Η ζάχαρη είναι μια από τις πιο επιτυχημένες απάτες της Ιστορίας. Όχι επειδή είναι γλυκιά, αλλά επειδή κατάφερε να κάνει τη γλυκύτητα συνώνυμο της ευτυχίας, ενώ η παραγωγή της υπήρξε για αιώνες συνώνυμο της ανθρώπινης δυστυχίας.
Πίσω από το λευκό κρύσταλλο υπάρχει μια μαύρη ιστορία. Αποικίες, φυτείες, σκλαβοπάζαρα, ανθρώπινα σώματα που εξαντλήθηκαν για να μπορεί κάποιος στην άλλη άκρη του κόσμου να ανακατεύει αμέριμνα τον καφέ του. Η αστική ευγένεια είχε πάντοτε έναν τρόπο να κρύβει τη βαρβαρότητα κάτω από το τραπεζομάντιλο. Κι αν η ζάχαρη έγινε σύμβολο πολιτισμού, αυτό συνέβη επειδή ο πολιτισμός μας υπήρξε εξαιρετικά επιδέξιος στο να μετατρέπει την εκμετάλλευση σε απόλαυση.
Ο καπιταλισμός δεν εφηύρε τη γλυκιά γεύση. Εφηύρε, όμως, την οργανωμένη πώληση της επιθυμίας. Κατάλαβε πως ο άνθρωπος δεν αρκείται στην ικανοποίηση των αναγκών του· χρειάζεται να εκπαιδευτεί στην παραγωγή καινούργιων αναγκών, ώστε να μην τελειώνει ποτέ η κατανάλωση. Η ζάχαρη έγινε έτσι το ιδανικό προϊόν: φτηνή, εθιστική ως συνήθεια, πανταχού παρούσα, ικανή να μεταμφιέζει την επανάληψη σε απόλαυση.
Κάποτε γλυκαίναμε τις πίκρες μας. Σήμερα, μια ολόκληρη βιομηχανία φροντίζει να τις συσκευάζει, να τις διαφημίζει και να μας τις πουλάει πίσω σε μικρές, εύπεπτες δόσεις. Η μοναξιά αποκτά γεύση σοκολάτας, η πλήξη γεύση αναψυκτικού, η ματαίωση γεύση επιβράβευσης. Κι όσο η ζωή γίνεται φτωχότερη σε ουσιαστικές απολαύσεις, τόσο η αγορά πολλαπλασιάζει τις τεχνητές.
Δεν είναι τυχαίο. Ένας άνθρωπος που μπορεί να χαρεί με λίγα, που δεν χρειάζεται να αγοράζει διαρκώς την επόμενη μικρή του ευτυχία, είναι κακός καταναλωτής. Κι ένας κακός καταναλωτής είναι πρόβλημα για ένα σύστημα που μετρά την πρόοδο με το ταμείο και την ευημερία με την κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Η ευτυχία, όταν δεν πουλιέται, αποτελεί σχεδόν αντιοικονομική συμπεριφορά.
Ας μην παρεξηγηθούμε, όμως. Το πρόβλημα δεν είναι το γλυκό. Είναι η κοινωνία που μας μαθαίνει να καταπίνουμε τη δυστυχία μας αντί να αναρωτιόμαστε ποιος την παράγει. Δεν υπάρχει τίποτε το επαναστατικό στην απαγόρευση μιας πάστας, όπως δεν υπάρχει τίποτε το απελευθερωτικό στην κατανάλωση δέκα. Η ελευθερία δεν μετριέται με κουταλάκια, αλλά με τη δυνατότητα να επιθυμείς χωρίς να σε έχουν προηγουμένως εκπαιδεύσει να επιθυμείς αυτό που συμφέρει κάποιον άλλον.
Και η ειρωνεία είναι πως η ίδια η γλώσσα μας έχει παραδοθεί στη ζάχαρη. Γλυκά λόγια, γλυκές υποσχέσεις, γλυκές συμφωνίες. Οι πολιτικοί γλυκαίνουν τον λαό πριν του σερβίρουν τον λογαριασμό. Οι εξουσίες υπόσχονται ευημερία, αρκεί να μην εξετάσουμε ποιος παράγει τον πλούτο και ποιος τον ιδιοποιείται. Ακόμη κι η αδικία θέλει το γλάσο της για να καταπίνεται ευκολότερα.
Στο μεταξύ, η πραγματική ζωή επιμένει να έχει πικρή γεύση. Η εργασία εξαντλεί, οι ανισότητες μεγαλώνουν, η φύση καταστρέφεται, οι άνθρωποι αποξενώνονται και η αγορά μάς προτείνει να αντιμετωπίσουμε τα πάντα με μια μικρή ανταμοιβή. Να δουλέψεις περισσότερο για να αγοράσεις περισσότερα, ώστε να αντέξεις να δουλεύεις περισσότερο. Ο φαύλος κύκλος της κατανάλωσης, με μια ζαχαρένια επίγευση.
Ίσως, λοιπόν, η πιο ριζοσπαστική πράξη να είναι να ξαναμάθουμε τη γεύση των πραγμάτων χωρίς τη μεσολάβηση του εμπορεύματος. Να απολαμβάνουμε χωρίς να καταναλωνόμαστε, να επιθυμούμε χωρίς να υπακούμε, να μοιραζόμαστε χωρίς να υπολογίζουμε το κέρδος. Και κυρίως, να πάψουμε να συγχέουμε τη γλυκύτητα με την καλοσύνη. Γιατί υπάρχουν άνθρωποι που μιλούν σαν μέλι και συμπεριφέρονται σαν δηλητήριο.
Η ζάχαρη δεν φταίει που ο κόσμος είναι πικρός. Το έγκλημα είναι πως μας έπεισαν ότι, αντί να αλλάξουμε τον κόσμο, αρκεί να τον γλυκάνουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου