24/5/09

Άγιοι της Αιτωλοακαρνανίας...

Η έκτη Κυριακή από το Πάσχα, η Κυριακή του τυφλού όπως είναι γνωστότερη, είναι αφιερωμένη, μεταξύ των άλλων, και στους Αγίους της Αιτωλοακαρνανίας. Πράγματι: ο νομός αυτός είναι ένας από τους σημαντικότερους νομούς της πατρίδος μας. Είναι δηλαδή ένας μεγάλος νομός, τόσο ως προς το γεωγραφικό του μέγεθος, όσο και ως προς το πνευματικό του ανάστημα, αφού έχει αναδείξει έναν λαμπρό χορό αγίων. Στον τόπο αυτό έλαμψαν αστέρες της ελληνορθόδοξης χριστιανικής πίστεως και παραδόσεως μας. Ακτινοβόλησαν άνθρωποι που μαρτύρησαν ή ασκήθηκαν, δίνοντας την ψυχή και το σώμα τους για τον Θεάνθρωπο Χριστό μας. Έτσι κατανοείται το πώς η γη της Αιτωλοακαρνανίας, διαποτισμένη από το αίμα Μαρτύρων ή από τους ασκητικούς ιδρώτες Οσίων, είναι ένας πνευματικά ευλογημένος τόπος.
Ας αναφερθούμε σε καθένα άγιο ξεχωριστά, από όσους έδρασαν στην αγιοφόρο γη της Αιτωλοακαρνανίας, προσφέροντας ζηλευτό πνευματικό έργο.
Α) Ο Όσιος Βάρβαρος ο Πενταπολίτης.
Έζησε τον 8ο μ.Χ. αιώνα. Καταγόταν από την Αίγυπτο, και ήταν αρχικά ληστής. Ύστερα όμως από τις αλλεπάλληλες προσευχές των χριστιανών γονέων του, από άγριος κουρσάρος μετατράπηκε σε έναν ακάματο ασκητή! Ο Άγιος Βάρβαρος διέμενε στον Τρύφο του Ξηρομέρου, αλυσοδεμένος, γιατί έκρινε πώς έτσι υποτάσσει το πνεύμα του, με το να δένει το σώμα του. Από αυτό το χωριό της Αιτωλοακαρνανίας, τον Τρύφο, ο Άγιος αναχώρησε προς τον Κύριό του, κατόπιν σκληρής ασκήσεως.
Β) Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Βλάσιος, ο εν Σκλαβαίνοις.
Είναι νεοφανής, και λίγα δυστυχώς είναι τα στοιχεία για τον οσιακό βίο του. Σύμφωνα με τους συναξαριστές της Αγιοτάτης Εκκλησίας μας, μαρτύρησε το 1006 μ.Χ.
Γ) Ο Όσιος Ανδρέας, ο Ερημίτης.
Ο Άγιος Ανδρέας έζησε τον 13ο μ.Χ. αιώνα και η καταγωγή του ήταν από την Ήπειρο. Ο Ανδρέας νυμφεύεται σε ώριμη ηλικία, και αποκτά απογόνους. Όμως το πνεύμα του ασκητισμού δεν τον αφήνει σε ησυχία και τον οδηγεί στο να εγκαταλείψει την οικογένειά του και γενικά την εγκόσμια ζωή του, και μάλιστα, να πορευθεί προς την σκληρή άσκηση. Ανυπομονούσε πότε να ασκηθεί, έτσι ώστε να ζήσει την πραγματική επικοινωνία με τον Θεό. Γι’ αυτόν τον λόγο και έζησε σε μια σπηλιά του χωριού Χαλκιόπουλοι. Στον χώρο του σπηλαίου ο παντοδύναμος Θεός, αποφασίζει και του «παίρνει» την οσιακή ψυχή του, αφού σημειώθηκαν πάμπολα θαύματα κατά την ώρα που ο Άγιος εγκατέλειπε την επίγεια ζωή για την αιώνια.
Δ) Ο Όσιος Δαυίδ, ο οποίος ήκμασε στα μέσα του 16ου μ.Χ. αιώνος.
Αυτός ο Άγιος έδρασε κυρίως στο παραθαλάσσιο μέρος της Ναυπάκτου, ως υποτακτικός του τότε μητροπολίτου Ναυπάκτου και Άρτης Ακακίου. Αφού λοιπόν χειροτονήθηκε διάκονος και έπειτα αρχιμανδρίτης, καθίσταται ηγούμενος στο μοναστήρι της Παναγίας της Βαρνάκοβας, που βρίσκεται έξω από την Ναύπακτο. Είχε την δυνατότητα να διδάσκει έμπρακτα την αρετή, καθώς επίσης να επιτελεί εντυπωσιακά θαύματα. Ως Όσιος έλαμψε, διότι κατόρθωσε, Χάριτι Θεία, να χαράξει μια υπέρλαμπρη και απαστράπτουσα πνευματική πορεία, εξ αιτίας της αρίστης μορφώσεώς του και των καλλιεργημένων αρετών του. Μόνος του, αντιμετωπίζοντας δυσκολίες, κατορθώνει να κτίσει μοναστήρι στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Εύβοια, αφού άφησε την Βαρνάκοβα. Ύστερα από ασκητικό βίο, προβλέπει την προς Κύριον εκδημία του και αποβιώνει ειρηνικά.
Ε) Οι Άγιοι αδελφοί Συμεών και Θεόδωρος, κτήτορες της ιστορικής Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου.
Γεννήθηκαν στις αρχές του 4ου μ.Χ. αιώνος. Ο βίος τους ήταν ασκητικός και οσιακός, καθώς αγωνίσθηκαν ψυχικά και πνευματικά για τη μετάδοση του Ευαγγελίου. Προσπάθησαν να μεταλαμπαδεύσουν την άσβεστη φλόγα του Θείου Κηρύγματος στην Αιτωλοακαρνανία και έπειτα «εκοιμήθησαν» ειρηνικά.
ΣΤ) Ο Όσιος Ευγένιος ο Αιτωλός.
Γεννήθηκε το 1597 στο Μέγα Δένδρο του Θέρμου. Από νέος μόνασε στην σεβάσμια Ιερά Μονή της Παναγίας του Βλοχού, καθώς και στην Ιερά Μονή Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους, όπου εκεί έλαβε και την πρώτη μόρφωση. Μετά δε από ένα χρονικό διάστημα χειροτονήθηκε διάκονος στο ονομαστό μοναστήρι της Τατάρνας, και πρεσβύτερος στο Πατριαρχείο Αλεξανδρείας. Επιπλέον σπουδάζει Θεολογία σε εκλεκτά πανεπιστήμια της εποχής. Σκοπός του είναι να «διαφωτίσει» το γένος που ήταν υποδουλωμένο στους Τούρκους. Γι’ αυτό μένει άγρυπνος, ώστε να απελευθερώσει τους Ρωμιούς από το σκότος της αμάθειας και για να τους μεταδώσει την ορθοδοξία και την ορθοπραξία. Έτσι περιέρχεται όλη την Αιτωλοακαρνανία, εκπληρώνοντας όλους τους σκοπούς του. Ο Μέγας Διδάσκαλος του Γένους, καθώς τον αποκαλούν όλοι οι συναξαριστές, κοιμήθηκε οσιακώς το 1682.
Ζ) Ο Άγιος Ιωάννης ο Βραχωρίτης ή ο εξ Οθωμανών.
Κι αυτός ο Άγιος Νεομάρτυς του Χριστού έχει καταταγεί στους περίδοξους Αθλητές της πίστεώς μας. Γεννήθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, από γονείς Μουσουλμάνους, και μάλιστα, από πατέρα «ιερωμένο» στο Ισλάμ. Όταν ήταν 20 ετών, αναλαμβάνει υπηρεσία ως πιστός ακόλουθος ενός Δερβίση στο Βραχώρι της Αιτωλίας, οπότε και αρχίζει η δράση του Αγίου. Στο Βραχώρι, (το σημερινό Αγρίνιο) αρχίζει δειλά δειλά να αποκαλύπτει τα χριστιανικά του συναισθήματα, τα οποία, ως τότε, έκρυβε μέσα στην πολύτιμη ψυχή του. Αγαπούσε την Ορθοδοξία κατά βάθος, και για αυτό «πετάει» τα ενδύματα του Μουσουλμάνου, και ντύνεται τα ενδύματα του Ρωμιού. Από αυτό το σημείο αρχίζει και η ορθόδοξη χριστιανική ζωή του, που εγκαινιάζεται με το Άγιο Βάπτισμα που δέχεται, ονομαζόμενος Ιωάννης πλέον, ενώ έως τότε ήταν γνωστός ως Χασάν. Το παλικάρι μεταβαίνει στο ωραίο νησί της Ιθάκης, όπου και βαπτίζεται. Έπειτα επανέρχεται στην Αιτωλία και συγκεκριμένα στο χωριό Μαχαλάς, (δεν γυρίζει δηλ. στο Βραχώρι), αφού κινδύνευε η ίδια του η ζωή. Στο Μαχαλά (σημερινές Φυτείες) διάγει μια ταπεινή ζωή, εργάζεται ως αγροφύλακας, ενώ νυμφεύεται επίσης Ορθόδοξη Ρωμιά. Όμως ο πατέρας του μαθαίνει για την νέα – αλλαγμένη ζωή του και στέλνει αντιπροσώπους του ώστε να τον μεταπείσουν να αλλαξοπιστήσει, μα ο Ιωάννης τους διώχνει. Κατόπιν, συλλαμβάνεται από τον Μουσελίμι της περιοχής, στον οποίο διατρανώνει την αγάπη του για τον λυτρωτή του Χριστό. Επακόλουθο της ομολογίας του αυτής, είναι τα Μαρτύρια που υφίσταται! Στο τέλος οι Τούρκοι τον κρεμούν σε ένα δένδρο (πλάτανο ίσως), που βρίσκεται και σώζεται ευτυχώς έως σήμερα στον περίβολο του Ιερού ναού του Αγίου Δημητρίου του Αγρινίου.
Η) Όσιος Ιάκωβος ο Νεομάρτυς και οι τρεις μαθητές του, Ιάκωβος, Διονύσιος και Θεωνάς.
Όλοι έζησαν στις αρχές του 16ου αιώνος μ.Χ. Ο Όσιος Ιάκωβος γεννήθηκε σε ένα χωριό της Καστοριάς από ορθόδοξη χριστιανική οικογένεια. Εργάσθηκε ως κτηνοτρόφος, αλλά επειδή απόκτησε πλούτο, ο αγαπημένος αδελφός του τον φθόνησε. Όμως για να μην έλθουν σε διάσταση οι σχέσεις των δύο αδελφών, ο Ιάκωβος καταφεύγει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί συνεχίζει την ζωή του ασκώντας το ίδιο επάγγελμα, επιτυγχάνοντας να αποκτήσει τεράστιο πλούτο, τον οποίο μοιράζει στους πτωχούς, αφού πρώτα είχε εξομολογηθεί στον Πατριάρχη. Έπειτα μεταβαίνει στο Άγιον Όρος και συγκεκριμένα στη μονή Δοχειαρίου, όπου και κείρεται μοναχός. Εκεί διακρίθηκε μεταξύ των άλλων, και ως αληθινός δάσκαλος της αρετής, αφού κατάφερε να αποκτήσει έξι μαθητές, οι οποίοι τον συνοδεύουν καθώς ο Άγιος εγκαταλείπει το «Περιβόλι της Παναγίας», και μεταβαίνει στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου της Δερβέκιστας, κοντά στην Ναύπακτο. Εκεί συκοφαντήθηκε ατυχώς από τους Τούρκους ότι δήθεν παρασύρει τους χριστιανούς κατά της βαρβαρικής εξουσίας. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συλληφθεί και αυτός και οι μαθητές του, Ιάκωβος ο διάκονος, Διονύσιος μοναχός, και Θεωνάς. Επακολούθησε η φυλάκισή τους από τον Μπέη των Τρικάλων. Μετά την παραμονή τους σε κράτηση επί 40 ημέρες, στάλθηκαν στον Σουλτάνο Σελίμ της Θράκης. Ο Σουλτάνος τους πίεζε να αλλαξοπιστήσουν, αλλά αυτοί παρέμεναν ακλόνητοι στην πίστη τους, και γι’ αυτό και τους βασάνισαν σκληρά. Στο τέλος, όλους τους απαγχόνισαν εξ αιτίας της άσβεστης φλόγας της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεώς τους.
Θ) Οι Άγιοι Νεομάρτυρες Λάμπρος, Θεόδωρος και έτερος ανώνυμος.
Και οι τρεις είναι γόνοι της Πελοποννήσου, για επαγγελματικούς όμως λόγους εγκαταστάθηκαν στα Ιωάννινα. Με την πάροδο των ετών, αποφάσισαν να μεταβούν και στην πατρίδα τους τον Μοριά. Έτσι ξεκίνησαν, και πρώτα έφθασαν στο Βραχώρι, σημερινό Αγρίνιο. Για να το προσπεράσουν όμως, έπρεπε να πληρώσουν υπέρογκους φόρους στους Τούρκους, αφού αυτοί ήταν ραγιάδες. Για να μην πληρώσουν λοιπόν, μεταμφιέζονται σε Τούρκους και τα καταφέρνουν. Έπειτα από την επιτυχία του σχεδίου τους, αποφασίζουν να διανυκτερεύσουν σε ένα σπίτι εντός της πόλεως. Όμως ενώ αυτοί ξέφυγαν, οι Τούρκοι έστειλαν έναν δικό τους, να τους βρει και να τους ζητήσει πληροφορίες σχετικά με τα Γιάννενα.
Ο Τούρκος απεσταλμένος όμως, όταν έφθασε στο σπίτι όπου είχαν καταλύσει οι τρεις έμποροι, δεν μπήκε μέσα αμέσως. Κάθισε έξω και κρυφάκουγε τι έλεγαν μεταξύ τους οι Ρωμιοί. Εκείνη την ώρα έλεγαν λοιπόν πως κατόρθωσαν με ένα “σελάμ” να γλιτώσουν τα χρήματά τους από το φόρο. Μόλις όμως άκουσε αυτό ο απεσταλμένος – κατάσκοπος, αντιλήφθηκε ότι οι τρεις ήταν χριστιανοί που τους εξαπάτησαν. Τότε οι άλλοι Τούρκοι έτρεξαν σαν θηρία ανήμερα και απέκλεισαν το εν λόγω κατάλυμα. Άρπαξαν τους Μάρτυρες και τους έσερναν στους δρόμους της πόλεως.
Έτσι, σέρνοντας και δέρνοντας, τους έφεραν μπροστά στο Κριτήριο. Ύστερα από πέντε ημέρες ανακρίσεων και βασανισμών, ο Κατής και ο Κωνσταντινουπολίτης Μουσελίμης συμφώνησαν να θανατωθούν και οι τρεις Μάρτυρες, αφού επέμεναν να σέβονται τον Κύριό μας Ιησού Χριστό. Τους πήραν τότε οι δήμιοι για να τους κρεμάσουν. Τον έναν τον οδήγησαν στον πλάτανο, που ήταν κοντά στο τζαρσί (διοικητήριο), στην περιοχή της σημερινής οδού Σκόπα, (περίπου στην πλατεία που οι ντόπιοι ονομάζουν τρία φανάρια). Εκεί «πέταξαν» στο δένδρο την κρεμάλα και τον απαγχόνισαν. Τον άλλον, τον μετέφεραν έξω ακριβώς από τον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου, (ναός ο οποίος βρίσκεται και σήμερα στο ίδιο σημείο). Εκεί τον κρέμασαν στον πλάτανο που υπήρχε έξω από τον Ναό. Ίσως μάλιστα πρόκειται για τον ίδιο πλάτανο στον οποίο μαρτύρησε έπειτα από 40 χρόνια και ο Άγιος Ιωάννης ο εν Βραχωρίω αθλήσας. Τον τρίτο Μάρτυρα τον εκτέλεσαν στην τότε άκρη – είσοδο της πόλεως του Βραχωρίου, εκεί που σήμερα βρίσκεται η οδός Δ. Σταϊκου. Έτσι οι τρεις Νεομάρτυρες ετελειώθησαν γενναιόφρονα και μαρτυρικά.
Ι) Ο Άγιος Εθνοϊερομάρτυρας Κοσμάς ο Αιτωλός.
Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός γεννήθηκε στο χωριό Μέγα Δένδρο της περιοχής Θέρμου της Αιτωλοακαρνανίας. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς και προπάντων ζηλωτές ορθόδοξοι χριστιανοί. Σε ηλικία είκοσι ετών μεταβαίνει στο Άγιον Όρος, προκειμένου να φοιτήσει στο εκεί νεοσύστατο σχολείο της Ιεράς μονής Βατοπεδίου. Μετά την αποφοίτησή του, εντάχθηκε στην Μονή Φιλοθέου όπου εκάρρη μοναχός και κατόπιν ιερομόναχος. Ο Άγιος όμως είχε στόχο να διδάξει τα άγια «Γράμματα» στους σκλαβωμένους Ρωμιούς οι οποίοι απ’ το σκοτάδι της αμάθειας, κινδύνευαν να απωλέσουν και Πίστη και πατρίδα. Αφού πήρε την άδεια του Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, άρχισε το ιεραποστολικό του έργο σε όλη σχεδόν την υπόδουλη Ρωμανία. Απ’ όπου περνούσε, έκτιζε εκκλησιές και σχολεία, ενώ πλήθη λαού συνέρρεαν για να ακούσουν λόγο Θεού, ώστε να «γεμίσουν» την καρδιά τους με Χριστό και Ελλάδα. Τέλος, συκοφαντήθηκε από τους Εβραίους στους Τούρκους και τον απαγχόνισαν στα χώματα της Β. Ηπείρου. Μια από τις πολλές του σοφές ρήσεις που πρέπει να εγκολπωθούμε είναι «Χριστός και Ελλάδα σας χρειάζονται».
Η υπέρλαμπρη σύναξη των Αγίων της Αιτωλοακαρνανίας εορτάζεται πανηγυρικώς την ΣΤ’ Κυριακή μετά το Πάσχα (την Κυριακή του Τυφλού). Με την Χάρη του Τριαδικού Θεού, δόθηκε η ευκαιρία να αναφερθούμε στους αγίους της Αιτωλοακαρνανίας, μερικοί απ’ τους οποίους, παραμένουν ατυχώς άγνωστοι σε αρκετούς Ορθοδόξους αδελφούς. Γνωρίζοντας λοιπόν τους μάρτυρες που με ένθεο ζήλο και μεγάλο πόθο για το Σωτήρα Χριστό θυσιάστηκαν για Αυτόν, συνδεόμαστε με τους Αγίους, ενώ αναρριπίζεται μέσα μας η ευλάβεια και η διάθεση για θυσία υπέρ των Ιερών του Γένους μας. Μέσα από τους βίους των Αγίων μας, έχουμε την ευκαιρία να γίνουμε κοινωνοί των Θείων αρετών, οι οποίες πρέπει να διέπουν την ζωή μας σήμερα, προκειμένου να καταταγούμε τελικώς στην Αιώνιο Βασιλεία των Ουρανών. Έτσι, οι άγιοι ας αποτελέσουν παραδείγματα προς μίμηση, αλλά και ας μεσιτεύουν στον λυτρωτή Χριστό για όλους μας, και ιδιαιτέρως για τους σύγχρονους Αιτωλοακαρνάνες.
Σημειωτέον πως η ασματική ακολουθία της συνάξεως των Αγίων είναι ποίημα του Αποστόλου Παπαχρήστου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1) Αιτωλοακαρνάνες άγιοι, Βίοι Αγίων [97], Αρχιμ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ, έκδοση Σωτήρ.
2) Αιτωλοακαρνάνες άγιοι, Αρχιμ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ, έκδοση ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΝΑΥΠΑΚΤΟΥ
3) Ο Βάρβαρος που έγινε Άγιος, Αρχιμ. ΠΑΥΛΟΥ ΝΤΑΝΑ, έκδοση ΚΑΛΑΜΟΣ.
4) Ο Άγιος Ευγένιος ο Αιτωλός, Πρωτοπρεσβυτέρου ΑΓΓΕΛΟΥ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, έκδοση Μέλισσα.
5) Αγιολόγιο της Ορθοδοξίας , ΧΡΗΣΤΟΥ ΤΣΟΛΑΚΙΔΗ, έκδοση Τσολακίδη.
6) Το συναξάρι των Αγίων, ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΔΑΜΙΓΟΥ, έκδοση Ίδρυμα Τύπου Α.Ε.
Επιμέλεια κειμένου, Κωνσταντίνα Κυριακούλη.

Όξυλος.

Γυιός του Αίμονος και της Γόργης ,εγγονός του Οινέα και απόγονος του Αιτωλού.Το όνομα του έχει συνδεθεί με τον μύθο της επιστροφής των Ηρακλειδών στην Πελοπόννησο,αφού η μητέρα του Γόργη ήταν αδελφή της Δηιάνειρας της μητέρας του 'Υλλου,του πρώτου των Ηρακλειδών.Ο 'Οξυλος κατοικούσε στην Αιτωλία,όπου σκότωσε κατά λάθοςτον αδερφό του Θέρμιο.Για να εξιλεωθεί, αυτοεξορίστηκε στην 'Ηλιδα,όπου έμεινε ένα έτος.'Οταν ξεκίνησε να επιστρέψει στην Αιτωλία,στον δρόμο του συνάντησε τους Ηρακλείδες,οι οποίοι τον έκαναν αρχηγό τους,για να τους οδηγήσει στην πατρίδα τους.
Οι Ηρακλείδες, που ήθελαν να επιστρέψουν στην Πελοπόννησο, πήραν χρησμό από τους Δελφούς, να βρουν ένα οδηγό με τρία μάτια και να περάσουν μέσα από ένα στενό φαράγγι. Οι Ηρακλείδες τότε, συνάντησαν τον εξόριστο ευγενή από την Αιτωλία, Όξυλο, ο οποίος ακούσια είχε διαπράξει φόνο κατά την διάρκεια αγώνων στο ρίξιμο του δίσκου, και ο οποίος είχε χάσει το ένα μάτι του και ήταν καβάλα σε ημίονο, και του ζήτησαν να τους οδηγήσει στην Πελοπόννησο. Ο Όξυλος τους συμβούλευσε να περάσουν στην Πελοπόννησο με πλοία και να μην προσπαθήσουν να περάσουν από τον Ισθμό, με στρατό. Έτσι, τους οδήγησε στο ταξίδι από την Ναύπακτο στο Μολύκριο και για ανταμοιβή του συμφώνησαν να του δώσουν την περιοχή της Ηλείας. Ο Όξυλος με πονηρία οδήγησε τους Δωριείς δια μέσου της Αρκαδίας, γιατί δεν ήθελε να δουν τις εύφορες πεδιάδες της Ηλείας, οι οποίες ήταν καλλιεργημένες.Ο Όξυλος ήθελε να γίνει βασιλιάς της Ηλείας χωρίς να γίνει μάχη, αλλά ο αρχηγός των Επείων, Δίος, δεν συμφωνούσε και πρότεινε να γίνει μονομαχία, με ένα άνδρα από την κάθε στρατιά. Από την Ηλεία διαλέχτηκε ο τοξότης, Δέγμενος, και από τους Αιτωλούς, ο σφενδονιστής, Πυραίχμης. Ο Πυραίχμης νίκησε και ο Όξυλος έγινε βασιλιάς της Ηλείας. Ο Όξυλος απέδωσε τιμές στον Δίο, ο οποίος τιμήθηκε σαν ήρωας, και επέτρεψε στους Επειούς να κρατήσουν τα κτήματα τους, αλλά συγχρόνως έφερε Αιτωλούς να κατοικήσουν και τους έδωσε μερίδιο από την γη. Κατάφερε να πείσει τους κατοίκους των γειτονικών χωριών να έλθουν και να εγκατασταθούν μέσα από τα τείχη της Ηλείας και έτσι μεγάλωσε την περιοχή και επίσης ανακαίνισε και τους Αγώνες. Αυτούς τους χρόνους, πολλοί κάτοικοι από την Πίσα και την κοίλη Ηλεία, άφησαν τις περιουσίες τους και μετανάστευσαν στην Ήπειρο. Μεταξύ των αποικιών ήταν η Ελάτεια, Πανδοσία και Βουχέτιο. Ο Όξυλος πήρε σύζυγο του την Πιερία και μαζί απέκτησαν τον Αιτωλό τον νεώτερο και τον Λαία,ο οποίος τον διαδέχτηκε και στον θρόνο.Το περιέχομενο του μύθου του 'Οξυλου προδίδει κάποιον ιστορικό πυρήνα,που ίσως αναφέρεται σε κάποια πρώιμη εγκατάσταση Αιτωλών στην Ηλεία.

ΟΙ ΑΡΜΑΝΟΙ (ΡΙΜΕΝΟΙ) ΤΗΣ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

Οι κάτοικοι της Παλαιομάνινας είναι απόγονοι ενός λατινόφωνου πληθυσμού που στην τρέχουσα γλώσσα ονομάζονται Βλάχοι (ονομασία που χρησιμοποιούν κυρίως οι Σλάβοι). Οι ίδιοι όμως κάτοικοι χρησιμοποιούν για τους εαυτούς τους την ονομασία "Ριμένοι" με χαρακτηριστική προφορά του "ρο" που θεωρείται σύμφωνα με έρευνα του Α. Κουκούδη ότι προσδιορίζει μια ιδιαίτερη ομάδα Βλάχων, τους Αρβανιτόβλαχους ή Αρβαντόβλαχους. Ειδικότερα για την περιοχή της Αιτωλοακαρνανίας η ονομασία που χρησιμοποιεί ο μη-λατινόφωνος πληθυσμός για μας είναι επίσης και "Καραγκούνηδες" ίσως εξαιτίας της ένδυσης (καρά-γκούν=μαύρο σιγκούνι). Οι καραγκούνηδες της Αιτωλοακαρνανίας δεν σχετίζονται με τους ελληνόφωνους καραγκούνηδες της Θεσσαλίας.
Στη διεθνή επιστημονική βιβλιογραφία ο όρος είναι "Aromuns". Σύμφωνα με τον Α. Κουκούδη (1999) οι κάτοικοι της Παλαιομάνινας όπως και οι κάτοικοι των πέντε διπλανών χωριών (Στράτος, Όχθεια, Αγράμπελo, Γουριώτισσα, Στρογγυλοβούνι και Μάνινα Βλιζιανών) μετανάστευσαν στην περιοχή σταδιακά από το 1865 έως το 1870 ως πληθυσμοί Αρβανιτοβλάχων που κατοικούσαν στο Μπιτσικόπουλο (στη σημερινή συνοριακή γραμμή Ελλάδας - Αλβανίας). Γύρω στο 1860 το Ελληνικό Κράτος έβγαλε ένα νόμο (ΦΕΚ 12/2 Μαΐου 1858 και ΦΕΚ 14/9 Απριλίου 1959), με τον οποίο υποχρέωνε τους νομάδες που πηγαινοέρχονταν μεταξύ ελληνικού και τουρκικού κράτους ή να εγκατασταθούν μόνιμα δημιουργώντας χωριά ή να μην ξαναπεράσουν τα σύνορα. Οι νομάδες αυτοί αποφάσισαν να εγκατασταθούν οριστικά και μόνιμα πια στο Ξηρόμερο αφήνοντας για πάντα τον νομαδικό βίο και να ασχοληθούν και με την καλλιέργεια της γης. Ήδη όμως προϋπήρξε έγγραφο προς τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια με ημερομηνία 27 Σεπτεμβρίου 1829, όπου είχε δηλωθεί η επιθυμία "ποιμένων και γεωργών" οι οποίοι καταδυναστευόμενοι από τον τουρκικό ζυγό ζητούσαν άδεια για τη μόνιμη εγκατάστασή τους στη περιοχή Μάνινα Ξηρομέρου. Η μετανάστευση τελικά ξεκίνησε το 1840 μετά από ληστρικές επιθέσεις τουρκαλβανών. Ο παλαιομανιώτης συγγραφέας και δημοσιογράφος Δημήτρης Στεργίου θεωρεί ότι οι Ριμένοι της Ακαρνανίας δεν βρέθηκαν τυχαία σε αυτό το χώρο αλλά τον προτιμούσαν για τα χειμαδιά τους, επειδή απλά ήταν ο τόπος τους. Την άποψή του ενισχύει ο πολύ παρατηρητικός περιηγητής του 19 ου αιώνα Gustav Weigand, ο οποίος επισημαίνει ότι οι Ελληνόβλαχοι αυτοί είναι απόγονοι του μεσαιωνικού πληθυσμού, αφού η Ακαρνανία ήταν γνωστή κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ως Μικρή Βλαχία, σε αντίθεση με τη Μεγάλη Βλαχία, που ήταν η Θεσσαλία. Επίσης διερεύνηση θέλει και το γεγονός ότι οι κάτοικοι της Αγραμπέλου κατοίκησαν σε περιοχή στην οποία αναφέρεται προυπάρχων οικισμός τον 16ο περίπου αιώνα. Επιπλέον όπως επισημαίνει ο Δ. Στεργίου, κανένα από τα τοπωνύμια τουλάχιστον της Παλαιομάνινας (>100) δεν έχει τούρκικη, σλάβικη ή αλβανική ονομασία! Όλα σχεδόν είναι στη γλώσσα Ριμινεστι και πήραν την ονομασία τους από ξωκλήσια, αρχαιολογικά μνημεία, ιδιοκτήτες των αντίστοιχων περιοχών, από ζώα (πρόβατα, βόδια, γαϊδούρια), κλέφτες και γεωγραφικό ανάγλυφο. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η περιοχή αυτή της Ακαρνανίας κατοικούνταν και πριν από την εγκατάστασή των Ριμένων στα σημερινά χωριά τους αποκλειστικά και μόνο από τους ίδιους Έλληνες βλαχοποιμένες. Υπάρχει ένα μόνο τοπωνύμιο στη σλάβικη γλώσσα («λούτσα»), αλλά κι αυτή προ πολλού είχε και έχει ενταχθεί στο ελληνικό λεξιλόγιο.Είναι χαρακτηριστικό ότι η ομάδα των "Ριμένων" της Ακαρνανίας απέφευγαν τις επιγαμίες ακόμα και με άλλους Βλάχους ή γείτονες ενώ σύμφωνα πάλι με τον Α. Κουκούδη διατήρησαν "μια βλάχικη διάλεκτο που σύμφωνα με κάποιες απόψεις είναι πλησιέστερη σε παλαιότερους γλωσσολογικούς τύπους". Η ομάδα των λατινόγλωσσων Ελλήνων της Αιτωλοακαρνανίας αποτελεί σημαντικό κομμάτι της ελληνικής ιστορίας όχι μόνο για την ενεργή και γνωστή συμμετοχή τους στη νεότερη ελληνική ιστορία (ελληνική επανάσταση, Μικρά Ασία κλπ) αλλά και γιατί
1) τα λαογραφικά τους στοιχεία, παλαιά ενδυμασία, έθιμα και συνήθειες δείχνουν μια ελληνικότητα που ξεκινά από τους μυκηναϊκούς χρόνους (βλέπε λαογραφικά στοιχεία και εθιμικά σύμβολα)
2) η ύπαρξη πολλών ομηρικών και αρχαϊκών λέξεων και αρχαίων γλωσσολογικών τύπων με προφορά πιο κοντινή από ότι οι άλλες Αρωμανικές διάλεκτοι3) η πολύ κλειστή κοινωνία των λατινόφωνων Ελλήνων της Αιτωλοακαρνανίας και ο αυστηρά νομαδοκτηνοτροφικός τρόπος διαβίωσης που δεν επέτρεπε συχνή επικοινωνία με άλλους πληθυσμούς πχ μέσω εμπορίου, μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ένα τμήμα της ταυτότητας αυτών των ανθρώπων αποτελεί ίσως " ένα ζωντανό απολίθωμα" μιας αρχαίας εποχής.Η μεγάλη διασπορά των Αρμάνων στη βαλκανική χερσόνησο δυσκολεύει αρκετά την εύρεση της εντόπισης της κοιτίδας των Αρμάνων. Φαίνεται όμως ότι οι Ριμένοι της Ακαρνανίας εξαιτίας του παραδοσιακού νομαδοκτηνοτροφικού τρόπου διαβίωσης, της σχέσης τους με τα ηπειρώτικα έθιμα και την ηπειρώτικη μουσική, της διατήρησης αρχαίων ελληνικών γλωσσολογικών τύπων, της σημερινής τους γεωγραφικής εντόπισης προέρχονται από τη ραχοκοκαλιά της Πίνδου με περιόδους μετακίνησής τους στην Αλβανία (Αρβανιτόβλαχοι) και νότια Ήπειρο και τη Δυτική Μακεδονία. Φαίνεται δηλαδή ότι μετά την επιδρομή των Σλάβων τον 6ο αιώνα αποτραβιούνται στα βουνά υιοθετούν το νομαδικό τρόπο ζωής των κτηνοτρόφων σκηνιτών, δεν αναμειγνύονται με άλλες ομάδες και ίσως αυτό να είναι και η αιτία που δεν αναπτύσσουν το εμπόριο, τις τέχνες και τα γράμματα και θεωρούνται σύμφωνα με τον Αραβαντινό από τους άλλους Αρμάνους και Έλληνες απρόσιτοι και άγριοι.
Η συνοχή και η αλληλεγγύη των έξι "ριμένικων" χωριών της Ακαρνανίας. υποστηρίζεται ιστορικά και βιβλιογραφικά. Το γεγονός αυτό ισχυροποιείται από τους ίδιους τους κατοίκους, που επέτρεπαν για πάνω από 150 χρόνια, πιο εύκολα γάμους μεταξύ ατόμων αυτών των 6 χωριών, παρά με άτομα άλλων γειτονικών χωριών. Η τάση αυτή δεν υπάρχει σήμερα και το άνοιγμα των χωριών για την ενσωμάτωση στο ευρύτερη κοινωνία του νομού έχει οδηγήσει στην εξαφάνιση μιας κουλτούρας και μιας παράδοσης που μπορεί να είναι παρωχημένη, αλλά δεν παύει να είναι σημαντική γιατί συνόδευσε και ανάθρεψε τις γενιές προγόνων μας για πάνω από 2000 χρόνια. Με έκπληξη διαπιστώνει κανείς όπως και στους άλλους αρωμανικούς πληθυσμούς σημαντικές ιστορικές αλήθειες (διατήρηση αρχαιοελληνικού λεξιλογίου), όμορφων εθίμων (ο γάμος των ριμένων έχει τα περισσότερα και με μεγάλη σημειολογία έθιμα), λαϊκή σοφία (παροιμίες, μύθοι, δοξασίες) και έναν κώδικα τιμής που είναι ξεχωριστός (η ιερότητα της φιλοξενίας, ο σεβασμός στους ηλικιωμένους, η παραμονή των γιων κοντά στην γονική εστία, η συμμετοχή όλου του χωριού στη χαρά του γάμου με τα κεράσματα και την "πουρίε" και επίσης η συμπαράσταση στο πένθος).Τα Αρμανικά χωριά της Ακαρνανίας αποτελούνται από 6 χωριά (4 από αυτά παραποτάμια) τα οποία ιδρύθηκαν από νομάδες κτηνοτρόφους οι οποίοι χρησιμοποιούσαν τις περιοχές των χωριών κατά τους χειμερινούς μήνες για αιώνες. Ο Παλαιομανιώτης συγγραφέας και δημοσιογράφος Δημήτρης Στεργίου θεωρεί ότι οι Ριμένοι της Ακαρνανίας δεν βρέθηκαν τυχαία σε αυτό το χώρο αλλά τον προτιμούσαν για τα χειμαδιά τους οι νομαδοκτηνοτρόφοι προγονοί μας επειδή απλά ήταν ο τόπος τους. Την άποψή του ενισχύει ο περιηγητής Gustav Weigand, ο οποίος επισημαίνει ότι οι Ελληνόβλαχοι αυτοί είναι απόγονοι του μεσαιωνικού πληθυσμού, αφού η Ακαρνανία ήταν γνωστή κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους ως Μικρή Βλαχία, σε αντίθεση με τη Μεγάλη Βλαχία, που ήταν η Θεσσαλία. Γύρω στο 1860 το Ελληνικό Κράτος έβγαλε ένα νόμο (ΦΕΚ 12/2 Μαΐου 1858 και ΦΕΚ 14/9 Απριλίου 1959), με τον οποίο υποχρέωνε τους νομάδες που πηγαινοέρχονταν μεταξύ Ελληνικού και Τουρκικού κράτους ή να εγκατασταθούν μόνιμα δημιουργώντας χωριά ή να μην ξαναπεράσουν τα σύνορα. Οι νομάδες αυτοί αποφάσισαν να εγκατασταθούν οριστικά και μόνιμα πια στο Ξηρόμερο αφήνοντας για πάντα τον νομαδικό βίο και να ασχοληθούν και με την καλλιέργεια της γης. Τα χωριά αυτά είναι: η Στράτος (Σοροβίγλι), Γουριώτισσα (Κατσαρού), Όχθια (Παγκέϊκα), Στρογγυλοβούνι (Γακέικα), Παλαιομάνινα (Κουτσομπίνα), Αγράμπελο (Νταγιάντα). Υπήρχε και ένα έβδομο χωριό το Νούσια ή Στουρνάρι που σήμερα δεν υπάρχει και βρίσκονταν απέναντι από το Αγράμπελο και οι κάτοικοι ενσωματώθηκαν στα διπλανά χωριά. Οι ονομασίες στις παρενθέσεις προέρχονται από τα ονομάτα των αρχιτσελιγκάδων που εγκαταστάθηκαν στα χωριά. Διασώζονται πολλά ονόματα των λατινόφωνων Ελλήνων (Αρωμάνων)του Ξηρομέρου που μετά τα συναντούμε στα ακαρνανικά λατινόφωνα χωριά, όπως Νούσιας Μήλας Χολέβας, Σπανός, Μπίκας, Μπίλης, Ζιώγας, Καραϊσκος, Καραμάνης Τάκος Λίλλης, Τσέλιος, Στεργίου, Σιδέρης, Φλώρος, Γκόντας, Τσώλης κ.α. Πολέμησαν σε μάχες υπό τους: Γ. Βαρνακιώτη, Καραϊσκάκη και Αν. Γριβογιώργο. Με το Μ. Κατσικογιάννη αρκετοί μπήκαν στο Μεσολόγγι και πολέμησαν μέχρι την Έξοδο. Ύστερα εντάχθηκαν στο σώμα του Καραϊσκάκη. Δεν αναφέρεται ο τόπος καταγωγής τους, γιατί ακόμα ζούσαν σε κονάκια σε διάφορες περιοχές ως σκηνίτες. (πηγή http://www.xiromero.gr/)Ιδιαίτερη σημασία φαίνεται ότι έχει και η αρωμανική διάλεκτος που χρησιμοποιούν οι Ριμένοι της Ακαρνανίας (ριμινέστι). Η γλώσσα λοιπόν των "Ριμένων" της Ακαρνανίας σύμφωνα με πολλούς μελετητές (Κακούδης, Αραβαντινός, Στεργίου) τόσο στους γλωσσολογικούς τύπους όσο και στην προφορά θεωρείται λιγότερο αλλοιωμένη από ότι οι άλλες και το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και με τα έθιμα .
ΑΓΡΑΜΠΕΛΟ
Το Αγράμπελο βρίσκεται μέσα στο Βελανιδοδάσος του Ξηρομέρου και αγναντεύει το κάμπο της Χρυσοβίτσας, τα Ακαρνανικά όρη και το Λεσίνι. Το όνομά του πιθανόν το πήρε από το άγριο αμπέλι που πιθανόν να υπήρχε αυτοφυές. Είναι χτισμένο σε υψόμετρο 220 μ. σε απόσταση 60 χιλιομ. από το Μεσολόγγι. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην περιοχή του Αγραμπέλου υπήρχε από πολύ παλιά οικισμός με αυτό το όνομα. Η πρώτη αναφορά γίνεται στους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας περίπου το 1521 με τελευταία κατοίκηση το 1684 (10 οικογένειες). Στα τέλη του 17ου αιώνα ή στις αρχές του 18ου αιώνα, για άγνωστους λόγους το χωριό εγκαταλείφθηκε. Την πρώτη αυτή εποίκιση του χωριού μαρτυρεί το παλαιό νεκροταφείο. Το σημερινό χωριό δημιουργήθηκε γύρω στο 1860 από λατινόφωνους νομάδες κτηνοτρόφους που εγκαταστάθηκαν εκεί μόνιμα με επικεφαλής τον τσέλιγκα Νταγιάντα, το όνομα του οποίου έφερε αρχικά το χωριό. Τα όμορφα πετρόχτιστα σπίτια βρίσκονται αμφιθεατρικά χτισμένα πάνω στο λόφο. Το κλειστό, δυστυχώς, από χρόνια σχολείο βρίσκεται πλάι στην όμορφη εκκλησία, των Αγίων Ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ. Η εκκλησία χτίστηκε το 1888 και πανηγυρίζει στις 8 Νοεμβρίου. Στο πάνω μέρος του χωριού δεσπόζει το πευκόφυτο δασύλλιο .
ΣΤΡΟΓΓΥΛΟΒΟΥΝΙ
Στο χωριό Στρογγυλοβούνι ανήκει και ο οικισμός Βλυζανίτικα Πηγάδια. Το ονομά του το οφείλει στο σχήμα του λόφου στο οποίο βρίσκεται και το οποίο διακρίνει κανείς εύκολα όταν πλησιάζει στο χωριό. Βρίσκεται μέσα στο βελανιδοδάσος Ξηρομέρου και ιδρύθηκε γύρω στο 1860-70 από λατινόφωνους νομαδοκτηνοτρόφους της Ηπείρου με επικεφαλής τον τσέλιγκα Γάκη Παπά. Επίσης ονομάζονταν και Καλέτζι. Το 1789 είχε 163 και ονομάζονταν Μάνινα Βλυζιανών ενώ το 1928 αναφερόταν ως Μάνινα Βλυζιανών-Στρογγυλοβούνι ή Καλέτζι και είχε 207 κατοίκους. Στην απογραφή του 2001 αναφέρονται 301 κάτοικοι.
Στο χωριό ανήκει και ο οικισμός Βλυζιανίτικα Πηγάδια όπου μένουν αρκετοί Ηπειρώτες νομάδες από το Ματσούκι Ιωαννίνων και τα Τζουμέρκα καθώς και μερικοί Ευρυτάνες. Εκεί βρίσκεται και ο ναός του "Αγίου Νικολάου" δίπλα στον οποίο σώζονται ερείπεια από "κούλια" από αρχοντικό δηλαδή κάποιου Τούρκου τσιφλικά, επι Τουρκοκρατίας του οποίου το όνομα δεν διασώζεται αν και θα πρέπει να είναι σύγχρονος του Ισμαήλ Αγά από την "κούλια" της Παλαιομάνινας και του Γιακούπ Αγά της Πενταλόφου (τότε Ποδολοβίτσα). Εκεί στα Πηγάδια αναφέρεται ότι ο Καραϊσκάκης είχε συμπλοκ΄ή με Τούρκους με θετική έκβαση για τους Έλληνες.
Σήμερα το χωριό ανήκει στο Δήμο Αστακού ως Δημοτικό Διαμέρισμα. Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία.
ΝΟΥΣΙΑ Ή ΣΤΟΥΡΝΑΡΙ
Χωριό που δεν υπάρχει πια και αποτελούσε το 7ο χωριό των Ριμένων της Ακαρνανίας και το οποίο πήρε το ονομά του από τον αρχιτσέλιγκα Νούσια. Τα ονόματα των οικογενειών του οικισμού ήταν: Γιώκας, Γκουτσέλης, Ζίντρος, Κάμπος, Καπουράνης, Κόρτσας, Κωνσταντίνου, Μάρας, Μαρίνας, Νούσας, Πόπης Σουροβέλης και Τάσης. Η εγκατάλειψη του χωριού φαίνεται να οφειλόταν στο υγρό και θερμό κλίμα του τόπου και στις διενέξεις για τα κοπάδσια τους με κατοίκους της Χρυσοβίτσας (διπλανού χωριού). Κατά άλλους η εγκατάλειψη προήλθε από το φόβο των λίγων κατοίκων για τις συνεχείς επιδρομές ληστών που κρυβόταν στο βελανιδόδασος. Οι κάτοικοι προτίμησαν για την μεταεγκατάστασή τους κυρίως χωριά Ριμένων στην Ακαρνανία.
ΣΤΡΑΤΟΣ
Η Στράτος είναι χωριό της στο κέντρο περίπου της Αιτωλοακαρνανίας δεξιά από τον ποταμό Αχελώο, σε απόσταση περίπου 10 χλμ από την πόλη του Αγρινίου. Αποτελεί έδρα του ομώνυμου δήμου. Κατά την αρχαιότητα υπήρξε η σπουδαιότερη πόλη ολόκληρης της Ακαρνανίας αφού έφτασε να γίνει πρωτεύουσά του. Σήμερα σώζεται μέρος των μεγαλόπρεπων τειχών της, και ερείπια του ναού του Στρατίου Διός και του Βουλευτηρίου. Σώζεται επίσης το αρχαίο θέατρο της πόλης, χωρητικότητας περίπου 6.000 ατόμων. Η Στράτος σήμερα είναι ένα χωριό με 1.078 κατοίκους (2001) με κύρια ασχολία των κατοίκων τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Δυστυχώς ο σημαντικός αρχαιολογικός χώρος δεν έχει αναδειχτεί κατάλληλα έτσι ώστε να αποτελεί σημαντικό τόπο έλξης τουριστών. Δίπλα στο χωριό και στη θέση της γέφυρας του Αχελώου κατασκευάστηκε το υδροηλεκτρικό φράγμα του Στράτου μετην ομώνυμη τεχνητή λίμνη.
O G Weigand γράφει το 1895 για την επίσκεψή του στο Σουροβέλι (ΟΙ ΑΡΩΜΟΥΝΟΙ ΤΟΜ Α΄, 2001, Αφοι Κυριακίδη)"
Το Σουροβέλι αριθμεί 90 οικογένειες και ανήκει στον τσέλιγκα Γιάγκα. Αυτός κατέχει τα σπίτια, τη γη και τα κοπάδια, με τα οποία με ένα μέρος των νεαρών ανεβαίνει τον καλοκαίρι στον Ασπροπόταμο χωρίς να περάσει τα τουρκικά σύνορα. Το άλλο μέρος μένει πίσω στα χωριά με τον τσέλιγκα για να καλλιεργεί τα μεγάλα χωράφια. κατά προτίμηση καλλιεργεί καπνό και μάλιστα λέγεται ότι ο καπνός που έρχεται από τα μέρη του Βραχωρίου είναι ο καλύτερος της Ελλάδας. Στο Σουροβέλι παράγονται ετησίως περίπου 15000 οκάδες, στην κοντινή Όχθου 6000 οκάδες. Το κέρδος αυτών των σημαντικών ποσών ανήκει στον τσέλιγκα και αυτός είναι ακόμα σε σύγκριση με τα δικά μας μέτρα, ένας πλούσιος άντρας, παρόλο που φαίνεται να περνάει φωτχική ζωή.
Κάποια από τα σπίτια είναι χαμηλά καλύβια, μερικά είναι χτισμένα από πέτρα και μόνο αυτό του τσέλιγκα είναι διώροφο. Δίπλα από αυτό βρίσκεται ακόμα ένα μακρύ μικρό και χαμηλό σπίτι με σανίδες στο πάτωμα , όπου βρήκαμε εμείς τόπο διανυκτέρευσης. Η επίπλωση είναι η πιο απλή που μπορεί να φανταστεί κανείς. Εκτός από το τραπέζι που κρέμεται στον τοίχο δεν υπάρχουν έπιπλα. Αλλά τουλάχιστον, όταν έρχονται επισκέπτες καλύπτεται το πάτωμα με όμορφα χαλιά που τα φτιάχνουν οι γυναίκες. Το χαρακτηριστικό των Αρουμωνικών χαλιών είναι ότι η μία πλευρά τους τελειώνει σε κρόσσια περίπου 8 εκατοστά που αποτελούν με τα διαφορετικά τους χρώματα το απλό, ίσιο και συνήθως τεράγωνιο σχέδιο. Στους τοίχους βρίσκονται ακόμα μερικά στενά και χοντρά μαξιλάρια που μαζί με τα χαλιά χρησιμοποιούνται σαν κρεβάτια. Το τζάκι που βρίσκεται στο δωμάτιο σχεδόν δεν χρησιμοποιείται. Μόνο σπάνια χρειάζεται να το ανάψουν, εφού το κλίμα είναι ήπιο και επειδή συνήθως μαγειρεύουν έξω από το σπίτι. τα μοναδικά εργαλεία της κουζίνας είναι μια τρίγωνη πυροστιά, κάποιε κατσαρόλες, έμ τηγάνιμ μια σούβλα και κ9ια σχάρα.
Για βραδινό φάγαμε ένα αρνί στη σούβλα και ύστερα από αυτό καθίσαμε σε μια αρκετά μεγάλη παρέα. Έπιασαν αρωμανικά τραγούδια, που τα περισσότερα τα ήξερα μερικά από τα άγνωστα τα σηνμείωσα. ϋστερα διέταξε ο τσέλιγκας να έρθουν δύο κορίτσια στην ηλικία των 12 και 14 χρονών, για να μας παρουσίασουν τραγούδια που τα θυμούνται ακόμα από την προηγούμενη πατρίαδα τους.
Το ένα κορίτσι ξεκίνησε με ένα υψηλό τόνο, το άλλο το ακολούθησε με ένα τόνο που ήταν μια ταλάντωση πιο χαμηλά , ύστερα σιγά σιγά κατέβαζαν τον τόνο μέχρι που φτάσαν στο διάστημα μιας τρίτης. Στο διάστημα αυτό συνέχισαν να τραγουδάνε μέχρι που το ένα κορίτσι κράτησε ξανά ένα υψηλό τόνο σε μια συλλαβή, ενώ το άλλο τραγούδησε το κείμενο σε πιο γρήγορο ρυθμό. Το τραγούδι έκλεισε με εναν κανονικό τόνο που τον χαμήλωσαν γρήγορα , όπως το κάνουμε όταν μιλάμε. Ολόκληρη η παρέα κράτησε σ΄όλο το τραγούδι ένα χαμηλότερο τόνο , ανεξάρτητα εάν ήταν σε αρμονία με τις φωνές των κοριτσιών. Ο τρόπος του τραγουδιού μου έκανε μεγάλη εντύπωση λυπήθηκα πολύ που είμαι μόνο ερασιτέχνης και δεν μπόρεσα να γράψω αυτ'ο πουβ άκουσα. .........
Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν συγκεκριμένα πράγματα για την παλιά τους πατρίδα, ξέρουν μόνο ότι έχουν έρθει από το Βορρά. Πάντως είχαν σχέσεις με αυτά τα μέρη , ήδη, πριν εγκατασθαούν μόνιμα στις σημερινές τους κατοικίες, και μάλλον περνούσαν τους χειμώνες εκέι με τα κοπάδια τους . Και στα δημοτικά τραγούδια που μάζεψα στην Αλβανία αναφέρεται η περριοχή του Ξηρόμερου, στην οποία ανήκουν αυτά τα χωριά. Η ενδυμασία των γυναικών είναι αρχαϊκή και μοιάζει με αυτήν των Φαρσεριωτών. Φοράνε και αυτές ένα φέσι (τσουπάρι) με την "τσιτσεροάνα", ένα άσπρο μαντήλι που τυλίγεται γύρω απ' αυτό, και το γαλάζιο σιγκούνι με τις άσπρες ρίγες. Η διαφορά είναι η λιγότερη τσίπα, ένα πανί που είναι πιο φαρδύ στους ώμους και που καλύπτει το πιο πάνω μέρος του μπράτσου. Γι' αυτό και οι Αρωμούνοι που ντύνονται έτσι στη Βόρεια Πίνδο λέγονται 'Τσίπανοι". Όμως, εδώ δεν άκουσα να χρησμοποιούν αυτό το όνομα μεταξύ τους. Αυτοί οι ίδιοι αυτοαποκααλούνται στη γλώσσα τους Αρμάνοι ενώ οι Έλληνες γύρω τους τους λένε Καραγκούνηδες. όσο για την ενδυμασία και τα έθιμνα του οι Αρωμούνοι αυτής της περιοχής μοιάζουν περισσότερο από όλους με τους Φαρσεριώτες.
ΓΟΥΡΙΩΤΙΣΣΑ
Το χωριό Γουριώτισσα ή Κατσαρού βρίσκεται δυτικά του Αχελώου στο τέλος του κάμπου του Αγρινίου, κοντά στην λίμνη Οζερός σευψόμετρο 100 μ. Παλιότερα ονομάζονταν Γαλιτσά.Πολύ κοντά στο χωριό βρίσκεται η λίμνη Οζερός ονομασία που έχει σλαβική προέλευση, καθώς "Οζέρο" είναι σλαβική λέξη που σημαίνει «λίμνη». Έχει έκταση περίπου 10 τετραγωνικών χιλιομέτρων και βάθος 8-10 μέτρων, η στάθμη της όμως παρουσιάζει έντονες μεταβολές. Ο Οζερός σχηματίζεται από νερά του Αχελώου που εγκλωβίζονται στην περιοχή, όταν αυτός υπερχειλίζει, αλλά και από μικρούς χειμάρρους. Στη λίμνη καταμετρώται πολλά υδρόβια πουλιά όπως φαλαριδες, κύκνοι, αγριόπαπιες, κορμοράνοι ενώ στη λίμνη ζουν νερόφιδα, νεροχελώνες και τουλάχιστον 11 είδη ψαριών.Στη Γουριώτισσα αρχιτσέλιγκας ήταν ο Κατσαρός και γι’ αυτό το χωριό ονομάζονταν και Κατσαρού. Το 1879 αναφέρεται ως Γαλιτσά ή Γουριώτισσα με 376 κατοίκους που ανήκε στο Δήμο Αστακού, όπως και στις επόμενες απογραφές (1889, 1896, 1907 και 1928). Μέχρι το 1912 ανήκει στο Δήμο Αστακού. Από το 1912 αποτελεί αυτόνομη κοινότητα. Στην τελευταία απογραφή του 2001 είχε 511 κατοίκους. Οι κάτοικοι της σήμερα ασχολούνται με αγροτικές καλλιέργειες και με την κτηνοτροφία.
Το μοναστήρι του Λιγοβιτσίου αφιερωμένο στην ¨Παναγία" δεσπόζει σε λόφο παρακείμενο της Γουριώτισσας. Χτίστηκε μάλλον τον 17ο αιώνα από δύο αδέλφια (Σλάβοι;) και αποτέλεσε ορμητήριο για τον Καραϊσκάκη και άλλους οπλαρχηγούς. Επί Όθωνος η Μονή έκλεισε και δημεύτηκε η μεγάλη περιουσία της ενώ ξανάνοιξε τα τελευταία χρόνια ως γυναικεία μονή προσελκύοντας κόσμο από όλο το Ξηρόμερο.
ΟΧΘΙΑ
Το χωριό των Οχθίων έχει 570 κατοίκους (2001) και βρίσκεται σε μια πεδινή έκταση μετά το χωριό Γουριώτισσα με κατεύθυνση προς Αγρίνιο.
ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΩΝ ΡΙΜΕΝΩΝ ΤΗΣ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ
Τα παρακάτω προκύπτουν από έρευνα των Παλαιομανιωτών Δημήτρη Στεργίου (δημοσιογράφου-συγγραφέα) και Παναγιώτη Ζώγα (μεταφραστή-συγγραφέα)Λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι μεγάλη ήταν η συμβολή των Βλάχων της Ακαρνανίας στους εθνικούς αγώνες. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις παραδόσεις αυτές, οι Βλάχοι της Ακαρνανίας, από την επαύριο κιόλας της άλωσης της Κωνσταντινούπολης, πύκνωσαν τις τάξεις των πρώτων κλεφτών και αρματωλών. Αναφέρονται τα ονόματα των Νούσια, Μήλα, Φέρρα, Χολέβα, Σπανού, Κάμπου, Μπομπόλη, Μπίκα και Αποστόλου. Η παράδοση αναφέρει ότι το μένος των Βλάχων κατά των Τούρκων ήταν τόσο μεγάλο, ώστε τους κατέσφαζαν σαν αρνιά. Οι οπλαρχηγοί Πάγκιος, Ναούμης, Μπίλης, Ζώγας, Καραϊσκος και Γιάγκας έχουν γίνει θρύλος στην περιοχή για τα ανδραγαθήματά τους. Οι ιστοριοδίφες επισημαίνουν ακόμη ότι οι Βλάχοι της Ακαρνανίας πήραν μέρος στη μάχη της 8ης Ιουνίου 1821 στο Αγρίνιο, υπό τον Γ. Βαρνακιώτη, της 10ης Αυγούστου 1822 στην Πλάκα, επίσης, υπό τον Βαρνακιώτη, στην Α΄Πολιορκία του Μεσολογγίου στις 25 Οκτωβρίου 1822, στη μάχη της 23ης Σεπτεμβρίου 1823 στην Παλιοσάλτσενα Αιτωλικού κατά του Μουσταή Πασά της Σκόνδρας. Ακόμη, στις 13 Ιουνίου 1823 εισέρχονται με τον Μήτσο Κατσικογιάννη στο Μεσολόγγι, που πολιορκούσε ο Κιουταχής και πήραν μέρος στη μάχη της 29ης Αυγούστου 1825 στο Μαχαλά Ακαρνανίας υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, στη μάχη της 28ης Σεπτεμβρίου 1825, όπου καταστράφηκε η βάση του Κιουταχή στον Καρβασαρά (Αμφιλοχία), στην έξοδο του Μεσολογγίου τον Απρίλιο του 1826 υπό τον Ανδρέα Γριβογιώργο, στη μάχη της 24ης Νοεμβρίου 1826 στην Αράχωβα υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, στη μάχη της Πέτρας στις 12 Σεπτεμβρίου 1829 και άλλες. Η παράδοση αναφέρει ότι έπεσαν στην έξοδο του Μεσολογγίου πολλοί Ελληνόβλαχοι, όπως οι Δημονίτσας, Καραμάνης, Κύργιος, Τόγιας, Τσαμπάζης, Σιδέρης, Τάκος, Λίλλης, Τσιμπούκης, Βρέττας, Πόπης, Παππάς, Στεργίου ή Οστάς και Τσέλιος. Θρυλική, επίσης, έχει παραμείνει η μορφή του φαναντικού διώκτη των κοτζαμπάσηδων οπλαρχηγού Φίλιππα Ζώγα από την περιοχή της Μήλας της Παλαιομάνινας. Στην ιερή φάλαγγα των πρωταγωνιστών της εθνεγερσίας περίβλεπτη θέση κατέχουν οι Βλάχοι της Ακαρνανίας. Εκτός από τους ήρωες που ήδη αναφέρθηκαν, έπεσαν κατά περιόδους οι Μπαμπάνης, Τσίπης, Φλώρος, Μπίτας, Νίτσας, Χατζής, Κοσσόβας, Τσέπας, Γκόντας και Σιδέρης. Για όλους αυτούς βρέθηκαν στοιχεία στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Η παράδοση, εκτός από τους εξοδίτες που αναφέρθηκαν, μνημονεύει ακόμη τους Τσαούση, Αδάμο, Ράπτη, Φέρρα, Τσέλιο, Ντεμούση, Καμπέρη, Κωστάκο, Κέκο, Κάκκο, Μήλα, Νούσια, Νάκα, Γιαννάκη, Μπρατζιώτη, Αποστόλου και Τσέπα. Ο Π. Ζώγας επίσης αποκαλύπτει ότι σε επιστολή του ο Κίτσος Τζαβέλας (3/9/1937) αναφέρεται στον Νικόλαο Δημητρίου Κοσόβα "εκ Μάνινας του Ξηρομέρου" ο οποίος "λαβών τα όπλα ετάχθη παρά το πλευρόν μου απ΄αρχής του Ιερού αγώνος μέχρι του θανάτου του εις Μεσολόγγιον". Στην έξοδο επίσης σκοτώθηκε και ο Ανδρέας Θ. Ναούμης που ανήκε στο σώμα του Νότη Μπότσαρη, 'Άλλα επίσημα στοιχεία για αγωνιστές από την Παλαιομάνινα αναφέρουν τους Ευθ Κουτσομπίνα, Δημήτριο Παππά, Δημήτριο Τύλη, Γεώργιο Μήτρου Ζώγα, Ευστάθιο Κάμπο και σπύρου Τόγια.
Η Βλάχα ηρωίδα Αφροδίτη Τόγια (Στιαου ντι απιριτα, άστρο της αυγής)
Ο θρύλος μιλάει και για την Αφροδίτη Τόγια τη Βλάχα ηρωίδα, της οποίας η κραυγή «Ελευθερία ή Θάνατος» αντηχούσε στα φαράγγια της Ακαρνανίας. Η ηρωίδα όμως είχε οικτρό τέλος. Λέγεται ότι ακολουθούσε στις μάχες τον αδελφό της και σε μάχη συνελήφθη από τους Τούρκους και οδηγήθηκε στην Άρτα. Ο αγάς θέλησε να τη θωπεύσει γιατί ήταν πολύ ωραία. Η Αφροδίτη, βλέποντας να λάμπει η χρυσοποίκιλτη λαβή του μαχαιριού του αγά, ορμά αστραπιαίως, το αποσπά και το βυθίζει στα στήθια της. Ο πασάς της Άρτας, όταν πληροφορήθηκε το γεγονός, συγκινήθηκε και έδωσε εντολή να παραδοθεί το σώμα της στους Έλληνες. Η κηδεία της έγινε με καθολική συμμετοχή οπλαρχηγών και πολεμιστών καθώς και πλήθους κόσμου. Ετάφη στην Ι. Μονή Λιγοβιτσίου. Υπάρχει και σχετικό τραγούδι – μοιρολόι (της τάβλας), διεσώθηκε από τον Δ. Στεργίου (αρχές δεκαετίας του ΄60), από αφηγήσεις υπερήλικων κατοίκων του χωριού μας. Το τραγούδι αυτό στη βλάχικη (ριμένικη) γλώσσα και σε μετάφραση έχει ως εξής:
Ορέ, Αφροδίτα, τύνη, Μωρή, Αφροδίτη, εσύ,
Αφροδίτα, μουσιάτε. Αφροδίτη, όμορφη.
Φιτσέσιου μούλτι γκίνι, Έκανες πολύ καλά,
μόρε, Ριμένε, φιάτε. Μωρή, Ρωμιά, κόρη.
Λάϊ, σόρα, Αφροδίτα, Ω, αδερφή μας, Αφροδίτη,
ιράϊ στιάου ντι απερίτα. ήσουν άστρο της αυγής.
Αίστε χόρε έστι ανόστε, Αυτή χώρα είναι δική μας,
νου βρέμ τίραννοι πι κάπου, δεν θέλομε τυράννους στο κεφάλι,
σκλάβιου έστι κα πίσε νόπτε, η σκλαβιά είναι σαν νύχτα πίσσα,
νου βρέμ του χόρε αράπου δεν θέλομε στη χώρα μας αράπη
Λάϊ, σόρε, Αφροδίτα, Ω, αδερφή μας, Αφροδίτη,
ιράϊ στιάου ντι απερίτα. ήσουν άστρο της αυγής.
Αφροδίτα, τύνη, κου θάρρου Αφροδίτη, εσύ, με θάρρος
στι φιτσέσιου κουρμπάνε έγινες θυσία.
Ιράϊ σινετόσε κα βουντάρου, Ήσουν δυνατή σα βελανιδιά,
ιράϊ ούνε Ριμένε νταρντάνε. ήσουν μια Ρωμιά νταρντάνα.
Λάϊ, σόρα, Αφροδίτα, Ω, αδερφή μας, Αφροδίτη,
ιράϊ στιάου ντι απερίτα ήσουν άστρο της αυγής
Ο Στρατηγός Τσόγκας στην Παλαιομάνινα
Ο Γάλλος Ζυσερέ Ντε Σαιν Ντενίς γράφει : "Ο Τσογκας ,ηλικίας 55 ετών γεννήθηκε εν Ακαρνανία ανήκε επί πολύ καιρόν εις το σώμα των κλεφτών του περίφημου Κατσαντώνη , ο οποίος είχε καταταράξει τον Αλή δια των τολμηρών ληστειών του." Ο Κατσαντώνης αποκαλούσε τον Τσόγκα (βλαχοτζιόγκα) και ο Καραϊσκάκης (ξυνογαλά). Έπειτα από τον θάνατο του Κατσαντώνη την αρχηγεία των κλεφτών την ανέλαβε ο αδερφός του Κώστας Λεπενιώτης, αλλά και μετά τον θάνατο του Λεπενιώτη τα απομεινάρια του ένοπλου σώματος του Κατσαντώνη και του Λεπενιώτη σύμφωνα με τον Κασομούλη αποφάσισαν με αρχηγό τον Τσόγκα να πάνε στα Γιάννενα και να δηλώσουν υποταγή στον Αλί πάσα. Ο Αλί πασάς το 1810 έκανε τότε τον Τσόγκα καπετάνιο. Ο Κασομούλης γράφει σχετικά: "διόρισε τον Τσιόγκαν,βλάχον πρωτοπαλίκαρο του Κατσιαντώνη περί το 1810 ή 11 Καπιτάνον. Κατέστη τούτος Καπιτάνος άσειστος μέχρι της καταδρομής του Αλή πασα και έπειτα επί της επαναστάσεως μέχρι της θανής του, 1838 ως αρχηγός όπλων της επαρχίας Βονίτσης, και όλων των συρρεόντων βλαχοποιμένων εις την επαρχείαν ταυτην ως πατηρ. Πολύ νωρίς μυήθηκε στην φιλική εταιρία ενώ τον Ιανουάριο του 1821 στο σπίτι του ποιητή Σπ. Ζαμπέλιου με τους Γ. Καραϊσκάκη, Παναουργιά, Κατσικογιάννη, κλπ, αποφασίζουν όλοι μαζί την έναρξη της επανάστασης, ενώ ανατίθενται στους Καραϊσκάκη, Βαρνακιώτη, Τσόγκα, και Στουρνάρη η αρχηγεία των αρμάτων της Δυτικής Ελλάδος. Τον Μάιο του 1821 μαζί με τον Αλεξακη Βλαχόπουλο και άλλους οπλαρχηγούς της δυτικής Ελλάδος κηρύττουν την επανάσταση και στις 26 Μαΐου Πολιορκούν το Βραχώρι (Αγρίνιο), για να το απελευθερώσουν στις 11 Ιουνίου 1821.Την καταγωγή του Γ. Τσόγκα διεκδικούν τόσο οι Ριμένοι της Ακαρνανίας όσο και οι Σαρακατσάνοι. Όπως επισημαίνει όμως ο Π. Ζώγας σύμφωνα με τον Έπαρχο Κ. Μεταξά o Τσόγκas συναντήθηκε μαζί του στη θέση Παλαιομάινα (Απομνημονεύματα του Κ. Μεταξά ,σελ 95-97): "Εγώ εξελθών του Μεσολογγίου διευθήνθην εισ ένετευξιν του Τσόγκα εις Παλαιομάινα και του Βότσαρη εις Αγγελόκαστρον. Συνδιαλεχθείς εν τούτοις μετά του Τσόγκα εις Παλαιομάινα έμεινα μετ΄αυτού σύμφωνος , αυτός με με το σώμα του να μεταβή εισ Μεσολόγγιον , τον δε Δήμον Τσέλιον διορίσαμε να πηγαίνει στο Λεσίνι..." Επίσης ο Ουρκουάτ ("Η όψη της Ανατολής " τομ Ι, κ7 σελ 67, κ.8 σελ 84) όταν αναφέρεται στον Κατσαντώνη, Τσιόγκα κλπ αποκαλύπτει ότι μιλούσαν μια γλώσσα συγγενική με τη ρουμανική. Επομένως κάποιος που μιλούσε πολύ πιθανά μια άλλη διάλεκτο, έλεγχε του Βλάχους της Ακαρνανίας γνώριζε τη θέση της Παλαιομάνινας και την προτιμούσε για τις συναντήσεις του δεν μπορεί να είναι παρά ένας Ριμένος της Ακαρνανίας.

Η Μεγάλη Βλαχία κι η βυζαντινή κοινοπολιτεία.

Είναι γνωστό πως ο εθνονυμικός όρος «Βλάχος» και κατ’ επέκταση το παράγωγο τοπωνύμιο «Βλαχία» όπως κι ο επιθετικός προσδιορισμός «βλάχος» είναι όροι πολύ γενικοί. Έχουν υιοθετηθεί και ενσωματωθεί σε διάφορες γλώσσες παίρνοντας λιγότερο ή περισσότερο διαφοροποιημένες γραμματικές μορφές σε διαφορετικά αλφάβητα.
Επιπλέον, με τον όρο «Βλάχοι» δεν δηλώνεται αποκλειστικά ένας και μοναδικός πληθυσμός. Απεναντίας, σε διαφορετικές γλώσσες αποδίδεται σε πολλούς και διαφορετικούς πληθυσμούς. Και καθώς οι «Βλάχοι» δεν συγκρότησαν ποτέ κάποιο συγκεκριμένο και ομογενοποιημένο λαό το επακόλουθο ήταν να προκύψουν πολλές, διαφορετικές και διάσπαρτες «Βλαχίες».
Έγγραφες πηγές μαρτυρούν την ύπαρξη Βλάχων στον ελληνικό χώρο το αργότερο από το δεύτερο μισό του 10ου αιώνα, αρκετά πριν τις μαρτυρίες για άλλες περιοχές των Βαλκανίων κι ιδιαίτερα για περιοχές βόρεια του Δούναβη. (1) Οι αναφορές συνεχίζονται και τον 11ο αιώνα, όταν ο Κεκαυμένος στο έργο του με τον τίτλο «Στρατηγικόν» μας δίνει περισσότερα στοιχεία για Βλάχους που φέρονταν να ζούσαν στην περιοχή της σημερινής Θεσσαλίας.(2) Για την ύπαρξη Βλάχων, ίσως κάπου κοντά στον Όλυμπο, γύρω στα 1083, μας μιλά κι η Άννα Κομνηνή στην «Αλεξιάδα».(3) Στα 1160, ο Ισπανοεβραίος περιηγητής Βενιαμίν εκ Τουδέλης ταξιδεύοντας στις ελληνικές χώρες του Βυζαντίου επισημαίνει την ύπαρξη βλάχικων πληθυσμών κάπου στα βουνά κοντά στη Λαμία κι είναι ο πρώτος που φέρεται να χρησιμοποίησε τον όρο Βλαχία για να προσδιορίσει κάποια περιοχή της κεντρικής Ελλάδας. Πιθανότατα λόγω της ύπαρξης αξιόλογης δημογραφικής παρουσίας Βλάχων αλλά και του ισχυρού ρόλου που έπαιζαν.(4) Από τον 13ο αιώνα και σύμφωνα με αναφορά του βυζαντινού ιστορικού Νικήτα Χωνιάτη η Θεσσαλία μαζί με κάποιες όμορες περιοχές, κυρίως προς τη Στερεά Ελλάδα, ονομάζονταν Βλαχία, Μεγάλη Βλαχία, Μεγαλοβλαχία ή και Άνω Βλαχία. (5)
Σταδιακά οι αναφορές για «Βλάχους» και «Βλαχίες» και σε άλλες περιοχές των Βαλκανίων πληθαίνουν. Δύσκολα, όμως, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως οι διάσπαρτοι αυτοί πληθυσμοί είχαν μία κοινή προέλευση, μία κοινή και προσδιορίσιμη εστία εκκίνησης κι ακόμη λιγότερο πως είχαν μια διαμορφωμένη κοινή συνείδηση και δράση. Η διάλυση του Βυζαντίου, με την πτώση της Κωνσταντινούπολης στα χέρια των σταυροφόρων στα 1204, ίσως βοήθησε στο να αποκτήσουν οι Βλάχοι, που ζούσαν ήδη σε περιοχές της σημερινής κεντρικής Ελλάδας, ή έστω κάποιες ομάδες τους έναν κάποιο βαθμό τοπικής αυτονομίας, όπως κι άλλες ομάδες και τμήματα της αυτοκρατορίας. Πολύ γρήγορα, οι εστίες τους βρέθηκαν μέσα στην επικράτεια του Δεσποτάτου της Ηπείρου, συμβάλλοντας κι αυτοί στην εξέλιξή του ως ένας από τους υπολογίσιμους τοπικούς και κυρίως στρατιωτικούς ρυθμιστικούς παράγοντες.
Η σποραδική εγκατάσταση Βλάχων στην κεντρική Ελλάδα επιβεβαιώνεται μέσα από έγγραφες βυζαντινές πηγές. Ενδεικτικά αναφέρεται πως, στα 1221 ο επίσκοπος Ναυπάκτου Ιωάννης Απόκαυκος επισημαίνει την ύπαρξη στην περιοχή της Ακαρνανίας, κάπου κοντά στη Βόνιτσα, ενός μάλλον αξιόλογου αριθμού «Ρωμαίων αποίκων», οι οποίοι, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει, ονομάζονταν πια Βλάχοι. Επιπλέον μας μεταφέρει το όνομα ενός αρχηγικού προσώπου ανάμεσά τους, του Κωνσταντίνου Αυρηλιόνη, ενός ανθρώπου βίαιου, καθώς παρουσιάζεται ως βιαστής κάποιας κοπέλας και οργανωτής βίαιων επεισοδίων.(6) Στα 1228, ο Γεώργιος Χωνιάτης, αδελφός του ιστορικού Νικήτα Χωνιάτη, είχε ονομαστεί «πρωτοβεστιαρίτης» του δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρου Δούκα και φέρεται να διοικούσε την περιοχή της Βλαχίας, επιφορτισμένος πιθανά με την είσπραξη των στρατιωτικών φόρων. Την ίδια περίοδο και στην ίδια περιοχή, μία ομάδα οικισμών που κατοικούνταν από Βλάχους είχαν παραχωρηθεί ως «πρόνοια» σε κάποιο μικρότερο στρατιωτικό αξιωματούχο. Ο Χωνιάτης εξέφρασε την επιθυμία να επισκεφτεί ένα από τα χωριά αυτής της πρόνοιας κι ο «προνοιάριος» παράγγειλε στον πιο ευκατάστατο του χωριού να ετοιμάσει τα σχετικά για να φιλοξενήσει τον επισκέπτη, αν και γνώριζε πως «το βλάχικο γένος ήταν πολύ αφιλόξενο». Ο συγκεκριμένος πάροικος φαίνεται πως δεν υπάκουσε στην εντολή και στο επεισόδιο που ακολούθησε ο προνοιάριος σκότωσε έναν άλλο δουλοπάροικο που τόλμησε να αναμείχθηκε στη φιλονικία. Ο δράστης κρίθηκε ένοχος φόνου και τιμωρήθηκε από τον επίσκοπο Ναυπάκτου Ιωάννη Απόκαυκο.(7) Είναι πολύ πιθανό Βλάχοι να κατοικούσαν και σε νοτιότερες από τη Θεσσαλία περιοχές, όπως στην περιοχή της Βελεχατουίας, η οποία ταυτίζεται με την περιοχή της Δωρίδας μεταξύ Ναυπάκτου, Άμφισσας και Υπάτης.(8) Κάποιες άλλες έγγραφες βυζαντινές αναφορές μιλούν για ομάδες Βλάχων, οι οποίοι φέρονται να κατοικούσαν ως δουλοπάροικοι σε μοναστηριακά κτήματα της Μακρυνίτσας και της Πορταριάς στο Πήλιο, στα 1266 και 1273.(9) Παρατηρούμε, λοιπόν, πως αν και μία μερίδα των Βλάχων σκιαγραφούνται αρνητικά, οι περισσότεροι θα πρέπει να ήταν εγκατεστημένοι σε σταθερούς οικισμούς, συνδεδεμένοι με την αγροτοκτηνοτροφική ζωή κι ενταγμένοι στην κοινωνικοοικονομική διάρθρωση, καθώς κάποιοι από αυτούς ήταν δουλοπάροικοι σε εκκλησιαστικά κτήματα και στρατιωτικές πρόνοιες.
Μετά το θάνατο του δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β' Άγγελου Κομνηνού Δούκα, πιθανά στα 1271, το δεσποτάτο του διασπάστηκε και μοιράστηκε ανάμεσα σε δύο από τους γιους του. Μέχρι τα 1289, ηγεμόνας του ανατολικού τμήματος, δηλαδή της Μεγάλης Βλαχίας, παρουσιάζεται ο Ιωάννης Α' Άγγελος Κομνηνός Δούκας,(10) νόθος γιος του Μιχαήλ Β' και της Γαγγρινής,(11) μίας γυναίκας από την Άρτα που ίσως ήταν βλάχικης καταγωγής. Ο Ιωάννης Α' Δούκας βρέθηκε σε αυτή τη ηγεμονική θέση έχοντας ήδη νυμφευθεί μία όμορφη, σύμφωνα με τις γραφές, κόρη του Ταρωνά, κάποιου «κληρονομικού άρχοντα» των Βλάχων που κατοικούσαν στην περιοχή. Οι πηγές μοιάζει να μην είναι και τόσο σαφείς ώστε να είμαστε σίγουροι για τον αν οι Τάρωνες είχαν οι ίδιοι τους βλάχικη καταγωγή ή όχι. Παρουσιάζονται περισσότερο ως μέλη της τοπικής αριστοκρατίας, ως τοπικοί δυνάστες, παρά ως φυσικές κεφαλές κάποιων ομάδων Βλάχων. Η μεγάλη τους περιουσία σε ζώα τους είχε, μάλλον, φέρει σε στενή σχέση αλληλεξάρτησης με τους κατεξοχήν κτηνοτρόφους Βλάχους της περιοχής. Ο γάμος του Ιωάννη Α' με κόρη των Ταρώνων μοιάζει να αποσκοπούσε σε ενίσχυση της υποτέλειας της τοπικής κοινωνίας, σε αυτή την περίπτωση των Βλάχων, απέναντι στον ηγεμόνα και το κράτος δια μέσου της αριστοκρατίας.(12)
Οι Βλάχοι υπό την αρχηγεία του Ιωάννη Α' παρουσιάζονται να είχαν βοηθήσει, στα 1258-59, τον δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β' Δούκα στις αντιπαραθέσεις του με την Αυτοκρατορία της Νίκαιας, αλλά και με τους φράγκους ηγεμόνες της νοτιότερης Ελλάδας. Οι Μεγαλοβλαχίτες των έγγραφων πηγών αποτέλεσαν τον κύριο όγκο του στρατεύματος που διέθετε ο Μιχαήλ Β' στην περίφημη μάχη της Πελαγονίας. Αν και στην κρισιμότερη φάση της μάχης ο Ιωάννης Α' απέσυρε τους πολεμιστές του, πρόδωσε κι εγκατέλειψε τον πατέρα του θέλοντας να υπερασπιστεί την τιμή του και την τιμή της όμορφης συζύγου του από τους προσβλητικούς φράγκους ιππότες. Η πρωτεύουσα της Μεγάλης Βλαχίας ή καλύτερα το διοικητικό της κέντρο βρισκόταν στην οχυρή Υπάτη - τις Νέες Πάτρες στις βόρειες πλαγιές της Οίτης κοντά στη Λαμία. Αν και τα σύνορα της ήταν συχνά μεταλλασόμενα, κατά την περίοδο της μεγάλης ισχύος του Ιωάννη Α', ξεκινούσαν από το Λιδόρικι και το Γαλαξίδι στον Κορινθιακό κόλπο κι έφταναν μέχρι τον Σαραντάπορο της Ελασσόνας, τα Σέρβια και την Πέτρα στις βόρειες πλαγιές του Ολύμπου.(13) Η πολιτική του Ιωάννη Α' προσέδωσε στην ηγεμονία της Μεγάλης Βλαχίας διαστάσεις ανεξάρτητου κράτους με επεκτατικές τάσεις κι ενισχυμένο ρόλο στα δρώμενα της Βαλκανικής. Οι προσπάθειες που κατέβαλε ο Ιωάννης Α' να καταστήσει την ηγεμονία του ένα ανεξάρτητο κράτος αναγνωρίζεται, κυρίως, στη σύναψη συγγενικών σχέσεων μέσω των παιδιών του με τους οίκους των γειτονικών κρατών κι ηγεμονιών. Φέρεται να είχε τρεις γιους, τον ιδιαίτερα ικανό πρωτότοκο Δημήτριο-Μιχαήλ, τον Κωνσταντίνο και τον Θεόδωρο και τέσσερις κόρες, εκ των οποίων γνωρίζουμε το όνομα μόνο της μιας, που ήταν Ελένη.
Μόλις ο Ιωάννης Α' ανέλαβε επίσημα την εξουσία προσπάθησε να ενισχύσει τη θέση του και την ηγεμονία του απέναντι στον τότε διεκδικητικό βυζαντινό αυτοκράτορα Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου. Έτσι, έδωσε μία από τις κόρες του ως σύζυγο σε έναν ανιψιό του αυτοκράτορα, τον Ανδρόνικο Ταρχανειώτη. Στα 1270 ο Ανδρόνικος Ταρχανειώτης ήταν κυβερνήτης της Αδριανούπολης, σύντομα όμως δυσαρεστήθηκε από τον θείο του και κατάφυγε με τη σύζυγό του στην επικράτεια και την υπηρεσία του πεθερού του. Το σπουδαιότερο αποτέλεσμα αυτού του γάμου ήταν πως ο Ιωάννης Α', ο οποίος δεν είχε μέχρι τότε κάποιον επίσημο τίτλο, ονομάστηκε σεβαστοκράτορας κι απέκτησε μία επίτιμη θέση στο βυζαντινό κατεστημένο.(14) Αν και με το γάμο αυτό και την αποδοχή του τίτλου αναγνώριζε ουσιαστικά την επικυριαρχία του αυτοκράτορα, ο Ιωάννης Α' χάραξε μία αυτόνομη εξωτερική πολιτική και συμμαχίες, που έρχονταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας. Πέρα από εδαφικές διαφορές ο Ιωάννης Α' Δούκας κι ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος διαφωνούσαν και σε εκκλησιαστικά θέματα. Στο χώρο του Δεσποτάτου της Ηπείρου και της Μεγάλης Βλαχίας είχαν καταφύγει αρκετοί από αυτούς που αντιδρούσαν στην ένωση των εκκλησιών που επεδίωκε ο Μιχαήλ Η', γεγονός που είχαν καταδικάσει σε τοπική σύνοδο οι εκκλησιαστικές αρχές της Μεγάλης Βλαχίας, αναθεματίζοντας τον τότε ενωτικό πατριάρχη και τους επίσης ενωτικούς επισκόπους Υπάτης και Τρίκκης (Τρικάλων), ακόμη και τον ίδιο τον αυτοκράτορα.(15)
Οι δύο αντίπαλοι δεν άρχισαν να έρθουν σε ανοιχτή αντιπαράθεση όταν, στα 1275, ο αυτοκράτορας έστειλε πολυάριθμα στρατεύματα να εισβάλουν στη Μεγάλη Βλαχία. Ανάμεσα σε αυτά κυριαρχούσαν πολυπληθείς ομάδες Κουμάνων και Τουρκόπουλων (εκχριστιανισμένων Τούρκων) που πολιόρκησαν τον Ιωάννη Α' στο οχυρό κάστρο της Υπάτης. Μέσα στη νύχτα, ο πολιορκημένος ηγεμόνας ντυμένος με φθαρμένα ρούχα κατέβηκε με σχοινί τα τείχη κι επιχείρησε να διασχίσει κρυφά το στρατόπεδο των πολιορκητών. Όταν έπεσε στην αντίληψή τους τούς μίλησε σε μία «βαρβαρίζουσα φωνή» και προσποιήθηκε πως ήταν κάποιος χωρικός που έψαχνε το υποζύγιό του. Αυτοί άρχισαν να τον χλεύασαν και να γελούν μαζί του, έτσι μπόρεσε να ξεφύγει της προσοχής τους και να αποδράσει.(16) Το επεισόδιο έχει μεγάλο ενδιαφέρον καθώς γεννά το ερώτημα για το ποια μπορεί να ήταν η άγνωστη σε μας γλώσσα που μιλούσε, μάλλον, με άνεση ο Ιωάννης. Θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε στην υπόθεση πως ο Ιωάννης γνώριζε καλά τη γλώσσα των βλάχων υποτελών του. Ίσως την είχε μάθει συναναστρεφόμενος τους βλάχους πολεμιστές του. Ίσως, πάλι, είχε μάθει τα βλάχικα στην αγκαλιά της μητέρας του Γαγγρινής ή από τη σύζυγό του και τους συγγενείς της, τους Τάρωνες. Κάτι τέτοιο έρχεται να ενισχύσει, αλλά δεν αποδεικνύει την άποψη πως η Γαγγρινή ή πως Τάρωνες ήταν Βλάχοι.
Όπως και να είχε, ο Ιωάννης Α' Δούκας κατέφυγε τελικά στη Θήβα όπου ζήτησε βοήθεια από τον τότε δούκα της Αθήνας Ιωάννη (Ζαν) ντε λα Ρος. Με τη βοήθεια των βουργουνδών - φράγκων ηγεμόνων της Αθήνας ο Ιωάννης Α' νίκησε κι εξεδίωξε τα αυτοκρατορικά στρατεύματα από την επικράτειά του.(17) Σε ανταμοιβή για αυτή τη βοήθεια προσέφερε το χέρι μίας άλλης κόρης του, της Ελένης Δούκαινας, κι ως προίκα τα κάστρα του Σιδερόκαστρου, της Λαμίας, του Γαρδικίου και της Γραβιάς στον Γουλιέλμο, αδελφό του ηλικιωμένου Ιωάννη (Ζαν) ντε λα Ρος κι επόμενο δούκα των Αθηνών. Την ίδια περίπου περίοδο, μία άλλη κόρη του Ιωάννη Α' έγινε η πρώτη σύζυγος του Στέφανου Μιλούτιν, δευτερότοκου γιου του τότε βασιλιά της Σερβίας Στέφανου Ουρός, ενισχύοντας ακόμη μία συμμαχία απέναντι στους Παλαιολόγους. Ο Μιλούτιν ανήλθε στον σερβικό θρόνο στα 1282 διαδεχόμενος τον πρωτότοκο αδελφό του Στέφανο Δραγούτιν. Στην πορεία χώρισε από την κόρη του Ιωάννη Α', έκανε άλλους δύο γάμους και τελικά νυμφεύθηκε σκανδαλωδώς για τέταρτη φορά, στα 1299, με την πεντάχρονη Σιμονίδα κόρη του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου.(18)
Αυτοκρατορικά στρατεύματα εισέβαλαν στη Μεγάλη Βλαχία και πάλι στα 1278. Η εισβολή έληξε και πάλι με νίκη του Ιωάννη Α'. Ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Η' επέμεινε κι εισέβαλε εκ νέου στα 1282. Το νέο του «όπλο» ήταν 400 Τάταροι του ηγεμόνα της Χρυσής Ορδής Χάνου Νογκάι, από τις στέπες της σημερινής νότιας Ρωσίας και της Ουκρανίας. Ο ασθενής αυτοκράτορας πέθανε στην αρχή, ακόμη, της εκστρατείας αφήνοντας τον Ιωάννη Α' νικητή για άλλη μια φορά, αν κι οι Τάταροι σχεδόν ερήμωσαν την επικράτειά του. Ο νέος αυτοκράτορας, γιος του προηγούμενου, ο Ανδρόνικος Β' Παλαιολόγος επιχείρησε μία τελευταία εισβολή στα 1284, δίχως να κάμψει την αντίσταση του Ιωάννη Α'. Ωστόσο, επέμεινε κι επιχείρησε να εξουδετερώσει τον αντίπαλό του με διαφορετικές πια μεθόδους.
Ο τότε σύμμαχός του δεσπότης της Ηπείρου Νικηφόρος Β' Δούκας, ετεροθαλής αδελφός κι αντίπαλος του Ιωάννη Α' Δούκα, κι η σύζυγός του Άννα Καντακουζηνή Παλαιολογίνα αιχμαλώτισαν με προδοσία τον ανιψιό τους Δημήτριο-Μιχαήλ, πρωτότοκο γιο του Ιωάννη Α'. Τον είχαν ξεγελάσει καλώντας τον στην Άρτα για να του προσφέρουν, δήθεν, το χέρι μιας κόρης τους. Ο αιχμάλωτος παραδόθηκε στον αυτοκράτορα στη μακρινή Κωνσταντινούπολη στα 1284. Την ίδια χρονιά στα χέρια του αυτοκράτορα έπεσε και μία από τις κόρες του Ιωάννη Α'. Η νεαρή είχε αρραβωνιαστεί, στα 1281-82, με τον Θεόδωρο Σβετοσλάβο, γιο του Γεωργίου Α' Τερτέριου, του κουμανικής καταγωγής τσάρου της Βουλγαρίας. Ο Τερτέριος παρέδωσε την υποψία νύφη του στον αυτοκράτορα όταν συμφιλιώθηκε με τους Παλαιολόγους σπάζοντας την όποια συμμαχία του με τη Μεγάλη Βλαχία. Αρχικά, θεωρήθηκε πως οι δύο αιχμάλωτοι βρίσκονταν σε τιμητική κράτηση στην αυλή του αυτοκράτορα. Στον Δημήτριο-Μιχαήλ, μάλιστα, προτάθηκε γάμος με μία ανιψιά του αυτοκράτορα, κόρη του Ιωάννη Ασάν Γ', του προηγούμενου τσάρου της Βουλγαρίας. Μέσα από ένα τέτοιο γάμο ο αυτοκράτορας ήλπιζε να ασκήσει τελικά κάποιον έλεγχο στη Μεγάλη Βλαχία. Ωστόσο, η μόνιμη σκέψη του υποψήφιου γαμπρού ήταν πάντα η απόδραση με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε πραγματική φυλακή. Πέθανε στα χέρια της αυτοκρατορικής φρουράς των Βαράγγων όταν πολλά χρόνια αργότερα, στα 1307, επιχείρησε για άλλη μια φορά να αποδράσει.(19)
Ο Ιωάννης Α' Δούκας απεβίωσε, πιθανότατα, στα 1289 και θάφτηκε στο μοναστήρι της Θεοτόκου των Μεγάλων Πυλών, γνωστό περισσότερο ως Πόρτα Παναγίας, κοντά στο χωριό Πύλη Τρικάλων, στην είσοδο του Ασπροποτάμου. Το μοναστήρι είχε ιδρυθεί από τον ίδιο στα 1283. Ο τάφος του σώζεται ακόμη, όπου σε τοιχογραφία της εποχής ο Ιωάννης απεικονίζεται ως μοναχός να οδηγείται από τον Χριστό στην ένθρονη Παναγία. Η ηγεμονία της Μεγάλης Βλαχίας πέρασε στον δευτερότοκο γιου του Κωνσταντίνο και τον τριτότοκο Θεόδωρο, οι οποίοι κυβέρνησαν από κοινού παίρνοντας κι αυτοί τον τίτλο του σεβαστοκράτορα. Η πιθανά βλάχικης καταγωγής μητέρα τους, η κόρη του Ταρωνά, έγινε μοναχή παίρνοντας το όνομα Υπομονή κι αποσύρθηκε από τα εγκόσμια στη μονή της Θεοτόκου Ελεούσης στη Λυκουσάδα κοντά στο Φανάρι, που η ίδια είχε ιδρύσει. Οι νέοι ηγεμόνες συνέχισαν μία φιλόδοξη πολιτική αντεκδίκησης και σύγκρουσης με τους συγγενείς τους κι ηγεμόνες του Δεσποτάτου της Ηπείρου διεκδικώντας εδάφη που ανήκαν στο Δεσποτάτο, στις περιοχές της σημερινής Αιτωλοακαρνανίας. Σύντομα υποχώρησαν, καθώς τα εδάφη αυτά είχαν παραχωρηθεί ως προίκα της εξαδέλφης τους ηπειρώτισσας πριγκίπισσας Αικατερίνης/Θαμάρ στον Φίλιππο Ανδεγαυό (Ανζού) του Τάραντα. Ο Κωνσταντίνος φέρεται να νυμφεύθηκε κάποια τοπική αρχόντισσα, την Άννα Εβαγιόνισσα, αν και του είχε προταθεί να παντρευτεί κάποια ανιψιά του σέρβου βασιλιά Μιλούτιν. Για τον Θεόδωρο αναφέρεται πως υπήρξαν σχέδια να νυμφευτεί, άλλοτε τη Θεοδώρα, εξαδέλφη του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου, κι άλλοτε, στα 1296, την πριγκίπισσα της Μικρής Αρμενίας Θεοδώρα/Θεοφανώ, αδελφή της Ρίτας-Ξένης/Μαρίας συζύγου του προηγούμενου αυτοκράτορα Μιχαήλ Θ' Παλαιολόγου, παίρνοντας για προίκα την παράλια πόλη της Δημητριάδας στη Μαγνησία. Ο δεύτερος γάμος δεν πραγματοποιήθηκε καθώς η υποψήφια νύφη απεβίωσε στη Θεσσαλονίκη, ενώ βρισκόταν καθ’ οδόν προς τη Μεγάλη Βλαχία. Όμως η Δημητριάδα δεν επιστράφηκε πίσω στον αυτοκράτορα δημιουργώντας νέα αιτία για προστριβές.(20)
Ο Θεόδωρος χάθηκε σύντομα από το προσκήνιο, πιθανά στα 1299, κι ο Κωνσταντίνος παρέμεινε ηγεμόνας της Μεγάλης Βλαχίας μέχρι τον θάνατό του από καρκίνο στα 1303. Τη θέση του πήρε ο ανήλικος γιος του Ιωάννης Β' Δούκας. Οι άρχοντες της τοπικής αριστοκρατίας, ακολουθώντας πιθανά εντολές διαθήκης, μα περισσότερο αναγνωρίζοντας την αδύναμη θέση στην οποία βρέθηκε η ηγεμονίας τους, προσκάλεσαν κι ανέθεσαν την κηδεμονία του Ιωάννη Β', μέχρι την ενηλικίωσή του, και τη διακυβέρνηση της Μεγάλης Βλαχίας στον δούκα των Αθηνών Γκουίδων B' (Γκιγιό) ντε λα Ρος, πρώτο εξάδελφο του ανήλικου ηγεμόνα. Ο κηδεμόνας τοποθέτησε αμέσως ως στρατάρχη - αντιπρόσωπό του στη Μεγάλη Βλαχία έναν από τους έλληνες βαρόνους του, τον Μπουτομίτη, κι ανέλαβε να εξουδετερώσει με επιτυχία μία εισβολή της Άννας Παλαιολογίνας από το Δεσποτάτο της Ηπείρου. Όταν ο Ιωάννης Β' Δούκας ενηλικιώθηκε επιχείρησε να ανακτήσει την ανεξαρτησία του από το Δουκάτο της Αθήνας. Αναζητώντας συμμάχους, στράφηκε προς τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο και στα 1309 ή στα 1315 νυμφεύτηκε την Ειρήνη, μία νόθα αυτοκρατορική κόρη, παίρνοντας κι αυτός τον τίτλο του σεβαστοκράτορα.(21) Μπορεί να απαλλάχθηκε για λίγο από τους διεκδικητικούς συγγενείς του και γείτονες, όμως μοιάζει να κυβέρνησε τη Μεγάλη Βλαχία περισσότερο ως υποτελής του αυτοκράτορα παρά σαν ανεξάρτητος ηγεμόνας.
Στη συνέχεια, ο νέος κίνδυνος προερχόταν από τους μισθοφόρους της Καταλανικής Εταιρείας[22] που εισέβαλαν από τον βορρά και λεηλάτησαν τα εδάφη της Μεγάλης Βλαχίας την περίοδο 1306-09. Αμέσως μετά προσλήφθηκαν από τον νέο δούκα των Αθηνών Βαλθέρο Α' Βριένιο (Βάλτερ ή Γκοτιέ Α' ντε Μπριέν) και κατέλαβαν έναν αριθμό φρουρίων στα νότια κι ανατολικά της ηγεμονίας. Αν και στην πορεία κατέλυσαν ακόμη και το δουκάτο του εργοδότη τους. Τελικά, η «βλάχικη ηγεμονία» στην κεντρική Ελλάδα έμοιαζε σκιά του εαυτού της όταν διαλύθηκε με τον θάνατο του ασθενικού και άκληρου Ιωάννη Β' Δούκα, στα 1318. Κάποιες πόλεις και φρούρια, στα βόρεια κι ανατολικά, είχαν περάσει στα χέρια του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου, ο οποίος διεκδικούσε όλη τη Μεγάλη Βλαχία ως κτήση της χήρας κόρης του. Άλλα εδάφη, στα δυτικά και κεντρικά, βρίσκονταν στον έλεγχο της τοπικής αριστοκρατίας κι άλλα στο νότο τα κατείχαν οι Καταλανοί, οι οποίοι κατέβαλαν την Υπάτη - Νέες Πάτρες τον επόμενο χρόνο (1319). (22) Την εικόνα συμπλήρωνε η κατοχή από τους Βενετούς του λιμανιού του Πτελεού στις ακτές του Παγασητικού.(23) Η Μεγάλη Βλαχία έπαψε να αναφέρεται πια ως μία αυτοδύναμη ηγεμονία. Ακολούθησαν νέοι βραχύβιοι κυρίαρχοι, κυρίως Βυζαντινοί και Σέρβοι, οι οποίοι είτε δεν κατείχαν τα εδάφη της στο σύνολό τους, είτε παρουσιάζονταν περισσότερο ως τιτουλάριοι.
Προς τα μέσα του 14ου αιώνα, εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη ισχυρής τοπικής εξουσίας, πολυάριθμοι Βλάχοι, ολόκληρες φυλές – «φάρες» νομαδοκτηνοτρόφων από τη Βόρεια Ήπειρο, τη σημερινή νότια και κεντρική Αλβανία, ακολούθησαν πολυπληθέστερους μετακινούμενους αρβανίτικους πληθυσμούς κι αναζήτησαν καλύτερες προοπτικές στην κεντρική Ελλάδα. Αν κι οι πηγές δεν είναι απόλυτα σαφείς για την καταγωγή τους, οι επονομαζόμενοι Μαλακάσιοι ή Μαλακασιώτες φέρονται να εγκαταστάθηκαν σταθερά κι οριστικά κατά μήκος της Νότιας Πίνδου, ανάμεσα στη Θεσσαλία και την Ήπειρο, κι οι Βόιοι ή Μπούιοι στα εδάφη ανάμεσα στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα.(24) Στα 1334, αυτές οι αρβανίτικες ή οι βλάχικες νομαδοκτηνοτροφικές φυλές, που ίσως αριθμούσαν συνολικά 12.000 ψυχές, αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν την υποταγή τους και τη βυζαντινή αυτοκρατορική κυριαρχία στα εδάφη της Θεσσαλίας. Η υποταγή τους σημειώθηκε όταν ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Γ' Παλαιολόγος έστειλε δυνάμεις από την Κωνσταντινούπολη για την επικύρωση της τοπικής κυριαρχίας του. Καθώς οι πολεμικές επιχειρήσεις σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια του χειμώνα, οι ανυπότακτες φυλές συνθηκολόγησαν φοβούμενες την τέλεια καταστροφή μην μπορώντας να καταφύγουν με τις οικογένειες και τα κοπάδια τους στην ασφάλεια των βουνών.(25) Εξελικτικά, σχεδόν όλοι Αρβανίτες προωθήθηκαν στη νοτιότερη Ελλάδα, ενώ οι όποιοι Βλάχοι μοιάζει να παρέμειναν στην περιοχή και να ενίσχυσαν το προϋπάρχον βλάχικο στοιχείο. Τελικά, στα 1392-94, οι Οθωμανοί κατέλαβαν τη Θεσσαλία, εκπόρθησαν το κάστρο της Υπάτης – Νέων Πατρών (στα τουρκικά Πατρατζίκ) και έφτασαν μέχρι τον Κορινθιακό.
Όλα αυτά μπορεί να ακούγονται σαν ένα βυζαντινό παραμύθι, όμως αποτέλεσαν ιστορική πραγματικότητα. «Το Χρονικό του Μορέως» παραμένει η πλέον γνωστή πηγή για τα γεγονότα και το πνεύμα εκείνων των εποχών και τη συνύφανση των Βλάχων με τα δρώμενα στον μεσαιωνικό ελληνικό χώρο.(26) Τόσο το όνομα τους, όσο μάλλον κι οι ίδιοι συνδέθηκαν στενότατα με τον τόπο, ώστε πέρασαν μέχρι και στην αναγεννησιακή ελληνική λογοτεχνία, αν κρίνουμε από τον ενδιαφέροντα και πρωταγωνιστικό ρόλο τους στην πλοκή του «Ερωτόκριτου» του Βιτσέντζου Κορνάρου και την αντιπαλότητά τους με το «βασίλειο της Αθήνας».(27)
Μέσα από αυτή την αναδρομή σε πρόσωπα και γεγονότα μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τη μεσαιωνική ηγεμονία της Μεγάλης Βλαχίας στην κεντρική Ελλάδα. Πουθενά στις πηγές δεν εντοπίζονται στοιχεία που να στηρίζουν την άποψη πως η Μεγάλη Βλαχία υπήρξε ένα αποκλειστικό δημιούργημα βλάχικων πληθυσμών, ένα ανεξάρτητο εθνικό κράτος, ούτε καν μία κρατική οντότητα ανάλογη των μεσαιωνικών σερβικών και βουλγαρικών κρατών και ηγεμονιών. Στην περίπτωση, μάλιστα, της ανασύστασης του μεσαιωνικού βουλγαρικού κράτους στα χρόνια της δυναστείας των Ασανηδών οι τοπικοί «βλάχικοι πληθυσμοί», όποιοι κι αν ήταν αυτοί, συνέβαλαν καθοριστικά τόσο στη γέννηση της δυναστείας, όσο και στην ανάπτυξη του κράτους. Εξάλλου, στις δυτικές κυρίως πηγές το κράτος αυτό ήταν γνωστό ως «Αυτοκρατορία Βούλγαρων και Βλάχων».(28) Αντίθετα, η Μεγάλη Βλαχία δεν υπήρξε ποτέ μια ξεχασμένη ιστορική πατρίδα κάποιου ξεχωριστού λαού, ενός κάποιου βλάχικου έθνους. Ωστόσο, στους βλάχικους πληθυσμούς της Μεγάλης Βλαχίας και του μεσαιωνικού ελληνικού χώρου γενικότερα βρίσκονται οι βαθιές προγονικές ρίζες των ανθρώπων βλάχικης καταγωγής που σήμερα ζουν στην Ελλάδα και τη νότια Βαλκανική. Η ιστορική τους ταυτότητα διαμορφώθηκε συνυφασμένη με αυτή του μεσαιωνικού ελληνισμού και διαφοροποιήθηκε ουσιαστικά και καθοριστικά από αυτή άλλων πληθυσμών γνωστών επίσης ως «βλάχικων» σε βορειότερες περιοχές των Βαλκανίων. Έτσι, μπορούμε να ενισχύσουμε και με μεσαιωνικά ιστορικά στοιχεία την άποψη πως η όποια σύγχρονη εθνογλωσσική ταυτότητα των Βλάχων στα νότια Βαλκάνια δεν μπορεί να αποτελεί εμπόδιο για την ισότιμη ένταξη τους στη νεοελληνική πραγματικότητα. Δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ξένοι στον τόπο που τους γέννησε και που διαμόρφωσαν από κοινού με τους υπόλοιπους νεότερους Έλληνες.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
ΑΝΩΝΥΜΟΥ, «Το Χρονικό του Μορέως», εισαγωγή - υποσημειώσεις - επεξεργασία: Πέτρος Π. Καλονάρος, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα.
ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ, Παναγιώτης, «Μονογραφία περί Κουτσοβλάχων», (γράφτηκε στα 1865), Αθήνα 1903.
ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ, Παναγιώτης., «Χρονογραφία της Ηπείρου», τόμος Α', Εν Αθήναις 1856.
ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, Απόστολος Ε., «Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμος Α', αρχές και διαμόρφωση του», έκδοση Β', Θεσσαλονίκη 1974.
ΒΕΛΚΟΣ, Γρηγόριος Παν., «Η επισκοπή Δομενικού και Ελλασσώνος», Έκδοση Ιεράς Μητροπόλης Ελασσόνας, Ελασσόνα 1980.
ΒΕΝΙΑΜΙΝ εκ Τουδέλης, «Το βιβλίο των ταξιδιών στην Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική», εισαγωγή-σχόλια: Κοσμάς Μεγαλομάτης - Αλέξης Σαββίδης, Μετάφραση: Φωτεινή Βλαχοπούλου, επιμέλεια μετάφρασης: Κοσμάς Μεγαλομάτης, βιβλιογραφία: Αλέξης Σαββίδης, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1994.
ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, Νικόλαος, «Θεσσαλία», Περιφεριακές Εκδόσεις Έλλα, Λάρισα 1995, (πρώτη έκδοση 1880).
ΔΗΜΟΥ, Βασίλειος Απ., «Εθνολογικά στοιχεία στα έργα του Δημήτριου Χωματιανού», Πρακτικά Διεθνούς Συμποσίου για το Δεσποτάτο της Ηπείρου, (Άρτα 27-31 Μαϊου 1990), Μουσικοφιλολογικός Σύλλογος Άρτης «Ο Σκουφάς».
ΕΥΘΥΜΙΟΣ (Πενταγιώτης), ιερομόναχος, «Το Χρονικό του Γαλαξειδίου», ανάγνωση - εισαγωγή - σημειώσεις - δημοσίευση: Κωνσταντίνος Ν. Σαθάς, προλογικά: Αλέξης Γ. Κ. Σαββίδης, Μελέτες για τη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Ιστορία 6, Εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα 1996.
ΖΙΑΓΚΟΥ, Νικόλαος. Γ., «Φεουδαρχική Ήπειρος και Δεσποτάτο της Ηπείρου. Συμβολή στο Νέο Ελληνισμό, Αθήναι 1974.
ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ, Γεώργιος Ι., «Ιστορία της Μακεδονίας κατά τους μέσους χρόνους, 285-1354», Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών 55, Θεσσαλονίκη 1980.
ΚΕΚΑΥΜΕΝΟΣ, «Στρατηγικόν», γ' έκδοση, εισαγωγή - μετάφραση - σχόλια: Δημήτρης Τσουγκράκης, Κείμενα Βυζαντινής Ιστοριογραφίας 2, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 1996.
ΚΟΜΝΗΜΗ, Άννα, «Αλεξιάς», τόμος Α', Εκδόσεις Άγρας, Αθήνα 1990.
ΚΟΡΔΑΤΟΣ, Γιάννης., «Ιστορία της επαρχίας Βόλου και Αγιάς», Εκδόσεις 20ος Αιώνας, Αθήνα 1960.
ΚΟΡΝΑΡΟΣ, Βιτσέντζος, «Ερωτόκριτος», γ' έκδοση, κριτική έκδοση: Στυλιανός Αλεξίου, Εκδόσεις Ερμής, Αθήνα 1994.
ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ, Κώστας., «Οι Βλάχοι της Πίνδου», Άπαντα, Β' έκδοση, Αθήνα 1959.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Γεώργιος Κ., «Ιστορία των Αθηνών, από Χριστού γεννήσεως μέχρι έτους 1821 (ρωμαιοκρατία, Βυζάντιον, φραγκοκρατία, τουρκοκρατία)», Μελέτες για τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή ελληνική ιστορία 5, Εκδόσεις Δημιουργία, Αθήνα 1996, (πρώτη έκδοση 1876).
ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, Κοσμάς, «Ιωάννης Απόκαυκος. Συμβολή στην έρευνα του βίου και του συγγραφικού έργου του», Ιστορικές Μονογραφίες 6, Ιστορικές Εκδόσεις Στ. Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1988.
ΝΤΑΜΠΛΙΑΣ, Χρήστος Γ. «Η ιστορία της Θεσσαλίας το 13ο αιώνα μ.Χ., ιστορικά γεγονότα, προσωπογραφική προσέγγιση και έγγεια ιδιοκτησία από το 1204 ως το 1303», Εκδόσεις Ηρόδοτος, Βυζάντιο / Ιστορία, Θεσσαλονίκη 2002.
ΠΑΠΑΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ, Κ., «Ιστορία του ελληνικού έθνους», (πρώτη έκδοση 1885), βιβλίο 14ο, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1992.
ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ – ΖΑΦΡΑΚΑ, Αλκμήνη, «Μεγάλη και Μικρή Βλαχία», Πρακτικά 5ου Συμποσίου Τρικαλινών Σπουδών, (Τρίκαλα, 5-7 Νοεμβρίου 1999), Τρικαλινά τόμος 20ος, Φ.Ι.ΛΟ.Σ. Τρικάλων, Τρίκαλα 2000, σ. 171-179.
ΤΑΡΦΑΛΗ, Ορέστης, «Θεσσαλονίκη, από τις απαρχές μέχρι τον ΙΔ' αιώνα», μετάφραση: Αγγελική Νικολοπούλου, επιμέλεια: Α. Γ. Κ. Σαββίδης, Εκδόσεις Τροχαλίας, Θεσσαλονίκη 1994.
FINE, John V. A., «The Late Medieval Balkans. A Critical Survey from the Late Twelfth Century to the Ottoman Conquest», The University of Michigan Press, 1994.
HAMMOND, N. G. L., «Migrations and Invasions in Greece and Adjacent Areas», Noyes Press, Park Ridgen, New Jersey.
HARVEY, Alan, «Οικονομική ανάπτυξη στο Βυζάντιο, 900-1200», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1997.
LOCK, Peter, «Οι Φράγκοι στο Αιγαίο, 1204-1500», Εκδόσεις Ενάλιος, Αθήνα 1998.
NICOL, Donald M., «Το Δεσποτάτο της Ηπείρου, 1267-1479. Μία συνεισφορά στην ελληνική ιστορία κατά τον Μεσαίωνα», Ελληνική Ευρωεκδοτική, Αθήνα 1991.
OSTROGORSKY, Georg., «Ιστορία του Βυζαντινού Κράτους», τόμος 3ος, μετάφραση: Ιωάννης Παναγόπουλος, εποπτεία: Ευάγγελος Κ. Χρυσός, Εκδόσεις Στεφ. Δ. Βασιλόπουλος, Αθήνα 1981.
POUQUEVILLE, F. C. H. L., «Ταξίδι στην Ελλάδα, Ήπειρος», Εκδόσεις Τολίδης Αθήνα 1994.
WINNIFRITH, T. J., «The Vlachs. The History of a Balkan People», Duckworth, London 1987.

1. Στα 976, κάπου ανάμεσα στην Καστοριά και την Πρέσπα, κάποιοι ταξιδιώτες – «οδίτες» Βλάχοι σκότωσαν τον Δαυίδ, έναν από τους αδελφούς του Βούλγαρου τσάρου Σαμουήλ, «ευθύς απεβίω αναιρεθείς μέσον Καστοριάς και Πρέσπας εις τας λεγομένας Καλάς δρυς παρά τινών Βλάχων οδιτών», ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ – ΖΑΦΡΑΚΑ, σ. 171. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ, σ. 260. WINNIFRITH, σ. 100.
2. ΚΕΚΑΥΜΕΝΟΣ, σ. 214-239, 252-255. WINNIFRITH, σ. 106, 108, 110-111. HARVEY, σ. 190-191, 256-257.
3. «Φτάνει στην περιοχή της Λάρισας, περνάει από το βουνό των Κελλίων, αφήνει στα δεξιά του τη δημόσια λεωφόρο και το βουνό που οι ντόπιοι ονομάζουν Κίσσαβο και κατεβαίνει στο Εζεβάν, ένα βλάχικο χωριό, πολύ κοντά στην Ανδρωνία.» ΚΟΜΝΗΝΗ, σ. 198. WINNIFRITH, σ. 111.
4. «Σε μια ημέρα φθάνουμε στο Σινόν ποταμό (Ζητούνι - Λαμία), όπου ζουν πενήντα περίπου Ιουδαίοι, με πρώτους ανάμεσά τους τους ραβίνους Σολομώντα και Ιακώβ. Η πόλη βρίσκεται στους πρόποδες των λόφων της Βλαχίας. Στα βουνά αυτά ζει το έθνος που ονομάζεται Βλάχοι. Είναι πολύ γρήγοροι και κατεβαίνουν από τα βουνά για να καταστρέψουν και να λεηλατήσουν την ελληνική γη. Κανείς δεν μπορεί να τους πολεμήσει και κανένας βασιλιάς δεν καταφέρνει να τους κυβερνήσει. Δεν είναι ιδιαίτερα δεμένοι με την πίστη των Ναζαρηνών (χριστιανών), αλλά δίνουν στους εαυτούς τους ιουδαϊκά ονόματα. Μερικοί υποστηρίζουν ότι αυτοί είναι Ιουδαίοι - και πράγματι αποκαλούν τους Εβραίους αδελφούς τους - και όταν συναντώνται μαζί τους, αν και τους ληστεύουν, δεν τους σκοτώνουν, όπως κάνουν με τους Έλληνες. Είναι όλοι μαζί εκτός νόμου.» ΒΕΝΙΑΜΙΝ, σ. 63.
5. Πληρέστερη παρουσίαση των μεσαιωνικών αναφορών για Βλάχους και Βλαχίες στη Θεσσαλία και τη Στερεά Ελλάδα, ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ – ΖΑΦΡΑΚΑ, σ. 171-179. WINNIFRITH, σ. 119. Επισημαίνεται πως την ίδια περίοδο, τον 13ο αιώνα, η σημερινή ρουμανική επαρχία βόρεια του Δούναβη, η οποία εξελικτικά επικράτησε να είναι η γνωστότερη από όλες τις «Βλαχίες», ήταν γνωστή με το όνομα Κουμανία, δηλαδή χώρα των Κουμάνων.
6. ΔΗΜΟΥ, σ. 279-302. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, σ. 271-272.
7. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, σ. 157, 281-282.
8. Το συμπέρασμα αντλείται από μία συνοδική απόφαση διαζυγίου του Ιωάννη Απόκαυκου. Πληροφορούμαστε πως η αρχόντισσα της Μάλαινας Θεοδώρα είχε υποχρεώσει έναν δεκαοκτάχρονο αναγνώστη να παντρευτεί μία γυναίκα που είχε ίσως τα χρόνια της γιαγιάς του. Το όνομα της ήταν Ρούσα, καταγόταν από τα ορεινά της Βελεχατουίας, ήταν «βάρβαρη» και μιλούσε με δυσκολία τα ελληνικά. ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ – ΖΑΦΡΑΚΑ, σ. 178-179. Το πιθανότερο είναι πως ο Λαμπρόπουλος κάνει λάθος θεωρώντας τη Ρούσα σλαβόφωνη, ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, σ. 210-211, 289-290.
9. ΚΟΡΔΑΤΟΣ, σ. 159-161.
10. Περισσότερα για τον βίο και την πολιτική του Ιωάννη Α' Δούκα και των διαδόχων του, βλ. ΝΤΑΜΠΛΙΑΣ, ιδιαίτερα σ. 63-105. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ, σ. 74, 79-81. ΤΑΡΦΑΛΗ, σ. 176-178. ΠΑΠΑΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ, σ. 35-36, 47-48. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ, σ. 353, 356, 358. Για το πνεύμα εκείνων των εποχών και για τα ιστορικά δρώμενα στην κεντρική Ελλάδα, βλ. LOCK, ειδικότερα σ. 170-184. NICOL, σ. 21-117. OSTROGORSKY, σποράδην και σ. 189-190.
11. ΖΙΑΓΚΟΥ, σ. 112, 134.
12. Μέσα από τις επιστολές του επισκόπου Ναυπάκτου Ιωάννη Απόκαυκου πληροφορούμαστε για την ύπαρξη αρκετών προσώπων που έφεραν το όνομα Ταρωνάς κι οι οποίοι κατά πάσα πιθανότητα ήταν μέλη της ίδιας οικογένειας. Στα 1223, κάποιος Ταρωνίτης πρώην «καστροφύλακας» του Αγγελόκαστρου, κοντά στις εκβολές του Αχελώου, είχε πέσει σε παράπτωμα κι ήταν φυλακισμένος του δεσπότη της Ηπείρου Θεόδωρο Δούκα. Την ίδια χρονιά, κάποιος άλλος Ταρωνάς, πρώην «παρακοιμώμενος» του δεσπότη, δηλαδή αρχηγός ή μέλος της προσωπικής του φρουράς, έχοντας, μάλλον, συνωμοτήσει εναντίον του ζητούσε συγχώρεση. Κι ακόμη, κάποιος Νικόλαος Ταρωνάς ήταν ο ιδρυτής μίας ομώνυμης σταυροπηγιακής πατριαρχικής μονής στην Άρτα. ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΣ, σ. 140-141, 228-229, 291.
13. ΕΥΘΥΜΙΟΣ, σ. 146-147.
14. NICOL, σ. 23.
15. ΒΕΛΚΟΣ, σ. 61-62.
16. ΕΥΘΥΜΙΟΥ, σ. 148.
17. Για το μεσαιωνικό δουκάτο της Αθήνας και τις σχέσεις του με τη Μεγάλη Βλαχία, βλ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, σ. 337-394.
18. Για τους τέσσερις γάμους του Μιλούτιν, βλ. FINE, σ. 185, 217, 222.
19. NICOL, σ. 43. FINE, σ. 198-199.
20. Για την πολιτική και τους γάμους του Κωνσταντίνου και του Θεόδωρου, βλ. ΝΤΑΜΠΛΙΑΣ, σ. 95-105. NICOL, σ. 87-89.
21. NICOL, σ.103-104, 115.
22. Περισσότερα για τους Καταλανούς βλ. LOCK, σ. 185-218.
23. ΖΙΑΓΚΟΥ, σ. 126-131, 134-137, 143-145, 149. FINE, σ. 230-250.
24. POUQUEVILLE, σ. 287-319. HAMMOND, σ. 39. WINNIFRITH, σ. 120-121. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, σ. 25-40. ΖΙΑΓΚΟΥ, σ. 218-225.
25. POUQUEVILLE, σ. 287-319. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ, Χρονογραφία σ. 112-113. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ, Μονογραφία, σ. 31-32. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗΣ, σ. 518-519. WINNIFRITH, σελ 120-121. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π..
26. ΑΝΩΝΥΜΟΥ, σ. κστ', 45, 47, 109, 132, 150-164, 174, 236, 322-323.
27. ΚΟΡΝΑΡΟΣ, σ. νζ'-νη', π'- πα'.
28. FINE, σ. 10-33.
«Η Μεγάλη Βλαχία κι η βυζαντινή κοινοπολιτεία, (13ος - 14ος αιώνας):ισορροπώντας ανάμεσα στην ανεξαρτησία και την υποτέλεια μέσα από γάμους και προδοσίες, συμμαχίες και πολέμους»
Αστέριος Κουκούδης
Θεσσαλονίκη 25 Αυγούστου 2005

Μικρή και Μεγάλη Βλαχία.

Με τον όρο Βλαχία προσδιορίζεται για πρώτη φορά στην ιστορία η περιοχή της Θεσσαλίας, κατά τους 12ο, 13ο και 14ο αί. Επί Συμεών Ουρεσίου Παλαιολόγου έκτασή της τότε έφτανε έως την Αχρίδα. Όπως μας μαρτυρούν οι Βυζαντινοί Νικήτας Χωνιάτης και Γεώργιος Ακροπολίτης η Θεσσαλία ονομαζόταν Μεγάλη Βλαχία και ήταν αυτόνομο διοικητικό διαμέρισμα με πρωτεύουσα την Τρίκκη (στην βλάχικη διάλεκτο το άρθρο «λα» χρησιμοποιείται στο τέλος της λέξης που προσδιορίζει, παρεφθαρμένο ως «λου». Τρίκκη&Τρίκκολου&Τρίκαλα). Στη συνέχεια η πρωτεύουσα της επαρχίας μεταφέρεται στις Νέες Πάτρες (Υπάτη). Την Μεγάλη Βλαχία παραχώρησε ο Σέρβος τσάρος Στέφανος Δουσάν στον αδελφό του Συμεών Ούρος (Σίνισα), τον επωνομαζόμενο Παλαιολόγο από την μητέρα του Μαρία Παλαιολογίνα, η οποία ήταν κόρη του Δεσπότη Ιωάννη Δούκα Παλαιολόγου. Ο πλήρης τίτλος του ήταν Κυρ Συμεών ο Παλαιολόγος, αυτοκράτωρ Ρωμάιων, Σερβίας και Ρουμανίας, ο Ούρεσις. Ο τίτλος αυτός φέρεται στα χρυσόβουλα που εξέδωσε στις Μονές των Μετεώρων, στα οποία υπογράφει ως αυτοκράτωρ της Ρουμανίας και των Ρωμαίων, είναι δε η πρώτη ιστορική αναφορά στους όρους Ρουμάνος – Βλάχος – Βλαχία, σε αντιδιαστολή (οι δύο τελευταίοι προσδιόριζαν σαφώς ελληνικούς πληθυσμούς και περιοχές).Ο όρος Μεγάλη Βλαχία διατηρήθηκε στην Θεσσαλία από τον 12ο έως τον 19ο αιώνα (Πουκεβίλ, Ληκ).
Παράλληλα δημιουργείται και ο όρος Μικρή Βλαχία, που καλύπτει την ηπειρωτική πλευρά της Πίνδου, έως και την Αιτωλοακαρνανία και τα παράλια του Κορινθιακού. Όταν, κατά τον 14ο αι. οι Τούρκοι προωθούνται στην Βαλκανική προσαρμόζουν στην γλώσσα τους τις χωροταξικές αυτές διαφοροποιήσεις μετονομάζοντας σε Κουτσόβλαχους (κιουτσούκ = μικρός) τους κατοίκους της δυτικής Πίνδου και σε Μπουγιούκ Βαλακί (μπουγιούκ = μεγάλος) τους Θεσσαλομακεδόνες.

Τζορντάνο Μπρούνο.

Ο μάρτυρας της επιστήμης.

O Ιταλός Τζορντάνο Μπρούνο υπήρξε φιλόσοφος, ιερέας, κοσμολόγος και αποκρυφιστής. Ο Μπρούνο είναι γνωστός για το μνημονικό του σύστημα, βασισμένο στην οργανωμένη γνώση, και ως πρώιμος υπέρμαχος της ιδέας ενός άπειρου και ομοιογενούς σύμπαντος. Κάηκε στην πυρά ως αιρετικός από την Ιερά Εξέταση, αποτελώντας έτσι για κάποιους τον πρώτο «μάρτυρα της επιστήμης».
Γεννήθηκε στη Νόλα, το 1548, και το πραγματικό του όνομα ήταν Φίλιπο Μπρούνο. Ο πατέρας του, Τζοβάνι Μπρούνο, ήταν στρατιώτης. Στην ηλικία των 11, μετακόμισε στη Νάπολη για να σπουδάσει. Στα 15 του, εντάχθηκε στο Τάγμα των Δομινικανών, παίρνοντας το όνομα Τζορντάνο από τον Τζορντάνο Κρίσπο, τον πνευματικό του δάσκαλο. Συνέχισε τις σπουδές του, ολοκληρώνοντας τη θητεία του ως δόκιμος μοναχός, και έγινε ιερέας του τάγματος, το 1572.
Ενδιαφέρθηκε για τη φιλοσοφία και ήταν ειδικός στην τέχνη της απομνημόνευσης. Τα βιβλία του γράφθηκαν με τη μνημονική τεχνική. Ο Μπρούνο επηρεάστηκε πολύ από τις ιδέες του Ερμή του Τρισμέγιστου, αλλά και την ηλιοκεντρική θεωρία του Κοπέρνικου. Θεωρούσε, ωστόσο, ότι η δική του μυστικιστική αντίληψη για τον ηλιοκεντρισμό ήταν πολύ πιο σημαντική από την αντίληψη του Κοπέρνικου, την οποία ο Μπρούνο έκρινε ως αποκλειστικά μαθηματική. Άλλες σημαντικές επιρροές ήταν ο Θωμάς Ακινάτης, του οποίου τα έργα είχε μελετήσει σε βάθος όντας δόκιμος μοναχός και για τον οποίο πάντα έτρεφε μεγάλο θαυμασμό, ο Αβερρόης, του οποίου η ιδέα για ένα παγκόσμιο μυαλό απηχείται στα έργα του Μπρούνο, ο νεοπλατωνιστής Μαρσίλιο Φιτσίνο και ο Νικόλαος της Κιούζα, με τις απόψεις του για το άπειρο και την απροσδιοριστία. Ο Μπρούνο ανέπτυξε ένα πανθεϊστικό υλοζωιστικό σύστημα, τελείως ασύμβατο με τις χριστιανικές τριαδικές πεποιθήσεις.
Το 1576, εγκατέλειψε τη Νάπολη για να διαφύγει της προσοχής της Ιεράς Εξέτασης. Για τον ίδιο λόγο, έφυγε από τη Ρώμη και το Δομινικανό Τάγμα. Ταξίδεψε στη Γενεύη και μετά από λίγο ενώθηκε με τους Καλβινιστές, προτού αφοριστεί με την πρόφαση ότι προσέβαλε τον φιλόσοφο Antoine de la Faye. Μετά την απολογία του Μπρούνο, ο αφορισμός ανακλήθηκε, αλλά το φθινόπωρο του 1579, βαθιά απογοητευμένος από την καλβινιστική αδιαλλαξία, έφυγε για τη Γαλλία.
Αρχικά ταξίδεψε στη Λυών αλλά δεν μπορούσε να βρει εργασία και στα τέλη του 1579 επισκέφθηκε την Τουλούζ, τότε ισχυρό οχυρό του καθολικισμού, όπου έγινε λέκτορας φιλοσοφίας. Μετά την πικρή εμπειρία στη Γενεύη, προσπάθησε να επιστρέψει στον καθολικισμό, αλλά ο Ιησουίτης ιερέας τον οποίο προσέγγισε, του αρνήθηκε την άφεση αμαρτιών. Όταν η θρησκευτική διαμάχη ξέσπασε στην Τουλούζ, το καλοκαίρι του 1581, μετακόμισε στο Παρίσι, όπου αρχικά ξεκίνησε ένα κύκλο 30 διαλέξεων για θεολογικά ζητήματα. Εκείνη την εποχή, άρχισε να αποκτά φήμη για την αξιοθαύμαστη ικανότητά του απομνημόνευσης. Τα μνημονικά επιτεύγματα του Μπρούνο βασίζονταν, τουλάχιστον εν μέρει, στο πολυσύνθετο σύστημα μνημονικής που είχε αναπτύξει, αλλά ορισμένοι σύγχρονοί του προτιμούσαν να τα αποδίδουν σε μαγικές δυνάμεις. Τα ταλέντα του προσέλκυσαν την προσοχή του βασιλιά Ερρίκου ΙΙΙ, που προωθούσε μια συμφιλιωτική πολιτική ανάμεσα στα ακραία ρεύματα του καθολικισμού και του προτεσταντισμού.
Στο Παρίσι, απολάμβανε την προστασία των ισχυρών Γάλλων πατρόνων του. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δημοσίευσε αρκετά έργα, όπως τα "De umbris idearum" (1582), "Ars Memoriae" (1582), "Cantus Circaeus" (1582), βασισμένα στο μοντέλο του περί οργανωμένης γνώσης. Το 1582, ο Μπρούνο δημοσίευσε μία κωμωδία που συνόψιζε μερικές από τις φιλοσοφικές του τοποθετήσεις, με τον τίτλο "Il Candelaio".
Τον Απρίλιο του 1583, πήγε στην Αγγλία, έχοντας μαζί του συστατικές επιστολές από τον Ερρίκο ΙΙΙ, για να εργαστεί για τον Γάλλο πρεσβευτή, Μισέλ ντε Καστελνό. Εκεί επιδίωξε ανεπιτυχώς μία θέση καθηγητή στην Οξφόρδη, όπου ωστόσο έδινε διαλέξεις. Οι θεωρήσεις του προκαλούσαν έντονες διενέξεις, παρ’ όλα αυτά η παραμονή του στην Αγγλία ήταν γόνιμη. Εκείνη την εποχή, ο Μπρούνο ολοκλήρωσε και δημοσίευσε μερικά από τα πιο σημαντικά έργα του: "La Cena de le Ceneri" (1584), "De la Causa, Principio et Uno" (1584), "De l'Infinito Universo et Mondi" (1584), καθώς και τα "Lo Spaccio de la Bestia Trionfante" (1584) και "De gl' Heroici Furori" (1585). Οι αμφιλεγόμενες απόψεις του Μπρούνο σε συνδυασμό με τον αιχμηρό σαρκασμό του, είχαν ως αποτέλεσμα να χάσει την υποστήριξη των ισχυρών φίλων του.
Τον Οκτώβριο του 1585, μετά την επίθεση που δέχτηκε η γαλλική πρεσβεία στο Λονδίνο από τον όχλο, επέστρεψε στο Παρίσι με τον Καστελνό, όπου η πολιτική κατάσταση ήταν ιδιαίτερα τεταμένη. Επιπλέον, οι 120 θέσεις του εναντίον της αριστοτελικής φυσικής επιστήμης και τα φυλλάδιά του εναντίον του ρωμαιοκαθολικού μαθηματικού Φαμπρίτσιο Μορντέντε, τον έθεσαν σε δυσμένεια. Το 1586, άφησε τη Γαλλία για τη Γερμανία.
Στη Γερμανία απέτυχε να πάρει θέση διδασκαλίας στο Μάρμπουργκ, αλλά πήρε άδεια να διδάξει στο Βίτενμπεργκ, όπου έδινε μαθήματα για τον Αριστοτέλη για δύο χρόνια. Ωστόσο, με την αλλαγή των ιδεολογικών ρευμάτων, έγινε ανεπιθύμητος και το 1588 πήγε στην Πράγα, όπου για μία ακόμη φορά δεν κατόρθωσε να γίνει καθηγητής. Για σύντομο χρονικό διάστημα δίδαξε στο Χέλμστεντ, αλλά και από εκεί έφυγε όταν αφορίστηκε από τους Λουθηρανούς.
Το έτος 1591 τον βρήκε στη Φρανκφούρτη. Εκεί έλαβε πρόσκληση να επισκεφθεί τη Βενετία από τον πατρίκιο Τζοβάνι Μοτσένιγκο, ο οποίος επιθυμούσε να διδαχθεί την τέχνη της απομνημόνευσης, ενώ άκουσε ότι υπήρχε μία κενή έδρα μαθηματικών στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Προφανώς πιστεύοντας ότι η Ιερά Εξέταση μπορεί να είχε χάσει τα ίχνη του, επέστρεψε στην Ιταλία.
Αρχικά πήγε στην Πάδοβα, όπου δίδαξε για λίγο και έκανε ανεπιτυχώς αίτηση για την έδρα μαθηματικών, η οποία ένα χρόνο αργότερα ανατέθηκε στον Γαλιλαίο. Ο Μπρούνο δέχτηκε την πρόσκληση του Μοτσένιγκο και μετακόμισε στη Βενετία τον Μάρτιο του 1592. Για δύο περίπου μήνες, υπήρξε κατ’ οίκον διδάσκαλος του Μοτσένιγκο. Όταν ο Μπρούνο ανακοίνωσε στον οικοδεσπότη του την πρόθεσή του να φύγει, ο τελευταίος ο οποίος ήταν ανικανοποίητος από τη διδασκαλία και είχε αναπτύξει έχθρα εναντίον του Μπρούνο, τον κατήγγειλε στην Ιερά Εξέταση της Βενετίας, η οποία, στις 22 Μαΐου 1592, τον συνέλαβε. Μεταξύ των πολυάριθμων κατηγοριών για βλασφημία και αίρεση, συμπεριλαμβάνονταν η πεποίθησή του για την πολλαπλότητα των κόσμων, καθώς και κατηγορίες για ηθική παρεκτροπή. Ο Μπρούνο υπερασπίστηκε δεινά τον εαυτό του, τονίζοντας τον φιλοσοφικό χαρακτήρα κάποιων από τις απόψεις του, αρνούμενος άλλες και παραδεχόμενος ότι είχε αμφιβολίες για ορισμένα δογματικά ζητήματα. Η Ιερά Εξέταση της Ρώμης, ωστόσο, ζήτησε τη μεταφορά του στη Ρώμη. Ύστερα από μερικούς μήνες και αρκετές υπεκφυγές, οι βενετικές αρχές διστακτικά συναίνεσαν και ο Μπρούνο στάλθηκε στη Ρώμη τον Φεβρουάριο του 1593.
Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δίκης του στη Ρώμη, παρέμεινε φυλακισμένος. Ορισμένα σημαντικά ντοκουμέντα σχετικά με τη δίκη χάθηκαν, αλλά κάποια άλλα έχουν διασωθεί, μεταξύ αυτών και μία σύνοψη των πρακτικών που ανακαλύφθηκε το 1940. Οι πολυπληθείς κατηγορίες εναντίον του Μπρούνο, βασισμένες σε κάποια από τα βιβλία του και σε μαρτυρίες, συμπεριλάμβαναν βλασφημία, ανήθικη διαγωγή και αίρεση σε ζητήματα δογματικής θεολογίας.
Ο Μπρούνο συνέχισε την υπερασπιστική γραμμή της Βενετίας, η οποία συνίστατο στην αποδοχή των δογματικών κηρυγμάτων της Εκκλησίας και ταυτόχρονα την προσπάθεια διατήρησης της φιλοσοφίας του. Τη δίκη του επέβλεπε ο ιεροεξεταστής Καρδινάλιος Μπελαρμίνε που ζήτησε πλήρη αποκήρυξη, την οποία ο Μπρούνο αρνήθηκε. Αντιθέτως, έκανε μάταια έκκληση στον Πάπα Κλεμέντιο VIII, ελπίζοντας να σωθεί με μία μερική αποκήρυξη. Ο Πάπας τέθηκε υπέρ της καταδίκης του Μπρούνο. Ο Μπρούνο κηρύχθηκε αιρετικός και παραδόθηκε στις κοσμικές αρχές στις 8 Φεβρουαρίου 1600. Στη δίκη του, άκουσε την ετυμηγορία πεσμένος στα γόνατα, στη συνέχεια σηκώθηκε και είπε: «Πιθανόν εσείς, κριτές μου, να ανακοινώνετε την καταδίκη εναντίον μου με μεγαλύτερο φόβο απ’ ό,τι τη δέχομαι εγώ». Ένα μήνα αργότερα, στις 17 Φεβρουαρίου 1600, κάηκε στην πυρά.

23/5/09

Αθανάσιος Διάκος και Κατερίνη από την Σέλιανη...


Αγνωστες πτυχές της ζωής του ήρωα.
Στην ανήσυχη εκείνη προεπαναστατική εποχή που είχε φουντώσει ο αγώνας για λευτεριά ,οι αισθηματικές ιστορίες ήταν μέρος της καθημερινότητας. Ο Διάκος και ο Γούλας έτυχε να αγαπήσουν την ίδια γυναίκα, την ωραία Κατερίνη από τη Σέλιανη, το σημερινό χωριό Μάρμαρα. Το πραγματικό της όνομα ήταν Κατερίνη Σπύρου ή Ξυστρή. Νέα, μόλις 18 χρονών είχε ξετρελάνει όλα τα παλικάρια της περιοχής, ένας απ΄αυτούς ήταν και ο Γούλας, πρωτοπαλίκαρο του Σκαλτσά που ζήτησε να την παντρευτεί. Αλλά τον ίδιο καιρό την πολιορκούσε και ο Διάκος που ήταν όπως είπαμε πολύ όμορφος, κατά τις αντιλήψεις της ανδρικής ομορφιάς της εποχής εκείνης. Η Κατερίνη προτίμησε το Διάκο και έγινε ο αρραβώνας τους. Ο Γούλας δεν μπόρεσε να δεχτεί τη περιφρόνηση και γύρευε αφορμή για να εκδικηθεί, όπως και έκανε με άνανδρο και μπαμπέσικο τρόπο. Τη συκοφάντησε και την διέσυρε ηθικά με σκηνοθετημένη πλεκτάνη στο Διάκο, την ξευτέλισε με δόλιο και πανούργο τρόπο, έτσι ώστε ο Διάκος να τον πιστέψει και να την εγκαταλείψει. ʼδοξο ήταν το τέλος της πανέμορφης Κατερίνης, η οποία από τον καημό της τρελάθηκε και της κόλλησαν το εξευτελιστικό παρατσούκλι «παλιοκατερίνη». Ξεφυλλίζοντας τις προσωπικές στιγμές του ήρωα συναντάμε το Διάκο λίγο πριν το ολοκαύτωμα της Αλαμάνας να έχει συνδεθεί με μία όμορφη κοπέλα από την Λιβαδειά που την έλεγαν Βενετσάνα. Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες γι αυτή. Είναι όμως ιστορικά εξακριβωμένο ότι λίγο πριν την έκρηξη της Επανάστασης ήταν επίσημα αρραβωνιασμένος με μια κοντζαμπασοπούλα της Λιβαδειάς, τη Ρόζα ή Ρωξάνη, κόρη του άρχοντα Γιάννη Φίλυνα που αργότερα, όταν σκοτώθηκε ο Διάκος, παντρεύτηκε ένα πλούσιο Αθηναίο, τον Σπύρο Ζαχαρίτσα (εγκυκλ. Γιαννίκος & Σία, Τόμος 3ος, σελ. 186-187).


Η Παλιοκατερινη από την Σέλιανη.
(Αφήγηση Ασπασία Συζ. Κων. Κολοκύθα)

Το σημερινό χωριό Μάρμαρα στην εποχή της Τουρκοκρατίας έφερε το όνομα Σέλιανη και ήταν ένα από τα χωριά του Δήμου Ομιλαίων.
Βρίσκεται σε υψόμετρο 860 μέτρων σε δυσπρόσιτη περιοχή όπως άλλωστε τα περισσότερα χωριά εκείνης της εποχής ,τα οποία κτίζονταν σε ορεινές περιοχές προκειμένου οι κάτοικοι τους να αποφύγουν την συμβίωση τους με τους Τούρκους καταχτητές .
Μία από τις οικογένειες της Σέλιανης ήταν η οικογένεια Σπυρίδωνος από τις ποιο πλούσιες του χωριού.
Η Κατερίνη Σπυρίδωνος ήταν μια τυπική νοικοκυρά , πανέμορφη κοπέλα όταν σε ηλικία 18 ετών την γνώρισε ο Ήρωας της επανάστασης Αθανάσιος Διάκος ,ο οποίος κεραυνοβολήθηκε από την ομορφιά της .
¨Ήταν την εποχή που ο Αθανάσιος Διάκος είχε πετάξει τα ράσα γύρω στα 1790 και ήταν μπουλουξής κτυπώντας τους Τούρκους στη ευρύτερη περιοχή με λημέρι τα βουνά της Σέλιανης.
Από το λημέρι του κατέβαινε στη Σέλιανη πολλές φορές για να προμηθευτεί τα αναγκαία τρόφιμα για το μπουλούκι του .Εκεί γνώρισε την Κατερίνη την οποία την ερωτεύθηκε τρελά .
Την ζήτησε από τους γονείς της ,αρραβωνιάστηκαν και από τότε με συνοδεία το πρωτοπαλίκαρο του μπαινόβγαινε στο σπίτι της.
Κάποια μέρα έφθασε στο σπίτι της μόνος του το πρωτοπαλίκαρο του Διάκου ,τις έδειξε κάποιο πειστήριο και τις είπε ότι ο Διάκος ήταν βαριά άρρωστος ,και ήταν επιθυμία του να την συναντήσει.
Χωρίς να το σκεφθεί η Κατερίνη τον ακολούθησε στη θέση Στεφάνι - Γούρνα όπου ήταν το λημέρι του Διάκου.
Όταν την είδε ξαφνικά μπροστά του ο Διάκος έγινε έξω φρενών δεν δέχτηκε καν να ακούσει τον λόγο της επίσκεψης της. ʼρχισε να την κτυπά αλύπητα μέχρι που έπεσε λιπόθυμη στο έδαφος. Της έσκισε τα ρούχα την άφησε γυμνή και με ένα ψαλίδι που κούρευαν τα πρόβατα οι βοσκοί της περιοχής τις έκοψε τα μαλλιά και την έδιωξε να πάει πάλι πίσω στη Σέλιανη.
Η Κατερίνη ολόγυμνη και κουρεμένη γεμάτη ντροπή ρίζωσε στο μεγάλο βράχο πάνω από το χωριό που λεγόταν παραθύρα και πέρασε όλη την νύχτα εκεί..
Το πρωί που ξημέρωσε, κάποιος χωριανός που περνούσε από εκεί ανεβαίνοντας για τον κάμπο την βρήκε σε αυτή την άθλια κατάσταση .Η Κατερίνη κλαίγοντας του είπε όλη την ιστορία παρακαλώντας τον να την μεταφέρει στο χωριό .Αυτός λύγισε από το άθλιο θέαμα της Κατερίνης και αποφάσισε να την οδηγήσει στη Σέλιανη .
Στα πρώτα σπίτια του χωριού κρύφθηκε και ο χωριανός πήγε και της έφερε μερικά ρούχα για να ντυθεί.
Η Κατερίνη μέσα από τα στενά σοκάκια της Σέλιανης έφθασε στο σπίτι της, ο πατέρας της και τα αδέλφια της αρνήθηκαν να την δεχτούν στο σπίτι γιατί όταν ξεκίνησε να ακολουθήσει το πρωτοπαλίκαρο του Διάκου την είχαν προειδοποιήσει ότι αν κάτι δεν πάει καλά να μην τολμήσει να επιστρέψει στο πατρικό σπίτι γιατί την εποχή εκείνη τα ήθη ήταν αρκετά σκληρά απαγορευόταν στις ανύπαντρες κοπέλες να βγουν από το σπίτι χωρίς την συνοδεία του πατέρα ή κάποιου αδελφού.
Όλο το χωριό γύρισε την πλάτη στη Κατερίνη γιατί θεωρούσαν ότι ατίμασε την οικογένεια της και δεν έβρισκε μέρος να κοιμηθεί ούτε σε στάβλο. Η Κατερίνη βρήκε καταφύγιο για λίγο καιρό στο υπόστεγο της Εκκλησίας και τις πήγαινε κρυφά φαγητό η γειτονιά γύρω από την Εκκλησία..
Η Κατερίνη προσπάθησε να μαλακώσει την οργή της οικογένειας της αλλά μάταιος κόπος ,αυτοί ήταν αμετάπειστοι .
Τελικά υπέκυψε στις νυχτερινές επισκέψεις των νέων του χωριού ,προκειμένου να εξασφαλίσει τα αναγκαία για την επιβίωση της . Μέσα στη δυστυχία της και την απόρριψη της από την μικρή τοπική κοινωνία ,έκανε ακόμη ένα μοιραίο λάθος ,πλημμυρισμένη από μίσος για την οικογένεια της ,τον Διάκο και όλο το χωριό αποφάσισε να εκδικηθεί.
Βρήκε καταφύγιο στα Τουρκοαλβανικά αποσπάσματα που τριγυρνούσαν στη περιοχή δίνοντας τους πληροφορίες για τους επαναστάτες και τα λημέρια τους.
Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα έφθασε στα Γιάννενα και παρουσιάσθηκε στον Αλή Πασά και μπήκε στο χαρέμι του.
Ο Αλή Πασάς όμως είχε το προνόμιο να έχει πάντα αυτός την (πρώτη φορά )κάθε κοπέλας ,η φήμη της Κατερίνης είχε φθάσει στο χαρέμι και δεν καταδέχτηκε να πλαγιάσει μαζί της .
Πανούργος όπως ήταν ο Αλή Πασάς της πρότεινε να προσφέρει τις υπηρεσίες τις στο άτομο του και αυτή θα είχε όλα τα προνόμια που είχαν την εποχή εκείνη οι έμπιστοι του Πασά.
Με αρκετά χρήματα στην τσέπη η Κατερίνη ανέλαβε τον ρόλο της καταδότριας στη περιοχή της για άτομα που κινούνταν ενάντια στην εξουσία του αλλά ταυτόχρονα να εργάζεται και σαν προαγωγός στέλνοντας παρθένες κοπέλες στο χαρέμι του.
Κατόπιν υποδείξεως της Κατερίνης οι Αλβανοί προσπάθησαν να απαγάγουν κάποια κοπέλα στη Σέλιανη αλλά απέτυχαν ,δεν έγινε όμως το ίδιο και στο χωριό Αργύρια .
Εκεί έκλεψαν και οδήγησαν στο χαρέμι του Αλή στα Γιάννενα μια πανέμορφη κοπέλα την Βασιλική Μπαλτσάκη.
Αυτή η απαγωγή έμεινε στην ιστορία μέσα από το στίχο αγνώστου στιχουργού που λέει τα εξής:
Βασίλωμ΄ποιος σε πρόδωσε στ΄αλή πασά τα χέρια
Ο Κώστας το Βλαχόπουλο και η Σπυριδοκατερίνη.
Σύμφωνα με τις προφορικές παραδόσεις που πέρασαν από γενιά σε γενιά όταν η Κατερίνη υπέδειξε στους Αλβανούς το σπίτι της Μπαλτσάκη έφυγε τρέχοντας προς το δάσος όπου και κρύφθηκε , ψάχνοντας να την βρουν μετά οι αλβανοί συνελάμβαναν και ανέκριναν όποιο κάτοικο της περιοχής έβρισκαν μπροστά τους. Κάποια στιγμή έπιασαν και το Βλαχόπουλο ο οποίος αναγκάσθηκε να υποδείξει το μέρος όπου κρυβόταν η Κατερίνη και εκεί την συνέλαβαν οδηγώντας την πάλι στα Γιάννενα. Εδώ τελειώνει η ιστορία της Κατερίνης χωρίς να διασωθεί έως σήμερα η συνέχεια της ζωής της Κατερίνης που πέρασε στην ιστορία σαν Παλιοκατερίνη από την Σέλιανη.

Γαλαξείδι.


22/5/09

Σπερχειάδα: Μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα...

της Ηρώς Κουνάδη.
Αν σκέφτεστε ότι δεν έχετε ξανακούσει ποτέ αυτό το μέρος… σκεφτείτε καλύτερα. Σπερχειός ποταμός; Γραμμένη Οξιά; Το νοτιότερο δάσος οξιάς της Ευρώπης; Εθνικός Δρυμός Οίτης; Φθιώτιδα; Φρεσκάραμε τη μνήμη; Ωραία, τώρα μπορούμε να ετοιμάσουμε και βαλίτσες.




Σε στρατηγική θέση επάνω στην πανέμορφη κοιλάδα του Σπερχειού, ανάμεσα σε δύο βουνά, τον σχετικά άγνωστο Γουλινά και τη φημισμένη Οξιά, και σε μια παράκαμψη της διαδρομής από τη Λαμία στο Καρπενήσι, η Σπερχειάδα έχει καταφέρει ως εκ θαύματος να γλιτώσει από την υπέρμετρη προβολή και την τουριστική «ανάπτυξη», για να διατηρήσει ανέπαφες τις φυσικές ομορφιές της, την αυθεντική γοητεία της, την αίσθηση φύσης και παράδοσης που δε χρειάζεται κανένα resort «σε στυλ παραδοσιακό» για να αναδειχθεί. 
Ο ομώνυμος δήμος, από τους μεγαλύτερους της χώρας, περιλαμβάνει περισσότερα από είκοσι χωριά, κτισμένα επάνω ή περιμετρικά στις πλαγιές του Γουλινά, ενώ μπροστά στην ομώνυμη πόλη, η κοιλάδα του Σπερχειού, απ’ όπου πήρε και το όνομά της, απλώνεται εύφορη και καταπράσινη. 
Μικρή –πλην σημαντική– ιστορική παρένθεση: από εδώ, και συγκεκριμένα από την Καλύβα Στεφανή, ξεκίνησε το Μάιο του 1942 ο Άρης Βελουχιώτης με λιγοστούς συντρόφους το αντάρτικο. Η πόλη καταστράφηκε σχεδόν ολοσχερώς σε μία από τις επιδρομές των γερμανικών στρατευμάτων, για να ξαναχτιστεί και να αναπτυχθεί από την αρχή μετά τον Εμφύλιο. Μέσα σε μια μοναδικής φυσικής ομορφιάς περιοχή, που ξεκινάει από τις πηγές του Σπερχειού, περιβάλλει το Ρουστιανίτη και περιβάλλεται από τη δυτική όχθη της Βίστριζας και που τελειώνει στη νότια όχθη του Σπερχειού με τους πανέμορφους λόγγους και το πλατανόδασος της Μεσοποταμίας, το τοπίο εναλλάσσεται, καθώς τα χωριά του βουνού δίνουν τη θέση τους στην καταπράσινη κοιλάδα, και ο Σπερχειός με τους παραπόταμούς του εμφανίζονται αναπάντεχα πίσω από μια στροφή του δρόμου, κάνοντας την εικόνα ακόμη πιο μαγευτική. 
Σημαντικής και γνωστής αισθητικής αξίας είναι η διαδρομή –πιο σωστά, οι διαδρομές, δύο εντελώς διαφορετικές απόψεις του ίδιου πανέμορφου τοπίου– της δυτικής πλευράς του αρχαίου Ινάχου, από το Δίλοφο ως το Περιβόλι. Όπως μας ενημερώνουν οι… πράκτορες του in2ife στην περιοχή, η πρώτη διαδρομή είναι προς τις βόρειες χαμηλοπλαγιές των Βαρδουσίων, προς τα Μάρμαρα, όπου στεγάζεται ένα αξιόλογο λαογραφικό μουσείο. Από εδώ συνεχίζουμε για το χωριό Ανατολή, κάνουμε μια στάση για να επισκεφθούμε το δικό του μουσείο, και συνεχίζουμε προς Δάφνη και Φωκίδα. Δυτικά των Μαρμάρων συναντάμε το χωριό με την πανοραμική θέα και την κερκιδωτή πλατεία, την Κολοκυθιά, και λίγο πιο πέρα τα γραφικά Αργύρια. 
Η άλλη επιλογή μας είναι η διαδρομή για Νικολίτσι, Κυριακοχώρι και Πλάτανο, απ’ όπου μπορούμε να κατευθυνθούμε σε μια αυθεντική, απαλλαγμένη από ανθρώπινες δραστηριότητες ομορφιά προς το διάσελο της Οξυάς, το μοναδικό πέρασμα προς την ορεινή Ναυπακτία. Από τον Πλάτανο, ή Στάγια, η διαδρομή συνεχίζεται προς το Γαρδίκι Ομιλαίων, χωρίς να ξεχνάμε τη δυνατότητά μας για μια ορειβατική πεζοπορία που θα μας αποζημιώσει με την απαράμιλλη θέα της σε όλα τα βουνά της Ρούμελης ως τη Θεσσαλία, αλλά και χωρίς να αφήσουμε ανεξερεύνητο τον παραπόταμο Ίναχο, του οποίου μέρος, με βάση το Περιβόλι, μπορούμε να διαβούμε με καγιάκ. Αμέτρητα απομεινάρια αρχαίων οικισμών, αλλά και ολοζώντανη παράδοση, χαρακτηρίζουν ολόκληρη αυτή τη διαδρομή. Μετά από το Γαρδίκι σε μια ευχάριστη διαδρομή μέσα σε έλατα και καστανόλογγους συναντάμε το Παλαιοχώρι, όπου σώζεται το βυζαντινό μοναστήρι του Προφήτη Ηλία και παραπέρα τα Πουγκάκια, με τους πολλούς μαχαλάδες του. Από το Γαρδίκι κατεβαίνοντας προς τον κάμπο, κατά μήκος του Ρουστιανίτη, παραποτάμου του Σπερχειού, διαβαίνουμε τα Κανάλια με τα πολλά περιβόλια, και φθάνουμε στο κεφαλοχώρι Λευκάδα. Απέναντι, κουρνιασμένο σε μια καταπράσινη ελατοπλαγιά, το Πίτσι και λίγο πιο κάτω η Παναγία η Ρούστιανη, παλαιό βυζαντινό μοναστήρι. Από τη Λευκάδα συνεχίζουμε την πορεία μας στις νότιες παρυφές του Γουλινά, συναντώντας την Κουτσούφλιανη, τα Καμπιά, τη Φτέρη και την Παλαιοβράχα με τα γλυκόπιοτα κρασιά τους και το γραφικό Κλωνί. Από το Κλωνί ως την Καλλιθέα και τον Άγιο Σώστη ανοίγεται η πανοραμική κερκίδα της κοιλάδας του Σπερχειού. Ψηλότερα, σαν σε μπαλκόνια, με μαγευτική θέα που φτάνει ως το Μαλιακό, αντικρίζεις το Δίλοφο, την Άνω Καλλιθέα, την Άνω Φτέρη και τα Άνω Καμπιά. Η διαδρομή τελειώνει στο καμποχώρι Μεσοποταμία με το πανέμορφο πλατανόδασος και στον υδροβιότοπο του Σπερχειού. Διαδρομές, δραστηριότητες –αναρρίχηση, καγιάκ, πεζοπορία, mountain bike–, αυθεντική φιλοξενία, παραδοσιακές γεύσεις, άρωμα βουνού, αίσθηση ανέγγιχτης φυσικής ομορφιάς. Η περιοχή προ(σ)καλεί να την εξερευνήσετε, την ώρα που πολύ κοντά άλλοι ταξιδιώτες του Σαββατοκύριακου θα συνωστίζονται σε trendy ταβερνάκια και πολυτελή resort με… «στυλ παραδοσιακό» –ενώ εσείς θα απολαμβάνετε την αυθεντική παράδοση, όχι το «στυλ» της.
Αξίζει να δείτε:
* Όσα περισσότερα από τα 23 γραφικά χωριουδάκια προλαβαίνετε.
* Το Λαογραφικό Μουσείο Αθανασίου και Μαίρης Ακρίδα
* Την Καλύβα Στεφανή, 2 χιλιόμετρα έξω από την Σπερχειάδα
* Το μοναδικής φυσικής ομορφιάς τοπίο στη Μεσοποταμία, με τα πλατάνια στο σημείο όπου ενώνεται ο Σπερχειός με τον Βίστριζα, έναν από τους παραπόταμούς του
* Τις ιαματικές πηγές της ευρύτερης περιοχής
* Την Ιερά Μονή Αγάθωνος, κτίσμα 14ου αιώνα με πλούσια συλλογή κειμηλίων
* Το δάσος της Οξιάς, το νοτιότερο της Ευρώπης
* Τον Εθνικό Δρυμό Οίτης με τη μεγαλύτερη βιοποικιλότητα στην Ελλάδα.
* Τους αρχαίους οικισμούς Ελληνικά- Καστρόραχη.
* Το χιονοδρομικό Καρπενησίου, που βρίσκεται σε απόσταση μίας μόνο ώρας
Διαμονή:
Στο καταφύγιο της Γραμμένης Οξιάς, 16 χιλιόμετρα χωματόδρομου από το Γαρδίκι, με παραδοσιακές γεύσεις και σπιτικά γλυκά να προσφέρονται δίπλα στο τζάκι, και με τη διανυκτέρευση να κοστίζει μόλις 12 ευρώ το άτομο.
Φαγητό:
Όπως τα περισσότερα «μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας» μέρη, η Σπερχειάδα έχει να προσφέρει παραδοσιακές σπεσιαλιτέ, παρασκευασμένες με αγνά υλικά, και την αυθεντική σφραγίδα του τόπου. Αυτό, με λίγα λόγια, σημαίνει ξεχάστε τις προτηγανισμένες πατάτες και τις ντομάτες με γεύση νερού. Η περιοχή, επίσης, φημίζεται για τα κρεατικά της, οπότε αρχίστε να σημειώνετε: για ψητά και κοκορέτσι που τιμά το «χαϊδευτικό» κοκορετσάδες που αποδίδεται στους Ρουμελιώτες, στον Παρασκευώτη στη Σπερχειάδα, για παϊδάκια στο Θεό στο Γαρδίκι και στον Βάρσο στη Λευκάδα.