20/10/26

Το δικαίωμα της γυναίκας να ορίζει το σώμα της.




Υπάρχει μια παράξενη κοινωνία που μιλά αδιάκοπα για την ελευθερία, αρκεί να μπορεί να καθορίζει τα όριά της. Μια κοινωνία που διακηρύσσει πως το σώμα είναι προσωπική υπόθεση, μέχρι τη στιγμή που το γυναικείο σώμα εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο και τότε όλοι αποκτούν μια γνώμη, μια απαίτηση, μια ηθική να επιβάλουν.

Η γυναίκα μπορεί να ντυθεί όπως θέλει, αρκεί να μη ντυθεί τόσο ώστε να προκαλέσει και να θεωρηθεί προκλητική. Να είναι όμορφη, αλλά όχι να το επιδεικνύει. Να είναι σεμνή, αλλά όχι συντηρητική. Να είναι ελκυστική, αλλά να μην προκαλεί επιθυμίες. Να έχει προσωπικότητα, αρκεί να μην ενοχλεί την αισθητική και τις αντιλήψεις εκείνων που θεωρούν τον εαυτό τους αρμόδιο να την κρίνει. Ένας ατελείωτος κατάλογος αντιφάσεων, γραμμένος πάνω στο ύφασμα μιας κοινωνικής υποκρισίας.

Από το μήκος της φούστας μέχρι το βάθος του ντεκολτέ, από το στενό παντελόνι μέχρι το κοντό σορτς, τα ρούχα μιας γυναίκας μετατρέπονται συχνά σε δημόσιο κατηγορητήριο. Κάποιοι θα μιλήσουν για αξιοπρέπεια, άλλοι για ηθική, άλλοι για οικογενειακές αξίες. Και πίσω από αυτές τις λέξεις κρύβεται συχνά η ίδια παλιά αντίληψη: ότι η γυναίκα οφείλει να διαχειρίζεται την εμφάνισή της με γνώμονα όχι τη δική της επιθυμία, αλλά την γνώμη των άλλων.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο αν μια γυναίκα επιλέγει ένα μακρύ φόρεμα ή ένα κοντό σορτς. Δεν βρίσκεται στο αν προτιμά να καλύπτει το σώμα της ή να το αναδεικνύει. Βρίσκεται στην πεποίθηση ότι κάποιος άλλος δικαιούται να αποφασίζει για εκείνη. Η ελευθερία δεν μετριέται με τα εκατοστά του υφάσματος. Δεν υπάρχει ηθικόμετρο ραμμένο στην ετικέτα ενός φορέματος ούτε η αξιοπρέπεια κρύβεται στις ραφές μιας μπλούζας.

Και βέβαια, η πατριαρχία δεν εμφανίζεται πάντοτε με τη μορφή μιας απαγόρευσης. Μερικές φορές εμφανίζεται ως συμβουλή: «Μην προκαλείς». Ως δήθεν ενδιαφέρον: «Τι θα πει ο κόσμος;». Ως προειδοποίηση: «Έτσι όπως ντύνεσαι, δίνεις δικαιώματα». Μια γλωσσική κατασκευή που μεταφέρει την ευθύνη από εκείνον που παρενοχλεί σε εκείνη που υφίσταται την παρενόχληση. Σαν να είναι το ρούχο μια σιωπηλή συναίνεση, σαν να μπορεί η εμφάνιση να υποκαταστήσει τη θέληση.

Όμως, κανένα ρούχο δεν αποτελεί πρόσκληση για παρενόχληση. Κανένα ντεκολτέ δεν είναι συγκατάθεση. Κανένα γυμνό γόνατο δεν αφαιρεί από μια γυναίκα το δικαίωμα να κινείται με ασφάλεια στον δρόμο, στην εργασία, στην παραλία, στη νυχτερινή ζωή. Η ευθύνη για την προσβολή, την παρενόχληση και τη βία ανήκει σε εκείνον που τις ασκεί, όχι σε εκείνη που επιλέγει τι θα φορέσει.

Αλλά υπάρχει και μια άλλη πλευρά του ζητήματος. Η ελευθερία δεν είναι υποχρέωση να ντύνεσαι προκλητικά, όπως ακριβώς δεν είναι υποχρέωση να ντύνεσαι συντηρητικά. Μια γυναίκα έχει δικαίωμα να φορά μίνι, αλλά έχει το ίδιο δικαίωμα να φορά μακριά φούστα. Να επιλέγει το μακιγιάζ της ή να το απορρίπτει. Να ακολουθεί τη μόδα ή να αδιαφορεί γι’ αυτήν. Να ντύνεται για να αρέσει στον εαυτό της, για να εκφράσει την αισθητική της ή απλώς επειδή αυτό την κάνει να αισθάνεται άνετα.

Γιατί η πραγματική χειραφέτηση δεν αντικαθιστά έναν κανόνα με έναν άλλον. Δεν καταργεί τη συντηρητική επιταγή για να επιβάλει μια νέα επιταγή περί εμφάνισης, ομορφιάς και διαρκούς σεξουαλικής απελευθέρωσης. Καταργεί την ίδια την υποχρέωση να απολογείται μια γυναίκα για τις επιλογές της.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αντίφαση: μια κοινωνία που έχει μετατρέψει το γυναικείο σώμα σε διαφημιστικό προϊόν, σε εμπορικό θέαμα και σε αντικείμενο αδιάκοπης αξιολόγησης, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με καχυποψία τη γυναίκα που διεκδικεί να αποφασίζει η ίδια πώς θα εμφανίζεται. Το σώμα της είναι παντού στις διαφημίσεις, στις οθόνες, στις βιτρίνες, αλλά η αυτονομία της εξακολουθεί να ενοχλεί.

Η απάντηση δεν είναι να διδάξουμε στις γυναίκες πώς να ντύνονται για να αποφεύγουν τα βλέμματα. Είναι να μάθουμε στους ανθρώπους ότι το βλέμμα τους δεν αποτελεί εξουσία πάνω στους άλλους. Να πάψουμε να συγχέουμε την προσωπική αισθητική με τη δημόσια ηθική και την επιθυμία με το δικαίωμα κατοχής.

Το δικαίωμα της γυναίκας να ντύνεται όπως θέλει δεν είναι μια επιφανειακή διεκδίκηση της μόδας. Είναι μέρος του δικαιώματός της να ορίζει τον εαυτό της. Είναι το δικαίωμα να υπάρχει στον δημόσιο χώρο χωρίς να ζητά άδεια, να εκφράζεται χωρίς να φοβάται την καταδίκη και να επιλέγει χωρίς να μετατρέπεται σε κατηγορούμενη.

Γιατί η ελευθερία μιας γυναίκας αρχίζει εκεί όπου τελειώνει η αξίωση των άλλων να αποφασίζουν για το σώμα της.

Και αν μια κοινωνία εξακολουθεί να μετρά την αξιοπρέπεια μιας γυναίκας με το μήκος της φούστας της, ίσως το πρόβλημα δεν βρίσκεται στη φούστα.

Βρίσκεται στο μυαλό εκείνων που πιστεύουν ότι έχουν το δικαίωμα να τη μετρούν.


Δεν υπάρχουν σχόλια: