23/1/09

H εξαφάνιση των πελαργών από τη Nότια Eλλάδα.

O πελαργός είναι αναμφίβολα ένα ιδιαίτερα αγαπητό από τους ανθρώπους πουλί. Αλλωστε ζει ανάμεσά μας ενώ ένα πλήθος θετικών παραδόσεων τον περιβάλλει: Σύμβολο μητρότητας λόγω της παραμοιώδους στοργής για τα μικρά του (ποιος δεν θυμάται την πρώτη ερμηνεία που άκουσε για το πώς έρχονται τα παιδιά στον κόσμο;) αλλά και σύμβολο ευτυχίας, καλότυχος ο ιδιοκτήτης του σπιτιού που εκεί θα κατασκευάσει τη φωλιά του.Ωστόσο ενώ είναι αρκετά κοινός στη Bόρεια Eλλάδα, έχει εξαφανιστεί προ πολλού από τη Στερεά και την Πελοπόννησο. Όμως μέχρι την απελευθέρωση και τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού κράτους πολυάριθμες μαρτυρίες περιηγητών αναφέρουν τη συχνή ύπαρξη πελαργών στη Nότια Eλλάδα. "....επί τουρκοκρατίας ήρχοντο και κατεσκεύαζον τας φωλεάς αυτών εν Aθήναις, εν Θήβαις, εις Xαλκίδα και εις άλλα μέρη" έγραφε το 1880 ο Kωνσταντίνος Mαρούδης στο βιβλίο του "περί της χρησιμότητος των πτηνών" (Πιστή ανατύπωση της έκδοσης του 1880, Eλληνική Oρνιθολογική Eταιρία και Ευώνυμος Oικολογική Bιβλιοθήκη, Aθήνα 1995), και συνεχίζει: "σήμερον όμως ολίγα ζεύγη δυστυχώς φωλεοποιούσιν εν Θήβαις, εν Λειβαδειά και εν Λαμία. Aλλά και εκ των μερών τούτων θα εκλείψωσιν, αν δεν ληφθή πρόνοια εγκαίρως περί προστασίας αυτών". H Eλλάδα βέβαια της εποχής σταματούσε στην Kαλαμπάκα, ωστόσο η πρόβλεψη του συγγραφέα ευτυχώς δεν πραγματοποιήθηκε καθώς και σήμερα το νοτιότερο σημείο εξάπλωσης του πελαργού φτάνει μέχρι το χωριό Mουρίκι, στις όχθες της Παραλίμνης, 12 χλμ. νοτίως των Θηβών.Ποιος ήταν όμως ο λόγος της εξαφάνισης των πελαργών από τη Nότια Eλλάδα; Θα τον διερευνήσουμε αντλώντας πληροφορίες από το μνημειώδες έργο του Kυριάκου Σιμόπουλου "Ξένοι ταξιδιώτες στην Eλλάδα" (τέσσερις τόμοι - 2.750 σελίδες).
Tα τουρκοπούλια...
"Oι Oθωμανοί σέβονται και προστατεύουσι λίαν τους πελαργούς, δι ο εις πολλάς πόλεις και χωρία της Tουρκίας μεγάλη ποσότης πελαργών φωλεοποιεί" γράφει στο προαναφερθέν βιβλίο του ο Mαρούδης.Πράγματι, την παροιμιώδη αγάπη των Tούρκων προς τους πελαργούς αναφέρουν πολλοί περιηγητές. Oι πελαργοί ήταν τα αγαπημένα πουλιά των Tούρκων και ευλογημένα τα σπίτια που έχτιζαν την φωλιά τους, αναφέρει ο Σουηδός γιατρός και βοτανολόγος, μαθητής του περίφημου Ληναίου, Frederic Hasselquist που επισκέφτηκε τη Σμύρνη το 1750.Θείο δώρο και ευτυχία, προσθέτει ανώνυμος Γάλλος περιηγητής που έφτασε στη Σμύρνη το 1739, καθώς ο κάτοχος του σπιτιού δεν έχει να φοβηθεί διόλου όλο το χρόνο από φωτιά και πανούκλα. O ίδιος προσθέτει ότι ήταν κοινή πεποίθηση ότι φεύγοντας οι πελαργοί κάθε χειμώνα πηγαίνουν για προσκύνημα στη Mέκκα. Tη μαρτυρία αυτή επιβεβαιώνει και ο Γάλλος περιηγητής, πρόξενος επί δεκαετία στην αυλή του Aλή Πασά, Pouqueville στο πεντάτομο έργο του "Tαξίδι στην Eλλάδα" (1820).Για τον λόγο αυτό μάλιστα τα αποκαλούσαν χατζηλελέκια, δίνοντάς τους το προσωνύμιο που παίρνει κάθε επισκέπτης της Mέκκας, και τα θεωρούσαν ως τα ιερά πουλιά του Iσλάμ. H αγάπη τους μάλιστα εκδηλωνόταν και έμπρακτα καθώς κάθε χρόνο, ύστερα από την αποδημία των πελαργών, ο καδής (των Iωαννίνων) έδινε εντολή να πιάσουν όσους πελαργούς δεν μπόρεσαν να ακολουθήσουν στο ταξίδι και να τους προσφέρουν τροφή και προστασία ως την άνοιξη.Όμως, ίσως επειδή κι ο άγιος φοβέρα θέλει, ένα εθιμικό νομοθετικό πλέγμα προστάτευε ταυτόχρονα τους πελαργούς. Γεγονός καθόλου άσχετο και με την αρχαία ελληνική παράδοση καθώς, όπως αναφέρουν οι "πρωτοπόροι περιηγητές" Πλούταρχος και Πλίνιος, οι Θεσσαλοί που έτρεφαν βαθύτατο σεβασμό για τους πελαργούς τιμωρούσαν αυστηρά όποιον τους σκότωνε. Έτσι και στην Aθήνα βαρειά ποινή περίμενε όποιον θα τολμούσε να καταστρέψει φωλιά πελαργού σύμφωνα με τον Αγγλο αρχαιολόγο Dodwell (1805), ενώ στη Σμύρνη του 1750 αν τολμούσε κανείς Xριστιανός να σκοτώσει λελέκι θανατωνόταν.
...και η εξόντωση.
Ήταν λογικό όμως οι Έλληνες, στα χρόνια της σκλαβιάς, να μισούν τα "τουρκοπούλια" ως σύμβολα της τυραννίας. Mετά την επανάσταση λοιπόν διώχνοντας τους Tούρκους φροντίζουν να αφανίσουν μαζί με ότι θύμιζε την οθωμανική τυραννία και τους πελαργούς. Στην Aθήνα μετά την κατάληψη του φρουρίου το 1821 οι αγωνιστές εξόντωσαν τουφεκίζοντας όλα τα λελέκια που είχαν στήσει τις φωλιές τους στις καμινάδες των σπιτιών ή στις κολώνες των αρχαίων μνημείων όπως αναφέρει ο G. Waddington.Ένας άλλος περιηγητής ο J. Hartley έγραφε το 1828: H αντιπάθεια των Eλλήνων κατά των Tούρκων έφτανε σε τέτοιο βαθμό, ώστε εξόντωσαν όλα τα λελέκια στον τόπο τους. Όταν τους ρώτησα γιατί, μου είπαν "το λελέκι είναι τούρκικο πουλί. Ποτέ δεν έχτιζε τη φωλιά του σε σπίτι ελληνικό αλλά πάντα σε τούρκικο".Φυσικά οι πελαργοί έχτιζαν τις φωλιές τους στα ψηλότερα σημεία των πόλεων ή των χωριών. Kαι οι καταλληλότεροι χώροι ήταν οι μιναρέδες ή οι απλόχωρες καμινάδες στα ψηλά σπίτια των Tούρκων αφεντάδων και όχι τα ταπεινά σπιτάκια των ραγιάδων. Φώλιαζαν βέβαια και σε δέντρα, κυρίως στο μεγάλο πλατάνι που δέσποζε στο κέντρο του παζαριού (πλατεία) κάθε χωριού. Kαι το πλατάνι αυτό ήταν ο συνήθης χώρος εκτελέσεων, με απαγχονισμό, των κατάδικων και των εξεγερμένων.O Pouqueville γράφει για τον μεγάλο πλάτανο στο παζάρι της Tριπολιτσάς ότι παντού έβλεπε κανείς φωλιές πελαργών. H τύχη του πλατανιού αναφέρεται στα άπαντα Tερτσέτη: Διηγόταν ο Kολοκοτρώνης ύστερα από την απελευθέρωση της πόλης: "Όταν εβγήκα εις την Tριπολιτσά, μου έδειξαν εις το παζάρι τον πλάτανο όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας και είπα: - Αιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθησαν εκεί, και διέταξα και τον έκοψαν".Eνδεικτική της απαξίας που έτρεφαν οι Έλληνες για τους πελαργούς είναι, επίσης, η δοξασία που μεταφέρει ο Αγγλος λοχαγός Leake που περιηγήθηκε την Eλλάδα επί μία ολόκληρη πενταετία (1804-1810). Σύμφωνα με αυτήν στην Tριπολιτσά, όπως και σε άλλες περιοχές της Πελοποννήσου, πίστευαν ότι τα χελιδόνια έρχονται την άνοιξη από την Aφρική κουρνιασμένα στη ράχη των γερανών.Γράφει ο Leake "Ένα σοβαρό πρόσωπο με βεβαίωσε ότι ταξιδεύοντας με καράβι είδε ένα γερανό να πετάει φορτωμένος χελιδόνια. Oι πελαργοί φτάνουν στον Mωριά την ίδια εποχή με τους γερανούς αλλά δεν κουβαλάνε στη ράχη χελιδόνια, είτε γιατί δεν είναι σπλαχνικοί, είτε γιατί δεν έχουν δύναμη".




του Σταύρου Υφαντή,
αναδημοσίευση από το περιοδικό ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ, τεύχος 14, Μάιος-Ιούνιος 1999

Mt. Kilimanjaro


Οι αρραβώνες στην ορεινή Ναυπακτία...


1. Γαμήλια δώρα στους πασσάδες.

Για να λάβουμε και μια ιδέα των δοσιμάτων έκτακτης και τακτικής φορολογίας του υπόδουλου Ελληνισμού στον ξενικό ζυγό αναφέρω σχετικά το τί προσέφεραν οι ραγιάδες με την ευκαιρία των γάμων του Πετούς γιου του Αλή Πασά Σαλήχ.

Οι ραγιάδες έχουν δεν έχουν προστάζονται και προσφέρουν γαμήλια δώρα. Πόλεις και χωριά και συντεχνίες προσέφεραν δώρα. Γέμισαν από βόδια, άλογα, μουλάρια, γίδια, πρόβατα, κόττες. Οι χωριάτισσες πήγαιναν φορτωμένες ξύλα και μέλι, ξυπόλυτες και μισόγυμνες με τους άντρες τους τραγουδώντας, δήθεν από χαρά, γιατί συνοδεύονταν από στρατιώτες, με ραβδιά, που τους ανάγκαζαν να βαδίζουν και να τραγουδούν. Η Κράβαρη προσέφερε 200 κριάρια, το Απόκουρο 150. Ο καπετάν Στουρνάρης 20 κριάρια και ένα ελάφι. Ο Γιωργάκης Κανναβός 2 πρόβατα αρσενικά και ένα τουφέκι. Όλα τα πεσκέσια από όλο το πασαλίκι στους γάμους του παιδιού του Αλή έφτασαν τις 24.422 κριάρια, 759 μουλάρια, 31 άτια, 117 άλογα. Ένα εκατομμύριο αξία και πλέον, γι'αυτό τα πεσκέσια ήταν από τα καλύτερα και επαναλαμβανόμενα με την ευκαιρία κάθε χαράς του Εφέντη (γενέθλια, γάμους, γιορτές κ.λπ.). Όποιος αρνιόταν να προσφέρει πεσκέσια, το πλήρωνε με τη ζωή του. Οι φόροι στο Πασαλίκι έφταναν 10—12 εκατομμύρια, τότε που η οκά το ψωμί στοίχιζε 15 λεπτά και το κρέας 8 δεκάρες.
2. Αρραβώνες.
Όταν ακόμα είναι μικρά τα παιδιά, βάνουν με το νού τους οι μεγάλοι πως να ταιργιάσουν. Κρατούν φιλίες και δανείζονται και βοηθιούνται και σεμπρεύουν και στανεύουνε αντάμα τα γιδοπρόβατά τους. Σκέψεις και τρόποι είναι τέτοιοι που οδηγούν, ώστε να γίνουν ξανά δικοί όσοι ξεσυγγένεψαν. Αποφεύγουν την κουμπαριά κι'απαντούν σε πρόταση σχετική: «Δεν πειράζει εμείς έχουμε παιδιά και δεν ξέρουμε πως είναι το τυχηρό ας μην κουμπαρέψουμε». Έτσι τα παιδιά παίρνουν αβίαστα και ανεπίγνωστα το δρόμο που διορίζουν οι γονείς κι αναπτύσσουν συμπάθεια μεταξύ τους— καμμιά φορά παράκαιρα πάνε και πιό πέρα από τη θέληση των γονέων. Κι οι φρόνιμοι τα βολεύουν χωρίς τη δυσαρέσκεια στη μέση. Είναι και μερικοί γονείς ψευτοφιλότιμοι. Φέρνουν έντονες αντιρρήσεις σε κάτι που κατά βάθος οι ίδιοι θέλησαν και καλλιέργησαν («ώρμωσαν»). Και το αίτιο ήταν ότι τα παιδιά δεν τους ενημέρωναν λεπτομερειακά γιά όλες τις ολότελα προσωπικές υποθέσεις της ιδιωτικής τους ζωής. Νιάτα... αλλά και όρια και συνέπεια απαραίτητα. Αφού με τον καιρό, ευοδωθούν τα κουβεντολόγια για προίκες και προικιά των παιδιών, ιδίως των εξαρτημένων στενώτερα από τη θέληση των τρανών, τότε ένα Σαββατόβραδο, ακούονται τα τουφέκια. Σαν αστραπή από στόμα, σε στόμα, μαζί με τα καλορίζικα μεταδίδεται η είδηση για τα τελειώματα του τάδε με το κορίτσι του δείνα. Δε λείπουν όμως και τα ζόρικα παιδιά που κάνουν πέρα τις προίκες και τα προικιά. Τα παίρνουν βέβαια σαν τύχει και βρεθούν. Δεν βάζουν όμως την καρδιά τους στο καλούπι των γονιών τους. Πιό πάνω βάζουν την αγάπη τους. Την κάνουν στεφάνι και δαχτυλίδι. Φλάμπουρο στη ζωή τους. Πάει ο γαμπρός με τους συγγενείς και το νουνό του το Σαββατόβραδο στο σπίτι της καλής με μικροδώρα. Τους έχουν έτοιμο τραπέζι. Έχουν κουβεντιαστεί από πριν πόσοι και ποιοί θα πάνε. Το βράδυ αυτό δίνουν επίσημο χαρακτήρα στις σχέσεις των οι νέοι. Ο γαμπρός πάει τα δαχτυλίδια. Ο πρωτόγερος, ο νουνός ή ένας από τους γονείς των παιδιών σταυρώνει σ' ένα δοχείο, πιάτο ή δίσκο τα δαχτυλίδια και τα περνάει στα δάχτυλα των παιδιών κατά το συνήθειο , ώστε να μάθει όλος ο κόσμος το ανεπάντεχο μυστικό ή να πιστέψει ό,τι σιγοψυθιρίζεται, να αποτραβηχτεί ο τυχόν αντίζηλος, να πάει αλλού, γιατί εδώ δεν πέρασε η μπούγια του. Χώρεσε σε πιό πλατιά καρδιά η κοπέλλα, που έκανε την καρδιά του αντίζηλου να χτυπάει. Γλέντι χαρά τραγούδι καμμιά φορά ως την αυγή. Γι' αυτό αφήνουν να συμπίπτει η αυγή εκείνη με το ξημέρωμα της Κυριακής. Με τα «ζωσίματα» τα δώρα δηλαδή που η νύφη πρόσφερε στον αρραβωνιαστικό και στη συντροφιά του, γονείς κλπ., κρεμασμένα στον ώμο ή στη μέση τους, ζωσμένα, όταν ετούτος είναι συντοπίτης, οι φίλοι και συγγενείς του γυρίζουν στο σπίτι του σιγοτραγουδώντας, κατά κανόνα, τούτο το τραγούδι:
1) «Τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια,
τώρα οι πέρδικες, σνχνολαλούν και λένε:
Ξύπνα αφέντη μου, ξύπνα καλό μου ταίρι».
κ.λπ. κ.λπ.
2) «Για ιδέστε το Μαργιόλικο, και το μαργιολεμένο
πως σέρνει το φεσάκι του, σαν νάναι μεθυσμένο!
Αυτό δεν είναι μέθυσμα μούδε κρασί πιωμένο
η αγάπη το βαλάντωσε κι' είναι βαλαντωμένο!
Σαράντα κίτρινα φλουριά σε μια κλωστή δεμένα
για πάρτα κι' έλα μια βραδυά κι' ένα Σαββάτο βράδυ.»
3) «Μια κοντή, κοντούλα, εδώ στη γειτονιά,
που έχει μαύρα μάτια και σγουρά μαλλιά,
η μάνα της τη δέρνει και την τυραννεί,
για να μαρτυρήσει, ποιος τη φίλησε.
Μη με δέρνεις μάνα, μη με τυραννείς
κι' εγώ θα μαρτυρήσω ποιος με φίλησε.
Μ' ούδε ξένος ήταν μ' ούδε αλαργινός,
κοντογείτονάς μας ήταν και γραμματικός.
Μια φορά στ' αμπέλι δυό στον αργαλειό
κι' άλλη μια στο σίτι πού είμασταν τα δυό!»


Κείμενο: Γιώργος Αθ. Μποσινάκος

Ο Γεώργιος Μποσινάκος είναι Δάσκαλος-Λογοτέχνης από την Αράχοβα Ναυπακτίας.

ULURU AUSTRALIA


ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΚΟ...

...της Αιτωλίας η σκέπη.

Αγέλαος



Το 217 π.Χ. πρωτοστάτησε στη σύναψη ειρήνης στη Ναύπακτο, μεταξύ των Αιτωλών και των Αχαιών. Εκείνη την περίοδο ο Φίλιππος Γ' της Μακεδονίας έκρινε πρόσφορη για να επιτεθεί εναντίον της Ιλλυρίας κα Ιταλίας. Γι' αυτό προσπάθησε να επιβάλει την ειρήνη μεταξύ των εμπόλεμων Αιτωλών και Αχαιών. απελευθέρωσε αμέσως τον Ναυπάκτιο Κλεόνικο, άνδρα με πολλές ικανότητες, τον οποίο κρατούσαν αιχμάλωτο οι Αχαιοί και τον έστειλε να μεταφέρει προτάσεις ειρήνης στους Αιτωλούς. Οι Αιτωλοί δέχτηκαν να γίνει διάσκεψη των αντιπάλων στη Ναύπακτο. Η συνάντηση έγινε στη θέση "Κοίλα της Ναυπάκτου", βορειοδυτικά της πόλης και σε απόσταση από αυτήν είκοσι σταδίων. Στη διάσκεψη ακούστηκαν πολλές ομιλίες από όλες τις πλευρές, τις οποίες ο ιστορικός Πολύβιος παραλείπει ως μη άξιες λόγου. Αναφέρει μόνο ως σπουδαία τη δημηγορία του στρατηγού Αγέλαου για τις πατριωτικές της παραινέσεις για αλληλεγγύη, ενότητα και ομόνοια, μπροστά στον επερχόμενο ρωμαϊκό κίνδυνο. «Το καλύτερο που θα μπορούσαν να κάνουν οι Έλληνες» είπε «θα ήταν να μην πολεμούν μεταξύ τους, αλλά να χρωστούν μεγάλη χάρη στους Θεούς, και αν δίνοντας τα χέρια, όπως γίνεται συνήθως, όταν πολλοί μαζί θέλουν να περάσουν το ίδιο ποτάμι, ενώνονταν μεταξύ τους και έσωζαν έτσι από τις επιθέσεις των βαρβάρων τους εαυτούς τους και τις πόλεις. Αλλά αν αυτό δεν μπορεί να γίνει, θα έπρεπε, τουλάχιστον στις σημερινές περιστάσεις, να συμφωνήσουν μεταξύ τους, στρέφοντας την προσοχή τους στα γεγονότα που συμβαίνουν τώρα στη Δύση (Ιταλία) γιατί δεν χρειάζεται να έχει ασχοληθεί κανείς πολύ με την πολιτική, για να καταλάβει ότι είτε οι Καρχηδόνιοι νικήσουν τους Ρωμαίους, είτε οι Ρωμαίοι νικήσουν τους Καρχηδόνιους, οι νικητές δεν θα περιοριστούν μόνο στην Ιταλία και στη Σικελία, αλλά θα έλθουν εδώ και θα επεκτείνουν την κυριαρχία τους πέρα του πρέποντος. Γι’ αυτό λοιπόν, πρέπει όλοι να καιροφυλακτούν και ιδιαίτερα ο Φίλιππος. Αυτό σημαίνει, ότι πρέπει να σταματήσει να φθείρει τις δυνάμεις των άλλων Ελλήνων πολεμώντας εναντίον τους και κάνοντάς τους εύκολη λεία των επιτιθέμενων, αλλά αντίθετα να φροντίζει εξίσου για όλους, σαν να ανήκει όλη η Ελλάδα στον ίδιο. Γιατί μόνο έτσι θα έχει την εύνοια και ακόμα την υποστήριξή τους σε κάθε ξένη επιβουλή. Έπειτα εκείνος που θα θελήσει να επιτεθεί εναντίον του θα διστάσει να το πράξει, αν γνωρίζει ότι οι άλλοι Έλληνες είναι με το μέρος του…». Στο βασιλιά της Μακεδονίας συνέστησε επίσης να στρέψει τη δραστηριότητά του στη Δύση, γιατί δεν θα ήταν καθόλου απίθανο στην κατάλληλη περίσταση να επεκτείνει την κυριαρχία του και εκεί. Η παρούσα περίσταση, είπε, είναι κατάλληλη για την πραγματοποίηση αυτής της ελπίδας. Τον συμβούλεψε ακόμα, τυχόν διαφορές του με τους άλλους Έλληνες, να αναβάλει για αργότερα, όταν δηλαδή δεν θα υπήρχε εξωτερικός κίνδυνος. «Γιατί αν ποτέ» είπε «τα νέφη της Δύσης έρθουν στην Ελλάδα, πολύ φοβούμαι ότι, χωρίς να το θέλουμε, θα σταματήσουμε να φιλονικούμε μεταξύ μας, ή να συμβιβαζόμαστε όπως τώρα. Τότε θα παρακαλούμε τους Θεούς να μας δώσουν και πάλι την ελευθερία να ρυθμίζουμε τις διαφορές μας μόνοι μας, όποτε θέλουμε-αλλά θα είναι πολύ αργά» Η διάσκεψη της Ναυπάκτου ήταν το τελευταίο πανελλήνιο συνέδριο που έγινε στην ελεύθερη Ελλάδα. Η εμπνευσμένη ομιλία του Αγέλαου προκάλεσε βαθιά απήχηση, ώστε ο κάθε σύνεδρος φεύγοντας από τη Ναύπακτο μετέφερε στη πατρίδα του το πολύτιμο δώρο της ειρήνης. Οι Αθηναίοι τίμησαν τον Αγέλαο για την σπουδαία συμβολή του στην εδραίωση της ειρήνης και τον ανακήρυξαν στρατηγό τους. Αργότερα όμως, καθώς γίνεται με όλους τους μεγάλους άνδρες στο τέλος, τον κατηγόρησαν, πως δήθεν τους στέρησε όλες τις εξωτερικές ωφέλειες και ελπίδες για το μέλλον, εφ’ όσον είχε συνάψει ειρήνη, όχι με μερικούς, αλλά με όλους τους Έλληνες. Ο βαρυσήμαντος λόγος του Αγέλαου και οι προτροπές του για ειρήνη είναι μία μεγάλη στιγμή του Ελληνισμού της αρχαιότητας. Η πολιτεία θέλοντας να τιμήσει την συμβολή του Αγέλαου στην ιστορία, έδωσε το όνομά του σε κεντρική οδό της πόλης της Ναυπάκτου. Η οδός Αγελάου αρχίζει από το Διοικητήριο της πόλης και τέμνοντας κάθετα τις λεωφόρους Κ. Τζαβέλα και Ν. Μπότσαρη καταλήγει στην παραλία.

22/1/09

ΟΙ ΚΟΥΡΗΤΕΣ



Αρχαιότατος λαός της δυτικής Ελλάδας και συγκεκριμένα της Αιτωλοακαρνανίας που συγγένευε με τους Καλυδωνίους.
Αναφέρονται από τον Όμηρο ως διεκδικητές της Καλυδωνίας από τους Αιτωλούς. Το όνομά τους ετυμολογείται κατά τους μεν από το Κούριο όρος της Αιτωλίας, κατά τους δε από το γεγονός ότι «έκειραν» (κούρευαν) το μπροστινό μέρος της κώμης τους σε αντίθεση με τους Ακαρνάνες γείτονές τους που τη διατηρούσαν άθικτη.
Πάντως κατά τον Στράβωνα οι Κουρήτες ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της Αιτωλίας και προέρχονταν ή από την Εύβοια ή από την Κρήτη.


ΙΛΙΑΔΟΣ - ΡΑΨΩΔΙΑ I΄
(στίχοι : 434-606)

[Μετάφραση : ΙΑΚΩΒΟΥ ΠΟΛΥΛΑ]




Ο γέρο - Φοίνικας, διδάχος του Αχιλλέα, μιλάει με παραβολές:

Όσο που ο Φοίνιξ άρχισε, δακρύζοντας ως είδε
καταστροφή να κρέμεται στων Αχαιών τα πλοία:
«Αν στην πατρίδα σου εννοείς, λαμπρότατε Αχιλλέα,
να επανέλθεις και ο δεινός θυμός σου δεν σ’ αφήνει
παντάπασι τα πλοία μας να σώσης απ’ τες φλόγες,
πως, ω παιδί μου αγαπητό, μακράν σου δω να μείνω
μόνος; Και δια σε μ’ έστελνεν ο γέρος σου πατέρας,
όταν στον Αγαμέμνονα εσ’ έστελνε απ’ την Φθίαν
νέον, ακόμη αμάθητον του φοβερού πολέμου
και των λαμπρών ομιλιών, όπου διακρίνοντ’ άνδρες
δια τούτο εμέν’ απόστειλε, σ’ αυτά να σε διδάξω
ώστε να γίνεις έξοχος στον λόγον και στην πράξιν.
Ώστε από σε να χωρισθώ δεν ήθελα, παιδί μου,
κι εάν θεός μου υπόσχονταν το γήρας ν’ αποξύση
και να με κάνει ακρόνεον, ως ήμουν ότε πρώτα
την καλλιγύναικ’ άφησα Ελλάδα, δια να φύγω
τον Ορμενίδη Αμύτορα πατέρα μου που ωργίσθη
σ’ εμέ δι’ ωραίαν παλλακήν, που αγάπα κι επροτίμα
απ’ την μητέρα μου, και αυτή θερμά μ’ επαρεκάλει
συχνά τόσο, που μ’ έπεισε να πέσω με την νέαν
πρώτος, ώστε τον γέροντα ν’ αποστραφή κατόπιν.
Το νόησε ο πατέρας μου κι επρόφερε κατάραν,
στην κεφαλήν μου τες φρικτές καλώντς Ερινύες,
στα γόνατά του, σπέρμα μου ποτέ να ην καθίση.
Κι ενέργησαν οι αθάνατοι την πατρικήν κατάραν,
ο χθόνιος Ζευς κι η άσπονδη στον Αδη Περσεφόνη.
Και στον θυμόν μου εσκέφθηκανα κόψω τον πατέρα.
Αλλά μ’ επράυνε ο θεός, αμ’ έβαλε στον νουν μου
πόσους θ’ ακούσ’ ονειδισμούς απ’ την φωνήν του κόσμου,
αν πατροφόνον οι Αχαιοί κατόπιν μ’ ονομάσουν.
Τότε να περιφέρωμαι στο σπίτι του πατρός μου
του θυμωμένου, αποστροφήν αισθάνετο η ψυχή μου.
Και ολόγυρά μου συγγενείς, εξάδελφοι και φίλοι
παρακαλούσαν με θερμώς να μην αναχωρήσω.
Κι έσφαζαν αρνιά πάμπολλα, μόσχους πολλούς, κι εβάζαν
χοίρους πολλούς, όπ’ έλαμπαν στο πάχος μες στην φλόγα
του Ηφαίστου να καψαλισθούν. Και το κρασί επίναν
άφθον’ από του γέροντος τα πήλινα πιθάρια.
Κι εννέα νύκτες έμειναν κοντά μου και αλλαζόνταν
στην φύλαξιν και την φωτιάν ακοίμητην κρατούσαν,
άλλην στης καλοτείχιστης αυλής μέσα στον γύρον
και άλλην στον πρόδρομον, εμπρός στην θύραν του θαλάμου.
Και της νυκτός ότ’ έφθασε το σκότος της δεκάτης,
τότ’ έσπασ’, αν και στερεήν, την θύραν του θαλάμου
και της αυλής επήδησα το τείχος και ούτε οι άνδρες
μ’ εννόησαν που φύλαγαν, ούτε οι γυναίκες δούλες.
Μακράν να φύγω εδιάβηκα ’πό την πλατιάν Ελλάδα
κι έφθασα στην καλόσβωλον, την αρνοθρόφον Φθίαν.
Και ο βασιλέας ο Πηλεύς μ’ εδέχθηκε εγκαρδίως,
και μ’ είχε, ως μονάκριβον υιόν έχει ο πατέρας,
που στα πολλά του υπάρχοντα θ’ αφήση κληρονόμον.
Πολύν μου έδωκε λαόν και πλούτη και στης Φθίας
την άκρην άρχον μ’ έστησε του γένους των Δολόπων.
Και ως είσ’ εγώ σ’ ανάστησα, θεόμορφε Αχιλλέα,
με πολύν πόθον, επειδή δεν ήθελες ποτέ σου
εις δείπνον έξω ή σπίτι σου χωρίς εμέ να τρώγης.
Στα γόνατά μου σ’ έπαιρνα και σου’διδα προσφάγι
κομμένο από τα χέρια μου, και το κρασί στο χείλος,
πολλές φορές μου έβρεξες στα στήθη τον χιτώνα
από κρασί, που, αδύναμο παιδάκι, εξεχειλούσες.
Εβασανίστηκα για σε, διότ’ είχα στον νουν μου,
ότι μου αρνούντ’ οι αθάνατοι παιδί της γενεάς μου,
και σε παιδί μου σ’ έκαμα, ισόθεε Πηλείδη,
ώστε από θάνατον κακόν, αν τύχη να με σώσης.
Αλλ’ ας λυγίση η αδάμαστη ψυχή σου, Αχιλλέα.
Μην είσαι ανήλεος. Κι οι θεοί συγκλίνουν, αν κι εκείνων
ανώτερ’ είναι η αρετή και η δύναμις και η δόξα.
Και όμως την γνώμην των θεών οι άνθρωποι γυρίζουν
με κνίσσαν, με θυμίαμα, με προσευχές γλυκείες
αν εις αυτούς ασέβησαν κι επράξαν ανομίαν.
Ότ’ οι Ικεσίες του Διός του υψίστου θυγατέρες,
είναι χωλές, αλλήθωρες, στην όψιν ζαρωμένες
και φροντισμένες σέρνονται οπίσω από την Άτην.
Κι η Άτη στερεόποδη, γερή πολύ, προτρέχει
σ’ όλην την γην και τους θνητούς προφθάνει ν’ αδικήση.
Και αυτές έρχονται πίσω της τ’ αδίκημα να σιάσουν.
Και όποιος με ευλάβειαν δέχεται τες κόρες του Κρονίδη,
τον βοηθούν και ακρόασιν στες προσευχές του δίδουν.
Και αν τες αρνείται αμάλακτος, παρακαλούν τον Δία
να στείλει ευθύς κατόπι του την Άτην, δια να πάθη
όμοια και αυτός και ολόκληρον το κρίμα να πλερώσει.
Και συ στες κόρες του Διός να δώσεις, ω Αχιλλέα,
το σέβας που και άλλων καλών πραϋνει την καρδίαν.
Ότι αν δώρα δεν έφερνεν και δεν εκήρυττ΄ άλλα
ο Ατρείδης, αλλά πάντοτε βαστούσε την οργήν του,
τότε δεν θα σου έλεγα ν’ αφήσεις τον θυμόν σου,
να’λθεις βοηθός των Αχαιών, όσην και αν είχαν χρείαν.
Πλην τώρα δίδει σου πολλά και υπόσχετ’ άλλα οπίσω,
και σου’στειλ’ άνδρες ταπεινά σ’ εσένα να προσπέσουν
τους εκλεκτούς των Αχαιών και οπού’ναι αγαπητοί σου.
Τους λόγους και τον δρόμον των συ μη καταφρονέσης.
Και ως τώρ’ αν εχολεύεσο κατάκρισην δεν είχες.
Και των ηρώων παλαιών αυτά μας λέγ’ η φήμη,
κι εάν βαρύς εκάθιζε θυμός εις την ψυχήν τους,
αμάλακτοι δεν έμεναν στον λόγον και στα δώρα.
Τούτο ενθυμούμαι το συμβάν εγώ καιρών αρχαίων
ως έγινε. Θα σας το ειπώ, σεις όλοι αγαπητοί μου.
Με τους ανδρείους Αιτωλούς εμάχοντο οι Κουρήτες
της Καλυδώνος έμπροσθεν κι εσφάζοντο με λύσσαν,
οι Αιτωλοί την πάντερπνην να σώσουν Καλυδώνα,
και να την πάρουν στην ορμήν της λόγχης οι Κουρήτες.
Ότ, η χρυσόθρονη Άρτεμις πληγήν τους είχε στείλει,
ότι απαρχές του θερισμού δεν πρόσφερεν εκείνης
ο Οινεύς κι εχαίροντο οι θεοί την εκατόμβην όλοι,
αλλ’ όχι η κόρη του Διός. Την είχε λησμονήσει
αυτός ή δεν το’χε σκεφθή. Κι ασέβησε μεγάλως.
Θύμωσε η θεογέννητη παρθένα τοξοφόρα
και του’στειλε δασόθρεπτον λευκόδοντ’ άγριον χοίρον,
που στου Οινέως κάθισε το κάρπιμο χωράφι
και αφάνιζ’ όλα ρίχνοντας μεγάλα δέντρα κάτω
όλα βγαλμένα σύρριζα με τ’ άνθη των καρπών τους.
Ο Οινείδης ο Μελέαγρος τον φόνευσε με πλήθος
σκύλων και ανδρών που εσύναξε τριγύρω από τες χώρες.
Ολίγοι το θεόρατο θεριό δεν θα νικούσαν,
που άνδρες ανέβασε πολλούς εις την πυράν του τάφου.
Κι επάνω του άναψε η θεά πολλήν βοήν και αγώνα,
των ανδρειωμένων Αιτωλών και των Κουρήτων μάχην
του χοίρου δια την κεφαλήν και το δασύ του δέρμα.
Και όσ’ ο δεινό Μελέαγρος τον πόλεμον βαστούσε,
πάντοτ’ ενίκων οι Αιτωλοί κι εβιάζαν τους Κουρήτες
να μείνουν, αν κι ήταν πολλοί, στα τείχη τους κλεισμένοι.
Αλλ’ όταν τον Μελέαγρον πήρε ο θυμός, που και άλλων
ανδρών των πλέον συνετών συχνά τα σπλάχνα καίει,
αφού με την μητέρα του χολώθη την Αλθαίαν,
με την Κλεοπάτραν έμενεν, ωραίαν νυμφευτήν του
που’χε γεννήσ’ η Μάρπησσα καλόφτερνη Ευηνίνη,
και ο Ίδης, ο ανδρειότερος των τότε ανδρών ηρώων,
ώστε το τόξον έπιασε τον Φοίβον να κτυπήση
γι’ αγάπην της νεόνυμφης καλόφτερνης Μαρπήσσης.
Εκείνης βγάλαν οι γονείς παράνομ’ Αλκυόνην,
ότι πικρόν παράπονον ωσάν της Αλκυόνος
θρηνολογούσε η μάνα της θλιμμένη, απ’ ότε ο Φοίβος
Απόλλων απ’ τον κόλπον της την πήρε ο μακροβόλος.
Σιμά της έτρεφεν αυτός την πίκραν της χολής του
απ’ τες κατάρες της μητρός, που έκλαιε τον φόνον
του αδελφού της κι έκραζε και τους επουρανίους
θεούς, και με τα χέρια της την θρέπτραν γην κτυπώντας
στα γόνατά της καθιστή, στα δάκρυα πνιγμένη,
τον Άδην και την φοβερήν καλούσε Περσεφόνην
να της φονεύσουν τον υιόν και στ’ άπονά της σπλάχνα
η Εριννύς στο Έρεβος εδέχθη την κατάραν.
Αλλ’ ότε ακούσθη οχλοβοή και κτύπος εις τες πύλες
των πύργων που επροσβάλλοντο, των Αιτωλών οι γέροι
τον ικετεύαν κι έστειλαν ιερείς, όσ’ ήσαν πρώτοι,
να’λθη βοηθός και υπόσχονταν μέγα να δώσουν δώρον.
Να εκλέξει από τον πρόσχαρον αγρό της Καλυδώνος
το μέρος το παχύτερο, πεντήκοντα στρεμμάτων,
εξαίσιον κτήμα, το μισό χωράφι αμπελωμένο,
τ’ άλλο μισό αφύτευτο και οργώσιμο χωράφι.
Επρόσπεσε και ο γέροντας Οινεύς εις τον υιόν του
και ανέβηκεν εις του υψηλού θαλάμου το κατώφλι
ωσάν ικέτης κι έσειε τες κολλητές σανίδες.
Του πρόσπεσαν κι οι αδελφοί και η σεβαστή μητέρα
και αυτός αρνείτο πάντοτε. Του πρόσπεσαν οι φίλοι,
απ’ όσους είχε, σεβαστοί σ’ αυτόν και αγαπημένοι,
αλλ’ ουδ’ αυτοί δεν έπεισαν, ωσπού’φθασεν ο κτύπος
στον θάλαμον και ανέβαιναν τους πύργους οι Κουρήτες
και την μεγάλην άρχιζαν να κάψουν Καλυδώνα.
Και τότε στον Μελέαγρον επρόσπεσεν η ωραία
ομίκλινή του κλαίοντας και του’δειξε όσα πάθη
στην πόλην που πατήσει εχθρός οι άνθρωποι παθαίνουν.
Σφάζουν τους άνδρες, η φωτιά την πόλιν ερημάζει,
και δούλους παίρνουν τα παιδιά και τες γυναίκες ξένοι.
Στα τόσα που άκουσε κακά κλονίσθη στην καρδίαν
κι εζώσθη τα λαμπρ’ άρματα να πεταχθή εις την μάχην.
Κι έτσι από ιδίαν θέλησιν τους έσωσεν εκείνος.
Πλην δεν του εδώσαν οι Αιτωλοί τα εξαίσια δώρα πλέον
και χάρισμ’ απ’ τον όλεθρον τους έσωσε στο τέλος.
Όμοια μη σκέπτεσαι κι εσύ παιδί μου. Μη σε σύρει
κακός θεός και είν’ άσχημο βοηθός να δράμης μόνον
όταν τα πλοία καίωνται. Πρόλαβε, αφού με δώρα
σε προσκαλούν οι Αχαιοί, που ωσάν θεόν θα σ’ έχουν.
Και αν κατεβής αδώρητος στην ανδροφθόρον μάχην
ομοίαν απ’ την νίκην σου τιμήν δεν θ’ απολαύσης.».

ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΔΙΑΙΡΕΣΗ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Μετά 1453, το οθωμανικόν κράτος διαιρέθηκε σε ευρείες διοικητικές περιφέρειες τα μπεηλερμπεηλίκια ή εγιαλέτια, όπως ονομάσθηκαν μετά το 1591 επί Μουράτ Γ’ (1574-1595). (Αντιστοιχούσαν προς τις γενικές διοικήσεις Πελοποννήσου, Μακεδονίας κ.λ.π., στις οποίες ήταν διαιρεμένη παλαιότερα η Ελλάδα, αν και το εγιαλέτιον ήταν συνήθως περιφέρεια κατά πολύ ευρύτερη αυτών). Αυτή η μέγιστη διοικητική περιφέρεια του οθωμανικού κράτους ήταν διαιρεμένη, κατά περίπτωση, σε μεγάλο ή μικρό αριθμό σαντζακίων (νομών).
Κάθε σαντζάκιον (νομός) διαιρούνταν σε μικρότερες διοικητικές περιφέρειες, τους καζάδες (επαρχίες).
Κάθε καζάς (επαρχία) ήταν διαιρεμένος στους ναχιγιέδες. (Ο ναχιγές αντιστοιχούσε προς τους παλαιότερους ελληνικούς δήμους, οι οποίοι συναποτελούνταν από πολλά χωριά, με μια κύρια πόλη τουλάχιστον ως πρωτεύουσα).
Η Στερεά Ελλάδα ήταν διαιρεμένη σε τρία σαντζάκια (νομούς):
-το σαντζάκιον του Κάρλελι,
-το σαντζάκιον της Ναυπάκτου, και
-το σαντζάκιον του Ευρίπου.
(Για ένα χρονικό διάστημα το ανατολικό και κεντρικό τμήμα της Στερεάς υπάγονταν στο σαντζάκιον Τρικάλων, ενώ ο καζάς Αγράφων ανήκε μονίμως στο Σαντζάκιον των Τρικάλων, το οποίο όμως δεν συντρέχει λόγος να θεωρηθεί ως τέταρτο σαντζάκιον της Στερεάς).



Σύμφωνα με τη διοικητική διαίρεση του οθωμανικού κράτους η περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας περιελάμβανε το βοεβοδαλίκι Αντολικού και Μεσολογγίου και τους Καζάδες Αγγελόκαστρου ή Ζυγού, Βόνιτσας, Ξηρόμερου, Βάλτου (χωρίς την Αμφιλοχία), Βραχωρίου, Ναυπάκτου ή Βενετικού, Κραβάρων και Απόκουρου.


Οι Τούρκοι επί Μουράτ Β' μη μπορώντας να καταλάβουν τους ατίθασους κατοίκους των ορεινών Αγράφων και ενδιαφερόμενοι για την είσπραξη από αυτούς κάποιας φορολογίας, αναγκάστηκαν να ανανεώσουν τα προϋπάρχοντα από τους Βυζαντινούς προνόμια αυτονομίας και αυτοδιοίκησης από το τέλος του 15ου αιώνα και στη συνέχεια από την αρχή του 16ου, να υπογράψουν με τους Αγραφιώτες τη γνωστή «συνθήκη του Ταμασίου». Το πρώτο αρματολίκι αναγνωρίστηκε στα Άγραφα για την τήρηση της τάξης και την ασφάλεια των διαβάσεων και την υποχρέωση των προεστών για τη μεταφορά της φορολογίας, που καθορίστηκε κατά κοινότητα, στην έδρα της Τουρκικής αυτοκρατορίας, την Πόλη. Κατά τα μέσα του 16ου αιώνα δημιουργούνται τα αρματολίκια Βάλτου και Ξηρομέρου και στα τέλη περίπου του 18ου αιώνα αντίστοιχα του Βλοχού, του Απόκουρου, του Ζυγού και των Κραβάρων.

21/1/09

Μάνα Γη...

Πριν απο κάθε τι, πριν απο τη Γη και τον Ανθρωπο, πριν απο τη Χαρά και τη Λύπη ήταν το Χάος. Υστερα, η πνοή της Αγάπης, φτερουγίζοντας μέσα στο Χάος, πλάθει και ζωντανεύει τα πάντα. Και γεννιέται η αιώνια θεότητα Γη, η μητέρα όλων. Κι η Μάνα των όλων γέννησε πρώτα πρώτα τον Ουρανό, τα Βουνά και την απέραντη Θάλασσα.
Μάνα Γη
(Apurimac)
Πείτε του Ήλιου να φανεί και να χαμογελάσει
να τραγουδήσουν τα πουλιά στα πράσινα λιβάδια
πείτε του Ήλιου να φανεί και να μας αγκαλιάσει
όπως μας αγκαλιάζουνε του αργαλειού τα δώρα
Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε
Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε
Το άσπρο φως του πρωινού, ας είναι το στημόνι
το κόκκινο του δειλινού, ας είναι το υφάδι
και οι σταγόνες της βροχής, τα ασημένια κρόσσια
και ύστερα όλα τα χρώματα, απ’ το ουράνιο τόξο
Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε
Μάνα Γη, Μάνα Γη, Ουρανέ, πατέρα Ουρανέ
τα παιδιά σας είμαστε…




Η υψηλότερη και πιο σεβαστή θεότητα που λατρεύθηκε από τους πρωϊμότερους πολιτισμούς ήταν η Μάνα Γη. Η μητέρα Θεά. ή απλώς «Η Μητέρα». Τα αρχαιότερα αγάλματα Θεάς που έχουν βρεθεί, έχουν ηλικία 35.000 ετών. Από την στιγμή που είναι το θηλυκό που έχει την ικανότητα να κουβαλάει τη ζωή, να την φανερώνει και να την μεγαλώνει, και επιπλέον με ένα μηνιαίο κύκλο όπως της ιερής σελήνης κάτι που την συνδέει με την ισχυρή δύναμη της, δεν είναι περίεργο πως η ίδια η Φύση θεωρείτο θηλυκή. Η μήτρα από όπου όλοι προήλθαμε θα είναι επίσης και ο τάφος μας.. Οι γυναίκες στις εποχές εκείνες με σεβασμό θεωρούντο ως οι δωρητές αλλά και οι καταστροφείς της ζωής. Επίσης θεωρείτο πως οι γυναίκες ήσαν ευλογημένες με το δώρο της διαίσθησης και πως μπορούσαν να εισέλθουν στον «κάτω κόσμο», την «άλλη πλευρά», το υποσυνείδητο, εκεί όπου θα μπορούσε -η γυναίκα- να επικοινωνήσει με τα πνεύματα και έτσι η τέχνη του σαμανισμού πολλές φορές εξασκείτο από τις γυναίκες. Πολλές παγανιστικές κουλτούρες θεωρούσαν μάλλον φυσικό, το να καταλαβαίνουν οι γυναίκες καλύτερα τα μυστικά του Σύμπαντος. Συχνά, ήσαν οι γυναίκες εκείνες που λειτουργούσαν ως μάγισσες (σοφές), ιέρειες, μάντισσες, θεραπεύτριες, μαίες, και σύμβουλοι στα οικογενειακά ή στα περί της τεκνοποίησης. Οι γυναίκες αναγνωρίζονταν επίσης ως φιλόσοφοι, επιστήμονες ή αθλήτριες και συμμετείχαν στην πολιτική. Είχαν επίσης περιουσία δική τους και κερδίζανε τον σεβασμό της κοινωνίας με την γενναιότητα, την αποφασιστικότητα, την δυνατή θέληση, την χάρη και τις δεξιοτεχνίες τους. Σε αυτές τις φυσικές κουλτούρες η ανάγκη για μια ισορροπία μεταξύ των αντιθέτων ήταν μία αρχή, ευρέως κατανοητή. Το να παραμελήσεις το ένα μέρος θα δημιουργούσε ανισορροπία και έτσι οι άντρες και οι γυναίκες εναρμονίζονταν με σκοπό να σχηματίσουν ένα όλον. Το αιώνιο τραγούδι της Θεάς που οι γυναίκες τραγουδούσαν από την αυγή της ανθρώπινης συνείδησης, βιαίως σώπασε από την ανατέλλουσα πατριαρχική παράδοση. Οδηγημένοι από την απληστία , την πικρία, τον φθόνο και τον φόβο, οι πατριαρχικοί «πατέρες» σκόπευαν στο να καταπιέσουν τις γυναίκες και τις δυνάμεις τους. Έχοντας και την θρησκεία που αυτοί δημιούργησαν με όλα της τα αντίφυσικά δόγματα από πίσω τους, οι γυναίκες έμαθαν να είναι υπάκουες έτσι ώστε να είναι «καλές». Βασικά αυτοί οι άντρες διαστρέβλωσαν τα πάντα και δαιμονοποίησαν όλα τα αρχαία γονιμικά σύμβολα τα οποία οι παγανιστές είχαν ως ιερά, όπως το φίδι, το δέντρο, το μήλο και φυσικά την γυμνή γυναίκα, την «ξεμυαλίστρα» (η οποία αναγνωρίζεται την μυθιστορία του κήπου της Εδέμ). Η Εύα είναι η πρώτη αμαρτωλή. Μια ξεμυαλίστρα είναι υπεύθυνη για τις αμαρτίες του ανθρώπου. Για να μην ξεχνάμε και την Εβραϊκή ιστορία της Λίλιθ, της πρώτης «κακής γυναίκας» που θεωρείται «κακή» από τους πατριαρχικούς πατέρες γιατί ήθελε να είναι ανεξάρτητη και δεν δέχθηκε να υποτάσσεται στον άνδρα της Αδάμ. Ή την Μαρία την Μαγδαληνή, την καημένη «παραστρατημένη γυναίκα» που ακολούθησε τον ραβίνο Jesua, η οποία στην πραγματικότητα ήταν μια ιέρεια. Μια σεξουαλικά ενεργή ιέρεια, όπως ήσαν οι περισσότερες ιέρειες στις ημέρες των παγανιστικών κοινωνιών. Οι γυναίκες σε αυτή την νέα πατριαρχική, μονοθεϊστική θρησκεία, θεωρούντο ως πολίτες δευτέρας διαλογής, στους οποίους δεν ήταν επιτρεπτό να διαβάζουν, να δημιουργούν ή να τους ανήκει περιουσία. Ούτε τους επιτρεπόταν να είναι ιέρειες ή θεραπεύτριες. Η νέα τους μοίρα ήταν να υπηρετούν τους άνδρες τους και να είναι μηχανές αναπαραγωγής. Το ισχυρότερο τους εργαλείο, η ικανότητα να μαγεύουν με την ομορφιά τους και να εκκινούν την σεξουαλική συνεύρεση, ήταν τώρα ένα θανάσιμο αμάρτημα. Η φυσική συνεύρεση και σεξουαλική ένωση του άνδρα και της γυναίκας, η οποία υμνήθηκε τόσο πολύ στην πρότερη μητριαρχική παράδοση, τώρα έγινε ντροπή, καταστρέφοντας έτσι την αρμονική σχέση που είχαν οι άντρες και οι γυναίκες. Είμαστε ακόμη και τώρα μάρτυρες της σκληρής καταπίεσης των γυναικών στις χώρες που οι δογματικές πατριαρχικές θρησκείες επικρατούν. Γυναίκες που ποτέ δεν θα έχουν την ευκαιρία να αποκαλύψουν τους εαυτούς τους και να αναπτύξουν τις δυνατότητες τους. Κατά τον Μεσαίωνα, ελάμβαναν χώρα τρομακτικές επιθέσεις κατά των γυναικών και δεν εκτελούντο με τους πιο φρικτούς τρόπους που μπορεί η φαντασία να συλλάβει μόνο οι παγανίστριες σοφές γυναίκες, αλλά και γυναίκες που ήσαν απλώς άνω του «μέτρου» επιθυμητές, έξυπνες, και περήφανες, ή γυναίκες που απλώς αντιμιλούσαν στις αρχές. Η ίδια η γυναικεία φύση δαιμονοποιήθηκε και η Εκκλησία κατέστησε πίστη πως οι γυναίκες ήσαν στην πραγματικότητα μια.. δημιουργία του διαβόλου (μαζί με τις γάτες και τους λύκους, ζώα δηλαδή που συμβολίζουν το ελεύθερο ανθρώπινο πνεύμα), τον οποίο θα.. υπηρετούσαν στην πρώτη του διαταγή. Μόνο στους άντρες επιτρεπόταν να ασκούν το ιατρικό επάγγελμα. Εάν μια γυναίκα χειριζόταν φάρμακα ή δοκίμαζε να γιατρέψει κάποιον, αυτό ήταν.. μαγεία, και η άτυχη γυναίκα έπρεπε να τιμωρηθεί.. Η περιγραφή της μεσαιωνικής μάγισσας, των εργαλείων της, των μεθόδων της κ.τ.λ. είναι ολόϊδια με αυτή της παγανίστριας σοφής και των τελετουργιών της, αλλά σε μια γελοία, δαιμονοποιηθείσα έκδοση. Η ανθρώπινη φύση καταπιέσθηκε, αλλά ποτέ δεν καταστράφηκε. Και έτσι η φύση της Θεάς επέζησε, και οι γυναίκες τα τελευταία χρόνια είχαν ξανά την ευκαιρία να δείξουν τις ικανότητες τους. Ακόμη και αν, δεδομένης της περίστασης, υπάρχουν πολλές γυναίκες που δεν θα αδράξουν ποτέ αυτήν την ευκαιρία. Φυσικά δεν ενδιαφέρονται όλες οι γυναίκες και ακόμη δεν είναι όλες προικισμένες ώστε να ασχοληθούν με την δημιουργική τέχνη ή την φιλοσοφία, ή ακόμη και την ιερατική τέχνη. Αλλά υπάρχουν και αυτές που πραγματικά είναι, αλλά παρ' όλα αυτά είναι πολύ ανασφαλείς για να φανερωθούν και να αποδείξουν τον εαυτό τους, επειδή μεγάλωσαν με το δίδαγμα πως «τα κορίτσια θα πρέπει να μένουν παθητικά στην αφάνεια». Πρέπει να στραφούμε στους αρχαίους μύθους. Να μάθουμε από την παλαιά παγανιστική σοφία, εκεί όπου η αρμονία μεταξύ αντιθέτων δυνάμεων, όπως η αρσενική και θηλυκή, η μέρα και η νύχτα, το φως και το σκοτάδι, η δημιουργία και η καταστροφή, η λογική και το συναίσθημα λαμβάνονταν πάντοτε και σεβαστικά υπόψη. Να μάθουμε τις αρχαίες ιστορίες που μας διδάσκουν ότι είμαστε μέρος της Φύσης και των μυστηρίων της. Και γι' αυτό πρέπει να σεβασθούμε τόσο αυτή, όσο και την ζωή των πλασμάτων της. Μέσα από την μυθολογία μπορούμε να γνωρίσουμε τους εαυτούς μας και να συνειδητοποιήσουμε τις διάφορες ποιότητες που έχουμε μέσα μας. Γυναίκα, χρησιμοποίησε την διαίσθηση σου, την φαντασία σου, τα αισθήματα σου και την σεξουαλικότητα σου ! Χρησιμοποίησε την εσωτερική σου δύναμη και νοιώσε ελεύθερη να εκφραστείς. Με όποιον τρόπο θέλεις!
Andrea M. Haugen (Hagalaz' Runedance)


Νέα Ζηλανδία.


ΧΙΛΗ...


MOSTAR


ASSISI...


Δελφοί...


Βασιλιάς Εύηνος.


Ο Εύηνος ποταμός, ονομαζόμενος και Φίδαρης, είναι ποταμός της Αιτωλίας και αποτελεί ένα από τα «θρυλικά» ποτάμια της Αιτωλοακαρνανίας. Από την αρχαία εποχή παραδίνεται ότι ο Εύηνος ποταμός διαρρέει την Αιτωλία και έτσι είναι το κατεξοχήν Αιτωλικό ποτάμι. Ξεκινάει από τις δυτικές υπώρειες των Βαρδουσίων, σε δυο σκέλη έχοντας διπλές πηγές και ακολουθώντας δυτική πορεία χωρίζει τα βορειότερα Ναυπακτιώτικα χωριά από την λοιπή Ναυπακτία. Στην συνέχεια ακολουθεί νότια πορεία κι εκεί κατά την Καλλονή παίρνει δυτική πορεία κι έτσι πότε νοτιοδυτικά και πότε νότια φτάνει στην θάλασσα, στον Πατραϊκό κόλπο ανάμεσα στο Ευηνοχώρι και τον Γαλατά. Παρατηρώντας λοιπόν τον χάρτη βλέπουμε ότι ο Εύηνος τέμνει την βόρεια Ναυπακτία διατρέχοντας κάπου 113 χιλιόμετρα μέχρι την εκβολή του και έτσι είναι το φυσικό σύνορο μεταξύ Τριχωνίδας και Ναυπακτίας και που στις εκβολές του έχει φτιάξει μια τριγωνική πεδιάδα που σιγά-σιγά επεκτείνει με τις προσχώσεις του. H διαδρομή του παρουσιάζει μια γρήγορη εναλλαγή πότε νότια, πότε δυτικά, κάποτε ανατολικά, ποτέ όμως βόρεια που θυμίζει κίνηση φιδιού και γι αυτό ο θυμόσοφος λαός μας του έδωσε το όνομα Φίδαρης. Όμως μιας και διατρέχει έναν ορεινό τόπο γεμάτο κοτρόνια και γκρεμίλες, δέχεται το νερό αρκετών παραποτάμων και μικροχειμάρων. Οι κυριότεροι από τους παραποτάμους που ενισχύουν την πορεία του είναι ο Παλουκοβιώτικος, ο Βοτσαΐτικος, ο Κάκαβος, ο Κλεπαΐτικος, η Σκοτεινή, ο Κλεινοβίτης, ο Κότσαλος, τα Φιδάκια και ο Πόριαρης. Ο Στράβωνας, ο Απολλόδωρος και ο Πλούταρχος λένε ότι το αρχαιότερο όνομα του Εύηνου ήταν Λυκόρμας.
Η ελληνική μυθολογία θέλει τον Εύηνο, βασιλιά στην Καλυδώνα από τη γενιά του Ενδυμίωνα και του Αιτωλού. Ήταν γιος του θεού Άρη και της Δημονίκης, και ήταν αρχικώς βασιλιάς της Αιτωλίας. Παντρεύτηκε την Αλκίππη την κόρη του Οινόμαου, βασιλιά της Ηλείας. Κόρη του Ευήνου ήταν η Μάρπησσα ή Ευηνίνη, ενώ εγγονή του ήταν η Κλεοπάτρα (Σχόλια εις Ιλιάδα, Ι 556). Αδέρφια του Ευήνου ήταν ο Μώλος και ο Θέστιος.
Απόλλων, Ίρις, Μάρπησσα και ο Ιδας,
Ο Εύηνος βασίλεψε στις περιοχές της Καλυδώνας και της Πλευρώνας. Είχε τη συνήθεια να σκοτώνει όλους όσους παρουσιάζονταν για να ζητήσουν ως σύζυγο την κόρη του. Ο μύθος αναφέρει πως εξανάγκαζε τους μνηστήρες της Μάρπησσας να διαγωνισθούν μαζί του στην αρματοδρομία στην οποία ήταν ανίκητος και έκοβε το κεφάλι στους ηττημένους το οποίο και τοποθετούσε ως στολίδι στον ναό του Ποσειδώνα, πράγμα που θυμίζει τον Οινόμαο και τον μύθο του. Σε άλλη εκδοχή μάλιστα ο Εύηνος αναφέρεται πως έκτισε ολόκληρο ναό μόνο από τα κρανία αυτά! Η μεγάλη ομοιότητα των μύθων Οινομάου-Ιπποδαμείας και Ευήνου-Μάρπησσας καταλήγει σε συνένωσή τους στη μεταγενέστερη παράδοση του Πλουτάρχου: ο Εύηνος είχε νυμφευθεί την κόρη του Οινομάου. Στον αρχικό μύθο όμως σύζυγος του Ευήνου και μητέρα της Μάρπησσας είναι η Αλκίππη. Τελικώς τη Μάρπησσα την απήγαγε ο Ίδας. Παρότι η φύλαξη της βασιλοπούλας ήταν αυστηρή, ο Ίδας ο γιος του Αφάρεου, δασκαλεμένος από τον Ποσειδώνα που του έδωσε άρμα με φτεροπόδαρα άλογα έκλεψε την Μαρπήσσα ενώ χόρευε στον ναό της Άρτεμης και την μετέφερε στην Πλευρώνα. Ο Εύηνος κατεδίωξε το φτερωτό του άρμα και έφθασε στον ποταμό Λυκόρμα. Επειδή όμως δεν μπορούσε να πιάσει τον Ίδα, έσφαξε τα άλογά του και ο ίδιος ρίχτηκε και πνίγηκε στον ποταμό, ο οποίος από τότε ονομάσθηκε Εύηνος.
Ο `Ιδας και η Μάρπησσα τελικά κατέφυγαν στη Μεσσήνη, εκεί όμως ο θεός Απόλλων ερωτεύθηκε τη Μάρπησσα και θέλησε να την αρπάξει κι αυτός. Την ώρα που ο `Ιδας και ο Απόλλων μονομαχούσαν, επενέβηκε ο Δίας, ο οποίος προέτρεψε τη Μάρπησσα να διαλέξει ποιον από τους δύο θα ήθελε ως σύζυγό της. Τότε η κοπέλα, επειδή φοβήθηκε μήπως την εγκαταλείψει ο Απόλλων όταν θα γερνούσε, επέλεξε τελικά τον `Ιδα.

Μεσολόγγι... χωρίς λόγια!