Υπάρχει μια παράξενη ηθική της εποχής μας: μπορείς να είσαι εξαντλημένος, αρκεί να είσαι παραγωγικός. Μπορείς να καταρρέεις, αρκεί να μην καθυστερείς τις υποχρεώσεις σου. Μπορείς να μην έχεις πια κουράγιο ούτε για τις επιθυμίες σου, αρκεί να εξακολουθείς να απαντάς στα μηνύματα, να διεκπεραιώνεις εκκρεμότητες και να χαμογελάς όταν σε ρωτούν αν είσαι καλά.
Η ξεκούραση, από ανθρώπινη ανάγκη, έγινε σχεδόν ενοχή.
Ζούμε σε έναν κόσμο που μετράει τα πάντα. Τις ώρες, τις αποστάσεις, τις επιδόσεις, τα βήματα, τις θερμίδες, ακόμη και τον ύπνο μας. Κι αν περισσέψει λίγος χρόνος, σπεύδουμε να τον αξιοποιήσουμε. Να διαβάσουμε κάτι χρήσιμο, να μάθουμε μια καινούργια δεξιότητα, να οργανώσουμε την επόμενη ημέρα, να γίνουμε λίγο καλύτεροι από εκείνους που ήμασταν χθες. Σαν να αποτελεί η ανθρώπινη ύπαρξη ένα έργο υπό διαρκή ανακαίνιση, που δεν παραδίδεται ποτέ.
Ακόμη και την Κυριακή μάθαμε να εργαζόμαστε. Απλώς αλλάξαμε τα εργαλεία. Αντί για τον υπολογιστή του γραφείου, έχουμε το κινητό. Αντί για το αφεντικό, έχουμε τις ειδοποιήσεις. Αντί για το ωράριο, έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε ελεύθεροι να απαντήσουμε όποτε θέλουμε. Κι έτσι, η δουλειά δεν χρειάζεται πια να μας ακολουθεί. Έχουμε φροντίσει να την κουβαλάμε μαζί μας.
Κάποτε η ξεκούραση ήταν το διάλειμμα ανάμεσα σε δύο κόπους. Σήμερα μοιάζει με μια μικρή πολυτέλεια που πρέπει πρώτα να δικαιολογηθεί. Να τελειώσουν οι δουλειές, να τακτοποιηθούν οι υποχρεώσεις, να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των άλλων. Μόνο τότε επιτρέπεται να καθίσουμε. Αλλά οι δουλειές δεν τελειώνουν ποτέ. Πάντα υπάρχει κάτι ακόμη που περιμένει, μια εκκρεμότητα που διεκδικεί την προσοχή μας, ένας άνθρωπος που θεωρεί αυτονόητη τη διαθεσιμότητά μας.
Κι εμείς, από φόβο μήπως χαρακτηριστούμε τεμπέληδες, συνεχίζουμε.
Μα η ξεκούραση δεν είναι τεμπελιά. Δεν είναι παραίτηση από τη ζωή, ούτε αδιαφορία για τον κόσμο. Είναι η άρνηση να μετατρέψουμε ολόκληρη την ύπαρξή μας σε μηχανισμό παραγωγής. Είναι η στιγμή που το σώμα παύει να υπακούει στις απαιτήσεις και αρχίζει να ακούγεται. Που το μυαλό εγκαταλείπει, έστω προσωρινά, την αδιάκοπη κατασκευή προβλημάτων και αφήνει χώρο σε κάτι απλούστερο: μια σκέψη χωρίς σκοπό, ένα βλέμμα έξω από το παράθυρο, έναν καφέ που δεν πίνεται βιαστικά, μια βόλτα χωρίς προορισμό.
Να καθίσεις σε μια καρέκλα και να μην αισθάνεσαι ότι χρωστάς κάτι στον κόσμο.
Να κοιτάξεις τη θάλασσα χωρίς να φωτογραφίσεις το ηλιοβασίλεμα. Να ακούσεις μουσική χωρίς να κάνεις ταυτόχρονα κάτι άλλο. Να κοιμηθείς το μεσημέρι χωρίς να απολογηθείς για τις ώρες που χάθηκαν. Να αφήσεις μια μέρα να περάσει χωρίς να της ζητήσεις να σου αποδώσει κέρδος.
Ίσως εκεί να βρίσκεται η πιο δύσκολη ελευθερία: στο να μπορείς να υπάρχεις χωρίς να χρειάζεται διαρκώς να αποδεικνύεις τη χρησιμότητά σου.
Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο αυτό που παράγει. Είναι και όσα αισθάνεται, όσα ονειρεύεται, όσα θυμάται, όσα αφήνει να περάσουν χωρίς να τα αιχμαλωτίσει. Είναι οι ώρες που δεν καταγράφονται σε κανένα βιογραφικό, οι στιγμές που δεν προσφέρουν κανένα επαγγελματικό πλεονέκτημα, οι μικρές αποδράσεις από την υποχρέωση να είμαστε συνεχώς διαθέσιμοι, αποτελεσματικοί, ανταγωνιστικοί.
Και υπάρχει κάτι ακόμη πιο ουσιαστικό. Το δικαίωμα στην ξεκούραση δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση. Δεν αρκεί να συμβουλεύουμε τον εξαντλημένο άνθρωπο να διαχειριστεί καλύτερα τον χρόνο του, όταν ο χρόνος του έχει ήδη πουληθεί, όταν οι ώρες εργασίας δεν αφήνουν χώρο για ζωή, όταν η επιβίωση απαιτεί να προσφέρει όλο και περισσότερα από τον εαυτό του. Δεν λύνεται ένα κοινωνικό πρόβλημα με ασκήσεις προσωπικής ευεξίας. Χρειάζεται αξιοπρεπής εργασία, ελεύθερος χρόνος, ουσιαστικά δικαιώματα και μια κοινωνία που δεν αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως αναλώσιμο εξάρτημα της οικονομίας.
Η ξεκούραση, λοιπόν, έχει και μια βαθιά πολιτική διάσταση. Είναι το δικαίωμα να μην ανήκει κάθε λεπτό της ζωής μας σε κάποιον άλλον. Να μην καθορίζεται ολόκληρη η ύπαρξή μας από τις ανάγκες της παραγωγής, την αγωνία του κέρδους και την επιταγή της διαρκούς απόδοσης.
Δεν γεννηθήκαμε για να είμαστε διαρκώς απασχολημένοι. Γεννηθήκαμε, αν θέλουμε να το πούμε απλά, για να ζήσουμε. Κι η ζωή δεν συμβαίνει μόνο όταν κάνουμε κάτι. Συμβαίνει και όταν δεν κάνουμε απολύτως τίποτα.
Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να ξαναμάθουμε την τέχνη της παύσης. Όχι ως ανταμοιβή για την εξάντλησή μας, αλλά ως αυτονόητο δικαίωμα. Να πάψουμε να αντιμετωπίζουμε την ανάπαυση σαν το τελευταίο πράγμα που δικαιούμαστε, αφού πρώτα έχουμε ικανοποιήσει όλους τους υπόλοιπους.
Γιατί, στο τέλος, υπάρχει μια ειρωνεία που αξίζει να σκεφτούμε: μπορεί να περάσουμε ολόκληρη τη ζωή μας δουλεύοντας για να εξασφαλίσουμε τις προϋποθέσεις μιας καλύτερης ζωής και, όταν επιτέλους τις αποκτήσουμε, να μην έχουμε πια τον χρόνο, τη δύναμη ή τη διάθεση να τη ζήσουμε.
Το δικαίωμα στην ξεκούραση είναι, τελικά, το δικαίωμα να μη χρειάζεται να κερδίζουμε κάθε μέρα το δικαίωμα να υπάρχουμε. Να μπορούμε να σταματάμε χωρίς ενοχές, να αναπνέουμε χωρίς πρόγραμμα και να θυμόμαστε πως η αξία ενός ανθρώπου δεν μετριέται από το πόσο αντέχει να κουράζεται.
Μερικές φορές, η πιο γενναία πράξη μέσα σε έναν κόσμο που τρέχει είναι να καθίσεις.
Και να μην πας πουθενά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου