Υπήρξε μια εποχή που η γυναίκα μπορούσε να γεννά τους πολίτες, να μεγαλώνει τους αυριανούς ψηφοφόρους, να εργάζεται, να πληρώνει φόρους, να υπομένει τους πολέμους και να θρηνεί τους νεκρούς τους, αλλά δεν μπορούσε να αποφασίζει ποιος θα κυβερνήσει την κοινωνία στην οποία ζούσε. Η κοινωνία τής αναγνώριζε σχεδόν όλες τις υποχρεώσεις και της αρνούνταν ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα: την πολιτική της φωνή.
Η ιστορία του δικαιώματος ψήφου των γυναικών είναι η ιστορία μιας μεγάλης κοινωνικής σύγκρουσης. Μιας σύγκρουσης ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούσαν την πολιτική προνόμιο των ανδρών και σε εκείνες που αρνήθηκαν να αποδεχτούν ότι η ιδιότητα του πολίτη καθορίζεται από το φύλο. Δεν ήταν μια αυτονόητη εξέλιξη της προόδου ούτε ένα δώρο που προσφέρθηκε από την καλή θέληση της εξουσίας. Ήταν μια κατάκτηση, αποτέλεσμα αγώνων, διεκδικήσεων, φυλακίσεων και κοινωνικής αμφισβήτησης.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, το κίνημα των σουφραζέτων στη Βρετανία έδωσε στον αγώνα για την πολιτική χειραφέτηση των γυναικών μια δυναμική και μαχητική μορφή. Με πρωταγωνίστρια την Έμελιν Πάνκχερστ και την οργάνωση Women's Social and Political Union, που ιδρύθηκε το 1903, γυναίκες βγήκαν στους δρόμους, οργάνωσαν διαδηλώσεις, αμφισβήτησαν δημόσια την ανδρική κυριαρχία στην πολιτική και αντιμετώπισαν την αστυνομική καταστολή και τη φυλάκιση. Το σύνθημά τους, «Πράξεις, όχι λόγια», συμπύκνωνε την αγανάκτησή τους απέναντι σε μια κοινωνία που μπορούσε να συζητά ατελείωτα για την ισότητα, χωρίς να είναι πρόθυμη να την εφαρμόσει.
Οι σουφραζέτες δεν ήταν οι μοναδικές γυναίκες που αγωνίστηκαν για την ψήφο. Άλλες σουφραζίστριες επέλεξαν ειρηνικές και θεσμικές μορφές διεκδίκησης, ενώ ευρύτερα γυναικεία κινήματα συνέδεσαν την πολιτική ισότητα με την εκπαίδευση, την εργασία, την οικονομική ανεξαρτησία και την κοινωνική αξιοπρέπεια. Παρά τις διαφορές στις μεθόδους τους, όλες αυτές οι διεκδικήσεις έθεταν το ίδιο θεμελιώδες ερώτημα: με ποιο δικαίωμα μια κοινωνία απαιτεί από τις γυναίκες να υπακούουν στους νόμους της, όταν τους αρνείται τη δυνατότητα να συμμετέχουν στη διαμόρφωσή τους;
Η κατάκτηση του δικαιώματος ψήφου στη Βρετανία ήρθε σταδιακά. Το 1918 δόθηκε δικαίωμα ψήφου σε ορισμένες κατηγορίες γυναικών, με περιορισμούς ηλικίας και άλλες προϋποθέσεις, ενώ το 1928 εξισώθηκαν οι όροι ψήφου ανδρών και γυναικών. Η αλλαγή αυτή δεν υπήρξε απλώς μια θεσμική μεταρρύθμιση. Αποτέλεσε ρήγμα σε μια αντίληψη αιώνων, σύμφωνα με την οποία η γυναίκα μπορούσε να θεωρείται υπεύθυνη για την οικογένεια, αλλά όχι ισότιμη συμμέτοχος στη δημόσια ζωή.
Στην Ελλάδα, η ιστορία του γυναικείου δικαιώματος ψήφου έχει μια ιδιαίτερη διαδρομή, καθώς συνδέεται και με την περίοδο της Κατοχής. Τον Απρίλιο του 1944, μέσα στις συνθήκες της γερμανικής κατοχής και της Εθνικής Αντίστασης, πραγματοποιήθηκαν εκλογές για την ανάδειξη αντιπροσώπων στο Εθνικό Συμβούλιο, με πρωτοβουλία της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης, της γνωστής ΠΕΕΑ, που αποκαλούνταν και «Κυβέρνηση του Βουνού».
Σε αυτή την εκλογική διαδικασία συμμετείχαν και γυναίκες, αποκτώντας τη δυνατότητα να ψηφίσουν και να συμμετάσχουν σε μια πολιτική διαδικασία που το επίσημο ελληνικό κράτος εξακολουθούσε να τους αρνείται. Ήταν μια στιγμή ιδιαίτερης ιστορικής σημασίας: την ώρα που η χώρα βρισκόταν υπό κατοχή, μέσα στην πείνα, στις διώξεις και στον αγώνα για την απελευθέρωση, η πολιτική ισότητα εντασσόταν σε ένα ευρύτερο όραμα κοινωνικής συμμετοχής.
Η συμμετοχή των γυναικών στις εκλογές του 1944 και η Οικουμενική Διακήρυξη του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα το 1948, οδήγησαν εξ ανάγκης στην μεταγενέστερη επίσημη κατοχύρωση του δικαιώματος ψήφου των γυναικών από το ελληνικό κράτος: το 1952 αναγνωρίστηκε νομοθετικά το δικαίωμα ψήφου των γυναικών στις βουλευτικές εκλογές, ενώ η πρώτη συμμετοχή τους σε εθνικές βουλευτικές εκλογές πραγματοποιήθηκε το 1956. Η απόσταση ανάμεσα στο 1944 και στο 1952 αποτυπώνει τη διαφορά ανάμεσα σε μια πολιτική δυνατότητα που ασκήθηκε μέσα στην Αντίσταση και στην κατοπινή θεσμική της αναγνώριση.
Ωστόσο, το δικαίωμα ψήφου δεν εξάλειψε αυτομάτως τις κοινωνικές ανισότητες. Η δυνατότητα μιας γυναίκας να ψηφίζει δεν εξασφάλισε από μόνη της ίση αμοιβή, επαγγελματική ισότητα, οικονομική ανεξαρτησία, προστασία από τη βία ή ισότιμη παρουσία στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Η κάλπη άνοιξε μια πόρτα, αλλά δεν γκρέμισε όλους τους τοίχους.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία του ζητήματος. Τα δικαιώματα δεν είναι φυσικά δώρα της εξουσίας προς τους ανθρώπους. Είναι κοινωνικές κατακτήσεις, που χρειάζονται διαρκή υπεράσπιση. Κάθε φορά που μια γυναίκα αποκλείεται, υποτιμάται ή αντιμετωπίζεται ως λιγότερο ικανή εξαιτίας του φύλου της, η δημοκρατία αποκαλύπτει τις εκκρεμότητές της.
Το δικαίωμα ψήφου των γυναικών δεν αφορά, άλλωστε, μόνο τις γυναίκες. Αφορά την ίδια την έννοια της δημοκρατίας. Ποια δημοκρατία μπορεί να ισχυρίζεται ότι εκπροσωπεί την κοινωνία, όταν αποκλείει από τις αποφάσεις της τον μισό πληθυσμό; Και πόσο καθολικό μπορεί να είναι ένα δικαίωμα όταν η εφαρμογή του εξαρτάται από το φύλο εκείνου που το διεκδικεί;
Οι σουφραζέτες, οι γυναίκες της Αντίστασης και οι γενιές των γυναικών που διεκδίκησαν την πολιτική ισότητα μάς υπενθυμίζουν ότι η ιστορία δεν προχωρά μόνο με νόμους και διακηρύξεις. Προχωρά όταν άνθρωποι που έχουν αποκλειστεί αρνούνται να αποδεχτούν τον αποκλεισμό τους. Όταν εκείνοι που θεωρούνται υπήκοοι απαιτούν να αναγνωριστούν ως πολίτες. Όταν το αυτονόητο παύει να είναι προνόμιο και γίνεται δικαίωμα.
Η ισότητα δεν αρχίζει όταν επιτρέπεται σε όλους να ψηφίζουν, αλλά όταν κανείς δεν θεωρεί ότι έχει το δικαίωμα να αποφασίζει ποιος αξίζει να έχει φωνή.
Γιατί η δημοκρατία δεν είναι ανδρική ή γυναικεία ιδιοκτησία. Είναι το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να συμμετέχει ισότιμα στη διαμόρφωση του κοινού κόσμου. Και αυτό το δικαίωμα δεν παραχωρείται από εκείνους που κατέχουν την εξουσία. Κατακτάται από εκείνους που αρνούνται να ζουν χωρίς αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου