18/11/12

Αμοραλισμός...

Του Γιώργου Λακόπουλου.
Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Τα Νέα".
Ο ευρωβουλευτής Κρίτων Αρσένης κατέθεσε ερώτηση για τις σεισμικές έρευνες στο Ιόνιο, προς ανεύρεση υδρογονανθράκων, επισείοντας τις απειλές για τα κήτη της περιοχής. Εξεζητημένο; Ισως. Πάντως καμιά πρωτοτυπία. 
Στην Ευρωπαϊκή Ενωση και ιδιαίτερα στο Κοινοβούλιο υπάρχει υψηλός βαθμός ευαισθησίας για αυτά τα θέματα. Η κοινοτική νομοθεσία είναι ιδιαιτέρως παρεμβατική σε αυτόν τον τομέα. Και επί του θέματος η Ελλάδα, επί των ημερών της Τίνας Μπιρμπίλη και σε συνεργασία με την Ιταλία, είχε πείσει τον Μπαρόζο να ξεκινήσει η διαδικασία για τη σύνταξη ειδικής "Οδηγίας" επί του θέματος.
Η πρωτοτυπία προήλθε από τον βουλευτή του ΠΑΣΟΚ Γιάννη Μανιάτη, πρώην υφυπουργό της Μπιρμπίλη, ο οποίος έκτοτε καταπιάνεται επιμόνως με τα ενεργειακά. Πώς έλεγαν παλιά: ειδικότης κτηθείσα εν τω στρατεύματι. Εσπευσε να ειρωνευθεί τον ευρωβουλευτή - του κόμματός του: «Τα θαλάσσια κήτη του Ιονίου κινδυνεύουν λιγότερο από τις σεισμικές έρευνες, απ' ό,τι κινδυνεύουν οι κάτοικοι αυτής της χώρας από ορισμένες πρωτοβουλίες ελλήνων ευρωβουλευτών».
Τι θέλει να πει ο ποιητής; Απλούστατα: εδώ πάμε να βγάλουμε λεφτά, τα κήτη θα κοιτάξουμε; Στο κομματικό παρασκήνιο οργίαζαν τα σχόλια για τον ουρανοκατέβατο γόνο που παρεπιδημεί στο Στρασβούργο, λόγω Παπανδρέου. Αλλά και λόγω της, σχεδόν δουλικής, ανοχής που έδειχναν όλοι στο ΠΑΣΟΚ στις φαεινές ιδέες του.
Το σχόλιο Μανιάτη - ακόμη και αν είναι εσωκομματικό ξεκαθάρισμα - περιέχει στοιχεία αμοραλισμού, που έρχονται κατευθείαν από την Ελλάδα της αντιπαροχής. Οταν οι εργολάβοι νίκησαν κατά κράτος όσους μιλούσαν για το περιβάλλον - και συνεχίζουν να τους νικούν - προβάλλοντας αντίστοιχης ποιότητας επιχειρήματα.
Από πού προκύπτει ότι η χώρα ζημιώνεται, όταν οι Ελληνες ευρωβουλευτές ενδιαφέρονται για το περιβάλλον; Γιατί δεν μπορούν να γίνουν οι έρευνες με σεβασμό στην κοινοτική νομοθεσία και τεχνολογίες που προστατεύουν τη ζωή και τη φύση; Προς τι η σπουδή να αποδοκιμαστεί μια ερώτηση, που απλώς επικαιροποιεί ευαισθησίες που είχαν εκδηλώσει οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ πρωτίστως, λίγο μετά τη θηριώδη καταστροφή στον Κόλπο του Μεξικού και ακριβώς για να μη μας συμβεί κάποτε το ίδιο;
Τι κουλτούρα είναι αυτή που λανσάρει την ιδέα «κάνουμε οτιδήποτε αν είναι να βρούμε πετρέλαια»; Γιατί ο Μανιάτης πρόγκηξε άγαρμπα τον ευρωβουλευτή, ενώ μπορούσε κάλλιστα να συμφωνήσει μαζί του χωρίς να επηρεάζονται οι έρευνες; Και εν πάση περιπτώσει ακόμη δεν έπιασαν στην Ιπποκράτους ότι το Ευρωκοινοβούλιο δεν είναι... επιβλαβής θεσμός;
Αν όλα αυτά έχουν ως απάντηση κάποιο συμφέρον, τότε είχε δίκιο ο Ελύτης όταν έγραφε: «Οταν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ την για πόρνη».
Δικό μας υστερόγραφο: 
Επειδή πολλοί είναι αυτοί που πολύ εύκολα συντάχθηκαν με την "φασίζουσα" λογική του κ. Μανιάτη, τους προκαλούμε να το ξανασκεφτούν καλύτερα και να αναρωτηθούν αν έχουν δει κανέναν Νιγηριανό  ή Βενεζουελάνο πλούσιο; Τίγκα στο πετρέλαιο είναι οι χώρες τους, αλλά αυτοί… μαύροι εργάτες!!! Περί των "καλών" του πετρελαίου, διαβάστε λίγο τα παρακάτω, πριν ...χαρείτε μαζί με τον κ. Μανιάτη, για τα κοιτάσματα που αναμένεται να βρεθούν στην Δυτική Ελλάδα:
Το "διεθνές δίκαιο" στα χέρια των "αγορών"!
Ξεπουλάμε σε τιμές ευκαιρίας...
Χρέος και περιβάλλον: Η εμπειρία του Ισημερινού!

17/11/12

Βραχυκύκλωμα...

Πλήρης κατάρρευση της Ελληνικής αγοράς ενέργειας.
Ποσό που ξεπερνά τα 800 εκατ. ευρώ οφείλει σύμφωνα με πηγές της αγοράς ο Λειτουργός της Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΛΑΓΗΕ) στους ιδιώτες παραγωγούς ενέργειας. Σύμφωνα με κύκλους του ΛΑΓΗΕ, προς το παρόν έχουν πληρωθεί όλες οι εταιρείες  Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για τα τιμολόγια του Μαϊου, ενώ για εκείνα του Ιουνίου ο ΛΑΓΗΕ ευελπιστεί να έχει συγκεντρώσει τα 110 εκατ. ευρώ που χρειάζονται, ώστε να πληρώσει ως στο τέλος Νοεμβρίου. Για τον Ιούλιο, τον Αύγουστο, τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο ούτε λόγος να γίνεται...
Σύμφωνα με το ΛΑΓΗΕ, το οικονομικό του πρόβλημα είναι δομικό και όχι συγκυριακό. Δηλαδή μπαίνουν στο σύστημα λιγότερα χρήματα από αυτά που χρειάζονται για να γίνουν οι πληρωμές. «Μπαίνουμε μέσα από 20 έως 50 εκατ. ευρώ το μήνα, ανάλογα με την παραγωγή και τα επίπεδα της Οριακής Τιμής» δηλώνουν χαρακτηριστικά τα στελέχη του. Οι ίδιες πηγές δηλώνουν ότι η μεγάλη επιβάρυνση οφείλεται κυρίως στην ραγδαία ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Συνολικά για τις ΑΠΕ, το 2012, θα πληρωθούν από τον ΛΑΓΗΕ πάνω από 1 δις. ευρώ.
«Τα νούμερα αυτά είναι τρελά, δεν βγαίνουν!», σχολιάζουν πηγές του ΛΑΓΗΕ, εκτός και εάν αυξηθεί υπέρογκα το τέλος ΑΠΕ που επιβαρύνει τους καταναλωτές. Πολλώ δε μάλλον όταν οι άλλοι τρόποι ενίσχυσης του Ειδικού Λογαριασμού ΑΠΕ είτε καθυστερούν είτε αποτυγχάνουν, είτε υποαποδίδουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ότι από τα 250 εκατ. ευρώ που είχε προϋπολογιστεί ότι θα αποδώσουν οι δημοπρασίες ρύπων CO2 , τελικά δεν θα ξεπεράσουν τα 100 εκατ. ευρώ.
Σύμφωνα με τα στελέχη του ΛΑΓΗΕ πάντα, ακόμα και το δάνειο από το Ταμείο Παρακαταθηκών να εκταμιευθεί, θα είναι μια "ανάσα" χωρίς μεγάλη αξία, καθώς θα βοηθήσει μεν να πληρωθεί ένας μήνας, αλλά αμέσως μετά θα πρέπει ο ΛΑΓΗΕ να αποπληρώνει και τοκοχρεολύσια. «Ο ΛΑΓΗΕ είναι ένα ταμείο που θα πρέπει να είναι ισοσκελισμένο. Από τη μία εισπράττει, από την άλλη πληρώνει. Οι λογαριασμοί είναι απλοί και πεντακάθαροι. Όλοι τους ξέρουν και κανείς δεν δικαιούται να κάνει πως δεν καταλαβαίνει γιατί λείπουν λεφτά από το ταμείο. Λείπουν γιατί εισπράττουμε λιγότερα από εκείνα που χρειαζόμαστε για να πληρώσουμε!», τονίζουν χαρακτηριστικά στελέχη του ΛΑΓΗΕ. Το θέμα πλέον είναι πως το Ελληνικό Κράτος δεν επιβαρύνεται απλά και μόνο με το έλλειμμα του ΛΑΓΗΕ σε καθημερινή βάση: το μεγάλο πρόβλημα είναι πως η Ελλάδα πλέον έχει πολύ ακριβό ηλεκτρικό ρεύμα, πράγμα που επιβαρύνει κατά πολύ το κόστος της όποιας παραγωγής έχει απομείνει στην Χώρα μειώνοντας την ανταγωνιστικότητα των παραγόμενων προϊόντων και δημιουργώντας μεγαλύτερη ακόμη πίεση στα εργατικά μεροκάματα! 
«Η φτηνή ενέργεια είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να βγει η Χώρα από την κρίση, και σε αυτό οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας όχι μόνο απλά μπαίνουν τροχοπέδη αλλά αντιθέτως την οδηγούν βαθύτερα στην ύφεση», σχολιάζουν οικονομικοί αναλυτές! 


Εκτός ελέγχου το δημόσιο χρέος, στο 189% του ΑΕΠ!


Το θράσος της κυβέρνησης πραγματικά δεν έχει όρια. Τις μέρες που κήρυξε λήξασα την διαπραγμάτευση με την Τρόικα και κάλεσε τους βουλευτές να ψηφίσουν τα νέα μέτρα λιτότητας ύψους 13,5 δισ. ευρώ τα οποία αναμένεται να βυθίσουν ακόμη πιο βαθιά στην εξαθλίωση την κοινωνική πλειοψηφία, με μοναδικό επιχείρημα την επίτευξη δημοσιονομικής σταθερότητας, αυτές ακριβώς τις μέρες έδωσε στην δημοσιότητα τον κρατικό προϋπολογισμό που δείχνει ότι το δημόσιο χρέος ακολουθεί μια πορεία εντελώς ανεξέλεγκτη. Προς διάψευση όλων των υποσχέσεων που έχουν δώσει αυτά τα 2,5 χρόνια τόσο οι τεχνοκράτες της Τρόικας όσο και οι εκπρόσωποι των ελληνικών κυβερνήσεων που εμφάνιζαν ως αναγκαίο κακό αυτά τα μέτρα, η συνταγή δεν απέδωσε, το χρέος δεν μειώθηκε! Ενώ λοιπόν αποδεδειγμένα αυτό το μίγμα οικονομικής πολιτικής – εφιαλτική λιτότητα με αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης και κάθετη μείωση των κοινωνικών δαπανών και των μισθών – δεν αποδίδει, δηλαδή οξύνει το υπαρκτό δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας, η κυβέρνηση κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για την συνέχιση και την εμβάθυνσή του. Πρόκειται για ρεσιτάλ δογματισμού, στον βαθμό που κλείνει τα μάτια σε μια πραγματικότητα που βοά.
Τι λέει αυτή η πραγματικότητα; Το δημόσιο χρέος της γενικής κυβέρνησης, όπως φαίνεται στον πίνακα που παραθέτουμε κι ο οποίος προέρχεται από την εισηγητική έκθεση του προϋπολογισμού που παρουσίασε ο Γ. Στουρνάρας στη Βουλή την Τετάρτη 31 Οκτωβρίου, το 2013 θα ξεπερνάει το 189% του ΑΕΠ, από 148,3% που ήταν το 2010! Να σημειωθεί δε πως επιδέχεται βάσιμων αμφιβολιών κατά πόσο εκείνη τη χρονιά, όταν η Ελλάδα αποδέχτηκε το πρώτο Μνημόνιο κι έπρεπε να δικαιολογηθεί η θεραπεία – σοκ, το δημόσιο χρέος ήταν πράγματι 148,3%. Να θυμίσουμε πως ακόμη κι η Γιουροστάτ το εκτιμούσε για το 2009 στο 115%, πριν αρχίσει η δημιουργική στατιστική… Σήμερα όμως η άνοδός του σε αυτά τα εκρηκτικά και μη βιώσιμα επίπεδα είναι αδιαμφισβήτητη και τινάζει στον αέρα κάθε προηγούμενο σχεδιασμό για να τεθεί υπό έλεγχο το δημόσιο χρέος και ειδικότερα σύντομα να αρχίσει η αποκλιμάκωσή του. Αυτό δεν υπόσχονταν όταν ζητούσαν να δεχθούμε το δεύτερο Μνημόνιο; Σημαντική συμβολή σε αυτή την πορεία φαίνεται να έχει η συνεχής πτώση του ΑΕΠ, δηλαδή η ύφεση, τα 48,5 δις. ευρώ που θα δοθούν στις τράπεζες για την ανακεφαλαιοποίηση τους κι ο συνολικός δανεισμός ύψους 173 δις. ευρώ που θα ακολουθήσει στο πλαίσιο της διαγραφής χρέους ύψους 105,973 εκ. ευρώ με την συμφωνία για το κούρεμα που έγινε τον Μάρτιο του 2012.
Δημόσιο χρέος                        2010        2011        2012*        2013**
Χρέος (σε εκ. ευρώ)                  329.512 355.657 340.600 346.200
ΑΕΠ  (σε εκ. ευρώ)                  222.151 208.532 194.003 183.049
Χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ 148,30% 170,60% 175,60% 189,10%
* Εκτιμήσεις **Προβλέψεις  
Πηγή: Εισηγητική έκθεση κρατικού προϋπολογισμού 2013  
Φαίνεται έτσι ότι το πρόγραμμα ανταλλαγής των ελληνικών ομολόγων, ακόμη κι αν αυθαιρέτως παραβλέψουμε από την αξιολόγησή του το απαραίτητο συνοδευτικό του, που είναι η αιματηρή λιτότητα, απέτυχε παταγωδώς ακόμη και σε αυτό που υποσχόταν: να μειώσει το δημόσιο χρέος. Στην πραγματικότητα αυτό που κατάφερε ήταν να διασφαλίσει τα συμφέροντα των πιστωτών και να απομακρύνει τον κίνδυνο της παύσης πληρωμών για ορισμένα χρόνια. Αυτό το κατάφερε πρώτα και κύρια «με την ομαλοποίηση των αποπληρωμών και την επέκταση της μεσοσταθμικής ληκτότητας του από 6,3 έτη σε 12,1 έτη», όπως αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση. Η μετάθεση των πληρωμών – το μοναδικό δηλαδή επίτευγμα του PSI φαίνεται επίσης και στην μέση υπολειπόμενη φυσική διάρκεια του χρέους της κεντρικής διοίκησης που από 8,07 έτη στις 31 Δεκεμβρίου 2009, μειώθηκε στα 7,14 έτη στις 31 Οκτωβρίου 2010, μειώθηκε ακόμη περισσότερο στα 6,30 έτη στις 31 Δεκεμβρίου 2011 για να επιμηκυνθεί σημαντικά μετά την αναδιάρθρωση φθάνοντας στις 30 Σεπτεμβρίου 2012 τα 11,87 έτη. Από μια άλλη οπτική γωνία βέβαια αυτή η μετακίνηση των πληρωμών για το μέλλον, συνιστά μετάθεση κι όχι επίλυση του προβλήματος του χρέους…
Από την άλλη το κλίμα ...γιορτής χαλάει απότομα αν δούμε πως οι συνολικές δαπάνες εξυπηρέτησης του χρέους για φέτος θα φτάσουν τα 25,16 δισ. ευρώ, ένα ποσό που ισούται σχεδόν με τα έσοδα από την έμμεση φορολογία (26,21 δισ. ευρώ) και υπερβαίνει σημαντικά τα χρήματα που θα δοθούν για μισθούς και συντάξεις για φέτος (19,56 δις. ευρώ) και πολύ περισσότερο για τον επόμενο χρόνο (17,51 δις.), όταν μισθοί και συντάξεις θα έχουν κατακρεουργηθεί για να πάρουμε την δόση των 31,5 δις ευρώ
Η συμφωνία για το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων επίσης «έδεσε» με ακόμη πιο ισχυρά δεσμά την Ελλάδα στο άρμα των πιστωτών της καθώς άλλαξε εκ βάθρων τον χαρακτήρα του δημόσιου χρέους, το οποίο πλέον το οφείλουμε κυρίως στα κράτη μέλη της ΕΕ κι όχι σε ιδιώτες πιστωτές. Στη σύνθεση του χρέους της κεντρικής διοίκησης μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2012, χωρίς δηλαδή να έχει ολοκληρωθεί η ενσωμάτωση στο δημόσιο χρέος όλων των δανείων (και των νέων που πολύ πιθανά θα έρθουν σύντομα στο πλαίσιο της συζητούμενης δεύτερης αναδιάρθρωσης) το μεγαλύτερο μερίδιο, με συμμετοχή ύψους 49%, αφορούσαν τα δάνεια του Μηχανισμού Στήριξης.  Αντίθετα τα ομόλογα (από 91% του συνολικού δημόσιου χρέους που ήταν το 2009) στις 30 Σεπτέμβρη 2012 αντιπροσώπευαν μόνο το 39%, εκ των οποίων το 37,5% ήταν ομόλογα εσωτερικού και το 1,5% ομόλογα εξωτερικού και τιτλοποιήσεις.
Συμπερασματικά, η συντηρητική, προς όφελος των πιστωτών αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους απέτυχε οικτρά να διαχειριστεί ακόμη και μεσοπρόθεσμα αυτή τη χρόνια πληγή της ελληνικής οικονομίας. Τεράστια ευθύνη σε αυτή την εξέλιξη ότι έχει η Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία χωρίς να κρατήσει κανένα πρόσχημα λειτούργησε ως όργανο των πιστωτών, επιλέγοντας στο βωμό των δανειστών να θυσιάσει όχι μόνο την κοινωνική ευημερία αλλά ακόμη και τα κυριαρχικά δικαιώματα των κρατών μελών της, δημιουργώντας έτσι κράτη δύο ταχυτήτων: τα δημοσιονομικά υγιή και τα υπερχρεωμένα. Η βαθύτερη αιτία πίσω από την αποτυχία της μείωσης του δημόσιου χρέους βρίσκεται στην πολιτική της λιτότητας η οποία συρρικνώνει εισόδημα, δημόσιες και ιδιωτικές δαπάνες και φορολογικά έσοδα, μη επιτρέποντας να ακολουθηθεί η κλασσική συνταγή μείωσης του δημόσιου χρέους – η οποία εφαρμόστηκε επιτυχημένα και χωρίς κοινωνικούς κραδασμούς όλη την μεταπολεμική περίοδο – δηλαδή, η σταδιακή του συρρίκνωση και απόσβεση του σε μια πορεία μεγέθυνσης του ΑΕΠ, συνεπικουρούμενη κι από έναν ελεγχόμενο πληθωρισμό, που θα το καθιστά συνεχώς μικρότερο και λιγότερο επικίνδυνο. Η επιμονή αντίθετα στην πολιτική της λιτότητας, τόσο από τις εγχώριες κυβερνήσεις όσο και από τους πιστωτές, δείχνει ότι το ζητούμενο δεν είναι η μείωση του δημόσιου χρέους, αλλά η αναίρεση όλων των κοινωνικών κατακτήσεων από το επίπεδο των μισθών μέχρι το κοινωνικό κράτος πρόνοιας. Το ενδιαφέρον για την πορεία του δημόσιου χρέους δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το αναισθητικό που επέτρεψε να επιβληθεί η θεραπεία – σοκ…
Διαβάστε ακόμη:
Η περίοδος της μασκαρεμένης ελληνικής χρεοκοπίας τέλειωσε, ήρθε η ώρα της πραγματικής!


Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι:

Αντιστέκομαι!

16/11/12

«Άθλιοι πολίτες οι Έλληνες Κροίσοι»

«Η ελληνική οικονομική βυθίζεται εδώ και μερικά χρόνια καθώς η χώρα προσπαθεί να εξισορροπήσει τον προϋπολογισμό της με αυστηρά μέτρα λιτότητας. Αλλά οι πλούσιοι κάτοικοι της χώρας αυτής δεν έχουν καταλάβει κάτι. Πολλοί δεν φορολογούνται καν, ενώ κάποιοι προτιμούν να φοροδιαφεύγουν αντί να πληρώνουν στο κράτος τις φορολογικές τους υποχρεώσεις» αναφέρει χαρακτηριστικά το γερμανικό περιοδικό Der Spiegel.
Μνημονεύοντας τη γνωστή φράση του Έλληνα υπουργού οικονομικών Γιάννη Στουρνάρα για την Ελλάδα πως «είναι μια φτωχή χώρα με πλούσιους κατοίκους», το Spiegel αναφέρει ότι -αν και ελληνική λέξη- η φιλανθρωπία απουσιάζει από την σύγχρονη Ελλάδα: «Στα ακριβά προάστια, στην Κηφισιά και στη Γλυφάδα, βλέπεις ακόμη Porsche Cayenne να τρέχουν στους δρόμους και κυρίες να πίνουν καφέ κρατώντας τσάντες Hermes. Οι οίκοι Gucci, Balenciaga και Dior έχουν καταστήματα στην Αθήνα. Εκτιμάται ότι Ελληνες έχουν μέχρι και 170 δισ. ευρώ σε τράπεζες στην Ελβετία. Οι ανεξόφλητες οφειλές του δημοσίου προς τους ιδιώτες ανέρχονται σε 9 δισ. ευρώ. Αλλά ακόμη και σήμερα, ύστερα από τρία χρόνια κρίσης, το κράτος εξακολουθεί να απαλλάσσει από όλους τους φόρους τις εφοπλιστικές εταιρείες, που αποτελούν τον πιο επιτυχημένο τομέα της οικονομίας».
«Οι πιο πλούσιοι Ελληνες δεν έχουν καταλάβει τι σημαίνει κρίση. Πολλοί δεν πληρώνουν καθόλου φόρους, και κάποιοι προτιμούν να φοροδιαφεύγουν», γράφει το Spiegel και παραθέτει την άποψή του χωρίς ...φόβο και πάθος για τους Έλληνες που ανήκουν στο 1% του πληθυσμού.
«Ευχαρίστως να συζητήσει μαζί σας για τέχνη", λέει η εκπρόσωπος του μεγαλύτερου έλληνα εφοπλιστή, στην είσοδο της βίλας του στο Μαρούσι. Ίσως μας πει τις σκέψεις του για τη συλλογή του, και το έργο του Μποτέρο που αγόρασε προσφάτως με 330.000 ευρώ», γράφει η ρεπόρτερ του Spiegel και συνεχίζει: «Ο  δισεκατομμυριούχος Γιώργος Οικονόμου θα προτιμούσε να μην συζητήσει καθόλου για την πατρίδα του. Εξηγεί, τσιμπώντας κάτι από τον μπουφέ στα εγκαίνια της πρώτης έκθεσης με τη συλλογή του, ότι βλέπει την τέχνη σαν κάτι περισσότερο από επένδυση. Το μικρό κομμάτι στον παράδεισο του Οικονόμου προστατεύεται καλά, από πύλη ασφαλείας, φρουρά και ένα μηχάνημα αναγνώρισης δακτυλικών αποτυπωμάτων. Μέσα στη Mercedes της, η κόρη του Αλεξάνδρα λέει ότι η Ελλάδα δεν είναι τόσο ασφαλής όσο παλιά. Φοβάται ότι μπορεί να πέσει θύμα απαγωγής. Ναι, ακόμη και οι πλούσιοι στην Ελλάδα, έχουν τα βάσανά τους». «Ο Γιώργος Οικονόμου προτιμά να μη μιλήσει για την χώρα του. “Χαίρεται να απαντά σε ερωτήσεις για την τέχνη” επανέλαβε η εκπρόσωπος του. Η σκηνή εκτυλίσσεται στη βίλα του κ. Οικονόμου στο Μαρούσι, κατά τα εγκαίνια της έκθεσης “Talking Heads”.Μόνο μια μικρή μερίδα εκλεκτών έχουν λάβει τη φούξια πρόσκληση για την παρουσίαση της συλλογής του κ. Οικονόμου. Οι καλεσμένοι περιτριγυρίζουν στο χώρο, ενώ σε μια μεγάλη σκηνή ο μπάρμαν αναμειγνύει μέντα, πάγο και λικέρ μαστίχας, προσφέροντας μια ελληνική παραλλαγή του διάσημου “μοχίτο».
Το περιοδικό τονίζει ότι «η Επιτροπή Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποκάλυψε πρόσφατα μόνο για τους Έλληνες εφοπλιστές 37 είδη φορολογικής αμνηστίας και απορώντας απέστειλε επιστολή στην ελληνική κυβέρνηση. Το 20% των θαλάσσιων μεταφορών γίνεται από Έλληνες εφοπλιστές, κατά κύριο λόγο ωστόσο υπό ξένη σημαία. Η συμβολή του μεγαλύτερου παγκοσμίως εμπορικού στόλου στο ελληνικό ΑΕΠ είναι ελάχιστη, αφού τα κέρδη από τη ναυτιλία δεν φορολογούνται. Ακόμα και για επιχειρηματικούς τομείς, που δεν έχουν καμία σχέση με τη ναυτιλία, οι εφοπλιστές απαλλάσσονται των φόρων», επισημαίνει το Spiegel.
«Ο Λέων Πατίτσας», σημειώνει το Spiegel«κληρονόμος εφοπλιστικής εταιρείας, είναι ένας από τους κερδισμένους από αυτές τις φοροαπαλλαγές. Είναι επικεφαλής της Atlas Maritime, με έξι τάνκερ και ένα έβδομο υπό κατασκευή στη Σαγκάη. "Ο στόλος της ελληνικής εμπορικής ναυτιλίας είναι ο μεγαλύτερος στον κόσμο", λέει ο ίδιος ο Πατίτσας. Πιστεύει ότι οι φοροαπαλλαγές για τη βιομηχανία αυτή είναι μάλλον αναγκαιότητα, παρά προνόμιο. "Η ναυτιλία εξασφαλίζει 400.000 θέσεις εργασίας, που θα μπορούσαν να πάνε αλλού ανά πάσα στιγμή" υποστηρίζει ο νεαρός εφοπλιστής που πρόσφατα παντρεύτηκε ένα πολύ γνωστό μοντέλο και παρουσιάστρια τηλεοπτικών εκπομπών», σημειώνει το γερμανικό περιοδικό«Ακριβώς πριν από ένα χρόνο, το ζεύγος Πατίτσα θα επέτρεπε να τους φωτογραφίσουμε στην βίλα τους. Και πριν ένα χρόνο αυτό το έκαναν για πολλά κοσμοπολίτικα περιοδικά. Αλλά δεν το κάνουν πια. "Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί", λέει ο Πατίτσας. "Πολλοί άνθρωποι στην Ελλάδα είναι ζηλιάρηδες." Όταν ρωτήθηκε τι τον κρατά στην Ελλάδα, λέει: "Αγαπώ τη χώρα μου"», γράφει το Spiegel.
Και συνεχίζει: «Η οικογένεια Πατίτσα κατάγεται από τις Οινούσσες, όπως πολλές εφοπλιστικές οικογένειες, ανάμεσά τους η οικογένεια της Ελλης Πατέρα. Είναι ανάμεσα στους Ελληνες που τα έχουν όλα, και πάντα τα είχαν. Πριν από δέκα χρόνια, η Πατέρα άνοιξε τη δική της κτηματομεσιτική εταιρεία, επειδή είχε βαρεθεί να είναι απλώς μια κληρονόμος. Η 47χρονη μας μιλάει από τη Μύκονο, ένα νησί που δεν το άγγιξε ποτέ η κρίση. Στο μπαρ Nammos στην παραλία της Ψαρούς ένα μπουκάλι σαμπάνια Armand de Brignac ανοίγει για τον πελάτη έναντι 120.000 ευρώ» τονίζει το Spiegel.
Η κα Πατέρα υποστηρίζει πως οι περισσότεροι Έλληνες πιστεύουν ότι η κρίση είναι μια κακή και διαβολική ιδέα των Ευρωπαίων."Αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε τις πραγματικές αιτίες που μας οδήγησαν εδώ!" «Το υπόβαθρο που διαθέτει η κα. Πατέρα αναμφίβολα βοηθά στο να κρατήσει ένα επίπεδο στην σκέψη και την κρίση της. Οι άνθρωποι με αρκετά χρήματα δεν έχουν ανάγκη να υποστηρίξουν θεωρίες συνωμοσίας. Αλλά όμως τι έχουν κάνει οι πλούσιοι άνθρωποι για τη χώρα τους;» αναρωτιέται η αρθρογράφος του περιοδικού
«Ο Πέτρος Νομικός υποστηρίζει ότι οι Έλληνες ως πολίτες είναι φρικτοί, αλλά είναι ενθουσιώδεις πατριώτες. Ο 33χρονος επενδυτής γόνος εφοπλιστικής οικογένειας κι αυτός πραγματικά προσπαθεί να κάνει κάτι για τη χώρα του. Έχει ιδρύσει μια πρωτοβουλία που ονομάζεται "Ελλάδα ελεύθερη από χρέος", η οποίο έχει ως στόχο να βοηθήσει τους Έλληνες να εξαγοράσουν τα χρέη τους. Αυτή είναι μια πρακτικά μια αδύνατη επιχείρηση, όχι μόνο επειδή αφορά το αστρονομικό ποσό των 300 περίπου δισ. ευρώ, αλλά και επειδή τα τρία τέταρτα αυτού του χρέους κατέχεται από τους δημόσιους πιστωτές αντί να διαπραγματεύονται στην ελεύθερη αγορά. Μέχρι τον Αύγουστο, οι δωρεές προς τη πρωτοβουλία του Νομικού είχαν ξεπεράσει τα € 2.500.000. Ο λογαριασμός αυτός ενημερώνεται συνεχώς στην διαδικτυακή αρχική σελίδα της πρωτοβουλίας "Ελλάδα ελεύθερη από χρέος". Το πρωί της περασμένης Δευτέρας, το ποσό ήταν στα € 2.510.072 - σχεδόν ακριβώς εκεί που ήταν και τρεις μήνες νωρίτερα.» σημειώνει το περιοδικό. Και συνεχίζει:
«Το "Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος", προς τιμήν ενός από τους μεγαλύτερους  Έλληνες εφοπλιστές, έχει διαθέσει περίπου 100 εκατομμύρια  για την άμεση ανακούφιση των επιπτώσεων της κρίσης. Επενδύει επίσης πολλά χρήματα σε πράγματα που για τους  πλούσιους έχουν αξία: σε ένα πάρκο στην Αθήνα, μια όπερα και μια βιβλιοθήκη. Το Ιδρύμα "Αλέξανδρος Σ. Ωνάσης", έχει ξεκινήσει ένα διαγωνισμό αρχιτεκτονικής με στόχο την αποκατάσταση του κέντρου της Αθήνας. Χρηματοδοτεί επίσης πολλά πολιτιστικά έργα - αν και το να παρακολουθήσουν μια παράσταση της Θεατρικής Σκηνής του Βερολίνου κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι άμεση προτεραιότητα για την πλειοψηφία των Ελλήνων που δεν μπορούν πλέον να αντέξουν οικονομικά ούτε το να επισκεφθούν ένα γιατρό σε περίπτωση ανάγκης, επειδή δεν έχουν πλέον ασφάλιση.»
«Ο Πέτρος Κόκκαλης γόνος της οικογένειας που μάλλον ασκεί τη μεγαλύτερη επιρροή στην σημερινή Ελλάδα, έχει δημιουργήσει έναν οικολογικό κήπο σε μία από τις πιο φτωχές περιοχές της Αθήνας. Πριν την κρίση συνήθιζε να οδηγεί φανταχτερά σπορ αυτοκίνητα, αλλά τώρα προτιμά ένα Volkswagen Golf. Λέει ότι η κρίση του άνοιξε τα μάτια, και ότι έχει μεγάλη επίγνωση των προβλημάτων της πατρίδας του. Για παράδειγμα, λέει, έπρεπε να περιμένει έξι μήνες για να πάρει άδεια απλώς και μόνο για ένα μπαρ με ψυγείο στον κήπο του. Όταν ρωτήθηκε αν αυτή ακριβώς η κατάσταση της κυβερνητικής αδράνειας που επικρατούσε στην Ελλάδα δεν ήταν που επέτρεψε και στην οικογένειά του να γίνει πάμπλουτη, ο Κόκκαλης απαξιωτικά ανασηκώνει τους ώμους του και γνέφει: "Η κατάσταση δεν έχει ακόμα γίνει καθόλου πιο δίκαιη και πιο αποτελεσματική", υποστηρίζει. "Εχετε βγάλει πολλά λεφτά στο εξωτερικό"; "Σίγουρα όχι όλα...", απαντάει αστειευόμενος. Λέει ότι δεν φταίει αυτός που είναι πλούσιος και ότι ο ίδιος κληρονόμησε τα πλούτη του. Αλλά σε αντίθεση το οικολογικό πάρκο είναι δικό του έργο. Η είσοδος είναι € 4, περισσότερο από ό,τι πολλοί μαθητές μπορούν πλέον να διαθέσουν για να επισκεφτούν το πάρκο του Κόκκαλη. Έτσι ο Κόκκαλης σκέφτεται τη μείωση του εισιτηρίου στα € 2. Όταν ρωτήθηκε γιατί πρέπει να υπάρχει εισιτήριο σε ένα τέτοιο πάρκο, ο ίδιος απαντά: "Θέλουμε το έργο να είναι αυτάρκης."»
Και το γερμανικό περιοδικό καταλήγει: «Ο Γιώργος Οικονόμου, ο πλοιοκτήτης και δισεκατομμυριούχος συλλέκτης τέχνης, δεν θέλει  να απαντήσει στο ερώτημα το τι κάνει αυτός για τη χώρα του. Ο εκπρόσωπός του θα πει μόνο: "Δεν θα αποκαλυφθούν πληροφορίες για το ευαίσθητο αυτό θέμα!"»


Η ανάπτυξη της Γερμανίας είναι μη βιώσιμη!


Του Adam Tooze,
καθηγητή Σύγχρονης Οικονομικής Ιστορίας στο "Πανεπιστήμιο του Cambridge", επιστημονικού συνεργάτη στο "Κέντρο MacMillan" και διευθυντή "Σπουδών Διεθνούς Ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Yale".
Αναδημοσίευση από το "Foreign Affairs".
Με το ευρώ σε κρίση, η Γερμανία δείχνει σαν ένα "απομονωμένο νησί δημοσιονομικής σταθερότητας" μέσα στην Ευρώπη. Τα επίπεδα του χρέους της είναι μέτρια, τα κρατικά ομόλογά της αποτελούν ασφαλές καταφύγιο για επενδυτές από όλο τον κόσμο και έχει αποφύγει όλα τα είδη των ιδιωτικών πιστωτικών εκρήξεων και όλες τις στεγαστικές φούσκες που αποσταθεροποίησαν την υπόλοιπη ήπειρο. Η γερμανική οικονομία, που τροφοδοτείται από εξαγωγές ρεκόρ, έχει αναπτυχθεί σταθερά, αυξανόμενη κατά 25% την τελευταία δεκαετία.
Αλλά κάτω από τη λαμπερή επιφάνεια κρύβεται μια σκοτεινή ιστορία: η οικονομική θέση της Γερμανίας είναι απλά μη βιώσιμη. Κατά πρώτον, ένα μεγάλο μέρος του εμπορικού πλεονάσματός της έχει επιτευχθεί εις βάρος των αντίστοιχων ελλειμμάτων τρεχουσών συναλλαγών των ευρωπαϊκών χωρών που βρίσκονται σε κρίση. Ταυτόχρονα, αυτό το υπερμέγεθες πλεόνασμα πηγαίνει χέρι-χέρι με μεγάλες ανισορροπίες στο εσωτερικό της οικονομίας της Γερμανίας. Οι γερμανικές επιχειρήσεις έχουν επενδύσει τα κέρδη τους στο εξωτερικό, βοηθώντας τη χρηματοδότηση ξένων εισαγωγών. Εν τω μεταξύ, καθώς τα γερμανικά χρήματα έχουν διαρρεύσει από τη χώρα, οι εγχώριες επενδύσεις έχουν ατονήσει σε άνευ προηγουμένου χαμηλά επίπεδα.
Η Γερμανία, όπως και άλλες πλούσιες, ρυπογόνες και γηράσκουσες χώρες, αντιμετωπίζει τεράστιες μακροπρόθεσμες προκλήσεις. Το εργατικό δυναμικό της συρρικνώνεται, ο ενεργειακός τομέας της χρειάζεται να ξαναφτιαχτεί και οι δημόσιες υποδομές της έχουν μείνει πάρα πολύ καιρό χωρίς βελτίωση. Παρ’ όλες τις συζητήσεις περί της οικονομικής της ισχύος, η Γερμανία έχει μέχρι στιγμής σπαταλήσει την ευκαιρία να εξασφαλίσει μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα αυτό μέσω των απολύτως αναγκαίων εγχώριων επενδύσεων.
Οι οικονομικές συνθήκες για τέτοιου είδους δαπάνες δεν ήταν ποτέ πιο ευνοϊκές: τα επιτόκια του δημόσιου δανεισμού προσεγγίζουν το μηδέν. Κι όμως, λόγω μιας συνταγματικής τροποποίησης του 2009 που απαιτεί τόσο η ομοσπονδιακή όσο και οι πολιτειακές κυβερνήσεις να διατηρούν ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, ο γερμανικός δημόσιος τομέας έχει αρνηθεί στον εαυτό του την ευκαιρία να δανειστεί και να επενδύσει. Και για να κάνει τα πράγματα χειρότερα, αντί να προσπαθήσει να βγει από αυτή την αυτοπροκληθείσα παγίδα, το Βερολίνο επιμένει ότι η ευρωζώνη ως σύνολο οφείλει να υιοθετήσει αυτό το μοντέλο, με τη μορφή της ευρωπαϊκής δημοσιονομικής εναρμόνισης, μιας συνθήκης που θα επιβάλλει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς σε ολόκληρη την ήπειρο. Το ότι η Γερμανία επιδιώκει να διαμορφώσει την υπόλοιπη Ευρώπη καθ’ ομοίωσή της καθιστά ακόμη πιο επείγον να κατανοηθούν τα ρήγματα που βρίσκονται κάτω από τη βάση του οικονομικού της μοντέλου.
Η ΛΙΤΟΤΗΤΑ ΞΕΚΙΝΑ ΕΓΧΩΡΙΩΣ!
Οι Γερμανοί μπαίνουν στον πειρασμό να βλέπουν το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα που έχουν απολαύσει από το 2000 ως "την επιστροφή στις ημέρες δόξας μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο", όταν η Δυτική Γερμανία αναδύθηκε από τα χαλάσματα και το «Made in Germany» έγινε συνώνυμο της ποιότητας. Αλλά η ιστορική αναλογία είναι εσφαλμένη. Είναι αλήθεια ότι στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, η Γερμανία είχε πλεονάσματα ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, κάτι το οποίο σήμαινε ότι, όπως και σήμερα, η χώρα εξήγαγε κεφάλαια. Αλλά στις μεταπολεμικές δεκαετίες, το κίνητρο για εγχώριες επενδύσεις ήταν τεράστιο. Οι αποταμιεύσεις των γερμανικών νοικοκυριών και τα πλεονάσματα του κρατικού προϋπολογισμού ήταν αρκετά μεγάλα για να διατηρήσουν τόσο το πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών όσο και μια οργιώδη εσωτερική ανασυγκρότηση. Τώρα, αντίθετα, η χώρα έχει επενδύσει στο εξωτερικό και όχι εγχώρια. Με αυτή την έννοια, το σημερινό πλεόνασμα δεν είναι μια δικαίωση του δοκιμασμένου και επαληθευμένου μεταπολεμικού γερμανικού μοντέλου ανάπτυξης, αλλά ένα σημάδι της αποσύνθεσης του.
Από την έναρξη της νέας χιλιετίας, οι καθαρές επενδύσεις στη Γερμανία, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ήταν χαμηλότερες από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην καταγραμμένη ιστορία της, εκτός από τα καταστροφικά χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης. Ο γερμανικός επιχειρηματικός τομέας έχει επενδύσει τα περισσότερο από άφθονα κέρδη του, αλλά το έχει πράξει έξω από τη χώρα. Το αποτέλεσμα αυτής της διαρροής ιδιωτικού χρήματος έχει επιδεινωθεί από την εκστρατεία του Βερολίνου να επιβάλλει ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, κάτι το οποίο εμπόδισε σημαντικές επενδύσεις εκ μέρους του δημόσιου τομέα.
Για χρόνια, η απόσβεση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του γερμανικού δημοσίου ξεπερνά τις νέες επενδύσεις. Το 2011, σε πόλεις και περιοχές σε ολόκληρη τη χώρα, συσσωρεύθηκαν απαιτούμενες δημόσιες επενδύσεις συνολικού ύψους 100 δισεκατομμυρίων ευρώ. Παρά το γεγονός ότι η Γερμανία συχνά επιδεικνύει τα περιβαλλοντικά της διαπιστευτήρια, οι επενδύσεις της χώρας σε ένα «πράσινο» αναπτυξιακό πρόγραμμα την περίοδο 2009 – 2012 επισκιάστηκε από εκείνα των Ηνωμένων Πολιτειών και της Νότιας Κορέας, για να μην αναφέρουμε αυτό της Κίνας. Παρά το γεγονός ότι ο πληθυσμός της Γερμανίας γηράσκει ραγδαία, η κυβέρνηση υποεπενδύει σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη γερμανική έκθεση για την εθνική εκπαίδευση, οι δαπάνες της για την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση παραμένουν κάτω από το μέσο όρο των χωρών μελών του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ). Τα γερμανικά πανεπιστήμια, τα οποία ήταν τα μεγάλα πνευματικά εργοστάσια του δέκατου ένατου αιώνα και των αρχών του εικοστού, τώρα μαραζώνουν σε μέτριες θέσεις στις διεθνείς κατατάξεις. Η Ακαδημαϊκή Κατάταξη των Πανεπιστημίων του Κόσμου για το 2011 που καταρτίζεται από το Πανεπιστήμιο Jiao Tong της Σαγκάης, τοποθέτησε μόνο έξι γερμανικά πανεπιστήμια στα κορυφαία 100, με την υψηλότερη κατάταξη γερμανικού πανεπιστημίου στην 47η θέση της σχετικής λίστας. Κατά την τελευταία δεκαετία, καθώς τα κεφάλαια ξεχύνονται έξω από τη χώρα σε ποσοστά 6%-8% σε ετήσια βάση, η Γερμανία δάνεισε πολύ περισσότερο αλλοδαπούς για να αγοράζουν γερμανικά προϊόντα από ό, τι δαπάνησε για την εκπαίδευση των δικών της παιδιών. Με λίγα λόγια, το Βερολίνο μπορεί να έχει εξασφαλίσει δεσπόζουσα θέση στην Ευρώπη, αλλά δεν έχει κάνει επαρκείς προβλέψεις για το μέλλον.
Ευτυχώς, αν και το Βερολίνο παραμένει σε μεγάλο βαθμό διστακτικό στο να εξετάσει τα μειονεκτήματα της αναπτυξιακής του πολιτικής με βάση τις εξαγωγές, Γερμανοί πολιτικοί, επικεφαλής επιχειρήσεων και ψηφοφόροι αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι το χαμηλό επίπεδο των εγχώριων επενδύσεων είναι ένα πρόβλημα. Η καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ και η κυβέρνησή της έχουν συχνά επικριθεί ότι είναι πάρα πολύ συντηρητικοί και στενόμυαλοι, αλλά τα τελευταία χρόνια, έχουν καταλάβει ότι πρέπει να κατευθύνουν επενδύσεις για την αντιμετώπιση της διαφαινόμενης δημογραφικής αλλαγής στην Γερμανία αλλά και στο να κάνουν την χώρα παγκόσμιο ηγέτη στην καθαρή ενέργεια. Ακόμα και εν μέσω της κρίσης του ευρώ και των εγχώριων πολιτικών διαμαχών, οι μακροπρόθεσμες αναγκαιότητες συνεχίζουν να απασχολούν τη γερμανική κυβέρνηση. Το Βερολίνο έχει αναπτύξει περίτεχνα σχέδια για εθνικά προγράμματα επενδύσεων σχετικά με τη φροντίδα των παιδιών και την ενέργεια, το κόστος των οποίων θα ανέλθει σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ.
Τα σχέδια αυτά φαίνεται να είναι ακριβώς το είδος των κινήτρων που οι επικριτές της Μέρκελ ζητούν. Αλλά επειδή η κυβέρνησή της εμποδίζεται συνταγματικά από το να αυξήσει το δημόσιο χρέος, δεν έχει κανένα σαφή τρόπο για να τα εφαρμόσει. Η κυβέρνησή της συζητά τα επενδυτικά σχέδια με ασαφείς γενικότητες, χωρίς να διευκρινίζεται ποιος θα πληρώσει γι’ αυτά. Με τον δανεισμό να μην αποτελεί επιλογή, το Βερολίνο θα πρέπει να ελπίζει είτε ότι τα χρήματα θα προέλθουν από αμείλικτες περικοπές στις δημόσιες δαπάνες ή ότι μια μαζική αναβίωση των ιδιωτικών επενδύσεων θα καλύψει τις ανάγκες της χώρας. Η πρώτη πιθανότητα – ότι η Γερμανία θα χρηματοδοτήσει τις επενδύσεις μέσω της ανακατανομής των δημοσίων πόρων – θα συνεπάγεται περιττό πόνο. Η δεύτερη επιλογή – ανανεωμένες επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα – μοιάζει σαν ευσεβής πόθος, δεδομένων των νωθρών εταιρικών επενδύσεων της τελευταίας δεκαετίας και της προοπτικής της πολύ μεγαλύτερης οικονομικής και πολιτικής αναταραχής που έρχεται. Δυστυχώς, λοιπόν, η Γερμανία φαίνεται ότι μάλλον θα συνεχίσει τον κατήφορο μιας μη βιώσιμης πορείας.
ΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΕΣ!
Οι επενδύσεις είναι απαραίτητες, πρώτον, για να αποφευχθεί η δημιουργία μας τρύπας στο γερμανικό εργατικό δυναμικό. Ο ρυθμός γεννήσεων στη Γερμανία είναι χαμηλός – το 2009 μόνο τρεις άλλες χώρες του ΟΟΣΑ είχαν λιγότερα παιδιά ανά γυναίκα – έτσι ο πληθυσμός της συρρικνώνεται και γηράσκει ταχέως, με αποτέλεσμα ένα μικρότερο εργατικό δυναμικό και μειωμένη φορολογική βάση. Αυτή η δημογραφική αλλαγή θα διαταράξει την ισορροπία μεταξύ καθαρών συνεισφερόντων και καθαρών αποδεκτών εντός του εθνικού «πληρωμής επί τη αποχωρήσει» (pay-as-you-go) συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, ενός παζαριού μεταξύ των γενεών που χρονολογείται από τη δεκαετία του 1950.
Μια πιθανή λύση θα ήταν να αυξηθεί η μετανάστευση, και το Βερολίνο έχει εντείνει τις προσπάθειές του για την πρόσληψη αλλοδαπών εργαζομένων. Αλλά τα μεγάλης κλίμακας προγράμματα επισκεπτών-εργαζομένων της δεκαετίας του 1960 και των αρχών της δεκαετίας του 1970, τα οποία έφεραν τους μετανάστες κατά κύματα από την Τουρκία και την Ευρωπαϊκή Μεσόγειο, κουβαλούν μια μικτή κληρονομιά. Ήδη, το 35% των νέων παιδιών στη Γερμανία γεννιούνται από μετανάστες, θέτοντας πιέσεις σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν έχει ακόμη συνεκτική στρατηγική για τη διδασκαλία των γερμανικών ως δεύτερης γλώσσας, πόσω μάλλον να μεγιστοποιεί το δυναμικό όλων των μαθητών. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες για την ενσωμάτωση αυτών των μεταναστών, η Γερμανία παραμένει ανήσυχη σχετικά με την πολυπολιτισμικότητα.
Ένας άλλος τρόπος για να ενισχυθεί η γερμανική εργατική δύναμη θα είναι να θεσπιστούν πολιτικές για τη φροντίδα των παιδιών οι οποίες θα καταστήσουν ευκολότερο στις γυναίκες να ανατρέφουν παιδιά και παράλληλα να συνεχίζουν τη σταδιοδρομία τους. Ένα σημαντικό εμπόδιο για τέτοιες πολιτικές είναι η συντηρητική πολιτική κουλτούρα της Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU), το κυρίαρχο πολιτικό κόμμα της Γερμανίας για ένα μεγάλο μέρος των τελευταίων 60 ετών, το οποίο τείνει να αποδοκιμάζει τις μητέρες που εργάζονται έξω από το σπίτι. Η ενσωμάτωση της πρώην κομμουνιστικής Ανατολικής Γερμανίας το 1990, βοήθησε στην αλλαγή αυτών των συμπεριφορών, δεδομένου ότι εισήγαγε στη χώρα την εμπειρία ενός ριζικά διαφορετικού μοντέλου κρατικά χρηματοδοτούμενης φροντίδας παιδιών. Παρά την επίμονη και άγρια αντίσταση από τη συντηρητική πτέρυγα του κόμματός της, η Μέρκελ επεδίωξε να συνεχίσει να φέρνει τις μητέρες στο εργατικό δυναμικό με την οικοδόμηση ενός ολοκληρωμένου, υψηλής ποιότητας συστήματος φροντίδας παιδιών που θα καλύπτει όλα τα παιδιά μέχρι την ηλικία των έξι ετών. Μεταξύ του 2006 και του 2011, η Γερμανία δημιούργησε 230.000 νέες θέσεις για παιδιά προσχολικής φοίτησης και οι τοπικές κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν τώρα την πρόκληση της δημιουργίας ακόμη 260.000 θέσεων μέχρι το 2013. Το κόστος για το έργο αυτό θα ανέλθει σε δισεκατομμύρια ευρώ.
Ακόμα μεγαλύτερη πρόκληση αποτελεί η πρόταση της Μέρκελ για μια Energiewende, ή αλλιώς ενεργειακή αλλαγή. Μετά την πυρηνική καταστροφή στη Φουκουσίμα της Ιαπωνίας το 2011, η Γερμανία αποφάσισε να κλείσει όλα τα πυρηνικά εργοστάσιά της μέχρι το 2022. Αντί να τα αντικαταστήσει με φθηνά αλλά ρυπογόνα εργοστάσια που καίνε άνθρακα, το Βερολίνο οραματίζεται μια τεράστια επένδυση στην πράσινη τεχνολογία, με στόχο να καλύψει το 35% των ενεργειακών αναγκών της χώρας από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μέχρι το 2020. Σε ορισμένα κρατίδια, όπως η Βαυαρία, η οποία παράγει το 58% της ηλεκτρικής της ενέργειας από πυρηνική ενέργεια, η Γερμανία θα πρέπει να οικοδομήσει τεράστιες νέες ενεργειακές υποδομές. Τεράστια υπεράκτια αιολικά πάρκα και μια αναβάθμιση του συστήματος μεταφοράς ηλεκτρικών φορτίων βορρά-νότου είναι επίσης στο στάδιο του σχεδιασμού. Αυτός ο ενεργειακός μετασχηματισμός κατά πάσα πιθανότητα θα καταλήξει να κοστίζει πάνω από 200 δισ. ευρώ.
Αυτοί οι αριθμοί δεν θα πρέπει να είναι αιτία συναγερμού. Αντίθετα, οι προτεραιότητες είναι λογικές, και αυτή η κλίμακα των επενδύσεων είναι ακριβώς ό, τι χρειάζεται η Γερμανία για να αναπτυχθεί με βιώσιμο τρόπο. Μια ώθηση στη γερμανική εγχώρια ζήτηση θα μπορούσε επίσης να αποκαταστήσει την ισορροπία στην ευρωπαϊκή οικονομία, δημιουργώντας αγορές για τους εισαγωγείς και θέσεις εργασίας για μετανάστες εργαζομένους, συμβάλλοντας έτσι στην αντιστάθμιση του αποπληθωρισμού που έχουν υποστεί οι υπό κρίση χώρες. Αλλά το Βερολίνο δεν ήταν σε θέση να διευκρινίσει ακριβώς από πού θα προέλθουν τα χρήματα και έτσι το μέλλον των σχεδίων αυτών είναι αμφίβολο.
Το ζήτημα του πώς θα πληρωθούν οι επενδύσεις στη Γερμανία δεν θα έπρεπε να είναι δύσκολο να απαντηθεί. Η αναδημιουργία του εθνικού συστήματος παιδικής φροντίδας και των ενεργειακών υποδομών είναι ακριβώς το είδος των μακροπρόθεσμων σχεδίων που θα πρέπει να χρηματοδοτούνται μέσω δανεισμού και η Γερμανία δεν θα μπορούσε να είναι σε καλύτερη θέση να το πράξει. Τον Ιούνιο, η χώρα πωλούσε χρέος με αρνητικές αποδόσεις. Μπορεί να δανειστεί για σχεδόν μηδενικό επιτόκιο. Μια χορωδία επιφανών οικονομολόγων από όλο τον κόσμο, ο Λάρι Σάμερς και ο Μάρτιν Γουλφ μεταξύ αυτών, εξακολουθούν να ζητούν από τις κυβερνήσεις να προωθήσουν όλα τα σχέδια των απαραίτητων δαπανών ώστε να επωφεληθούν από το χρυσορυχείο των χαμηλών επιτοκίων. Αλλά η Μέρκελ και η γερμανική πολιτική τάξη δεν θα κάνουν τίποτα από αυτά. Κατά την τελευταία δεκαετία, μια βαθιά νοοτροπία αντι-δανεισμού έχει ριζώσει στη Γερμανία και η χώρα έχει πλέον κολλήσει με την συνταγματική τροπολογία του 2009 περί ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.
ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΓΕΝΙΑ!
Η ρητορική που ενέπνευσε περισσότερο από τα δύο τρίτα του γερμανικού κοινοβουλίου (Bundestag) να εγκρίνουν αυτή τη ριζική τροποπολογία ήταν μια πρόσκληση για αειφορία, το αλλοτινό σύνθημα του περιβαλλοντικού κινήματος. Οι υποστηρικτές του λεγόμενου «φρένου» του χρέους ισχυρίστηκαν ότι ένα όριο στον κρατικό δανεισμό θα διασφαλίσει ότι τα οικονομικά της χώρας θα παραμείνουν σε τάξη και θα έχει ως αποτέλεσμα ένα πιο δίκαιο μέλλον για τις επόμενες γενιές. Αλλά υπάρχουν δύο τύποι διαγενεαλογικών συμφωνιών που μπορούν να κάνουν οι ψηφοφόροι, η μία θετική και η άλλη αρνητική. Σε μια θετική συμφωνία, η σημερινή γενιά δεσμεύεται να αφήσει έναν καλύτερο κόσμο για τα παιδιά της. Σε μια αρνητική συμφωνία, η σημερινή γενιά δεσμεύεται να μην αφήσει τα παιδιά της με ένα μεγάλο πρόβλημα – σε αυτή την περίπτωση, ένα μεγάλο δημόσιο χρέος. Το πρώτο μοντέλο σημαίνει ότι ο ισολογισμός πρέπει να παραμείνει σε υγιή κατάσταση, με δανεισμό που δεν υπερβαίνει τις παραγωγικές επενδύσεις. Το δεύτερο μοντέλο σημαίνει απλά ότι το δημόσιο χρέος θα πρέπει να μειωθεί. Παρά τις διαμαρτυρίες μιας σειράς διακεκριμένων οικονομολόγων, συνδικάτων και ομάδων δημοσίου συμφέροντος, το 2009, το αρνητικό μοντέλο επικράτησε. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν το Βερολίνο αναγνωρίζει την ανάγκη για αύξηση των επενδύσεων και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση αντιμετωπίζει ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες, αποτρέπεται από το να εκμεταλλευθεί το ευνοϊκό περιβάλλον από ένα νομικό εμπόδιο που η ίδια έφτιαξε.
Εκείνο που οδήγησε στην απόφαση αυτή ήταν η αίσθηση μιας κρίσης, ένα συναίσθημα που μπορεί να προκαλεί σύγχυση σε ξένους που βλέπουν τη Γερμανία ως την απεικόνιση των υγιών οικονομικών, αλλά έχει νόημα όταν κάποιος κοιτάζει τα οικονομικά της Γερμανίας σε κρατικό επίπεδο. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών, ενώ η Γερμανία κοπίασε να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα του εξαγωγικού της κλάδου, οι πολιτικοί της δεν κατάφεραν να κρατήσουν τα δημόσια οικονομικά σε ισορροπία. Τώρα, αν και τα ελλείμματα της ομοσπονδιακής κυβέρνησης είναι ανεκτά και τα οικονομικά των πλούσιων νότιων κρατιδίων είναι σε άριστη κατάσταση, σε μεγάλο μέρος του Βορρά και της Ανατολής τα δημόσια οικονομικά ισορροπούν στο χείλος της κρίσης. Το 2011, το χρέος του κράτους του Βερολίνου έφτασε έως το 66% του ΑΕΠ σε κρατικό επίπεδο. Για να συγκρατήσουν αυτό το εκρηκτικό πρόβλημα, τα εύπορα νότια κρατίδια συμφώνησαν να διασώσουν τους πτωχευμένους βόρειους ομολόγους τους με αντάλλαγμα μια συμφωνία βάσει της οποίας όλα τα νέα δάνεια από τα κρατίδια θα σταματήσουν μέχρι το 2020 και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση θα περιορίσει τον καινούργιο δανεισμό της σε όχι περισσότερο από 0,35% του ΑΕΠ ετησίως. Αυτές οι δραστικές διατάξεις ήταν το κόστος που καταβλήθηκε για τη διατήρηση της δημοσιονομικής ενότητας της Ομοσπονδιακής Γερμανικής Δημοκρατίας.
Το εσωτερικό δράμα των γερμανικών δημόσιων οικονομικών ρίχνει φως στο γιατί η Γερμανία έχει λάβει μια τόσο συντηρητική προσέγγιση στην κρίση χρέους της Ευρώπης. Είναι αυτή η ίδια συμφωνία – δημοσιονομική λιτότητα με αντάλλαγμα τη διατήρηση της ένωσης – που η Γερμανία προτείνει τώρα να επεκταθεί στην Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία. Αλλά, όπως οι επικριτές του Βερολίνου έχουν επανειλημμένα επισημάνει, κάθε βιώσιμη οικονομική ενοποίηση πρέπει να έχει δύο συνιστώσες: μια πολιτική για τον περιορισμό της σπατάλης και μια στρατηγική για την ανάπτυξη. Και, τόσο για τα γερμανικά κρατίδια όσο και για τις ομοίως πιεζόμενες χώρες της Ευρώπης, η Μέρκελ δεν κατάφερε να αρθρώσει ένα σχέδιο για οικονομική ανάπτυξη. Το Βερολίνο αναγνωρίζει την ανάγκη της γερμανικής οικονομίας για εγχώριες επενδύσεις. Αλλά δεσμευόμενο με «φρένο χρέους» τόσο στο εσωτερικό όσο και στην Ευρώπη στο σύνολό της, το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών επιμένει ότι η ανάπτυξη μπορεί να έρθει μόνο ως αποτέλεσμα της λιτότητας.
Σκεφτείτε τις συνέπειες αυτού του μοντέλου. Με «παγωμένο» τον νέο δανεισμό, η Γερμανία προβλέπει ότι ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ της θα μειώνεται σταθερά. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα φορολογικά έσοδα από εταιρικά και οικογενειακά εισοδήματα έχουν μειωθεί ως ποσοστό του ΑΕΠ στη Γερμανία, όπως και σε ένα μεγάλο μέρος του υπόλοιπου ανεπτυγμένου κόσμου, ο προϋπολογισμός της κυβέρνησης θα είναι πολύ μικρότερος. Αν, αντιμέτωπο με αυτή την συμπίεση, το Βερολίνο θέλει να μείνει πιστό στις υποσχέσεις περί επενδύσεων σε ενεργειακές υποδομές, νηπιαγωγεία, πανεπιστήμια, καθώς και στην Έρευνα και Ανάπτυξη, θα πρέπει να προχωρήσει σε ανηλεή περικοπή κάθε ευρώ από μη παραγωγικές δημόσιες δαπάνες – μια επώδυνη και αντιλαϊκή πολιτική πρόταση. Οι Γερμανοί ηγέτες θα πρέπει, συνεπώς, να ελπίζουν ότι η στρατηγική τους τής συρρίκνωσης και επανεξισορρόπησης του κράτους θα προκαλέσει μια δραματική ανάκαμψη των ιδιωτικών επενδύσεων. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σχετικά με αυτό το μοντέλο, το οποίο τώρα η Μέρκελ υποστηρίζει όχι μόνο για τη Γερμανία αλλά και για την υπόλοιπη Ευρώπη, είναι το πόσο μη-ευρωπαϊκό φαίνεται. Το σενάριο ακούγεται τρομερά ίδιο με την ουτοπία της εποχής του 1980 σχετικά με την προσφορά (σ.σ.: ως αντίθετη της ζήτησης στην οικονομία).
Ακόμα και αν η κυβέρνηση της Μέρκελ πάρει ακριβώς αυτό που θέλει – μαζικές επενδύσεις από τον ιδιωτικό τομέα παράλληλα με δημόσιες επενδύσεις που χρηματοδοτούνται χωρίς καμία αύξηση του δημόσιου δανεισμού – ο πόνος θα είναι πραγματικός. Η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να πληρώσει για αυτές τις επενδύσεις μέσω αύξησης φόρων, καταργώντας φορολογικές εξαιρέσεις, και, πάνω απ’ όλα, επιβαρύνοντας τους καταναλωτές. Ήδη, λόγω των απότομων ενεργειακών επιβαρύνσεων, οι Γερμανοί πληρώνουν πάνω από τρεις φορές περισσότερο για την ηλεκτρική ενέργεια σε σύγκριση με τους Αμερικανούς και οι δαπάνες αυτές κατά πάσα πιθανότητα θα αυξηθούν κατά τουλάχιστον 50% κατά τη διάρκεια του Energiewende. Επιπλέον, η στήριξη στη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα για τη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων στρατηγικών επενδύσεων ενέχει τους δικούς της κινδύνους. Η σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) μπορεί να είναι αποτελεσματική κατά περίπτωση, αλλά επίσης θρέφει συγκρούσεις συμφερόντων. Φέτος, όταν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση προσπάθησε να σταματήσει μια δαπανηρή επιδότηση που είχε θεσπιστεί για να κατευθύνει ιδιωτικές επενδύσεις προς την ηλιακή ενέργεια, έπρεπε να δώσει μια παρατεταμένη μάχη με τις ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις των κρατιδίων. Το αποτέλεσμα ήταν μια ομιχλώδης συμβιβαστική λύση με την οποία η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έπρεπε να προσφέρει μια εγγυημένη τιμή για την παραγόμενη από τον ήλιο ηλεκτρική ενέργεια για 20 χρόνια.
Και αυτό το μη ιδανικό αποτέλεσμα είναι το πιο αισιόδοξο σενάριο. Πολύ πιο πιθανό, δεδομένης της τεράστιας δημοσιονομικής πίεσης που ασκείται από το «φρένο χρέους», είναι ότι πολύ αναγκαίες επενδύσεις θα μένουν όλο και περισσότερο πίσω στο χρονοδιάγραμμα. Μετά ταύτα, ακόμα και όταν οι ομοσπονδιακές, πολιτειακές και τοπικές κυβερνήσεις είχαν τη δυνατότητα να δανειστούν, έτειναν να παραμελούν τις επενδύσεις. Αν οι μακροπρόθεσμες δαπάνες μπορούν να χρηματοδοτηθούν μόνο από το τρέχον εισόδημα, οι προοπτικές για νέες επενδύσεις θα είναι σίγουρα ακόμη πιο αμυδρές. Αρκεί να δει κανείς την Ελβετία, η οποία το 2003 ήταν η πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που εισήγαγε το «φρένο χρέους» και χρησίμευσε ως πρότυπο για τη γερμανική πρωτοβουλία. Παρότι το χρέος προς το ΑΕΠ της έχει μειωθεί δραματικά από τότε, τα επίπεδα των δημόσιων επενδύσεων της Ελβετίας είναι από τα χαμηλότερα στον ανεπτυγμένο κόσμο. Ένα «φρένο χρέους» μπορεί να φέρει τις συνολικές δημόσιες δαπάνες σε ισορροπία με τα έσοδα. Αλλά είναι αφελές να ελπίζει κανείς ότι θα κάνει τον δημόσιο τομέα να επικεντρώσει την προσοχή του στις μακροπρόθεσμες προτεραιότητες αντί στις βραχυπρόθεσμες.
ΜΕΧΡΙ ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΝΑ ΓΥΡΙΣΟΥΝ ΠΙΣΩ!
Αν το Βερολίνο όντως επιμείνει στη στρατηγική της τιθάσευσης των οικονομικών της χώρας, η πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι ηγέτες της Γερμανίας θα είναι να αντιστραφεί η κατάρρευση των εγχώριων επιχειρηματικών επενδύσεων. Αυτό δεν θα είναι εύκολο. Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο γερμανικός ιδιωτικός τομέας έχει επωφεληθεί από ένα εξαιρετικά ευνοϊκό επιχειρηματικό περιβάλλον. Αλλά ακόμη και σε αυτές τις καλές εποχές, επέλεξε να κατευθύνει τα κεφάλαιά του στο εξωτερικό, με σκοπό την ανάπτυξη αγορών για τα γερμανικά αγαθά και αλλού στην Ευρώπη και στην Ασία. Είναι δύσκολο να δούμε τι περισσότερο θα μπορούσε να κάνει η γερμανική κυβέρνηση για να αποτρέψει τις επιχειρήσεις από να δαπανούν τα κέρδη τους έξω από τη χώρα. Εν τω μεταξύ, το θετικό πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της τελευταίας δεκαετίας φαίνεται ότι θα επιδεινωθεί.
Βεβαίως, η απάντηση δεν μπορεί απλά να είναι περισσότερες περικοπές στους μισθούς των Γερμανών εργαζομένων. Μεταξύ του 2000 και του 2009, ενώ τα εταιρικά κέρδη εκτινάχθηκαν στα ύψη, οι εξαγωγές απογειώθηκαν και κεφάλαια έφευγαν από τη χώρα, οι πραγματικοί μισθοί στη Γερμανία μειώθηκαν κατά 1%. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών, η εισοδηματική ανισότητα στη Γερμανία, όπως μετράται από το συντελεστή Gini, έχει αυξηθεί οριακά λιγότερο σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και δύο φορές πιο γρήγορα από το μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Πόσο καιρό μπορεί να περιμένουν οι Γερμανοί εργοδότες ότι οι εργαζόμενοί τους, αντιμέτωποι με την υφέρπουσα αύξηση της φορολογίας και τις περικοπές του προϋπολογισμού, θα συνεχίσουν να συναινούν σε αυτόν τον άνισο συμβιβασμό; Σύμφωνα με μια δημοσκόπηση του 2009 που διεξήγαγε το GfK Group, το μεγαλύτερο γερμανικό ινστιτούτο έρευνας αγοράς, μόνο το 24,9% των Γερμανών θεωρεί την κοινωνία τους «δίκαιη» – και αυτό ήταν πριν ενσκήψει το χειρότερο κομμάτι της κρίσης.
Την ίδια ώρα, το πολιτικό σύστημα της Γερμανίας έχει γίνει όλο και περισσότερο κατακερματισμένο. Ακόμη και κατά τη διάρκεια της οικονομικής και πολιτικής αναταραχής της δεκαετίας του 1970, τα δύο μεγαλύτερα κόμματα, το CDU και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SDP), εξέφραζαν το 90% του γερμανικού εκλογικού σώματος. Από το 2000, το συνδυασμένο μερίδιό τους έχει μειωθεί σε περίπου 70%, αναγκάζοντάς τα να οικοδομούν πολύπλοκες και εύθραυστες συμμαχίες με μια ομάδα από τέσσερα άλλα μικρότερα κόμματα. Πιο πρόσφατα, το Κόμμα των Πειρατών, μια ατελής ομάδα διαμαρτυρίας αορίστου ιδεολογίας, έχει αναδειχθεί ως μια πραγματική πολιτική δύναμη και έχει αποκτήσει εκπροσώπηση σε όλη την χώρα. Ο θυμός των ψηφοφόρων με την αντίδραση της κυβέρνησης στην τρέχουσα κρίση θα επιβαρύνει περαιτέρω την ικανότητα των παραδοσιακών κομμάτων να καθοδηγούν και να εκφράζουν την κοινή γνώμη.
Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι η ίδια η ασυνέχεια του γερμανικού πολιτικού τοπίου μπορεί, κατά ειρωνεία της τύχης, να επιτρέψει στη χώρα να ξεφύγει από την δύσκολη οικονομική θέση της. Στο κάτω – κάτω, χρειάστηκε ένας ασυνήθιστος συνασπισμός του CDU με το SDP για να τεθεί το «φρένο του χρέους» στο Σύνταγμα. Είναι περισσότερο από πιθανό ότι, σε περίπτωση σοβαρού σοκ για τη γερμανική οικονομία, ίσως προκληθέντος από μια άτακτη διάλυση της ευρωζώνης, μια ταλανιζόμενη κυβέρνηση συνασπισμού θα πρέπει απλώς να αγνοήσει το «φρένο χρέους». Χωρίς αμφιβολία, μια πραγματικά συνολική πανευρωπαϊκή οικονομική κρίση θα μπορούσε να οδηγήσει επίσης τις γερμανικές επιχειρήσεις να υποχωρήσουν σε πιο ασφαλείς εγχώριες επενδύσεις. Αλλά το να ελπίζουμε σε ένα τέτοιο καταστροφικό σενάριο είναι σαν να παίζουμε με τη φωτιά. Το πολιτικό κόστος θα ήταν ανυπολόγιστο. Μια ολοκληρωτική εγκατάλειψη της ρήτρας του χρέους θα συναντήσει σθεναρή αντίσταση από τα κρατίδια της νότιας Γερμανίας που έχουν χαμηλό χρέος, προκαλώντας μια δημοσιονομική κρίση στην Ομοσπονδία της Γερμανίας. Θα φέρει επίσης την κυβέρνηση σε σύγκρουση με το ισχυρό γερμανικό συνταγματικό δικαστήριο στην Καρλσρούη.
Η καλύτερη ευκαιρία για τη Γερμανία να βγει από το σημερινό αδιέξοδο με μια αναπτυξιακή στρατηγική – τόσο για τον εαυτό της όσο και για την υπόλοιπη Ευρώπη – θα ήταν να χειριστεί την λιτότητα όχι ως μόνιμη οικονομική πολιτική, αλλά ως μια μορφή θεραπείας σοκ. Μόλις η αγορά ανακτήσει την εμπιστοσύνη της στο ευρώ, αφότου τα γερμανικά κρατίδια και η υπόλοιπη Ευρώπη πληρώσουν κάποια από τα χρέη τους και μετά από αρκετά χρόνια δημοσιονομικού πόνου, χαμηλών επενδύσεων και χαμηλής ανάπτυξης, το Βερολίνο –ελπίζεται- θα μπορεί να επανεξετάσει την πορεία του. Αν η πραγματική βιωσιμότητα είναι ένας ελκυστικός στόχος, τότε το να την πετύχει μόνο με αρνητικούς όρους, όπως η αποφυγή του μακροπρόθεσμου χρέους, δεν είναι απλώς ανεπαρκής: Είναι επίσης κάτι αυτοκαταστροφικό. Η Γερμανία πρέπει να επιδιώξει να παραδώσει στις μελλοντικές γενιές, όχι μόνο λιγότερες υποχρεώσεις αλλά και τα φόντα για έναν καλύτερο κόσμο. Προς το παρόν, ωστόσο, λόγω της απουσίας σημαντικών επενδύσεων, οι μακροπρόθεσμες προκλήσεις για τη Γερμανία συνεχίζουν να συσσωρεύονται. Η άνευ προηγουμένου ευκαιρία που παρουσιάζεται από την τρέχουσα κρίση – να θέσει την παγκόσμια όρεξη για γερμανικό χρέος σε καλή χρήση – κινδυνεύει να σπαταληθεί.


Μνημονιακή πολιτική "Μαύρης Ανάπτυξης και Πράσινης Απάτης"!

Την ίδια ώρα που τα επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν πως οι διακοπές ηλεκτροδότησης που κάνει η ΔΕΗ στα Ελληνικά νοικοκυριά και στις μικρές επιχειρήσεις για απλήρωτους λογαριασμούς εκτινάχθηκαν στις 30.000 τον μήνα, και λίγο πριν η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΚΑ ανακοινώσει και νέες υπέρογκες αυξήσεις στα τιμολόγια ηλεκτρικού ρεύματος για το 2013, η "Τέρνα Ενεργειακή" ανακοίνωσε υπερδιπλασιασμό των λειτουργικών της κερδών και σημαντική ενίσχυση του κύκλου εργασιών λόγω της αύξησης των εσόδων της στον τομέα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην Ελλάδα! 
Θα το επαναλάβουμε για όσους συνεχίζουν να κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν: 
η πολιτική των  επιχορηγήσεων και των εγγυημένων τιμών προς τα αιολικά πάρκα δεν βλάπτει σοβαρά μόνο το περιβάλλον αλλά και την Οικονομία
Και επειδή στην Ελλάδα κάποιοι μιλούν πλέον μόνο την Γερμανική:

Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.


Συνάδελφοι δικαστές και εισαγγελείς σαν απάντηση στους ελάχιστους συναδέλφους που αντιδρούν στις κινητοποιήσεις μας αλλά και στις αμφιβολίες και στις αντιρρήσεις που ήδη εγείρονται για την κλιμάκωση του αγώνα, τις οποίες σέβομαι, αλλά δεν υιοθετώ αναφέρω τα κάτωθι: 
Αγωνιζόμαστε ως κλάδος, ως ανεξάρτητη εξουσία ενάντια στην προκλητική παραβίαση του Συντάγματος από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, ενάντια στην κατεδάφιση όλων των κοινωνικών δικαιωμάτων, ενάντια στην ισοπέδωση της παιδείας και της υγείας του λαού μας, ενάντια στη γενοκτονία που επιχειρείται εις βάρος όλων μας με την μείωση των μισθών και των συντάξεων σε επίπεδα μη βιώσιμα στα πλαίσια δήθεν του αποκαλούμενου δημοσίου συμφέροντος το οποίο όπως φαίνεται σύμφωνα με την 668/20-2-2012 απόφαση του ΣτΕ, που έκρινε συνταγματικό το μνημόνιο σε όλα τα μέτρα του υπερισχύει του ίδιου του Συντάγματος, των άρθρων που κατοχυρώνουν τα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα και αγαθά και της ΕΣΔΑ. 
Εδώ υπάρχει και μια αντίφαση και ειρωνεία των σοφών του ΣτΕ καθώς όλα τα μέτρα που λαμβάνονται στα πλαίσια του δημοσίου συμφέροντος για τη λειτουργία του κράτους και της κοινωνίας μας συγχρόνως τα ίδια μέτρα καταστρατηγούν, ισοπεδώνουν το δημόσιο συμφέρον και καταστρέφουν την κοινωνία μας για το καλό της οποίας εφαρμόζονται. 
Αγωνιζόμαστε ενάντια στο καθεστώς κατοχής που έχουν επιβάλλει η Τρόικα, οι σύμβουλοί τους, οι αξιωματούχοι της ευρωπαϊκής ένωσης και του ΔΝΤ και οι ντόπιοι και ξένοι τραπεζίτες. Αγωνιζόμαστε ενάντια στην κυβέρνηση «δωσίλογων» που προσφέρουν γη και ύδωρ στους δανειστές μας εξοντώνοντας το λαό μας με την κατάλυση κάθε είδους εργασιακού και κοινωνικού δικαιώματός του. Αγωνιζόμαστε ενάντια στο φαύλο αυτό καθεστώς της δήθεν κοινοβουλευτικής δημοκρατίας το οποίο νομοθετεί ενάντια στη θέληση και βούληση του λαού υποστηρίζοντας ότι διαθέτει λαϊκή νομιμοποίηση και εντολή. Αγωνιζόμαστε ενάντια στη λειτουργία της βουλής οπερέτας και της κυβέρνησης «yes men» που έχουμε, που νομοθετούν πάντα με δημοκρατικό τρόπο ψηφίζοντας όλα τα μέτρα που οδηγούν στην εξόντωση το λαό μας και στη διάλυση το κράτος μας, σε ένα άρθρο, για να μην υπάρξουν αντιδράσεις και διαρροές. Αλήθεια τι δημοκρατική πρακτική που είναι αυτή. Την επικροτούμε ως δικαστική εξουσία. Αγωνιζόμαστε ενάντια στην ανεργία που έχει ξεπεράσει το 30%, αγωνιζόμαστε για τις οικογένειες των 3.000 συμπολιτών μας που αυτοκτόνησαν μην αντέχοντας την εξαθλίωση που τις οδήγησε η νόμιμα και δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνησή μας. Αγωνιζόμαστε ενάντια στον ορυμαγδό των νέων αυτών μέτρων λιτότητας και ισοπέδωσής μας, τα οποία κατά τους κυβερνώντες παίρνονται για το καλό μας και για να υπάρξει ανάπτυξη, όμως εδώ και δύο χρόνια συνεχώς βαθαίνει η ύφεση και δεν υπάρχει διέξοδος και τέλος. Αγωνιζόμαστε για την εθνική μας κυριαρχία και ανεξαρτησία. Αλήθεια μήπως δεν έχετε αντιληφθεί ότι ήδη ζούμε σε καθεστώς κατοχής, δουλείας, αποικιοκρατίας γερμανικής προέλευσης. Ποιος πιστεύει ότι είμαστε ελεύθερο και κυρίαρχο κράτος που θα δώσει ένα τέλος στην αυτοκαταστροφή του, στο φαύλο κύκλο που μας οδηγεί η προδοτική αυτή πολιτική που δήθεν υπερασπίζεται τα συμφέροντά μας ως ελληνικό κράτος και πολίτες. Αγωνιζόμαστε ενάντια στην απώλεια της εθνικής μας ανεξαρτησίας, στην αμετάκλητη και άνευ όρων παραίτησή μας από την εθνική κυριαρχία στην οποία προβήκαμε στο άρθρο 14 παράγραφος 5 της δανειακής σύμβασης που υπόγραψε ο υπουργός οικονομικών το Μάιο του 2010 χωρίς την έγκριση και κύρωσή της από τη βουλή και με βάση την οποία εγκαταστάθηκαν στη χώρα μας οι εκπρόσωποι της Τρόικας και του ΔΝΤ, οι οποίοι με τις ευλογίες των πολιτικών μας συμπεριφέρονται σαν να βρίσκονται σε αποικία ή μήπως βρίσκονται. Αγωνιζόμαστε για να διατηρήσει ο καθένας το σπίτι του που με μόχθο και κόπο και με τις οικονομίες του έφτιαξε και αγόρασε και να μη του το πάρει η τράπεζα γιατί με την περικοπή του μισθού του δεν έχει πια τα χρήματα για να πληρώνει το στεγαστικό του δάνειο. Αγωνιζόμαστε για να έχουν τα παιδιά μας μέλλον σε αυτό τον τόπο και όχι να μεταναστεύουν, να μένουν άνεργα και να αμείβονται με 500 ευρώ. Αγωνιζόμαστε για να παραμείνουμε ελεύθεροι πολίτες με γνώμη και άποψη και όχι δούλοι, απλοί διεκπεραιωτές και εφαρμοστές των άθλιων νόμων που ψηφίζει η βουλή αυτή των άθλιων εκπροσώπων μας οι οποίοι για άλλη μια φορά αφού υφάρπαξαν την ψήφο του λαού μας με ψευδή διλήμματα περί δήθεν καταστροφή μας αν δεν ακολουθήσουμε πιστά τις οδηγίες των δανειστών μας θεωρούν ότι έχουν τη λαϊκή νομιμοποίηση και εντολή. 
Η μέχρι τώρα στάση μας και η κλιμάκωση του αγώνα μας όχι μόνο δεν είναι αντισυνταγματική και παράνομη όπως θέλουν μερικοί να πιστεύουν και να παρουσιάσουν αλλά αντίθετα υπηρετεί το λαό και το Σύνταγμα που καλούμαστε να εφαρμόσουμε. Αγωνιζόμαστε για να σταματήσει η προκλητική ισοπέδωση των ατομικών, κοινωνικών, εργασιακών δικαιωμάτων του λαού μας. Αγωνιζόμαστε για την προστασία των αδύνατων. Αγωνιζόμαστε για να μην εξαφανιστεί η φυλή μας, το έθνος μας, η Ελλάδα μας, ο τόπος μας που τόσο ξεδιάντροπα αφανίζεται από τους δήθεν αντιπροσώπους του, από αυτούς που είναι βουτηγμένοι στη διαφθορά και στην ανομία. Ας πληροφορηθεί λοιπόν η ηγεσία μας, η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου, ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου καθώς και οι εκλεκτοί συνάδελφοι που διαφωνούν με τη στάση μας ότι αγωνιζόμαστε για όλα τα ανωτέρω. Η μόνη διέξοδος στην κρίση είναι η σθεναρή και αποφασιστική στάση μας για να τεθεί τέρμα στην καταπάτηση κάθε έννοιας δικαίου και δικαιοσύνης που βιώνουμε και για να υπάρξει μέλλον στον τόπο μας. Διαφορετικά αν πάψει να υφίσταται και ο θεσμός της δικαστικής εξουσίας, της δικαιοσύνης που τώρα τελευταία με αφορμή τις κινητοποιήσεις μας βάλλεται από παντού και κυρίως από το εσωτερικό του, την ηγεσία του αλλά και τους ίδιους τους λειτουργούς του δεν θα υπάρχει, δεν θα έχει μείνει όρθιο τίποτα πια. Τότε ας συνεχίσουμε να μασάμε το κουτόχορτο που μας προσφέρουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι εργολάβοι - καναλάρχες και οι πολιτικοί πάτρωνές τους που θαυμάζουμε στη βουλή και ας συμμορφωθούμε με τις υποδείξεις. 
Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία.

Γιάννης Πενταγιώτης
Εισαγγελέας Πρωτοδικών

15/11/12

Ποιοι σκοτώνουν για δεύτερη φορά την Βασιλική;

Βασιλική Μπεκιάρη του Φωτίου, 17 ετών, εργαζόμενη μαθήτρια, γεννημένη στα Αμπελάκια Βάλτου Αιτωλοακαρνανίας, κάτοικος Μεταγένους 8, στον Νέο Κόσμο. 
Είχε έρθει με τους γονείς της και τον αδελφό της απ’ την επαρχία στην Αθήνα, ελπίζοντας όπως όλοι σ’ ένα καλύτερο αύριο. Για να βοηθήσει την οικογένειά της που ήταν φτωχή, η Βασιλική δούλευε το πρωί και το βράδυ πήγαινε σχολείο. Είχε σκοπό να γίνει γιατρός για να μπορεί να βοηθάει τους συνανθρώπους της, να απαλύνει τον πόνο των φτωχών και βασανισμένων ανθρώπων. Οι γύρω της έλεγαν πάντα τα καλύτερα λόγια για το χαρακτήρα της. Κορίτσι “λουλούδι” την περιγράφουν όλοι τους. Το μεσημέρι της 17ης Νοεμβρίου του 1973, ανέβηκε στην ταράτσα του σπιτιού της στον Νέο Κόσμο, μαζί με γείτονες και φίλους για να δει τι συμβαίνει στις φυλακές ανηλίκων που ήταν σχεδόν δίπλα τους. Κάποιοι ανήλικοι είχαν ξεσηκωθεί και ακουγόταν μεγάλη φασαρία. Ξαφνικά όλοι την είδαν να σωριάζεται στο έδαφος χτυπημένη από σφαίρα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Την πήγαν αμέσως στο νοσοκομείο μα ήταν αργά. Η Βασιλική είχε πεθάνει. Ποτέ δεν έγινε γνωστό από πού προήλθαν τα πυρά. Είτε από περίπολο είτε από τη φρουρά της γειτονικής φυλακής. Γιατί σημάδεψαν όμως τη Βασιλική; Τι τους είχε κάνει; Κανείς δεν απάντησε ποτέ σ’ αυτά τα ερωτήματα. Η Βασιλική, που ξυπνούσε απ’ τα χαράματα για να δουλέψει στο ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς της, δεν είχε κάνει κακό σε κανέναν, δεν είχε βλάψει κανέναν. Ήταν τόσο αθώα… Κι είχε τόσα όνειρα για το μέλλον της! 
Κάποιοι σήμερα επιδιώκουν να σκοτώσουν για δεύτερη φορά την Βασιλική: βεβηλώνουν την μνήμη της Βασιλικής και υποστηρίζουν πως η Βασιλική δεν σκοτώθηκε ποτέ! Σε αυτούς λοιπόν αφιερώνουμε την μαρτυρία του αδερφού της Βασιλικής και τα δάκρυα της Μάνας της! 
Μεσημέρι, 17/11/1973. Στην ταράτσα του σπιτιού της οικογένειας του Φώτη Μπεκιάρη στο Νέο Κόσμο ανεβαίνουν γείτονες, φίλοι και η κόρη του, η Βασιλική, ένα 17χρονο κορίτσι - "λουλούδι", για να δούνε τι συμβαίνει στις φυλακές ανηλίκων που ήταν σχεδόν δίπλα τους. "Ξαφνικά την είδαμε να σωριάζεται. Είχε κτυπηθεί στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Την πήγαμε στον "Ευαγγελισμό". Τρεις ώρες αργότερα μας είπαν ότι πέθανε. Δεν μας έδωσαν τη σφαίρα. Εκείνες τις μέρες τα περιπολικά γύριζαν στην περιοχή. Μας παρακολουθούσαν. Εμάς που ήρθαμε από την Αμφιλοχία για να δουλέψουμε. Τη Βασιλική που ξυπνούσε από τα άγρια χαράματα για να δουλέψει στο ζαχαροπλαστείο. Για να βοηθήσει την οικογένεια". Ο Θωμάς Μπεκιάρης, ο αδερφός της Βασιλικής, 30 χρόνια μετά, θυμάται με πόνο. Έχει πικραθεί που τόσα χρόνια κανείς δεν πήγε να τους μιλήσει. Να τους παρηγορήσει. Ο ίδιος, τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, πήγαινε στο Πολυτεχνείο, στη γιορτή. Σήμερα δεν πάει. Τιμάει με το δικό του τρόπο τη Βασιλική. Απλά, όπως η μάνα του, που δεν ξέρει από πολιτική, αλλά κάθε 17 Νοέμβρη κατεβάζει το μαύρο μαντίλι ως κάτω και μοιρολογεί.

«Η Γαλλία ωρολογιακή βόμβα στην καρδιά της Ευρώπης!».


«Ωρολογιακή βόμβα στην καρδιά της Ευρώπης» χαρακτηρίζει την οικονομία της Γαλλίας, το βρετανικό εβδομαδιαίο περιοδικό "The Economist".

Σύμφωνα με το πρωτοσέλιδο κεντρικό άρθρο του βρετανικού περιοδικού, «η Γαλλία θα μπορούσε να γίνει ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το ενιαίο ευρωπαϊκό νόμισμα» και «η κρίση θα μπορούσε να την πλήξει από το επόμενο έτος»«Η Γαλλία έχει ακόμα πολλά δυνατά σημεία, ωστόσο οι αδυναμίες της έχουν εκτεθεί από την κρίση. Για χρόνια χάνει ανταγωνιστικότητα σε σχέση με τη Γερμανία και αυτή η τάση έχει επιταχυνθεί καθώς οι Γερμανοί έχουν περικόψει τα κόστη και έχουν προωθήσει μεγάλες μεταρρυθμίσεις», αναφέρει χαρακτηριστικά το Economist, επισημαίνοντας τη στάσιμη οικονομία, την υψηλή ανεργία, το αβυσσαλέο εμπορικό έλλειμμα, και τη χρόνια αδυναμία του Παρισιού να εκτελέσει έναν μη ελλειμματικό προϋπολογισμό.
Οι ελπίδες της χώρας έχουν πλέον εναποτεθεί στην κυβέρνηση του Σοσιαλιστή προέδρου Φρανσουά Ολάντ, ο οποίος απολαμβάνει την πλειοψηφία στη γαλλική Βουλή και έχει υποσχεθεί πως θα υλοποιήσει προτεινόμενες αλλαγές για τη μείωση των «κοινωνικών χρεώσεων» στις επιχειρήσεις. Παρά ταύτα, «ενώπιον της βαρύτητας των οικονομικών προβλημάτων της Γαλλίας» ο κ. Ολάντ φαντάζει διστακτικός να υιοθετήσει τις απαιτούμενες αλλαγές. Γιατί άλλωστε «οι επιχειρήσεις, οι επενδυτές και οι αγορές να τον πιστέψουν όταν έχει ήδη προωθήσει μία σειρά από μέτρα, περιλαμβανομένου ενός φόρου 75% στο κορυφαίο εισοδηματικό κλιμάκιο, έχει αυξήσει φόρους στις επιχειρήσεις, τον πλούτο, τα κεφαλαιακά κέρδη και τα μερίσματα»; αναρωτιέται το περιοδικό το οποίο ασκεί μεγάλη επιρροή στον επιχειρηματικό κόσμο ανά την υφήλιο και εκφράζει τα πιο σκληρά επιχειρηματικά χρηματοοικονομικά συμφέροντα. 
Μια λύση θα ήταν «να υπάρξει μεγαλύτερος σε ευρωπαϊκό επίπεδο ελέγχος επί των εθνικών οικονομικών πολιτικών. Η Γαλλία έχει επικυρώσει απρόθυμα την πρόσφατη δημοσιονομική συνθήκη, η οποία δίνει στις Βρυξέλλες επιπλέον δημοσιονομικές εξουσίες. Αλλά ούτε η Γαλλική οικονομικοπολιτική ελίτ ούτε οι απλοί ψηφοφόροι είναι ακόμα έτοιμοι να παραδώσουν περισσότερη εθνική τους κυριαρχία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως ακριβώς εξάλλου είναι απροετοίμαστοι και για βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Ενώ οι περισσότερες χώρες στην Ευρώπη συζητούν από πόση εθνική κυριαρχία θα πρέπει να παραιτηθούν, η Γαλλία αποφεύγει προς το παρόν  συστηματικά οποιαδήποτε συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης».
«Εκτός κι εάν έγκαιρα ο κ. Ολάντ προλάβει να επιδείξει πως είναι πραγματικά αφοσιωμένος στο να αλλάξει το δρόμο όπου η χώρα του βαδίζει κατά τα τελευταία 30 χρόνια, η Γαλλία δεν θα χάσει την πίστη των επενδυτών – και της Γερμανίας. Όπως αρκετές χώρες της ευρωζώνης έχουν ανακαλύψει, το αίσθημα στις αγορές μπορεί να αλλάξει γρήγορα. Η κρίση μπορεί να πλήξει τη Γαλλία τον επόμενο χρόνο», επισημαίνει το Economistπροειδοποιώντας ταυτόχρονα με τα πλέον μελανά χρώματα: «Πλέον δεν κρίνεται μονάχα το μέλλον της Γαλλίας, αλλά το μέλλον του ευρώ. Ο κ. Ολάντ δεν έχει και πολύ χρόνο για να απενεργοποιήσει την ωρολογιακή βόμβα στην καρδιά της Ευρώπης.»