Η Ταινία που η Γαλλία ήθελε να εξαφανίσει: το απαγορευμένο αριστούργημα του Ζαν Ρενουάρ: γιατί «Ο Κανόνας του Παιχνιδιού» παραμένει ένα έργο-σταθμός στην ιστορία της 7ης Τέχνης.
Υπάρχουν ταινίες που διασκεδάζουν, ταινίες που προβληματίζουν και ταινίες που αλλάζουν για πάντα την ιστορία του κινηματογράφου. Το «Ο Κανόνας του Παιχνιδιού» (La Règle du Jeu, 1939) του Ζαν Ρενουάρ ανήκει αναμφίβολα στην τρίτη κατηγορία. Αν και στην εποχή της πολεμήθηκε, λογοκρίθηκε και θάφτηκε στις στάχτες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η ιστορία τη δικαίωσε, κατατάσσοντάς την ανάμεσα στα κορυφαία κινηματογραφικά επιτεύγματα όλων των εποχών. Με αφορμή τη διαχρονική της αξία, βουτάμε στα άδυτα αυτής της αριστουργηματικής σάτιρας για να αναλύσουμε την πλοκή, τους πολυεπίπεδους συμβολισμούς και τις σκηνοθετικές καινοτομίες που επαναπροσδιόρισαν την έβδομη τέχνη.
🎬 Η πλοκή: ένα χορευτικό «γαϊτανάκι» ερωτικών παρεξηγήσεων.
Η ιστορία ξεκινά με ένα ηρωικό κατόρθωμα: ο αεροπόρος Αντρέ Ζουριέ διασχίζει τον Ατλαντικό, αλλά προσγειώνεται στο Παρίσι απαρηγόρητος, καθώς η γυναίκα που αγαπά, η Αυστριακή αριστοκράτισσα Κριστίν, δεν είναι εκεί για να τον υποδεχτεί. Η Κριστίν είναι παντρεμένη με τον βαθύπλουτο μαρκήσιο Ρομπέρ ντε λα Σενέι, ο οποίος με τη σειρά του διατηρεί κρυφά μια ερωμένη.
Προκειμένου να κρατηθούν οι ισορροπίες, ο κοινός τους φίλος Οκτάβ (τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο Ζαν Ρενουάρ) πείθει τον μαρκήσιο να καλέσει τον αεροπόρο στο πολυτελές επαρχιακό κάστρο της Κολινιέρ για ένα κυνηγετικό σαββατοκύριακο.
Εκεί συγκεντρώνεται όλη η «αφρόκρεμα» της παρισινής κοινωνίας. Παράλληλα, στο «κάτω πάτωμα», το υπηρετικό προσωπικό -με πρωταγωνιστές τον αυστηρό θηροφύλακα Σουμάχερ, την καμαριέρα Λιζέτ και τον γοητευτικό λαθροθήρα Μαρσό- εμπλέκεται σε ένα αντίστοιχο γαϊτανάκι φλερτ και ζήλιας. Κατά τη διάρκεια μιας γιορτής μεταμφιεσμένων, οι μάσκες πέφτουν, οι ρόλοι μπερδεύονται και μια σειρά από τραγικές παρεξηγήσεις στον σκοτεινό κήπο οδηγεί στη δολοφονία του αεροπόρου. Το έγκλημα συγκαλύπτεται αμέσως ως «ατύχημα» για να προστατευτεί η φήμη της τάξης τους, και το παιχνίδι συνεχίζεται σαν να μη συνέβη τίποτα.
📽 Οι βαθιοί συμβολισμοί: ένας χορός πάνω στο ηφαίστειο.
Ο Ρενουάρ δεν σκηνοθέτησε απλώς μια κωμωδία παρεξηγήσεων· δημιούργησε έναν μικρόκοσμο της γαλλικής αστικής τάξης του 1939, η οποία ζούσε στην κοσμάρα της, τυφλή μπροστά στον φασισμό και τον επερχόμενο Παγκόσμιο Πόλεμο.
•Η Σκηνή του Κυνηγιού: Η σοκαριστική, ψυχρή σφαγή των κουνελιών και των πουλιών από τους καλεσμένους λειτουργεί ως μια ανατριχιαστική προφητεία για το μακελειό του πολέμου που θα ακολουθούσε λίγους μήνες μετά.
•Οι «Κανόνες» του Παιχνιδιού: Στον κόσμο αυτό, η υποκρισία είναι θεσμός. Επιτρέπεται να απατάς και να λες ψέματα, αρκεί να τηρείς το σαβουάρ βιβρ. Ο αεροπόρος Αντρέ πεθαίνει επειδή είναι ο μόνος ειλικρινής και αυθόρμητος άνθρωπος -ένα «ξένο σώμα» που το σύστημα έπρεπε να αποβάλει.
•Τα Μηχανικά Όργανα: Το πάθος του μαρκήσιου για τα μουσικά κουτιά και τις αυτόματες λατέρνες συμβολίζει την ίδια την αριστοκρατία: πλάσματα άψυχα, προγραμματισμένα να εκτελούν συγκεκριμένες κινήσεις, ανίκανα για αληθινά συναισθήματα.
•Ο Μακάβριος Χορός (Danse Macabre): Οι σκελετοί που χορεύουν στη σκηνή κατά τη διάρκεια του πάρτι δείχνουν την ελίτ να διασκεδάζει ανέμελα, την ίδια ώρα που ο θάνατος της εποχής τους έχει ήδη φτάσει.
📽 Οκτάβ: Ο τραγικός παρατηρητής και η αυτοκριτική του Δημιουργού.
Ιδιαίτερο βάρος έχει ο χαρακτήρας του Οκτάβ, τον οποίο ενσαρκώνει ο ίδιος ο Ρενουάρ. Ο Οκτάβ είναι ένας αποτυχημένος καλλιτέχνης που ζει σαν παράσιτο ανάμεσα στους πλούσιους. Είναι ο άνθρωπος που βλέπει όλη τη σήψη, αλλά δεν κάνει τίποτα για να τη σταματήσει.
Ντυμένος με μια δυσκίνητη στολή αρκούδας στο πάρτι -σαν ένα ζώο που εκτελεί κόλπα για τη διασκέδαση των ισχυρών- προσπαθεί μάταια να βγάλει τη μάσκα του. Στο τέλος, από δειλία και έλλειψη κουράγιου, υποτάσσεται στους κανόνες και στέλνει άθελά του τον καλύτερό του φίλο στον θάνατο. Μέσα από τον Οκτάβ, ο Ρενουάρ ασκεί μια σκληρή αυτοκριτική στους διανοούμενους της εποχής του, που παρέμειναν παθητικοί θεατές της ιστορίας.
🎬 Σκηνοθετικές καινοτομίες: Η "γλώσσα" του Μοντέρνου Σινεμά.
Αν ο «Κανόνας του Παιχνιδιού» μνημονεύεται σε όλες τις σχολές κινηματογράφου, είναι για τις ριζοσπαστικές σκηνοθετικές επιλογές του Ρενουάρ, ο οποίος πέταξε στα σκουπίδια τις νόρμες του Χόλιγουντ:
1.Βάθος Πεδίου (Deep Focus): Για πρώτη φορά, το προσκήνιο, το μεσαίο πλάνο και το βάθος της εικόνας είναι ταυτόχρονα εστιασμένα. Ο θεατής βλέπει πολλές διαφορετικές δράσεις να εξελίσσονται παράλληλα στο ίδιο κάδρο, αυξάνοντας την αίσθηση του χάους.
2.Μεγάλα σε Διάρκεια Πλάνα (Plan-Séquence): Αντί για συνεχή κοψίματα στο μοντάζ, ο Ρενουάρ αφήνει την κάμερα να κινείται με απίστευτη ρευστότητα στους διαδρόμους του κάστρου, ακολουθώντας τους ηθοποιούς και κάνοντας τον θεατή να νιώθει κομμάτι του χώρου.
3.Παράλληλη Δράση «Πάνω και Κάτω»: Η κάμερα αντιμετωπίζει με την ίδια οπτική βαρύτητα τα σαλόνια των πλουσίων και τις κουζίνες των υπηρετών, δείχνοντας ότι τα ανθρώπινα πάθη και οι μικρόπρεποι εγωισμοί δεν έχουν ταξική προτίμηση.
🎵 Η μουσική ως αφηγηματικό εργαλείο.
Η μουσική της ταινίας (σε επιμέλεια των Τζόσεφ Κοσμά και Ροζέ Ντεζορμιέρ) δεν είναι απλό background. Είναι ενδοδιηγητική, πηγάζει δηλαδή μέσα από την ίδια την ταινία (γραμμόφωνα, ραδιόφωνα, μηχανικές λατέρνες).
Εμπνευσμένη από τη δομή του γαλλικού μπαρόκ (Κουπρέν, Ραμώ), η ταινία κινείται σαν ένα περίπλοκο μπαλέτο. Η χρήση του «Danse Macabre» του Σεν-Σανς υπογραμμίζει μουσικά το τέλος αυτού του κόσμου, ενώ οι εκκωφαντικοί ήχοι από τις μηχανικές λατέρνες του μαρκήσιου επιστρατεύονται για να «κουκουλώσουν» την έλλειψη αληθινής ανθρώπινης επικοινωνίας.
📽 Ο κανόνας του παιχνιδιού.
Τον Οκτώβριο του 1939, η γαλλική κυβέρνηση απαγόρευσε την προβολή της, χαρακτηρίζοντάς την «αντιπατριωτική». Λίγα χρόνια αργότερα, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, τα αρνητικά της καταστράφηκαν από τους Ναζί. Μια ταινία που είχε το θάρρος να σατιρίσει την παρακμή της γαλλικής αστικής τάξης βρέθηκε αντιμέτωπη με την επίσημη εξουσία και την ιστορική βαρβαρότητα. Ευτυχώς, η αποκατάστασή της τη δεκαετία του 1950 διέσωσε ένα από τα σημαντικότερα έργα στην ιστορία της έβδομης τέχνης.
Ο Ρενουάρ στήνει το σκηνικό σε μια πολυτελή εξοχική έπαυλη, όπου αριστοκράτες, υπηρέτες, εραστές και επίδοξοι εραστές μπλέκονται σε ένα αδιάκοπο παιχνίδι επιθυμιών, ανταγωνισμών και προσποιήσεων. Όλοι έχουν έναν ρόλο να υπηρετήσουν. Οι οικοδεσπότες διατηρούν την κοινωνική τους ευπρέπεια, οι υπηρέτες μιμούνται τα αφεντικά τους και οι εραστές αναζητούν την ευτυχία μέσα σε έναν λαβύρινθο απιστίας και υποκρισίας.
Πίσω από τους καλούς τρόπους, τα ακριβά ρούχα και την αριστοκρατική φιλοξενία, κρύβεται ένας κόσμος που έχει χάσει κάθε επαφή με την πραγματικότητα. Οι άνθρωποι ενδιαφέρονται περισσότερο να διατηρήσουν τα προσχήματα παρά να αντιμετωπίσουν την αλήθεια. Δεν έχει σημασία τι πραγματικά συμβαίνει, αλλά αν η συμπεριφορά τους παραμένει συμβατή με τους κανόνες του κοινωνικού παιχνιδιού.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη ειρωνεία του Ρενουάρ. Οι κανόνες δεν υπάρχουν για να προστατεύουν τους ανθρώπους, αλλά για να προστατεύουν τις ισορροπίες. Η ηθική μετατρέπεται σε ευπρέπεια, η αξιοπρέπεια σε κοινωνική παράσταση και η υποκρισία σε απαραίτητο προσόν για την ομαλή λειτουργία του συστήματος.
Οι χαρακτήρες δεν είναι απαραίτητα κακοί. Είναι απλώς εγκλωβισμένοι σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν θέλει να χαλάσει το παιχνίδι. Ακόμη και όταν αντιλαμβάνονται την αδικία, προτιμούν να διατηρήσουν την τάξη των πραγμάτων. Γιατί η ανατροπή των κανόνων μπορεί να κοστίσει πολύ περισσότερο από την ανοχή της υποκρισίας.
Ο Ρενουάρ, με μια κινηματογραφική γλώσσα πρωτοποριακή για την εποχή του, χρησιμοποιεί το βάθος πεδίου, τις παράλληλες δράσεις και την κίνηση της κάμερας για να μας δείξει πως η ζωή δεν εξελίσσεται σε μία μόνο σκηνή. Πίσω από κάθε πόρτα υπάρχει μια άλλη ιστορία, πίσω από κάθε χαμόγελο μια διαφορετική πρόθεση και πίσω από κάθε κοινωνική σύμβαση μια μικρή ή μεγάλη σύγκρουση.
Ίσως γι' αυτό η ταινία παραμένει τόσο επίκαιρη. Γιατί το παιχνίδι δεν τελείωσε το 1939. Συνεχίζεται κάθε φορά που η κοινωνική θέση μετρά περισσότερο από την ανθρώπινη αξία, όταν η δημόσια εικόνα υπερισχύει της αλήθειας, όταν η ευπρέπεια χρησιμοποιείται για να συγκαλύψει την αδικία και όταν οι ισχυροί επικαλούνται τους κανόνες που οι ίδιοι έχουν κατασκευάσει.
Το ίδιο συμβαίνει στην πολιτική, στην οικονομία, στις κοινωνικές σχέσεις. Υπάρχουν κανόνες για όλους, αλλά όχι πάντα με τους ίδιους όρους. Άλλοι τους παραβιάζουν και τιμωρούνται, άλλοι τους διαμορφώνουν και εξαιρούνται. Και κάπου ανάμεσα στους παίκτες και στους θεατές, η ουσία εξαφανίζεται πίσω από την επιμελημένη σκηνοθεσία της κανονικότητας.
Ο Ζαν Ρενουάρ δεν μας ζητά να μάθουμε καλύτερα τους κανόνες. Μας καλεί να αναρωτηθούμε ποιος τους έγραψε, ποιον εξυπηρετούν και γιατί εξακολουθούμε να τους αποδεχόμαστε.
Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι κάποιοι δεν παίζουν σύμφωνα με τους κανόνες. Είναι ότι ολόκληρο το παιχνίδι μπορεί να είναι στημένο εξαρχής.
Και τότε, όσο καλοί παίκτες κι αν γίνουμε, όσο πιστά κι αν ακολουθούμε το πρωτόκολλο και όσο άψογα κι αν διατηρούμε τα προσχήματα, η παρτίδα θα είναι χαμένη. Άλλωστε, η μεγαλύτερη επιτυχία ενός συστήματος δεν είναι να επιβάλλει τους κανόνες του, αλλά να πείθει τους παίκτες ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να παίξουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου