Το φαγητό του δρόμου είναι ίσως η πιο δημοκρατική μορφή γαστρονομίας. Δεν χρειάζεται κράτηση, λευκό τραπεζομάντιλο, σερβιτόρο με παπιγιόν ούτε κατάλογο με γαλλικές λέξεις που κάνουν μια πατάτα να μοιάζει με γαστρονομικό επίτευγμα. Χρειάζεται μια πείνα, λίγα χρήματα και μια γωνιά της πόλης.
Ένα σουβλάκι στο χέρι, ένα σάντουιτς τυλιγμένο στο χαρτί, μια τυρόπιτα από τον φούρνο, ένα κουλούρι Θεσσαλονίκης, ένα κάστανο τον χειμώνα. Γεύσεις που δεν ζητούν συστάσεις. Τις τρως όρθιος, περπατώντας, περιμένοντας το λεωφορείο ή καθισμένος σ’ ένα πεζοδρόμιο, παρακολουθώντας την πόλη να περνά μπροστά σου.
Το σάντουιτς, μάλιστα, είναι μια μικρή ανθρώπινη εφεύρεση συμφιλίωσης με τον χρόνο. Δύο φέτες ψωμί, κάτι ανάμεσα, κι ένας άνθρωπος που μπορεί να συνεχίσει τη μέρα του χωρίς να χρειάζεται να σταματήσει τον κόσμο. Από το ταπεινό ψωμί με τυρί μέχρι τις αμέτρητες σημερινές παραλλαγές, χωράει μέσα του η ευρηματικότητα της ανάγκης και η τέχνη του αυτοσχεδιασμού.
Κάποτε το φαγητό του δρόμου ήταν ανάγκη. Για τον εργάτη που δεν είχε χρόνο να επιστρέψει σπίτι, για τον μαθητή που πεινούσε στο διάλειμμα, για τον ταξιδιώτη που έπρεπε να συνεχίσει τον δρόμο του. Σήμερα έγινε και μόδα. Εκεί όπου άλλοτε υπήρχε μια απλή καντίνα, εμφανίστηκαν γκουρμέ μπέργκερ, εξωτικές σάλτσες και τιμές που καμιά φορά απαιτούν μεγαλύτερη θυσία από την ίδια την πείνα.
Η αγορά έχει το ταλέντο να πουλάει ακριβά ακόμη κι αυτό που γεννήθηκε ως φθηνό.
Ωστόσο, το φαγητό του δρόμου κρατά κάτι από την αληθινή ζωή. Δεν σε υποχρεώνει να υποδυθείς κάποιον. Δεν χρειάζεται να ξέρεις ποιο πιρούνι χρησιμοποιείται πρώτο ούτε να προσποιείσαι ότι αναγνωρίζεις αρώματα που μόλις ανακάλυψες στον κατάλογο. Δαγκώνεις, καίγεσαι λίγο, σκουπίζεις τα δάχτυλά σου και συνεχίζεις.
Κι ύστερα είναι οι άνθρωποι πίσω από τον πάγκο. Ο ψήστης που ξέρει πότε θέλεις το σουβλάκι σου πιο ψημένο, η γυναίκα που ανοίγει τον φούρνο πριν ακόμη ξημερώσει, ο μικροπωλητής που περνά ώρες όρθιος για να κερδίσει το μεροκάματο. Μικρές ιστορίες επιβίωσης, κρυμμένες πίσω από μια λαδόκολλα.
Γιατί η πόλη δεν τρέφεται μόνο στα εστιατόριά της. Τρέφεται στις γωνίες της, στις καντίνες, στους φούρνους και στα μικρά μαγαζιά που κρατούν αναμμένη τη φωτιά τους όταν οι υπόλοιποι βιάζονται να φτάσουν κάπου.
Και μερικές φορές, το καλύτερο τραπέζι είναι ένα πεζοδρόμιο, το καλύτερο σερβίτσιο μια χαρτοπετσέτα και η καλύτερη παρέα ένας άγνωστος που κάθεται δίπλα σου και μοιράζεται την ίδια πείνα.
Γιατί το φαγητό του δρόμου δεν χρειάζεται να σε ανεβάσει επίπεδο. Αρκεί να σε χορτάσει, χωρίς να σου αδειάσει την τσέπη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου