30/1/09

Δημήτρης Γληνός.

Σμύρνη 1882 - Αθήνα 1943.
Ο ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΣ. 
Ο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ.
«Αν ισχύει η ρήση πως οι νεκροί βαραίνουν στα μυαλά των ζωντανών και η παράδοση αποτελεί και βαρίδι στην πρόοδο, τότε η περίπτωση του Γληνού θα πρέπει να αποτελεί εξαίρεση. Γιατί ο πνευματικός ηγέτης και αγωνιστής δάσκαλος, ο οποίος ξεκίνησε από τον αστικό ουμανισμό για να συναντηθεί με τον κομμουνισμό, ασυμβίβαστος, καινοτόμος, συγκροτημένος, δίκαια πρέπει να θεωρηθεί μεταξύ των πρώτων στο πνευματικό στερέωμα του 20ου αιώνα. Ίσως ο μέγιστος αριστερός διανοητής στον παιδαγωγικό χώρο»
«Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης», τεύχος 60/61, αφιέρωμα στο Δημήτρη Γληνό. 
Τα πρώτα χρόνια.
Ο Δημήτρης Γληνός γεννήθηκε στη Σμύρνη στις 22 Αυγούστου του 1882 (παλαιό ημερολόγιο). Ήταν ο πρωτότοκος από τα δώδεκα παιδιά της οικογένειας του. Ο πατέρας του ήταν έμπορος κρασιών και κατάγονταν από την Aνδρο. Εκτός από το εμπόριο κρασιών, ο πατέρας του διατηρούσε και μια μικρή ταβέρνα, στην οποία ο Δημήτρης εργαζόταν προκειμένου να βοηθήσει την οικογένεια του. Οι οικονομικοί πόροι της οικογένειας του ήταν περιορισμένοι. Όμως, ο Γληνός είχε την τύχη να τον συμπαθήσει ο γιατρός Δημήτριος Χρόνης και να τον βοηθήσει οικονομικά ώστε να εγγραφεί στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης. 
Φοιτητής στην Αθήνα.
Το 1899, αριστούχος της Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης ήρθε στην Αθήνα «κουβαλώντας» τη «Μεγάλη Ιδέα», την καθαρεύουσα και τον ιδεαλισμό για να σπουδάσει Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η πολιτική ατμόσφαιρα της εποχής είχε κυριαρχηθεί από την ήττα του 1897. Στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών κυριαρχούσαν οι οπαδοί της αρχαΐζουσας (Μιστριώτης, Κόντος). Ο Γληνός νοίκιασε ένα σπίτι στην οδό Μασσαλίας 18 και έπιασε φιλία με τον Κ. Γούναρη, δημοτικιστή και ποιητή, τεταρτοετή φοιτητή της φιλολογίας που σκοτώθηκε στους Βαλκανικούς πολέμους. Η επίδραση του Μιστριώτη επηρέασε αρχικά το Γληνό. Συμμετείχε στα «Ευαγγελικά» το 1901 εναντίον των δημοτικιστών. Αργότερα ο ίδιος θα γράψει: «όλη μου η ζωή είναι μια πορεία προς τα αριστερά. Από το Μιστριώτη στο Λένιν». Την ίδια περίοδο γράφει το πρώτο του άρθρο για τις ξένες λέξεις στην ελληνική γλώσσα στο περιοδικό του Γεράσιμου Βώκου «Το Περιοδικό μας». Αργότερα, στο ίδιο περιοδικό δημοσιεύει μια επιστολή με τίτλο «Ένας εθνικός». Στο πανεπιστήμιο γνωρίζει τους Αλέξανδρο Δελμούζο, Μανώλη Τριανταφυλλίδη και Π. Ταγκόπουλο και γίνεται δημοτικιστής. Να πώς παρουσιάζει ο ίδιος γλαφυρά την περίοδο των φοιτητικών του χρόνων, τις ανησυχίες και τα όνειρά του: «Σπούδασα φιλολογία γεμάτος από θολά και αόριστα όνειρα, από ορμές για δράση πνευματική, πότε νοιώθοντας να φουσκώνουνε τα στήθια μου από ποιητική διάθεση και πότε νοιώθοντας το νου μου να λαχταράει, για την κατάκτηση της αλήθειας... Έτρεχα σαν ένα νέο αλογάκι μέσα σ ένα λιβάδι, πότε ανεβαίνοντας τις ηλιόλουστες βουνοπλαγές της τέχνης, πότε χοροπηδώντας στον κάμπο τον οργωμένο της επιστήμης...». Και προσθέτει για τη μετέπειτα πορεία του: «Με κόπο και αγωνία άνοιξα το δρόμο, ένα μονοπάτι για την αλήθεια, για το φως. Έγινα στα δεκαοχτώ μου χρόνια δημοτικιστής, στα εικοσιπέντε μου χρόνια φωτίστηκα για το κοινωνικό ζήτημα, χρειάστηκε είκοσι χρόνια αγώνα για να μπορέσω να πω την αλήθεια που είχα μέσα μου...». Κι ο Βάρναλης θυμάται: «Τα πρώτα χρόνια της φοιτητικής μου ζωής μικρός, ξένος, ασήμαντος, χωρίς φίκους μέσα στη Φιλοσοφική Σχολή, στεκόμουνα πάντα απόμερα και κοίταζα τους άλλους. Οι περισσότεροι είχαν έναν αέρα αντιπαθητικό. Πολύ ολίγες φάτσες μου φαινόντανε συμπαθητικές και τους πρόσεχα στις παραδόσεις χωρίς να τους γνωρίζω. Όλοι τους ήταν ή τριτοετείς ή τελειόφοιτοι. Τους πρόσεχα και τους θαύμαζα, γιατί είχα μάθει πως είναι ποιητές - και φυσικά δημοτικιστές. Ο Γληνός με τα μεγάλα του φλογερά μάτια και με μια χτυπητήν επίδειξη αντιρομαντισμού. Ο Δελμούζος με τα ωραία ποιητικά του μαλλιά, το εμπνευσμένο ύφος και το σταθερό του περπάτημα με βήματα απλωτά προς «ό,τι υψηλόν». Ο Τριανταφυλλίδης με τη νευρική του φινέτσα, τη μελετηρότητά του και την κοριτσίστικη σεμνότητά του. κι απάνω απ’ όλους ο μέγας φασαρίας της σχολής, ο λιγότερο όμορφος απ’ όλους τους νέους της... Ανατολής, φωνακλάς, πανταχού παρών, γενικός φίλος ολωνώνε, καθηγητών και φοιτητών, φημισμένος από τότες ιστοριοδίφης, συνεργάτης του «Νουμά» κι αγαπημένος του Ψυχάρη, σπιρτόζος ανεκδοτολόγος, πειραχτήριο και πάντα καλή καρδιά – ο Νίκος Βέης. Oλοι αναγνωρίζανε την αξία του και τον εχτιμούσανε.» 
Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α. 
Η επαφή με το δημοτικισμό και οι πρώτες μάχες για τη δημοτική γλώσσα.
Οι φιλικές συναναστροφές οδηγούν το Γληνό στο δημοτικισμό. Ο Κ. Γούναρης τον συστήνει στην ομάδα «Εστία» του περιοδικού «Νουμάς» που το έβγαζε ο πρωτοπόρος δημοτικιστής Δ. Ταγκόπουλος. Την περίοδο αυτή μεγάλοι λογοτέχνες όπως ο Χατζόπουλος, ο Καμπύσης, ο Καρκαβίτσας, ο Νιρβάνας, ο Ξενόπουλος, ο Βλαχογιάννης, ο Γρυπάρης, ο Μαλακάσης, ο Μελάς, ο Παπαντωνίου, ο Βάρναλης, ο Σκίπης, ο Σουρής και πολλοί άλλοι, επηρεασμένοι από το κήρυγμα του Ψυχάρη, γράφουν και προπαγανδίζουν τη δημοτική. Περιοδικά όπως η «Τέχνη» του Κώστα Χατζόπουλου, το «Περιοδικό μας» του Βώκου, η «Κριτική» των Αξιώτη και Λαμπελέτ, τα «Προπύλαια» του Βλαχογιάννη και ο «Νουμάς» του Ταγκόπουλου, εκδίδονται στη δημοτική. Είναι η φάση όπου ο δημοτικισμός μετασχηματίζεται σταδιακά από κίνημα λογοτεχνικό σε εκπαιδευτικό. Ο Γληνός το 1903 δημοσιεύει στον Νουμά του Ταγκόπουλου τρία μεταφρασμένα κείμενα του Héredia με το ψευδώνυμο Δ. Μήτσος. Οικονομικές δυσκολίες αναγκάζουν το Γληνό στη διάρκεια των σπουδών του να εργασθεί ως δάσκαλος στη Λήμνο (1903-1904) και στον Κασαμπά (1905). Το 1904 γίνεται μέλος του συλλόγου των δημοτικιστών «Η Εθνική μας γλώσσα». Το 1905 παίρνει το πτυχίο του με άριστα. Στα 1905 ανέλαβε τη διεύθυνση της Αναξαγορείου Σχολής στα Βουρλά της Σμύρνης. Στα 1906-7 δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα, μεταφράσεις και φιλολογικά άρθρα, με το όνομα Μήτρος Γληνός. Το 1906, ο Ν. Τσουρουκτσόγλου εκδίδει στη Σμύρνη την εφημερίδα «Ημερησία Σμύρνης» και με επιστολή του στην καθαρεύουσα προσκαλεί το Γληνό να γίνει συνεργάτης της. Ο Γληνός απαντά θετικά στην πρόσκληση της εφημερίδας με επιστολή γραμμένη στη δημοτική. Η εφημερίδα δημοσιεύει την επιστολή και οι διευθυντές των τριών σχολών της Σμύρνης ζητούν εγγράφως από το συμβούλιο της Αναξαγόρειου Σχολής την απόλυση του. Ο Γληνός παραιτείται και προσλαμβάνεται στο νεοσύστατο Ελληνογερμανικό Λύκειο όπου δίδαξε ως το 1908. Εκεί είχε μαθητή τον Γ. Κορδάτο, ο οποίος μας χαρίζει πολύτιμες βιογραφικές σελίδες για το Δημήτρη Γληνό: «Ο κ. Διευθυντής είχε δίκαιο. Ο Γληνός ήταν κάτι παραπάνω από γόης στη διδασκαλία του. Δε θυμάμαι κανέναν άλλο καθηγητή να μου κάνει τέτοια εντύπωση. Κρεμνιούμαστε όλοι μας απ το στόμα του και δεν καταλαβαίναμε πώς περνούσε η ώρα ή πιο σωστά, θα θέλαμε η μια ώρα του μαθήματος να γίνει δύο και τρεις. Όχι μόνο δεν κούραζε αλλά και έκανε τη γραμματική και το συνταχτικό ευχάριστο μάθημα, ήταν παιχνίδε όπως τα δίδασκε. Έπειτα και στο μάθημα των εκθέσεων πρόσεχε πολύ. Μας έβαλε να διαβάζουμε νεοελληνικά κείμενα και χωρίς να φαίνεται πως είναι δημοτικιστής -τον καιρό εκείνο στη Σμύρνη οι καθηγητές δημοτικιστές παύονταν από τα Ελληνικά Σχολεία- μας προπαγάνδιζε το δημοτικισμό. Μιλούσε πολλές φορές για το Πανεπιστήμιο της Αθήνας, για το Χατζιδάκι, Κόντο, για τον Ψυχάρη και άλλες μορφές της τέχνης και ελληνικής λογοτεχνίας. Όταν μάλιστα μαθεύτηκε στις αρχές του 1907 ο θάνατος του Δημητρίου Βερναρδάκη, η Ευαγγελική Σχολής της Σμύρνης θέλησε να τιμήσει τη μνήμη όχι μόνο του ποιητή της «Φαύστας», αλλά και του έξοχου ελληνιστή και φιλολόγου. Ωστόσο κανένας απ τους καθηγητές της δεν ήθελαν να μιλήσουν στο φιλολογικό μνημόσυνο που θα γινόταν. Ήταν όλοι φανατικοί καθαρευουσιάνοι και οπαδοί του Κόντου που υπήρξεν άσπονδος εχθρός και διώκτης του μυτιληναίου σοφού. Τότε ο Γληνός, αν και δεν ήταν καθηγητής της Ευαγγελικής Σχολής, μέσον του διευθυντή της «Αρμονίας», τα κατάφερε να του δοθεί η εντολή να μιλήσει αυτός. Ηταν η πρώτη φορά που θα έκανε δημόσια εμφάνιση και μάλιστα εμφάνιση μέσα στη μεγάλη αίθουσα της Ευαγγελικής Σχολής όπου θα πήγαινε να τον ακούσει ό,τι εκλεχτό είχε η Σμύρνη.Η αίθουσα ήταν γιομάτη, πατείς με πατώ σε. Φυσικά δεν έλειπεν η τάξη μας. μόνο δυο τρία πλουσιόπαιδα δεν ήρθαν. Αυτά προτίμησαν να περάσουν την ώρα τους στα ζαχαροπλαστεία της προκυμαίας. Ηταν οι πιο σκάρτοι της τάξης. Οι άλλοι πήγαμε και χειροκροτήσαμε το δάσκαλό μας με συγκίνηση και μ όλη την καρδιά μας. Η ομιλία του ήταν μυσταγωγία και κεραυνός μαζί.» Την ίδια χρονιά ιδρύεται στη Σμύρνη «Σύνδεσμος των Λειτουργών της Εκπαιδεύσεως» και ο Γληνός αναλαμβάνει την προεδρία του. 
Οι σπουδές στη Γερμανία και η επαφή με το μαρξισμό. 
Το 1908, παντρεύεται την Αννα Χρόνη, κόρη του εύπορου γιατρού που τον είχε βοηθήσει οικονομικά στις σπουδές του. Τον Αύγουστο του 1909 αναχωρεί μαζί με τη σύζυγο του για την Ιένα της Γερμανίας όπου παρακολούθησε μαθήματα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής. Εκεί γνωρίζει το Γ. Σκληρό συγγραφέα του βιβλίου «Το Κοινωνικό μας Ζήτημα» και συμμετέχει στην «Εταιρεία των φίλων», ένα κύκλο πολιτικών συζητήσεων μαζί με άλλους προοδευτικούς έλληνες φοιτητές. Εκεί ο Γληνός στρέφεται προς τη μελέτη του μαρξισμού και γράφει, με το ψευδώνυμο Λ. Καλλέργης, μια εργασία με τίτλο «Η νεοτουρκική επανάσταση», την οποία δημοσίευσε στο περιοδικό «Ελληνισμός» του Νεοκλή Καζάζη. Στη μελέτη αυτή ο Γληνός προσπαθεί να αναλύσει την τρέχουσα πολιτική κατάσταση στις χώρες της Βαλκανικής χερσονήσου με τη μέθοδο του ιστορικού υλισμού. Στην ανάλυση του προβλέπει τους Βαλκανικούς πολέμους, τη σύγκρουση Ελλάδας - Τουρκίας και τη συμμαχία Ελλάδας - Σερβίας - Βουλγαρίας. Ο Γληνός από την Ιένα μεταβαίνει στη Λειψία με σκοπό να εκπονήσει μια διδακτορική διατριβή με τον Wundt με θέμα: «Τα αισθήματα της ακοής και η ένταση της προσοχής». Ομως, το 1911 οι οικονομικές ανάγκες τον υποχρέωσαν να διακόψει τις σπουδές του και να επιστρέψει στην Αθήνα. 
Η αξιοποίηση του Γληνού από τις κυβερνήσεις Ε. Βενιζέλου (απόπειρες μεταρρύθμισης 1913 και 1917).
Στην Ελλάδα, την περίοδο αυτή γίνονται σημαντικές πολιτικές εξελίξεις. Το 1908 ιδρύεται στην Αθήνα η Κοινωνιολογική Εταιρεία με αρχηγό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Μέλη της είναι διανοούμενοι που είχαν σπουδάσει στη Γερμανία και αποφάσισαν να πολιτευθούν. Το 1909, ο Δρακούλης ιδρύει το Ελληνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (Ε.Σ.Κ.). Ο Γιαννιός, δάσκαλος της γαλλικής γλώσσας που είχε ζήσει χρόνια κοντά στον Ψυχάρη, ιδρύει το Σοσιαλιστικό Κέντρο Αθήνας (Σ.Κ.Α.). Το 1911 ιδρύεται το Εργατικό Κέντρο Αθήνας. Οι σοσιαλιστικές ιδέες αρχίζουν να διαδίδονται στην ελληνική κοινωνία και να μορφοποιούνται πολιτικά. Ο Ε. Βενιζέλος είχε καταλάβει την εξουσία και προσπαθούσε να συγκροτήσει ένα επιτελείο από προοδευτικούς διανοούμενους που θα στήριζαν τις προσπάθειες του για αστικό εκσυγχρονισμό. Το 1910 είχε ιδρυθεί ο Εκπαιδευτικός Όμιλος με βασικό αίτημα την εισαγωγή της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση. Το κλίμα είναι ευνοϊκό για το Γληνό, ο οποίος με την επιστροφή του στην Ελλάδα αρχίζει να αρθρογραφεί στο Δελτίο του Ομίλου. Το 1911 η καθαρεύουσα κατοχυρώνεται συνταγματικά. Με το άρθρο 107 του Συντάγματος, επίσημη γλώσσα του κράτους προκρίνεται εκείνη που συντάσσονται «το πολίτευμα και τα κείμενα της ελληνικής νομοθεσίας», δηλαδή, η καθαρεύουσα. Αυτός ο συμβιβασμός του Βενιζέλου θα κάνει ακόμη πιο δύσκολο τον αγώνα των δημοτικιστών, οι οποίοι στηρίζουν την κυβέρνηση του. Το 1912, ο υπουργός παιδείας Ι. Τσιριμώκος ζητά από το Γληνό να του εκθέσει τις απόψεις του για το εκπαιδευτικό σύστημα. Ο Τσιριμώκος διορίζει το Γληνό Διευθυντή στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Σ αυτό μετεκπαιδεύονταν οι δάσκαλοι και οι καθηγητές στα νέα παιδαγωγικά συστήματα. Ο Γληνός δημιουργεί δύο παιδαγωγικά φροντιστήρια στα οποία προσπαθεί να διδάξει νέες μεθόδους διδασκαλίας, που χρησιμοποιούνται από το κίνημα της προοδευτικής αγωγής και το Σχολείο Εργασίας. Ο Κ. Βάρναλης ως μαθητής του μας δίνει την καταλυτική πνευματική φυσιογνωμία του: «Αξέχαστα χρόνια! Η πλειότητα των μετεκπαιδευμένων είμαστε νέοι, ζωηροί, γεμάτοι, πιστοί στο δημοτικισμό, στην ελευθερία του πνεύματος, στην πρόοδο του έθνους. Αυτόν τον αέρα της δημιουργικής πίστης και της γόνιμης δράσης μάς τον εμφυσούσε ο Γληνός. Μόνη η αυτοκυριαρχημένη παρουσία του, η γαλήνη του, ασκούσανε μιαν ακαταμάχητη γοητεία σ όλους... Γιατί ο Γληνός δεν ήτανε μονάχα υπέροχος δάσκαλος και δημιουργός, ήίτανε και άφθαστος ομιλητής... Ο Γληνός είχε καθαρές ιδέες κι ήξερε να τις αναπτύσσει παστρικά και με τέχνη. Ο λόγος του γοήτευε με την αντικειμενικότητα των αληθειών του, με τη μαστοριά του ύφους του και με τη θέρμη της πίστης του...». Παράλληλα, ο Γληνός περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα κάνοντας επιθεωρήσεις στα σχολεία και καταγράφοντας τις αδυναμίες του εκπαιδευτικού συστήματος. Το 1913, ύστερα από πρόσκληση του Υπουργού Παιδείας Ι. Τσιριμώκου της κυβέρνησης Ελ. Βενιζέλου, ο Γληνός συντάσσει την εισηγητική του έκθεση και το κείμενο των νομοσχεδίων, που έμειναν στην Ιστορία της Εκπαίδευσης ως «Νομοσχέδια του 1913», εκφράζοντας τις προοδευτικές τάσεις του αστικού φιλελευθερισμού αυτής της εποχής. Στόχος της μεταρρύθμισης του 1913 ήταν ο καπιταλιστικός εξορθολογισμός της εκπαίδευσης και η σύνδεση της με την παραγωγική διαδικασία. Ο Γληνός στο κείμενο των νομοσχεδίων επικρίνει τον ψευτοκλασικισμό, την έλλειψη πρακτικού προσανατολισμού του σχολείου που παράγει πτυχιούχους οι οποίοι «ή συνωθούνται περί το δημόσιον ταμείον ή ρίπτονται εις την κοινωνίαν πνευματικοί προλετάριοι, επιστήμονες άνεργοι». Υποστηρίζει ότι «είναι ανάγκη να οργανωθή και η καλούμενη πραγματική εκπαίδευσις, ήτις, θα προπαρασκευάζει συστηματικώτερον δια της καλλιέργειας των γενικών δεξιοτήτων και της παροχής καταλλήλων γνώσεων δια τα ειδικά επαγγέλματικά σχολεία ή και δια τα τεχνικά επαγγέλματα». Σε αυτή τη φάση ο Γληνός εντάσσεται στο πλαίσιο της ιδεολογίας της προοδευτικής αστικής τάξης. Βλέπει την εκπαίδευση ως μέσον της καπιταλιστικής ανάπτυξης και πιστεύει ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την εισαγωγή της δημοτικής και την αναδιάρθρωση των αναλυτικών προγραμμάτων. Οι αντιδράσεις που ξεσήκωσαν συντηρητικοί κύκλοι, αλλά και η μη σθεναρή υποστήριξη των νομοσχεδίων από τη μεριά της κυβέρνησης οδήγησαν στην καταψήφιση των νομοσχεδίων. Το καλοκαίρι του 1914, ο Ι. Τσιριμώκος συγκροτεί δεκατετραμελές εκπαιδευτικό συμβούλιο, αλλά δεν περιλαμβάνει σε αυτό τον Γληνό. Ο Γληνός ιδρύει το «Σύλλογο Εκπαιδευτικών Λειτουργών» και εκδίδει το περιοδικό «Αγωγή» για να δραστηριοποιήσει τους εκπαιδευτικούς σε προοδευτική κατεύθυνση. Αυτή την περίοδο αρχίζει να συνειδητοποιεί ότι αν δεν αλλάξει ο τρόπος σκέψης των εκπαιδευτικών, αν δεν αποκτήσουν μια διαφορετική αντίληψη για το σχολείο και την αγωγή, αν δεν υπάρξει πραγματική κινητοποίηση από τα κάτω, το εκπαιδευτικό σύστημα δεν πρόκειται να αλλάξει μόνο με άνωθεν νομοθετικές παρεμβάσεις. Το Φεβρουάριο του 1915 ο Βενιζέλος παραιτείται. Ο Γληνός κατηγορείται από τη φιλοβασιλική εφημερίδα «Σκριπ» ότι σε ομιλία του στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης αποκάλεσε το βασιλιά «σακαράκα». Θα δικαστεί για περιύβριση αρχής, αλλά θα απαλλαγεί με βούλευμα. Το Σεπτέμβριο του 1916 θα επιστρατευθεί για ένα μήνα. Τον Οκτώβριο παραιτήθηκε από τη διεύθυνση του Διδασκαλείου. Οι βασιλικοί θα θεωρήσουν την παραίτηση του ως προσχώρηση στην Εθνική Aμυνα. Τον Νοέμβριο θα φυλακισθεί στις φυλακές Αβέρωφ. Ιανουάριο του 1917 αποφυλακίζεται και φεύγει οικογενειακώς στη Θεσσαλονίκη μετά από πρόσκληση του Βενιζέλου. Η Επαναστατική Κυβέρνηση τον διόρισε Πρόεδρο του Εκπαιδευτικού Συμβουλίου.Αρχές Ιουνίου 1917 ο γαλλικός στόλος ανατρέπει το καθεστώς του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο Βενιζέλος γίνεται πρωθυπουργός, ο Αβέρωφ υπουργός παιδείας, ο Γληνός γενικός γραμματέας του υπουργείου παιδείας και οι Δελμούζος και Τριανταφυλλίδης διορίζονται ανώτεροι επόπτες παιδείας. Τα τρία χρόνια της κυβέρνησης Βενιζέλου (1917 - 1920) ο Γληνός αγωνίζεται για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Την περίοδο αυτή γράφονται τα αναγνωστικά «Τα Ψηλά Βουνά» και το αλφαβητάριο «Ο Ήλιος».
Τα νέα αναγνωστικά που γράφονται ο ίδιος τα χαρακτηρίζει σαν: «Ανατολή νέου κόσμου... κρύμνισμα ειδώλων, μεταβολή συστημάτων... Τα αναγνωστικά αυτά όχι μόνο είναι γραμμένα στη δημοτική, αλλά μπάζουν νέο πνεύμα στο σχολείο, φέρνουν τα παιδιά κοντά στη φύση και τη ζωή, στη χαρά και τη δράση, τα μαθαίνουν να αυτενεργούν, καλλιεργούν το κοινωνικό συναίσθημα». Όμως, η μεταρρύθμιση συναντά αντιδράσεις ακόμη και μέσα στη βενιζελική παράταξη. Ο Βενιζέλος, όπως γράφει ο ίδιος ο Γληνός, τον καλεί στη Βουλή προκειμένου να του επιστήσει την προσοχή: «Τι είναι αυτά που κάνετε; Βιαζόμαστε πολύ. Χρειαζόσαστε τρία χρόνια να μπει η δημοτική στις τέσσερεις πρώτες τάξεις του δημοτικού. Ύστερα βλέπουμε». Το 1918 ο βενιζελικός αρχιεπίσκοπος επιτίθεται στη μεταρρύθμιση. Οι πιέσεις εκ των ένδον είναι αφόρητες. Ο Γληνός σε μια προσπάθεια να παρακάμψει το συντηρητικό κομμάτι του βενιζελικού κόμματος ταξιδεύει το 1919 στο Παρίσι προκειμένου να συναντήσει τον ίδιο το Βενιζέλο. Όμως, οι προσπάθειες του δεν θα αποδώσουν τους καρπούς που αυτός προσδοκούσε. Το πανεπιστήμιο Αθηνών παραμένει το κέντρο της αντίδρασης. Ο Γληνός μόλις και κατορθώνει να πείσει το Βενιζέλο να διδάσκεται η δημοτική στην πέμπτη και την έκτη δημοτικού μαζί με την καθαρεύουσα. Στις εκλογές του 1920 τα φιλομοναρχικά κόμματα παίρνουν την πλειοψηφία και καταργούν την μεταρρύθμιση του 1917. Τα αναγνωστικά της μεταρρύθμισης χαρακτηρίζονται αντεθνικά και καίγονται ύστερα από απόφαση επιτροπής με πρόεδρο τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκο Εξαρχόπουλο. Η καθαρεύουσα επικρατεί και πάλι και μαζί μ αυτή το παλιό αντιδραστικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Στο βιβλίο του με τον τίτλο «Οι χοίροι υίζουσιν, τα χοιρίδια κοϊζουσιν, οι όφεις ιύζουσιν» ο Γληνός σατιρίζει με πίκρα την επαναφορά της αρχαϊζουσας: «...Τα παιδιά ενύσταζαν, ενύσταζαν, ενύσταζαν, θεέ μου, πώς ενύσταζαν... Η σκια της ηλιθιότητας εκάλυπτεν την τάξιν... Τα καλύτερα επαπαγάλιζαν ευσυνειδήτως. Το βόδι λέγεται καλύτερον βους, το πόδι λέγεται καλύτερον πους. Τα κέρατα τού; Του βου. Οι δάκτυλοι τού; που. Ω θεέ μου; Τι λες παιδί μου; Πρόσεχε. Ο βους, του βοός, ο πους, του ποδός. Λοιπόν; Τα κέρατα του... του βοδός. Οι δάκτυλοι τού; του... που.. πους. Α! μα είσθε κτήνη! Είσθε ζώα! Δεν υποφέρεσθε. Γκαπ! Γκουπ!» Πολύ αργότερα το 1925, στον οδυνηρό απολογισμό αυτής της προσπάθειας ο Γληνός θα γράψει το «Ένας άταφος νεκρός» όπου καταδικάζει την αρχαϊζουσα γλώσσα και την αρχαιοπληξία, που τυραννούσε μαθητές-καθηγητές με έργο άχαρο και δεν πρόσφερε τίποτα στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας: «...πρέπει να κάμωμεν το ελληνικόν σχολείον του Μεσενικόλα ή των Σοφάδων πεντατάξιον με δέκα ώρας αρχαία ελληνικά την εβδομάδα δια να γίνουν ικανοί οι κάτοικοι, εξακολουθούντες να μεταχειρίζονται εις αιώνα τον άπαντα το ησιόδειον άροτρον δια τα χωράφια των, να προσφωνούν τουλάχιστον και τα βόδια των εις ησιόδειον γλώσσαν». 

Η στροφή προς την αριστερά.
Ο Γληνός δεν αποθαρρύνθηκε. Εντάσσεται στη Δημοκρατική Ένωση και συνεργάζεται με τον Αλ. Παπαναστασίου στη συγγραφή του Δημοκρατικού Μανιφέστου, στα θέματα της παιδείας. Την ίδια περίοδο προσπαθεί να αποκαταστήσει με την οικονομική βοήθεια της συζύγου τους γονείς του, τα 7 από τα αδέρφια του, 2 γαμπρούς του και μια νύφη του, που έρχονται πρόσφυγες από τη Σμύρνη στην Αθήνα.Το 1921 ιδρύει επίσης την «Ανώτερη Γυναικεία Σχολή» ως ελεύθερο λαϊκό Πανεπιστήμιο για τις γυναίκες, με σκοπό να τους δώσει ανώτερη μόρφωση, φιλοσοφική, ιστορική, καλλιτεχνική, για να μπουν στη σύγχρονη προοδευτική κίνηση.Ο Πλαστήρας διορίζει το Γληνό στις αρχές του 1923 Εκπαιδευτικό Σύμβουλο στο Υπουργείο Παιδείας. Επιστρέφουν οι Δελμούζος και Τριανταφυλλίδης από τη Γερμανία και αρχίζει πάλι η προσπάθεια της μεταρρύθμισης. Ο Γληνός οργανώνει παιδαγωγικά συνέδρια σε όλη την Ελλάδα και του προτείνεται η θέση του πρύτανη του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία αρνείται. Αργότερα, στις 2 Δεκεμβρίου 1938 στην Σαντορίνη όπου είναι εξόριστος θα γράψει για αυτή την πρόταση: «Στα 1924 όταν έκαμα τον οργανισμό του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που ψήφισε τότε η κυβέρνηση Παπαναστασίου, ο υπουργός παιδείας Λυμπερόπουλος μου πρότεινε από μέρος του πρωθυπουργού να βάλουν ειδική διάταξη στο νόμο για να με διορίσουν πρύτανη για 10 χρόνια για να διοργανώσω το πανεπιστήμιο και δε δέχθηκα γιατί ήξερα από τότες ότι η διδασκαλία μου δε θα χωρούσε μέσα στα πλαίσια» Ύστερα από εισήγησή του το 1924, ιδρύεται η Παιδαγωγική Ακαδημία για την προετοιμασία ανώτερων στελεχών της Εκπαίδευσης. Ο ίδιος δίδαξε για πρώτη φορά στην Ελλάδα κοινωνιολογία. Από την έδρα της Ακαδημίας γίνεται κήρυκας της κοινωνικής αναγέννησης του ΄Εθνους. Θυμάται ο Κ. Βάρναλης: «στην Παιδαγωγική Ακαδημία, που τη διεύθυνε ο Γληνός, παιδαγωγός, όπως είπα και άλλοτες, με μοναδικό οργανωτικό ταλέντο, με φωτιά μέσα του όχι λιγότερην από την επιστημονική και φιλοσοφική του μάθηση και μ εξαιρετικό θετικισμό σε όλη του τη δράση, όλο το διδαχτικό προσωπικό ήτανε δοκιμασμένοι δημοτικιστές κι όλα τα μαθήματα σ ένα σκοπό κατατείνανε: να κάνουνε τους «μαθητές» όχι μονάχα καλούς παιδαγωγούς, μα και καλούς αγωνιστές του δημοτικισμού.Στην Παιδαγωγική Ακαδημία, εξόν από τα παιδαγωγικά και τη φολοσοφία και άλλα τεχνικά μαθήματα, διδασκότανε η κοινωνιολογία, η γλωσσολογία και η νεοελληνική λογοτεχνία.Για πρώτη φορά σε δημόσιο εκπαιδευτικό ίδρυμα διδασκότανε το μάθημα της κοινωνιολογίας (από το Γληνό) και το μάθημα της νεοελληνικής λογοτεχνίας (από μένα). Όσο για το μάθημα της γλωσσολογίας, αυτό διδασκότανε στο ελληνικό πανεπιστήμιο από τα 1885! Κι όμως για πρώτη φορά η επιστήμη αυτή, που ήτανε ως τότε όργανο της πνευματικής αντίδρασης, γινότανε όργανο της πενυματικής προόδου – για να μην πω επανάστασης! Γιατί για πρώτη φορά στην Παιδαγωγική Ακαδημία ακούστηκε από υπάλληλο του κράτους πως η αληθινή γλώσσα του έθνους είναι η δημοτική γλώσσα κι όχι η γλώσσα του... κράτους (των ψηφισμάτων του και των νόμων του!). Κι αυτηνής της γλώσσας διδαχτήκανε στους δασκάλους η ιστορία, οι νόμοι και οι κανόνες.» Με τη δικτατορία Πάγκαλου ανατρέπεται και πάλι το μεταρρυθμιστικό του έργο. Το Γενάρη του 1926 απολύθηκε «δια λόγους οικονομιών» και οι συνεργάτες του Αλ. Δελμούζος και Ρόζα Ιμβριώτη διώκονται, όπως και άλλοι καθηγητές. Ο Κ. Βάρναλης τιμωρήθηκε με έξι μήνες προσωρινή απόλυση και με μετάθεση στα Χανιά της Κρήτης. Είναι τα «Μαρασλειακά» με τα οποία εκδηλώθηκε το μένος των αντιπάλων του. Η υπόθεση αυτή πείθει το Γληνό πως είναι μάταιη προσπάθεια να περιμένει την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση από τις τάξεις της κοινωνικής αντίδρασης. Να πώς περιγράφει ο Κ. Βάρναλης την εποχή: «Το σύνθημα της επίθεσης ενάντια στην Ακαδημία και στο Μαράσλειο το έδωσε η «Εστία».Την επίθεσή της η «Εστία» την άρχισε μ ένα κύριο άρθρο. Κοινωνικό σκάνδαλο! Μέσα σε δυο ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα (Παιδαγωγική Ακαδημία και Μαράσλειο) γίνεται αντεθνική εργασία! Εκεί «υπονομεύονται» τα τιμιότατα της φυλής! Εκεί ονομάζονται σάπια τα ιδανικά της πατρίδας, κουρελόπανο η σημαία μας! Εκεί βρίζεται η... Παναγία!Όλες οι άλλες εφημερίδες τρέξανε να κρατήσουνε το «ίσο» στην «Εστία». Ήτανε μια πρώτης γραμμής ευκαιρία για δημοκοπία και μεγάλωμα της κυκλοφορίας...Όμως το κράτος «συγκινήθηκε!». Και διάταξε διοικητικές και δικαστικές ανακρίσεις. Και τότες όσοι εξεταστήκανε για μάρτυρες σταθήκανε στο ύψος του νεοελληνικού πολιτισμού και των «υγιών αρχών του». ΄Ολοι τούτοι φυσικά οι μάρτυρες ή είχανε προσωπικά με το Γληνό και το Δελμούζο ή ήτανε βαλτοί ή ήτανε θύματα της υποβολής των εφημερίδων. Μα η Δικαιοσύνη; Κοτζάμ αρεοπαγίτες και υφυπουργοί δεχότανε ν ακούνε και να καταγράφουνε μαρτυρίες σαν αυτήν, που κατάθεσε ένας... μπάρμπας!Αυτός ο μπάρμπας περπατούσε, λέει, στο δρόμο μαζί με την ανεψιά του, μαθήτρια του Μαρασλείου. Ξαφνικά, λέει, το κορίτσι στάθηκε, σήκωσε τα φουστάνια του, κάθησε σε μια γωνιά του πεζοδρομίου κι έκανε με τη φυσικότερη αφέλεια τα... τσίσια του. Ο μπάρμπας, λέει το παραμύθι, έγινε έξω φρενών! Και ρωτάει κατακόκκινος από θυμό την ανεψούλα του:- Μαρία (ας πούμε!), δε μου λες, πού έμαθες να φέρνεσαι έτσι ξετσίπωτα;- Στο Μαράσλειο! ΄Ετσι μας διδάξανε οι καθηγητές μας. Να είμαστε «υπεράνω των προλήψεων» κ.λπ.Με τέτοια παραμύθια συνεννοούντανε μια χαρά ο Τύπος, το Κράτος, η θεά Θέμις κι η χειρότερη μερίδα του λαού...Καλά τα πρόσωπα! Κι άλλα να ήτανε, δε χάθηκε ο κόσμος! Μα το όνειρο της Μεταρρύθμισης; Ο σκοπός του «εκδημοκρατισμού» της παιδείας και της διοίκησης και της δικαιοσύνης και της Βουλής; Μα ίσα-ίσα αυτό ήτανε το μεγαλύτερο όφελος του νεοελληνικού πολιτισμού και η μεγαλύτερη απόδειξη της... ζωτικότητας της φυλής! Γλύτωσε το έθνος από το να έχει γλώσσα! ΄Εχει κείνην, που δεν την καταλαβαίνει. Και τώρα δεν πρέπει να έχει ούτε κι αυτήνε. Ο φασισμός θα τηνε κόψει για να μη... μιλεί και φλυαρεί ο καθένας ό,τι του κατεβαίνει!» Ο μαχητής Γληνός δεν το βάζει κάτω. Από το Σεπτέμβριο του 1926 άρχισε την έκδοση του περιοδικού «Αναγέννηση» με σαφή στροφή προς το σοσιαλισμό. Ο Γληνός γίνεται ο αρχηγός του αριστερού πνευματικού κινήματος, του κοινωνικού δημοτικισμού και διακηρύσσει μέσα από τον «Εκπαιδευτικό ΄Ομιλο»:«Η λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να έχει άλλο κοινωνικό φορέα και πρόμαχο, παρά τις κοινωνικές εκείνες τάξεις, που σαν αδικημένες αγωνίζονται να λυτρωθούν και να κατακτήσουν τα δικαιώματά τους». Ο Γληνός έχει φτάσει στην κατανόηση ότι η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς κοινωνική και πολιτική αλλαγή. Σε άρθρο του στην «Αναγέννηση» προσδιορίζει την ελληνική αστική τάξη ως αντιδραστική, εμπόδιο σε κάθε προοδευτική προσπάθεια: «Η ελληνική αστική τάξη είναι αντιδραστική. Δεν γνώρισε και δεν έζησε καμιά από τις αρετές που αποτελέσανε την αξία, τον υπαρκτικό λόγο των αστικών τάξεων της Δύσης. Ούτε τη δίψα της απροκάλυπτης αλήθειας, ούτε το γενναίο πέταγμα της ελεύθερης έρευνας, ούτε το σεβασμό της ελευθερίας της συνείδησης, ούτε την τιμή προς τους δημιουργού του καλύτερου μέλλοντος. Η ελληνική αστική τάξη είναι προορισμένη, να στολίζεται με φράκο και κολλαριστό πουκάμισο και να έχει τη στεγνή ψυχή μεσαιωνικού καλόγερου. Υποκρισία, σεμνοτυφία, ηθική κούφια, αρετή των λόγων και εκμετάλλευση. Αν η τάξη αυτή που κυβερνάει το δύσμοιρο λαό και τον εξαπατά εκατό χρόνια τώρα, είχε κόκκο μυαλού, θα είχεν αγκαλιάσει την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση. Γιατί η Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση όπως διατυπώθηκε ήταν το θεμελίωμα της ελληνικής παιδείας πάνω στα ζωντανά δεδομένα του γνήσιου ελληνικού κόσμου, ήταν αληθινή εκπαιδευτική αναγέννηση μέσα στο πλαίσιο όλων των χαρακτηριστικών μιανής σύγχρονης προοδευτικής αστικής κοινωνίας. Νεοέλληνες αστοί πότε με κατηγορίες για τσαρικά ρούβλια, πότε με αθεϊες, πότε με μπολσεβικισμούς, πότε με ανηθικότητες κλοτσοβόλησαν κάθε φορά, έφτυσαν, ερύπαναν κάθε «άνθρωπο» που αγαπώντας πλατιά το λαό του ήρθε για να τους μεταδώσει λίγο φως» Το Μάρτη του 1927, μετά την πλήρη αντίθεση Δελμούζου-Γληνού στη Γενική Συνέλευση, ο «Εκπαιδευτικός Όμιλος» διασπάστηκε. Ο Δελμούζος υποστήριζε ότι ο Όμιλος όφειλε να παραμείνει καθαρά εκπαιδευτικό σωματείο μακριά από την πολιτική, ενώ ο Γληνός ότι έπρεπε να λάβει σαφή πολιτικό προσανατολισμό, αφού: «κάθε σημαντική κοινωνική μεταρρύθμιση, άρα και η εκπαιδευτική, γίνεται με μέσο την πάλη των κοινωνικών τάξεων. Η ελληνική αστική τάξη ή καταπολεμεί άμεσα ή δεν επιδιώκει ειλικρινά μια ουσιαστική λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση».Τελικά η Διοικητική Επιτροπή του Ομίλου απαρτίστηκε από το ψηφοδέλτιο του Γληνού, ενώ ο Δελμούζος και οι οπαδοί του παραιτήθηκαν.Το κείμενο της πλειοψηφίας που έχει γραφτεί από τον ίδιο το Γληνό ξεκαθαρίζει ότι: «η απλή μεθοδολογική μεταρρύθμιση, δηλ. η εισαγωγή των μεθόδων του σχολείου εργασίας, αίτημα που το διατυπώνουν και οι καθαρευουσιάνοι παιδαγωγοί, δε φτάνει, κι αν ακόμα είναι συνδυασμένη με τη γλωσσική μεταρρύθμιση, για να δώση ουσιαστικό χαρακτήρα στη λαϊκή εκπαιδευτική μεταρρύθμιση». Ο Γληνός γράφει στην «Αναγέννηση» (Β, 3, 1927, σελ. 99):«Κάτω λοιπόν τα ψέμματα όλα. Είμαστε σύμφωνοι. Το σχολείο το θέλετε σεις όργανο της κυριαρχίας σας. Και μεις (οι σοσιαλιστές) αγωνιζόμαστε να σας το πάρουμε. Γιατί εμείς αγωνιζόμαστε για μια δικαιότερη και ανθρωπινότερη κοινωνία, λιγότερο υποκριτική, λιγότερο απάνθρωπη. Κι η δύναμη θα περάσει αργά ή γρήγορα στο μέρος της δικαιοσύνης».Το 1928 εκδίδει το «Νέο Δρόμο» και παράλληλα, αντιμετωπίζοντας σοβαρά οικονομικά προβλήματα, πιάνει δουλειά στο λεξικό Ελευθερουδάκη, όπου έγραψε λήμματα για τον Καντ, τον Κοντ, το Λαίμπνιτς, τον κομμουνισμό. Τον Ιανουάριο του 1928 η εφημερίδα «Ελεύθερο Βήμα» καλεί τον ελληνορουμάνο συγγραφέα Παναϊ Ιστράτι (Παναγιώτη Βαλσάμη), ο οποίος αποκαλείται ο «Γκόρκι των Βαλκανίων». Σε εκδήλωση μιλούν ο Γληνός, ο Καζαντζάκης και ο Ιστράτι. Η ασφάλεια παρεμβαίνει, απέλασε τον Ιστράτι και δικάζει το Γληνό. Ανάμεσα στους μάρτυρες κατηγορίας (έναν πράκτορα της ασφάλειας, ένα συντάκτη της «Εστίας» και ένα μέθυσο επαγγελματία ψευδομάρτυρα) είναι και ο Ανδρέας Εμπειρίκος. Ο Γληνός αθωώνεται. Μετά απ’ αυτό το γεγονός, η στροφή του προς τ' αριστερά είναι οριστική.Το 1929 ο Εκπαιδευτικός Όμιλος διαλύεται. Ο Γληνός ασκεί κριτική στη μεταρρύθμιση του 1929 επισημαίνοντας: «ότι περιέχει καλό δεν είναι νέο και ότι περιέχει νέο δεν είναι καλό». Επίσης, τονίζει ότι «η πρακτικοποίηση της εκπαίδευσης είναι θεωρητικός λόγος παρά πραγματικότητα καθώς υπονοείται και πουθενά δεν πραγματώνεται...Είχαν αναγγείλει πως θα δώσουνε πρακτικό χαρακτήρα στη μέση εκπαίδευση και απεναντίας δυνάμωσαν τον κλασικισμό. Τα άχρηστα και βλαβερά ελληνικά σχολεία τα μετατρέψανε στα πιο άχρηστα και πιο βλαβερά ημιγυμνάσια». Η μεταρρύθμιση του 1929 προσπαθούσε να καθιερώσει το διπλό σχολικό δίκτυο στην εκπαίδευση. Όμως, πέρα από τις εξετάσεις που εμπόδιζαν τους μαθητές να φοιτήσουν στο γυμνάσιο, η επαγγελματική εκπαίδευση υπήρχε μόνο στα χαρτιά. Την ίδια περίοδο, επιτίθεται κατά των άλλοτε προοδευτικών στοιχείων της αστικής τάξης Παλαμά, Σικελιανό, Κανελλόπουλο, ότι εγκατέλειψαν τις δημοτικιστικές τους αντιλήψεις για να καταλάβουν κρατικές θέσεις. Το 1931, ο Γληνός προσπαθεί να ανασυγκροτήσει τον Εκπαιδευτικό Όμιλο χωρίς όμως επιτυχία. Από το 1932 συνεργάζεται, χωρίς ακόμη να είναι μέλος του Κ.Κ.Ε. με τους «Νέους Πρωτοπόρους» και το «Ριζοσπάστη». Οι απόψεις του για το γλωσσικό ζήτημα γίνονται πιο ριζοσπαστικές και διατυπώνει την άποψη για τη φωνητική ορθογραφία και το λατινικό αλφάβητο. Η πρόταση «Γράφουμε όπως μιλάμε» ήταν για το Γληνό ο μόνος δρόμος για να μείνουν οι χιλιάδες των αναλφάβητων Ελλήνων στις σχολικές αίθουσες και να μην εκβάλλονται από αυτές επειδή δεν γνώριζαν την καθαρεύουσα. Αφορμή για τις σκέψεις του αυτές είναι η μεγάλη μεταρρύθμιση στη Σοβιετική Ένωση που καταπολεμά τον αλφαβητισμό.

Σε κείμενο του το 1934 αναλύει την πολιτική στόχευση του αιτήματος: «Το ξύπνημα της συνείδησης στις μάζες είναι αδύνατο, αν δε χρησιμοποιηθεί για όργανο ολάκερης της πνευματικής ζωής η γλώσσα που μιλάει ο λαός...Το φαινόμενο αυτό το είδαμε στη Σοβιετική Ένωση...Ύστερα από την επανάσταση αναγνωρίστηκαν όλες οι εθνικές γλώσσες, έγιναν βάση για τη μόρφωση των λαών, έγιναν όργανο για το ξύπνημα της συνείδησης των μαζών. Γράφτηκαν γλώσσες που ως τότε δεν είχαν ούτε αλφάβητο. Δημιουργήθηκαν αλφάβητα λατινικά, γράφτηκαν βιβλία, βγήκαν εφημερίδες, δημιουργήθηκε θέατρο...πήρανε τη δημοτική γλώσσα, απλοποιήσανε την ορθογραφία και την έκαμαν φωνητική...κάθε λαϊκή ομάδα μορφώνεται με τη γλώσσα που μιλάει». Μέσα από τις σελίδες των «Νέων Πρωτοπόρων» επιτίθεται κατά του καθηγητή Κ. Τσάτσου, ο οποίος απαγορεύει στα μέλη της ΟΚΝΕ (που είχε ιδρυθεί το 1922) να κάνουν συζητήσεις στο πανεπιστήμιο για το μαρξισμό. Στα 1934 ο Δ. Γληνός μαζί με τον Κ. Βάρναλη πήρε μέρος στο συνέδριο των Σοβιετικών συγγραφέων. Η Σοβιετική Ένωση στάθηκε για το Δάσκαλο αληθινή αποκάλυψη. Στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος» σε σειρά άρθρων, περίπου σε εκατό συνέχειες, δίνει τις εντυπώσεις του κάνοντας βαθιά ανατομία του σοβιετικού καθεστώτος. Τόνισε τα επιτεύγματά του σ’ όλους τους τομείς, περιέγραψε με λυρισμό τους τόπους που επισκέφτηκε, τα πρόσωπα που γνώρισε και ιδιαίτερα τον Μαξίμ Γκόρκι. Έτσι, παρά τις προηγούμενες ιδεολογικές συγκρούσεις του με τους πρωτοπόρους του κομμουνιστικού κινήματος, ο Αγωνιστής Γληνός, σαν έτοιμος από καιρό, θα ενταχθεί στους κόλπους του.Το 1934 ο Γληνός αρχίζει να εργάζεται στο Λεξικό του Δημητράκου.
Το 1935 με η δικτατορία του Κονδύλη τον εξορίζει στον Άη Στράτη μαζί με τον Κ. Βάρναλη. Γράφει ο Τάσος Βουρνάς στη μελέτη του για το Γληνό:«... ΄Ολοι προχωρούν περήφανα, μ ένα πάμφωτο χαμόγελο στα χείλη, με το κεφάλι ψηλά... Κι όταν το καράβι βιράρει τις άγκυρες και σαλπάρει, ο Γληνός σηκώνει το χέρι και χαιρετάει τους φίλους του και τους μαθητές του, που είχαν μαζευτεί στο μουράγιο να τον αποχειρετήσουν. Αξέχαστη στιγμή! ΄Ενα καράβι ξεκινούσε παίρνοντας μαζί του για τους άξενους βράχους της εξορίας δυο μεγάλες δόξες της Ελλάδας... Και μπροστά μας πρόβαλλε σ όλη τη φρίκη το απαίσιο τέρας της βίας, που κατάπνιγε το ορμητικό πέταγμα της λευτεριάς...» Κι ο Κ. Βάρναλης με το γνωστό πικρόγελο γράφει στο ποίημα «Στην εξορία»: «Τυχερέ, κείνο το άθλιο δειλινό σε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό. Μεγάλα μάτια αστραφτερά, στητός κι ατάραγος, πάνω απ τη μοίρα αφτός Κοιτούσε την ερχόμενη ευδίασα νευρικός απ την αηδία...»Γυρνώντας από την εξορία για πρώτη φορά μπαίνει μπροστά στην πολιτική μάχη. Στην προεκλογική περίοδο, σε ομιλία του στο θέατρο Έντεν του Θησείου επιτίθεται φραστικά στον Π. Καννελόπουλο και γράφει στο Ριζοσπάστη έξι άρθρα εναντίον του («Ο μασκαρεμένος φασισμός του Π. Κανελλόπουλου», «Και όμως είναι φασίστας και απατεώνας»). Στις εκλογές του 1936 εκλέγεται με το Παλλαϊκό Μέτωπο βουλευτής Αθηνών συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων στην Αθήνα. Ο λαός τον τίμησε κι ο ίδιος αγωνιζόταν με συνέπεια και θάρρος για τα λαϊκά συμφέροντα μέσα από το βήμα της Βουλής.«Οι λόγοι του στη Βουλή μένουν μνημεία αγάπης και υπεράσπισης του λαού, της προόδου του και των συμφερόντων του» σημειώνει ο Περ. Καλοδίκης.Με την κήρυξη της δικτατορίας του Μεταξά και ως το Φεβρουάριο του 1939, ο Γληνός εξορίζεται στην Ανάφη, την Ακροναυπλία και τη Σαντορίνη. Με πίστη και αξιοπρέπεια αντιμετωπίζει τη νέα κατάσταση παράγοντας σημαντικό πνευματικό έργο, που ολοκλήρωσε ως το 1940, μεταφράζοντας το «Σοφιστή» του Πλάτωνα, με εισαγωγή στη διαλεκτική και σχόλια, έργο-μνημείο για τη φιλοσοφική σκέψη από την αρχαιότητα ως σήμερα.
«Ο "Σοφιστής" αναμφισβήτητα σημαίνει μεγάλη πρόοδο και εξέλιξη και στην αρχαία διανόηση γενικά και στην πλατωνική φιλοσοφία ιδιαίτερα. Η λογική και η διαλεχτική του Πλάτωνα παρουσιάζοντ εδώ με νέες καταχτήσεις. Στο "Σοφιστήν" ο Πλάτωνας αποκορύφωσε τη διαλεχτική του διανόηση και έκαμε τη σοβαρότατη προσπάθεια να μετατρέψει το στατικόν ιδεαλισμό σε δυναμικό. Έφτασε στ’ ακρότατα σύνορα, όπου μπορεί να φέρει το νου του ανθρώπου ο στατικός φορμαλισμός και ο στατικός αντικειμενικός ιδεαλισμός. Το κέρδος είναι μεγάλο και όταν ακόμη τα τελικά πορίσματα δεν είναι ικανοποιητικά και πολλές αποδείξεις είναι ακόμη πολύ αδύνατες ή και σφαλερές. Ο Πλάτωνας μας διδάσκει και με τα λάθη του.Η μελέτη του "Σοφιστή" είναι αναμφισβήτητα μια σημαντικότατη προπαιδεία για τη διαλεχτική διανόηση και με τη σημερινήν αντίληψη της διαλεχτικής, και πολλά έχουνε να ωφεληθούν, όσοι προσπαθούν να γίνουν αληθινοί επιστήμονες, παρακολουθώντας τον αγώνα του Πλάτωνα για να καταχτήσει την αλήθεια με το λόγο, γιατί από τους δρόμους, που εκείνος άνοιξε, έπρεπε να περάσει αναγκαστικά ο ανθρώπινος νους, ως που να φτάσει να βρει την αληθινή πηγή της γνώσης.Μέσα στην ιστορικά καθορισμένη και ιστορικά αιτιοκρατημένη πορεία προς τη γνώση, ο Πλάτωνας αντιπροσωπεύει έναν αναβαθμό, μιαν υψηλότατην ανάταση προς μια κατεύθυνση, την ιδεαλιστική. Και ο "Σοφιστής" ειν’ ένα από τα κορυφαία σημεία σ’ αυτή την ανάταση. Για τούτο αξίζει να τον μελετάμε και να βαθαίνουμε όσο μπορούμε περισσότερο στα νοήματά του.Σήμερα μόλις είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε την τεράστια σημασία, που έχει για τη γνώση η διαλεχτική διανόηση του Πλάτωνα στα μοναδικά τούτα κεφάλαια του "Σοφιστή". Η αρχαία φιλοσοφία δυστυχώς δεν προχώρησε πάρα πέρα. Ένα βήμα χωρίζει την πλατωνική τούτη διαλεχτική των εννοιών από τη διαλεχτική, που θέλει να εξηγήσει όχι την απλήν "επικοινωνία", παρά την αιτιακή και γενετική σχέση και εξέλιξη των ιδεών από τη συνύπαρξη των αντιθέτων και την κίνηση, που γεννιέται από την τάση για ν αρθεί η αντίθεση. Το βήμα τούτο το σημαντικότατο δεν το έκαμεν ο Πλάτωνας. Ο δυναμικός του ιδεαλισμός έμεινε στο βάθος στατικός. Η επικοινωνία των ιδεών δεν είναι γένεση των ειδών. » Η πένα του μας χάρισε από την εξορία σπάνιες σελίδες στοχασμού, αναμνήσεις γεμάτες ανθρωπιά και μεγαλείο ηθικό για το μεγάλο χρέος. Γράφει από την Ανάφη: «Μές στη γλυκειά σιγαλιά μιας γαλήνιας νύχτας, ξαγρυπνώντας εδώ επάνω σ ένα βράχο χαμένο στο πέλαγος, νοιώθω την προσδοκία της ανθρωπότητας, την εναγώνια επίκλησή της σε μας να μείνουμε πιστοί και δυνατοί στο μεγάλο μας χρέος...»«... Έχω μέσα μου καρτερία και θάρρος απέραντο. Κρατώ ψηλά, πολύ ψηλά, τη σημαία και προσπαθώ να γίνω όσο μπορώ χρήσιμος στους άλλους. Αισθάνομαι τον εαυτό μου πολύ γερό και στην αντοχή σε δρόμους ξεπέρασα πολλούς νεώτερους από μένα. Κολύμπησα στη θάλασσα πολλές φορές κι ανέβηκα στις κορφές των βουνών. Το στήθος μου είναι πλημμυρισμένο από ζωή και αγάπη. Στο δωμάτιό μου έχω κολλήσει μιαν επιγραφή που λεει: "Φέρειν δέ ό,τι αν ζωή δω γενναίως". Και το εφαρμόζω πέρα για πέρα. Κρατώ την ψυχή μου άγρυπνη, και το σώμα όρθιο. Και προσμένω... Κι αυτό που προσμένω, θαρθεί ασφαλώς. Αργά ή γρήγορα θαρθεί. Διάβασα τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου και πρέπει να το ξέρεις ότι έρχεται ο Ηρακλής, έρχεται...» Με τον ίδιο λυρισμό περιγράφει και το κάτεργο της Ακροναυπλίας εκδηλώνοντας αγάπη κι ανθρωπιά για τους συντρόφους του: «Εδώ μέσα σιγά-σιγά ο εξωτερικός κόσμος απομακρύνεται και δεν υπάρχει, γίνεται όνειρο λαχταριστό, μα όχι πραγματικότητα. Τα βουνά πέρα και ο πράσινος αργολικός κάμπος, το φεγγάρι της νύχτας, ο γαλάζιος ουρανός, η λιμνοθάλασσα που φαίνεται από τα παράθυρα της φυλακής με το Μπούρτζι στη μέση, ο βράχος με τις λίγες αραποσυκιές και τα μικρά δεντράκια που υψώνονται μπροστά στο παράθυρο, δίπλα στο κρεβάτι μου, η τούφα με τις κόκκινες παπαρούνες που είναι φυτρωμένες απάνω στο βράχο και αργοκουνούν την κόκκινη φλόγα τους με το ανοιξιάτικο αγεράκι, όλα αυτά τα θεία πράματα τα βλέπω ημέρες τετραγωνισμένα από τα σίδερα της φυλακής και σιγά-σιγά ξεθωριάζουνε, παύουνε να υπάρχουνε».«Σήμερα σηκώθηκα χαράματα και περίμενα να ιδώ το πρώτο γλυκορόδισμα της αυγής στην κορυφή του βουνού και ύστερα μπήκα μέσα στο θάλαμο, όπου εκατόν πενήντα αναπνοές ρυθμικές ψιθύριζαν σιγανά μέσα στη σιγαλιά, σαν αέρι μέσα σε δάσος από πεύκα. Και άξαφνα μόλις μπήκα μέσα ένιωσα ένα κύμα θερμής αγάπης να μου γεμίζει τα στήθια. Για πρώτη φορά τόνιωσα αυτό έτσι καθαρά. Σα να έμπαινα σ ένα δωμάτιο που να το έχει θερμάνει η αναπνοή της αγαπημένης γυναίκας. Μα λοιπόν είναι κοντά μου, είναι μέσα στην καρδιά μου όλες αυτές οι ζωές που ανασαίνουνε ρυθμικά και ανάλαφρα σαν το φύσημα του αυγηνού αέρα σ’ ένα δάσος από πεύκα; Τις αγαπώ. Αγαπώ αυτό το θάλαμο, αυτή τη ζωή την αποπνιχτική, την πανάθλια; Πώς γίνεται, πώς γίνεται; Βλέπεις, αρχίζω ν’ αγαπώ τη φυλακή μου. Τι θ απογίνει με μένα;»
Από την Ακροναυπλία είχε το κουράγιο να στείλει μήνυμα αγώνα κι ανθρωπιάς στους έξω συντρόφους του: "Ο μόνος τρόπος για να ζήσει και να πεθάνει κανείς σαν ΑΝΘΡΩΠΟΣ είναι να ζήσει και να πεθάνει για ένα ιδανικό."
Το Δεκέμβρη του 1937 η δικτατορία τον έστειλε για απομόνωση στη Σαντορίνη. Ο Γληνός θα γράψει εκεί το περίφημο βιβλίο του «Τριλογία του πολέμου», με τον υπότιτλο «Μονόλογοι του ερημίτη της Σαντορίνης». Είναι ένα ξεχωριστό δοκίμιο στο οποίο αναλύει τον πόλεμο, εξηγεί τις αιτίες του, βλέπει τον ερχομό του και καλεί τους λαούς να παλέψουν εναντίον του. Πόθος βαθύς του είναι να βασιλέψει στον κόσμο η ειρήνη, η καλοσύνη, η ανθρωπιά και το χαμόγελο.«Μοναδικό βιβλίο στην Ιστορία της ελληνικής Σκέψης και προφητικό», το χαρακτηρίζει ο Βάρναλης.Στη Σαντορίνη αρρώστησε βαριά και η δικτατορία Μεταξά φοβούμενη τη λαϊκή κατακραυγή και την παγκόσμια διαμαρτυρία, τον μεταφέρει στην Αθήνα υπό αυστηρή επιτήρηση. Μόλις συνέρχεται συνδέεται με το αντιδικτατορικό μέτωπο παλεύοντας ενάντια στο καθεστώς. Τότε γράφει τη μελέτη «Η σημερινή θέση των ανθρωπιστικών σπουδών στην Ελλάδα» με το ψευδώνυμο Δ. Αλεξάνδρου. Στη μελέτη αυτή περιγράφει τις κοινωνικές αντιθέσεις και συγκρούσεις στον κόσμο ανάμεσα στις αντίπαλες δυνάμεις που εκφράζουν τον παλιό και τον καινούργιο κόσμο, καθώς και την πίστη του στη νέα ζωή.
Με τη Γερμανική Κατοχή ο Δ. Γληνός, μαζί με άλλους συντρόφους, από το Σεπτέμβρη του 1941 μπαίνει επικεφαλής του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), που μόλις είχε ιδρυθεί και γράφει την περίφημη διακήρυξη «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ». Είναι ένα σάλπισμα αντίστασης προς τον ελληνικό λαό γραμμένο φλογερά απ την ψυχή του Δάσκαλου-Αγωνιστή:«...Είναι ανάγκη όλοι μας να χωνέψουμε βαθιά, να μετατρέψουμε σε πίστη μας και σε οδηγό της δράσης μας μερικά βασικά νοήματα, που είναι απαραίτητα ο καθένας μας να τα γράψει με πύρινα γράμματα στην ψυχή του... Και πρώτα πρώτα πρέπει να νοιώσουμε, πως η λευτεριά είναι το υπέρτατο αγαθό και για τον καθένα και για όλους. Μα η λευτεριά είναι κάτι ζωντανό, ένα κομμάτι και μια προϋπόθεση της ζωής μας, που κάθε στιγμή πρέπει να την καταχτούμε, ν αγωνιζόμαστε γι αυτήν, όπως αγωνιζόμαστε για τη συντήρηση της ζωής μας. Γιατί τώρα νοιώσαμε για καλά όλοι οι Έλληνες πως δεν υπάρχει και ζωή χωρίς λευτεριά. Μας δίδαξε αυτό η πείνα, μας το δίδαξαν οι νεκροί, τα ζωντανά κουφάρια που κυλιούνται στους δρόμους, τ αποσκελετωμένα κορμιά και τα πεινασμένα μάτια των παιδιών μας.Έπειτα πρέπει να νοιώσουμε, πως η λευτεριά δεν χαρίζεται, παρά καταχτιέται με τον αγώνα. Λευτεριά χαρισμένη είναι μια καμουφλαρισμένη σκλαβιά...Δεν υπάρχει πια δικαιολογία και πρόφαση για κανένα ΄Ελληνα να μείνει αργός, να σταυρώνει τα χέρια του να περιμένει μοιρολατρικά την εξέλιξη, να σκύβει το κεφάλι του μπροστά στην τυραννία και την προδοσία, να περιμένει από αλλού τη σωτηρία. Ο θάνατος κρούει τις πόρτες όλων μας. Η σκλαβιά, η πείνα, η αρρώστεια, ο ηθικός εξαναγκασμός, η εξαθλίωση είναι πια μέσα στο σπίτι του καθενός μας. μην ελπίζεις να ξεφύγεις, ό,τι κι αν σοφιστείς. Ο χειρότερος εχθρός σου ειν η δειλία και η μοιρολατρία. Ο καλύτερος φίλος σου η ενεργητική συμμετοχή στον αγώνα.Θα μείνεις λοιπόν αργός; Δούλεψε. Αγωνίσου. Πάλεψε. Σε περιμένει η νίκη, η λευτεριά, η ευτυχισμένη ζωή, η ευτυχία. Από τα βάθη μιας τρισχιλιόχρονης ιστορίας σε ατενίζουν οι πρόγονοί σου, οι ήρωες και οι μάρτυρες. Οι αγωνιστές του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας, οι αγωνιστές του 21, οι ήρωες των Αλβανικών βουνών. Μην ντροπιάσεις την ιστορία σου και μην προδώσεις τον εαυτό σου. Γίνου και συ ένας αγωνιστής της λευτεριάς μαζί μ’ όλα τ’ αδέρφια σου. Εμπρός! όλοι οι έλληνες, όλοι οι ζωντανοί άνθρωποι τούτης της γης, ενταχθείτε στο Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο».Ο Δ. Γληνός μέχρι το θάνατό του συμμετείχε ενεργητικά στην αναδιοργάνωση του ΚΚΕ. Έγινε μέλος της Γραμματείας του Πολιτικού Γραφείου και πρωτοστάτησε στην ένωση των δημοκρατικών δυνάμεων ενάντια στη φασιστική σκλαβιά για λεύτερη και ανεξάρτητη πατρίδα. Το ΕΑΜ το Νοέμβρη του 1943 συγκροτεί την Προσωρινή του Κυβέρνηση και τον προορίζει για επικεφαλής της. ΄Όμως στις 26 του Δεκέμβρη άφησε την τελευταία του πνοή σε μια κλινική των Αθηνών έπειτα από εγχείρηση, με την πολύτιμη τη Λευτεριά στο στόμα του, που τόσο μόχθησε για να ρθει.

Γράφει ο Κ. Βάρναλης: «Τόσο ακλόνητα πίστευε στην Απελευθέρωση τούτη, ώστε την ώρα που ψυχορραγούσε, πάνω στον πιο έντονο παροξυσμό του πυρετού του, ανατιναζόταν από το μαξιλάρι του και ξεφώνιζε:- Νικάμε! Νικάμε!Είταν η μοιραία εποχή, που ο εχθρός άρχιζε να τσακίζει».Κι ο Τάσος Βουρνάς, κλείνοντας τη μελέτη του για το Γληνό, γράφει:«Η Λευτεριά που χτυπούσε με το σπαθί στους κάμπους, τα βουνά και τις πόλεις της σκλαβωμένης Ελλάδας, ήρθε με ξέπλεκα μαλλιά και καταματωμένα ρούχα και γονάτισε πλάι στο ιερό του σκήνωμα».Ο Κ. Καρθαίος εκτιμά: «με το θάνατο του Γληνού η Ελλάδα έχασε έναν πολύτιμο δουλευτή του πολιτισμού της». Ο Δημ. Γληνός σφράγισε με τους αγώνες του και την προσωπικότητά του κοντά μισόν αιώνα. Ήτανε σαν το φως που έλαμπε και διέλυε τα σκοτάδια της αντίδρασης και του φασισμού: ΄Ενας «μεγαλόπνοος πνευματικό ήρωας», όπως σημειώνει και ο Μ. Αυγέρης. Ως δάσκαλος έμεινε αλησμόνητος στους μαθητές του για την αγάπη του και τα σωστά γράμματα που δίδαξε. Με μεγάλη σαφήνεια δίδαξε την τέχνη του λόγου, προφορικού και γραπτού.«Η έκφραση των στοχασμών και των συναισθημάτων», έλεγε, «για να φέρει το επιδιωκόμενο κοινωνικό αποτέλεσμα, πρέπει να βρει την πιο κατάλληλη μορφή. Αυτή η αντιστοιχία μορφής και περιεχομένου αποτελεί την προϋπόθεση της επιτυχίας του σκοπού, τη δημιουργία συγκίνησης ή τη γέννηση στοχασμών στον αναγνώστη». Για να γράφουμε καλά, έλεγε, πρέπει να έχουμε σαν οδηγό μας την προφορική ομιλία, να γράφουμε όπως μιλάμε, έτσι όπως θα τα λέγαμε στο συνομιλητή μας. Από κει και πέρα το γραφτό θέλει δούλεμα, προσπάθεια και κόπο, όπως δουλεύει ο γύφτος το σίδερο στο αμόνι και φυσικά να μελετάμε για να κατέχουμε το θέμα. Διδάσκοντας το ύφος, έλεγε πως πρέπει να έχει διαύγεια, καθαρότητα, «το φως φανάρι», λιτότητα και απλότητα, χωρίς το φούσκωμα και τα πολλά στολίδια, αλλά με συναίσθηση του μέτρου και της αναλογίας.
Την αγάπη του στους μαθητές, τα συναισθήματά του από τη συντροφιά του με τη νεολαία, μας δείχνει εύγλωττα το παρακάτω κείμενό του: «...Εχτές είχα περάσει όλή την ημέρα σε μια μακρινή εκδρομή. Οι νεολαίοι της συντροφιάς μας με ήθελαν μαζί τους για μια ολόκληρη μέρα. Ξεκινήσαμε πολύ πρωί. Βαδίσαμε τρεις ώρες ανεβοκατεβαίνοντας φαράγγια και λαγγάδια, μονοπάτια και γιδόστρατα κρεμασμένα πάνω από το πέλαγος όπου αν ρίξεις πέτρα φτάνει κάθετα μέσα στη θάλασσα και φτάσαμε σ ένα μοναστήρι, χτισμένο απάνω στα ερείπια ενός αρχαίου ναού του Απόλλωνα. Ήταν τριαντατρεις νεολαίοι κι εγώ μαζί τους και τους αγαπούσα όλους και τους καμάρωνα, που χόρευαν και τραγουδούσανε. Καθίσαμε σε μια ρεματιά, κοντά στη θάλασσα, σ’ ένα χωραφάκι καταστόλιστο από μεγάλες χρυσοκίτρινες μαργαρίτες και παπαρούνες. Οι πικροδάφνες σιγοτραγουδούσαν από το ελαφρό αγεράκι στην κοίτη της ρεματιάς. Oλος ο αγέρας είτανε μυρωμένος από τ ανθισμένο φασκόμηλο και την άγρια μοσχομολόχα. Το αγέρι φυσούσε από τη θάλασσα, νοτιοδυτικά. Καθισμένα γύρω μου τα παιδιά άκουγαν χαρούμενα και σχολαστικά. Είχαμε κι ένα βιολί και μια κιθάρα. Είμουνα ερωτευμένος με τα νιάτα, τα νέα λεβέντικα σώματα και τις νέες ψυχές, τις νέες ψυχές που κυοφορούν μια καινούργια ανθρωπότητα. Στολισμένοι μ’ αγριολούλουδα, με κόκκινες παπαρούνες και μυρωδάτη μολόχα, ανεβοκατεβαίναμε πάλι τα φαράγγια και φτάσαμε με τραγούδια στο χωριό. Είχα ζήσει μιαν απολλώνεια ημέρα. Κι όμως το βράδυ κατά το ηλιοβασίλεμα βγήκα πάλι στην κορφή ενός βουνού. Hθελα να με πάρει ο ήλιος μαζί του κατά τη δύση και το βοριά! Πέρα στα κόκκινα σύννεφα ταξίδευα και πετούσα νοσταλγικά με τα φτερά της φαντασίας, αναζητώντας μια χώρα που τη ζυγώνω και δεν τηνε φτάνω»...Ο Γληνός ήταν μεγάλος στυλίστας του λόγου και στα γραφτά του και στα προφορικά του. ΄Oταν ήταν να μιλήσει, αυτό γινόταν γεγονός, όχι μόνο για τη διανόηση, αλλά και για τους εργάτες. Ο προφορικός του λόγος ήταν φλογερός, γεμάτος πίστη. Τα επιχειρήματα απλά, στέρεα και προπαντός αληθινά. Ηλέκτριζε το πλήθος, γι’ αυτό συγκέντρωνε τον περισσότερο κόσμο στις ομιλίες του. Ήξερε να εξηγεί στις μάζες την αλήθεια, να τις φωτίζει και να οδηγεί στην πάλη για καλύτερο μέλλον.
Ο Κ. Βάρναλης τον προσωπογραφεί θαυμάσια: «Γερός άντρας με μεγάλα φωτεινά μάτια, ισόρροπος και γαλήνιος σε κάθε περίσταση. Μυαλό θετικό και ταχτοποιημένο απ όλες τις πλευρές. Σπάνια οργανωτική και διοικητική ικανότητα και σπάνια δημιουργική πρωτοβουλία. Μεγάλο διδακτικό ταλέντο. Γόης του λόγου. Ήξερε ν’ απλοποιεί, να φωτίζει και να μεταβάλλει σε συγκεκριμένα τα πιο δύσκολα, τα πιο αφαιρεμένα θεωρητικά ζητήματα και να μας δίνει τη χαρά των ανθρώπων που ύστερα από πολλών χρόνων ιδεαλιστικές ακροβασίες πατούνε τέλος σε στέρεο έδαφος και παίρνουνε συνείδηση της πραγαματικότητας.» Η Ρόζα Ιμβριώτη, ως παιδαγωγός και συνεργάτης του Γληνού, αναλύει την οπτική του και μας δίνει τη δική της συμβουλή «Το φιλοσοφικό και μαζί επαναστατικό του πνεύμα όμως δε γύρευε με μέθοδες ή ώρες διδακτικές να αλλάξει τη μόρφωση και τη μοίρα του ανθρώπου. Το έβλεπε, πως τέτοια βασικά ζητήματα δε λύνονται με μπαλώματα και μικροαλλαγές. Για αυτό στράφηκε προς το όλο, γιατί από τούτο θα καθορίζονταν και τα «επιμέρους». Είδε, πως η βασική μεταρρύθμιση στη μόρφωση του λαού προϋποθέτει και βασική μεταρρύθμιση στις οικονομικές, κοινωνικές και κρατικές σχέσεις...» « Όποιος όμως σήμερα πονάει το σχολείο, κι όχι μόνο το σχολείο παρά τον άνθρωπο και το λαό, πρέπει ν' αγωνιστεί, όπως αγωνίστηκε κι ο Γληνός. Πρέπει κι εμείς σοβαρά κι αποφασιστικά για αυτό το ίδιο το σχολείο, γι’ αυτή την πνευματική προκοπή του λαού ν' αγωνιστούμε σκληρά. Αυτός είναι ο δρόμος για να κερδίσουμε τη λαϊκή παιδεία. Ν’ αγωνιστούμε για να κερδίσουμε το αύριο που είναι η προϋπόθεση για μια ουσιαστική μεταρρύθμιση της παιδείας. Και σ’ όλους τους κάπηλους της παιδείας και σε όλους εκείνους που γυρίζουν γύρω της με μπλάστρια και γιατροσόφια ή κάνουν τους προσεχτικούς χειρούργους, μια ας είναι η απάντησή μας, τούτη: Σχολική ουσιαστική μεταρρύθμιση χωρίς μιαν αλλαγή της σημερινής ολιγαρχικής κατάστασης είναι καθαρή ασυνέπεια. Μόνο ο αγώνας για γνήσιες δημοκρατικές λύσεις θα δώσει το πλούσιο χώμα για να ριζώσει μια πραγματικά λαϊκή παιδεία.Αυτό είναι το μεγάλο δίδαγμα που μας έδωκε ο Γληνός σαν γνήσιος παιδαγωγός του λαού και γι’ αυτό Αγωνιστής.» Και σε άλλο σημείο αναφέρει: «Ο αγωνιστικός κραδασμός και παλμός είναι αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο δίδαγμα που μας αφήνει η ζωή του». Όπως γράφει ο Φίλ. Ηλιού στην ΄Εκδοση των Απάντων του, ο Γληνός αναδείχτηκε «σε ηγετική μορφή των κινημάτων για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Στην επόμενη δεκαετία όλες οι προσπάθειες που έγιναν προς αυτή την κατεύθυνση επρόκειτο να στηριχτούν κατά κύριο λόγο στις δικές του οργανωτικές ικανότητες και στη δική του οργανωτική σύλληψη». 
Βιβλιογραφία:
Δημήτρης Γληνός, Εκλεκτές Σελίδες, (4 τόμοι), εκδόσεις Στοχαστής.
Δημήτρης Γληνός, Εισαγωγή στο Σοφιστή του Πλάτωνα, εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, Αθήνα. Φίλλιπος Ηλιού (επ.) Γληνού Άπαντα, εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 1983.
Χρήστος Κάτσικας - Κώστας Ν. Θεριανός, Ιστορία της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι το 2004, Σαββάλας, Αθήνα 2004.
Αφιέρωμα στο Δημήτρη Γληνό, «Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης», τεύχος 60-61.

28/1/09

Ανάβαση στον Άθω.

Νίκος Καζαντζάκης (απόσπασμα από το βιβλίο "Αναφορά στον Γκρέκο")

Ο Νίκος Καζαντζάκης, συνομήλικος και αδελφικός φίλος με τον Άγγελο Σικελιανό, αποτελεί μια ξεχωριστή και ιδιόρρυθμη περίπτωση συγγραφέα. Πνεύμα ανήσυχο και διψασμένος για την κάθε είδους γνώση όχι μόνο ταξιδεύει πολύ (Ελβετία, Αυστρία, Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτο, Ιαπωνία, Κίνα, Αγγλία, κ.λπ.) αλλά και εγκαθίσταται κατά περιόδους μονιμότερα στο εξωτερικό (στη Γαλλία, τη Γερμανία, τη Ρωσία) σαν να ξεκόβει έτσι θεληματικά από τη σύγχρονη του νεοελληνική πραγματικότητα.
Ο Καζαντζάκης γνωρίζεται το 1914 με το Σικελιανό και μαζί περιοδεύουν στο Άγιο Όρος και αλλού. Τις πολλές εμπειρίες του από τα ταξίδια του τις μετατρέπει σε συγγραφή, ίσως δεν έμεινε τόπος από τους πολλούς που επισκέφτηκε, που να μην τον κατέγραψε στις ταξιδιωτικές του περιγραφές, που είναι ασφαλώς από τα καλύτερα δημιουργήματα του. Η «Αναφορά στον Γκρέκο» είναι μια ποιητική αυτοβιογραφία του, που διαβάζεται και σήμερα με μεγάλο ενδιαφέρον απ' όσους αγαπούν το μεγάλο μας αυτό συγγραφέα, που τα μυθιστορήματα του («Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» (1946), «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» (1948), «Ο καπετάν Μιχάλης» (1950) κ.α.) γνώρισαν μεγάλη επιτυχία όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Από το συναρπαστικό αυτό βιβλίο διαλέγουμε το σημείο όπου ο συγγραφέας κάνοντας την αναφορά του στον Κρητικό «παππού» του, τον Γκρέκο, εξηγεί γιατί η ανάβαση ήταν γι' αυτόν ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος. Ακόμη επιλέξαμε την αφήγηση της ανάβασης του Καζαντζάκη και του Σικελιανού στην κορυφή του Άθω, μια αφήγηση δηλαδή που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον όχι μόνο για το λόγο της αλλά και για το θέμα της.


"Την άλλη μέρα, πριν ξημερώσει, κινούμε για την κορφή του Άθω. Δεν είχε ακόμα λαλήσει μέσα στο περιαύλι το σήμαντρο, τα πουλιά ακόμα δεν είχαν ξυπνήσει, κατακάθαρος, γαλαχτωμένος ο ουρανός, και λάμπει πέρα κατά την ανατολή σαν εξαφτέρουγο σεραφείμ ο Αυγερινός. Ο πάτερ Λουκάς, κοντός, ανοιχτογόνατος, παλιός κοντραμπαντζής, πάει μπροστά και μας δείχνει το δρόμο. Κάπου κάπου στέκουνταν και μας έπιανε κουβέντα για θάλασσες, για γλέντια, για καβγάδες με τους Τούρκους. Όλη η κοσμική ζωή του σαν παραμύθι μέσα του, σαν να 'γίνε σ' έναν άλλο κόσμο πιο άγριο και επικίνδυνο, γεμάτο φωνές και βλαστήμιες και γυναίκες. Το ' λέγε και το ξανάλεγε το παραμύθι του, το ξαναζούσε και χαίρουνταν. Όλα από την παλιά του ζωή τ' απαρνήθηκε, μα όλα τα πήρε μαζί του, τυλιγμένα στο ράσο του. Κάτω από ένα μεγάλο έλατο σταμάτησε· ήθελε κουβέντα.
Ας σταθούμε, βρε παιδιά, είπε, να ξαποστάσουμε λίγο· ν' αλλάξουμε και καμιά κουβέντα, έσκασα.
Έβγαλε μιαν κρυμμένη στη ζώνη του καπνοσακούλα, έστριψε τσιγάρο, άρχισε την κουβέντα...
Πήραμε πάλι τον ανήφορο· πεύκα, έλατα, γκρεμοί φοβεροί και κάτω, στο πρωινό ήρεμο φως, απλώνουνταν, γαληνεμένη σήμερα η θάλασσα. Όσο πληθαίνει το φως, ξεχωρίζουμε πέρα τα θεία νησιά, την Ιμπρο, τη Λήμνο, τη Σαμοθράκη, να πλένε θαρρείς ανάερα, να μην αγγίζουν τη θάλασσα.
Μπαίνουμε στα χιόνια· ο πάτερ Λουκάς πατάει αργά, προσεκτικά, γλιστρούμε και πέφτουμε, προχωρούμε με δυσκολία, με κίντυνο, απάνω στα κρουσταλλωμένα χιόνια. Απάνθρωπο, απόγκρεμο βουνό, κι ο φίλος μου ξαφνικά, που πήγαινε μπροστά, σταμάτησε· έσκυψε, κοίταξε κάτω· βαθύς, άπατος γκρεμός, τον έπιασε ζάλη. Στράφηκε σε μένα κατάχλωμος.
Να γυρίσουμε... μουρμούρισε.
Δεν είναι ντροπή; είπα εγώ και τον κοίταξα με παράπονο, πολύ ήθελα ν' ανέβω στην κορφή.
Είναι... είναι... μουρμούρισε ντροπιασμένος· πάμε! Κι άρχισε πάλι ν' ανεβαίνει. Ο ήλιος ήταν ψηλά όταν πατήσαμε την κορφή· ξεπνεμένοι κι οι δυο από την κούραση, μα τα πρόσωπα μας έλαμπαν, γιατί φτάσαμε στο σκοπό.
Μπήκαμε στο εκκλησάκι το αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Χριστού να προσκυνήσουμε· Ωστόσο ο πάτερ Λουκάς άναψε φωτιά με τα ξυλαράκια που 'χε μαζέψει στο δρόμο, έβγαλε από το ταγάρι του κι έψησε καφέ, στριμωχτήκαμε πίσω από ένα βράχο, γιατί πήρε να φυσάει και κρυώναμε. Κοιτάζαμε μπροστά μας το απέραντο βουβό πέλαγο, τα νησιά που αρμένιζαν κάτασπρα, και πέρα μακριά, άγνωρα βουνά που μολύβωναν τον αέρα.
Από την άγια κορφή ετούτη, έχουν να πουν, μπορείς να δεις την Πόλη! είπε ο Λουκάς και γούρλωνε τα μάτια κατά την ανατολή, να ξεκρίνει τη Βασιλεύουσα.
Την είδες εσύ ποτέ, πάτερ Λουκά;
Ο καλόγερος αναστέναξε.
Όχι, δεν το αξιώθηκα. Φαίνεται δε φτάνουν τα μάτια του κορμιού χρειάζουνται και τ' άλλα, της ψυχής και μένα, αλίμονο, η ψυχή μου είναι κοντόφθαλμη.
Το θεό όμως τον βλέπεις, είπα εγώ.
Ε, αποκρίθηκε ο καλόγερος, αυτό δε χρειάζεται μάτια· ο θεός είναι πιο κοντά μας από το συκώτι μας κι από τα πλεμόνια.
Ο φίλος μου ήταν θλιμμένος και δε μιλούσε· σίγουρα δεν καταδέχουνταν να συγχωρέσει το κορμί του που, μια στιγμή, δείλιασε. Άξαφνα δεν κρατήθηκε πια· άπλωσε και μου 'σφίξε το χέρι με δύναμη:
Σε παρακαλώ, είπε, ξέχασε το ορκίζουμαι, δεν το ξανακάνω.
Κάθε άρτιος άνθρωπος έχει μέσα του, στην καρδιά της καρδιάς του, ένα κέντρο μυστικό και γύρα του περιστρέφονται τα πάντα· ο μυστικός αυτός στρόβιλος δίνει ενότητα στο στοχασμό και στην πράξη μας, και μας βοηθάει να βρούμε ή να εφεύρουμε την αρμονία του κόσμου. Άλλοι έχουν τον έρωτα, άλλοι τη δίψα της μάθησης, άλλοι την καλοσύνη ή την ομορφιά· ή τη λαχτάρα του χρυσαφιού και της εξουσίας· κι όλα τ' αξιολογούν και τα υποτάζουν στο κεντρικό τους αυτό πάθος. Αλίμονο στον άνθρωπο που μέσα του δε νιώθει να τον κυβερνάει ένας απόλυτος μονάρχης· η ζωή του κατασκορπίζεται ακυβέρνητη κι ασυνάρτητη σε όλους τους ανέμους.
Να γιατί όλη μας η ζωή, παππού, ήταν ανήφορος· ανήφορος και γκρεμός κι ερημία· κινήσαμε με πολλούς συναγωνιστές, με ιδέες πολλές, συνοδεία μεγάλη· μα όσο ανηφορίζαμε κι η κορφή μετατοπίζουνταν κι αλάργαινε, συναγωνιστές κι ιδέες κι ελπίδες μας αποχαιρετούσαν, λαχάνιαζαν, δεν ήθελαν, δεν μπορούσαν ν' ανέβουν πιο απάνω· κι απομέναμε μονάχοι με τα μάτια καρφωμένα στην Κονούμενα Μονάδα, στην μετατοπιζόμενη κορφή. Δε μας κινούσε η αλαζονεία, μήτε η απλοϊκή βεβαιότητα πως θα σταθεί μια μέρα η κορφή και θα τη φτάσουμε· μήτε κι αν τη φτάναμε, πώς θα βρούμε εκεί απάνω την ευτυχία, τη σωτηρία και τον Παράδεισο· ανεβαίναμε, γιατί ευτυχία, σωτηρία και Παράδεισος για μας ήταν η ανάβαση."

ΓΙΟΥΝΓΚΦΡΑΟΥ- Η ηχώ των ορέων.

Ανδρέας Εμπειρίκος.

Οι άνθρωποι των ορέων κατήρχοντο στις πεδιάδες.
Το Κουλμ, το Ρίγκι - Κουλμ, το Άλπενμπεργκ και το Σουβρέτα, είχαν αδειάσει. Τα χιόνια στο Μυνχ, στο Γιούνγκφραου και στο Αιγκερ, όπως στο Μάττερχορν και στον Γοτθάρδο, όπως σε όλες τις κορφές της Εγκαντί-νας, ερρόδιζαν το πρωί και ερρόδιζαν και το βράδυ. Αλλά η σαιζόν είχε τελειώσει και τα βουνά, ξελαφρωμένα από το πλήθος των παραθεριστών, ανέπνεαν τώρα ελεύθερα.
Εγώ είχα μείνει τελευταίος. Δεν ήξερα τι να κάνω. Να μείνω τούτη τη χρονιά μονάχος μεσ' στα όρη, ή να κατέλθω και εγώ στις πεδιάδες; Εδίσταζα. Δεν ήτο εύκολο να πάρω μιαν απόφασι αμέσως. Κάθε τόσο, εδώ και εκεί, στην ερημιά, πέφταν χιονοστιβάδες. Μέσα στην άκρα σιωπή του Αλπικού τοπείου, το κύλισμα της κάθε μιας ηκούετο σαν μακρυνή βροντή, ή σαν βήμα βαρύ γιγάντων.
Όπως οι πεδιάδες, έτσι και τα βουνά, έχουν την γοητείαν των, έχουν τα μυστικά των. Απόδειξις, η έλξις η ακατανίκητη των κορυφών. Απόδειξις - οι τάφοι των αλπινιστών. Απόδειξις - η απαλότητα του εντελβάις, μεσ' στην τραχύτητα των υψηλών τιτάνων. Ναι! Ναι! Η γοητεία των κορυφών!
Μα έχουν και οι πεδιάδες την ιδικήν των γοητείαν. Η άπλα η απέραντη των κάμπων. Το κύμα το πράσινο ή το ξανθό των αχανών σιτοβολώνων. Η θριαμβευτική πορεία των ποταμών. Το μυστήριο των μυστικών περιβολιών. Η αίγλη μιας πόλεως που λιάζεται στον ήλιο. Μια ξαφνική επέλασις αγρίων ίππων. Όλα τα άνθη της πραιρίας.
Δεν ήξερα τι να διαλέξω. Η θέσις μου ήτο δύσκολη, πολύ δύσκολη.
Τότε απεφάσισα να παίξω το ευγενικό παιχνίδι της ήχους. Αν η ηχώ ήτο μονή, θα κατέβαινα και εγώ στις πεδιάδες. Αν ήτο διπλή, ή τριπλή, θα έμενα στα όρη, ή μάλλον με τα όρη. Έμπηξα λοιπόν το άλπενστόκ μου μεσ' στο χώμα έβαλα τις παλάμες μου σε σχήμα χωνιού στο στόμα και έκραξα:
"Τυμφρηστός!"
Τότε συνέβη κάτι, που ποτέ δεν θα ξεχάσω. Απέναντι μου, μέσα στην άκρα σιωπή, επρόβαλε μια κόρη με μακριές ξανθές πλεξούδες με κάτασπρη μπλούζα και καταπράσινη φούστα, και βάζοντας και αυτή τα χέρια της γύρω στο στόμα, απήντησε τρεις φορές, με παρατεταμένη, καθαρή φωνή:
"Jungfrau... Jungfrau... Jungfrau..."
Έτσι, εκείνη τη χρονιά, παρέμεινα στα όρη.

Το βαπόρι απ' την Περσία ...

Στίχοι: Βασίλης Τσιτσάνης
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Τσιτσάνης


Το βαπόρι απ' την Περσία
πιάστηκε στην Κορινθία
Τόννοι έντεκα γεμάτο
με χασίσι μυρωδάτο

Τώρα κλαίν' όλα τ' αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια

Βρε κουρνάζε μου τελώνη
τη ζημιά ποιός τη πληρώνει
Και σ' αυτή την ιστορία
μπήκαν τα λιμεναρχεία

Τώρα κλαίν' όλα τ' αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια

Ήταν προμελετημένοι
καρφωτοί και λαδωμένοι
Δυο μεμέτια, τα καημένα,
μεσ' στο κόλπο ήταν μπλεγμένα

Τώρα κλαίν' όλα τ' αλάνια
που θα μείνουνε χαρμάνια

Της γερακίνας γιος.

Στίχοι: Κώστας Βίρβος
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Τσιτσάνης


Ούτε στρώμα να πλαγιάσω,
ούτε φως για να διαβάσω
το γλυκό σου γράμμα, ωχ, μανούλα μου
Καλοκαίρι κι είναι κρύο
ένα μέτρο επί δύο
είναι το κελί μου, ωχ, μανούλα μου

Μα εγώ δε ζω γοντατιστός ,
είμαι της γερακίνας γιος
Τι κι αν μ' ανοίγουνε πληγές
εγώ αντέχω τις φωτιές
Μάνα μη λυπάσαι, μάνα μη με κλαις

Ένα ρούχο ματωμένο
στρώνω για να ξαποσταίνω
στο υγρό τσιμέντο, ωχ, μανούλα μου
Στο κελί το διπλανό μου
φέραν κάποιον αδελφό μου
πόσο θα τραβήξει, ωχ, μανούλα μου

Μα εγώ δε ζω γονατιστός...

ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΗ.

Πάνος Τζαβέλας

H λευτερια ειναι σχολειο,
Η λευτερια ειναι σχολειο,
Και ποιος θα τη σπουδασει καλαματιανη,
Και ποιος θα τη σπουδασει ρουσα και ξανθη.

Πηγα και 'γω και σπουδασα,
Πηγα και 'γω και σπουδασα,
Και βγηκα ενας ανταρτης καλαματιανη,
Και βγηκα ενας ανταρτης ρουσα και ξανθη.

Οτι κι αν ειχα τα 'δωσα,
Οτι κι αν ειχα τα 'δωσα,
Γονιους,γνωστους και φιλους καλαματιανη,
Γονιους,γνωστους και φιλους ρουσα και ξανθη.

Και πηρα το τουφεκι μου,
Και πηρα το τουφεκι μου,
Και στα βουνα μας βγηκα καλαματιανη,
Και στα βουνα μας βγηκα ρουσα και ξανθη.

Για να σκοτωσω Γερμανους,
Για να σκοτωσω Γερμανους,
Και Ελληνες φασιστες καλαματιανη,
Και Ελληνες φασιστες ρουσα και ξανθη.

Ξυπνήστε...


Στίχοι: Πάνος Τζαβέλας
Μουσική: Πάνος Τζαβέλας
Πρώτη εκτέλεση: Πάνος Τζαβέλας

Φυσά στις στέγες του ντουνιά
με σηκωμένο το γιακά
πικρός διαβάτης περπατά
κλαίει, γελά, παραμιλά
Πώς μας τη φτιάξαν τη ζωή
μίση πολέμοι και καπνοί
βρωμίζει ο φασισμός τη γη
σαν κότες σφάζονται οι λαοί
κι εμείς στον ύπνο το βαθύ

Φτιασιδωμένη η ψευτιά
γυρνά στους δρόμους και γελά
μπουτίκ, βολάν και ξιπασιά
Προπό, λαχεία, διαφθορά
Κι άλλοι με ιδρώτα το ψωμί
κι άλλοι πουλάν μισοτιμής
πατρίδα λευτεριά τιμή
αρκεί να πιάσουν την καλή
να γίνουν υπουργοί

Ήμασταν ζωντανοί νεκροί
μας δίνανε μ’ ανταλλαγή
τη μπόμπα την ατομική
Το Ισραήλ για να σωθεί
ακόμα ο στόλος ναυλοχεί
γεμάτη πόρνες η ακτή
κι αν φύγανε οι Γερμανοί
ήρθαν οι Αμερικανοί
καινούρια πάλι κατοχή

Η CIA βαρά νταγερέ
χόρευε νάιλον υπουργέ
σαν καραγκιόζης στο μπερντέ
κι εσύ να κλαις πικρέ λαέ
κι ο Βάρναλης μας το ’χε πει
χωρίς καμιά περιστροφή
στης Χούντας το αλισβερίσι
λεύτερο ήταν το χασίσι
ποτέ ο λαός να μην ξυπνήσει

Γλυκοχαράζει στα βουνά
μοσχοβολούν τα γιασεμιά
τραγούδι αρχίζουν τα πουλιά
γελά η θάλασσα πλατιά
κι εμείς οικόπεδα και Ι.Χ
ψυγεία έπιπλα TV
κουτόχορτο με πληρωμή
και δίπλα φεύγει η ζωή

Ξυπνήστε
Ξυπνήστε νέες, ξυπνήστε νιοί
βγέστε απ’ του τάφου τη σιωπή
δείτε του κόσμου τη ντροπή
γίνετε χίλιοι κεραυνοί
και κάψτε μας ή σώστε μας
γλιτώστε μας, ή θάψτε μας..

ΤΟ ΔΟΛΙΟ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΧΩΡΙΟ.

Το περίφημο τραγούδι "ΜΙΚΡΟ ΧΩΡΙΟ", το τραγούδι του Άρη, με τον Πάνο Τζαβέλα.

Βαριαναστενάζουν τα βουνά, ο ήλιος σκοτεινιάζει,
Το δόλιο το μικρό χωριό και πάλι ανταριάζει.
Λαμποκοπούν χρυσά σπαθιά πέφτουν τουφέκια ανάρια,
Ο ΑΡΗΣ ΚΑΝΕΙ ΠΟΛΕΜΟ ΜΕ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΠΑΛΗΚΑΡΙΑ.
Ελα βρε άπιστε Ιταλέ, Φασίστα Μουσολίνι.
Να μετρηθούμε οι δυο μαζί, να δεις το τι θα γένει.
Δεν έχεις γέρους και άρρωστους, μικρά παιδιά να σφάξεις.
Ούτε κορίτσια ντροπαλά, ούτε χωριά να κάψεις.
Παπάδες για να τυρρανάς στη μέση στο παζάρι,
Έχεις μπροστά σου σήμερα, τον ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ ΑΡΗ,
Που γρήγορος σαν τον άνεμο, σαν το γοργό το αγέρι,
ΦΑΣΙΣΤΕΣ ΞΕΚΑΝΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΜΕ ΔΙΚΚΟΠΟ ΜΑΧΑΙΡΙ.

Ο κυρ-Παντελής.


Στίχοι: Πάνος Τζαβέλας
Μουσική: Πάνος Τζαβέλας
Πρώτη εκτέλεση: Πάνος Τζαβέλας


Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή
έχεις κατάστημα κάπου στη γη,
πουλάς εμπόρευμα, βγάζεις λεφτά,
πολλά λεφτά, πολλά λεφτά
Τις Κυριακές πρωί στην εκκλησιά
σταυροκοπιέσε στην Παναγιά.

Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή
έχεις και σύζυγο, κόρη, παιδί,
μοντέρνα έπιπλα, έγχρωμη TV,
τρως τροφή πνευματική.
Μακρυά από κόμματα μην βρεις μπελά,
"Πατρίς,θρησκεία και φαμελιά" .

Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή,
τι κι αν πεθαίνουνε πάνω στη γη
χιλιάδες άνθρωποι, χωρίς ψωμί,
μαύροι, λευκοί ή κίτρινοι.
Ο γιος σου μοναχά να 'ναι καλά
ν' αφήσεις τ' όνομα και τον παρά.

Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή
σκεύρωσες, σάπισες στο μαγαζί,
τη νιότη ξόδεψες και την ορμή
για τη δραχμή, για το πετσί.
Δίπλα σου τ' όνειρο, η ζωή και το φως
μα εσύ στο κουφάρι σου κλεισμένος εντός.

Ξέρεις πως δώσανε κυρ-Παντελή
άλλοι τα νιάτα τους και τη ζωή,
να γίνει τ' όνειρο, φέτα ψωμί,
να φας και ' συ κυρ-Παντελή;

Κι εσύ τι έδωσες κυρ-Παντελή;
πες μας τι έκανες σ' αυτή τη γη;
πες μας τι άφησες κληρονομιά,
που να εμπνέει τη νέα γενιά;

Έντιμε άνθρωπε κυρ-Παντελή,
έντρομε, άβουλε συ φασουλή,
βρώμισες τ' όνειρο και την ψυχή
άδειο πετσί χωρίς πνοή.

Έντιμοι άνθρωποι, νέα γενιά
θάψτε τους έντιμους μες στα σπαρτά,
κι αυτούς που φτιάξανε τον Παντελή
σκουλήκι άχρηστο σ' αυτή τη γη.

Πάνος Τζαβέλας


Ήταν ίσως η πιο χαρακτηριστική φωνή που τραγούδησε τα τραγούδια της εθνικής αντίστασης, κατά τη διάρκεια της μεταπολιτευτικής περιόδου.

Την Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2009, σε ηλικία 83 ετών, έφυγε από τη ζωή ο Πάνος Τζαβέλας.

Ο εκλιπών γεννήθηκε το 1925 στην Κοζάνη. Μαθητή του γυμνασίου τον βρίσκει ο παγκόσμιος πόλεμος και εντάσσεται στην ΕΠΟΝ. Τον επόμενο χρόνο βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Ξαναβγαίνει στο βουνό με το Δημοκρατικό στρατό, όπου τραυματίζεται, συλλαμβάνεται και ακρωτηριάζεται στο δεξί του πόδι.
Από εκεί αρχίζει ο δρόμος για τις φυλακές. Δικασμένος τρεις φορές σε θάνατο, αρρωσταίνει βαριά το 1959 από τη νόσο του Burgen και πηγαίνει στη Σοβιετική ¨Ένωση για θεραπεία. Έμεινε μέχρι το 1965. Αφού θεραπεύτηκε, του δόθηκε η ευκαιρία να σπουδάσει μουσική. Εκεί γνωρίζει και το μεγάλο Δημήτρη Σοστακόβιτς.
Γυρνά στην Ελλάδα το 1965, αλλά το 1968 φυλακίζεται πάλι, από το καθεστώς των συνταγματαρχών αυτή τη φορά, για παράνομη δράση ενάντια στη χούντα.
Αποφυλακίζεται το 1971 με «ανήκεστο βλάβη» και ξεκινά ως μουσικός να παίζει στις μπουάτ της Πλάκας.
Εκεί τον βρίσκει η μεταπολίτευση, όπου πλέον ελεύθερα τραγουδά τα τραγούδια της εθνικής αντίστασης.
Χιλιάδες νέοι αλλά και μεγαλύτεροι άνθρωποι κατακλύζουν το μαγαζί της οδού Κυδαθηναίων όπου τραγουδά, επτά μέρες τη βδομάδα. Πολλές φορές κάνει τρεις παραστάσεις τη νύχτα ώστε να χωρέσουν όλοι όσοι ήθελαν να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα.
Ήταν ο άνθρωπος που γνώρισε στους νεότερους το μουσικό, αλλά και ιστορικό έπος της εθνικής αντίστασης.

Της φωτιάς ο γιος.

"Εγώ είμαι της φωτιάς ο γιος,
παιδί της καταιγίδας.
Σκαρφάλωσα στους ουρανούς
να κλέψω απ' άγιους και θεούς
το φως της ηλιαχτίδας.
Πάμε μαζί, χλομό παιδί,
μη σε τρομάζουν οι καιροί.
Μη σε τρομάζουν οι καιροί,
πάμε μαζί, χλομό παιδί.
Μη σε τρομάζουν οι καιροί
αχ, αρμάτωσα γερό σκαρί.
Κι αν μ' έχουν κάψει κεραυνοί
κι ο πόνος μ' έχει οργώσει,
δε σκιάζομαι κανέν' οχθρό
κι ο χάρος να με βρει ορθό
σαν θά 'ρθει να με κόψει."

27/1/09

Η Βενετοκρατία και η εξέγερση των αρματολών στην δυτική Ελλάδα.

Τα ευρωπαϊκά πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα, στα μέσα του 16ου αιώνα στράφηκαν εις βάρος της Τουρκίας, ιδιαίτερα μετά την ήττα της, όταν επιχείρησε για δεύτερη φορά το 1682-3 την κατάληψη της Βιέννης και προκάλεσε την συσπείρωση των χριστιανικών δυνάμεων. Ο Μεγάλος Βεζίρης Καρά Μουσταφά έφτασε μπροστά στη Βιέννη και την πολιόρκησε (1682) χωρίς να επιχειρήσει έφοδο, περιμένοντας να πέσει από την πείνα. Όμως, έσπευσαν οι Πολωνοί σύμμαχοι των Αυστριακών και διέλυσαν τους πολιορκητές (1683). Ο Καρά Μουσταφά ξέφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον περίμενε ο δήμιος του σουλτάνου. Η συμμαχία των ευρωπαίων κατά της Τουρκίας, πλημμύρισε τους Έλληνες με ενθουσιασμό. Αρχιερείς, πρόκριτοι, αρματολοί και γενικά ο λαός ετοιμάζονται και πάλι για νέο "σεφέρι". Οι Βενετσιάνοι θέλησαν να επωφεληθούν. Σε λίγους μήνες οι Βενετοί βρίσκονται στο Ιόνιο και στις 6 Αύγουστου 1684 κυριεύουν τη Λευκάδα, την Πρέβεζα και την Άρτα, ενώ τον Νοέμβριο διενεργεί επιδρομές στον βορειοελλαδικό χώρο. Ο άνεμος της εξέγερσης πνέει στη δυτική Στερεά, στ’ Άγραφα και την Ευρυτανία. Πολλοί Επτανήσιοι εντάσσονται εθελοντικά στον βενετικό στρατό, που κυριαρχεί σ’ ολόκληρη σχεδόν την περιοχή. Ο ενθουσιασμός συνεπαίρνει και τον Αναστάσιο Γόρδιο, που γράφει δυο επιγράμματα, χαιρετώντας τον Morosini ως απελευθερωτή της Ελλάδας. Τα κηρύγματα των Βενετών βρήκαν απήχηση και στο λαό. Πρώτοι ξεσηκώθηκαν οι αρματολοί του τόπου κατά των Τούρκων: ο Χρήστος Βαλαωρίτης από τη Βαλαώρα της Δυτ. Ευρυτανίας, ο Χουρμόπουλος από τ’ Άγραφα, ο Αγγελής Σουμίλας ή Βλάχος από τα Γιάννενα, ο Πάνος Μεϊντάνης από το Ξηρόμερο και άλλοι από τα Κράβαρα και το Καρπενήσι. Οι αρματολοί αρχίζουν αμέσως την ένοπλη δράση κατά των Τούρκων, ζητώντας τη στήριξη της Γαληνότατης Δημοκρατίας. Ο Morosini δεν υπόσχεται μόνο την εκπλήρωση του αιτήματος, άλλα και τους εμψυχώνει στον αγώνα τους. Στην περιοχή του Καρπενησίου ξεσηκώνεται ο θρυλικός αρματολός Λιβίνης. Στρατολογεί πολυάριθμους Ευρυτάνες και αρχίζει τη δράση του με σκοπό την κατάληψη του Καρπενησίου και την κατάλυση της τουρκικής εξουσίας. Η εξέγερση του ανησύχησε όχι μόνο τους Τούρκους της Ευρυτανίας, αλλά και της όμορης Φθιώτιδας, οι οποίοι συντονισμένα έσπευσαν προς καταπολέμηση του. Γύρω από το Καρπενήσι ο Λιβίνης έδωσε διάφορες μάχες, με σημαντικότερη εκείνη στο χωριό Γόλιανη (Στεφάνι) το 1684, όπου θριάμβευσε των Τούρκων. Στη συνέχεια ο Λιβίνης και τα παλικάρια του κατέβηκαν προς το νότο για να ενωθούν με τα άλλα αρματολικά σώματα της Αιτωλοακαρνανίας. Όμως σε νέα μάχη, κοντά στην Αράχωβα της Ναυπακτίας, σκοτώθηκε το 1685. Ο ευρυτανικός λαός θρήνησε τον ηρωικό χαμό του αρματολού, ενώ συγχρόνως στο τραγούδι του κατήγγειλε τον προεστό του Καρπενησίου Κωνσταντάκη, τον Τουρκοκωσταντάκη, εχθρό και αντίπαλο του Λιβίνη. Η αντίθεση άλλωστε αρματολών και προεστών είναι σχεδόν μόνιμη στην περιοχή.
Ολόκληρη η Στερεά Ελλάδα είναι ένα επαναστατικό ηφαίστειο, ενώ οι επιτυχίες εξάλλου των Βενετών στην Πελοπόννησο είναι εντυπωσιακές. Το 1687 κυριεύουν την Αθήνα και 3000 κάτοικοι καταληστεύονται δεινώς από τους μισθοφόρους του Morosini, ενώ βόμβα καταστρέφει τον ανέπαφο ως τότε Παρθενώνα. Καθώς οι Βενετοί δεν έχουν συγκροτημένο τακτικό στρατό, στηρίζουν τη στρατιωτική τους ισχύ αποκλειστικά στους μισθοφόρους, πολλοί όμως απ' αυτούς (οι Σκλαβούνοι), λιποτακτούν και σχηματίζουν ανεξέλεγκτα σώματα, που καταπιέζουν και γδύνουν τους πληθυσμούς. Οι πρώτοι λιποτάκτες τρέπονται προς το εσωτερικό της Στερεάς και το φθινόπωρο του 1687 φτάνουν στο Καρπενήσι, έχοντας αρχηγό τον Bossina. Η κατάσταση που δημιουργείται στον ευρυτανικό χώρο είναι αφόρητη, αφού το ρεύμα των λιποτακτών ογκώνεται διαρκώς. Ο Bossina συγκροτεί τους λιποτάκτες σε σώμα και αυτοδιορίζεται αρχηγός τους (capitano). Οι Σκλαβούνοι αποβαίνουν μάστιγα πραγματική. Οι κάτοικοι ορισμένων χωριών των Άγραφων δυσανασχετούν και διακόπτουν για κάποιο διάστημα την καταβολή των φορολογικών εισφορών προς τους Βενετούς. Οι Βενετοί κατορθώνουν να εξουδετερώσουν τις ενέργειες τους αυτές, πείθοντας τους κατοίκους 90 χωριών των Άγραφων για την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων, αφού τους ενδιαφέρει πρωτίστως η οικονομική και φορολογική κατάσταση της περιοχής.
Από το 1688 η κατάσταση στην Ευρυτανία και τα Άγραφα, όπως και στην υπόλοιπη Στερεά, γίνεται πιο περίπλοκη. Οι Τούρκοι απελευθερώνουν από τη φυλακή τον Μανιάτη πειρατή Λιμπεράκη Γερακάρη, υπό τον όρο να πολεμήσει στο πλευρό τους εναντίον των Βενετών και των Ελλήνων. Αμέσως ο περιώνυμος εκείνος τυχοδιώκτης έρχεται στο τουρκικό στρατηγείο της Θήβας, προσκυνάει τον σερασκέρη και τίθεται στη διάθεση του. Εκεί συγκεντρώνει 10.000 άνδρες. Από τη μεριά τους, Βενετοί και Έλληνες, για την αντιμετώπιση του Γερακάρη, το Μάρτιο του 1689 συγκροτούν δυο στρατόπεδα, το ένα στο Λιδορίκι και το δεύτερο στο Καρπενήσι (με αρχηγούς τον Bossina και τον Vito Luposovich, που περιλάμβανε τα αρματολίκια του Σπανού της Ύπατης και του Χουρμόπουλου των Αγράφων). Οι διοικητές των στρατοπέδων, ως πρώην ανώτεροι αξιωματικοί του βενετικού στρατού, αναλαμβάνουν τη στρατιωτική εκγύμναση των κατοίκων και την οχύρωση των επίκαιρων θέσεων. Αυτοί αποφασίζουν για τον τρόπο προσβολής των τουρκικών κάστρων και την απόκρουση των επιθέσεων.
Τον Μάιο του 1689 ο Γερακάρης, ξεκινά από τη Θήβα, με 2500 άνδρες, ποι ανάμεσα τους είναι και αρκετοί Έλληνες, για το Ξηρότερο, Βάλτο και Αγγελάκαστρο. Επιτίθεται στο Μεσολόγγι, όπου διενεργεί ποικίλες λεηλασίες, αρπαγές και αιχμαλωσίες κατοίκων και κατόπιν πηγαίνει στο Βραχώρι (Αγρίνιο). Αργότερα χτυπά το Αιτωλικό, επεκτείνει τις λεηλατικές του επιδρομές ως τα Σάλωνα και τελικά εγκαθίσταται στο Καρπενήσι, όπου καταφέρνει να εκτοπίσει τον Bossina, (που αποσύρεται με το σώμα των λιποτακτών Σκλαβούνων στα γύρω χωριά). Το πρόβλημα της κυριαρχίας στην περιοχή μένει ανοιχτό και ο Γερακάρης προσπαθεί να συνεννοηθεί με τον Bossina, προτείνοντάς του συνεργασία, στα πλαίσια μιας διπλής φορολόγησης των κατοίκων (να εισπράττουν και οι δυο φόρους: για λογαριασμό των Τούρκων ο πρώτος και των Βενετών ο δεύτερος). Όμως ο Bossina, αμφιβάλλοντας για την ειλικρίνεια του Γερακάρη, απορρίπτει τις προτάσεις του. Αμέσως ο Γερακάρης εκδίδει προκήρυξη προς τους κατοίκους του Καρπενησίου, απαιτώντας με την απειλή της ποινής του θανάτου την πληρωμή των οφειλόμενων φόρων, τους οποίους εισπράττει αναγκαστικά. Αρχίζει κατόπιν να ισχυροποιεί τη θέση του: Με την παροχή πλούσιων δώρων και υποσχέσεων στρατολογεί αρκετούς Ευρυτάνες και διορίζει πρωτοπαλίκαρό του τον αρματολό Κώστα Ράβδα (από το Νεοχώρι Τυμφρηστού), χτίζει πολυτελέστατο σπίτι στο Καρπενήσι, (κατά το οικιστικό πρότυπο των πύργων της Μάνης), ενώ για να αποκτήσει τοπική επιρροή έρχεται σε δεύτερο γάμο με τη μοναχοκόρη του βαθύπλουτου ισχυρού κοτζαμπάση Χατζή Οικονόμου από το Μαυρίλο. (Με τον γάμο αυτό ο Γερακάρης εξασφαλίζει σοβαρές προσβάσεις και ερείσματα στις προυχοντικές οικογένειες της Ευρυτανίας και Υπάτης). Συγχρόνως ο Γερακάρης προβαίνει και σε αγαθοεργές πράξεις: με δικά του χρήματα, χτίζει ή επιδιορθώνει εκκλησίες, όπως την Αγία Τριάδα Καρπενησίου και τον Άγιο Αθανάσιο Νεοχωρίου, «είτε προς άφεσιν των πολλών αυτού αμαρτιών είτε προς σκόπιμον επίδειξιν». Παρά τις διαβεβαιώσεις του, η πολιτική του Γερακάρη δεν επιφέρει καμιά ανακούφιση στους κατοίκους του Καρπενησίου και των Αγράφων. Μόνο δεινά και δυσβάστακτες οικονομικές εισφορές φορτώνει στη ράχη τους. Οι κάτοικοι υποφέρουν από παντοειδείς καταπιέσεις. Μετά την εδραίωση του στο Καρπενήσι, ο Γερακάρης επεκτείνει τα όρια της επικράτειας του προς το Λιδορίκι. Αφού εκτοπίζει από εκεί τον Damianovih, που καταφεύγει στα Σάλωνα και ακολούθως στο Αγρίνιο, επιχειρεί επιδρομή στην περιοχή της Ναυπάκτου. Οι Βενετοί όμως προετοιμάζουν αντεπίθεση από την Πελοπόννησο. Διαπεραιώνουν στη Στερεά καταδρομείς και περιτρέχουν τη χώρα φτάνοντας το φθινόπωρο του 1694 στο Καρπενήσι. Λεηλατούν και φονεύουν πολλούς Τούρκους αλλά και Έλληνες, αρπάζουν ολόκληρη την περιουσία του Γερακάρη και καίνε το σπίτι του στο Καρπενήσι. Τότε είναι που παρεμβαίνει η βενετική διπλωματία, που προσεγγίζει τον Γερακάρη και το 1696 τον κάνει όργανο της αντί σοβαρών παροχών: τον τιμάει με το αξίωμα του ιππότη του Αγίου Μάρκου, του δίδονται χρήματα, πρόσοδοι και στρατιωτικοί βαθμοί και του παρέχονται τα μέσα διατροφής για 15 πρόσωπα της φρουράς του, (ανάμεσά τους είναι και ο αδερφός του Γεώργιος). Η αποστασία του Γερακάρη επιφέρει μεγάλο πλήγμα στους Τούρκους. Από τότε ο Γερακάρης δρα με τους αρματολούς της Στερεάς Ελλάδας και τους Βενετούς εναντίον των Τούρκων. Στην τελευταία του επιδρομή διατρέχει τη Φθιώτιδα και την Ευρυτανία, μπαίνει στην Ήπειρο και λεηλατεί απάνθρωπα και αδιάκριτα τους κατοίκους της Άρτας. Οι Βενετοί, για να καθησυχάσουν τους εξαγριωμένους κατοίκους της Ηπείρου και των Αγράφων, τον μεταφέρουν υπό επιτήρηση στο Ναύπλιο. Από κει τον στέλνουν μαζί με τον αδελφό του στη Βενετία, όπου τους φυλακίζουν χωριστά. Ο αδελφός του αυτοκτονεί, ενώ ο ίδιος φθίνει μέσα στη φυλακή της Brescia. Αυτό ήταν το άδοξο τέλος του Λιμπεράκη Γερακάρη, που συνέδεσε το όνομα του και τη δράση του με την ιστορία της Ευρυτανίας.
Η ανώμαλη κατάσταση εξακολουθεί να πλήττει ανηλεώς τους πληθυσμούς. Οι κάτοικοι των Αγράφων, της Ευρυτανίας κι άλλων μερών της Στερεάς δεινοπαθούν από τους λιποτάκτες Σκλαβούνους. Συγχρόνως οι Έλληνες οπλοφόροι συνεχίζουν την πολεμική τους δράση στην Ευρυτανία, Φθιώτιδα, Φωκίδα, Βοιωτία, Αττική. Κυριεύουν τη Λαμία και μέρος της Θεσσαλίας, ενώ ο βενετικός στόλος αγκυροβολεί στον κόλπο της Στυλίδας. Τα επαναστατικά αυτά σώματα εξολοθρεύουν και εκμηδενίζουν τους Τούρκους παντού όπου τους συναντούν κατά την προέλασή τους. Έχουν όμως και αποτυχίες, που οφείλονται σε συγκεκριμένες αιτίες: την έλλειψη γενικού αρχηγού ως συντονιστή, τις αντιζηλίες μεταξύ των τοπικών ηγετών, αλλά και την αδιαφορία των Βενετών για την αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων. (Εκείνο πού ενδιέφερε πλέον τους Βενετούς ήταν η εκδίωξη των Σκλαβούνων, γιατί τους θεωρούσαν ως κύριους υπεύθυνους για την ελάττωση των δημοσιονομικών πόρων του κράτους).
Ο επίλογος του δεκαεξάχρονου πολέμου γράφεται με τη "συνθήκη ειρήνης του Karlowitz" (26 Ιανουαρίου 1699), ανάμεσα στη Βενετία, Γερμανία και Πολωνία από τη μια μεριά και τον σουλτάνο από την άλλη. Η Γερμανία και η Πολωνία αποσπούν συγκεκριμένα εδάφη. Οι Βενετοί διατηρούν τη Δαλματία, την Πελοπόννησο, την Αίγινα και τη Λευκάδα, ενώ επιστρέφουν στον σουλτάνο μια σειρά από ελληνικά εδάφη: Ναύπακτο, Αντίρριο, Ξηρόμερο, Πρέβεζα, Βάλτο, Άγραφα, Ευρυτανία, ενώ το 1715, οι Τούρκοι ανακτούν και την Πελοπόννησο. Ο ζόφος της τουρκικής κυριαρχίας απλώνεται και πάλι πάνω στην Ελλάδα. Το μόνο που δεν απασχόλησε τους δυτικούς συνεταίρους του πολέμου στο Karlowitz ήταν η απελευθέρωση της Ελλάδας.

26/1/09

Γυπαετός

Ένα από τα πλέον σπάνια αρπακτικά που φιλοξενεί η χώρα μας είναι και ο Γυπαετός, ένα πουλί των ορεινών οικοσυστημάτων.
Το επιστημονικό του όνομα είναι Gypaetus barbatus, όπου barbatus σημαίνει μουστακαλής και το πήρε από το μουστάκι που εύκολα διακρίνεται στις δύο πλευρές του ράμφους του. Είναι ένα είδος γύπα με μία μεγάλη ρομβοειδή ουρά, δυναμικό πέταγμα, σχετικά γρήγορο, γεμάτο από ελιγμούς που πιο πολύ θυμίζουν ένα μεγάλο γεράκι, παρά ένα πουλί με άνοιγγμα φτερών που φτάνει τα 2,80 μέτρα και βάρος 5-7 κιλά. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι μπορεί να πετάξει πολύ νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα ή ακόμη και μέσα στα σύννεφα και στο ψιλοβρόχι. Επιπλέον, μπορεί εύκολα να απογειωθεί μετά από ένα μεγάλο γεύμα, σε αντίθεση με τα Όρνια που πρέπει πρώτα να χωνέψουν την τροφή. Ο αρσενικός και ο θηλυκός Γυπαετός οι οποίοι ζευγαρώνουν για μια ζωή αρχίζουν τις ερωτοτροπίες τους νωρίς τον Οκτόβριο εώς και τον Ιανουάριο, πετώντας πλάι-πλάι, κυνηγώντας ο ένας τον άλλο, ακροβατώντας με πλεγμένα τα νύχια τους και βουτώντας στο κενό. Διατηρούν μια επικράτεια, μέσης επιφάνειας 350 τετραγωνικών χιλιομέτρων, την οποία υπερασπίζονται ενάντια σε άλλα άτομα του ίδιου είδους. Φωλιάζουν μέσα σε μικρές σπηλιές ή σε προφυλαγμένες προεξοχές ψηλών ορθοπλαγιών. Για την επισκευή και το χτίσιμο της φωλιάς, που αρχίζει το Νοέμβριο, χρησιμοποιούν κλαδιά, μαλλί από πρόβατο και ότι άλλο είναι πρόσφορο. Συνήθως χτίζουν δύο και τρεις μεγάλες φωλιές ενώ γεννούν σε μία από αυτές ένα με δύο αυγά μέσα στο καταχείμωνο, Δεκέμβριο-Ιανουάριο. Η εκκόλαψη των αυγών, που γίνεται και από τους δύο γονείς διαρκεί κάτι λιγότερο από δύο μήνες. Τελικά τον Ιούνιο πετάει από τη φωλία, σχεδόν πάντα, ένα μόνο μικρό με σκούρο καφέ κεφάλι και ουρά.
Ο Γυπαετός είναι το μοναδικό πλάσμα στον κόσμο που τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά (70-90%) με κόκαλα. Στην Κρήτη οι βοσκοί δικαίως το έχουν ονομάσει Κοκαλά, καθώς γνωρίζουν τη συνήθειά του να σπάει τα μεγαλύτερα κόκαλα σε βραχώδεις πλαγιές τι "σπάστρες", με μία χαρακτηριστική τεχνική. Τα πετάει από μεγάλο ύψος σε βραχώδεις απότομες πλαγιές, ακολουθώντας τα από πίσω με μία σπειροειδή κάθοδο, διαδικασία την οποία επαναλαμβάνει ώσπου τελικά να σπάσουν τα κόκαλα. Στη συνέχεια τρώει τα κομμάτια ξεκινώντας από το μεδούλι. Τα μικρότερα κόκαλα τα καταπίνει ολόκληρα και το στομάχι του με τα πανίσχυρα γαστρικά υγρά, τα χωνεύει με ευκολία. Πολλές φορές, όταν καταπίνει ένα μακρύ κόκκαλο, ενώ η μία άκρη του βρίσκεται έξω από το στόμα του, έχει αρχίσει η πέψη της άλλης άκρης που βρίσκεται στο στομάχι του. Αυτή η διατροφική του συνήθεια φαντάζει περιέργη αλλά, από τη στιγμή που έχει λυθεί το πρόβλημα της πέψης των κοκάλων, αυτά αποτελούν μια πολύ θρεπτική τροφή, εύκολα αποθηκεύσιμη, για την οποία το πουλί δεν έχει ανταγωνιστές. Αλλη μια ιδιαιτερότητα του είδους είναι το "μακιγιάρισμα" των φτερών του με οξείδια του σιδήρου, τα οποία βρίσκει σε θέσεις με κόκκινο χρώμα ή στα τοιχώματα των σπηλιών όπου φωλιάζει, με αποτέλεσμα τα φύσει λευκά φτερά του κεφαλιού και του στήθους να χρωματίζονται πορτοκαλί. Οι λόγοι καθώς και τα οφέλη που οδηγούν σε αυτή τη συμπεριφορά του "μακιγιαρίσματος" μας είναι ακόμη άγνωστα.




Στις αρχές του αιώνα ο Γυπαετός είχε πλέον εξαφανιστεί από τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης και σήμερα επιβιώνουν απομονωμένοι μεταξύ τους πληθυσμοί στα Πυρηναία και στην Κορσική, ενώ στις Αλπεις το είδος έχει επανεισαχθεί τα τελευταία 13 χρόνια. Στην Ελλάδα ήταν αρκετά κοινός και ζούσε σε όλες σχεδόν τις βραχώδεις περιοχές, τόσο της ηπειρωτικής όσο και της νησιωτικής χώρας, με πιο γνωστό το παράδειγμα της Ρόδου όπου τον ονόμαζαν "Χαλιναρά" γιατί τα μουστάκια του θυμίζουν χαλινάρια. Σήμερα η χώρα μας φιλοξενεί στην Κρήτη και παρά τη μείωση, τον μεγαλύτερο νησιώτικό πληθυσμό του κόσμου με 12 επικράτειες, 10 εκ των οποίων διατηρούν ζευγάρια. Όμως, στην ηπειρωτική Ελλάδα τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Το είδος έχει γνωρίσει μια πρωτοφανή μείωση του πληθυσμού του, με αποτέλεσμα από κοινό είδος των βουνών μας, τη δεκαετία του '80 να υπάρχουν μόνο 5-11 ζευγάρια, για να φτάσουμε σήμερα να απαριθμούμε μία επικράτεια στο Όρος Τζένα και ενδεχομένως άλλη μία στη νότια Πίνδο. Με λίγα λόγια έχουμε φτάσει στο σημείο να ομολογούμε ότι το είδος δεν έχει ελπίδες να συνεχίσει να πετάει στο μέλλον στα βουνά της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Η συρρίκωνση πανευρωπαίκά οφείλεται στην καταστροφή ή υποβάθμιση των βιοτόπων του, στην ενόχληση κατά την αναπαραγωγική περίοδο, στη μείωση των πληθυσμών των άγριων ορεινών μηρυκαστικών αλλά και στην υποχώρηση της ορεινής κτηνοτροφίας, στο κυνήγι και στη χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων. Οι λόγοι αυτοί παραμένουν και σήμερα στη χώρα μας και συνεπώς η δράση για την προστασία του είδους είναι επιβεβλημένη καθώς η κατάσταση κρίνεται οριακή. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στα δηλητηριασμένα δολώματα, μια πραγματική μάστιγα, τα οποία έχουν αφανίσει ολόκληρους πληθυσμούς γυπών. Τα δολώματα τα οποία εξακολουθούν να τοποθετούνται, όπως χωρίς κανένα ενδοιασμό ομολογούν οι άνθρωποι της υπαίθρου, είναι η κυριότερη αιτία εξαφάνισης του Γυπαετού από το προπύργιό του, τη Στερεά Ελλάδα.

Έτσι, σήμερα αντικρίζουμε βουνά όπως ο Παρνασσός, η Γκιώνα και τα Βαρδούσια, εξαιρετικοί βιότοποι του είδους να είναι εντελώς άδεια από γύπες. Το πρόγραμμα Life είναι σε εξέλιξη, αλλά είναι λίγα αυτά που μπορούν να γίνουν για το Γυπαετό στην ηπειρωτική Ελλάδα. Ίσως η μόνη λύση να είναι , μετά από πολύ σοβαρή μελέτη και οργάνωση και αφού καταφέρουμε να εκλείψουν οι αιτίες της εξαφάνισης, η επανεισαγωγή του. Τουλάχιστον, κάτι μπορεί να γίνει για το είδος στην Κρήτη.

Πουρνάρι.

Το πουρνάρι (Quercus coccifera L., δρυς η κοκκοφόρος, πρίνος, κυπρ. περνιά) είναι ένα είδος αείφυλλης σκληρόφυλλης δρυός με ευρεία εξάπλωση γύρω από τη Μεσόγειο. Οφείλει την ονομασία του στους κόκκους ερυθρού χρώματος που σχηματίζουν οι προνύμφες του εντόμου Kermes vermilio μέσα στα φύλλα, όπου φωλιάζουν και νυμφώνονται. Οι νύμφες του εντόμου χρησιμοποιούνται εδώ και χιλιετίες για την παρασκευή κόκκινης βαφής.
Ταξινομικό καθεστώς
Η Quercus coccifera ανήκει στο Τμήμα Cerris, όπως και οι πλείστες αείφυλλες μεσογειακές δρύες. Αναγνωρίζονται δύο υποείδη, το υποείδος coccifera με εξάπλωση στη Δυτική Μεσόγειο και το υποείδος calliprinos, το οποίο επικρατεί στην Ανατολική Μεσόγειο. Τα δύο υποείδη διαφοροποιούνται κυρίως στο μέγεθος με το υποείδος calliprinos να λαμβάνει πιο συχνά διαστάσεις μεγάλου δέντρου. Το πουρνάρι διασταυρώνεται με σειρά άλλων σκηρόφυλλων μεσογειακών δρυών, όπως την αριά (Quercus ilex) και τη λατζιά (Quercus alnifolia) δίνοντας υβρίδια με ενδιάμεσα μορφολογικά χαρακτηριστικά
Μορφολογική περιγραφή
Το πουρνάρι φύεται ως αειθαλής θάμνος ή μικρό δέντρο ύψους 1-6 (-10) m. Ο φλοιός είναι τεφρόχρωμος, αρχικά λείος, αργότερα με φολιδωτό ή σχισμένο ξηρόφλοιο στον κορμό και στους γέρικους κλάδους. Τα φύλλα είναι απλά, διατεταγμένα κατ’ εναλλαγή, δερματώδη, με λεία επιφάνεια, μήκους 1-5 cm και πλάτους 0,5-2,8 cm. Τα νεύρα γενικά δεν εξέχουν. Οι παρυφές είναι συνήθως οδοντωτές με εξέχοντα ή στραμμένα προς την κορυφή κοντά ή μακριά, αιχμηρά δόντια και σπανιότερα μέχρι λειόχειλες. Η κορυφή είναι οξεία ή αμβλεία και η βάση στρογγυλεμένη ή ελαφρά καρδιοειδής και ο μίσχος βραχύς, σπάνια μακρύτερος των 5 mm. Τα άνθη είναι μονογενή - οι αρσενικοί ίουλοι φύονται μοναχικοί στις άκρες των νεαρών κλαδίσκων, ενώ τα θηλυκά άνθη εμφανίζονται μονήρη ή σε ζεύγη στις μασχάλες των φύλλων. Οι καρποί (βαλανίδια) εμφανίζονται μοναχικοί ή κατά ζεύγη. Ο ποδίσκος έχει μήκος 8-12 mm, ενώ το κύπελλο έχει διάμετρο 1-3 cm και μήκος 1-2,5 cm, καλύπτοντας συνήθως πάνω από το μισό του μήκους του βαλανιδιού, είναι άτριχο ή χνοώδες, καλυμμένο με χαλαρά πεπιεσμένα ή ισχυρά κυρτά προς τα έξω λέπια. Το κάρυο (βαλανίδι) έχει μήκος 1,5-3 (-3,5) cm και διάμετρο 0,8-1,5 cm και είναι χρώματος θαμπού καστανού. Το ενδοκάρπιο έχει πυκνό τρίχωμα .



Περιοχή εξάπλωσης - Βιότοπος
Το πουρνάρι είναι σημαντικό συστατικό στοιχείο της μεσογειακής σκληρόφυλλης βλάστησης. Φύεται από την Ιβηρική χερσόνησο και το Μαρόκκο στα δυτικά μέχρι τις ακτές της Μικράς Ασίας και της Παλαιστίνης στα ανατολικά.
Χρήσεις - Οικολογική σημασία
Πέρα από την παραγωγή κόκκινης βαφής, τα βαλανίδια του πουρναριού χρησιμοποιούνται στην ιατρική ως στηπτικά. Επίσης το πουρνάρι χρησιμοποιείται για βόσκηση αιγών. Το πουρνάρι είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό κατά της υπερβόσκησης αναπτύσσοντας αμυντικούς μηχανισμούς, όπως ισχυρά δόντια στα φύλλα. Επιπλέον, είναι ιδιαίτερα ξηρανθεκτικό είδος, αφού φύεται στα όρια της ερήμου (Συρία, Ιορδανία, Λιβύη). Ακόμη, πρεμνοβλαστάνει εύκολα μετά από πυρκαγιά, παίζοντας σημαντικό οικολογικό ρόλο, αφού προστατεύει το έδαφος από τη διάβρωση.

Βελανιδιά.

Η βελανιδιά ή βαλανιδιά ή δρυς (λατ. Quercus) είναι γένος φυτών της οικογένειας των φηγιδών (λατ. Fagaceae) με 531 αυτοφυή είδη του βόρειου ημισφαίριου της γης.
Είναι δέντρα ψηλά, αιωνόβια που βρίσκονται είτε σε πεδινές είτε σε ορεινές περιοχές. Η βελανιδιά είναι δένδρο φυλλοβόλο ή ημιαειθαλές ύψους μέχρι 15 μ., πλάτους κόμης μέχρι 13 μ. και διαμέτρου κορμού μέχρι 1 μ. Όταν αναπτύσσεται σε ελεύθερο χώρο, έχει ευρεία στρογγυλόμορφη κόμη με χοντρά κλαδιά, ανθεκτική σε δυνατούς ανέμους. Τα άνθη εμφανίζονται τον Απρίλιο - Μάιο και βρίσκονται ξεχωριστά στο ίδιο άτομο. Οι καρποί της είναι κυπελλόμορφα κάρυα (βελανίδια) μεγάλων διαστάσεων με μήκος 2,5-4,5 εκατ. και πλάτος 1,5-2,5 εκατ. και παράγονται κάθε έτος. Τα φύλλα της βελανιδιάς είναι δερματώδη, με σκληρή επιδερμίδα, που διατηρούνται πράσινα μέχρι αργά το χειμώνα, πολλές φορές και μέχρι την αρχή της άνοιξης.
Ο καρπός της βελανιδιάς είναι το βελανίδι, χρήσιμο για ζωοτροφές και στη βυρσοδεψία. Το ξύλο όλων των ειδών είναι βαρύ, σκληρό και δεν σαπίζει εύκολα. Χρησιμοποιείται στην οικοδομική, ναυπηγική, επιπλοποιία, στην κατασκευή σανίδων, δοκαριών και παρασκευάζονται από αυτό ξυλάνθρακες πολύ καλής ποιότητας. Η δρυς ήταν το ιερό δέντρο των αρχαίων Ελλήνων. Ήταν αφιερωμένο στο Δία και αποτελούσε σύμβολο δύναμης. Τα κλαδιά του ιερού αυτού δέντρου θρόιζαν στους χρησμούς στο Μαντείο της Δωδώνης. Σε ώρες ανάγκης οι καρποί της, οι δρυαβάλανοι, χρησίμευαν ακόμη και για τροφή. Τα «κύπελλα» των βελανιδιών της, γεμάτα σε περιεκτικότητα από τανίνη, ήταν για εκατοντάδες χρόνια το απαραίτητο υλικό για την επεξεργασία των δερμάτων.Μέσα στα δάση της βελανιδιάς ζούσαν οι Δρυάδες ή Αμαδρυάδες Νύμφες, που προστάτευαν τα ιερά δέντρα. Οι Δρυάδες Νύμφες χαίρονταν με τη βροχή, έκλαιγαν όταν η βελανιδιά δεν είχε φύλλα και πέθαιναν, όταν το δέντρο κοβόταν. Γι' αυτό και η υλοτόμηση της βελανιδιάς απαγορευόταν με ειδικούς νόμους.
Είναι ενθαρρυντικό το αυξανόμενο ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια για τα δάση βελανιδιάς. Το πρόγραμμα έχει ήδη προχωρήσει στην καταγραφή των δασών βαλανιδιάς στην Ελλάδα και μερικά από τα αποτελέσματα ακολουθούν. Στην Κρήτη δεν υπάρχουν φυσικά δάση βαλανιδιάς. Τα λίγα δέντρα που έχουν απομείνει είναι παλαιότερες καλλιέργειες βελανιδιάς, που τώρα βρίσκονται μεταξύ παραθεριστικών κατοικιών, στο νομό Ρεθύμνου. Στην Μυτιλήνη, τα φυσικά δάση είναι μεγάλα σε ηλικία και αραιά. Εντοπίζονται στο κέντρο του νησιού σε ηφαιστιογενή πετρώματα, στις υπώρειες του όρους Όλυμπος. Η βόσκηση είναι έντονη μέσα στα δάση, ενώ υπάρχουν και εγκαταλελειμμένες καλλιέργειες, που ήταν κυρίως σε βαθμίδες. Στη Λακωνία πυκνές συστάδες βαλανιδιάς εμφανίζονται δυτικά της περιοχής του Γυθείου. Αποτελούνται από μικρής ηλικίας δένδρα και βρίσκονται σε μικρούς λόφους, σε απότομες κλίσεις, όπου ήταν αδύνατη η γεωργική εκμετάλλευση και η οικιστική ανάπτυξη. Εκτεταμένη έκταση καλύπτουν και αραιά δάση βελανιδιάς, μεγάλης ηλικίας. Αυτά τα μεγάλης ηλικίας δάση εμφανίζονται είτε σε ήπιες κλίσεις με έντονη βόσκηση, είτε σε χαράδρες με έντονες κλίσεις. Στη Δυτική Ελλάδα, και συγκεκριμένα από τη Στροφιλιά Πελοποννήσου μέχρι και την Θεσπρωτία μεγάλης ηλικίας, αραιά δάση εμφανίζονται διάσπαρτα κυρίως σε πεδινές και ημιλοφώδεις περιοχές. Στην περιοχή αυτή γίνεται φανερό ότι τα δάση Βελανιδιάς, παλαιότερα πρέπει να επικρατούσαν σε όλη την πεδινή περιοχή όπου τώρα βρίσκονται γεωργικές καλλιέργειες και οικισμοί.Το Βελανιδοδάσος Ξηρομέρου καταλαμβάνει συνολική έκταση 130.000 στρεμμάτων περίπου και είναι το μεγαλύτερο σε έκταση στην περιοχή των Βαλκανίων. Βρίσκεται στην δυτική πλευρά του νομού Αιτωλοακαρνανίας και εκτείνεται από την παραλιακή περιοχή των όρμων Αστακού και Πλατυγιαλίου μέχρι τον ποταμό Αχελώο στα ανατολικά και στη λίμνη Οζερό στα βορειοανατολικά. Πρόκειται για ένα δημόσιας ιδιοκτησίας δάσος μέσα στο οποίο υπάρχουν και ιδιωτικές εκτάσεις, κυρίως καλλιέργειες και βοσκότοποι. Στην Αλεξανδρούπολη είναι χαρακτηριστική η εμφάνιση των μεμονωμένων, μεγάλης ηλικίας δένδρων μέσα στις γεωργικές καλλιέργειες. Εντυπωσιακή μορφή έχει και το αραιό δάσος που σχηματίζει σε μίξη με το Juniperus excelsa, σε χαμηλούς λόφους. Το δάσος εμφανίζεται άναρχο και χωρίς ιδιαίτερες ανθρώπινες επεμβάσεις. Σε πολλές περιοχές, όπως στο Κουριζόμενο δάσος στον Αλμυρό Βόλου, τα λίγα δένδρα που υπήρχαν έχουν εξαφανιστεί και μόνο μεμονωμένα δένδρα έχουν απομείνει στις άκρες των δρόμων, απομεινάρια μιας άλλης εποχής.

Τα κυριότερα είδη που βρίσκονται στην Ελλάδα και την Κύπρο είναι :
1. Η ήμερη βελανιδιά (δρυς αιγίλωψ, λατ. Quercus aegilops). Φτάνει τα 30 μέτρα σε ύψος και ευδοκιμεί σε θερμό και ξηρό περιβάλλον, βρίσκεται στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου σε πεδινές περιοχές, καθώς και στους πρόποδες των βουνών. Τα φύλλα της είναι δερματώδη, ωοειδή με οξείες παρυφές , χνουδωτά. Ο καρπός της είναι σκληρό κάρυο κυπελλοφόρο και μονόσπερμο. Το κύπελλο του καρπού φέρει πυκνά αγκαθωτά λέπια. Πάντως υπάρχουν και άκαρπα δέντρα και αυτό αποδίδεται στην κακή ανθοφορία. Το ξύλο της είναι βαρύ και πολύ σκληρό. Στην Ελλάδα βρίσκεται στις Κυκλάδες, βόρειες Σποράδες, Αττική, Ρόδο, Κρήτη, Θεσσαλία και Βοιωτία. Από τα κύπελλα των καρπών βγαίνει εκχύλισμα που είναι χρήσιμο στη βαφική και τη βυρσοδεψία.
2. Η δρυς η έμμισχος (λατ. Quercus robur). Φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα και σχηματίζει μεγάλα δάση στις περιοχές της Βορείου και κεντρικής Ευρώπης Ο κορμός της έχει χρώμα γκριζωπό ή σκούρο γκρίζο και ο φλοιός βαθιές ρωγμές. Τα φύλλα της αναπτύσσονται μαζί με τα άνθη και είναι ενωμένα, λεία και έχουν ακανόνιστους λοβούς. Τα βαλανίδια έχουν χαρακτηριστικό μακρύ ποδίσκο. Στην Ελλάδα βρίσκεται σε χαμηλές ορεινές περιοχές και σε υψόμετρο από 800-1000 μέτρα. Είναι γνωστή και με τις ονομασίες ρουπάκι, ρένια και ροτούκι.
3. Η δρυς η άμισχος (δρυς η πετραία, λατ. Quercus petraea). Διαφέρει από την έμμισχο στο ότι τα βαλανίδια της έχουν μικρό μίσχο. Μαζί με την έμμισχο αποτελούν τις άγριες βελανιδιές.
4. Δρυς η Μακεδονική (λατ. Quercus trojana). Φτάνει σε ύψος τα 20 μέτρα και βρίσκεται στις περιοχές των Βαλκανίων. Στην Ελλάδα βρίσκεται με μεμονωμένα δέντρα σε δασικές περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.
5. Η δρυς η κήρρις (λατ. Quercus cerris). Συγγενικό είδος με τα προηγούμενα. Βρίσκεται σε πολλές Ευρωπαϊκές χώρες και στην Ελλάδα είναι αναμεμειγμένη με άλλα δέντρα. Γνωστή και με τις ονομασίες τσέρο και ρουπάκι. Ο φλοιός της έχει βαθιές, ευθύγραμμες ρωγμές και τα βελανίδια της είναι μεγάλα, μακριά με κύπελλο που φέρει πολλά λέπια.
6. Η λατζιά (δρυς η κληθρόφυλλη, λατ. Quercus alnifolia), θαμνώδες αειθαλές ενδημικό είδος της Κύπρου.
7. Το πουρνάρι ή πρίνος (δρυς η κοκκοφόρος, λατ. Quercus coccifera), θαμνώδης αείφυλλος σκληρόφυλλος θάμνος με ευρεία εξάπλωση στην περιοχή της Μεσογείου.
8. Η δρυς η βαφική (λατ. Quercus infectoria), ημιφυλλοβόλο δέντρο με εξάπλωση από τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου μέχρι το ΝΔ. Ιράν.
9. Η Αριά (Quercus ilex) αειθαλές δένδρο με σφαιρική κόμη και γκριζοπράσινα μικρά φύλλα.

Άρκευθος (Juniperus)

Είναι θάμνος αειθαλής. Φθάνει τα 9 μ. ύψος και 4 μ. διάμετρο. Όλα τα μέρη του φυτού είναι αρωματικά. Τα φύλλα του σε νεαρή ηλικία είναι βελονοειδή, σε ώριμη μετατρέπονται σε μυτερά, διιστάμενα και σε διάταξη ανά 3 σε σπονδύλους. Στην επάνω επιφάνεια φέρουν μια διπλή λευκή γραμμή. Είδος δίοικο (σπάνια μόνοικο). Άνθη μονογενή. Διατάσσονται σε σφαιρικούς ιούλους, στις βάσεις των βελονών. Ανθίζει Μάρτιο και Ιούνιο. Τα άνθη του δεν αυτογονιμοποιούνται. Ο καρπός είναι ραγόμορφος στρόβιλος. Στην αρχή είναι πράσινος και στη συνέχεια μαύρος, με γαλανό επίχρισμα. Οι σπόροι δεν έχουν πτερύγια, ελευθερώνονται μετά τη σήψη των κώνων. Ωρίμανση τον Οκτώβριο του δεύτερου (στη χώρα μας) ή τρίτου χρόνου μετά την άνθηση.
Είδος φωτόφυτο έως ημισκιόφυτο, ανθεκτικό σε ξηρασία, παγετούς και δυνατούς ανέμους. Αναπτύσσεται σε περιοχές με ελάχιστη ηλιοφάνεια και πολύ βροχή, σε ερεικώνες, σε χερσότοπους. Παρά το ότι είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό στις χαμηλές χειμερινές θερμοκρασίες, εν τούτοις σε νεαρή ηλικία δεν αντέχει τους όψιμους παγετούς. Συναντάται σε ασβεστούχες άδεντρες λοφώδεις εκτάσεις και σε όξινη τύρφη. Συχνά είναι το κυρίαρχο είδος σε ασβεστόλιθο και σχιστόλιθο. Προτιμά τα ξηρά ή νωπά οποιουδήποτε τύπου εδάφη, ελαφριά, μέτρια, έως και πολύ βαριά πηλώδη, αρκεί να έχουν καλή αποστράγγιση. Επιβιώνει σε φτωχά εδάφη και επίσης σε πολύ όξινα έως και πολύ αλκαλικά (pΗ από 4 μέχρι και 8).
Το ξύλο, συμπαγές, ανθεκτικό και ευκατέργαστο, δεν σαπίζει. Χρησιμοποιείται στην κατασκευή μολυβιών, εργαλείων, κ.λ.π. Πρακτικά θεωρείται ότι είναι απρόσβλητο από έντομα, λόγω της μεγάλης παρουσίας ελαίων. Πολύ χρήσιμο φυτό στην ιατρική (διουρητικό, τονωτικό), ζαχαροπλαστική, μαγειρική και αρωματοποιία. Οι καρποί του έχουν μια γλυκόπικρη γεύση και ευχάριστο πικάντικο άρωμα που το κάνουν κατάλληλο στον αρωματισμό των τροφών και αλκοολούχων ποτών, ιδιαίτερα του τζιν και λικέρ. Χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, εν τούτοις σε μεγάλες δόσεις μπορεί να προκαλέσει καταστροφή των νεφρών.

Από τη χώρα μας κατάγονται τα είδη J. drupacea (Άρκευθος, δρυπώδης, δενδρόκεδρο), J. oxycedrus (Άρκευθος, οξύκεδρος, αγριόκεδρο), J. macrocarpa (Άρκευθος,μακρόκαρπη, θαλασσόκεδρο), J. communis (Άρκευθος, κοινή, θαμνόκεδρο), J. nana ( Άρκευθος, νανώδης), J. phoenicea (Άρκευθος, φοινικική, θαμνοκυπάρισσο), J. foetidissima (Άρκευθος, δυσοσμότατη, βουνοκυπάρισσο), J. excelsa (Άρκευθος, ψηλή, αγριοκυπάρισσο) που θα τα συναντήσουμε από την κορυφή του Ολύμπου (J. nana) ώς τη Γαύδο (J. phoenicea), ενώ φυτά του γένους θα συναντήσουμε επίσης στους περισσότερους κήπους και πάρκα της χώρας μας. Το γένος περιλαμβάνει συνολικά πάνω από 50 είδη φυτών που κατάγονται από το βόρειο ημισφαίριο.


Άρκευθος οξύκεδρος ή αγριόκεδρο (Juniperus oxycedrus )
Θάμνος ή δέντρο με ύψος μέχρι 10 μέτρα. Έχει κόμη κωνική με κλαδιά μέχρι το έδαφος. Ο φλοιός του είναι γκριζοπράσινος.Τα φύλλα του είναι λογχοειδή, πράσινα με μήκος 1 ως 2,5 εκατοστά.


Άρκευθος η κοινή ή θαμνόκεδρο (Juniperus communis)
Όρθιος μέχρι κατακείμενος θάμνος με ύψος 3 ως 5 μέτρα και σπάνια μικρό δέντρο που μπορεί να φτάσει τα 15 μέτρα . Η κόμη είναι πυραμειδοειδής που αγγίζει το έδαφος. . Ο φλοιός του στην αρχή είναι λείος κι αργότερα με σχισμές και γκριζοκάστανο χρώμα. Τα φύλλα του είναι βελονοειδή και δύσκαμπτα, με μήκος 0,5 ως 2 εκατοστά.

25/1/09

Σωτηροπουλαίοι.

Σωτηρόπουλος Γεώργιος από τη Λευτοκαρυά.
Με τις οδηγίες του Μακρυγιάννη και αρχηγό τον Καραϊσκάκη πολέμησε έξω από το Μεσολόγγι. Μετά τη μάχη μπήκε μέσα για ενίσχυση, πολέμησε στην Κλείσοβα και στην ηρωική έξοδο διασώθηκε.
Σωτηρόπουλος Γ. Παναγιωτάκης από τη Λομποτινά (Άνω Χώρα).
Επικεφαλής σώματος και με αρχηγό τον Καραϊσκάκη παραβρέθηκε στη μάχη έξω από το Μεσολόγγι κατά του Κιουταχή. Μετά τη μάχη μπήκε μέσα για ενίσχυση της φρουράς και διακρίθηκε σαν ακατάβλητος μαχητής και ασύγκριτος υπονομοποιός προξενώντας μεγάλες απώλειες στους πολιορκητές. Ως φρούραρχος στο νησάκι της λιμνοθάλασσας την Κλείσοβα, στην ομώνυμη μάχη που έγινε στις 25-3-1826 ξεπέρασε σε ανδρειοσύνη, παλληκαριά και ευψυχία τις καθιερωμένες κορυφές του '21 και δίκαια αποκλείθηκε «ήρωας της Κλείσοβας». Μετά τη μάχη της Κλείσοβας και αφού υπόφερε όλα τα δεινά και τις κακουχίες της πολιορκίας του Μεσολογγίου, πήρε μέρος στην ηρωική έξοδο από την οποία βγήκε ζωντανός και συνέχισε τη λαμπρή δράση του.

Διένεξη Καναβαίων Και Σωτηροπουλαίων
Γνωστή είναι η διένεξη των δυο μεγάλων οικογενειών της Μεγάλης Λομποτινάς (Ανω Χώρας) της επαρχίας μας. Τούτες, ιδιαίτερα η πρώτη, εδέσποζαν για δεκαετίες στα πράγματα της επαρχίας μας ιδίως κατά την Τουρκοκρατία. Ο άκρατος ανταγωνισμός τους, παρότι συνδεμένες με συγγενικούς δεσμούς, τις οδήγησε στην καταστροφή. Πολλά μέλη των οικογενειών αυτών, που θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλές υπηρεσίες στον ξεσηκωμό του "Εθνους, έγιναν στην αυγή της επανάστασης θυσία στο βωμό ενός αδυσώπητου μίσους. Μια σειρά εγγράφων της εποχής ρίχνουν κάποιες αχτίδες φωτός στη σκοτεινή αυτή διαμάχη που είχε προκαλέσει, ενώ το έθνος βρισκόταν σε επανάσταση και χρειαζόταν όλα τα παιδιά του, αναβρασμό στα Κράβαρα.

Σισμαναίοι και Μακρυγιανναίοι.

Γενικά
Οι Σισμαναίοι και οι Μακρυγιανναίοι είναι δυο μεγάλα ξενόφερτα για το χώρο της Ναυπακτίας ταράφια. Οι πρώτοι έλκουν την καταγωγή τους μάλλον από τη Βουλγαρία και οι δεύτεροι από τη γειτονική Δωρίδα, όπου είναι και η αρχική ρίζα του οικογενειακού. Κατατρεγμένοι και κυνηγημένοι από τους κατακτητές της εποχής (Ενετούς και Τούρκους) ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Αράχοβα και τη Στύλια αντίστοιχα. Η μετακίνηση των Μακρυγιαναίων χρονολογείται το 18ο αιώνα. Και στις δυο περιπτώσεις λόγω της υπεροχής των κέρδισαν πολύ γρήγορα την εμπιστοσύνη των περιχώρων και εξελίχθηκαν σε οικογενειακά που ακόμα και σήμερα επισύρουν την προσοχή και το σεβασμό. Πολιτικοστρατιωτικές οικογένειες ανάδειξαν κατά καιρούς οπλαρχηγούς, στρατηγούς, δημογέροντες, πρόκριτους, βουλευτές, δημάρχους κ.λ.π.
Σισμαναίοι:
Οι Σισμαναίοι με γενάρχη τον Αναγνώστη εγκαταστάθηκαν στην Αράχοβα μπροστά από το 1700. Ήδη στα 1575, όπως φαίνεται από τουρκικό κατάστιχο υπήρχε η Αράχοβα. Πρώτη οικογένεια της Αράχοβας και εξέχουσα της Ναυπακτίας έπαιξε και παίζει ακόμα και σήμερα ρόλο σημαντικό. Στους εθνοαπελευθερωτικούς μας αγώνες, αλλά και από τη θηριώδη μανία του αιμοδιψή Αλή πασά, η οικογένεια Σισμάνη έχυσε άφθονο αίμα. Θύματα ο Θανασούλας, ο Γεωργούλας, ο Νικολάκης, ο Μήτσος, ο Γιαννάκης, ο Θανάσης κ.λ.π. Ο αρματολός Κώστας Σισμάνης έγινε γνωστός από την προεπαναστατική περίοδο όταν επί Αικατερίνης β', επικεφαλής πολυάριθμου σώματος έλαβε μέρος στα Ορλοφικά και εξεγέρθηκε εναντίον των Τούρκων της Ναυπακτίας. Επίλεκτο μέλος και αντάξιος συνεχιστής της οικογένειας υπήρξε και ο Νικολάκης Γεωργούλα Σισμάνης.
ΣΙΣΜΑΝΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ 1810-1863 ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ: Ο Νικολάκης γεννήθηκε γύρω στα 1810. Έλαβε μέρος με τον θείο του, οπλαρχηγό Θανάση Ν. Σισμάνη, στην Επανάσταση και παρευρέθηκε σε διάφορες μάχες. Τελικά αιχμαλωτίσθηκε από τους Τούρκους και κατόρθωσε να δραπετεύσει γύρω στα 1829. Ο θείος του, Θανάσης, πέθανε στην αιχμαλωσία. Αντιοθωνικός επαναστάτησε την περιοχή εναντίον των Βαυαρών. Αργότερα πολέμησε στην επανάσταση της Θεσσαλίας το 1854 και πήρε μέρος στην επανάσταση που εκθρόνισε τον Όθωνα (1862). Το έτος 1835 παντρεύτηκε την κόρη τού οπλαρχηγού των Κραβάρων, Ιωάννη Ν. Μακρυγιάννη, από τη Στύλια, με την οποία απόχτησε ένδεκα παιδιά. Εκτός από δημογέροντας εκλέχτηκε και δυο φορές βουλευτής. Δολοφονήθηκε από πολιτικούς αντιπάλους του στις 8 Σεπτεμβρίου 1863 στον Πλάτανο Κραβάρων, μέρα πανηγυριού, την ώρα που όλο το χωριό χόρευε και γλεντούσε. Από τότε το πανηγύρι αυτό καταργήθηκε.


Μακρυγιανναίοι:
Γενάρχης των Μακρυγιανναίων για τα Κράβαρα είναι ο Δωριεύς κλεφτοκαπετάνιος Νικόλαος Ιω. Μακρυγιάννης. Οι Μακρυγιανναίοι πολύκλαδο δένδρο στο χώρο της Ναυπακτίας, θεωρούνται παρακλάδι των κλεφταρματωλών και καπεταναίων της Ρούμελης. Κυνηγημένοι όπως είπαμε και παραπάνω, ήρθαν από τη Δωρίδα και έχτισαν τη Στύλια Ναυπακτίας. Γνωστός γόνος της οικογένειας ο πρωτότοκος γιος του γενάρχη Ιωάννης, ο οποίος χρημάτισε κλέφτης, οπλαρχηγός, στρατηγός, δημογέροντας, πάρεδρος κ.λ.π. με πλούσια δράση και πολύτιμες στρατιωτικές και πολιτικοκοινωνικές υπηρεσίες. Δεν στερείται πολιτικής σημασίας το ότι στα 150 χρόνια της απελευθέρωσης μας ξεπετάχτηκαν και εκλέχτηκαν άρχοντες σε διαφορετικά σημεία της επαρχίας μας επτά Μακρυγιανναίοι. Από το γάμο του στρατηγού Ιωάννη Ν. Μακρυγιάννη που παντρεύθηκε, μια βαριόπροικη Κολοβελονοπούλα από τη Σιτίστα (Γραμ. Οξυά) γεννήθηκε και η Αικατερίνη.

Ξυδαίοι.

Η μεγάλη οικογένεια των Ξυδαίων προέρχεται από τη Σίμου Ναυπακτίας με αξιόλογη δράση κατά την Τουρκοκρατία, την επανάσταση και τους μεταεικοσιενικούς χρόνους. Ιδιαίτερα σημαντική υπήρξε η δράση τους στον στρατιωτικό τομέα, χωρίς να παραγνωρίζεται και η δράση τους στον διοικητικό και πολιτικό τομέα, αφού κατά την Τουρκοκρατία και την επανάσταση ένα τουλάχιστον μέλος της πάντοτε συμπεριλαμβανόταν στους προκρίτους της επαρχίας Κραβάρων. Ξυδαίοι υπήρχαν στην Κλεπά και στον Πλάτανο και είναι άγνωστο αν είχαν συγγενική σχέση με τους Ξυδαίους της Σίμου.Γενεαλογικά Για τις ρίζες της οικογένειας δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Οι μόνες πηγές είναι μερικές ομολογίες της Τουρκοκρατίας, όπου υπογράφουν κάποιοι από τους Ξυδαίους ως μάρτυρες. Ο Μήτρος Ξιδόπουλος, Αντώνης Ξιδόπουλος, Πέτρος Ξιδόπουλος (κατά τη δική τους γραφή) μάλλον ήταν αδέλφια, παιδιά του Ξύδη (άγνωστο το βαπτιστικό του) και τους συναντάμε στα 1790. Για τον Μήτρο και τον Πέτρο δεν γίνεται στις γνωστές πηγές έκτοτε λόγος. Τον Αντώνη τον συναντάμε στα 1800, 1811 και 1817. Μετά το 1817 δεν απαντιέται στις γνωστές πηγές. Ο Αναγνώστης Ξιδόπουλος που υπογράφει με τον Αντώνη Ξύδη είναι ο γνωστός Στρατηγός του 21 Θύμιος Ξύδης. Ο Χρίστος Ξυδαντωνίου, που τον συναντάμε στα 1811, είναι προφανές ότι είναι γιος του Αντώνη Ξύδη (Ξυδαντώνη). Ο Κωνσταντής ή Μπέης που τον συναντάμε στα 1817 μαζί με τον Αντώνη είναι ο γνωστός πρόκριτος. Πιθανολογούμε ότι ο Αντώνης Ξύδης είχε παιδιά: τον Θύμιο ή Αναγνώστη, τον Σπύρο ή Σπήλιο, τον Κωνσταντή ή Μπέη και τον Χρίστο. Από άλλες πηγές ξέρουμε ότι ο Θύμιος, Σπύρος και Κωνσταντής, η Ευφροσύνη σύζυγος Δημητρίου Γ. Λούρου και η σύζυγος του Ν. Βαλτινού ήταν αδέλφια. Τώρα ποιος ήταν ο πατέρας Ξύδης και ο υιός Ξύδη, που κατά τον Αινιάνα εξοντώθηκαν από τον Αλήπασα, δεν μπορούμε να ξέρουμε. Ήταν ο γέρο Ξύδης (πατέρας των: Μήτρου, Αντώνη και Πέτρου) ή ο Αντώνης Ξύδης, με τον γιο του Χρίστο, που δεν απαντιέται στις πηγές μετά το 1811, ή με κάποιον άλλο γιό πουδεν ξέρουμε; Δυστυχώς δεν μπορούμε να απαντήσουμε με βεβαιότητα. Ο Θύμιος ήταν άγαμος. Ο Κωνσταντής κατά τον Καρκαβίτσα νυμφεύθηκε την διάσημη για την ομορφιά της Λάμπρω Γιάννη Καναβού. Τούτο επιβεβαιώνεται και από την οικογενειακή παράδοση. Επομένως δεν είναι σωστό αυτό που γράφει ο Κωτσόπουλος ότι η σύζυγος του ήταν η Ελένη Νικολ. Δεσποτόπουλου από Χώμορη. Πιθανόν όμως να έγινε σύγχυση με την Ελένη συζ. Σπύρου Ξύδη. Παιδιά του Κωνσταντή Ξύδη ήταν ο Νάκος Ξύδης, που παρουσιάζεται στις καταστάσεις των ενόρκων να έχει γεννηθεί στα 1815 και πιθανόν ο Θύμιος (1823-1903), ο Θόδωρος (1833-1869) και ο Γιάννης Ξύδης, που εμφανίζεται στις καταστάσεις αριστείων (1844) να παίρνει χάλκινο αριστείο. Παιδιά του Σπύρου Ξύδη και της Ελένης είναι: ο Αντώνης, η Ευφορία και η Βασιλική συζ. Κ. Γουβέλη. Ο Αντώνης στα 1865 αναφέρεται σε πιστοποιητικό του Δήμου Προσχίου 25 ετών (γεν. 1840), ενώ στους καταλόγους των ενόρκων18 εμφανίζεται ότι γεννήθηκε στα 1823.


Οι Ξυδαίοι στην επανάσταση.
Θύμιος (Αναγνώστης) Ξύδης:
Ο σημαντικότερος των Ξυδαίων ήταν ο Θύμιος-Αναγνώστης Ξύδης. Από τα αυτόγραφα γράμματα του φαίνεται ότι ήταν εγγράμματος και είχε και τον εκκλησιαστικό τίτλο του Αναγνώστη. Είναι βεβαιωμένο ότι υπηρετούσε στην αυλή του Αλήπασα· εκεί άλλωστε έμαθε τη στρατιωτική τέχνη. Άγνωστο, αν ξεκίνησε ως όμηρος, γιατί πάντα ο Αλήπασας συνήθιζε να κρατάει ομήρους γόνους επιφανών οικογενειών, για να τις ελέγχει, ή στρατολογήθηκε λόγω των ικανοτήτων του. Πόσο έμεινε στα Γιάννενα δεν γνωρίζουμε. Λέγεται ότι κατόρθωσε να δραπετεύσει κατά την πολιορκία του Αλή από τα Σουλτανικά στρατεύματα. Εκείνο που ξέρουμε σίγουρα είναι ότι τον βρίσκομε με την έναρξη της επανάστασης στα 1821 στη Ναυπακτία να ηγείται σώματος 600 ανδρών στην πολιορκία της Ναυπάκτου, όπου και πληγώθηκε καιρίως, ως αναφέρει ο ίδιος σε αναφορά του προς το Υπουργείο πολέμου. Στην αναφορά του αυτή είναι έκδηλη η πικρία του από την συμπεριφορά μερικών καπιταναίων των επαρχιών Βενετικού και Κραβάρων, ως επίσης δύσκολα υποκρύπτεται η περηφάνειά του, ότι υπήρξε η «ψυχή» της πολιορκίας της Ναυπάκτου. Βέβαια δεν έχομε λόγους να αμφισβητήσουμε τούτο. Εκτός από τον ακέραιο και γενναίο χαρακτήρα του, η επισημότητα της αναφοράς, αφού παραλήπτης ήταν το Υπουργείο Πολέμου, που εύκολα μπορούσε να ελέγξει τα γραφόμενα, είναι στοιχεία που μας βεβαιώνουν την ακρίβεια και την πιστότητα αυτής. Και είναι τουλάχιστον μικρόχαρο και εξυπηρετικό σκοπιμοτήτων το πιστοποιητικό της 22 Φεβρουαρίου 1844 που υπογράφεται κυρίως από παλιούς προύχοντες που δεν είχαν σχέση με τη Ναύπακτο και αναφέρεται στον ποτέ Γεώργιο Λογοθέτη Καναβό σημειώνοντας ότι: «[ο Γεώργιος Καναβός]... εσήκωσε με θ' εαυτού άπαντα τα όπλα της επαρχίας Κραβάρων μετά των επί τούτω προετοιμασμένων οπλαρχηγών Κώστα Χορμόβα, Διαμαντή Χορμόβα και Γεωργίου Πηλάλα μεθ’ όλων των προεστών των Κραβάρων συμποσούμενων απάντων εις δύο χιλιάδες περίπου όπλων...». Πουθενά βέβαια δεν αναφέρονται οι Ξυδαίοι, οι Σισμαναίοι, οι Σωτηραίοι, οι Ροντηραίοι, οι Μακρυγιανναίοι, ο Καλτσοδήμος και άλλοι μικρότεροι οπλαρχηγοί γιατί τούτο θα μείωνε κατά τους συντάκτες του πιστοποιητικού τον προβαλλόμενο ως «αρχιστράτηγο» Κοτζαμπάση. Από πιστοποιητικά στρατιωτών διαπιστώνουμε ότι έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στη Ρούμελη (Αγάθωνα Υπάτης κλπ.) μέχρις ότου απογοητευμένος από τις αντενέργειες των καπιταναίων της περιοχής, που τον θεωρούσαν αντίζηλο στην στρατιωτική αρχηγία των Ναυπακτιακών όπλων, αναγκάσθηκε να περάσει στην Πελοπόννησο και να ενταχθεί με το σώμα του από 67 στρατιώτες στο σώμα του Στρατηγού Ανδρέα Λόντου. Πότε πέρασε στην Πελοπόννησο δεν είναι εξακριβωμένο. Εκεί έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και πολιορκίες, όπως στην Πάτρα, στη Βοστίτζα, στην Ακρατα. Ακόμα ο Θύμιος ξαναπέρασε στην Ρούμελη και έλαβε μέρος στη μάχη της Καλιακούδας (28 Αυγούστου 1823). Μετά ξαναγύρισε στην Πελοπόννησο, όπου στα τέλη του 1823 ανέλαβε Πολιτάρχης Τριπολιτσάς. Έξι ημέρες μετά την υποβολή της παραπάνω αναφοράς του, το Βουλευτικό εγκρίνει την προαγωγή του σε Χιλίαρχο. Την 1 Δεκεμβρίου 1824 εγκρίνει πάλι το Βουλευτικό την προαγωγή του σε στρατηγό. Κατά τα πιστοποιητικά των στρατιωτών του, ο Θύμιος Ξύδης, ενώ ήταν Πολιτάρχης Τριπολιτσάς διεκπεραιώθηκε στη Ρούμελη και έλαβε μέρος στη μάχη της Άμπλιανης (14 Ιουλίου 1824). Τον Αύγουστο τον συναντούμε πάλι ως Πολιτάρχη Τριπολιτσάς, με αρκετή δράση που φαίνεται στα παρακάτω έγγραφα. Βέβαια ως πολιτάρχης βρέθηκε στη δίνη του εμφύλιου πολέμου. Ακολουθούσε τις προσταγές της Διοίκησης (πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γ. Κουντουριώτης) και τις εφάρμοζε με ακρίβεια. «Ημείς όσοι εδώ προσταγμένοι παρά της διοικήσεως ευρισκόμεθα, είμεθα πρόθυμοι να χύσωμεν το αίμα μας υπέρ της διοικήσεως και υπέρ των νόμων» γράφει στις 2.9.1824 προς την Υπέρτατη Διοίκηση. Ο Θύμιος ήταν ατρόμητος και ορμούσε ακατάσχετος, γι' αυτό διέπρεπε σ' όλες τις μάχες που έλαβε μέρος. Η ριψοκίνδυνη ορμητικότητα του έκανε πολλούς συναδέλφους του οπλαρχηγούς να του φωνάζουν προσπαθώντας να τον συγκρατήσουν: Ξύδημ’, δεν είναι εδώ τα Γιάννινα να πέφτεις από τα παραθύρια. (Στα Γιάννενα ήταν ξακουστός για τους έρωτες του). Το τέλος του γενναίου Κραβαρίτη οπλαρχηγού ήλθε στις 7 Απριλίου 1825 στο Κρεμύδι κοντά στο Νιόκαστρο Μεσσηνίας. Ο Πολιτάρχης Στρατηγός είχε λάβει διαταγή να εκστρατεύσει κατά των Αράβων. Εκεί στο Κρεμύδι έδειξε απαράμιλλο θάρρος και ανδρεία και τελικά έπεσε ηρωικά μαχόμενος. Ο άπειρος θαλασσινός Σκούρτης, που ανοήτως η Κυβέρνηση τον διόρισε αρχηγό των στρατιωτικών σωμάτων, πήρε πολλούς στο λαιμό του. «Οι περισσότεροι έφυγαν, και ούτως οι ανδρείοι εφονεύθησαν» και ένας από τους ανδρείους ήταν ο Θύμιος Ξύδης. Ακόμα «μερικοί βεβαίωναν ότι είδαν το πτώμα του Ξύδη, το οποίον εγνώρισαν μολονότι ήταν ακέφαλον». Σώθηκε όμως η σημαία του από ένα γενναίο στρατιώτη Κραβαρίτη (το σώμα του Ξύδη αποτελιόταν στην πλειοψηφία του από Κραβαρίτες) που τον καταδίωκαν για πολλές ώρες οι εχθροί. Στην κορυφή του κονταριού της σημαίας ήταν γραμμένες οι λέξεις: «Θεός! Πατρίδα! Ελπίδα! Φιλανθρωπία!». Οι χαρακτηριστικές αυτές λέξεις δείχνουν το χαρακτήρα του Ξύδη. Ο Στρατηγός Θύμιος Ξύδης ήταν θανάσιμα πληγωμένος. Ένας στρατιώτης κι αυτός πληγωμένος προσπαθούσε μάταια να οδηγήσει τον στρατηγό του έξω από την ακτίνα προσβολής των εχθρών. Έμεινε κοντά του ένας 14χρονος που αρνιόταν να εγκαταλείψει το στρατηγό, παρά την αυστηρή διαταγή του να φύγει, να τρέξει να σωθεί. Ο μικρός αγωνιστής κρύφτηκε σ' ένα λάκκο, σκότωσε ένα Αιγύπτιο και του πήρε το ντουφέκι του, που τόφερε αργότερα λάφυρο στα Κράβαρα. Τα στιγμιότυπα αυτά της αφοσίωσης των στρατιωτών στο στρατηγό, δείχνουν τον σεβασμό και την αγάπη που απολάβαινε ο Θύμιος για την ανδρεία του και τις στρατηγικές του ικανότητες. Μεγάλες επικήδειες τιμές αποδόθηκαν στην Τριπολιτζά στη μνήμη του ατρόμητου στρατηγού και ήταν ευτυχής συγκυρία που κάποιος ξένος αυτόπτης τις κατέγραψε. Ο ηρωικός θάνατος του Θύμιου Ξύδη δεν μπορούσε να μείνει απαρατήρητος από την δημοτική μούσα. Ενώ ήταν Πολιτάρχης στην Τρίπολη αγαπούσε ωραιότατη νέα, που τον παρουσιάζει να θρηνεί το χαμό του το δημοτικό τραγούδι που κατέγραψε στα 1890 στη Σίμου ο Καρκαβίτσας:
«— Θύμιο μου τι συντάζεσαι, συντάξεις τ άρματα σου;
— Θέλω να πάου στο Νιόκαστρο, που γένουντ' οι πόλεμοι
και πάλι συλλογίζομαι και πάλι συλλογιούμαι,
π' αν λαβωθώ’ γω τα’ αρφανό, π' αν σκοτωθώ το μαύρο,
δεν έχω μάνα να με κλαίει και να πονεί για μένα.
— Ξένε μ' σε κλαίν' οι φίλοι σου, σε κλαιν οι εδικοί σου,
κι από κρυφά σε κλαίω κ εγώ στα μαύρα φορεμένη.
Τρεις χρόνους κάνω ξέπλεγη, τρεις χρόνους και τρεις μήνους,
κι αν με ρωτήσ' η μάνα μου κ η δόλια η αδελφή μου,
— Κόρη μ' πούναι ο άντρας σου, σαν πούναι κι ο καλός σου;
— Άντρας μου πάει στο Νιόκαστρο που γένουντ' οι πόλεμοι,
δεν ξέρω κι αν λαβώθηκε, δεν ξέρω κι αν σκοτώθη!»
Και ο Γιώργος Αθάνας, ο κορυδαλλός του Επάχτου, δεν μπορούσε παρά να τραγουδήσει το γενναίο στρατηγό:
«Απ' του Μοριά το Νιόκαστρο, μες απ' το Ναβαρίνο
πουλάκι αναφτερώνεται για μακρινό ταξίδι.
Το χαιρετώ στη Ρούμελη, στον Έπαχτο τ' αφήνω.
Στη Σίμου πικροκελαϊδεί και κλαίει το Θύμιο Ξύδη!
Βαρείτε νεκροκάμπανα, στα μαύρα φορεθήτε,
σύντροφοι του καριοφυλιού, κορίτσια της αγάπης.
Το παλικάρι τ' όμορφο δε θαν το ξαναϊδήτε.
Το' φάγε ο κάμπος κι ο Μοριάς κι ο Ιμπραχήμ αράπης »
Όμως πέρα από τους επαίνους για τα προτερήματα του υπάρχει και μια βαριά κατηγορία εναντίον του ότι ενεχόταν στη δολοφονία του Υδραίου οπλαρχηγού Αντωνίου Ι. Οικονόμου, ο οποίος ξεσήκωσε τον λαό της Ύδρας στις 28 Μαρτίου 1821 κατά των νοικοκυραίων, που έβλεπαν επιφυλακτικά την Εξέγερση του Έθνους και ανέλαβε τη διοίκηση του νησιού. Έτσι στις 16 Απριλίου 1821 επανεστάτησε και η Ύδρα. Στις 12 Μαΐου 1821 οργανώθηκε συνωμοσία των προκρίτων και καπεταναίων κατά του Οικονόμου, ο οποίος παραδόθηκε στον απεσταλμένο από τους οπλαρχηγούς που βρίσκονταν στην Πάτρα Σωτήρη θεοχαρόπουλο που τον οδήγησε στο Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου του Φενεού, απόπου δεν του επιτρεπόταν να φύγει. Ο Οικονόμου εκδήλωσε την πρόθεση να πάει στο Άργος, όπου από τις 11 Οκτωβρίου 1821 βρίσκονταν και οι αντιπρόσωποι των προκρίτων της Ύδρας στην Α' Εθνική Συνέλευση. Οι πρόκριτοι ταράχθηκαν και κατά τον Φωτάκο σε συμφωνία με τον Ανδ. Λόντο αποφάσισαν να τον δολοφονήσουν. Ο Ανδρέας Λόντος «έστειλε λοιπόν τους αρχηγούς των μισθοφόρων του αδελφούς Ξυδαίους, τον Ευθύμιο και Σπύρον Κραβαρίτας και τον Γεώργιον Κοντοβαζενίτην Πελοποννήσιον ο δε Σωτήρης Χαραλάμπης τον υπασπιστή του Ιωάννην Φεϊζόπουλον Βοστιτζιάνον και τον Ανδρέα Νικολόπονλον με 70 στρατιώτας εκ των μισθοφόρων και τους επαράγγειλε να υπάγουν να τον εύρουν ερχόμενον και να τον σκοτώσουν, όπου και αν τον απαντήσουν». Το απόσπασμα συνάντησε τον Οικονόμου και τον διέταξε να το ακολουθήσει. Ο Οικονόμου «δεν υπάκουσεν, αλλ' αντεστάθη και μάλιστα όρμησε να τρέξη διό να πιάση τον τοίχον και να υπερασπισθεί, ότε οι δολοφόνοι αμέσως επυροβόλησαν κατ αυτού, όστις και έπεσεν από το άλογο του νεκρός». Ο Μιχαήλ Οικονόμου γράφει: «... και μη πειθόμενον να τον καταναγκάσουν και βία ως τοις υπεσχέθησαν. Επέμφθησαν λοιπόν προς τούτο τρεις εκ των υποδεεστέρων οπλαρχηγών, ο Ανδ. Νικολόπουλος και Ευθ. Ξύδης και ο Γ. Κοντοβαζενίτης με 100 στρατιώτας, υφ' ων μη πειθόμενος να επιστρέψει και εναντιούμενος εις την από Κουτσοποδίου εις Άργος πορείαν του, εφονεύθη και γυμνωθείς αφέθη εκεί...». Ο Ν. Σπήλιάδης σημειώνει: «... και ο Υψηλάντης υπογράφει την οποίαν ο Βάμβας έγραψε καταδικαστικήν διαταγήν κατά του Οικονόμου. Εστάλησαν επομένως ο Ευθύμιος Ξύδης με τον Ανδρέαν Νικολόπουλον, οίτινες διετέλουν υπό τας διαταγάς τουΑνδρ. Λόντου και του Σ. Χαραλάμπους και ενεδρεύοντες τον εδολοφόνησαν πλησίον εις το Κουτσοπόδι, χωρίον του Αργούς...». Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης σημειώνει: «... Μίαν ημέραν εκοινοποιήθη ότι εις Κουτσοπόδι εφονεύθη επίτηδες ο Αντώνιος Οικονόμου Υδραίος από στρατιώτας (από Ξύδην) του Λόντου (ως και αληθές) ερχόμενος από το Μεγάλο Σπήλαιον. Ο φονευθείς ήταν ο αρχηγός της επαναστάσεως της Ύδρας, όπου καθώς λέγουν έγραψαν να σκοτωθή». Σκόπιμο είναι να κάνουμε κάποιες διευκρινιστικές παρατηρήσεις: 1. Και οι τέσσερις συγγραφείς τοποθετούν τη «δολοφονία» του Οικονόμουστα 1821 μετά τις 11 Οκτώβρη 1821, οπότε ήλθαν οι πρόκριτοι αντιπρόσωποι τηςΎδρας, και ως τα τέλη του χρόνου. Όμως ο Θύμιος Ξύδης αυτή την εποχήβρισκόταν στην πολιορκία της Ναυπάκτου. Ήταν 6 μήνες στην πολιορκία πουάρχισε τέλη Μάη του 1821. Άρα σύμφωνα με τα λεγόμενα του, έπρεπε νάναι εκείμέχρι το Δεκ. 1821. Πότε πέρασε στην Πελοπόννησο και εντάχθηκε στο σώματου Λόντου παραμένει ερωτηματικό. 2. Όσο για το θάνατο του Οικονόμου δεν είναι ξεκαθαρισμένα τα πράγματα.Αντιστάθηκε και έγινε συμπλοκή ή δολοφονήθηκε εν ψυχρώ; Μάλλον το πρώτοσυνέβη. Πάντως το στρατιωτικό απόσπασμα βρισκόταν σε διατεταγμένη υπηρεσία. Συνεπώς είναι δύσκολο να κατηγορήσουμε τους αρχηγούς του για ψυχρήδολοφονία, και ούτε ξέρουμε ποιος από τους οπλαρχηγούς είχε την πρωτοβουλία. Βέβαια ο θάνατος του Οικονόμου ήταν ένα από τα δυσάρεστα και σκοτεινάγεγονότα της Επανάστασης και προανάκρουσμα του εμφύλιου πολέμου που ήρθελίγο αργότερα. Τελικά μπορούμε να συμπεράνουμε ότι δεν αποδεικνύονται οι ευθύνες του Θύμιου Ξύδη για το θάνατο Οικονόμου και δεν μπορεί το επεισόδιο αυτό να αμαυρώσει τη φήμη του.
Σπύρος (Σπήλιος) Ξύδης:
Από τις πρώτες μέρες της Επανάστασης ακολούθησε τον αδελφό του Θύμιο και ήταν υπαρχηγός του Σώματός του. Έλαβε μέρος σ' αρκετές μάχες στη Ρούμελη και στην Πελοπόννησο. Έτσι μέχρι το θάνατο του αδελφού του η δράση του ήταν παράλληλη με εκείνου. Το Δεκέμβρη του 1824 έλαβε το βαθμό του Χιλιάρχου, ενώ ο αδελφός του το βαθμό του Στρατηγού. Δεν πήρε μέρος στη μάχη στο Κρεμύδι, αλλά παρέμεινε στην Τριπολιτσά με πενήντα στρατιώτες ως αναπληρωτής του Πολιτάρχη αδελφού του, αφού ο Θύμιος είχε εκστρατεύσει. Μετά τον ηρωικό θάνατο του Στρατηγού Θύμιου Ξύδη, ο Χιλίαρχος Σπύρος Ξύδης τον διαδέχθηκε στην αρχηγία του σώματος του, που αποτελούνταν από 200 στρατιώτες και στην Πολιταρχία της Τριπολιτζάς. Με έγγραφο του στις 2 Μάη 1825 το Υπουργείο Πολέμου του ανέθεσε εκτός από τα καθήκοντα του Πολιτάρχη και τα καθήκοντα του φρουράρχου. Ως Πολιτάρχης και Φρούραρχος Τριπολιτσάς έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Μάλιστα στην ατυχή μάχη στα Μαγούλιανα, όπως γράφει ο Γενναίος Κολοκοτρώνης «ένας καπετάνιος Ξύδης από Κράβαρι ονομαζόμενος είχον αφήσει το άτι τον και είχε πάρει μόνον την σέλλαν τον όπου ήταν αργυρή». Ως φαίνεται από τα έγγραφα στις αρχές Ιουνίου ο Ξύδης παραιτήθηκε από την Πολιταρχία και έλαβε την εντολή να εκστρατεύσει. Βέβαια δεν πρόκειται για λιποταξία. Ακολούθησε κι αυτός τα λοιπά Ρουμελιώτικα στρατεύματα, τα οποία επέστρεψαν στη Ρούμελη. Άλλωστε η διαταγή (βλ. έγγρ. 9) της διοικήσεως είναι εύγλωττη. Πάντως ως φαίνεται από τον σχετικό λογαριασμό από 1.6.1825 — 20 Ιουλ. 1825 βρισκόταν ακόμα στην Πελοπόννησο με 40 στρατιώτες. Από άλλη κατάσταση πληροφορούμαστε ότι με 120 στρατιώτες βρισκόταν έξω από το Μεσολόγγι, τον Απρίλη του 1826. Έκτοτε ακολούθησε τον Καραϊσκάκη στην νικηφόρα εκστρατεία του. Συνυπογράφει με τον Καραϊσκάκη και άλλους οπλαρχηγούς στην αναφορά (Ράχοβα 26.11.1826) προς την Διοικητική Επιτροπή Ελλάδος στην οποία περιγράφεται η νικηφόρα μάχη της Αράχοβας Βοιωτίας.

Καναβαίοι.

Γνωστή αρχοντική οικογένεια των Κραβάρων που κατά την παράδοση είχε τις ρίζες της στο Βυζάντιο. Στις 28.1.1204 ένας προγονός της ο Νικόλαος Καναβός ανακηρύχθηκε αυτοκράτορας ύστερα από επανάσταση κατά της ανίκανης διοίκησης των Αγγέλων. Σε λίγες όμως μέρες (5.2.1204) ο Νικόλαος Καναβός φονεύεται και ανέρχεται στον αυτοκρατορικό θρόνο ο Αλέξιος Ε' ο Μούρτζουφλος. Μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους (1453) ένας κλάδος των Καναβαίων βρήκε καταφύγιο στην μεγάλη Λομποτινά Κραβάρων όπου διετέλεσαν Προεστώτες. Γνωστά μέλη της Κραβαρίτικης οικογένειας είναι:
1. Αναγνώστης Καναβός, υιός Ανδρέα. Υπογράφει ως μάρτυρας σε ιεροδικαστική απόφαση (1747). Ο ίδιος χωρίς το πατρώνυμο υπογράφει σε ομολογία στις 2.5.1746. Ο Αναγνώστης ήταν εκείνη την εποχή εκκλησιαστικός τίτλος και υποκαθιστούσε πολλές φορές το βαπτιστικό. Δεν γνωρίζουμε όμως ποιο ήταν το βαπτιστικό του παραπάνω και αν ταυτίζεται με τον αμέσως παρακάτω Γεωργάκη.
2. Γιωργάκης-(Λογοθέτης;) Καναβός. Υπογράφει σε ομολογίες (18 Δεκ. 1739, 15.3.1746 και 25.8.1753).
3. Κωνσταντάκης-Λογοθέτης Καναβός. († 1775) Περιέχεται σε «εμμάρτυρο γράμμα» (27.9.1770).
4. Νικολάκης-Αναγνώστης Καναβός. († 1800 ή 1801). Όπως παραπάνω, στο ίδιο «εμμάρτυρο γράμμα».
5. Ιωάννης Καναβός. Αδελφός του Νικολάκη.
6. Αντώνης Καναβός (; - 1828). Αδελφός του Νικολάκη.
7. Γεώργιος-Λογοθέτης Καναβός (αρχές 1827), γιος του Νικολάκη.
8. Ανδρέας-Αναγνώστης Καναβός (1790-1844), γιος του Νικολάκη.
9. Ιωάννης Λογοθέτου-(Καναβός), γιος του Νικολάκη.
10. Νικόλαος Καναβός (; - 1902) γιος του Ανδρέα-Αναγνώστη Καναβού.
11. Ιωάννης Νικολάου Καναβός12 (1865-1953), γιος του προηγούμενου και τελευταίος γόνος των Καναβαίων της Λομποτινάς.


Περί του Γενάρχη των Καναβαίων, Νικόλαου Καναβού, το 1204 μ.Χ.
Το γεγονός της επιλογής και πρόκρισης του «νεανίσκου» Νικολάου Καναβού για τον αυτοκρατορικό θρόνο εκ μέρους του λαού της Βασιλεύουσας, ενώ τεκταινόταν η ανατροπή της διεφθαρμένης κυβέρνησης των Αγγέλων αυτοκρατόρων Αλέξιου Δ' και του τυφλού πατέρα του τελευταίου, Ισαάκιου Β', στις 25 Ιανουαρίου 1204, δεν αποκλείεται να σημαίνει ότι ο Νικόλαος ήταν γόνος ονομαστής —ίσως και αριστοκρατικής— βυζαντινής οικογένειας· από τις σχετικές πληροφορίες στις πηγές μόνο ο μεταγενέστερος Ψευδο-Κωδινός μαρτυρεί ότι κατείχε το αξίωμα του σεβαστού, πληροφορία που πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και η οποία, πάντως, μάλλον αποκλείει τις απόψεις των Κ. Παπαρρηγόπουλου, Ν. Βέη και Ν. Καλομενόπουλου περί του «ασήμου» και του «ταπεινού» της καταγωγής του. Στον Νικόλαο, πάντως, έπεσε ο δυσμενής κλήρος να χριστεί, άθελα του, «βασιλεύς Ρωμαίων» στις αρχές του δίσεκτου για την Αυτοκρατορία έτους 1204, πιθανώς στις 28 Ιανουαρίου κατά τους Νικήτα Χωνιάτη και Θεόδωρο Σκουταριώτη," από τον επαναστατημένο όχλο της βυζαντινής πρωτεύουσας, τον «χυδαίο δήμο», όπως μαρτυρεί ο Ψευδο-Κωδινός Αν και οι ελληνικές πηγές δεν αναφέρουν συγκεκριμένα «στέψη» του Καναβού, εν τούτοις την πληροφορία αυτή μας την παρέχει το «Χρονικό του Νόβγκοροντ», κατά το οποίο μαζί με τον Νικόλαο πιθανώς να στέφθηκε και η σύζυγος του, της οποίας πάντως δεν σώζεται το όνομα. Ακόμη και αν, πάντως, η πληροφορία του παλαιορωσικού χρονικού είναι σωστή, εν τούτοις λόγω των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η «στέψη» αυτή, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά τα λεγόμενα του Γ. Κορδάτου ότι ο Καναβός πρέπει να θεωρείται «νόμιμος αυτοκράτορας», που ανατράπηκε από το κίνημα του Αλέξιου Ε' Δούκα Μούρτζουφλου. Προτού παρακολουθήσουμε τα γεγονότα από την στιγμή της εκλογής του Καναβού, θα αναφερθούμε σε μια πολύ σημαντική πληροφορία, την οποία παρέχει μόνο το «Χρονικό του Νόβγκοροντ»· πριν ο Καναβός επιλεγεί για αυτοκράτορας, την ίδια τύχη είχε ένας άλλος Βυζαντινός αξιωματούχος, ο σεβαστός Κωνσταντίνος Ραδεινός, γνωστός από άλλη περίπτωση στους Ν. Χωνιάτη και Θ. Σκουταριώτη· σύμφωνα με την γλαφυρή περιγραφή του Χρονικού, πάντως, ο Ραδεινός, αντιλαμβανόμενος τις τεράστιες δυσκολίες που θα αντιμετώπιζε, στην κυριολεξία εξαφανίστηκε, ενώ η γυναίκα του —όσο και να πιέστηκε— δεν αποκάλυψε το κρησφύγετο του συζύγου της. Έτσι, στη συνέχεια ο κλήρος έλαχε στον Νικόλαο Καναβό. Παρά τα μαρτυρούμενα από τις ελληνικές πηγές χαρίσματα και προσόντα του (ηθικός, ικανός στη γνώμη, έμπειρος στα πολεμικά), εν τούτοις ο Νικόλαος Καναβός αποτέλεσε τραγική μορφή, αφού δεν μπόρεσε να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα για τις δύσκολες εκείνες ώρες αποθέματα ψυχικής δύναμης και σθένους, για να ανταποκριθεί στο βάρος μια τόσο τεράστιας ευθύνης, την οποία του είχε αναθέσει ο λαός της Κωνσταντινούπολης. Επιπρόσθετα, είχε να αντιμετωπίσει από την αρχή τις πλάγιες και ύπουλες ενέργειες του Αλέξιου Δ' Άγγελου, που ταμπουρωμένος στο ανάκτορο των Βλαχερνών και προφανώς πανικόβλητος από την αναμφισβήτητη δημοτικότητα που θα είχε αρχικά ο Καναβός, έσπευσε να καλέσει τον αρχηγό της Δ' Σταυροφορίας, μαρκίωνα Βονιφάτιο τον Μομφερρατικό, για την ανατροπή του Καναβού με σταυροφορικές δυνάμεις· αυτά παραδίδει ο Χωνιάτης, ακολουθούμενος από τον Σκουταριώτη, ενώ το «Χρονικό του Νόβγκοροντ», οπωσδήποτε λιγότερο αξιόπιστο στο σημείο αυτό, αποδίδει τις ενέργειες για προσεταιρισμό των Φράγκων στον τυφλό γέροντα Ισαάκιο Β' Άγγελο· πράγματι, όπως διαφαίνεται από τις επιστολές του Βαλδουίνου (Α') της «Ρωμανίας», οι ενέργειες αυτές αποδίδονται στον Αλέξιο Δ', καθώς εξάλλου αναφέρουν σαφώς οι Hendrickx και Matzukis. Η ανδρεία και, οπωσδήποτε, η στρατιωτική εμπειρία του Καναβού συνάγεται από τις φράσεις των Χωνιάτη και Σκουταριώτη ότι δεν ήταν «αγεννής τά πολέμια». Από μια αρκετά σημαντική λατινική πηγή του 13ου αι., τον Aubray de Trois-Fontaines μαθαίνουμε ότι ήδη πριν την ανατροπή του Ισαάκιου Β' από τον αδελφό του Αλέξιο Γ’ Άγγελο το 1195, ο Καναβός συμπεριλαμβανόταν —μαζί με τον Μούρτζουφλο— στους αναφερόμενους (από τον Χωνιάτη) Βυζαντινούς αριστοκράτες που είχαν εναντιωθεί στον Ισαάκιο, έχοντας επιδείξει στασιαστικές τάσεις, ενώ έχει ακόμη υποστηριχθεί από τον Brand ότι ο Καναβός «φαίνεται ότι υπήρξε οπαδός του Αλέξιου Γ'», αν και η σχέση τους αυτή δεν αναφέρεται ούτε στο λεπτομερές περί Αλεξίου Γ' λήμμα του Κ. Βαρζού ούτε στο πρόσφατο κεφάλαιο περί της βασιλείας του Αλεξίου Γ' από τον Ι. Καραγιαννόπουλο. Πάντως, από την προαναφερόμενη πληροφορία του Aubray μπορεί να συναχθεί ένα άλλο χρήσιμο για την παρούσα έρευνα συμπέρασμα, όσον αφορά στην ηλικία του Καναβού αφού πριν το 1195 (ίσως περί το 1192) ο Νικόλαος Καναβός μπορούσε να διαδραματίζει κάποιο ρόλο στις κατά του Ισαάκιου Β' κινήσεις, τότε το 1204 μπορεί βέβαια να ήταν ακόμη νέος άνδρας, όχι όμως και «νεανίσκος», που όπως είδαμε τον αποκαλούν οι Χωνιάτης και Σκουταριώτης. Όσον δε αφορά την περίπτωση να υπήρξε οπαδός του Αλέξιου Γ’, αυτό θα μπορούσε ίσως να μας οδηγήσει στην εικασία ότι θα πολέμησε κατά των σταυροφόρων λίγο πριν από την ανατροπή του Αλέξιου Γ' στις 17 Ιουλίου και την επαίσχυντη φυγή του από τη Βασιλεύουσα. Το κυριότερο ίσως πρόβλημα σχετικά με την εκλογή του Καναβού από τον κωνσταντινουπολιτικό λαό σχετίζεται με την προβληματική «στέψη» του στην Αγία Σοφία, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Chronista Novgorodensis, μαρτυρία που δεν ενισχύεται ούτε από τις ελληνικές πηγές, που χρησιμοποιούν τα ρήματα «χρίουσιν» και «άνηγόρευσαν», αλλά ούτε και από την Devastatio, κατά την οποία «εκλέγουν βασιλέα» («regem eligunt»). Επίσης με την πληροφορία του «Χρονικού του Νόβγκοροντ» συνδέεται και η αινιγματική φράση ότι η «στέψη» του Καναβού έγινε «με την απουσία του πατριάρχη» («absente patriarcha»), φράση που προβλημάτισε τον μεταφραστή του έργου, J. Gordon, κατά τον οποίο δεν φαίνεται καθαρά αν εδώ υπονοείται ότι ο πατριάρχης απλά απουσίαζε ή σκόπιμα δεν παρέσχε την υποστήριξη του στον Καναβό. Νομίζουμε ότι παρά το γεγονός ότι ο Καναβός θα πρέπει να είχε αρκετούς οπαδούς κατά το διάστημα της πολύ σύντομης «βασιλείας» του (εξαήμερης ή οκταήμερης), όταν κατέλαβε με τους υποστηρικτές του την Αγία Σοφία, εν τούτοις δεν κατόρθωσε να εξασφαλίσει την υποστήριξη του πατριάρχη, ο οποίος προτίμησε να την παράσχει στον Μούρτζουφλο, που είχε επίσης «χριστεί» αυτοκράτορας στις 28/29 Ιανουαρίου (λίγο μετά δηλ. από τον Καναβό) από άλλο τμήμα του λαού της Βασιλεύουσας. Η σταδιακή επικράτηση του Μούρτζουφλου σε βάρος του Καναβού περιγράφεται γλαφυρά και συμβολικά στα κείμενα των Χωνιάτη και Σκουταριώτη, που γράφουν ότι η ισχύς και η επιρροή του πρώτου συνεχώς γιγαντωνόταν σε αντίθεση με εκείνη του τελευταίου, η οποία μίκραινε και έσβηνε. Η διστακτικότητα και η έλλειψη αποφασιστικότητας εκ μέρους του Καναβού δεν δικαιολογούν τις απόψεις του Γ. Κορδάτου, κατά τον οποίο ο δημοφιλής Καναβός δεν ήταν αρεστός ούτε στον πατριάρχη, αλλά ούτε στους άρχοντες και τους συγκλητικούς, οι οποίοι ανησυχούσαν για την (δήθεν) δυναμικότητα του νέου αυτού «Ανδρόνικου» (υπερβολικός παραλληλισμός του Κορδάτου ανάμεσα στους Καναβό και τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Α' Κομνηνό). Συνεχίζοντας δε τις υπερβολικές του εκτιμήσεις ο Κορδάτος έγραφε πως ο Καναβός ήταν αποφασισμένος να πολεμήσει τους Φράγκους και τους Βενετούς και «άρχισε να οργανώνει στρατό από τις λαϊκές μάζες, έχοντας το στρατηγείο του στην Αγία Σοφία». Κάθε άλλο όμως παρά κάτι τέτοιο έγινε· διστακτικός και χωρίς την απαιτούμενη ενεργητικότητα ή τον ενθουσιασμό που θα ανέμεναν οι οπαδοί του, ο Καναβός φαίνεται ότι αδράνησε. Στα γεγονότα του 1204 ο Καναβός ούτε «διακρίθηκε για την παληκαριά του και για τον πατριωτισμό του», ούτε βέβαια υπήρξε «αληθινός λαϊκός ηγέτης, που μέρα νύχτα προπαγάνδιζε την ιδέα της αντίστασης στους Φράγκους και στους Βενετσάνους», έχοντας «μαζέψει γύρω του πολλούς φανατικούς ομοϊδεάτες του από τα λαϊκά στρώματα». Όπως είναι φανερό, ο Κορδάτος έχει «εκβιάσει» τις πηγές. Στην Αγία Σοφία, όπου σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις παρέμεινε για έξι (ή οκτώ) ημέρες με τους οπαδούς του ο Νικόλαος Καναβός, έμελλε τελικά να εξουδετερωθεί, όταν ο Μούρτζουφλος αποφάσισε να παρέμβει δυναμικά για να γίνει κύριος της κατάστασης. Δεν είναι πάντως απόλυτα σαφές αν ο Μούρτζουφλος χτύπησε τελικά τους οπαδούς του Καναβού με το στρατό του, συλλαμβάνοντας και εκτελώντας τον τελευταίο (περί του υποτιθέμενου θανάτου του Καναβού βλ. παρακάτω), όπως μαρτυρεί η Devastatio, ή —εγκατελειμμένος τελικά από τους οπαδούς του— συνελήφθη από τους άνδρες του Μούρτζουφλου, όπως γράφουν οι βυζαντινές πηγές. Πιθανότερη, ίσως, να είναι η εκδοχή του Chronista Novgorodensis, σύμφωνα με τον οποίο ο Μούρτζουφλος πρότεινε στον Καναβό να απαρνηθεί το στέμμα που του είχαν προσφέρει και, σε αντάλλαγμα, θα τον αναγνώριζε ως τον πρώτο ανάμεσα «στους βογιάρους του»· όταν όμως οι οπαδοί του Καναβού απέτρεψαν τον τελευταίο από του να παραιτηθεί από το αξίωμα στο οποίο τον είχαν οι ίδιοι ανεβάσει, την ίδια εκείνη νύκτα οι ίδιοι αυτοί οπαδοί του εγκατέλειψαν (ανεξήγητα) τον Καναβό, που μαζί με την γυναίκα του συνελήφθη από τον Μούρτζουφλο και ρίχτηκε στη φυλακή. Αυτά συνέβησαν στις 5 Φεβρουαρίου 1204, αν και οι Hendrickx και Matzukis τονίζουν την επιφυλακτικότητα τους στην αβίαστη αποδοχή της ημερομηνίας αυτής για την εξουδετέρωση του Καναβού και την επίσημη «στέψη» του Αλέξιου Ε'. Έτσι, παρά το γεγονός ότι είχε υποστηριχθεί από όχι ευκαταφρόνητο τμήμα του κωνσταντινοπολιτικού λαού, του «απλού και ανοργάνωτου» κατά τον Ν. Οικονομίδη, που μάλλον θα προερχόταν από τις «χαμηλότερες τάξεις» κατά τον Brand, εν τούτοις ο Καναβός έχασε την ευκαιρία και υποχώρησε εμπρός στην αποφασιστικότητα του Μούρτζουφλου. Σχετικά με την τύχη του άτυχου Καναβού, οι πηγές δεν παρουσιάζουν ομοφωνία- κατά την Devastatio συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε από τους άνδρες του Μούρτζουφλου, οι οποίοι είχαν περικυκλώσει την Αγία Σοφία, ενώ κατά την Croisade de Constantinople οι οπαδοί του Καναβού διασκορπίστηκαν από τις δυνάμεις του Μούρτζουφλου, οι οποίες συνέλαβαν και εκτέλεσαν τον ίδιο τον Καναβό μέσα ή κοντά στη Μεγάλη Εκκλησία. Καμιά όμως από τις δυο κύριες πηγές μας, ο Νικήτας Χωνιάτης ή ο Chronista Novgorodensis δεν αναφέρουν εκτέλεση του Καναβού· κατά τον Χωνιάτη «φρουρά παραδίδοται» (ή «φρουρά παραπέμπεται» κατά τον Σκουταριώτη, ενώ κατά τον Chronista» μαζί με την γυναίκα του «custodiae tradidit». Έτσι, η άποψη αρκετών ερευνητών που έχουν υιοθετήσει την περί θανάτωσης μαρτυρία των δυο ελασσόνων δυτικών πηγών, δεν μας φαίνεται ορθή. Για το λόγο αυτό συμφωνούμε με εκείνους που υιοθετούν την μαρτυρία περί σύλληψης και φυλάκισης, μετά τον διασκορπισμό των οπαδών του ατυχούς Καναβού. Ιδιαίτερα αναφέρουμε την χαρακτηριστική άποψη του E. Bradford ότι ο Καναβός, ένας «απρόθυμος αποδέκτης ενός αξιώματος που ποτέ δεν είχε επιδιώξει, αμέσως εγκαταλείφθηκε» και «πέρασε έξω από τη δημοτικότητα στην οποία σύρθηκε τόσο απρόθυμα και αποσύρθηκε στην ιδιωτική του ζωή». Αν κρίνει κανείς από τις άθλιες συνθήκες υπό τις οποίες κλήθηκε να σώσει την κατάσταση, παρατηρεί ο Βρεταννός συγγραφέας, «ήταν σώφρων στην προσπάθεια του να αποσείσει από πάνω του μια τόσο αμφίβολης αποτελεσματικότητας τιμή». Πράγματι, αν κρίνουμε από τη μεγάλη ταλαιπωρία στην οποία άθελα του υποβλήθηκε ο άτυχος Καναβός, η τελική εξέλιξη θα πρέπει να του δημιούργησε μεγάλη ανακούφιση.