5/10/26

Η Νίκη που πέρασε τη θάλασσα.

 


Στην είσοδο της Χαλκίδας, δίπλα στην παλιά γέφυρα του Ευρίπου, στέκεται μια Νίκη που μοιάζει να μην έχει έρθει για να πανηγυρίσει μια μάχη. Έχει έρθει για να θυμίσει μια διαδρομή.

Δεν είναι η Νίκη της Σαμοθράκης, κι όμως συνομιλεί μαζί της. Είναι μια σύγχρονη, αφαιρετική εκδοχή της, έργο του Ιταλού γλύπτη Καρμέλο Μέντολα. Μια μορφή φτιαγμένη όχι για να κλείσει μέσα της τον άνεμο, αλλά για να τον αφήσει να περάσει. Το μπρούτζινο σώμα της είναι διάτρητο, σχεδόν δικτυωτό. Το φως περνά από μέσα της. Και ο αέρας δεν την αντιμετωπίζει ως εμπόδιο.

Ίσως εκεί βρίσκεται και η βαθύτερη δύναμή της.

Υπάρχουν δύο ίδιες Νίκες. Η μία στη Χαλκίδα. Η άλλη στο Τζιαρντίνι Νάξος της Σικελίας. Δύο αγάλματα στις δύο πλευρές μιας θάλασσας που κάποτε δεν χώριζε, αλλά ένωνε ανθρώπους, εμπορεύματα, γλώσσες και όνειρα.

Γιατί το Τζιαρντίνι Νάξος δεν είναι μια τυχαία ιταλική πόλη. Ιδρύθηκε το 735 π.Χ. από Χαλκιδείς και υπήρξε η πρώτη ελληνική αποικία στη Σικελία. Έτσι, αιώνες αργότερα, η Νίκη μοιάζει να κάνει το ταξίδι αντίστροφα. Εκείνοι έφυγαν από τη Χαλκίδα για να ιδρύσουν έναν νέο τόπο. Η Νίκη επιστρέφει συμβολικά από εκείνον τον τόπο για να σταθεί ξανά στην πόλη απ’ όπου ξεκίνησαν.

Η ιστορία, τελικά, δεν ταξιδεύει πάντοτε με ανθρώπους. Μερικές φορές ταξιδεύει με αγάλματα.

Και στέκεται σήμερα πάνω από έναν πορθμό που έχει τη δική του ιδιοτροπία: ο Εύριπος αλλάζει κατεύθυνση. Τα νερά του δεν υπακούουν στη γραμμική λογική των πραγμάτων. Πηγαίνουν και επιστρέφουν. Σαν τη μνήμη. Σαν τους ανθρώπους. Σαν τις ιστορίες που κάποτε φεύγουν από έναν τόπο για να ξαναγυρίσουν, μεταμορφωμένες.

Ίσως γι’ αυτό ταιριάζει τόσο πολύ μια Νίκη στον Εύριπο. Γιατί η πραγματική νίκη δεν είναι πάντοτε η επικράτηση. Είναι η δυνατότητα να παραμένεις όρθιος ενώ όλα γύρω σου κινούνται.

Το δικτυωτό σώμα της μοιάζει να γνωρίζει κάτι που οι άνθρωποι ξεχνούν εύκολα: πως δεν αντέχεις τον άνεμο κλείνοντάς του τον δρόμο. Αντέχεις αφήνοντάς τον να περάσει.

Και τότε η γλυπτική γίνεται φιλοσοφία.

Το μπρούτζο δεν παριστάνει απλώς μια γυναίκα με φτερά. Παριστάνει την αντοχή. Όχι την ακινησία, αλλά την ισορροπία μέσα στην κίνηση. Όχι την απουσία της καταιγίδας, αλλά την ικανότητα να στέκεσαι όταν η καταιγίδα περνά.

Γι’ αυτό και η ιστορία της αποκτά μια σχεδόν ποιητική ειρωνεία: ένα άγαλμα που γεννήθηκε από την ιδέα της Νίκης καταλήγει να μιλά περισσότερο για την επιμονή παρά για τον θρίαμβο.

Οι αρχαίοι έστελναν ανθρώπους πέρα από τη θάλασσα για να ιδρύσουν πόλεις. Οι νεότεροι στέλνουν αγάλματα για να θυμούνται από πού ξεκίνησαν.

Και ανάμεσα στις δύο Νίκες, η θάλασσα συνεχίζει να κάνει αυτό που έκανε πάντα: να χωρίζει τα σημεία στον χάρτη και ταυτόχρονα να τα ενώνει.

Γιατί ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη νίκη της μνήμης.

Να μπορεί ένας άνθρωπος να φύγει από έναν τόπο πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια και, κάποτε, ένα άγαλμα να επιστρέψει για να του θυμίσει πως δεν έφυγε ποτέ πραγματικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: