 8 οι Πάρσανς, Σπάις, Φίσερ και Ενγκελ απαγχονίστηκαν στις 11 Νοέμβρη 1887, ο Λιγκ βρέθηκε νεκρός στο κελί του και οι Νημπ, Σουάμπ και Φίλντεν καταδικάστηκαν σε πολλά χρόνια καταναγκαστικά έργα(2).
Η πρωτομαγιάτικη απεργία του 1886 είχε ως αποτέλεσμα 185.000 εργάτες να κερδίσουν το 8ωρο και τουλάχιστον 200.000 εργάτες να μειώσουν το χρόνο εργασία τους από τις 12 στις 10 και 9 ώρες. Σε πολλές επίσης περιοχές αναγνωρίστηκε η ημιαργία του Σαββάτου, ενώ αρκετές βιομηχανίες σταμάτησαν την κυριακάτικη εργασία. Ηταν λογικό, επομένως, να υιοθετηθεί στη συνέχεια η Πρωτομαγιά ως η παγκόσμια μέρα της εργατικής τάξης. Αρχισε δε να γιορτάζεται ως τέτοια από το 1890. Ας δούμε όμως πότε άρχισε να γιορτάζεται και στην Ελλάδα.
Η πρώτη Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα - Η προετοιμασία...
Η πρώτη Πρωτομαγιά στην Ελλάδα γιορτάστηκε το 1893, με πρωτοβουλία του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη, που ιδρύθηκε από τον τελευταίο στις 20 Ιούλη του 1890, ενώ από τις 3 Ιούνη του ιδίου έτους ο Καλλέργης εξέδωσε την εφημερίδα «Σοσιαλιστής»(3). Ο Κεντρικός Σοσιαλιστικός Σύλλογος ήταν βεβαίως μια οργάνωση ουτοπικού σοσιαλιστικού προσανατολισμού, πράγμα καθόλου παράξενο για εκείνη την εποχή, αφού και το ελληνικό εργατικό κίνημα ήταν σε νηπιακή μορφή και η διάδοση του μαρξισμού απελπιστικά περιορισμένη. «Ο Κεντρικός Σοσιαλιστικός Σύλλογος - γράφει ο Γιάννης Κορδάτος(4) - ήταν, σα να πούμε η κεντρική διοίκηση των ομίλων και των τμημάτων. Πολλά από τα τμήματα και τους ομίλους είχαν διάφορες ονομασίες. Στην Αθήνα ο σοσιαλιστικός όμιλος λεγόταν ΚΟΣΜΟΣ. Αλλού τα τμήματα είχαν τον τίτλο της Λέσχης και της Αδελφότητας». Την Πρωτομαγιά του 1891 ο Καλλέργης και 12 Σοσιαλιστές φωτογραφήθηκαν όλοι μαζί και μ' αυτή τη συμβολική χειρονομία θέλησαν να δείξουν τη συμμετοχή και την αλληλεγγύη τους στην παγκόσμια ημέρα των εργατών. Ενα χρόνο αργότερα, ο Καλλέργης και μια ομάδα συντρόφων του συγκεντρώθηκαν στο χώρο του Σταδίου και διαμαρτυρήθηκαν κατά του «πλουτοκρατικού Αθλίου συστήματος»(5). Το 1893, όμως, ο γιορτασμός της Πρωτομαγιάς και μαζικός ήταν - αν λάβουμε υπόψη το μέγεθος και το βαθμό ωριμότητας του ελληνικού προλεταριάτου - και αισθητός έγινε. Φυσικά, υπήρξε κατάλληλη προετοιμασία και η σοσιαλιστική κίνηση είχε αναπτυχθεί αρκετά σε σχέση με το παρελθόν.
Η απόφαση για το γιορτασμό της Πρωτομαγιάς του 1893 πάρθηκε στη συνεδρίαση του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου στις 21 Φλεβάρη του ιδίου έτους. «Απεφασίσθη - αναφέρεται στο πρακτικό της συνεδρίασης - όπως εκλεγή επιτροπή και επιδοθή αποκλειστικώς διά της εορτής της 1ης Μαΐου, γενομένης δε μυστικής ψηφοφορίας εξελέγησαν ως εξής: Καλλέργης, Νάγος, Συνοδινός και Χριστόπουλος». Λίγες ημέρες αργότερα, στις 3 Μάρτη 1893, σε συνεδρίαση της Επιτροπής, ο Καλλέργης πρότεινε να εκδοθεί για την οικονομική ενίσχυση του γιορτασμού της Πρωτομαγιάς ένα βιβλίο «το οποίον θα περιέχει την Σοσιαλιστικήν πολιτικήν ... και θα τιμηθεί 25 λεπτά έκαστον». Πρόκειται για την γνωστότερη ίσως μπροσούρα του Σταύρου Καλλέργη που φέρει τον τίτλο «Εγκόλπιον Εργάτου»(6). Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι επειδή η 1η Μάη του 1893 έπεφτε ημέρα Σάββατο, οι διοργανωτές αποφάσισαν να γιορτάσουν την Παγκόσμια ημέρα της Εργατικής Τάξης την επομένη 2 Μάη που ήταν Κυριακή «όπου οι εργάται θα δυνηθώσι να λάβωσι μέρος σ' αυτήν»(7). Ετσι, από τα μέσα Απρίλη ο «Σοσιαλιστής» ενημέρωσε για την εκδήλωση, δημοσιεύοντας ταυτόχρονα και το διεκδικητικό της πλαίσιο. Εγραφε, για παράδειγμα, στο φύλλο αρ. 23: «Δύο Μαΐου, ημέρα Κυριακή 5 μ.μ. εις το Αρχαίον Στάδιον όπισθεν του Ζαππείου, εις την γέφυραν όπου είνε απέναντι εις τα αγγλικά μνημεία με Κυπαρίσσια. Ολοι οι σοσιαλισταί και οι υπό μισθόν πάσχοντες θα συναθροισθώσι να υπογράψωσι ψήφισμα προς τη Βουλή, διά του οποίου θα ζητώσι πρώτον τας Κυριακάς όλα τα καταστήματα γενικώς να ήναι κλειστά προς ανάπαυσιν των πολιτών. β΄ τον περιορισμόν των εργάσιμων ωρών εις 8 καθ' εκάστην κατ' ανώτατον όριον και ολιγώτερον διά τας κοπιώδεις και ανθυγιεινάς εργασίας και διά τους παίδας και τας γυναίκας. γ΄ απονομήν συντάξεως εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς διατήρησιν εαυτών και της οικογενείας των και εις τας οικογενείας των εν τη εργασία φονευομένων».(8)
Η προετοιμασία για τον πρωτομαγιάτικο γιορτασμό δεν περιοριζόταν στην κινητοποίηση των σοσιαλιστών της πρωτεύουσας και του Πειραιά, αλλά και άλλων πόλεων, όπου υπήρχαν σχετικές οργανώσεις, οι οποίες θα μπορούσαν να πάρουν ανάλογες πρωτοβουλίες σε τοπικό επίπεδο. Για το λόγο αυτό, από τον Καλλέργη και τον Κεντρικό Σοσιαλιστικό Σύλλογο στάλθηκαν επιστολές - με οδηγίες - όπως αυτή που ακολουθεί(9): «Συνάδελφε Δημητρακόπουλε, την 1η Μαΐου, σκοπόν έχομεν όπως οι ενταύθα σοσιαλισταί συνέλθομεν εις το Στάδιον, όπισθεν του Ζαππείου, και εορτάσωμεν όσον το δυνατόν πανηγυρικώτερον, την επέτειον εορτήν του παγκοσμίου σοσιαλισμού. Καλόν επομένως θεωρώ, όπως προς επίδειξιν, καθ' όσον ουδέν μέσον πρέπει να παρορώμεν, όπερ τείνει εις την εξάπλωσιν των αρχών ημών και εις την ευόδωσιν του επιδιωκομένου σκοπού, συνέλθετε και υμείς αυτόθι, την ημέραν εκείνην όσοι ασπάζεσθε τας αρχάς του σοσιαλισμού και εορτάσετε είτε διασκεδάζοντες, είτε φωτογραφούμενοι, είτε δι' οιουδήποτε άλλου τρόπου και μετά ταύτα συντάξητε τηλεγράφημα απευθυνόμενον εις το καθ' ημάς κεντρικόν συμβούλιον όπου θα αγγέλετε ότι εορτάσατε την σοσιαλιστικήν 1η Μαΐου και έχον περίπου ως εξής: Σοσιαλιστικόν Συμβούλιον Αθήνας, Πανηγυρικώτατα εορτάσαμεν σοσιαλιστικήν Πρωτομαγιά. Αν τις κωλύεται να θέση την υπογραφήν του ας θέσει ψευδώνυμον. Το τηλεγράφημα τούτο, καταχωρηθήσεται εν τω ημετέρω φύλλω ο Σοσιαλιστής. Μην σας εμποδίσει ο μικρός αριθμός του να πράξετε και δύο πρέπει να εορτάσετε οπωσδήποτε. Διότι το τοιούτον, όπως και αν έχει πράγμα, ωφέλειαν θα παράσχει και ουχί βλάβην».

...και ο εορτασμός
Οπως ακριβώς είχε καθοριστεί, στις 2 Μάη του 1893, ημέρα Κυριακή και ώρα 5μ.μ. οι Σοσιαλιστές της ομάδας Καλλέργη και εργαζόμενοι συγκεντρώθηκαν στο Στάδιο - και όχι στους στύλους του Ολυμπίου Διός που από λάθος, προφανώς, πληροφόρηση γράφει ο Κορδάτος(10) - όπου και γιόρτασαν αγωνιστικά την παγκόσμια ημέρα της Εργατικής Τάξης. Οι πληροφορίες στον Τύπο της εποχής παρουσιάζουν μεγάλη απόκλιση αναφορικά με τον αριθμό των συγκεντρωμένων, οπότε και δεν είναι εύκολο να αποφανθεί κάποιος σήμερα με ακρίβεια πάνω σ' αυτό το ζήτημα. Ο «Σοσιαλιστής» του δευτέρου 15ήμερου του Μάη 1893 κάνει λόγο για πάνω από 2 χιλιάδες συγκεντρωμένους. Γράφει συγκεκριμένα: «Εις τας δύο Μαΐου ώρα 5 μ.μ. παρά το αρχαίον Στάδιον, τα μέλη του "Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου" και μέγα πλήθος εκ των πασχουσών εργατικών τάξεων των ευρισκομένων υπό τον ζυγόν του μισθού, ακολουθούντες τον διεθνή των πασχουσών τάξεων αγώνα, συνηθροίσθησαν προς διαμαρτύρησιν εναντίον του σημερινού αθλίου συστήματος, όπου δυστυχούν οι πολλοί κοπιωδώς εργαζόμενοι και ευτυχούν οι ολίγοι οκνηροί, πλούσιοι, μη εργαζόμενοι και απολαμβάνοντες τον ιδρώτα των πολλών εργαζομένων... συνήλθον πλέον των 2 χιλιάδων ατόμων...»(11).
Αντίθετα, η «Εφημερίς» παρουσίασε ένα κοινό που δεν ήταν πάνω από 200 άτομα. «Οι πλείστοι εξ αυτών ήσαν εργάται, ευπρεπώς κατά το πλείστον ενδεδυμένοι, με ερυθράς κονκάρδας επί της κομβιοδόχης, και πολύ ήσυχοι άνθρωποι. Αυτοί είναι οι πρώτοι σοσιαλισταί εν Ελλάδι, και συνήλθον χθες εις το πρώτον αυτών εν Αθήναις συλλαλητήριον»(12). Τέλος, η «Ακρόπολις» του Βλάση Γαβριηλίδη σημείωνε στο δικό της ρεπορτάζ στις 3 του Μάη 1893: «Είχομεν χθες και συλλαλητήριον σοσιαλιστών εις το αρχαίον στάδιον. Συνήχθησαν πλείστοι εργατικοί άνθρωποι και άλλοι κύριοι εμφορούμενοι υπό των σοσιαλιστικών αρχών, φέροντες όλοι ερυθράς κονκάρδας επί της κομβιοδόχης των και ήκουσαν τον σοσιαλιστήν κ. Καλλέργην, όστις υπεστήριξεν την αργίαν της Κυριακής διά τους εργάτας, τον περιορισμόν των εργασίμων ωρών εις οκτώ και την αλληλοβοήθειαν των εργατών. Εις το συλλαλητήριον επεκράτησε πλήρης τάξις»(13).
Οπως ήδη αναφέρεται στα δημοσιεύματα του Τύπου της εποχής, ομιλητής στην πρωτομαγιάτικη συγκέντρωση του 1893 ήταν ο Σταύρος Καλλέργης, ο οποίος μεταξύ άλλων είπε: «Ο σκοπός της συναθροίσεώς μας ενταύθα είναι να υπογράψωμεν ψήφισμα διά να δοθή εν καιρώ εις την Βουλήν. Το ψήφισμα δε έχει ως εξής: Συνελθόντες σήμερον την 2 Μαΐου ημέραν Κυριακήν και ώραν 5 μ.μ. εν τω Αρχαίω Σταδίω οι κάτωθι υπογεγραμμένοι μέλη του "Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου" και υπό μισθόν πάσχοντες εψηφίσαμεν:
Α) Την Κυριακήν να κλείωσι τα καταστήματα, καθ' όλην την ημέραν, και οι πολίται ν' αναπαύωνται.
Β) Οι εργάται να εργάζωνται 8 ώρας την ημέραν.
Γ) Ν' απονέμηται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανικάνους προς διατήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.
Δ) Το συμβούλιον του "Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου" να επιδώση το ψήφισμα εις την Βουλήν.
Οι παραδεχόμενοι το ψήφισμα ας υπογράψουσιν αυτό. Δεν πιστεύω δε να υπάρχη τις ενταύθα ο οποίος να μη παραδέχεται τας σοσιαλιστικάς ιδέας και το ψήφισμα. Η συνάθροισίς μας ενταύθα σήμερον έχει παγκόσμιον χαρακτήρα...». Ο Καλλέργης αναφέρθηκε ακόμη στο ζήτημα της ιστορίας του γιορτασμού της Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα και διεθνώς, σημείωσε την πρόοδο που είχε κάνει το σοσιαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια και υπογράμμισε ως άμεσους στόχους πάλης του κινήματος τη βελτίωση της θέσης των εργατών και τη διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών. Υστερα από την ομιλία του Καλλέργη - πάντα κατά το ρεπορτάζ του «Σοσιαλιστή» - συγκεντρώθηκαν μέσα σε μισή ώρα 500 υπογραφές κάτω από το ψήφισμα (14).
Η συγκέντρωση των υπογραφών συνεχίστηκε και στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα με αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν περί τις 2.000 και το ψήφισμα κατατέθηκε στη Βουλή την 1η του Δεκέμβρη του 1893. Το ιστορικό της παράδοσης του ψηφίσματος στη Βουλή το περιγράφει ο ίδιος ο Καλλέργης στο φύλλο 30 του «Σοσιαλιστή», που κυκλοφόρησε στις 2 του Γενάρη του 1894. Γράφει ο Καλλέργης: «Εις τας αρχάς Δεκεμβρίου (σ.σ. του 1893) υπέβαλον ψήφισμα εις τον πρόεδρον της Βουλής κατ' εντολήν του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου, το οποίον είχον εγκρίνει την 2αν Μαΐου 1893 οι σοσιαλισταί και εν γένει οι υπό μισθόν πάσχοντες Αθηνών -Πειραιώς, ζητούντες δι' αυτού μικράν βελτίωσιν της αθλίας αυτών ζωής. Μετά την επίδοσιν του ψηφίσματος ανήλθον εις το θεωρείον των δημοσιογράφων και ανέμενον μετ' ανυπομονησίας την ανάγνωσιν αυτού. Αλλά το προεδρείον ησχολείτο εις την ανάγνωσιν ετέρων αναφορών προερχομένων εκ διαφόρων προσώπων και πραγματευομένων κατά το μάλλον και ήττον περί ανέμων και υδάτων. Αμα είδον εγώ την πράξιν αυτήν του προέδρου και μάλιστα ότε παρετήρησα να δεικνύη το περί ου ο λόγος ψήφισμα εις τους περί το προεδρείον βουλευτάς εμπαικτικώς, ωργίσθην και ανεφώνησα λέξεις τινάς διά να ελκύσω την προσοχήν των βουλευτών και των δημοσιογράφων. Αμα τη αναφωνήσει των λέξεων εκείνων οργίζεται ο πρόεδρος, κρούει ακαταπαύστως τον κώδωνα, διατάσσει την σύλληψίν μου. Οι στρατιώτες της φρουράς έρχονται αμέσως, με συλλαμβάνουν και κτυπούντες με αγρίως διά των κοπάνων των όπλων των με οδήγησαν εις το δεύτερον αστυνομικόν τμήμα, ένθα επί δύο ημέρας και δύο νύκτας παρέμεινα»(15). Μετά τη «φιλοξενία» του στην αστυνομία, στις 9 του Δεκέμβρη του 1893, ο Καλλέργης δικάστηκε και καταδικάστηκε να εκτίσει ποινή φυλάκισης 10 ημερών στις φυλακές του Παλαιού Στρατώνα.
Ετσι έληξε και τυπικά ο πρώτος γιορτασμός της Εργατικής Πρωτομαγιάς στην Ελλάδα, που από κάθε άποψη αποτελεί σταθμό στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Ο προσανατολισμός εκείνης της εκδήλωσης ήταν σαφής και αφορούσε στην ανάπτυξη της πάλης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων των εργατών και τη διάδοση των σοσιαλιστικών ιδεών, των ιδεών δηλαδή για μια ανώτερη, δικαιότερη κοινωνία. Ο προσανατολισμός αυτός εμπλουτίστηκε τα επόμενα χρόνια, έγινε πιο σαφής, πιο ουσιαστικός και σ' ό,τι αφορά στις ιδέες της νέας κοινωνίας πέρασε από το πεδίο της ουτοπίας και των συγχύσεων στο πεδίο της επιστήμης με τη διάδοση του επιστημονικού σοσιαλισμού. Εντούτοις ποτέ δεν άλλαξε κατεύθυνση αφού το δίκιο του εργάτη και η καινούρια κοινωνία, που θα υπερβαίνει τον καπιταλισμό, είναι έννοιες αξεχώριστες.
Ας δούμε όμως πώς γιορτάστηκε η δεύτερη Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα, ούτως ώστε να έχουμε μια σαφέστερη εικόνα εκείνων των πρώτων βημάτων του ελληνικού προλεταριάτου προς την κατεύθυνση της αυτοσυνειδητοποίησής του.
Η Πρωτομαγιά του 1894
Μετά τον επιτυχή γιορτασμό της Πρωτομαγιάς του 1893 και τα όσα επακολούθησαν με την επίδοση του ψηφίσματος, τη σύλληψη και την καταδίκη του Καλλέργη, κυριάρχησε ενωτικό πνεύμα στις τάξεις των σοσιαλιστικών ομάδων της εποχής. Είτε από πολιτικό υπολογισμό, είτε γιατί ήταν πλέον φανερό πως ο αντίπαλος ήταν κοινός, οι ομάδες αυτές κινήθηκαν στην κατεύθυνση ενός ενωτικού γιορτασμού της παγκόσμιας μέρας της εργατικής τάξης, κάτι που - παρά τις διαφορές τους - κατάφεραν να φέρουν σε πέρας στις πρωτομαγιάτικες εκδηλώσεις του 1894. «Η κίνηση που έγινε από τους σοσιαλιστικούς ομίλους για το γιορτασμό της Πρωτομαγιάς - γράφει ο Γιάννης Κορδάτος(16) - έβαλε την αστυνομία και την εισαγγελία σε τρεχάματα». Οντως έτσι είχαν τα πράγματα κι αυτό φάνηκε ιδιαίτερα τη μέρα του γιορτασμού, όπου οι αστυνομικές δυνάμεις βρέθηκαν σε κινητοποίηση.
Η Πρωτομαγιά του 1894 γιορτάστηκε την 1η του Μάη στο Στάδιο και οι εφημερίδες εκείνης της μέρας ανήγγειλαν τη συγκέντρωση που είχε προγραμματιστεί για τις 5 μ.μ. Η «Ακρόπολις» του Γαβριηλίδη έγραφε στο πρωτομαγιάτικο φύλλο της: «Σήμερον την 5 μ.μ. εν τω Σταδίω η συγκέντρωσις των εν Αθήναις και Πειραιεί Σοσιαλιστών. Την ανάπτυξιν των αρχών του σοσιαλισμού θα κάμη ο κ. Π. Δρακούλης. Από χθες εκυκλοφόρησεν εις τας οδούς μακροσκελής έκκλησις προς τους εργάτας εν η δι' επαναστατικού ύφους καλείται και ο λαός να συμμετάσχη της διαδηλώσεως. Μία τοιαύτη έκκλησις περιελθούσα εις τας χείρας του Φρουράρχου απεστάλη εις την εισαγγελίαν. Η αστυνομία αφ' ετέρου έλαβε τα κατάλληλα μέτρα προς "ήρεμον" διεξαγωγήν της συγκεντρώσεως»(17).
Την 1η του Μάη του 1894 ο κόσμος άρχισε να προσέρχεται στο Στάδιο από τις 4 μ.μ. Η εικόνα που δίνει ο Τύπος της εποχής είναι χαρακτηριστική: «Χθες - γράφει η "Εφημερίς"(18) - από της 4ης ώρας μ.μ., ως προεκηρύχθη, ήρξαντο να συναθροίζωνται εν τω παρά τω Σταδίω, οι αποτελούντες το σοσιαλιστικόν σώμα εν Ελλάδι. Με τους σοσιαλιστάς προσήρχοντο και απλοί θεαταί, πολλαί δε οικογένειαι κατέλαβον τας διασπαρμένας τραπέζας του μικρού καφενείου. Η πληθώρα του ωραίου φύλου εδείκνυεν ότι δεν υπήρχε φόβος ταραχών αλλ' η αστυνομία και η μοιραρχία παραβλέπουσαι το οιωνοσκόπιον έθεσαν αστυφύλακας υπό αστυνόμους και έφιππον δύναμιν χωροφυλάκων. Περί την 6ην ώραν μ.μ. άπας ο χώρος του Σταδίου εκαλύφθη υπό ποικίλου κόσμου ανδρών, γυναικών και παίδων, μεταξύ των οποίων διεκρίνοντο 50- 60 περίπου σοσιαλισταί, πάντες τίμιοι και φιλόπονοι εργάται, φέροντες ερυθράς κονκάρδας επί του στήθους. Κατά τον χρόνον της συναθροίσεως εθεάθησαν αστυφύλακες τινές εκ των διαταχθέντων, όπως επιβλέψωσι την τάξιν, διανέμοντες κρυφίως διακηρύξεις εις το πλήθος των θεατών, ερωτώμενοι δε περί τούτων απήντων σιγανά, ώστε να μη δύναται να τους ακούη τρίτος "τι να κάνωμε, μπλέξαμε και 'μεις". Το γεγονός παρήγαγε βαθείαν αίσθησιν».
Στη συγκέντρωση μίλησε ο Πλάτωνας Δρακούλης πάνω στο ιστορικό της Εργατικής Πρωτομαγιάς. Στη συνέχεια το λόγο πήρε ο Στ. Καλλέργης, του οποίου η ομιλία ήταν σε πολεμικό τόνο και γεμάτη «μίσος κατά της πλουτοκρατίας»(19) και, τέλος, το λόγο έλαβαν ο φοιτητής νομικής Ευάγγελος Μαρκαντωνάτος και ο Δ. Γραμματικός.
Στο τέλος η συγκέντρωση κατέληξε στο παρακάτω ψήφισμα(20):
«Οι διεθνείς σοσιαλισταί και οι εργάται Αθηνών - Πειραιώς
Προς την κυβέρνησιν της Ελλάδος
Συνελθόντες σήμερον την 1η Μαΐου του 1894 έτους, ημέραν Κυριακήν και ώραν 5 μ.μ. πάντες οι διεθνείς Σοσιαλισταί και εν γένει πάντες οι υπό μισθόν ευρισκόμενοι και πάσχοντες εργάται Αθηνών - Πειραιώς, αποφασίζομεν και ψηφίζομεν τα εξής:
α) Την Κυριακήν να κλείωνται τα καταστήματα καθ' όλην την ημέραν και οι εργάται ν' αναπαύωνται.
β) Οι εργάται να εργάζωνται επί 8 ώρας την ημέραν και ν' απαγορευθή η εργασία εις τους ανηλίκους.
γ) Να απονέμηται σύνταξις εις τους εκ της εργασίας παθόντας και καταστάντας ανίκανους προς συντήρησιν εαυτών και της οικογενείας των.
δ) Να καταργηθώσιν αι θανατικαί εκτελέσεις.
ε) Ανατίθεται εις τους διευθυντάς των σοσιαλιστικών εφημερίδων η επίδοσις του παρόντος ψηφίσματος εις την κυβέρνησιν, επί τη βάσει του οποίου παρακαλείται αύτη να συντάξη νομοσχέδιο και υποβάλη τούτο εις την Βουλήν προς ψήφισιν κατά την αμέσως συγκληθησομένην αυτής σύνοδον.
Αθήναι, 1η Μαΐου 1894».
Το πέρασμα στην ωριμότητα
Μετά το 1894 - και για αρκετό χρονικό διάστημα - δε φαίνεται να υπήρξαν γιορτασμοί της Εργατικής Πρωτομαγιάς με συγκεντρώσεις. Τα πολιτικά γεγονότα και ιδιαίτερα το γεγονός ότι η χώρα παράδερνε στη δίνη μιας οξύτατης κοινωνικοπολιτικής κρίσης (ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1897 και η κρίση του αστικοτσιφλικάδικου καθεστώτος, η ανάγκη του αστικού εκσυγχρονισμού και ο αστικός εθνικισμός με το Μακεδονικό, το κίνημα στο Γουδί και όσα επακολούθησαν), σε συνδυασμό με την καθυστέρηση του εργατικού κινήματος, που και στα πιο πρωτοπόρα τμήματά του έμενε πολύ πίσω από το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα, μακριά από τον επιστημονικό σοσιαλισμό και χωρίς να είναι σε θέση να ξεφύγει από το πλαίσιο του ουτοπικού σοσιαλισμού, εξηγούν το φαινόμενο.
Την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, το ελληνικό εργατικό κίνημα οργανώνεται σε καλύτερη βάση με την υποχώρηση των μικρών ομίλων και την εμφάνιση μεγάλων εργατικών οργανώσεων. Τα Εργατικά Κέντρα του Βόλου, της Λάρισας και της Αθήνας εμφανίζονται προς το τέλος αυτής της δεκαετίας, ενώ το 1908 ο Πλ. Δρακούλης ιδρύει το «Σύνδεσμο των Εργατικών Τάξεων Ελλάδος» και το 1909 το «Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα». Την ίδια χρονιά (1909) με πρωταγωνιστές τους Α. Μπεναρόγια και Σαμουήλ Γιονά ιδρύεται στη Θεσσαλονίκη η σημαντικότερη σοσιαλιστική πολιτική οργάνωση, η σοσιαλιστική «Φεντερασιόν», που θα σφραγίσει τις εξελίξεις στο ελληνικό εργατικό κίνημα εκείνη την περίοδο. Μέσα στην ίδια δεκαετία, ιδρύθηκε (1907) και η «Κίνηση των Κοινωνιολόγων» που βοήθησε σημαντικά στη διάδοση των προοδευτικών ιδεών. Παράλληλα, στην αυγή του νέου αιώνα, ανάπτυξη γνωρίζει το κίνημα των δημοτικιστών, αλλά και το αγροτικό κίνημα, το οποίο φτάνει σε μετωπικές συγκρούσεις με το καθεστώς με αποκορύφωμα την εξέγερση στο Κιλελέρ (1910).
Η δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα σφραγίζεται από μεγάλες ανακατατάξεις στη διεθνή πολιτική σκηνή και στο διεθνές εργατικό κίνημα με κορυφαίες εκδηλώσεις: τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α` Παγκόσμιο Πόλεμο που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ελληνική πραγματικότητα, τη χρεοκοπία της Β` Διεθνούς, τη διάσπαση στα εργατικά κόμματα σε ολόκληρο τον κόσμο με τη διακριτή εμφάνιση της επαναστατικής και της ρεφορμιστικής πτέρυγας και, φυσικά, τη νίκη της μεγάλης Σοσιαλιστικής Οχτωβριανής Επανάστασης. Σ' αυτήν τη δεκαετία, το ελληνικό εργατικό κίνημα ωριμάζει με μεγάλες ταχύτητες. Το 1911 ιδρύεται με πρωτοβουλία του Ν. Γιαννιού το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθήνας, ενώ γρήγορα αναπτύσσονται οι τοπικοί σοσιαλιστικοί όμιλοι στη χώρα και ισχυροποιούνται οι ήδη υπάρχουσες εργατικές και σοσιαλιστικές οργανώσεις. Ετσι εκ των πραγμάτων τίθεται στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα της πολιτικής και συνδικαλιστικής ενοποίησης της εργατικής τάξης.
Η πρώτη προσπάθεια στην κατεύθυνση της ενοποίησης καταγράφεται το Δεκέμβρη του 1911 και στόχο έχει την ίδρυση Πανελλήνιας Εργατικής Ομοσπονδίας, όταν το Εργατικό Κέντρο της Αθήνας ανέλαβε την πρωτοβουλία για συνένωση όλων των εργατικών οργανώσεων της χώρας σε μια κεντρική συνδικαλιστική οργάνωση. Η προσπάθεια εκείνη, όπως μας πληροφορεί ο Κορδάτος(21), έμεινε στα χαρτιά, αλλά η ιδέα της πανελλαδικής εργατικής συνδικαλιστικής οργάνωσης δεν εγκαταλείφθηκε. Η υλοποίησή της, μάλιστα, απέκτησε επιτακτικό χαρακτήρα μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, από τους οποίους νέες περιοχές προστέθηκαν στην ελληνική επικράτεια, φέρνοντας μαζί τους πλούσια εργατική κίνηση, όπως αυτή της Θεσσαλονίκης όπου δρούσε η «Σοσιαλιστική Εργατική Ομοσπονδία», η «Φεντερασιόν», στην οποία αναφερθήκαμε πιο πριν.
Μια νέα προσπάθεια υλοποίησης της ιδέας για Πανελλαδική Εργατική Ομοσπονδία έγινε στα 1914 με πρωτοβουλία των καπνεργατών που οργάνωσαν συνδικαλιστική συνδιάσκεψη στην Αθήνα, όπου και ελήφθησαν οι σχετικές αποφάσεις αλλά δεν έμελλε να υλοποιηθούν. Την ίδια τύχη είχε και μια τρίτη απόπειρα, στα 1916, με πρωτοβουλία αυτή τη φορά του Εργατικού Κέντρου Πειραιά(22).
Ολες αυτές οι προσπάθειες, όπως και όσες ακολούθησαν στη συνέχεια, για ενοποίηση του εργατικού κινήματος σε συνδικαλιστικό επίπεδο, είχαν το χαρακτηριστικό ότι συνοδεύονταν, συνδυάζονταν ή αποτελούσαν μέρος μιας έντονης κινητικότητας για ενοποίηση και των πολιτικών εργατικών οργανώσεων σε ένα ενιαίο εργατικό κόμμα. Τις προσπάθειες αυτές, στο σύνολό τους, και στο συνδικαλιστικό και στο πολιτικό επίπεδο, σφράγισε η Ρωσική Επανάσταση, τόσο η αστικοδημοκρατική του Φλεβάρη, αλλά πολύ περισσότερο η Σοσιαλιστική του Οκτώβρη 1917.
Από το καλοκαίρι του 1917, δόθηκε νέα ώθηση στην προσπάθεια ενοποίησης των ελληνικών εργατικών οργανώσεων, δεδομένου ότι είχε συγκροτηθεί μια οργανωτική επιτροπή για τη διοργάνωση Πανελλαδικού Σοσιαλιστικού Συνεδρίου. Το συνέδριο αυτό ορίστηκε για τις 4 Αυγούστου του ίδιου έτους, αλλά δεν έγινε δυνατό να πραγματοποιηθεί. Στις αρχές όμως του 1918 - και υπό την επίδραση της νίκης των μπολσεβίκων στη Ρωσία - το ζήτημα της ενοποίησης των εργατικών οργανώσεων, πολιτικών και συνδικαλιστικών, μπήκε στην τελική ευθεία. Το Φλεβάρη αυτού του έτους, με πρωτοβουλία της σοσιαλιστικής οργάνωσης «Φεντερασιόν», συγκλήθηκε μυστικά στη Θεσσαλονίκη η Β` Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη, όπου συμμετείχαν, εκτός της «Φεντερασιόν», σοσιαλιστικές οργανώσεις της Αθήνας, του Πειραιά, του Βόλου και της Κέρκυρας. Η Συνδιάσκεψη εκείνη αποφάσισε τη διοργάνωση νέας Συνδιάσκεψης για τον Ιούλη του 1918. Ετσι, στα τέλη Ιουλίου η Γ` Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη κατέληξε να συγκληθεί τον Οκτώβρη του 1918 Πανελλαδικό Σοσιαλιστικό Συνέδριο για την ίδρυση κόμματος της εργατικής τάξης. Παράλληλα, εργατική συνδικαλιστική συνδιάσκεψη - που πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο με τη συμμετοχή αντιπροσώπων από τα Εργατικά Κέντρα Θεσσαλονίκης, Αθήνας, Πειραιά και το συνδικάτο «Η Πρόοδος» - αποφασίζει τη σύγκληση Πανελλαδικού Εργατικού Συνεδρίου για τη συνένωση των συνδικαλιστικών εργατικών οργανώσεων. Και οι δύο συνδιασκέψεις όρισαν από μία επιτροπή για την προετοιμασία του καθενός από τα δύο συνέδρια(23). Το ιδρυτικό συνέδριο της ΓΣΕΕ πραγματοποιήθηκε στο διάστημα από τις 21 έως τις 28 Οκτώβρη (3-10 Νοέμβρη) του 1918 και το ιδρυτικό συνέδριο του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας στο διάστημα από 4 έως 10 (17 έως 23) Νοέμβρη του ίδιου έτους.
Η εργατική τάξη της Ελλάδας είχε ξεκινήσει πλέον την περίοδο της ωριμότητας και της αυτοσυνείδησης του ιστορικού της ρόλου και η Πρωτομαγιά του 1919 γιορτάστηκε σε ολόκληρη τη χώρα, στις μεγάλες πόλεις, παρά τις αντιδράσεις του καθεστώτος και της κυβέρνησης Βενιζέλου. Σ' εκείνο το γιορτασμό του '19 σημειώθηκε και η πρώτη διάσπαση της ΓΣΕΕ. Τα 5 από τα 11 μέλη της διοίκησής της πρόσκεινταν στο ΣΕΚΕ, ενώ τα υπόλοιπα 6 ήταν με το κυβερνητικό κόμμα του Βενιζέλου. Η σύγκρουση των δύο πλευρών ξεκίνησε με το περιεχόμενο του γιορτασμού της Πρωτομαγιάς: Η τάση του ΣΕΚΕ σε αντίθεση με την πλειοψηφία ήθελε να προσδώσει στο γιορτασμό αντικυβερνητικό περιεχόμενο, ενώ αντίθετα οι κυβερνητικοί συνδικαλιστές επιδίωκαν την πρόσδεση του εργατικού κινήματος στο άρμα της κυρίαρχης πολιτικής και τον ταξικό συμβιβασμό. Στη συνέχεια, η σύγκρουση επεκτάθηκε και τον Ιούνιο του 1919 η κυβερνητική πλειοψηφία στη Γενική Συνομοσπονδία καθαίρεσε αυθαίρετα τους 5 της μειοψηφίας, ενώ στη συνέχεια η κυβέρνηση του Βενιζέλου τους έστειλε εξορία στη Φολέγανδρο. Ενα χρόνο αργότερα, το Εθνικό Συμβούλιο της ΓΣΕΕ καθαίρεσε τους ρεφορμιστές και ανέθεσε τη διοίκηση στους συνδικαλιστές του ΣΕΚΕ(24). Η πάλη για τον προσανατολισμό του εργατικού κινήματος προς την κατεύθυνση της ταξικής πάλης ή την κατεύθυνση του ταξικού συμβιβασμού είχε ήδη αρχίσει.
