18/1/09

Μεταξύ Ναυπακτίας και Ευρυτανίας...


Πανδαισία ορεινών διαδρομών...
Σκαρφαλώνοντας στα ορεινά της Ναυπάκτου, στις νότιες απολήξεις της Πίνδου, και φτάνοντας ώς την Ευρυτανία, ο επισκέπτης απολαμβάνει ανόθευτη ορεινή Φύση και όμορφα ρουμελιώτικα χωριά, ανέγγιχτα ακόμη από τον μαζικό τουρισμό
Πριν από πέντε χρόνια περίπου, «κυνηγώντας» βατόμουρα και μανιτάρια, έκανα μια πανέμορφη διαδρομή από την Ευρυτανία ώς την Ναύπακτο μέσω της ορεινής Ναυπακτίας και μαγεύτηκα. Φέτος την ξαναέκανα με αντίθετη φορά. Ολη η διαδρομή από την Ναύπακτο και μετά είναι μέσα στα νερά και το πράσινο. Ενίοτε, αναλογα με τον καιρό, μπορεί να 'ναι και μέσα στο χιόνι! H ορεινή Nαυπακτία, ή Kράβαρα για τους παλαιότερους, περιλαμβάνει περισσότερα από 45 χωριά. Tα βουνά της Tσακαλάκι, Ξεροβούνι και Tσεκούρα φτάνουν τα 1.731 υψόμετρο. Τόπος τραχύς όπου έμεναν τελικά μόνον όσοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, ενώ οι υπόλοιποι ασχολούνταν κυρίως με την οικοδομή. Στα μέσα του περασμένου αιώνα μάλιστα, οι Kραβαρίτες μαστόροι (κτιστάδες) είχαν αποκτήσει μεγάλη φήμη και δούλευαν κατά ομάδες, όπως και οι Hπειρώτες.
H κυβέρνηση των συνταγματαρχών κατά την επταετία διά νόμου απαγόρευσε την βόσκηση των κατσικιών σε πολλά μέρη της περιοχής. Aυτό είχε μεν ως αποτέλεσμα να μαραζώσει η παραδοσιακή κτηνοτροφία, από την άλλη όμως τα δάση ξαναζωντάνεψαν. O τόπος είναι σήμερα ένας πραγματικός παράδεισος, κατάφυτος από έλατα και καστανιές. Aπό μια έρευνα που είχε γίνει από το δασαρχείο, βρέθηκε πως τα δύο αυτά είδη φύονται και αναπτύσσονται στην Oρεινή Nαυπακτία γρηγορότερα απ' οπουδήποτε αλλού. Η Ορεινή Ναυπακτία έχει στην ουσία δύο «πόλους έλξης». Ο ένας είναι τα χωριά Τερψιθέα, Ελατού, Ανω Χώρα, Κάτω Χώρα και Αμπελακιώτισσα. Ο άλλος «πόλος» βρίσκεται στην άλλη μεριά του βουνού και είναι ο Πλάτανος, ένα πανέμορφο χωριό που εγώ ανακάλυψα πρόσφατα κι ακόμα δεν έχω συχωρέσει τον εαυτό μου που άργησα τόσο!
Από την Ορεινή Ναυπακτία, είτε από Ανω Χώρα είτε από Πλάτανο, θα περάσετε στην Ευρυτανία μέσω της νέας τεχνητής λίμνης του Ευήνου, για την Δομνίστα και το Κρίκελλο, δύο πανέμορφα χωριά, σχεδόν ανέγγιχτα από τον τουρισμό. Πώς λέμε Μεγάλο και Μικρό Χωριό; Ε, καμία σχέση!
Στην Ανω Χώρα...
Φεύγοντας από την Ναύπακτο λοιπόν, αν θελήσετε να πάτε προς Ανω Χώρα, ακολουθείτε τη διαδρομή Λιμνίτσα-Τερψιθέα-Ελατού-Ανω Χώρα. Από την Λιμνίτσα αρχίζει στην ουσία η πολλή βλάστηση και θα δείτε ακόμα σπίτια βαμμένα με χαρούμενα χρώματα, αμνοερίφια να γυρίζουν στην σούβλα, καφενεία με εσπρέσο και, αν σας αρέσει η ωραία κι εύθυμη Λιμνίτσα, θα δείτε και ενοικιαζόμενα δωμάτια. O δρόμος συνεχίζει ανεβαίνοντας όλο στροφές και πράσινο για Tερψιθέα (Bετόλιστα), ένα χωριό που όπως το λέει το όνομά του έχει εξαίρετη θέα στην κοιλάδα και τα γύρω βουνά. Το χωριό είναι κτισμένο σε ύψος 800 μ. και λίγο έξω από αυτό υπάρχουν δύο νερόμυλοι, ο Nτεμισιάς (1880) και ο Σκαρούς (1890). Συνεχίζοντας τον δρόμο, μετά από 7 χιλιόμετρα, φτάνουμε στην Eλατού που, παρ' ότι υπάρχουν έλατα, το όνομά της προέρχεται από τη σλάβικη ονομασία της Eλετσού (δηλ. ευήλιο μέρος). Ομορφο χωριό που κτίστηκε το 1829 στα 1.050 μ. αλλά μόνον τα τελευταία χρόνια με τον τουρισμό άρχισε να απόκτά κάποια ζωή πάλι. Aπό την Eλατού και πάνω η δασοκάλυψη γίνεται μεγαλύτερη και μετά από άλλα 7 χιλιόμετρα φθάνουμε στην Ανω Χώρα (Μεγάλη Λομποτινά), που είναι και η πρωτεύουσα του δήμου (Δήμος Aποδοτίας). Χτισμένη στα 1.050 μέτρα, με περίπου 400 κατοίκους, περιβάλλεται από ορεινούς όγκους που είναι όλοι τους αποφύσεις των Bαρδουσίων, του νοτιότερου δηλαδή άκρου της Πίνδου. Tο χωριό παρουσιάζει μεγάλες υψομετρικές διαφορές (που φθάνουν και τα 200 μ.) κι όπως ανέφερα προηγουμένως, επειδή ήταν το πρώτο που άρχισε να αναπτύσσεται τουριστικά, έχει και την μεγαλύτερη τουριστική υποδομή στην ορεινή Ναυπακτία. Υπάρχει ακόμα μια άλλη «γειτονιά» του χωριού στα 5 χιλιόμετρα που λέγεται Κάτω Χώρα (Μικρή Λομποτινά) και βρίσκεται πιο χαμηλά, στα 800 υψόμετρο.
Σε αυτή την περιοχή αξίζει να επισκεφθείτε την Aμπελακιώτισσα (Kοζίτσα), που βρίσκεται απέναντι από την Aνω Xώρα, χτισμένη στις ελατοσκέπαστες ανατολικές πλαγιές του Aη Λια σε ένα τοπίο πραγματικά υποβλητικό. Bρίσκεται στα 900 υψόμετρο και είναι ένα από τα αρχαιότερα χωριά της Ορεινής Nαυπακτίας. Tο παλιό της όνομα «Kοζίτσα» σήμαινε στα Σλάβικα γιδότοπος.
Στον Πλάτανο...
Δυτικά της Ανω Χώρας βρίσκεται ο Πλάτανος, πρωτεύουσα του ομώνυμου δήμου που είναι από τους πιο ορεινούς της Ρούμελης. Είναι ένα πανέμορφο αρχοντοχώρι που επισκέφθηκα για πρώτη φορά πριν από 15 μέρες περίπου. Για να πάμε στον Πλάτανο από Ναύπακτο ακολουθούμε την διαδρομή προς Σίμου-Ποκίστα-Πλάτανο. Γενικά όλες οι διαδρομές είναι σε άσφαλτο, μέσα από δάση ελάτου, γραφικότατες αλλά με πολλές στροφές - δεν θα πρέπει να βιάζεστε. Η Σίμου είναι κι αυτή όμορφο χωριό κι έδρα του γειτονικού δήμου Πυλήνης. Αξίζει να την περπατήσετε να δείτε τα παλιά πέτρινα σπίτια του και τον ναό της Παναγίας του 19ου αιώνα. Η Ποκίστα, παρακάτω στον δρόμο μας, είναι ένας μικρός γραφικός οικισμός κτισμένος στα 900 υψόμετρο. Μετά την Ποκίστα κι αρκετές στροφούλες μπαίνουμε στον Πλάτανο, κι έχουμε κάνει ακριβώς 53 χλμ. από την Ναύπακτο. Η πρώτη εντύπωση θα σας κερδίσει αμέσως. Πολλά πέτρινα σπίτια, κεραμίδι, πετρόστρωτοι δρόμοι και μια πανέμορφη πλατεία «κλεισμένη» γύρω-γύρω με σπίτια και μαγαζιά. Μια πλατεία που δεν θα δείτε πουθενά αλλού στην Ρούμελη.
Πανέμορφη και η μητρόπολη του χωριού, ο ναός του Αγίου Νικολάου. Οπως διάβασα και στο ΠΑΝΟΡΑΜΑ : «Ο Πλάτανος είναι μεγάλο χωριό και διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά ενός τυπικού χωριού της Ρούμελης, καθώς δεν γνώρισε αρκούντως τη μανία των Γερμανών κατακτητών». Στο χωριό αξίζει να δείτε το Λαογραφικό του Μουσείο καθώς και το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης. Θα δείτε ακόμα τον ανδριάντα του Καραϊσκάκη, γιατί εδώ είχε το αρχηγείο του ο Eλληνας αρχιστράτηγος.
Προς Ευρυτανία...
Είτε από την Ανω Χώρα είτε από τον Πλάτανο για να πάτε στην Ευρυτανία θα περάσετε οπωσδήποτε από την τεχνητή Λίμνη του Εύηνου και θα καταλήξετε στην Αράχοβα (της Ναυπακτίας βέβαια). Παρεπιμπτόντως, Αράχοβα είναι σλάβικη λέξη και σημαίνει καρυδότοπος. Είναι ένα όμορφο χωριό κτισμένο σε ύψος 960 μέτρων στην άκρη του βουνού κι έτσι έχει μια εξαιρετική θέα στη λίμνη του Ευήνου. Οι ερχόμενοι από Ανω Χώρα κάνουν την διαδρομή Κρυονέρι-Περδικόβρυση-Κλεπά-Αράχοβα και περνούν από την ανατολική μεριά της λίμνης με απόκρημνες πλαγιές. Οι ερχόμενοι από Πλάτανο κάνουν την διαδρομή Αγιος Δημήτριος-Αράχοβα και περνούν από την δυτική μεριά όπου υπάρχει πλάτωμα και κάποια σχετική «άπλα».Περνώντας τα σύνορα της Ευρυτανίας μέσα από πυκνά δάση ελάτου, στα 17 χλμ. από Αράχοβα, θα βρούμε την Δομνίστα κτισμένη σε υψόμετρο 1.000 και σε απόσταση 41 χλμ. από την πρωτεύουσα, το Καρπενήσι. Είναι ένα πολύ όμορφο χωριό, λίγο «στην μέση του πουθενά» κι ό,τι πρέπει για κάποιον που θέλει επειγόντως ηρεμία. Η Δομνίστα ιδρύθηκε κατά τα βυζαντινά χρόνια. Η τοπική παράδοση αποδίδει την ονομασία της στην κόρη του βασιλιά Εύρυτου Δόμνα.
Είναι ένα από τα μεγαλύτερα χωριά της περιοχής και περιλαμβάνει τους συνοικισμούς Αμπέλια, Μαρίνο, Φαντίνο και Μπραΐλα και ως κοινότητα αναγνωρίστηκε το 1912. Εδώ βρίσκονται επίσης και τα ερείπια της αρχαίας Φαντίνου (που πήρε αυτό το όνομα από τη σύζυγο του βασιλιά Εύρυτου, τη Φαντίνα). Κατά την Τουρκοκρατία το χωριό υπαγόταν στη δικαιοδοσία των Γιολδασαίων, αρματολών της περιοχής, και οι κάτοικοι πήραν ενεργά μέρος στην Επανάσταση. Στη Δομνίστα διέμεινε το καλοκαίρι του 1824 ο Καραϊσκάκης, όταν τον καταδίωκαν Ελληνες και Τούρκοι. Από εδώ ξεκίνησε τον ένοπλο αγώνα κατά των Γερμανών, τον Ιούνιο του 1942, ο Αρης Βελουχιώτης.
Πολλά τα νερά και τα πλατάνια και όμορφη η πλατεία της Δομνίστας με μαγαζάκια, καφενεία και ταβέρνες με φρέσκα και νόστιμα ντόπια κρέατα. Πανέμορφη είναι η τοποθεσία του Προφήτη Ηλία με το μικρό γραφικό εκκλησάκι, λίγο έξω από το χωριό, που προσφέρει πανοραμική θέα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το Μουσείο όπου εκτίθενται είδη χειροτεχνίας, φωτογραφίες, παραδοσιακά αντικείμενα και χειρόγραφα, ενώ διαθέτει την πληρέστερη βιβλιοθήκη ευρυτανικών βιβλίων.
Στα 10 χιλιόμετα από τη Δομνίστα, συνεχίζοντας την πανέμορφη διαδρομή μέσα στα έλατα, θα βρεθούμε στο Κρίκελλο. Είναι χτισμένο στα 1.120 μ. και αποτελεί έδρα του Δήμου Δομνίστας. Κατά την Επανάσταση του '21 έδωσε τους περισσότερους, από κάθε άλλο χωριό, αγωνιστές. Η δημιουργία του χωριού ανάγεται στη Βυζαντινή εποχή και προήλθε από τους οικισμούς Αγκάθι, Κουμάσια, Διαβολίτσι, Φουξυλιά, Κεραμίδια, Παλιόσπιτα, ίχνη των οποίων διακρίνονται ακόμη στις ομώνυμες τοποθεσίες. Τους οικισμούς αυτούς, που ήταν διαταγμένοι σε σχήμα κύκλου (κρικέλλας) γύρω απ' το χωριό, λυμαίνονταν τότε διάφοροι ληστές και οι κάτοικοι δεν είχαν ασφάλεια, ενώ στερούνταν και το νερό. Ως πρώτος οικιστής του Κρικέλλου φέρεται κάποιος Παπαδήμος, που έκτισε το σπίτι του κοντά στην κεντρική πηγή του χωριού, τα «Σωληνάρια».Το χωριό βρίσκεται σε προνομιακή θέση ανάμεσα σε πυκνά δάση από αιωνόβια έλατα, πυκνά καρποφόρα δέντρα, σπάνια αρωματικά φυτά και σκιερά πλατάνια που φύονται πλάι στα πλούσια νερά του Κρικελλοπόταμου. Διατηρεί το χρώμα και την παλιά του αίγλη, με όμορφα παλιά πέτρινα σπίτια, με πέτρινες και κεραμιδένιες στέγες και η μεγάλη του πλατεία περιτριγυρίζεται από παραδοσιακά μαγαζάκια. Περίφημοι για την τέχνη τους θεωρούνταν οι Κρικελλιώτες μαστόροι (χτίστες). Ο καθεδρικός ναός του Αγίου Νικολάου είναι από τους μεγαλύτερους και ωραιότερους της Ευρυτανίας και τελευταία ανακαινίζεται.
Στη διαδρομή για το Κρίκελλο συναντάμε και την ιστορική τοποθεσία Κοκκάλια, όπου λέγεται ότι έγινε μάχη Αιτωλών και Ευρυτάνων κατά των Γαλατών το 279 π.Χ. (η τοποθεσία κατά μια εκδοχή ονομάστηκε έτσι από τα οστά των νεκρών εκείνης της μάχης). Κοντά στη Δομνίστα να επισκεφτείτε και το χωριό Αμπλιανη. Παλιότερα το χωριό αυτό ονομαζόταν «Σταυροπήγι», ονομασία που φανέρωνε την ύπαρξη σταυροπηγιακής μονής στη γύρω περιοχή. Στην Αμπλιανη να δείτε την εκκλησία της Aγίας Παρασκευής για τις αξιόλογες εικόνες της που χρονολογούνται απο τα 1806. Tέλος, το χωριό αυτό είναι ιδιαίτερα ονομαστό για τα υφαντά του.
Ολες οι περιοχές γύρω απο τα παραπάνω χωριά είναι εξαιρετικού κάλλους. Aνάμεσα σε άλλα φυσικά μνημεία θα δείτε τα μικρά φαράγγια που σχηματίζει στο πέρασμά του ο ποταμός Kρικελλοπόταμος. Tο ομορφότερο από αυτά τα φαράγγια είναι το Πανταβρέχει, που θα το βρείτε κοντά στο χωριό Pοσκά - βέβαια ο χειμώνας δεν είναι η κατάλληλη εποχή για να το επισκεφθείτε.
ΠΩΣ ΝΑ ΠΑΤΕ:
Οδικώς με το I.X. και μπορείτε να επιλέξετε αν θέλετε να αρχίσετε από Ευρυτανία προς τα κάτω ή από Ορεινή Ναυπακτία προς τα πάνω. Για Ευρυτανία η διαδρομή είναι Λαμία-Μακρακώμη-Ράχες Τυμφρηστού και μετά τον παλιό δρόμο για Καρπενήσι παίρνουμε τον δρόμο για Κρίκελλο. Για Ορεινή Ναυπακτία ο δρόμος είναι Κόρινθος-Ρίο-Αντίρριο-Ναύπακτος και Πλάτανος ή Ανω Χώρα.
Κείμενο: Ντίνος Κιούσης (αναδημοσίευση από την "Καθημερινή")

Στην μαγευτική Αμπελακιώτισσα των Κραβάρων!


O φίλος μας ο Κυριάκος, δικηγόρος απ" το Βόλο, είναι - εκτός από φίλος καρδιάς - και ένας άτυπος ταξιδιωτικός μας σύμβουλος, ένας ζωντανός υπολογιστής, που στο πρώτο πάτημα του πλήκτρου (εννοώ στην πρώτη ερώτηση) δίνει πληροφορίες με ταχύτητα εκτυπωτή για βουνά, μονοπάτια, υψόμετρα, λίμνες, ποτάμια, φαράγγια (η ειδικότητά του), νησιά και βραχονησίδες, διαδρομές, αποστάσεις, ωραία σημεία - γνωστά και άγνωστα - σ" όλη τη χώρα. Πολλές φορές ως τώρα έχουμε ιδροκοπήσει αγκομαχώντας πίσω του, τα κριτήρια όμως και οι υποδείξεις του, μετά από τόσα τεστ, είναι πια υπεράνω αμφισβήτησης - Αποφασιστικός και παρορμητικός, δεν υποχωρεί σε κόπους και θυσίες, όταν βρεθεί μπροστά σε πρόκληση. Το πιο σημαντικό όμως είναι, ότι το στυλ του είναι μεταδοτικό και στους φίλους του. Ίσως γιατί, ως δικηγόρος, γνωρίζει άριστα τη δύναμη της πειθούς και την τέχνη τού να πείθει ...;
ΑΜΠΕΛΑΚΙΩΤΙΣΣΑ, ΠΡΩΤΗ ΕΠΑΦΗ.
-Και γιατί δεν πάτε μια βόλτα ως την ορεινή Ναυπακτία; ρωτάει με το πιο φυσικό του ύφος ο Κυριάκος. Ξέρω έναν τόπο, που είναι σαν να φτιάχτηκε για σας. Δάση με έλατα, φαράγγια, ατέλειωτες βουνοκορφές. Το κυριότερο είναι, ότι ελάχιστοι τον έχουν ανακαλύψει μέχρι τώρα. (Τι το ήθελε αυτό το τελευταίο;)
-Και πώς λέγεται Κυριάκο αυτός ο άγνωστος προορισμός;
-Αμπελακιώτισσα.
Δυο μέρες τώρα τριγυρνάμε μαζί του ασταμάτητα στην ορεινή Ευρυτανία, με το αυτοκίνητο ή με τα πόδια. Και ξαφνικά ο Κυριάκος, τη στιγμή ακριβώς της αναχώρησής μας για Θεσσαλονίκη, ρίχνει σαν βόμβα την ιδέα για ορεινή Ναυπακτία.
-Υπάρχει κάποιο κατάλυμα, κάποιος ξενώνας; ρωτάει η Άννα.
-Να σου πω, λέει ο Κυριάκος και κομπιάζει. Ένα χρόνο πριν που πρωτοπήγα, κάποιος έφτιαχνε εκεί έναν ξενώνα. Λογικά τώρα πρέπει να χει τελειώσει.
-Ξέρεις το όνομα του ιδιοκτήτη; Το τηλέφωνό του; τον ρωτάω.
-Ήταν ένας τύπος φανταστικός, δεν μου έδωσε τηλέφωνο κι ούτε θυμάμαι το όνομά του. Είχα μόλις διασχίσει το Φαράγγι του Κάκαβου (το όνομα του φαραγγιού δεν το είχε ο φίλος μας ξεχάσει) και μόλις με είδε έτσι καταϊδρωμένο, παράτησε τις δουλειές, μου πρόσφερε κρύο βουνίσιο νερό και μοιράστηκε μαζί μου ζυμωτό ψωμί, τυρί ντόπιο, ντομάτα απ" το χωριό κι ένα τσίπουρο αξέχαστο. (σημ. ποτέ Βολιώτης δεν ξεχνάει ένα καλό τσίπουρο). Ύστερα καθίσαμε μπροστά σε μια θέα εκπληκτική κι αρχίσαμε τις ιστορίες. Μου μίλησε για τα σχέδιά του να φέρει με τον ξενώνα κόσμο στο χωριό, ενθουσιάστηκα, του μίλησα για σας και για το περιοδικό σας κι έφυγα όταν έπεσε η νύχτα. Πέρασα ώρες αξέχαστες σ" εκείνη εκεί την ερημιά, πρέπει να πάτε, δεν θα το μετανιώσετε.
Κοιτάω την Άννα, με κοιτάει κι αυτή με πρόσωπο που λάμπει (νέες περιπέτειες γαρ στον ορίζοντα), τηλεφωνούμε στο γραφείο, διαμαρτύρονται, μας περνάνε για τρελλούς, ανοίγουμε χάρτες, εντοπίζουμε την Αμπελακιώτισσα (μια δρασκελιά είναι στην ευθεία από το Καρπενήσι) και, κάποια στιγμή, αντί για Θεσσαλονίκη στρίβουμε για Ναύπακτο.
-Περάστε απ" τον Προυσσό, επιμένει ο Κυριάκος. Είναι πιο μακρινή η διαδρομή (στην πραγματικότητα ήταν τριπλάσια) αλλά θα σας μείνει αξέχαστη.
Και ήταν πράγματι αξέχαστη: Μοναστήρι Προυσσού, θεαματικό και φημισμένο, με εκατοντάδες προσκυνητές και αυτοκίνητα, ρέματα, χαράδρες, δρόμοι που μετά βίας χωράνε δυο ποδήλατα, διαδρομές με μέση ωριαία ταχύτητα 30 χιλιομέτρων, διασχίσεις αυχένων με υψόμετρα πάνω από 1000 μέτρα, απέραντα ελατοδάση και ύστερα πάλι κάμπος, Λίμνη Τριχωνίδα, ζέστη αφόρητη, ποταμός Εύηνος, επιτέλους θαλασσινό αεράκι, Ναύπακτος, ο κόσμος κολυμπάει κι εμείς συνεχίζουμε, πάλι βουνό, πάλι στροφές, πάλι όλη η πιθανή και απίθανη ποικιλία του Ελληνικού τοπίου έχει περάσει από τα μάτια μας. Αργά το απόγευμα φτάνουμε στην Άνω Χώρα.
-Αυτό ήταν, λέει χαρούμενα η Άννα, 15 χιλιόμετρα έμειναν ακόμη.
15 ασφάλτινα χιλιόμετρα (χώμα είχε συναντήσει ο Κυριάκος) όλο στροφές, η μεγαλύτερη ευθεία δεν ξεπερνάει τα 50 μέτρα. Στενός και επικίνδυνος, κόβει ο δρόμος το βουνό σαν τεράστια χαρακιά, από κάτω είν" ο γκρεμός - το φαράγγι του φίλου μας - και απέναντι η Αμπελακιώτισσα, σκαρφαλωμένη στην πλαγιά της.
-Κάποιοι, κάποτε, πρέπει να τους κυνήγησαν πολύ τους πρώτους οικιστές, λέω στην Άννα. Δεν εξηγείται αλλιώς αυτή η απομάκρυνση του χωριού από τον κόσμο.
Μικρό χωριό, το διασχίζει ένας και μοναδικός στενόδρομος, πάνω από τα τελευταία σπίτια απλώνεται ένα σκούρο χρώμα συμπαγές - το ελατόδασος - και πιο ψηλά ακόμα γυμνές ορθοπλαγιές. Θυμάμαι τα λόγια του Κυριάκου: "Ο Ξενώνας είναι πάνω απ" το χωριό, στην ερημιά, σχεδόν μέσα στο δάσος". Έχει δίκιο ο φίλος μας αλλά μόνον κατά το ήμισυ. Ο Ξενώνας είναι μεν στο δάσος αλλά μόνον ερημιά δεν έχει γύρω του. Παντού υπάρχουν παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Φαίνεται πως πολλοί είν" αυτοί που παρατείνουν τις διακοπές του 15αύγουστου. Στο μικρό χώρο του εστιατορίου όλα τα τραπέζια είναι πιασμένα, ευτυχώς στον υπαίθριο χώρο υπάρχουν μερικά ελεύθερα.
-Και τώρα τί κάνουμε; λέει με απογοήτευση η Άννα.
-Αρχικά βρίσκουμε τον ιδιοκτήτη και του ζητάμε εκείνο το περίφημο τσίπουρο. Ύστερα βλέπουμε.
Ψηλός και γυμνασμένος, με γκρίζα μαλλιά ατημέλητα, με βήμα ανάλαφρο και ήρεμες κινήσεις, χωρίς ίχνος άγχους παρά την κοσμοσυρροή, ο Παναγιώτης Κανέλλος εντοπίζει αμέσως την παρουσία των νέων του πελατών και έρχεται να τους καλωσορίσει.
-Από τη Θεσσαλονίκη; ρωτάει έκπληκτος. Και πώς με βρήκατε εδώ πάνω βρε παιδιά;
-Κάποιες φήμες λένε, πως έχεις καλό τσίπουρο, τυρί ντόπιο και ζυμωτό ψωμί. Είναι αλήθεια;
Ο φίλος μας περνάει από έκπληξη σε έκπληξη.
-Ένα χρόνο πριν, όταν ακόμα ήσουνα γιαπί, ένας κουρασμένος πεζοπόρος έφτασε ως εδώ και γεύτηκε το ούζο, το τυρί και το ψωμί σου.
Σκέφτεται για λίγο ο Παναγιώτης κι ύστερα:
-Ναι, τον θυμάμαι, πώς θα μπορούσα να τον ξεχάσω; Ωραίος τύπος αλλά θεοπάλαβος, ο κόσμος δροσιζότανε στις θάλασσες κι αυτός ιδροκοπούσε με τις ώρες μέσα στο Φαράγγι του Κάκαβου.
-Κι αυτός θεοπάλαβο σε θεωρεί, που άφησες τον κάμπο κι ήρθες να χτίσεις ξενώνα στο βουνό. Συμφωνούσε όμως κι αυτός, πως είσαι ωραίος τύπος.
Φεύγει ο Παναγιώτης και επιστρέφει μετά από λίγο με τσίπουρο και μεζεδάκια.
-Συγχωρέστε με, που δεν μπορώ να μείνω άλλο μαζί σας. Θα τα ξαναπούμε αργότερα.
Ο ήλιος έχει χαθεί από ώρα πίσω απ" τις κορφές των έλατων, η μέρα πλησιάζει προς το τέλος της. Οι σκιές μακραίνουν, το φως παραμένει για λίγο ακόμα πάνω στις αντικρινές βουνοκορφές κι ύστερα χάνεται. Ένα ψυχρό βοριαδάκι αρχίζει να φυσάει απ" το βουνό, εδώ στα 900 μ. τίποτε δεν θυμίζει το θερμό Ελληνικό καλοκαίρι. Λίγη ώρα αργότερα μόνον με μπουφάν μπορούμε να μείνουμε έξω και ν' απολαύσουμε τη νύχτα.
Σιγά-σιγά οι παρέες αραιώνουν και το "Παν-δοχείο Δρυάδες" γαληνεύει. Εμφανίζεται ο Παναγιώτης μ" ένα ποτήρι τσίπουρο στο χέρι.
-Τώρα μπορώ να καθίσω και να πιω λίγο μαζί σας. Τι λέω όμως; Εσείς θάστε κουρασμένοι. Ελάτε λοιπόν να σας δείξω το δωμάτιό σας και τα λέμε το πρωί.

ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ ΔΡΥΑΔΕΣ ΚΑΙ ΑΜΠΕΛΑΚΙΩΤΙΣΣΑ.
Αξίζει κάποιος να παραμένει στο κρεβάτι, όταν ο πρωινός ήλιος μπαίνει από τα τζάμια κι από την μπαλκονόπορτα το δροσερό αεράκι του βουνού; Κι όταν γύρω του η Φύση έχει ξυπνήσει από ώρα; Θάταν αδύνατον σ" αυτό το κάλεσμα ν" αντισταθούμε περισσότερο. Βγαίνουμε αμέσως στο μπαλκόνι και θυμόμαστε τα λόγια του Κυριάκου: "Η θέα είναι εκπληκτική, θα σας μαγέψει".
Βουνοκορφές η μια δίπλα στην άλλη, το βαθυπράσινο του έλατου συναντάει το γαλάζιο του ουρανού, πλαγιές ήπιες κι άλλες απόκρημνες, πλατάνια στις ρεματιές και δέντρα οπωροφόρα, πεζούλες με ξερολιθιές και χωραφάκια κι ανάμεσά τους ξεχωρίζει το Φαράγγι του Κάκκαβου, με τις ορθοπλαγιές και τους γκρεμούς του. Λίγο πιο χαμηλά απ" το μπαλκόνι μας φωτίζει ο ήλιος τις κόκκινες στέγες από την εκκλησία και τα σπιτάκια του χωριού. Εικόνα ειρηνική και ανθρώπινη, ποιος δεν θα θελε να ξεκινάει τη μέρα του με τέτοιες παραστάσεις!
Στη μικρή κουζίνα του δωματίου μας ο πρώτος πρωινός καφές μοσχοβολάει ευχάριστα, μας συντροφεύει για αρκετή ώρα στο μπαλκόνι. Τέσσερα ανεξάρτητα πέτρινα σπιτάκια έχει φτιάξει ο Παναγιώτης κι έδωσε στο καθένα όνομα διαφορετικό για να ξεχωρίζουν. Το πρώτο, το δικό μας, είναι η "Ερατώ" και ακολουθούν η "Ευρυδίκη", η "Τιθορέα" και η "Αμπελος". Δυο δωμάτια ακόμη υπάρχουν στον άνω όροφο του κεντρικού κτιρίου. Ξύλο και πέτρα εναλλάσσονται αρμονικά, επίπλωση και εξοπλισμός έχουν επιλεγεί με κριτήρια καλαισθησίας και ποιότητας. Η μόνη παρατήρηση αφορά στο μπάνιο που, ενώ ο συνολικός του χώρος είναι επαρκής, οι διαστάσεις του ντους θα πρεπε να ήταν λίγο μεγαλύτερες. Τα μπαλκόνια είναι υπέροχα. Όλα είναι πλακόστρωτα, ευρύχωρα, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο και με θέα μαγευτική. Μεγάλα υπόστεγα από ξύλο έλατου τα προφυλάσσουν απ" τη βροχή, το προστατευτικό κιγκλίδωμα είναι από ξύλο κέδρου που εξακολουθεί να ευωδιάζει. Όλα είναι φτιαγμένα απ" τα χέρια του Παναγιώτη, λιτά και αφτειασίδωτα, με μόνο εργα-λείο το τσεκούρι.
-Κάποια ξύλα τα πέρασα απ" τον τόρνο και τα γυάλισα. Έτσι όπως τα είδα, μου φάνηκαν πο-λύ ξένα για τον τόπο και πολύ αταίριαστα με μένα. Τσεκούρι λοιπόν, να θυμάμαι και το πελέκημα.
Ζητάμε από τον Παναγιώτη να μας δώσει κάποιες πληροφορίες για το χωριό του, για τον τόπο του. Φέρνει και μας χαρίζει ένα ολόκληρο βιβλίο, που ξεπερνάει τις 300 σελίδες. Είναι γραμμένο από τον Κ.Δ. Παπαδημητρίου, δάσκαλο και ιστορικό συγγραφέα από την Αμπελακιώτισσα. Είναι ένα τεράστιο υλικό με στοιχεία ιστορικά, γεωφυσικά, λαογραφικά, δημογραφικά, ήθη και έθιμα, ασχολίες των κατοίκων, ντόπιο λεξιλόγιο και ιδιωματικές εκφράσεις.
Η Αμπελακιώτισσα λοιπόν είναι ένα από τα αρχαιότερα χωριά της ΒΑ Ναυπακτίας, χτισμένη στις ελατοσκέπαστες ανατολικές πλαγιές του Αη-Λιά. Απέναντί της υψώνονται οι όγκοι της Τσεκούρας και της Παναγιάς, ένα σύμπλεγμα πολυδαίδαλο, τραχύ, με στεγνούς βράχους και δασωμένες ρεματιές, πριονωτές ράχες και κυματερά κορφοβούνια, πλαγιές πνιγμένες στο έλατο, στο πλατάνι και τον κέδρο. Χτισμένη σε υψόμετρο 900 περίπου μ. η Αμπελακιώτισσα, ανήκει στα ορεινά χωριά της Ναυπακτίας, που είναι γενικώς γνωστά ως Κράβαρα. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για την προέλευση αυτής της ονομασίας. Σύμφωνα με την πιθανότερη η λέξη Κράβαρα είναι σλα-βική και σημαίνει βοϊδολίβαδο. Σλαβική ήταν και η ονομασία Κοζίτσα - η παλιότερη της Αμπελακιώτισσας - που σήμαινε γιδότοπο. Τη νέα του ονομασία πήρε το χωριό με το Διάταγμα της 12 Μαρτίου 1928.
Για την πρώτη κατοίκηση της Αμπελακιώτισσας δεν υπάρχουν ιστορικά στοιχεία και μόνον κάποια ευρήματα σε αρχαίους τάφους οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατοικήθηκε στην αρχαιότητα. Η ευρύτερη όμως περιφέρεια της Αιτωλίας είναι ιστορικά εξακριβωμένο, ότι κατοικήθηκε από παλιά, αφού οι Αιτωλοί πήραν μέρος με 40 καράβια στον Τρωϊκό Πόλεμο και ο Όμηρος εκθείασε την ανδρεία του βασιλιά τους Θόα. Στη συνέχεια η Αιτωλία αναφέρεται στην κάθοδο των Δωριέων, στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και στα χρόνια των Μακεδόνων. Κατά τους Βυζαντινούς χρόνους η Αιτωλία αποτελεί επαρχία του Βυζαντίου. Για περίοδο τριών περίπου αιώνων (780 - 1067 μ.Χ) στην περιοχή εγκαταστάθηκαν Σλάβοι, που αργότερα αφομοιώθηκαν από τον ντόπιο πληθυσμό και εξελληνίστηκαν. Έρχονται τα χρόνια της τουρκοκρατίας, η Ναυπακτία καταλαμβάνεται από τους τούρκους το 1463 και τον Αύγουστο του 1499 πέφτει το κάστρο της Ναυπάκτου. Έκτοτε η περιοχή της Ναυπακτίας και της Αμπελακιώτισσας ακολουθούν την κοινή μοίρα όλων των Ελλήνων με αγώνες και θυσίες στα Ορλωφικά (1770), στην Επανάσταση του ΄21 και στους πολέμους του 1912-13 και 1940. Σήμερα η Αμπελακιώτισσα συνεχίζει τη ζωή της με 30 περίπου μόνιμους κατοίκους ενώ στα χρόνια του μεσοπολέμου ξεπερνούσε τους 600. Το καλοκαίρι όμως καθώς και στις αργίες, η Αμπελακιώτισσα ζωντανεύει. Πολλοί Αμπελακιώτες που ζουν σε αστικά κέντρα επανέρχονται για να χαρούν, παροδικά έστω, το θαυμάσιο κλίμα και τη φύση του χωριού τους. Ήδη δε, από τον Ιούλιο του 2001, το Πανδοχείο "Δρυάδες" αρχίζει να λειτουργεί ως πόλος έλξης για κάθε άνθρωπο της πόλης, που ονειρεύεται να ζήσει κάποιες μέρες με γαλήνη και απλότητα σ" ένα εξαίσιο βουνίσιο περιβάλλον.
Πίνουμε τον δεύτερο καφέ μας με συντροφιά τον Παναγιώτη και δυο ζευγαριών από Αθήνα. Μετά από τρεις συναρπαστικές μέρες στην Αμπελακιώτισσα, σκέφτονται με τρόμο την προοπτική της επανόδου στην Αθήνα. Το ίδιο σκεφτόμαστε κι εμείς, αν και σε μικρότερο βαθμό.
Ο Παναγιώτης αιφνιδιάζεται με την απόφασή μας ν" αναχωρήσουμε νωρίς το μεσημέρι.
-Μα τώρα που φεύγει ο κόσμος κι έχω επιτέλους λίγο χρόνο ελεύθερο, σκεφτόσαστε ν" αναχωρήσετε; Πότε θα διασχίσουμε το Φαράγγι; Πότε θ" ανεβούμε στην Τσεκούρα;
Είναι αλήθεια ότι η κόψη της Τσεκούρας, έχει εξάψει την επιθυμία μας να την γνωρίσουμε από κοντά. Και βέβαια το φαράγγι του Κάκαβου δεν παύει να είναι ένας από τους βασικούς μας στόχους.
-Την επόμενη φορά Παναγιώτη, που θα χουμε περισσότερο χρόνο, θα περάσουμε τον Κάκαβο και θ" ανεβούμε στην Τσεκούρα.
Κουνάει περίλυπα το κεφάλι του: "Ποιός ξέρει πότε θάναι η επόμενη φορά. Εγώ πάντως, όποτε και νάναι, θα σας περιμένω".
Τον αποχαιρετάμε, έτσι όπως αποχωριζόμαστε φίλους παλιούς και καρδιακούς. Ο Παναγιώτης Κανέλλος ανήκει σ" αυτή τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων, που χωρίς να κάνουν τίποτε το ιδιαίτερο ή εξεζητημένο, σε κατακτούν με την απλότητα και την ανεπιτήδευτη φιλικότητά τους.
Λίγο πριν από το μεσημέρι εγκαταλείπουμε τη μακαριότητα και τη θέα των βουνών και ανηφορίζουμε από τον ξενώνα με βόρεια κατεύθυνση. Μπαίνουμε μέσα στο ελατόδασος του Αη-Λιά, σ" έναν χωματόδρομο, που άλλοτε είναι τραχύς και δύσβατος και άλλοτε ήπιος και φιλικός. Είμαστε αποφασισμένοι τη φορά αυτή να "κόψουμε δρόμο", να ανακαλύψουμε αυτή την πολυδαίδαλη διαδρομή, που διασχίζει ένα τμήμα της ορεινής Αιτωλοακαρνανίας, συνεχίζει στην ορεινή Ευρυτανία και καταλήγει στον Άγιο Νικόλαο, μερικά χιλιόμετρα έξω από το Καρπενήσι προς Λαμία.
Ανηφορίζουμε σε αυχένες με μεγάλα υψόμετρα, κατηφορίζουμε και περνάμε δίπλα από το νέο φράγμα του Εύηνου, συναντάμε διαδοχικά τα χωριά Περδικόβρυση, Κλεπά (κάπου εκεί χανόμαστε αναίτια κι ύστερα ξαναβρίσκουμε το δρόμο), Αράχοβα (εδώ μένουμε σχεδόν από βενζίνη και αγοράζουμε από ιδιώτη ακριβότερη), Δομνίστα (οι στροφές είναι πάντα αναρίθμητες και ατελείωτες), Κρίκελλο και κάποτε, μετά από σχεδόν 4 ώρες, φτάνουμε στον Άγιο Νικόλαο. Δρόμος για Λαμία, Εθνική Οδός, οι στροφές τελειώνουν, μα ταυτόχρονα έχει χαθεί κι η μαγεία των βουνών ...;
ΕΝΑ ΜΗΝΑ ΜΕΤΑ.
-Το λέτε σοβαρά; ρωτάει για άλλη μια φορά ο Παναγιώτης στο τηλέφωνο.
-Ναι φίλε μου, σε δυο μέρες θα τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας στον τόπο σου.
Νέες διαδρομές, νέες εικόνες σ" αυτή την ποικιλόμορφη Ελλάδα. Γιάννενα, Άρτα, Αμφιλοχία, λίμνες συνεχόμενες (Αμβρακία, Οζερός, Λυσιμάχεια), Αγρίνιο, Μεσολόγγι, (κάμπος ζέστη και κίνηση), Ναύπακτος (στροφές, βουνά, καθαρός αέρας, ηρεμία), Αμπελακιώτισσα. Απόγευμα και πάλι, η μέρα έχει μικρύνει αισθητά, την ώρα αυτή ο ήλιος φωτίζει μόνον την Τσεκούρα και τις απέναντι κορφές.
Γαλήνη επικρατεί στο Πανδοχείο. Πού είναι η κοσμοσυρροή της προηγούμενης φοράς; Καθημερινή όπως είναι, φαίνεται πως είμαστε οι μοναδικοί προνομιούχοι. Μια εξαίσια μυρωδιά, απροσδιόριστη, ξεφεύγει απ" την κουζίνα και φτάνει ως εμάς, πριν μπούμε ακόμα στο εσωτερικό.
-Τί καλό ετοιμάζεις φίλε μου και μοσχοβολάει έτσι;
Μας βλέπει ο Παναγιώτης ξαφνικά μπροστά του κι έρχεται να μας αγκαλιάσει.
-Ακόμα τίποτε το ιδιαίτερο, ψήνω λίγο ψωμάκι φρέσκο για το βράδυ.
-Εγώ δεν θέλω τίποτε άλλο, λέει η Άννα. Μου αρκεί το ψωμί σου, ντομάτα και τυρί.
-Το βράδυ θ" αλλάξεις γνώμη, λέει μ" ένα μυστηριώδες χαμόγελο ο Παναγιώτης.
Ωστόσο ελάτε τώρα να σας ετοιμάσω κάτι πρόχειρο και αμέσως μετά καλό είναι να ξαποστάσετε λιγάκι. Η "ΕΡΑΤΩ" είναι στρωμένη και σας περιμένει.
Άψογο πάντα το δωμάτιό μας, το ξαναβρίσκουμε μετά από ένα μήνα με χαρά. Βγαίνουμε για λίγο στο μπαλκόνι, απέναντι στο υπερθέαμα των κορυφών και φαραγγιών, που από την πρώτη μέρα τόσο μας γοήτεψε. Ύστερα, χαλαρωμένοι, αφηνόμαστε στην αγκαλιά του Μορφέα ...;
-Τί ώρα είναι; ακούγεται ξαφνικά η φωνή της Άννας.
Ανοίγω τα μάτια μου, ανάβω το φως, εννιά η ώρα. Έξω έχει πέσει το σκοτάδι, διακρίνονται μόνον οι σκούροι όγκοι των βουνών. Ένα ψυχρό βοριαδάκι κατεβαίνει απ" την Τσεκούρα, στο μπαλκόνι είναι αδύνατο να μείνει κανείς χωρίς μπουφάν. Στον κάμπο είναι ακόμα καλοκαίρι, μα εδώ στην Αμπελακιώτισσα έχουμε ήδη μπει σε άλλη εποχή. Ανεβαίνουμε τα πέτρινα σκαλοπάτια που οδηγούν στο εστιατόριο. Έξω από την κουζίνα υψώνεται καπνός, πλησιάζουμε, μια όμορφη θράκα είναι κιόλας έτοιμη να υποδεχτεί, άγνωστο τι. Στο άνοιγμα της πόρτας προβάλλει ο Παναγιώτης κρατώντας μια τεράστια σχάρα. Πάνω της είναι τοποθετημένα με τάξη μια ντουζίνα ωραία μελανούρια.
-Εδώ πάνω μελανούρια; του λέω έκπληκτος. Πίστευα πως στα κάρβουνα θα έψηνες μπριζόλες.
-Είναι ολόφρεσκα, τα πήρα το πρωί από τη Ναύπακτο ειδικά για σας. Ώσπου όμως να γίνουν, πάμε δίπλα σε μια άλλη φωτιά να ζεστανούμε, εδώ, έτσι όπως είναι ανοιχτά, θα μας φάει ο Βοριάς.
Το τζάκι στο εστιατόριο είναι ήδη αναμμένο, η παρουσία του γίνεται δεκτή με ευχαρίστηση.
Λίγο αργότερα εγκαταλείπουμε με ομόφωνη απόφαση το τζάκι, βρίσκουμε ένα απάνεμο σημείο και καθόμαστε στο ύπαιθρο. Ψάχνει ο φίλος μας και βρίσκει ένα ξεχασμένο λευκό κρασί από τα κορυφαία του Μακεδονικού Αμπελώνα. Το ανοίγει και μια καινούργια ευωδιά γεμίζει το τραπέζι μας. Οι τρεις μας μόνον, με τη νύχτα ολόγυρά μας, μένουμε καθισμένοι ως αργά απολαμβάνοντας μελανούρια κρασί και κουβεντούλα.
ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΟΥ ΚΑΚΑΒΟΥ.
-Δεν νομίζω, ότι θα χρειαστούμε περισσότερα, λέει πρωί-πρωί ο Παναγιώτης. Πήρα μαζί μου ντομάτες απ" τον κήπο, μπόλικο τυρί κι ένα καρβέλι απ" το ψωμί που έφτιαξα χθες το απόγευμα. Νερό θα βρούμε στο φαράγγι.
Στις παρυφές της Άνω Χώρας μια μεγάλη πινακίδα καλλιτεχνικά σχεδιασμένη μας πληροφορεί για το σημείο εκκίνησης και την πορεία του φαραγγιού. Ξεκινάμε από υψόμετρο λίγο παραπάνω από τα 1000 μ. και μπαίνουμε αμέσως σ" ένα κατηφορικό μονοπάτι αρκετά καλά σηματοδοτημένο. Μια υπέροχη βλάστηση μας περιβάλλει με άφθονα έλατα, καστανιές και κέδρα, που σε αντίθεση με τους φουντωτούς θάμνους, που συναντάμε στα βου-νά της Βορείου Ελλάδος, εδώ έχουν κορμούς απόλυτα ευθυτενείς, που το ύψος τους ξεπερνάει και τα 8 μέτρα!
Ενώ αρχικά το μονοπάτι έδειχνε περιποιημένο, στη συνέχεια αρκετά σημεία, εμφανίζουν προχειρότητα στη διάνοιξη ή κακή συντήρηση. Το επισημαίνω στον Παναγιώτη, που χωρίς σχόλια, κουνάει το κεφάλι του. Μισή σχεδόν ώρα αργότερα, με κάποιες στάσεις για φωτογραφίσεις, φτάνουμε σ" ένα ειδυλλιακό ξέφωτο. Πολλά αγαθά έχει συγκεντρώσει εδώ η Φύση. Νοστιμώτατα κίτρινα κορόμηλα, μαύρα σταφύλια, καρύδια, ένα εγκαταλειμμένο παλιό καλυβάκι με θαυμάσια ξερολιθιά και άφθονη μυρωδάτη ρίγανη. Είναι αδύνατον τέτοια εποχή να συναντήσει κανείς ρίγανη στη Βόρειο Ελλάδα. Κάτω ακριβώς από το ξέφωτο, σε υψόμετρο 750 περίπου μέτρων, σχηματίζεται μια μικρή κοίτη χειμάρρου με λιγοστό νεράκι. Είναι ένα από αυτά τα δευτερεύοντα ρέματα που καταλήγουν στον Κότσαλο, το κεντρικό ποτάμι που διασχίζει το φαράγγι.
Περνάμε στην αντικρινή όχθη. Το μονοπάτι είναι άριστο, χαραγμένο και πατημένο αιώνες τώρα από ανθρώπους και υποζύγια, που διακινούντο ανάμεσα στην Άνω Χώρα και την Αμπελακιώτισσα. Σε μεγάλα τμήματα του μονοπατιού τα απόκρημνα πρανή υποστηρίζονται από ντουβάρια (μάντρες) καμωμένα με ξερολιθιά εξαιρετικής κατασκευής και αντοχής στο πέρασμα του χρόνου. Η φύση εξάλλου έχει περιβάλλει το μονοπάτι μ" ένα δάσος μεγαλειώδες, με κυριότερα δέντρα υπεραιωνόβιες καστανιές, έλατα και κέδρα. Το έδαφος είναι κατάσπαρτο με τεράστιες συγκεντρώσεις ρίγανης άριστης ποιότητας. Για αρκετή ώρα μαζεύουμε με ζήλο, προσέχοντας παράλληλα να μην την ξεριζώνουμε. Μια διαπεραστική στριγγιά φωνή, σπάει ξαφνικά την ηρεμία του δάσους.
-Νυφίτσα, λέει μονολεκτικά ο Παναγιώτης και συνεχίζει. Κι ενώ όλοι απολαμβάνουμε την υπέροχη αυτή διαδρομή, το μονοπάτι ξαφνικά σταματάει, φτάνει σε αδιέξοδο.
-Είναι αδύνατον, λέει ο Παναγιώτης. Κάπου μας ξέφυγε η σήμανση.
Μετά από μερικά λεπτά την εντοπίζουμε. Μας οδηγεί σε μια δασωμένη πλαγιά με απότομα πρανή, όπου απαιτείται εμπειρία ιχνηλάτου για να συνεχίσει κανείς ν" ακολουθεί το μονοπάτι. Αρχίζουμε να κατεβαίνουμε από όποιο σημείο θεωρεί ο καθένας ασφαλέστερο, το έδαφος πολύ συχνά είναι σαθρό και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Μας παίρνει παραπάνω από ένα δεκάλεπτο για να ξαναβρεθούμε στην θαυμάσια χάραξη και την τοιχοποιΐα των παλιών μαστόρων. Δεν μπορώ ν" αποφύγω κάποιες συγκρίσεις ανάμεσα στους παλιούς και τους συγχρόνους. Μήπως αυτοί που ανέλαβαν τη διάνοιξη, την σηματοδότηση και τελικά την αξιοποίηση του Φαραγγιού του Κάκαβου θα έπρεπε έστω και τώρα να επανορθώσουν κάποιες κακοτεχνίες ;
Ήδη όμως για άλλη μια φορά η φύση του φαραγγιού μας αποζημιώνει. Ένας νέος ήχος φτάνει ως τα αυτιά μας. Είναι ο ήχος του νερού που κυλάει στην κεντρική κοίτη του Κότσαλου, με πολύ αξιόλογη ροή για την εποχή. Η βλάστηση οργιάζει, το μονοπάτι πάνω από την κοίτη γίνεται ανηφορικό και πετρώδες, εξακολουθεί όμως να είναι φαρδύ και ασφαλέστατο. Πρώτα εμφανίζονται δυο πανέμορφες λιμνούλες, μισοκρυμμένες ανάμεσα στα δέντρα, που οι διαστάσεις και το βάθος τους τις καθιστούν ιδανικές πισίνες για κολύμπι.
-Έτσι μου έρχεται να κατεβώ και να βουτήξω, να ξαναθυμηθώ το παρελθόν και τα ανέμελα νεανικά μου χρόνια στο χωριό, λέει ο φίλος μας.
Εξακολουθεί ν" ανηφορίζει το μονοπάτι, οι πλαγιές του φαραγγιού γίνονται πιο απότομες, μια νέα λιμνούλα προβάλλει με διάφανα νερά και, μερικές δεκάδες μέτρα πιο πάνω, στο στενότερο σημείο του φαραγγιού, σχηματίζεται μια γλυκύτατη καμπύλη, το πέτρινο γεφύρι. Έχω δει πολύ επιβλητικά πέτρινα γεφύρια στη ζωή μου, όμως τούτο εδώ το ταπεινό και απόμακρο γεφυράκι, έχει μια γοητεία μοναδική.
Ο δάσκαλος Λεωνίδας Λυμπέρης έγραφε στην "Φωνή της Αμπελακιώτισσας": "Επιβλητικό αντιστέκεται στο χρόνο το πετρόχτιστο γεφύρι στον Κάκαβο. Σε μια βαθιά χαραμάδα, που το ποτάμι ο Κότσαλος στενεύει, ανάμεσα στ" απόκρημνα βράχια του Αη-Νικόλα απ" τη ΒΑ πλευρά και του Ελατιά απ" τη ΝΔ, το γεφύρι ενώνει τις δυο απότομες όχθες. Απέχει μισή ώρα πεζοπορία απ" την Αμπελακιώτισσα (σημ. λίγο αισιόδοξη μέτρηση) και μια ώρα από την Άνω Χώρα. Το χτίσιμό του ανάγεται στα τέλη του 19ου αιώνα. Στη θέση του, όπως θυμούνται οι γεροντότεροι απ" τις διηγήσεις των γονιών τους, υπήρχε πριν ξύλινο γεφύρι. Τα ορμητικά νερά του ποταμού όμως κάποτε το παρέσυραν. Έτσι οι άντρες της Κόζιτσας δεν μπόρεσαν να πάνε στην Άνω Χώρα που ήταν τότε έδρα του Δήμου για να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα. Αυτό στάθηκε η αφορμή ν" αναζητήσουν μια μόνιμη λύση στον Κάκαβο. Έβαλαν στόχο να το κτίσουν και γρήγορα το κατόρθωσαν. Ηπειρώτες έμπειροι μαστόροι ανέλαβαν το χτίσιμό του. Χωρίς να ξέρουν μαθηματικούς τύπους, γνώριζαν καλά την ιδιαίτερη τεχνική για να γίνει πολύ στερεό και ν" αντέχει την ορμή του νερού.
Η πέτρα, ο τρόπος επεξεργασίας της αλλά και η τεχνική του χτισίματος, δημιούργησαν ένα κτίσμα, που ταυτίζεται με το γύρω χώρο. Αισθητικά το γεφύρι δημιουργεί την εντύπωση, ότι προβάλλει απ" τον ένα βράχο και σβήνει στον άλλο. Το γεφύρι διευκόλυνε τη συγκοινωνία και τις ανάγκες της επικοινωνίας. Απ" το λιθόστρωτο δρόμο του περνούσαν ταξιδιώτες, αγωγιάτες με τα μουλάρια τους, πραματευτάδες, ταχυδρόμοι, τσοπάνηδες με τα κοπάδια τους, προσκυνητές του Μοναστηριού.
Οι κάτοικοι της Άνω Χώρας και Κάτω Χώρας από κει μετέφεραν σιτάρι και καλαμπόκι στους μύλους του χωριού για άλεσμα. Από κει πέρα-σαν κατά την περίοδο της Κατοχής 3000 Ιταλοί, διερχόμενοι από το Αγρίνιο με κατεύθυνση την Άμφισσα. Σήμερα με τη διάνοιξη αυτοκινητοδρόμων ελκύει το ενδιαφέρον μόνο των ορειβατών και των θαυμαστών των βουνίσιων τοπίων".
Διασχίζουμε το γεφυράκι και συνεχίζουμε το ανηφορικό μονοπάτι, που θα μας φέρει στην Αμπελακιώτισσα. Διακόσια μέτρα όμως πιο πάνω, ο Παναγιώτης που προπορεύεται, μας κάνει νόημα να κατηφορίσουμε μαζί του ως την κοίτη του ποταμού.
Τρία λεπτά αργότερα βρισκόμαστε σ" ένα σημείο, που αν ήθελα να το περιγράψω επιγραμματικά, θα το ονόμαζα "Εργαστήρι Γλυπτικής της Φύσης". Είναι αδύνατον να υπολογίσει κανείς πόσες χιλιάδες χρόνια χρειάστηκε η Φύση και η συνεχής ροή του ποταμού, για να λαξέψουν με τέτοια μαεστρία τις κοιλότητες στους βράχους, ποιες γεωλογικές διεργασίες διαμόρφωσαν τα αλλεπάλληλα στρώματα των πετρωμάτων και ποιες συγκεντρώσεις μετάλλων χάρισαν αυτή την αφθονία χρωμάτων στα πετρώματα, μπορντώ, γκρι, καφέ και πράσινο. Το φως όμως στο σημείο αυτό του φαραγγιού είναι τόσο λιγοστό, που κάθε απόπειρα φωτογράφισης είναι αδύνατον ν" αποτυπώσει το θέαμα που χαίρεται το μάτι. Ας μείνει λοιπόν αυτή η σπάνια εικόνα μακριά από την δημοσιότητα και ας αποτελέσει οπτική και αισθητική ανταμοιβή μόνον για κείνους, που θα επιχειρήσουν τη διάσχιση του Φαραγγιού του Κάκαβου.
Μια ώρα σχεδόν μένουμε στο κρυφό αυτό σημείο του φαραγγιού. Βγάζει ο Παναγιώτης τα καλούδια του, ψωμί, τυρί, ντομάτα, γεύσεις κορυφαίες. Μαζεύουμε με υπομονή νεράκι από μια πηγούλα που σταλάζει. Δίπλα της κι ένα μικροσκοπικό βατραχάκι. Δεν μας ενοχλεί. Σπαθάτες πέστροφες διασχίζουν πού και πού τα κρυστάλλινα νερά, δυο-τρία δευτερόλεπτα προλαβαίνουμε να τις δούμε, ύστερα χάνονται.
Από το μισοσκόταδο, τη δροσιά και την υγρασία ξαναβγαίνουμε στο φως, στον ανήφορο. Λίγο πιο πάνω, στο "Ψηλό Λιθάρι", τελειώνει η ανάβαση, αλλάζουμε κατεύθυνση και, για πρώτη φορά μετά από τόσες ώρες, διακρίνονται απέναντί μας τα σπίτια της Αμπελακιώτισσας. Μερικά λεπτά αργότερα είμαστε και πάλι στην κοίτη του φαραγγιού, τη φορά όμως αυτή είναι φαρδιά και ομαλή, γεμάτη με πλατάνια.
-Θ" ανηφορίσουμε στο χωριό ή θέλετε να συνεχίσουμε την ακροποταμιά ως την άσφαλτο; ρωτάει ο Παναγιώτης.
Ψηφίζουμε την δεύτερη επιλογή και μετά από λίγη ώρα το μετανοιώνουμε. Μεσημέρι, ζέστη, ιδρώτας, αμέτρητες διασχίσεις του ρέματος πάνω σε πέτρες που γλιστράνε. Υπάρχουν όμως και ωραία σημεία, όπως παλιοί πετρόχτιστοι νερόμυλοι που είναι πια ερειπωμένοι, πετρώματα θεαματικά με το κόκκινο χρώμα του βωξίτη και άφθονα πλατάνια.
Μια ώρα και 15΄λεπτά αργότερα φτάνουμε επιτέλους στην άσφαλτο κι ένας φίλος του Παναγιώτη μας μεταφέρει στο χωριό μ" έναν μουσειακό "Σκαραβαίο".

ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΗΣ ΤΣΕΚΟΥΡΑΣ.
Δεν ξέρω πόσα πράγματα από το Φαράγγι του Κάκαβου ανακάλυψε ένα χρόνο πριν ο φίλος μας ο Κυριάκος. Το βέβαιο είναι, ότι με ξεναγό τον Παναγιώτη βρεθήκαμε στα ωραιότερα σημεία του φαραγγιού. Η διάσχισή του διήρκεσε συνολικά πάνω από πέντε ώρες, από τις οποίες δύο τουλάχιστον αφιερώθηκαν σε μεγάλες στάσεις, παρατηρήσεις, φωτογραφίσεις και συλλογή ρίγανης. Ήδη όμως ένας νέος στόχος προβάλλει επιτακτικά: η ανάβαση στην κορυφή της Τσεκούρας. Από την πρώτη στιγμή της άφιξής μας στην Αμπελακιώτισσα είχαμε αισθανθεί τη γοητεία, που εξασκούσε πάνω μας αυτή η βραχώδης κορυφή. Από την πρώτη κιόλας μέρα την ανάφερε ο Παναγιώτης στις κουβέντες του. Ήταν λοιπόν κάτι σαν μικρό χρέος για μας, να ατενίσουμε τον ορίζοντα από την κορυφή της Τσεκούρας.

-Πρέπει όμως να ξυπνήσουμε νωρίς. Αν μεσημεριάσουμε στον ανήφορο, θα υποφέρουμε από τη ζέστη, μας προειδοποιεί ο φίλος μας.
Στις εξήμιση το πρωί αντικρίζω τον σκοτεινό ακόμη όγκο του βουνού. Έτσι όπως διαγράφεται στον ουρανό χωρίς λεπτομέρειες και χρώματα, μοιάζει εχθρικός και απόμακρος. Μήπως δεν είναι τελικά απαραίτητο ν" ανεβούμε στην Τσεκούρα; Ήδη όμως ο πρωϊνός καφές είναι έτοιμος. Τον πίνουμε στο πλακόστρωτο του υπαίθριου χώρου. Αν και η ψύχρα είναι διαπεραστική, είναι υπέροχη η αίσθηση να βρισκόμαστε απέναντι από τις βουνοκορφές την ώρα που χαράζει. Γύρω από τις εφτάμιση μπαίνουμε στο αυτοκίνητο και ξεκινάμε παίρνοντας τον γνωστό μας χωματόδρομο για Περδικόβρυση. 7 χλμ πάνω από τον ξενώνα, σε μια στροφή του δρόμου με αρ-κετό χώρο για παρκάρισμα, σταματάμε.
-Απ" το σημείο αυτό ξεκινάει το μονοπάτι, λέει ο Παναγιώτης. Θα μπορούσαμε βέβαια ν" ακολουθήσουμε συντομότερη διαδρομή, κατευθείαν προς την κορυφή, είναι όμως πολύ κουραστική και απότομη.
Αρχίζει το μονοπάτι κακοτράχαλο και πετρώδες, με υποτυπώδη χάραξη σε μια απότομη πλαγιά. Το υψόμετρο στο σημείο εκκίνησης είναι περίπου 1300 μ., αυτό σημαίνει, ότι ως την κορυφή πρέπει να καλύψουμε μια υψομετρική διαφορά 400 μ. Η αρχική μας κατεύθυνση είναι Β-ΒΑ και συνεχίζεται για αρκετά μεγάλη απόσταση. Κυρίαρχα στοιχεία της διαδρομής είναι οι άφθονες πέτρες-μικρές και μεγάλες,- καθώς και η κυριαρχία των έλατων, μερικά από τα οποία είναι τεράστια, με ηλικία πολλών αιώνων.
Κάποια στιγμή το μονοπάτι αλλάζει κατεύθυνση, στρέφεται Α-ΝΑ. Σταδιακά τα δέντρα αραιώνουν, το έδαφος χάνει την πετρώδη του σύσταση, γίνεται μαλακό και ευχάριστο στο βάδισμα, με άφθονο χόρτο. Βγαίνουμε στη βόρεια πλευρά της Τσεκούρας, σε πανέμορφα λιβαδοτόπια, με απαλές καμπύλες και ομαλά οροπέδια. Μετά το αρχικό τραχύ και απότομο μονοπάτι η διάσχιση αυτών των λιβαδιών είναι ένας υπέροχος περίπατος. Τα τελευταία μικρά έλατα τα συναντάμε σε υψόμετρο 1700 περί-που μέτρων. Ήδη η απόσταση που απομένει είναι ελάχιστη, στις 9:30 ακριβώς βρισκόμαστε όλοι στην κορυφή της Τσεκούρας, 1 ώρα και 20΄ από τη στιγμή που ξεκινήσαμε. Είναι μια θαυμάσια μέρα του Σεπτέμβρη χωρίς κρύο, χωρίς αέρα, ο ήλιος έχει ήδη ψηλώσει αρκετά και μας ζεσταίνει ευχάριστα.
-Πίστευα πως θάταν δυσκολότερη η ανάβαση, λέει η Άννα. Τελικά η Τσεκούρα είναι πολύ πιο αθώα, από ό,τι υποδηλώνει το όνομά της.
Δεν έχει άδικο. Όταν μέχρι τα 1300 σχεδόν μέτρα φτάνει το αυτοκίνητο, τότε είναι πολύ απλό και εύκολο να φτάσει κανείς ως τα 1700. Μόνον που είναι αρκετά δύσκολο για κάποιον που δεν ξέρει την περιοχή να εντοπίσει ακριβώς το σημείο εκκίνησης. Μια, στοιχειώδης έστω σήμανση, είναι απαραίτητη. Η κορυφή αυτή καθ" εαυτή είναι ομαλή, πολύ ομαλότερη από την απόκρυμνη εντύπωση που δίνει, όταν αντικρίζει κανείς από μακριά την νότια βραχώδη ορθοπλαγιά της. Αν και με το υψόμετρο των 1732μ. δεν μπορεί να θεωρηθεί από τις ψηλότερες, η θέα προς κάθε σημείο του ορίζοντα είναι εντυπωσιακή, με πιο θεαματικό προς τα ΒΑ τον επιβλητικό ορεινό όγκο των Βαρδουσίων. Κάτω χαμηλά προς τα νότια, η Αμπελακιώτισσα μας γνέφει φιλικά.
-Νάστε καλά βρε παιδιά, λέει κάποια στιγμή ο Παναγιώτης. Χάρη σε σας ανέβηκα κι εγώ ύστερα από αρκετά χρόνια στην Τσεκούρα. Υπάρχουν όμως κι άλλες ωραίες κορυφές που μπορούμε ν" ανεβούμε, ο Προφητηλίας και, μακρύτερα ακόμη, το Τσακαλάκι. Προτείνω να κατεβούμε και να κάνουμε με την ησυχία μας ένα καινούργιο πρόγραμμα.
Κοιτάω με θλίψη τις απέναντι κορφές. Δεν ξέρει ακόμα ο Παναγιώτης, ότι σε λίγη μόνον ώρα από τώρα, θα μπαίνουμε στο αυτοκίνητο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη...

ΕΠΙΛΟΓΟΣ.
Στην ορεινή Ναυπακτία θα ξαναπάμε. Όχι μόνο στον φίλο μας τον Παναγιώτη για να γαληνέψουμε στο κονάκι του αλλά και σ" όλη τη θαυμάσια γύρω περιοχή με τις τόσες κρυμμένες ομορφιές, τα δάση, τα φαράγγια, τα ποτάμια, τα γραφικά χωριά και τους ωραίους ξενώνες που συνεχώς δημιουργούνται.

Κι είμαστε βέβαιοι, πως κάθε φορά θ" αποκαλύπτεται στα μάτια μας κάποιο καινούργιο ωραίο πρόσωπο της συναρπαστικής μας χώρας.
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΘΕΟΦΙΛΟΣ Δ. ΜΠΑΣΓΙΟΥΡΑΚΗΣ

Τα ζώα μου και τα πουλιά


(από το βιβλίο: Γεώργιος Δροσίνης, Σκόρπια φύλλα της ζωής μου, τόμος A΄, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Bιβλίων, 1985)


Ποιο παιδί δεν αγαπά τα ζώα και ποιο παιδί από τα πιο μικρά του χρόνια δε λαχταρά ν’ αποχτήσει κάτι ζωντανό δικό του, καθαυτό δικό του; Χαίρεται να το νιώθει στην εξουσία του, να το φροντίζει για την τροφή του, να του καθαρίζει το κλουβί του, αν είναι πουλί, να του συγυρίζει το σπιτάκι του ή τη γωνιά του, αν είναι τετράποδο. Κι εγώ είχα την τύχη να περάσουν πολλά ζωντανά από τα παιδιάτικά μου χέρια, τα περισσότερα σταλμένα από συγγενείς και φίλους στον πατέρα μου για μένα. Θυμούμαι το πρώτο μου καναρίνι, ένα μαυριδερό πουλάκι, που μπήκε στο σπίτι μας φευγάτο από κάπου αλλού, και το πιάσαμε με μια βρεμένη πετσέτα. Βρέθηκε θηλυκό και δεν κελαηδούσε. Το λέγαμε Μαυρίκα και μόνον συλλάβιζε κάποτε σιγαλά σιγαλά, σα λόγια προσευχής, σαν ένα μονότονο Κύριε ελέησον. Αλλά το πρώτο ονειρευτό για μένα πουλί ήταν η καρδερίνα με τα πολύχρωμα φτερά της και τη μαύρη προσωπίδα, που την έβλεπα κάποτε περαστική στα δέντρα του κήπου μας και συχνότερα σε κλουβιά κρεμασμένα έξω από καφενεία και κουρεία. Πώς ήθελα ν’ αποχτήσω κι εγώ μια δική μου καρδερίνα! Και το κατόρθωσα. Με την ανταλλαγή μερικών γυαλένιων βόλων, την πήρα από ένα συμμαθητή μου και την κρέμασα θριαμβευτικά μέσα σ’ ένα αδειανό κλουβί, που έτυχε στο σπίτι μας. Αλλά δεν έζησε πολύ. Σε λίγες μέρες τη βρήκα ένα πρωί άψυχη, πεσμένη κάτω από το καλαμάκι που κοιμούνταν τις νύχτες. Με τι λύπη την πήρα και την έθαψα σε γλάστρα με γιασεμί, για να ’χει ανθισμένο μνήμα! Θυμούμαι κι έναν κότσυφα κιτρινομύτη με τη μια φτερούγα κομμένη. Μου τον είχε φέρει ο πατέρας μου από τις Γούβες,* τον καιρό που δεν είχα πάει ακόμα εκεί. Τον είχε τουφεκίσει, και τα σκάγια τού είχαν σπάσει μόνον τη φτερούγα χωρίς να πειράξουν το κορμί του. Δεν μπορούσε να καλοπετάξει, κι ο πατέρας μου τον έπιασε ζωντανό. Ήταν μικρό πουλί ακόμα. Λυπήθηκε να το σκοτώσει κι αποφάσισε να το γιατρέψει και να μου το φέρει μέσα σ’ ένα καλαμένιο κλουβί, που του έκανε ο ίδιος. Γιατρεύτηκε, μεγάλωσε, κιτρίνισε η μύτη του σαν κεχριμπαρένια πίπα και ημέρεψε τόσο, που του δίναμε φαΐ με το χέρι. Κελαηδούσε γλυκόφωνα, τεχνίτης της φλογέρας, και μόνο δεν εφρόντιζε καθόλου για την καθαριότητα του κλουβιού του και του τόπου που ήταν τριγύρω του: πολύ χωριατομαθημένος. Όλα του όμως συχωρεμένα για το σφύριγμά του. Τον είχα ένα χρόνο. Και πνίγηκε με μια μεγάλη ρώγα σταφυλιού, που δεν μπόρεσε να καταπιεί και του ’κλεισε το λαιμό. Ο πατέρας μου δεν έτυχε στο σπίτι την ώρα εκείνη. Όταν ήρθε και το ’μαθε, μου είπε: – Κρίμα στο πουλί! άδικα πήγε. Δεν του ζουλούσες λιγάκι το λαιμό, να σκάσει η ρώγα μέσα και να γλιτώσει! Κι ένας πράσινος παπαγάλος ήρθε κάποτε στα χέρια μου για λίγο καιρό. Είχε μεγάλο χάλι: μισομαδημένα φτερά, νυσταγμένα μάτια κι όλος γρουσουζιά. Το καθετί τον ενοχλούσεν, όταν ήθελα να του καθαρίσω το κλουβί, να του βάλω φαΐ και νερό. Μου είπε κάποιος, που κάτι ήξερε από παπαγάλους, πως ήταν θηλυκός και ηλικιωμένος. Ίσως γι’ αυτό είχε και μια φωνή στρίγκλικη σα γριά παράξενη. Δεν έζησε περισσότερο από πέντ’ έξι μήνες, και ξεψύχησε με το τελευταίο του γρουσούζικο ξεφωνητό. Δεν τον λυπήθηκα καθόλου, γιατί μου είχε δαγκώσει δυο τρεις φορές τα δάχτυλα, κι ούτε επιθύμησα ν’ αποχτήσω άλλον παπαγάλο. Και περιστέρια μου είχαν χαρίσει, που δεν έμειναν για πολύ καιρό και ξεφτερούγισαν αγύριστα, για μεγάλη χαρά των υπηρετριών, που δεν πρόφταιναν να καθαρίζουν στην αυλή τις αταξίες τους. Και μια πέρδικα στο καλαμένιο της κλουβί μού ήρθε λεβέντισσα από κάποιο αιγαιοπελαγίτικο νησί, για να με ξυπνά κάθε ξημέρωμα με το νοσταλγικό της κράξιμο προς τις κυματόδαρτες πλαγιές του νησιού της. Σκυλιά δεν έλειψαν ποτέ από το σπίτι μας. Συνομήλική μου ήταν η Κίρκη, μια πανάγαθη ασπρόμαυρη σκυλίτσα με μακριά σγουρά μαλλιά και κρεμαστά αυτιά, ράτσας γερμανικής, που είχε πρωτοφέρει η βασίλισσα Αμαλία. Συντρόφισσα των παιγνιδιών μου, που ποτέ δε φαντάστηκε πως μπορούσε να με δαγκώσει, κι όταν ακόμα την καταδίκαζα να σέρνει σαν υποζύγιο τα καροτσάκια μου, κι αν δυσκολεύουνταν τη χτυπούσα με μια βέργα για να κάνω τον τέλειον αμαξά. Μεγαλώσαμε μαζί και γέρασε, με τα δικά της όρια της ηλικίας, για να πεθάνει, όταν εγώ δεν ήμουν ακόμα δεκαπέντε χρόνων. Άλλη σκυλίτσα, κάτασπρη, μαλλιαρή, η Λητώ, είχε τραγικό τέλος, γιατί έδειξε σημάδια λύσσας, κι ο πατέρας μου αναγκάστηκε να τη σκοτώσει με μια τουφεκιά μες στο στόμα της, αφού όρμησε καταπάνω του κι άρπαξε με τα δόντια την κάνα του τουφεκιού. Kαθαυτό δικό μου σκυλί αργότερα ήταν η Mπουλότ, μια χοντρούλα σκύλα του κυνηγιού μαυριδερή, κοντόμαλλη. Tην ήθελα για να την πάρω μαζί μου στις Γούβες το καλοκαίρι, που ταχτικά πια μου είχεν υποσχεθεί, πως θα με παίρνει μαζί του ο πατέρας μου. Kαθώς όλα τα κυνηγιάρικα σκυλιά ήταν ζημιάρικο και σκανταλιάρικο. Tις παντόφλες του πατέρα μου κάποτε, παρμένες από κάτω από το κρεβάτι του, τις βρήκαμε στο περιβόλι, θαμμένες στη ρίζα μιας πορτοκαλιάς. Kαι το χειρότερο: ένα χρυσό και σμαλτωμένο ρολογάκι, νυφικό δώρο της μητέρας μου, ακουμπισμένο στο τραπεζάκι, ανασηκώθηκε στα πίσω πόδια, γιατί θ’ άκουσε το τικ-τακ, το πήρε στο στόμα και το μάσησε με τα δόντια της. Ύστερα απ’ αυτό δεν μπορούσε πια να μείνει στο σπίτι. Kατά καλή τύχη είχαν τότε φέρει στην Aθήνα για κάποια δουλειά τον επιστάτη των Γουβών, έναν παλιόν ενωματάρχη Hπειρώτη, και ήταν να φύγει τις μέρες εκείνες του Γενάρη για τις Γούβες. Tου δώσαμε λοιπόν την Mπουλότ μαζί του. Έτσι θα την έβρισκα το καλοκαίρι, και μάλιστα γυμνασμένη για το κυνήγι. Όταν φτάσαμε καβάλα με τον πατέρα μου και συνοδό τον επιστάτη μπροστά από τον Πύργο των Γουβών, η Mπουλότ, που κοιμούνταν φύλακας στην πέτρινη σκάλα, όρμησε κατ’ απάνω μου, που πήγαινα πρώτος, κι ο επιστάτης μού φώναξε: ― Πρόσεξε, μην πεζέψεις πριν έρθω κοντά, γιατί είναι πολύ άγρια και δαγκώνει. Aλλά μόλις άκουσε τη φωνή μου και τ’ όνομά της, αναστύλωσε τ’ αυτιά ξαφνιασμένη. Kι άμα πήρε μυρωδιά, πήδησε απάνω μου, πριν πεζέψω, φιλώντας τα πόδια μου, τα ρούχα μου, το χέρι μου, που της άπλωσα να τη χαϊδέψω. Kι από την ώρα εκείνη παράτησε τον επιστάτη κι αφοσιώθηκε σ’ εμένα. M’ ακολουθούσε και στα κυνήγια των λαγών και στους περιπάτους μου. Kάθουνταν μπροστά στα πόδια μου, όταν έμενα στον εξώστη του Πύργου, και δεν τολμούσε κανένας να με πλησιάσει.Tις νύχτες δεν κοιμούνταν στη σκάλα καθώς πριν, αλλά κάτω από το παράθυρό μου. Kι όταν ήρθε η ώρα να φύγω από τις Γούβες, ο επιστάτης αναγκάστηκε να τη δέσει για να μην έρθει μαζί. Kι άκουα από τ’ άλογο για πολλή ώρα στο δρόμο τα κλαψιάρικα γαβγίσματά της. Ήταν όμως κακό το τέλος της. Tο άλλο καλοκαίρι δεν την βρήκα στον πύργο να ’ρθει να με προαπαντήσει, κι ο επιστάτης μού είπε, πως την είχαν σκοτώσει, γιατί είχε πάρει την κακή συνήθεια, να σηκώνει τις κλώσσες από τις φωλιές και να τρώει τ’ αυγά τους. Eίχε ρημάξει τις νοικοκυράδες του χωριού, κατά τη φράση του επιστάτη. Από το ζωολογικό μου κήπο πέρασαν κι άλλα ζωντανά: Μια χελώνα μεγάλη, που την έφερε ο γαλατάς μας για να τρώει τους ψύλλους! Εκείνη όμως θεωρούσε θρεπτικότερη τροφή τα χόρτα του κήπου και τα πίτουρα των ορνίθων. Για λίγον καιρό είχα κι ένα σκαντζόχοιρο μικρό, τρόφιμο κι αυτόν του κοτετσιού, που αψηφούσε τα τσιμπήματα του πετεινού, εχθρού του θανάσιμου. Απόχτησα κι έναν λαγό, που μου τον έστειλαν αλυσοδεμένο σα σκλάβο, γιατί το σκοινί το ’κοβε με τα δόντια. Ο κακόμοιρος, περνούσε τις πληχτικές ώρες του τρυπωμένος σε μια γωνιά του πλυσταριού. Δεν ξέρω πώς, μια μέρα, μου ήρθε η λαμπρά ιδέα να του κάνω λουτρό στη σκάφη, γιατί είχε μουντζουρωθεί από το τζάκι. Εκείνος όμως, ασυνήθιστος σε τέτοιες φροντίδες, άρχισε να τινάζεται και να κλοτσά, και με μούσκεψε με το νερό της σκάφης. Για να μη με καταλάβουν, ανέβηκα στην ταράτσα να στεγνώσω. Αλλά δε στέγνωσα καλά κι αναγκάστηκα να πω το κατόρθωμά μου, για να μ’ αλλάξουν ρούχα. Την άλλη μέρα ξύπνησα συναχωμένος, και την αιτία αναζήτησαν στο λουτρό του λαγού. Για να μην το επαναλάβω, ίσως και γιατί λέρωνε το πλυσταριό, ο πατέρας μου τον καταδίκασε σε θάνατο και μαγείρεμα, χωρίς εγώ να το μάθω –προφυλαγμένος για το συνάχι στην κάμαρά μου– παρά ύστερα από πολλές μέρες. Μου είπαν μάλιστα, στην αρχή, πως τον είχαν δώσει αλλού ζωντανόν. Πρώτη φορά γνώρισα τότε από μακριά και τη Σκύρο, που τόσο πολύ γνωρίστηκα μαζί της τα κατοπινά χρόνια της ζωής μου. Κάποιος φίλος του πατέρα μου του έφερε από κει ένα αγριόγιδο για μένα. Το είχαμε κι αυτό δεμένο παράμερα στο περιβόλι, για να μην κάνει ζημιά στα σπαρμένα λουλούδια. Όμως κάποτε έκοψε το σκοινί του και καταπάτησε κι έφαγε τα νεόβλαστα ζουμπούλια, που τα είχαμε σαν το πολυτιμότερο πετράδι. Κι έτσι αναγκαστήκαμε να το δώσομε σε κάποιον που είχε μεγάλο χτήμα στην Κολοκυθού. Ούτ’ έμαθα ποτέ τι απόγινε… Αλλά το πιο χαριτωμένο ζωντανό χάρισμα που έλαβα, ήταν δυο άσπρα πλουμιστά μοσχοπόντικα, σα μικρά κουνελάκια με κοντά αυτιά. Τόσο ήμερα, που γύριζαν ελεύθερα στο σπίτι από κάμαρα σε κάμαρα κι έτρωγαν από το χέρι μου ψωμί. Ένα πρωί όμως τα βρήκαν πνιγμένα και μισοφαγωμένα από κάποια ξένη γάτα, που είχε τρυπώσει τη νύχτα στο σπίτι μας. Το μόνο σπιτικό ζώο που δε συμπαθούσα ποτέ κι ούτ’ επιθύμησα να το αποχτήσω δικό μου, ήταν η γάτα. Τίποτε καλό δεν έκανε, παρά να τρώει τα ποντίκια, και τα κακά κι οι ζημίες της δε μετριούνταν. Και πρώτα πρώτα, ο χειρότερος εχθρός του περιβολιού: μας αφάνιζε τα τρυφερά φυτώρια. Έπειτα, κυνηγούσε τα σπουργίτια και τ’ άλλα πουλάκια, που πολλές φορές τα πήρα από τα δόντια της μισοφαγωμένα, και είχε όλη την όρεξη ν’ απλώσει τα νύχια της και στα πουλιά του σπιτιού, αν ήταν χαμηλότερα κρεμασμένα τα κλουβιά τους. Τις νύχτες με ξυπνούσαν τα νιαουρίσματά της στην αυλή και στον τοίχο της μάντρας. Τα χέρια μου ήταν συχνά τζαγκρουνισμένα, αν τύχαινε ν’ απλώσω για να τη χαϊδέψω. Καμιά αφοσίωση σ’ εκείνους που την έτρεφαν και τη φρόντιζαν στο σπίτι. Γενικά, μου έκανε την εντύπωση, όχι πως ήταν αυτή δική μας, αλλά πως μας θεωρούσε εμάς της υπηρεσίας της. Ο τύπος της απιστίας και της αχαριστίας. Η αντίθεση του σκυλιού. Γι’ αυτό κι η θανάσιμη έχθρα των δυο ζώων μεταξύ τους. Αλλά το ζώο που περισσότερο απ’ όλα λαχταρούσα να είχα από τα πιο παιδιάτικά μου χρόνια, δεν ευτύχησα να το αποχτήσω ποτέ: ένα αλογάκι καρυστινό. Καρυστινά τά ’λεγαν, ενώ πολύ αργότερα τα είδα στην πατρίδα τους τη Σκύρο, κοπαδιαστά κι ελεύθερα, και μου θύμισαν τον παιδιάτικο πόθο. Δυο πλουσιόπαιδα συνομήλικά μου, που κατοικούσαν κοντά στην Πλάκα, είχαν και καβαλίκευαν δυο τέτοια αλογάκια. Κι από τότε που τα είδα δεν εκαταδεχόμουν πια τα ψεύτικα, τα ξύλινα, που μου χάριζαν την Πρωτοχρονιά. Ήθελα ένα αλογάκι αληθινό. ― Ο πρώτος ανεκπλήρωτος πόθος της ζωής μου!
* Γούβες: τοποθεσία στην Εύβοια.

Τι θα πει σκλαβιά


Παύλος Νιρβάνας

― Φλώρια, καρδερίνες, φλώριααα!
― Πόσο τις δίνεις, βρε παιδί, τις καρδερίνες;
― Τρεις δραχμές, μπάρμπα. Τρεις δραχμές και μ’ εγγύηση. Πάρε, αφέντη, να σε ξυπνά το πρωί.
― Δεν κάνει δυο δραχμές;
― Αν θέλεις να πάρεις τη βραχνιασμένη... Ο μεσόκοπος άνθρωπος με τα ξενικά ρούχα, κάποιος πρόσφυγας από εκείνους, που πλημμύριζαν το πειραιώτικο λιμάνι, έβγαλε το κομπόδεμα από το ζωνάρι του, έδωσε ένα δίδραχμο στο παιδί και πήρε στα χέρια του την καρδερίνα. Την κράτησε λιγάκι ελαφρά στα δάχτυλά του, την χάιδεψε πονετικά και την κοίταξε καλά καλά, φέρνοντας το ανήσυχο κεφαλάκι της μπροστά στα μάτια του, σα να ήθελε να της πει κάποιο γλυκό λόγο. Ύστερα, τινάζοντάς την ελεύθερη πάνω στην παλάμη του, την άφησε να πετάξει, κάνοντας τάχα πως του είχε ξεφύγει από τα χέρια του:
― Βρε, το αφιλότιμο το πετούμενο! Tο είδες εκεί! Από μέσα του όμως φαινόταν καταχαρούμενος ο παράξενος εκείνος άνθρωπος. Θα μπορούσε να ορκιστεί κανείς, πως αυτό που έγινε, δεν ήταν καθόλου τυχαίο. Ο ξένος, χωρίς άλλο, είχε αγοράσει το πουλί, για να του χαρίσει την ελευθερία του. Αν προσπαθούσε να κρύψει το σκοπό του, το έκαμε ίσως από ευγένεια. Και θα μπορούσε να ορκιστεί κανείς ακόμη, πως έτσι ήταν το πράγμα, αν τον έβλεπε με τι λαχτάρα ακολουθούσε το φτερούγισμα της καρδερίνας στον ελεύθερο αέρα. Ένα φτερούγισμα τρελό, με μουδιασμένα φτερά, που την έφερε στο κατάρτι ενός καϊκιού, σαστισμένη ακόμη από την ξαφνική χαρά της.
― Βρε, το αφιλότιμο το πετούμενο, πώς μου ξέφυγε!
Από μέσα του όμως έλεγε χωρίς άλλο ο γεροντάκος: ― Κάνε τη δουλειά σου, πουλάκι μου, και μη σε μέλει.
Δυο μορτάκια, που έκαναν το βαρκάρη εκεί δίπλα, πήδησαν αμέσως μέσα στο καΐκι: ― Νά το, νά το, πάνω στο πανί ακούμπησε, είπε το ένα.
― Πέτα το σακκάκι σου, να το ρίξεις κάτω. Δε βλέπεις, πως είναι μουδιασμένο; απάντησε το άλλο. Ο ελευθερωτής δεν μπόρεσε να κρυφτεί πια. Όρμησε άγριος στην άκρη του μόλου και φώναξε, κουνώντας το μπαστούνι κατά το καΐκι.
― Κάτω, παλιόπαιδα! Δικό σας είναι το πουλί; Εγώ το αγόρασα, εγώ θέλησα και το άφησα. Ορίστε μας! Κάτω γρήγορα, γιατί θα σας σπάσω τα παΐδια σας. Και μόνον όταν είδε το πουλί να τινάζει τις φτερουγίτσες του και να σκίζει χαρούμενο τον αέρα, μονάχα τότε πήρε το δρόμο του, μουρμουρίζοντας:
― Μα βέβαια, μέσα στην ελευθερία γεννήθηκαν· πού να ξέρουν τι θα πει σκλαβιά!...

Matterhorn Zermatt...


Νερό...

... το αίμα της Μάνας Γης.

Γραμμένη Οξιά – διάσχιση Βαρδουσίων – Αθ. Διάκος


“Επειδή η άνοιξη περνά και εμείς εδώ στην Αθήνα δεν την καταλαβαίνουμε …” έγραψε ένα φίλος για να δικαιολογήσει γιατί μας έστειλε τις φωτογραφίες από την όμορφη πορεία - διάσχιση Γραμμένη Οξιά (καταφύγιο) – Βαρδούσια – Αθανάσιος Διάκος. Να μια αλήθεια που χρειάζεται να τη μελετήσουμε. Γιατί τελικά δεν καταλαβαίνουμε την άνοιξη οι σύγχρονοι άνθρωποι – κάτοικοι των πόλεων; Πόσο σημαντικό είναι αυτό; “Δεν υπάρχει ένα ειρηνικό μέρος στις πόλεις των λευκών ανθρώπων. Δεν υπάρχει τόπος όπου μπορείς ν' ακούσεις τα φύλλα που αναπτύσσονται την άνοιξη, ή το θρόισμα των φτερών κάποιου εντόμου. Αλλά μπορεί να γίνεται έτσι, γιατί είμαι άγριος και δεν καταλαβαίνω. Ο θόρυβος των πόλεων φαίνεται μόνο να προσβάλλει τα αυτιά. Και τι ενδιαφέρον υπάρχει πια στο να ζεις, αν δεν μπορείς να ακούσεις τη μοναχική κραυγή του κοκκινολαίμη ή τις συζητήσεις των βατράχων στα έλη τη νύχτα. Είμαι ένας ερυθρόδερμος και δεν καταλαβαίνω.” Από την απάντηση του Αρχηγού των Ινδιάνων του Σιάτλ στον πρόεδρο της Αμερικής.
Βρεθήκαμε στο καταφύγιο της Γραμμένης Οξιάς στα 1740 μέτρα 48 φίλοι ορειβάτες. Σκοπός ν’ απολαύσουμε την άνοιξη ορειβατικά. Να νοιώσουμε λίγο “ερυθρόδερμοι”. Να ακούσουμε το αηδόνι το βράδυ και τον σπίνο το πρωί. Να ακούσουμε το θρόισμα της οξιάς και να απολαύσουμε το άρωμα των απίθανων λουλουδιών. Ορειβάτες από τον Πεζοπορικό Όμιλο Αθηνών (ΠΟΑ), τον ΕΟΣ Αθηνών κι εμείς …οι φίλοι της Βαρβάρας.
Η Γραμμένη Οξιά θεωρείται το μικρό αδελφάκι των ‘’γιγάντων’’ που την περιβάλλουν: Βαρδούσια, Γκιώνα και Βελούχι. Είναι ένα ενδιαφέρον βουνό με πυκνή δασοκάλυψη, ομαλές πλαγιές και εξαιρετική ομορφιά. Το δάσος της θεωρείται ως το νοτιότερο δάσος οξιάς στην Ευρώπη.
Το απόγευμα του Σαββάτου ανεβήκαμε στη Σαράνταινα (1923 μ), την κορυφή της Γραμμένης Οξιάς. Μια ώρα περίπου ανάβαση από το καταφύγιο και μία ώρα επιστροφή. Σύμφωνα με την παράδοση πήρε το όνομά της από τους σαράντα ανθρώπους, που πέθαναν κοντά στο σημείο αυτό, όταν, γυρίζοντας από γάμο στο χωριό Γραμμένη Οξιά, έπεσαν σε χιονοθύελλα.
Οι ορέξεις ορισμένων για την…ανάπτυξη έφθασε ως τα δω. Το real estate “παίζει” παντού. “Προτείνουμε την δημιουργία χιονοδρομικού κέντρου στην περιοχή μεταξύ του ορειβατικού καταφυγίου Οξυάς και της κορυφής “Σαράνταινα”, στη βόρεια πλευρά της κορυφογραμμής όπου η χιονοκάλυψη είναι ισχυρή και μακράς διάρκειας.” Είναι ένα μικρό απόσπασμα από την εισήγηση στο Νομαρχιακό Συμβούλιο Φθιώτιδας τον Απρίλιο του 2006. Αυτό που ξέρουμε μέχρι τώρα είναι ότι το ΝΣ Φθιώτιδας προχωράει στη μελέτη για το χιονοδρομικό κέντρο…
Το καταφύγιο ανακαινίστηκε πριν λίγα χρόνια και η διαχείριση έχει ανατεθεί από την Ομοσπονδία στον Κλαουδάτο. Πριν την ανακαίνιση, η ευθύνη της διαχείρισης ανήκε στον ΕΟΣ Λαμίας, ο οποίος σήμερα κρατάει το καταφύγιο της Οίτης. Το καταφύγιο της Γραμμένης Οξιάς είναι το μόνο καταφύγιο στη Φθιώτιδα σε καλή κατάσταση. Δυστυχώς το καταφύγιο της Οίτης, αλλά περισσότερο του Καλλίδρομου, δεν είναι σε καλή κατάσταση. Αυτό μας επιτρέπει να μιλάμε για ορειβατική εγκατάλειψη των βουνών μας, σε αντίθεση με τη Φωκίδα, που διατηρεί δύο καταφύγια στα Βαρδούσια και ένα στη Γκιώνα. Δεν έχει σημασία σε ποιον ανήκει το κάθε καταφύγιο, γιατί τα βουνά ανήκουν σε όλους μας.
Μ’ αυτές τις σκέψεις και τις συζητήσεις και με τη νόστιμη μακαρονάδα του καταφυγίου, κύλησε όμορφα η βραδιά για να πάμε για ύπνο σχετικά νωρίς στη σκηνή μας. Γιατί το πρόγραμμα έχει αναχώρηση στις έξι, που σημαίνει εγερτήριο τουλάχιστον στις 5.30.
Πράγματι στις 5.30 όλοι στο πόδι και αναχώρηση από τη διασταύρωση στο διάσελο στις 6 και 20’ Το μονοπάτι ξεκινάει με ανηφόρα, μέσα από τις αραιές οξιές στην αρχή και την πυκνή βλάστηση, με κατεύθυνση νοτιοανατολικά. Ανεβαίνουμε στην πρώτη κορυφή, η κορυφή 1713, απέναντι από το καταφύγιο. Συνολικά η διαδρομή έχει δεκατρία γεωγραφικά υψομετρικά, άρα δεκατρείς κορυφές.
Συνεχίζουμε στην κορυφογραμμή με κατεύθυνση νότια έχοντας μπροστά μας στο βάθος διαρκώς τον όγκο των Βαρδουσίων. Αριστερά και ανατολικά είναι ο Γουλινάς(1467μ) πάνω από τη Σπερχειάδα, λίγο πιο νότια η Οίτη (2152μ) και μακριά μας απέναντι η Όθρης. Βόρεια φαίνεται το περήφανο Βελούχι(2315μ) (εξού και το “Βελούχι μου περήφανο και Οξιά ζωγραφισμένη” των δημοτικών μας τραγουδιών) και λίγο δεξιότερα με δυσκολία ξεχωρίζουν οι ανατολικές κορυφές των Αγράφων. Νοτιοδυτικά και απέναντι το χωριό η Αρτοτίνα (1350μ) και δυτικά ξεχωρίζουν μερικά σπίτια του χωριού της Γραμμένης Οξιάς. Ο ορίζοντας δεν επιτρέπει πολλά πράγματα.
Οι αρχηγοί μας εναλλάσσονται στην κεφαλή της πορείας κρατώντας αργή την κίνηση για να μην σπάσει. Μετά την κορυφή 1713 πρέπει να προσέξει κανείς γιατί μπορεί να πάρει κατά λάθος την κορυφογραμμή νοτιοδυτικά, η οποία οδηγεί στο χωριό της Γραμμένης Οξιάς. Η πορεία ανεβαίνει και κατεβαίνει κρατώντας τη διαδρομή διαρκώς πάνω από τα 1600 μέτρα.
Περνάμε την κορυφή Πύργος, τα Παλούκια, την 1604 και την Πολεμίστρα, περνάμε τη Μηλιά (1784μ) και το Ομαλό στο πλάι, από δυτικά, ανεβαίνουμε την Τσελίκαινα έχοντας απέναντί μας και ανατολικά τα Ζερέλια των Μαρμάρων, το όμορφο οροπέδιο με τις λίμνες. Σε κάποιο διάσελο εκεί σκοτώθηκε στις 21 Ιούνη 1949 ο καπετάν Διαμαντής, διοικητής της ΙΙ Μεραρχίας του ΔΣΕ.
Κατεβήκαμε να περάσουμε το Σινάνι (2054μ) από δεξιά, δυτικά, στα τυφλά χωρίς μονοπάτι μέσα στο πυκνό δάσος, κρατώντας όμως σταθερά το ύψος, σύμφωνα και με το GPS. Κάτω το Καρυώτικο ρέμα, οι πηγές του Εύηνου, και απέναντί μας οι κορυφές των Δυτικών Βαρδουσίων Πάνω Ψηλό(2160μ) και Κάτω Ψηλό(2220μ), Γιδοβούνι (2065μ), Πλάκα – Πυραμίδα(2247μ) και Αλογόραχη (2264μ), απόκρημνες και δύσβατες, που παραμένουν σχετικά άγνωστες για τον περισσότερο ορειβατικό κόσμο.
Ακριβώς κάτω από το Σινάνι συναντάμε τα πρώτα αμυδρά κόκκινα σημάδια και το μονοπάτι αρχίζει να ξεχωρίζει. Πέφτουμε πάνω στη στάνη και στην πρώτη βρύση - ποτίστρα. Από δω ξεκινάει ο δασικός δρόμος και τα δύσκολα. Γιατί η κούραση μετά από τόσες ώρες αλλά και η πορεία στο χαλίκι είναι ένας δύσκολος συνδυασμός για τον ορειβάτη. Ευτυχώς μόνο που ανανεώσαμε όλοι το νερό και γεμίσαμε τα παγούρια μας.
Συναντάμε το Ε4 που έρχεται από την Αρτοτίνα Είναι μπροστά και δεξιά το Τυροκομείο, πάνω ψηλά τα καταφύγια και οι Πόρτες και αριστερά το Βουνό της Χωμήριανης (2298μ). Περνάμε τον Σταυρό, τη διασταύρωση για τα καταφύγια, και κατηφορίζουμε για τον Προφήτη Ηλία με τη γνωστή σε όλους διαδρομή. Περνάμε τον Προφήτη Ηλία και ακολουθώντας το Ε4, να ο Αθανάσιος Διάκος! Τίποτα.
Η διαδρομή είναι στις 10 ώρες, 30 περίπου χιλιόμετρα, δεν έχει μεγάλες υψομετρικές διαφορές, αλλά πολλά σκαμπανεβάσματα, όπως λέει ο φίλος μου ο Νίκος ο vardousiomanis.
Στέφανος Σταμέλλος.

Βαρδούσια: Κοπρισιές - Κόρακας (2495 μ)



Ένα βουνό. Για ν’ ανεβεί. Να ανανεώσει τη σχέση του με τη φύση. Να επιβεβαιώσει τη δυνατότητα ότι μπορεί. Να ανεβάσει σφυγμούς και να ιδρώσει. Να αθληθεί. Να ξεφύγει από την καθημερινότητα. Ν’ αγγίξει τα όριά του και, αν είναι δυνατόν, να τα ξεπεράσει λίγο. Να απολαύσει το γλυκοχάραμα, τον καθαρό και ευωδιαστό αέρα. Αυτά, μαζί με την ψυχική και σωματική του ισορροπία, τη γλυκιά και αγνή συντροφιά, είναι τα ελάχιστα ίσως που ζητάει ο απλός ορειβάτης. Αυτόν, που συναντάμε συνήθως στις κυριακάτικες εξορμήσεις. Λέμε ο «απλός» γιατί υπάρχει και ο «σύνθετος», αυτός που επιδιώκει την κατάκτηση μιας κάποιας ψηλής κορυφής, που επιδιώκει την περιπέτεια, τον αγώνα, τον καλό αγώνα και την ολοκλήρωση. Ο καθένας βέβαια έχει τη δική του απάντηση στο «τι είναι η ορειβασία» για τον ίδιο. Συνήθως οι απαντήσεις έχουν μικρές αποκλίσεις. Τότε λέμε ότι «η ομάδα έδεσε»!
Ήμασταν μια «δεμένη» ομάδα των δώδεκα «απλών» ορειβατών, που ξέραμε τι θέλουμε. Η επικοινωνία έγινε δύο μέρες πριν. Πάντα τελευταία στιγμή, που σημαίνει ότι είμαστε σε ετοιμότητα και το ζητάει η ψυχή μας. Άντε τώρα να ήταν τίποτα δύσκολοι, «τώρα που μας το λες, κι εγώ θέλω μια βδομάδα να το προγραμματίσω» κλπ. Φέξε μου και γλίστρησα!
Κατασκηνώσαμε το Σάββατο το απόγευμα στον Προφήτη Ηλία, πάνω από τον Αθανάσιο Διάκο, στα 1460 μέτρα περίπου. Οι περισσότεροι ανέβηκαν με τα αυτοκίνητα. Με τον Χρίστο, τον μικρό, προτιμήσαμε να το ανεβούμε με τα πόδια ακολουθώντας το μονοπάτι. Μια γρήγορη ανάβαση τελικά, χωρίς σακίδια, είναι 45 λεπτά μόνο. Για την ιστορία τα ονόματα (τα μικρά, για τα προσωπικά δεδομένα. Άντε να ζητήσεις από όλους την άδεια δημοσιοποίησης του ονόματός τους, δεν ξέρεις πώς θα το πάρει…): Αγγελική, Αλέκα, Βάσω, Δήμητρα, Άλκης, Άρης, Αποστόλης, Δημήτρης, Νίκος, Στέφανος, Χρίστος και ο Χρίστος ο μεγάλος. Πολλές οι απουσίες, αδικαιολόγητες και δικαιολογημένες. Οι απόντες ξέρουν τι χάνουν. Αυτή η εποχή είναι από τις καλύτερες για το βουνό. Τα χιόνια λειώνουν, τα νερά τρέχουν, λουλούδια παντού, τα πιο εντυπωσιακά χρώματα, οι ευωδιές, τα πουλιά, ο κούκος, η φύση σε πλήρη ανασυγκρότηση αναγεννιέται.
Το απόβραδο επισκεφτήκαμε, λίγο πιο πέρα, το κεφαλόβρυσο. Το νερό ξεπηδάει από το βράχο, όπου και η υδρομάστευση για την ύδρευση του χωριού. Όπως κατεβαίνει από το βουνό το νερό, σε κάποιο σημείο χάνεται και βγαίνει ξανά με έναν εντυπωσιακό τρόπο, με πίδακα αφρίζοντας και με το γνωστό θόρυβο συνεχίζει το κατέβασμά του για τον Μόρνο. Ξεκινήσαμε το πρωί στις 8 ακολουθώντας το Ε4, προς τα καταφύγια. Μετά τα 500 μέτρα περίπου και πριν το μνήμα του «κυνηγού», ανεβαίνουμε στη ράχη ακολουθώντας το μονοπάτι, που σύμφωνα με το χάρτη, είναι η διαδρομή «Κοπρισιές - Κόρακας». Συνεχίζουμε νοτιοδυτικά και με λίγες τραβέρσες ανεβαίνουμε σχετικά εύκολα στο πρώτο οροπέδιο.
Η εικόνα είναι εκπληκτική. Έχουμε μπροστά μας το βραχώδες ανάγλυφο. Δεξιά είναι το «Πλάι του Γκιώνη», που καταλήγει στην απότομη κορυφή 2.413 μ, αριστερά τα χαμηλότερα βράχια και στο βάθος, ψηλά, η κορυφή του Κόρακα στα 2495 μ.
Μπροστά μας το γνωστό λούκι με αρκετή κλίση, που συνήθως το συναντάμε παγωμένο, γιατί δεν το βλέπει ο ήλιος όλη τη μέρα. Μπαίνουμε στο χιόνι και τραβερσάρουμε προς το βράχο για να μη φορέσουμε κραμπόν. Ο Δημήτρης και η Αλέκα προτίμησαν την ασφάλεια του παγωμένου χιονιού με τα κραμπόν. «Αντρίκια» ανάβαση, λέει...
Ανεβαίνουμε με προσοχή το βράχο, γιατί είναι αρκετά εκτεθειμένος, και φθάνουμε στο δεύτερο οροπέδιο. Εδώ το χιόνι είναι περισσότερο, αλλά εύκολο. Διασχίζουμε το λούκι κι ανεβαίνουμε κάνοντας το τελευταίο δύσκολο χιονισμένο κομμάτι με αρκετή κλίση. Ευτυχώς το χιόνι μας κρατάει καλά χωρίς κραμπόν. Μπροστά μας και αριστερά είναι η κορυφή του Κόρακα και δεξιά το Πλάι του Γκιώνη.
Βγαίνουμε στο Μέγα Κάμπο και χωρίς να το πολυκαταλάβουμε είμαστε κάτω από τον Κόρακα συναντώντας το μονοπάτι, που έρχεται από τις Πόρτες. Φθάσαμε στην κορυφή σε 3,30 ώρες. Είναι μια όμορφη μέρα και η θέα από την κορυφή του Κόρακα μας αποζημιώνει.
Η επιστροφή έγινε από την ίδια διαδρομή. Η σκέψη για τις Πόρτες απορρίφθηκε γρήγορα, γιατί χωρίς κραμπόν ήταν επικίνδυνο. Για να επιστρέψουμε από το Ασανσέρ, δεν βόλευε να ξανανεβούμε στον Προφήτη Ηλία, που είχαμε τα αυτοκίνητα. Οι μικρότεροι της παρέας καταχάρηκαν το κατέβασμα στο χιόνι με τσουλήθρες και βουτιές. Συνολική διάρκεια 6 ώρες (3,30 ανάβαση, 2,30 κατάβαση).
Άλλη φορά πρέπει να παραγγέλνουμε τα φασόλια, δεν τα βρίσκεις στις ταβέρνες των χωριών. Όχι ότι δεν φάγαμε, αλλά λέμε… Το κόκκινο κρασί δεν λείπει ποτέ. Δεν μπορώ να καταλάβω αυτούς που πίνουν μπύρα.

Σαββατοκύριακο 19/4 - 20/4/2008
Στέφανος Σταμέλλος

17/1/09

Λύκοι, φίδια και κάθε λογής ...ζωύφια!

Αμολάνε οι οικολόγοι τα φίδια με το ...τσουβάλι;
Έτσι και τολμήσεις να δηλώσεις ότι συμπαθείς τους «οικολόγους», σύντομα θα ακούσεις μια εξωφρενική ερώτηση: μα, καλά, γιατί εσείς οι οικολόγοι αμολάτε φίδια με το τσουβάλι και έχετε γεμίσει όλη την ύπαιθρο με αυτά; Εκεί είναι που εσύ μένεις άναυδος...
Μα καλά σκέφτεσαι, από πού κι ως πού τους μπήκε μια τέτοια ιδέα; Και δεν είναι μόνο τα φίδια. Κατά καιρούς θα ακούσεις για απελευθερώσεις λύκων, τσακαλιών, ποντικιών, ακόμη και για ...μύγες και ψύλλους έχει ακουστεί, που οι «οικολόγοι» σκορπίζουν από ελικόπτερα!!!
Πρόκειται προφανώς για έναν ακόμα από τους διαβόητους «αστικούς μύθους» που κυκλοφορούν ευρέως στις κοινωνίες της μαζικής κουλτούρας. Πιθανόν κάποιοι μάθανε για τη δράση περιβαλλοντικών οργανώσεων, οι οποίες περιθάλπουν τραυματισμένα άγρια ζώα, κυρίως πουλιά, τα οποία απελευθερώνουν μετά την αποθεραπεία τους, και τη συνδυάσανε στο μυαλό τους μαζί με διάφορα εντυπωσιακά ντοκιμαντέρ που προβάλλει η τηλεόραση για κάτι τύπους που μαζεύουν φίδια στην έρημο ή για άλλους που διατηρούν άγρια ζώα στο σπίτι τους και όταν μεγαλώσουν τα πετάνε στους υπονόμους και στα ρέματα, οπότε νάτος ο συνειρμός!
Αλλά πάλι, μύγες και ψύλλοι, αυτό πάει πολύ! Ίσως, σκέφτομαι, έβαλαν το χεράκι τους και κάποιοι που έχουν συγκεκριμένα συμφέροντα ενάντια στους οικολόγους, όπως κάποιοι φανατικοί κυνηγοί, αλλά και λαθροϋλοτόμοι, καταπατητές, τοπικοί κομματάρχες που δεν θα ήθελαν κάποιο «πράσινο» κόμμα να τους φάει ψήφους και ούτω καθεξής.
Η ειρωνεία είναι ότι, ενώ οι υπερασπιστές του περιβάλλοντος δεν θα άφηναν ελεύθερο στη φύση ένα ζώο που γεννήθηκε στην αιχμαλωσία, γιατί είναι απίθανο να επιβιώσει, ούτε, πολύ περισσότερο, θα έριχναν απερίσκεπτα ένα ξένο είδος σε κάποιο οικοσύστημα, αυτό το κάνουν συστηματικά οι κυνηγοί, οι οποίοι ρίχνουν ξενικές ποικιλίες ειδών «για εμπλουτισμό των θηραμάτων» στην ελληνική φύση. Το αποτέλεσμα είναι αφενός τα ζώα αυτά στην πραγματικότητα να συμπεριφέρνονται σαν οικόσιτα, έτοιμα για τουφέκισμα, αφετέρου να κινδυνεύουν με εξαφάνιση κάποια αντίστοιχα γηγενή είδη.
Τα ίδια ισχύουν για κάποιους ιδιόρρυθμους «φιλόζωους», άσχετους όμως με τις βασικές αρχές της οικολογίας, που αγοράζουν διάφορα εξωτικά ερπετά από τα pet-shops και όταν τα ζώα μεγαλώνουν, τα αμολάνε σε ρεματιές και δασύλλια, με αποτέλεσμα μερικές φορές να εξαπλώνονται σε βάρος των τοπικών ειδών.
Το ίδιο βέβαια κάνουν πολλοί με τους σκύλους τους, ώστε όλα τα προαστιακά δάση να έχουν γεμίσει με συμμορίες αγριόσκυλων (να από που προέρχονται οι φήμες για κοπάδια τσακαλιών και λύκων).
Τώρα αν και όλοι αυτοί κατατάσσονται στους «οικολόγους», γενικώς και αορίστως, προφανώς μιλάμε για σύγχυση εννοιών... Αλλά τι περιμένεις, αφού και οι κυνηγοί ανακηρύχθηκαν «προστάτες του περιβάλλοντος» από τον υπουργό κ. Μπασιάκο, για να πάρουν τις σχετικές επιδοτήσεις!
Αυξάνονται τα φίδια;
Παρόλο που προφανώς όλη η ιστορία με τους «οικολόγους και τα φίδια» είναι ένας μύθος, ίσως προκατασκευασμένος, θα πρέπει πάντως να εξετάσουμε γιατί βρίσκει έδαφος και ριζώνει. Αν ήταν διαδεδομένη κυρίως στους κατοίκους των πόλεων, θα λέγαμε ότι έχουν χάσει την επαφή με την φύση και εντυπωσιάζονται όταν συναντήσουν ένα φίδι στο δρόμο τους. Όμως, η φήμη αυτή κυκλοφορεί κυρίως στους ανθρώπους της υπαίθρου.
Μήπως υπάρχει πράγματι αύξηση της παρουσίας φιδιών αλλά και παρασίτων κάθε λογής, την οποία δεν μπορούν να εξηγήσουν λογικά, ώστε την αποδίδουν στους «οικολόγους που τα ρίχνουν τις νύχτες με ελικόπτερα»;
Δε θα μου προκαλούσε έκπληξη κάτι τέτοιο. Τα ελληνικά οικοσυστήματα έχουν διαταραχθεί ριζικά μέσα σε λίγες μόνο δεκαετίες, οπότε δεν είναι περίεργο αν εμφανίζονται είδη ζώων σε περιοχές που δεν υπήρχαν πριν ή σε διαφορετικές συχνότητες από ό,τι πριν. Αυτό είναι λογικό να εντυπωσιάζει τους κατοίκους των χωριών, ιδίως τους πιο ηλικιωμένους, που θυμούνταν μια πολύ διαφορετική κατάσταση.
• Για παράδειγμα, αφού οι κυνηγοί και τα φυτοφάρμακα έχουν εξολοθρεύσει τους αετούς και τα γεράκια, που τρώνε τα φίδια, τα ποντίκια κλπ, λογικό είναι αυτά να αυξάνονται, αφού δεν έχουν πλέον φυσικούς εχθρούς.
• Ομοίως, διάφορα έντομα μπορεί να αυξάνονται γιατί τα εντομοκτόνα έχουν εξαφανίσει τα εντομοφάγα πουλιά αλλά και τα αρπακτικά έντομα, που τα κρατούσαν σε ισορροπία.
• Η επικράτηση της μονοκαλλιέργειας στις πεδιάδες δημιούργησε μείωση της βιοποικιλότητας και αύξηση μόνο όσων ειδών μπορούν να ωφεληθούν από τις δραστηριότητες του ανθρώπου.
• Αλλά και η εγκατάλειψη των ορεινών χωριών έχει οδηγήσει, αντίθετα από ότι θα νόμιζε κανείς, επίσης στο να μειωθεί η ποικιλία της διαθέσιμης τροφής για τα άγρια ζώα στις ορεινές περιοχές. Τα βουνά μας πλέον μετατρέπονται σε πυκνούς και αδιαπέραστους πουρναρότοπους, εκεί όπου πρώτα υπήρχαν εναλλαγές ανάμεσα σε βοσκότοπους, πεζούλες, περιοχές με άγρια και ήμερα καρποφόρα δέντρα, θαμνότοπους, δάση κλπ, υπήρχε δηλαδή μια πανάρχαια ισορροπία ανθρώπου και φύσης. Αφού η ισορροπία αυτή έσπασε, τα άγρια ζώα αναγκάζονται πλέον να μετακινούνται προς τους ανθρώπους, ψάχνοντας για νέους κατάλληλους βιότοπους.
• Τέλος, υπάρχει και η κλιματική αλλαγή που, αργά αλλά σταθερά, αλλάζει τις ισορροπίες στα ελληνικά οικοσυστήματα.
Ίσως, τελικά, αντί να προσπαθούμε να βγάλουμε τους ανθρώπους της υπαίθρου τρελούς, που βλέπουν παντού φίδια και μύγες, θα πρέπει μάλλον να συμφωνήσουμε ότι μπορεί να έχουν δίκιο, μόνο που υπεύθυνοι γι΄ αυτό δεν είναι οι οικολόγοι αλλά, αντίθετα, η καταστροφή του περιβάλλοντος.


*******************************************************************
Οι Οικολόγοι και οι... "λύκοι".

Καταδικάστηκε το MEGA CHANEL για συκοφαντική δυσφήμιση σε βάρος των οικολόγων.
Οι Οικολογικές κινήσεις Δράμας και Σερρών κατέθεσαν μήνυση το Σεπτέμβριο του 1999 κατά της ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ ΑΕ (ΜΕGA CHANEL) και παντός άλλου υπευθύνου προσώπου διότι το ΜEGA της ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ ΑΕ στο μεσημβρινό της δελτίο ειδήσεων της 20ης Ιουνίου 1999 ανέφερε ως είδηση με κατηγορηματικό τρόπο ότι “οι λύκοι που άφησαν οι Οικολόγοι στην περιοχή των Σερρών κατασπάραξαν περισσότερα από 20 πρόβατα”. Την ίδια είδηση το MEGA την επανέλαβε και την 21η Ιουνίου 1999 προσθέτοντας ότι απελευθερώθηκαν λύκοι από τους Οικολόγους και στην περιοχή της Δράμας. Την είδηση επένδυσαν με σχετικό ρεπορτάζ όπου εμφανίζονταν λύκοι και κατασπαραγμένα πρόβατα καθώς και αγανακτισμένοι κτηνοτρόφοι, οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι τους λύκους τους άφησαν οι Οικολόγοι.
Οι οικολογικές κινήσεις Δράμας και Σερρών επειδή έκριναν ότι αυτά τα δελτία ειδήσεων αποσκοπούσαν στην ηθελημένη κατασυκοφάντηση του Οικολογικού κινήματος της χώρας μας και επειδή ουδέποτε οι οικολόγοι απελευθέρωσαν λύκους, κατέθεσαν μήνυση εναντίον της ΤΗΛΕΤΥΠΟΣ ΑΕ (MEGA CHANEL) για συκοφαντική δυσφήμηση που τελέστηκε κατ΄ εξακολούθηση δια των δελτίων ειδήσεων του MEGA.
Η μήνυση εκδικάστηκε στις 5 Νοεμβρίου 2004 ενώπιον του τριμελούς πλημμελειοδικείου στην Αθήνα.
Το δικαστήριο έκρινε ένοχο τον διευθυντή συντάξεως των ειδήσεων του MEGA, εδέχθη το κατηγορητήριο ως έχει και καταδίκασε τον διευθυντή συντάξεως των ειδήσεων του MEGA σε φυλάκιση 6 μηνών με αναστολή.
Η απόφαση αυτή καταδεικνύει ότι όλες αυτές οι φήμες και οι μύθοι, οι οποίοι κυκλοφορούν στην χώρα μας για λύκους και φίδια αποτελούν μια εγκληματική προσπάθεια εκείνων των κύκλων της χώρας μας οι οποίοι ενοχλούνται από τις δράσεις και τις δραστηριότητες του Οικολογικού κινήματος.

Βραχώδη Όρη...


Βαθειά Οικολογία.

Οικοσοφία, Θεωρία της Γαίας και η κριτική από την Κοινωνική Οικολογία.

Τη "Βαθειά Οικολογία" πρωτοεισηγήθηκε ο Νορβηγός φιλόσοφος Arne Naess, στις αρχές της δεκαετίας του '70. Ο Naess δεν ανάλυσε τη Βαθειά Οικολογία ως ένα αυστηρό φιλοσοφικό σύστημα, αλλά μάλλον παρουσίασε ορισμένες αρχές, τις οποίες ζήτησε κάθε ξεχωριστός άνθρωπος να τις ενσωματώσει στην προσωπική του κοσμοθεωρία. Αυτή η τοποθέτηση του ιδρυτή είχε ως αποτέλεσμα η Βαθειά Οικολογία να αποτελεί σήμερα σημείο αναφοράς για μια πληθώρα διαφορετικών ιδεολογικών ρευμάτων, με χαλαρή μόνο συνοχή μεταξύ τους. Ο όρος "βαθειά" οικολογία θέλει να τονίσει την αντιπαράθεση με τη "ρηχή" οικολογία, δηλαδή τη χρησιμοθηρική και ανθρωποκεντρική προσέγγιση του περιβάλλοντος, αλλά και την "επιστημονική" οικολογία, που, επίσης, αντιμετωπίζει τη φύση ώς κάτι ξεχωριστό από εμάς, ως εάν ο παρατηρητής να μην αποτελεί μέρος του αντικείμενου της παρατήρησης.
Ο φιλοσοφικός πυρήνας πίσω από την Βαθειά Οικολογία είναι η "οικοσοφία". Είναι μιά σύνθεση επηρεασμένη, μεταξύ άλλων, από την επιστήμη της οικολογίας, τη θεωρία συστημάτων, την εθνοφιλοσοφία, τον ανατολικό μυστικισμό αλλά και τις διδαχές του Γκάντι.
Οι οπαδοί της Βαθειάς Οικολογίας τονίζουν ότι εμείς οι άνθρωποι αποτελούμε ένα μέρος από το ζωντανό οικοσύστημα του πλανήτη και ότι μόνο καταλαβαίνοντας και βιώνοντας την ενότητά μας με αυτό το σύνολο θα ξεφύγουμε από την ατομιστική δυτική κουλτούρα, για να ανακαλύψουμε πλήρως την αληθινή μας ανθρώπινη φύση.
Από τη στιγμή που μπορούμε να διευρύνουμε και να βαθύνουμε την αυτοσυναίσθηση, πέρα από το στενό μας εγώ, σε ένα σημείο ταύτισης με όλα τα ζωντανά όντα, αποτελεί πλέον φυσική μας κλίση η προστασία της Γης, όπως το να προστατεύουμε τον ίδιο τον εαυτό μας.
Πρόκειται για μια ολιστική προσέγγιση για την αντιμετώπιση των παγκόσμιων προβλημάτων, που περιλαμβάνει στοιχεία φιλοσοφικά, συναισθηματικά, μυστικιστικά αλλά και τρόπους καθημερινής δράσης.
Νεώτερη εξέλιξη αποτελεί η Θεωρία της Γαίας του συγγραφέα James Lovelock: ΄Οπως είναι γνωστό η συστημική επιστήμη (ή αλλιώς θεωρία συστημάτων), βλέπει τον κόσμο μας με όρους "συστημάτων", όπου κάθε σύστημα αποτελέι μια "ολότητα" που είναι κάτι περισσότερο από απλό άθροισμα των μερών της, αλλά και η ίδια αποτελεί μέρος ευρύτερων συστημάτων. Η θεωρία της Γαίας τώρα εφαρμόζει τη συστημική ιδέα στο σύνολο του Πλανήτη. Το σύνολο της ζωής στη Γη μπορεί να ιδωθεί ως μιά ολότητα, που είναι παραπάνω από το άθροισμα των μερών της, μια ολότητα σαν ένας υπεροργανισμός, την οποία αποκαλούμε "Γαία" (από την αρχαία θεά που αντιπροσώπευε τη γη-φύση, την ελληνίδα Μεγάλη Μητέρα). ΄Οπως κάθε ζωντανός οργανισμός, η Γη προσπαθεί να διατηρήσει σταθερά, με μηχανισμούς ανάδρασης, τα επίπεδα θερμοκρασίας και οξυγόνου στην ατμόσφαιρα, ενώ μακροχρόνια εξελίσσεται επίσης και προσαρμόζεται.
Η Θεωρία της Γαίας λοιπόν απλά δηλώνει ότι η Γη είναι ζωντανή και ότι εμείς είμαστε μέρος της. Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, όταν ένας ξένος οργανισμός εισβάλλει σε ένα σώμα, το σώμα προκαλεί πυρετό με σκοπό να συγκεντρώσει όλες του τις ενέργειες στο να καταπολεμήσει τον ξένο οργανισμό. Στις περισσότερες περιπτώσεις πετυχαίνει, αλλοιώς το σώμα πεθαίνει.
Εάν συνεχίσουμε τις δραστηριότητες που καταστρέφουν το περιβάλλον μας και υπονομεύουν τις συνθήκες της ίδιας της επιβίωσής μας, εμείς είμαστε ο ιός, που ή θα εξοντωθεί από τη Γαία ή θα την οδηγήσει στο θάνατο. Το να κάνουμε τις αλλαγές που απαιτούνται για να αποφύγουμε μια τέτοια μοίρα, είναι ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που έχουμε ποτέ αντιμετωπίσει.
Κριτική της Βαθειάς Οικολογίας!
Η Βαθειά Οικολογία δέχεται με έμφαση ότι δεν είναι "ανθρωποκεντρική" αλλά "βιοκεντρική". Αυτό συνεπάγεται ότι όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί έχουν την ίδια "εγγενή αξία" με έναν άνθρωπο. Ο άνθρωπος, όπως και κάθε άλλος οργανισμός, μπορεί να παρεμβαίνει στο περιβάλλον του μόνο για να ικανοποιεί τις βασικές βιοτικές του ανάγκες.
Οι αξίες όμως, πρέπει να παραδεχτούμε, είναι ανθρώπινη επινόηση, που έχουν νόημα μόνο στα πλαίσια μιας κοινωνίας. Η "βιοκεντρική" τοποθέτηση θα ήταν ίσως ορθή ως αίτημα για μια νέα ηθική, που θα ενσωματώνει μια βαθύτερη αυτοσυνείδηση των φυσικών ορίων και των περιβαλλοντικών περιορισμών του ανθρώπου. ΄Αν όμως δίνουμε αντικειμενική υπόσταση στις "εγγενείς αξίες" των ζωντανών οργανισμών, μεταφέρουμε τις ανθρώπινες αξίες σε ένα εξωκοινωνικό επίπεδο, και διαμορφώνουμε μια ανθρωπομορφική αντίληψη για τη Φύση.
Η Γη, πάλι, ενώ πράγματι αποτελεί ένα κλειστό σύστημα όπου όλα είναι μεταξύ τους αλληλένδετα, δεν είναι ζωντανός οργανισμός. Αυτός που κινδυνεύει από τις δραστηριότητες του ανθρώπου δεν είναι η γήινη σφαίρα ως φορέας ζωής, αλλά η τωρινή οικολογική της ισορροπία. Η ζωή θα συνεχίσει να ανθίζει στη Γη και μετά την εξάλειψη του ανθρώπου, πιθανόν με νέα είδη.
Τέλος, είναι πολύ δύσκολο στην πράξη να καθοριστεί ποιές είναι οι "βασικές βιοτικές ανάγκες του ανθρώπου" και συνακόλουθα ο επιτρεπτός βαθμός παρέμβασής του στη φύση. Πρέπει άραγε η ανθρώπινη κοινωνία να επιστρέψει στην τροφοσυλλογή; ή στη μικρής κλίμακας γεωργία;
Είναι αλήθεια πως η Οικοσοφία, με όλο το γοητευτικό της χαρακτήρα, μοιάζει συχνά να βρίσκεται κοντύτερα προς τη θεοσοφία και το μυστικισμό, παρά προς την ορθολογική φιλοσοφική παράδοση. Συχνά δε οι οπαδοί της Βαθειάς Οικολογίας τείνουν σε μια συνολική απόρριψη της τεχνολογίας και της επιστήμης.
Ορισμένοι φτάνουν ακόμη στη μισανθρωπία, όπως η τάση εκείνη που ισχυρίζεται ότι βασική προτεραιότητα για να σωθεί το περιβάλλον είναι να μειωθεί ο ανθρώπινος πληθυσμός (κάτι που, παρεμπιπτόντως, δεν είναι σωστό, γιατί ο μέσος αμερικανός επιβαρύνει περίπου 50 φορές περισσότερο το περιβάλλον από το μέσο αιθίοπα!) ή ακόμη η άποψη ότι ένας παγκόσμιος πόλεμος θα είχε το θετικό αποτέλεσμα να μας επαναφέρει στην προτεχνολογική εποχή.
Αυτές τις συντηρητικές τάσεις, κυρίως όμως την έλλειψη σοβαρού πολιτικού και κοινωνικού προβληματισμού, καυτηρίασε με σκληρά λόγια ο εισηγητής του φιλοσοφικού ρεύματος της "Κοινωνικής Οικολογίας" Murray Bookchin (Μάρεϊ Μπούκτσιν. ), ο οποίος έφθασε να χαρακτηρίσει την Βαθειά Οικολογία ως "οικο-λα-λά" και "οικοφασισμό", ως μισοκαλυμμένη ανοησία του New Age μασκαρεμένη σαν φιλοσoφία, κλπ. Και παρόλο που οι εκφράσεις αυτές είναι βαρειές και στις πιο πολλές περιπτώσεις άδικες, έγιναν και παραμένουν αιτία για έντονες συζητήσεις, διαμάχες, διασπάσεις, αλλά και φιλοσοφική ωρίμανση του οικολογικού κινήματος.
Ο ίδιος ο Bookchin, πιστός στην (δυτική) φιλοσοφική παράδοση της κοινωνικής κριτικής, πιστεύει ότι όλα σχεδόν τα οικολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε έχουν κοινωνικές αιτίες. Αντί να κατηγορούμε τον υπερπληθυσμό ή την τεχνολογία για τα περιβαλλοντικά προβλήματα, λέει, πρέπει να στραφούμε στις βαθύτερες αιτίες, όπως την εμπορική κερδοσκοπία, την ανταγωνιστική βιομηχανική επέκταση βάσει της αρχής "αυξήσου ή πέθανε", την ταύτιση της "προόδου" με τα συμφέροντα των βιομηχάνων και γενικότερα όλα όσα αρνητικά συνεπάγεται μια παγκόσμια οικονομία της αγοράς. ΄Οσο για τη διαμάχη (ατομιστικού) ανθρωποκεντρισμού - βιοκεντρισμού, ο Bookchin αντιπροτείνει τον (ανθρωπιστικό) "κοινοτισμό".