2/11/26

Η χαμένη ενσυναίσθηση του Έλληνα, ή αλλιώς, η τέχνη να κοιτάζεις τον εαυτό σου και να μη βλέπεις τον διπλανό σου.


Ο Έλληνας είναι ένας λαός με αξιοθαύμαστη ικανότητα συγκίνησης. Μπορεί να δακρύσει με ένα τραγούδι, να ανατριχιάσει με μια εθνική επέτειο, να θυμώσει με μια αδικία που συμβαίνει στην άλλη άκρη του κόσμου και να γράψει τρεις παραγράφους συμπαράστασης στα κοινωνικά δίκτυα. Αρκεί, βέβαια, η αδικία να μη συμβαίνει στην πολυκατοικία του, η φτώχεια να μη χτυπά τη δική του πόρτα και ο άνθρωπος που χρειάζεται βοήθεια να μη βρίσκεται μπροστά του, εμποδίζοντας τη διέλευσή του.

Γιατί ο Έλληνας αγαπά τον άνθρωπο. Τον άνθρωπο γενικώς. Τον συγκεκριμένο άνθρωπο, όμως, τον αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη επιφύλαξη.

Είναι αλληλέγγυος, αρκεί να μη χρειαστεί να μοιραστεί. Είναι φιλάνθρωπος, αρκεί να μη διαταραχθεί η καθημερινότητά του. Είναι ευαίσθητος με τα παιδιά του πολέμου, αλλά ενοχλείται από τα παιδιά των προσφύγων στην πλατεία. Συγκινείται με τους άστεγους στις χριστουγεννιάτικες διαφημίσεις, αλλά δεν θέλει τον άστεγο έξω από το κατάστημά του. Θέλει καθαρούς δρόμους, αρκεί να μη χρειαστεί να αναρωτηθεί ποιος κοιμάται στα πεζοδρόμια.

Η ενσυναίσθηση έχει γίνει υπόθεση δημοσίων σχέσεων. Μια φωτογραφία, μια ανάρτηση, ένα συγκινητικό σχόλιο και η ανθρωπιά μας αποκαταστάθηκε. Μπορούμε πλέον να επιστρέψουμε απερίσπαστοι στην αγαπημένη μας εθνική ασχολία: να κρίνουμε τους πάντες και να εξαιρούμε τον εαυτό μας.

Εδώ, άλλωστε, έχουμε αναπτύξει μια ιδιαίτερη κοινωνική επιστήμη: την εξατομικευμένη ηθική. Όταν παρανομεί ο άλλος, απαιτούμε την εφαρμογή του νόμου. Όταν παρανομώ εγώ, υπάρχουν εξηγήσεις, συγκυρίες και ειδικές περιστάσεις. Όταν ο άλλος παίρνει το επίδομα, είναι τεμπέλης. Όταν το παίρνω εγώ, είναι δικαίωμα. Όταν ο άλλος φοροδιαφεύγει, είναι κλέφτης. Όταν το κάνω εγώ, είναι άμυνα απέναντι στο κράτος.

Και κάπως έτσι, η κοινωνία μετατρέπεται σε μια απέραντη αίθουσα δικαστηρίου, όπου όλοι είναι κατήγοροι και κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη του κατηγορουμένου.

Μας ενοχλεί η αγένεια, αλλά κορνάρουμε στον μπροστινό πριν ανάψει πράσινο. Μας εξοργίζει η αδικία, αλλά προσπερνάμε εκείνον που αδικείται όταν δεν μας συμφέρει να εμπλακούμε. Απαιτούμε σεβασμό, αλλά δεν σεβόμαστε τον εργαζόμενο, τον ηλικιωμένο, τον διαφορετικό, τον αδύναμο. Θέλουμε ένα καλύτερο κράτος, αλλά δυσκολευόμαστε να γίνουμε καλύτεροι πολίτες.

Και βέβαια, έχουμε πάντα μια έτοιμη δικαιολογία: «Έτσι είναι η κοινωνία». Μια κοινωνία, όμως, δεν είναι κάποιο αφηρημένο τέρας που κατοικεί κάπου μακριά. Είναι εμείς. Οι καθημερινές μας επιλογές, οι μικρές μας παραχωρήσεις, οι ανοχές μας, οι σιωπές μας και κυρίως οι εξαιρέσεις που επιφυλάσσουμε στον εαυτό μας.

Ίσως τελικά ο Έλληνας να μην έχασε την ενσυναίσθησή του. Ίσως απλώς την έχει περιορίσει στα μέτρα του προσωπικού του συμφέροντος. Να αισθάνεται τον πόνο του άλλου, αρκεί να μη χρειαστεί να τον μοιραστεί. Να υπερασπίζεται την αξιοπρέπεια, αρκεί να μην αφορά κάποιον που δεν συμπαθεί. Να επικαλείται την ανθρωπιά, χωρίς να χρειάζεται να την εφαρμόζει.

Και το πιο παράδοξο; Συνεχίζουμε να καμαρώνουμε για τον πολιτισμό μας, την ιστορία μας, τη φιλοξενία μας και τις ανθρωπιστικές μας παραδόσεις.

Μόνο που ο πολιτισμός δεν είναι οικογενειακό κειμήλιο για να το επιδεικνύουμε στις εθνικές επετείους. Είναι καθημερινή συμπεριφορά.

Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι ο Έλληνας δεν μπορεί να μπει στη θέση του άλλου. Είναι ότι έχει βολευτεί τόσο πολύ στη δική του, ώστε δεν θέλει ούτε να σηκωθεί.


Δεν υπάρχουν σχόλια: