12/3/09

Βιβλιοπαρουσίαση: «Το Τοτέμ του Λύκου»


Το κλίμα αλλάζει. Όλοι, πολίτες, επιστήμονες, πολιτικοί, το διαπιστώνουν από τα ακραία καιρικά φαινόμενα που ταλαιπωρούν κάθε φορά και διαφορετική πλευρά του πλανήτη. Το επικαλούμενο «φαινόμενο του θερμοκηπίου», η αύξηση της θερμοκρασίας έχει ως επακόλουθο πολλές αλλαγές στη φύση: ξηρασία και εξαφάνιση πολλών ειδών. Και δεν πρόκειται παρά μόνο για την αρχή.Ο Κινέζος συγγραφέας Ζιάνγκ Ρονγκ στο βιβλίο του «Το τοτέμ του Λύκου» αποφασίζει να ασχοληθεί με το μεγαλύτερο ζήτημα που απασχολεί τον σύγχρονο άνθρωπο, το οποίο δεν είναι άλλο από την οικολογική κατάρρευση που απειλεί την ανθρωπότητα. Το θέμα του λοιπόν αποκτά οικουμενικό ενδιαφέρον. Ο άνθρωπος, ως λογικό ον που διαθέτει, νου, ευφυΐα και φαντασία είναι ο μεγάλος ένοχος της καταστροφής της φύσης με την άναρχη και αλόγιστη εκβιομηχάνιση, την εγκατάλειψη της υπαίθρου και συγκέντρωση του πληθυσμού στα μεγάλα κέντρα, την καταπάτηση και καταστροφή δασικών εκτάσεων, την σπατάλη του νερού, το κυνήγι σπάνιων ζώων και ψαριών και τις χιλιάδες χωματερές. Συνυπάρχουμε με τη φύση και όλα τα άλλα πλάσματα. Η φύση δεν είναι ένα προϊόν, αλλά το σπίτι μας. Δεν έχουμε, κανένα δικαίωμα να το καταστρέφουμε. Ο άνθρωπος είναι μέρος της φύσης, όχι κυρίαρχος. Η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος έχει επιπτώσεις όχι μόνο σε μας αλλά και σε όλα τα άλλα πλάσματα….Ο συγγραφέας έχοντας ζήσει έντεκα χρόνια σε ένα καταυλισμό νομάδων στο Ολόν Μπουλάνγκ της εσωτερικής Μογγολίας, μας αφηγείται στο οικολογικό αυτό μυθιστόρημα, ότι ανακαλύπτει έναν κόσμο που δεν είχε ποτέ του φανταστεί: μια ειδυλλιακή απλή ζωή βασισμένη στην αιώνια μάχη μεταξύ λύκων και ανθρώπων, σ’ έναν συνεχή αγώνα για επιβίωση, την αξία της κοινότητας και της αλληλοβοήθειας, τη σημασία των συμβόλων, τα ήθη και έθιμα, την σκληρή ζωή των νομάδων της μογγολικής στέπας, την άγρια περηφάνια των ανθρώπων, τις παραδόσεις των νομάδων, το αίσθημα ελευθερίας και ανεξαρτησίας που έχουν αναπτύξει οι νομάδες από τη συμπεριφορά των λύκων, τις στρατηγικές των λύκων που εφαρμόστηκαν από τον Τζέγκινς Χαν και εφαρμόζονται σήμερα στην Κίνα στην εκπαίδευση επιχειρηματιών και στρατιωτών, ακόμη και στην κομματική οργάνωση, τον τρόπο που σκέφτονται οι νομάδες Μογγόλοι και οι συγκρούσεις τους με τους αγρότες Χαν, για την οικολογική καταστροφή που προκάλεσαν οι δεύτεροι με την μαζική καλλιέργεια.Το τοτεμικό σύμβουλο των νομάδων βοσκών είναι ο λύκος, ένα πλάσμα ελεύθερο, ανυπότακτο, το μόνο θηρίο που τα βάζει πάντα με άλλα δυνατότερα, που σαν νικηθεί, πεθαίνει σιωπηλός κοιτάζοντας κατάματα τον εχθρό, που δεν δαμάζεται, που δεν παραδίνεται ποτέ, που δεν ξεχνά ποτέ, που ουρλιάζει προς τον ουρανό, που ουρλιάζει στο φεγγάρι για να ακούγεται η φωνή του όσο πιο μακριά γίνεται, που είναι πιο έξυπνο από τον άνθρωπο, που λατρεύει το σκοτάδι, που είναι πιο ενωμένος και πιο επικεντρωμένος στην οικογένειά του από τους ανθρώπους, που προτιμά να πεθάνει παρά να ταπεινωθεί, που γνωρίζει τον καιρό, τη μορφολογία του εδάφους, που ξέρει στρατιωτική τακτική και στρατηγική, που είναι εξαιρετικά πειθαρχημένος, που δεν είναι άπληστος σαν τους ανθρώπους, που ο λύκος δεν σκοτώνει λύκο…..Εμείς είμαστε το μόνο είδος μέσα στη φύση, όπου ένα άτομο σκοτώνει το άλλο και μάλιστα μαζικά , τα θηρία είμαστε εμείς και κανένας άλλος, εμείς είμαστε οι… λύκοι του λύκου.Το τοτέμ του λύκου είναι η ψυχή του βοσκότοπου, το σύμβολο του ελεύθερου κι αδάμαστου πνεύματος των κατοίκων του, που έχει γαλουχήσει αμέτρητους Μογγόλους νομάδες και πολεμιστές και στο μυθιστόρημα του Ζιάνγκ Ρονγκ αποκτά συμβολικές διαστάσεις και ενσαρκώνει τη συνείδηση την οποία οφείλει να αποκτήσει ο κινέζικος λαός για να αλλάξει το πεπρωμένο του.«…Τελικά, νομίζω ότι δε βλέπεις το λύκο ως πραγματικό τοτέμ., Ξέρεις τι είναι; Μια πνευματική δύναμη ένα προς δέκα, προς εκατό, χίλιους, δέκα χιλιάδες. Προστατεύει τη μεγάλη ζωή στο βοσκότοπο. Ο ουρανός ανέκαθεν έβλεπε τη μεγάλη ζωή να κουμαντάρει τη μικρή, ότι η ζωή του ουρανού κουμαντάρει εκείνη των ανθρώπων. Δίχως τη ζωή του Ουρανού και της γης, τις είδους μικρή ζωή θα απέμενε για τους ανθρώπους; Αν τιμάς πραγματικά το τοτέμ του λύκου, πρέπει να στηρίξεις τον ουρανό και τη γη, τη φύση και τη μεγάλη ζωή του βοσκότοπου, οφείλεις να συνεχίσεις να παλεύεις όσο υπάρχει έστω κι ένας λύκος. Πίστεψε στην ιδέα ότι η μοίρα αλλάζει. Ο Τένγκερ θα προστατέψει τα βοσκοτόπια. Αν στηρίξεις τη μεγάλη ζωή, το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να πεθάνεις μαζί με τις δυνάμεις που προσπαθούν να την καταστρέψουν. Η ψυχή σου θα ανεβεί στον Τένγκερ. Αυτός είναι άξιος θάνατος! Οι περισσότεροι λύκοι του βοσκότοπου πεθαίνουν στη μάχη!...».Το βραβευμένο αυτό μυθιστόρημα του Ζιανγκ Ρονγκ δεν κινητοποιεί μόνο τη συγκίνηση του αναγνώστη, αλλά σε καλεί να βυθιστείς στην αφήγηση, μια συνεκτική κινηματογραφική αφήγηση, που φωτίζει, δίχως ανούσιο εξωτισμό, την ψυχή και τον Μογγολικό – Κινεζικό τόπο, που αποδεικνύεται φιλόξενος μόνον για όσους έχουν μάτια να δουν πέρα από τον ορίζοντά του…
Ένα επικό μυθιστόρημα και ταυτόχρονα πολιτικό βιβλίο και οικολογικό μανιφέστο σε αφηγηματική μορφή.
Την άνοιξη του 2002 το 80% των λιβαδιών στο βοσκότοπο του Ολόν Μπουλάνγκ είναι πια έρημος. Σαν την έρημο Γκόμπι της Μογγολίας, σαν την έρημο Σαχάρα της Αφρικής. Η έρημος με τα παραμορφωτικά της είδωλα θα εκτρέψει τον ήρωα Τσεν Ζεν από την αθωότητα στην κοίτη της γνώσης και της ήδη συντελεσμένης οικολογικής καταστροφής.Βλέπουμε με συμπάθεια όσους παλεύουν με νύχια και δόντια (οι περιβαλλοντικές οργανώσεις στην Ελλάδα είναι : Greenpeace, Αρκτούρος, Ελληνικό Κέντρο Περίθαλψης Άγριων Ζώων, Παγκόσμιο Ταμείο για τη Φύση – WWF Ελλάς) για τη διάσωση όσων ακόμη μπορούν να σωθούν (ζώα ή φυτά) αρκεί η δράση τους να μην προσκρούει στο μικρό ατομικό μας συμφέρον. Όμως όλοι βλέπουμε τη Γκόμπι και τη Σαχάρα και δεν βλέπουμε τον κόκκο της άμμου, την ατομική μας ευθύνη στην οικολογική καταστροφή. Όσο δε αποποιούμαστε αυτήν την ευθύνη, τόσο περισσότερο στερούμε από την επόμενη γενιά τη δυνατότητα να ζήσει σε ένα περιβάλλον αξιοβίωτο. Τελικά η Σαχάρα και η Γκόμπι είναι μέσα μας…
Σήμερα ο λύκος κινδυνεύει περισσότερο από την Κοκκινοσκουφίτσα!!!
«…Όλοι λένε πόσο υπέφερε ο τελευταίος αυτοκράτορας της Κίνας, σκεφτόταν ο Τσεν προχωρώντας πλάι του. Μα ο Μπίλτζι, ο τελευταίος νομάδας βοσκός υποφέρει πολύ περισσότερο. Πρέπει να είναι πιο δύσκολο να αποδεχτείς την καταστροφή ενός βοσκότοπου που μετρά δέκα χιλιάδες χρόνια ζωής από το να γίνεις μάρτυρας στην ανατροπή μιας χιλιόχρονης δυναστείας. Ο άλλοτε δραστήριος άνδρας είχε κλονιστεί, δάκρυα άρχισαν να κυλούν στις ρυτίδες του προσώπου του και να πέφτουν στις τούφες με τις άγριες μαργαρίτες.Ο ηλικιωμένος κλυδωνιζόταν στη σέλα καθώς το άλογό του προχωρούσε με βήματα βαριά. Έπειτα έκλεισε τα μάτια. Βραχνοί ήχοι βγήκαν από το λαρύγγι του και μπερδεύτηκαν με την ευωδιά από το καταπράσινο χορτάρι και τις μαργαρίτες. Στον Τσεν τα λόγια φάνηκαν σαν παιδικό τραγουδάκι:“Κελαηδούν οι κορυδαλλοί, έφτασε η άνοιξη,φωνάζουν οι μαρμότες, οι ορχιδέες άνθισαν,γκρίζοι γερανοί πετούν, ήρθαν οι βροχές,τα λυκόπουλα πετούν, ήρθαν οι βροχές”.Ο Τσεν Ζεν αναρωτήθηκε αν το ίδιο τραγουδάκι έλεγαν κάποτε τα παιδιά των Κουάν – ρονγκ, των Ούννων, των Τούρκων, των Τουνγκούς και των Κιτάν, αλλά και οι απόγονοι του Τζένγκινς Χαν. Θα τραγουδούσαν άραγε στο μέλλον και τα παιδιά του βοσκότοπου; Θα το καταλάβαιναν; Ή θα ήταν γεμάτα ερωτήσεις; Τι είναι οι κορυδαλλοί; Τι είναι η μαρμότα; Και οι γκρίζοι γερανοί; Οι λύκοι; Οι αγριόπαπιες; Τι είναι οι ορχιδέες; Πως είναι μια μαργαρίτα;….».
Βιογραφικό συγγραφέα
Ο Ζιανγκ Ρονγκ (ψευδώνυμο του Λου Τζιαμίν) γεννήθηκε στο Πεκίνο το 1946 και είναι καθηγητής πανεπιστημίου Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών στο Πεκίνο. Ο συγγραφέας είχε φυλακιστεί για δύο χρόνια λόγω του ρόλου του στην εξέγερση των φοιτητών της πλατείας Τιεν – Αν – Μεν, ενώ ακόμα και σήμερα απαγορεύεται να διδάξει στο πανεπιστήμιο.Το «Τοτέμ του Λύκου» είναι το πρώτο του βιβλίο. Βασίζεται στις εμπειρίες που έζησε ο συγγραφέας όταν εργάστηκε εθελοντικά στις άγονες στέπες της Εσωτερικής Μογγολίας κατά τη διάρκεια της Πολιτιστικής Επανάστασης από το 1967 μέχρι το 1978 και όπου γνώρισε και έμαθε από κοντά τη ζωή των νομάδων και των λύκων. Χρειάστηκαν 30 χρόνια μελέτης και συλλογής και 6 χρόνια συγγραφής για να ολοκληρωθεί το βιβλίο, το οποίο τιμήθηκε με το Man Asian Booker και έχει κάνει περισσότερο από 20.000.000 πωλήσεις στην Κίνα. Τα δικαιώματά του έχουν πουληθεί σε 24 χώρες και ετοιμάζεται η μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων της Κίνας .
Γράφει: ο ΚώσταςΤραχανάς
ΥΓ. Θα πρότεινα στους αναγνώστες, αφού διαβάσουν το οικολογικό αριστούργημα «Το Τοτέμ του λύκου» να ξαναδιαβάζουν τα κλασσικά ήδη οικολογικά βιβλία: «Ο Ασπροδόντης» του Τζακ Λόντον, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, «Λύκοι, σας παρακαλώ μην κλαίτε» του Φάρλεϋ Μόατ, εκδόσεις Χατζηνικολή, και «Το σμήνος» του Φρανκ Σέτσινγκ» εκδόσεις Καστανιώτη.

Το τοτέμ του λύκου.

"Η ζωή ενός φοιτητή στα χρόνια της πολιτιστικής επανάστασης στην Κίνα. Τα χρόνια που παρέμεινε στο άγριο μα φυσικό και αμόλυντο περιβάλλον της εσωτερικής Μογγολίας, οι σχέσεις του, οι γηγενείς φίλοι του, οι λύκοι, και οι σκληροί κανόνες ζωής. Μια αδιάκοπη πάλη για την, και με τη, Φύση και η τελικές συνέπειες του «εκπολιτισμού» της".

Συγγραφέας:Ζιανίγκ Ρόνγκ
Τίτλος:Το τοτέμ του λύκου
Μετάφραση:Xρύσα Μπανιά
Εκδότης:Εκδόσεις Ψυχογιός

Ο Ζιανγκ Ρόνγκ (Λου Τζιανμίν) γεννήθηκε στο Πεκίνο το 1946 και είναι καθηγητής πανεπιστημίου. Παρ’εμεινε φυλακισμένος για δυο χρόνια για το ρόλο του στην εξέγερση της πλατείας Τιεν-αν-μεν, ενώ ακόμα και σήμερα απαγορεύεται να διδάξει στο πανεπιστήμιο. Για το βιβλίο του αυτό, αποτέλεσμα πολυετών μελετών και προσωπικών εμπειριών, τιμήθηκε με το Man Asian Literary Prize.
Το τοτέμ, σαν λέξη, «είναι ζώο, πράγμα, ή φυσικό φαινόμενο το οποίο θεωρείται ότι με υπερφυσικό, μυστηριακό τρόπο, έχει αποκτήσει συγγένεια με άτομο, ομάδα ατόμων ή φυλή και λατρεύεται ως βοηθός των ανθρώπων» (Λεξικό Γ. Μπαμπινιώτη). Ο λύκος ανέκαθεν ασκούσε μια σαγήνη στον άνθρωπο γι’ αυτό και η λέξη πρωταγωνιστεί σε πολλά βιβλία και ταινίες. Στο βιβλίο αυτό όμως, ο λύκος έχει αναγορευτεί σε τοτέμ για τις Μογγολικές φυλές, που ζούσαν στην εσωτερική Μογγολία, στα βόρεια της Κίνας. Ο συγγραφέας, που σαν φοιτητής στην μορφωτική επανάσταση του Μάο Τσε Τουνγκ βρέθηκε εκεί για αναδιαπαιδαγώγηση και έζησε σαν τους ντόπιους για λίγα χρόνια, βάζει τον πρωταγωνιστή του, φοιτητή Τσεν Ζεν, να ζήσει στις άγριες συνθήκες της περιοχής, σε ένα φυσικό απείραχτο περιβάλλον με τρομερές εναλλαγές στις θερμοκρασίες και πολύ βαριούς χειμώνες. Στην περιοχή, που έχουν ήδη εισβάλλει οι πολιτιστικές ορδές των Κόκκινων φρουρών, που θα εκπολίτιζαν ανθρώπους και … περιβάλλον, τα άτομα είναι οργανωμένοι σε ταξιαρχίες, σώματα κ.λ.π. σαν στρατιωτικές μονάδες. Επιβραβεύονται ή τιμωρούνται με μόρια. Οι ανάγκες για σιτηρά για τον υπερπληθυσμό, αλλά και η αμάθεια ή/και ο φανατισμός του κάθε νεόκοπου επαναστάτη οδηγούν τις επιλογές τους για τις επεμβάσεις τους στην αιώνια ζωή της Φύσης. Η Λογική τους, ισχυρή και ασυμβίβαστη, κυριολεκτικά άτοπη όμως, αγνοεί και κυνηγά αμείλικτα και το λύκο που συνέβαλλε καθημερινά στην διατήρηση της υγείας του περιβάλλοντος. Μια συμβολή που προς τιμήν της, αλλά και σε με τον θαυμασμό για τον αδάμαστο χαρακτήρα του, τον είχε κάνει Τοτέμ για όσους ζούσαν αιώνες εκεί. Το τίμημα της εκπολιτιστικής επέμβασης, πανάκριβο, μόνιμο και ανεξίτηλο, θα το πληρώσει η μέχρι τότε επί αιώνες επιβιώσασα φύση.
Σε βιβλία σαν και αυτό θεωρώ πως δεν ταιριάζει να μιλάει κανείς για πλοκή με τα συνήθη μέτρα και σταθμά. Το Τοτέμ του Λύκου δεν είναι μια ακόμα ιστορία. Είναι ένα πραγματικό έπος για την παρθένα Φύση και για την ζωή ξεχωριστών ανθρώπων, που δύσκολα συναντάς πια γιατί αλέθονται από τους κανόνες της εμπορευματοποίησης . Η πλοκή βρίσκεται στην περιγραφή της κάθε ημέρας του καθενός από αυτούς που ακόμα και μια απλή πράξη τους, τι πράξη όμως, αν και ακαλλιέργητη από συγγραφικές τεχνικές, κρατάει άρρηκτα δεμένο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Τον παρασέρνει να ανασαίνει εκεί όπου ούτε η φαντασία του δεν θα είχε την δυνατότητα να τον πάει. Η πλοκή ζωντανεύει στα λόγια του γηραλέου Μπίλτζι, που είναι φορτωμένος από την σοφία της ζωής, στα ανέγγιχτα από τον άνθρωπο βοσκοτόπια, στα παιχνίδια και την αξιοπρέπεια του λυκόπουλου. Η πλοκή της καθημερινότητας ξεχειλίζει στα χέρια γυναικών αλλά και μικρών παιδιών, σε ψυχές «με ψυχή», που μοιάζουν σε πολλά με του Λύκου. Όλα μαζί σε παρασέρνουν σε αλλιώτικες προσεγγίσεις γεγονότων, εξελίξεων και εκτιμήσεων, σε μια επική πλοκή αληθινής ζωής. Οι λογικές της άμετρης αύξησης της παραγωγής , και τα επιχειρήματα που λογικοφανώς παραγνωρίζουν τον βιασμό της Φύσης, καταρρίπτονται από απλές παρατηρήσεις της μέσα στον χρόνο. Ποιος όμως τις βλέπει;
Η γλώσσα του Ζιανγκ Ρονγκ, είναι απλή. Κυλάει όμορφα και χωρίς να το καταλαβαίνεις, λειτουργώντας σαν κρυμμένος λύκος, σε παρασέρνει μυστηριακά ολοζώντανο μέσα σε σκηνές άγριας μάχης επιβίωσης (ανθρώπων ή λύκων) ή γαληνεμένης παρατήρησης της φύσης σε ένα αμόλυντο περιβάλλον. Αν ο Τζακ Λόντον έγινε γνωστός από το γράψιμό του για την φύση, και αν ο Ασπροδόντης έγινε γνωστός σε όλο τον κόσμο για την συμπεριφορά του, το λυκόπουλο του Τσεν Ζεν, η περιγραφόμενη παρθένα φύση μα και η καταστροφή της, αλλά και η «τύφλωση» του ανθρώπου, κάνουν αυτό το βιβλίο να δικαιούται να γίνει ένα είδος τοτέμ σε όλους μας. Τοτέμ που θα μας βοηθήσει να επιμένουμε ώστε να πάψει η ζωή να μετριέται με όρους αριθμών: δείκτες πωλήσεων, παραγωγής, τηλεθέασης, μπλα…μπλα…. Ένα Τοτέμ, που θα μας βοηθήσει να γελάμε αδιάφορα σε εκείνους, επιστήμονες ή μη, που παρ’ ότι καθημερινά διαπιστώνουν τις κραυγές διαμαρτυρίας της Γης λόγω του βιασμού της, ψιθυρίζουν «δεν έχει αποδειχτεί ακόμα», παραγνωρίζοντας πως η απόδειξη θα έρθει, οριστική και αμετάκλητη, με τον θάνατό του πλανήτη.
Γιώργος Πιπερόπουλος

Τζακ Λόντον.

Αμερικανός συγγραφέας που έγραψε πάνω από 50 βιβλία όπως «Το κάλεσμα της άγριας φύσης», «Μάρτιν Ήντεν», «Ο θαλασσόλυκος», «Οι άνθρωποι της αβύσσου».
Πρωτοπόρος στην αγορά της εμπορικής μυθιστοριογραφίας σε λαϊκά περιοδικά, υπήρξε από τους πρώτους Αμερικανούς συγγραφείς που έκανε τεράστια οικονομική περιουσία μόνο από την συγγραφή βιβλίων. Γεννήθηκε στις 12 Ιανουαρίου 1876 στο Σαν Φρανσίσκο και πέθανε στις 22 Νοεμβρίου 1916.
Σύντομο βιογραφικό.
Ο Τζακ Λόντον πιθανότατα να είχε στην αρχή της ζωής του το επώνυμο Chaney, επειδή ως βιολογικός πατέρας του φέρεται ο αστρολόγος Γουίλιαμ Τσάνεϋ. Εντούτοις τα μητρώα του Σαν Φρανσίσκο καταστράφηκαν σε σεισμό και δεν υπάρχουν πιστοποιητικά γάμου των γονέων του αλλά ούτε και πιστοποιητικό γέννησης του ίδιου. Μητέρα του ήταν πάντως η μουσικός και πνευματίστρια Φλώρα Γουέλμαν, μια ατίθαση και προοδευτική προσωπικότητα, με πολλές ανησυχίες και ενδιαφέροντα. Η Γουέλμαν έμεινε έγκυος και σύμφωνα με την ίδια, ο Τσάνεϋ της ζήτησε να προχωρήσει σε άμβλωση επειδή δεν ήθελε παιδιά. Εκεινη για να τον μεταπείσει αυτοπυροβολήθηκε. Εντούτοις ούτε η απόπειρα αυτοκτονίας έφερε απότέλεσμα και ο Τσάνεϋ την εγκατέλειψε. Τότε η Γουέλμαν πήρε το νεογέννητο αγόρι της και πήγε στο Οκλαντ, όπου λίγο αργότερα γνώρισε τον χήρο, ανάπηρο πολέμου Τζον Λόντον. Αυτός είχε δύο μικρές κόρες και αρκετά οικονομικά προβλήματα. Αναγνώρισε το γιο της Γουέλμαν και τον κατέγραψαν στα μητρώα ως Τζονι Λόντον -ο ίδιος άλλαξε το Τζόνι σε Τζακ όταν ενηλικιώθηκε.Σε ηλικία περίπου 20 χρόνων πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι ο Λόντον δεν ήταν ο βιολογικός του πατέρας και απευθύνθηκε στον Τσάνεϋ. Αυτός υποστήριξε ότι δεν είχε παντρευτεί την Γουέλμαν (παρ' ότι παντρεύτηκε πάνω από 4 φορές στη ζωή του) και ότι την εποχή που συζούσαν ήταν στείρος και δεν μπορούσε κατά συνέπεια να είναι ο πατέρας του. Υπαινιχθηκε επίσης ότι η Φλώρα Γουέλμαν στο ίδιο διάστημα διατηρούσε παράλληλες ερωτικές σχέσεις. Εντούτοις μια βιογράφος του Τζακ Λόντον, η Clarice Stasz σημειώνει ότι στα απομνημονεύματά του, ο Τσάνεϋ, αναφέρεται στην Γουελμαν "ως σύζυγό του". Επίσης, ότι σε ένα δημοσίευμα της εποχής η μητέρα του συγγραφέα αποκαλείται "Φλώρα Γουέλμαν Τσάνεϋ ". Ο Τσάνεϋ σύμφωνα με την Stasz, ήταν μια πολυδιάστατη και αμφιλεγόμενη προσωπικότητα που ασχοληθηκε κυρίως με την αστρολογία -πολλοί αστρολόγοι θεωρούν μάλιστα ότι την μετέτρεψε από κομπογιαννιτισμό σε μια περισσότερο ακριβή μέθοδο» Ασχολήθηκε πάντως και με τη συγγραφή και με τη δημιοσογραφία και με πολλά άλλα επαγγέλματα.

Τα νεότερα χρόνια.
Ο Τζακ Λόντον γεννήθηκε κοντά στην Third and Brannan Streets του Σαν Φρανσίσκο. Το σπίτι στο οποίο ζούσε η μητέρα του με τον Τσάνεϋ κάηκε στον σεισμό του 1906. Το 1953 στήθηκε εκεί αναμνηστική πλακέτα από την "California Historical Society". Ο Λόντον υπήρξε στην πραγματικότητα αυτοδίδακτος, κυρίως διαβάζοντας βιβλία στην δημόσια βιβλιοθήκη του Σαν Φρανσίσκο. Το 1895 διάβασε το μυθιστόρημα Signa της Quida, που περιέγραφε τις περιπέτειες ενός ατίθασου αγροτόπαιδου, που κατόρθωσε να γίνει φημισμένος καλλιτέχνης της Όπερας. Η επιτυχία αυτού του αγοριού του ενέπνευσε την λαχτάρα να πετύχει κι ο ίδιος στη λογοτεχνία.
Ένα ακόμη σημαντικό γεγονός υπήρξε η επαφή του με την βιβλιοθήκη του Όκλαντ και με την επιμελήτρια της βιβλιοθήκης Ίνας Κούλμπριθ, η οποία αργότερα έγινε εθνική ποιήτρια και ένα από τα πλέον σημαντικά πρόσωπα στο λογοτεχνικό κύκλο του Σαν Φρανσίσκο.
Αφού για αρκετό καιρό απασχολήθηκε ωςεργάτης και σαν μέλος του "Kelly's Army", επέστρεψε στο Όκλαντ και ξεκίνησε να φοιτά στο γυμνάσιο, όπου άρχισε να γράφει άρθρα στο περιοδικό του γυμνασίου. Η πρώτη ιστορία που δημοσίευσε είχε τίτλο «Τυφώνας στις ακτές της Ιαπωνίας». Σε αυτήν περιέγραφε τις εμπειρίες του ως ναυτικός.
Διακαής πόθος του Τζακ Λόντον ήταν να φοιτήσει στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. Έτσι, το καλοκαίρι του 1896, έπειτα από εξοντωτικό διάβασμα τα κατάφερε, αλλά οικονομικές δυσκολίες τον ανάγκασαν να αφήσει τις σπουδές του το 1897 χωρίς να κατορθώσει ποτέ να αποφοιτήσει. Ο Κίνγκμαν έγραψε : «δεν υπάρχουν αναφορές ότι ο Λόντον είχε δραστηριοποιηθεί συγγραφικά σε κάποιο φοιτητικό περιοδικό».
Την περίοδο που ο Λόντον ζούσε σε μια νοικιασμένη βίλα στο Λέικ Μέριτ (Lake Merritt) στο Όκλαντ, συναντά τον ποιητή Τζωρτζ Στέρλινγκ και από εκείνη τη στιγμή οι δυο τους γίνονται οι καλύτεροι φίλοι. Το 1902 Ο Στέρλινγκ βοηθά τον Λόντον να βρει το δικό του σπίτι κοντά στο Πίντομντ. Στην αλληλογραφία που διατηρούσαν οι Λόντον και Στέρλινγκ ο Λόντον τον προσφωνεί σα «Έλληνα» εξ αιτίας της αετίσιας μύτης του και του κλασικού του προφίλ, υπογράφοντας σαν «Λύκος». Ο Λόντον αργότερα εμπνέεται και περιγράφει τον φίλο του ως Ρας Μπρίσεντεν (Russ Brissenden) στο αυτοβιογραφικό του μυθιστόρημα «Μάρτιν Ήντεν» το 1909 και σαν Μαρκ Χωλ (Mark Hall) στην «Κοιλάδα του Φεγγαριού» το 1913.
Προς το τέλος της ζωής του ο Λόντον είναι πλέον κάτοχος μια μεγάλης βιβλιοθήκης αποτελούμενης από 15.000 τίτλους. Κάνοντας λόγο για αυτήν αναφέρει ότι «ήταν το μέσον της επιτυχίας» του."
Στις 25 Ιουλίου του 1897 ο Λόντον και ο κουνιάδος του Τζέιμς Σέπαρντ σαλπάρουν για το Κλόνταϊκ, όπου ο πυρετός του χρυσού παρασύρει τους πάντες. Στο Κλόνταϊκ αργότερα θα διαδραματιστεί η πρώτη από τις ιστορίες του που θα σημειώσει επιτυχία. Η περίοδος αυτή θα αποβεί επιβλαβής για την υγεία του. Όπως και τόσοι άλλοι που έζησαν την περίοδο αυτή του «πυρετού του χρυσού» σε συνθήκες υποσιτισμού, ο Λόντον προσβάλλεται από σκορβούτο. Τα ούλα του άρχισαν να πρήζονται με αποτέλεσμα τελικά να χάσει τέσσερα από τα μπροστινά του δόντια. Ταυτόχρονα έχει επίμονο πόνο στην κοιλιά και στους μυς των ποδιών και το πρόσωπό του έχει γεμίσει με πληγές και έλκη. Ευτυχώς για κείνον, αλλά και για άλλους που είχαν προσβληθεί από διάφορες ασθένειες, ο ιερωμένος Ουΐλιαμ Τζατζ {William Judge), «Ο άγιος του Ντόσον», όπως τον αποκαλούσαν, παρείχε καταφύγιο, φροντίδα, τροφή και κάθε δυνατή ιατρική φροντίδα. Έτσι, ο Λόντον μπόρεσε να αναρρώσει και μπορεί να πει κανείς ότι η ζωή του σώθηκε χάρις στον Ιησουίτη ιερέα.
Ο Λόντον, επιβιώνοντας από τις κακουχίες του Κλόνταϊκ εμπνέεται εκείνη την εποχή το καλλίτερο αφήγημά του: Το «To Build a Fire».
Επιστρέφοντας στο Όκλαντ το 1898 εντείνει τις προσπάθειές του για να μπει δυναμικά στον χώρο των εκδόσεων, κάτι που περιγράφει αργότερα στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά του «Μάρτιν Ήντεν». Το πρώτο του αφήγημα που είδε δημοσιευμένο, ήταν το «Πάνω στα ίχνη του ανθρώπου». Το περιοδικό Overland Monthly του πρόσφερε μόνο 5 $ και ο Λόντον αρχίζει να σκέφτεται σοβαρά την συγγραφική του καριέρα, βιοποριστικά πλέον. Όταν οι εκδόσεις The Black Cat δέχονται το αφήγημά του «Χίλιοι θάνατοι» πληρώνοντας 40$, λέει «κυριολεκτικά και λογοτεχνικά ήταν σωτηρία για μένα εκείνα τα πρώτα χρήματα που κέρδισα».
Ο Λόντον ευτυχώς βρίσκεται στην καταλληλότερη εποχή για την συγγραφική του καριέρα. Ξεκινά την στιγμή που κάνει την εμφάνιση της μια νέα τυπογραφική τεχνολογία που ελαττώνει το κόστος στην έκδοση των περιοδικών. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την εκρηκτική ανάπτυξη στις πωλήσεις των περιοδικών ευρείας κυκλοφορίας και κάνει την αγορά των περιοδικών που δημοσιεύουν αφηγήματα πολύ ισχυρή. Το 1900 κερδίζει 2.500 $ από την πώληση των αφηγημάτων του, που σε σημερινά χρήματα (2007) είναι περίπου 25.000$ την ημέρα! Η καριέρα του βρίσκεται πλέον σε πολύ καλό δρόμο.
Μεταξύ των αφηγημάτων που πώλησε σε περιοδικά, ήταν και η «Μπατάβια» ή «Diable», δυο διαφορετικές εκδόσεις της ίδιας ιστορίας. Ένα σκληρός Γαλλοκαναδός φέρεται με σκληρό τρόπο στον σκύλο του, ο οποίος για να τον εκδικηθεί τον σκοτώνει. Ο Λόντον ήταν κριτικός στο να παρουσιάζει ένα σκύλο σαν ενσάρκωση ενός δαίμονα. Έλεγε ότι κάποιες φορές ο άνθρωπος συμπεριφέρεται με τόσο σκληρό τρόπο, που προκαλεί στα ζώα αντίστοιχη συμπεριφορά και αυτό ήταν κάτι που θα το δούμε και σε μετέπειτα ιστορίες του.

Ο πρώτος του γάμος (1900-1904).
Ο Τζακ Λόντον παντρεύτηκε την Μπες Μάντερν στις 7 Απριλίου 1900 την ίδια μέρα που δημοσιευόταν το αφήγημά του «Ο γιος του λύκου». Την Μπες την ήξερε πολλά χρόνια καθώς ήταν στο φιλικό του περιβάλλον. Η Stasz γράφει : «και οι δύο ήξεραν ότι δεν παντρεύονταν από αγάπη, αλλά από φιλία και από την πίστη ότι θα έκαναν υγιή παιδιά.»] Ο Κίνγκμαν έλεγε : «ένοιωθαν άνετα όταν βρίσκονταν μαζί.. Ο Τζακ το είχε ξεκαθαρίσει στην Μπες ότι δεν την αγαπούσε αλλά την συμπαθούσε τόσο ώστε του ήταν αρκετό για να την παντρευτεί»
Κατά την διάρκεια του γάμου του, ο Τζακ Λόντον συνέχισε την φιλία του με την συγγραφέα Άννα Στράνσκι την συνδημιουργό του «Οι επιστολές των Κάμπτον - Γουέϊς», μιας νουβέλας που είχε ως θέμα την ανταλλαγή επιστολών μεταξύ των δυο γυναικών, που συζητούν φιλοσοφικά για την αγάπη. Η Άννα έγραφε σαν «Ντέιν Κάμπτον» που υποστήριζε την ρομαντική πλευρά του γάμου και ο Τζακ σαν «Χέρμπερτ Γουέϊς», όπου υπερασπιζόταν την επιστημονική άποψη, επηρεασμένος από τον Δαρβινισμό και την Ευγονική. Στο μυθιστόρημα αυτό οι φανταστικοί αυτοί αντίθετοι χαρακτήρες των δυο γυναικών, περιγράφονται σαν:
[Η πρώτη γυναίκα είναι] τρελή, ακόλαστη, θαυμάσια, ανήθικη και γεμάτη ζωή. Το αίμα μου σφυροκοπά καυτό ακόμα τώρα που δημιουργώ το χαρακτήρα αυτής της γυναίκας [η δεύτερη είναι] η περήφανη γυναίκα, η τέλεια μητέρα, το ζεστό αγκάλιασμα για ένα παιδί. Ξέρετε τον χαρακτήρα των γυναικών που όλοι τις ξέρουμε κι εγώ τις αποκαλώ σαν «μητέρες των ανθρώπων». Και όσο υπάρχουν στη γη τέτοιες γυναίκες θα συνεχίσουμε να πιστεύουμε στους ανθρώπους. Η μια είναι η ερωτική γυναίκα, αλλά η άλλη είναι η γυναίκα μητέρα, το υψηλότερο και το ιερότερο στην ιεραρχία της ζωής.
Η Γουέϊς δηλώνει:
«Σκοπεύω να εξετάσω την υπόθεσή μου με λογική … για ποιο λόγο παντρεύομαι τον Χέστερ Στέμπινς. Δεν με ωθεί μια αρχέγονη κτηνώδης σεξουαλική παρόρμηση, ούτε κάποια παρωχημένη ρομαντική τρέλα. Ο λόγος αυτής της σχέσης είναι βασισμένος στην λογική, στην υγεία και την συμβατότητα. Ο νους μου θα απολαύσει αυτή τη σχέση»
Ο Λόντον εξηγώντας γιατί οδηγήθηκε σε ένα γυναικείο χαρακτήρα που σκοπεύει να παντρευτεί, εξηγεί μέσω της Γουέις:
«ήταν η φύση της Μητέρας που φωνάζει μέσα μας, στον κάθε άντρα και στην κάθε γυναίκα, ακατάπαυτα και αιώνια: «ΑΠΟΓΟΝΟΙ, ΑΠΟΓΟΝΟΙ, ΑΠΟΓΟΝΟΙ»
Στην συζυγική τους ζωή, ο Τζακ, αποκαλούσε την Μπες χαϊδευτικά σαν «μητέρα-κορίτσι» κι εκείνη τον φώναζε «μπαμπάς-αγόρι».
Το πρώτο τους παιδί, η Τζόαν, γεννήθηκε στις 15 Ιανουαρίου 1901 και το δεύτερο η Μπέσυ (αργότερα την φώναζαν Μπέκυ) στις 20 Οκτωβρίου 1902.
Σε ένα φωτογραφικό λεύκωμα, του οποίου η Τζόαν Λόντον δημοσίευσε κάποια τμήματα στα απομνημονεύματά της «Ο Τζακ Λόντον και οι κόρες του», που δημοσιεύτηκε μετά το θάνατό του, είναι εμφανής η ευτυχία που ένοιωθε ο Λόντον μαζί με τα παιδιά του. Ο γάμος του ήταν κάτω από συνεχές άγχος. Ο Κίνγκμαν (1979) λέει ότι από το 1903 «Η αποσύνθεση…φαινόταν αναπόφευκτη… η Μπέσυ εξαιρετική γυναίκα αλλά οι δυο τους ήταν εξαιρετικά αταίριαστοι. Δεν υπήρχε αγάπη. Ακόμα και η συντροφικότητα και ο σεβασμός είχαν φύγει μετά τον γάμο». Παρόλ' αυτά, «Ο Τζακ εξακολουθούσε να είναι τόσο καλός και ευγενικός με την Μπέσυ, ώστε ο Τζων Κλούντσλευ, που ήταν φιλοξενούμενος στο σπίτι τους το Φεβρουάριο του 1903, δεν υποψιάσθηκε την διάλυση του γάμου τους.»
Σύμφωνα με τον Ιωσήφ Νόελ (1940) «Η Μπέσυ ήταν η αιώνια μητέρα. Στην αρχή είχε αφοσιωθεί στον Τζακ, διορθώνοντας τα χειρόγραφά του και τις αδυναμίες του στην χρήση της γραμματικής, αλλά όταν ήρθαν τα παιδιά δόθηκε ολοκληρωτικά σ’ αυτά. Αυτά ήταν η πρώτης της επιλογή και αυτό ήταν το πρώτο της σφάλμα. «Ο Τζακ παραπονέθηκε στον Νόελ και στον Τζωρτζ Στέρλινγκ ότι «εκείνη είχε αφιερωθεί στην αγνότητα. Όταν της λέω ότι η ηθικής της είναι η μόνη απόδειξη της χαμηλής της πίεσης, εκείνη με μισεί. Για χάρη της καταραμένης της αγνότητας, είναι ικανή να πουλήσει εμένα και τα παιδιά. Είναι φοβερό. Κάθε φορά που επιστρέφω σπίτι έπειτα από ξενύχτι, δεν με αφήνει να είμαι στο ίδιο δωμάτιο μαζί της.» Η Σταζ πίστευε αυτός ήταν ένας τρόπος της Μπέσυ για δείξει ότι φοβόταν μήπως και ο Τζακ της μετέδιδε κάποια αφροδίσια αρρώστια από τις πόρνες με τις οποίες εκείνος κοιμόταν.
Στις 24 Ιουλίου 1903, ο Τζακ είπε στην Μπέσυ ότι θα έφευγε και έφυγε. Σε όλη τη διάρκεια του 1904 ο Τζακ και η Μπέσυ διαπραγματεύονταν τους όρους του διαζυγίου και στις 11 Νοεμβρίου 1904 υπέγραψαν το διαζύγιο.

Ο δεύτερος γάμος.
Μετά από το διαζύγιο με την Μπέσυ, ο Τζακ παντρεύεται το 1905 την Τσάρμιαν Κίτρετζ. Ο βιογράφος Ρας Κίνγκμαν έγραψε ότι η Τσάρμιαν ήταν «η αδελφή ψυχή του Τζακ, το ιδανικό ταίριασμα».
Ο Τζακ σύγκρινε την «γυναίκα μητέρα» και την «γυναίκα σύντροφο» στο βιβλίο του «Οι επιστολές των Κάμπτον - Γουέϊς». Αποκαλούσε χαϊδευτικά την Μπέσυ «μητέρα-κορίτσι» και την Τσάρμιαν «γυναίκα-σύντροφο»[ Η θεία και θετή μητέρα της Τσάρμιαν, Βικτώρια Γούντχολ, την είχε αναθρέψει χωρίς σεμνοτυφία. Σχεδόν όλοι οι βιογράφοι υπαινίσσονται την ασυγκράτητη σεξουαλικότητα της Τσάρμιαν. Ο Νόελ γράφει πονηρά "a young woman named Charmian Kittredge began running out to Piedmont with foils, still masks, padded breast plates, and short tailored skirts that fitted tightly over as nice a pair of hips as one might find anywhere". Η Stasz λέει ξεκάθαρα «η διαπίστωση ότι η κομψή και ευπρεπής κυρία ήταν, στις ιδιωτικές τους στιγμές, γεμάτη πάθος και σεξουαλικότητα ήταν σαν την ανακάλυψη ενός μυστικού θησαυρού.» και ο Κέρσοου με χυδαίο τρόπο "At last, here was a woman who adored fornication, expected Jack to make her climax, and to do so frequently, and who didn't burst into tears when the sadist in him punched her in the mouth."
Ο Νόελ (Noel) (1940) αποκαλεί τα γεγονότα από το 1903 ως 1905 «ένα οικογενειακό δράμα που θα συγκινούσε την πένα του Ίψεν». Σε γενικές γραμμές ο Τζακ δεν υπήρξε πιστός στους γάμους του και συχνά επιζητούσε τις εξωγαμιαίες σεξουαλικές σχέσεις. Στην Τσάρμιαν βρήκε όχι μόνο μια τολμηρή, δραστήρια και σεξουαλική σύντροφο, αλλά και σύντροφο της ζωής του μέχρι τον θάνατό του."
Προσπάθησαν να κάνουν παιδιά. Παρ΄όλα αυτά, ένα παιδί πέθανε κατά τη διάρκεια του τοκετού και μια άλλη εγκυμοσύνη διακόπηκε με αποβολή.

Το Ιδανικό Ράντσο (1910-1917).
Το 1910 ο Τζακ Λόντον αγόρασε ένα αγρόκτημα 1.000 στρεμάτων (4 χλμ²) στο Glen Ellen, στην κομητεία Sonoma County της Καλιφόρνια, για $26.000. Ο ίδιος έλεγε γι’ αυτό, ότι «μετά τη σύζυγό μου, το αγρόκτημα είναι για μένα το πιο αγαπημένο πράγμα στον κόσμο».
Πάσχισε πολύ για να καταστήσει το αγρόκτημα μια πετυχημένη οικονομικά επιχείρηση. Η συγγραφή ήταν πάντοτε επικερδής για το Λόντον, αλλά τώρα πλέον έγινε ο μοναδικός του σκοπός: «Δεν γράφω για κανέναν άλλο λόγο πέρα από το να προσθέσω περισσότερη ομορφιά σ αυτό. Τώρα πια γράφω ένα βιβλίο με μοναδικό σκοπό να προσθέσω τρία ή τετρακόσια στρέμματα στο θαυμάσιο κτήμα μου.»
Μετά το 1910 τα λογοτεχνικά έργα του Λόντον ήταν συνήθως έργα εμπορικά, που γράφτηκαν από την ανάγκη του να εξασφαλίσει τα κατάλληλα έσοδα για την συντήρηση του αγροκτήματος. Η Τζόαν Λόντον έγραψε ότι μετά το 1910 «λίγοι κριτικοί ασχολήθηκαν για να ασκήσουν κριτική πάνω στο έργο του Λόντον, γιατί πλέον ήταν ολοφάνερο ότι ο Τζακ δεν προσπαθούσε πια να γράψει καλά.»
Η Stasz έχει γράψει ότι ο Λόντον «είχε βαθειά μέσα του το αγροτικό όραμα το οποίο εξέφρασε στα λεγόμενα «αγροτικά» μυθιστορήματά του, και σε νεότερη έκδοση του «Μάρτιν Ήντεν».. αυτοδίδακτος στους τρόπους καλλιέργειας της γης, μελετώντας τα διάφορα επιστημονικά εγχειρίδια και γεωργικά βιβλία, συνέβαλε στην ανάπτυξη ενός συστήματος για την αγροτική εξέλιξη τέτοιο , ώστε σήμερα θα επιδοκιμάζονταν για την οικολογική του θεώρηση».
Ένοιωθε περήφανος για την δημιουργία του πρώτου σιλό (αποθήκη σιτηρών) στην Καλιφόρνια, το οποίο σχεδίασε μόνος του, μετατρέποντάς το σε αποθήκη, από ένα πρώην κυκλικό χοιροστάσιο. Ήλπιζε να κατορθώσει και να προσαρμόσει την με φρόνηση καλλιέργεια ασιατικής γης, στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το αγρόκτημα ήταν, από κάθε πλευρά μια κολοσσιαία αποτυχία. Αναλυτές που είδαν με συμπάθεια την προσπάθειά του αναφέρουν σαν αιτίες της αποτυχίας την κακή τύχη και τα ξεπερασμένα μέσα που χρησιμοποιούσε. Όσοι ήταν επικριτικοί μαζί του, όπως ο Κέβιν Σταρ, πιστεύουν ότι ο Λόντον υπήρξε απλά ένα κακός διαχειριστής της επιχείρησης, γεγονός που γινόταν περισσότερο έντονο εξαιτίας του αλκοολισμού του. Μεταξύ του 1910 και 1916, έλειπε από το αγρόκτημα έξι μήνες τον χρόνο εξ αιτίας διαφόρων δραστηριοτήτων. Ήθελε να δείχνει μεγάλος και δυνατός διευθυντής, αλλά ήταν ανεπαρκής στις λεπτομέρειες. Όσοι δούλευαν για τον Λόντον, οι εργάτες του, γελούσαν με τις προσπάθειές του να δείξει ότι ήταν μεγάλος γαιοκτήμονας ενώ δεν ήταν τίποτε περισσότερο από το χόμπι ενός πλούσιου ανθρώπου.
Το Ιδανικό αγρόκτημα του Τζακ Λόντον είναι τώρα το National Historic Landmark.

Κατηγορίες για λογοκλοπή.
Ο Τζακ Λόντον κατηγορήθηκε πολλές φορές για λογοκλοπή κατά την διάρκεια της καριέρας του. Γινόταν στόχος για τέτοιες κατηγορίες όχι μόνο επειδή ήταν επιτυχημένος συγγραφέας αλλά και λόγο τρόπου με τον οποίο εργαζόταν.
Σε μια επιστολή που έγραψε στον Έλβιν Χόφμαν, του έλεγε «expression, you see—with me—is far easier than invention.» Αγόραζε την πλοκή για την ιστορίες του από τον νεαρό Σίνκλαιρ Λιούις και χρησιμοποιούσε στοιχεία που συνέλλεγε από εφημερίδες και περιοδικά τα οποία χρησιμοποιούσε για να βασίσει τις ιστορίες.
Ο Γιανκγ Έγκερτον υποστήριξε ότι η ιστορία του Λόντον «Το κάλεσμα της άγριας φύσης» ήταν αντιγραφή από το βιβλίο του ίδιου με τίτλο «My Dogs in the Northland». Ο Λόντον απάντησε, ότι είχε πράγματι χρησιμοποιήσει το βιβλίο του Έγκερτον σαν πηγή άντλησης στοιχείων και του έγραψε μια επιστολή ευχαριστώντας τον.
Τον Ιούλιο του 1902 δημοσιεύτηκαν τον ίδιο μήνα δυο μυθιστορήματα. Το «Moon-Face» του Τζακ Λόντον στο περιοδικό San Francisco Argonaut και το «The Passing of Cock-eye Blacklock» του Φρανκ Νόρις στο περιοδικό Century. Οι εφημερίδες σύγκριναν τις δυο ιστορίες τις οποίες ο Λόντον χαρακτήριζε σαν «αρκετά διαφορετικές στον τρόπο που είχαν δουλευτεί, αλλά, προφανώς ίδιες στην κεντρική ιδέα». Ο Τζακ Λόντον διευκρίνισε ότι και οι δυο συγγραφείς είχαν βασίσει την ιστορία τους στις ίδιες περιγραφές των εφημερίδων. Στη συνέχεια, αποκαλύφθηκε ότι ακόμη ένας συγγραφέας, ο Τσαρλς Φόρεστ Μακλάρεν είχε δημοσιεύσει ένα μυθιστόρημα βασισμένο στο ίδιο γεγονός.

Οι πολιτικές ιδέες.
Ο Τζακ Λόντον έγινε σοσιαλιστής σε ηλικία 20 ετών. Πριν απ' αυτό, ήταν γεμάτος αισιοδοξία που προρχόταν από την δύναμη και την υγεία που τον κατέκλυζε. Ήταν ένας τραχύς ατομιστής, που αγωνίστηκε σκληρά να για τα καταφέρει σε κάθε βήμα της ζωής του. Αλλά, όπως περιγράφει στο δοκίμιό του «Πώς έγινα Σοσιαλιστής», τα μάτια του άνοιξαν καθώς ανακατεύτηκε και συναναστράφηκε με τον κόσμο, τους φτωχούς και τους άπορους. Η αισιοδοξία που ένοιωθε εξανεμίστηκαν και ορκίστηκε ότι δεν θα ξαναδούλευε πιο σκληρά απ' όσο έπρεπε. Γράφει ότι σταμάτησε να είναι ατομιστής και αναγεννήθηκε σε σοσιαλιστή προσχωρώντας αρχικά στο Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 1896. Το 1901 άφησε το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα και προσχώρησε στο Σοσιαλιστικό κόμμα της Αμερικής.
Το 1896, στα «Χρονικά του Σαν Φρανσίσκο», εξιστορεί ότι όταν ήταν 20 ετών έδινε ομιλίες μπροστά σε κόσμο για τον Σοσιαλισμό, τις νύχτες στο πάρκο του Όκλαντ και ότι συνελήφθη γι' αυτές τις δραστηριότητες το 1897.
Έθεσε, ανεπιτυχώς, υποψηφιότητα ως Σοσιαλιστής υποψήφιος δήμαρχος στις εκλογές του 1901 στο Όκλαντ, λαμβάνοντας 245 μόνο ψήφους) και το 1905, σε επόμενη υποψηφιότητα, έλαβε 981 ψήφους. Έκανε περιοδείες σε ολόκληρη την χώρα μιλώντας για τον σοσιαλισμό και δημοσίευσε αυτές τις ομιλίες σε μια συλλογή δοκιμίων. (Ο Πόλεμος των Τάξεων το 1905 και Επανάσταση και άλλα δοκίμια το 1910).
Συχνά υπέγραφε τις επιστολές του με το «Ημέτερος για την Επανάσταση».

Το έργο του.

Αφηγήματα:
Cover of Turtles of Tasman by Jack London


Μυθιστορήματα:
Daughter of the Snows (1902)
Children of the Frost (1902)
The Call of the Wild (1903)
The Kempton-Wace Letters (1903) The Sea-Wolf (1904)
The Game (1905)
White Fang (1906)
Before Adam (1907)
The Iron Heel (1908)
Martin Eden (1909)
Burning Daylight (1910)
Adventure (1911)
The Scarlet Plague (1912)
The Abysmal Brute (1913)
The Valley of the Moon (1913)
The Mutiny of the Elsinore (1914)
The Star Rover (1915)
The Little Lady of the Big House (1916)
Jerry of the Islands (1917)
Michael, Brother of Jerry (1917)
Hearts of Three (1920)
The Assassination Bureau, Ltd (1963)

Συλλογές διηγημάτων:
Tales of the Fish Patrol (1906)
Smoke Bellew (1912)
The Turtles of Tasman (1916)

Απομνημονεύματα:
The Road (1907)
John Barleycorn (1913)

Δοκίμια:
The People of the Abyss (1903)
Revolution, and other Essays (1910)
The Cruise of the Snark (1913)

How I became a socialist


Αφηγήματα:
"Diable-A Dog"
"An Odyssey of the North"
"To the Man on Trail"
"To Build a Fire"
"The Law of Life"
"Moon-Face"
"The Leopard Man's Story" (1903)
"Negore the Coward" (1904)
"Love of Life"
"All Gold Canyon"
"The Apostate"
"In a Far Country"
"The Chinago"
"A Piece of Steak"
"Good-by, Jack"
"Samuel"
"Told in the Drooling Ward"
"The Mexican"
"The Red One"
"The White Silence"
"The Madness of John Harned"
"A Thousand Deaths"
"The Rejuvenation of Major Rathbone"
"Even unto Death"
"A Relic of the Pliocene"
"The Shadow and the Flash"
"The Enemy of All the World"
"A Curious Fragment"
"Goliah"
"The Unparalled Invasion"
"When the World was Young"
"The Strength of the Strong"
"War"
"The Scarlet Plague"
"The Red One"
"The Seed of McCoy"

Θεατρικά:
The Acorn Planter: a California Forest Play (1916)

ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ

του Λ. ΤΡΟΤΣΚΙ

(ένα δυσεύρετο άρθρο του Λ. ΤΡΟΤΣΚΙ για το μεγάλο Ρώσο Λογοτέχνη, ποιητή και οραματιστή, ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ το οποίο γράφτηκε το 1908.)

Ο Τολστόι γιορτάζει τα ογδοντάχρονα του και μας φαίνεται σήμερα ίδιος γέρικος βράχος σκεπασμένος με μούσκλα, άνθρωπος μιας εποχής ξεγραμμένης.
Πράγμα παράξενο! Όχι μόνο ο Καρλ Μαρξ, μα ακόμα κι ο Ερρίκος Χάινε – για να πάρουμε ένα παράδειγμα από μια περιοχή οικεία στον Τολστόι – μοιάζουν να ζουν ακόμα σήμερα ανάμεσα μας. Κιόλας ο ανυπέρβλητος χείμαρρος του χρόνου μας χωρίζει τώρα από το μεγάλο σύγχρονο της Γιάσναγια Πολιάνα. Ο Τολστόι ήταν 33 χρόνων όταν καταργήθηκε η δουλοπαροικία στη Ρωσία. Είχε μεγαλώσει και είχε αναπτυχθεί σαν απόγονος από «δέκα γενιές που η εργασία δεν τις είχε ταπεινώσει», μέσα στην ατμόσφαιρα της παλιάς ρωσικής αγροτοευγένειας , με τη χωροδεσποτική της βούλα, ανάμεσα στα πατρογονικά χωράφια, μέσα στο πελώριο φεουδαρχικό σπίτι, κάτω από τις όμορφες δεντροστοιχίες των φλαμουριών με τον ειρηνικό τους ίσκιο. Τις παραδόσεις της αγροτοευγένειας, το ρομαντικό της χαρακτήρα, την ποίηση της, όλο το στυλ της ζωής της τέλος, ο Τολστόι τα είχε αφομοιώσει σε τέτοιο σημείο ώστε έγιναν μέρος αναπόσπαστο, οργανικό, της προσωπικότητας του. Αριστοκράτης ήταν τη στιγμή της αφύπνισης της συνείδησης του, Αριστοκράτης ως τα νύχια έχει μείνει σήμερα, στις πιο βαθιές πήγες της δημιουργικής του εργασίας, παρ’ όλη την κατοπινή εξέλιξη του πνεύματος του.

Ο ΑΡΙΣΤΟΚΡΑΤΗΣ ΤΟΛΣΤΟΪ
Στο χωροδεσποτικό πύργο των πριγκίπων Βολκόνσκι, που πέρασε έπειτα στην οικογένεια των Τολστόι, ο ποιητής του Πόλεμος και Ειρήνη, μένει σ’ ένα δωμάτιο πολύ απλά επιπλωμένο. Στον τοίχο είναι κρεμασμένο ένα πριόνι και στη γωνία, ακουμπισμένα πάνω στον τοίχο, ένα δρεπάνι κι ένας μπαλτάς. Στο πάνω πάτωμα, ίδιοι πετρωμένοι φυλακές των παλιών παραδόσεων, είναι κρεμασμένα τα πορτραίτα ολόκληρης σειράς από γενιές προγόνων. Τι σύμβολο! Μέσα στην ψυχή του σπιτονοικοκύρη βρίσκουμε όμοια αυτά τα δυο πατώματα, σ’ αντίστροφη τάξη. Ενώ στις ανώτερες περιοχές της συνείδησης η φιλοσοφία της απλότητας και της συγχώνευσης με το λαό έχει χτίσει τη φωλιά της, από κάτω, εκεί όπου βυθίζονται οι ρίζες των αισθημάτων, των παθών και της θέλησης, μας χαιρετάει ολόκληρη πινακοθήκη φεουδαλικοί πρόγονοι.
Μέσα στην οργή του μετανιωμού ο Τολστόι γυρίζει τις πλάτες στην ψεύτρα και μάταιη τέχνη, που πέφτει στην ειδωλολατρία με τις τεχνητά αναπτυγμένες συμπάθειες των κυρίαρχων τάξεων και καλλιεργεί τις μαστικές προλήψεις τους με τη βοήθεια της ψευτοκαλοσύνης. Τι βλέπουμε έπειτα; Στο τελευταίο μεγάλο έργο του, Ανάσταση, στο κέντρο της προσοχής του τοποθετεί ίσα ίσα το ρώσο γαιοκτήμονα, πλούσιο σε χρήμα και προγόνους, περιβάλλοντας τον φροντισμένα με το χρυσόν ιστό των αριστοκρατικών σχέσεων, συνηθειών και αναμνήσεων, σα να μην υπήρχε στη γη τίποτα ωραίο και σπουδαίο έξω από εκείνον το «μάταιο» και «ψεύτικο» κόσμο.
Ένας ίσιος και μικρός δρόμος οδηγεί από το αρχοντικό κτήμα στο σπίτι του χωριού. Αυτό το δρόμο ο Τολστόι, ο ποιητής, τον διέτρεξε με αγάπη προτού ο ηθικολόγος Τολστόι τον κάνει δρόμο της σωτηρίας. Ακόμα και ύστερα από την κατάργηση της δουλοπαροικίας θεωρεί το χωρικό σαν κάτι που του ανήκει, σαν αναπόσπαστο μέρος του εξωτερικού περιβάλλοντος του και του εσώτερου είναι του. Πίσω από την «αδιαφιλονίκητη αγάπη του για τον αληθινό εργαζόμενο λαό» βλέπουμε να προβάλει το ίδιο αδιαφιλονίκητα ο περιληπτικός φεουδαλικός προγονός του, όμως μεταμορφωμένος από το καλλιτεχνικό του δαιμόνιο.
Ο γαιοκτήμονας και ο χωρικός, αυτοί είναι, σε τελευταία ανάλυση, οι μόνοι τύποι που ο Τολστόι δέχτηκε μέσα στο ιερό της δημιουργικής του εργασίας. Ποτε, ούτε πριν ούτε ύστερα από την κρίση του, δεν απαλλάχτηκε μήτε δοκίμασε να απαλλαχτεί από την αληθινά φεουδαλική περιφρόνηση για όλα τα πρόσωπα που παρεμβάλλονται ανάμεσα στο γαιοκτήμονα και το χωρικό ΄η πιάνουν οποιαδήποτε θέση έξω απ’ αυτούς τους δυο ιερούς πόλους της παλιάς τάξης πραγμάτων: ο γερμανός επιστάτης, ο έμπορος, ο γάλλος παιδαγωγός, ο γιατρός, ο «διανοούμενος» και τέλος ο εργοστασιακός εργάτης, με το ρολόι του και την αλυσίδα του. Δε δοκιμάζει ποτε την ανάγκη να μελετήσει αυτούς τους τύπους, να κοιτάξει στο βάθος της ψυχής τους, να τους ρωτήσει για τις πεποιθήσεις τους, και περνάνε μπροστά από τα μάτια του καλλιτέχνη σαν πρόσωπα χωρίς καμιά σημασία και τον περισσότερο καιρό κωμικά. Όταν του συμβαίνει να αναπαρασταίνει επαναστάτες των χρόνων 70 ΄η 80, όπως στην Ανάσταση, περιορίζεται να ποικίλει μέσα στο καινούργιο περιβάλλον τους παλιούς τύπους του ευγενείς και χωρικούς, ΄η μας δίνει σκίτσα ξώπετσα και κωμικά. Ο Ναβοντβόροβ του μπορεί το ίδιο να αξιώνει ότι αντιπροσωπεύει τον τύπο του ρώσου επαναστάτη όσο και ο Ρικώ ντε λα Μαρλινιέρ, του Λέσσινγκ, τον τύπο του γάλλου αξιωματικού.

Η ΕΧΘΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ ΣΤΗΝ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΖΩΗ
Στις αρχές των χρόνων ’60, όταν η Ρωσία καταποντίστηκε κάτω από το κύμα των νέων ιδεών και, που είναι ακόμα πιο σπουδαίο, των νέων κοινωνικών όρων, ο Τολστόι είχε κιόλας πίσω του, τόχουμε δει, ένα τρίτο αιώνα. Από άποψη ψυχολογική και ηθική ήταν λοιπόν ολότελα σχηματισμένος. Δεν είναι ανάγκη να πούμε εδώ ότι ο Τολστόι δεν υπήρξε ποτε υπερασπιστής της δουλοπαροικίας όπως ήταν ο στενός φίλος του Φέτ (Σένσιν) αριστοκράτης και λεπτός λυρικός που μέσα στην ψυχή του η αγάπη της φύσης ήξερε να γειτονεύει με τη λατρεία του βούρδουλα. Το σίγουρο είναι ότι ο Τολστόι δοκίμαζε βαθύ μισός για τους καινούργιους όρους που πήγαιναν να αντικαταστήσουν τους παλιούς: «Προσωπικά, έγραφε στα 1861, δε διαπιστώνω γύρω μου καμιά εξημέρωση των ηθών και δεν το κρίνω απαραίτητο να πιστεύω στο λόγο εκείνων που λένε το αντίθετο. Δε μου φαίνεται, λόγου χάρη, ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους βιομήχανος και τους εργάτες είναι πιο ανθρώπινες απ’ ότι οι σχέσεις ανάμεσα στους ευγενείς και τους δουλοπάροικους».
Η αναταραχή και το χάος παντού και σ’ όλα, η παρακμή της παλιάς ευγένειας, η παρακμή της αγροτιάς, η γενική σύγχυση, οι στάχτες και ο κουρνιαχτός της καταστροφής, η σύγχυση και η αντάρα της πολιτικής ζωής, η ταβέρνα και το τσιγάρο στο χωριό, το χυδαίο τραγούδι του εργάτη της φάμπρικας στη θέση του ευγενικού λαϊκού τραγουδιού, όλα αυτά τον αποκάρδιωναν σαν αριστοκράτη μαζί και σαν καλλιτέχνη. Να γιατί αποστράφηκε ηθικά εκείνο το τρομακτικό προτσές και του αρνήθηκε μια για πάντα την επιδοκιμασία του σαν καλλιτέχνης. Δεν είχε ανάγκη να ποζάρει για υπερασπιστής της δουλοπαροικίας για να είναι ολόψυχα οπαδός της επιστροφής σε εκείνους τους κοινωνικούς όρους όπου έβλεπε τη σοφή απλότητα κι έβρισκε την καλλιτεχνική τελείωση. Εκεί η ζωή αναπαράγεται από γενιά σε γενιά, από αιώνα σε αιώνα μέσα σε μια διαρκή ακινησία και βασιλεύει παντοδύναμη η άγια αναγκαιότητα. Όλες οι πράξεις της ζωής καθορίζονται εκεί από τον ήλιο, τη βροχή, τον αγέρα, τη βλάστηση. Μέσα σ’ αυτή την τάξη πραγμάτων δεν υπάρχει θέση για το λογικό ΄η την προσωπική θέληση και κατά συνέπεια ούτε και για την προσωπική ευθύνη. Τα πάντα εκεί είναι κανονισμένα, δικαιωμένα, εξαγιασμένα από τα πριν. Χωρίς καμιά ξέχωρη ευθύνη μήτε θέληση, ο άνθρωπος ζει εκεί απλά μέσα στην υπακοή, λέει ο αξιόλογος ποιητής της Δύναμης της Γης, Γκλιέμπ Ουσπένσκι και ίσα ίσα αυτή η διαρκής υπακοή, μεταμορφωμένη σε διαρκείς προσπάθειες, αποτελεί όλη τη ζωή, η οποία δεν οδηγεί, φαινομενικά, σε κανένα αποτέλεσμα, μα έχει ωστόσο μέσα της το αποτέλεσμα της… Και – να το θαύμα! – αυτή η δουλική εξάρτηση, δίχως σκέψη και δίχως εκλογή, δίχως πλάνες και, κατά συνέπεια, δίχως τύψεις, είναι ίσα ίσα εκείνο που δημιουργεί την ηθική «ευκολία» της ύπαρξης κάτω από τη σκληρή κηδεμονία των «σταχυών της σίκαλης». Ο Μικούλα Σελυάνοβιτς, ο χωριάτης ήρωας του παλιού λαϊκού θρύλου, λέει για τον εαυτό του: «Η μάνα Γη μ’ αγαπάει». Πρόκειται για το θρησκευτικό μύθο του «ρωσικού ναροντνιτσέστβο», του λαϊκισμού, που εξουσίασε για μακριές δεκαετίες την ψυχή της ρωσικής «ιντελλιγκέντσιας». Ολότελα αντίπαλος αυτών των ριζοσπαστικών τάσεων, ο Τολστόι έμεινε πάντα πιστός στον εαυτό του και μέσα στους κόλπους του «ναροντνιτσέστβο» αντιπροσώπευε την αριστοκρατική συντηρητική πτέρυγα. Για να μπορεί λοιπόν να ζωγραφίσει καλλιτεχνικά τη ρωσική ζωή, τέτοια που την γνώριζε, την καταλάβαινε και την αγαπούσε, ο Τολστόι έπρεπε να καταφύγει στο παρελθόν, στις απαρχές του 19ου αιώνα. Το Πόλεμος και Ειρήνη (1867-1869) είναι μ’ αυτή την έννοια το καλύτερο έργο του, που έμεινε αξεπέραστο.
Αυτό το μαζικό, τον απρόσωπο χαρακτήρα της ζωής και την άγια ανευθυνότητα της ο Τολστόι τα ενσάρκωσε στο πρόσωπο του Καρατάγιεφ, του λιγότερου κατανοητού τύπου για τον ευρωπαίο αναγνώστη και, όπως και νάναι, εκείνου που του φαίνεται περισσότερο ξένος. Η ζωή του Καρατάγιεβ, όπως την αντιλαμβανόταν ο ίδιος, δεν είχε κανένα νόημα σαν ατομική ζωή. Είχε νόημα μόνο σαν μέρος ενός όλου, που το ένοιωθε πάντα σαν τέτοιο. Κλίσεις, φιλίες, ερωτά, όπως τα καταλάβαινε ο Πιερ, ο Καρατάγιεβ τα αγνοούσε ολότελα, όμως αγαπούσε και ζούσε μέσα στην αγάπη για το καθετί που συναντούσε στη ζωή και ιδιαίτερα των ανθρώπων…
Ο Πιερ (κόμητας Μπεζούχοβ) ένιωθε πως ο Καραταγιεβ, παρ’ όλη τη φιλική στοργή του γι’ αυτόν, δε θα θλιβόταν ούτε για ένα λεφτό αν χρειαζότανε να τον αποχωριστεί. Είναι το στάδιο όπου το πνεύμα, για να μεταχειριστούμε τη γλώσσα του Χέγκελ, δεν έχει ακόμα αποκτήσει την εσώτερη φύση του και παρουσιάζεται κατά συνέπεια μόνο σαν φυσική πνευματικότητα. Παρά τον επεισοδιακό χαρακτήρα των εμφανίσεων του, ο Καρατάγιεβ αποτελεί το φιλοσοφικό, αν όχι τον καλλιτεχνικό άξονα όλου του βιβλίου. Ο Κουτούζοφ, που ο Τολστόι τον κάνει εθνικό ήρωα, είναι ο Καραταγιεβ στο ρόλο αρχιστρατήγου. Αντίθετα από το Ναπολέοντα, ο Κουτούζοφ δεν έχει ούτε προσωπικά σχέδια, ούτε προσωπικές φιλοδοξίες. Στη μισοσυνειδητή ταχτική του και γι’ αυτό ψυχοσώστρα, δεν αφήνει να καθοδηγηθεί από το λογικό, μα από κάτι που είναι πάνω από το λογικό, το βουβό ένστικτο των φυσικών όρων και των εμπνεύσεων του λαϊκού πνεύματος. Ο τσάρος Αλέξαντρος στις καλύτερες στιγμές του, όπως και ο τελευταίος από τους στρατιώτες του, υπακούνε αδιάκριτα και με τον ίδιο τρόπο στη βαθιά επίδραση της γης. Σ’ αυτή την ηθική ενότητα έγκειται ίσα ίσα όλο το πάθος του έργου.

Ο ΤΟΛΣΤΟΪ , ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΡΩΣΙΑΣ
Πόσο άθλια είναι, στο βάθος, αυτή η παλιά Ρωσία, με την ευγένεια της την τόσο σκληρά μεταχειρισμένη από την ιστορία, χωρίς περήφανο καστικό παρελθόν, χωρίς σταυροφορίες, χωρίς ιπποτικούς έρωτες και κονταροχτυπήματα κι ακόμα χωρίς ρομαντικές ληστρικές επιδρομές στους μεγάλους δρόμους. Πόσο είναι φτώχια σε εσωτερική ομορφιά, πόσο βαθιά ξεπεσμένη είναι η προβατίσια και μισοζωική ύπαρξη των χωρικών μαζών της!
Όμως τι θαύματα μεταμόρφωσης δε δημιουργεί η μεγαλοφυΐα! Από την ανεπεξέργαστη ύλη εκείνης της άχρωμης χαμοζωής, βγάζει στο φως της μέρας όλη την κρυφή ομορφιά της. Με γαλήνη ολύμπια, μιαν πραγματική ομηρική αγάπη για τα πνευματικά του τέκνα, αφιερώνει σε όλους και σε όλα την προσοχή του: ο αρχιστράτηγος, οι υπηρέτες του αρχοντικού κτήματος, το άλογο του απλού στρατιώτη, η κορούλα του κόμητα, ο μουζίκος, ο τσάρος, η ψείρα μέσα στο πουκάμισο του στρατιώτη, ο παλιός φραμασόνος, κανένας τους δεν έχει προνόμιο μπροστά του και καθένας παίρνει το μερτικό του. Βήμα το βήμα, πινελιά την πινελιά, φτιάχνει ένα τεράστιο πίνακα, που όλα τα μέρη του συνδέονται μαζί από έναν εσωτερικό, αδιάλυτο δεσμό. Ο Τολστόι δημιουργεί χωρίς να βιάζεται, όπως η ίδια η ζωή που ξετυλίγει μπροστά μας. Εφτά φορές ξαναδουλεύει απ’ την αρχή ολόκληρο το βιβλίο του! Εκείνο που ξαφνιάζει πιο πολύ σ’ αυτή την τιτάνια δημιουργική εργασία είναι ίσως το γεγονός ότι ο καλλιτέχνης δεν επιτρέπει ούτε στον εαυτό του ούτε στον αναγνώστη να δόση τη συμπάθεια του σ’ αυτό ΄η σε εκείνο από τα πρόσωπα του. Ποτε δε μας επιδείχνει τους ήρωες του, όπως το κάνει ο Τουργκένιεβ, που δεν αγαπάει άλλωστε, μέσα σ’ ένα φωτισμό από βεγγαλικά ΄η στην αστραψιά του μαγνησίου, ποτε δεν αναζητά γι’ αυτούς πλεονεκτική πόζα. Δεν κρύβει τίποτα και δεν αποσιωπά τίποτα. Τον ανήσυχο ερευνητή της αλήθειας, Πιερ, μας τον δείχνει στο τέλος του έργου με την όψη ενός οικογενειάρχη ήσυχου και ευχαριστημένου. Τη μικρή Νατάσα Ροστόβ, τόσο συγκινητική στη σχεδόν παιδιάστικη ευαισθησία της, τη μεταμορφώνει, χωρίς τον παραμικρό οίκτο, σε περιορισμένη γυναικούλα, με τα χέρια γεμάτα βρώμικες φασκιές. Μα ίσα ίσα αυτή η παθιασμένη προσοχή για όλα τα απομονωμένα μέρη είναι που δημιουργεί το ισχυρό πάθος του συνόλου. Μπορεί να πει κανείς γι’ αυτό το έργο πως είναι ολότελα διαπερασμένο από αισθητικό πανθεϊσμό, που δε γνωρίζει ούτε ομορφιά ούτε ασκήμια, ούτε μεγαλοσύνη ούτε μικρότητα, γιατί γι’ αυτόν μόνο η ζωή, γενικά, είναι μεγάλη κι όμορφη, μέσα στην αιώνια διάδοχη των ποικίλων εκδηλώσεων της. Αυτή είναι η αληθινή αγροτική αισθητική, ανελέητα συντηρητική από τη φύση της και η οποία φέρνει κοντά το επικό έργο του Τολστόι με την Πεντάτευχο και την Ιλιάδα.
Δυο κατοπινές απόπειρες του Τολστόι να τοποθετήσει τους αγαπητούς του ψυχολογικούς τύπους στο πλαίσιο του παρελθόντος και ιδίως στην εποχή του Πέτρου Ι και των δεκεμβριστών, ναυαγήσαν εξαιτίας της εχθρότητας του ποιητή απέναντι στις ξένες επιδράσεις που δίνουν στις δυο αυτές εποχές τόσο καθαρό χαρακτήρα. Ακόμα και εκεί όπου ο Τολστόι πλησιάζει περισσότερο στην εποχή μας, όπως στην Άννα Καρένινα (1873), μένει ολότελα ξένος στην αναταραχή που έχει εισχωρήσει στην κοινωνία και, ανελέητα πιστός στον καλλιτεχνικό συντηρητισμό του, περιορίζει το άνοιγμα του πετάγματος του και το μόνο που ξεχωρίζει μέσα στη μάζα της ρωσικής ζωής είναι οι φεουδαλικές οάσεις που έμειναν άθιχτες, με τον παλιό χωροδεσποτικό πύργο τους τα πορτραίτα των προγόνων και τις όμορφες δεντροστοιχίες των φλαμουριών που στη σκιά τους ξετυλίγεται, από γενιά σε γενιά, ο αιώνιος κύκλος της γέννησης, της ζωής και του θανάτου.
Ο Τολστόι περιγράφει την πνευματική ζωή των ηρώων του το ίδιο όπως και τον τρόπο της διαβίωσης τους: ήρεμα, αβίαστα, χωρίς να επισπεύδει την εσωτερική ροή των αισθημάτων τους, των σκέψεων τους και των συζητήσεων τους. Δε βιάζεται Ποτε και δε φτάνει Ποτε παρά πολύ αργά. Κρατάει στα χέρια του τα νήματα όπου είναι δεμένη η τύχη μεγάλου αριθμού προσώπων και δε χάνει από τα μάτια του κανένα απ’ αυτά. Ίδιος άγρυπνος κι ακούραστος αφέντης κρατάει μέσα στο κεφάλι του μια τέλεια λογιστική όλων των τμημάτων της τεραστίας περιούσιας του. Θ’ έλεγες πως περιορίζεται μόνο να παρατηρεί και πως είναι η φύση που κάνει όλη τη δουλειά. Ρίχνει το σπόρο στο χωράφι και περιμένει ήσυχα, σαν φρόνιμος καλλιεργητής, να πεταχτεί το κοτσάνι και το στάχυ έξω από το χώμα, από μια φυσική διεργασία. Θα μπορούσε σχεδόν να πει κανείς πως είναι ένας δαιμόνιος Καρατάγιεβ με τη βουβή εγκαρτέρηση του απέναντι στους φυσικούς νόμους. Δε θα βάλει Ποτε το χέρι πάνω στο βλαστάρι για να ξεδιπλώσει βίαια τα φύλλα του. Περιμένει ώσπου να τα ξεδιπλώσει μόνο του, κάτω από την επενέργεια της ηλιακής θερμότητας. Γιατί μισεί βαθιά την αισθητική των μεγαλουπόλεων που, από απληστία που καταβροχθίζει η ίδια τον εαυτό της, βιάζει και τυραννάει τη φύση, ζητώντας απ’ αυτήν μόνο εκχυλίσματα και αποστάγματα και γυρεύοντας πάνω στην παλέτα, με δάχτυλο σπασμωδικό, χρώματα που δεν υπάρχουνε στο ηλιακό φάσμα.
Η γλώσσα του Τολστόι είναι όπως η ίδια η μεγαλοφυΐα του: γαλήνια, σοβαρή, λακωνική, αν και χωρίς να φτάνει στην τσιγγουνιά, νευρώδικη, καμιά φορά μάλιστα βαριά και τραχιά, πάντα όμως απλή και ασύγκριτη στο αποτέλεσμα της. Ξεχωρίζει τόσο απ’ το λυρικό, παιχνιδιάρικο, λαμπερό και ωραιόπαθο στυλ του Τουργκένιεβ, όσο και από το ρογχαστικό, ασθματικό και απότομο ύφος του Ντοστογιέβσκι.
Σ’ ένα μυθιστόρημα του ο κάτοικος της πόλης Ντοστογιέβσκι, αυτή η μεγαλοφυΐα με την αθεράπευτα τραυματισμένη καρδιά, ο τρυφηλός ποιητής της σκληρότητας και της συμπόνιας, αντιπαραθέτει ο ίδιος τον εαυτό του, με τρόπο πολύ βαθύ και πολύ χτυπητό, σαν καλλιτέχνη της «ρωσικής οικογενειακής νουβέλας», με τον κόμητα Τολστόι, τον ποιητή των ξεγραμμένων μορφών ενός αριστοκρατικού παρελθόντος: «Αν ήμουνα ρώσος μυθιστοριογράφος και είχα ταλέντο, λέει με το στόμα ενός από τα πρόσωπα του, θα διάλεγα πάντα τους ήρωες μου ανάμεσα στους ρώσους ευγενείς, γιατί μόνο μέσα σ’ αυτό το καλλιεργημένο περιβάλλον βρίσκει κανείς τουλάχιστο την εξωτερική επίφαση μιας ωραίας πειθαρχίας και ευγενικών κίνητρων…Μιλάω ολότελα σοβαρά, αν και δεν είμαι ο ίδιος ευγενής, όπως ξέρετε… Γιατί, πιστέψτε με, μέσα σ’ αυτούς τους κύκλους συναντάει κανείς ότι ωραίο υπάρχει σε μας, τουλάχιστο ότι είναι, κατά κάποιον τρόπο, ομορφιά αποτελειωμένη, πλήρης. Δεν τα λέω αυτά επειδή είμαι απόλυτα πεπεισμένος για την τελειότητα και τη δικαίωση αυτής της ομορφιάς, μα αυτή μας έχει κιόλας δόση, λόγου χάρη, σταθερές μορφές τιμής και χρέους, που δεν τις βρίσκεις πουθενά στη Ρωσία έξω από τους ευγενείς… Ο δρόμος που θαπρεπε να ακολουθήσει αυτός ο μυθιστοριογράφος, συνεχίζει ο Ντοστογιεβσκι, που σκέφτεται αναμφισβήτητα τον Τολστόι, αν και χωρίς να τον κατονομάζει, θέτανε ξεκάθαρος, δε θα μπορούσε να διαλέξει παρά το ιστορικό είδος γιατί δεν υπάρχουν πια στην εποχή μας ωραίες κι ευγενικές σιλουέτες και εκείνες που διατηρούνται ακόμα στις μέρες μας έχουν ήδη, σύμφωνα με την τωρινή γνώμη, χάσει την παλιά ομορφιά τους».

Η ΗΘΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ
Καθώς εξαφανίζονταν οι «ωραίες σιλουέτες» του παρελθόντος, όχι μόνο εξαφανίζονταν το άμεσο αντικείμενο του ηθικού φαταλισμού του Τολστόι και του αισθητικού πανθεϊσμού του άρχισαν να ταλαντεύονται: ο άγιος «καραταγιεβισμός» της τολστοικής ψυχής γινόταν ερείπια. Ότι αποτελούσε ως τότε συστατικό μέρος ενός ολοκληρωμένου και αδιάσπαστου συνόλου μετατράπηκε σε χωριστά κομμάτια και κατά συνέπεια κατάντησε προβληματικό. Το λογικό έγινε μωρία. Κι όπως πάντα, ακριβώς τη στιγμή όπου η ζωή έχανε το παλιό της νόημα, ο Τολστόι αναρωτήθηκε για το νόημα της ζωής γενικά. Είναι τότε (μέσα στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70) που αρχίζει η μεγάλη ηθική κρίση, όχι στη ζωή ενός έφηβου Τολστόι μα ενός Τολστόι πενηντάρη! Ξαναγυρίζει στο Θεό, αποδέχεται τη διδασκαλία του Χριστού, απορρίχνει τον καταμερισμό της εργασίας, την απλότητα και την αρχή της «μη αντίστασης στο κακό».
Όσο βαθύτερη ήταν η εσωτερική κρίση – ξέρουμε ότι, σύμφωνα με την ίδια την ομολογία του, ο πενηντάρης ποιητής έφερνε μέσα του την ιδέα της αυτοκτονίας – τόσο πιο καταπληκτικό πρέπει να φαίνεται ότι ο Τολστόι ξαναγύρισε, στο τέλος του λογαριασμού, στο σημείο απ’ όπου είχε ξεκινήσει. Η αγροτική εργασία δεν είναι εδώ η βάση πάνω στην οποία ξετυλίγεται η εποποιία του Πόλεμος και Ειρήνη; Επιστροφή στην απλότητα, στην αρχή της εσώτερης συγχώνευσης με τη λαϊκή ψυχή, σ’ αυτό δε συνίσταται όλη η δύναμη του Κουτούζοφ; Αν είναι έτσι, σε τι συνίσταται τότε η κρίση του Τολστόι; Σε τούτο, ότι εκείνο που έμεινε ως τότε μυστικό και κρυμμένο κάτω απ’ τη γη, βγαίνει πια στο μεγάλο φως και περνάει στη σφαίρα της συνείδησης. Με την εξαφάνιση της φυσικής πνευματικότητας μαζί με τη «φύση», όπου αυτή είχε ενσωματωθεί, το πνεύμα προσπαθεί τώρα ν’ αποκτήσει την εσώτερη φύση. Την αυτόματη αρμονία, που ξεσηκώθηκε εναντίον της ο αυτοματισμός της ίδιας της ζωής, χρειαζότανε να την υπερασπίσει και να την διατηρήσει με τη βοήθεια της συνειδητής δύναμης της Ιδέας. Στην πάλη του για την ίδια την ηθική και αισθητική αυτοσυντήρηση του, ο καλλιτέχνης καλεί σε βοήθεια του τον ηθικολόγο.
Ποιος από τους δυο Τολστόι – ο ποιητής ΄η ο ηθικολόγος – απόκτησε τη μεγαλύτερη δημοτικότητα στην Ευρώπη; Δεν είναι εύκολο να απαντήσουμε στο ερώτημα. Σε κάθε περίπτωση, είναι αδιαφιλονίκητο ότι το χαμόγελο ευμενούς συγκατάβασης του αστικού κοινού πάνω στην άγια απλότητα της Γιάσναγια Πονιάνα κρύβει ένα αίσθημα ιδιαίτερης ηθικής ικανοποίησης. Να ένας διάσημος ποιητής, ένας εκατομμυριούχος, ένας από τους «δικούς» μας, πολύ περισσότερο ένας αριστοκράτης, που για λόγους ηθικής τάξης φοράει χωριάτικη πουκαμίσα και σκοινοπάπουτσα και πριονίζει ξύλα! Βλέπει κάνεις εδώ κατά κάποιον τρόπο μια πράξη όπου ο ποιητής παίρνει πάνω του τις αμαρτίες μιας ολόκληρης τάξης, μιας ολόκληρης κουλτούρας. Φυσικά, αυτό δεν εμποδίζει καθόλου το φιλισταίο να κοιτάζει τον Τολστόι από το ύψος της μεγαλειότητας του κι ακόμα να εκφράζει κάποιες αμφιβολίες για τη διανοητική του ακεραιότητα. Έτσι, λόγου χάρη, ένας άνθρωπος που δεν είναι άγνωστος, ο Μάξ Νορντάου , ένας από εκείνους τους κύριους που ντύνουν τη φιλοσοφία του αγαθού γέρου Σμάιλς, (ΣΣ (Σμάιλς (Σάμουελ), άγγλος συγγραφέας και εκλαϊκευτής (1812-1904) καρυκευμένη με λίγο κυνισμό, με το αρλεκίνικο ρούχο ενός κυριακάτικου επιφυλλιδογράφου, έκανε, με τη βοήθεια του Λομπρόζο του της τσέπης, αυτή την αξιόλογη ανακάλυψη ότι ο Λέων Τολστόι φέρνει μέσα του όλα τα στίγματα του εκφυλισμού. Γιατί γι’ αυτούς τους ψωμοζήτες η τρέλα αρχίζει εκεί όπου σταματάει το κέρδος.

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΟΥ ΤΟΛΣΤΟΪ
Με όποιον τρόπο κι αν τον κρίνουν οι αστοί θεατές του, με καχυποψία, με ειρωνεία ΄η με ευμένεια, δεν παύει να είναι γι’ αυτούς ένα ψυχολογικό αίνιγμα. Έξω από λιγοστούς μαθητές του – ένας από αυτούς, ο Μένσικοβ ( ΣΣ ρώσος δημοσιογράφος του 19ου αιώνα, που άρχισε την καριέρα του με ιδεαλιστικά άρθρα για ηθική και κατάντησε, γύρω στη δεκαετία του ’90 φερέφωνο των ρώσων αντιδραστικών και αντισημιτών) παίζει τώρα το ρόλο του Χάμμερσταϊν! (ΣΣ (βαρόνος), γερμανός αντιδραστικός, βουλευτής στο Ράϊχσταγκ και έκδοτης ενός αντισημιτικού Φύλλου) – πρέπει να διαπιστώσουμε ότι ο ηθικολόγος Τολστόι, μέσα στα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής του έμεινε πάντα ολότελα απομονωμένος. Είναι αληθινά η τραγική θέση ενός προφήτη που μιλάει μόνος στην έρημο… Ολότελα κάτω από την επίδραση των συντηρητικών αγροτικών συμπαθειών του, ο Τολστόι υπερασπίζει ακούραστα και νικηφόρα τον πνευματικό του κόσμο από τους κίνδυνους που τον απειλούν απ’ όλες τις μεριές. Μια για πάντα χαράζει μια βαθιά οροθετική γραμμή ανάμεσα σ’ αυτόν και όλες τις παραλλαγές του αστικού φιλελευθερισμού και αποκρούει κατά πρώτο λόγο την πίστη στην πρόοδο, που είναι γενική στην εποχή μας. Βέβαια, φωνάζει, ο ηλεκτρικός φωτισμός, το τηλέφωνο, οι εκθέσεις, οι συναυλίες, τα θέατρα, τα τσιγαροκούτια και τα σπιρτοκούτια, οι τιράντες και οι κινητήρες, όλα αυτά είναι θαυμάσια! Μα ας είναι καταραμένα στους αιώνες των αιώνων όχι μόνον αυτά μα ακόμα και οι σιδερόδρομοι, τα μπαμπακερά υφάσματα, σ’ ολόκληρο τον κόσμο, αν είναι απαραίτητο για την κατασκευή τους τα ενενήντα εννιά εκατοστά της ανθρωπότητας να ζούνε στη σκλαβιά και να πεθαίνουν κατά χιλιάδες μέσα στις φάμπρικες!
Ο καταμερισμός της εργασίας μας πλουτίζει κι ομορφαίνει τη ζωή μας. Μα ακρωτηριάζει τη ζωντανή ψυχή του ανθρώπου. Κάτω ο καταμερισμός της εργασίας! Η τέχνη! Η αληθινή τέχνη πρέπει να συσπειρώνει όλους τους ανθρώπους μέσα στην αγάπη του Θεού και όχι να τους χωρίζει. Η τέχνη σας, αντίθετα, προορίζεται μόνο για λιγοστούς μυημένους. Αυτή χωρίζει τους ανθρώπους και γι’ αυτό έχει το ψέμα μέσα της. Κι ο Τολστόι απορρίχνει αντρίκεια την «ψεύτρα» τέχνη: το Σαίξπηρ, το Γκαίτε, τον ίδιο τον εαυτό του, το Βάγκνερ, το Μπαίκλιν. (ΣΣ Ελβετός ζωγράφος πολύ γνωστός στον καιρό του)
Πετάει μακριά του κάθε έγνοια για πλουτισμό και φοράει χωριάτικα ρούχα, πράγμα που συμβολίζει γι’ αυτόν την απάντηση του πολιτισμού. Τι κρύβεται πίσω απ’ αυτό το σύμβολο; Τι αντιτάσσει στο «ψέμα», δηλαδή στο ιστορικό προτσές; Μπορούμε να συνοψίσουμε στις ακόλουθες κύριες θέσεις την κοινωνική φιλοσοφία του Τολστόι.
1ο. Τη σκλαβιά των ανθρώπων δεν την καθορίζουν κοινωνία-λογικοί νόμοι με σιδερένια αναγκαιότητα, μα νομικοί κανονισμοί καθιερωμένοι αυθαίρετα απ’ αυτούς.
2ο. Η νεότερη δουλειά είναι το επακόλουθο τριών νομικών κανονισμών, που αφορούν τη γη, τους φόρους και την ιδιοκτησία.
3ο. Όχι μόνο η ρωσική κυβέρνηση μα οποιαδήποτε κυβέρνηση είναι θεσμός που έχει για σκοπό να διαπράττει ατιμώρητα τα πιο φριχτά εγκλήματα, με τη βοήθεια της κρατικής εξουσίας.
4ο. Η πραγματική κοινωνική βελτίωση θα επιτευχθεί αποκλειστικά και μόνο με την ηθική και θρησκευτική τελειοποίηση του ατόμου.
5ο. Για να απαλλαγούμε από τις κυβερνήσεις δεν είναι αναγκαίο να τις πολεμήσουμε με μέσα εξωτερικά, φτάνει να μην πάρουμε μέρος σ’ αυτές και να μην τις υποστηρίξουμε. Ιδίως, δεν πρέπει: α) Να δεχτούμε τις υποχρεώσεις του στρατιώτη, του στρατηγού, του υπουργού, του σταρόστε, (ΣΣ πρόκριτος, προεστός) του βουλευτή. β) Να πληρώνουμε θεληματικά στην κυβέρνηση φόρους άμεσους ΄η έμμεσους. γ) Να χρησιμοποιούμε τις κυβερνητικές υπηρεσίες ΄η να ζητάμε οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια από την κυβέρνηση. δ) Να προστατεύουμε την ατομική ιδιοκτησία μας με οποιοδήποτε μέτρο της κρατικής εξουσίας.
Αν παραμερίσουμε απ’ αυτό το σχήμα το σημείο που αφορά την ηθική και θρησκευτική τελειοποίηση του ατόμου, που ολοφάνερα πιάνει θέση ξεχωριστή, έχουμε ένα πρόγραμμα αναρχικό αρκετά ολοκληρωμένο. Κατά πρώτο λόγο, έχουμε μια καθαρά μηχανική αντίληψη της κοινωνίας σα να είναι το προϊών κακής νομικής διαρρύθμισης. Έπειτα, την τυπική άρνηση του κράτους και της πολιτικής γενικά και, τέλος, σαν μέθοδο πάλης, τη γενική απεργία και το μποϋκοτάζ, την ανταρσία των σταυρωμένων χεριών.
Αν αποκλείσουμε την ηθικοθρησκευτική θέση, αποκλείουμε πραγματικά το μόνο νεύρο που συνδέει όλο αυτό το ορθολογιστικό οικοδόμημα με το δημιουργό του, δηλαδή την ψυχή του Τολστόι. Γι’ αυτόν, σύμφωνα με όλους τους όρους της δίκης του εξέλιξης και της δίκης του κατάστασης, το χρέος δε συνίσταται στην αντικατάσταση του καπιταλιστικού καθεστώτος από την «κομμουνιστική» αναρχία, μα στην «υπεράσπιση» του καθεστώτος της χωρικής κοινότητας από κάθε «εξωτερική» διαταρακτική επίδραση. Στο «ναροντνιτσέστβο» του όπως και στον «αναρχισμό» του ο Τολστόι αντιπροσωπεύει τη συντηρητικο-αγροτική αρχή. Όπως ο πρωτόγονος ελευθεροτεκτονισμός, που λογάριαζε ν’ αποκαταστήσει και να ενισχύσει με ιδεολογικά μέσα την παλιά συντεχνιακή ηθική της αλληλοβοήθειας, που είχε γίνει ερείπια κάτω από τα χτυπήματα της οικονομικής εξέλιξης, έτσι κι ο Τολστόι θα ήθελε ν’ αναστήσει με τη δύναμη της ηθικοθρησκευτικής ιδέας τον πρωτόγονο τρόπο ζωής που βασίζεται στους όρους της φυσικής οικονομίας. Έτσι γίνεται ένας συντηρητικο-αναρχικός γιατί εκείνο που τον ενδιαφέρει προπαντός είναι να μην πλήξει το κράτος, με τα ραβδιά του μιλιταρισμού του και τους σκορπιούς του ταμείου του, την ψυχοσώστρα κοινότητα του Καρατάγιεβ. Η οικουμενική πάλη ανάμεσα στους δυο αντίθετους κόσμους: τον αστικό κόσμο και το σοσιαλιστικό κόσμο, που από την έκβαση της εξαρτιέται η τύχη της ίδιας της ανθρωπότητας, δεν υπάρχει για τον Τολστόι. Ο σοσιαλισμός έμεινε πάντα γι’ αυτόν απλή παραλλαγή, που λίγο τον ενδιαφέρει, του φιλελευθερισμού. Στα μάτια του ο Μαρξ και ο Μπαστιά (ΣΣ (Φρειδερίκος), αγοραίος οικονομολόγος, απολογητής του καπιταλισμού) είναι οι εκπρόσωποι μιας και της ίδιας «ψεύτικης αρχής»: της καπιταλιστικής κουλτούρας, του εργάτη δίχως γη, του κρατικού καταναγκασμού. Η ανθρωπότητα, μια κι έχει μπει σε στραβό δρόμο, λίγο ενδιαφέρει αν αυτή θα προχωρήσει περισσότερο ΄η λιγότερο σ’ αυτό το δρόμο. Η σωτηρία μπορεί να έρθει μόνο από ένα ολοκληρωτικό γύρισμα προς τα πίσω.
Ο Τολστόι δε βρίσκει λόγια αρκετά περιφρονητικά για να στιγματίσει την επιστήμη, που δηλώνει πως αν εξακολουθήσουμε να ζούμε για καιρό ακόμα με τρόπο αμαρτωλό, σύμφωνα με τους νόμους της ιστορικής προόδου, κοινωνιολογικής και άλλης, η ζωή μας θα βελτιωθεί στο τέλος σημαντικά. «Το κακό, λέει ο Τολστόι, πρέπει να ξεριζωθεί αμέσως, και γι’ αυτό φτάνει να το αναγνωρίσουμε σαν κακό». Όλα τα ηθικά συναισθήματα, που συνδέουν ιστορικά τους ανθρώπους τον ένα με τον άλλο, καθώς και όλες οι ηθικοθρησκευτικές μυθοπλασίες που έχουν βγει απ’ αυτούς τους δεσμούς, καταντάνε, στον Τολστόι, οι πιο αφηρημένες εντολές της αγάπης, της έκστασης και της μη αντίστασης στο κακό, και καθώς αυτές οι εντολές έχουν απογυμνωθεί απ’ αυτόν από κάθε ιστορικό περιεχόμενο και κατά συνέπεια από οποιοδήποτε περιεχόμενο, του φαίνονται κατάλληλες για όλους τους καιρούς και για όλους τους λαούς.
Ο Τολστόι δεν αναγνωρίζει την ιστορία. Αυτό είναι η βάση ολόκληρης της σκέψης του. Εκεί πάνω στηρίζεται η ελευθερία της μεταφυσικής του άρνησης, όπως και η πρακτική ανικανότητα του κηρύγματος του. Το μόνο είδος ζωής που παραδέχεται, ο πρωτόγονος τρόπος ζωής των καλλιεργητών Κοζάκων στις απέραντες στέπες των Ουραλίων, κυλάει ίσα ίσα έξω από την ιστορία. Αναπαράγεται χωρίς καμιά μεταβολή, όπως η ζωή του μελισσιού ΄η της μερμηγκιάς. Ότι οι άνθρωποι αποκαλούν ιστορία, του φαίνεται σαν γέννημα της τρέλας, της πλάνης, της σκληρότητας, που παραμορφώνουν την αληθινή ψυχή της ανθρωπότητας. Με ανελέητη λογική, μαζί με την ιστορία απορρίχνει και όλα τα επακόλουθα της. Μισεί τις εφημερίδες σα ντοκουμέντα της τωρινής εποχής. Όλα τα κύματα του παγκόσμιου ωκεανού σκέφτεται να τα αναχαιτίσει αντιτάσσοντας τους το γέρικο στήθος του.
Αυτή η ολική ακαταληψία που δείχνει ο Τολστόι απέναντι στην ιστορία εξηγεί την παιδιάστικη αδυναμία του στον τομέα των κοινωνικών προβλημάτων. Οι ιδέες των πιο διαφορετικών εποχών δεν ταξινομούνται απ’ αυτόν ανάλογα με την ιστορική προοπτική, μα παρουσιάζονται όλες στην ίδια απόσταση από το θεατή. Ορθώνεται εναντίον του πολέμου με επιχειρήματα βγαλμένα από την καθαρή λογική, και για να τους δόση περισσότερη δύναμη παραθέτει μαζί με τον Επίκτητο και το Μολινάρι, (ΣΣ (Γουσταύος), Βέλγος οικονομολόγος (1919-1912) το Λαό Τσε (ΣΣ Μεγάλος κινέζος φιλόσοφος που γεννήθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, το 604 π.Χ. Ίδρυσε την αίρεση του ταοϊσμού, που αποτελεί είδος θετικιστικής και πρακτικής ησυχαστικής φιλοσοφίας με έντονο θρησκευτικό και λατρευτικό χαρακτήρα. Το σημαντικότερο έργο του είναι «Το βιβλίο της οδού και της αρετής») και το Φρειδερίκο ΙΙ, τον προφήτη Ησαΐα και τον επιφυλλιδογράφο Αρντουέν, το μάντη των μπακάληδων του Παρισιού. Στα μάτια του οι συγγραφείς, οι φιλόσοφοι και οι προφήτες δεν αντιπροσωπεύουν ορισμένες εποχές, μα αιώνιες ηθικές κατηγόριες. Βάζει τον Κομφούκιο στην ίδια σειρά με τον Χάρνακ, (ΣΣ (Αδόλφος), γερμανός θεολόγος) ενώ ο Σοπενάουερ βρίσκεται αγκαλιασμένος όχι μόνο με τον Ιησού Χριστό μα και με το Μωυση.
Σ’ αυτή την απομονωμένη και τραγική πάλη εναντίον της διαλεκτικής της ιστορίας που δεν ξέρει να της αντιτάξει άλλο από το ναι-ναι, κι όχι-όχι του, ο Τολστόι πέφτει την κάθε στιγμή στις πιο άλυτες αντιφάσεις. Και βγάζει από εκεί τούτο το συμπέρασμα, ολότελα αντάξιο της δαιμονιακής ισχυρογνωμοσύνης του: «Η θεμελιακή αντίφαση ανάμεσα στη θέση του ανθρώπου και την ηθική του δραστηριότητα είναι το πιο σίγουρο σημάδι της αλήθειας».

Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Όμως αυτή η ιδεαλιστική έπαρση φέρνει μέσα της την τιμωρία. Θα ήταν πραγματικά δύσκολο να αναφέρουμε ένα συγγραφέα που να τον εκμεταλλεύτηκε, παρά τη θέληση του, τόσο σκληρά η ιστορία όπως τον Τολστόι.
Αυτός ο μυστικιστής ηθικολόγος, ο εχθρός της πολιτικής και της επανάστασης, τρέφει χρόνια τη νυσταγμένη επαναστατική συνείδηση πολλών λαϊκών αιρέσεων. Αυτός που απαρνιέται ολόκληρη την καπιταλιστική κουλτούρα συναντάει ευμενή υποδοχή μέσα στην ευρωπαϊκή κι αμερικανική μπουρζουαζία, που βρίσκει στο κήρυγμα του την έκφραση του άδειου φιλανθρωπισμού της μαζί και μια προστασία ενάντια στη φιλοσοφία της Επανάστασης.
Αυτός ο συντηρητικο-αναρχικός, ο θανάσιμος εχθρός του φιλελευθερισμού, βλέπει μεταμορφωμένο τον εαυτό του, με την ευκαιρία των ογδοντάχρονων από τη γέννηση του, σε σημαία και όργανο μιας θορυβώδικη και τασιακής εκδήλωσης του ρώσικου φιλελευθερισμού. Η ιστορία τον νίκησε, μα δεν τον τσάκισε. Σήμερα ακόμα, φτασμένος στο τέρμα της ζωής του, έχει διατηρήσει σε όλη τη φρεσκάδα της την ικανότητα του για ηθική αγανάκτηση.
Μέσα στη νύχτα της πιο άθλιας και πιο εγκληματικής αντίδρασης που γυρεύει να σκεπάσει για πάντα τον ήλιο της χώρας μας με το πυκνό δίχτυ των σκοινιών της κρεμάλας, μέσα στην αποπνιχτική ατμόσφαιρα της σιχαμερής ανανδρίας της επίσημης κοινής γνώμης, αυτός ο τελευταίος απόστολος της χριστιανικής αγάπης, που μέσα του ξαναζεί ο βιβλικός προφήτης της οργής, εξακοντίζει την πεισματική κραυγή του: «Δε μπορώ να σωπάσω». Σαν κατάρα πάνω στα κεφάλια εκείνων που κρεμάνε όπως και εκείνων που σωπαίνουνε μπροστά στις κρεμάλες.
Κι αν δε συμπαθεί τους επαναστατικούς μας σκοπούς, ξέρουμε πως είναι γιατί η ιστορία του αρνήθηκε κάθε κατανόηση των δρόμων της. Δε θα τον καταδικάσουμε γι’ αυτό. Και θα θαυμάζουμε πάντα σ’ αυτόν όχι μόνο τη μεγαλοφυΐα, που θα ζήσει όσο κι η ίδια η τέχνη, μα και το αδάμαστο ηθικό θάρρος που δεν του επέτρεψε να παραμείνει στους κόλπους της υποκριτικής Εκκλησίας του, της Κοινωνίας του και του Κράτους του και τον καταδίκασε να μένει απομονωμένος ανάμεσα στους αμέτρητους θαυμαστές του.
1908

Η επαναστατική δύναμη της Οικολογίας.

Μια συνέντευξη με τον Κορνήλιο Καστοριάδη.
[Η συνέντευξη αυτή δόθηκε το 1993 στο γαλλικό περιοδικό «Πράσινος Πλανήτης» και μεταφράστηκε από τα αγγλικά από το «Terminal 119 – για την κοινωνική και ατομική αυτονομία» στα τέλη Μαρτίου του 2006. Όλες οι υποσημειώσεις ανήκουν στον ανώνυμο μεταφραστή που απέδωσε το κείμενο στα αγγλικά και μεταφράζονται αυτούσιες. Η πρώτη εμφάνισή της συνέντευξης στα ελληνικά, με τίτλο «Η παγκόσμια ανισορροπία και η επαναστατική δύναμη της οικολογίας», έγινε το 1993 από τον Κ. Σπαντιδάκη για το περιοδικό «Κοινωνία και Φύση» (Σεπτέμβριος-Δεκέμβριος)]

Pascale Egre : Τι είναι για σας η Οικολογία;Κορνήλιος Καστοριάδης: Η οικολογία αποτελεί την κατανόηση του βασικού γεγονότος ότι η κοινωνική ζωή δεν μπορεί να μη λαμβάνει υπόψη με ένα κεντρικό τρόπο το περιβάλλον μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται αυτή η κοινωνική ζωή. Όλως περιέργως, αυτή η κατανόηση μοιάζει να έχει υπάρξει σε μεγαλύτερο βαθμό προηγουμένως, σε άγριες ή παραδοσιακές κοινωνίες. Ακόμη και μια γενιά πριν, στην Ελλάδα, υπήρχαν αγρότες που ανακύκλωναν σχεδόν τα πάντα. Στη Γαλλία, η διατήρηση των ρέοντων υδάτων, των δασών και πάει λέγοντας έχει αποτελέσει ένα ανανεούμενο ενδιαφέρον για αιώνες. Χωρίς καμιά «επιστημονική γνώση», οι άνθρωποι είχαν μια απλοϊκή αλλά σαφή επίγνωση της ζωτικής τους εξάρτησης από το περιβάλλον [δες επίσης και την ταινία (του Akira Kurosawa) Dersu Uzala]. Αυτό άλλαξε ριζικά με τον καπιταλισμό και τη σύγχρονη τεχνοκρατία[2], που είναι βασισμένα στην αέναη και ραγδαία αύξηση της παραγωγής και της κατανάλωσης και τα οποία συνεπάγονται ήδη κάποια προφανή σήμερα καταστροφικά αποτελέσματα για την οικόσφαιρα της Γης. Αν σας φαίνονται βαρετές οι επιστημονικές συζητήσεις, απλώς ρίξτε μια ματιά στις παραλίες ή στον αέρα των μεγαλουπόλεων. Οπότε, δεν μπορούμε πλέον να πιστεύουμε σε μια πολιτική, που να αξίζει το όνομά της, από την οποία θα έλλειπε ένα σοβαρό ενδιαφέρον για την οικολογία
P.E.: Μπορεί η οικολογία να γίνει επιστημονική;Κ.Κ.: Η οικολογία είναι βασικά πολιτική. Δεν είναι «επιστημονική». Η επιστήμη είναι ανίκανη, ως επιστήμη, να θέσει τα όρια ή τους σκοπούς της [finalites]. Αν η επιστήμη ερωτηθεί για το πιο ικανό ή το πιο οικονομικό μέσο εξολόθρευσης του πληθυσμού της Γης, είναι ικανή (θα έπρεπε να είναι ικανή!) να σας παράσχει μια επιστημονική απάντηση. Ως επιστήμη, δεν έχει απολύτως τίποτα να πει σε σχέση με το αν αυτό το σχέδιο είναι «καλό» ή «κακό». Κάποιος μπορεί, κάποιος πρέπει, σίγουρα, να θέσει σε κίνηση τις πηγές της επιστημονικής έρευνας για να εξερευνήσει τον αντίκτυπο που μια τέτοια και μια τέτοια ενέργεια, εντός της σφαίρας της παραγωγής, μπορούν να έχουν πάνω στο περιβάλλον ή, κάποιες φορές, το μέσο αποφυγής κάποιου ανεπιθύμητου παράπλευρου αποτελέσματος. Σε τελευταία ανάλυση, όμως, η απάντηση μπορεί να είναι μόνο πολιτική. Το να πούμε, όπως λέχθηκε απ’ όσους υπέγραψαν την «Έκκληση της Χαϊλδεβέργης» (την οποία, από την πλευρά μου, μάλλον θα ονόμαζα Έκκληση της Νυρεμβέργης), ότι η επιστήμη και μόνο η επιστήμη μπορεί να λύσει όλα τα προβλήματα, είναι αποκαρδιωτικό. Ερχόμενη από τόσο πολλούς κατόχους του βραβείου Νόμπελ, εκφράζει μια βασική αγραμματοσύνη, μια αποτυχία να στοχαστούν πάνω στην ίδια τους τη δραστηριότητα, και την πλήρη ιστορική αμνησία[3]. Δηλώσεις σαν κι αυτήν γίνονται όταν, όπως και λίγα χρόνια πριν, οι βασικοί εφευρέτες και κατασκευαστές των πυρηνικών βομβών διακήρυσσαν δημοσίως μια βαθειά μεταμέλεια, χτυπώντας τα στήθη τους, φωνάζοντας για την ενοχή τους κοκ. Μπορώ να αναφέρω τους Οπενχάϊμερ και Ζαχάροφ, για να μην πούμε άλλους. Είναι ακριβώς η ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης και το γεγονός ότι οι επιστήμονες δεν είχαν ποτέ, και δε θα έχουν ποτέ, οτιδήποτε να πούνε σε σχέση με τη χρήση της ή ακόμη και τον καπιταλιστικό της προσανατολισμό που δημιούργησε το περιβαλλοντικό πρόβλημα και την παρούσα βαρύτητα του προβλήματος. Και αυτό που παρατηρούμε σήμερα είναι το τεράστιο περιθώριο της αβεβαιότητας που περιέχεται στα στοιχεία και τις εξελικτικές προοπτικές για το περιβάλλον της Γης. Αυτό το περιθώριο, προφανώς, έχει δύο πλευρές. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι οι πιο σκοτεινές προοπτικές είναι και οι πιο πιθανές.Το αληθινό ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι αυτό αλλά η πλήρης εξαφάνιση της σωφροσύνης, της φ ρ ο ν ή σ ε ω ς. Δεδομένου ότι κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου θα οδηγήσει ή όχι σε μια άνοδο της στάθμης της θάλασσας, ούτε και πόσα χρόνια θα πάρει μέχρι η τρύπα του όζοντος να καλύψει όλη την ατμόσφαιρα, η μόνη συμπεριφορά που μπορούμε να υιοθετήσουμε είναι αυτή του diligens pater familias, του ευσυνείδητου ή συνεπούς πατέρα της οικογένειας που λέει στον εαυτό του «Αφού το ρίσκο είναι τεράστιο και ακόμη και οι πιθανότητες είναι αβέβαιες, θα προχωρήσω με τη μεγαλύτερη επιφύλαξη [σωφροσύνη] και όχι σα να ήταν όλο το ζήτημα επουσιώδες». Τώρα, αυτού που γινόμαστε μάρτυρες προς το παρόν, για παράδειγμα κατά τη διάρκεια του Καρναβαλιού του Ρίο (που του έχει δοθεί η ταμπέλα της «Διάσκεψης»), είναι η πλήρης ανευθυνότητα. Αυτή η πλήρης ανευθυνότητα μπορεί να ιδωθεί στην αποφασιστικότητα του Προέδρου George Herbert Walker Bush και των φιλελεύθερων {με την ευρωκεντρική έννοια των συντηρητικών οπαδών της «ελεύθερης αγοράς»}, οι οποίοι επικαλούνται ακριβώς την αντίθετη πλευρά του επιχειρήματος της αβεβαιότητας (καθώς τίποτα δεν έχει «αποδειχθεί», ας συνεχίσουμε όπως και πριν . . . ). Μπορεί να ιδωθεί στην τερατώδη συμμαχία μεταξύ των δεξιών Αμερικάνων Προτεσταντών και της Καθολικής Εκκλησίας να εναντιωθούν σε οποιαδήποτε βοήθεια ελέγχου των γεννήσεων στις χώρες του Τρίτου Κόσμου, όταν η σύνδεση ανάμεσα στη δημογραφική έκρηξη και τα περιβαλλοντικά προβλήματα είναι έκδηλη. Την ίδια στιγμή — το μέγεθος της υποκρισίας — κάποιοι ισχυρίζονται ότι ενδιαφέρονται για το βιοτικό επίπεδο αυτών των πληθυσμών. Για να βελτιώσει όμως κάποιος το βιοτικό επίπεδο εκεί θα έπρεπε να επιταχύνει την καταστροφική παραγωγή και κατανάλωση των μη ανανεώσιμων πηγών.
P.E.: Κατά τη διάρκεια της Διάσκεψης του Ρίο, δύο συμβάσεις, με κάποια ιστορική σημασία το καθένα υιοθετήθηκαν: η σύμβαση για την κλιματική αλλαγή και η άλλη για τη βιο-ποικιλότητα. Αποτελούν κι αυτές κομμάτι του «Καρναβαλιού»;Κ.Κ.: Ναι, καθώς δεν προτείνουν συγκεκριμένα μέτρα και δε συνοδεύονται από συγκεκριμένες κυρώσεις. Είναι οι τιμές που αποδίδει το Κακό στην Αρετή. Και μια λέξη για τη βιο-ποικιλότητα. Κάποιος/-α θα έπρεπε να θυμάται ότι από όσους υπέγραψαν την Έκκληση της Νυρεμβέργης κανείς δεν ξέρει πόσα ζωντανά είδη μπορούν να βρεθούν σήμερα στη Γη. Οι υπολογισμοί γίνονται μέσα στην κλίμακα των 10 και των 30 εκατομμυρίων ειδών, αλλά ακόμη και η κλίμακα των 100 εκατομμυρίων έχει τεθεί στο τραπέζι. Τώρα, από αυτά τα είδη, γνωρίζουμε μόνο ένα μέσο ποσοστό. Αυτό που γνωρίζουμε, ωστόσο, με σχετική βεβαιότητα είναι ο αριθμός των ζωντανών ειδών που εξαφανίζονται κάθε χρόνο, συγκεκριμένα μέσω της καταστροφής των τροπικών δασών. Σήμερα, ο E. O. Wilson υπολογίζει ότι, τα επόμενα τριάντα χρόνια, θα έχουμε εξολοθρεύσει περίπου το 20% των υπαρχόντων ειδών — ή, για να χρησιμοποιήσουμε το χαμηλότερο συνολικό υπολογισμό, γύρω στα 70,000 είδη το χρόνο, διακόσια είδη την ημέρα! Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη σκέψη, η καταστροφή ενός μόνο είδους μπορεί να οδηγήσει στην κατάρρευση της ισορροπίας, συνεπώς την καταστροφή, ενός ολόκληρου οικό-τοπου[4].
P.E.: Διαβάζοντας κάποια από τα άρθρα σας, κάποιος θα μπορούσε να έχει την εντύπωση ότι η οικολογία αποτελεί μόνο την κορυφή του παγόβουνου που καλύπτει μια επανα-διαπραγμάτευση όχι μόνο της επιστήμης αλλά και του οικονομικού-πολιτικού συστήματος. Είστε ένας επαναστάτης;Κ.Κ.: Η επανάσταση δε σημαίνει χείμαρρους αίματος, την κατάληψη των Χειμερινών Ανακτόρων κοκ. Η επανάσταση σημαίνει τον ριζικό μετασχηματισμό των θεσμών της κοινωνίας. Με αυτή την έννοια, φυσικά είμαι επαναστάτης. Αλλά για να υπάρξει μια επανάσταση με αυτή την έννοια, προφανείς αλλαγές πρέπει να λάβουν χώρα στην ψυχο-κοινωνική οργάνωση του δυτικού ανθρώπου, στη στάση που έχει για τη ζωή, εν συντομία, στο φαντασιακό του. Η ιδέα ότι ο μόνος σκοπός στη ζωή μας είναι να παράγουμε και να καταναλώνουμε περισσότερο — μια ιδέα που είναι και παράλογη και εξευτελιστική — πρέπει να εγκαταλειφθεί. Το καπιταλιστικό φαντασιακό της ψευτο-ορθολογικής ψευδο-κυριαρχίας, της άνευ ορίων επέκτασης, πρέπει να εγκαταλειφθεί. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να γίνει μόνο από όλους τους άνδρες και τις γυναίκες. Ένα άτομο, ή μια οργάνωση μόνο, μπορούν – στην καλύτερη περίπτωση – να προετοιμάσουν, να ασκήσουν κριτική, να διεγείρουν, να σκιαγραφήσουν πιθανές κατευθύνσεις.
P.E.: Ποιο παραλληλισμό θα μπορούσαμε να κάνουμε ανάμεσα στην υποχώρηση του μαρξισμού και στη ραγδαία ανάπτυξη της πολιτικής οικολογίας;
Κ.Κ.: Η σχέση τους είναι προφανώς περίπλοκη. Πρώτα απ’ όλα, πρέπει κανείς να παρατηρήσει ότι ο Μαρξ μετέχει πλήρως του καπιταλιστικού φαντασιακού: σύμφωνα με αυτόν, όπως και με την κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής του, τα πάντα εξαρτώνται από την αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων. Όταν η παραγωγή φθάνει σε ένα αρκετά υψηλό επίπεδο είναι κανείς σε θέση να μιλήσει για μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία, για μια κοινωνία ισότητας και πάει λέγοντας. Δεν βρίσκει κανείς στον Μαρξ καμία κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής, είτε όσον αφορά την μέθοδο παραγωγής είτε όσον αφορά τον τύπο και τη φύση των προϊόντων που παράγονται. Για αυτόν, η καπιταλιστική τεχνική και τα προϊόντα της αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της διαδικασίας της ανθρώπινης προόδου. Ούτε ασκεί κριτική στην εργασιακή διαδικασία του εργοστασίου. Επικρίνει, βεβαίως, μερικά «υπερβολικά» στοιχεία αλλά, υπό αυτήν τη μορφή, αυτή η οργάνωση φαίνεται για αυτόν να αποτελεί μια πραγμάτωση της ορθολογικότητας, χωρίς την προσθήκη εισαγωγικών. Το βασικό κομμάτι της κριτικής του έχει να κάνει με την χρήση αυτής της τεχνικής και αυτής της οργάνωσης: πως, δηλαδή, από αυτές επωφελείται μόνο το κεφάλαιο και όχι η ανθρωπότητα ως σύνολο. Δεν εντοπίζει την ανάγκη να γίνει μια εσωτερική κριτική στην τεχνική και την οργάνωση της καπιταλιστικής παραγωγής. Το ότι ο Μαρξ «ξεχνάει» αυτά τα πράγματα είναι περίεργο, λόγω του ότι στην εποχή του αυτή η σκέψη απασχολεί πολλούς συγγραφείς. Ας θυμηθούμε, για να αναφερθούμε σε ένα γνωστό παράδειγμα, τους Άθλιους του Βικτόρ Ουγκό. Όταν, με σκοπό να σώσει τον Μάριο, ο Γιάννης Αγιάννης τον κουβαλάει μέσα από τους υπονόμους του Παρισιού, ο Ουγκό παραδίδεται σε μία από τις πολυαγαπημένες παρεκβάσεις του. Βασισμένος, χωρίς αμφιβολία, στους υπολογισμούς των μεγάλων χημικών της εποχής, πιθανόν του Justus Liebig, λέει πως από το Παρίσι καταλήγει στην θάλασσα κάθε χρόνο, μέσω των υπονόμων του, χρηματικό ποσό ίσο με 500 εκατομμύρια χρυσά φράγκα. Αυτό το αντιπαραβάλλει στη συμπεριφορά των κινέζων αγροτών, οι οποίοι λιπαίνουν το χώμα με τα δικά τους περιττώματα. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μας λέει ουσιαστικά ότι το έδαφος της Κίνας είναι τόσο εύφορο όσο ήταν και την πρώτη μέρα της Δημιουργίας. Γνωρίζει πως οι παραδοσιακές οικονομίες ήταν οικονομίες ανακύκλωσης, ενώ η σημερινή είναι μια οικονομία σπατάλης. Ο Μαρξ όλα αυτά τα παραβλέπει ή τα περιθωριοποιεί. Και αυτό επρόκειτο να παραμείνει, μέχρι το τέλος, η τοποθέτηση του μαρξιστικού κινήματος. Αρχίζοντας από το τέλος της δεκαετίας του 50’, αρκετοί παράγοντες θα ενώνονταν προκειμένου να αλλάξει αυτή η κατάσταση. Καταρχάς, μετά το εικοστό συνέδριο του ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, την ουγγρική επανάσταση το ίδιο έτος (1956), την Πολωνία, την Πράγα και πάει λέγοντας, η μαρξιστική ιδεολογία χάνει την γοητεία της. Κατόπιν άρχισε η κριτική της καπιταλιστικής τεχνικής. Σε αυτό αναφέρομαι σε ένα από τα κείμενά μου του 1957, «Το περιεχόμενο του Σοσιαλισμού»[5], όπου ανέπτυξα μια εκ βάθρων κριτική στον Μαρξ, για το ότι παραμελεί εντελώς την κριτική στην καπιταλιστική τεχνολογία, ειδικότερα σε ότι αφορά το στάδιο της παραγωγής, ότι συμμερίζεται εντελώς, εν προκειμένω, την κυρίαρχη αντίληψη της εποχής του. Κατά την ίδια χρονική περίοδο, οι άνθρωποι άρχιζαν να ανακαλύπτουν τον όλεθρο που ο καπιταλισμός επέφερε στο περιβάλλον. Ένα από τα πρώτα βιβλία που άσκησαν μεγάλη επιρροή ήταν το «Silent Spring»[6] (Η σιωπηλή Άνοιξη) της Rachel Carson, το οποίο περιέγραψε τις καταστροφές που τα εντομοκτόνα επέφεραν στο περιβάλλον: τα εντομοκτόνα καταστρέφουν τα παράσιτα των φυτών αλλά και, συγχρόνως, έντομα - επομένως και τα πουλιά που τρέφονται από αυτά. Αυτό είναι ένα σαφές παράδειγμα μιας κυκλικής οικολογικής ισορροπίας και της ολοσχερούς καταστροφής της μέσω της καταστροφής ενός μόνο από τα συστατικά της στοιχεία.Μια οικολογική συνείδηση άρχισε κατόπιν να διαμορφώνεται. Αναπτύχθηκε ακόμα γρηγορότερα, καθώς νέοι άνθρωποι, δυσαρεστημένοι με το καθεστώς των πλούσιων χωρών, δεν μπορούσαν πια να εντάξουν τις κριτικές τους μέσα στα παραδοσιακά μαρξιστικά κανάλια που καταντούσαν σχεδόν γελοία. Κριτικές που στηρίζονταν επάνω στη συνεχή μεγέθυνση της φτώχειας δεν ανταποκρίνονταν πια στην πραγματικότητα? δεν θα μπορούσε κανείς πλέον να κατηγορήσει τον καπιταλισμό πως οδηγεί τους εργάτες στη λιμοκτονία από τη στιγμή που η κάθε οικογένεια της εργατικής τάξης είχε από ένα - και μερικές φορές δύο - αυτοκίνητα. Συγχρόνως, υπήρξε μια συγχώνευση των καθιερωμένων οικολογικών ζητημάτων με τα αντιπυρηνικά ζητήματα.
P.E.: Αποτελεί, τότε, η οικολογία τη νέα «τελευταία μεγάλη ιδεολογία»;
Κ.Κ.: Όχι, δεν θα έλεγα αυτό. Και εν πάσει περιπτώσει, η οικολογία δεν πρόκειται να γίνει ιδεολογία υπό την παραδοσιακή έννοια του όρου. Αλλά η αναγκαιότητα να ληφθεί το περιβάλλον καθώς και η ισορροπία μεταξύ της ανθρωπότητας και των πόρων του πλανήτη σοβαρά υπόψη, είναι προφανής για οποιαδήποτε αληθινή και σοβαρή πολιτική. Η φρενήρης πορεία της αυτονομημένης τεχνο-επιστήμης και η τεράστια δημογραφική έκρηξη που θα συνεχίσει να γίνεται αισθητή για τουλάχιστον μισό αιώνα μας το επιβάλλουν. Η προσπάθεια να ληφθούν αυτά υπόψη πρέπει να διαμορφωθεί μέσα σε ένα τέτοιο πολιτικό πρόταγμα, που δε θα εξαντλείται αποκλειστικά στην οικολογία αλλά θα την υπερβαίνει. Και εάν δεν υπάρξει ένα νέο κίνημα, καμία επανα-αφύπνιση του δημοκρατικού προτάγματος, η οικολογία θα μπορούσε εύκολα να ενσωματωθεί σε μια νέο-φασιστική ιδεολογία. Ενόψει μιας παγκόσμιας οικολογικής καταστροφής, παραδείγματος χάριν, κάποιος/κάποια μπορεί πολύ εύκολα να δει αυταρχικά καθεστώτα να επιβάλλουν δρακόντειους περιορισμούς σε έναν πανικόβλητο και απαθή πληθυσμό.Η παρεμβολή της οικολογικής συνιστώσας σε ένα ριζοσπαστικό δημοκρατικό πρόταγμα είναι απολύτως αναγκαία. Και είναι τόσο επιτακτική, ώστε η επαναξιολόγηση της παρούσας κοινωνίας, οι αξίες και οι προσανατολισμοί, που υπονοείται από ένα τέτοιο πρόταγμα, είναι αδιαχώριστη από την κριτική του φανταστικού «της ανάπτυξης» με το οποίο ζούμε[7].
P.E.: Είναι τα γαλλικά οικολογικά κινήματα φορείς ενός τέτοιου προτάγματος;K.K.: Πιστεύω πως μεταξύ των Πρασίνων (les Verts) όπως επίσης και μεταξύ των μελών της Generation Ecologie, η πολιτική συνιστώσα είναι ανεπαρκής[8]. Δεν ασχολούνται καθόλου με τις ανθρωπολογικές δομές της σύγχρονης κοινωνίας, με τις πολιτικές και θεσμικές δομές, με το τι σημαίνει πραγματική δημοκρατία, με τα ερωτήματα που θα προέκυπταν από την παλινόρθωση και τη λειτουργία της και πάει λέγοντας. Τα κινήματα ασχολούνται, ως επί το πλείστο, με ζητήματα που έχουν να κάνουν με το περιβάλλον και σχεδόν αδιαφορούν για τα καυτά κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα. Είναι κατανοητό το γιατί δεν επιθυμούν να χαρακτηρίζονται «ούτε δεξιοί ούτε αριστεροί». Αλλά αυτό το «ζήτημα τιμής», το να μην παίρνεις θέση για τα καυτά πολιτικά ερωτήματα της εποχής, είναι μια στάση αρκετά εκτεθειμένη σε κριτική. Τα κινήματα αυτά τείνουν έτσι να μετατραπούν σε λόμπυ. Ακόμα και όταν εκφράζουν ένα ενδιαφέρον για την πολιτική διάσταση, αυτό μου φαίνεται και πάλι ανεπαρκές. Αυτό έγινε στη Γερμανία, όπου οι Πράσινοι εφάρμοσαν έναν νόμο ανακλητότητας των εκπροσώπων τους. Η εναλλαγή και η ανακλητότητα αποτελούν κεντρικές ιδέες των πολιτικών μου συλλογισμών. Διαχωρισμένοι, όμως, από τα υπόλοιπα, δεν διατηρούν πια κανένα νόημα. Έτσι συνέβη και στη Γερμανία, όπου, αφού εισήχθησαν στο κοινοβουλευτικό σύστημα έχασαν κάθε νόημα. Ο λόγος ήταν πως ο χαρακτήρας του κοινοβουλευτικού συστήματος είναι να εκλέγει «εκπροσώπους» για πέντε χρόνια με στόχο να ξεφορτωθεί τα πολιτικά ερωτήματα, να αφήνει αυτά τα ερωτήματα στους «εκπροσώπους», έτσι ώστε να μην ασχολούμαστε με αυτά. Αυτό, όμως, είναι το αντίθετο του δημοκρατικού προτάγματος.
Π.Ε.: Αυτή η καθαρά πολιτική συνιστώσα ενός προτάγματος ριζικής αλλαγής περιλαμβάνει επίσης τις σχέσεις Βορά-Νότου;Κ.Κ.: Φυσικά, είναι ένας εφιάλτης το να βλέπεις καλοταϊσμένους ανθρώπους να κοιτάζουν τους Σομαλούς ετοιμοθάνατους απ’ την πείνα και έπειτα να γυρίζουν ξανά στον ποδοσφαιρικό τους αγώνα. Αλλά είναι επίσης, από τη ρεαλιστικότερη σκοπιά, μια τρομερά βραχυπρόθεσμη στάση. Οι άνθρωποι κλείνουν τα μάτια τους και αφήνουν αυτούς τους ανθρώπους να συνεχίζουν να λιμοκτονούν. Αλλά μακροπρόθεσμα, αυτοί δεν θα αφήσουν τους εαυτούς τους να συνεχίσουν να πεθαίνουν της πείνας. Η λαθραία μετανάστευση αυξάνεται καθώς οι δημογραφικές πιέσεις μεγαλώνουν, και αυτό που είναι σίγουρο είναι ότι δεν έχουμε δει τίποτα ακόμη. Οι Τσικάνος περνάνε τα σύνορα Μεξικού-Αμερικής ουσιαστικά χωρίς κανένα εμπόδιο, και σύντομα δεν θα είναι μόνο οι Μεξικάνοι. Σήμερα, στην περίπτωση της Ευρώπης, διέρχονται, μεταξύ άλλων περιοχών από τα στενά του Γιβραλτάρ. Και αυτοί δεν είναι Μαροκινοί: είναι άνθρωποι που έρχονται από όλες τις γωνίες της Αφρικής, ακόμη και από την Αιθιοπία ή την ακτή του Ελεφαντοστού, οι οποίοι υπομένουν αφάνταστες ταλαιπωρίες ούτως ώστε να φτάσουν στη Ταγγέρη και να καταφέρουν να πληρώσουν τους λαθρέμπορους. Όμως αύριο, δεν θα υπάρχει πλέον Γιβραλτάρ. Υπάρχουν ίσως 40,000 χιλιόμετρα Μεσογειακής ακτής, αυτό που ο Γουίνστον Τσόρτσιλ αποκάλεσε «η αχίλλειος πτέρνα της Ευρώπης». Ήδη, φυγάδες από το Ιράκ περνάνε μέσα από τη Τουρκία και λαθραία εισέρχονται στην Ελλάδα. Ύστερα, υπάρχει όλο το Ανατολικό σύνορο των Δώδεκα. Θα υψώσουν πάλι ένα νέο Τείχος του Βερολίνου 3.000 ή 4.000 χιλιόμετρα μακρύ με σκοπό να εμποδίσει τους πεινασμένους Ανατολικούς από το να εισέλθουν στο πλούσιο ήμισυ της Ευρώπης; Γνωρίζουμε ότι μια τεράστια οικονομική και κοινωνική ανισορροπία υπάρχει μεταξύ της πλούσιας Δύσης και του υπόλοιπου κόσμου. Αυτή η ανισορροπία δεν ελαττώνεται: αυξάνεται. Το μόνο πράγμα που η «πολιτισμένη» Δύση εξάγει σε αυτές τις χώρες, αντί για πολιτισμό, είναι πραξικοπηματικές τεχνικές, όπλα και τηλεοράσεις που επιδεικνύουν καταναλωτικά πρότυπα τα οποία είναι ανέφικτα γι’ αυτούς τους φτωχούς πληθυσμούς. Αυτή η ανισορροπία δεν θα κατορθώσει να συνεχιστεί, εκτός αν η Ευρώπη γίνει ένα αστυνομοκρατούμενο φρούριο.
P.Ε.: Τι γνώμη έχετε για το βιβλίο του Luc Ferry[9], το οποίο εξηγεί ότι οι Πράσινοι (les Verts) είναι οι φορείς μιας συνολικής θέασης του κόσμου η οποία αμφισβητεί τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση;Κ.Κ.: Το βιβλίο του Luc Ferry διαλέγει τον λάθος εχθρό και εν τέλει γίνεται μια πράξη αντιπερισπασμού. Τη στιγμή που το σπίτι έχει πιάσει φωτιά, όταν ο πλανήτης κινδυνεύει, ο Ferry τα βάζει με τον εύκολο στόχο: κάποιους περιθωριακούς ιδεολόγους οι οποίοι δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικοί αλλά ούτε και αληθινή απειλή και δε λέει ούτε μία λέξη, ή μετά βίας μία, γύρω από τα αληθινά προβλήματα. Την ίδια στιγμή, αντιπαρατίθεται σε μια «νατουραλιστική» ιδεολογία, μια εντελώς επιφανειακά «ουμανιστική» ή «ανθρωποκεντρική» ιδεολογία. Ο άνθρωπος είναι ριζωμένος σε κάτι άλλο έξω από τον εαυτό του, το γεγονός ότι δεν είναι ένα «φυσικό» ον δε σημαίνει ότι αιωρείται στο κενό. Είναι ανώφελο το να επανερχόμαστε, συνέχεια, στο πεπερασμένο του ανθρωπίνου όντος όταν μιλάμε για τη φιλοσοφία της γνώσης και να ξεχνάμε αυτό το περιορισμένο όταν μιλάμε για την πρακτική φιλοσοφία.
P.Ε.: Υπάρχει φιλόσοφος, θεμελιωτής της οικολογίας;Κ.Κ.: Δεν βλέπω κανένα φιλόσοφο που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο θεμελιωτής της οικολογίας. Σίγουρα υπάρχει, μεταξύ των Άγγλων, Γερμανών και Γάλλων Ρομαντικών, μία «Αγάπη της φύσης». Αλλά η οικολογία δεν είναι «η αγάπη της φύσης». Είναι η αναγκαιότητα του αυτό-περιορισμού (δηλαδή, η αληθινή ελευθερία ) του ανθρωπίνου είδους σε σχέση με τον πλανήτη πάνω στον οποίο, από τύχη, υπάρχει και τον οποίο έχει βαλθεί να καταστρέψει. Από την άλλη πλευρά, σίγουρα κάποιος μπορεί να βρει σε διάφορες φιλοσοφίες αυτή την υπεροψία, αυτή την ύβρη, όπως έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, την υπερβολική οίηση ή την προπετή υπερβολή, οι οποίες ενθρονίζουν τον άνθρωπο στη θέση του «άρχοντα και κυρίου της φύσης» — ένας ισχυρισμός που είναι στην πραγματικότητα εντελώς γελοίος. Δεν είμαστε καν άρχοντες αυτού που εμείς θα κάνουμε, ξεχωριστά, αύριο ή σε μερικές βδομάδες. Όμως, η Ύβρις πάντα προκαλεί τη Νέμεση, την τιμωρία, και αυτό είναι που διακινδυνεύουμε να συμβεί σε εμάς.
P.E.: Θα ήταν ωφέλιμη μια επανεμφάνιση της αίσθησης του μέτρου και της αρμονίας της αρχαίας φιλοσοφίας;Κ.Κ.: Μια επανεμφάνιση της φιλοσοφίας στο σύνολό της θα ήταν ωφέλιμη, λόγω του ότι διανύουμε μια από τις λιγότερο φιλοσοφικές περιόδους, για να μη πούμε αντιφιλοσοφικές περιόδους, στην ιστορία της ανθρωπότητας. Η αρχαία Ελληνική συμπεριφορά, εν τούτοις, δεν ήταν μια συμπεριφορά βασισμένη στο μέτρο και την αρμονία. Ξεκινάει από την αναγνώριση των αόρατων ορίων της δράσης μας, από την ουσιαστική θνητότητά μας και από την ανάγκη για αυτό-περιορισμό.
P.E.: Θα μπορούσε κάποιος να θεωρήσει την ανύψωση του ενδιαφέροντος για το περιβάλλον σαν ένα χαρακτηριστικό της επιστροφής του «θρησκευτικού», κάτω από τη μορφή μίας πίστης στη φύση;Κ.Κ.: Πρώτα απ’ όλα, δε νομίζω ότι, παρά τα όσα λέει ο κόσμος, ότι θα υπάρξει μια επιστροφή του θρησκευτικού στις Δυτικές χώρες. Ακολούθως, η οικολογία, ορθώς θεωρούμενη (και απ’ αυτή την άποψη, αυτό είναι η γενική περίπτωση), δεν κάνει τη φύση θεότητα και ούτε και τον άνθρωπο βέβαια. Η μόνη σχέση που μπορώ να δω είναι πολύ έμμεση. Έχει να κάνει με το τι διέπραξε η θρησκεία για να κρατάει στο χέρι σχεδόν όλες τις κοινωνίες. Ζούμε στην πρώτη κοινωνία, από καταβολής της ιστορίας της ανθρωπότητας, όπου η θρησκεία δεν καταλαμβάνει το κέντρο της κοινωνικής ζωής. Γιατί αυτή η τεράστια θέση της θρησκείας μέχρι πρότινος; Επειδή υπενθύμιζε στον άνθρωπο ότι δεν είναι ο άρχοντας του κόσμου, ότι υπήρχε κάτι άλλο εκτός από αυτόν, το οποίο το «προσωποποιούσε» με τον έναν ή τον άλλον τρόπο: το ονόμαζε ταμπού, τοτέμ, θεούς του Ολύμπου — ή Μ ο ί ρ α — Ιεχωβά κτλ. Η θρησκεία παρουσίαζε την Άβυσσο και την ίδια στιγμή την κάλυπτε δίνοντας της ένα πρόσωπο: είναι ο Θεός, ο Θεός είναι αγάπη κτλ. Και αυτή με αυτό τον τρόπο ακόμη έδινε νόημα στη ζωή και στο θάνατο του ανθρώπου. Βέβαια, πρόβαλε πάνω στις θεϊκές δυνάμεις ή πάνω στο μονοθεϊστικό Θεό κάποιες ουσιαστικές ανθρωπομορφικές και ανθρωποκεντρικές ιδιότητες και έτσι ακριβώς έδινε νόημα στο υπάρχον. Η Άβυσσος έγινε, κατά κάποιο τρόπο, οικεία και ομοιογενής με εμάς. Συγχρόνως, όμως, υπενθύμιζε στον άνθρωπο τον περιορισμό του: του υπενθύμιζε ότι το Ον είναι ανεξερεύνητο και αδάμαστο. Τώρα, μια οικολογία ενσωματωμένη σε ένα πολιτικό πρόταγμα της αυτονομίας πρέπει να υποδεικνύει αυτόν τον περιορισμό του ανθρώπου όπως επίσης και να του υπενθυμίζει ότι το Ον δεν έχει νόημα, ότι είμαστε εμείς αυτοί οι οποίοι δημιουργούμε το νόημα ιδίω κινδύνω (και με τη μορφή των διάφορων θρησκειών…)[10]. Υπάρχει συνεπώς, υπό μία έννοια, εγγύτητα, αλλά υπό μια άλλη έννοια, αμείωτη αντίθεση.
P.E.: Συνεπώς, περισσότερο από την άμυνα της φύσης επιθυμείτε την υπεράσπιση του ανθρώπου;Κ.Κ.: Η υπεράσπιση του ανθρώπου εναντίον του εαυτού του, αυτό είναι το ζήτημα. Ο κυριότερος κίνδυνος για τον άνθρωπο είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Καμιά φυσική καταστροφή δεν είναι ισάξια με τις καταστροφές, τις σφαγές, τα ολοκαυτώματα που δημιουργήθηκαν από τον άνθρωπο ενάντια στον άνθρωπο. Σήμερα, ο άνθρωπος είναι ακόμη ή περισσότερο από ποτέ εχθρός του ανθρώπου, όχι μόνο επειδή συνεχίζει πιο πολύ από ποτέ να παραδίδεται σε μια σφαγή των ομοίων του, αλλά ακόμη επειδή πριονίζει το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεται: το περιβάλλον. Την επίγνωση αυτού του γεγονότος θα έπρεπε κάποιος πρέπει να προσπαθήσει να αφυπνίσει ξανά σε μια εποχή όπου η θρησκεία, για πολύ καλούς λόγους, δεν μπορεί να παίξει πλέον αυτό το ρόλο. Πρέπει να υπενθυμίσουμε στους ανθρώπους τα όρια τους, όχι μόνο τα ατομικά αλλά και τα κοινωνικά. Δεν είναι μόνο ότι ο καθένας μας υπόκειται στο φυσικό νόμο και ότι μια μέρα θα πεθάνει. Είναι ότι όλοι εμείς μαζί δεν μπορούμε να κάνουμε ακριβώς τίποτα: οφείλουμε να αυτό-περιοριζόμαστε. Η Αυτονομία — η αληθινή ελευθερία — είναι ο αυτό-περιορισμός που είναι αναγκαίος όχι μόνο στους κανόνες της ενδοκοινωνικής συμπεριφοράς αλλά επίσης και στους κανόνες που υιοθετούμε στη συμπεριφορά μας προς το περιβάλλον.
P.E.: Αισιοδοξείτε γύρω από αυτή την αφύπνιση της επίγνωσης των ανθρώπινων ορίων;Κ.Κ.: Υπάρχει, στους ανθρώπους, μια δημιουργική δύναμη, μια δυνατότητα να μεταβάλλουν αυτό που είναι, η οποία εκ φύσεως και εξ’ ορισμού είναι απροσδιόριστη και απρόβλεπτη. Αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι καθαυτό θετικό ή αρνητικό και το να μιλάμε για αισιοδοξία ή απαισιοδοξία σε αυτό το επίπεδο είναι απλώς επιπόλαιο. Ο άνθρωπος, ως δημιουργός δύναμη, είναι «άνθρωπος» όταν χτίζει τον Παρθενώνα ή τον καθεδρικό ναό της Παναγίας των Παρισίων, όπως επίσης και όταν στήνει το Άουσβιτς ή το Γκούλαγκ. Η συζήτηση γύρω από την αξία αυτών που δημιουργεί ξεκινάει ύστερα (και είναι προφανώς η πιο σημαντική). Σήμερα, υπάρχει αυτό το αγωνιώδες ερώτημα σχετικά με το ότι η σημερινή κοινωνία ολισθαίνει σε ένα όλο και πιο κενό είδος επανάληψης. Κατόπιν, αν υποθέσουμε ότι αυτή η επανάληψη μπορεί να δώσει μια κατεύθυνση αναγέννησης της ιστορικής δημιουργίας, η διερώτηση θα αναφέρεται στη φύση και την αξία αυτής της δημιουργίας. Δε μπορούμε ούτε να αγνοήσουμε και να αποσιωπήσουμε αυτά τα ερωτήματα ούτε και να απαντήσουμε εκ των προτέρων σε αυτά. Αυτό είναι η ιστορία.
--------------------------------------------------------------------------------
[1] Εκδόθηκε για πρώτη φορά στο La Planete Verte (Paris: Bureau des eleves des sciences politiques, 1993), σελ 21-25. Η συνέντευξη δόθηκε στον Pascale Egre. [Μια πρώτη μετάφραση, αμφιβόλου ποιότητας, εμφανίστηκε με τον τίτλο «World Imbalance and the Revolutionary Force of Ecology» στο περιοδικό Society and Nature, 5 (Ιανουάριος 1994): 81-90. Μεταφράζοντας ξανά αυτό το άρθρο, χρησιμοποιήσαμε ένα φωτοαντίγραφο του Καστοριάδη όπου ο ίδιος είχε διορθώσει με το χέρι το κείμενο της συνέντευξης. —T/E]
[2] Είναι περίεργο το να βρίσκεις τον όρο «τεχνοκρατία» να χρησιμοποιείται εδώ, δεδομένης της πολλαπλής άρνησης του Καστοριάδη – που ξεκινά τουλάχιστον από το 1957 – στο ότι μπορεί να είναι δυνατή μια τεχνοκρατία (πχ η εξουσίαση από τους τεχνικούς). Έλεγε συγκεκριμένα στο δεύτερο μέρος από το «Περιεχόμενο του Σοσιαλισμού»: «Ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι γραφειοκρατικός καπιταλισμός. Δεν είναι — και δεν μπορεί να γίνει — ένας τεχνοκρατικός καπιταλισμός. Η ιδέα της τεχνοκρατίας αποτελεί μια κενή γενίκευση των επιφανειακών κοινωνιολόγων, ή ένα όνειρο ζωής των ίδιων των τεχνικών που έρχονται αντιμέτωποι με τη δική τους ανικανότητα και με τον παραλογισμό του παρόντος συστήματος». (PSW 2, σελ. 111-12; CR, σελ. 67 ή «Το περιεχόμενο του σοσιαλισμού», σελ. 50). Είναι ασαφές, ωστόσο, το αν η χρήση της λέξης αποτελεί μια παραδρομή της γλώσσας από την πλευρά του ομιλητή ή μια λάθος μεταβίβαση της συνέντευξης σε χαρτί [πχ τεχνοεπιστήμης (βλέπε παρακάτω), τεχνοκρατία] από την πλευρά του εκδότη. Η λέξη «τεχνοκρατία» γίνεται ακόμη πιο προβληματική όταν διαβάζουμε, παρακάτω, «ότι οι επιστήμονες ποτέ δεν είχαν και ποτέ δε θα έχουν τίποτα να πουν σε σχέση με τη χρήση της [τεχνο-επιστήμης] ή ακόμη και τον καπιταλιστικό της προσανατολισμό» —T/E. Να σημειώσουμε κι εμείς συμπληρωματικά ότι στη μετάφραση του κειμένου στο Κοινωνία και Φύση στο συγκεκριμένο σημείο υπάρχει η λέξη «τεχνολογία» και όχι «τεχνοκρατία».
[3] Προτάσσοντας μια «επιστημονική οικολογία», που θα αντιτίθεται στις «παράλογες προκαταλήψεις», η Έκκληση της Χαϊλδεβέργης «δημοσιεύτηκε το 1992 στη Διάσκεψη για τη Γη στο Ρίο ντε Τζανέϊρο. Με το τέλος της διάσκεψης του 1992, 425 επιστήμονες και άλλοι πνευματικοί ηγέτες υπέγραψαν την Έκκληση. . . . Σήμερα, περισσότεροι από 4,000 από 106 χώρες έχουν υπογράψει, συμπεριλαμβανόμενων των 72 κατόχων του βραβείου Νόμπελ» σύμφωνα με το Scientific and Environmental Policy Project http://www.sepp.org/heidelberg_appeal.html. —T/E
[4] Ο Καστοριάδης παραθέτει τον E. O. Wilson σε μεγάλη συχνότητα στο κείμενό του «Dead End? » (1988), στη σελίδα 254 του PPA. —T/E
[5] Βλέπε στο "On the Content of Socialism II" στο PSW 2, την αποσπασματική του μορφή στο CR. T/E
[6] Rachel Carson, «Silent Spring» (Βοστόνη: Houghton Mifflin, 1962). —T/E
[7] Βλέπε το «Σκέψεις πάνω στην Ανάπτυξη και την Ορθολογικότητα» (1977), στα αγγλικά στο PPA. —T/E. Στα ελληνικά το κείμενο βρίσκεται στους «Χώρους του Ανθρώπου».
[8] Οι Les Verts (Οι Πράσινοι) ιδρύθηκαν το 1984 από τον Antoine Waechter ως οι διάδοχοι διάφορων πολιτικών-οικολογικών σχηματισμών που υπήρχαν πριν τη γαλλική υποψηφιότητα του Rene Dumont το 1974 για την προεδρεία. Η Generation Ecologie αποτελεί το πολιτικό σκέλος, που ιδρύθηκε το 1990, του Brice Lalonde, έναν από τους ηγέτες των φοιτητών στη Σορβόνη κατά το Μάη του 68’, δημιουργού το 1971 των Les Amis de la Terre (Φίλων της Γης). Αυτός ήταν και ο υπεύθυνος της προεδρικής καμπάνιας του Dumont το 1974, ο οποίος επίσης έθεσε υποψηφιότητα για τη γαλλική προεδρεία του 1981 με ένα οικολογικό ψηφοδέλτιο και έπειτα διετέλεσε και Υπουργός Περιβάλλοντος του 1988 υπό την προεδρεία του Γάλλου Σοσιαλιστή Φρανσουά Μιτεράν. Το 1992, ένα χρόνο προτού διεξαχθεί η παρούσα συνέντευξη, η Generation Ecologie εξέλεξε 108 υποψηφίους στις δημοτικές εκλογές ενώ και οι αντίπαλοι Verts πέτυχαν τις δικές τους νίκες. Οι συζητήσεις για μια συγχώνευση των δύο ομάδων βούλιαξαν και τελικά η ομάδα του Lalonde υποστήριξε το νέο-γκωλιστή υποψήφιο για προεδρία, και εν τέλει πρόεδρο, Ζακ Σιράκ τόσο στις εκλογές του 1995 όσο και του 2002. Καθώς απομακρύνθηκαν από τη στάση του Waechter περί του «Ούτε με τη Δεξιά, Ούτε με την Αριστερά» (δες την επόμενη παράγραφο της παρούσας συνέντευξης), οι Πράσινοι (les Verts) συμμετείχαν στην «πλουραλιστική Αριστερή» κυβέρνηση του σοσιαλιστή πρωθυπουργού Λιονέλ Ζοσπέν μετά την απόφαση του Σιράκ το 97’ να προκηρύξει βιαστικά εκλογές που είχαν ως αποτέλεσμα το να χάσει τη νομοθετική του πλειοψηφία. Ο Waechter πλέον ηγείται ενός πολιτικού-οικολογικού κόμματος, του Mouvement ecologiste independant, αυτό-χαρακτηριζόμενο ως «100% οικολογικό». Οι πιο πρόσφατες αναφορές δείχνουν σημάδια μιας πιθανής επαναπροσέγγισης με τους Πράσινους (Les Verts). Ας σημειωθεί ότι αυτά δεν ήταν τα μοναδικά οικολογικά-πολιτικά κόμματα που ζητούσαν ψήφο στις γαλλικές εκλογές. Οκτώ πολιτικές-οικολογικές ομάδες και πολλοί άλλοι σχηματισμοί βρίσκονταν μέσα στο μεγάλο αριθμό των πολιτικών οργανώσεων που, όλες μαζί, ηγήθηκαν οι 8,000 υποψήφιοι στις εκλογές του 2002 για 555 θέσεις στην Εθνική Συνέλευση. Σε μια συνεχιζόμενη εκλογική συμμαχία με τους ηττημένους Σοσιαλιστές, οι Πράσινοι ήταν ικανοί να διατηρήσουν μόνο τρεις θέσεις εκείνη τη χρονιά. —T/E
[9] Luc Ferry, The New Ecological Order (1992), μτφ. Carol Volk (Σικάγο: University of Chicago Press, 1995). —T/E
[10] Πάνω σε αυτά τα θέματα, βλέπε "Η θέσμιση της Κοινωνίας και της θρησκείας" (1982), τώρα στο Θρυμματισμένο Κόσμο (World in Fragments). —T/E
(πηγή: ηλεκτρ. περιοδικό "Terminal 119")