1. Φίλιπ Φόνερ: «Εργατική Πρωτομαγιά 1886-1986», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 55, Ουίλιαμ Φόστερ: «Η Ιστορία των τριών Διεθνών», Αθήνα 1975, σελ. 175 και αλλού.
2. Ουίλ. Φόστερ: «Ιστορία του Παγκόσμιου Συνδικαλιστικού Κινήματος», τόμος Α`, σελ. 144-145, Φ. Φόνερ, στο ίδιο σελ. 37-52 και Γ. Κορδάτου: «Η Κόκκινη Πρωτομαγιά», περιοδικό «ΝΕΟΙ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΙ», Απρίλης 1932.
3. Αρχείο Σταύρου Καλλέργη, βλέπε: Λυκούργου Καλλέργη: «Σταύρος Καλλέργης», εκδόσεις «Προσκήνιο», σελ. 96, 104, 150.
4. Γιάννη Κορδάτου: «Ιστορία του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος», εκδόσεις «Μπουκουμάνη», σελ. 64.
5. Μιχάλης Δημητρίου: «Το ελληνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα - Από τους ουτοπιστές στους μαρξιστές», εκδόσεις «ΠΛΕΘΡΟΝ», σελ. 141.
6. Αρχείο Σταύρου Καλλέργη, βλέπε: Λυκούργου Καλλέργη: «Σταύρος Καλλέργης», εκδόσεις «Προσκήνιο», σελ. 155.
7. Στο ίδιο, σελ. 159.
8. Στο ίδιο, σελ. 159-160.
9. Στάθη Δρομάζου: «Θητεία», Εκδόσεις «Δίφρος», 1966, σελ. 203.
10. Γιάννη Κορδάτου: «Ιστορία του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος», εκδόσεις «Μπουκουμάνη», σελ. 65.
11. «Σοσιαλιστής», αρ. φύλλου 24 και Λυκούργου Καλλέργη: «Σταύρος Καλλέργης», εκδόσεις «Προσκήνιο», σελ. 161.
12. «Εφημερίς», 3/5/1893 και Μιχάλης Δημητρίου: «Το ελληνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα - Από τους ουτοπιστές στους μαρξιστές», εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ, σελ. 143.
13. Στάθη Δρομάζου: «Θητεία», Εκδόσεις «Δίφρος», 1966, σελ. 205.
14. «Σοσιαλιστής», αρ. φύλου 24 και Λυκούργου Καλλέργη: «Σταύρος Καλλέργης», εκδόσεις «Προσκήνιο», σελ. 161-162.
15. Σταύρος Καλλέργης: «Ανέκδοτα κείμενα», έκδοση της ΓΣΕΕ, Μάης 1982, σελ. 28-29.
16. Γιάννη Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 65.
17. Γιάννη Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 66.
18. «Εφημερίς» 2/5/1894, Γιάννη Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 66-67.
19. Γιάννη Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 67.
20. Δημήτρη Λιβιεράτου: «Η Εργατική Πρωτομαγιά στην Ελλάδα (1890-1999), εκδόσεις «Προσκήνιο», σελ. 29, Μιχάλης Δημητρίου: «Το ελληνικό Σοσιαλιστικό Κίνημα - Από τους ουτοπιστές στους μαρξιστές», εκδόσεις ΠΛΕΘΡΟΝ, σελ. 152 κ.α.
21. Γ. Κορδάτου: «Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας», εκδόσεις «20ός Αιώνας», τόμος XIII, σελ. 503.
22. Γ. Κορδάτου, στο ίδιο, σελ. 503.
23. Κ. Μοσκώφ: «Εισαγωγή στην Ιστορία του κινήματος της Εργατικής τάξης», εκδόσεις «Καστανιώτη», σελ. 397-398, ΚΜΕ Θεσσαλονίκης: «Η Σοσιαλιστική Οργάνωση Φεντερασιόν Θεσσαλονίκης 1909-1918», εκδόσεις ΣΕ, σελ. 234-235, Γ. Κορδάτου: «Ιστορία του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος», σελ. 294, 299 κ.α.
24. «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ», τόμος Α` (1918-1949), σελ. 97-98.
Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

Σικάγο - Ο ματωμένος Μάης του 1886.

Χρονικό - ρεπορτάζ του Κουβανού επαναστάτη - ποιητή Χοσέ Μαρτί

Τιμώντας την παγκόσμια εργατική Πρωτομαγιά, δημοσιεύουμε αποσπάσματα ενός χρονικού, που έγραψε ο μεγάλος επαναστάτης και ποιητής της Κούβας, Χοσέ Μαρτί (1850-1895), για τα γεγονότα του ματωμένου Μάη του 1886, στο Σικάγο.
Ο Χοσέ Μαρτί υπήρξε μια πολύπλευρη προσωπικότητα. Επαναστάτης και διανοούμενος, έδωσε και τη ζωή του στον αγώνα για την ανεξαρτησία της χώρας του.
Παράλληλα, ασχολήθηκε με όλα τα είδη τέχνης. Δεν ήταν μόνον ο μεγάλος ποιητής της Κούβας, ο οποίος άνοιξε καινούριους δρόμους για την ποίηση. Ηταν και σπουδαίος πεζογράφος. Εγραψε δοκίμια, χρονικά και άρθρα, τα οποία χαρακτηρίζονται από πολιτικό στοχασμό και ευαισθησία απέναντι στα κοινωνικά γεγονότα, που συγκλόνιζαν την εποχή του.
Εζησε στις ΗΠΑ, προετοιμάζοντας τον αγώνα της ανεξαρτησίας της πατρίδας του Κούβας, και βίωσε όλη την ένταση της εργατικής εξέγερσης την Πρωτομαγιά του 1886, στο Σικάγο.
Σχετικά με τα γεγονότα του Μάη του 1886, ο Χοσέ Μαρτί έγραψε δύο χρονικά, τα οποία δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα του Μπουένος Αϊρες, «Nacion».


Τα αποσπάσματα που παραθέτουμε είναι από το 2ο χρονικό, το οποίο ο Μαρτί το έγραψε μετά την εκτέλεση των διαδηλωτών εργατών, και το έστειλε, το Νοέμβρη του 1887, στην «Nαcion», στην οποία δημοσιεύτηκε τη 1η Γενάρη του 1888:

«Νέα Υόρκη, Νοέμβρης 1887
Κύριε διευθυντά της "Nacion"
Ούτε ο φόβος προς την κρατική δικαιοσύνη, ούτε η τυφλή συμπάθεια προς αυτούς που την απορρίπτουν, πρέπει να οδηγεί την κριτική σκέψη των λαών, καθώς και αυτόν που αφηγείται τα γεγονότα.
Την ελευθερία υπηρετεί άξια μόνον αυτός που την προφυλάσσει από εκείνους που την καταστρέφουν με τα λάθη τους. Δεν αξίζει τον τίτλο του υπερασπιστή της ελευθερίας εκείνος που από φόβο δικαιολογεί τα βίτσια και τα εγκλήματά τους.
Ούτε, επίσης, αξίζουν συγνώμη εκείνοι, που, ανίκανοι να δαμάσουν το μίσος και την αντιπάθεια που τους προκαλεί το έγκλημα, κρίνουν τα κοινωνικά εγκλήματα χωρίς να γνωρίζουν και να εκτιμούν τις ιστορικές αιτίες που τα γέννησαν.
Με επιβλητική πορεία, και σκεπασμένα τα φέρετρά τους με λουλούδια και τα πένθιμα πρόσωπα των οπαδών τους, έφτασαν στον τάφο οι 4 "αναρχικοί" εργάτες, οι οποίοι εκτελέστηκαν στην αγχόνη, καθώς και εκείνος που αυτοκτόνησε με μια βόμβα δυναμίτη, που είχε κρυμμένη στα μαλλιά του.
Οι νεκροί είχαν κατηγορηθεί σαν δράστες και συνένοχοι του θανάτου ενός αστυνομικού, κατά τη διάρκεια της συγκέντρωσης διαμαρτυρίας για το θάνατο έξι εργατών από τα χέρια της αστυνομίας, στη σύγκρουση που έγινε γύρω από το μοναδικό εργοστάσιο που δούλευε, παρά και ενάντια στην απεργία.
Είχαν κατηγορηθεί ότι κατασκεύασαν και εκσφενδόνισαν τη βόμβα που σκότωσε τον αστυνομικό, και μετά προκάλεσε το θάνατο άλλων έξι και τραυμάτισε πολλούς.
Το δικαστήριο καταδίκασε τον έναν σε 15 χρόνια φυλακή και τους άλλους 6 με ποινή το θάνατο στην αγχόνη.
Σαν σταγόνες αίματος που φέρνει η θάλασσα, ήταν στις ΗΠΑ οι επαναστατικές θεωρίες των Ευρωπαίων εργατών. Ομως, ήλθαν μετά ο διαβρωτικός πόλεμος, η δύναμη και η κυριαρχία των ισχυρών, η δημιουργία κολοσσιαίων περιουσιών, η μετανάστευση από την Ευρώπη και η επάρκεια εργατών διατεθειμένων να υπηρετούν τα ανόσια συμφέροντα. Η Δημοκρατία μετατράπηκε σε μια καμουφλαρισμένη μοναρχία. Οι Ευρωπαίοι μετανάστες κατήγγειλαν με οργή τα δεινά που πίστευαν ότι είχαν αφήσει οριστικά πίσω τους, στη δεσποτική πατρίδα τους.
Συνηθισμένοι οι εξουσιαστές αυτής της χώρας να χρησιμοποιούν την ψήφο σαν μέσο πίεσης, ούτε καταλαβαίνουν, ούτε δικαιολογούν εκείνους που μιλάνε για αίμα και για ένοπλη εξέγερση των εργαζομένων.
Ομως, αν και οι ουσιαστικές διαφορές στις πολιτικές πρακτικές, η ασυμφωνία και η αντιπαλότητα των φυλών που διεκδικούν την υπεροχή εμπόδιζαν την άμεση δημιουργία ενός εργατικού κόμματος με ομόφρονες μεθόδους και σκοπούς, η ομοιότητα του πόνου τους επέσπευσε τη συντονισμένη δράση όλων όσοι υπέφεραν.
Εφτασε η άνοιξη χωρίς φόβο. Χωρίς το φόβο του κρύου, με τη δύναμη που δίνει το φως και με την ελπίδα ότι θα καλύψουν με τις αποταμιεύσεις του χειμώνα τις πρώτες πείνες, αποφάσισαν ένα εκατομμύριο εργαζόμενοι, σε όλη τη χώρα, να απαιτήσουν από τα εργοστάσια να μην ξεπερνάει η δουλιά τις 8 νόμιμες ώρες.
Οποιος θέλει να ξέρει, αν αυτό που ζητούσαν ήταν δίκαιο, ας έρθει εδώ. Να τους δει να επιστρέφουν σαν κουρασμένα βόδια, στα βρώμικα σπίτια τους, ενώ έχει φτάσει η νύχτα. Να τους δει να έρχονται από μακριά, τουρτουρίζοντας οι άνδρες, χλωμές και ξεχτένιστες οι γυναίκες.
Στο Σικάγο η Αστυνομία χτυπάει τους εργαζόμενους
Οι εργάτες, αποφασισμένοι να αποκτήσουν με το νόμιμο μέσο της απεργίας τα δικαιώματά τους, γύριζαν την πλάτη στους σκοτεινούς ρήτορες του αναρχισμού και σ' εκείνους που τραυματισμένοι από το ξυλοκόπημα και τις αστυνομικές σφαίρες αποφάσισαν να αντιπαρατεθούν στο επικείμενο χτύπημα με σίδερο στο σίδερο. Εφτασε ο Μάης. Οι εργάτες μαζικά εγκατέλειψαν τα εργοστάσια. Ομως, στο εργοστάσιο του Mc Cormick οι εργάτες δούλευαν. Η φτώχεια τούς έκανε να στρέφονται ενάντια στα αδέλφια τους. Ενα συννεφιασμένο απόγευμα, ο μαύρος δρόμος, έτσι ονομάζεται αυτός του Mc Cormick, γέμισε από εξαγριωμένους εργάτες που ύψωναν τη γροθιά τους ενάντια στον καπνό που έβγαινε από το εργοστάσιο.
Στ' αλήθεια, θέλουμε να δούμε πού θα στρέψουν το πρόσωπο αυτοί οι προδότες!
Τις οχτώ χιλιάδες έφτασαν μέχρι που νύχτωσε. Καθισμένοι σ' ομάδες πάνω στα ξεφλουδισμένα βράχια, δείχνοντας με οργή τα άθλια σπιτάκια, που ξεχώριζαν σαν κηλίδες λέπρας, μέσα από το άγριο τοπίο. Χτύπησε η καμπάνα της λήξης της δουλιάς στο εργοστάσιο. Οι εργάτες ξεριζώνουν όλες τις πέτρες του δρόμου, τρέχουν προς το εργοστάσιο, σπάνε όλα τα κρύσταλλα.
Πίσω τους η Αστυνομία...
"Εκείνοι, εκείνοι είναι. Αυτοί που, για το μεροκάματο μιας ημέρας, βοηθάνε να καταπιέζονται τα αδέλφια τους".
Πέτρες!
Οι εργάτες στον πύργο του εργοστασίου, φοβισμένοι, μοιάζουν με φαντάσματα. Ξερνώντας φωτιά, μέσα σε λυσσασμένο πετροβόλημα, οι αστυνομικοί αδειάζουν τα πιστόλια τους πάνω στο πλήθος, που αμύνεται με πέτρες. Οταν το πλήθος απομακρύνεται προς τις συνοικίες του, αργά το βράδυ, κρυφά οι εργάτες θάβουν 6 πτώματα.
Βράζουν τα στήθη από οργή...
Να ενωθούν με τους "αναρχικούς";
"Στα όπλα, εργαζόμενοι!" κραυγάζουν οι "αναρχικοί", σε μια φλογερή προκήρυξη που όλοι διαβάζουν με θλίψη.
"Στα όπλα ενάντια σ' αυτούς που σας σκοτώνουν, γιατί ασκείτε τα ανθρώπινα δικαιώματά σας".
"Αύριο, θα συγκεντρωθούμε" - συμφωνούν οι "αναρχικοί" - "και αν μας χτυπήσουν θα τους κοστίσει ακριβά".
"Ολοι πρέπει να πάμε οπλισμένοι".
Και από το τυπογραφείο της "Arbeiter" βγήκε η προκήρυξη που καλούσε τους εργάτες να συγκεντρωθούν στην πλατεία του Haymarket, για να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις δολοφονίες της αστυνομίας.
Συγκεντρώθηκαν γύρω στις 50.000 εργάτες, με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, για να ακούσουν εκείνους που έδιναν φωνή στον πόνο τους.
Ο Spies από το βήμα μίλησε για την προσβολή, με καυστική ευγλωττία και με σκοπό να δυναμώσει το φρόνημά τους για τις αναγκαίες αλλαγές. "Είναι εδώ η Γερμανία, η Ρωσία, ή η Ισπανία;", έλεγε ο Spies. Τη στιγμή που ο Rekjen ρωτούσε, αν ήταν διατεθειμένοι να πεθάνουν πολεμώντας ενάντια στην κτηνώδη εργασία που τους επέβαλαν, έγινε γνωστό ότι έφτασε η αστυνομία.
Εχουν πιστόλια στα χέρια. Φτάνουν στο βήμα. Διατάζουν τη διάλυση της συγκέντρωσης. Δεν υποχωρούν αμέσως οι εργαζόμενοι.
"Τι έχουμε κάνει ενάντια στην τάξη;", ρωτά ο Fielden, πηδώντας από το βήμα. Αρχίζει η αστυνομία να πυροβολεί.
Και τότε φάνηκε να κατεβαίνει πάνω στα κεφάλια τους, γλιστρώντας στον αέρα, μια κόκκινη κλωστή.
Τρέμει η γη, βυθίζεται το βλήμα τέσσερα πόδια στο στήθος της. Πέφτουν βρυχώμενοι ο ένας πάνω στον άλλο οι στρατιώτες των πρώτων γραμμών. Οι κραυγές ενός ετοιμοθάνατου ξεσχίζουν τον αέρα.
Η αστυνομία με υπεράνθρωπη προσπάθεια, πηδάει πάνω από τους συγκεντρωμένους και ρίχνει χειροβομβίδες ενάντια στους εργαζόμενους που αντιστέκονται.
"Ας φύγουμε, χωρίς να ρίξουμε ένα πυροβολισμό", λένε κάποιοι.
"Ας αντισταθούμε", λένε άλλοι.
Μερικά λεπτά αργότερα δεν υπήρχαν στην πλατεία παρά φορεία, μπαρούτι και καπνός. Σε εισόδους και στα υπόγεια έκρυβαν για άλλη μια φορά οι εργάτες τους νεκρούς τους. Να περιγράψεις τον τρόμο του Σικάγου και της Δημοκρατίας; Ο Spies τούς φαίνεται Ροβεσπιέρος, ο Engel, Μαρά και ο Parsons, Δαντόν. "Στην αγχόνη οι γλώσσες και οι σκέψεις!".
Οι "αναρχικοί", ο ένας μετά τον άλλο, συλλαμβάνονται. Τριακόσιες συλλήψεις σε μια ημέρα. Είναι τρομαγμένη η χώρα, οι φυλακές γεμάτες.
Η δίκη; Ολα όσα ειπώθηκαν, αποδείχτηκαν. Ομως, δεν αποδείχτηκε ότι οι οκτώ "αναρχικοί", που κατηγορήθηκαν για τη δολοφονία αστυνομικών, είχαν προετοιμάσει και καλύψει μια συνωμοσία, η οποία τελείωσε με το θάνατό τους.
Οι εφτά καταδικάστηκαν σε θάνατο στην αγχόνη. Ο Neebe σε 15 χρόνια φυλακή. Ομως, δεν πρέπει να πεθάνουν οι εφτά. Ο χρόνος περνάει. Το Σικάγο, από τύψεις ή φόβο, ζητάει επιείκεια με την ίδια ζέση που πριν ζητούσε τιμωρία.
Οι δικηγόροι, οι απεσταλμένοι των εργατικών ενώσεων, οι συγγενείς των καταδικασμένων ικετεύουν τον κυβερνήτη να δώσει χάρη. Ναι! Ο κυβερνήτης δε δίνει χάρη. Θα εκτελεστούν για παραδειγματισμό.
Ηδη μπήκε η νύχτα.
Μέσα από θορύβους και μουρμουρητά ακούγονταν οι τελευταίες σφυριές του ξυλουργού στο ικρίωμα.
Στο τέλος του διαδρόμου της φυλακής υψωνόταν το ικρίωμα. "Ωχ, τα σχοινιά είναι καλά, τα δοκίμασε, ήδη, ο διοικητής!".
"Ναι, η αστυνομία είναι στο πόδι: δε θα αφήσει κανένα να πλησιάσει στη φυλακή".
Γέλια, τσιγάρα, ποτά, καπνός πνίγουν τα κελιά των ξύπνιων υπόδικων. Στον πηχτό αέρα τα ηλεκτρικά φώτα σπιθοβολούν. Ακίνητος πάνω στα κάγκελα των κελιών κοιτάζει το ικρίωμα ένας γάτος, όταν ξαφνικά μια μελωδική φωνή ενός απ' αυτούς τους ανθρώπους, που τους θεωρούν θηρία, τρεμουλιαστά στην αρχή, παλλόμενη στη συνέχεια, ήρεμη στο τέλος, ακούστηκε από ένα κελί.
Ο Engel τραγουδούσε τον "Υφαντή" του Χάινε.
"Τρέχα, τρέχα χωρίς φόβο, αργαλειέ μου!
Τρέχα καλά μέρα και νύχτα
Χώρα καταραμένη, χώρα χωρίς τιμή
Με σταθερό χέρι τα ρούχα σου μαντάρουμε
Τρεις φορές, τρεις, την κατάρα υφαίνουμε
Μπροστά, μπροστά ο υφαντής!"
Και ξεσπώντας σε λυγμούς, ο Engel έπεσε στην κουκέτα του, βυθίζοντας στις παλάμες του το γερασμένο πρόσωπό του.
Βγαίνουν από το κελί στο στενό διάδρομο
"Καλά;", "καλά"...
Δίνουν τα χέρια, χαμογελούν...
"Πάμε!"
Βάζουν το πόδι στην καταπακτή.
Τους δένουν τα πόδια, τον ένα μετά τον άλλον, με ένα σχοινί.
Τους καλύπτουν το πρόσωπο με κουκούλες...
Και ηχεί η φωνή του Spies που τρυπάει κόκαλα:
"Η φωνή που πάτε να πνίξετε θα είναι πιο δυνατή στο μέλλον απ' όσες λέξεις θα μπορούσα να πω εγώ τώρα".
Ο Engel λέει: "Αυτή είναι η πιο ευτυχισμένη ημέρα της ζωής μου".
"Ανδρες και γυναίκες της αγαπημένης μου Αμερικής", αρχίζει να λέει ο Parsons.
Ενα σινιάλο, ένας θόρυβος, η καταπακτή υποχωρεί, τα σώματα αιωρούνται στον αέρα.
Στο κοιμητήριο, όταν μέσα στο σκοτάδι κατέβαζαν τα πτώματα των εκτελεσμένων, ακούστηκε μια φωνή βαριά και εξαγριωμένη:
"Εγώ δεν κατηγορώ ούτε τον δήμιο, ούτε τον διοικητή, ούτε το έθνος... κατηγορώ τους εργαζομένους του Σικάγου, που επέτρεψαν να πεθάνουν οι λαμπροί φίλοι τους".
Το πλήθος επέστρεψε στα σπίτια του...
Και έγραφε την επομένη η "Arbeitez Zeitung": "Εχουμε χάσει μια μάχη, φίλοι μας, όμως θα δούμε στο μέλλον τον κόσμο οργανωμένο με δικαιοσύνη. Ας είμαστε έξυπνοι όπως τα ερπετά, και άκακοι όπως τα περιστέρια"».