Ύμνος στην ανυπακοή ενός κόσμου που μετρά την ανθρώπινη αξία με το πόσο εξαντλημένος είναι.
Η τεμπελιά είναι το τελευταίο πράγμα που δεν κατάφερε να μας πουλήσει ο καπιταλισμός. Όχι επειδή δεν προσπάθησε, αλλά επειδή, ακόμη κι όταν αγοράζουμε χρόνο για να ξεκουραστούμε, φροντίζουμε να τον γεμίσουμε με ενοχές. Καθόμαστε στον καναπέ και σκεφτόμαστε τις εκκρεμότητες. Ξαπλώνουμε και θυμόμαστε τις υποχρεώσεις. Κοιτάζουμε το ταβάνι και νιώθουμε πως κάπου, κάποιος, αυτήν ακριβώς τη στιγμή, παράγει περισσότερο από εμάς.
Ο άνθρωπος δεν αρκεί να ζει. Πρέπει να αποδεικνύει διαρκώς ότι αξίζει να ζει.
Ο Πολ Λαφάργκ, με το περίφημο "Δικαίωμα στην τεμπελιά", είχε αντιληφθεί από τον 19ο αιώνα αυτό που η εποχή μας εξακολουθεί να θεωρεί σχεδόν αιρετικό: ότι η εργασία δεν είναι θρησκεία, η παραγωγικότητα δεν είναι αρετή από μόνη της και η εξάντληση δεν αποτελεί τίτλο τιμής. Η κοινωνία που υποσχέθηκε την απελευθέρωση του ανθρώπου μέσω της τεχνολογίας κατάφερε το θαυμαστό: να παράγει περισσότερα αγαθά, να αυτοματοποιεί περισσότερες διαδικασίες και να αφήνει τον άνθρωπο με λιγότερο ελεύθερο χρόνο και περισσότερες υποχρεώσεις.
Οι μηχανές υποτίθεται πως θα δούλευαν για εμάς. Τελικά, εμείς δουλεύουμε για να συντηρούμε τις μηχανές, τα συστήματα, τις αγορές και τους δείκτες που αποφασίζουν αν η ζωή μας πηγαίνει καλά.
Και μέσα σ' αυτό το πανηγύρι της παραγωγικότητας, η τεμπελιά αντιμετωπίζεται περίπου ως κοινωνικό αδίκημα. Ο τεμπέλης δεν είναι απλώς εκείνος που δεν εργάζεται. Είναι ο ύποπτος που αρνείται να συμμετάσχει στη συλλογική λατρεία της απασχόλησης. Εκείνος που δεν έχει να επιδείξει ένα γεμάτο ημερολόγιο, μια ατελείωτη λίστα εκκρεμοτήτων, μια εξαντλητική ημέρα για την οποία δικαιούται να παραπονιέται το βράδυ.
Γιατί, βεβαίως, το σύστημα δεν ενοχλείται από τον κουρασμένο άνθρωπο. Τον αγαπά. Ο κουρασμένος καταναλώνει για να παρηγορηθεί, εργάζεται για να πληρώσει όσα καταναλώνει και ονειρεύεται τις διακοπές ως προσωρινή αναστολή της ζωής του. Ύστερα επιστρέφει στη δουλειά ανανεωμένος, ώστε να εξαντληθεί ξανά με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα.
Η Κυριακή γίνεται προθάλαμος της Δευτέρας. Οι διακοπές γίνονται επένδυση στην απόδοση. Ακόμη και η γυμναστική αποκτά στόχους, μετρήσεις και εφαρμογές που μας ενημερώνουν αν αξιοποιήσαμε σωστά τον χρόνο μας. Κάποτε ο άνθρωπος έκανε μια βόλτα. Σήμερα πρέπει να καταγράψει τα βήματά του, να βελτιώσει την επίδοσή του και να ανεβάσει την απόδειξη της ευεξίας του στα κοινωνικά δίκτυα.
Ακόμη και η ξεκούραση χρειάζεται πλέον πιστοποιητικό παραγωγικότητας.
Κι όμως, υπάρχει κάτι βαθιά ανθρώπινο στο να μην κάνεις τίποτε. Να πιεις έναν καφέ χωρίς να κοιτάζεις το ρολόι. Να χαζέψεις τη βροχή χωρίς να φωτογραφίσεις το τοπίο. Να περπατήσεις χωρίς προορισμό, να διαβάσεις δυο σελίδες και να τις αφήσεις στη μέση, να κοιμηθείς το μεσημέρι επειδή νύσταξες κι όχι επειδή μια εφαρμογή αποφάσισε ότι χρειάζεσαι ανάκαμψη.
Να καθίσεις δίπλα σε έναν άνθρωπο και να μην έχεις τίποτε να του προσφέρεις, να του πουλήσεις ή να του αποδείξεις. Μόνο την παρουσία σου.
Αυτός ο χρόνος, που δεν παράγει χρήματα, δεν βελτιώνει το βιογραφικό και δεν αυξάνει την κοινωνική μας επιρροή, είναι ίσως ο χρόνος που μας ανήκει περισσότερο από κάθε άλλον.
Βέβαια, υπάρχει μια λεπτομέρεια που οι υπερασπιστές της ατομικής τεμπελιάς συχνά ξεχνούν. Δεν μπορούν όλοι να τεμπελιάσουν με την ίδια ευκολία. Άλλος διαθέτει ένα σπίτι, εισόδημα και ελεύθερο χρόνο, κι άλλος τρέχει από τη μία δουλειά στην άλλη για να πληρώσει το νοίκι. Για τον δεύτερο, η ανάπαυση δεν είναι πάντοτε επιλογή· είναι συχνά ένα προνόμιο που του αφαιρούν οι ανάγκες της επιβίωσης.
Γι' αυτό το δικαίωμα στην τεμπελιά δεν μπορεί να σημαίνει δικαίωμα στην εκμετάλλευση της εργασίας των άλλων. Σημαίνει δικαίωμα σε μια κοινωνία όπου ο χρόνος δεν θα αποτελεί προνόμιο των λίγων, ενώ η εξάντληση θα είναι η μοίρα των πολλών. Σημαίνει λιγότερη αναγκαστική εργασία, δικαιότερη κατανομή του πλούτου, τεχνολογία στην υπηρεσία της κοινωνίας και όχι κοινωνία στην υπηρεσία της τεχνολογίας.
Σημαίνει, τελικά, να πάψουμε να συγχέουμε την ανθρώπινη αξία με την οικονομική χρησιμότητα.
Γιατί ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να αποτελεί ένα εξάρτημα της παραγωγής, ούτε η ζωή είναι μια ατελείωτη βάρδια που διακόπτεται από λίγες ώρες ύπνου. Γεννήθηκε, αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν τη λέξη, για να ζήσει: να αγαπήσει, να σκεφτεί, να δημιουργήσει, να παίξει, να βαρεθεί, να ανακαλύψει καινούργια πράγματα, να κοιτάξει τον κόσμο χωρίς να αναρωτιέται τι μπορεί να κερδίσει από αυτόν.
Η δημιουργία, άλλωστε, δεν γεννιέται πάντοτε από την πειθαρχία. Συχνά γεννιέται από το κενό ανάμεσα στις υποχρεώσεις, από την περιπλάνηση του νου, από εκείνες τις ώρες που μοιάζουν χαμένες και αποδεικνύονται γόνιμες. Ο άνθρωπος χρειάζεται χρόνο όχι μόνο για να παράγει σκέψεις, αλλά και για να τις αφήσει να ωριμάσουν. Χρειάζεται σιωπή για να ακούσει όσα ο θόρυβος της καθημερινότητας πνίγει.
Ίσως, λοιπόν, η πιο επαναστατική πράξη της εποχής μας να μην είναι να δουλέψουμε περισσότερο, ούτε να γίνουμε αποτελεσματικότεροι, εξυπνότεροι και ταχύτεροι. Ίσως να είναι να αρνηθούμε, έστω για λίγο, να συμμετάσχουμε στον διαγωνισμό της αδιάκοπης απασχόλησης.
Να μην αισθανθούμε ένοχοι επειδή καθίσαμε. Να μην απολογηθούμε επειδή ξεκουραστήκαμε. Να μη χρειαστεί να δικαιολογήσουμε τον χρόνο μας με κάποιο χρήσιμο αποτέλεσμα.
Ο Λαφάργκ δεν μας καλεί απλώς να τεμπελιάσουμε. Μας καλεί να αμφισβητήσουμε έναν κόσμο που θέλει να μας πείσει ότι υπάρχουμε για να εργαζόμαστε, αντί να εργαζόμαστε για να μπορούμε να υπάρχουμε όπως επιθυμούμε.
Και ίσως εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία: ο άνθρωπος έχει κατασκευάσει μηχανές για να εξοικονομεί χρόνο και κατέληξε να μην έχει χρόνο ούτε για τον εαυτό του.
Το δικαίωμα στην τεμπελιά είναι, τελικά, το δικαίωμα να μην είμαστε διαρκώς χρήσιμοι σε κανέναν. Να υπάρχουμε χωρίς να απολογούμαστε για την ύπαρξή μας.
Κι αν αυτό θεωρείται τεμπελιά, τότε ίσως δεν είναι ο τεμπέλης που έχει πρόβλημα με την κοινωνία.
Ίσως είναι η κοινωνία που έχει πρόβλημα με τον ελεύθερο άνθρωπο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου